Ελλάδα το 2035: 423.000 λιγότεροι μαθητές, 100.000 λιγότεροι καθηγητές!

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2018, 09:51
https://www.liberal.gr/arthro/233393/oikonomia/2018/ellada-to-2035-423000-ligoteroi-mathites-100000-ligoteroi-kathigites.html
Ελλάδα το 2035: 423.000 λιγότεροι μαθητές, 100.000 λιγότεροι καθηγητές!

Του Γιώργου Φιντικάκη

Τα παιδιά στα σχολεία λιγοστεύουν διαρκώς, αλλά προς το παρόν αυτό περιορίζεται κυρίως στα νηπιαγωγεία και στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Την πραγματική επιδείνωση από τη μαζική μείωση γεννήσεων μετά το 2010, θα αρχίσει να βιώνει για τα καλά το εκπαιδευτικό σύστημα από το 2022 και μετά.

Τότε θα αρχίσει να αποτυπώνεται η δραματική πτώση των γεννήσεων στη λειτουργία του Γυμνασίου, ενώ το ίδιο θα συμβεί στα Λύκεια από το 2025 και μετά, και στα Πανεπιστήμια από το 2028 και μετά. Σωρευτικά ως το 2035, ο αριθμός μαθητών στα σχολεία υπολογίζεται ότι θα έχει μειωθεί κατά 423.000, σύμφωνα με χθεσινή έκθεση του ΙΟΒΕ, μεταβάλλοντας ριζικά το τοπίο του εκπαιδευτικού συστήματος.

Τα πράγματα μάλιστα μπορεί να αποδειχθούν πολύ χειρότερα αν η μείωση γεννήσεων στα χρόνια της κρίσης δεν αποδειχθεί προσωρινού χαρακτήρα, παρά συνεχισθεί. Αλλωστε πολιτικές όπως αυτές που εφαρμόζονται σε άλλες χώρες με παρόμοια προβλήματα, από αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου, στοχευμένες φορολογικές απαλλαγές υπέρ της οικογένειας, και καθολική βρεφονηπιακή κάλυψη, έως ενεργητικές πολιτικές για την αντιμετώπιση τόσο της υπογεννητικότητας όσο και της δημογραφικής γήρανσης, σήμερα στην Ελλάδα δεν υπάρχουν.

Δίχως αλλαγή προτεραιοτήτων, ο δημογραφικός μαρασμός, είναι δεδομένος, και μια πρώτη γεύση παίρνουν ήδη οι γονείς που τα παιδιά τους πηγαίνουν στο νηπιαγωγείο και στο δημοτικό. Στα νηπιαγωγεία εγγράφηκαν 155.200 παιδιά το 2015, (από 162.000 το 2014), και στις πρώτες τάξεις του δημοτικού 101.900 παιδιά το 2017 (από 107.200 το 2016), αλλά αυτό ήταν μόνο η αρχή.

Αν στο μεταξύ δεν συμβεί κάποια δραματική αύξηση των γεννήσεων, τότε το 2035, ο συνολικός αριθμός μαθητών στα σχολεία θα έχει μειωθεί σε 1.050.000, έναντι 1.480.000 το 2008, όπως υπολογίζει το ΙΟΒΕ. Δηλαδή θα έχουν “εξαφανιστεί” 423.300 μαθητές (-29,2%) !

Σε μια στιγμή που η Ελλάδα μετατρέπεται σε χώρα ηλικιωμένων, ως κοινωνία δεν είμαστε σε θέση, να προσφέρουμε τα απαραίτητα στοιχειώδη, ενώ ως πολιτεία συνεχίζουμε να σπαταλάμε πόρους αντί να δημιουργούμε τον αναπτυξιακό χώρο, προκειμένου να περιορίσουμε τις επιπτώσεις, οι οποίες μάλιστα δεν σταματούν εδώ. Διότι λιγότεροι μαθητές μεταφράζονται σε λιγότερους εκπαιδευτικούς. Αλλά σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου η αναλογία είναι από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη- 1 καθηγητής για κάθε 9,4 μαθητές- η δημογραφική εξέλιξη μπορεί να έχει δραματικές για το κλάδο επιπτώσεις.

Λιγότεροι από 70.000 έως 100.000 δάσκαλοι-καθηγητές!

Κατά το ΙΟΒΕ, το 2035, οι ανάγκες της Ελλάδας θα απαιτούν από… 70.000 έως 100.000 λιγότερους εκπαιδευτικούς σε σύγκριση με το 2009 !

Τότε, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές αριθμούσαν 180.000, για να μειωθούν σε 152.200 το 2015, επειδή όμως περιορίσθηκαν ταυτόχρονα και οι μαθητές, η αναλογία δεν άλλαξε σημαντικά. Από 1 καθηγητής για 8,2 μαθητές (2009), αυτή διαμορφώθηκε σε 1 προς 9,4 (2017), και απέχει πολύ από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, όπου αντιστοιχούν πολύ περισσότεροι μαθητές ανά εκπαιδευτικό.

Αν επομένως η μείωση των εκπαιδευτικών ακολουθήσει απλά τη πτώση του αριθμού των μαθητών, τότε το 2035, ο πληθυσμός τους θα περιορισθεί σε 110.500 έναντι 180.000 το 2009 (-70.000). Αν ωστόσο, ταυτόχρονα με τη συρρίκνωση του μαθητικού πληθυσμού, η χώρα επιλέξει να προσαρμοσθεί με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, τότε το 2035 θα αρκούν μόλις… 80.700 δάσκαλοι και καθηγητές (-100.000) για να καλύψουν τις ανάγκες της μαθητικής κοινότητας.

Η μείωση των αναγκών σε δασκάλους και καθηγητές για τη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος, που προβλέπεται τα προσεχή χρόνια, θα αλλάξει και την αγορά εργασίας, καθώς ο κλάδος της εκπαίδευσης (δημόσια και ιδιωτικά σχολεία, φροντιστήρια κλπ.) απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης και ιδιαίτερα των αποφοίτων πανεπιστημίων.

 

Έπειτα, η προοπτική μείωσης του μαθητικού πληθυσμού που διαγράφεται με τα σημερινά δεδομένα θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην εισαγωγή μαθητών στα Πανεπιστήμια. Εκτιμάται ότι οι απόφοιτοι Λυκείου που διεκδικούν την εισαγωγή τους στην ανώτατη εκπαίδευση από 71.800 (2008) θα μειωθούν σε 54.200 το 2035 (-24,5% ή 17.600 λιγότεροι).

Οι πρώτες επιπτώσεις αυτής της ραγδαίας μείωσης εισακτέων στην ανώτατη εκπαίδευση και στο πρώτο έτος των ΑΕΙ, αναμένεται, σύμφωνα με τις προβολές της έρευνας του ΙΟΒΕ, να εκδηλωθούν από το 2027 και έπειτα. Αλλά εννοείται ότι οι δημογραφικές αυτές μεταβολές, θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην ευρύτερη αγορά εργασίας και την οικονομία, λόγω μειωμένης προσφοράς νέων αποφοίτων, προσόντων και δεξιοτήτων.

 

Μουσεία χωρίς εκθέματα

ΤΟ ΒΗΜΑ

| 20.12.2018 – 07:29

Μουσεία χωρίς εκθέματα | tovima.gr

“Η μεταμόρφωση του Νάρκισσου” (1937) Σαλβαντόρ Νταλί.

Τον περασμένο μήνα εγκαινιάστηκε στο Ερενφελντ, προάστιο της Κολονίας, ένα διαδραστικό μουσείο που δεν εκθέτει τίποτα. Τα εκθέματά του είναι στην ουσία οι επισκέπτες του, οι οποίοι πληρώνουν μάλιστα το τσουχτερό εισιτήριο των 29 ευρώ.

Σύμφωνα με τον επίσημο ορισμό της ICOM (International Council of Museums) με τον όρο μουσείο εννοείται «ένα μόνιμο ίδρυμα, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, στην υπηρεσία της κοινωνίας και της ανάπτυξής της, ανοικτό στο κοινό, που έχει ως έργο του τη συλλογή, τη μελέτη, τη διατήρηση, τη γνωστοποίηση και την έκθεση τεκμηρίων του ανθρώπινου πολιτισμού και περιβάλλοντος, με στόχο τη μελέτη, την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία».

Ας κρατήσουμε την τελευταία λέξη αυτού του τυπικό ορισμού: την ψυχαγωγία, μια και ο λόγος που οι επισκέπτες του συγκεκριμένου μουσείου πληρώνουν για να μη δουν τίποτα είναι για να… βγάλουν φωτογραφία τον εαυτό τους και να σκηνοθετήσουν τη φωτογραφία αυτή στα δωμάτια που υπάρχουν σε αυτό το πρωτότυπο μουσείο.

Είναι βέβαιο ότι πλέον ζούμε στην εποχή του φαίνεσθαι, αφού η υπόστασή μας κατά κανόνα κρίνεται από την εικόνα που προβάλλουμε και το είναι μας μπορεί να αναιρείται από την υποκριτική συμπεριφορά προς τα έξω. Ο όρος έκθεση δεν έχει αυτόν τον αμφίσημο χαρακτήρα όπως παλιά, αυτήν τη δυσκολία της δράσης και συμμετοχής μας σε έργα πολιτισμού που μορφώνουν και εξευγενίζουν αισθητικά τον άνθρωπο. Ολοι πλέον θέλουν να φαίνονται, οπότε γιατί να μην έχουν και το μουσείο τους;

Με αφορμή την ίδρυση του συγκεκριμένου μουσείου στην Κολονία η Deutsche Welle συνομίλησε με τον ψυχολόγο Μάρκους Απελ, ο οποίος είναι και καθηγητής Νέων Μέσων στο Πανεπιστήμιο του Βίρτσμπουργκ. Ο Μάρκους Απελ έχει κάνει μια έρευνα που αφορά τη σχέση ναρκισσισμού και νέων μέσων.
Στο τέλος καταλήγει ως εξής: «Το συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι πράγματι υπάρχει ένας συσχετισμός ανάμεσα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τον ναρκισσισμό. Εννοούμε όμως τον ναρκισσισμό ως στοιχείο της προσωπικότητας και όχι ως διαταραχή. Διαπιστώσαμε πως οι ναρκισσιστές βγάζουν και ανεβάζουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συχνότερα φωτογραφίες για να εισπράξουν τον θαυμασμό των άλλων. Πιστεύουμε πως η ενασχόληση με τον εαυτό τους και στη συνέχεια τα σχόλια που δέχονται τροφοδοτούν ακόμα περισσότερο αυτήν τη ναρκισσιστική τάση. Αυτό στη συνέχεια έχει ως αποτέλεσμα να ποστάρουν ακόμα περισσότερες φωτογραφίες κ.τ.λ. κ.τ.λ.».

Η generation me, η γενιά που στρέφεται γύρω από τον εαυτό της, είναι άραγε πιο ερωτευμένη, πιο ναρκισσιστική από τις προηγούμενες, ή απλώς εκμεταλλεύεται τις νέες τεχνολογίες για να τον περάσει προς τα έξω; Και είναι άραγε αυτός ο ναρκισσισμός πανδημία; Το κύριο χαρακτηριστικό του ναρκισσιστή είναι η αλαζονεία, το αίσθημα ανωτερότητας και η έλλειψη ενσυναίσθησης. Αυτό όμως που θα πρέπει να καταλάβουμε για τους ναρκισσιστές είναι πως δεν είναι εγωιστές, μια και αυτό με το οποίο είναι ερωτευμένοι είναι η περσόνα τους και όχι ο ίδιος τους ο εαυτός. Οπως ακριβώς συμβαίνει με τον ομώνυμο μύθο του Νάρκισσου που γοητευμένος από την εικόνα του θέλησε να την αιχμαλωτίσει, και, καθώς αυτό ήταν ανέφικτο, έμεινε εκεί να αυτοθαυμάζεται αλλά και να μαραζώνει.

Σήμερα έχουμε ορδές νέων που κοπιάρουν ο ένας τον άλλο, σε μια προσπάθεια αυτοπροβολής που δεν μοιάζει να έχει κανέναν άλλο λόγο παρά τη μίμηση. Οχι, δεν είναι ωραιοπαθείς, ούτε περνούν όλη τη μέρα μπροστά στον καθρέφτη. Το θέμα τους είναι να δηλώσουν τη φυσική τους παρουσία προς τα έξω. Να πολλαπλασιάσουν το είδωλό τους. Να μοιραστούν το me. Ενα me ωστόσο που θα πρέπει να είναι σκηνοθετημένο, να δημιουργεί μια αφήγηση, ώστε να είναι ελκυστικό και με γνώμονα τα likes. Οι νέοι επιδιώκουν να εξερευνήσουν τον εαυτό τους με τα μάτια των άλλων. Στο πλαίσιο δε του politically correct πολλές φορές μπορεί η εικόνα να συμπεριλαμβάνει και κάποια στοιχεία που παλαιοτέρα θεωρούσαμε ταμπού και κάθε οικογένεια ή κάθε παθών τα έκρυβε κάτω από το χαλί. Σήμερα λοιπόν έχουμε αμέτρητες φωτογραφίες από νοσοκομεία, από ανθρώπους που μόλις έπαθαν κάποιο ατύχημα και φρόντισαν να βγάλουν μια σέλφι ακόμα και στο φορείο, και άλλους που μεταδίδουν σχεδόν live την πορεία της πάθησής τους (προς τι;).

Ο Εριχ Φρομ πίστευε πως ο σύγχρονος άνθρωπος φοβάται να αντικρίσει τον εαυτό του κατάματα. Φοβάται τις ένδον αντιφάσεις και την οδύνη που εκλύεται όταν συνειδητοποιείς ότι δεν είναι στο χέρι σου να αλλάξεις και πολλά. Φυσικά η διαμόρφωση της αυτοεικόνας είναι μια διεργασία υπερβολικά πολύπλοκη. Ο εαυτός μας μας κοιτάζει δύο μέτρα μπρος μας ή πίσω μας, ανάλογα. Τι είναι αυτό; Βούληση ή παράσταση; Τι είμαστε, δεν το ξέρουμε. Η αντανάκλαση του εαυτού μας; To διαβολικό στοιχείο του καθρέφτη, της αναπαράστασης; Μήπως μοιάζουμε με εκείνο που βλέπουμε αλλά δεν είμαστε; «Ενα πουκάμισο αδειανό», ίσως πνιγμένο στον καταιγισμό των κοινωνικών απαιτήσεων της τεχνολογικής λαίλαπας, με αποστραγγισμένο εγκέφαλο, κολλημένο στην εικόνα; Οπως και να έχει, δεν μπορούμε να ειπωθούμε επακριβώς. Το εσωτερικό μας, η υπόστασή μας είναι αρχαιότερη από τη γλώσσα. Και αυτό είναι ένα τεράστιο εμπόδιο, όταν μάλιστα υπάρχει και ένα υπερεγώ που μας καταδιώκει.

Αυτός ο «ιδανικός εαυτός», τον οποίο ο καθένας έχει θεσμοθετήσει, αντικρούεται από τον ψηφιακό. Η στίλβουσα εικόνα με το ανειλικρινές περιτύλιγμα, με το πλαστό ύφος που πλασάρει, είναι ανεπαρκής να εξασφαλίσει την αυτοπεποίθηση, την αυτοκυριαρχία, το αυτεξούσιο. Οταν ο άνθρωπος νιώσει ψυχοσωματικές επιδράσεις, από κρίση πανικού μέχρι κατάθλιψη, η εικόνα αποδεικνύεται ανίκανη να συγκρατήσει τις κλωστές της ύπαρξης. Τα αποτελέσματα είναι πολλές φορές τραγικά, ιδίως στην εφηβεία. Πόσα παιδιά δεν έχουν οδηγηθεί ακόμα και στην αυτοκτονία μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα… Αλλά η επιδημία δεν έχει μόνο ένα target group. Παιδιά, έφηβοι αλλά και ενήλικοι εξαρτώνται απόλυτα από ένα κλικ ακόμα και ενός αγνώστου αναζητώντας βουλιμικά την ντοπαμίνη του like.

Οσο για την πολιτική διάσταση του φαινομένου, το «1984» επιβεβαιώνεται ανάποδα. Εμείς βάλαμε τον «εχθρό» στο σπίτι μας, στη ζωή μας, στο κύτταρό μας. Εμείς βάλαμε τις κάμερες να μας παρακολουθούν, εμείς επιτρέψαμε στους αλγορίθμους να αποκωδικοποιήσουν τις ζωές μας. Εμείς επιλέξαμε. Εμείς ανταλλάξαμε την εικόνα μας με την ταυτότητά μας.

Ενα μουσείο λοιπόν χωρίς εκθέματα το οποίο λειτουργεί ως σκηνικό για σέλφι φαντάζει το άκρον άωτον του μετανεωτερισμού, εάν μπορούμε να μεταχειριστούμε αυτόν τον όρο για το μεταιχμιακό σήμερα. Αποτελεί ωστόσο ένα αυτιστικό, αποκλειστικά αυτοαναφορικό εγχείρημα που αντανακλά την πορεία του πολιτισμού μας και μας υπογραμμίζει την ένδεια, την έλλειψη στοχασμού και το ναρκισσιστικό γίγνεσθαι των φαντασιώσεων που ζούμε.

Ο κ. Αλέξης Σταμάτης είναι συγγραφέας.

Ανέκδοτα ποιήματα του Μιχάλη Κατσαρού

 ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ 2-12-2018

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Μ​​άιος του 1972. Η Ελλάδα στη βαριά σκιά της διδακτορίας, που ακόμα και σήμερα κάποιοι τάχα νηφάλια παραφιλοσοφούντες βρίσκουν άψογα τα οικονομικά της και μέτρια τη βία της, ξεπερνώντας σε ψευδολογία τους ίδιους τους χουνταίους και τους φιλοχουντικούς ακολούθους τους. Στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Αντί», που κυκλοφόρησε με εκδότη-διευθυντή τον καθαρό από καταδίκες Χρήστο Παπουτσάκη και κρυφή ψυχή του τον σταμπαρισμένο Αντώνη Καρκαγιάννη –και το οποίο έμελλε να είναι και το μοναδικό, αφού ο Παπουτσάκης συνελήφθη και βασανίστηκε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ–, ο Γιάννης Θεοδωράκης δημοσιεύει ένα τρισέλιδο πυκνογραμμένο κείμενο, με εφταράκια γράμματα το πολύ. Τίτλος του: «Η επιστροφή του ποιητή». Υπότιτλος: «Ο Μιχάλης Κατσαρός ξαναβρίσκεται ανάμεσά μας». Αφορμή είχε σταθεί η επανέκδοση του εμβληματικού «Κατά Σαδδουκαίων» από τις εκδόσεις «Κείμενα» του Φίλιππου Βλάχου, το 1971, αλλά και η αναζήτηση του Κατσαρού από Ελληνες φοιτητές του εξωτερικού. Πρόκειται, λέει ο Θεοδωράκης, «για φοιτητές που ακολουθούν τα διάφορα ρεύματα της Νέας Αριστεράς» και οι οποίοι «από το 1970 δημοσιεύουν στα έντυπά τους παλιά ποιήματά του. Ενα απ’ αυτά τα έντυπα τον ανακήρυξε “μεγάλο προφήτη”. Οπωσδήποτε, ήταν απολύτως σαφής ο ποιητής όταν πριν από είκοσι χρόνια μάς προειδοποιούσε: “Πάρτε μαζί σας νερό – το μέλλον έχει πολλή ξηρασία”».

Τωρινή αφορμή η κυκλοφορία στις εκδόσεις «Τόπος» του τόμου «Μείζονα ποιητικά», με επιμέλεια του Αρη Μαραγκόπουλου. Στο Α΄ Μέρος περιέχονται οι συλλογές του Κατσαρού «Μεσολόγγι», «Κατά Σαδδουκαίων» και «Οροπέδιο», και στο Β΄, με τον τίτλο «Ανέκδοτα / Αδημοσίευτα / Αθησαύριστα», περί τα εκατό άγνωστα ποιήματά του.

«Συμβαίνει κάτι παράδοξο με τον Μιχάλη Κατσαρό» έγραφα στην «Καθημερινή» στις 15.5.1991, με τοτινή αφορμή την έκδοση του μυθιστορήματός του «Οι συλλέκται της Μονόχρα»: «Είναι πασίγνωστος και κατ’ ουσίαν άγνωστος μέσα στη δόξα του. Ως και το έτος της γέννησής του στην Κυπαρισσία αλλάζει κατά εγκυκλοπαίδεια ή ανθολογία: Το 1919; Το 1921; Το 1923;». Τώρα, με το βιογραφικό που υπογράφει ο γιος του ο Στάθης στα «Μείζονα ποιητικά», σιγουρευόμαστε ότι γεννήθηκε το 1920. Από το ίδιο βιογραφικό μαθαίνουμε το εξής χαρακτηριστικό: «Ισως το πιο σουρεαλιστικό που του συνέβη ήταν που κάποια στιγμή ο παλιός του φίλος Μίκης Θεοδωράκης βρέθηκε στην κυβέρνηση [του Κων. Μητσοτάκη, το 1990] και ο Μιχάλης Κατσαρός διορίστηκε διευθυντής υπουργείου. Κάθισε στο γραφείο του τρεις μέρες. Μετά δήλωσε στον υπουργοποιημένο μουσουργό: “Μίκη μου, βαριέμαι, δεν έχω να κάνω τίποτε εδώ, θα φύγω”». Και οι τρεις μέρες πολλές ήταν.

 

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Βαρύς ο φόρος των νέων στην άσφαλτο

ΕΛΛΑΔΑ 26.11.2018

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΑΣΣΙΜΗ

Αδόκητο χαμό στην άσφαλτο βρίσκουν περισσότεροι από 3.000 νέοι κάθε χρόνο στην Ε.Ε., ενώ περίπου το 14% των θυμάτων τροχαίων δυστυχημάτων είναι μεταξύ 18 και 24 ετών, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά στοιχεία. Εχοντας νωπή ακόμα τη μνήμη της τραγωδίας στην Κυπαρισσία με τρεις 15χρονους μαθητές νεκρούς, τα στοιχεία επιβεβαιώνουν τον τραγικό απολογισμό, που καταγράφεται ετησίως στην άσφαλτο.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τροχαίας, το διάστημα Ιανουαρίου-Ιουνίου 2018 έχασαν τη ζωή τους 41 νέοι μεταξύ 18 και 25 ετών, αποτελώντας το μεγαλύτερο ποσοστό (13,9%) μεταξύ των θυμάτων έως 55 ετών στην άσφαλτο. Εως 17 ετών το μοιραίο ποσοστό αγγίζει το 1,7%, μεταξύ 26 και 35 ετών το 12,6% (37 νεκροί), το 12,9% (38 νεκροί) στην ηλικιακή κατηγορία μεταξύ 36 και 45 ετών και το 13,3% (39 θύματα) μεταξύ 46 και 55 ετών. Το μεγαλύτερο ποσοστό θυμάτων από δυστυχήματα καταγράφεται στις ηλικίες άνω των 55 ετών, ηλικιακή κατηγορία που περιλαμβάνει και τους υπερήλικες οι οποίοι λόγω φυσικής κατάστασης «είθισται» να εμπλέκονται σε τροχαία.

Οι νέοι, ωστόσο, είναι πολύ πιθανό να εμπλακούν σε τροχαίο ατύχημα ή δυστύχημα από ό,τι οποιαδήποτε άλλη ηλικιακή κατηγορία. Συνολικά εκτιμάται ότι το 32% των νεκρών από τροχαία στη χώρα μας είναι μεταξύ 15 και 30 ετών, πολύ υψηλότερα δηλαδή από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Η έκθεση σε κίνδυνο για τους νέους δικυκλιστές μεταξύ 15 και 30 ετών είναι αυξημένη κατά 25 φορές σε σχέση με τους μεγαλύτερους σε ηλικία οδηγούς αυτοκινήτων. Παλαιότερα στοιχεία, μάλιστα, θέλουν το 37% των τροχαίων να σημειώνεται με εμπλοκή νέου οδηγού, ενώ τονίζεται ότι για κάθε νέο οδηγό που σκοτώνεται στον δρόμο άλλα 1,2 άτομα χάνουν τη ζωή τους στο ίδιο τροχαίο.

Μπορεί οι νέοι να πρέπει να αποκτήσουν με κάποιο τρόπο οδική εμπειρία, ωστόσο η διαδικασία αυτή θέτει σε κίνδυνο τόσο τους ίδιους όσο και άλλους χρήστες του δρόμου επισημαίνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ασφάλειας Μεταφορών (ETSC). Ταυτόχρονα, τα στοιχεία θέλουν τους άρρενες νέους να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τις νέες γυναίκες, καθώς οι νέοι άνδρες μεταξύ 18 και 24 ετών αποτελούν το 30% των θυμάτων δυστυχημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα πράγματα όταν πρόκειται για παράνομους οδηγούς, τους νέους δηλαδή κάτω των 18 ετών που δεν διαθέτουν δίπλωμα οδήγησης. Το πρόσφατο δυστύχημα στην Κυπαρισσία με θύματα τρεις 15χρονους –ο ένας εκ των οποίων οδηγούσε το αυτοκίνητο του πατέρα του– κατέδειξε το παραπάνω με τον πιο τραγικό τρόπο.

Στοιχεία μπορεί να μην υπάρχουν καταγεγραμμένα, καθώς είναι ελάχιστοι εκείνοι που «συλλαμβάνονται», ωστόσο οι εκτιμήσεις θέλουν το φαινόμενο να είναι πολύ συχνότερο στις μη αστικές περιοχές της Περιφέρειας, όπου η παρουσία της Τροχαίας είναι περιορισμένη σε σχέση με τις μεγάλες πόλεις, καθώς το οδικό δίκτυο είναι και αυτό μικρότερο. Η ευκολία με την οποία ένας ανήλικος μπορεί να βρεθεί με το χέρι στο τιμόνι σε ένα χωριό ή μια επαρχιακή πόλη είναι γνωστή σε όλους. Η έλλειψη εμπειρίας είναι που θέτει σε τόσο μεγάλο κίνδυνο τους νέους οδηγούς και ανεβάζει παράλληλα, με επαρκή αιτιολόγηση, το κόστος των ασφαλίστρων για έναν νέο οδηγό σε σχέση με κάποιον που διαθέτει δίπλωμα οδήγησης για χρόνια. Η Ελλάδα συνολικά βρίσκεται υψηλά στους δείκτες των τροχαίων δυστυχημάτων στην Ευρώπη των «28» και αρκετά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσον όρο παρότι έχει καταγράψει μία σημαντική μείωση του αριθμού των τροχαίων μεταξύ του 2008 και του 2014 που πλησιάζει το 48%. Συνολικά στη χώρα το 2016 σημειώθηκαν 752 θανατηφόρα τροχαία έναντι 746 το προηγούμενο έτος, καταγράφοντας αύξηση 0,8%. Την ίδια στιγμή, οι νεκροί από τροχαία έφθασαν το 2016 τους 804, έναντι 796 το 2015.

Η γεωγραφία

Σύμφωνα με την ανάλυση της Eurostat, οι περιφέρειες με τα χαμηλότερα ποσοστά θανάτων βρίσκονται, στην πλειονότητά τους, σε χώρες της Δύσης και του Βορρά της Ευρώπης, ενώ τα πιο υψηλά ποσοστά καταγράφονται στον ευρωπαϊκό Νότο και σε ανατολικές χώρες. Ενα αξιόπιστο σύστημα αστικών συγκοινωνιών και η καλή ποιότητα του εθνικού δικτύου συντελούν στον περιορισμό των τροχαίων σύμφωνα με τη Eurostat. Την ίδια στιγμή, διαπιστώνεται ότι σε πόλεις όπου παρατηρείται έντονη κυκλοφοριακή συμφόρηση τα τροχαία είναι περιορισμένα λόγω της χαμηλής ταχύτητας που αναπτύσσουν τα αυτοκίνητα. Υψηλά ποσοστά νεκρών από τροχαία παρατηρούνται σε περιοχές με μικρά και όχι πολύ ανεπτυγμένα εθνικά οδικά δίκτυα όπως η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Βουλγαρία, η Πολωνία, οι χώρες της Βαλτικής και η Ελλάδα.

Το αρνητικό ρεκόρ θυμάτων στον δρόμο στην Ε.Ε. κατέχει η Ρουμανία με 98 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκων και ακολουθεί η Βουλγαρία με 96. Η Ελλάδα μετρά 69 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκων την ίδια χρονιά (2017), ενώ η Γερμανία με 38 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκων βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από τον μέσον όρο της Ε.Ε. Τα πράγματα είναι ακόμη καλύτερα στη Σουηδία (25), στο Ηνωμένο Βασίλειο (27), στις Κάτω Χώρες (31) και στη Δανία (32).

Τα διπλώματα

Με άξονα και κύριο ζητούμενο την αναβάθμιση του συστήματος δοκιμασιών προσόντων και συμπεριφοράς των υποψηφίων οδηγών, καθώς και των θεωρητικών εξετάσεων, συντάχθηκε το σχέδιο νόμου με τίτλο «Δοκιμασία προσόντων και συμπεριφοράς υποψηφίων οδηγών και οδηγών και άλλες διατάξεις για τις άδειες οδήγησης και λοιπές διατάξεις». Τα στατιστικά των τροχαίων ατυχημάτων επιβάλλουν, μεταξύ άλλων, την αναμόρφωση του συστήματος χορήγησης διπλωμάτων οδήγησης, καθώς απαιτείται η εξάλειψη των φαινομένων διαφθοράς που παρατηρούνται. Η βασική καινοτομία του νέου συστήματος που προωθείται είναι η εισαγωγή νέων τεχνολογιών στο σύνολο της αλυσίδας εξέτασης. Η θεωρητική εξέταση (σήματα) έχει γίνει μηχανογραφημένη εδώ και χρόνια, ωστόσο, μεταξύ των αλλαγών που προωθούνται είναι και η εισαγωγή καμερών στις αίθουσες διεξαγωγής των γραπτών εξετάσεων, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες έχουν παρατηρηθεί παρατυπίες και σε αυτό το σκέλος. Ταυτόχρονα, η εισαγωγή καμερών και μικροφώνων μέσα στα οχήματα των εξεταστών πραγματοποιείται με στόχο τη μαγνητοσκόπηση και ηχογράφηση του συνόλου της εξέτασης, έτσι ώστε στη συνέχεια, το αρμόδιο σώμα επιθεωρητών να μπορεί να διεξάγει δειγματοληπτικούς ελέγχους. Ταυτόχρονα, ο εκπαιδευτής βγαίνει εκτός οχήματος κατά τη διάρκεια της εξέτασης.

Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος: Τα μεγάλα διλήμματα της Ελλάδας

Η έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο στο εξωτερικό για να συναντήσει στις Βρυξέλλες τον Μεγάλο Βεζίρη, σε μια προσπάθεια διπλωματικής διευθέτησης των ελληνοτουρκικών διαφορών και κατ’ επέκταση αποφυγής ενός νέου πολέμου. Η Ελλάδα το καλοκαίρι του 1914 κινδύνευε μεν άμεσα –κατά πάσα πιθανότητα– με οδυνηρή στρατιωτική ήττα εξαιτίας της τουρκικής άρνησης αναγνώρισης του καθεστώτος των νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου, αλλά σε γενικές γραμμές βρισκόταν αναντίρρητα σε θέση ισχύος σε σχέση με το παρελθόν, έχοντας επιτύχει την υλοποίηση μεγάλου μέρους του εθνικού προγράμματός της. Ως μία από τις νικήτριες χώρες των Βαλκανικών Πολέμων, είχε διπλασιάσει τα εδάφη και τον πληθυσμό της, είχε εξουδετερώσει τον έως τότε κύριο (συν)διεκδικητή των μακεδονικών εδαφών και είχε αυξήσει καταφανώς το διπλωματικό και στρατιωτικό κύρος της στην Ευρώπη, αναγκάζοντας και αυτήν ακόμη τη Γερμανική Αυτοκρατορία να μετατοπίσει (παροδικά, όπως αποδείχθηκε) το κέντρο βάρους του ενδιαφέροντός της από την Κωνσταντινούπολη στην Αθήνα.

 

Το Δ΄ Σώμα Στρατού φθάνει στις 15/9/1916 στο Γκέρλιτς, όπου τέθηκε σε περιορισμό έως το τέλος του πολέμου.

Ουδέτερη στάση ή συμμετοχή;

Οταν στις αρχές Αυγούστου οι Μεγάλες Δυνάμεις διολίσθησαν στην κόλαση του πολέμου, η χώρα βρέθηκε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι γιατί είχε να προασπίσει δύο ουσιώδη κεκτημένα: στην εσωτερική πολιτική σκηνή η αγαστή συνεργασία μεταξύ του Στέμματος και του πρωθυπουργού είχε διασφαλίσει την απαραίτητη κοινωνική ειρήνη και ως εκ τούτου είχε επιτρέψει την αναγκαία συσπείρωση για την επίτευξη των πολεμικών στόχων, ενώ στο πεδίο της διεθνούς διπλωματίας τα κέρδη της Συνδιάσκεψης του Βουκουρεστίου αναβάθμισαν την Ελλάδα σε αποφασιστικό παράγοντα στη Βαλκανική και σε υπολογίσιμη δύναμη στην Ευρώπη. Με τα όπλα να έχουν πλέον τον πρώτο λόγο, τα διπλωματικά κέρδη επωφελών πολιτικών συμφωνιών κινδύνευαν να αναθεωρηθούν λόγω της ενδεχόμενης αναδιάταξης των συμμαχιών. Εναντι των νέων ευκαιριών που θα παρείχε στον ρεβανσισμό ο πόλεμος, η Ελλάδα καλείτο να λάβει την κρισιμότερη απόφαση αναφορικά με τη συμμετοχή της στον πόλεμο ή την υιοθέτηση μιας ουδέτερης στάσης, λαμβανομένης πάντα υπόψη της μεγάλης πίεσης που ασκούσε στην εθνική στρατηγική η ελληνοσερβική συμμαχία του 1913.

Ασφαλώς τα παραπάνω προϋπέθεταν τη σύμπλευση μεταξύ του Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου. Η αλήθεια είναι ότι από τη στιγμή της ανάληψης των καθηκόντων εκ μέρους του τελευταίου, μετά τη δολοφονία του πατέρα του, οι σχέσεις του με τον πρωθυπουργό δεν είχαν δοκιμαστεί σκληρά, αλλά ο Κωνσταντίνος αφενός δεν διέθετε την προσωπικότητα του Γεωργίου και αφετέρου οι πολιτικές εξαρτήσεις του ήταν δεδομένες μετά τον γάμο του με την αδερφή του κάιζερ, Σοφία. Εκκινώντας οι δύο άνδρες από τη θέση της ευμενούς ουδετερότητας τους πρώτους μήνες του πολέμου, ξανασυναντήθηκαν προς στιγμήν στο οραματικό πεδίο της ελληνικής παρουσίας στην Κωνσταντινούπολη και στη Μικρά Ασία, για να αποκλίνουν οριστικά υποστηρίζοντας διαφορετικές εκδοχές της Μεγάλης Ιδέας μέσα από την παρεχόμενη υποστήριξή τους στους δύο αντίπαλους συνασπισμούς. Ο Εθνικός Διχασμός ως κρίση εθνικής ολοκλήρωσης θα αποκτούσε εντός του 1915 χαρακτηριστικά κάθετης πολιτικοκοινωνικής όξυνσης και ρήξης με απρόβλεπτες συνέπειες.

 

 

Εθνικές διεκδικήσεις και διεθνής πολιτική

Συνέχεια ανάγνωσης

Παθήματα που δεν έγιναν μαθήματα

ΚΟΣΜΟΣ 05.11.2018 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Την εκατοστή επέτειο της εκεχειρίας που έδωσε τέλος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο θα τιμήσουν την ερχόμενη Κυριακή ηγέτες κρατών στο Παρίσι, με το ενδιαφέρον να είναι στραμμένο στις συνομιλίες μεταξύ των προέδρων Τραμπ, Πούτιν και Μακρόν στο περιθώριο των μεγαλοπρεπών τελετών.

Η εσκεμμένη χειραγώγηση των εκδηλώσεων στη μνήμη των νεκρών του Μεγάλου Πολέμου, η αλαζονική ημιμάθεια των Δυτικών ηγετών και η άρνησή τους να αντλήσουν το παραμικρό πολιτικό δίδαγμα από τον πρώτο μεγάλο βιομηχανικό πόλεμο του 20ού αιώνα αποτελούν δυσοίωνο προάγγελο για το μέλλον της ανθρωπότητας.

Η εκεχειρία της 11ης Νοεμβρίου 1918 σφράγισε το τέλος του πρώτου πραγματικά παγκόσμιου πολέμου, τα πεδία μαχών του οποίου έφθαναν από το κινεζικό Τσινγκντάο και τον Ευφράτη ποταμό, μέχρι τη σαβάνα της σημερινής Τανζανίας και τα πεδία της βελγικής Φλάνδρας.

Την ίδια στιγμή, οι αποφάσεις των Μεγάλων Τεσσάρων (ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία και Ιταλία), όπως αυτές αποτυπώθηκαν στη Συνθήκη των Βερσαλλιών, καθόρισαν τη μορφή του σύγχρονου κόσμου, χαράζοντας εκ νέου τα σύνορα στα Βαλκάνια, στη Δυτική Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική και σημαίνοντας το τέλος φαινομενικά πανίσχυρων αυτοκρατοριών σε Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Ρωσία και Τουρκία.

Νέα εθνικά κράτη

Η δημιουργία νέων εθνικών κρατών, όπως η Πολωνία, οι βαλτικές χώρες, η Τσεχοσλοβακία, η Γιουγκοσλαβία και λίγα χρόνια αργότερα η ΕΣΣΔ, έθεσε τις βάσεις των διεθνών σχέσεων του 20ού αιώνα, δημιουργώντας παράλληλα τις συνθήκες για το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου.

Η αδυναμία των συμμάχων της Αντάντ να τηρήσουν την ιδεαλιστική «γραμμή» των 14 Σημείων του Αμερικανού προέδρου Γούντροου Ουίλσον, με την εγγύηση –μεταξύ άλλων– του δικαιώματος κάθε λαού για αυτοδιάθεση και εθνική ανεξαρτησία, σήμανε ότι οι συνθήκες ειρήνης, που ακολούθησαν εκείνη των Βερσαλλιών, εξελίχθηκαν σε όργανα διατήρησης τοπικών ισορροπιών και εξυπηρέτησης αποικιακών συμφερόντων, πάντα προς όφελος των Δυτικών.

Οι εντέλει ανεφάρμοστες δρακόντειες οικονομικές κυρώσεις, που επιβλήθηκαν στην ηττημένη Γερμανία, όχι μόνο δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα οικονομικά οφέλη στους πρώην συμμάχους της Αντάντ, αλλά συνέβαλαν στην καλλιέργεια και διατήρηση κλίματος ρεβανσισμού στις τάξεις των Γερμανών αποστράτων και των αστών της χώρας. Η πολιτική αναταραχή, με την ανακήρυξη σοβιετικής δημοκρατίας στη Βαυαρία, το ξέσπασμα «σπαρτακιστικών» εξεγέρσεων σε πόλεις της Γερμανίας το 1919 και οι αιματηρές συγκρούσεις στους δρόμους γερμανικών πόλεων μεταξύ οπαδών της επανάστασης και νοσταλγών του αυτοκρατορικού μεγαλείου, αποσταθεροποίησαν την πολιτική σκηνή, απέτρεψαν την εδραίωση υγιούς δημοκρατικού πολιτεύματος και ευνόησαν την άνοδο του ναζισμού λιγότερο από μία εικοσαετία αργότερα, όπως είχε άλλωστε προειδοποιήσει ο οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς, μέλος της βρετανικής αποστολής στις Βερσαλλίες. Οι Μεγάλοι Τέσσερις εγκατέλειψαν έτσι τον ιδεαλισμό των εξαγγελιών του Ουίλσον, προτιμώντας να διαφυλάξουν τα εδαφικά και οικονομικά συμφέροντα των αποικιακών τους κτήσεων. Ακόμη και οι ΗΠΑ, οι οποίες εμφανίζονταν ως πολέμιοι της αποικιοκρατίας, επέλεξαν συνειδητά την επιβολή «σφαιρών επιρροής» σε Καραϊβική, Κεντρική Αμερική και Ειρηνικό, εδραιώνοντας την παρουσία τους σε πρώην αποικίες της ηττηθείσας το 1898 Ισπανίας, όπως η Κούβα, το Πουέρτο Ρίκο, οι Φιλιππίνες και το Γκουάμ. Η νίκη των Δυτικών συμμάχων στον Μεγάλο Πόλεμο εγγυήθηκε τη διατήρηση των παρηκμασμένων αποικιοκρατικών δομών, ανοίγοντας τον δρόμο στην ανάδειξη και επικράτηση εθνικιστικών απελευθερωτικών κινημάτων στη Βόρεια, Ανατολική και Δυτική Αφρική και σε όλη την ασιατική ήπειρο.

Αναταραχή βίωσαν, όμως, και οι νικητές του Πολέμου, με τους πολίτες των χωρών τους να ενστερνίζονται και να διαδίδουν αντιπολεμικές απόψεις και να εκφράζουν αποτροπιασμό για το υπέρογκο ανθρώπινο κόστος του πολέμου.
Τα πάμπολλα μνημεία για τα 18 περίπου εκατομμύρια νεκρούς στα πεδία των μαχών και οι φρικτά παραμορφωμένοι τραυματίες –γνωστοί στη Γαλλία ως «gueules casses» (σπασμένα μούτρα)– συνέχισαν να υπενθυμίζουν στους Ευρωπαίους το κόστος που πλήρωσαν για έναν πόλεμο χωρίς σύνορα και χωρίς απτά αποτελέσματα.

Η λήξη του Μεγάλου Πολέμου δίδαξε, όμως, στον σύγχρονο κόσμο νέους συμβολικούς τρόπους διαχείρισης της ιστορικής μνήμης, όπως το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη, που πρώτες δημιούργησαν το 1920 η κυβέρνηση της Βρετανίας στο Λονδίνο και της Γαλλίας στο Παρίσι, περισυλλέγοντας τα λείψανα άγνωστου Βρετανού στρατιώτη από τη μάχη της Αράς και Γάλλου συναδέλφου του στην ίδια μάχη.

Επιλεκτική μνήμη

Τα μνημεία αυτά, που δοξάζουν τον ηρωισμό άγνωστων στρατιωτών, βοηθούν στην αποσιώπηση της αποτρόπαιας εμπειρίας του βιομηχανικού πολέμου και στη «μετάλλαξή» της σε μία σύγχρονη εκδοχή μεσαιωνικών ιπποτικών συγκρούσεων. Από τη μνήμη των σύγχρονων πολέμων απουσιάζει έτσι η σφαγή αμάχων, η αδιάκριτη χρήση χημικών όπλων, ο βομβαρδισμός κατοικημένων περιοχών και η παραπομπή στασιαστών στρατιωτών σε στρατοδικεία, όπως και η εκτέλεσή τους «για παραδειγματισμό».

Οι επιπτώσεις του –σχεδόν ξεχασμένου στις ημέρες μας– Μεγάλου Πολέμου συνεχίζουν να σφραγίζουν τις ζωές εκατομμυρίων κατοίκων της Γης. Η ανάγκη δημιουργίας αξιόπιστου διεθνούς διπλωματικού οργανισμού για την επίλυση διενέξεων και διαφορών οδήγησε στη δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών, που, παρά την αναποτελεσματικότητά της, έπεισε τους Δυτικούς ηγέτες για την αξία μόνιμων διεθνών διπλωματικών θεσμών.

Η φρίκη των πεδίων μαχών του Δυτικού Μετώπου γέννησε γενιά λογοτεχνών και ζωγράφων, που αποτύπωσαν την υπαρξιακή αγωνία και την προοπτική του θανάτου στα αριστουργήματά τους. Τέτοιοι ήταν οι ποιητές και λογοτέχνες Ζίγκφριντ Σασούν, Ρόμπερτ Γκρέιβς, Ουίλφρεντ Οουεν, Φορντ Μάντοξ Φορντ, Γκιγιόμ Απολινέρ, Στράτης Μυριβήλης, Τζουζέπε Ουνγκαρέτι, Ζοζέφ Κεσέλ, Ερνστ Γιούνγκερ, Εριχ Μαρία Ρεμάρκ και Γιάροσλαβ Χάσεκ, αλλά και οι ζωγράφοι Οτο Ντιξ, Φελίξ Βαγιοτόν και Ζορζ Λερού.

Θρησκευτικός πλουραλισμός και ειρηνική συνύπαρξη

ΕΛΛΑΔΑ 05.11.2018

Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Αναστάσιος στην «Κ»

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΙΡΑΝΩΝ, ΔΥΡΡΑΧΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ*

Η ενσυνείδητη αποδοχή του θρησκευτικού πλουραλισμού και η ειρηνική συνύπαρξη των διαφόρων κοινοτήτων μπορούν να προέλθουν από δύο αντίθετες αφετηρίες. Από την αδιαφορία για τη θρησκευτική πίστη, ή από τη συνειδητή βίωση της ουσίας της θρησκείας. Αντιστρόφως, η θρησκευτική μισαλλοδοξία ανάμεσα σε συνυπάρχουσες θρησκευτικές κοινότητες και πολιτιστικές παραδόσεις είναι δυνατόν να αναπτυχθεί: Πρώτον, από σπέρματα θρησκευτικού τύπου, π.χ. από έναν ακραίο φανατισμό. Δεύτερον, από μη θρησκευτικές ρίζες π.χ. παράγοντες πολιτικούς, εθνικιστικούς, που χρησιμοποιούν τη θρησκεία για άλλες επιδιώξεις. Ολες αυτές οι ρίζες εξακολουθούν να είναι ανθεκτικές σε πολλές περιοχές της υφηλίου.

Ο ανθρώπινος εντούτοις πόθος για παγκόσμια ειρήνη παραμένει εναγώνιος. Αξίζει, λοιπόν, να μελετούμε προσεκτικά το πολυσύνθετο αυτό πρόβλημα για την ορθή αντιμετώπισή του. Στο κείμενο που ακολουθεί θα περιοριστώ να διατυπώσω ορισμένες μόνο επισημάνσεις σχετικά με το κρίσιμο αυτό θέμα.

1. Προσωπικά πιστεύω ότι η καλλιέργεια μιας υγιούς θρησκευτικής συνειδήσεως αποτελεί το σταθερότερο θεμέλιο της ειρηνικής συνυπάρξεως.

Και όχι η θρησκευτική αδιαφορία.
Στις μονοθεϊστικές θρησκείες που επηρεάζουν τη σημερινή οικουμένη διαπιστώνονται: α) μια αναζήτηση εσωτερικής ειρήνης· β) η χαλιναγώγηση της επιθετικότητος· γ) αρχές ειρηνικής συμβιώσεως· δ) επιδίωξη ειρηνικών σχέσεων με τον Θεό· ε) παροτρύνσεις για τη διατήρηση της ειρήνης στην ανθρωπότητα. Οι χριστιανοί ιδιαίτερα προσβλέπουμε σε «Θεό Ειρήνης» και εκζητούμε συνεχώς την επέμβασή Του.

Υψιστο και άμεσο χρέος όλων των θρησκευτικών ηγετών είναι η επίμονη και συστηματική καλλιέργεια μιας υγιούς πνευματικότητος. Μέσα στα ιερά κείμενα υπάρχουν φωτεινές ακτίνες που συμβάλλουν στην ειρηνική συμβίωση και διευκρινίζουν τον χαρακτήρα της γνήσιας θρησκευτικότητος, στην οποία ευαρεστείται ο Θεός.

Κατ’ αρχήν επιβάλλεται να καλλιεργείται συνεχώς απ’ όλους τους θρησκευτικούς φορείς μια ειρηνική θεολογία και ανθρωπολογία, αντλώντας από τον πλούτο των θρησκευτικών αρχών και από τις καλύτερες σελίδες των παραδόσεών μας. Ιδιαίτερα καλούμεθα να στηλιτεύσουμε κάθε μορφή βίας. Υπογραμμίζοντας το χρέος παντός ανθρώπου να σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία των συνανθρώπων του. Τις τελευταίες δεκαετίες δεν παύω να τονίζω –με μορφή συνθημάτων– σε διάφορες ευκαιρίες ότι: Η βία εν ονόματι της θρησκείας βιάζει την ουσία της θρησκείας. Και κάθε έγκλημα στο όνομα της θρησκείας είναι έγκλημα κατά της ίδιας της θρησκείας. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το λάδι της θρησκείας για να δυναμώνει τη φωτιά των συγκρούσεων. Η θρησκεία είναι θείο δώρο, δοσμένο για να γαληνεύει τις καρδιές, να θεραπεύει τις πληγές και να φέρνει πλησιέστερα άτομα και λαούς.

2. Η ειρήνη συνδέεται άμεσα με τη δικαιοσύνη.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αριστοτέλης: ο πρώτος επιστήμονας;

Με αφορμή την ελληνική έκδοση του βιβλίου του Αρμάν Λερουά «Η λιμνοθάλασσα» ο κ. Στασινός Σταυριανέας γράφει για τη σημασία της βιολογίας στην αριστοτελική φιλοσοφία

Αριστοτέλης: ο πρώτος επιστήμονας; | tovima.gr
Ο Αριστοτέλης έζησε 62 χρόνια, από το 384 μέχρι το 322 π.Χ. Για τα σχετικά λίγα χρόνια της ζωής του έγραψε πάρα πολλά και το έργο του απλώνεται σχεδόν σε κάθε τομέα της φιλοσοφίας και της επιστήμης. Μάλιστα είναι στο δικό του έργο που ορίζονται οι τομείς αυτοί ως ξεχωριστά πεδία έρευνας. Από το έργο αυτό στα χέρια μας σήμερα έχουμε μόνο ένα μέρος. Εχουμε μόνο κείμενα που δεν προορίζονταν για δημοσίευση αλλά μάλλον χρησίμευαν για τη διδασκαλία και την έρευνα. Το στυλ είναι κοφτό, σχεδόν τηλεγραφικό, ελλιπές, προκείμενες απουσιάζουν συχνά από τα επιχειρήματα (πρέπει να τις προσθέσουμε εμείς), η αναφορά των παραδειγμάτων δεν είναι όσο λεπτομερής θα θέλαμε κ.ο.κ. Ολα αυτά καθιστούν το έργο του ένα ανάγνωσμα πολύ απαιτητικό. Είναι επίσης βέβαιο ότι οι σημειώσεις αυτές δουλεύτηκαν ξανά και ξανά, ώστε να μην μπορούμε με βεβαιότητα να τοποθετήσουμε τα έργα του σε μια σαφή, και χωρίς αμφισβήτηση, χρονολογική σειρά. Μπορούμε όμως με σχετική ασφάλεια να αποδώσουμε στην καθεμία από τις περιόδους της ζωής του ένα μέρος της συγγραφικής του παραγωγής και έτσι να παρακολουθήσουμε την πορεία του.

Εργογραφία

Ετσι τα χρόνια της πρώτης αθηναϊκής περιόδου είναι τα χρόνια στα οποία ο Αριστοτέλης ασχολείται μάλλον περισσότερο με τη λογική. Θεμελιώνει ή ανακαλύπτει τη λογική, δηλαδή τους νόμους της επιχειρηματολογίας. Αλλά θεμελιώνει επίσης και τη φιλοσοφία της επιστήμης. Ασχολείται δηλαδή με τη μέθοδο που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να εξηγήσουμε και έτσι να έχουμε επιστημονική γνώση για τον κόσμο και την ανθρώπινη δραστηριότητα εντός του. Τα χρόνια της περιπλάνησης σφραγίζονται από την εξαντλητική μελέτη των φυσικών ειδών. Στα χρόνια αυτά έρχεται η ανακάλυψη της βιολογίας. Και ο τόπος αυτής της ανακάλυψης είναι η λιμνοθάλασσα της Καλλονής στη Λέσβο. Αλλά επειδή, πρώτον, η βιολογία είναι για τον Αριστοτέλη η καρδιά της μελέτης του φυσικού κόσμου και επειδή, δεύτερον, στο πεδίο αυτό μπορούμε να παρακολουθήσουμε με αναλυτικό, εξαντλητικό τρόπο τον Αριστοτέλη να εργάζεται ως επιστήμονας (αξίζει να σημειώσουμε ότι πάνω από 20 από τα 60 συνολικά βιβλία του Αριστοτέλη που μας έχουν σωθεί είναι βιολογικά, ζωολογικά συγγράμματα), για τους δύο αυτούς λόγους η βιολογία είναι το κατεξοχήν πεδίο για να καταλάβουμε πώς δομείται η αριστοτελική επιστήμη. Και εφόσον η αριστοτελική επιστήμη καθορίζει τη φύση και την ιστορία της δυτικής επιστήμης, η επινόηση της αριστοτελικής επιστήμης μέσω της βιολογίας είναι η επινόηση της δυτικής επιστήμης. Τα χρόνια της θεμελίωσης της Αριστοτελικής σχολής του Λυκείου, της θεμελίωσης και της υλικής αλλά κυρίως της πνευματικής, θα μπορούσαμε να τα συνδέσουμε με τη μεταφυσική του και τη θεολογία του. Και εκεί πάντως τα διδάγματα, όπως και η επιρροή εν γένει της βιολογίας και της φυσικής επιστήμης, είναι διάχυτα. Γιατί η ανάλυση και η εξήγηση του φυσικού κόσμου και των φυσικών ειδών εντός του καθοδηγεί τον Αριστοτέλη και στις μεταφυσικές του έρευνες. Ο Αριστοτέλης κινείται από αυτό που είναι πλησιέστερα στην ανθρώπινη εμπειρία, τον φυσικό κόσμο και τα είδη εντός του, προς αυτό που είναι πιο δυσδιάκριτο και μακρινό, το θεϊκό στοιχείο. Η βιολογία είναι με έναν τρόπο θα λέγαμε προπαίδεια για τη μεταφυσική και τη θεολογία.
Στην πορεία αυτή που μας αφηγείται το βιβλίο του Λερουά ο Αριστοτέλης κάνει αμέτρητες ανακαλύψεις, εγκαινιάζει νέες επιστήμες, εισηγείται και καλλιεργεί συστηματικά νέες μεθόδους έρευνας, εγκαινιάζει την τεχνική ορολογία που σφραγίζει την ιστορία της σκέψης τόσο για τη φιλοσοφία όσο και για την επιστήμη, μέχρι τις ημέρες μας, στον δυτικό τουλάχιστον κόσμο. Από αυτή την άποψη το έργο του συνιστά μια τομή. Ο Αριστοτέλης βρίσκεται στην αφετηρία και πρέπει να κοιτάξουμε προς το μέρος του για να δούμε την απόσταση που έχουν διανύσει η φιλοσοφία και η επιστήμη μέχρι τις μέρες μας. Ομως εάν θα έπρεπε να ξεχωρίσω ένα στοιχείο που σφραγίζει το έργο του, αυτό είναι η αξιοποίηση της παράδοσης, των προσωκρατικών φιλοσόφων, των ιατρικών συγγραμμάτων, των σοφιστών, του Πλάτωνα. Ο Αριστοτέλης χτίζει τη φιλοσοφία και την επιστήμη με υλικό των προγενεστέρων και έτσι συμπυκνώνει την αρχαία ελληνική σκέψη συνολικά. Και αυτό συμβαίνει χάρη σε μια δική του καινοτομία που δεν είναι άλλη από τη μέθοδό του να παραθέτει και να αναλύει τις απόψεις των προγενεστέρων ώστε να διακρίνει τι έχει ειπωθεί σωστά και τι εσφαλμένα, αλλά και να διαγνώσει έτσι ποια είναι τα αδιέξοδα στα οποία η δική του θεωρία πρέπει να δώσει απαντήσεις. Ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος ιστορικός της φιλοσοφίας και κυρίως φιλοσοφεί μέσα από την ιστορία της φιλοσοφίας. Και εδώ ο Αριστοτέλης είναι πρωτοπόρος: η μέθοδος αυτή είναι ο κυρίαρχος τρόπος τον οποίο ακολουθεί η δυτική φιλοσοφία αλλά και η επιστήμη ως τις μέρες μας. Χτίζει πάνω στα θεμέλια, ενσωματώνει τις επιτυχίες και διδάσκεται από τις αποτυχίες της προγενέστερης σκέψης. Ας διαβάσουμε δύο αποσπάσματα τα οποία εκθέτουν τους λόγους που οδηγούν στην επιλογή αυτής της μεθόδου:

Αναζητώντας την αλήθεια

Η αναζήτηση της αλήθειας είναι από τη μια πλευρά κάτι εύκολο και από την άλλη κάτι δύσκολο. Ενα σημάδι γι’ αυτό είναι το γεγονός ότι κανένας δεν κατορθώνει να κατακτήσει πλήρως την αλήθεια, αλλά και κανείς δεν αποτυγχάνει πλήρως. Αντίθετα, καθένας κατορθώνει να πει κάτι αληθές για τη φύση των πραγμάτων. Και παρότι ένας-ένας συνεισφέρουν ελάχιστα στην αλήθεια, παρ’ όλα αυτά από τo άθροισμα των λόγων τους δημιουργείται ένα μεγάλο μέγεθος. Επομένως εφόσον η αλήθεια φαίνεται να είναι σαν την παροιμιώδη πόρτα μπροστά στην οποία όλοι στέκονται, από αυτή την άποψη είναι κάτι απλό. Το δύσκολο όμως είναι να αποκαλύψουμε συνολικά την αλήθεια και όχι μόνο ένα μέρος της.
Ενδεχομένως, εφόσον οι δυσκολίες είναι δύο λογιών, η αιτία για τη δυσκολία της αποκάλυψης της αλήθειας να μην οφείλεται στα πράγματα αλλά σε εμάς. Γιατί όπως είναι το βλέμμα της νυχτερίδας για το φως της ημέρας, έτσι είναι και ο νους της ψυχής μας για τα πράγματα που είναι σύμφωνα με τη φύση τα πιο οφθαλμοφανή. (Μετά τα φυσικά α.1 993a27-b11)
Για την επιστήμη την οποία τώρα ερευνούμε πρέπει πρώτα να αναζητήσουμε τις απορίες. Αυτές περιλαμβάνουν τόσο τις απόψεις εκείνων που μίλησαν για αυτά τα θέματα όσο και όλα εκείνα τα σημεία τα οποία έχουν παραβλεφθεί. Γιατί για να μπορέσουμε να επιλύσουμε τις δυσκολίες (να ευπορήσουμε) θα πρέπει πρώτα να περάσουμε μέσα από τις απορίες. Γιατί η ευπορία είναι η επίλυση εκείνων των προβλημάτων για τα οποία βρισκόμαστε σε απορία και είναι αδύνατον να μπορέσουμε να λύσουμε έναν κόμπο εάν προηγουμένως δεν γνωρίζουμε πώς έχει δεθεί. Και εκείνος που απορεί είναι κάποιος ο οποίος είναι δέσμιος. (Μετά τα φυσικά Β.1 995a24-30)
Για να ανακαλύψουμε λοιπόν την αλήθεια στην πληρότητά της, προτείνει ο Αριστοτέλης, θα πρέπει να αναλύσουμε τι έχουν υποστηρίξει οι προγενέστεροι και τι έχει παραβλεφθεί. Αυτά είναι τα υλικά που τώρα συνιστούν δεσμά για εμάς, δεσμά που μας εμποδίζουν από το να δούμε με ακρίβεια και καθαρότητα τη φυσική τάξη του κόσμου. Αρα θα πρέπει, πρώτον, να ανακαλέσουμε τι μας παραδίδουν οι προηγούμενοι και, δεύτερον, να στραφούμε σε ό,τι ενδεχομένως έχει παραβλεφθεί ή δεν έχει μελετηθεί επισταμένως, όπως π.χ. τα φυσικά είδη. Η μελέτη των απόψεων της παράδοσης, αλλά και η μελέτη του φυσικού κόσμου, είναι στον Αριστοτέλη πράγματι συστηματική και εξαντλητική. Ειδικά στα βιολογικά έργα παρατηρούμε με λεπτομέρεια την εφαρμογή αυτής της μεθόδου. Ποια είναι όμως αυτά τα βιολογικά έργα, που δεν είχαν την τύχη των πιο δημοφιλών συγγραμμάτων του Αριστοτέλη όπως τα Πολιτικά, τα Ηθικά Νικομάχεια ή η Ποιητική;
O κ. Στασινός Σταυριανέας είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Πατρών.

Τη μέρα που σίγησαν τα όπλα – 100 χρόνια από τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου

Παππάς Ανδρέας

| 11.11.2018 – 08:00
Τη μέρα που σίγησαν τα όπλα – 100 χρόνια από τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου | tovima.gr

Οι σημαίες της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ευρωπϊκης Ένωσης κυματίζουν κοντά στο Βερντέν, όπου διεξήχθη μία από τις φονικότερες μάχες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου

Πριν από ακριβώς εκατό χρόνια τελείωνε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Επειτα από διαπραγματεύσεις, είχε αποφασιστεί τα όπλα να σιγήσουν στις 11 το πρωί, της 11ης μέρας, του 11ου μήνα του 1918.
Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος [ΑΠΠ, στο εξής] είχε σημάνει το τέλος μιας μακράς περιόδου κατά την οποία η Ευρώπη, σε σύγκριση με το παρελθόν, είχε γνωρίσει μόνον τοπικά περιορισμένους πολέμους, όπως ο Κριμαϊκός (1853-56), ο Πόλεμος της Ιταλικής Ανεξαρτησίας (1859-61), ο Πρωσοαυστριακός (1866), ο Γαλλογερμανικός (1870-71). Επίσης, ο ΑΠΠ υπήρξε τομή ως προς τον τρόπο διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων, τόσο στο πεδίο της τακτικής, όσο και σε εκείνο της χρησιμοποίησης νέων όπλων (άρματα μάχης, αεροπλάνα, υποβρύχια, δηλητηριώδη αέρια, κ.ά.).
Ως προς τις συνέπειές του εξάλλου, οι συνθήκες ειρήνης που ακολούθησαν τη λήξη του άλλαξαν κυριολεκτικά τον χάρτη του κόσμου, με τη διάλυση τεσσάρων αυτοκρατοριών (Ρωσικής, Γερμανικής, Αυστροουγγρικής, Οθωμανικής) και τη δημιουργία νέων κρατών (Αυστρία, Γιουγκοσλαβία, Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, Πολωνία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία), καθώς και με σημαντικές αλλαγές στα έως το 1914 σύνορα. Συνέπειες, έστω και έμμεσες, του ΑΠΠ υπήρξαν επίσης μείζονα ιστορικά γεγονότα όπως η Οκτωβριανή Επανάσταση, που έφερε τους μπολσεβίκους στην εξουσία. Στις συνέπειες του ΑΠΠ θα πρέπει να συνυπολογιστούν επιπλέον τα βαθιά τραύματα που τα εκατομμύρια των θυμάτων του, σε όλα λίγο-πολύ τα μέτωπα, προκάλεσαν στις κοινωνίες των εμπολέμων (Γαλλία, Γερμανία, Αυστροουγγαρία, λιγότερο Μ. Βρετανία και Ιταλία, ακόμα λιγότερο Ηνωμένες Πολιτείες).
Οσο για την ελληνική κοινωνία, νομίζω ότι τον ΑΠΠ τον πέρασε πιο ξώφαλτσα απ’ ό,τι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, του οποίου οι συνέπειες υπήρξαν εξαιρετικά οδυνηρές για τη χώρα, τόσο κατά την περίοδο της Κατοχής όσο και λόγω του Εμφυλίου Πολέμου που την ακολούθησε. Κατά τη γνώμη μου, οι λόγοι που ο ΑΠΠ δεν άφησε τόσο βαριά τα ίχνη του στην ελληνική κοινωνία ήταν αφενός η περιορισμένη (αν και διόλου ευκαταφρόνητη) συμμετοχή ελληνικών στρατευμάτων στις πολεμικές επιχειρήσεις και αφετέρου η αλληλοεπικάλυψη, τρόπον τινά, των αμιγώς πολεμικών γεγονότων και εξελίξεων με τον Διχασμό, ο οποίος από το 1915 και για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα θα διαπερνά και θα διαποτίζει όχι μόνο την πολιτική ζωή της χώρας, αλλά και την ελληνική κοινωνία γενικότερα.
Επανερχόμενος, όμως, στην ανακωχή της 11ης πρωινής της 11.11.1918, αξίζει νομίζω να επισημανθούν ορισμένα κρίσιμα γεγονότα και δεδομένα που ανάγκασαν τη Γερμανία να συνθηκολογήσει:
  • Η έξοδος ουσιαστικά της Ρωσίας από τον πόλεμο, η οποία επισφραγίστηκε με τη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ τον Μάρτιο του 1918, αντισταθμίστηκε κατά κάποιον τρόπο από την απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών, ήδη από τον Απρίλιο του 1917, να κηρύξουν τον πόλεμο στη Γερμανία, ενισχύοντας έτσι το στρατόπεδο της Αντάντ σε μια κρίσιμη στιγμή, με έμψυχο υλικό, και κυρίως από άποψη εξοπλισμών και ανεφοδιασμού.
  • Η Γερμανία, την οποία ουσιαστικά από το 1916 κυβερνούσε το Γενικό Επιτελείο, δεν αξιοποίησε όπως και όσο θα μπορούσε την κατάρρευση των αντιπάλων της στο Ανατολικό Μέτωπο. Κι αυτό επειδή, εκτός των άλλων, κράτησε ισχυρές δυνάμεις εκεί, προκειμένου να προωθήσει τους, μεγαλοϊδεατικούς εν πολλοίς, γεωπολιτικούς στόχους της στην ευρύτερη περιοχή (Ουκρανία, Πολωνία, Βαλτικές Χώρες).
  • Ο ναυτικός αποκλεισμός με πρωταγωνίστρια τη θαλασσοκράτειρα Μ. Βρετανία είχε τελικά ως αποτέλεσμα να βρίσκεται η Γερμανία σε ολοένα και πιο δύσκολη θέση από άποψη ανεφοδιασμού ακόμα και σε είδη πρώτης ανάγκης.
  • Η τελευταία ουσιαστικά ελπίδα των Κεντρικών Δυνάμεων να κερδίσουν τον πόλεμο ήταν η λεγόμενη επίθεση Λούντεντορφ στο Δυτικό Μέτωπο, την άνοιξη του 1918. Από τη στιγμή που η γερμανική αυτή επίθεση αναχαιτίστηκε και οι δυνάμεις της Αντάντ εξαπέλυσαν σφοδρή αντεπίθεση τον Ιούλιο-Αύγουστο, η έκβαση του πολέμου ήταν λίγο-πολύ προδιαγεγραμμένη – πολλώ μάλλον, καθώς δύο βασικοί σύμμαχοι της Γερμανίας δεν θα αργούσαν να συνθηκολογήσουν (η Βουλγαρία στις 29 Σεπτεμβρίου και η Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 30 Οκτωβρίου).
Με τη δυσφορία των πολιτών αλλά και μονάδων των ενόπλων δυνάμεων να έχει αυξηθεί κατακόρυφα το φθινόπωρο του 1918, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι σταγόνες που ξεχείλισαν το ποτήρι, δείχνοντας ότι διαμορφώνονταν προϋποθέσεις ακόμα και για ανεξέλεγκτες καταστάσεις, ήταν αφενός η άρνηση των ναυτών του γερμανικού στόλου να θέσουν σε κίνηση τα πλοία στις 29 Οκτωβρίου και αφετέρου οι ταραχές που ξέσπασαν στο Βερολίνο και στο Μόναχο στις 8-9 Νοεμβρίου. Ο κάιζερ Γουλιέλμος Β’ και ο διάδοχος παραιτήθηκαν τότε και κατέφυγαν στην Ολλανδία, παραδίδοντας ουσιαστικά, σε συνεννόηση με το Γενικό Επιτελείο, τη διακυβέρνηση της χώρας στον Εμπερτ και τον Σάιντεμαν, ηγέτες του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, το οποίο έδειχνε το μόνο ικανό να αποτρέψει τις «ανεξέλεγκτες καταστάσεις».
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι μια μερίδα του γερμανικού στρατού (κυρίως όσοι είχαν πολεμήσει στο Ανατολικό Μέτωπο όπου, όπως οι ίδιοι έλεγαν, «δεν ηττήθηκαν ποτέ») θεώρησε τη συνθηκολόγηση «πισώπλατη μαχαιριά» (Dolchstoss), την οποία δέχτηκαν τα γερμανικά στρατεύματα από τους κάθε είδους «ηττοπαθείς και ειρηνιστές», με πρωταγωνιστές «τους εβραίους και τους σοσιαλιστές». Αυτοί οι στρατιώτες και αξιωματικοί θα καλλιεργήσουν συστηματικά τον «θρύλο της μαχαιριάς στην πλάτη» (Dolchstosslegende), θα στελεχώσουν εν πολλοίς τα διαβόητα Freicorps, θα σπεύσουν να χαρακτηρίσουν «επαίσχυντη» τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, θα πλαισιώσουν αργότερα έναν συνάδελφό τους, έναν δεκανέα ο οποίος είχε τραυματιστεί στο Δυτικό Μέτωπο, που ήδη από το 1920 είχε αρχίσει να αναπτύσσει έντονη πολιτική δράση: τον Αντολφ Χίτλερ.
Ο κ. Ανδρέας Παππάς είναι επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής.

ΙΕΠ: Αρχαία Ελληνικά Προσανατολισμού Γ΄Λυκείου. Κριτήρια αξιολόγησης σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις



Λήψη αρχείου

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση