07-07-26 Καθορισμός εξεταστέας ύλης για το έτος 2027 για τα μαθήματα που εξετάζονται πανελλαδικά για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση αποφοίτων Γ΄ τάξης Ημερήσιου Γενικού Λυκείου και Γ΄ τάξης Εσπερινού Γενικού Λυκείου


Φόρτωση PDF…

Οδηγίες διδασκαλίας για τα φιλολογικά μαθήματα Λυκείου σχολικού έτους 2025-26

 


Φόρτωση PDF…


Φόρτωση PDF…


Φόρτωση PDF…


Φόρτωση PDF…


Φόρτωση PDF…


Φόρτωση PDF…

Καθορισμός εξεταστέας ύλης για τα μαθήματα των Α’, Β’ και Γ’ τάξεων Γενικού Λυκείου που εξετάζονται γραπτώς στις προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις για το σχολικό έτος 2025-2026.

https://www.esos.gr/arthra/95070/i-exetastea-yli-ton-mathimaton-b-kai-g-taxeon-genikoy-lykeioy-proagogikon-kai


Φόρτωση PDF…

Οδηγίες για τη διδασκαλία του μαθήματος της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας του Ημερήσιου και του Εσπερινού Γενικού Λυκείου για το σχολικό έτος 2023_2024


Φόρτωση PDF…


Φόρτωση PDF…

Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας των Α’, Β’ και Γ’ τάξεων Γυμνασίου.

https://www.esos.gr/arthra/82680/programma-spoydon-arhaias-ellinikis-glossas-kai-grammateias-ton-avkai-g-taxeon


Φόρτωση PDF…

 

Οδηγίες για τη διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων στο Γυμνάσιο για το σχολικό έτος 2022-23

https://dide-new.flo.sch.gr/odigies-didaskalias-kai-didaktea-yli-ton-mathimaton-sto-gymnasio-gia-to-2022-2023/

Α. ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ


Φόρτωση PDF…

Β. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ


Φόρτωση PDF…

Γ. ΙΣΤΟΡΙΑ


Φόρτωση PDF…

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΛΥΚΕΙΟY Οδηγός Εκπαιδευτικού


Φόρτωση PDF…

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ & ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ Ο.Π.Α.Σ. ΟΔΗΓΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ σύμφωνα με το νέο ΠΣ


Φόρτωση PDF…

Ο μύθος του Θευθ στην εποχή της ΤΝ

Από το αφιέρωμα των Νέων Εποχών του Βήματος : Η αιώνια γοητεία των κλασσικών 

13.05.2026

Του Φραντσέσκο Σκαλόρα

Η γραφή υπήρξε ίσως η πιο καθοριστική εφεύρεση στην εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Κι όμως, η δική της καθιέρωση, παρά τη χρησιμότητά της, φαίνεται ότι αρχικά προκάλεσε αντιδράσεις και δυσπιστία. Το γεγονός αυτό μπορεί να μας φαίνεται παράδοξο, όπως ίσως παράδοξες θα φανούν στο μέλλον οι επιφυλάξεις με τις οποίες αντιμετωπίζεται σήμερα η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης (TN) στις πρακτικές διατήρησης και μετάδοσης της γνώσης.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στον Φαίδρο (274c-275e), ο Πλάτωνας βάζει στο στόμα του Σωκράτη έναν χαρακτηριστικό μύθο. Πρωταγωνιστής είναι ο θεός Θευθ, που ζούσε στη Ναύκρατι της Αιγύπτου επί βασιλείας Θαμούν. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Θευθ παρουσιάστηκε μια μέρα στο παλάτι για να επιδείξει στον βασιλιά τις εφευρέσεις του, πεπεισμένος ότι άξιζαν να διαδοθούν σε ολόκληρο τον αιγυπτιακό λαό.

Ανάμεσα στις διάφορες εφευρέσεις, ξεχώριζε η τέχνη της γραφής. Προκειμένου να αναδείξει τη σημασία της, ο Θευθ υποστήριζε ότι η γραφή θα καθιστούσε τους Αιγυπτίους σοφότερους και θα ενίσχυε τη μνήμη τους. Ο Θαμούν, ωστόσο, απάντησε επιφυλακτικά: «Πολύτεχνε Θευθ, άλλος έχει τη δύναμη να γεννάη τις τέχνες, κι άλλος πάλι να κρίνη πόσο θε να βλάψουν και θε να ωφελήσουν εκείνους που μέλλουν να τις μεταχειρισθούν. Και συ τώρα, σαν πατέρας των γραμμάτων, από εύνοια είπες το αντίθετο απ’ εκείνο που αυτά μπορούν.

Γιατί τα γράμματα στις ψυχές εκείνων που θα τα μάθουν, θα φέρουν λησμονιά, μια και αυτοί θα παραμελήσουν τη μνήμη τους, γιατί από εμπιστοσύνη στη γραφή θα φέρνουν τα πράγματα στη μνήμη τους απ’ έξω με ξένα σημάδια, όχι από μέσα από τον εαυτό τους τον ίδιο. Ωστε δεν ευρήκες το φάρμακο για τη μνήμη την ίδια, αλλά για το να ξαναφέρνης κάτι στη θύμηση. Κι από τη σοφία δίνεις στους μαθητές σου μια δόκηση, κι όχι την αλήθεια· γιατί έχοντας πολλά ακούσει χωρίς να τα διδαχθούνε θάχουν τη γνώμη πως ξέρουνε πολλά, ενώ είναι ανίδεοι στα πιο πολλά και φορτικοί στη συντροφιά τους, και θα έχουν γίνει αντίς σοφοί δοκησίσοφοι» (μτφρ. Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου, εκδ. Εστία 2013).

Ο μύθος του Θευθ είχε ιδιαίτερη σημασία στην Ελλάδα του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ., όταν η γραφή άρχισε σταδιακά να υποκαθιστά την προφορικότητα ως κυρίαρχο μέσο διατήρησης και μετάδοσης της γνώσης. Σήμερα, υπό διαφορετικές συνθήκες αλλά με ανάλογες ανησυχίες, καλούμαστε να αναστοχαστούμε τα οφέλη και τους κινδύνους της ΤΝ: μιας επαναστατικής τεχνολογικής τομής που, όπως κάθε ανατροπή τάξεων και ισορροπιών, προκαλεί προβληματισμό.

Η ΤΝ παράγει κείμενα, συνοψίζει και αναδιατυπώνει αφηγήσεις με εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα. Ωστόσο, δεν διαθέτει κατανόηση του βαθύτερου νοήματος του περιεχομένου που επεξεργάζεται. Δεν αντιλαμβάνεται τι παραλείπει όταν απλουστεύει, ούτε μπορεί να αξιολογήσει τη σημασία αυτών των παραλείψεων.

Η λειτουργία της βασίζεται στην επεξεργασία δεδομένων και όχι στη βιωματική κατανόηση. Σε κάθε πράξη σύνοψης, ανθρώπινη ή μη, αφαιρείται ό,τι κρίνεται μη απαραίτητο, με αποτέλεσμα να συρρικνώνεται η πολυπλοκότητας της εμπειρίας. Η διαφορά έγκειται στο ότι η τεχνητή νοημοσύνη το επιτυγχάνει με πρωτοφανή ταχύτητα και συνέπεια.

Ο μηχανισμός, ωστόσο, παραμένει ίδιος: η εξάλειψη της τριβής και της σύγκρουσης, εκεί ακριβώς όπου κινείται το συναίσθημα, καλλιεργείται η σκέψη και διαμορφώνεται η γνώση. Σε αυτό το σημείο αναδύεται και η σύγκλιση με το πλατωνικό χωρίο: όπως κάθε μορφή γνώσης που δεν έχει διανύσει τη διαλεκτική πορεία, έτσι και τα προϊόντα της ΤΝ – θα έλεγε ο Σωκράτης – μοιάζουν να «στέκονται μπροστά σου σαν να είναι ζωντανά», αλλά «αν τα ρωτήσης, σιωπούνε με πολλή σοβαροφάνεια».

Γιατί, άραγε, διαβάζουμε ακόμη τους «κλασικούς»; Τι μπορούν να μας διδάξουν στην εποχή της ΤΝ; Το πρώτο ζήτημα είναι η αποσαφήνιση του ίδιου του όρου. Ετυμολογικά, η λέξη «κλασικός» (λατ. primae classis) δηλώνει εκείνον που ανήκει σε ανώτερη κοινωνική τάξη. Σήμερα, ωστόσο, χρησιμοποιείται με ασάφεια: παραπέμπει κυρίως στον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο, ενώ ταυτόχρονα υποδηλώνει κάτι διαχρονικά ανυπέρβλητο. Παράλληλα, «κλασικά» θεωρούνται και τα έργα των Τολστόι, Ουγκό, Μαντσόνι και Θερβάντες, όχι μόνο εκείνα του Αριστοτέλη ή του Σενέκα.

Ισως, μάλιστα, θα ήταν προτιμότερο να μιλάμε για «αρχαίους», με καθαρά ιστορικούς όρους. Μια τέτοια προσέγγιση διευρύνει το πεδίο πέρα από τους Ελληνες και τους Ρωμαίους, ώστε να περιλάβει και άλλους πολιτισμούς, όπως τους Αιγύπτιους του Θαμούν, τους Ινδούς και τους Κινέζους· κόσμους με τεράστια ιστορική και γεωγραφική έκταση, δύσκολα αποτυπώσιμη στο σύνολό της. Ετσι υποχωρεί η ιδέα ότι οι «κλασικοί» μπορούν να προσφέρουν μια ενιαία και οριστική αλήθεια.

Εκείνο που όμως απομένει είναι κάτι πιο ουσιαστικό: οι πολιτισμοί αυτοί εξακολουθούν να μας ενδιαφέρουν επειδή μαθαίνουμε πώς τελειώνει ένας κόσμος και τι είναι αυτό που επιβιώνει μετά το τέλος του.

O κύριος Φραντσέσκο Σκαλόρα διδάσκει Νέα Ελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβα.

Ερωτήματα από τον 20ό αιώνα

Ενας αριθμός…

6,5 χρόνια έζησε η Ντόλι, που υπεβλήθη σε ευθανασία τον Φεβρουάριο του 2003 λόγω σοβαρών προβλημάτων στους πνεύμονές της.

Τριάντα χρόνια πριν, δεν είχαμε όλες και όλοι κινητά, το Internet δεν βρισκόταν σε κάθε σπίτι, δεν ξέραμε τι θα πει 5G, apps και roaming. Αν μη τι άλλο, όποιος σκεφτόταν κάτι σαν το Chat GPT εκείνα τα χρόνια θα το χρησιμοποιούσε σε σενάριο ταινίας επιστημονικής φαντασίας. Κι όμως, ήταν τότε, το 1996, σαν σήμερα στις 5 Ιουλίου, που κάπου στη Σκωτία γεννήθηκε η Ντόλι, το πρώτο θηλαστικό που κλωνοποιήθηκε από ένα κύτταρο ενήλικου ζώου.

Αντιδράσεις

Οπως ήταν αναμενόμενο, η είδηση – που μάλιστα έγινε γνωστή σχεδόν έναν χρόνο αργότερα – προκάλεσε πλήθος αντιδράσεις και ερωτήματα. Υπάρχουν όρια στην επιστήμη; Πόσο κοντά είμαστε στο να κλωνοποιηθεί ένας άνθρωπος; Αν μια τεχνολογία μπορεί να αντιγράφει τη ζωή, πώς ξέρουμε ότι δεν βρίσκεται στα λάθος χέρια;

Ξανακοιτώντας τα ερωτήματα για την Ντόλι, μοιάζει ότι εξέφραζαν ανησυχίες που ξεπερνούσαν τις διαθέσιμες τότε δυνατότητες της επιστήμης. Υπό μία έννοια, περισσότερο βοήθησαν να αποκτήσει επιπλέον ορατότητα ο κλάδος της βιοηθικής παρά απέτρεψαν πιθανές επιπλοκές από τη γέννηση του «πιο διάσημου προβάτου του κόσμου», όπως μάλλον σωστά χαρακτηρίστηκε η Ντόλι.

Ωστόσο, τρεις δεκαετίες μετά, και με την τεχνολογική έκρηξη των τελευταίων ετών να έχει μεταλλάξει ζωές, δουλειές και οικονομίες, τα ερωτήματα που τέθηκαν στα τέλη του 20ού αιώνα επανέρχονται με πιο ουσιαστικό περιεχόμενο.

Υπάρχουν άραγε όρια στην επιστήμη; Σε έναν ιδανικό κόσμο δεν θα υπήρχαν. Η ανθρωπότητα θα αφηνόταν ελεύθερη να προσπαθεί για περισσότερη υγεία, περισσότερη ευημερία, περισσότερη επάρκεια αγαθών, μεγαλύτερη κατανόηση του Σύμπαντος. Αλλά αυτός δεν είναι ένας ιδανικός κόσμος. Είναι ένας τόπος και μια εποχή όπου ξοδεύονται σωρεία χρημάτων και εργατοωρών για το πώς θα ανακαλυφθούν αποτελεσματικότεροι τρόποι αλληλοεξόντωσης και για το πώς θα ελεγχθεί η πληροφορία.

Οπότε, ναι, υπάρχουν όρια στην επιστήμη και θα έπρεπε να υπάρχουν και κανόνες για αυτά. Αλλά μάλλον ισχύει κι εδώ αυτό που ισχύει για το έγκλημα: αυτοί που παραβαίνουν τους νόμους είναι κατά κανόνα ένα βήμα πιο μπροστά από αυτούς που προσπαθούν να αποτρέψουν την παραβίασή τους.

Πόσο κοντά είμαστε στην κλωνοποίηση του ανθρώπου; Οσο κοντά επιτρέπει η καθεμία και ο καθένας μας κάνοντας εθελοντικά το πειραματόζωο μιας νέας εποχής. Διότι, εντάξει, εδώ η βιοηθική κρατάει τις αντιστάσεις της όσον αφορά τη βιολογία του πράγματος, ωστόσο η εποχή της ψηφιακής κλωνοποίησης έχει ήδη αρχίσει με τη συμμετοχή μας, απλά μένει να γίνει… υψηλής ευκρίνειας. Η αυξανόμενη χρήση των AI agents, των ψηφιακών βοηθών που προς το παρόν μαθαίνουν να εκτελούν για λογαριασμό μας τις πιο διεκπεραιωτικές ασχολίες μας, μοιάζει μια «καλή» βάση.

Ταυτόχρονα και εμείς, με παραχώρηση στοιχείων και εικόνων σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μηχανές αναζήτησης και εφαρμογές χτίζουμε οικειοθελώς τα δικά μας άβαταρ. Ή έστω έτσι μας βλέπει η τεχνητή νοημοσύνη. Ενα άθροισμα των ψηφιακών ψηφίδων που της δίνουμε, ώστε να ξέρει με τι περιεχόμενο να μας δελεάσει για να πάρει περισσότερα στοιχεία. Ακούγεται λιγότερο τρομακτικό από ό,τι είναι.

30.000 χρόνια

Και, τέλος, πώς ξέρουμε ότι μια ισχυρή τεχνολογία δεν θα πέσει στα χέρια των λάθος ανθρώπων; Εδώ μάλλον αξίζει να επιστρατεύσουμε το κλασικό πια «follow the money». Οταν σε έναν τέτοιο κόσμο ακραίων ανισοτήτων μαθαίνουμε ότι κάποιος έγινε τρισεκατομμυριούχος, τότε ξέρουμε και την απάντηση στην ερώτηση, και δεν είναι και τόσο ευχάριστη. (Για να συνειδητοποιήσει κανείς τι είναι το τρισεκατομμύριο, ας σκεφτεί ότι 1 τρισ. δευτερόλεπτα είναι πάνω από 30.000 χρόνια.)

Η Ντόλι έζησε πριν από 30 χρόνια χωρίς να έχει συνείδηση ότι συμβαίνει κάτι περίεργο στη ζωή της. Μπορεί αυτό να είναι ένα κοινό που έχουμε με την Ντόλι…

Μονόλογοι οι διάλογοι και τα λόγια λίγα

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Με τις λέξεις ο νους συλλαμβάνει τον κόσμο. Αυτές ορίζουν το εύρος του, αλλά και τα αναστήματα των ανθρώπων. Δεν νοείται εκείνοι να προοδεύουν και η ομιλία να φθίνει. Και όμως. Πλέον μιλάμε όλο και λιγότερο. Οχι μόνο. Συνδιαλεγόμαστε μέσα από κανάλια και υπό συνθήκες που διαστρεβλώνουν τον λόγο και τροποποιούν δραματικά τη γεωγραφία της δημόσιας σφαίρας.

Μελέτη του Πανεπιστημίου της Αριζόνας, η οποία διεξήχθη σε δύο φάσεις με απόσταση 15 ετών (δημοσιεύθηκε στο Perspectives on Psychological Science), έδειξε ότι κάθε χρόνο μειώνεται κατά περίπου τρεισήμισι εκατοντάδες ο αριθμός των λέξεων που εκφέρουν ημερησίως άνδρες και γυναίκες. Οι άλλοτε 16.000 εκφερόμενες λέξεις την ημέρα μέσα σε μια δεκαπενταετία έγιναν 12.700. Δηλαδή ο προφορικός λόγος του καθενός μας χάνει 120.000 λέξεις τον χρόνο. Και όσο πιο νέος είναι κάποιος, τόσο πιο λιγομίλητος. Αν στους άνω των 25 η απώλεια είναι 314 λέξεις την ημέρα, στους κάτω των 25 είναι 452. Προτιμούμε την εύκολη σύντομη ταχεία ψηφιακή επικοινωνία από την ομιλία. Οχι μόνο. Λόγω της ψηφιοποίησης της ζωής, έχουν εκλείψει οι πολλές μικρές καθημερινές αλληλεπιδράσεις, οι τυχαίες συνομιλίες στη γειτονιά, με τον παντοπώλη, τον ταμία, τον περιπτερά, τον ταχυδρόμο, τον γείτονα, τον άνθρωπο στον δρόμο από τον οποίο θα ζητήσουμε πληροφορίες. Και έχει χαρίσματα ο προφορικός λόγος, που ο πληκτρολογημένος στερείται: τη ζωντανή παρουσία, τον αυθορμητισμό της διά ζώσης συνομιλίας, τα μηνύματα διά του σώματος και του βλέμματος… Η φυσική συζήτηση με ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε, λένε οι επιστήμονες, αποκαλύπτει μικρόκοσμους, βελτιώνει τη διάθεση, δίνει μια αίσθηση ικανοποίησης από τη ζωή.

Η αλγοριθμική λογοκρισία αποπροσανατολίζει τον όποιο διάλογο και χειραγωγεί τη δημόσια σφαίρα.

Η μαζική ενδιαίτηση στα κοινωνικά δίκτυα όχι μόνο δεκατίζει τον προφορικό λόγο, αλλά και τροποποιεί συλλήβδην το επικοινωνιακό μας σύμπαν. Με τρόπο καταστροφικό για τη δημοκρατία. Τα σόσιαλ, οι πολλά υποσχόμενοι ταχείς, ανοιχτοί, συμμετοχικοί μηχανισμοί δημόσιας διαβούλευσης και κοινωνικής αφύπνισης (Αραβική Ανοιξη, Black Lives Matter, #MeToo) κατέληξαν να διέπονται ολοκληρωτικά από αδιαφανή κερδοσκοπικά αλγοριθμικά συστήματα που καθορίζουν ποιος ακούγεται και υπό ποιους όρους, τι μεταδίδεται και τι αποσιωπάται. Διότι οι πλατφόρμες κυνηγούν όχι την αξιοπιστία αλλά το κέρδος διά της αύξησης της διαφημιστικής αξίας τους με τη μέγιστη δυνατή εμπλοκή των χρηστών. Αγκίστρι, η προώθηση του πλέον θορυβώδους, σοκαριστικού, παραπλανητικού, κατασκευασμένου, εξοργιστικού, πολωτικού περιεχομένου. Η αλγοριθμική λογοκρισία, οι θάλαμοι ηχούς που εγκλείουν τους χρήστες σε κοινότητες ομοϊδεατών και συναισθηματικά τους πολώνουν, με συνέπεια να μισούν την άλλη πλευρά αντί απλώς να διαφωνούν μαζί της, η ώθηση στο τρολάρισμα, σε έναν ελαφρόμυαλο μηδενισμό, η τοξική ασυναρτησία, η ατελεύτητη κακοφωνία, πνίγουν τις πιο αδύναμες φωνές, ακυρώνουν την επικοινωνιακή δύναμη των ακηδεμόνευτων ανθρώπων και την έννοια της κοινής γνώμης, παραμορφώνοντας σοβαρά τη δημόσια σφαίρα. Τη διαιρούν σε ανταγωνιστικά κοινά, το καθένα ικανό να αγνοεί τα άλλα. Οπως λέει ο Χαράρι, «οι δημοκρατίες πεθαίνουν όχι μόνο όταν οι άνθρωποι δεν είναι ελεύθεροι να εκφραστούν, αλλά και όταν δεν είναι πρόθυμοι ή ικανοί να ακούσουν». Συντελείται μια δυσοίωνη μείωση της αλλοτινής δύναμης του λόγου, που είναι για το πνεύμα ό,τι η ανάσα για το σώμα. «Κοιτάξτε τα χείλη μου, έλεγε ο Ελύτης, από αυτά εξαρτάται ο κόσμος». Πια δεν εξαρτάται. Και φθίνει η ικανότητα διάκρισης μεταξύ αυταρχισμού και δημοκρατίας, η δυνατότητα διόρθωσης των σφαλμάτων όσων βρίσκονται στην εξουσία.

Τα όρια του λόγου σηματοδοτούν τα όρια της σκέψης. Οταν αυτός συρρικνώνεται κι εκείνη στενεύει. Χωρίς τον λόγο, η σκέψη είναι βουβή. Η ουσία της δημοκρατίας, έλεγε ο Χάμπερμας, είναι ο διάλογος και σκοπός του η κατανόηση μεταξύ των ανθρώπων. Μια γνήσια διαβουλευτική δημοκρατία, πρέσβευε, προϋποθέτει μια δημόσια σφαίρα ισχυρή και με αρχές. Σήμερα βρισκόμαστε πολύ μακριά από αυτήν την «ηθική του λόγου» στην πράξη, από την ειλικρινή αμφίδρομη αλληλεπίδραση μεταξύ των ανθρώπων. Δεν υφίσταται δημοκρατικό διαλέγεσθαι, εκείνη η ειρηνική προστριβή, η συμφωνημένα πλαισιωμένη και με κανόνες οριοθετημένη, αφού ποτέ –αλγοριθμικά– δεν αμφισβητούνται οι πεποιθήσεις κανενός. Και πληθαίνουν οι αγκυροβολημένοι στο αλάνθαστο, οι κλεισμένοι στα ιδεολογικά φρούριά τους. Σίσυφοι όσοι πασχίζουν να συντηρηθεί μια στοιχειώδης αχειραγώγητη επικοινωνία, να εξαχθεί αλώβητο το πιο μικρό κομμάτι αλήθειας. Το βασίλειο του ορθού λόγου δύει.

Πώς ήταν η ζωή μιας αυτοκράτειρας στο Βυζάντιο: Δεν έμενε ποτέ στη σκιά του θρόνου

Πολλοί έως και σήμερα έχουν τη λανθασμένη εντύπωση πως οι γυναίκες των Βυζαντινών αυτοκρατόρων συνήθιζαν να ζουν στη «σκιά» του συζύγου τους, πλην ίσως ελαχίστων εξαιρέσεων

7′ 56″ χρόνος ανάγνωσης
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Πολλοί έως και σήμερα έχουν τη λανθασμένη εντύπωση πως οι γυναίκες των Βυζαντινών αυτοκρατόρων συνήθιζαν να ζουν στη «σκιά» του συζύγου τους, πλην ίσως ελαχίστων εξαιρέσεων. Οτι παρέμεναν έγκλειστες στα πολυτελή βασιλικά διαμερίσματα, περνώντας τον χρόνο τους ανάμεσα σε κυρίες επί των τιμών, ευνούχους, ευλαβείς κληρικούς και δασκάλους που μεριμνούσαν για το μορφωτικό τους επίπεδο. Ωστόσο η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Η δομή της βυζαντινής αυτοκρατορίας επιφύλασσε ξεχωριστή θέση για την πρώτη κυρία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Κατά τη διάρκεια της υπερχιλιόχρονης Ιστορίας της, η βυζαντινή αυτοκράτειρα είχε κύρος, τελετουργική παρουσία και, σε κρίσιμες περιόδους, πραγματική πολιτική εξουσία. Μπορεί να ζούσε μέσα σε έναν κόσμο αυστηρών κανόνων, συμβόλων και ιεραρχίας, αλλά δεν αποτελούσε ένα απλό στολίδι του θρόνου. Ηταν μέρος του ίδιου του μηχανισμού της αυτοκρατορικής εξουσίας. Αποκαλούνταν «αυγούστα», τίτλο που έλαβε για πρώτη φορά η Λιβία, χήρα του Οκταβιανού, το 14 μ.Χ. Αργότερα ο όρος επεκτάθηκε σε κόρες, μητέρες, γιαγιάδες, ακόμη και σε ανιψιές των ηγεμόνων, με αποτέλεσμα ολόκληρη η οικογένεια να αποκαλείται εντέλει Domus Augusta (Αυγούστειος Οίκος). Οι μελέτες έχουν δείξει πως κατείχε μια σειρά δικαιωμάτων ως προς την άσκηση της εξουσίας, που δεν τα συναντάς εύκολα σε άλλες αυτοκρατορίες.

Στέψη πριν από τον γάμο

Οπως εύστοχα επισημαίνει ο αείμνηστος Γάλλος ιστορικός Charles Diehl (1859-1944), το όνομα του οποίου σημειωτέον έχει δοθεί σε δρόμο της Θεσσαλονίκης, τα δικαιώματα αυτά δεν τα αποκτούσε εξ αντανακλάσεως, επειδή δηλαδή ήταν απλώς η γυναίκα του ηγεμόνα, αλλά γιατί στην ίδια την τελετή στέψης της, η οποία ήταν ανεξάρτητη από τον γάμο, λάμβανε τα σύμβολα της εξουσίας. Να τονιστεί σε αυτό το σημείο πως το μυστήριο του γάμου επόταν της στέψης. Κατά συνέπεια αποκτούσε την ιδιότητα της ηγεμονίδας μέσω μιας πράξης που προηγούνταν του θρησκευτικού μυστηρίου και ήταν διακριτή από αυτό.
Με άλλα λόγια, πρώτα αναγνωριζόταν ως πρόσωπο που μετείχε στο αυτοκρατορικό κύρος και έπειτα γινόταν σύζυγος με την εκκλησιαστική έννοια του όρου. Σε ένα κράτος όπου ο αυτοκράτορας παρουσιαζόταν ως εκλεκτός του Θεού και προστάτης της ορθής πίστης, η δημόσια στέψη της γυναίκας που θα στεκόταν δίπλα του προσέδιδε στην παρουσία της μια βαρύτητα που ξεπερνούσε κατά πολύ τον ιδιωτικό χώρο του γάμου.

Πώς ήταν η ζωή μιας αυτοκράτειρας στο Βυζάντιο: Δεν έμενε ποτέ στη σκιά του θρόνου-1
Πίνακας του Georges Jules Victor Clairin, που φιλοτεχνήθηκε το 1902 και αναπαριστά την αυτοκράτειρα Θεοδώρα.

Το περίφημο «Βιβλίο των Τελετών» («De Cerimoniis»), που συντάχθηκε υπό την εποπτεία του τέταρτου κατά σειρά αυτοκράτορα της δυναστείας των Μακεδόνων Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου (905-959), μας επιτρέπει να αντιληφθούμε καλύτερα τον κόσμο εκείνης της εποχής. Στις σελίδες του αποτυπώνεται μια κοινωνία όπου η αυτοκρατορική εξουσία εκφραζόταν μέσα από πομπές, ακροάσεις, υποδοχές ξένων ηγεμόνων, εορτές, εκκλησιασμούς και αυστηρές ιεραρχίες. Η αυτοκράτειρα δεν βρισκόταν έξω από αυτό το σύστημα. Αντιθέτως είχε συγκεκριμένη προνομιούχα θέση, καθώς το πρωτόκολλο προέβλεπε την παρουσία της σε συγκεκριμένες τελετές καθώς και σε στιγμές κατά τις οποίες το παλάτι ήθελε να δείξει προς τα έξω συνοχή, συνέχεια και μεγαλείο. Ετσι, η αυγούστα γινόταν μέρος μιας ευρύτερης σκηνοθεσίας της εξουσίας, που είχε ως στόχο να πείσει τους πάντες ότι η αυτοκρατορία ήταν θεόθεν, νόμιμη και σταθερή.

Σε ποιες περιπτώσεις έπαιρνε την εξουσία στα χέρια της

Η βασίλισσα του Βυζαντίου κάτω από ορισμένες περιστάσεις μπορούσε να ασκήσει σχεδόν πλήρη εξουσία. Σε περίπτωση που ο αυτοκράτορας ήταν ανήλικος, μπορούσε να αναλάβει την αντιβασιλεία, όπως έπραξε για παράδειγμα η Ειρήνη η Αθηναία από το 780 μέχρι το 790 μ.Χ., ώσπου να ενηλικιωθεί ο γιος της Κωνσταντίνος ΣΤ΄. Η Ειρήνη, πέρα από τα τυπικά καθήκοντα μιας μητέρας που προστάτευε προσωρινά τα δικαιώματα του παιδιού της, αναμείχθηκε ενεργά στη διακυβέρνηση, συγκρούστηκε με ισχυρές ομάδες της αυλής και του στρατού, και όταν οι σχέσεις της με τον γιο της δοκιμάστηκαν και έφθασαν στο σημείο της ανοιχτής σύγκρουσης κατά την ενηλικίωσή του, επέστρεψε στην εξουσία ως συναυτοκράτειρα. Μάλιστα από το 797 έως το 802 κυβέρνησε μόνη της, σε μια από τις πιο εντυπωσιακές περιπτώσεις γυναικείας βασιλείας στη μεσαιωνική ιστορία, υπογράφοντας δύο από τις νομοθετικές πράξεις της με τον ανδρικό αυτοκρατορικό τίτλο «πιστός βασιλεύς».

Πώς ήταν η ζωή μιας αυτοκράτειρας στο Βυζάντιο: Δεν έμενε ποτέ στη σκιά του θρόνου-2
Τελετή επιλογής νύφης από τον αυτοκράτορα Θεόφιλο. Το έργο δημιουργήθηκε το 1889 από τον Βρετανό καλλιτέχνη Val Cameron Prinspep.

Αντιβασιλέας μπορούσε να γίνει η αυγούστα και στις περιπτώσεις που ο αυτοκράτορας ήταν ασθενής ή όταν, λόγω ηλικίας, πολέμου ή πολιτικής κρίσης, δεν μπορούσε να ασκήσει ο ίδιος αποτελεσματικά τη διακυβέρνηση. Σε περίπτωση απουσίας του ηγεμόνα, ιδίως όταν εκείνος εκστράτευε μακριά από την Κωνσταντινούπολη, μπορούσε να λειτουργήσει ως τοποτηρήτρια της αυτοκρατορικής εξουσίας, ενώ σε περίπτωση χηρείας του θρόνου αναλάμβανε ρόλο στη μεσοβασιλεία ή και στην ίδια τη βασιλεία. Το Βυζάντιο, βεβαίως, δεν έπαψε ποτέ να είναι μια κοινωνία όπου οι άνδρες κυριαρχούσαν στη διοίκηση, στον στρατό και στην Εκκλησία· αυτό δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει. Ωστόσο η δυναστική νομιμότητα, η μητρότητα του διαδόχου, η πορφυρογέννητη καταγωγή ή η προσωπική ικανότητα μιας αυτοκράτειρας μπορούσαν να ανατρέψουν τους συνηθισμένους κανόνες και να της ανοίξουν τον δρόμο προς την εξουσία. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της πορφυρογέννητης Ζωής και της αδελφής της Θεοδώρας, των δύο θυγατέρων του Κωνσταντίνου Η΄ (960-1028), που κυβέρνησαν ως αυτοκράτειρες των Ρωμαίων στα μέσα του 11ου αιώνα.

Ποιοι βρίσκονταν στην αυλή της

Η αυλή της συζύγου του αυτοκράτορα απαρτιζόταν από πολυάριθμες γυναίκες που τη συνόδευαν και την υπηρετούσαν, αλλά και από ευνούχους (πρόσωπα που στο Βυζάντιο κατείχαν συχνά εξαιρετικά υψηλές θέσεις, ακριβώς επειδή θεωρούνταν ασφαλείς διαχειριστές της πρόσβασης προς τα αυτοκρατορικά πρόσωπα), αξιωματούχους, φρουρούς και υπηρέτες που μεριμνούσαν για την καθημερινή λειτουργία του οίκου. Με ιδιαίτερη προσοχή επιλέγονταν την ίδια ώρα οι πελεκιοφόροι και οι πρωτοσπαθάριοι φρουροί της, ώστε να νιώθει ασφαλής στις μετακινήσεις της.

Πώς ήταν η ζωή μιας αυτοκράτειρας στο Βυζάντιο: Δεν έμενε ποτέ στη σκιά του θρόνου-3
Η Θεοδώρα στον Ιππόδρομο. Ελαιογραφία του Jean Joseph Benjamin Constant, 19ος αιώνας.

Επικεφαλής του οίκου της ήταν ο μέγας κύριος του θαλάμου, ο οποίος συντόνιζε τους θαλαμηπόλους, τους συμβούλους και τους κλητήρες που βρίσκονταν υπό τις διαταγές της. Επικεφαλής των γυναικών που βρίσκονταν στο πλευρό της ήταν η κυρία επί των τιμών, η οποία μπορούσε να κατέχει το εξαιρετικά υψηλό αξίωμα της ζωστής πατρικίας. Το αξίωμα αυτό θεσπίστηκε από τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, που βασίλευσε από το 829 έως το 842 μ.Χ., προκειμένου να τιμήσει την πεθερά του Θεοκτίστη.

Διαχειριζόταν προσωπική περιουσία

Κατά τη διάρκεια του φαγητού, η αυτοκράτειρα είχε τον δικό της μέγα κύριο του τραπεζιού και τον προσωπικό οινοχόο, ενώ σχεδόν όλες έδιναν ιδιαίτερη σημασία στην εξωτερική τους εμφάνιση. Στο Βυζάντιο, η δημόσια όψη του αυτοκρατορικού προσώπου λειτουργούσε ως σύμβολο της ίδιας της αυτοκρατορίας. Τα ενδύματα, τα κοσμήματα, το στέμμα, τα μαργαριτάρια, τα χρυσοκέντητα υφάσματα και η πορφύρα δήλωναν ιεραρχία, δύναμη και θεϊκή εύνοια. Αν παρατηρήσει κανείς το περίφημο ψηφιδωτό της Ραβέννας, στον Ιερό Ναό του Αγίου Βιταλίου, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα εικονίζεται με βασιλική πορφυρή χλαμύδα, πλούσια κοσμήματα και συνοδεία, απέναντι από τον σύζυγό της Ιουστινιανό τον Μέγα (482-565).
Λέγεται μάλιστα ότι η Θεοδώρα φρόντιζε με μεγάλη επιμέλεια την εμφάνισή της, ξυπνούσε αργά για να διατηρεί ξεκούραστο το πρόσωπό της και έκανε συχνά πολύωρα λουτρά για να κρατά τη φρεσκάδα του δέρματός της. Στην Ιστορία ωστόσο έμεινε για την πολιτική ευφυΐα της. Υπήρξε η στενότερη σύμβουλος του Ιουστινιανού και κατά τη Στάση του Νίκα, την οργανωμένη απόπειρα ανατροπής του αυτοκράτορα το 532 μ.Χ., που όταν ο σύζυγός της φέρεται να σκέφτηκε τη φυγή, εκείνη ήταν αυτή που τον έπεισε να μείνει στον θρόνο και να αντιμετωπίσει τους δεκάδες χιλιάδες στασιαστές σφάζοντάς τους στον Ιππόδρομο.
Η αυγούστα διέθετε επίσης προσωπική οικονομική περιουσία, την οποία μπορούσε να διαχειρίζεται χωρίς να ενημερώνει απαραιτήτως τον βασιλιά. Αυτό το στοιχείο είναι απολύτως κρίσιμο για να κατανοήσουμε τη θέση της. Στο Βυζάντιο οι γυναίκες, ιδίως των ανώτερων στρωμάτων, μπορούσαν να κατέχουν περιουσία, να συντάσσουν διαθήκες, να διαχειρίζονται προίκες και, σε περίπτωση χηρείας, να αναλαμβάνουν τον έλεγχο της οικογενειακής περιουσίας και την κηδεμονία των ανήλικων παιδιών. Για μια αυτοκράτειρα όλα αυτά αποκτούσαν ακόμη μεγαλύτερη σημασία, διότι η περιουσία δεν εξασφάλιζε απλώς άνεση, αλλά και επιρροή. Μέσω δωρεών, χορηγιών, ευεργεσιών και ιδρύσεων μονών μπορούσε να δημιουργεί δίκτυα υποστήριξης, να ανταμείβει πρόσωπα που στήριζαν το παλάτι, να ευεργετεί λογίους και να συνδέει το όνομά της με έργα ευσέβειας και κοινωνικής φροντίδας.

Πώς ήταν η ζωή μιας αυτοκράτειρας στο Βυζάντιο: Δεν έμενε ποτέ στη σκιά του θρόνου-4
Λεπτομέρεια ψηφιδωτού που αποτυπώνει την αυτοκράτειρα Θεοδώρα (Ιερός Ναός Αγίου Βιταλίου Ραβέννας, Ιταλία).

Οσες αυτοκράτειρες αγαπούσαν τα γράμματα περιστοιχίζονταν από έναν ολόκληρο κύκλο λογίων, οι οποίοι συνέθεταν γι’ αυτές ποιήματα, ρητορικά εγκώμια ή πεζά έργα λαμβάνοντας γενναιόδωρες αμοιβές. Η αυλή της αυτοκράτειρας μπορούσε έτσι να λειτουργήσει και ως κέντρο της πνευματικής ζωής. Η Αννα Κομνηνή (1083-1153), κόρη του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού και της Ειρήνης Δούκαινας, παρότι δεν υπήρξε η ίδια αυτοκράτειρα με τη στενή έννοια, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του μορφωτικού επιπέδου που μπορούσαν να έχουν οι γυναίκες της βασιλικής οικογένειας, καθώς συνέγραψε μεταξύ του 1137 και του 1148 την «Αλεξιάδα», ένα από τα σπουδαιότερα ιστορικά έργα του Μεσαίωνα που αποτελεί μια από τις σημαντικότερες πηγές για την Α′ Σταυροφορία.

Το μήνυμα που εξέπεμπε με τις επισκέψεις στην Αγία Σοφία

Το ίδιο το πρωτόκολλο έδινε στις αυτοκρατορικές συζύγους θέση στη δημόσια ζωή, καθώς μετείχαν στις επίσημες τελετές δίπλα στον βασιλιά. Οταν, δε, εκείνος εκστράτευε με τους άνδρες του σε τόπους μακρινούς, εκείνη πήγαινε να εκκλησιαστεί στην Αγία Σοφία με πολυάριθμη πομπή, υπενθυμίζοντας στους κατοίκους της πρωτεύουσας ότι η αυτοκρατορική εξουσία εξακολουθούσε να είναι παρούσα στην Κωνσταντινούπολη. Σε μια πόλη όπου ο υπέρλαμπρος Ιερός Ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας αποτελούσε τον κατεξοχήν χώρο συνάντησης της βασιλείας με την Εκκλησία, η αυγούστα που εισερχόταν με συνοδεία, ενδύματα και σύμβολα εξουσίας έστελνε σαφές μήνυμα συνέχειας και σταθερότητας.
Οταν, τέλος, επισκέπτονταν το βυζαντινό ανάκτορο ξένοι ηγεμόνες, πρεσβευτές ή υψηλοί αξιωματούχοι, η αυτοκράτειρα είχε και τότε ρόλο. Στεκόταν μαζί με τον αυτοκράτορα στην υποδοχή ή αναλάμβανε να περιποιηθεί τη γυναίκα του υψηλού επισκέπτη, ακολουθώντας ενίοτε ξεχωριστό πρόγραμμα. Η πρακτική αυτή θυμίζει, τηρουμένων των αναλογιών, τον ρόλο που έχουν και σήμερα οι σύζυγοι πρωθυπουργών και προέδρων όταν δέχονται υψηλούς επισκέπτες άλλων χωρών.

Πώς βλέπουν τη γενιά Ζ οι γονείς της

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, μια μεγάλη έρευνα της Orientum για τη Γενιά Ζ δίνει το λόγο σε αυτούς που τη μεγάλωσαν και τη ζουν: τους γονείς της. Τα αποτελέσματα είναι αποκαλυπτικά

πώς-βλέπουν-τη-γενιά-ζ-οι-γονείς-της-564293440(Εικονογράφηση: Φίλιππος Αβραμίδης)

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

«Όταν ο γιος μου, πριν από πέντε χρόνια, μου ανακοίνωσε ότι ήθελε να περάσει στη Φιλοσοφική, με έλουσε κρύος ιδρώτας· δεν ήθελα να έρθω σε αντιπαράθεση μαζί του, αλλά γνώριζα τη δυσκολία απορρόφησης των αποφοίτων και ήμουν αντίθετος», θυμάται σήμερα ο 52χρονος Σωτήρης, βιολόγος στο επάγγελμα, που μένει στα νότια προάστια. «Έκτοτε ο γιος μου με αιφνιδιάζει ευχάριστα με την ωριμότητα και τη συνέπειά του· πέρασε με την πρώτη στην Αθήνα, άρχισε να εργάζεται ήδη από το καλοκαίρι μετά τις Πανελλήνιες, παρακολουθεί ανελλιπώς τη σχολή, ενώ έχει ήδη επιλέξει διατμηματικό μεταπτυχιακό, για να συνδυάσει τη γλωσσολογία με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Μου λέει: “Μπαμπά, μην ανησυχείς, πριν αποφασίσω οτιδήποτε κάνω έρευνα”».

Η δημόσια συζήτηση σχετικά με την Generation Z παραμένει ζωηρή εδώ και χρόνια. Άλλοι τη χαρακτηρίζουν ανυπόμονη και απαιτητική, άλλοι δημιουργική, ευαισθητοποιημένη και ευπροσάρμοστη. Ωστόσο, ανάμεσα στις αναλύσεις των ειδικών και τα αμέτρητα άρθρα, απουσιάζει η φωνή αυτών που τους γνωρίζουν καλύτερα, αυτών που τους διαμόρφωσαν: των γονέων τους.

Η Orientum, με περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στον επαγγελματικό προσανατολισμό και στη συμβουλευτική σταδιοδρομίας, επέλεξε να διερευνήσει τη νοοτροπία και τις αξίες των Zoomers, εφήβων και νέων μεταξύ 14 μέχρι 29 ετών, μέσα από τα μάτια των γονέων τους. Ως εκ τούτου, σχεδίασε και υλοποίησε πανελλαδική έρευνα με δείγμα 2.154 γονέων στην Ελλάδα, που παρουσιάζει κατ’ αποκλειστικότητα το περιοδικό «Κ». Η παρουσίασή της πραγματοποιείται με τη συμμετοχή του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος ως Ακαδημαϊκού Συνεργάτη, στο πλαίσιο της ανάδειξης και της αξιοποίησης των ευρημάτων της έρευνας.

Όσοι απάντησαν ηλεκτρονικά στην έρευνα που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2025 και ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2026 ήταν ως επί το πλείστον γυναίκες, δηλαδή μητέρες κατά 75,1%, ένα στοιχείο που δεν εκπλήσσει. Ως προς την ηλικία, οι περισσότεροι συμμετέχοντες είναι από 50 έως 59 ετών (57,7%), παιδιά δηλαδή της «γενιάς X», η οποία διαμορφώθηκε σε πολύ διαφορετικές εργασιακές συνθήκες − αρκεί να αναλογιστούμε ότι έβγαιναν στην αγορά εργασίας όταν η Ελλάδα προετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ως προς το μορφωτικό τους επίπεδο, σχεδόν 3 στους 4 δήλωσαν ότι διαθέτουν πτυχίο ή και μεταπτυχιακό.

Το πρόβλημα με το ίντερνετ

Την εισβολή της τεχνολογίας, του διαδικτύου και των social media στη ζωή των παιδιών υποδεικνύουν οι γονείς ως την πηγή σχεδόν όλων των προβλημάτων τους. Ενδεικτικά, πάνω από τους μισούς (52,3%) αναφέρουν την ψηφιακή διάσπαση προσοχής ως την κατεξοχήν καθημερινή δυσκολία των Zoomers. Ακολουθεί το άγχος, που επηρεάζει την απόδοση (38,8%), η ανυπομονησία για το αποτέλεσμα (37,0%), η αναβλητικότητα (36,3%), η έλλειψη πειθαρχίας στη μελέτη (31,6%), η δυσκολία στον καθορισμό στόχων (28,8%), η δυσκολία συγκέντρωσης και η συχνή αλλαγή ενδιαφερόντων ή η δυσκολία δέσμευσης σε μικρότερα ποσοστά.

Πώς βλέπουν τη γενιά Ζ οι γονείς της-3

«Δεν είναι τυχαίο ότι η διάσπαση λόγω των ψηφιακών μέσων βρίσκεται στην κορυφή της λίστας. Τα παιδιά της Generation Z μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον συνεχών ερεθισμάτων και άμεσης πρόσβασης στην πληροφορία. Η πρόκληση σήμερα δεν είναι η έλλειψη πληροφοριών, αλλά η διαχείρισή τους και η ικανότητα διατήρησης της συγκέντρωσης σε έναν κόσμο που διεκδικεί διαρκώς την προσοχή μας», σχολιάζει ο Νίκος Παυλάκος, σύμβουλος σταδιοδρομίας και συνιδρυτής της Orientum.

«Η επαφή με το ίντερνετ εξελίσσεται σε εξάρτηση, όμως νομίζω ότι τουλάχιστον οι μεγαλύτεροι εξ αυτών συνειδητοποιούν το πρόβλημα», σχολιάζει η Χριστίνα, ιδιωτική υπάλληλος, μητέρα δύο αγοριών, 22 και 20 ετών. «Ο μικρός μου πολλές φορές, επιστρέφοντας από εξόδους, μου λέει “μαμά, κάναμε ένα challenge με τα παιδιά, κρύψαμε τα κινητά στις τσέπες μας όσο πίναμε καφέ”».

Η κοινωνική ζωή της γενιάς Ζ, πάντως, απασχολεί αρκετά τους γονείς τους. Η Χρύσα, ψυχολόγος από τη Θεσσαλονίκη, μητέρα δύο παιδιών 24 και 20 ετών, μας λέει ότι «έμαθαν και λόγω της πανδημίας να βλέπουν τον πλησίον ψηφιακά, δεν είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν κοινωνικές δεξιότητες και δυσκολεύονται πολύ να συνδεθούν, ακόμα και τα πιο κοινωνικά εξ αυτών. Η ανικανότητά τους να δημιουργούν σχέσεις φαίνεται ακόμα περισσότερο όταν αποφοιτούν και από το πανεπιστήμιο, γιατί παύουν να έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς με συνομηλίκους και τελικά δεν κατορθώνουν να κρατήσουν ζωντανές φιλίες από τα φοιτητικά χρόνια, όπως πρωτύτερα είχαν χάσει και τους φίλους από το σχολείο».

Το χάσμα των γενεών

Οι γονείς θεωρούν ότι αυτό που τους «χωρίζει» από τα παιδιά τους είναι κυριολεκτικά… η κοιλάδα της Σίλικον Βάλεϊ. Το 85,6% αναφέρει τη σχέση τους με την τεχνολογία ως το κυριότερο σημείο διαφοροποίησης, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από κάθε άλλη διάσταση. «Οι αξίες, οι στάσεις και οι αντιλήψεις κάθε γενιάς διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό από τα γεγονότα και τις συνθήκες που βιώνει κατά την εφηβεία και τη νεανική της ηλικία. Η γενιά Z μεγάλωσε εξ ολοκλήρου σε έναν ψηφιακό κόσμο, ενώ ταυτόχρονα βίωσε την οικονομική κρίση, την πανδημία και μια περίοδο αυξημένης κοινωνικής και οικονομικής αβεβαιότητας», σημειώνουν οι ερευνητές της Orientum.

Εν συνεχεία, οι γονείς εντοπίζουν σημαντικές διαφορές στις αξίες και στις προτεραιότητες ζωής (60,8%), καθώς και στη στάση απέναντι στην εργασία (40,9%). «Εμένα η γενιά Ζ με ξενίζει και δυσκολεύομαι να βρω σημεία επαφής», λέει με ειλικρίνεια η Άννα, ιδιωτική υπάλληλος, μητέρα ενός κοριτσιού 20 ετών και ενός αγοριού 17 ετών. «Είμαι άνθρωπος πολύ του καθήκοντος και η δική τους τάση να θέτουν σε προτεραιότητα τον εαυτό τους και τις ανάγκες τους συχνά μου γεννά αρνητικά συναισθήματα. Ξέρω ότι ίσως έχουν δίκιο και ενδεχομένως με αυτόν τον τρόπο σκέψης να πάνε πιο μπροστά από εμάς, αλλά δεν μπορώ να το διαχειριστώ συναισθηματικά». Από την πλευρά της, η Χριστίνα, έχοντας τόσο παιδιά όσο και συναδέλφους στη γενιά Ζ, διαπιστώνει επίσης ότι είναι πολύ επιρρεπείς στην ιδέα του εύκολου χρήματος. «Παρακολουθούν influencers και youtubers με επιτυχία και πιστεύουν ότι και εκείνοι θα μπορούσαν έτσι να γίνουν πλούσιοι».

Πώς βλέπουν τη γενιά Ζ οι γονείς της-6
Τι εφόδια πρέπει να έχουν τα παιδιά.

Συζητήσεις για το μέλλον

«Οι γονείς μπορεί να μη μιλούν την ίδια “γλώσσα” με τη γενιά Z σε όλα τα θέματα, όμως τα ευρήματα δείχνουν ότι δεν σταματούν να συνομιλούν ουσιαστικά μαζί της», σχολιάζει ο Σπύρος Μιχαλούλης, σύμβουλος σταδιοδρομίας και συνιδρυτής της Orientum. Το 70,3% των γονέων δηλώνουν ότι μπορούν να επικοινωνήσουν ουσιαστικά με το παιδί τους, ενώ το 62,8% αναφέρουν ότι το παιδί τους ακούει προσεκτικά. Ένα από τα θέματα συζήτησης είναι η επαγγελματική σταδιοδρομία. Το 36,2% των γονέων δηλώνουν ότι συζητούν για το επαγγελματικό μέλλον του παιδιού σχεδόν κάθε μήνα, το 31,6% μερικές φορές τον χρόνο, ενώ το 28,2% κάθε εβδομάδα! Το ύφος των συζητήσεων έχει σημαντικά διαφοροποιηθεί από το παρελθόν. «Η μητέρα μου δεν συμφωνούσε με τη δέσμη που είχα επιλέξει τότε, ούτε με τη σχολή που ήθελα», θυμάται η Άννα. «Ούτε εγώ συμφωνούσα με την επιλογή της κόρης μου, της είπα μία φορά την επιχειρηματολογία μου, αλλά δεν επανήλθα ποτέ ξανά».

«Οι γονείς μπορεί να μη μιλούν την ίδια “γλώσσα” με τη γενιά Z σε όλα τα θέματα, όμως τα ευρήματα δείχνουν ότι δεν σταματούν να συνομιλούν ουσιαστικά μαζί της». —Σπύρος Μιχαλούλης, συνιδρυτής Orientum

«Ποιος πρέπει να έχει τον τελικό λόγο για τις σπουδές και την καριέρα;» ρώτησαν οι ερευνητές και η συντριπτική πλειονότητα των γονέων (82,3%) απάντησαν: «Τον τελικό λόγο πρέπει να τον έχει το ίδιο το παιδί». Το 17,5% θεωρεί ότι η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται από κοινού από γονείς και παιδί. Σχεδόν κανένας γονέας δεν απαντά πως τον τελικό λόγο πρέπει να τον έχει εκείνος.

«Το βλέπουμε καθημερινά και στις συνεδρίες συμβουλευτικής σταδιοδρομίας. Οι περισσότεροι γονείς επιθυμούν να έχουν ενεργό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, χωρίς όμως να επιβάλλουν τη δική τους επιλογή. Αναζητούν τρόπους να υποστηρίξουν και να καθοδηγήσουν τα παιδιά τους, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η τελική απόφαση πρέπει να είναι δική τους», σχολιάζει ο κ. Παυλάκος. Ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό του δείγματος, 75,5%, έχει αναζητήσει συμβουλευτική και επαγγελματικό προσανατολισμό από ειδικούς. «Οι γονείς δεν χρειάζεται πλέον να γνωρίζουν μόνο ποιες σχολές έχουν επαγγελματική αποκατάσταση. Χρειάζεται να κατανοούν και το νέο περιβάλλον εργασίας, στο οποίο θα κληθούν να ενταχθούν τα παιδιά τους. Μια συνέντευξη εργασίας για έναν νέο της Generation Z μπορεί να περιλαμβάνει online assessments, προσομοιώσεις πραγματικών εργασιακών συνθηκών, ακόμα και στοιχεία gamification − διαδικασίες σχεδόν άγνωστες στις προηγούμενες γενιές», τονίζει ο ίδιος. Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, ο επαγγελματικός προσανατολισμός αποκτά άλλο νόημα· δεν αφορά την επιλογή ενός επαγγέλματος, αλλά την κατανόηση ενός νέου κόσμου.

Πώς βλέπουν τη γενιά Ζ οι γονείς της-8

Να μην πάθουν τα ίδια

Έχοντας οι ίδιοι διανύσει το μεγαλύτερο μέρος του επαγγελματικού τους βίου, έχοντας κυριολεκτικά περάσει από τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες των πολλαπλών κρίσεων, καλούνται να καθοδηγήσουν τα παιδιά τους, έτσι ώστε να κάνουν τις επιλογές που θα τους οδηγήσουν σε ό,τι για εκείνα αποτελεί επαγγελματική αλλά και προσωπική επιτυχία. Ενδεικτικό αυτής της εσωτερικής πάλης είναι ότι περισσότερο αγωνιούν μήπως τα παιδιά τους οδηγηθούν μακροπρόθεσμα σε εργασιακό burnout (48,4%) παρά στην ανεργία (40%)!

Ωστόσο, αυτό που τους κάνει να χάνουν τον ύπνο τους, όταν αναλογίζονται το επαγγελματικό μέλλον των παιδιών τους, είναι η οικονομική ανασφάλεια, απαντά το 70,6%. «Η Generation Z είναι η πρώτη γενιά που ενηλικιώθηκε μέσα σε μια αλληλουχία οικονομικών, κοινωνικών και τεχνολογικών αναταράξεων. Από την οικονομική κρίση και την πανδημία έως τον πληθωρισμό και την αβεβαιότητα που δημιουργούν οι τεχνολογικές εξελίξεις, οι νέοι καλούνται να σχεδιάσουν το μέλλον τους σε ένα περιβάλλον που αλλάζει διαρκώς», σχολιάζει ο κ. Μιχαλούλης. «Οι γονείς δεν ανησυχούν απλώς για το αν τα παιδιά τους θα βρουν δουλειά. Ανησυχούν για το αν θα μπορέσουν να χτίσουν μια αυτόνομη ζωή, να αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία και να σχεδιάσουν το μέλλον τους με ασφάλεια», προσθέτει ο κ. Παυλάκος. Επίσης, τους απασχολούν η είσοδος της τεχνητής νοημοσύνης και των τεχνολογικών αλλαγών (36%) στην αγορά εργασίας, η μετανάστευση στο εξωτερικό (26,2%) και οι κοινωνικές ανισότητες (23,7%).

«Οι γονείς δεν ανησυχούν απλώς για το αν τα παιδιά τους θα βρουν δουλειά. Ανησυχούν για το αν θα μπορέσουν να χτίσουν μια αυτόνομη ζωή». —Νίκος Παυλάκος, συνιδρυτής Orientum

«Λέω στον 24χρονο γιο μου να κυνηγήσει τη δουλειά των ονείρων του, αλλά, αν τη βρει και σταδιακά διαπιστώσει ότι τον εκμεταλλεύονται, να σηκωθεί και να φύγει, χωρίς δεύτερη σκέψη», τονίζει η Χρύσα. «Αν η επόμενη γενιά λειτουργήσει έτσι, πιστεύω ότι όχι μόνο θα προασπίσει την ψυχική της υγεία και την επαγγελματική της αξιοπρέπεια –πολύ καλύτερα απ’ ό,τι εμείς–, αλλά θα εκπαιδεύσει σταδιακά και τους εργοδότες στην Ελλάδα». Οι Zoomers έχουν σίγουρα δει την κατάρρευση των γονιών τους, συχνά λόγω φόρτου εργασίας αλλά και ανισοτήτων στην αγορά εργασίας. «Κάποτε ήμουν μαζί με την κόρη μου στο τρένο, εκείνη ήταν 15 και εγώ 45, και με ρώτησε “πώς είσαι, μαμά, γενικά;”. Κι εγώ παραδέχτηκα ότι ήμουν πολύ πιεσμένη στη δουλειά και μου έδωσε μια αποστομωτική απάντηση», θυμάται η Άννα. «Με συμβούλευσε να βάλω όρια και τον εαυτό μου σε προτεραιότητα». Η ίδια θεωρεί ότι οι Zoomers έχουν καταλάβει πώς σκέφτονται οι γονείς τους. «Έχουν δει τα τρωτά μας σημεία και μας έχουν συμπονέσει· αντίθετα, εμείς βλέπαμε τους γονείς μας σαν παντογνώστες, άτρωτους και άφθαρτους, ίσως ένα προφίλ που το καλλιεργούσαν οι ίδιοι ή η εποχή».

Πώς βλέπουν τη γενιά Ζ οι γονείς της-10

Απαραίτητα soft skills

Οι γονείς αυτών των παιδιών ιεραρχούν διαφορετικά τα προσόντα με τα οποία προσπαθούν να εφοδιάσουν τα παιδιά τους, θέτοντας τις «δεξιότητες ζωής» πιο ψηλά από τους ακαδημαϊκούς τίτλους. Σε αυτές συγκαταλέγονται τόσο τα περίφημα soft skills όσο και οι ξένες γλώσσες, οι τεχνολογικές γνώσεις αλλά και οι γνωριμίες… Συγκεκριμένα, η κατάταξη των γονέων είναι η εξής: 97,52% soft skills, 94,95% οι ξένες γλώσσες, 93,16% οι τεχνολογικές δεξιότητες, 88,8% η δικτύωση και οι επαγγελματικές γνωριμίες, 86,99% το πανεπιστημιακό πτυχίο και, τέλος, 83,58% ο μεταπτυχιακός τίτλος. «Ενθαρρύνω τα παιδιά μου να σπουδάσουν κάτι που τώρα νομίζουν ότι τους ταιριάζει, διευκρινίζοντάς τους ότι το πτυχίο δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε δουλειά, αλλά σε μόρφωση. Όταν δουν ότι αυτός ο τομέας δεν τους καλύπτει, να μη φοβηθούν να αλλάξουν», σχολιάζει η Άννα.

Το εύρημα αυτό αντανακλά μια ευρύτερη αλλαγή στην αντίληψή μας για την επαγγελματική επιτυχία και ευθυγραμμίζεται με τις διεθνείς τάσεις. Σύμφωνα με το Future of Jobs Report 2025 του World Economic Forum, δεξιότητες όπως η αναλυτική σκέψη, η δημιουργικότητα, η ανθεκτικότητα, η προσαρμοστικότητα και η διά βίου μάθηση συγκαταλέγονται στις σημαντικότερες για την αγορά εργασίας των επόμενων ετών.

«Το πτυχίο παραμένει σημαντικό, αλλά δεν αρκεί πλέον από μόνο του. Οι γονείς αναγνωρίζουν ότι η επαγγελματική επιτυχία εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τις δεξιότητες που επιτρέπουν στους νέους να προσαρμόζονται, να συνεργάζονται και να εξελίσσονται διαρκώς», σχολιάζει ο κ. Παυλάκος. Οι σπουδές στο εξωτερικό δεν θεωρούνται πανάκεια, ούτε ωστόσο δαιμονοποιούνται, αν και αξιοσημείωτη μερίδα των γονέων ανησυχούν για το φαινόμενο του brain drain. Σε ερώτηση για το πόσο σημαντικές τις θεωρούν, το 40,8% απαντά πολύ ή πάρα πολύ σημαντικές, το 36,4% μέτρια σημαντικές και το 22,8% λίγο ή καθόλου σημαντικές.

Επάγγελμα και ευτυχία

Παρότι οι γονείς εκφράζουν συχνά ανησυχία για τις επαγγελματικές προοπτικές της Generation Z, δεν φαίνεται να θεωρούν ότι η ασφάλεια, τα χρήματα ή το κοινωνικό κύρος πρέπει να υπερισχύουν των προσωπικών ενδιαφερόντων και της ευτυχίας του παιδιού. Περίπου δύο στους τρεις γονείς διαφωνούν με την άποψη ότι «το παιδί θα πρέπει να επιλέξει ένα επάγγελμα με σταθερότητα ή υψηλές οικονομικές απολαβές, ακόμα και αν αυτή η επιλογή δεν το εκφράζει πραγματικά». Το 73,4% δηλώνει ότι προτιμά το παιδί να ακολουθήσει αυτό που το κάνει πραγματικά ευτυχισμένο, ακόμα και αν θεωρείται επαγγελματικά επισφαλές, ενώ το 86,4% αναφέρει ότι μπορεί να στηρίξει την επιλογή του παιδιού του ακόμα και αν είναι αντίθετος.

Πώς βλέπουν τη γενιά Ζ οι γονείς της-12

Παράλληλα, οι απόψεις διίστανται ως προς τη σημασία του κύρους και της κοινωνικής καταξίωσης, κάτι που παλαιότερα αποτελούσε τον απόλυτο στόχο. Ταυτόχρονα, το 59,62% εκτιμά ότι η προσωπική του εργασιακή εμπειρία μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο οδηγό για το παιδί, που σημαίνει ότι οι γονείς αναγνωρίζουν τον ρόλο τους στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, αλλά τον αντιλαμβάνονται περισσότερο ως συμβουλευτικό και υποστηρικτικό. «Για δεκαετίες, η εικόνα του Έλληνα γονέα συνδεόταν με την αναζήτηση της σίγουρης δουλειάς, του κύρους και της επαγγελματικής ασφάλειας. Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι αυτή η εικόνα αλλάζει», σχολιάζει ο κ. Παυλάκος. «Ο γονέας που αποφασίζει για το παιδί του δίνει σταδιακά τη θέση του στον γονέα που ακούει, συζητά και στηρίζει το παιδί στις αποφάσεις του», παρατηρεί ο κ. Μιχαλούλης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση των γονέων απέναντι στην επιχειρηματικότητα, την οποία το 50,7% θεωρεί μια καλή προοπτική για το παιδί τους και το 35,2% την αντιμετωπίζει με ουδετερότητα. «Παρότι στη διαχρονική έρευνα της Orientum για τα επαγγελματικά ενδιαφέροντα των νέων η επιχειρηματικότητα καταγράφεται σταθερά ως η δημοφιλέστερη επαγγελματική κατηγορία, οι γονείς εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικοί».

Το δικό μου το παιδί

Αποκωδικοποιώντας τις απαντήσεις των γονέων, είναι ευδιάκριτο ότι η καθαρή τους κρίση «θολώνει» όταν πρόκειται για τις επαγγελματικές προοπτικές των δικών τους παιδιών και το μέλλον που διανοίγεται μπροστά του. Όταν, λοιπόν, ερωτώνται πώς βλέπουν τις σημερινές επαγγελματικές προοπτικές σε σύγκριση με εκείνες της δικής τους γενιάς, το 47% απαντά ότι είναι χειρότερες, το 37,7% ότι είναι καλύτερες. Συνεπώς, υπερτερεί κατά τι η ανησυχία, αλλά επί της ουσίας μάλλον κερδίζει η αμφιθυμία, άλλοι είναι αισιόδοξοι και άλλοι ανήσυχοι για το αύριο της νέας γενιάς. Όταν όμως η συζήτηση μεταφέρεται στο δικό τους παιδί, η εικόνα «ξεκαθαρίζει» και η αισιοδοξία κερδίζει έδαφος. Μόλις το 12,7% δηλώνει χαμηλή αισιοδοξία για τις επαγγελματικές του προοπτικές, περισσότεροι από ένας στους τρεις (35,5%) δηλώνουν πολύ ή πάρα πολύ αισιόδοξοι, ενώ το 51,8% δηλώνει μέτρια αισιόδοξο. Η αντίθεση αυτή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα: οι γονείς εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί απέναντι στις συνθήκες που αντιμετωπίζει η Generation Z συνολικά, αλλά σημαντικά πιο αισιόδοξοι όταν αναφέρονται σε εκείνες του παιδιού τους. Το εύρημα αυτό παραπέμπει στο φαινόμενο της «μη ρεαλιστικής γονεϊκής αισιοδοξίας» (unrealistic parental optimism), σύμφωνα με το οποίο οι γονείς τείνουν να αξιολογούν πιο θετικά τις προοπτικές του δικού τους παιδιού σε σχέση με εκείνες των συνομηλίκων του.

«Η πιο χαρακτηριστική περιγραφή της Generation Z δεν είναι τελικά μία μόνο λέξη», σχολιάζει ο κ. Παυλάκος. «Είναι μια γενιά με μεγάλες δυνατότητες, η οποία προσπαθεί να βρει τον δρόμο της σε έναν κόσμο που αλλάζει γρηγορότερα από ποτέ. Και αυτό είναι ίσως το στοιχείο που εξηγεί τόσο τις ανησυχίες όσο και τις ελπίδες που εκφράζουν οι γονείς μέσα από αυτή την έρευνα».

Η έρευνα της Orientum ξεκίνησε το 2025 και ολοκληρώθηκε το 2026. Το δείγμα αποτελείται από 2.154 γονείς παιδιών ηλικίας 12-27 ετών, με γεωγραφική κατανομή που αντικατοπτρίζει τον ελληνικό πληθυσμό. Το ερωτηματολόγιο περιλάμβανε κλειστές ερωτήσεις Likert, ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής και μία ανοιχτή ερώτηση ελεύθερης διατύπωσης. Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος της Έρευνας είναι το Αμερικανικό Κολλέγιο της Ελλάδος. 
Περισσότερα για την Orientum στο orientum.com

Μήπως υιοθετούμε σκυλιά επειδή δεν αντέχουμε την πραγματικότητα;

Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα κατοικίδιά τους ως «συναισθηματική υποδομή», με σκοπό να καλύψουν τα κενά της ζωής τους

2′ 16″ χρόνος ανάγνωσης

Δεν είναι ελληνικό το φαινόμενο. Είναι παγκόσμιο. Η αγορά των ζώων συντροφιάς χτυπάει κόκκινα την ίδια στιγμή που η γεννητικότητα καταρρέει. Ο σκύλος και η γάτα δεν είναι πλέον «κατοικίδια». Είναι μια ισχυρή συναισθηματική υποδομή. «Emotional infrastructure» την αποκαλούν οι ψυχολόγοι, σε μια απόπειρα να ερμηνεύσουν το γιατί όλο και περισσότεροι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα ζώα σαν παιδιά: ασφάλειες, pet psychologists, τούρτες γενεθλίων, pet hotels, wearable συσκευές που μετράνε ζωτικές λειτουργίες, διατροφολόγοι.

Η ιστορία της σχέσης ανθρώπου και ζώου δεν εξελίσσεται πια. Μεταλλάσσεται σε κάτι σχεδόν μεταφυσικό: μια συγκατοίκηση συναισθηματικής επιβίωσης. Η αγορά έχει βρει και τον κατάλληλο όρο: «Pet parenting»…

Για πολλούς ανθρώπους πλέον, τα κατοικίδια λειτουργούν ως υποκατάστατα. Ως μια μορφή σιωπηρής απάντησης σε ερωτήματα που δεν διατυπώνονται ποτέ δημόσια: Γιατί ζούμε μόνοι; Γιατί οι ανθρώπινες σχέσεις διαλύονται με την ευκολία ενός SMS; Γιατί η έννοια της οικογένειας μοιάζει όλο και περισσότερο με μια νοσταλγική ανάμνηση παρά με ένα σύγχρονο βίωμα;

Τα ζώα δεν ζητούν εξηγήσεις. Δεν σε κρίνουν για τις αποτυχίες σου, δεν κουβαλάνε μνήμες με τον τρόπο που το κάνει ένας άνθρωπος. Είναι η τελευταία μορφή αγάπης που φαίνεται αδιαπραγμάτευτη. Και αυτό, σε έναν κόσμο που ασφυκτιά από το άγχος για το μέλλον, μοιάζει με λύτρωση.

Αλλά δεν είναι.

«Οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να επενδύουν σε ρίσκα» έγραφε τις προάλλες ένας ψυχολόγος που κουράρει μοναχικούς εφήβους.

«Οι ασφαλείς σχέσεις μπορεί να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, αλλά δεν υποστηρίζουν την ανάγκη για εξέλιξη – και η εξέλιξη βρίσκεται μέσα στο ανθρώπινο γονίδιο. Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση της ασφάλειας, της ευκολίας, της ατραπού με τις μικρότερες αντιστάσεις – “the path of least resistance”. Γνωρίζουμε βέβαια ότι η μικρότερη δυνατή δαπάνη ενέργειας εξασφάλισε την επιβίωσή μας· αλλά συνδυαζόταν πάντα με μια εσωτερική ώθηση για εξερεύνηση και διεύρυνση της ανθρώπινης εμπειρίας. Αυτός ο φαινομενικά αντιφατικός συσχετισμός κατοχύρωσε την επικράτησή μας απέναντι σε όλα τα άλλα είδη. Αυτό το σπουδαίο οξύμωρο θυσιάζουμε σήμερα, για να μην πληγωθούμε, να μη βρεθούμε σε δύσκολη θέση, να μη βγούμε από την περίφημη “comfort zone” μας».

Τι χάσαμε; Το πιο δύσκολο και συναρπαστικό κομμάτι της ύπαρξης: την αμοιβαιότητα.

Το ξέρετε, λατρεύω τα σκυλιά. Η εξάρτηση όμως δεν είναι αμοιβαιότητα. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Μας κάνει μαλθακούς, βολεμένους, Συβαρίτες. Στην εποχή μας ακούς συνέχεια τους όρους «ενσυναίσθηση» και «συναισθηματική ευφυΐα». Και όμως· οι έννοιες αυτές βρίσκουν πλέον εφαρμογή μόνο εκεί όπου δεν δοκιμάζονται. Στο ζώο που δεν θα σε αμφισβητήσει. Στο πλάσμα που δεν θα απαιτήσει να γίνεις καλύτερος, που θα αρκεστεί απλώς στο να είσαι εκεί.
Κάποτε κάναμε παιδιά για να τους παραδώσουμε τον κόσμο. Σήμερα υιοθετούμε ζώα για να τον αντέξουμε. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι γιατί αγαπάμε τόσο πολύ τα ζώα μας. Είναι το γιατί νιώθουμε πια ότι μόνο εκεί μπορούμε να εμπιστευτούμε την αγάπη μας.

Φταίνε τα smartphones που έχουμε γίνει τόσο ανυπόμονοι;

Ίσως, το έχετε παρατηρήσει στον εαυτό σας ή στους γύρω σας: είμαστε βιαστικοί, νευρικοί, απότομοι. Συζητήσαμε με τη συγγραφέα Κριστίν Ρόουζεν, για να μάθουμε τπ πώς και το γιατί

φταίνε-τα-smartphones-που-έχουμε-γίνει-τόσο-ανυπ-563940445(Εικόνα: CSA Images/ Getty Images/ Ideal Image)
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Έχετε πιάσει τον εαυτό σας να βιάζεται υπερβολικά στην ουρά ή στην κίνηση, να αισθάνεται ότι έρχεται το τέλος του κόσμου, να θυμώνει και να γίνεται αγενής με τους άλλους; Αν κυκλοφορείτε στους δρόμους, σίγουρα θα έχετε αντιληφθεί ότι δεν είστε οι μόνοι. Κι αν αυτό δεν σας παρηγορεί, υπάρχει τουλάχιστον μια καλή εξήγηση για τα νεύρα και την ανυπομονησία σας: βρίσκεται κάπου πολύ κοντά σας. Είναι το κινητό τηλέφωνο, η μικρή συσκευή που μας συνοδεύει από τη στιγμή που ξυπνάμε μέχρι που πέφτουμε για ύπνο. Σύμφωνα με ερευνητές των κοινωνικών επιπτώσεων των νέων τεχνολογιών, το κινητό μάς εκπαιδεύει να έχουμε όλο και λιγότερη υπομονή. Δεν είναι δίκαιο να κατηγορούμε την τεχνολογία για όλα μας τα δεινά, αλλά είναι κι εξίσου αφελές να αγνοούμε το αποτύπωμά της. Τόσο τα επιστημονικά ευρήματα όσο και τα εμπειρικά δεδομένα δείχνουν ότι οι νέες τεχνολογίες έχουν διαμορφώσει έναν νέο ανθρωπολογικό τύπο. Όποιος έχει μάτια βλέπει ότι, στους δημόσιους χώρους τουλάχιστον, όπου η συμπεριφορά μας είναι ορατή και στους άλλους, χάνουμε ευκολότερα την υπομονή μας, αδιαφορούμε για τους γύρω μας, θυμώνουμε πιο εύκολα, γινόμαστε πιο αγενείς.

«Μια ψευδής αίσθηση ελέγχου»

Σύμφωνα με την Αμερικανίδα συγγραφέα και δημοσιογράφο Κριστίν Ρόουζεν, που μελετά εδώ και μία δεκαετία τις συμπεριφορές των ανθρώπων στο διαδίκτυο και στην πραγματική ζωή, η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται σε μια λανθασμένη προσδοκία. Επηρεασμένοι απ’ τις εμπειρίες μας στον ψηφιακό κόσμο, περιμένουμε τα ίδια αποτελέσματα και στον πραγματικό κόσμο. Με απλά λόγια, πιστεύουμε ότι τα πράγματα θα αλλάξουν με το πάτημα ενός κουμπιού ή με το χάιδεμα μιας οθόνης. «Το κινητό τηλέφωνο», μου λέει η Ρόουζεν σε μια διαδικτυακή συζήτηση που είχαμε πριν από μερικές μέρες, «μας έχει δώσει μια ψευδή αίσθηση ελέγχου. Προφανώς και δεν φταίει αποκλειστικά η τεχνολογία για όλα αυτά που ζούμε. Υπάρχουν όντως πολλές πιέσεις, πολλές κοινωνικές αλλαγές που συμβάλλουν, αλλά η τεχνολογία ειδικά δημιουργεί καινούργιες προσδοκίες για το πώς πρέπει ή δεν πρέπει να λειτουργεί ο κόσμος. Περνάμε επτά ως εννέα ώρες την ημέρα κοιτάζοντας αυτές τις οθόνες, έχοντας τον έλεγχο. Μπορείς, για παράδειγμα, αν δεν σου αρέσει αυτό που λέει ο άλλος, να τον διαγράψεις. Μπορείς να αποκλείσεις το ένα ή το άλλο. Έχεις τον έλεγχο όλων των αλληλεπιδράσεών σου και αρχίζεις να αναπτύσσεις την αίσθηση ότι έχεις τον έλεγχο και πολλών άλλων πραγμάτων. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν μπορούμε να έχουμε απόλυτο έλεγχο. Αυτή η προσδοκία ελέγχου, όταν ματαιώνεται, μετατρέπεται γρήγορα σε οργή ή θυμό».

Τις προάλλες, χάλασε το πλυντήριο των πιάτων μου και εκνευρίστηκα, γιατί το καινούργιο δεν συνδέθηκε σε δύο, αλλά σε τρεις ημέρες μετά την αγορά. Και χθες, που κόλλησα πίσω απ’ το αυτοκίνητο ενός ηλικιωμένου, ένιωσα ότι φτάνω στα όριά μου. Απ’ τη συζήτησή μου με τη Ρόουζεν καταλαβαίνω ότι πρέπει να περιορίσω την έκθεσή μου στις οθόνες. «Η αλήθεια είναι ότι όλα έχουν να κάνουν με την υπομονή», υποστηρίζει η συγγραφέας. «Το να μάθεις να περιμένεις είναι μια δεξιότητα. Προσπαθούμε να το διδάξουμε αυτό στα παιδιά που μεγαλώνουμε. Πρέπει να περιμένεις. Πρέπει να φας το δείπνο σου και μετά να φας το επιδόρπιό σου. Αλλά αν κοιτάξεις την κουλτούρα μας σήμερα, δεν χρειάζεται να περιμένεις πολύ. Μπορείς να πάρεις αυτό που θέλεις με το πάτημα ενός κουμπιού. Θα σ’ το παραδώσει η Amazon την ίδια μέρα κιόλας. Έτσι, αυτή η προσδοκία αρχίζει να διεισδύει σε τομείς της ζωής που δεν μπορείς να ελέγξεις. Δεν μπορώ να ελέγξω πόσο αργά οδηγεί ο τύπος μπροστά μου, αλλά νιώθω ότι θα έπρεπε να μπορώ».

Η Ρόουζεν έχει γράψει ένα ενδιαφέρον και πολύ πυκνό βιβλίο, με τίτλο Η εξαφάνιση της εμπειρίας, στο οποίο αναλύει τις ανησυχητικές αυτές τάσεις. Στην καθημερινή μας ζωή, ισχυρίζεται, αφήνουμε ορισμένες ανθρώπινες εμπειρίες να εξαφανιστούν. Σκύβουμε στα τηλέφωνά μας, αντί να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον στα μάτια, και προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος γύρω μας. «Ένας από τους λόγους που με ώθησαν να γράψω αυτό το βιβλίο», μου λέει, «ήταν το γεγονός ότι παρατήρησα αυτές τις αλλαγές στον εαυτό μου και στους αγαπημένους μου, σε ανθρώπους που πριν από δέκα χρόνια δεν ένιωθαν ή δεν συμπεριφέρονταν όπως τώρα».

Φταίνε τα smartphones που έχουμε γίνει τόσο ανυπόμονοι;-1
(Εικόνα: CSA Images/ Getty Images/ Ideal Image)

Ως αποτέλεσμα της βαριάς χρήσης της τεχνολογίας, η ψυχραιμία εξαφανίζεται, ο θυμός εκρήγνυται ευκολότερα και η αγένεια παγιώνεται. «Μπορώ να μιλάω μαζί σου», συνεχίζει η Ρόουζεν, «αλλά ταυτόχρονα να αποσπάται η προσοχή μου από το τηλέφωνό μου. Αυτό σου στέλνει ένα μήνυμα. Σου λέει ότι δεν είσαι τόσο σημαντικός όσο νομίζεις. Εγώ έχω τον έλεγχο. Αυτό συμβαίνει διαρκώς και παντού. Ιδίως εδώ στις ΗΠΑ το συναντάμε συνέχεια. Οι άνθρωποι γίνονται όλο και πιο αγενείς. Η ευγένεια όμως είναι πολύ σημαντική, γιατί μας βοηθά να συνυπάρχουμε με ανθρώπους που πραγματικά δεν συμπαθούμε και με τους οποίους μπορεί να διαφωνούμε».

«Οι Λουδίτες είχαν δίκιο»

Η ανυπομονησία και η αδιαφορία μας προς τους άλλους επηρεάζει φυσικά και την πολιτική. Ο κόσμος δεν έχει πια την υπομονή να ασχοληθεί με μακρόπνοα σχέδια. «Ζούμε σε ένα συνεχές παρόν», μου λέει η Ρόουζεν, «κι αυτό σημαίνει ότι αντιδρούμε πάντα σε ό,τι συμβαίνει στο παρόν και δεν κοιτάζουμε πίσω για να μάθουμε από τα λάθη μας, και δεν κοιτάζουμε μπροστά για να σκεφτούμε το μέλλον. Αυτό επηρεάζει την ικανότητά μας να κάνουμε μακροπρόθεσμα σχέδια. Η πολιτική και η τεχνολογία έχουν συγχωνευθεί μ’ έναν τρόπο που μπορεί να είναι αρκετά τοξικός για τον δημοκρατικό συμβιβασμό και τον δημόσιο διάλογο. Ανταμείβει την πιο δυνατή φωνή στην αίθουσα. Ανταμείβει τους πολιτικούς που καλλιεργούν οπαδούς και κάνουν περφόρμανς κι όχι αυτούς που ανταποκρίνονται πραγματικά στους ψηφοφόρους τους».

«Οι άνθρωποι γίνονται όλο και πιο αγενείς. Η ευγένεια όμως είναι πολύ σημαντική, γιατί μας βοηθά να συνυπάρχουμε με ανθρώπους που πραγματικά δεν συμπαθούμε».

Η συγγραφέας προτείνει να πατήσουμε φρένο. Στο βιβλίο της φτάνει να επικαλείται τις κοινότητες των Άμις, που απέχουν τελείως απ’ τις τεχνολογίες. Δεν φοβάται μήπως την αποκαλέσουν Λουδίτισσα; τη ρωτώ. «Μα, οι Λουδίτες είχαν δίκιο», μου απαντά. «Δεν είναι ότι φοβούνταν τις μηχανές ή τις νέες τεχνολογίες. Υπερασπίζονταν σθεναρά έναν τρόπο ζωής. Στην περίπτωσή τους, αυτός ο τρόπος ζωής σήμαινε τη δυνατότητα να εργάζονται στο σπίτι, μέσα σε μια μικρής κλίμακας οικονομία όπου ο καθένας είχε τον ρόλο του και συνέβαλλε στο κοινό καλό. Ήθελαν να προστατεύσουν αυτόν τον κόσμο, αλλά έχασαν τη μάχη. Είδαν ποιος ήταν ο πραγματικός κίνδυνος του νέου εργαλείου. Είδαν ότι θα επωφεληθούν απ’ αυτό οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων και όχι οι οικογένειες. Από κάθε άποψη, η κριτική τους ήταν σωστή. Απλώς δεν υπήρχε τρόπος να πολεμήσουν αυτό που ερχόταν. Νομίζω λοιπόν ότι μπορούμε να πάρουμε μαθήματα απ’ αυτούς.

»Όταν οι άνθρωποι με αποκαλούν Λουδίτισσα, το παίρνω πλέον ως κομπλιμέντο. Ναι, θέλω να κάνω αυτές τις ερωτήσεις πριν επιτρέψω στα εργαλεία να μπουν στη ζωή μου. Αν μου πείτε ότι αυτή η νέα εφαρμογή θ’ αλλάξει τη ζωή μου, θα το σκεφτώ και θα εξετάσω πολύ κριτικά τι θα μου στερήσει. Αν αυτό σημαίνει ότι θα βλέπω τους φίλους μου λιγότερο συχνά από κοντά, δεν θέλω να το κάνω. Αν αυτό σημαίνει ότι θα βγαίνω λιγότερο έξω στον κόσμο για να εξερευνώ πράγματα, γιατί θα βλέπω μόνο βιντεάκια στο τηλέφωνό μου, δεν θέλω να το κάνω».

Έχουμε κερδίσει πολλά απ’ τα έξυπνα τηλέφωνά μας, λέει η Ρόουζεν, αλλά ταυτόχρονα έχουμε χάσει την υπομονή, την ψυχραιμία, την ευγένεια και το ενδιαφέρον μας για τους άλλους. Σε ατομικό επίπεδο, η αναγνώριση του προβλήματος μπορεί να φέρει κάποια πρόσκαιρα αποτελέσματα. Τι μπορούμε, όμως, να κάνουμε για να ανακτήσουμε όλα αυτά που χάσαμε συλλογικά; Η Ρόουζεν δείχνει προς την κατεύθυνση της Ανατολικής Ακτής των ΗΠΑ, εκεί όπου λαμβάνονται οι κρίσιμες αποφάσεις. «Έχουμε επιτρέψει να εξαρτάται η υποδομή της καθημερινής μας ζωής από τις νέες τεχνολογίες, κι αυτό είναι προς όφελος των τεχνολόγων. Δεν είναι και τόσο καλό για εμάς. Πιστεύω λοιπόν ότι, από αυτή την άποψη, η αντίληψή μας για τον εαυτό μας και για το είδος του κόσμου που θέλουμε πρέπει να αλλάξει. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτά τα εργαλεία, αλλά μπορούμε να κατασκευάσουμε καλύτερα. Το έχουμε ξανακάνει αυτό. Έχουμε κάνει τα αυτοκίνητα ασφαλέστερα, έχουμε κάνει τα αεροπλάνα ασφαλέστερα. Πρέπει να έχουμε ένα ηθικό όραμα για το είδος της κοινωνίας που θέλουμε να προωθήσουμε και να μην αποδεχόμαστε παθητικά ό,τι μας δίνει η Σίλικον Βάλεϊ. Δεν νομίζω ότι αυτός είναι ο σωστός τρόπος για να προχωρήσουμε».

Η άγνοια δεν είναι δύναμη: Tι μας λέει το 1984 του Τζορτζ Όργουελ για τις ψεύτικες ειδήσεις

Από όλες τις προφητικές γνώσεις που μπορεί να βρει κανείς στο κλασικό μυθιστόρημα του Όργουελ, ίσως μία από τις πιο ανατριχιαστικές είναι η έλευση της εποχής της μετα-αλήθειας. Μπορεί το 1984 να μας βοηθήσει να περιηγηθούμε καλύτερα στη δική μας δυστοπία;

ΤΟ ΒΗΜΑ

Η ιστορία ξεκινάει ως γνωστόν καθώς τα ρολόγια δείχνουν 13 – μεταδίδοντας μια άμεση αίσθηση δυσφορίας ή ανωμαλίας. Σαν να έχει παραμορφωθεί ο ίδιος ο χρόνος.

Αλλά δεν είναι μόνο τα ρολόγια. Μέσα από τα μάτια του πρωταγωνιστή, του Ουίνστον Σμιθ, και μέσα από την τεχνολογία με την οποία αλληλεπιδρά, το 1984 μας δείχνει έναν κόσμο που βασίζεται στον κυβερνητικό έλεγχο – όχι μόνο των πράξεων των ανθρώπων, αλλά και των σκέψεών τους.

Η ζωντάνια αυτών των τεχνολογιών συχνά κυριαρχεί στις συζητήσεις για το 1984, όχι μόνο λόγω του πόσο προβλέψιμες φαίνονται πολλές από αυτές. Κάθε σπίτι στο Airstrip One (το μετονομαζόμενο στο βιβλίο Ηνωμένο Βασίλειο) περιέχει μια τηλεοθόνη – μια αμφίδρομη τηλεόραση που μπορεί να εκπέμπει αλλά και να λαμβάνει και η οποία είναι μόνιμα ενεργοποιημένη. Αυτό είναι ίσως το πιο εύστοχο από τα πολλά προφητικά κατορθώματα του Τζορτζ Όργουελ στο βιβλίο – αν και, στις μέρες μας, πείθουμε τους εαυτούς μας ότι κρατάμε τις δικές μας κάμερες ενεργοποιημένες από επιλογή.

Μηχανές γνωστές ως «επαληθευτές»

Στο ρόλο του ως «διορθωτής» της ιστορίας για το Υπουργείο Αλήθειας, ο Ουίνστον Σμιθ υπαγορεύει σε μια συσκευή (σωστά και πάλι, Όργουελ) και είναι σε θέση να αναθεωρεί ή να διαγράφει παλιές ειδήσεις – όλα αυτά όχι μόνο είναι δυνατά στην εποχή του διαδικτύου, αλλά χρησιμοποιούνται πολύ συχνά στον σημερινό κόσμο της παραπληροφόρησης, των ψευδών ειδήσεων και των «εναλλακτικών γεγονότων».

Η εκτεταμένη επιχείρηση προπαγάνδας του Υπουργείου Αλήθειας περιλαμβάνει επίσης μηχανές γνωστές ως «επαληθευτές» που παράγουν αυτόματα μαζικά βιβλία και τραγούδια. Εναπόκειται στον αναγνώστη να αποφασίσει αν θα δει με κυνισμό ή με αισιοδοξία αυτή την ανάγνωση-διασταύρωση με τη σημερινή πραγματικότητα.

Όπως και να έχει, οι επαληθευτές φαίνεται ότι θα ενταχθούν στον αλλόκοτο κατάλογο των τεχνολογικών προφητειών του 1984, καθώς τώρα παλεύουμε με τις δυνατότητες δημιουργίας περιεχομένου της τεχνητής νοημοσύνης.

Ο κόσμος του Ουίνστον Σμιθ είναι ένας κόσμος στον οποίο ακόμη και το κουτσομπολιό μετατρέπεται σε εμπόρευμα για τους σκοπούς του κόμματος, όχι μόνο όταν συνδυάζεται με ένα μυστικό αστυνομικό κράτος που ενθαρρύνει τους ανθρώπους να καταγγέλλουν τους φίλους, τους γείτονες ή τους εραστές τους – και ακόμη και τα παιδιά να καταγγέλλουν τους γονείς τους

Προπαγάνδας και παραπληροφόρηση

Όλη αυτή η τεχνολογία, όπως και η γοητεία του Όργουελ για τις αποχρώσεις της γλώσσας και την ικανότητά της να επεκτείνει ή να περιορίσει την ελεύθερη έκφραση, είναι αυτό που κάνει τη ζοφερή καθημερινή πραγματικότητα της ζωής στο Airstrip One τόσο υποβλητική.

Αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν είναι αυτό που κάνει το 1984 να εξακολουθεί να μοιάζει τόσο επίκαιρο το 2024 – σαράντα χρόνια μετά το ομώνυμο μελλοντικό έτος στο οποίο διαδραματίζεται η δυστοπία του. Αντίθετα, είναι η κατανόηση του Όργουελ για τον σκοπό και τη φύση της προπαγάνδας και της παραπληροφόρησης.

Ο Όργουελ έχει κατηγορηθεί ως βαρύγδουπος στην κατασκευή του καθεστώτος προπαγάνδας του Airstrip One, αλλά είναι οι ακρότητες που μας βοηθάνε να αξιοποιήσουμε τις γνώσεις του μυθιστορήματος στην καθημερινή μας ζωή. Εξάλλου, οι όροι και τα μέσα της προπαγάνδας αλλάζουν – οι «ψευδείς ειδήσεις», η «παραπληροφόρηση» και τα «deepfakes» είναι μόνο μερικά από τα πιο πρόσφατα – αλλά η θεμελιώδης φύση της δεν αλλάζει.

Ένας κόσμος στον οποίο ακόμη και το κουτσομπολιό μετατρέπεται σε εμπόρευμα

Η πιο σημαντική πτυχή του χαρακτηρισμού της προπαγάνδας και της παραπληροφόρησης που δίνει ο Όργουελ στο 1984 είναι ότι προέρχεται από εκείνους που βρίσκονται στην κορυφή της εξουσίας και ότι αναπτύσσεται αδίστακτα για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά τους. Είναι εύκολο να χάσουμε από τα μάτια μας αυτό το γεγονός σήμερα, όταν η επέλαση των ψευδών ειδήσεων φαίνεται να μας έρχεται μέσω τόσων διαφορετικών φορέων και σε τόσες διαφορετικές ψηφιακές πλατφόρμες.

Επιπλέον, ενώ θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε ότι οι ισχυροί ασκούν έλεγχο σε ό,τι μεταδίδεται στις σημερινές τηλεοράσεις ή τυπώνεται στις εφημερίδες που εκδίδουν, το μυθιστόρημα του Όργουελ μεταφέρει έξοχα ότι αυτός ο έλεγχος εκτείνεται πολύ πέρα από αυτό.

Ο κόσμος του Ουίνστον Σμιθ είναι ένας κόσμος στον οποίο ακόμη και το κουτσομπολιό μετατρέπεται σε εμπόρευμα για τους σκοπούς του κόμματος, όχι μόνο όταν συνδυάζεται με ένα μυστικό αστυνομικό κράτος που ενθαρρύνει τους ανθρώπους να καταγγέλλουν τους φίλους, τους γείτονες ή τους εραστές τους – και ακόμη και τα παιδιά να καταγγέλλουν τους γονείς τους.

Σε μια ανατριχιαστική στιγμή λίγα λεπτά αργότερα, ο Τομ Πάρσονς ικετεύει τη μυστική αστυνομία να τον λυπηθεί και να σκοτώσει την οικογένειά του αντ’ αυτού: «Έχω μια γυναίκα και τρία παιδιά … Μπορείτε να τους πάρετε όλους και να τους κόψετε το λαιμό μπροστά στα μάτια μου»

Όλοι γνωρίζουν ότι πρέπει να δίνουν μια παράσταση

Εδώ είναι που μπαίνει στο παιχνίδι η δεύτερη μεγάλη διαπίστωση του Όργουελ για τη φύση της προπαγάνδας. Καθώς η πλοκή του 1984 εξελίσσεται, γίνεται ολοένα και πιο φανερό ότι ο Ουίνστον και η ερωμένη του Τζούλια δεν είναι οι μόνοι που δεν πιστεύουν στην πραγματικότητα τα κραυγαλέα ψέματα και την προπαγάνδα που εκπέμπει η κυβέρνησή τους – αλλά όλοι γνωρίζουν ότι πρέπει να δίνουν μια παράσταση.

Ο λαός είναι τόσο τρομοκρατημένος από την ανάγκη να εκτελεί τα καθήκοντα που του επιβάλλει η προπαγάνδα, ώστε ακόμη και γονείς που έχουν συλληφθεί από τη μυστική αστυνομία επειδή τα παιδιά τους ανέφεραν ότι έλεγαν προκλητικά πράγματα στον ύπνο τους, μιλούν για την ευγνωμοσύνη τους προς το παιδί τους και την υπερηφάνεια τους για το γεγονός ότι το έκαναν.

«Αρκετά έξυπνο για ένα πιτσιρίκι επτά ετών, ε;» αναφωνεί ο συνάδελφος του Ουίνστον, ο  Τομ Πάρσονς, καθώς διηγείται ότι τον κατήγγειλε η κόρη του. «Δεν της κρατάω κακία γι’ αυτό. Στην πραγματικότητα είμαι περήφανος γι’ αυτήν. Δείχνει ότι τη μεγάλωσα με το σωστό πνεύμα, έτσι κι αλλιώς».

Λυπηθείτε με, σκοτώστε την οικογένειά μου

Σε μια ανατριχιαστική στιγμή λίγα λεπτά αργότερα, ο Τομ Πάρσονς ικετεύει τη μυστική αστυνομία να τον λυπηθεί και να σκοτώσει την οικογένειά του αντ’ αυτού: «Έχω μια γυναίκα και τρία παιδιά … Μπορείτε να τους πάρετε όλους και να τους κόψετε το λαιμό μπροστά στα μάτια μου».

Η μυστική αστυνομία γνωρίζει ότι το παιδί έχει κατασκευάσει το περιστατικό για ανταμοιβή, ο Πάρσονς πιθανότατα το γνωρίζει επίσης, και παρόλα αυτά όλοι παίζουν μαζί με μια παρωδία, καθώς αυτό αποδεικνύει ότι η προπαγάνδα λειτουργεί – όλοι είναι πρόθυμοι να ενεργήσουν σύμφωνα με την εγκεκριμένη μυθοπλασία.

Σπάνια σκεφτόμαστε την παραπληροφόρηση στον πραγματικό κόσμο με αυτόν τον τρόπο, αλλά ίσως να επωφεληθούμε αν το κάναμε. Ο σκοπός της προπαγάνδας σπάνια είναι να ενθαρρύνει όλους όσοι την βλέπουν ή τη διαβάζουν να πιστέψουν στην κυριολεκτική αλήθεια της – αντίθετα, παρέχει μια αφήγηση ή ενημερώνει τους ήδη υποστηρικτές της να γνωρίζουν ποια επιχειρήματα εγκρίνονται και θα προωθηθούν. Είναι ένα όχημα για την εξουσία του ενός ή του άλλου είδους για να κρατήσει τους υποστηρικτές της στη γραμμή.

Οι άνθρωποι απλώς παύουν να ενδιαφέρονται για την αλήθεια

Όταν εξετάζεται μέσα από αυτόν τον οργουελικό φακό, η ίδια η ιδέα του ελέγχου των γεγονότων ως αντίλογος στην προπαγάνδα ή την παραπληροφόρηση φαίνεται γελοία.

Στη σημερινή δυστοπία της μετα-αλήθειας, η απόδοση της προπαγάνδας, μαζί με τις ανθρώπινες γνωστικές προκαταλήψεις και τους μηχανισμούς άμυνας, σημαίνει ότι οι άνθρωποι συχνά θα προσκολλώνται ακόμη πιο πολύ στα προτιμώμενα ψεύδη τους όταν έρχονται αντιμέτωποι με πραγματικά γεγονότα και στατιστικές αποδείξεις.

Και πράγματι, γι’ αυτό μας προειδοποιούσε ο Όργουελ – όχι μόνο για έναν κόσμο που κατακλύζεται από ψευδείς ειδήσεις και προπαγάνδα που διοχετεύεται από τους ισχυρούς, αλλά για έναν κόσμο στον οποίο οι άνθρωποι απλώς παύουν να ενδιαφέρονται για την αλήθεια. Σήμερα, ο αγώνας κατά της προπαγάνδας είναι επίσης ένας αγώνας κατά της αυξανόμενης αδιαφορίας των ανθρώπων γι’ αυτήν.

Η κατανόηση της προπαγάνδας ως εργαλείου που χρησιμοποιείται από τους εξουσιαστές και στη συνέχεια αναπτύσσεται ως παράσταση από εκείνους στους οποίους απευθύνεται, μας δίνει ένα νέο πλαίσιο για την ανάλυσή της και μια νέα έννοια για την αντίστασή της.

*Με στοιχεία από theguardian.com

Η στρατηγική του εθνάρχη Βενιζέλου και ο Πόντος

Ο Έλληνας πολιτικός πέθανε σαν σήμερα το 1936. Γράφει η Αλεξία Ιωαννίδου

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση