Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Αθήνα, τον Πειραιά και την υπόλοιπη Ελλάδα μετά τη μικρασιατική καταστροφή.

Πόσοι ήταν οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα; Τα αρχικά σημεία εγκατάστασης και οι προστριβές με τους ντόπιους – Ποιοι μεγάλοι δήμοι της Αθήνας και του Πειραιά δημιουργήθηκαν από την εγκατάσταση προσφύγων;

mikrasiatiki-katastrofi-arthrou
Η μικρασιατική καταστροφή είχε τραγικές συνέπειες για τον ελληνισμό. Περιοχές όπου το ελληνικό στοιχείο ζούσε και άκμαζε για χιλιάδες χρόνια εγκαταλείφθηκαν οριστικά. Χιλιάδες νεκροί και αγνοούμενοι, περιουσίες που εγκαταλείφθηκαν ή καταστράφηκαν, ενώ και όσοι επιβίωσαν υποχρεώθηκαν, έχοντας μαζί τους μόνο τα ρούχα που φορούσαν και ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα, να αναζητήσουν νέο τόπο κατοικίας. Αυτός ο τόπος ήταν για τους περισσότερους η Ελλάδα. Η χώρα μας όμως πριν εκατό χρόνια ήταν αδύνατο να μπορέσει να υποδεχθεί περισσότερους από 1 εκατομμύριο πρόσφυγες. Θα δούμε σήμερα τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι πρόσφυγεςαπό τη Μικρά Ασία και άλλες περιοχές κατά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα, τις αντιδράσεις των «ντόπιων» και τις περιοχές, κυρίως, της Αθήνας και του Πειραιά όπου εγκαταστάθηκαν.

Πόσοι ήταν οι πρόσφυγες που ήρθαν στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1920;

PROSFYGES-1922
prosviges-pontioi-volos

Παρά τις διάφορες απογραφές που έγιναν, ο αριθμός των προσφύγων που έφτασαν στην Ελλάδα μεταξύ 1920 και 1928 δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Υπήρχαν δύο μεγάλα ρεύματα προσφύγων: το πρώτο μετά τη μικρασιατική καταστροφή και το δεύτερο μετά την ανταλλαγή πληθυσμών.

Σύμφωνα με στατιστική που δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «L’ Etablissement des Refugies en Gréce», το οποίο η Κοινωνία των Εθνών κυκλοφόρησε στη Γενεύη το 1926, μέχρι το 1925 είχαν έρθει στην Ελλάδα 1.000.000 πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και άλλοι 360.000 από τη Βουλγαρία, την Ανατολική Θράκη, την Κωνσταντινούπολη και τον Καύκασο. Η Γενική Απογραφή Πληθυσμού που διενεργήθηκε στις 15 και 16 Μαΐου 1928 δίνει πολύτιμα στοιχεία για τον αριθμό των προσφύγων. Σύμφωνα με αυτή, ο συνολικός αριθμός τους ήταν 1.221.845, αλλά καθώς πολλοί δεν είχαν απογραφεί, ο πραγματικός αριθμός τους υπολογίζεται σε 1,5 εκατομμύριο.

Αν και οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη, όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας δέχθηκαν σημαντικό αριθμό προσφύγων. Στην Αθήνα, από τους 459.211 κατοίκους της το 1928, οι 129.380 ήταν πρόσφυγες. Στον Πειραιά, 101.185 από τους 251.659 κατοίκους του ήταν πρόσφυγες, ενώ στη Θεσσαλονίκη, οι αντίστοιχοι αριθμοί ήταν 244.680 και 117.041. Στην Πάτρα, το ποσοστό των προσφύγων ήταν σχετικά χαμηλό (10,38%), καθώς μόνο 6.976 από τους 64.635 κατοίκους της το 1928 ήταν πρόσφυγες. Οι αντίστοιχοι αριθμοί στον Βόλο ήταν 47.892 και 13.773 (πρόσφυγες).

prosfiges
prosfiges_stn_makroniso

Μάλιστα στην πρωτεύουσα της Μαγνησίας σημειώθηκαν συγκρούσεις με το γηγενές στοιχείο. Και άλλες μεγάλες ελληνικές πόλεις όμως δέχτηκαν πολλούς πρόσφυγες: Δράμα, Αλεξανδρούπολη, Καβάλα, Σέρρες, Κατερίνη, Γιαννιτσά. Υπολογίζεται ότι το 50% του πληθυσμού τους, τα πρώτα τουλάχιστον χρόνια μετά τη μικρασιατική καταστροφή, ήταν πρόσφυγες. Ακολουθούν: Λέσβος με 42,7%, Χίος με 33% κ.ά. Οι πόλεις της Πελοποννήσου δέχτηκαν μικρότερους αριθμούς προσφύγων: το Αίγιο 15,92%, η Καλαμάτα 9,48%, η Τρίπολη 3,9%, ο Πύργος 3,3% και η Αμαλιάδα 2%.

50.000 πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην Αμερική, τη Δυτική Ευρώπη και την Αίγυπτο μεταξύ 1923 και 1928 και τους ακολούθησαν αργότερα άλλες 68.000. Οι περισσότεροι Μικρασιάτες και Κωνσταντινουπολίτες εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, ενώ όσοι ήρθαν από τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη προτίμησαν τη Θεσσαλονίκη. Σε ολόκληρη τη χώρα υπήρχαν στο τέλος του 1929, 118 προσφυγικοί συνοικισμοί με 27.160 σπίτια που βρίσκονταν στις παρυφές των μεγαλύτερων ελληνικών πόλεων.

Οι δυσκολίες των προσφύγων κατά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα

Συνέχεια ανάγνωσης

11 Οκτωβρίου 1922 – Η Ανακωχή των Μουδανιών

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Έπειτα από την κατάρρευση του μετώπου και την κατάληψη από τα στρατεύματα του Κεμάλ των περιοχών της Μικράς Ασίας που βρίσκονταν υπό την ελληνική διοίκηση, οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις συγκάλεσαν Στρατιωτική Σύσκεψη Ανακωχής στις 20 Σεπτεμβρίου/3 Οκτωβρίου 1922 στα Μουδανιά στα ασιατικά παράλια της Θάλασσας του Μαρμαρά. Στη Σύσκεψη συμμετείχαν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ιταλία και η κεμαλική Τουρκία, ενώ η Ελλάδα προσκλήθηκε αργότερα, όταν οι βασικές αποφάσεις σχετικά με την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Ανατολική Θράκη είχαν ήδη ληφθεί.

Κύριος στόχος των τριών ευρωπαϊκών δυνάμεων ήταν η διατήρηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στα Στενά. Ως εκ τούτου, προσπάθησαν να αποτρέψουν την άμεση ανάπτυξη των στρατευμάτων του Κεμάλ στις ουδέτερες περιοχές της Κωνσταντινούπολης, της Θάλασσας του Μαρμαρά και των Δαρδανελλίων. Η μοναδική δύναμη, όμως, η οποία τηρούσε ακόμη εχθρική στάση έναντι της Τουρκίας ήταν το Ηνωμένο Βασίλειο, καθότι τόσο οι Γάλλοι όσο και οι Ιταλοί είχαν έρθει σε συμφωνίες με τον Κεμάλ ήδη από το 1921. Η βρετανική διπλωματία επιχείρησε στα Μουδανιά να αποτρέψει το ξέσπασμα ενός νέου ελληνοτουρκικού πολέμου, ο οποίος ενδεχομένως θα ενέπλεκε και το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο.

Για τον Κεμάλ, η πρόσκληση στη Σύσκεψη Ανακωχής αποτελούσε τεράστια επιτυχία. Αντιμετωπιζόταν από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις πλέον ως ο μοναδικός αντιπρόσωπος της Τουρκίας. Με την απειλή της συνέχισης του πολέμου σε περίπτωση που δεν αποδιδόταν η Ανατολική Θράκη στην Τουρκία, ο Κεμάλ αποσκοπούσε στη χάραξη των δυτικών συνόρων της χώρας του στα όρια της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1913), με την οποία τερματίστηκε ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Απώτερος στόχος του ήταν να δεσμευτούν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στη Δυτική Θράκη, με το οποίο θα αποφασιζόταν η τύχη της περιοχής.

Από την άλλη, η Ελλάδα εμφανίστηκε στη Σύσκεψη των Μουδανιών ως μια ηττημένη κατά κράτος χώρα. Στη χώρα επικρατούσε χάος, ενώ τη διακυβέρνηση είχε αναλάβει η ηγεσία του στρατιωτικού κινήματος. Η ελληνική αντιπροσωπεία προσήλθε στα Μουδανιά με δύο στόχους. Πρώτος ήταν η μη αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων από την Ανατολική Θράκη πριν από την υπογραφή συνθήκης ειρήνης ή τουλάχιστον την ανάληψη της διοίκησης από κάποια εκ των ευρωπαϊκών δυνάμεων (η ελληνική πλευρά είχε κατανοήσει πως η αποχώρηση των Ελλήνων από την περιοχή ήταν μη αναστρέψιμη). Δεύτερος στόχος ήταν η διασφάλιση της κυριαρχίας της Ελλάδας επί της Δυτικής Θράκης, περιοχής η οποία είχε περιέλθει σε ελληνικά χέρια με ειδική σύμβαση που εντάχθηκε στη Συνθήκη των Σεβρών (1920).

Στις 28 Σεπτεμβρίου/11 Οκτωβρίου 1922 υπογράφτηκε από τους αντιπροσώπους των πέντε κρατών η Ανακωχή των Μουδανιών. Σύμφωνα με τους όρους της Ανακωχής, οι Έλληνες θα εγκατέλειπαν στην Ανατολική Θράκη και θα αποσύρονταν δυτικά του ποταμού Έβρου. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις θα αναλάμβαναν την εξουσία στις περιοχές που εκκενώνονταν και στη συνέχεια θα την παρέδιδαν στους Τούρκους. Για την εκκένωση δόθηκε περιθώριο ενός μήνα. Οι δυνάμεις διατήρησαν τον έλεγχο των Στενών επιτυγχάνοντας τον κύριο στόχο τους, παραδίδοντας ουσιαστικά την αδιάφορη προς εκείνους Ανατολική Θράκη στους Τούρκους.

«Η μικρασιατική κατάρρευσις επηρέασε τόσον τους πάντας, τους ξένους αλλά και ημάς αυτούς ακόμη, ώστε οι πάντες σχεδόν να πιστεύουν ως σωτηρίαν της Ελλάδος την άνευ πολέμου θυσίαν της Θράκης. Εις την Διάσκεψιν των Μουδανιών ο στρατηγός Σαρπύ δεν ωμίλησε περί παρεμποδίσεως περαιτέρω μαχών· είπεν ότι επρόκειτο να εμποδισθή ο τουρκικός στρατός “από του να καταδιώξη τον ελληνικόν στρατόν και εις την Θράκην”. […] Ακριβές είνε ότι οι Σύμμαχοι δεν θέλουν να μεταφερθή ο πόλεμος εξ Ασίας εις την Ευρώπην, λόγω των κινδύνων νέας παγκοσμίου αναφλέξεως εν συνεπεία της τοιαύτης μεταφοράς. Και πειθαναγκάζουν την Ελλάδα εις υποταγήν, δια να σβεσθή πλέον η κινδυνώδης πολεμική εστία της Ανατολής», έγραψε η «Καθημερινή» στο πρωτοσέλιδο της 29ης Σεπτεμβρίου 1922 σχολιάζοντας την αποχώρηση των Ελλήνων από την Ανατολική Θράκη ως συνέπεια των όρων της Ανακωχής των Μουδανιών.

