Περί φιλελληνισμού

16.12.2021, 05:40 ΤΟ ΒΗΜΑ

Περί φιλελληνισμού | tovima.gr

Αν κάτι μάς κληροδότησε ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας του 1821 είναι να χωρίζουμε όσους ξένους ασχολούνται με την Ελλάδα σε φιλέλληνες και ανθέλληνες. Δεν μπορούμε όμως να αντιμετωπίζουμε τον κόσμο με όρους του προπερασμένου αιώνα. Ο φιλελληνισμός συνιστά μια συναισθηματική προσέγγιση των διεθνών εξελίξεων και οδηγεί στον μανιχαϊστικό διαχωρισμό των ξένων σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα, αποκλείοντας ενδιάμεσες περιπτώσεις. Πώς θα μπορούσε, για παράδειγμα, να χαρακτηριστεί ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Μπόρις Τζόνσον; Φιλέλληνας λόγω του θαυμασμού του για τον Περικλή και την ελληνική αρχαιότητα ή ανθέλληνας για την άρνησή του να επιστρέψει τα Γλυπτά του Παρθενώνα; O ιστορικός ρόλος του φιλελληνισμού στην έκβαση του αγώνα του 1821 δεν αμφισβητείται, αλλά δεν μπορεί ένα ιστορικό κίνημα να προεκτείνεται στο σήμερα και να χωρίζονται ακόμα και ξένοι ακαδημαϊκοί σε φιλέλληνες και μισέλληνες. Ο αρνητισμός και η μεμψιμοιρία με τα οποία αρκετοί Ελληνες αντιμετωπίζουν συχνά τα εγχώρια αναζητούν το αντίρροπό τους στον θαυμασμό και στη μεγαθυμία των ξένων. Ο λόγος περί φιλελληνισμού μάς ωθεί να περιμένουμε διαρκή υποστήριξη από τρίτους και να εναποθέτουμε τις προσδοκίες της χώρας στους ξένους.

Ο φιλελληνισμός βασίστηκε στην εξιδανίκευση της αρχαίας Ελλάδας και ελάχιστα των νεότερων Ελλήνων. Ο  βρετανός πολιτικός και ιστορικός C.M. Woodhouse έγραφε στο βιβλίο του για τους  Φιλέλληνες (1969, ελλην. μτφρ. 2020) ότι αγαπούσαν την Ελλάδα των ονείρων τους, τον τόπο, τη γλώσσα, τις αρχαιότητες αλλά όχι τους ίδιους τους Ελληνες. Μπορεί καταστροφές και δοκιμασίες να προκάλεσαν την ανθρωπιστική συμπάθεια ή το ελληνικό τοπίο να συγκίνησε πολλούς Βορειοευρωπαίους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι όλα πρέπει να περιβάλλονται την αύρα του φιλελληνισμού ή να τους προσάπτεται το στίγμα του μισελληνισμού. Δεν νομίζω ότι άλλα έθνη αντιμετωπίζουν τους ξένους με ανάλογους διαχωρισμούς. Μπορεί στο παρελθόν κάποιοι ξένοι να αγάπησαν την Ελλάδα και να δημιούργησαν έναν συναισθηματικό δεσμό με τον τόπο, αλλά σήμερα στον ακαδημαϊκό, τον διπλωματικό και τον πολιτικό χώρο κυριαρχούν ο ψυχρός επαγγελματισμός και o σκεπτικισμός που αγγίζει ενίοτε και τα όρια του κυνισμού. Το συναίσθημα και η αλληλεγγύη έχουν μετατοπιστεί στους κατατρεγμένους της γης (μετανάστες, πρόσφυγες ή διαφωνούντες) και ο λόγος περί φιλελληνισμού φαίνεται να υποκρύπτει ανωριμότητα και ανασφάλεια, που αντισταθμίζεται από την προσδοκία της έξωθεν επιβεβαίωσης. Αυτή η παρωχημένη νοοτροπία μάς εμποδίζει να δούμε τους νέους τρόπους που νεότεροι πολιτικοί, μελετητές, φοιτητές ή τουρίστες προσλαμβάνουν τη χώρα και τον πολιτισμό της με το να καλούνται σε ελληνικά συνέδρια ή άλλες εκδηλώσεις ξένοι κλασικιστές παλαιότερων γενεών, που συντηρούν μια άλλη αντίληψη της αρχαίας Ελλάδας και λογίζονται ως σύγχρονοι φιλέλληνες έχοντας εξελιχθεί σε υπέρμαχους της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Αποφεύγοντας τον διαχωρισμό των ξένων σε φιλέλληνες και μισέλληνες ίσως μας βοηθήσει να πάψουμε να διαβάζουμε την Ιστορία με συγκινησιακά φορτισμένους όρους και να διαιωνίζουμε την ψυχολογία του ανάδελφου έθνους. Θα καταλάβουμε ότι οι τρόποι μελέτης και προσέγγισης της ελληνικής αρχαιότητας και ιστορίας έχουν αλλάξει και αν ακόμη εξακολουθούμε να μιλούμε για φιλελληνισμό αυτός δεν είναι ίδιος από την Ιαπωνία και την Κίνα μέχρι την Αμερική ή την Αφρική. Ετσι οι αλλαγές που συντελούνται στη διδασκαλία των αρχαίων στα ξένα πανεπιστήμια, και που προκάλεσαν αντιδράσεις στην Ελλάδα, θα γίνουν πιο εύκολα αντιληπτές και θα αντιμετωπιστούν πιο ψύχραιμα οι κριτικές προσεγγίσεις της ελληνικής αρχαιότητας. Ας αντιμετωπίσουμε, λοιπόν, τον φιλελληνισμό ως ιστορικό και όχι ως σύγχρονο φαινόμενο και ας πάψουμε να βλέπουμε το 2021 με τους όρους του 1821.

O κ. Δημήτρης Tζιόβας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Aγγλίας.

Το δώρο της ακρόασης

Να είσαι κατάμονος και να πρέπει να γιορτάσεις έτσι, χωρίς συντροφιά, εσύ και τα υπάρχοντά σου. Γίνεται αυτό;

17.12.2021, 05:50  ΤΟ ΒΗΜΑ

Είναι γεγονός ότι το στοιχειώδες αυτό ενδιαφέρον – ή, αν θέλετε, η στοιχειώδης περιέργεια – για το τι συμβαίνει δίπλα μας υποχώρησε κατά τα τελευταία χρόνια. Η κυρίαρχη τάση πλέον είναι οι άνθρωποι να φροντίζουν ώστε να μη «σκαλώνουν» στους άλλους ανθρώπους. Πρέπει να προχωρούν, να τρέχουν και να μην αναρωτιούνται για το τι ακριβώς επιδιώκουν ή από τι δραπετεύουν. Το παν είναι να μη στέκονται, γιατί κάθε σταμάτημα μπορεί να φέρει ερωτήματα και αμφιβολίες, και οι αμφιβολίες, ως γνωστόν, κόβουν τα γόνατα. Πώς, επομένως, να καθήσει κάποιος και να δώσει την προσοχή του σε όποιους μιλούν; Δεν είναι φυσικά μόνο οι απόκληροι που διηγούνται τη ζωή τους στα πεζοδρόμια, και που αυξάνονται συνεχώς και στις πόλεις μας. Το πρόβλημα είναι γενικότερο και δεν αφορά αποκλειστικά το κοινωνικό περιθώριο. Υπάρχει μεγάλη ζήτηση για ακροατές και μηδαμινή προσφορά. Και ποιος δεν θα ήθελε να ανακοινώσει μια σκέψη του ή να αφηγηθεί ένα περιστατικό που τον σημάδεψε, αν ήξερε ότι θα του δοθεί ο χρόνος που χρειάζεται και ότι ο ακροατής του, αν τον βρει, δεν θα βιαστεί να αποσπάσει ένα άμεσο όφελος; Αλλά στην πραγματικότητα ακριβώς αυτό συμβαίνει: οι άλλοι πάντα βιάζονται. Πάντα προεξοφλούν ότι όποιος ανοίγει το στόμα του θα ξετυλίξει μια ιστορία τόσο δική του που θα ήταν μάταιο να προσπαθήσουν να την αξιοποιήσουν. Ετσι, μοιραία οι επαφές αραιώνουν και, ακόμα χειρότερο, γίνονται στα πεταχτά, πράγμα που, άλλοτε, στην ελληνική συναναστροφή ήταν η μεγαλύτερη χοντροκοπιά. Τα ήθη μας γαλούχησαν τον πληθυσμό με την αντίληψη ότι οι άνθρωποι είναι αξιολύπητοι αν οι κουβέντες μεταξύ τους είναι για να τις παίρνει ο αέρας. Ολα τα υλικά αγαθά σε τούτο τον τόπο προσφέρονταν σε μικρές ποσότητες. Εκτός από τις συνομιλίες. Ο πληθυσμός τρεφόταν από αυτές, ανεξάρτητα αν η ποιότητα της τροφής ήταν καλή. Οι εντάσεις, οι φωνασκίες, οι διαξιφισμοί δυσκόλευαν μονίμως τη συνεννόηση. Πιο σημαντικό όμως και από τη συνεννόηση ήταν να είναι οι συνομιλητές παρόντες, αρκετά προσιτοί παρά τις διαφωνίες τους.

Ωστόσο, οι καιροί έφεραν και εδώ ανατροπές. Οι αποστάσεις ανάμεσα στα άτομα μεγάλωσαν πολύ και το ενδιάμεσο το κατέλαβαν η αμηχανία ή η ψύχρα. Κάθε χρονιά το βεβαιώνει αυτό, και η φετινή κινείται στην ίδια γραμμή. Για να σκεπαστούν οι πληγές που άνοιξαν στις ψυχές θα ανάψουν και πάλι τα φώτα των γιορτών και θα κυκλοφορήσουν εσπευσμένα τα προϊόντα τα προορισμένα να φέρουν τη ζάλη, τη μέθη, την απαγκίστρωση από τα δυσάρεστα. Δύσκολη επιχείρηση. Η αλήθεια είναι ότι τα χαρούμενα πράγματα θα αγοραστούν από λυπημένους ανθρώπους. Η μόνη εξαίρεση είναι τα παιδιά. Αυτά θα χαρούν πραγματικά, αφού δεν έχουν ακόμη την υποψία ότι με το άνοιγμα του στολισμένου πακέτου αρχίζει μια νέα περιπέτεια που μπορεί και να μην είναι ευχάριστη. Θα χαρούν, άραγε, μόνα τους το παιχνίδι τους; Κι αν θελήσουν να μοιραστούν και με άλλους τη χαρά τους τι θα δουν; Θα βρουν συμπαίκτες, φίλους, ή μήπως ανταγωνιστές; Δυστυχώς, δεν υπάρχουν εγγυήσεις για το καλύτερο. Ο,τι και να προκύψει πάντως, τα παιδιά έχουν χρόνο μπροστά τους για να τους δείξει ότι και η εντονότερη ικανοποίηση μειώνεται πολύ όταν την περιβάλλει η αδιαφορία των άλλων.

Να είσαι κατάμονος και να πρέπει να γιορτάσεις έτσι, χωρίς συντροφιά, εσύ και τα υπάρχοντά σου. Γίνεται αυτό; Φαινόταν σαν ένα μακρινό, σκυθρωπό ενδεχόμενο πριν από σαράντα χρόνια. Κι όμως σήμερα είναι μια πραγματικότητα που δύσκολα την αρνιέται κανείς. Οπως δύσκολα αρνιέται την επιδημία, την αβεβαιότητα, τους περιορισμούς. Εξ ορισμού με τις γιορτές επιδιώκεται να φύγει το μυαλό από τις στερήσεις. Τα δώρα συμβολίζουν την επάρκεια, την υπερεπάρκεια των αγαθών. Προβλέπεται να μη λείψει τίποτα λοιπόν. Τίποτα; Μια ματιά γύρω αρκεί να το διαψεύσει. Οσο και να φωταγωγηθούν οι βιτρίνες, οι κούκλες από μέσα θα στέλνουν προς τα έξω εκείνο το βλέμμα κάτω από τα πλαστικά τους βλέφαρα – που το ‘χουν και πολλοί πελάτες – που λέει: «Δεν ξέρω τι λέτε. Δεν ξέρω να ακούω». Το μήνυμα κυκλοφορεί παντού κι όλοι καλούνται να το λάβουν υπόψη τους.

Επειτα από αυτό μπορεί κάποιος να βάλει στη ζυγαριά του ξανά τα πράγματα. Εχει πιθανόν μια δουλειά, έχει ένα εισόδημα, έχει ακόμα και κάποιους γνωστούς. Αλλά δεν έχει καμιά σιγουριά για το αν θα τον πρόσεχαν καθώς θα μιλούσε. Και από τη στιγμή που αμφιβάλλει αν θα τον προσέξουν, προτιμά να αναβάλλει την ομιλία του. Από έλλειψη ακροατών κινδυνεύουν πολλοί να γίνουν μουγγοί. Ξεχνιούνται οι λέξεις αν δεν χρησιμοποιούνται και οι σκέψεις σαπίζουν αν δεν διατυπώνονται. Τι θα χαρούμε λοιπόν στις γιορτές; Και πώς θα διώξουμε τις στενοχώριες αν δεν πούμε κάτι παραπάνω από τις ευχές της συνήθειας; Ισως το μεγαλύτερο δώρο στη σημερινή Ελλάδα θα ήταν να αυξηθεί, ως εκ θαύματος, ο αριθμός εκείνων που όταν τους απευθύνεται κάποιος, ο εγκέφαλός τους παίρνει το σήμα να συγκεντρωθεί. Μια κατακόρυφη άνοδος του πολιτισμού θα σημειωνόταν. Φανταστείτε τους άπειρους να μη γυρίζουν κοροϊδευτικά τα νώτα τους στους πεπειραμένους. Τους εφήβους να μη βρίσκουν και τόσο βαρετούς τους γονείς τους. Τους άντρες να μην είναι τόσο βέβαιοι ότι στις γυναίκες η φλυαρία είναι ανίατη και οι γυναίκες να μην είναι τόσο βέβαιες ότι στους άντρες ανίατος είναι ο κομπασμός. Σε κάθε περίπτωση, το τι καταλαβαίνεις εξαρτάται από το τι δέχεσαι να καταλάβεις. Το ίδιο ισχύει για τους μαθητές στη σχέση τους με τους δασκάλους, ή για τις πολιτικές ηγεσίες στη σχέση τους με τον λαό.

Ομως για να μην ηχεί και αυτό σαν μία ακόμη καταδικασμένη ευχή, ας σκεφθούμε ότι στις ανθρώπινες υποθέσεις η μεθοδική εργασία υποκαθιστά σχεδόν τα θαύματα. Επιτέλους, είναι καιρός να εργασθούμε για να ευτυχήσουμε. Σαφώς είναι προτιμότερο να περιμένουμε αμοιβές που μας τις χρωστούν παρά να ονειρευόμαστε δώρα που δεν μας οφείλονται. Τουλάχιστον στον τομέα της παιδείας αυτό θα μπορούσε να είναι μια πεποίθηση που θα καθοδηγούσε τους γονείς, τους δασκάλους, τους πολιτικούς. Είναι δυνατόν να σκεφθούμε μιαν αγωγή που θα ασκούσε τα παιδιά στον διάλογο – και όχι στα debates. Και που θα εμπόδιζε την Ελλάδα να δεχθεί ως φυσικό γεγονός, πέρα από τους «παράλληλους μονολόγους» και τα «παράλληλα παραληρήματα».

*Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Ντοστογέφσκι και η Πετρούπολη – Διακόσια χρόνια από τη γέννησή του

Βιστωνίτης Αναστάσης

02.12.2021, 05:30 ΤΟ ΒΗΜΑ

Ο Ντοστογέφσκι και η Πετρούπολη – Διακόσια χρόνια από τη γέννησή του | tovima.gr

Υπάρχουν, λέγεται, τρεις κατηγορίες αναγνωστών σε ό,τι αφορά τους κορυφαίους συγγραφείς του ρωσικού ρεαλισμού, τον Ντοστογέφσκι και τον Τολστόι: αυτοί που προτιμούν τον πρώτο, όσοι θεωρούν σημαντικότερο τον δεύτερο κι εκείνοι που τους διαβάζουν με πάθος και τους δύο. Ο Τζορτζ Στάινερ, που έγραψε μια σπουδαία σχετική μελέτη, λέει πως προτιμά τον Ντοστογέφσκι, αλλά αυτό το θεωρεί λίγο-πολύ προσωπική επιλογή – ενώ ο Ναμπόκοφ έλεγε πως σε σύγκριση με τον Τολστόι είναι πολύ κατώτερος συγγραφέας. Αλλά διακόσια χρόνια από τη γέννησή του Ντοστογέφσκι, που συμπληρώθηκαν στις 11 Νοεμβρίου, αυτό μοιάζει με συγγραφική ιδιοτροπία.

Μετά από δύο αιώνες εύλογα αναρωτιέται κανείς: πώς διαβάζεται σήμερα ο Ντοστογέφσκι και κυρίως: Γιατί το έργο του δεν μοιάζει τώρα χρονολογημένο; Γιατί δεν μας πολυενοχλεί ο πανσλαβισμός, ο φανατικός αντιδυτικισμός κι ο νευρωτικός χριστιανισμός του; Κι ακόμη: τι σχέση έχει με τη σημερινή Ρωσία ή ακόμη και μ’ εκείνο που συνηθίσαμε να αποκαλούμε «σλάβικη ψυχή»; Πέραν του ότι ήταν μεγάλος ρεαλιστής συγγραφέας, μήπως, ως στάση ζωής, εκφράζει κι έναν μεγαλειώδη αναχρονισμό; Κι ωστόσο: κατά πόσο ο οιοσδήποτε αναχρονισμός μπορεί να θεωρηθεί «μεγαλειώδης»;

Πετρούπολη σημαίνει Ντοστογέφσκι

Ο Ντοστογέφσκι γεννήθηκε στη Μόσχα αλλά έζησε τα περισσότερα χρόνια στην Πετρούπολη, όπου έγραψε τα κορυφαία του έργα. Η πόλη του Μεγάλου Πέτρου είναι το σκηνικό των μυθιστορημάτων του και μάλιστα σε κανέναν άλλον συγγραφέα του 19ου αιώνα, ούτε καν στον Ντίκενς, η πόλη δεν αναδύεται στο έργο του με την ίδια ενάργεια. Ή ακόμη και στον Μπαλζάκ. Ο επισκέπτης του Λονδίνου δεν ταυτίζει την πόλη με τον Ντίκενς, ενώ κι εκείνος που επισκέπτεται το Παρίσι δεν το ταυτίζει με τον Μπαλζάκ. Αλλά Πετρούπολη, για τη λογοτεχνία τουλάχιστον, σημαίνει Ντοστογέφσκι – κι ας είναι η πόλη τόσων σημαντικών μεταγενέστερων δημιουργών, από την Αχμάτοβα και τον Γκουμιλιόφ ως τον Μανελστάμ, τον Γιόζεφ Μπρόντσκι και τόσους άλλους.

