Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος: «Ο Εθνικός Διχασμός ήταν κάτι το μοναδικό»

«Το Βήμα» συζητεί με τον γνωστό ιστορικό για πτυχές της προσωπικής και της χαρισματικής ηγεσίας

| 30.12.2018 – 06:00

Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος: «Ο Εθνικός Διχασμός ήταν κάτι το μοναδικό» | tovima.gr

Ερωτικές επιστολές αποτελούν το υλικό του πιο πρόσφατου βιβλίου του ιστορικού Γιώργου Μαυρογορδάτου «Τα γράμματα στην Πάολα» (εκδ. Πατάκη). Δεν θα τον κατηγορήσει κανείς όμως για ιστοριογραφία της κλειδαρότρυπας: η αλληλογραφία της λεγόμενης κόμισσας Φον Οστχαϊμ και του Κωνσταντίνου Α΄ χρησιμοποιείται για μια απόπειρα ψυχογραφήματος του τελευταίου. Φυσική προέκταση ενός τέτοιου κειμένου ωστόσο είναι άλλα ζητήματα που αναδύονται κατά την ανάγνωσή του: χαρισματικής (και μη) ηγεσίας, πολιτικού περιβάλλοντος του ηγέτη, ρίσκου και ευκαιριών. Αυτά και συζητούμε στη διάρκεια της συνομιλίας μας.

Η διαμάχη Βενιζέλου – Κωνσταντίνου είναι η σύγκρουση ενός χαρισματικού ηγέτη με έναν φορέα άλλων χαρισματικών ιδιοτήτων;

«Για τον Κωνσταντίνο θα χρησιμοποιούσα τον όρο «χαρισματική μορφή». Συνδυάζει το θεσμικό χάρισμα που είναι ενσωματωμένο στην κληρονομική βασιλεία – ακόμη και σήμερα αντιπαραθέτουμε τους «γαλαζοαίματους» στους κοινούς θνητούς με το κόκκινο αίμα -, αυτό το αρχέγονο μυθικό στοιχείο, με το προσωπικό χάρισμα του νικηφόρου στρατηγού. Στο πρόσωπό του υπάρχει ένα εκρηκτικό μείγμα που δεν βρίσκεται στη διάθεση κάθε βασιλιά. Δεν το είχε ούτε ο πατέρας του, ο Γεώργιος Α΄, ούτε οι γιοι του, Γεώργιος Β΄ και Παύλος».

Θέτει η περίπτωσή του, αυτή ενός βασιλιά εύπιστου, εγωκεντρικού και ρηχού στη σκέψη, όπως τον περιγράφετε, το ζήτημα της ποιότητας ενός ηγέτη και την έκταση της ισχύος του περιβάλλοντός του, όταν αυτός είναι αδύναμος;

«Ναι. Ο Κωνσταντίνος είχε έναν στενό κύκλο προσώπων γύρω του στον οποίο οι βασικότεροι ήταν ο νομικός Γεώργιος Στρέιτ, οι στρατιωτικοί Βίκτωρ Δούσμανης και Ιωάννης Μεταξάς, και η σύζυγός του και αδερφή του γερμανού Κάιζερ Γουλιέλμου, βασίλισσα Σοφία. «Κακούς δαίμονες» σε αυτόν τον κύκλο θα χαρακτήριζα πρωταρχικά τους Δούσμανη και Στρέιτ. Για παράδειγμα, ο Κωνσταντίνος, εγώ θεωρώ κατόπιν διαπαιδαγώγησης από ανθρώπους όπως ο Δούσμανης και ο Στρέιτ, πίστεψε ότι για να είναι αληθινός βασιλιάς έπρεπε να είναι και αληθινός αρχηγός του στρατού. Αν το συνδυάσουμε με τις πρωσικές επιρροές των σπουδών του, έχουμε μια συγκροτημένη συνταγή που λέει ότι όντας ο βασιλιάς αληθινός αρχηγός του στρατού μπορεί να αποκτήσει μια εξουσία μοναρχική, αντικοινοβουλευτική».

Αυτό δυνητικά θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε ένα κίνημα με πρωτοφασιστικά χαρακτηριστικά;

«Οδήγησε. Η δύναμη κρούσης των Επιστράτων που έδρασαν στα Νοεμβριανά του 1916 κατά των Βενιζελικών και αποτελούνταν από στρατιώτες που είχαν πολεμήσει υπό τον Κωνσταντίνο στους Βαλκανικούς Πολέμους το 1912-13 ήταν ένα πρωτοφασιστικό κίνημα. Το κλειδί όμως για τη μετεξέλιξη σε κανονικό φασισμό είναι η λατρεία του ηγέτη – ενός ηγέτη όμως που δεν προκύπτει από κληρονομική διαδοχή, ενός ηγέτη αυτοδημιούργητου. Ο βασιλεύς λοιπόν δεν μπορεί ο ίδιος να είναι ηγέτης φασιστικού κόμματος, οι δε φασίστες δεν μπορούν να μοιράσουν την τυφλή υπακοή τους μεταξύ ενός παραδοσιακού θεσμού, όπως είναι το στέμμα, και ενός Φύρερ. Εχω πει λοιπόν ότι όσο οι έλληνες πρωτοφασίστες, με επικεφαλής τους κατ’ εξοχήν τον Ιωάννη Μεταξά, παρέμεναν μοναρχικοί, ήταν μια χρυσαλλίδα που δεν μπορούσε να γίνει φασιστική πεταλούδα».

Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος Τα γράμματα στην Πάολα. Τι μας λένε για τον Κωνσταντίνο Α΄ Εκδόσεις Πατάκη, 2018 σελ. 160, τιμή 8,5 ευρώ

Υπάρχει ένα καίριο σημείο στην υπόθεση του Διχασμού;

«Ο πυρήνας της τραγωδίας είναι ότι ο Βενιζέλος γνωρίζει από νωρίς, από τα χρόνια του στην Κρήτη ήδη, πως η Ελλάδα οφείλει να πάρει μέρος σε επικείμενο πόλεμο, αν θέλει να επεκταθεί. Ποιος θα μπορούσε να είναι επικεφαλής του στρατού της; Ο Κωνσταντίνος ήταν ο διάδοχος του θρόνου και λογιζόταν διάδοχος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Είχε γερή στρατιωτική μόρφωση, μπορούσε αν όχι να χαράξει, να κατανοήσει τα ζητήματα και να αποδεχθεί τις ορθές εισηγήσεις επιτελών. Υπήρχε άλλος να ηγηθεί; Οσοι έχουν επικρίνει τον Βενιζέλο για την επιλογή του να επαναφέρει τον Κωνσταντίνο στην αρχηγία του στρατεύματος, δεν έχουν κάποιο όνομα να αντιπροτείνουν. Ο πυρήνας της τραγωδίας λοιπόν είναι ότι ο Βενιζέλος δεν είχε άλλη επιλογή».

Είναι ενδιαφέρον ότι ο «διχασμός» ως έννοια έχει έντονη ζωή ως ρητορικός τρόπος του μεταπολιτευτικού λόγου.

«Ο Εθνικός Διχασμός, με κεφαλαία, ήταν κάτι το μοναδικό, ως κρίση εθνικής ολοκλήρωσης από την οποία κρινόταν ποια Ελλάδα θα προέκυπτε για το μέλλον – οριστικά. Γιατί άλλες ευκαιρίες για επεκτάσεις εδαφικές, όπως ξέρουμε τώρα, δεν θα παρουσιάζονταν. Εξ ου και οι μεν ήταν διατεθειμένοι να δολοφονήσουν τον Βενιζέλο, οι δε να περάσουν από στρατοδικείο δεκάδες επώνυμους και ανώνυμους και να τους εκτελέσουν δημόσια, κάτι που δεν συνέβη ξανά παρά μόνο στον Εμφύλιο. Αλλά πρέπει να πω ότι ένας βαθμός διχασμού, με πεζά, είναι απαραίτητος στην πολιτική ζωή μιας δημοκρατίας, διαφορετικά δεν μπορούν να ληφθούν αποφάσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Βρετανοί αποκαλούν τις ψηφοφορίες «division», διαίρεση».

Σε επίπεδο σύγκρισης με το χάρισμα του Βενιζέλου, πώς αποτιμώνται οι άλλοι χαρισματικοί ηγέτες της Ελλάδας του 20ού αιώνα;

«Χαρισματικούς ηγέτες έκτοτε με βάση τα αυστηρά κριτήρια της επιστημονικής θεωρίας του χαρίσματος είχαμε μόνο δύο: τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Στο επίπεδο του Βενιζέλου δεν νομίζω ότι έφτασε κανείς. Βέβαια, οι συνθήκες δεν είναι συγκρίσιμες. Ο Βενιζέλος δρα σε μια εποχή κοσμογονίας στην περιοχή και με ριψοκίνδυνο τρόπο αρπάζει τις ευκαιρίες που εμφανίζονται στιγμιαία – η απόβαση στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919 είναι μια ευκαιρία που παρουσιάζεται για λίγες μόνο ημέρες. Ο Καραμανλής δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο, βρισκόταν στο εντελώς άλλο άκρο ως προς την ανάληψη κινδύνου. Ο Καραμανλής έχει μεγάλη διορατικότητα ως προς το ποια πρέπει να είναι η πορεία της χώρας μετά τον Εμφύλιο αν πρόκειται να στερεώσει τη θέση της στον δυτικό κόσμο και μετά στην Ευρώπη. Η διορατικότητα του Παπανδρέου είναι όση και ο τυχοδιωκτισμός του. Εβαλε διάφορα στοιχήματα, με κορυφαίο την απόρριψη της Ενωσης Κέντρου μετά το 1974, όταν έφτιαξε το δικό του πολιτικό μαγαζί, το οποίο ήλεγχε ο ίδιος απόλυτα. Οχι σε όφελος της χώρας, θα έλεγα. Είχε όμως τη μεγαλοφυή διορατικότητα να δει ότι στις συνθήκες της Μεταπολίτευσης ούτε η Δεξιά, όσο ανακαινισμένη και να ήταν από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ούτε το παλιό Κέντρο θα είχαν τη δυνατότητα να αναπροσαρμοστούν σε νέες συνθήκες και νέα αιτήματα και ότι αυτό που πρόσφερε και στην αρχή φαινόταν ανεδαφικό, σε πέντε ή δέκα χρόνια θα αγοραστεί – και μάλιστα θα αγοραστεί με φανατισμό».

 

«Υπό διωγμό» οι χριστιανοί της Μέσης Ανατολής

Διπλωματικές πηγές στη Βηρυτό ανέφεραν ότι έχουν αυξηθεί θεαματικά τις τελευταίες ημέρες τα αιτήματα χριστιανών για χορήγηση βίζας

06 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2019 – 21:59

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΙΜΑΣ   Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ορατός διαγράφεται ο κίνδυνος να ξεσπάσει νέο κύμα φυγής χριστιανών από τη Συρία, μετά την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από τις βορειοανατολικές περιοχές της χώρας. Η απειλή του Ταγίπ Ερντογάν, ότι με την αποχώρηση των Αμερικανών τουρκικά στρατεύματα θα εισβάλουν για να εκδιώξουν τους «τρομοκράτες», όπως η Αγκυρα αποκαλεί τις κουρδικές πολιτοφυλακές που ελέγχουν τη Ρατζάβα (συριακό Κουρδιστάν) ανατολικά του Ευφράτη, προκαλεί έντονη ανησυχία στους χιλιάδες χριστιανούς που έχουν συρρεύσει εκεί για να γλιτώσουν από τους ισλαμιστές του ISIS.

Διπλωματικές πηγές στη Βηρυτό ανέφεραν ότι έχουν αυξηθεί θεαματικά τις τελευταίες ημέρες τα αιτήματα χριστιανών από τις κουρδοκρατούμενες περιοχές, που αποτελούν το 20% του εδάφους της Συρίας, για χορήγηση βίζας ώστε να φύγουν στο εξωτερικό.

Την ίδια στιγμή, ο αντιπρόεδρος του Κοινοβουλίου του Λιβάνου Ιλαϊ Φερζλί, χριστιανός ορθόδοξος και ο ίδιος, μιλώντας στην «Κ» έκανε λόγο για εν εξελίξει «σχέδιο αφανισμού των χριστιανών από τη Μέση Ανατολή ώστε η ιδέα του Ιησού Χριστού να καταστεί σε βάθος χρόνου μύθος».

«Στις περιοχές των Κούρδων κατέφυγαν τόσο από το εσωτερικό της Συρίας όσο και από το Ιράκ, με την επέλαση του Ισλαμικού Κράτους, αρκετές χιλιάδες χριστιανοί, Συροχαλδαίοι (νεστοριανοί), καθολικοί, ουνίτες, όπου μπορούσαν να ασκούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα ενώ απολάμβαναν σχετική ειρήνη και ασφάλεια.

Τώρα όμως έχει αρχίσει να τους καταλαμβάνει αίσθημα ανασφάλειας και προσπαθούν με κάθε τρόπο να φύγουν, προτού αρχίσουν οι συγκρούσεις», είπε στην «Κ» Ευρωπαίος διπλωμάτης που παρακολουθεί από πολύ κοντά τις εξελίξεις.

Οπως εξήγησε, ο φόβος τού εκεί χριστιανικού στοιχείου εκπορεύεται από το ενδεχόμενο –πολύ πιθανό λόγω συντριπτικής διαφοράς πολεμικής ισχύος– τα τουρκικά στρατεύματα που θα κληθούν να εκδιώξουν την κουρδική πολιτοφυλακή YPG/YPJ να εισβάλουν συνεπικουρούμενα από παραστρατιωτικές οργανώσεις ακραίων σουνιτών που πολεμούν ήδη τον Ασαντ και θεωρούν τους χριστιανούς «άπιστους» και εχθρούς του Ισλάμ.

Ορατός κίνδυνος

Οι ίδιοι οι Kούρδοι έχουν προειδοποιήσει, εξάλλου, ότι εάν καταληφθεί η Ρατζάβα από τους Τούρκους, χιλιάδες σουνίτες τζιχαντιστές που κρατούνται στις φυλακές θα αφεθούν ελεύθεροι, οπότε ο κίνδυνος (και) για το χριστιανικό στοιχειό θα είναι τεράστιος.

Αλλά και στην υπόλοιπη Συρία, μολονότι τα όπλα έχουν σιγήσει στις περισσότερες περιοχές της, ο δρόμος της επιστροφής για του χριστιανούς παραμένει κλειστός. Οι εικόνες –με τον Αη Βασίλη (Papa Noel στη Mέση Ανατολή) να μοιράζει δώρα σε παιδάκια στη Δαμασκό, τα λαμπερά χριστουγεννιάτικα δέντρα και τα πυροτεχνήματα– που μετέδωσαν τα Χριστούγεννα τα διεθνή τηλεοπτικά δίκτυα μάλλον επικοινωνιακά τρικ του καθεστώτος ήταν παρά απηχούσαν το πνεύμα της Γέννησης του Θεανθρώπου, που από την έναρξη του πολέμου εξανεμίστηκε στον τόπο γέννησής του.

Σε περιοχές όπως Λαττάκεια, Ταρτούς, Κοιλάδα των Χριστιανών στα σύνορα με τον Λίβανο και άλλες, που ανακατέλαβε ο κυβερνητικός στρατός, μπορεί να υπάρχει μια κάποια αίσθηση ασφάλειας, από την άποψη ότι δεν έχει εξαλειφθεί η απειλή των τρομοκρατών του ISIS, όμως οι συνθήκες ζωής και άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων δεν ενθαρρύνουν ακόμη τον μαζικό επαναπατρισμό.

«Δεν έχουμε μαζικές επιστροφές. Αντιθέτως, όσοι μπορούν ακόμα και τώρα να φύγουν φεύγουν», λέει στην «Κ» ο Σύρος ιερέας Ιωάννης. «Μπορεί να υπάρχει σχετική ειρήνη, αλλά είναι αδύνατο να επιβιώσουν. Τώρα πλέον, από τις κουρδικές περιοχές φεύγουν και πηγαίνουν στο Ιράκ, απ’ όπου παίρνουν βίζα για την Αυστραλία, η οποία δέχεται πλέον μόνο χριστιανούς από τη Μέση Ανατολή».

Ο γενικός γραμματέας της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας (ΔΣΟ), που παρακολουθεί στενά το δράμα των χριστιανών στη Μέση Ανατολή και προσπαθεί να αφυπνίσει τους ισχυρούς της Γης, βουλευτής Ανδρέας Μιχαηλίδης, έδωσε στην «Κ» μια άλλη διάσταση του όλου προβλήματος. «Τώρα έχουν αρχίσει να φεύγουν λόγω τρομοκρατικών χτυπημάτων χριστιανοί και από χώρες που ναι μεν δεν εμπλέκονται σε πολέμους, αλλά αντιμετωπίζουν πρόβλημα τρομοκρατίας, όπως είναι ο Λίβανος, η Αίγυπτος, η Ιορδανία. Με βάση τις μαρτυρίες και στοιχεία που είχαμε στην πρόσφατη σύνοδο της ΔΣΟ στη Βηρυτό από ορθόδοξους βουλευτές της Μέσης Ανατολής, αλλά και ιερωμένους που κατέφθασαν από τη Συρία και το Iράκ, δυστυχώς οι χριστιανοί δεν γυρίζουν πίσω και κάποιοι, αν βρουν ευκαιρία, φεύγουν».

Σχεδιασμένη στοχοποίηση

Αλλά και στη συνεδρίαση των ορθόδοξων χριστιανών βουλευτών πρόσφατα στο Κάιρο, ακούστηκαν κραυγές απόγνωσης γύρω από το μέλλον των χριστιανών στους τόπους όπου γεννήθηκε και άνθησε ο χριστιανικός πολιτισμός.

«Ετσι όπως πάμε, οι εκκλησίες μας θα καταντήσουν να είναι μόνο πέτρες, δεν θα υπάρχουν χριστιανοί να προσευχηθούν σε αυτές», είπε χαρακτηριστικά ένας Ιορδανός βουλευτής, ενώ ένας Παλαιστίνιος συνάδελφός του προειδοποίησε πως «ο αφανισμός της κοιτίδας του χριστιανισμού στη Μέση Ανατολή θα έχει επιπτώσεις στην παγκόσμια χριστιανοσύνη».

Ο αντιπρόεδρος του λιβανικού Κοινοβουλίου επέμεινε, στη συζήτησή του με την «Κ», στη σχεδιασμένη στοχοποίηση από «παγκόσμιες δυνάμεις», τις οποίες, ωστόσο, δεν κατονόμασε. «Αν μείνουν οι εκκλησίες άδεια κουφάρια, τότε θα έχουν πετύχει τον σκοπό τους, να απαλείψουν στη συνείδηση των ανθρώπων την Καινή Διαθήκη από τη Μέση Ανατολή και να παραμείνει μόνο η Παλαιά Διαθήκη», υποστήριξε. Ο ίδιος υποστήριξε, αναφερόμενος στις τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον χριστιανών στην Αίγυπτο, ότι «η τρομοκρατία σε αυτή τη μεγάλη χώρα είναι 100% εισαγόμενη από τη Μέση Ανατολή» και πρότεινε τη Βηρυτό ως το κέντρο διαλόγου μεταξύ των θρησκειών της Μέσης Ανατολής, ώστε να βρεθεί τρόπος αρμονικής συνύπαρξής τους.

Τη γλώσσα μού έδωσαν μακεδονική

 ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 20.01.2019 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Κ​​αι τι νοιάζει τους Γερμανούς αν η Ελλάδα αναγνωρίσει την ύπαρξη μακεδονικής γλώσσας; Ούτως ή άλλως, τα ελληνικά τους τα ξέρουν, πολλές φορές μάλιστα τα ξέρουν καλύτερα και από τους Ελληνες. Και όταν λένε «ελληνικά», εννοούν ένα σώμα κειμένων που ξεκινάει από τον Ομηρο και σταματάει κάπου στην Υστερη Ρωμαϊκή εποχή. Τη σύγχρονη Ελλάδα μπορεί να τη βρίσκουν ενδιαφέρουσα καθότι γραφική, όμως τη γλώσσα της την κατατάσσουν στην οικογένεια των ανατολικών γλωσσών. Στο Παρίσι τα νέα ελληνικά διδάσκονται στις Langues Orientales. Βγήκαν από το μαιευτήριο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έγιναν απαραίτητο συστατικό της βαλκανικής συνταγής. Κι αν αναγνωρίσουν μία ακόμη γλώσσα, τη μακεδονική, θα προσθέσουν ένα ακόμη έκθεμα στην πολυσυλλεκτική Ευρώπη, στο εργαστήριο ευγενών πολιτισμικών προθέσεων. Ούτως ή άλλως, αν κοιτάς τα σύγχρονα ελληνικά από το ύψος του Γκαίτε, προβάλλουν σαν λοφίσκος στο βάθος του τοπίου. Ποιον ενοχλεί ένας λοφίσκος παραπάνω που λέγεται «μακεδονική» γλώσσα;

Λυπάμαι, αλλά δεν φταίνε οι Γερμανοί. Εμείς φταίμε.

Στη ρηματική διακοίνωση που έστειλε ο κ. Ζάεφ ξεκαθαρίζει τα πράγματα. Ή μάλλον τα μπερδεύει ακόμη περισσότερο, όπως οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι των νόμων και των υπουργικών αποφάσεων που εκδίδονται για να μην πεθάνουν από ασιτία οι δικηγόροι της επικρατείας. Εξηγεί ότι, όταν αναφέρεται σε «μακεδονική» γλώσσα, αναφέρεται σε μία γλώσσα που ανήκει στην οικογένεια των σλαβικών γλωσσών και η οποία ουδεμία σχέση έχει με την αρχαιότητα της Μακεδονίας, που την αναγνωρίζει ως αμιγώς ελληνική. Ουφ! Επιφώνημα ανακουφίσεως. Αλλο Ζάεφ κι άλλο εκείνος ο τσιρκολάνος ο Γκρούεφσκι με τα αγάλματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ερώτηση αφελούς: έως πού εκτείνεται χρονικά η περί ης ο λόγος αρχαιότης; Οχι τίποτε άλλο για να ξέρουμε από πότε οι Μακεδόνες έπαψαν να μιλούν ελληνικά και άρχισαν να μιλούν μακεδονικά, και να μην κάνουμε κάνα λάθος και μας βάλουν κακό βαθμό οι προοδευτικοί, αριστεροί και φιλελεύθεροι πολιτικώς ορθοί. Η Μακεδονική Δυναστεία, φερ’ ειπείν, ο Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος, που μαθαίναμε κάποτε ότι εξελλήνισε την Ανατολική Αυτοκρατορία μακεδονικά μιλούσε; Πάντως, ο Ψελλός, που έγραψε τη βιογραφία του, στα ελληνικά την έγραψε. Θα μου πείτε, εδώ μιλάμε για Βυζάντιο, για Ανατολικό Μεσαίωνα, που ουδεμία σχέση έχει με τους Πτολεμαίους. Εξοχα. Πότε όμως, σε ποιον αιώνα, κατεγράφη η μακεδονική γλώσσα ως γλώσσα της Μακεδονίας που ανήκει μεν στην οικογένεια των σλαβικών γλωσσών, είναι όμως αυθύπαρκτη; Ποια γραπτά μνημεία την έχουν αποθησαυρίσει;

Κι αν δεν σας κάνει ο Παπαρρηγόπουλος, που θεώρησε πως η γλωσσική συνέχεια είναι στοιχείο ταυτότητας του σύγχρονου ελληνισμού, μην αγνοήσετε τον Σεφέρη, που αφιέρωσε στη γλώσσα την ομιλία του στη Σουηδική Ακαδημία για το Νομπέλ. Στοιχειώδες: αν η Ελλάδα αναγνωρίσει τη μακεδονική γλώσσα ως στοιχείο της εθνικής ταυτότητας των Μακεδόνων, τότε τι γίνεται με τους Ελληνες Μακεδόνες; Είναι αρχαίοι, ανήκουν στη Μακεδονία που ήταν αμιγώς ελληνική; Ή μήπως δεν είναι Μακεδόνες;

Θα μου πεις, όταν αναφέρεσαι στη γλώσσα ως κύτταρο της εθνικής ταυτότητας, είσαι εθνικιστής, αντιευρωπαίος. Και ο μεν κ. Ζάεφ έχει το δικαίωμα να είναι εθνικιστής γιατί ξέρει ότι η ενιαία γλώσσα είναι το απαραίτητο συνδετικό υλικό στο οικοδόμημα μιας χώρας που τη συνθέτουν ετερόκλητες κοινότητες. Και καλά κάνει. Εμείς οι Ελληνες όμως, επειδή είμαστε πολύ μπροστά, δεν κολλάμε σε τέτοιες λεπτομέρειες.

Εχω διαβάσει στα γαλλικά τον ποιητή Ακο Σόποφ. Αν δεν κάνω λάθος, στα Σκόπια τον θεωρούν κάτι σαν εθνικό τους ποιητή. Μια γλυκιά φωνή που αναπνέει στους ρυθμούς της βαλκανικής ενδοχώρας. Ο ίδιος δεν υπάρχει πια, όμως αναρωτιέμαι πόσους συμπαραστάτες βρήκε στο δημιουργικό του εγχείρημα. Και το λέω αυτό για να εκφράσω τον σεβασμό μου και την εκτίμησή μου απέναντι σε έναν άνθρωπο που πάλεψε να δημιουργήσει με το αίσθημα της γλώσσας του. Εκαστος εφ’ ω ετάχθη.

Ο Τσίπρας δεν έχει τα διανοητικά μέσα να αντιληφθεί ότι η αναγνώριση της μακεδονικής γλώσσας υποτιμά την αξία της ελληνικής στο χρηματιστήριο των πολιτισμικών αξιών. Αναρωτιέμαι πόσοι απ’ αυτούς που θα διαδηλώσουν σήμερα και πόσοι από τους βουλευτές που θα καταψηφίσουν τη συμφωνία το αντιλαμβάνονται.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΚΑΙ Η ΕΞΟΥΣΙΑ

 

Κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, τις δικές της προκλήσεις και προβλήματα. Όμως υπάρχουν εποχές με εμφανείς αναλογίες με κάποιες άλλες. Κάτι πέτοιο παρατηρούμε να συμβαίνει ανάμεσα στην εποχή μας και  σε αυτή των Τριών Ιεραρχών (330μ.Χ. γέννηση Μ. Βασιλείου – 407 θάνατος αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου): πόλεμοι, άλυτα οικονομικά προβλήματα, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, κοινωνικές συγκρούσεις, ιδεολογική σύγχυση αλλά και αντιπαλότητα,  θρησκευτικές διαμάχες.

Οι τρεις Ιεράρχες υπήρξαν ολοκληρωμένες προσωπικότητες με αξιοθαύμαστα χαρακτηριστικά: κορυφαία μόρφωση, καθαρότητα βίου, ακατάβλητη θέληση, ακάματη δραστηριότητα, επίμονη άσκηση, γνησιότητα πίστης, ανιδιοτέλεια αγάπης και προσφοράς στον συνάνθρωπο. Σημάδεψαν την εποχή τους με την πολύπλευρη παιδεία τους, τη ριζοσπαστική κοινωνική τους δράση, την ευρύτητα του πνεύματος τους και την κριτική τους στάση απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία.

Αυτό το τελευταίο σημείο, όμως έχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε λεπτομερέστερα. Το θέμα αυτό μπορεί να διερευνηθεί από δύο πλευρές:

Α) πώς οι ίδιοι διαχειρίστηκαν την άσκηση εξουσίας, αφού και οι τρεις κατείχαν επισκοπικό αξίωμα και

Β) πώς στάθηκαν απέναντι στην εξουσία της εποχής τους.

Σχετικά με το πρώτο:

  1. Και οι τρεις όχι μόνο δεν επιθύμησαν και δεν επεδίωξαν την ανάληψη αξιωμάτων, αλλά αντίθετα προσπάθησαν, όσο μπορούσαν, και αυτά να τα αποφύγουν, αλλά και τις τιμές που ήθελαν οι άνθρωποι να τους αποδώσουν εξαιτίας της ηθικής τους ακεραιότητας και της αέναης προσφοράς τους στην κοινωνία αλλά και γενικότερα για τις ηγετικές τους ικανότητες.
  2. Όταν εν τέλει παρά τη θέλησή τους ανέλαβαν την θέση του επισκόπου, ο Μ. Βασίλειος στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος στη Ναζιανζό και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος στην Αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως, έκαναν τα πάντα, για να υπηρετήσουν τον λαό, να τον εξυψώσουν πνευματικά με τη διδασκαλία τους και τα γραπτά τους και να τιμήσουν το αξίωμα που τους ανατέθηκε. Για παράδειγμα ο Μ. Βασίλειος έχτισε την Βασιλειάδα, πόλη φιλανθρωπίας: δημόσιο νοσοκομείο, κατοικίες ιατρών, πτέρυγες για τους λεπρούς και για τους πάσχοντες από επιδημίες, τους οποίους ο ίδιος περιποιείται. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος από την άλλη, πουλάει τα πολύτιμα αντικείμενα και έπιπλα του οικήματος της Αρχιεπισκοπής, διακόπτει τα πλούσια επίσημα δείπνα και εξοικονομεί χρήματα για συσσίτια για 7000 φτωχούς καθημερινά.
  3. Δεν θεώρησαν τη θέση του επισκόπου ως ευκαιρία επιβολής, εγωιστικής εξουσίας, αυτοπροβολής ή πλουτισμού. Πέθαναν πάμφτωχοι χωρίς κανένα περιουσιακό στοιχείο και χωρίς να ευνοήσουν κανένα συγγενή τους ή άτομο του περιβάλλοντός τους.
  4. Επειδή δεν επεδίωξαν να καταλάβουν κάποιο αξίωμα αλλά τους ανατέθηκε σχεδόν αναγκαστικά, ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να το εγκαταλείψουν χωρίς κανένα δισταγμό. Ίσα -ίσα το επιθυμούσαν, για να επιτρέψουν στην ησυχαστική άσκηση και την προσπάθεια τους να πλησιάσουν τον Θεό. Ειδικά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, όταν διέκρινε κάποια αμφισβήτηση ή καχυποψία να υποβόσκει εναντίον του από άλλους επισκόπους, πριν καν αυτή ακόμη να εκδηλωθεί ανοικτά, παραιτήθηκε από τη θέση του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, τη στιγμή μάλιστα που είχε επιτύχει το τεράστιο έργο της αποκατάστασης της Ορθοδοξίας στην εκκλησία της Βασιλεύουσας. Τα λόγια του ήταν συγκλονιστικά: «Δεν αγάπησα τον θρόνο και να είστε σίγουροι, τον αποχαιρετώ με χαρά.»

Για το δεύτερο τώρα θέμα:

Πώς δηλαδή στάθηκαν οι ίδιοι απέναντι στην πολιτική εξουσία της εποχής τους. (το πολίτευμα της εποχής ήταν η απόλυτη μοναρχία, ο Αυτοκράτορας διοικούσε και νομοθετούσε με τη βοήθεια μιας αυστηρά οργανωμένης υπαλληλικής τάξης και του στρατού).

Απέναντί λοιπόν, σ’ αυτή την πολιτική εξουσία και οι τρεις στάθηκαν ως άξιοι και υπεύθυνοι υπηρέτες του λαού: τιμούσαν τους άρχοντες, όταν πρόσφεραν στον λαό, για το καλό του οποίου συνεργάζονταν μαζί τους, έμεναν όμως σταθεροί και ακλόνητοι απέναντι σε άδικες και τυραννικές αποφάσεις τους.

Εύγλωττο παράδειγμα αποτελεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Αρχιεπίσκοπος έγινε αδυσώπητος ελεγκτής κάθε παρανομίας και αυθαιρεσίας. Αυτό έγινε αιτία να δημιουργήσει φοβερούς εχθρούς, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ίδια η Αυτοκράτειρα Ευδοξία, την οποία κατέκρινε αυστηρά για την πολυτελή ζωή της αλλά και επειδή ιδιοποιήθηκε έναν αμπελώνα που αποτελούσε το μόνο περιουσιακό στοιχείο μιας φτωχής χήρας. Ο λαός επιδοκίμαζε τις ενέργειες αυτές του Ιεράρχη, τον οποίο κυριολεκτικά λάτρευε, γιατί έβλεπε πως η θαρραλέα στάση του είχε περιορίσει την απληστία των ισχυρών της εποχής. Οι εχθροί του όμως κατάφεραν και τον εξόρισαν δύο φορές, τη δεύτερη φορά (404 μ.Χ.) μάλιστα, αφού μέσα από αφάνταστες κακουχίες περπάτησε άρρωστος σε τόπους δύσβατους και απόκρημνους στη ορεινή Αρμενία, άφησε την τελευταία πνοή δοξάζοντας τον Θεό μέσα από την ψυχή του.

Από την άλλη στην ιστορία έχει μείνει ο διάλογος του Μ. Βασιλείου με τον έπαρχο Μόδεστο: «Είμαστε πράοι άνθρωποι και υποχωρούμε, όταν πρόκειται για προσωπικά μας θέματα. Όταν όμως, πρόκειται για την πίστη μας στον Θεό, δεν υπολογίζουμε τίποτα, αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου, χωρίς να φοβόμαστε οποιοδήποτε βασανιστήριο.»

Και στη συνέχεια:

  • Δήμευση της περιουσίας δεν φοβάμαι. Εξάλλου δεν έχω καμιά περιουσία. Κάποια βιβλία υπάρχουν μόνον και κάποια παλιά ράκη.
  • Αλλά ούτε και η εξορία με τρομάζει, γιατί η γη στην οποία κατοικώ δεν είναι ιδιοκτησία μου. Πάροικος είμαι σ’ αυτόν τον κόσμο και περαστικός.
  • Οι βασανισμοί πάλι δε με πτοούν, γιατί το αδύνατο κορμί μου δε θα τους αντέξει.
  • Όσο για τον θάνατο… Αυτόν, λέγει, τον θεωρώ ευεργέτη, διότι “οὗτος θᾶττον πέμπει με πρός Θεόν, ᾧ ζῶ, καί πολιτεύομαι, καί τῷ πλείστῳ τέθνηκα, καί πρός ὃν ἐπείγομαι πόρρωθεν”.
  • Συγκλονιστική είναι και η κατακλείδα της απάντησης του Μεγάλου Βασιλείου: “Πῦρ δέ καί ξίφος καί θῆρες, λέγει, καί οἱ τάς σάρκας τέμνοντες ὂνυχες τρυφή μᾶλλον ἡμῖν εἰσιν ἢ κατάπληξις. Πρός ταῦτα ὓβριζε, ἀπείλει, ποίει ὃ,τι ἂν ᾖ βουλομένῳ σοι, τῆς ἐξουσίας ἀπόλαυε. Ἀκουέτω ταῦτα καί βασιλεύς”. (φωτιά και ξίφος και άγρια ζώα και τα μεταλλικά νύχια απόλαυση είναι για μας μάλλον και όχι τρόμος. Για όλα αυτά φέρσου αλαζονικά, φοβέριζε, κάνε ό,τι θέλεις, απόλαυσε την εξουσία σου. Ας τα ακούσει αυτά και ο Βασιλιάς.)
  • Ο έπαρχος μένει άφωνος: «κανείς μέχρι τώρα δεν μίλησε με τόσο θάρρος μπροστά μου»
  • Και η απάντηση: «Γιατί δεν συνάντησες ποτέ αληθινό επίσκοπο.»

 Συμπέρασμα:

Οι άγιοι τρείς Ιεράρχες παρά την απόσταση που μας χωρίζει από αυτούς και την εποχή τους, αποτελούν αληθινά πρότυπα για τους νέους, τους εκπαιδευτικούς αλλά και για τους ηγέτες κάθε εποχής. Ας σταματήσουμε λοιπόν τις αλληλοκατηγορίες και τη μετάθεση ευθυνών για τις ποικίλες παθογένειες της εποχής μας και ας αξιοποιήσουμε τα πρότυπα που γενναιόδωρα μας προσφέρει η ιστορία του έθνους μας και της πίστης μας.

 

Ξένα σχολεία ἀναζητοῦν τούς δικούς μας Τρεῖς Ἱεράρχες κι εμείς τους θέτουμε στο περιθώριο

https://www.esos.gr/arthra/61025/xena-sholeia-anazitoun-toys-dikoys-mas-treis-ierarhes-ki-emeis-toys-thetoyme-sto
Δημοσίευση: 27/01/2019

ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS

Γιατί τούς μεγάλους αὐτούς θεοφόρους Πατέρες τούς ἀποκλείουμε ἀπό τήν γενικότερη παιδεία τῶν νέων μας;

Ὃταν ξένα ἐκπαιδευτικά ἱδρύματα ἀναζητοῦν τούς δικούς μας Τρεῖς Ἱεράρχες, τούς μεταφράζουν, τούς μελετοῦν καί προσπαθοῦν νά κατανοήσουν τά σοφά μηνύματά τους, ἐμεῖς ἐπιτρέπεται νά τούς θέτουμε στό περιθώριο;

Το ερωτήματα  αυτά θέτει ο Μητροπολίτης Μάνης Χρυσόστομος και σημειώνει  τα εξής:

  • Μέ πολλή θλίψη διαμαρτὐρομαι ἒντονα γιά τήν σχετική ἀπόφαση τῆς ἀργίας τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν γι’ ὃλα τά σχολεῖα Πρωτοβάθμιας καί Δευτεροβάθμιας ἐκπαίδευσης.
  • Πρόκειται γιά λάθος. Οὒτε ἑορταστική ἐκδήλωση, οὒτε σχετική ὁμιλία, οὒτε ἐκκλησιασμός. Ὡς οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, νά εἶναι ξένο σῶμα ἀπό τήν ἑλληνική παιδεία. Ἀπόβλητοι, ἂχρηστοι, ἀνυπόληπτοι, ξεχασμένοι, σέ περιφρόνηση.
  • Ποῖοι; Οἱ Τρεῖς «μέγιστοι φωστῆρες τῆς τρισηλίου θεότητος», οἰ ἐξαιρετικές προσωπικότητες τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων καί τῆς παιδείας, μέ τήν σπάνια μόρφωση, τήν πολύπλευρη γνώση καί τό ἦθος, πού τά συγγράμματά τους ἀποτελοῦν ἀκένωτη πηγή σοφῶν διδαγμάτων. Οἱ, Βασίλειος ὁ Μέγας, ὁ φιλοσοφικότερος νοῦς Γρηγόριος, ὁ Δημοσθένης τῆς Ἑκκλησίας Χρυσόστομος, οἱ πιό γνήσιοι ἂνθρωποι, οἱ Οἰκουμενικοί Διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀνοικτούς ὁρίζοντες στή σκέψη καί ἀγωγή.
  • Διερωτᾶται κανείς, τά παιδιά μας δηλαδή, δέν ἒχουν τίποτα νά διδαχθοῦν γιά τήν πορεία τῆς ζωῆς τους ἀπό τίς πολυταλαντοῦχες αὐτές μορφές τοῦ κόσμου τοῦ πνεύματος; Γιατί τούς μεγάλους αὐτούς θεοφόρους Πατέρες τούς ἀποκλείουμε ἀπό τήν γενικότερη παιδεία τῶν νέων μας; Ὃταν ξένα ἐκπαιδευτικά ἱδρύματα ἀναζητοῦν τούς δικούς μας Τρεῖς Ἱεράρχες, τούς μεταφράζουν, τούς μελετοῦν καί προσπαθοῦν νά κατανοήσουν τά σοφά μηνύματά τους, ἐμεῖς ἐπιτρέπεται νά τούς θέτουμε στό περιθώριο;
  • Φαντάζει στό στερέωμα τῆς ἑλληνικῆς ἐκπαιδευτικῆς κοινότητας τραγικό, ἀντί ἑορτῆς καί προβολῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, νά ἐρχόμεθα καί νά καθιερώνουμε ἀργία τήν 30η Ἱανουαρίου. Τήν μόνη δικαιολογία πού ἲσως βρίσκουμε γι’ αὐτή τήν ραστώνη εἶναι ἡ ἂγνοια. Ὡστόσο ἡ διόρθωση τοῦ λάθους μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ τώρα μάλιστα, πού σέ καιρούς δυσχειμέρους, ὃλοι μας ἓχουμε ἀνάγκη καί πρό παντός οἱ νέοι, τήν ἒνθεη σοφία τους. Τούς εὐεργέτες «δι’ὧν πρός τό εὖ εἶναι χειραγωγούμεθα» δέν τούς θέτουμε στή γωνία ἀλλά στό κέντρο καί τούς σεβόμεθα, τούς τιμοῦμε καί τούς γιορτάζουμε.

Άρθρο έντεκα πανεπιστημιακών στην «Κ»: Η συμφωνία των Πρεσπών δεν αποτελεί έντιμο συμβιβασμό

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 13.01.2019

Η δημόσια συζήτηση για την αποδοχή και την αναγκαιότητα της συμφωνίας των Πρεσπών μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ περιλαμβάνει τρεις βασικές ανακρίβειες, οι οποίες πρέπει να αποκατασταθούν.

Το αδιέξοδο της διπλωματίας δεν οφειλόταν στην έλλειψη τόλμης ή ευφυΐας. Επί 25 χρόνια το βάρος των διαπραγματεύσεων έπεσε στην εξεύρεση μιας μεικτής ονομασίας, η οποία θα χαρακτήριζε και τη νέα χώρα και το έθνος που την κατοικεί και τη γλώσσα που ομιλείται, βάσει της αντίληψης ότι οι λαοί δίνουν την ονομασία τους στις χώρες και τις γλώσσες και όχι το αντίστροφο. Αυτή ήταν η κόκκινη γραμμή της ελληνικής διπλωματίας και από πουθενά δεν προκύπτει ότι υπήρξε ποτέ διαφορετική προσέγγιση. Δεν μπορούσε να την παραβλέψει καμία κυβέρνηση, διότι, ασχέτως των επιστημονικών προσεγγίσεων, η Ιστορία αποτελεί, πέρα από κάθε αμφιβολία, τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού έθνους και θέμα εξαιρετικά μεγάλης ευαισθησίας στον ελληνικό Βορρά, στην ελληνική Μακεδονία. Η πραγματικότητα αυτή δεν ανατρέπεται ούτε αναθεωρείται με συνοπτικές διαδικασίες. Η Αθήνα δεν μπορούσε να αναγνωρίσει ένα μακεδονικό έθνος δίπλα στον δικό της μακεδονικό πληθυσμό, ασχέτως της ονομασίας του γειτονικού κράτους, για την οποία πάντοτε υπήρχαν προτάσεις και συζητήσιμες λύσεις.

Η συμφωνία των Πρεσπών δεν αποτελεί έναν έντιμο συμβιβασμό. Στην προσπάθεια να προφυλαχθεί –και όχι να καταπολεμηθεί, όπως μερικοί πιστεύουν– το εθνικό αφήγημα και των δύο κρατών, εντέλει υπονομεύθηκε ανεπανόρθωτα το προβεβλημένο αντίδωρο των Σκοπίων στην Αθήνα, δηλαδή η μεικτή ονομασία erga omnes.

Εφόσον, κατά το περίφημο 7ο άρθρο, με τον όρο «Μακεδονία» νοείται και η επικράτεια της ΠΓΔΜ, η διεθνής ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» θα συνυπάρχει χωρίς αντιρρήσεις με τη σκέτη «Μακεδονία», την οποία ουδόλως θα επισκιάσει. Εξάλλου, η ελληνική παραδοχή πως με το επίθετο «μακεδονικός -ή -ό» μπορούν να προσδιορίζονται «η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά του, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά», συνιστά –για όσους πολιτικούς και εμπειρογνώμονες δεν το έχουν καταλάβει ακόμη– άμεση αναγνώριση από την Αθήνα μιας εθνότητας, που ονομάζεται «μακεδονική». Σε έναν κόσμο όπου η άγνοια ιστορίας και γεωγραφίας είναι ο κανόνας, η ονομασία υπηκοότητας και εθνότητας συνάμα ως «μακεδονικών» δίνει στους γείτονες, εμμέσως πλην σαφώς, ασχέτως των όρων της συμφωνίας περί αρχαιότητας, απεριόριστη πρόσβαση στη μακεδονική κληρονομιά συνολικά – και μάλιστα με την υπογραφή μας.

Η συμφωνία των Πρεσπών δεν αποτελεί ουσιαστική συμβολή στην προσέγγιση των δύο γειτονικών λαών. Δεν επιλύει τη διαφωνία. Προσπαθώντας να δώσει ίσο βάρος σε δύο απολύτως αντιφατικές ιστορικές εκδοχές, παραβιάζει την κοινή λογική, αφού αναγνωρίζει ότι αμφότερες είναι κατ’ όνομα «μακεδονικές». Η συνωνυμία αυτή δεν αποτελεί επωφελή λύση, γι’ αυτό και την αντιμαχόμασταν ανέκαθεν. Εύκολα εκλαμβάνεται ως διάσπαση μιας και μοναδικής μακεδονικής ιστορικής ενότητας, ενώ ο εθνικός προσδιορισμός των «Βορείων» αναπόφευκτα υπερισχύει του τοπικού των «Νοτίων». Αφελής ήταν η αντίληψη των εμπνευστών της ότι οι δύο «αλήθειες» θα μπορούσαν να περιοριστούν και να ισχύουν μόνον μέσα στις αντίστοιχες επικράτειες. Οπως προκύπτει από τις συνεχείς δηλώσεις των πολιτικών της ΠΓΔΜ, τα πρόσωπα αυτοπροσδιορίζονται εντός και εκτός της χώρας όπου διαμένουν με τον τρόπο που επιθυμούν. Επιπλέον, η Iστορία δείχνει ότι οι δύο εκδοχές δεν μπορούν να στεγανοποιηθούν μεταξύ τους. Η ελληνική εκδοχή της αρχαίας μακεδονικής Iστορίας αφορά και γεωγραφικό τμήμα της ΠΓΔΜ, ενώ, από την άλλη, οι λεγόμενοι «Αιγαιάτες» πολιτικοί πρόσφυγες και οι απόγονοί τους δεν πρόκειται να αποκηρύξουν τη δική τους ιστορική εκδοχή για τις «χαμένες πατρίδες» τους, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 36 στο αναθεωρημένο σύνταγμα της ΠΓΔΜ. Κοντολογίς, η συζήτηση περί Ιστορίας και ταυτοτήτων εντός του πλαισίου της συμφωνίας είναι ατελέσφορη και ασύμφορη.

Ολα αυτά, ασχέτως των συναισθημάτων που προκαλούν, δεν είναι οι κύριοι λόγοι που είμαστε αντίθετοι στη συμφωνία των Πρεσπών. Είμαστε αντίθετοι όχι γιατί η υπογραφή του υπουργού των Εξωτερικών αδυνατεί να αποτρέψει με πειστικό τρόπο τον σφετερισμό ευαίσθητων ιστορικών δεδομένων, αλλά γιατί επιτρέπει ρητώς αυτόν τον σφετερισμό· όχι γιατί αδυνατεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, αλλά γιατί καταφεύγει σε λογικούς ακροβατισμούς, ώστε να μας πείσει πως το πέτυχε. Είμαστε αντίθετοι όχι γιατί η ελληνική κυβέρνηση διαπραγματεύθηκε, αλλά γιατί αδυνατεί να κατανοήσει ποια πράγματα είναι αδιαπραγμάτευτα. Αδυνατεί να κατανοήσει την ευαισθησία των πολιτών της για την ιστορική τους κληρονομιά – μιαν ευαισθησία που νοηματοδοτείται σε πολλές συνταγματικές διατάξεις και έρχεται ως συνέπεια δύο αιώνων δημόσιας εκπαίδευσης. Είμαστε αντίθετοι, τέλος, λόγω της ασυνέπειας σε μια εθνική γραμμή, η οποία προσδιόρισε την εσωτερική πολιτική και τη διεθνή θέση της χώρας επί 25 χρόνια με τεράστιο κόστος, σε μια γραμμή η οποία συστράτευσε σχεδόν το σύνολο της κοινής γνώμης. Κι αν το πρόβλημα είχε «κακοφορμίσει», όπως έγραψε πρόσφατα ο τ. υπουργός των Εξωτερικών, ποιος αποφάσισε ότι ο «ακρωτηριασμός» ήταν η δέουσα λύση για την Ελλάδα; Το κράτος μας αντιφάσκει με τον εαυτό του, χωρίς να προτείνει μια βιώσιμη εναλλακτική λύση, ενώ η κυβέρνηση έχει εναποθέσει τη δυναμική της συμφωνίας στις μελλοντικές επιλογές των Σκοπίων.

ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ  (ΑΠΘ), ΜΑΝΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ  (King’s College London), ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΤΣΙΟΣ  (Ιόνιο Πανεπιστήμιο), ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ  (ΑΠΘ), ΚΩΣΤΑΣ Α. ΛΑΒΔΑΣ  (Πάντειο Πανεπιστήμιο), ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΞΕΝΑΚΗΣ  (Πανεπιστήμιο Κρήτης), ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΚΙΑΔΑΣ  (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), ΜΙΧΑΛΗΣ Ι. ΤΣΙΝΙΣΙΖΕΛΗΣ  (ΕΚΠΑ), ΚΩΣΤΑΣ ΥΦΑΝΤΗΣ  (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Ι. Κ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ  (ΑΠΘ), ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ  (ΕΚΠΑ).

In memoriam Σαράντου Καργάκου, φιλολόγου και συγγραφέα.

Βιογραφικό Σαράντου Ι. Καργάκου

http://www.sarantoskargakos.gr

 

Ὁ ἱστορικός, φιλόλογος καί δοκιμιογράφος κ. Σαράντος Ἰ. Καργάκος, γεννήθηκε τό 1937 στό Γύθειο Λακωνίας. Στή διάρκεια τοῦ Ἐμφυλίου ἐγκαταστάθηκε στήν Ἀθήνα. Σπούδασε, ἐργαζόμενος ἀπό μαθητής, Κλασσική Φιλολογία στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, ὅπου εἶχε τρίτος εἰσαχθεῖ χωρίς νά τοῦ δοθεῖ ὑποτροφία. Πρωταγωνίστησε στό φοιτητικό κίνημα τῶν ἐτῶν 1961-1963 καί ὑπῆρξε εἰσηγητής τοῦ 15% γιά τήν παιδεία. Ἐργάστηκε ἐπί 35 ἔτη στά μεγαλύτερα ἰδιωτικά ἐκπαιδευτήρια τῶν Ἀθηνῶν καί στούς μεγαλύτερους φροντιστηριακούς ὀργανισμούς, στούς ὁποίους πάντα ἦταν ἱδρυτικό μέλος («Ἡράκλειτος», «Ἀριστοτέλης»).

Στίς 19 Μαρτίου 1969 παραιτήθηκε ἀπό τήν ἰδιωτική ἐκπαίδευση (Λύκειο Μπαρμπίκα), ἀρνούμενος νά εκφωνήσει τόν «προκατασκευασμένο» λόγο γιά τήν Ἐθνική Ἐπέτειο. Δύο φορές τό στρατιωτικό καθεστώς ἔβαλε λουκέτο στόν φροντιστηριακό ὀργανισμό στόν ὁποῖο ἦταν ἱδρυτικό μέλος («Ἡράκλειτος»). Ἐπανῆλθε γιά μερικά χρόνια στήν ἰδιωτική ἐκπαίδευση (Σχολή «Ζηρίδη»), χωρίς νά ζητήσει «ἀναγνώριση» γιά τά ἔτη τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπουσίας του, ἀλλά καί πάλι παραιτήθηκε λόγῳ τῆς κατιούσας πορείας πού ἔλαβε ἡ ἑλληνική παιδεία μετά τή μεταπολίτευση. Πρόλο πού τό στρατιωτικό καθεστώς τοῦ εἶχε ἀρνηθεῖ ἔκδοση διαβατηρίου, ὁ κ. Σ. Ἰ. Καργάκος δέν ἐδίστασε μετά τό 1991 νά διδάξει στή Σχολή Πολέμου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ναυτικοῦ, στή Σχολή Ἐθνικής Ἀμύνης (ΣΕΘΑ) καί στή Διακλαδική Σχολή τῆς Θεσσαλονίκης. Δέν βαρύνεται μέ καμμιά ἐπίσημη (κρατική) τιμητική διάκριση.

Ἀπό τά φοιτητικά χρόνια του ἄρχισε νά ἀρθρογραφεῖ σέ ἐφημερίδες καί περιοδικά. Ὑπήρξε συνεργάτης τῶν περιοδικῶν «Πανσπουδαστική», «Πολιτικά Θέματα», «Οἰκονομικός Ταχυδρόμος», «Πειραϊκή Ἐκκλησία», «Ἐρυθρός Σταυρός», «Κοινωνικές Τομές», «Ἰχνευτής», «Ἑλλοπία», «Ἀρδην», «Ἐθνικές Ἐπάλξεις» καί «4 Τροχοί». Ἐξακολουθεῖ νά συνεργάζεται μέ τά περιοδικά «Εὐθύνη» καί «Νέμεσις» καί τίς ἐφημερίδες «Ἑστία» καί ἡ «Σφήνα». Ἐπί τετραετία ὑπῆρξε ἀρθρογράφος καί λογοτεχνικός κριτικός τῆς ἐφημερίδας «Ἐλεύθερος Τύπος» καί «Τύπος τῆς Κυριακῆς». Ὑπῆρξε ἐπίσης ἀρθρογράφος καί κριτικός τῆς ἐφημερίδας «Ἡ Ἀπόφαση» καί παλαιότερα συνεργάτης τῆς «Καθημερινῆς» καί τῆς «Ἀπογευματινῆς».

          Ἔχει δημοσιεύσει 75 βιβλία. Ἀπό αὐτά ξεχωρίζουν οἱ γλωσσικές μελέτες «Ἀλαλία, ἤτοι τό σύγχρονο γλωσσικό μας πανόραμα» (Gutenberg1986) και «Ἀλεξία, γλωσσικό δρᾶμα μέ πολλές πράξεις» (Gutenberg1993) καί οί συλλογές δοκιμίων «Προβληματισμοί, ἕνας διάλογος μέ τούς νέους» (6 τόμοι, ἐκδ. Gutenberg). Μεταξύ τῶν ἐτῶν 1977-2000 κυκλφορήθηκαν τά βιβλία του: «Ἡ πολιτιστική συνεισφορά τοῦ ἀρχαίου καί μεσαιωνικοῦ κόσμου» (2 τόμοι, ἐκδ. Gutenberg), «Ζαχαρίας Μπαρμπιτσιώτης, ὁ δάσκαλος τῆς κλεφτουριᾶς» (ἐκδ. Σιδέρη), «Συντακτικό τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς» (συνεργασία Χρήστου Λεμπέση, ἐκδόσεις Πατάκη), «Λυκούργου, κατά Λεωκράτους Λόγος» (ἐκδ. Κάκτος), «Κινούμενη Ἄμμος» (κείμενα πολιτικά και κοινωνικά, ἐκδόσεις Ἁρμός), «Ἡ Στρατηγική τοῦ Λόγου» (ἐκδ. Gutenberg), ἡ ἱστορική μελέτη «Ἀλβανοί-‘Αρβανίτες-Ἕλληνες» (ἐκδ. Σιδέρη) καί ἡ ὀγκώδης μονογραφία «Ἀλεξανδρούπολη: μιά νέα πόλη μέ παλιά ἱστορία» (αὐτοέκδοση).

          Μεταξύ τῶν ἐτῶν 2000-2002 κυκλοφορήθηκαν: «Ἡ Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κόσμου καί τοῦ Μείζονος χώρου» (Ἑλληνική καί Παγκόσμια Ἱστορία σέ δύο τόμους ἀπό τίς ἐκδόσεις Gutenberg), ἡ πολιτική μελέτη «Γιά μιά δημοκρατία ευθύνης» (ἐκδόσεις Καστανιώτη), «Παγκοσμιοποίηση: γιά ἕνα παγκόσμιο σύστημα ἀπολυταρχικῆς ἐξουσίας» (ἐκδόσεις Κάκτος), «Ὀλυμπία καί Ὀλυμπιακοί Ἀγώνες» (ἐκδ. Σιδέρη).

          Τό 2003 κυκλοφορήθηκαν δύο ἀκόμη ἔργα του: τά «Μικρά Γλωσσικά» (Ἀστρολάβος/Εὐθύνη) καί «Ἡ πολιτική σκέψη τοῦ Παπαδιαμάντη» (Ἁρμός). Στίς 2 Δεκεμβρίου 2004 κυκλοφορήθηκε ἡ τρίτομη «Ἱστορία τῶν Ἀρχαίων Ἀθηνῶν, ἕνα ὀγκώδες ἔργο 2.000 σελίδων (ἐκδόσεις Gutenberg). Ἕνα ἔργο μοναδικό στήν ἑλληνική καί διεθνῆ βιβλιογραφία, πού ἐντός δεκαμήνου ἔκανε τρεῖς ἐπανεκδόσεις.

          Τό 2006 κυκλοφορήθηκαν «Ἡ Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Σπάρτης» (ἐκδ. Gutenberg) καί «Ἡ Ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας» (ἐκδόσεις Γεωργιάδη). Τό 2007 ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἰ. Σιδέρη ἐκδόθηκαν τἀ ἀκόλουθα ἔργα τοῦ κ. Σ. Ἰ. Καργάκου: «Τό Βυζαντινό Ναυτικό» , «Ἡ ἱστορία ἀπό τἠ σκοπιά τῶν Τούρκων» καί «Μεσόγειος: ἡ ὑγρή μοῖρα τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Εὐρώπης», καί ἀπό τίς ἐκδόσεις Γεωργιάδη τα «Μαθήματα Νεώτερης Ἱστορίας (Τοῦρκοι καί Βυζάντιο – Τό Ὀθωμανικό imperium–Τουρκοκρατία» (τ. Α’). Τά «Μαθήματα» συνεχίσθηκαν μέ τήν ἔκδοση ἄλλων δύο τόμων (Β1 καί Β2) κατά τά ἔτη 2008-2010 ὑπό τόν τίτλο «Μεγάλες μορφές καί μεγάλες στιγμές τοῦ ‘21». Ἐπίσης σέ μικρό σχῆμα ἡ μελέτη «Ἡ παιδεία σήμερα, ἡ παιδεία αὕριο» (ἐκδόσεις Ἀστρολάβος/Εὐθύνη).

          Τό 2008 κυκλοφορήθηκαν τά ἀκόλουθα ἔργα του: «Τά Σατιρικά τοῦ Κώστα Καρυωτάκη» (ἐκδ. Ἁρμός), τό ἱστορικό καί ταξιδιωτικό ὁδοιπορικό «Οἱ Πέρσες κι ἐμεῖς» (ἐκδ. Σιδέρη), ἡ συλλογή δοκιμίων «Ἑλληνική Παιδεία. ἕνας νεκρός μέ… μέλλον!» (Ἁρμός). Τό 2009 κυκλοφορήθηκαν δύο ἀκόμη ἔργα του: «Λιβύη: ἀναζητώντας τό χαμένο «σίλφιο» στήν ἑλληνική Κυρήνη» (Ἰ. Σιδέρης) καί «Κ.Π. Καβάφης: ἡ νεώτερη αἰγυπτιακή Σφίγγα» (Ἁρμός). Μεταξύ τῶν ἐτῶν 2009-2010 ὁλοκληρώθηκε ἡ ἐκτύπωση τοῦ δίτομου ἔργου «Ἡ Μικρασιατική Ἐκστρατεία – Ἀπό τό ἔπος στήν τραγωδία» (αὐτοέκδοση) καί παράλληλα ἑτοιμάζεται γιά ἐκτύπωση μιά ὀγκώδης μονογραφία περί Ἀλεξάνδρου μέ τίτλο: «Μέγας Ἀλέξανδρος: ὁ ἀνθρωπος φαινόμενο».  Ἔχει ἐπίσης ὁλοκληρώσει καί μιά τρίτομη ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821.

          Παρά τίς δελεαστικές προτάσεις πού τοῦ ἔγιναν ἀπό πολιτικούς ἀρχηγούς νά πολιτευθεῖ, ἀρνήθηκε τήν “ἀρένα” τῆς πολιτικῆς καί ἀκολούθησε τήν ὁδό τῆς Μεγάλης Πολιτικῆς, πού γι’ αὐτόν εἶναι ἡ Διδασκαλία. Τήν ὁποία προσφέρει ἀκόμη, τώρα ἀμισθί.

          Ἀποσύρθηκε ἀπό τή φροντιστηριακή δραστηριότητα τό 1983 καί ἔκτοτε ἀφοσιώθηκε στήν ἄσκηση τοῦ συγγραφικοῦ καί δημοσιογραφικοῦ ἔργου, χωρίς νά ζητήσει ποτέ νά γίνει μέλος τῆς ΕΣΗΕΑ. Οὐδεμία σχέση ἔχει μέ φροντιστηριακούς ἤ σχολικούς ὀργανισμούς. Τό λεγόμενο ὅτι εἶναι ἰδιοκτήτης γνωστοῦ ἰδιωτικοῦ σχολείου δέν εὐσταθεῖ.

          Ὁ κ. Σαράντος Ἰ. Καργάκος ἔχει νυμφευθεῖ τήν Ἰωάννα Δ. Κώττα, δικηγόρο καί ἐκπαιδευτικό, μέ τήν ὁποία ἀπέκτησαν δύο τέκνα: τόν Γιάννη, ἱστορικό καί φιλόλογο, μέ σπουδές στρατιωτικῆς κοινωνιολογίας στό «Κίνγκς Κόλλετζ» τοῦ Λονδίνου,  καί τήν Ρωξάνη, καθηγήτρια γερμανικῆς φιλολογίας, μέ σπουδές βιβλιολογίας στο «London University».

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο μελαγχολικός Μάρκος Μέσκος

ΓΙΩΤΑ ΜΥΡΤΣΙΩΤΗ  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

«Δεν είμαι πολιτικό πρόσωπο, αλλά ένας παρατηρητής, ένας ωτακουστής της καθημερινότητας, όπως έλεγε ο Καβάφης. Παρατηρώ, αναζητώ την αλήθεια και προσπαθώ να τη γράψω. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική. Η πολιτική επικαλείται συνεχώς το ψέμα, η τέχνη αναζητεί την αλήθεια, ή επιδιώκει ή φαντάζεται ή γουστάρει την αλήθεια». Ηταν Μάρτιος του 2014 όταν ο πολυβραβευμένος ποιητής της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς Μάρκος Μέσκος άνοιξε χαραμάδες της ψυχής του, του βίου του, της ποιητικής του γραφής, της πολιτικής σκέψης, της στάσης του απέναντι στη ζωή και τον θάνατο σε μια από τις ελάχιστες συνεντεύξεις του («Κ», «Τελικά δεν ηττηθήκαμε, αποτύχαμε», 01-03-2014).

«Η αφετηρία της διαδρομής είναι η γενέτειρα, οι άνθρωποι. Ο τόπος είναι η αρχή του ταξιδιού και η επιστροφή. Την Ιθάκη, είτε την βρούμε, είτε όχι, δεν την ξεχνάμε. Είναι ο σκοπός της ζωής», έλεγε τότε. Στην αφετηρία του, τον γενέθλιο τόπο –στο Γραμματικό Εδεσσας– επιστρέφει αύριο για πάντα ο μελαγχολικός ποιητής που πέθανε την Πρωτοχρονιά, σε ηλικία 83 ετών.

Γεννημένος το 1935 στην Εδεσσα, μεγάλωσε όπως έλεγε στο «μάτι του επαρχιακού ιστορικού κυκλώνα», τη ζοφερή δεκαετία του ’40 με πληγές, αγώνες και αγωνίες, όχι μόνο ως παρατηρητής αλλά ως συμμετέχων, που πότισαν το συγγραφικό και ποιητικό του σύμπαν, στην Αθήνα (1965-1980) και στη Θεσσαλονίκη (1982-2018).

Όνειρα στον Άδη

«Υποφέραμε στη ζωή μας, υποφέρουμε γιατί πληρώνουμε ό,τι ονειρευτήκαμε και ό,τι προσπαθήσαμε να ολοκληρώσουμε. Αποτύχαμε. Κάποτε πρέπει να δούμε τι σημαίνει και η αποτυχία. Οχι η ήττα· η αποτυχία», είχε εξομολογηθεί στην «Κ». Αν και από τα μαθητικά του χρόνια μετέτρεπε τα βιώματά του σε κείμενα ποιητικά, δημοσίευσε τις πρώτες του ποιητές συλλογές τέλη του ’50 στη Θεσσαλονίκη, πριν εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα το 1965. Στην Αθήνα παράλληλα με τις σπουδές του στη γραφιστική και το ντιζάιν (Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Σχολής Δοξιάδη) και τις δουλειές του σε διαφημιστικό γραφείο, τίναζε, όπως έλεγε, «τη σκόνη του επαγγέλματος στον ελεύθερο χρόνο μουντζουρώνοντας λευκά χαρτιά με λέξεις και ζωγραφιές». Επέστρεψε στα χωρικά του ύδατα το 1982. Στη Θεσσαλονίκη όπου έζησε, ήταν συνιδρυτής της εκδοτικής ομάδας των «Χειρογράφων», εργάστηκε ως υπεύθυνος των εκδόσεων της ΑΣΕ, έμεινε ωστόσο αφοσιωμένος στον ποιητικό λόγο, προσηλωμένος στις σπουδές της μοναξιάς. Τα τραυματικά ιστορικά βιώματα της δεκαετίας του ’40, η Εδεσσα της Κατοχής και του Εμφυλίου, οι «εξαγνισμένες από αγάπη ανθρώπινες μορφές», η «Μητέρα πατρίδα», η «Μητέρα φύση», η παιδική ηλικία, η έννοια της αντίστασης, ο έρωτας της Ουτοπίας, η Ελευθερία, η σιωπή, ο θάνατος, διατρέχουν το έργο του. «Για μένα δεν υπήρχαν εποχές· ερχόταν στα χείλη μου το πάνω μέρος του χεριού κι έγραφα. Γιατί δεν χρειάζεται να φανταστώ για να ποιώ. Η δραματικότητα της ζωής πραγμάτωνε τις γραφές μου». Πάνω από είκοσι ποιητικές συλλογές δημοσιευμένες από το 1958 («Πριν από τον θάνατο») έως το 2018 («Ονειρα στον Αδη») πολλές μεταφρασμένες σε ευρωπαϊκές γλώσσες, πεζογραφικά κείμενα και δοκίμια, περιλαμβάνει το σύνολο του έργου του αναγνωρισμένο τις τελευταίες δεκαετίες με τα βραβεία Ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω» (1996) για τη συλλογή «Χαιρετισμοί» (1995), του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2006) για το σύνολο του ποιητικού του έργου και Κρατικό Βραβείο Ποίησης (2013) για τη συλλογή του «Τα λύτρα» (2012).

«Μόνιμο πένθος»

«Είναι δύσκολο να προσδιορίσεις πως ο τόνος των ποιημάτων μου είναι μελαγχολικός και μαύρος – όπως πολλοί χαρακτηρίζουν την Ποίησή μου», σημειώνει «Στον ενικό και πληθυντικό ψίθυρο» (εκδόσεις Νεφέλη, 2009). «…θα ’λεγα ότι υπάρχει κάποιο μόνιμο πένθος εξαιτίας της ματαίωσης όλων των ονείρων μου. Φαντάζομαι ένα κατάμαυρο καμένο δένδρο μα που δεν έχασε τα νερά του και κάπου εκεί, στη ρίζα, οι εκβλαστήσεις συνεχίζουν τη ζωή».

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2018) Όνειρα στον Άδη, Το Ροδακιό
(2016) Εν Βοδενοίς, Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση Δήμου Έδεσσας
(2016) Στην όχθη του παραδείσου, Το Ροδακιό
(2015) Άλφα Βήτα, Κίχλη
(2015) Συνηγορία ποιήσεως, Κίχλη
(2014) Προσωπικά κείμενα, Γαβριηλίδης
(2013) Πεζογραφήματα, Γαβριηλίδης
(2013) Τα ποιήματα της σκάλας, Γαβριηλίδης
(2012) Τα λύτρα, Γαβριηλίδης
(2011) Ποιήματα: Μαύρο δάσος I, Γαβριηλίδης
(2011) Ποιήματα: Μαύρο δάσος ΙΙ, Γαβριηλίδης
(2009) Στον ενικό και πληθυντικό ψίθυρο, Νεφέλη [κείμενα, εικονογράφηση]
(2005) Νερό Καρκάγια, Ίκαρος
(2004) Ελεγείες, Ίκαρος
(2000) Προσωπικά κείμενα, Νεφέλη
(2000) Ψιλόβροχο, Νεφέλη
(1999) Μαύρο δάσος, Νεφέλη
(1999) Μουχαρέμ, Νεφέλη
(1999) Στον ίσκιο της γης, Νεφέλη
(1999) Χαιρετισμοί, Νεφέλη
(1998) Άνθη στο καταραμένο φίδι, Νεφέλη
(1998) Παιχνίδια στον παράδεισο, Νεφέλη
(1998) Τα φαντάσματα της ελευθερίας, Νεφέλη
(1997) Κομμένη γλώσσα, Νεφέλη
(1995) Χαιρετισμοί, Ύψιλον
(1986) Άνθη στο καταραμένο φίδι, Ύψιλον
(1986) Στον ίσκιο της γης, Ύψιλον
(1981) Μαύρο δάσος, Ύψιλον
(1973) Άλογα στον ιππόδρομο, Ερμής

Χρ. Αλεξάνδρου: Συγχώρεση καί ἐπιείκεια

πηγή: Aντίφωνο

Χρήστος Αλεξάνδρου

 ποιητής ποστρέφεται τόσο τόν θικισμό σο καί τόν κνομικισμό το θους καί τς μπειρίας τς κκλησίας.  Τίμος Μαλάνος παραδίδει τι σέ κάποια συζήτηση, ταν γινε λόγος γιά κείνους πού κάνουν τά μύρια σα καί στό τέλος πεθαίνουν μέ τόν σταυρό στά χέρια,  Καβάφης πάντησε στόν κατήγορο, σως χοντας κατά νον καί τόν αυτό του, ς κολούθως: «Μή τούς ψέγεις – φθάνει πού μετάνιωσαν. Ατή λλωστε εναι  ραιότης τς χριστιανικς θρησκείας»[26]. Μιά ληθινά χριστιανική στάση, γιά τήν ποία  ησος μέ τή σταυρική του θυσία «ξηγόρασε μς κ τς κατάρας το νόμου»[27].  Βενέδικτος γγλεζάκης σχολίασε ατά τά λεχθέντα ς κολούθως: «Καβάφης δέν εναι δυτικός χριστιανός, ρνεται νά μειώσει τήν πίστη στήν θική»[28].

Σέ μιά λλη περίπτωση, τό 1918, ρθρογραφώντας σέ τοπικό περιοδικό γιά τό βιβλίο το καθηγητΓρηγόριου Παπαμιχαήλ κκλησία καί Θέατρο καί παντώντας κατά κάποιο τρόπο στή συζήτηση πού εχε προκύψει γιά τό ν «πιτρέπεται»  χι ο ερωμένοι νά παρευρίσκονται στά θέατρα, ποιητής κλινε πέρ τς παρουσίας τους φέρνοντας διάφορα εστοχα παραδείγματα πό τό παρελθόν. ξαίρεσε βέβαια τά θεάματα κενα πού δέν ταν κατάλληλα γιά τό σχμα τους. Σέ κάποιο σημεο το κειμένου του βρκε τήν εκαιρία νά τονίσει καί τά κόλουθα: «καί μάλιστα γενικότερον – ντελς νεξαρτήτως τς μεταβάσεως κληρικν ες τά θέατρα – κλίνω πέρ τς συχνοτέρας παρουσίας τν ερέων νάμεσά μας. Σέ πολλά ταραγμένα σπίτια  παρουσία των φέρνει κάτι πό τήν παρηγορητικήν κκλησία»[29].  γγλεζάκης πογράμμισε πώς: «Ψυχή πού δέν ασθάνθηκε τή μυστική παράκληση τς κκλησίας, ποτέ δέ θά μποροσε νά γράψει τά λόγια ατά τσι καθώς γραφτήκαν»[30].

Τήν πίστη στήν παρηγορητική δύναμη τς κκλησίας τήν καταθέτει καί σ’ να μελέτημά του τό 1893 μέ τόν τίτλο « ποίησις το κ. Στρατήγη» στό ποο παρουσιάζει καί ναλύει τό περιεχόμενο τς συλλογς το Στρατήγη Νέα Ποιήματα,  ποία κυκλοφόρησε τό προηγούμενο τος. Σέ να χωρίο το μελετήματος μς δηλώνει πώς τό ραιότερο ποίημα τς συλλογς εναι ατό πού ναφέρεται στήν Παναγία καί φέρει τόν τίτλο «Στό Εκονοστάσι». Σχολιάζοντας τό συγκεκριμένο ποίημα ντοπίζει τήν «ρεμβώδη καί μυστική ελάβεια ν τρέφει  λληνικός λαός πρός τήν Μητέρα το Χριστο – ασθημα περ τόν κάμνει νά τενίζ πρός τήν σεπτήν ατς εκόνα ς πρός μέγα σύμβολο τς παρηγορίας· ασθημα περ (παρά τάς φλυαρίας τν πιπολαίων) νυψο, καί νδυναμο, καί τιμ ατόν»[31].

Ασθηση παρηγορις καί συγχώρεσης ποπνέει καί τό ποκηρυγμένο ποίημα «Φωνή πό τήν θάλασσα» (π., σελ. 87). κφράζει τόν καημό τν πνιγμένων πού χάθηκαν καί «πού σάβανό των χουν τόν ψυχρό φρό»,  ποος τούς βολοδέρνει θαφτους καί κλαυτους σέ λα τά μήκη καί πλάτη το πέραντου πελάγους, στερούμενοι τή χριστιανική ταφή καί κηδεία. ν στόν τάφο τους θά τούς φύλαγε  «πανάχραντος σταυρός» καί ο δικοί τους θά τόν περιποιονταν φέρνοντας λουλούδια καί κάθε τόσο κάποιος ερέας «θυμίαμα νά κάψ καί νά π εχή» καί  ψυχή τους θά ναπαυόταν. Τό μοτίβο το χαμένου ναύτη κφράζεται καί στό μικρό ποίημα «Δέησις» (Π. Α΄, σελ. 103, 1898) που  μάνα νάβει κερί στήν Παναγία γιά νά πιστρέψει σος  γιός της:

λλά ν προσεύχεται καί δέεται ατή,

 εκών κούει, σοβαρή καί λυπημένη,

ξεύρωντας πώς δέν θλθει πιά  υός

πού περιμένει.

 δέα το νά «συνέλθει» κάποιος λίγο πρίν τό τέλος τς πίγειας βιωτς του καί μετανοώντας νά ζήσει «μές στήν σφάλεια το Χριστο» πίσης πασχολοσε καί λκυε τόν Καβάφη. Ποιητικά ποτύπωσε ατό τό «μοτίβο» σέ ρκετές περιπτώσεις λλά κυρίως στά ποιήματα «γνατίου τάφος» (Π. Α΄, σελ. 81, 1917) καί «Μανουήλ Κομνηνός», (Π. Α΄, σελ. 51, 1915) το ποίου ο τελευταοι στίχοι-σχόλιο το Καβάφη θεωρονται μιά πό τίς πιό σχυρές «μολογίες» πίστεώς του. Στό «γνατίου τάφος»  νεαρός Κλέων, πλούσιος καί σχετος μέ τήν κκλησία, λίγο πρίν τό τέλος «συνέρχεται» καί μάλιστα χειροτονεται ναγνώστης, παίρνοντας τό νομα γνάτιος. Σέ λίγο καιρό μως ρρώστησε καί πέθανε, πλήν μως κενο πού εχε σημασία ταν πώς:

κ’ τσι δέκα μνες ζησα ετυχείς

μές στήν γαλήνη καί μές στήν σφάλεια

το Χριστο.

Πρόκειται γιά τή βυζαντινή συνήθεια διάφοροι κοινωνικά σχυροί, πρίγκιπες, ατοκράτορες κ.ά λίγο πρίν τό θάνατό τους νά χειροτονονται μοναχοί. Μιά τέτοια περίπτωση ποτελε καί τό παράδειγμα το θεοσεβος ατοκράτορα Μανουήλ Κομνηνο στό μώνυμο ποίημα.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Οι τενεκέδες που σβήνουν την ιστορία μας

https://www.liberal.gr/arthro/232683/apopsi/d-kampourakis/oi-tenekedes-pou-sbinoun-tin-istoria-mas.html

Του Δημήτρη Καμπουράκη

Όταν το υπουργείο παιδείας κόβει από την διδακτέα ύλη του λυκείου τον Παύλο Μελά και τον Γερμανό Καραβαγγέλη, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να κόβει άλλη μια φέτα εθνικής συνείδησης από τις επόμενες γενιές Ελλήνων και να την πετάει στα σκουπίδια. Κάποιος πρέπει επιτέλους να πει σ’ αυτούς τους τενεκέδες πως άλλο είναι η σωστή διδασκαλία της ιστορίας μας κι άλλο η κατάργηση της.

Διότι εδώ το ‘χουμε παρακάνει. Κάθε πενταετία-δεκαετία, ανάλογα με την πολιτική συγκυρία και το επίπεδο των σχέσεων με τους γείτονες μας, κόβουμε ένα κομματάκι εθνικής ιστορίας και το στέλνουμε στα αζήτητα. Στηριγμένοι σε μια ανόητη θεωρία που λέει ότι δι’ αυτού του τρόπου παύει να καλλιεργείται το μίσος ανάμεσα σε γειτονικούς λαούς, καταλήγουμε να μετατρέπουμε την διδασκαλία της ιστορίας σ’ έναν χυλό που προκαλεί όχι το ενδιαφέρον αλλά τη απαξία των παιδιών μας.

Αρχίσαμε από την δεκαετία του ’80 τα ΜΟΕ (Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης) με τους Τούρκους κι έφαγε η μαρμάγκα από τα σχολικά βιβλία τον Νικηταρά τον Τουρκοφάγο. Τον κάναμε Νικήτα Σταματελόπουλο κι όταν θα πεθάνει κι η δική μας γενιά θα εξαφανιστεί κι αυτός από την εθνική μνήμη. Την δεκαετία του ’90 και του 2000 γίναμε φιλαράκια με τους Βούλγαρους, ρούφηξε η μαύρη τρύπα τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο. Αυτός έγινε Βασίλειος Β’ ο Μακεδών και εξαφανίστηκε μέσα στους ατέλειωτους ανιαρούς καταλόγους των Βυζαντινών αυτοκρατόρων.

Τώρα ήρθε η σειρά των Σκοπιανών. Βάλαμε μια υπογραφή στις Πρέσπες και –ω του θαύματος- παίρνουν την άγουσα προς την ιστορική ανυπαρξία ο Παύλος Μελάς, ο Γερμανός Καραβαγγέλης και οι υπόλοιποι Μακεδονομάχοι. Ευτυχώς δηλαδή που δεν συνορεύουμε το Ιράν, διαφορετικά θα είχε πάρει ο διάολος τις Θερμοπύλες και την Σαλαμίνα, απλώς οι Πέρσες είναι μακριά κι έτσι την γλύτωσαν (ως τώρα) ο Λεωνίδας με τον Θεμιστοκλή.

Συγνώμη, ποιοι ανόητοι πιστεύουν ότι η ιστορία μπορεί να διδαχθεί δίχως να περιλαμβάνει τις εμβληματικές φυσιογνωμίες κάθε εποχής; Ποιοι μετατρέπουν τα ιστορικά μας βιβλία σ’ ένα κουραστικό άθροισμα κοινωνιολογικών αναλύσεων και πολιτιστικών πληροφοριών, δίχως ίχνος εθνικής ιδιαιτερότητας; Είπαμε, να μην κατασκευάζουμε σωβινιστές, αλλά όχι να διδασκόμαστε την ελληνική ιστορία λες κι είμαστε Νορβηγοί ή Αργεντίνοι. Δεν φυτρώσαμε ως ελληνικό έθνος και κράτος, κάποια πράγματα έγιναν πάνω σε τούτα τα χώματα για να παραμένουν ακόμα ελληνικά. Αγώνες δόθηκαν, αίμα χύθηκε.

Η φιλία και η αλληλοκατανόηση των λαών στεριώνει μέσα από την σωστή διδασκαλία της ιστορίας, όχι μέσα από την κατάργηση της. Τα παιδιά μαθαίνουν να μην μισούν αναίτια τον απέναντι λαό, όταν οι δάσκαλοι τους εξηγήσουν τις συνθήκες κάθε εποχής και τις αιτίες των καλών και κακών στιγμών στη σχέση μας, όχι λέγοντας τους ότι οι δυο λαοί ήταν κολλητάρια αναντάμ μπαμπαντάμ. Και βεβαίως το Ελληνόπουλο πρέπει να μάθει να σέβεται τον γείτονα του, όμως πρέπει άλλο τόσο να μάθει πως η πατρίδα του χρειάζεται υπεράσπιση αν αυτός ο γείτονας αποδειχθεί ανάξιος της φιλίας που του προσφέρει. Πλην για το δεύτερο, το παιδί χρειάζεται πρόσωπα και παραδείγματα.

Αυτός ο διεθνικός, ακαταλαβίστικος και ψευτοκουλτουριάρικος χυλός που (δεν) μαθαίνουν οι σημερινοί πιτσιρικάδες μας στα σχολεία μας, δεν είναι ελληνική ιστορία. Είναι ο προθάλαμος μιας κοινωνίας ανθρώπων δίχως εθνική ταυτότητα. Και εν πάσει περιπτώσει, ποιος είναι αυτός ο ξεφτίλας παράγων στην πολιτική ή διοικητική ιεραρχία του υπουργείου παιδείας, που θεωρεί ότι διαθέτει το κύρος να εξαφανίσει από προσώπου γης φυσιογνωμίες σαν τον Παύλο Μελά ή τον Νικηταρά, που έχυσαν το αίμα τους για να μπορεί αυτός να παίρνει σήμερα μισθό από το ελεύθερο Ελληνικό κράτος; Ποιος είναι αυτός ο κύριος και πούθε πήρε τέτοια νομιμοποίηση;

Και μη μου λέτε εμένα πως με τέτοιες κριτικές κατασκευάζω Χρυσαυγίτες, διότι Χρυσαυγίτες κατασκευάζουν μακροπρόθεσμα αυτοί που προσπαθούν να φτιάξουν μια κοινωνία δίχως εθνική αναφορά και μνήμη. Όσο το επίσημο εκπαιδευτικό μας σύστημα αρνείται ή αφυδατώνει την ιστορία μας, τόσο θα παραμονεύουν κάποιοι άλλοι που θα την διδάξουν στα παιδιά μας υπογείως και μπολιασμένη με μίσος και σωβινισμό. Οπότε κόψτε τον επικίνδυνο χαβαλέ με τους Σκοπιανούς για την διδασκαλία της ιστορίας της Μακεδονίας στα ελληνικά σχολεία. Διότι το παιδί που μέσω κινητού μπορεί να συνδέεται καθημερινά με Νέα Υόρκη ή Σαγκάη αλλά παράλληλα δεν έχει ιδέα για την πατρίδα του, δεν θέλει πολύ να νιώσει ότι είναι Αμερικάνος ή Κινέζος. Εντάξει;

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση