ΤΟ ΒΗΜΑ
05.11.202306:00
Ερη Βαρδάκη
Photo Ανδρέας Σιμόπουλος

Ο ιδιοσυγκρασιακός ηθοποιός Αρης Σερβετάλης μιλάει για την «Καρδιά του σκύλου», τη νέα παράσταση που ανεβαίνει τον Δεκέμβριο στο Θέατρο Κιβωτός, για τη θεοποίηση της επιστήμης, τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, την αποχή του από την τηλεόραση, τις νέες ταυτότητες και τη θέση του απέναντι στις ιδεολογίες.
Το ραντεβού μας δίνεται στους χώρους του New Hotel. Ο Αρης Σερβετάλης είναι πάντα ακριβής στην ώρα του. Είναι Δευτέρα, η μόνη ημέρα που δεν έχει πρόβα. Εκείνος και η σύντροφος της ζωής του, η ιδιοσυγκρασιακή σκηνοθέτρια Εφη Μπίρμπα, μετά την πρώτη κοινή τους επιδαύρια κάθοδο με τα «Βατράχια», σε μία παράσταση που εντυπωσίασε με την ανατρεπτική ανάγνωσή της επάνω στο έργο του Αριστοφάνη, επιστρέφουν στο Θέατρο Κιβωτός αυτόν τον Δεκέμβριο με το εμβληματικό έργο του ρώσου συγγραφέα Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ «Καρδιά του σκύλου». Πρόκειται για έργο ευφυές. Ενα μείγμα σατιρικής και φιλοσοφικής λογοτεχνίας που ακροβατεί στα όρια της επιστημονικής φαντασίας και του ρεαλισμού, θίγοντας θέματα που αφορούν τη φύση και την ατομική ταυτότητα, εγείροντας ερωτήματα για τις συνέπειες των κοινωνικών πιέσεων και της επιστήμης.
Μόσχα του 1924 λοιπόν και ο καθηγητής Πρεομπραζένσκι – τον ερμηνεύει στην παράσταση ο Αντώνης Μυριαγκός – μαζί με τον βοηθό του Μπορμεντάλ – τον ενσαρκώνει ο Μιχάλης Θεοφάνους – επιχειρούν ένα τολμηρό ιατρικό πείραμα. Μεταμοσχεύουν στον αδέσποτο σκύλο Σάρικ, τον οποίο υποδύεται ο Αρης Σερβετάλης, την υπόφυση και τους όρχεις ενός νεαρού άνδρα. Η έκβαση όμως του πειράματος είναι εντελώς αναπάντεχη. Ο αγαθός Σάρικ μεταμορφώνεται σε ένα ανυπόφορο τέρας, που περιφρονεί κάθε κανόνα ευπρέπειας και ανατρέπει τη γαλήνια καθημερινότητα στο αριστοκρατικό διαμέρισμα του διεθνούς φήμης καθηγητή.
Κύριε Σερβετάλη, γιατί αποφασίσατε να ανεβάσετε μαζί με την Εφη Μπίρμπα την «Καρδιά του σκύλου»;
«Πρόκειται για ένα έργο πολύ ευφυές. Θα το χαρακτήριζα ως μία σουρεαλιστική φάρσα, μία κωμωδία με πολύ βαθιά νοήματα. Προγραμματίζαμε μάλιστα να το ανεβάσουμε προτού ξεσπάσει η πανδημία. Υστερα συνέβη ό,τι συνέβη και έτσι τώρα μπήκαμε στη διαδικασία των προβών. Ο Μπουλγκάκοφ πέρα από συγγραφέας ήταν και ο ίδιος γιατρός. Εδώ γράφει για έναν γιατρό πρωτοποριακό, θα έλεγα, που κάνει αναζωογονήσεις. Ειδικεύεται στις μεταμοσχεύσεις γεννητικών αδένων. Αυτός ο επιστήμονας λοιπόν παίρνει έναν αδέσποτο σκύλο και του μεταμοσχεύει τους όρχεις και την υπόφυση ενός νεαρού άνδρα. Ο σκύλος σιγά-σιγά εξανθρωπίζεται και καταλήγει να μετατραπεί σε τέρας, σε ένα αλλόκοτο πλάσμα, απροσάρμοστο, που αποδομεί το περιβάλλον του γιατρού και τον ίδιο. Είναι ένα έργο που προσωπικά με μετατοπίζει, με συγκινεί. Θέτει ένα τεράστιο ζήτημα, τη σχέση επιστήμης και ηθικής, και την ίδια στιγμή αποτελεί μία ιδιαίτερη κωμωδία, γιατί ο Μπουλγκάκοφ τοποθετεί τα ζητήματα στο τραπέζι μέσα από τον σουρεαλισμό, σαν ένας συνεχιστής του Γκόγκολ».
Σύμφωνα με κάποιους αναλυτές, στο πρόσωπο του καθηγητή που θέλει να αλλάξει βίαια τη φύση του σκύλου, ο Μπουλγκάκοφ φωτογραφίζει τον Στάλιν. Μάλιστα το κείμενο γράφτηκε το 1925, αλλά δεν δημοσιεύθηκε στη Σοβιετική Ενωση μέχρι το 1987, λόγω λογοκρισίας. Οι δικοί σας παραλληλισμοί ποιοι είναι στο σήμερα;
«Νομίζω ότι ο γιατρός εκπροσωπεί ένα μέρος της επιστημονικής κοινότητας που θεοποιεί τον εαυτό της χωρίς καμία αναρώτηση, βαδίζοντας ακάθεκτα στην επίτευξη ενός αποτελέσματος, μην λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτό, αν και ο γιατρός της δικής μας ιστορίας στο τέλος συνειδητοποίησε την ελλειμματικότητά του. Μπορεί ο βοηθός του να τον αποκαλεί δημιουργό, εκείνος όμως προβληματίζεται για το δημιούργημά του. Μοιάζει τελικά να αντιλαμβάνεται ότι όταν ο άνθρωπος χάσει τη συνείδησή του και ορίζεται μόνο από την ιδιότητά του, την ταυτότητα του επιστήμονα στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεοποιεί τον εαυτό του και γίνεται αδίστακτος».
Κύριε Σερβετάλη, είστε επιφυλακτικός δηλαδή απέναντι στην επιστήμη;
«Καθόλου. Δεν είμαι τεχνοφοβικός, ούτε αρνούμαι την πρόοδο της επιστήμης. Ισα-ίσα, θεωρώ τα επιτεύγματά της δώρα προς την ανθρωπότητα. Η επιστήμη οφείλει να υπηρετεί τον άνθρωπο και η τεχνολογία είναι ένα καταπληκτικό εργαλείο. Το πρόβλημα ξεκινά όταν γίνεσαι δέσμιός της, ενώ υποτίθεται ότι πρέπει να σε ελευθερώνει. Σήμερα δεν μπορείς να σταθείς χωρίς κινητό, χωρίς Internet, σου επιβάλλουν οι ρυθμοί να είσαι σε συνεχή σύνδεση. Η επιστήμη, όταν δεν υπηρετεί τον άνθρωπο αλλά τον εαυτό της, κινδυνεύει να φτάσει στην ύβρη. Οταν μπαίνει στη διαδικασία να θεοποιήσει τον εαυτό της. Αυτό δεν οδηγεί πουθενά. Η σοφία και η σύνεση είναι αρετές. Χρειάζεται πνευματική καλλιέργεια, ώστε να μπορείς να διακρίνεις μέχρι πού μπορείς να φτάσεις. Διαφορετικά μπορεί να οδηγηθείς σε πολύ δυστοπικές καταστάσεις, ειδικά όταν την επιστήμη τη χρηματοδοτούν άνθρωποι που καταβάλλονται από μανία εξουσίας και την εκμεταλλεύονται με κακόβουλες προθέσεις είτε για να χειραγωγήσουν είτε για να «υποδουλώσουν» έναν λαό, μία κοινωνία. Αισθάνομαι ότι κάποιες φορές κολυμπάμε σε θολά νερά».
Θέλετε να μας δώσετε ένα παράδειγμα;
«Με τρομάζει ο υπερανθρωπισμός. Για παράδειγμα, ότι ίσως σε μερικά χρόνια ένα ζευγάρι να μπορεί να «παραγγέλνει» εργαστηριακά το παιδί του. Οτι μπορεί να υπάρχουν κατάλογοι που θα λένε «θα ήθελα ένα παιδί που θα γίνει αθλητής ή επιστήμονας». Πολλά πράγματα διαφημίζονται ως εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Εμφυτεύματα, άνθρωποι που θα αναβαθμίζονται ψηφιακά, που θα κουρδίζονται και θα σετάρονται με τις τάσεις της εποχής και με τις επιθυμίες τους. Αυτή τη στιγμή διαβάζω ότι δίνονται πολύ μεγάλα κονδύλια σε ερευνητικά προγράμματα ώστε η επιστήμη να νικήσει τον θάνατο. Αντιλαμβάνομαι ότι ο άνθρωπος θέλει να θεοποιήσει τον εαυτό του, όμως στην προσπάθειά του να γίνει ανθρωποθεός γίνεται τελικά ένας σκύλος που κυνηγάει την ουρά του».
Η επίτευξη της αθανασίας γιατί είναι κάτι αρνητικό; Για εσάς ο θάνατος νοηματοδοτεί τη ζωή;
«Οι Αγιοι Πατέρες λένε στην Ορθοδοξία ότι εάν πεθάνεις πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις όταν πεθάνεις. Εχει μεγάλη σημασία πώς αντιμετωπίζεις τη ζωή σου. Οταν μπαίνεις σε μία ανεξέλεγκτη πορεία και θεοποιείς τον εαυτό σου, όταν θα έρθει η φθορά, θα σε κάνει τρελό όσο και να την παρατείνεις, όσο και να προσπαθήσεις να τη μεταλλάξεις. Ο θάνατος, σύμφωνα με την παράδοσή μας, νικήθηκε μόνον με την Ανάσταση του Χριστού. Εγώ σε αυτό πιστεύω».
Εσείς μπήκατε ποτέ στη διαδικασία να «θεοποιήσετε» τον εαυτό σας;
«Υπάρχουν στιγμές που μπορεί να χάσεις την μπάλα. Και εκεί χρειάζεται να έχεις ανθρώπους που να σε ξυπνάνε. Να σου ρίξουν ένα «χαστούκι» να συνέλθεις, να σου πουν την αλήθεια. Δεν μπορείς να ορίζεις μόνος σου τα πράγματα. Είμαστε ελλειμματικές φύσεις και έτσι βυθιζόμαστε στην εγωπάθεια».
Εσείς λάβατε τέτοια «χαστούκια»;
«Ναι, από την Εφη. Είμαστε συνοδοιπόροι, γνωρίζουμε ο ένας τον άλλον. Οπότε όταν ένας νιώσει ότι ο άλλος ξεφεύγει, έρχεται το καμπανάκι».
Το καλοκαίρι με τα «Βατράχια» ζήσατε μαζί για μία ακόμη φορά μια μεγάλη θεατρική επιτυχία. Πόσο σας επηρέασε;
«Κοιτάξτε, εμείς περνάμε δύσκολα στην περίοδο των προβών. Είναι πολύ σκληρή εργασία για να γεννηθεί μία παράσταση. Είναι μία επώδυνη περίοδος, που απαιτεί ιδιαίτερο μόχθο. Χαρήκαμε που τα «Bατράχια» είχαν ανταπόκριση, αλλά αμέσως μπήκαμε στο επόμενο έργο. Αυτή τη στιγμή λοιπόν βρισκόμαστε σε μία καταβύθιση στον κόσμο του Μπουλγκάκοφ και ελπίζουμε αυτό που βλέπουμε εμείς σε αυτό το έργο να επικοινωνηθεί».
Εχετε αγωνία εάν η παράστασή σας θα αρέσει;
«Εχουμε την αγωνία να συνειδητοποιήσουμε τι μας έχει αγγίξει πρώτα εμάς σε αυτό το έργο, ώστε να το αποτυπώσουμε θεατρικά. Δηλαδή όλοι οι συντελεστές να μπορέσουμε να καταθέσουμε κάτι προσωπικό. Αυτό είναι νομίζω το πιο σημαντικό, να καταθέσεις την προσωπική σου ματιά και νομίζω ότι εάν αυτή η κατάθεση είναι ειλικρινής θα αγγίξει και τον άλλον».
Με την Εφη Μπίρμπα συνεργαστήκατε για πρώτη φορά το 2009. Επειτα από 14 χρόνια, έχοντας ανεβάσει Μπέκετ, Ντοστογέφσκι, Θερβάντες, Σαίξπηρ, Αριστοφάνη, νιώσατε ποτέ ότι αυτή η κοινή πορεία μπορεί να σας εγκλωβίζει καλλιτεχνικά τον έναν στον άλλον;
«Οχι. Σας είπα οι πρόβες είναι μία επίπονη διαδικασία. Είναι σαν να κάνουμε μία γέννα κάθε ήμερα. Την ίδια στιγμή, αυτή η γέννα έχει μία άγρια ομορφιά. Καταδυόμαστε τώρα στην «Kαρδιά του σκύλου». Εχουμε ένα υλικό. Πρέπει να δούμε πώς θα το αποτυπώσουμε. Πώς, παράδειγμα, γίνεται μία ιατρική εξέταση; Πώς τη βιώνουμε; Τι σημαίνει να είσαι σκύλος, να είσαι ένα ζώο;».
Αλήθεια, πώς είναι να υποδύεσαι έναν σκύλο, τον Σάρικ, που μεταμορφώνεται στον Σαρίκοφ, ένα τέρας;
«Εχω ερμηνεύσει ξανά χαρακτήρα σκύλου, στη «Μήδεια» του Παπαϊωάννου. Σε αυτό το έργο αγαπώ ότι ο σκύλος έχει μία ελεύθερη απόδοση, πιο άναρχη. Δεν μπορείς να τον κατατάξεις κάπου. Την ίδια στιγμή που μπαίνει σε μία φόρμα, την αποδομεί. Πρέπει να είμαι ένας περφόρμερ που λέει την ιστορία ενός σκύλου, από τη ματιά ενός σκύλου. Και αυτό το πλάσμα άλλες φορές είναι σκύλος, άλλοτε αφηγητής, άλλοτε ένα εξανθρωπισμένο ζώο. Περνάει από διάφορα στάδια ερμηνευτικά, και αυτό με γοητεύει. Ο Μπουλγκάκοφ δημιουργεί ένα περιβάλλον εντελώς λοξό, εκκεντρικό. Το γέλιο, η φάρσα υπάρχουν από γραφής στο κείμενο, μέσα από μια μετατοπισμένη ρεαλιστικότητα».
Μακριά από τη μαγεία του θεάτρου, αυτή τη στιγμή η Μέση Ανατολή φλέγεται. Πώς αισθάνεστε βλέποντας όλες αυτές τις εικόνες που μας κατακλύζουν;
«Προσπαθώ να μην τις βλέπω, γιατί δεν τις χωράω. Δεν μπορώ να τις διαχειριστώ. Τι να πω επάνω σε αυτό; Λέμε ότι εξελισσόμαστε, ότι βρισκόμαστε στο 2023, ότι υπάρχει πρόοδος, αλλά ο άνθρωπος ακόμα πολεμάει. Θέλει να κατακτήσει κάποιον, κάτι. Είναι συνεχώς σε μία διαδικασία να διεκδικεί, με κόστος τελικά την ίδια την ανθρώπινη ζωή. Οπως λέει και ο Αγιος Ιουστίνος, πρόκειται για μία μεταμφιεσμένη οπισθοδρόμηση. Είμαστε εγκλωβισμένοι στην ύλη. Τώρα η σύγκρουση Ισραήλ και Παλαιστίνης είναι μία ιστορία χρόνων, σκοτεινή. Δεν έχω ασχοληθεί, αλλά πιστεύω ότι εάν υπήρχε καλή πρόθεση θα βρισκόταν λύση…».
Οπως το είπατε, η ανθρωπότητα μένει στάσιμη…
«Δεν μένει στάσιμη, γίνεται ακόμη χειρότερη. Πρόκειται για μεταμφιεσμένη οπισθοδρόμηση. Γιατί νομίζουμε ότι είμαστε μια πολιτισμένη κοινωνία, ενώ είμαστε ανθρωποφάγοι κανίβαλοι. Κανίβαλοι ντυμένοι με μια πολύ ωραία αισθητική. Ταξιδεύουμε, μεταφερόμαστε πολύ εύκολα από το ένα μέρος στο άλλο, δεν μοχθούμε για τα βασικά και την ίδια στιγμή σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον, με τη διαφορά ότι το κάνουμε «ανώδυνα». Παλαιότερα δηλαδή κατασπάραζες τον άλλον κόβοντάς του το κεφάλι, τώρα το κάνεις ανώδυνα από το σπίτι σου».
Στέλνοντας μία βόμβα…
«Πέρα από τη βόμβα. Αναρωτιέμαι εάν ζούμε σε ολοκληρωτικά καθεστώτα σήμερα. Με μια άλλη μορφή. Κεκαλυμμένη. Είμαστε ελεύθεροι να πούμε την άποψή μας, για παράδειγμα;».
Συνέχεια ανάγνωσης