Ακολουθώντας τους Έλληνες των παραλίων της Μ. Ασίας και των άλλων περιοχών της Ανατολίας, οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης εγκατέλειψαν με τη σειρά τους τις πατρογονικές τους εστίας. Ουσιώδης διαφορά είναι ότι η εκκένωση πραγματοποιήθηκε με σχετική τάξη. Μακρύς ποδαρόδρομος μέσα από λασπωμένους δρόμους έλαχε στη συντριπτική πλειονότητα των Ανατολικοθρακιωτών. Ατελείωτες φάλαγγες ταλαιπωρημένων και γεμάτων αγωνία για το μέλλον τους ανθρώπων οδηγούσαν προς τον Έβρο. Όσοι βρίσκονταν κοντά στα λιμάνια της Θάλασσας του Μαρμαρά, τη Ραιδεστό, τη Σηλυβρία κ.ά., γέμισαν ασφυκτικά τα πλοία, τα οποία μετέβησαν στην περιοχή για να παραλάβουν τους Έλληνες στρατιώτες. Πάνω από 250.000 ήταν οι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Η Έξοδος του Ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης, μιας περιοχής με ακμαιότατο το ελληνικό στοιχείο, είχε ολοκληρωθεί.

Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

Ο Πόντος, το Ανατόλια, οι Ντιλντιλιάν

Ο ξεριζωμός Ελλήνων και Αρμενίων μέσα από τις φωτογραφίες μιας οικογένειας που διασκορπίστηκε σε Ελλάδα, Γαλλία και ΗΠΑ

«Αγαπητά μου παιδιά, λυπάμαι που δεν μπόρεσα να διασφαλίσω για εσάς τον οικογενειακό μας πλούτο, το αποτέλεσμα των 40 χρόνων μόχθου μου έχει μείνει πίσω στην Τουρκία. Εκεί άφησα το γλυκό μας σπίτι, το στούντιο στο οποίο τραγουδήσατε τα πρώτα σας τραγούδια, ψιθυρίσατε με τα αθώα σας χείλη τις προσευχές σας – αυτός ο ιερός ναός σήμερα έχει γίνει ερείπιο». Με αυτά τα λόγια, σε μια αυτοβιογραφική ομιλία στην Κοκκινιά, αποχαιρετούσε τον γιο του, Αρά, ο Τσολάκ Ντιλντιλιάν, λίγο πριν από την αναχώρησή του για την Αμερική, τον Ιανουάριο του 1928. Οι μνήμες της οδύσσειας χιλιάδων ξεριζωμένων Ελλήνων και Αρμενίων από τον τόπο τους ήταν ακόμη νωπές.

Εξι χρόνια πριν, το φθινόπωρο του 1922, τα ελληνικά στρατεύματα είχαν αποσυρθεί ηττημένα, η πόλη της Σμύρνης είχε καεί με μεγάλες απώλειες και στη Μερζιφούντα του Πόντου οι Αρμένιοι φωτογράφοι Τσολάκ και ο αδελφός του, Αράμ Ντιλντιλιάν, με τις οικογένειές τους, την 1η Νοεμβρίου, είχαν ένα εικοσιτετράωρο προθεσμία να εγκαταλείψουν τη χώρα. Μάζεψαν τα υπάρχοντά τους, εκατοντάδες φωτογραφίες, γυάλινα αρνητικά, τις φωτογραφικές μηχανές τους και επιβιβάστηκαν στο «S.S. Belgravia» που έστειλε η Αμερικανική Επιτροπή της Εγγύς Ανατολής. Επειτα από ένα επικίνδυνο ταξίδι με το πλοίο, έφθασαν στο λιμάνι του Πειραιά με 2.500 ορφανά. Τα επιζώντα μέλη της οικογένειας σταδιακά διασκορπίστηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Γαλλία και στην Ελλάδα.

Τις ίδιες μέρες στη Μερζιφούντα έκλεινε βίαια και το Κολλέγιο Ανατόλια, ένα από τα δυναμικότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της ευρύτερης περιοχής, το οποίο είχαν ιδρύσει το 1886 Αμερικανοί προτεστάντες. Πολλοί μαθητές του, ανάμεσα στους χιλιάδες πρόσφυγες, μαζί με τον εκπαιδευτικό τους Τζορτζ Γουάιτ, κουβαλώντας 700 περίπου φωτογραφίες –ντοκουμέντα της ανέφελης σχολικής ζωής που έφεραν την υπογραφή των Ντιλντιλιάν– και δεκάδες βιβλία, ρίζωσαν στη Θεσσαλονίκη, όπου ίδρυσαν ξανά το Κολλέγιο Ανατόλια.

Ο Πόντος, το Ανατόλια, οι Ντιλντιλιάν-1
Tα πρώτα πέντε ορφανά που διασώθηκαν από τον Αράμ Ντιλντιλιάν με τον Αρμένιο ιερέα στη Σαμψούντα, αρχές του 1919. [Φωτογραφική συλλογή οικογένειας Ντιλντιλιάν]

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται το 2024 από τη μετεγκατάσταση (1924) του Αμερικανικού Κολλεγίου Ανατόλια στη Θεσσαλονίκη και την έναρξη των επετειακών εκδηλώσεών του προαναγγέλλει η «Φωτογραφική οδύσσεια της οικογένειας Dildilian: Απ’ την Ανατολία στη Δύση», μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εκθέσεις της Thessalοniki PhotoBiennale 2023 του Μουσείου Φωτογραφίας του MOMus, με συνδιοργανωτές το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και το Κολλέγιο Ανατόλια (Τμήμα Βιβλιοθηκών και Αρχείων).

Δύο από τα πολυτιμότερα τεκμήρια του Ανατόλια, το πρώτο μαθητολόγιο με τις εγγραφές των μαθητών του το 1886, μια πλίνθος που φέρει τα αρχικά A.C. (Anatolia College) από κτίριο στη Μερζιφούντα και 70 από τις 700 φωτογραφίες του αρχείου, μαζί με το πλούσιο αρχειακό υλικό των Ντιλντιλιάν (απομνημονεύματα, επιστολές, ομιλίες, μαρτυρίες και δεκάδες φωτογραφίες), αποτελούν τον συνεκτικό κρίκο της αρμενικής οικογένειας με το Αμερικανικό Κολλέγιο, όπου εργάστηκαν ως επίσημοι φωτογράφοι του για σχεδόν τρεις δεκαετίας (1894-1921). Τα ντοκουμέντα αφηγούνται την ιστορία των Ντιλντιλιάν, κυρίως από το 1870, στις πόλεις της Ανατολίας όπου μεγάλωσαν τις οικογένειές τους, έστησαν και διεύρυναν τις φωτογραφικές επιχειρήσεις τους, κυρίως στις πόλεις Σεβάστεια, Μερζιφούντα και Σαμψούντα. Εξιστορούν παράλληλα τις βιαιότητες και τις διώξεις των Αρμενίων και του ελληνισμού, τις απώλειες, δράματα των επιζώντων έως τον τελικό ξεριζωμό τους και τη ζωή τους στις νέες πατρίδες.

Είκοσι χρόνια ερευνητικής δουλειάς αφιέρωσε ο καθηγητής Φιλοσοφίας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε πανεπιστήμιο του Κονέκτικατ, Αρμεν Τ. Μαρσουμπιάν, εγγονός του ιδρυτή της οικογενειακής επιχείρησης Τσολάκ Ντιλντιλιάν, για να ανασυνθέσει και να γράψει την ιστορία της οικογένειας όταν ανέλαβε τη διαχείριση του οικογενειακού αρχείου. Αποτελείται από χιλιάδες φωτογραφίες, γυάλινα αρνητικά, σχέδια, έργα τέχνης, έγγραφα, επιστολές και οικογενειακά κειμήλια, απομνημονεύματα, ηχογραφημένες μαρτυρίες, που στήνουν στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού (υπό την επιμέλεια του ίδιου σε συνεργασία με τον επιμελητή του μουσείου Ιωάννη Μότσιανο και την αρχιτέκτονα Ευθυμία Παπασωτηρίου) μια συναρπαστική περιγραφή «από την Ανατολία στη Δύση».

Ο Πόντος, το Ανατόλια, οι Ντιλντιλιάν-2
«Μαθαίνω να κάνω τον ήχο του γράμματος L». Η Αρσαλούς Τερ Καλουστιάν διδάσκει κωφούς μαθητές στο Κολλέγιο Ανατόλια της Μερζιφούντας. [Εφοροι του Κολλεγίου Ανατόλια]

Μέσα από τις μικροϊστορίες της αρμενικής οικογένειας ξεπηδάει η διαδρομή του Ανατόλια και ο ρόλος που διαδραμάτισε –κατά καιρούς ζωτικός– στη ζωή των Ντιλντιλιάν. Πέντε χρόνια μετά την ίδρυση του Κολλεγίου, το 1886, ο Τσολάκ Ντιλντιλιάν άρχισε να φωτογραφίζει μαθητές και δασκάλους, τις δραστηριότητές τους, τα πολυάριθμα νέα κτίρια (σχολή κωφών, νοσοκομείο κ.ά.), ενώ ως φωτογράφος χειριζόταν για αρκετά χρόνια το ακτινολογικό μηχάνημα στο νοσοκομείο του Ανατόλια. Το σπίτι του και το στούντιό του βρισκόταν ανάμεσα στα σπίτια των καθηγητών του Κολλεγίου, Αμερικανών, Αρμενίων και Ελλήνων, οι περισσότεροι από τους οποίους σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας ή κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο.

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται το 2024 από τη μετεγκατάσταση (1924) του Αμερικανικού Κολλεγίου Ανατόλια από τη Μερζιφούντα στη Θεσσαλονίκη.

Μέλη της διευρυμένης οικογένειας σπούδασαν στο Κολλέγιο Ανατόλια, κάποιοι διέμεναν στις εγκαταστάσεις του. Στους χώρους του κατέφυγαν οι τρεις γιοι του Τσολάκ, όπως και άλλοι Aρμένιοι σε διάφορες περιόδους βίας, που οδήγησαν στο τέλος της αρμενικής και ελληνικής παρουσίας στη Μερζιφούντα. Ακόμη και μετά την αναγκαστική εκτόπιση του Κολλεγίου από τη Μερζιφούντα, η σχέση της οικογένειας συνεχίστηκε. Από το Ανατόλια Θεσσαλονίκης αποφοίτησε (1928) ο γιος του Τσολάκ, Αρά, ενώ διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου.

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος

Μία από τις δραματικές σελίδες της ιστορίας των φωτογράφων ήταν τα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. «Οι Ντιλντιλιάν και το Κολλέγιο το 1914 ευημερούσαν», περιγράφει στην έκθεση ο Μαρσουμπιάν. «Τα παιδιά του Τσολάκ και της αδελφής του είχαν εγγραφεί στα σχολεία του Κολλεγίου. Οι φωτογραφικές ικανότητες του Τσολάκ και του Αράμ ήταν απαραίτητες για τις τοπικές αρχές. Μέχρι το τέλος του πολέμου θα φορούσαν τις στολές του οθωμανικού στρατού, αλλά αντί για τουφέκια κρατούσαν τις φωτογραφικές μηχανές τους. Η άνοιξη του 1915 έφερε συλλήψεις και εκτελέσεις. Υπό την απειλή των απελάσεων, ασπάστηκαν το ισλάμ και μέλη της πήραν τουρκικά ονόματα. Εκμεταλλευόμενοι τα “προνόμια” αλλά διατηρώντας ιδιωτικά τη θρησκευτική τους πίστη διέσωσαν πάνω από σαράντα νέους άνδρες και γυναίκες μέσα από βαθιές σήραγγες που εξασφάλισαν κρυψώνες γύρω από τα σπίτια τους. Τα προσχήματα των “εξισλαμισμένων” και “τουρκοποιημένων” φωτογράφων του οθωμανικού στρατού εγκαταλείφθηκαν με την έναρξη του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αφοσιώθηκαν στην περίθαλψη ορφανών, σε ορφανοτροφείο που ιδρύθηκε στους χώρους του κολεγίου. Οι φωτογραφικές τους μηχανές αυτή τη φορά αποτύπωναν εικόνες από τα δεινά των επιζώντων, τους διωγμούς, την άφιξη στον Πειραιά».

Ο Πόντος, το Ανατόλια, οι Ντιλντιλιάν-3
Το ταξίδι προσφύγων με το πλοίο «S.S. Belgravia» με προορισμό το λιμάνι του Πειραιά. [Φωτογραφική συλλογή οικογένειας Ντιλντιλιάν]

Πρώτη τους στέγη στην Ελλάδα ήταν το Ζάππειο, πριν μεταφερθούν σε προσφυγικούς καταυλισμούς. Τα δύο αδέλφια Αράμ και Τσολάκ με τους γιους τους έστησαν αμέσως φωτογραφικό στούντιο, καταγράφοντας την ανθρωπιστική κρίση. Η προοπτική για μετανάστευση στις ΗΠΑ, όπου είχαν καταφύγει μέλη της οικογένειας, ήταν δυσοίωνη. Ο Αράμ, έχοντας σπουδάσει στην Αμερική τη φωτογραφική τέχνη, τα κατάφερε. Ο Τσολάκ ρίζωσε στην Ελλάδα. Μαζί με τον πρεσβύτερο γιο του, Χουμαγιάκ, άνοιξαν ένα προσωρινό φωτογραφείο στον καταυλισμό των προσφύγων, αργότερα στην Κοκκινιά, στην καρδιά της γειτονιάς των μεταναστών, και στο τέλος της δεκαετίας του ’30, μετά τον θάνατο του Τσολάκ (Αύγουστος 1935), τα δύο αδέλφια Χουμαγιάκ και Αλις λειτουργούσαν ένα σύγχρονο στούντιο στο λιμάνι του Πειραιά. Οπως στην πατρίδα τους την Ανατολία, οι Ντιλντιλιάν δεν περιορίστηκαν στα πορτρέτα των στούντιο. Φωτογράφιζαν αξιοθέατα, κατέγραψαν τις εκρήξεις του ηφαιστείου στη Σαντορίνη τέλη του ’25 και αρχές του 1926, αλλά και τον απόηχο του καταστρεπτικού σεισμού (22 Απριλίου 1928) στην Κόρινθο.

Η επιχείρηση επέζησε στην Κατοχή, οι φωτογραφίες εξασφάλιζαν την επιβίωσή τους («Τον πρώτο χρόνο του πολέμου οι δουλειές ήταν καλές αλλά πολύ συχνά ανταλλάσσαμε με τους πελάτες από τα χωριά φωτογραφίες με τρόφιμα, λάδι, καλαμπόκι, αλεύρι, κυρίως ελαιόλαδο και ελιές», περιγράφει η Αλις), αλλά στα ταραγμένα χρόνια του Εμφυλίου η Αλις μετανάστευσε στην Αμερική το 1947. «Στον κατάλογο των επιβατών του πλοίου δηλώθηκε ως φωτογράφος, αλλά δεν επρόκειτο να ξαναπιάσει ποτέ στα χέρια της τη φωτογραφική μηχανή», περιγράφει ο γιος της, Αλεν Τ. Μαρσουμπιάν. «Με τα υπόλοιπα μέλη συνέχισαν να διηγούνται τις ιστορίες τους, να μοιράζονται τις εικόνες και τα όνειρα της χαμένης πατρίδας, δεν ξέχασαν ποτέ τις ρίζες τους. Τα ντοκουμέντα του αρχείου γίνονται μάρτυρες της ιστορίας του αρμενικού λαού. Γιατί, σύμφωνα με τον Τόμας Χομπς, κανένας άνθρωπος δεν είναι μάρτυρας σ’ αυτόν που ήδη πιστεύει αλλά σ’ αυτούς που αρνούνται ή αμφιβάλλουν ή δεν το έχουν ακούσει».

«Η φωτογραφική οδύσσεια της οικογένειας Dildilian: Απ’ την Ανατολία στη Δύση» εγκαινιάζεται στις 11 Οκτωβρίου 2023, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης. Διάρκεια έως 11 Φεβρουαρίου 2024.

Τρώγοντας μπέργκερ σε μια σπηλιά

Φιλοσοφικοί διάλογοι με χιούμορ και… Big Mac

ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ
Πλατωνικοί διάλογοι
ή γιατί στο σπήλαιο
κάνουν όλοι πάρτι
εκδ. Πατάκης, 2023, σελ. 256

«Ημουν έτοιμος να δαγκώσω το ζουμερό Big Mac που μόλις είχα παραλάβει όταν η Μαριάνθη, απ’ το βάθος της κουζίνας, είπε:

“Το ξέρεις ότι η πραγματικότητα είναι μια ψευδαίσθηση;”

“Ποιος το λέει αυτό;” είπα.

“Ο Δαλάι Λάμα” είπε.

“Το χάμπουργκερ πάντως που κρατάω στα χέρια μου είναι αληθινό” είπα.

Κεντρικός άξονας των «Πλατωνικών διαλόγων» είναι η απουσία επικοινωνίας στις διαπροσωπικές σχέσεις.

“Και πώς είσαι σίγουρος ότι δεν το ονειρεύεσαι;” είπε.

“Τι εννοείς;” είπα».

Τρώγοντας μπέργκερ σε μια σπηλιά-1Ο φιλοπερίεργος αναγνώστης που θέλει να δει τι θα γίνει τελικά με το μπέργκερ, τη Μαριάνθη και τον Δαλάι Λάμα, ας διαβάσει το βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού «Πλατωνικοί διάλογοι ή γιατί στο σπήλαιο κάνουν όλοι πάρτι»· εκτός του ότι θα ικανοποιήσει την περιέργειά του σχετικά με τον εν λόγω διάλογο, θα απολαύσει εξαιρετικής ποιότητας χιούμορ στο σύνολο του βιβλίου, που διαρθρώνεται σε πέντε μέρη και περιλαμβάνει συνολικά 67 κείμενα, τα περισσότερα εκ των οποίων διαλογικά, μεταξύ αυτών –ενταγμένοι οργανικά στο βιβλίο– δύο διάλογοι του Ρώσου συγγραφέα Ντμίτρι Πρίγκοφ (1940-2007) και τέσσερα ποιήματα της Βρετανίδας ποιήτριας Κάρολ Αν Ντάφι (γενν. 1955), μεταφρασμένα από τον Βλαβιανό.

Κεντρικός άξονας των «Πλατωνικών διαλόγων» είναι η απουσία επικοινωνίας στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η ασυνεννοησία, οι παράλληλοι μονόλογοι, εντέλει η αδυναμία επικοινωνίας αποτελούν συχνό μοτίβο της λογοτεχνίας και, διόλου τυχαία, αγαπημένο θέμα συγγραφέων που κατατάσσονται στα είδη του φανταστικού και της επιστημονικής φαντασίας – ας αναφέρουμε εδώ «Το αριστερό χέρι του σκοταδιού» της Ούρσουλα Λε Γκεν (1969) και, κυρίως, το «Σολάρις» του Στανίσλαβ Λεμ (1961). Ο ίδιος ο Βλαβιανός σημειώνει στο βιβλίο πως η διαλογική φόρμα οφείλεται αφενός στον Πλάτωνα και αφετέρου στη συστηματική ανάγνωση του Τζέιμς Τέιτ (1943-2015), που έχει «το πιο ανατρεπτικό χιούμορ από όλους τους μεταμοντέρνους Αμερικανούς ποιητές».

Ο διάλογος, απόσπασμα του οποίου προτάσσεται, και τον οποίο χρησιμοποιούμε ως παράδειγμα της όλης σύνθεσης του Βλαβιανού, καταπιάνεται με ένα από τα προαιώνια ερωτήματα της φιλοσοφίας – και τα αγαπημένα του Πλάτωνα: Τι είναι πραγματικότητα και τι ψευδαίσθηση; Τι είναι «αλήθεια;». Το ερώτημα αυτό απηύθυνε και ο Πόντιος Πιλάτος στον Ιησού, χωρίς να λάβει απάντηση, σε μια παράξενη και πολυσυζητημένη αποκοπή του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου (37-38): «Εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· οὐκοῦν βασιλεὺς εἶ σύ; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· σὺ λέγεις ὅτι βασιλεύς εἰμι ἐγώ. ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς. λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· τί ἐστιν ἀλήθεια; καὶ τοῦτο εἰπὼν πάλιν ἐξῆλθε πρὸς τοὺς ᾿Ιουδαίους καὶ λέγει αὐτοῖς· ἐγὼ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω ἐν αὐτῷ».

Ο αφηγητής του Βλαβιανού αρχικά πιστεύει σε μια απολύτως απτή πραγματικότητα –εν προκειμένω το ζουμερό και λαχταριστό Big Mac–, πλην όμως υποκύπτει στη διαλεκτική της Μαριάνθης και φαίνεται να κλονίζεται. Η Μαριάνθη επιχειρηματολογεί υπέρ της αντίληψης ότι η πραγματικότητα συνιστά ψευδαίσθηση με τρόπο λογικό – προτείνει μάλιστα ένα πείραμα (σταματά εδώ η αναφορά στην πλοκή, προκειμένου να αποφευχθεί το spoiler).

Αντίφαση

Στον διάλογο μπορούμε να εντοπίσουμε μια αντίφαση καθαρά πλατωνική. Στο σημείο αυτό, ας θυμηθούμε την αντίληψη του Πλάτωνα περί αλήθειας γενικά (την παραβολή με τη σπηλιά, τους αντικατοπτρισμούς και τον «πραγματικό» κόσμο των ιδεών), η οποία συνδέεται και με τη στάση του απέναντι στην ποίηση και στους ποιητές. Ο Πλάτων ακολουθεί λίγο-πολύ την τότε κρατούσα αντίληψη περί ποιητικής έμπνευσης: ότι δηλαδή ο ποιητής «ενθουσιάζεται» με την ετυμολογική έννοια της λέξης, γίνεται δηλαδή «ένθους», κοινώς μπαίνει ο θεός μέσα του, συνεπώς ο ίδιος δεν είναι παρά το «δοχείο», το medium που μεταφέρει στους ανθρώπους θείο λόγο. Ως εκ τούτου, πάντοτε σύμφωνα με τον Πλάτωνα (και σε αντίθεση με προγενέστερους στοχαστές, που έβλεπαν ιερότητα σε αυτή τη διαδικασία «ενθουσιασμού»), ο ποιητής δεν κάνει και πολύ σπουδαία δουλειά –και, ως εκ τούτου, δεν έχει θέση στην Πολιτεία του– γιατί η ποίηση δεν προέρχεται από το λογικό του, από το πνεύμα του· ο ποιητής απλώς μεσολαβεί. Αν κάνουμε ένα άλμα ετών μέχρι τον Εντγκαρ Αλαν Πόε, έχουμε μια εντελώς αντίστροφη περιγραφή της έμπνευσης: σε ένα δοκίμιό του για το περίφημο ποίημά του «Raven» –το «Κοράκι»–, ο Πόε αναλύει τη διαδικασία της δημιουργίας με τρόπο εξαιρετικά «πεζό» και διαδικαστικό, αποδίδοντας πλήρως το έργο στην πρόθεση και άρα στη λογική του ποιητή, και αποκλείοντας εντελώς κάθε έννοια «έμπνευσης». Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες στον πρόλογο της «Αναφοράς του Μπρόντι» εντοπίζει με ενδιαφέρουσα αντίφαση στη σύγκριση των δύο θέσεων. Γράφει: «…προτιμώ τη θεωρία του Πλάτωνα περί Μούσας από τον Πόε, ο οποίος υποστήριξε –ή, ίσως, προσποιήθηκε πως υποστηρίζει– ότι η σύνθεση ενός ποιήματος είναι έργο της διάνοιας. Δεν παύει να με εκπλήσσει το γεγονός ότι ο κλασικός ποιητής στήριζε μια ρομαντική θεωρία, ενώ ένας ρομαντικός ποιητής ενστερνίστηκε μια κλασική θεωρία».

Εμμένοντας στην απόφαση να μην αποκαλύψουμε τι απέγινε το ζουμερό Βig Μac, δεν θα αναφέρουμε ποια θέση παίρνει ο αφηγητής και ποια η Μαριάνθη, ούτε αν κάποιος από τους δύο διαλεγόμενους πείθεται από τον άλλο. Θα περιοριστούμε στην προειδοποίηση πως ο προσεκτικός αναγνώστης θα διακρίνει μια παράδοξη μετατόπιση στην επιχειρηματολογία τους, ανάλογη με την αντίφαση που εντοπίζει ο Μπόρχες συγκρίνοντας τις θέσεις του Πλάτωνα και του Πόε για την ποιητική έμπνευση· ίσως έτσι αναρωτηθεί με ποιον από τους δύο συνομιλητές ταυτίζεται (και το ίδιο ισχύει για το σύνολο των διαλόγων), μόνο και μόνο «για να διαπιστώσει εντέλει», όπως σημειώνει ο Δημήτρης Καλοκύρης στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, ότι ο ίδιος «δεν είναι παρά ο συγγραφέας του πλατωνικού εαυτού του».

Η μόνη σταθερά

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ηταν η εποχή του Οκταβιανού, η εποχή της μεγαλύτερης ανατροπής, σε επίπεδο πολιτικό και διοικητικό, σε αυτόν τον χώρο που σήμερα αποκαλείται Δύση. Διότι έπειτα από μία μακρά περίοδο συγκρούσεων και αναταραχής στο Κράτος των Ρωμαίων, ο Οκταβιανός ανακηρύχθηκε από τη Σύγκλητο «Αύγουστος», στις 16 Ιανουαρίου του έτους 27 π.Χ.

Για πρώτη φορά –θα γράψει ο Τάκιτος στα «Χρονικά» του– «οι εξουσίες της Συγκλήτου, των αρχόντων και των νόμων» περιέρχονταν σε έναν ηγέτη, που επιπλέον –ίσως και κυριότερο– άρχισε να τιμάται με θρησκευτικές λατρείες όσο ακόμη ζούσε.

Πάνω σε αυτήν τη στέρεα βάση ο Αύγουστος Οκταβιανός άρχισε την ανέγερση του θαυμαστού οικοδομήματος του Δυτικού ανθρώπου – τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Και ενώ στη Ρώμη, στο κέντρο του πολιτισμού και της κοσμικής ισχύος, συντελείτο η ένωση της πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας, στην ταπεινή πολίχνη της Βηθλεέμ γεννιόταν «παιδίον νέον και θαυμαστόν». Και ήταν η εμφάνιση του Θεανθρώπου επί γης η μεγαλύτερη ανατροπή στην ιστορία του ανθρώπου.

Η πρώτη ανατροπή του ιδεολογήματος που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται την εποχή εκείνη ήταν η επαναφορά της διακρίσεως μεταξύ κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας από τον Ιησού. «Απόδοτε τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ», είπε όταν οι Φαρισαίοι επιχείρησαν να τον εμφανίσουν ως υπονομευτή της Αυτοκρατορίας.

«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» δίδαξε ο Ιησούς σε μια εποχή που οι «σοφοί» συγκέντρωναν τον θαυμασμό και τους επαίνους. Οταν οι στρατηγοί –σύμβολα γενναιότητος και ισχύος– αγνοούνταν, ενώ οι πόρνες και οι τελώνες μετά τη συντριβή τους υπό το βάρος των ανομιών τους αξιώνονταν της θείας χάριτος. Μία νέα κλίμακα αξιών ανέτρεπε την παλαιά τάξη πραγμάτων. Ηταν η απόλυτη ανατροπή.

Περνούσαν τα χρόνια και «οι μωροί διά Χριστόν» άρχισαν να κλονίζουν τα θεμέλια της Αυτοκρατορίας. Και εκεί στην Ανατολή, στο θαυμαστό χωνευτήρι εθνών, ιδεών, και πολιτισμών, με όχημα τη γλώσσα την ελληνική, δημιουργήθηκε μία νέα σύνθεση. Μία νέα κοινωνική τάξη πραγμάτων, πολιτισμού και τέχνης διαμορφώθηκε με βάση τον Χριστιανισμό.

Τα ανθρώπινα βεβαίως υποτάσσονται στον νόμο της φθοράς. Αλλά το όραμα μιας οικουμενικής αυτοκρατορίας συνέχισε να υπάρχει. Με διαφορετικό ιδεολογικό πυρήνα, στη βάση πλέον των αρχών του Διαφωτισμού, του ορθού λόγου, της επιστήμης, της ισότητος, και του ελεύθερου ανθρώπου.

Νέα οικουμενική αυτοκρατορία αποπειράθηκαν να οικοδομήσουν οι μπολσεβίκοι μαρξιστές έως ότου επήλθε η κατάρρευση του όλου εγχειρήματος. Στις μέρες μας, η ιδέα μιας νέας αυτοκρατορίας επανέρχεται με στόχο την κατίσχυση των αξιών ελευθερίας και δημοκρατίας σε επίπεδο παγκόσμιο. Πρόκειται για δύο όψεις του ίδιου νομίσματος που έθεσε σε κυκλοφορία το νομισματοκοπείο του Διαφωτισμού.

Αλλά μόνη σταθερά που εξακολουθεί να υφίσταται είναι η γέννηση του «θαυμαστού παιδίου» στη Βηθλεέμ, που εορτάζεται από τους πιστούς και όσους προσδοκούν μία άρση του αδιεξόδου που έχει εξυφάνει το γένος των ανθρώπων. Καλά Χριστούγεννα σε όλους, όπως και εάν τα εννοεί κανείς.

 

Η στολή

 Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2023 14:00

 Γράφτηκε από τον

Η στολή 

https://eleftheriaonline.gr/local/politismos/history/item/306065-i-stoli

28η Οκτωβρίου.

Επιστράτευση.

Ο Δημήτρης Νομικός ήταν παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας που ζούσε σε ένα διώροφο στη Λεύκα του Πειραιά. Από το 1929 είχε βγάλει ναυτικό φυλλάδιο και όπως πολλά παιδιά του Πειραιά, μπάρκαρε σε εμπορικά πλοία. Με την κήρυξη του πολέμου επιστρατεύτηκε και βρέθηκε στο αλβανικό μέτωπο. Μπήκε στο Σώμα των Μεταφορών. Δυο μέρες χρειάστηκαν για τις επιτάξεις φορτηγών και λοιπών οχημάτων. Πάνω σ’ αυτά τα φορτηγά οι άνδρες του Σώματος των Μεταφορών μετέφεραν του επίστρατους στις μονάδες τους και από εκεί στο μέτωπο. Έτσι κι ο Δημήτρης Νομικός, δυο μετά την κήρυξη του πολέμου, αναχώρησε, από την πλατεία Ιπποδαμείας του Πειραιά οδηγώντας ένα μικρό όχημα για το μέτωπο. Η αναχώρησή του απαθανατίστηκε σε φωτογραφία που τράβηξε ο πατέρας του κατά την αναχώρησή του. Στη συνέχεια, μέσα στις λάσπες και της βροχές συνέχισε να οδηγεί το μικρό φορτηγό μεταφέροντας εφόδια στην πρώτη γραμμή. Όταν μετά από λίγο καιρό το φορτηγό καταστράφηκε ο Δημήτρης Νομικός συνέχισε να μεταφέρει εφόδια εκτελώντας χρέη ημιονηγού Όταν έπεσε το μέτωπο, γύρισε όπως όλοι με τα πόδια στο σπίτι του, στη Λεύκα.

Γύρισε στη Λεύκα του Πειραιά. Βρήκε την οικογένειά του σώα παρά τους βομβαρδισμούς που είχαν προηγηθεί στις 6 και 7 Απριλίου 1941, όταν αυτός βρισκόταν ακόμα στο μέτωπο. Μετά τις πρώτες χαρές για το σμίξιμο της οικογένειας, ο Δημήτρης έβγαλε τη στολή και την κρέμασε στο δωμάτιό του. Μέσα στην πίκρα της ήττας και της οπισθοχώρησης, μοναδική υπερηφάνεια του Δημήτρη είχε μείνει η στολή του. Η στολή των νικηφόρων μαχών της Αλβανίας.

Σκεφτόταν ότι θα την ξαναβάλει.

Ήταν σίγουρος ότι θα την ξαναβάλει.

Μόνο που τότε θα είναι περήφανος κι όχι ντροπιασμένος από την οπισθοχώρηση.

Στην κατοχή έπιασε δουλειά στην Αθήνα και αναγκαστικά, αφού οι μετακινήσεις ήταν δύσκολες έφυγε από το πατρικό του κι όταν μπορούσε επισκεπτόταν την οικογένειά του αφού το σπίτι τους ήταν κοντά στις γραμμές του ηλεκτρικού στον σταθμό του Νέου Φαλήρου.

Ήταν 11 Ιανουαρίου του 1944. Κόντευε μεσημέρι και μετά από πολύ καιρό είχαν καταφέρει να εξοικονομήσουν τρόφιμα για να βάλουν το τσουκάλι στη φωτιά. Και τότε έγινε το κακό. Και τα οκτώ μέλη της έμειναν στον τόπο του πατρικού σπιτιού που κατέκαψε η «συμμαχική» βόμβα. Ο μόνος που γλύτωσε ήταν ο Δημήτρης, που έλειπε στη δουλειά. Γλύτωσε και η στολή στην ντουλάπα.

Έμεινε μόνος.

Παράτησε τη δουλειά και απογοητευμένος γύρισε στον Πειραιά. Έμεινε στην πλατεία Ιπποδαμείας.

Μοναδική συντροφιά του είχε μείνει η στολή.

Το πρωί της 12ης Οκτωβρίου 1944, στο άκουσμα της απελευθέρωσης, ο Δημήτρης Νομικός φόρεσε ξανά τη στολή του αλβανικού μετώπου και πετάχτηκε στον δρόμο ενθουσιασμένος. Ήθελε να δείξει σε όλο τον κόσμο την αγαλίαση της ψυχής του για το τέλος της κατοχής και το διώξιμο των κατακτητών. Έτσι, με τη στολή, νόμιζε ότι τον συντρόφευαν και τα χαμένα μέλη της οικογένειας.

Κι ενώ η χαρά του τον οδηγούσε στον σταθμό του Ηλεκτρικού, ένας Γερμανός στρατιώτης που δεν είχε αποχωρήσει ακόμα και είχε μείνει να φυλάει τη μικρή γέφυρα της οδού Πλαταιών, σήκωσε το όπλο και τον πυροβόλησε.

Ο Δημήτρης Νομικός σωριάστηκε νεκρός, έκπληκτος αλλά και περήφανος μέσα στη στολή του.

Ήταν μόλις 8 το πρωί της Πέμπτης, 12 Οκτωβρίου 1944. Σχεδόν 4 χρόνια μετά την κήρυξη του πολέμου.

Αθάνατος.

Το ΝΑΙ του Πλαστήρα και το ΟΧΙ του Μεταξά

ΑΠΟΨΗ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αρθρο του Γ. Μαυρογορδάτου στην «Κ»

Τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, αν στη θέση του Ιωάννη Μεταξά είχε βρεθεί ως δικτάτορας ο Νικόλαος Πλαστήρας, αν δηλαδή είχε επικρατήσει το Κίνημα του 1935, η απάντησή του στον Ιταλό πρέσβη θα ήταν ασφαλώς διαφορετική

3′ 15″ χρόνος ανάγνωσης

Τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, αν στη θέση του Ιωάννη Μεταξά είχε βρεθεί ως δικτάτορας ο Νικόλαος Πλαστήρας, αν δηλαδή είχε επικρατήσει το Κίνημα του 1935, η απάντησή του στον Ιταλό πρέσβη θα ήταν ασφαλώς διαφορετική.

Δεν είναι μόνο ότι ο Πλαστήρας είχε γίνει από αρκετά χρόνια άκριτος θαυμαστής του Μουσολίνι, ούτε ότι φιλοδοξούσε να μιμηθεί αυτόν περισσότερο από κάθε άλλον δικτάτορα, όπως αρθρογραφούσε το 1934. Το 1941, από τη Γαλλία όπου παρέμενε εξόριστος, κατηγορούσε τον Μεταξά και τον Γεώργιο Β΄ότι οδήγησαν την Ελλάδα σε άνισο πόλεμο με την Ιταλία και τη Γερμανία, που μπορούσε να είχε αποφευχθεί. «Η Ελλάς ήχθη προς αυτοκτονίαν παρά μιας Βασιλικής Κυβερνήσεως δεχθείσης μετ’ απεριγράπτου αφελείας ν’ αντιμετωπίση τας δύο μεγαλυτέρας στρατιωτικάς δυνάμεις της Ευρώπης…».

Αυτά έγραφε ασυλλόγιστα στον Ελληνα πρεσβευτή στο Βισύ, στις 16 Ιουλίου 1941, σε ένα γράμμα που έγινε γνωστό το 1945. Κατά λογική συνέπεια, ο Πλαστήρας δεν θα είχε απορρίψει το ιταλικό τελεσίγραφο ή μάλλον θα είχε φροντίσει να μην υπάρξει καν ανάγκη τελεσιγράφου. Αλλωστε, ήταν έτοιμος να συνεργαστεί με τις δυνάμεις του Αξονα. Βαυκαλιζόταν, όπως φαίνεται, με την ελπίδα ότι αυτές θα τον εγκαθιστούσαν δικτάτορα στην κατεχόμενη Ελλάδα. Στο ίδιο γράμμα, που αφορούσε το διαβατήριό του, έγραφε χαρακτηριστικά: «δεν είναι μακράν η ημέρα, που θα απασχοληθώ ο ίδιος διά τα διαβατήρια όλων…».

O Μεταξάς προέβλεπε με βεβαιότητα την τελική νίκη του «Αγγλοσαξονικού κόσμου», απαλλαγμένος πλέον από τις γερμανόφιλες παρωπίδες που τον εμπόδιζαν να κάνει παρόμοια πρόβλεψη το 1915.

Είναι επίσης εξαιρετικά αµφίβολο αν µία κοινοβουλευτική κυβέρνηση, συγκροτημένη από τους ηγέτες του Βενιζελισμού και του Αντιβενιζελισμού που είχαν απομείνει, θα μπορούσε να αποκτήσει την ενιαία και χαλύβδινη θέληση που απαιτούσε η προετοιμασία για πόλεμο και, στο τέλος, η αποδοχή του ως αναγκαίου. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ανάμεσά τους επικρατούσε η ηττοπάθεια. Ο Γεώργιος Καφαντάρης, για παράδειγμα, είχε τις ίδιες απόψεις με τον Πλαστήρα: ότι δηλαδή μπορούσε και έπρεπε να αποφευχθεί ο πόλεμος με την Ιταλία και οπωσδήποτε με τη Γερμανία.

Οσοι επιμένουν μέχρι σήμερα να αρνούνται στον Μεταξά τη δόξα του ΟΧΙ ισχυρίζονται ότι δεν είχε τάχα άλλη επιλογή, επειδή διαφορετικά θα τον έπαυε ο Γεώργιος Β΄. Πρόκειται για έναν ακόμη ανόητο αλλά ανθεκτικό μύθο. Αν ήθελε πράγματι ο Μεταξάς να παραδώσει αμαχητί τη χώρα στον Αξονα, δεν χρειαζόταν καν να αποδεχθεί το τελεσίγραφο, βάζοντας σε κίνδυνο τη θέση του και την ίδια τη ζωή του. Μπορούσε κάλλιστα να παραιτηθεί, προκαλώντας χάος και εμποδίζοντας έτσι την αποτελεσματική απόκρουση της ιταλικής εισβολής. Υστερα, θα μπορούσε να επανέλθει ως κατοχικός δικτάτορας – αυτό δηλαδή που ονειρεύτηκε ο Πλαστήρας.

Από τα οστά πήρα για πρώτη φορά το χάδι του παππού μου

Με το ΟΧΙ, ο Μεταξάς δεν μίλησε μόνο εξ ονόματος και για λογαριασμό του Ελληνικού λαού, που τον ακολούθησε σύσσωμος, αλλά και εφάρμοσε συνειδητά την πολιτική που είχε προ πολλού αποφασίσει – τη μόνη που υπηρετούσε μακροπρόθεσμα τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας. Οπως εξήγησε ο ίδιος στις 30 Οκτωβρίου, μιλώντας εμπιστευτικά στους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες του αθηναϊκού τύπου, ο Μεταξάς προέβλεπε με βεβαιότητα την τελική νίκη του «Αγγλοσαξονικού κόσμου», απαλλαγμένος πλέον από τις γερμανόφιλες παρωπίδες που τον εμπόδιζαν να κάνει παρόμοια πρόβλεψη το 1915. Είχε έτσι την πεποίθηση ότι η Ελλάδα, ακόμη και «δουλωμένη προσωρινώς» στη διάρκεια του πολέμου, θα βρισκόταν τελικά στο στρατόπεδο των νικητών και μάλιστα μεγαλωμένη, τουλάχιστον κατά τα Δωδεκάνησα (όπως ακριβώς έγινε).

Το ότι υπήρξε μέχρι τέλους δέσμιος της ψυχοπαθολογίας του εμπόδισε όμως τον Μεταξά να προετοιμάσει πολιτικά τη χώρα, ιδίως για την περίπτωση που θα βρισκόταν υπό εχθρική κατοχή. Είχε προηγηθεί προ πολλού η κατάληψη και κατοχή άλλων μικρών χωρών από τους Γερμανούς, προσφέροντας ποικιλία διδακτικών παραδειγμάτων. Αντίθετα, όμως, με άλλα βασίλεια, η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο με βασιλιά αμφισβητούμενο ακόμη και από βασιλόφρονες και με ένα καθεστώς τόσο προσωποπαγές, ώστε ήταν καταδικασμένο να εξαφανιστεί με τον θάνατο του δικτάτορα, όπως προαισθανόταν και ο ίδιος και όπως πράγματι συνέβη. Ανοιξε έτσι ο ασκός του Αιόλου για ατέρμονες εμφύλιες συγκρούσεις.

Πιο πρόσφατο βιβλίο του καθηγητή Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου είναι το «Εθνική ολοκλήρωση και διχόνοια: Η ελληνική περίπτωση».

Αρης Σερβετάλης στο ΒΗΜΑ: «Ο χειρότερος εχθρός είναι ο εαυτός μου»

ΤΟ ΒΗΜΑ

05.11.202306:00

Ερη Βαρδάκη

Photo Ανδρέας Σιμόπουλος

Photo Ανδρέας Σιμόπουλος DSC08614 ΑΡΗΣ ΣΕΡΒΕΤΑΛΗΣ

Ο ιδιοσυγκρασιακός ηθοποιός Αρης Σερβετάλης μιλάει για την «Καρδιά του σκύλου», τη νέα παράσταση που ανεβαίνει τον Δεκέμβριο στο Θέατρο Κιβωτός, για τη θεοποίηση της επιστήμης, τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, την αποχή του από την τηλεόραση, τις νέες ταυτότητες και τη θέση του απέναντι στις ιδεολογίες.

Το ραντεβού μας δίνεται στους χώρους του New Hotel. Ο Αρης Σερβετάλης είναι πάντα ακριβής στην ώρα του. Είναι Δευτέρα, η μόνη ημέρα που δεν έχει πρόβα. Εκείνος και η σύντροφος της ζωής του, η ιδιοσυγκρασιακή σκηνοθέτρια Εφη Μπίρμπα, μετά την πρώτη κοινή τους επιδαύρια κάθοδο με τα «Βατράχια», σε μία παράσταση που εντυπωσίασε με την ανατρεπτική ανάγνωσή της επάνω στο έργο του Αριστοφάνη, επιστρέφουν στο Θέατρο Κιβωτός αυτόν τον Δεκέμβριο με το εμβληματικό έργο του ρώσου συγγραφέα Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ «Καρδιά του σκύλου». Πρόκειται για έργο ευφυές. Ενα μείγμα σατιρικής και φιλοσοφικής λογοτεχνίας που ακροβατεί στα όρια της επιστημονικής φαντασίας και του ρεαλισμού, θίγοντας θέματα που αφορούν τη φύση και την ατομική ταυτότητα, εγείροντας ερωτήματα για τις συνέπειες των κοινωνικών πιέσεων και της επιστήμης.

Μόσχα του 1924 λοιπόν και ο καθηγητής Πρεομπραζένσκι – τον ερμηνεύει στην παράσταση ο Αντώνης Μυριαγκός – μαζί με τον βοηθό του Μπορμεντάλ – τον ενσαρκώνει ο Μιχάλης Θεοφάνους – επιχειρούν ένα τολμηρό ιατρικό πείραμα. Μεταμοσχεύουν στον αδέσποτο σκύλο Σάρικ, τον οποίο υποδύεται ο Αρης Σερβετάλης, την υπόφυση και τους όρχεις ενός νεαρού άνδρα. Η έκβαση όμως του πειράματος είναι εντελώς αναπάντεχη. Ο αγαθός Σάρικ μεταμορφώνεται σε ένα ανυπόφορο τέρας, που περιφρονεί κάθε κανόνα ευπρέπειας και ανατρέπει τη γαλήνια καθημερινότητα στο αριστοκρατικό διαμέρισμα του διεθνούς φήμης καθηγητή.

Κύριε Σερβετάλη, γιατί αποφασίσατε να ανεβάσετε μαζί με την Εφη Μπίρμπα την «Καρδιά του σκύλου»;

«Πρόκειται για ένα έργο πολύ ευφυές. Θα το χαρακτήριζα ως μία σουρεαλιστική φάρσα, μία κωμωδία με πολύ βαθιά νοήματα. Προγραμματίζαμε μάλιστα να το ανεβάσουμε προτού ξεσπάσει η πανδημία. Υστερα συνέβη ό,τι συνέβη και έτσι τώρα μπήκαμε στη διαδικασία των προβών. Ο Μπουλγκάκοφ πέρα από συγγραφέας ήταν και ο ίδιος γιατρός. Εδώ γράφει για έναν γιατρό πρωτοποριακό, θα έλεγα, που κάνει αναζωογονήσεις. Ειδικεύεται στις μεταμοσχεύσεις γεννητικών αδένων. Αυτός ο επιστήμονας λοιπόν παίρνει έναν αδέσποτο σκύλο και του μεταμοσχεύει τους όρχεις και την υπόφυση ενός νεαρού άνδρα. Ο σκύλος σιγά-σιγά εξανθρωπίζεται και καταλήγει να μετατραπεί σε τέρας, σε ένα αλλόκοτο πλάσμα, απροσάρμοστο, που αποδομεί το περιβάλλον του γιατρού και τον ίδιο. Είναι ένα έργο που προσωπικά με μετατοπίζει, με συγκινεί. Θέτει ένα τεράστιο ζήτημα, τη σχέση επιστήμης και ηθικής, και την ίδια στιγμή αποτελεί μία ιδιαίτερη κωμωδία, γιατί ο Μπουλγκάκοφ τοποθετεί τα ζητήματα στο τραπέζι μέσα από τον σουρεαλισμό, σαν ένας συνεχιστής του Γκόγκολ».

Σύμφωνα με κάποιους αναλυτές, στο πρόσωπο του καθηγητή που θέλει να αλλάξει βίαια τη φύση του σκύλου, ο Μπουλγκάκοφ φωτογραφίζει τον Στάλιν. Μάλιστα το κείμενο γράφτηκε το 1925, αλλά δεν δημοσιεύθηκε στη Σοβιετική Ενωση μέχρι το 1987, λόγω λογοκρισίας. Οι δικοί σας παραλληλισμοί ποιοι είναι στο σήμερα;

«Νομίζω ότι ο γιατρός εκπροσωπεί ένα μέρος της επιστημονικής κοινότητας που θεοποιεί τον εαυτό της χωρίς καμία αναρώτηση, βαδίζοντας ακάθεκτα στην επίτευξη ενός αποτελέσματος, μην λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτό, αν και ο γιατρός της δικής μας ιστορίας στο τέλος συνειδητοποίησε την ελλειμματικότητά του. Μπορεί ο βοηθός του να τον αποκαλεί δημιουργό, εκείνος όμως προβληματίζεται για το δημιούργημά του. Μοιάζει τελικά να αντιλαμβάνεται ότι όταν ο άνθρωπος χάσει τη συνείδησή του και ορίζεται μόνο από την ιδιότητά του, την ταυτότητα του επιστήμονα στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεοποιεί τον εαυτό του και γίνεται αδίστακτος».

Κύριε Σερβετάλη, είστε επιφυλακτικός δηλαδή απέναντι στην επιστήμη;

«Καθόλου. Δεν είμαι τεχνοφοβικός, ούτε αρνούμαι την πρόοδο της επιστήμης. Ισα-ίσα, θεωρώ τα επιτεύγματά της δώρα προς την ανθρωπότητα. Η επιστήμη οφείλει να υπηρετεί τον άνθρωπο και η τεχνολογία είναι ένα καταπληκτικό εργαλείο. Το πρόβλημα ξεκινά όταν γίνεσαι δέσμιός της, ενώ υποτίθεται ότι πρέπει να σε ελευθερώνει. Σήμερα δεν μπορείς να σταθείς χωρίς κινητό, χωρίς Internet, σου επιβάλλουν οι ρυθμοί να είσαι σε συνεχή σύνδεση. Η επιστήμη, όταν δεν υπηρετεί τον άνθρωπο αλλά τον εαυτό της, κινδυνεύει να φτάσει στην ύβρη. Οταν μπαίνει στη διαδικασία να θεοποιήσει τον εαυτό της. Αυτό δεν οδηγεί πουθενά. Η σοφία και η σύνεση είναι αρετές. Χρειάζεται πνευματική καλλιέργεια, ώστε να μπορείς να διακρίνεις μέχρι πού μπορείς να φτάσεις. Διαφορετικά μπορεί να οδηγηθείς σε πολύ δυστοπικές καταστάσεις, ειδικά όταν την επιστήμη τη χρηματοδοτούν άνθρωποι που καταβάλλονται από μανία εξουσίας και την εκμεταλλεύονται με κακόβουλες προθέσεις είτε για να χειραγωγήσουν είτε για να «υποδουλώσουν» έναν λαό, μία κοινωνία. Αισθάνομαι ότι κάποιες φορές κολυμπάμε σε θολά νερά».

Θέλετε να μας δώσετε ένα παράδειγμα;

«Με τρομάζει ο υπερανθρωπισμός. Για παράδειγμα, ότι ίσως σε μερικά χρόνια ένα ζευγάρι να μπορεί να «παραγγέλνει» εργαστηριακά το παιδί του. Οτι μπορεί να υπάρχουν κατάλογοι που θα λένε «θα ήθελα ένα παιδί που θα γίνει αθλητής ή επιστήμονας». Πολλά πράγματα διαφημίζονται ως εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Εμφυτεύματα, άνθρωποι που θα αναβαθμίζονται ψηφιακά, που θα κουρδίζονται και θα σετάρονται με τις τάσεις της εποχής και με τις επιθυμίες τους. Αυτή τη στιγμή διαβάζω ότι δίνονται πολύ μεγάλα κονδύλια σε ερευνητικά προγράμματα ώστε η επιστήμη να νικήσει τον θάνατο. Αντιλαμβάνομαι ότι ο άνθρωπος θέλει να θεοποιήσει τον εαυτό του, όμως στην προσπάθειά του να γίνει ανθρωποθεός γίνεται τελικά ένας σκύλος που κυνηγάει την ουρά του».

Η επίτευξη της αθανασίας γιατί είναι κάτι αρνητικό; Για εσάς ο θάνατος νοηματοδοτεί τη ζωή;

«Οι Αγιοι Πατέρες λένε στην Ορθοδοξία ότι εάν πεθάνεις πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις όταν πεθάνεις. Εχει μεγάλη σημασία πώς αντιμετωπίζεις τη ζωή σου. Οταν μπαίνεις σε μία ανεξέλεγκτη πορεία και θεοποιείς τον εαυτό σου, όταν θα έρθει η φθορά, θα σε κάνει τρελό όσο και να την παρατείνεις, όσο και να προσπαθήσεις να τη μεταλλάξεις. Ο θάνατος, σύμφωνα με την παράδοσή μας, νικήθηκε μόνον με την Ανάσταση του Χριστού. Εγώ σε αυτό πιστεύω».

Εσείς μπήκατε ποτέ στη διαδικασία να «θεοποιήσετε» τον εαυτό σας;

«Υπάρχουν στιγμές που μπορεί να χάσεις την μπάλα. Και εκεί χρειάζεται να έχεις ανθρώπους που να σε ξυπνάνε. Να σου ρίξουν ένα «χαστούκι» να συνέλθεις, να σου πουν την αλήθεια. Δεν μπορείς να ορίζεις μόνος σου τα πράγματα. Είμαστε ελλειμματικές φύσεις και έτσι βυθιζόμαστε στην εγωπάθεια».

Εσείς λάβατε τέτοια «χαστούκια»;

«Ναι, από την Εφη. Είμαστε συνοδοιπόροι, γνωρίζουμε ο ένας τον άλλον. Οπότε όταν ένας νιώσει ότι ο άλλος ξεφεύγει, έρχεται το καμπανάκι».

Το καλοκαίρι με τα «Βατράχια» ζήσατε μαζί για μία ακόμη φορά μια μεγάλη θεατρική επιτυχία. Πόσο σας επηρέασε;

«Κοιτάξτε, εμείς περνάμε δύσκολα στην περίοδο των προβών. Είναι πολύ σκληρή εργασία για να γεννηθεί μία παράσταση. Είναι μία επώδυνη περίοδος, που απαιτεί ιδιαίτερο μόχθο. Χαρήκαμε που τα «Bατράχια» είχαν ανταπόκριση, αλλά αμέσως μπήκαμε στο επόμενο έργο. Αυτή τη στιγμή λοιπόν βρισκόμαστε σε μία καταβύθιση στον κόσμο του Μπουλγκάκοφ και ελπίζουμε αυτό που βλέπουμε εμείς σε αυτό το έργο να επικοινωνηθεί».

Εχετε αγωνία εάν η παράστασή σας θα αρέσει;

«Εχουμε την αγωνία να συνειδητοποιήσουμε τι μας έχει αγγίξει πρώτα εμάς σε αυτό το έργο, ώστε να το αποτυπώσουμε θεατρικά. Δηλαδή όλοι οι συντελεστές να μπορέσουμε να καταθέσουμε κάτι προσωπικό. Αυτό είναι νομίζω το πιο σημαντικό, να καταθέσεις την προσωπική σου ματιά και νομίζω ότι εάν αυτή η κατάθεση είναι ειλικρινής θα αγγίξει και τον άλλον».

Με την Εφη Μπίρμπα συνεργαστήκατε για πρώτη φορά το 2009. Επειτα από 14 χρόνια, έχοντας ανεβάσει Μπέκετ, Ντοστογέφσκι, Θερβάντες, Σαίξπηρ, Αριστοφάνη, νιώσατε ποτέ ότι αυτή η κοινή πορεία μπορεί να σας εγκλωβίζει καλλιτεχνικά τον έναν στον άλλον;

«Οχι. Σας είπα οι πρόβες είναι μία επίπονη διαδικασία. Είναι σαν να κάνουμε μία γέννα κάθε ήμερα. Την ίδια στιγμή, αυτή η γέννα έχει μία άγρια ομορφιά. Καταδυόμαστε τώρα στην «Kαρδιά του σκύλου». Εχουμε ένα υλικό. Πρέπει να δούμε πώς θα το αποτυπώσουμε. Πώς, παράδειγμα, γίνεται μία ιατρική εξέταση; Πώς τη βιώνουμε; Τι σημαίνει να είσαι σκύλος, να είσαι ένα ζώο;».

Αλήθεια, πώς είναι να υποδύεσαι έναν σκύλο, τον Σάρικ, που μεταμορφώνεται στον Σαρίκοφ, ένα τέρας;

«Εχω ερμηνεύσει ξανά χαρακτήρα σκύλου, στη «Μήδεια» του Παπαϊωάννου. Σε αυτό το έργο αγαπώ ότι ο σκύλος έχει μία ελεύθερη απόδοση, πιο άναρχη. Δεν μπορείς να τον κατατάξεις κάπου. Την ίδια στιγμή που μπαίνει σε μία φόρμα, την αποδομεί. Πρέπει να είμαι ένας περφόρμερ που λέει την ιστορία ενός σκύλου, από τη ματιά ενός σκύλου. Και αυτό το πλάσμα άλλες φορές είναι σκύλος, άλλοτε αφηγητής, άλλοτε ένα εξανθρωπισμένο ζώο. Περνάει από διάφορα στάδια ερμηνευτικά, και αυτό με γοητεύει. Ο Μπουλγκάκοφ δημιουργεί ένα περιβάλλον εντελώς λοξό, εκκεντρικό. Το γέλιο, η φάρσα υπάρχουν από γραφής στο κείμενο, μέσα από μια μετατοπισμένη ρεαλιστικότητα».

Μακριά από τη μαγεία του θεάτρου, αυτή τη στιγμή η Μέση Ανατολή φλέγεται. Πώς αισθάνεστε βλέποντας όλες αυτές τις εικόνες που μας κατακλύζουν;

«Προσπαθώ να μην τις βλέπω, γιατί δεν τις χωράω. Δεν μπορώ να τις διαχειριστώ. Τι να πω επάνω σε αυτό; Λέμε ότι εξελισσόμαστε, ότι βρισκόμαστε στο 2023, ότι υπάρχει πρόοδος, αλλά ο άνθρωπος ακόμα πολεμάει. Θέλει να κατακτήσει κάποιον, κάτι. Είναι συνεχώς σε μία διαδικασία να διεκδικεί, με κόστος τελικά την ίδια την ανθρώπινη ζωή. Οπως λέει και ο Αγιος Ιουστίνος, πρόκειται για μία μεταμφιεσμένη οπισθοδρόμηση. Είμαστε εγκλωβισμένοι στην ύλη. Τώρα η σύγκρουση Ισραήλ και Παλαιστίνης είναι μία ιστορία χρόνων, σκοτεινή. Δεν έχω ασχοληθεί, αλλά πιστεύω ότι εάν υπήρχε καλή πρόθεση θα βρισκόταν λύση…».

Οπως το είπατε, η ανθρωπότητα μένει στάσιμη…

«Δεν μένει στάσιμη, γίνεται ακόμη χειρότερη. Πρόκειται για μεταμφιεσμένη οπισθοδρόμηση. Γιατί νομίζουμε ότι είμαστε μια πολιτισμένη κοινωνία, ενώ είμαστε ανθρωποφάγοι κανίβαλοι. Κανίβαλοι ντυμένοι με μια πολύ ωραία αισθητική. Ταξιδεύουμε, μεταφερόμαστε πολύ εύκολα από το ένα μέρος στο άλλο, δεν μοχθούμε για τα βασικά και την ίδια στιγμή σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον, με τη διαφορά ότι το κάνουμε «ανώδυνα». Παλαιότερα δηλαδή κατασπάραζες τον άλλον κόβοντάς του το κεφάλι, τώρα το κάνεις ανώδυνα από το σπίτι σου».

Στέλνοντας μία βόμβα…

«Πέρα από τη βόμβα. Αναρωτιέμαι εάν ζούμε σε ολοκληρωτικά καθεστώτα σήμερα. Με μια άλλη μορφή. Κεκαλυμμένη. Είμαστε ελεύθεροι να πούμε την άποψή μας, για παράδειγμα;».

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Οδυσσέας Ελύτης: «Οι εξουσίες είναι, κατά κανόνα, εχθρικές προς την Τέχνη»

ΤΟ ΒΗΜΑ

02.11.202304:30

Γιάννης Θ. Διαμαντής

Ο σπουδαίος ποιητής μιλά για την τέχνη του, την πρόσληψή του από τους νέους και την εξουσία

odys e1634539021434

Στις 2 Νοεμβρίου 1911 γεννιέται ο Οδυσσέας Αλεπουδέλλης, που αργότερα, με το όνομα Οδυσσέας Ελύτης, θα γίνει γνωστός ως ένας από τους σπουδαιότερους έλληνες ποιητές.

Όπως γράφει η Νίνα – Μαρία Πασχαλίδου στο «ΒΗΜΑ» «ο Οδυσσέας Ελύτης πρωτοπαρουσίασε το έργο του σε ηλικία 23 χρόνων στο περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα» τον Νοέμβριο του 1935.

»Ηταν μια σειρά ποιημάτων τα οποία χαρακτηρίστηκαν από τον Γιώργο Θεοτοκά «σαν μυστηριακό ξημέρωμα στο Αιγαίο». Η λογοτεχνική του αφύπνιση ήρθε όταν φοιτητής της Νομικής διάβασε ένα βιβλίο του ποιητή Πολ Ελυάρ.

»Ως τότε, όπως ομολογεί ο ίδιος στα «Ανοιχτά χαρτιά» το 1974, θεωρούσε την ποίηση «ένα φλύαρο και ανιαρό ρυθμοκόπημα. Τα ποιήματα χρησίμευαν για να μιλάνε για τα βουνά ή τα ποτάμια και να λεν κοινοτοπίες».

»Ο Ελυάρ τού αλλάζει την αντίληψη αυτή, του συστήνει μια καινούργια γλώσσα και μια νέα μέθοδο έκφρασης. Στο πλαίσιο αυτής της «γνωριμίας» θα συναντηθεί με τους Σεφέρη, Θεοτοκά, Κατσίμπαλη και Καραντώνη, ιδρυτές του περιοδικού «Τα Νέα Γράμματα», οι οποίοι θα τολμήσουν να συμπεριλάβουν τα ποιήματα του νέου φίλου τους και ποιητή».

Έκτοτε μέσα από μια μακρά πορεία και σπάνιας αξίας έργο θα φτάσει μέχρι την «κατάκτηση» του Νομπέλ Λογοτεχνίας, το 1979.

Στις 27 Ιανουαρίου 1973, με την Χούντα των Συνταγματαρχών να βρίσκεται ακόμα στην εξουσία, ο Οδυσσέας Ελύτης μιλάει στα «ΝΕΑ» και τον Γιώργο Κ. Πηλιχό για την τέχνη του, το καθήκον των ποιητών και τις εξουσίες.

Screenshot 2023 11 01 at 1.42.37 PM 1024x304 1

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 27.1.1973, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

 

 

Η ποίηση και η ελπίδα

«[Οι αναγνώστες] βλέπουν [στην ποίηση] την ασυμβίβαστη στάση. Την πίστη στον Ελληνισμό. Την αναζήτηση μιας ελπίδας. Για ένα καλύτερο κόσμο.

»Ένα κόσμο απαλλαγμένο απ’ αυτά ακριβώς που μας καταπιέζουν. Απ’ αυτά που μας δημιουργούν τα άγχη και μας οδηγούν στο αδιέξοδο.

»Φυσικά, την ελπίδα τη δίνουν και οι πολιτικές παρατάξεις. Αλλά η ελπίδα των ποιητών είναι κάτι άλλο. Φτάνει από το συγκεκριμένο αίτημα στη μεταφυσική, τη θρησκευτική σχεδόν ανάγκη για λύτρωση.

Οδυσσέας Ελύτης

Ο Ελύτης και οι νέοι

«Παρ’ όλα όσα μου καταμαρτυρούνε, μηνύματα υπάρχουν στην ποίησή μου, κάποτε μάλιστα πολύ διαφανή. Αλλά πάντοτε με τον ποιητικό τρόπο που είναι έμμεσος για τον κόσμο της λογικής και άμεσος για τον κόσμο των ιδεών και των αισθημάτων.

»Γι’ αυτό οι νέοι είναι, πράγματι, το κατ’ εξοχήν κοινόν μου. Γιατί είναι ακόμη σε θέση να “πιάνουν” πράγματα με τη διαίσθησή τους. Μου κάνει εντύπωση ότι οι συνομήλικοί μου, όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο επιφυλακτικοί είναι απεναντί μου.

»Έχουν σταματήσει σ’ ένα σημείο, σε μια μονόπλευρη αντίληψη για την αποστολή της Ποίησης. Θα έλεγε κανείς ότι υποφέρουν από μια “ποιητική βαρηκοΐα” που μοιάζει αθεράπευτη.

»Ειλικρινά, βρίσκομαι σε πλήρη ασυνεννοησία με τους συνομηλίκους μου (συναδέλφους ή κριτικούς) και σε πλήρη συνεννόηση με τους αναγνώστες μου, τους άγνωστους, και κυρίως τους νέους. Εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν.

»Αλλά μιλώ για τον κανόνα. Δεν θέλω να δημοκοπήσω αλλά δόξα τω Θεώ, έχω γνωρίσει νέους που ακούνε μίλια μακρυά. Έτσι εξηγούνται μερικά πράγματα που φαίνονται στην αρχή παράξενα.

Οι στύλοι της ποίησής του

(…)

»Ένας από τους βασικούς στύλους στην ποίησή μου στάθηκε ανέκαθεν η αίσθηση της ελευθερίας πάνω απ’ όλων των ειδών τις Εξουσίες. Η βασιλεία του έρωτα, επίσης.

»Η αντικατάσταση του όπλου από το λουλούδι, επίσης. Θα το βρήτε ονομαστικά στο “Άξιον εστί”. Χάρηκα όταν κάποτε ένας από τους φίλους μου του Παρισιού μου είπε ότι, αν οι φοιτητές ξέρανε ελληνικά θα χρησιμοποιούσανε πολλούς στίχους μου, τον ιστορικό εκείνο Μάιο

»Αυτό όμως δεν θα πη ότι ξεκίνησα να κάνω συνειδητά μου Χιππισμό ή κάτι ανάλογο. Οι δικές μου επιδιώξεις είναι άλλες. Απλώς συμβαίνει κάποτε ο ποιητής να “πιάνη” ακόμη και εν αγνοία του, μερικές αλήθειες που βρίσκονται στον άερα».

Το καθήκον του ποιητή

»(…) Του Σολωμού (…) του καταμαρτυρούσανε ότι δεν πήγε στο Μεσολόγγι, αλλά καθόταν απ’ αντίκρυ κι έγραφε στίχους.

»Τώρα, τι θα ήταν προτιμότερο, να προστεθή ένας πολεμιστής στους άλλους ή να γραφτούν οι “Ελεύθεροι Πολιορκημένοι”; Αυτό είναι το ζήτημα.

»[Το καθήκον του ποιητή είναι] να ρίχνη σταγόνες φως μες στο σκοτάδι. Να γίνεται, με το παράδειγμα της ζωής και του έργου του, πρότυπο καθαρότητος.

»Που σημαίνει, να μη συμβιβάζεται. Να μη συνεργάζεται με ανθρώπους ή καταστάσεις που δεν εγκρίνει. (…) Σκυλίσια επιμονή, που χρειάζεται για ν ‘ αντέξη κανείς στις σημερινές απάνθρωπες κοινωνίες. Χωρίς να λυγίση. Χωρίς να ποντάρη στα εύκολα αισθήματα.

»Ο αληθινός ποιητής τάσσεται πάντοτε με τα δύσκολα, και ξέρη ότι, ίσα – ίσα γι’ αυτό, δεν θάχη ποτέ καμμιάν ανταμοιβή. Να ποιο ήταν ένα από τα κεντρικά μοτίβα του “Άξιον εστί”, και να με συγχωρήτε που αναφέρομαι στον εαυτό μου.

(…)

Για τις εξουσίες

«Όλες οι Εξουσίες, όλων των ειδών, είναι, κατά κανόνα, εχθρικές προς την Τέχνη. Μη σας ξεγελάνε τα ιδρύματα, τα βραβεία και τα τέτοια. Στο βάθος, ο καλλιτέχνης είναι ύποπτο κι επικίνδυνο πρόσωπο για τους κρατούντες.

»Γιατί ο καλλιτέχνης, αν είναι αληθινός καλλιτέχνης (και αυτός συνήθως υποφέρει), τάσσεται με την αλήθεια. Και η αλήθεια δεν συμπίπτει με τα συμφέροντα.

»Και τα συμφέροντα είναι ζυμωμένα με τις Εξουσίες. Φυσικά, υπάρχουνε αποχρώσεις. Εκεί όπου οι Δημοκρατίες λειτουργούν όσο γίνεται πιο σωστά, όπου επιτυγχάνουν μιάν εξισορρόπηση, όπως στη Γαλλία ή την Αγγλία, παραδείγματος χάρη, είναι λιγώτερα τα παραδείγματα καταπίεσης.

»Αντίθετα, όσο απομακρυνόμαστε δεξιά ή αριστερά, στην Ισπανία ή στη Σοβιετική Ένωση, οι περιπτώσεις πληθαίνουν. Τι να γίνη; Χρειάζεται γενναιοφροσύνη!

»Από την αρχαία εποχή οι εξορίες παίρνουν και δίνουν. Μια φορά που παραπονιόμουνα στον Πικασσό, με κύτταξε, θυμάμαι, με τα μεγάλα, μαύρα μάτια του, σαν ν’ απορούσε, και μου είπε: “Δεν χαίρεστε; Αν τα καθεστώτα δεν ήταν συντηρητικά, πώς θα μπορούσαμε του λόγου μας νάμαστε επαναστάτες;”.

»Και έσκασε στα γέλια. Φαντάζομαι, για να μη βάλη τα κλάματα!».

Τεπελένι, Υψωμα 1206, 18 Μαρτίου 1941

ΑΠΟΨΕΙΣ

Κατέγραφε µε επιμέλεια στο μικρό σημειωματάριο όλα τα περιστατικά και στοιχεία που τον αφορούσαν ως στρατιώτη. Σε έναν κίτρινο φάκελο διατηρούσε τα στρατιωτικά και ιατρικά έγγραφά του. Τίποτα άλλο, μόνο αυτά. Τα βρήκα πρόσφατα. Στρατιώτης, τραυματίας και κατά δική του εγγραφή «παλαίμαχος» ετών 24. Ανάπηρος πολέμου. Ορφανός από πατέρα, γιος προσφυγοπούλας, μεγάλωσε και ανδρώθηκε στα προσφυγικά στις Τζιτζιφιές, μονώροφο αριθμός 50. Στις 28 Οκτωβρίου 1940 παρουσιάσθηκε στο 1ον Σύνταγμα Πεζικού, επιστρατευθείς ως έφεδρος υποδεκανέας. Ντύθηκε στο Χαλάνδρι και τοποθετήθηκε στον Β΄ όρχο Πυροβολικού. Διοικητής του ο έφεδρος λοχαγός Μιλτιάδης Παγιατάκης, σημειώνει. Εκείθεν, μετατέθηκε στο 36ο Σύνταγμα πεζικού στη Λαμία, 3ο Τάγμα, 3ης πολυβολαρχίας.

Προσπαθώ να διαβάσω τις επιγραμματικές σημειώσεις του. Διοικητής του συντάγματος ο Αντισυνταγματάρχης Ι. Δημοκωστούλας, Ταγματάρχης του 3ου τάγματος Π. Μπακάκος και στη συνέχεια Αθανάσιος Ρουμελιώτης. Λοχαγός του ο Μιχαήλ Πανουργιάς. Αναζητώ περισσότερα στοιχεία ανατρέχοντας στον πολύτιμο τόμο «Η Ελληνική Αντεπίθεσις» της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού (1966). Ο Ιωάννης Δημοκωστούλας, διοικητής του 36ου Συντάγματος Λαμίας πήρε ενεργό μέρος στην ελληνική αντεπίθεση. Το Απόσπασμά του, που υπαγόταν στο Β΄ Σώμα Στρατού, πρωτοστάτησε στην απελευθέρωση της Πρεμετής, στις 3 Δεκεμβρίου 1940. Εκεί ήταν και ο έφεδρος με αριθμό στρατολογικού μητρώου 4830, με ειδικότητα «σκοπευτής οπλοπολυβόλου». Πολεμώντας έφθασαν στα στενά της Κλεισούρας και μετά στο Τεπελένι. Κατά την εαρινή αντεπίθεση των Ιταλών ο υποδεκανέας τραυματίσθηκε σοβαρά από βλήμα όλμου στο Τεπελένι, Υψωμα 1206, στις 18 Μαρτίου 1941. Χειρουργήθηκε στο πρώτο πεδινό νοσηλευτικό χειρουργικό τμήμα στη Μονή Βελλάς όπου παρέμεινε μέχρι τις 12 Απριλίου 1941. Εν τω μεταξύ, στις 9 Απριλίου, μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς είχε αρχίσει η κατάρρευση του μετώπου. Στις 20 Απριλίου υπογράφηκε από τον Γ. Τσολάκογλου η ταπεινωτική συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς κατακτητές.

Ο στρατιώτης με αριθμό μητρώου 4830 σοβαρά τραυματισμένος μεταφέρθηκε οδικώς στο νοσοκομείο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού στην Αρτα. Εκείθεν μέσω Πρέβεζας «διά του πλωτού νοσοκομείου ΑΝΔΡΟΣ», όπως σημειώνει, μεταφέρθηκε στο Λουτράκι με προορισμό το Σισμανόγλειο Στρατιωτικό Νοσοκομείο όπου έμεινε μέχρι τις 3 Μαΐου 1941. Το Ζάππειο Μέγαρο λειτουργούσε τότε ως νοσοκομείο. Εκεί έμεινε τέσσερις μήνες μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1941. Ποτέ όμως δεν έβγαλε από το μυαλό του το «δικό» του Αρεταίειο (2ον Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών) όπου έζησε με διαδοχικά χειρουργεία νοσηλευόμενος επί τέσσερα χρόνια. Κάθε φορά που περνούσε μπροστά από το Αρεταίειο νοσοκομείο τον κυρίευε ένα μοναδικό συναίσθημα, σκίρτημα και θλίψη. Εχω μπροστά μου το εξιτήριο με ημερομηνία 4 Αυγούστου 1945, με υπογραφή του επίατρου Π. Παπανδριανού. Πέντε ολόκληρα χρόνια μετά την επιστράτευσή του στις 28 Οκτωβρίου 1940.

Ταυτότητες, χαρτιά, δικαιολογητικά. Η λεγόμενη ταυτότητα παραχώρησε τη θέση της στο Δελτίον Ταυτότητος Αναπήρου Πολέμου. Εκδόθηκε από τον διευθυντή του Αρεταίειου στις 21 Μαΐου 1942. Βαθμός αναπηρίας 80%. Από 1ης Μαρτίου 1942 του απονεμήθηκε Δίπλωμα Απονομής Πολεμικής Συντάξεως και το ποσόν των 3.000 δραχμών μηνιαίως. Η ιδιότητα του αναπήρου πολέμου ήταν πάντοτε κυρίαρχη και καταλυτική σε όλη του τη ζωή. Προς το τέλος όμως με καμάρι έφερε τον τίτλο του επίτιμου διευθυντή του υπουργείου Οικονομικών. Ανέβηκε με αντιξοότητες όλα τα σκαλοπάτια της δημοσιοϋπαλ-ληλικής ιεραρχίας.

Εφεδρος υποδεκανέας με ειδικότητα «σκοπευτής οπλοπολυβόλου». Κατά την εαρινή αντεπίθεση των Ιταλών τραυματίσθηκε σοβαρά από βλήμα όλμου. «Παλαίμαχος» ετών 24. Ανά- πηρος πολέμου.

Στις 28 Οκτωβρίου 1999, πρέσβης ήμουν τότε στην Αλβανία, έζησα τη μοναδική εμπειρία εκφωνώντας τον Πανηγυρικό στο νεκροταφείο πεσόντων του 1940-41 στους Βουλιαράτες. Με δέος ένιωθα ότι τους έβλεπα πιο πάνω προς το Τεπελένι. Εκείνους που έπεσαν και παρέμεναν άταφοι μέχρι τώρα, εκείνους που επέστρεψαν και εκείνους που τους έφεραν πίσω τραυματίες. Νοητά αντίκρυ στο Υψωμα 1206. Τον χαιρέτησα. Τον είχαμε οριστικά αποχαιρετήσει το 1984.

Ο έφεδρος υποδεκανέας, Ανάπηρος Πολέμου Παναγιώτης Μαλλιάς του Ιωάννου με Αριθμό Απόφασης 2414, Τεπελένιον-Αλβανίας, ήταν ο πατέρας μου.

* Ο κ. Αλέξανδρος Π. Μαλλιάς είναι πρέσβης επί τιμή.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση