Είχε προβλέψει από πολύ νωρίς ότι η κατάληξη θα είναι ολέθρια
«Ψηλός, στηριζόμενος σε ένα μακρύ μπαστούνι, συνήθως ντυμένος με σακάκι και γραβάτα, ο Χόρτον έδινε αρχικά την εντύπωση αυστηρού ανθρώπου, όμως στην πραγματικότητα ήταν ένας κοινωνικός, ηλικιωμένος κύριος, ελαφρώς αθυρόστομος, οπότε απολάμβανε την επαφή με τους ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης. Μιλούσε άπταιστα ελληνικά και γαλλικά, καθώς και επαρκή ιταλικά και τουρκικά, οπότε φρόντιζε να μιλάει με τοπικούς αξιωματούχους, ιερωμένους, καταστηματάρχες, προξένους άλλων χωρών, βοσκούς, εμπόρους σύκων, αγρότες, λιμενεργάτες και στρατιώτες». Ετσι περιγράφει ο Λου Γιούρενεκ («Η μεγάλη φωτιά», Ψυχογιός, 2016) τον Τζορτζ Χόρτον, πρόξενο των ΗΠΑ στη Σμύρνη. Ο Χόρτον είχε φθάσει στην πόλη το 1919, λίγο μετά την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων. Δεν συμφωνούσε με αυτήν· σε έκθεσή του προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ (27.9.1922) υποστήριξε ότι «η ελληνική απόβαση, με τις συνθήκες που πραγματοποιήθηκε, αποτελεί το μεγάλο λάθος του Βενιζέλου. […]. Προς αποφυγήν της φρικτής καταστροφής που ακολούθησε […] μόνο δύο λύσεις υπήρχαν: 1. Να μην είχαν σταλεί ποτέ οι Ελληνες στη Σμύρνη. 2. Αφού τους έστειλαν (οι σύμμαχοι) να τους βοηθήσουν και να τους συμπαρασταθούν με συνέπεια και πίστη». Μάλιστα, από πολύ νωρίς είχε προβλέψει ότι η κατάληξη της εκστρατείας θα είναι ολέθρια – παρόμοια με την καταστροφική έκβαση της εισβολής των Αθηναίων στις Συρακούσες, δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Τούτος ο παραλληλισμός αποκάλυπτε βαθιά γνώση τόσο της ελληνικής Ιστορίας όσο και της πραγματικότητας της περιοχής.
Ο Χόρτον γεννήθηκε το 1859 στο Φέρβιλ της Νέας Υόρκης. Ακολούθησε κλασικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, όπου ήρθε σε επαφή με τον ελληνιστή καθηγητή Μάρτιν ντ’ Οτζ, ο οποίος του μετέδωσε την αγάπη για τους Ελληνες κλασικούς. Μετά την αποφοίτησή του (1878) ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και εργάστηκε στις εφημερίδες «Σικάγο Τάιμς Χέραλντ» και «Σικάγο Αμέρικαν».
Το 1891 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή («Τραγούδια των ταπεινών»), ενώ το 1897 κυκλοφόρησε το ποίημα «Αφρόεσα», εμπνευσμένο από την ελληνική λαϊκή παράδοση για τις νεράιδες. Εγραψε συνολικά 18 έργα, κυρίως μυθιστορήματα, από τα οποία πολλά εξελίσσονται στην Ελλάδα. Ο Ουίτμαν τον θαύμαζε ως ποιητή, ενώ πολλοί τον είχαν επαινέσει ως πεζογράφο. Ευαισθησία, ρομαντισμός, ειλικρίνεια συναισθημάτων, αγάπη στον πάσχοντα άνθρωπο είναι μερικά από τα στοιχεία των έργων του. «Ο Γεώργιος Χόρτον δεν υπήρξε μόνον έξοχος ποιητής, συγγραφεύς και Αμερικανός πολίτης», έγραψε ο προσωπικός του γιατρός Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, «υπήρξε προ πάντων μία ευγενεστάτη ψυχή, παλλομένη από ό,τι υψηλόν και ωραίον υπάρχει εις τον κόσμον».
Στην Αθήνα ο Χόρτον ήρθε το 1893 ως πρόξενος των ΗΠΑ και παρέμεινε έως το 1897. Επανήλθε το 1903 και το 1909 παντρεύτηκε την Αικατερίνη Σακοπούλου. Το 1910 μετατίθεται στην υπό οθωμανική κατοχή Θεσσαλονίκη, σημείο αναφοράς της επανάστασης των Νεότουρκων (1908) κι ένα χρόνο αργότερα μεταβαίνει για πρώτη φορά στη Σμύρνη ως πρόξενος των ΗΠΑ.
«Οχι μόνο παρακολούθησα προσωπικά, αλλά και επαλήθευσα από άλλους μάρτυρες τη φρικαλέα μεταχείριση των χριστιανικών πληθυσμών στο βιλαέτι της Σμύρνης», αναφέρει στο βιβλίο «Η μάστιγα της Ασίας» (Εστία, 2014).
Το νέο του πόστο τον ενθουσίασε. Επρόκειτο για πόλη συνδεδεμένη με τον Ομηρο και την πολιτιστική – φιλοσοφική παράδοση της αρχαίας Ιωνίας. Στα χρόνια εκείνα έζησε το πρώτο κύμα διωγμών των χριστιανικών πληθυσμών. «Ο ίδιος», γράφει στο βιβλίο «Η μάστιγα της Ασίας» (Εστία, 2014), «όχι μόνο παρακολούθησα προσωπικά αλλά και επαλήθευσα από άλλους μάρτυρες τη φρικαλέα μεταχείριση των χριστιανικών πληθυσμών στο βιλαέτι της Σμύρνης, τόσο κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου όσο και πριν από την έκρηξή του». Το 1917, με την έξοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο, διακόπτονται οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις και ο Χόρτον επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Στην πόλη που είχε πληγεί από την καταστροφική πυρκαγιά ανέπτυξε πλούσια φιλανθρωπική δράση, για την οποία τιμήθηκε.
Εχοντας επιστρέψει στη θέση του προξένου στη Σμύρνη το 1919, έζησε από κοντά τη Μικρασιατική Εκστρατεία και κατέγραψε το δραματικό τέλος της. «Αν υπήρχε κάποιος Αμερικανός, ή ακόμη και Ευρωπαίος, που γνώριζε τι συνέβαινε μέσα και γύρω από τη Σμύρνη, αυτός ήταν ο Χόρτον», σημειώνει ο Γιούρενεκ. «Στη Σμύρνη, καθώς και την ενδοχώρα προς τον νότο και τα ανατολικά, οι φίλοι του Χόρτον και το δίκτυο των διακριτικών πηγών που διέθετε τον κρατούσαν ενήμερο. Το δίκτυο του Χόρτον περιλάμβανε τους αδελφούς Ωνάση, επιτυχημένους καπνεμπόρους στην πόλη, όμως υπήρχαν και πολλοί άλλοι – Ελληνες, Αρμένιοι, Λεβαντίνοι και Τούρκοι, μάτια και αυτιά, στους οποίους βασιζόταν για να συγκεντρώνει πληροφορίες. […] Βασιζόμενος στις λιγοστές πληροφορίες που είχε ήδη συλλέξει, ο Χόρτον αισθανόταν όλο και πιο βέβαιος ότι η ελληνική κατοχή της δυτικής Ανατολίας όδευε προς το τέλος της».
Ο Χόρτον αναφέρει ότι μετά τη διάσπαση του μετώπου, «η πόλη γέμισε γρήγορα με πρόσφυγες από την ενδοχώρα. […] Εφταναν στη Σμύρνη και τα παράλια κατά χιλιάδες. Γέμιζαν όλες τις εκκλησίες, τα σχολεία, τις αυλές της ΧΕΝ, της ΧΑΝ και των αμερικανικών σχολείων της ιεραποστολής. Κοιμόντουσαν ακόμη και στους δρόμους». Λίγο αργότερα, «άρχισαν να φτάνουν οι ηττημένοι, κουρελιασμένοι Ελληνες στρατιώτες, με το βλέμμα να κοιτάζει ίσια μπροστά, σαν υπνοβάτες».
Ηδη από τις 17/30 Αυγούστου είχε αρχίσει να στέλνει επείγοντα τηλεγραφήματα στην Ουάσιγκτον που ενημέρωναν για τη διάσπαση του ελληνικού μετώπου και τους φόβους του ότι οι κεμαλικές δυνάμεις θα έφταναν στη Σμύρνη. Παρακαλούσε δε να σταλούν αντιτορπιλικά, προκειμένου να προστατευθούν το προξενείο και οι πολίτες. Τρεις ημέρες αργότερα επανερχόταν: «Εκτιμώ ότι η κατάσταση είναι τόσο δεινή, ώστε πλέον έχει καταστεί μη ανατρέψιμη».
«Εξολόθρευση ενός πολιτισμού»












