Αν κανείς επισκεφθεί τη σημερινή Πετρούπολη έχει την ευκαιρία να διαλέξει έναν από τους λογοτεχνικούς περιπάτους που προσφέρονται (επ’ αμοιβή, φυσικά) ώστε να δει τα μέρη που έζησε, εκείνα όπου σύχναζε και το μοναστήρι Αλεξάντρ Νέφσκι όπου έχει ταφεί ο Ντοστογέφσκι, καθώς και ο Τσαϊκόφσκι και ο Μουζόρσκι. Κι ενώ οι δύο τελευταίοι είναι τέκνα της πόλης, η Πετρούπολη και σήμερα είναι η πόλη του συγγραφέα των Αδελφών Καραμαζόφ. Είτε τη δει κανείς καλοκαίρι, την περίοδο των λευκών νυχτών, είτε χειμώνα με τα κτίριά της σκεπασμένα με παραμυθένιο χιόνι και τα νερά του ποταμού Νέβα παγωμένα, ο Ντοστογέφσκι τού έρχεται στον νου με την πρώτη ματιά.

Θα έλεγα πως τον περίπατο στα σπίτια που έζησε και στα μέρη που σύχναζε ο συγγραφέας είναι καλύτερο να τον κάνει κανείς μόνος του – κατά προτίμηση χειμώνα, όταν οι τουρίστες είναι λιγοστοί – έχοντας πρώτα διαβάσει τα βιβλία του. Να βρεθεί στο 19 της οδού Γκραντζάνσκα, όπου λένε πως «έζησε» ο δολοφόνος Ρασκόλνικοφ, πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημά του «Εγκλημα και τιμωρία. Ή στην πλατεία Ζενάγια, κοντά στην οποία έμενε ένα διάστημα ο Ντοστογέφσκι. Εκεί σύχναζε τότε ο υπόκοσμος της πόλης κι εκεί ο Ρασκόλνικοφ σχεδίασε τη δολοφονία της γριάς τοκογλύφου. Ή στην πλατεία Σεμιόνοφ, που ήταν τόπος εκτελέσεων. Στην πλατεία αυτή, που σήμερα δεν είναι πλέον όπως τότε, εκτέλεσε το τσαρικό καθεστώς μέλη του αναρχοσοσιαλιστικού Κύκλου Πετρασέφσκι, στον οποίον ανήκε ο Ντοστογέφσκι. Κι εκείνον θα τον εκτελούσαν, αλλά όταν τον έστησαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα έφτασε διαταγή του τσάρου Νικολάου Α΄ να μετατραπεί η ποινή του σε κάτεργα στη Σιβηρία. Δεν ήταν απόφαση της τελευταίας στιγμής. Ο τσάρος την είχε λάβει την προηγούμενη μέρα, υπό τον όρο ότι θα ανακοινωνόταν όταν ο Ντοστογέφσκι θα βρισκόταν μπροστά στο απόσπασμα.

«Μια πόλη μισότρελων»

«Είναι κακοτυχία το να ζεις στην Πετρούπολη» και «Η Πετρούπολη είναι μια πόλη μισότρελων» έλεγε ο Ντοστογέφσκι. Αλλά αν δεν υπήρχε, πώς θα ήταν άραγε τα βιβλία που έγραψε; Αν δεν είχε ζήσει την ατμόσφαιρα της πόλης, τις λευκές νύχτες της, ή τα σκοτάδια της, που έκαναν πιο έντονη τη λάμψη των άστρων, θα είχε γράψει τα όσα έγραψε; Θα είχε καταδυθεί με τέτοιο πάθος στο υπαρξιακό βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης, θα είχε τοποθετήσει τους ήρωές του (τον πρίγκιπα Μίσκιν, τον Ρασκόλνικοφ, τους αδελφούς Καραμαζόφ) στο είδωλό της;

Μόνο οι πανσλαβιστές παίρνουν κατά γράμμα τις πολιτικές απόψεις του Ντοστογέφσκι την σήμερον ημέρα. Ομως ελάχιστοι έχουν όσους φανατικούς αναγνώστες είχε ο ίδιος, που ασφαλώς, αν ζούσε, θα είχε εξοργιστεί που η ζωή και το έργο του εμπορευματοποιήθηκαν σε τέτοιον βαθμό.

Ολα τούτα βέβαια είναι υποθέσεις. Αλλωστε και η ίδια η ζωή του ήταν μια πελώρια αντίφαση. Ο άνθρωπος που έγραψε τον «Ηλίθιο» και το «Εγκλημα και τιμωρία», ο θρησκόληπτος που γονάτιζε μπροστά στα εικονίσματα προσπαθώντας να συνομιλήσει με τον Θεό ήταν ένας «διά Χριστόν σαλός» (όπως ο πρίγκιπας Μίσκιν στον «Ηλίθιο»), που τη μια μέρα έγραφε με φρενήρη ταχύτητα τα αριστουργήματά του και την επομένη σπαταλούσε τα χρήματα που κέρδιζε στη ρουλέτα, με αποτέλεσμα εδώ, όπου έζησε τα περισσότερα δημιουργικά του χρόνια και πέθανε, να αλλάξει κατοικία τριάντα φορές.

Οι σημερινοί αναγνώστες (των μυθιστορημάτων και όχι των δημοσιογραφικών κειμένων του Ντοστογέφσκι) ελάχιστη σημασία δίνουν στον πανσλαβισμό και τον μεσσιανισμό του. Μεσσιανισμό ιδιότυπο βέβαια, ειδικά για έναν συγγραφέα που πίστευε πως η ορθόδοξη Ρωσία θα «κατατροπώσει» τον δυτικό υλισμό και τα άλλα χριστιανικά δόγματα (τον καθολικισμό κατεξοχήν) που στη συνείδησή του είχαν μιασματικό χαρακτήρα. Εδώ εντάσσεται και ο αντισημιτισμός του, που δεν ήταν μόνο δικό του γνώρισμα αλλά και άλλων σημαντικών συγγραφέων του 19ου αιώνα.

Ο θάνατος σταματά τον χρόνο

Στην Πετρούπολη βρέθηκα δύο φορές: την πρώτη το 1983 – όταν ακόμη επισήμως λεγόταν Λένινγκραντ – και τη δεύτερη το 2000. Στα δεκαεφτά χρόνια που πέρασαν η γενική εικόνα δεν είχε αλλάξει, αν εξαιρέσει κανείς το ότι τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν δεν ήταν πλέον Μόσκοβιτς και Λάντα αλλά Μπε Εμ Βε, Μερτσέντες και Λάντα, συν το ότι στίφη τουριστών είχαν αρχίσει να την κατακλύζουν.

Το διαμέρισμα όπου ο συγγραφέας έγραψε το αριστούργημά του «Αδελφοί Καραμαζόφ» είναι μουσείο, όπου είχαν διατηρηθεί σχεδόν τα πάντα. Στο σαλόνι στάθηκα μπροστά σ’ ένα επιτραπέζιο ρολόι σταματημένο στην ώρα που πέθανε. Ο θάνατος σταματά τον χρόνο. Αυτή είναι ακόμη και σήμερα η πόλη που δεν κατάφερε να την οικειοποιηθεί το «αφεντικό» της κατά τη σταλινική περίοδο Αντρέι Ζντάνοφ. Η πόλη που τη δόξασε και την καταράστηκε έναν αιώνα νωρίτερα στα μεγάλα του έργα ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογέφσκι.

Μεταξύ Επιστήμης και Δημιουργού

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο συγγραφέας και κοσμολόγος Πολ Ντέιβις επιχειρεί να προσεγγίσει την προέλευση, την εξέλιξη και τη μοίρα του σύμπαντος

«Το “Τι τρώει το σύµπαν;” είναι ένα επιστημονικό αστυνομικό θρίλερ», εξηγεί από την αρχή ο συγγραφέας του βιβλίου, κοσμολόγος Πολ Ντέιβις, προσθέτοντας: «Εξηγεί πώς λύθηκαν πρόσφατα κάποια πανάρχαια κοσμικά αινίγματα, ενώ εκπληκτικές ανακαλύψεις ανατρέπουν τις αντιλήψεις μας για τη φυσική πραγματικότητα. Για να συλλάβουμε την ευρύτερη εικόνα, πρέπει να κάνουμε ένα ταξίδι από την άκρη του ίδιου του χρόνου, περνώντας από τη δική μας εποχή, ως το άπειρο μέλλον. Αυτό είναι το αντικείμενο της κοσμολογίας, της μελέτης της προέλευσης, της εξέλιξης και της μοίρας ολόκληρου του σύμπαντος. Η κοσμολογία συνυφαίνει το μεγάλο με το μικρό, το αχανές του Διαστήματος με τα βαθύτερα μύχια της υποατομικής ύλης – ένα ανθρώπινο εγχείρημα συγκλονιστικής τόλμης, που εντρυφεί σε τομείς μελετών οι οποίοι επί χιλιετίες υπάγονταν αποκλειστικά στη θρησκεία και στη φιλοσοφία. Iσως κάποιοι νιώθουν πως, αποκαλύπτοντας τα μυστικά της φύσης, το λαμπερό φως της επιστήμης οδηγεί στην απομάγευση του αγνώστου. Εγώ όμως πίστευα ανέκαθεν ότι όσο πιο βαθιά πηγαίνουμε, τόσο περισσότερο κάλλος και δέος ανακαλύπτουμε στον φυσικό κόσμο. Η απομαγευμένη φύση είναι η φύση που αποκαλύπτεται με όλη της την ένδοξη χάρη και κομψότητα. Είναι καλό να γνωρίζουμε».

Το βιβλίο κυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος και η «Κ» προδημοσιεύει δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

Προδημοσίευση

Είναι αδύνατον να κοιτάξεις τον νυχτερινό ουρανό και να μη σε αφήσουν αποσβολωμένο το μεγαλείο και η ομορφιά του θεάματος – η πλατιά αψίδα του γαλαξία, τα μυριάδες άστρα που φεγγοβολούν, η επίμονη, αταλάντευτη λαμπρότητα των πλανητών. Το αχανές και η πολυπλοκότητα σε κατακλύζουν. Επί χιλιετίες οι πρόγονοί μας έβλεπαν τον ίδιο ουρανό και πάλευαν να βγάλουν νόημα. Ποιο ήταν το κλειδί για να τον καταλάβουν; Πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος; Ποια ήταν η θέση των ανθρώπινων όντων στη γενικότερη εικόνα των πραγμάτων; Για πολλές αρχαίες κοινωνίες, η κατανόηση του ουράνιου στερεώματος δεν ήταν απλώς μια φιλοσοφική ή πνευματική πρόκληση· αποτελούσε επίσης και πρακτική αναγκαιότητα. Πρόσφατα βρέθηκα με την παρέα μου για ολιγοήμερη εκδρομή στις Νήσους της Πεντηκοστής στη Θάλασσα των Κοραλλίων. Η περιοχή είναι γεμάτη ύπουλους υφάλους κι έτσι είναι ζωτικής σημασίας η ακριβής πλοήγηση. Φυσικά πρώτη επιλογή είναι η μέθοδος του GPS, αλλά ένιωσα μια ανακούφιση όταν μου είπαν ότι, σε περίπτωση ηλεκτρονικής βλάβης, ήξεραν πώς να πλοηγηθούν με τη βοήθεια των άστρων. Κι αυτό ακριβώς συνέβαινε επί χιλιάδες χρόνια. Η γνώση των κινήσεων των ουράνιων σωμάτων ήταν κρίσιμη για την ανθρώπινη ευμάρεια: όχι μόνο για την πλοήγηση, αλλά και για τις μεταναστεύσεις, τις καλλιέργειες, τη μέτρηση του χρόνου. Η εμμονή των μακρινών προγόνων μας με τους κύκλους του Ηλίου, της Σελήνης και των πλανητών είναι προφανής από τις μεγαλιθικές κατασκευές που έφτιαξαν, ορισμένες από τις οποίες είναι επί τούτω ευθυγραμμισμένες με αστρονομικά συμβάντα – συμβάντα περιβεβλημένα με θρησκευτική σπουδαιότητα και πλούσιες τελετουργίες. Ο ουρανός θεωρούνταν το βασίλειο των υπερφυσικών όντων. Σε μερικές κουλτούρες, ο ίδιος ο Hλιος, η Σελήνη και οι πλανήτες λατρεύονταν σαν θεοί. Oμως η ευρυθμία που χαρακτήριζε τις κινήσεις των αστρονομικών σωμάτων οδηγούσε σε μια πολύ διαφορετική εικόνα του ουρανού: αντί για «πάρκο ψυχαγωγίας» των θεών, περισσότερο θύμιζε μηχανισμό, ένα περίπλοκο σύστημα κινούμενων μερών. Aπαξ και εδραιώθηκε η παραπάνω εικόνα, οι μετρήσεις ακριβείας κατέστησαν αναγκαίες προκειμένου να διαλευκανθεί ο τρόπος οργάνωσης και ρύθμισης του εν λόγω μηχανισμού. Η αριθμητική και η γεωμετρία αναδείχθηκαν σε κρίσιμες δεξιότητες. Οι αστρονόμοι απέκτησαν ισχύ και κύρος στην κοινωνία, μαζί με τους ιερείς και τους αυτοκράτορες. Προσεκτικές μετρήσεις και αναλύσεις αποκάλυψαν σταδιακά τάξη και αρμονία, αριθμούς και σχήματα, στην ουράνια δραστηριότητα. Πολλά θεωρητικά μοντέλα επινοήθηκαν ανά τους αιώνες. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος, Eλληνας αστρονόμος του δεύτερου αιώνα, πρότεινε την περιώνυμη θεωρία του, που βασιζόταν σε μια εκλεκτική σύνοψη όλων των προγενέστερών του ιδεών. Η πτολεμαϊκή κοσμολογία έκανε λόγο για ένα πολύπλοκο σύστημα εσωτερικών σφαιρών, που περιστρέφονταν γύρω από τη Γη με διαφορετικές ταχύτητες.

Τα μηχανοκρατικά μοντέλα του σύμπαντος ήταν στη σωστή κατεύθυνση, αλλά η θεολογική διάσταση ποτέ δεν εξαλείφθηκε πλήρως. Υπήρχε πάντα το ακανθώδες ζήτημα της προέλευσής του. Πώς απέκτησε αρχικά ύπαρξη αυτό το μεγάλο κοσμικό κατασκεύασμα; Μήπως υπήρχε ένα Κινούν Αίτιο που έθεσε όλο αυτόν τον πολύπλοκο μηχανισμό σε κίνηση; Eνας υπερφυσικός Δημιουργός που εξήγαγε τάξη από το χάος; Eνας θεός που έφτιαξε το σύμπαν από το τίποτα; Σε εκείνα τα πρώτα μοντέλα δεν έγινε καμία προσπάθεια να συνδεθεί η κίνηση των αστρονομικών σωμάτων με την κίνηση των υλικών σωμάτων στη Γη. Ο Ουρανός και η Γη, αμφότεροι γεμάτοι κίνηση, παρέμεναν ξέχωρες επικράτειες. Αυτή η άποψη διατηρήθηκε κατά τη μεσαιωνική περίοδο, μέχρι τον 17ο αιώνα. Και μετά, ξαφνικά, η αντίληψη της ανθρωπότητας για το σύμπαν μεταμορφώθηκε. Μια μικρή ομάδα από οραματιστές «φυσικούς φιλόσοφους» συνειδητοποίησε ότι το κλειδί του σύμπαντος δεν βρισκόταν στη θεϊκή παρέμβαση, ούτε στη γεωμετρία της κοσμικής αρχιτεκτονικής. Αντιθέτως, βρισκόταν στους νόμους της φύσης που υπερβαίνουν τον φυσικό κόσμο και καταλαμβάνουν ένα αφηρημένο βασίλειο, αόρατο στις αισθήσεις αλλά πάντως εντός εμβέλειας της ανθρώπινης λογικής. Ο αριθμός και το σχήμα, πολυαγαπημένα στους αρχαίους φιλόσοφους, δεν εκδηλώνονται μόνο σε συγκεκριμένα φυσικά αντικείμενα και συστήματα, αλλά συνυφαίνονται με τους ίδιους τους νόμους της φύσης, σχηματίζοντας ένα μωσαϊκό από ανεπαίσθητα μοτίβα κρυπτογραφημένα σε ένα είδος κοσμικού κώδικα. Hταν μια συγκλονιστική εννοιολογική μεταστροφή, που σηματοδότησε τη μετάβαση από την απλή περιγραφή του κόσμου στην εξήγησή του. Το κβαντικό άλμα κατανόησης που συνόδευε αυτή τη μεταστροφή εκφράσθηκε ποιητικά από τον Γαλιλαίο (Galileo Galilei) το 1632: «Το μεγάλο βιβλίο της φύσης είναι γραμμένο στη γλώσσα των μαθηματικών», χωρίς τα οποία «περιπλανιόμαστε ματαίως σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο». Το κλειδί του σύμπαντος, λέει ο Γαλιλαίος, βρίσκεται στη μαθηματική αποκρυπτογράφηση, γνώμη που επανέλαβε τρεις αιώνες αργότερα ο αστρονόμος σερ Τζέιμς Τζινς (James Jeans), ο οποίος διακήρυξε: «Το σύμπαν μοιάζει να σχεδιάστηκε από έναν κορυφαίο μαθηματικό!». Ο ίδιος ο Γαλιλαίος άρχισε να ξεκλειδώνει την κρυφή μαθηματική τάξη της φύσης, αλλά χρειάστηκε να περάσει μια γενιά ακόμα −ειδικά με το έργο του Ισαάκ Νεύτωνα (Isaac Newton) και του Γκότφριντ Λάιμπνιτς (Gottfried Leibniz)− για να μπουν τα πράγματα σε μια σειρά. Αυτό που έκαναν δεν ήταν ένα φιλόδοξο και απολύτως οργανωμένο πολιτισμικό εγχείρημα, όπως είναι σήμερα η επιστημονική έρευνα. Οι ιδρυτές αυτού που σήμερα αποκαλούμε επιστήμη έμοιαζαν πιο πολύ με μέλη μιας σέκτας για λίγους, σχεδόν μιας μυστικής κοινωνίας, ήταν θρήσκοι με έναν αντισυμβατικό τρόπο, όλο έριδες και εγωισμούς, ακόμα εμποτισμένοι με τις μυστικιστικές παραδόσεις της αρχαιότητας.

Τα μεγάλα ερωτήματα

 

Συνέχεια ανάγνωσης

«Τι θα γίνει αν µου πάρουν τη δουλειά τα ρομπότ;» Αυτοματοποιημένο μέλλον και ανεργία

ΒΙΒΛΙΟ

«Η πρώτη Βιοµηχανική Επανάσταση βγήκε από τα καπνισµένα φουγάρα ατµοµηχανών καύσης άνθρακα, η δεύτερη ξεπήδησε από ρευµατοδότες, ενώ η τρίτη είχε τη µορφή του ηλεκτρονικού µικροεπεξεργαστή. Σήµερα βρισκόµαστε εν µέσω µιας τέταρτης Βιοµηχανικής Επανάστασης, που είναι καρπός της ένωσης πλήθους νέων ψηφιακών, βιολογικών και “φυσικών” τεχνολογιών και λέγεται ότι θα είναι πολύ πιο µετασχηµατιστική απ’ ό,τι οι προηγούµενες. Ωστόσο, κανείς δεν γνωρίζει ακόµη πώς θα εξελιχθεί, πέρα από το ότι όλο και περισσότερες εργασίες που εκτελούνται στα εργοστάσια, στις επιχειρήσεις και στα σπίτια µας θα ανατίθενται σε αυτοµατοποιηµένα κυβερνοφυσικά συστήµατα, που θα λειτουργούν µε αλγόριθµους µηχανικής µάθησης. Για κάποιους, η προοπτική ενός αυτοµατοποιηµένου µέλλοντος αναγγέλλει µια πιο άνετη ζωή χάρη στα ροµπότ. Για άλλους είναι ένα ακόµα µοιραίο βήµα προς µια κυβερνοδυστοπία. Αλλά, για πολλούς, η προοπτική της ευρείας αυτοµατοποίησης εγείρει µόνο το εξής φλέγον ερώτηµα: τι θα γίνει αν µου πάρουν τη δουλειά τα ροµπότ;».

Αυτά γράφει στην εισαγωγή του βιβλίου του «Εργασία. Η ιστορία του πώς περνάμε τον χρόνο μας» ο Tζέιμς Σούζμαν (James Suzman). Το βιβλίο κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες σε μετάφραση της Λίζας Εκκεκάκη από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Η «Κ» επιλέγει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα ως προδημοσίευση που σχετίζεται άμεσα με όσα αναφέρει στην εισαγωγή του ο συγγραφέας, ο οποίος καταπιάνεται με το ζήτημα της εργασίας, του ελεύθερου χρόνου, της εργασιομανίας και της υπερκόπωσης διαχρονικά. Το βιβλίο φτάνει στο φλέγον και επίκαιρο ζήτημα των «έξυπνων μηχανών» και του πώς θα εξελίξουν την εργασία στο μέλλον.

Προδημοσίευση

 Η νέα µάστιγα

«Σήµερα µας πλήττει µια νέα µάστιγα, την οποία µπορεί να µην έχουν ακούσει ακόµη κάποιοι αναγνώστες, αλλά θα συζητηθεί πολύ τα επόµενα χρόνια: λέγεται τεχνολογική ανεργία», προειδοποιούσε ο Τζον Μέιναρντ Κέινς στην περιγραφή της µετά το τέλος της εργασίας ουτοπίας του. «Πρόκειται για µια µορφή ανεργίας που οφείλεται στο ότι ανακαλύπτονται πιο γρήγορα τρόποι να εξοικονοµηθούν εργαζόµενοι απ’ ό,τι εναλλακτικοί τρόποι αξιοποίησής τους». Ηταν µια εύλογη διευκρίνιση για το κοινό της δεκαετίας του 1930. Ηδη απ’ όταν η Βιοµηχανική Επανάσταση ανέβασε στροφές, οι άνθρωποι ανησυχούσαν µήπως οι νέες τεχνολογίες και µέθοδοι εργασίας παραγκώνιζαν το επάγγελµα ή τον τρόπο βιοπορισµού τους, αλλά ο Κέινς αντιλήφθηκε όσο λίγοι τον βαθµό στον οποίο η ώθηση για ακόµα µεγαλύτερη αποδοτικότητα και αυτοµατοποίηση θα συρρίκνωνε τη ζήτηση της ανθρώπινης εργασίας.

Εκ των υστέρων φαίνεται ότι ο Κέινς υποτίµησε τον βαθµό στον οποίο ο διογκούµενος τοµέας των υπηρεσιών στις «προηγµένες οικονοµίες» θα απορροφούσε σχεδόν αβίαστα τους ανθρώπους που διώχνονταν από αγροκτήµατα, ορυχεία, αλιευτικές επιχειρήσεις και τις όλο και πιο αυτοµατοποιηµένες γραµµές παραγωγής. Η ταχεία επέκταση των υπηρεσιών είναι επίσης ο λόγος που, παρά την ευρεία αυτοματοποίηση πολλών κοινών άλλοτε εργασιών σε πολλές χώρες –από τους υπαλλήλους στα εκδοτήρια εισιτηρίων των σιδηροδροµικών σταθµών έως τους ταµίες στα σούπερ µάρκετ–, η συζήτηση σχετικά µε την προοπτική να καταβροχθίσει η αυτοµατοποίηση θέσεις εργασίας περιοριζόταν µέχρι πρόσφατα κυρίως σε κάποια κέντρα τεχνολογικής καινοτοµίας, αίθουσες εταιρικών συσκέψεων και ακαδηµαϊκά περιοδικά.

Αυτό άλλαξε τον Σεπτέµβριο του 2013, όταν οι Καρλ Φρέι (Carl Frey) και Μάικλ Οσµπορν (Michael Osborne) από το Πανεπιστήµιο της Οξφόρδης δηµοσίευσαν τα αποτελέσµατα µιας έρευνας που αξιολογούσε την ακρίβεια των προβλέψεων του Τζον Μέιναρντ Κέινς σχετικά µε την τεχνολογική ανεργία.

Το ροµπότ Xiaoyi, δηµιούργηµα του Πανεπιστηµίου Tsinghua στο Πεκίνο και µιας κρατικής επιχείρησης, πέρασε πανεύκολα τις εθνικές εξετάσεις της Κίνας για τη χορή- γηση άδειας ασκήσεως ιατρικού επαγγέλµατος.

Ο λόγος για τον οποίο η µελέτη της Οξφόρδης προκάλεσε θόρυβο ήταν το συµπέρασµα των Φρέι και Οσµπορν πως τα ροµπότ ήταν ήδη προ των πυλών των εργοστασίων και µάλιστα είχαν βάλει στο χάντρινο ροµποτικό τους µάτι σχεδόν τις µισές από τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ. Με βάση έρευνα που πραγµατοποιήθηκε για 702 επαγγέλµατα, υπολογίστηκε ότι το 47% του συνόλου των σύγχρονων θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ διέτρεχαν «υψηλό κίνδυνο» να έχουν εξαλειφθεί µέχρι το 2030 λόγω της αυτοµατοποίησης. Οι ερευνητές επισήµαναν επίσης ότι δεν διέτρεχαν τον µεγαλύτερο κίνδυνο οι εργαζόµενοι των παραφουσκωμένων γραφειοκρατιών ή του µεσαίου επιπέδου διοίκησης των επιχειρήσεων, αλλά αυτοί µε τις πιο πρακτικές εργασίες, που συνήθως συνδέονται µε χαµηλότερα επίπεδα τυπικής εκπαίδευσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

H α λα Ενβέρ Χότζα «αθεϊστική προπαγάνδα»

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο πιο σκληρός διωγμός χριστιανών και μουσουλμάνων που καταγράφηκε στα χρονικά της μεταπολεμικής Ευρώπης

h-a-la-enver-chotza-atheistiki-propaganda-561605125

Τέτοιες μέρες, πριν από 54 χρόνια, στον παγκόσμιο θρησκευτικό χάρτη έκανε την εμφάνισή του το πρώτο αθεϊστικό κράτος στην ανθρωπότητα. Με το διάταγμα 4336 της 13ης Νοεμβρίου 1967, ο Αλβανός δικτάτορας Ενβέρ Χότζα έκλεισε εκκλησίες και τζαμιά, ξύρισε ιερείς και συμπεριέλαβε στο σύνταγμα άρθρο (37), σύμφωνα με το οποίο «το κράτος δεν αναγνωρίζει καμία θρησκεία, συμμερίζεται και αναπτύσσει την αθεϊστική προπαγάνδα, ώστε να ριζωθεί στους ανθρώπους η κοσμοθεωρία του ιστορικού υλισμού».

Ακολούθησε ο πιο άγριος διωγμός χριστιανών και μουσουλμάνων στη μεταπολεμική Ευρώπη, με μεθόδους από την αιματοβαμμένη… Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο, στην Κίνα. Ο πόλεμος κατά της θρησκείας  στην Αλβανία είχε ξεκινήσει με την εγκαθίδρυση του καθεστώτος Χότζα το 1944, και με το πέρασμα του χρόνου οι πιέσεις στους πιστούς γίνονταν αφόρητες, όμως το διάταγμα του 1967 παρείχε και τη θεσμική κάλυψη στο πογκρόμ του καθεστώτος εναντίον του «οπίου του λαού».

Ο ιερέας Μιχάλης Μπάρκας, από το χωριό Δόβριστα του Αργυροκάστρου, περιέγραψε στο ημερολόγιό του, το οποίο το 1998 παρέδωσαν τα παιδιά του στον Αρχιεπίσκοπο κ. Αναστάσιο, τις τελευταίες ημέρες της ιεροσύνης του: «…26 Φεβρουαρίου 1967. Τέλεσα σήμερα την τελευταία θεία λειτουργία. Αμέσως μετά παρέδωσα τα κλειδιά του ναού στην οργάνωση νεολαίας του χωριού…».

Το «ημερολόγιο» του παπα-Μιχάλη ήταν σημειωμένο πάνω στο ευαγγέλιο της εκκλησίας των Ταξιαρχών, όπου ο παπα-Μιχάλης ιερουργούσε μέχρις ότου το καθεστώς Χότζα την κλείσει για πάντα και τη μετατρέψει σε αποθήκη. Εκεί πρόλαβε και κατέγραψε τις τελευταίες του ώρες ως ιερέα: «Σήμερα ημέρα Σάββατο 4 Μαρτίου 1967 μάς συγκέντρωσε ο δεσπότης τους ιερείς της περιφέρειας στη μητρόπολη και μας είπε να κόψουμε τα γένια και να βγάλουμε όλη τη στολή της ιεροσύνης, να γίνουμε τέλειοι πολίτες, και εμείς εκτελέσαμε τη διαταγή του…».

Μετά έκρυψε καλά το ευαγγέλιο-ημερολόγιο, ώστε να μην το βρουν οι άνθρωποι της μυστικής υπηρεσίας «Σιγκουρίμι», και αποκαλύπτοντας μόνο στα παιδιά του την κρύπτη, τα δέσμευσε ενώπιον του Θεού να το παραδώσουν στην εκκλησία μόλις αυτή επαναλειτουργήσει.

Ο σημερινός ιερέας Ευθύμιος Μπιτζιλής, στο χωριό Δρυμάδες της Χειμάρρας, ήταν παιδάκι όταν μετά το διάταγμα λεηλατήθηκε η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα: «Ο πατέρας μου ήταν παπάς και έλαβε εντολή να ξυριστεί και να πετάξει το ράσο. Παραμονή της λεηλασίας έγινε συγκέντρωση νεολαίας του κόμματος και αποφασίστηκε να πάνε το πρωί και να “καθαρίσουν” τον ναό, αφαιρώντας και καταστρέφοντας τα πάντα. Προτού ξημερώσει, μπήκα κρυφά από μια μικρή πίσω πόρτα, πήρα την εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνα και τον Αγιο Επιτάφιο, και τα έκρυψα στη θημωνιά. Η ζωή του πατέρα μου και όλων μας έγινε κόλαση έκτοτε. Ερχονταν στο σπίτι για να ελέγξουν αν άφησε γένια και αν φοράει το ράσο. Κυκλοφορούσε σπάνια και σε στενό συγγενικό κύκλο, και κάπου κάπου έκανε καμιά βάφτιση κρυφά. Οταν έπεσε το καθεστώς, έβγαλα τα κειμήλια και τα τοποθετήσαμε στην εκκλησία, την οποία είχαν κάνει αποθήκη και έγινα κι εγώ παπάς».

Το 1967 ήταν η πιο μαύρη χρονιά για τους πιστούς, χριστιανούς και μουσουλμάνους, στην Αλβανία του Χότζα. Χριστιανικές εκκλησίες, ορθόδοξες και καθολικές, μουσουλμανικά τεμένη, μετατράπηκαν σε αποθήκες, στάβλους και «πολιτιστικά κέντρα» ή κατεδαφίστηκαν, μοναστήρια λεηλατήθηκαν και έγιναν στρατώνες.

Κάθε θρησκευτική δραστηριότητα απαγορεύτηκε, ο αθεϊσμός έγινε επίσημη ιδεολογία, ιερωμένοι δολοφονήθηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν ή εξευτελίστηκαν, και επί δύο και πλέον δεκαετίες οργανώθηκε, καθοδηγήθηκε και συντελέστηκε η μεγαλύτερη επιχείρηση ξεριζωμού της θρησκευτικής πίστης ενός ολόκληρου λαού.

Συνέχεια ανάγνωσης

Μία εμφυλιακή μετάλλαξη: ο διχασμός του 1915

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

mia-emfyliaki-metallaxi-o-dichasmos-toy-1915-561605218

Οι εμφύλιοι του Εικοσιένα προειδοποιούσαν για τα ερχόμενα. Σαν να προτύπωναν τους θριάμβους του 1912-13 και τον διχασμό του 1915 ή το έπος του 1940 και τον εμφύλιο σπαραγμό του 1946-1949. Και στις τρεις περιπτώσεις σπουδαίο ρόλο διαδραματίζει το πολιτισμικό υπόστρωμα, με βαθύτερα κοιτάσματα διαιρέσεως την αυτοβεβαίωση και την εντοπιότητα σε διαφορετικές μορφές, υπόβαθρο νοοτροπιών οι οποίες ανάγουν συναισθηματικά τα επιμέρους βιώματα σε μεγέθη απόλυτα.

Η διαμάχη μεταξύ Ρουμελιωτονησιωτών και Πελοποννησίων με διακύβευμα την κεντρική ή την αποκεντρωμένη διοίκηση, εκατό χρόνια αργότερα μεταλλάχθηκε σε σκληρή αντιπαράθεση μεταξύ Παλαιάς Ελλάδος και Νέων Χωρών, στα πλαίσια μιας ανισοδυναμίας του έθνους και του κράτους. Σταυρικό σημείο της διαφοράς γίνεται πλέον η ένταση ανάμεσα στον λυτρωμένο από τη δουλεία ελληνισμό και τον υπόδουλο ακόμη, με προέκταση την αντιπαράθεση για την προτεραιότητα της εσωτερικής ανασυντάξεως ή του εθνικού αλυτρωτισμού.

Κι εδώ η έλλειψη αυτοσυνειδησίας των οπαδών μετέτρεψε την ίδια τη διαίρεση σε τρόπο «αυτογνωσίας». Ο αφανισμός του εχθρού δικαίωνε ηθικά και πολιτικά την εικόνα του επιτιθέμενου μαζί με τα πιστεύω του, οι «ιδέες» προεκτείνονταν σε συναισθήματα, ενώ η πτήση και η ανάταση γύριζαν εύκολα σε πτώση. Πρόκειται για το ευμετάβλητο του χαρακτήρα μας.

Κατ’ εξοχήν πεδίο της αναμετρήσεως ήταν επίσης ο χώρος. Ο χώρος ως γενέτειρα δεν καταργεί τον χρόνο. Απλώς χρονικότητα της γενέτειρας αποτελεί το παρελθόν, που με τη ρητορική του καφενείου μεταφράζεται σε «ενέργεια» κι ας πρόκειται για αγκύλωση. Το μέλλον της κοινωνίας δείχνει προδιαγεγραμμένο από το παρελθόν, ώστε να προσλαμβάνεται σαν πεπρωμένο, οπότε το προκαλούμενο αναπνευστικό έμφραγμα δίνει στο πάθος της διχόνοιας, εις βάρος κάθε ανοίγματος με τη μορφή ενότητος.

Η πατρίδα είναι τόπος ενός φυσικού Εγώ και συνδέεται με την ιδιοκτησία του χώρου, ο κύριος του οποίου αποκτά εικόνα εαυτού και φιλότιμο από την κατοχή της γης. Απέναντι στο κράτος μένουμε ψυχροί όσο και αν αναγνωρίζουμε τη σημασία του, η πατρίδα όμως μας αγγίζει βαθιά. Ο προνεωτερικός άνθρωπος στερείται υποκειμενικότητος, κάτι που διευκολύνει εμφύλιες διαμάχες και τις μεταπτώσεις από τα έπη σε ηθικά ναυάγια, από τα ύψη στα τάρταρα.

Τις δύο παρατάξεις χώριζε στρατηγικά το κράτος και ο ρόλος του. Οι βενιζελικοί το αντιλαμβάνονταν ως παράγοντα συνοχής και εκσυγχρονισμού· οι αντιβενιζελικοί ως διοικητική μηχανή και γι’ αυτό επέμεναν να ταυτίζουν το έθνος με τον λαό. Ο πατριωτικός εθνικισμός συνεπάγεται ένα χρόνο που κυλά προς τα πίσω. Ο χώρος εδώ αποτελεί το κυρίως ζητούμενο και ο χρόνος ακολουθεί σαν εμμονή στο παρόν – ένα «τώρα» το οποίο βιώνουμε συγκυριακά σαν ευκαιρία ή σαν απουσία προβλέψεως και οργανώσεως, θα έλεγα ανευθυνότητα από αδιαφορία. Υπερτιμούμε την τύχη, είμαστε ανέμελα αισιόδοξοι και προσδοκούμε παυσίλυπο μέλλον. Το παρόν φτωχαίνει τόσο στο προβάδισμα του παρελθόντος, ώστε το τελευταίο να αναπαράγεται σαν μέλλον. Ως ευκαιριακό παρόν τίθεται εκτός ιστορικού γίγνεσθαι και χάνει κάθε ορμή προς τα εμπρός, ενώ τα γεγονότα καταντούν εφήμερες ειδήσεις και εξανεμίζονται.

Ομως το εγχρονικό παρόν έχει μεταβατική ενέργεια, δεν είναι απομονωμένο «τώρα». Ακινητοποιώντας το παρόν στο στιγμιαίο «τώρα» κατασκευάζουμε κάτι που απαιτεί, όπως η φύση, απλώς να το αισθανόμαστε. Εξ ου και η συνθήκη του στιγμιαίου παρόντος μας κάνει έντονα συναισθηματικούς. Εννοείται πως αδειάζοντας το παρόν από νόημα και θέληση να αναγεννηθεί στην ιστορική πράξη, το οδηγούμε σε κρίση. Η ιστορία είναι έργο δημιουργίας μέλλοντος, στο οποίο μετέχει και η ζωντανή παράδοση.

Τη σύγκρουση των δύο κόσμων προσωποποιεί η αντιβολή του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Ιωνος Δραγούμη (βλ. και Βασίλη Καραποστόλη, «Διχασμός και εξιλέωση», 2010, σελ. 151-210). Μπορεί ο βασιλεύς Κωνσταντίνος να ήταν το σύμβολο του υπερχρονικού εθνικισμού, όμως ο Δραγούμης εξέφραζε πνευματικά την αντιβενιζελική εκδοχή του. Οτι το Εικοσιένα είχε αισία έκβαση επειδή διεθνοποιήθηκε, ο Βενιζέλος το ανήγαγε σε ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής του, που συνδύαζε την ανασυγκρότηση του κράτους με τον αλυτρωτισμό της Μεγάλης Ιδέας. Αντιλαμβανόταν πως η Ελλάδα μόνη της δεν ήταν εις θέσιν να επιτύχει σπουδαία πράγματα. Του διέφευγε ωστόσο είτε υποτιμούσε τη διαφορά του λαϊκού Εγώ της εντοπιότητος από το πολιτικό Εγώ του εθνικού κράτους. Υπ’ αυτό το πρίσμα και η Συνθήκη των Σεβρών ενδέχεται να ενοχλούσε ή να φόβιζε τους παλαιοελλαδίτες αντιπάλους του, ώστε η ιδέα της «μικράς αλλ’ εντίμου Ελλάδος» να καταπιεί την Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», οδηγώντας σε μοιραία εκλογική του ήττα.

Ο Βενιζέλος ανέπνεε τον αέρα της εθνικής αποκαταστάσεως χωρίς να παραβλέπει τη σημασία των υλικών μέσων και των συμμαχιών. Οραματιζόταν και ταυτόχρονα σχεδίαζε σταθμίζοντας το κύριο και το δευτερεύον· πρόσεχε εξίσου το σύνολο και τις λεπτομέρειες στην οικοδόμηση ενός ισχυρού κράτους, για τον χαρακτήρα και τη στερεότητα του οποίου έδινε μάχες ακατάπαυστα. Η μεσσιανική ακτινοβολία του πολιτικού του χαρίσματος, η διάχυτη πεποίθηση ότι «αυτός είναι η λύση», τον έφερνε σε σύγκρουση με το υπερβατικό μεγαλείο του Θρόνου.

Η παθητικότητα της μάζας γυρνά εύκολα σε συλλογική φρενίτιδα. Το γνώριζε ο Βενιζέλος και επέμενε στην υπευθυνότητα των πολιτών γινόμενος αντιπαθής στον λαϊκό άνθρωπο, ο οποίος απορροφημένος με το «τώρα» των βιοτικών δεν νοιαζόταν για την κοινωνία ούτε έδινε προτεραιότητα στην παιδεία και στη γνώση. Η ευθύνη προϋποθέτει εμβίωση της διαρκείας του χρόνου, ένα παρόν με αναφορές στο παρελθόν και ανοίγματα στο μέλλον. Ο άνθρωπος αυτός αντί να πάρει σοβαρά την καταστροφή του 1922, βολεύτηκε θετικά ή αρνητικά με την εκτέλεση των Εξι, οπότε ξαναγυρίσαμε στα μπαλώματα αφήνοντας κάθε σκέψη για αυτογνωσία και αυθυπέρβαση.

Ο Βενιζέλος υπήρξε για την Ελλάδα κορυφαία πολιτική προσωπικότητα. Συνδυάζοντας τη Μεγάλη Ιδέα με τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό και την ελληνοβρετανική συναντίληψη, προχωρώντας σε συμβιβασμούς εν ονόματι της εθνικής ομοψυχίας, με τους πολέμους του 1912-13 διπλασίασε τη χώρα. Ομως εκεί που με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δόθηκε η ευκαιρία στο ελληνικό κράτος να ενσωματώσει υπό την ηγεσία του επιπλέον αλύτρωτους πληθυσμούς με τα εδάφη τους, η Παλαιά Ελλάδα απέκλεισε αυτή τη δυνατότητα αντιπαραθέτοντας έναν «εσωστρεφή πατριωτισμό» στον εθνικό αλυτρωτισμό του (πρβλ. σχετικά Γ. Μαυρογορδάτου, «1915: Ο Εθνικός Διχασμός», Αθήνα 2015).

Οι άλλοτε θανάσιμοι εχθροί, Πελοποννήσιοι και Ρουμελιωτονησιώτες, τώρα ενωμένοι συγκρούσθηκαν με την Ελλάδα των Νέων Χωρών και των αλυτρώτων εν γένει. Δεσπόζει πάντα στον παλαιοελλαδιτισμό το διαιρετικό πνεύμα της εντοπιότητος και της αυτοβεβαιώσεως, στα ασφυκτικά όρια των οποίων οι άνθρωποι πολεμούσαν μεταξύ τους διεκδικώντας το παρελθόν. Εσωστρεφής πατριωτισμός και εξωστρεφής εθνικισμός αντί να συνδυασθούν κατέληξαν σε νέο διχασμό με δυναμική εμφυλίου πολέμου, καθώς η προνεωτερική εμπάθεια διέβρωνε τη συνεκτική ενέργεια του εθνικού κράτους. Εάν δεν το κατανοήσουμε αυτό, η κρίση της λεγομένης εθνικής ολοκληρώσεως θα παραμένει «για να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση» με νέους εφιάλτες.

Ο Βενιζέλος εν μέρει ηττήθηκε από τις κοινωνικές αδράνειες κι εν μέρει από την εικόνα που διέθετε για τον εαυτό του και εικόνα «μιας Ελλάδος τυχερής αφού εκείνος ακόμη ζούσε». Εχασε την επαφή με την πραγματικότητα και κατέληξε κινηματίας επειδή με τις επιτυχίες του έχασε τα όριά του. Του διέφυγε ότι δεν μετρά καθ’ εαυτήν η πραγματικότητα αλλά ο τρόπος με τον οποίο την προσλαμβάνουμε. Δεν εξαπατήθηκαν από κακοήθεις αντιπάλους του όσοι τον κατεψήφισαν το 1920· τους κέρδισε ο μύθος, «του αητού ο γυιος» που «όλο πάει εμπρός», η αναντιστοιχία του λαϊκού αισθήματος και της κρατικής ταυτότητος, ασχέτως εάν και τα δύο ορκίζονταν στο έθνος. Ο Βενιζέλος ένιωθε άνετα με τις εκλογές. Ισως να βίωνε μ’ αυτές μια τελετουργική επιβεβαίωση του μεγαλείου του ως ηγέτη του έθνους. Δεν δυσκολευόταν να τις κάνει, όπως εγκατέλειπε συστηματικά την Ελλάδα κάθε φορά που έχανε.

Οι βενιζελικοί αντιλαμβάνονταν το κράτος ως παράγοντα συνοχής και εκσυγχρονισμού· οι αντιβενιζελικοί ως διοικητική μηχανή.

Ο Ιων Δραγούμης αντιπροσώπευε έναν σκεπτόμενο αντιβενιζελισμό. Σύγκραμα ατομισμού και εθνικισμού, πατούσε με το ένα πόδι στο έδαφος της γενέτειρας του ατόμου κοινότητος και με το άλλο στην ιδέα του έθνους ως λαού, παρακάμπτοντας το κράτος που αντιλαμβανόταν σαν διοικητική μηχανή. Η κοινοτική συνθήκη διαμορφώνει νοοτροπίες και συμπεριφορές με προεξάρχον αίτημα την αυτοκατάφαση. Εξ ου και η άσπονδη συνύπαρξη εντός μας του θετικού και του αρνητικού, του ανοικτού και του κλειστού, συνύπαρξη η οποία μας κάνει ματαιόδοξους και υποτακτικούς, άστατους, ιδιοτελείς και φιλότιμους, διαθέσιμους και πολωτικούς.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Σκεπασμένοι από την αιώνια θάλασσα: Συναρπαστικό χρονικό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στον Βόρειο Ατλαντικό.

ΒΙΒΛΙΟ

skepasmenoi-apo-tin-aionia-thalassa-561605926

SIMON READ
Η μάχη του Ατλαντικού και η ήττα του γερμανικού στόλου
μτφρ. Δημήτριος Β. Σταυρόπουλος
εκδ. Ψυχογιός, 2021, σελ. 384

Τι είναι ο πόλεμος; Μια πολύ έντονη σχέση. Ο αφορισμός αυτός του Μπρους Λι έχει τη σημασία του, όσο κι αν ξαφνιάζει σε πρώτη ανάγνωση. Ξαφνιάζει επειδή ο πόλεμος ενέχει πάντοτε μια φρίκη και αυτή είναι που μας κάνει να ξεχνάμε όλα όσα δένουν κατά βάθος δύο εχθρούς, που δεν έχουν άλλο στόχο παρά να εξοντώσουν ο ένας τον άλλο.

Η συνθήκη αυτή αποκτά άλλες διαστάσεις όταν το περιβάλλον στο οποίο διεξάγεται μια μάχη έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες. Η θάλασσα, για παράδειγμα. Ο ωκεανός. Ο Βρετανός δημοσιογράφος και συγγραφέας Σάιμον Ριντ επικεντρώνεται σε αυτή ακριβώς την πτυχή του Β΄ Παγκοσμίου στο αφηγηματικό ρεπορτάζ του «Η μάχη του Ατλαντικού και η ήττα του γερμανικού στόλου» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε πολύ καλή μετάφραση του γνώστη της στρατιωτικής ιστορίας Δημητρίου Β. Σταυρόπουλου. Τι είναι ο πόλεµος; Μια πολύ έντονη σχέση. Ο αφορισμός αυτός του Μπρους Λι έχει τη σημασία του, όσο κι αν ξαφνιάζει σε πρώτη ανάγνωση. Ξαφνιάζει επειδή ο πόλεμος ενέχει πάντοτε μια φρίκη και αυτή είναι που μας κάνει να ξεχνάμε όλα όσα δένουν κατά βάθος δύο εχθρούς, που δεν έχουν άλλο στόχο παρά να εξοντώσουν ο ένας τον άλλο.

Ο Ατλαντικός, λοιπόν. Για την ακρίβεια, ο παγωμένος Βόρειος Ατλαντικός κατά την περίοδο 1940-1944, όταν το πολεμικό ναυτικό του Γ΄ Ράιχ επιχείρησε να κυριαρχήσει επί των υδάτων, κυρίως με τέσσερα μεγάλα πολεμικά πλοία, το «Σάρνχορστ», το «Γκαϊζενάου», το «Τίρπιτς» και, βέβαια, το θωρηκτό-θρύλος, το «Μπίσμαρκ», τα οποία κατατρόπωναν στις αρχές του πολέμου κάθε συμμαχική προσπάθεια για ενίσχυση των βρετανικών δυνάμεων. Ο χιτλερικός στόλος επιφανείας ήταν πολύ πιο καλά θωρακισμένος, πιο γρήγορος, πιο καλά εξοπλισμένος και στην ουσία απαιτούνταν από τον Τσώρτσιλ ξεχωριστή εκστρατεία για να νικηθεί. Οπως σχολιάζει ο Ριντ, «η επιβίωση της Βρετανίας και η τελική νίκη σήμαιναν κυριαρχία στον Ατλαντικό. (…) Η νίκη στον Ατλαντικό δεν εξαρτιόταν μόνο από την εξάλειψη της απειλής των υποβρυχίων ή εκείνης των γερμανικών αεροπορικών περιπολιών μακράς ακτίνας δράσης, αλλά σήμαινε επίσης τη συντριβή του στόλου επιφανείας του Χίτλερ και το να σταλούν τα μεγάλα πολεμικά του να αναπαυτούν στον πυθμένα του ωκεανού».

Το πρόβλημα δεν ήταν μονάχα η εξασφάλιση της αποστολής προμηθειών και πολεμικού υλικού από την Αμερική στη Βρετανία, αλλά και η ασφαλής μεταφορά συμμαχικών στρατευμάτων. Χωρίς την επικράτηση του Ατλαντικού το 1944 από τη Βρετανία, δεν θα είχαμε απόβαση στη Νορμανδία – και όχι μόνον αυτή. Ο Ριντ, βασισμένος σε ντοκουμέντα, ημερολόγια, μαρτυρίες, συνεντεύξεις και άλλα ιστορικά βιβλία, ανασυνθέτει με αριστοτεχνικό τρόπο τη μεγάλη ανατροπή που πέτυχαν οι Βρετανοί, η οποία όμως ήταν αργή και βασανιστική, γεμάτη θύματα, πνιγμένους, καμένους, ξεπαγιασμένους ναύτες και καταδρομείς, γεμάτη ανελέητες συγκρούσεις μεταξύ εχθρικών πλοίων αλλά και αεροπλάνων, αμέτρητους ναυαγούς στη μέση του ωκεανού και ακόμα περισσότερα κουφάρια πλοίων στα σκοτεινά του βάθη. Ο συγγραφέας παρακολουθεί στενά την εξέλιξη των επιχειρήσεων, επικεντρωμένος σε αυτά τα γερμανικά πλοία, στο προσωπικό που τα επάνδρωναν και, βέβαια, στα βρετανικά πλοία, στα αεροπλάνα και στους άνδρες τους, που καταδίωξαν τον εχθρό. Ενίοτε η ανθρωποσφαγή μεταφέρεται και στην ξηρά, παρακολουθώντας καταδρομικές επιχειρήσεις σαμποτάζ εναντίον πλοίων που φυλάσσονται σε λιμάνια.

Ωστόσο, η μερίδα του λέοντος στο εξόχως καλογραμμένο αυτό βιβλίο ανήκει στη θάλασσα. Και δικαίως. Ο συγγραφέας μνημονεύει έναν ιστορικό ο οποίος έλεγε πως όποτε θυμόμαστε τους ηρωικούς εκείνους χρόνους, ο νους μας πάει στο Ελ Αλαμέιν, στο Στάλινγκραντ, στο Αντζιο κτλ., αλλά «οι μάχες εκείνες δεν θα μπορούσαν να είχαν διεξαχθεί, πόσο μάλλον να είχαν κερδηθεί, δίχως τη συμμαχική νίκη στον Ατλαντικό». Παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον όχι μόνον οι ανάγλυφες περιγραφές των μαχών αλλά και οι ψυχολογικές αντιδράσεις των ανδρών που συμμετείχαν σε αυτές. Οχι λίγες φορές, ο αντίπαλος αναγνωρίζει ο ένας τη γενναιότητα και το σθένος του άλλου. Οχι σπάνια, μέσα στη σκληρότητα και στην αγριότητα, υπάρχει ένα κάποιο ιπποτικό αίσθημα του ενός προς τον άλλο (είναι όλοι μαζί μέσα σε αυτό…).

Συγκινητικές είναι και οι αναφορές ως προς το τι απέγιναν τα πλοία που πολέμησαν στον Βόρειο Ατλαντικό. Και βέβαια, οι άνδρες τους. Προς το τέλος του βιβλίου του, ο Ριντ γράφει: «Δεν υπάρχουν μνημεία πάνω στα κύματα, που να τιμούν τους νεκρούς που κείτονται κάτω απ’ αυτά». «Η αιώνια θάλασσα έχει σκεπάσει τους πεσόντες», έγραφε με τη σειρά του ο Γερμανός ναύαρχος Εριχ Ρέντερ, πρωταγωνιστής στη μάχη του Ατλαντικού. Δικάστηκε στη Νυρεμβέργη με κατηγορίες που περιλάμβαναν τον σχεδιασμό και τη διεξαγωγή επιθετικού ναυτικού πολέμου, «αντίθετα με τους κανόνες του πολιτισμένου πολέμου». Καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά. Ο ίδιος ζήτησε να τουφεκιστεί, μην αντέχοντας τον εγκλεισμό. Το αίτημά του δεν έγινε δεκτό.

skepasmenoi-apo-tin-aionia-thalassa0
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν όχι μόνον οι ανάγλυφες περιγραφές των μαχών, αλλά και οι ψυχολογικές αντιδράσεις των ανδρών που συμμετείχαν σε αυτές.

ΔΙΑΔΡΑΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΚΑΛΑΝΤΩΝ

Προκειται για ένα διαδραστικό χάρτη με κάλαντα Χριστουγέννων από όλη την Ελλάδα. Πατώντας πάνω σε κάθε νομό βγαίνει βίντεο με το τραγούδι.
ΠΑΤΗΣΤΕ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Φεουδαρχία

 

 

https://opencourses.ionio.gr/modules/document/file.php/DHI104/%CE%9C%CE%B5%CF%83%CE%B1%CE%B9%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%20%CE%94%CF%8D%CF%83%CE%B7%20%CE%99%CE%99/13.%20i%20Feoudarchia.pdf



Λήψη αρχείου

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση