Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας: Did you Know you spreak Greek? (Γνωρίζατε ότι μιλάτε Ελληνικά;)

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Με αφορμή τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας, η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διπλωματίας του Yπουργείου Εξωτερικών δημοσίευσε στο
YouTube μια καμπάνια υπό τον τίτλο «Did you know you speak Greek?» (Γνωρίζατε ότι μιλάτε Eλληνικά;)

Το πρωτογενές υλικό απέστειλαν τα Γραφεία Δημόσιας Διπλωματίας που λειτουργούν στις ελληνικές διπλωματικές και προξενικές αρχές.

Ελάχιστα για την ποίηση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

 ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ 26.01.2020  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Δελεαστικός και διευκολυντικός ο όρος «γενιά», που τέμνει το λογοτεχνικό συνεχές για να συμμορφώσει στα ερμηνευτικά μας σχήματα, παραμένει ωστόσο προβληματικός. Ιδιαίτερα στην ποίηση, ο όρος απειλεί τα ιδιαίτερα γνωρίσματα κάθε ξεχωριστής ποιητικής φωνής, που πρέπει να υπαχθεί στον συχνά δυσδιάκριτο ομαδικό τόνο, για να υπηρετηθεί το γενικευτικό περιοριστικό πλαίσιο. Είναι τόσες οι εξαιρέσεις που πρέπει να συνεκτιμηθούν, ώστε τελικά ο κανόνας να χρησιμοποιείται με την προειδοποίηση πως είναι εγγενώς αυθαίρετος.

Σε ποια ποιητική γενιά ανήκουν, π.χ., όσοι πρωτοδημοσιεύουν συγχρονισμένοι με την επόμενη ή τη μεθεπόμενη ηλικιακή γενιά; Ενας ποιητής που γεννήθηκε στην αρχή της δεκαετίας του 1930 είναι γραμματολογικά θεμιτό να ομαδοποιείται με ποιητές γεννημένους στα τέλη της ίδιας δεκαετίας; Πώς να υποτεθεί, λ.χ., κοινή η ρίζα αισθημάτων του Τάσου Πορφύρη (γ. 1931) ή του Βύρωνα Λεοντάρη (γ. 1932) με την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και τη Ζέφη Δαράκη, που γεννήθηκαν το 1939; Προφανείς οι απαντήσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα πάψουμε να χρησιμοποιούμε τον επίδικο όρο, όσο διευκολύνει τις περιοδολογήσεις μας.

Η Αγγελάκη-Ρουκ ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά ή γενιά του ’60, η οποία αρκετά πρώιμα, το 1961, πριν δημοσιεύσει τους σπουδαιότερους τίτλους της, χαρακτηρίστηκε «χαμένη» από τον Παναγιώτη Μουλλά. Η εξήγηση ήταν ιστορική παρά λογοτεχνική. «Το ζήτημα δεν είναι ότι απλώς η δεύτερη μεταπολεμική γενιά δεν ανέβηκε στο προσκήνιο της ιστορίας», αλλά ότι «πορεύτηκε σαν παρίας της ιστορίας» έγραφε ο Γιώργος Αράγης στην εισαγωγή του στην Ανθολογία «Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά (1950-1970)» που εκπόνησε ο Ανέστης Ευαγγέλου («Παρατηρητής», Θεσσαλονίκη, 1994).

Και όμως. Μπορεί η γενιά της Αγγελάκη-Ρουκ να συμπιέστηκε (τουλάχιστον στο πεδίο της δημοσιότητας) ανάμεσα στη «γενιά της ήττας», η οποία ωστόσο δεν παραδέχτηκε την ήττα, και στη «γενιά της αμφισβήτησης», όπως βιαστικά χαρακτηρίστηκε η γενιά του ’70, που πρωτοδημοσίευσε επί χούντας, υπήρξε εντούτοις κάτι σαφώς πλουσιότερο από «γενιά των αποήχων». Το 1994, παρουσιάζοντας στην «Κ» την Ανθολογία Ευαγγέλου, σημείωνα και τα εξής:

«Η γενιά του ’60 δεν διέθετε τον απροκάλυπτο (και συχνά στεντόρειο) πολιτικό λόγο των προγόνων της (λόγο είτε καταφατικό, ενθουσιαστικό και προτρεπτικό είτε αιρετικό και κρημνιστικό), που ενδεχομένως θα την καθιστούσε δημοτικότερη, αν μάλιστα συνεκτιμηθεί ότι μεγάλο μέρος της παραγωγής της εμφανίστηκε σε χρόνια που υπέθαλπαν ή και απαιτούσαν την αμιγώς και ευθέως πολιτική ποίηση. Βέβαιο είναι επίσης ότι αρκετοί από τους λογοτέχνες των επόμενων γενεών, που το έργο τους δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να καυχηθεί ότι πρόλαβε κιόλας να γίνει ισοϋψές του έργου του Βύρωνα Λεοντάρη ή της Κικής Δημουλά λ.χ., είδαν τα φώτα της δημοσιότητας να πέφτουν πάνω τους σαν να είχαν φτάσει ήδη στα Ιμαλάια του Νομπέλ. Η φαινόμενη μειλιχιότητα, λοιπόν, η εγκαρτέρηση με την οποία εξευγενίζεται η πίκρα της γενιάς αυτής, ο ήπιος λυρισμός της, οι εσωτερικότεροι δρόμοι που διήνυσε κατά την αυτογνωσία της, το μέτρο με το οποίο πολιτεύτηκε και στη λογοτεχνία και στη ζωή της, την οδήγησε να κατεργάζεται τη γλώσσα και τους ρυθμούς της στο περιθώριο· και ίσως σ’ αυτόν τον εσκεμμένο και τίμιο αυτοαποκλεισμό της από τη βουερή σκηνή να χρωστάει όσα διαμάντια εξόρυξε».

Κρυπτομνήμων του εαυτού μου, είπα πολλές φορές σιωπηρά τις λέξεις «η ευγένεια της λύπης», απαντώντας μέσα μου στο κακό νέο για τον θάνατο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Ξαναείπα δηλαδή τη φράση για την «εγκαρτέρηση με την οποία εξευγενίζεται η πίκρα» που είχα γράψει εδώ κι ένα τέταρτο του αιώνα πριν. Αυτό το γενικότερο γνώρισμα της γενιάς της το διακρίνουμε ευχερώς και αμέσως στην ποίηση της Αγγελάκη-Ρουκ – θα έλεγα και στη συνολική παρουσία της. Τη θυμάμαι, ένα γλυκό γέλιο ολόκληρη, σε ένα συνέδριο περί ποιήσεως που είχε διοργανώσει προ ετών το Μορφωτικό Ιδρυμα της ΕΣΗΕΑ. Ετυχε να προεδρεύω στην τελευταία συνεδρία, και με την ενθουσιωδώς σύμφωνη γνώμη όλων των παρόντων ανακήρυξα την Κατερίνα «MVP του συνεδρίου»: μόνον αυτή είχε παρακολουθήσει όλες τις συνεδρίες, χωρίς μάλιστα να υπάρχει κάποια ομιλία επικεντρωμένη στο έργο της. Το γέλιο της ομόρφυνε ακόμα περισσότερο όταν ρώτησε: «Τι πάει να πει MVP;».

Το πρώτο ποίημα της Αγγελάκη-Ρουκ, η «Μοναξιά», γράφτηκε στα δεκαεπτά της, το 1956, στη ρότα του διάσημου «Αν» του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ. Παρά τη νοηματική προφάνεια ή μια-δυο λεκτικές αστοχίες, η ποιήτρια δεν το αποκήρυξε ούτε το αποσιώπησε. Αντίθετα, το χρησιμοποίησε «αντί για πρόλογο» στη συγκεντρωτική έκδοση «Ποιήματα 1963-1977» (Καστανιώτης, 1997). Εύλογο. Δεν αποτελούσε, βέβαια, την πρώιμη κατάθεση ενός ποιητικού προγράμματος, ήταν όμως κάτι ουσιωδέστερο από εφηβικό καρυωτακισμό. Η μοναξιά εξεικονίζεται στο ποίημα πρωτίστως στην κοινωνική της διάσταση, δεν είναι μια τυπικά ναρκισσιστική νοητική κατασκευή, εξ ου και η αέναη επιστροφή της: «Τι μου λείπει και κλαίω; / Βρέχει και θα ’μαι πάντα μόνη, ανέραστη νυφίτσα μες στο κρύο» διαβάζουμε τους σκληρούς στίχους με τους οποίους καταλήγει ένα ποίημα αναπόλησης, το «Εφηβεία 1» της συλλογής «Επίλογος αέρας» (Κέδρος, 1990).

Οσο πύκνωνε με τον χρόνο η έκφρασή της, προσπερνώντας τη χρησμική κρυπτικότητα και κατακτώντας τη διαύγεια, η Αγγελάκη-Ρουκ εμπιστευόταν όλο και περισσότερο τη ζωή σαν θαύμα ούτως ή άλλως, και τον άνθρωπο σαν επινοητή της ίδιας του της ζωής: «Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς / θα εφεύρει η ζωή / ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης / και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας. / Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο» («Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα», Καστανιώτης, 2005). Και στο ποίημα «Η προδοσία της όρασης» της ίδιας συλλογής: «Ξέρεις πως η επινόηση της επιβίωσής σου / κρέμεται απ’ αυτό που κοιτάς / γιατί έλιωσες και ξαναπλάστηκες τόσες φορές».

Γενικότερα, ο πόλεμος της ποιήτριας με τη μελαγχολία και τη λύπη δεν ήταν υπόθεση λέξεων, άλλωστε το κύριο μέτωπο αυτού του πολέμου ήταν το σώμα και η «σαρκική μνήμη»: το σώμα που «έγινε η αρχή ενός ταξιδιού» («Λύκοι και σύννεφα», 1963), αναδείχθηκε ως «η νίκη και η ήττα των ονείρων» («Μαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό», 1974) και προτάθηκε σαν κλειδί για να κατακτηθεί η θνητή αθανασία, μάλλον η μοναδική ανθρωπίνως νοητή: «Ο παράδεισος κερδίζεται / με το σώμα / κι είναι κι αυτός θνητός» (στο ποίημα «Τα πόδια μου» της συλλογής «Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας», 1978).

«Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας» ή, στωικότερα, «Η ευλογία της έλλειψης», όπως τιτλοδοτεί η Αγγελάκη-Ρουκ ένα ποίημα της συλλογής «Η ανορεξία της ύπαρξης» (Κέδρος, 2011). Αρκούν λίγοι στίχοι: «Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου· / ό,τι μού λείπει με προστατεύει / από κείνο που θα χάσω. […] Ο,τι μού λείπει με διδάσκει. […]

Στέρησέ με –παρακαλώ το Αγνωστο– / στέρησέ με κι άλλο / για να επιζήσω». Το Αγνωστο εδώ είναι η μόνη ανθρωπίνως νοητή θεότητα ενός αποφασισμένου, καρτερικού γνωστικισμού.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (1939-2020): Αντισυμβατική, φωτεινή, δεν εκβίαζε το συναίσθημα

ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ 28.01.2020  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:ΠΡΟΣΩΠΑ

Πριν από κάμποσα χρόνια, θυμάμαι την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στο σπίτι της κάτω απ’ τον Λυκαβηττό, να μου μιλάει με συγκίνηση μικρού παιδιού για έναν μεταφραστικό Πούσκιν που μόλις είχε βγάλει τότε. Αυθόρμητη και αυθεντική, χαμογελαστή ακόμα κι όταν την τρυπούσε η μοναξιά και η θλίψη, έγραψε μερικά από τα πιο συγκλονιστικά ποιήματα: για τον έρωτα, για την αγωνία, για τη σαγήνη της ύπαρξης. Υπήρξε σπουδαία και αφήνει πίσω της ποίηση σπάνια και ακριβή.
Η.Μ.

Του ΧΑΡΗ ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ*

Είναι πολύ δύσκολο να γράψεις για ένα πρόσωπο που μόλις έφυγε από τη ζωή και μάλιστα ένα πρόσωπο που αγαπούσες και εκτιμούσες βαθιά. Να γράψεις δηλαδή σε χρόνο αόριστο, όταν το νιώθεις ακόμη κοντά σου, ότι βρίσκεται εδώ. Οσοι έχουμε χάσει ανθρώπους δικούς μας ξέρουμε ότι περνάει πολύς χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσουμε την απώλειά τους, να ζυγίσουμε το βάρος της απουσίας τους. Το να πω ότι η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ είναι μια σπουδαία ποιήτρια είναι κοινοτοπία. Το γνωρίζουν όλοι όσοι διαβάζουν ποίηση. Είχε πει κάποτε ότι «η ποίηση ήταν το φάρμακο που τη βοήθησε να αντέξει την αναπηρία της». Σε άλλα χέρια αυτό το φάρμακο θα είχε δώσει ρηχά, «δακρύβρεχτα» ποιήματα, χωρίς καμία λογοτεχνική αξία. Οχι όμως στα δικά της. Η Ρουκ έγραψε μερικά από τα πιο σπαραχτικά ποιήματα στην ελληνική γλώσσα –είτε το θέμα τους ήταν υπαρξιακό, είτε ερωτικό–, χωρίς ποτέ να ενδώσει σε φτηνούς μελοδραματισμούς, σε λεκτικά παιχνίδια για να εκβιάσει το συναίσθημα του αναγνώστη. Γνώριζε καλά ότι η συναισθηματολογία είναι η αποτυχία του αισθήματος και γι’ αυτό τα ποιήματά της μοιάζουν με πυκνές εξομολογήσεις που η ίδια ψιθύριζε τρυφερά στο αυτί του συνομιλητή της, δημιουργώντας μαζί του μια σχέση συνενοχής. Αυτή η συνενοχή όμως επιτυγχανόταν ακριβώς επειδή δεν υπήρχε τίποτα ψεύτικο σε όσα λέγονταν, τίποτα το υπερβολικό.

Η γλώσσα της Ρουκ ήταν καθαρή, ανεπιτήδευτη, τα ποιήματά της, ακόμη και τα πιο πένθιμα, αποσκοπούσαν πάντοτε στη διαύγεια. Οι λέξεις της είχαν σοφία, τη σοφία του ανθρώπου που υποφέρει, αλλά αντιμετωπίζει τη ζωή με τόλμη και σθένος, ποτέ μεμψίμοιρα. Λέω υποφέρει, αλλά όταν σκέφτομαι τη Ρουκ (ειδικά εκείνα τα αλησμόνητα καλοκαίρια στην Αίγινα, παρέα με τον σύντροφό της Ρόντυ και κοινούς μας φίλους) το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στον νου είναι το χαμόγελό της, το παρατεταμένο ηχηρό της γέλιο και φυσικά το χιούμορ της, που πολλές φορές μετατρεπόταν σε ανελέητο αυτοσαρκασμό. Ηταν μια γυναίκα γενναία, αντισυμβατική, φωτεινή, γενναιόδωρη, γεμάτη καλοσύνη, που ήξερε να τιμά τους φίλους της, να στηρίζει τους νέους, και να υπηρετεί την τέχνη της με πάθος και αξιοπρέπεια. Οσοι είχαν την τύχη να τη γνωρίσουν και να δεθούν μαζί της υπήρξαν πολύ τυχεροί. Οι υπόλοιποι ας την ανακαλύψουν μέσα από τα ποιήματά της. Η Κατερίνα μπορεί να μπήκε τώρα «στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα», αλλά μόνο ελάχιστα δεν είναι αυτά που αφήνει πίσω της – σπάνια, πολύτιμα δώρα που χάρισε στην ποίηση, σε εμάς.

* Ο κ. Χάρης Βλαβιανός είναι ποιητής. Η τελευταία του συλλογή, «Αυτοπροσωπογραφία του λευκού», κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις Πατάκη.

Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, τα σημάδια του στην τέχνη

Το «1917» του Σαμ Μέντες έχει κερδίσει τις καρδιές του κοινού, έχει ήδη αποσπάσει τα πρώτα του βραβεία, και τώρα, όπως όλα δείχνουν, πάει ολοταχώς για τα Οσκαρ. Η οδύσσεια των δύο Αγγλων στρατιωτών που πάνε να προλάβουν την καταδικασμένη επίθεση ενός ολόκληρου συντάγματος είναι εμπνευσμένη από ιστορίες του παππού του σκηνοθέτη, στον οποίο, άλλωστε, είναι αφιερωμένη η ταινία. Κάτω από τον λεπτό μανδύα της μυθοπλασίας, ο εγγονός επέλεξε να επενδύσει αυτές τις αφηγήσεις πάνω σε εντυπωσιακά, σχοινοτενή, ιλιγγιώδη ενίοτε, μονοπλάνα. Το μονοπλάνο απαιτεί μια δεξιοτεχνική χορογραφία (π.χ., η δεκάλεπτη σεκάνς της Δουνκέρκης από την «Εξιλέωση»· οι απίστευτες σκηνές συμπλοκών στη «Χώρα των ανθρώπων» και τα «τζαζικά» μονοπλάνα του «Birdman»)· και ο Μέντες το πετυχαίνει και με το παραπάνω – ίσως σε βαθμό ενοχλητικό κάποτε, κάνοντας αυτή τη βιρτουοζιτέ πολύ εμφανή. Δεν λείπουν επίσης οι δραματικές υπερβολές, ειδικά προς το τέλος, στο σύνολό του όμως το «1917» δικαίως έχει τραβήξει την προσοχή.

Είναι παράδοξο, αλλά το «1917» είναι από τις ελάχιστες προβεβλημένες βρετανικές ταινίες, με χαρακτήρες Βρετανούς στρατιώτες, που να διαδραματίζεται στα χαρακώματα του 1914-18. Τα δύο φιλμ που έρχονται αμέσως στον νου από τον Μεγάλο Πόλεμο, και ειδικά τα χαρακώματα, δεν είναι βρετανικά: είναι οι «Σταυροί στο μέτωπο» (1957) του Αμερικανού Στάνλεϊ Κιούμπρικ (με Γάλλους στρατιώτες ως χαρακτήρες) και το «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο», που ο Αμερικανός Λούις Μάιλστοουν γύρισε το 1931 με έναν απρόσμενα ωμό, για την εποχή του, ρεαλισμό (με Γερμανούς στρατιώτες ως χαρακτήρες). Είναι παράδοξο αυτό διότι ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος (Α΄ Π.Π.) στοιχειώνει ακόμα τη Βρετανία, η οποία έδωσε και σχετική λογοτεχνική παραγωγή μεγάλης έκτασης και υψηλής αξίας, γνωστή ως «Λογοτεχνία του Πρώτου Παγκοσμίου».

Ο Α΄ Π.Π. πήρε γρήγορα τη μορφή του στατικού πολέμου χαρακωμάτων που τον χαρακτήρισε συνολικά (και που βλέπουμε στο «1917»). Ως γνωστόν, ο πόλεμος ξέσπασε τον Αύγουστο του 1914 και το γεγονός που καθόρισε τη μορφή που θα έπαιρνε ήταν η Πρώτη Μάχη του ποταμού Μάρνη (6-12 Σεπτεμβρίου 1914). Μια πολύνεκρη σύγκρουση κατά την οποία και οι δύο αντίπαλοι έχασαν μεγάλες ευκαιρίες: οι Γερμανοί, αν ήταν λίγο πιο ριψοκίνδυνοι, θα μπορούσαν να έχουν καταλάβει το Παρίσι, ενώ οι Σύμμαχοι της Αντάντ θα μπορούσαν να έχουν καταστρέψει τουλάχιστον μία γερμανική στρατιά. Απέτυχαν σε αυτό, διέσωσαν όμως το Παρίσι. Οι δε απώλειες υπήρξαν βαρύτατες: περίπου 200.000 Γερμανοί και 250.000 Βρετανοί και Γάλλοι.

Ο Αγγλος ποιητής και πεζογράφος Ρόμπερτ Γκρέιβς. Τραυματίστηκε σοβαρά στη μάχη του Σομ (δεξιά).

Με τη μάχη αυτή σηματοδοτήθηκε το τέλος του πολέμου κινήσεων και η απαρχή του «πολέμου θέσεων». Δημιουργήθηκε έτσι μια εκτενής, λαβυρινθώδης σειρά χαρακωμάτων σε όλο το Δυτικό Μέτωπο, με συνθήκες άθλιες για τους μάχιμους και των δύο πλευρών, οι οποίοι βίωσαν τις πολεμικές τους εμπειρίες μέσα στα χαρακώματα ή ταμπουρωμένοι μέσα στα μουχλιασμένα, κλειστοφοβικά αμπριά. Τη μεγάλη ζημιά την έκανε το πυροβολικό: μόνο στη μάχη του Σομ (1916-17), οι Βρετανοί είχαν στη διάθεσή τους 2.960.000 βλήματα (σε αντίθεση με τον Ναπολέοντα που είχε στο Βατερλώ περίπου 20.000 βλήματα).

Μονάχα οι Βρετανοί έχασαν σ’ εκείνο τον πόλεμο ένα εκατομμύριο άνδρες. Οσοι επέζησαν υπέφεραν από το λεγόμενο «σοκ του βομβαρδισμού» (Shell Shock), αυτό που στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (Β΄ Π.Π.) ονομάστηκε «κόπωση της μάχης» και σήμερα πια «μετατραυματικό σύνδρομο άγχους».

Τα ψυχικά τραύματα

Ο Α΄ Π.Π. ήταν ο πρώτος πόλεμος κατά τον οποίο, έστω και με δυσκολία, έγινε αποδεκτό ότι οι στρατιώτες της πρώτης γραμμής υπέφεραν όχι μόνον από σωματικά τραύματα, και για πρώτη φορά η ψυχιατρική και η νευρολογία άρχισαν να ακολουθούν οδούς άλλες από εκείνη των ηλεκτροσόκ.

Ο Α΄ Π.Π. ήταν επίσης ο πόλεμος που γέννησε ίσως το πρώτο οργανωμένο ειρηνιστικό, αντιμιλιταριστικό κίνημα (στο οποίο πρωτοστατούσε ο φιλόσοφος και μαθηματικός Μπέρτραντ Ράσελ μεταξύ άλλων), ενώ για πρώτη φορά Βρετανοί από εντελώς διαφορετικές κοινωνικές τάξεις βρέθηκαν όλοι μαζί στους ίδιους χώρους, μοιράστηκαν τον ίδιο σκοπό και την ίδια μοίρα. Μετά τη λήξη των εχθροπραξιών, αυτή η ριζική κοινωνική ανακατάταξη στον μικρόκοσμο του στρατού έφερε τα πάνω-κάτω στον μακρόκοσμο της βρετανικής κοινωνίας.

Ενα από τα σημαντικότερα έργα που βγήκαν εκείνη την περίοδο είναι το αυτοβιογραφικό έργο «Αποχαιρετισμός σε όλα αυτά» (εκδ. Κάκτος), του Ρόμπερτ Γκρέιβς. Ο ουαλλικής καταγωγής Αγγλος ποιητής και πεζογράφος υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός και τραυματίστηκε τόσο σοβαρά, που αναφέρθηκε λανθασμένα ως νεκρός. Αμέσως μετά τον πόλεμο ο Γκρέιβς πήγε στην Οξφόρδη για σπουδές, παρότι υπέφερε από ψυχικά τραύματα. Του πήρε μία δεκαετία για να μπορέσει να αποθεραπευτεί. Δίκαια ο «Αποχαιρετισμός» συγκαταλέγεται σε ένα από τα κορυφαία έργα της πολεμικής λογοτεχνίας. Ο νηφάλιος, αποστασιοποιημένος λόγος του Γκρέιβς, συχνά πυκνά διανθισμένος με ένα μαύρο χιούμορ και αυτοσαρκασμό, μετατρέπει το βίωμα σε κάτι ανοίκειο, φανερώνοντας έτσι μιαν υψηλή, ευρεία εποπτεία του θέματός του. Το παράλογο, η φρίκη, η άγνοια των άκαπνων πολιτών πίσω στην πατρίδα, τα φαντάσματα των διαμελισμένων συμπολεμιστών είναι στοιχεία που κυριαρχούν σε αυτό το εμπνευσμένο βιβλίο.

Από το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» στον «Καλό στρατιώτη Σβέικ»

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών (Σύμβαση της Λωζάννης 30/1/1923)

 

Το φλέγον ανθρωπιστικό πρόβλημα των Ελλήνων προσφύγων της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης υπήρξε ένα από τα πρώτα θέματα στην ημερήσια διάταξη της Συνδιάσκεψης Ειρήνης που ξεκίνησε τις εργασίες της στη Λωζάννη της Ελβετίας στις 21 Νοεμβρίου 1922. Μετά την ήττα της Ελλάδος στον Μικρασιατικό Πόλεμο, ο ελληνισμός της Ανατολής είχε αφεθεί απροστάτευτος στο έλεος του τουρκικού εθνοθρησκευτικού φανατισμού. Από τον Σεπτέμβριο 1922 βρισκόταν σε εξέλιξη τουρκικό σχέδιο μαζικής εξόντωσης του χριστιανικού στοιχείου, καθώς τις σφαγές της Σμύρνης και των μικρασιατικών παραλίων ακολούθησαν οι πορείες θανάτου και ο εγκλεισμός σε στρατόπεδα εργασίας των γηγενών Ελλήνων και Αρμενίων αρρένων ηλικίας 18-45 ετών της Ιωνίας και του Πόντου. Κυνηγημένοι από τις άτακτες συμμορίες Τούρκων εθνικιστών περίπου 200.000 Μικρασιάτες είχαν βρει καταφύγιο στα βουνά της Ανατολίας ενώ αλληλοδιαδεχόμενα κύματα προσφύγων έφθαναν στα ελληνικά νησιά και στη Δυτική Θράκη.

Η πρόταση να δοθεί άμεση προτεραιότητα εκ μέρους της Συνδιάσκεψης στην επίλυση του προσφυγικού ζητήματος ετέθη από τον αρχηγό της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Λωζάννη Ελευθέριο Βενιζέλο και έτυχε της θερμής υποστήριξης των Αγγλων και του δρος Νάνσεν, ύπατου αρμοστή της Κοινωνίας των Εθνών για τους Ελληνες πρόσφυγες. Αντιθέτως, η Γαλλία και Ιταλία επιθυμούσαν να προηγηθεί η συζήτηση των πολιτικών, οικονομικών και δημοσιονομικών θεμάτων με την ελπίδα να αποκομίσουν οφέλη στους τομείς αυτούς, αφού είχαν στηρίξει ποικιλοτρόπως την κυβέρνηση της Αγκυρας κατά τη διάρκεια των ελληνοτουρκικών εχθροπραξιών το 1920-1922.

Η τουρκική πλευρά δεν είχε αντίρρηση στην άμεση συζήτηση του προσφυγικού, εφόσον θα γινόταν αποδεκτή η θέση της για τον αναγκαστικό και συνολικό χαρακτήρα μιας ανταλλαγής των μειονοτικών πληθυσμών μεταξύ της Ελλάδος και της νέας Τουρκίας.

Οι Ελληνες της Πόλης και το Πατριαρχείο

Ενώ οι Τούρκοι ήταν έτοιμοι να αποδεχθούν τη μεταφορά στη χώρα τους των μουσουλμάνων της Ελλάδος, πλην της Δυτικής Θράκης, αξίωσαν συνάμα τη συμπερίληψη στην ανταλλαγή του ελληνικού στοιχείου της Κωνσταντινούπολης και την απομάκρυνση του Οικουμενικού Πατριαρχείου από την ιστορική του έδρα.

Το ζήτημα των Ελλήνων της Ανατολής αποδείχθηκε ιδιαίτερα ακανθώδες, καθώς διαπιστώθηκε αδιέξοδο αναφορικά με τον χαρακτήρα και το εύρος της ανταλλαγής των πληθυσμών. Επειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις, η αδιάλλακτη και εριστική στάση των Τούρκων κάμφθηκε όταν στις 13 Δεκεμβρίου 1922 ο Ισμέτ πασάς συναίνεσε στην κατ’ αρχήν εξαίρεση από την ανταλλαγή της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο, με την ενθάρρυνση της γαλλικής αντιπροσωπείας, η τουρκική πλευρά έγειρε ταυτόχρονα ζήτημα σημαντικής αριθμητικής μείωσης των μη ανταλλάξιμων ομογενών Κωνσταντινουπολιτών με το επιχείρημα ότι η αντίστοιχη εξαιρεθείσα από την ανταλλαγή ομάδα των μουσουλμάνων της Θράκης δεν ξεπερνούσε τις 100.000. Στον βωμό, λοιπόν, της πληθυσμιακής ισορροπίας και της αριθμητικής αμοιβαιότητας των εξαιρεθέντων μειονοτήτων, η Συνδιάσκεψη δέχθηκε την παραμονή στην Κωνσταντινούπολη πολύ λιγότερου από το ένα τρίτο των 360.000 Ελλήνων που κατοικούσαν στην Πόλη τον Αύγουστο 1922. Τελικά, από την ανταλλαγή εξαιρέθηκαν 103.000 Ελληνες της Κωνσταντινούπολης και 86.793 μουσουλμάνοι της Θράκης.

Ακόμη πιο περίπλοκο αποδείχθηκε το ζήτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αφού η τουρκική πλευρά συνέδεσε την παραμονή του ελληνικού στοιχείου στην Πόλη με την έξωση του πατριαρχικού θεσμού από την Τουρκία. Απολαμβάνοντας την παρασκηνιακή διπλωματική υποστήριξη της Ιταλίας και της Γαλλίας, η τουρκική αντιπροσωπεία εμφανίστηκε αδιάλλακτη στο ζήτημα αυτό, οδηγώντας τη Συνδιάσκεψη σχεδόν σε αδιέξοδο, με την ελληνική κυβέρνηση να διαμηνύει ότι η απέλαση του Πατριαρχείου από το Φανάρι θα αποτελούσε casus belli για την Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια των λεπτών διαπραγματεύσεων, η πίεση της Μεγάλης Βρετανίας, του πανίσχυρου λόμπι της Αγγλικανικής Εκκλησίας και των Προτεσταντών της Αμερικής υπέρ του Φαναρίου συνέβαλε καταλυτικά στην αποδοχή από την Τουρκία συμβιβαστικής λύσης της γαλλικής αντιπροσωπείας, σύμφωνα με την οποία το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα παρέμενε στην ιστορική του έδρα, διατηρώντας ωστόσο μόνο τις εκκλησιαστικές και πνευματικές αρμοδιότητές του. Σύμφωνα με τη γαλλική φόρμουλα, που αποδέχθηκε και ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, λόρδος Κώρζον, αποστερείτο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το σύνολο των πολιτικών και διοικητικών εξουσιών του, που απέρρεαν από τις παραδοσιακές εθναρχικές του ιδιότητες.

Οι ρυθμίσεις της σύμβασης Βενιζέλου – Ισμέτ πασά

Με τη ρύθμιση των εκκρεμοτήτων αυτών άνοιξε ο δρόμος για την υπογραφή συμφωνίας ανταλλαγής των ελληνοτουρκικών πληθυσμών στις 30 Ιανουαρίου 1923 με τη μορφή διακρατικής σύμβασης από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Ισμέτ πασά, αρχηγών της ελληνικής και της τουρκικής αντιπροσωπείας, αντιστοίχως. Το άρθρο 1 της Σύμβασης Βενιζέλου – Ισμέτ, που ενσωματώθηκε εκ των υστέρων στην τελική Συνθήκη της Λωζάννης (24.7.1923), καθιέρωνε τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της ανταλλαγής των ελληνορθοδόξων της νέας Τουρκίας και των μουσουλμάνων της Ελλάδας. Αντιθέτως, το άρθρο 2 της ίδιας σύμβασης καθόριζε τα άτομα που θα εξαιρούνταν από την ανταλλαγή και αφορούσαν δύο συγκεκριμένες κατηγορίες: α) τους Ελληνες κατοίκους της Κωνσταντινούπολης που ήταν εγκατεστημένοι εντός των νομαρχιακών ορίων της πριν από τις 30 Οκτωβρίου 1918 (αργότερα προστέθηκαν οι κάτοικοι της Ιμβρου και της Τενέδου) και β) τους μουσουλμάνους κατοίκους της Δυτικής Θράκης. Στο άρθρο αυτό δεν γίνεται αναφορά στην ιθαγένεια των εξαιρεθέντων πληθυσμών. Συνεπώς, οι Ελληνες υπήκοοι της Κωνσταντινούπολης, που αποτελούσαν το 1/3 σχεδόν της μειονότητας, καλύπτονταν πλήρως από τη Σύμβαση Βενιζέλου – Ισμέτ, εφόσον ήταν εγκατεστημένοι σε αυτήν πριν από τον Οκτώβριο του 1918.

Αλλωστε υπήρχαν και περιπτώσεις εξαιρεθέντων της ανταλλαγής μουσουλμάνων της Ελλάδας που είχαν τουρκική ιθαγένεια.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, παρά τον μαζικό χαρακτήρα της ανταλλαγής, ορισμένοι μουσουλμανικοί πληθυσμοί της Ελλάδας που θα έπρεπε να είχαν ενταχθεί στην ανταλλαγή βάσει της Σύμβασης Βενιζέλου – Ισμέτ απέφυγαν τελικά τον εκτοπισμό. Μουσουλμάνοι Θεσσαλονικείς γαιοκτήμονες με τουρκική ιθαγένεια, αντικεμαλικοί Κιρκάσιοι και αλβανόφωνοι Τσάμηδες της Ηπείρου παρέμειναν στην Ελλάδα. Επιπλέον, σχεδόν το σύνολο των μουσουλμάνων Ρομά της Μακεδονίας, κυρίως από το Κιλκίς, τις Σέρρες, τη Δράμα και τον Δενδροπόταμο Θεσσαλονίκης, που λόγω του μη συγκεκριμένου τόπου διαμονής τους δεν κατέστη δυνατή η συμπερίληψή τους στην ανταλλαγή. Μεγάλο μέρος του ουσιαστικά νομαδικού αυτού πληθυσμού κατευθύνθηκε προς τη Θράκη, όπου συντέλεσαν αποφασιστικά στην ίδρυση πολυπληθών οικισμών Ρομά, όπως ο Ηφαιστος στις παρυφές της Κομοτηνής και το Δροσερό στην Ξάνθη.

Αναγκαίος συμβιβασμός μετά την καταστροφή

Γενικότερα η ενσωμάτωση του πρωτοκόλλου Βενιζέλου – Ισμέτ στη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης συνιστούσε τη νομιμοποίηση, μέσω μιας πολυμερούς συμφωνίας, της βίαιης αφαίρεσης του φυσικού δικαιώματος του ανθρώπου να διαβιεί στον τόπο των πατέρων του, όπου είχε γεννηθεί και αναπτυχθεί. Ηταν η πρώτη φορά που δινόταν σε κράτη το συμβατικό δικαίωμα να «ξεφορτωθούν» ανεπιθύμητους γηγενείς πολίτες τους επειδή αυτοί συνδέονταν φυλετικά ή θρησκευτικά με κάποια άλλη χώρα.

Η ανακατάταξη των μεικτών ελληνοτουρκικών πληθυσμών (unmixing of populations), που τόσο κυνικά περιέγραψε ο αρχηγός της βρετανικής αντιπροσωπείας λόρδος Κώρζον, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις μεταξύ των προοδευτικών κύκλων του δυτικού κόσμου, οι οποίοι ορθά προειδοποιούσαν ότι το απεχθές αυτό νομικό προηγούμενο θα επαναλαμβανόταν και μελλοντικά, όπως πράγματι έγινε με τη βίαιη μετακίνηση των Γερμανών της Ανατολικής Ευρώπης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν.

Ασφαλώς η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών βρισκόταν σε αντίθεση με τους σκοπούς που, υποτίθεται, ώθησαν τις χώρες της Αντάντ να εμπλακούν στον Μεγάλο Πόλεμο. Για τους κύριους παίκτες της Συνδιάσκεψης, η Σύμβαση Βενιζέλου – Ισμέτ αποτελούσε το κατάλληλο εργαλείο για την επώδυνη de jure αναγνώριση μιας de facto κατάστασης και τον αναγκαίο συμβιβασμό με τα τετελεσμένα γεγονότα που είχε δημιουργήσει η έκβαση του Μικρασιατικού Πολέμου. Στη Λωζάννη είχε επικρατήσει η σχολή σκέψης που πρέσβευε ότι μόνο μέσα από την εθνική ομοιογένεια των πληθυσμών της Ελλάδας και της Τουρκίας θα ήταν δυνατή η ειρήνευση της Εγγύς Ανατολής και η αποφυγή μελλοντικών συγκρούσεων. Με την ανταλλαγή σχεδόν δύο εκατομμυρίων ατόμων, τα δύο τρίτα εκ των οποίων ήταν Ελληνες πρόσφυγες και το ένα τρίτο μουσουλμάνοι, αναμενόταν να ενισχυθεί η «πολυπόθητη εθνική ομοιογενοποίηση» της Ελλάδας και της Τουρκίας, ενισχύοντας την ένταξή τους στο στρατόπεδο των μη αναθεωρητικών δυνάμεων στο ασταθές διεθνές περιβάλλον του Μεσοπολέμου.

Ενώ κανείς από τους κύριους πρωταγωνιστές της Λωζάννης δεν θέλησε να επωμιστεί την πατρότητα της ιδέας της ανταλλαγής, ο Ελευθέριος Βενιζέλος με αρκετή ειλικρίνεια δήλωσε ότι συγκατένευσε στην αποδοχή του αναγκαστικού χαρακτήρα της ανταλλαγής κάτω από την πίεση των πολιτικών εξελίξεων και της ανθρωπιστικής κρίσης.

Πράγματι, τον χειμώνα του 1922-1923 η Ελλάδα αντιμετώπιζε την επείγουσα ανάγκη εξεύρεσης χώρου και πόρων για την εγκατάσταση εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων. Η συμβατικά και διεθνώς κατοχυρωμένη απομάκρυνση των σχεδόν 400.000 μουσουλμάνων της Ελλάδας θα παρείχε στην ελληνική κυβέρνηση τη δυνατότητα εγκατάστασης μεγάλου μέρους των προσφύγων αυτών.

Ο οξυδερκής Ελληνας πολιτικός διέβλεπε επίσης ότι με την απομάκρυνση του μουσουλμανικού στοιχείου και την εγκατάσταση μεγάλου μέρους των Ελλήνων προσφύγων στους βόρειους νομούς της, η Ελλάδα θα μετεξελισσόταν σε ένα εθνικά ομοιογενές κράτος. Κληρονόμοι της ελληνικής πνευματικής αναγέννησης και της οικονομικής ανάπτυξης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία της περιόδου 1850-1922, οι 1.300.000 πρόσφυγες της Ανατολής, με την εργατικότητα, την επιχειρηματική δράση, τη δημιουργικότητα και τον πολιτισμό τους, συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

* Ο κ. Αλέξης Αλεξανδρής είναι πρέσβης ε.τ., Μέγας Ρήτωρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Η δικτατορία Μεταξά και η απλή αναλογική

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 28.01.2020 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Στις 14 Απριλίου 1936 πεθαίνει ο Δεμερτζής και ο βασιλιάς αναθέτει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Ιωάννη Μεταξά (κέντρο). Η κυβέρνηση Μεταξά ψηφίζεται στις 27 Απριλίου από 241 βουλευτές (καταψηφίζεται μόνον από τους 15 κομμουνιστές βουλευτές και τον Γεώργιο Παπανδρέου).

Αν αποδεχθούμε ότι η ενισχυμένη αναλογική παραμορφώνει τη λαϊκή βούληση διότι μεταβάλλει τις εκλογικές ισορροπίες και προβάλλει στη Βουλή μια κοινοβουλευτική διάταξη με ενισχυμένο το πρώτο κόμμα, τότε θα πρέπει επίσης να αποδεχθούμε ότι η απλή αναλογική, με τις ασταθείς κυβερνήσεις τις οποίες επιβάλλει, προκαλεί στο δημοκρατικό πολίτευμα έντονες ταλαντώσεις, που μπορεί να οδηγήσουν σε μια δραματική κατάρρευση. Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύει το παράδειγμα της ανέλιξης του Ιωάννη Μεταξά στην εξουσία το 1936, ένα παράδειγμα το οποίο αναφέρουν πολιτικοί και ιστορικοί, που υπενθυμίζουν ότι η απλή αναλογική έχει εφαρμοστεί στην Ελλάδα προπολεμικά (αλλά και μεταπολεμικά) και έχει συνδεθεί με ιδιαίτερα ταραγμένες περιόδους.

Η ελλιπής και αποσπασματική διδασκαλία της Ιστορίας κάνει πολλούς να μένουν σήμερα με το στόμα ανοιχτό όταν μαθαίνουν ότι τέσσερις μήνες πριν από την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936 δόθηκε από τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Ιωάννη Μεταξά, η οποία επικυρώθηκε από τη συντριπτική, διακομματική πλειονότητα άνω των 2/3 της Βουλής. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Στο νεότερο ελληνικό κράτος εφαρμοζόταν για σχεδόν έναν αιώνα το πλειοψηφικό σύστημα, από το 1829, όταν έγιναν οι πρώτες εκλογές, έως τη δεκαετία του 1920. Πλειοψηφικό σημαίνει ότι το πρώτο κόμμα εξασφαλίζει ευρύτατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και κανείς δεν μπορεί να το ενοχλήσει στην εφαρμογή του προγράμματός του. Μετά τον εθνικό διχασμό του 1915, όμως, που, όπως υποστηρίζουν μετριοπαθείς ιστορικοί, «έσυρε» την ιστορική εξέλιξη έως τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και επέφερε τον κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών στις πολιτικές δυνάμεις, άρχισαν οι πειραματισμοί με το εκλογικό σύστημα.

Ο κυριότερος πειραματισμός συνδέθηκε με τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Ο δύο φορές πρωθυπουργός και θεμελιωτής (το 1924) της Αβασίλευτης Δημοκρατίας δημιούργησε την «Επιτροπή Παπαναστασίου» και εισηγήθηκε τον νόμο 3363/1926, ο οποίος δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 22 Σεπτεμβρίου 1926, μαζί με την απόφαση για την προκήρυξη εκλογών. Ετσι, στις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 1926 άνοιξε ο ασκός του Αιόλου. Η απλή αναλογική δημιούργησε ευκαιρίες: μπήκαν για πρώτη φορά στη Βουλή το Κόμμα Ελευθεροφρόνων του Ιωάννη Μεταξά (15,76%, 52 έδρες) και το ΚΚΕ (4,38%, 10 έδρες). Πρώτο κόμμα αναδείχθηκε το Κόμμα Ενώσεως Φιλελευθέρων υπό τους Καφαντάρη και Μιχαλακόπουλο (31,63%, 108 έδρες) και δεύτερο το Λαϊκό Κόμμα του Παναγή Τσαλδάρη (20,27%, 60 έδρες). Σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού με τα δύο πρώτα κόμματα πλαισιωμένα από το κόμμα του Μεταξά και το κόμμα του Παπαναστασίου (που είχε έλθει τέταρτο με 6,48%). Πρωθυπουργός, ο εξωκοινοβουλευτικός Αλέξανδρος Ζαΐμης. Το 1928 επιστρέφει ο Βενιζέλος, επιβάλλεται το πλειοψηφικό και εγκαθιδρύεται ένα πολιτικό εκκρεμές με συνεχείς αλλαγές του εκλογικού νόμου από το πλειοψηφικό στην αναλογική.

Οι εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 διενεργήθηκαν με απλή αναλογική ακριβώς πριν από 84 χρόνια σαν σήμερα. Οι βενιζελικοί εξέλεξαν 142 βουλευτές, οι αντιβενιζελικοί 143 και οι κομμουνιστές 15. Ο επικεφαλής των αντιβενιζελικών Θεμιστοκλής Σοφούλης επιχείρησε αλλά απέτυχε να σχηματίσει κυβέρνηση. Το γεγονός που προσδιόρισε τις εξελίξεις ήταν η μυστική συμφωνία του Σοφούλη με τον εκπρόσωπο των κομμουνιστών Στέλιο Σκλάβαινα, η οποία έγινε στις 19 Φεβρουαρίου 1936 και εξασφάλισε στις 6 Μαρτίου την εκλογή του Σοφούλη (με τη δεύτερη ψηφοφορία) στην προεδρία της Βουλής. Στις 14 Μαρτίου ορκίζεται κυβέρνηση υπό τον Κωνσταντίνο Δεμερτζή, με υπουργό Στρατιωτικών τον Μεταξά, που διαδέχθηκε τον Αλέξανδρο Παπάγο.

Το «σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα», που περιλάμβανε την αμνήστευση των πολιτικών κρατουμένων, δεν εφαρμόστηκε από τους βενιζελικούς, με αποτέλεσμα οι κομμουνιστές να το δημοσιοποιήσουν και να προκληθεί σάλος. Ο Παπάγος, που παρέμενε στην αρχηγία του ΓΕΣ, είχε διαμηνύσει στον βασιλιά ότι ο στρατός δεν θα αποδεχθεί κυβέρνηση με συμμετοχή κομμουνιστών. Στις 14 Απριλίου πεθαίνει ο Δεμερτζής και ο βασιλιάς αναθέτει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Μεταξά. Η κυβέρνηση Μεταξά ψηφίζεται στις 27 Απριλίου από 241 βουλευτές (καταψηφίζεται μόνον από τους 15 κομμουνιστές βουλευτές και τον Γεώργιο Παπανδρέου).

Την 4η Αυγούστου

Ο Μεταξάς, ο μόνος στρατιωτικός που αντιτάχθηκε στη Μικρασιατική Εκστρατεία –προειδοποιώντας ότι η γεωγραφία της Μικράς Ασίας θα καθιστούσε μη βιώσιμη μια ελληνική νίκη–, πίστευε ότι η κλυδωνιζόμενη από την πτώχευση του 1932 Ελλάδα δεν μπορούσε να λειτουργήσει με δημοκρατία. Τον Απρίλιο του 1936, η Βουλή ψήφισε την πεντάμηνη αναστολή της λειτουργίας της. Και την 4η Αυγούστου, μία ημέρα πριν από την πανελλαδική απεργία που υποκινούσε το ΚΚΕ, ο Μεταξάς συγκάλεσε έκτακτο υπουργικό συμβούλιο και ανακοίνωσε την αναστολή πολλών άρθρων του Συντάγματος. Η απλή αναλογική έφερε την κατάλυση του πολιτεύματος ως αντίδοτο στην αστάθεια που προκάλεσε. Αν χανόταν ο έλεγχος, όπως βασιλικοί και φιλελεύθεροι φοβούνταν εκείνη την εποχή λόγω του προηγούμενου του 1917 στη Ρωσία, θα μπορούσε να επιβληθεί «δικτατορία του προλεταριάτου». Η απλή αναλογική ίσχυσε επίσης από το 1946 έως το 1951 και έφερε πάνω από δέκα κυβερνητικές αλλαγές. Εν μέσω εμφυλίου πολέμου, Βρετανοί και Αμερικανοί επενέβαιναν συχνά για να τα «βρουν» μεταξύ τους αρχηγοί και αρχηγίσκοι.

Χαμένοι στην Ευρώπη (η περιπλάνηση των αγωνιστών του Υψηλάντη για να έρθουν και να πολεμήσουν στην επαναστατημένη Ελλάδα)

Τις πρώτες μέρες του 1823, η εφημερίδα της μικρής ελβετικής πόλης Σαφχάουζεν, στα σύνορα με τη Γερμανία, δημοσίευσε ένα κείμενο του γραμματέα του τοπικού Φιλελληνικού Συλλόγου, που ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Παρακαλούνται οι πολίτες να μη δίνουν χρήματα απευθείας στους  Έλληνες πρόσφυγες που μας έρχονται από τη Ρωσία και συνεχίζουν για την πατρίδα τους, και τους οποίους βοηθά επαρκώς ο Φιλελληνικός Σύλλογος με τροφή και ρουχισμό, αλλά να αναθέτουν το ποσό της αγάπης που προορίζουν για τους πρόσφυγες στον σύλλογο και να έχουν τη βεβαιότητα ότι με αυτόν τον τρόπο το ποσό θα χρησιμοποιηθεί πιο αποτελεσματικά για τους  Έλληνες». Τι ακριβώς σημαίνουν όλα αυτά; Ποιοι ήταν αυτοί οι Έλληνες πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελβετία το 1823;

Στο βιβλίο «Η επιστροφή» (εκδ. Καπόν) ο Γεώργιος Γκέκος αποκαλύπτει μια εντυπωσιακή λεπτομέρεια της ελληνικής ιστορίας την εποχή της απελευθέρωσης, και συγκεκριμένα τη μοίρα μιας ομάδας Ελλήνων αγωνιστών που μετά την επανάσταση στη Μολδοβλαχία βρέθηκαν να αναζητούν μια δίοδο για να επιστρέψουν στη χώρα και να βοηθήσουν στον Αγώνα. Με αφετηρία την Οδησσό και καθώς δεν μπορούσαν να κατευθυνθούν νότια, στα εδάφη που βρίσκονταν ακόμα υπό τουρκική κατοχή, ούτε δυτικά, καθώς για πολιτικούς λόγους δεν ήταν ευπρόσδεκτοι στην Αυστρία του Μέτερνιχ, αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν μια απίθανη πορεία μέσω της βόρειας Ευρώπης. Πέρασαν από τη Βαρσοβία και αρκετές γερμανικές πόλεις, με σκοπό να κατηφορίσουν μέχρι τη Μασσαλία και από εκεί να επιστρέψουν διά θαλάσσης στην επαναστατημένη Ελλάδα. Η πορεία τους διακόπηκε στην Ελβετία, όμως, όπου χρειάστηκε να μείνουν για αρκετούς μήνες φιλοξενούμενοι των Φιλελληνικών Συλλόγων, καθώς η Γαλλία, φοβούμενη να ρισκάρει κάποιο διπλωματικό επεισόδιο με την Κωνσταντινούπολη, έκλεισε γι’ αυτούς τα σύνορά της.

Εντυπωσιακά ντοκουμέντα

Ο κ. Γκέκος είναι καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης (ΕΤΗ) στον τομέα της Κβαντικής Ηλεκτρονικής, αλλά η αγάπη του για την ιστορία και τον ελληνισμό της Διασποράς τον οδήγησε να πράξει ως ιστορικός, ερευνώντας με αξιοθαύμαστο ζήλο: «Με μάγεψε το γεγονός ότι υπήρχαν διεξοδικές αναφορές από Ελβετούς παρατηρητές, που περιγράφουν την τύχη ανώνυμων αγωνιστών μετά την αποτυχία της επανάστασης του 1821 στη Μολδοβλαχία, αναφορές που καταγράφουν γεγονότα, ονόματα και μαρτυρίες πολλών που πολέμησαν εκεί», λέει ο κ. Γκέκος στο «Κ». «Το τι απέγιναν αυτοί οι άνθρωποι είναι κάτι που απουσιάζει από την εικόνα της ελληνικής ιστορίας. Τουναντίον, Ελβετοί ιστορικοί τον 19ο και τον 20ό αιώνα ενδιαφέρθηκαν για την τύχη των φυγάδων αγωνιστών που πέρασαν από την Ελβετία στον δρόμο της επιστροφής και μας άφησαν εντυπωσιακά ντοκουμέντα».

Οι 160 Έλληνες που έφτασαν τον Ιανουάριο του 1823 στην Ελβετία ήταν υποπολλαπλάσιοι εκείνων που μερικούς μήνες νωρίτερα είχαν ξεκινήσει το αβέβαιο ταξίδι της επιστροφής από την Οδησσό – κάποιοι ακολούθησαν διαφορετικά μονοπάτια και η τύχη τους είναι άγνωστη, ενώ αρκετοί έχασαν τη ζωή τους καθ’ οδόν, υποκύπτοντας στις κακουχίες. Ο ιδρυτής του Φιλελληνικού Συλλόγου του Βίντερτουρ, Γιόχαν Τρολ, αναφέρει στις σημειώσεις του τα εξής: «Η γύμνια τους μέσα στον βαρύ χειμώνα, η κούραση μετά από τόσο μεγάλο ταξίδι, ακόμα και η ηλικία τους –πολλοί δεν ήταν νέοι άνθρωποι– μας έκαναν να αισθανθούμε συμπάθεια γι’ αυτούς και αρκετά μάτια βούρκωναν».

Είναι ένα από τα εντυπωσιακά ντοκουμέντα στα οποία αναφέρεται ο κ. Γκέκος. Ένα άλλο είναι η αφήγηση του Νταβίντ Μπούρκλι, κατοίκου της Ζυρίχης και εκδότη, ο οποίος συναναστράφηκε τους Έλληνες πρόσφυγες – το σύγγραμμά του μας επιτρέπει να γνωρίζουμε τα ονόματα, τις ιδιότητες, το παρελθόν και κάποιες από τις σκέψεις των ανθρώπων αυτών. Όπως του Αθανάσιου Ντέτου, ενός κληρικού από τις Θερμοπύλες, η ιστορία του οποίου συνοψίζεται σε λίγες γραμμές: «Το έσκασα από τους Τούρκους και κατέφυγα στη Βλαχία, όπου βρήκα τα αδέλφια μου, τους  Έλληνες, να πολεμάνε. Από εκεί αναγκαστήκαμε να καταφύγουμε στην Οδησσό. Εκεί έμενα με τον σύντροφο Δημήτριο, γιο του Ιωάννη από το Μεσολόγγι. Αφήσαμε γυναίκα και παιδιά στα σπίτια μας, άγνωστο όμως αν οι Τούρκοι τους δολοφόνησαν ή όχι. Θέλουμε να επιστρέψουμε στην πατρίδα».

Ελβετοί φιλέλληνες

«Δύο θέματα με εντυπωσίασαν», λέει ο κ. Γκέκος σχετικά με την έρευνά του. «Το πρώτο είναι η απύθμενη δίψα των καταπιεσμένων για ελευθερία, που τους οδηγεί στο δραματικό ταξίδι και στις τεράστιες απώλειες. Το δεύτερο, ο έντονος φιλελληνισμός στην Ελβετία και στη Γερμανία, τόσο των ελίτ όσο και των απλών, φτωχών πολιτών, που βοηθούν και από το υστέρημά τους τους  Έλληνες φυγάδες. Το πρώτο φαίνεται μάλλον κατανοητό στον  Έλληνα αναγνώστη, που άκουσε πολλά για την ιστορία των 400 και πλέον χρόνων σκλαβιάς της χώρας του, αλλά δεν παύει να εντυπωσιάζει για την έντονη θέληση αυτών που ρίχτηκαν στη μάχη με ελάχιστα υλικά. Το δεύτερο είναι λιγότερο γνωστό και πιο δύσκολο να κατανοηθεί από τον αναγνώστη. Γιατί ο έντονος φιλελληνισμός των απλών πολιτών σε Ελβετία και Γερμανία από τις πρώτες στιγμές που μαθαίνουν για την Επανάσταση; Υπάρχουν διάφορες αιτίες και αυτές αναλύονται στο βιβλίο μου, είναι σε γενικές γραμμές γνωστές στους ιστορικούς, αλλά προκαλούν πάντα απορία και θαυμασμό στον μέσο αναγνώστη».

Ο Φρίντριχ Φόγκελ, ανώτερος υπάλληλος στη διοίκηση του καντονίου της Ζυρίχης, αναφέρει σε έκθεσή του μερικές πολύ ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για την παραμονή των Ελλήνων στην Ελβετία: «Παρόλο που οι πρόσφυγες αυτοί δεν προέρχονταν από μορφωμένα κοινωνικά στρώματα, εντούτοις η πλειονότητα ήταν σε θέση να γράφει τα ελληνικά, διάφοροι είχαν γνώσεις γεωγραφίας και ιστορίας. Όλοι τους έδειχναν ιδιαίτερη αγάπη για τα μικρά παιδιά, τα οποία τους πολιορκούσαν κυριολεκτικά κάθε μέρα και τους έφερναν όλων των ειδών τα φαγώσιμα, ενώ οι Έλληνες από τη μεριά τους προσπαθούσαν να μάθουν στα παιδιά το ελληνικό αλφάβητο. Κυρίως τα βράδια έρχονταν να δουν τους πρόσφυγες πολλοί ενήλικοι από διάφορα κοινωνικά στρώματα, που παρατηρούσαν με ενδιαφέρον τις φυσιογνωμίες τους και προσπαθούσαν να συνεννοηθούν μαζί τους, για να μάθουν τις ιστορίες τους».

Δεν ήταν ούτε εύκολο ούτε αυτονόητο το ενδιαφέρον των Ελβετών για τους περιπλανώμενους αγωνιστές, και η στάση τους δείχνει, εκτός από τη δύναμη του φιλελληνικού κινήματος, και ένα υψηλό επίπεδο ανθρωπιάς. Άνοιξαν τα σπίτια τους, προσπάθησαν να τους εμψυχώσουν, να τους γνωρίσουν, να τους καταλάβουν, αφιέρωσαν χρόνο και φυσικά χρήματα σε μια περίοδο που η Ελβετία ήταν μια αγροτική και μάλλον φτωχή χώρα – τα ναύλα για την επιστροφή από τη Μασσαλία στην Ελλάδα, όταν τελικά τον Ιούλιο άνοιξαν τα σύνορα, εξασφαλίστηκαν μέσα από εράνους. Οι  Έλληνες έφτασαν στο γαλλικό λιμάνι έπειτα από επτά μήνες στην Ελβετία και έχοντας καλύψει από την αρχή του ταξιδιού τους απόσταση 3.000 χιλιομέτρων.

Διαβάζοντας για τη μεγάλη πορεία των Ελλήνων αυτών στην Ευρώπη της δεκαετίας του 1820, είναι αδύνατον να μη γίνουν ορισμένοι παραλληλισμοί – δύο αιώνες μετά, σε μια εντελώς διαφορετική Ευρώπη, άνθρωποι βαδίζουν και πάλι υπό αντίξοες συνθήκες, συναντούν απρόσμενα εμπόδια, κλειστά σύνορα και ανέλπιστη βοήθεια. «Η διαφορά έγκειται κυρίως στις αιτίες της φυγής», σχολιάζει ο κ. Γκέκος. «Οι σημερινοί φυγάδες και μετανάστες εγκαταλείπουν την πατρίδα τους για να αποφύγουν τον πόλεμο (ή και την οικονομική μιζέρια). Οι Έλληνες κάνουν ακριβώς το αντίθετο: λαχταρούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους για να πολεμήσουν. Όραμά τους είναι η απελευθέρωση της Ελλάδας. Αποζητούν τον πόλεμο για να διώξουν τον κατακτητή. Αυτοί που γεμίζουν τα σαπιοκάραβα σήμερα στη Μεσόγειο φεύγουν, οι Έλληνες αγωνιστές του Υψηλάντη επιστρέφουν». ■

Ο Εμφύλιος της Επανάστασης

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ*

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 02.02.2020  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Στις 29 Μαρτίου 1823 ξεκίνησαν οι συνεδριάσεις της δεύτερης Εθνικής Συνέλευσης στο Αστρος της Κυνουρίας. Είχαν μαζευτεί εκεί 230 εκπρόσωποι από διάφορα μέρη της επαναστατημένης Ελλάδας για να αποφασίσουν για το μέλλον του έθνους και της επανάστασης, η οποία είχε εδραιωθεί. Η Συνέλευση αυτή είχε λιγότερο ενθουσιασμό από την πρώτη και πολύ περισσότερο σκεπτικισμό και καχυποψία. Οι στρατιωτικοί της Επανάστασης, οι πρώην κλεφταρματολοί, θεωρούσαν ότι ήταν ριγμένοι στο μοίρασμα της εξουσίας. Δεν συμμετείχαν στην πρώτη εθνοσυνέλευση, δεν έλαβαν σημαντικές θέσεις στο Εκτελεστικό και στο Βουλευτικό, αρνούνταν να αποδεχθούν την πρωτοκαθεδρία των προεστών και των νησιωτών. Με επικεφαλής τον δοξασμένο, μετά τα Δερβενάκια, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, διεκδικούσαν ένα μεγάλο μερίδιο εξουσίας. Αρκετοί ανάμεσά τους, κυρίως ο Κολοκοτρώνης, πίστευαν πως μια αυταρχική, ισχυρή, στρατιωτική κυβέρνηση, με τους ίδιους να τη στελεχώνουν, ήταν απολύτως απαραίτητη για τη συνέχιση του αγώνα. Εκαναν λάθος βέβαια, γιατί υπερτιμούσαν τις διοικητικές τους ικανότητες και υποβάθμιζαν τη διεθνή διάσταση. Η ουσία όμως ήταν αυτή: το πρωτόλειο νεωτερικό θεσμικό οικοδόμημα που κατασκεύασαν οι δυτικότροποι διανοούμενοι και αποτέλεσε το πρώτο ελληνικό κρατικό μόρφωμα, άρχισε να τους ενοχλεί.

Σπασμωδική αντίδραση

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου ήταν προσωρινό και η κυβέρνηση Μαυροκορδάτου/Νέγρη, που διαχειρίστηκε αρχικώς την εξουσία, αδύναμη. Ηταν ευκαιρία να γίνει στο Αστρος η ανατροπή αλλά οι συσχετισμοί και πάλι δεν ευνοούσαν τους στρατιωτικούς καθώς έλεγχαν μόνο το 1/3 των εκπροσώπων. Αντέδρασαν σπασμωδικά. Από τη μία επιχείρησαν να απειλήσουν τα μέλη της Συνέλευσης συγκεντρώνοντας τα στρατεύματά τους στα γύρω χωριά και ενθαρρύνοντας έκτροπα και επεισόδια. Από την άλλη, όμως, δεν μπόρεσαν να κινηθούν με στοιχειώδη στρατηγική μέσα στη Συνέλευση ή να συμμαχήσουν, έστω βραχυπρόθεσμα, με παράγοντες με τους οποίους είχαν κοινά συμφέροντα ή οπτική.

Ηταν αναμενόμενο να τους δυσαρεστήσει το αποτέλεσμα της εθνοσυνέλευσης και να αισθανθούν και πάλι αποκλεισμένοι. Είχαν δίκιο; Αρκετό. Ας μην ξεχνάμε ότι σε αυτούς όφειλε το έθνος την απελευθέρωσή του. Αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι είχαν τις ικανότητες να το κυβερνήσουν. Ομως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως θα περίμενε κανείς ή όπως η λαϊκότροπη ιστοριογραφία τα παρουσιάζει. Ο εμφύλιος πόλεμος που θα ξεσπάσει δεν θα είναι μία σύγκρουση πολιτικών/στρατιωτικών, «πονηρών κοτζαμπάσηδων» και «αγνών αγωνιστών», «ολιγαρχικών» και «δημοκρατικών», όπως έχει, εντελώς λανθασμένα, χαρακτηριστεί. Δεν θα είναι ταξικός πόλεμος γιατί η κοινωνία είναι παραδοσιακή και οι σχέσεις προνεωτερικές.

Βέβαια, αρχικώς, οι στρατιωτικοί είχαν επαφές μεταξύ τους και ίσως τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά εάν δεν συνέβαιναν ταυτόχρονα δύο γεγονότα που δεν πρέπει καθόλου να μας εκπλήσσουν: α) Οι προεστοί της Πελοποννήσου διχάστηκαν. Η μία μερίδα συμμάχησε με τους νησιώτες και τους διανοούμενους, β) Ο Κολοκοτρώνης παράτησε τους στρατιωτικούς που τον ακολουθούσαν και συμμάχησε με την άλλη μερίδα των προεστών, ειδικότερα με την οικογένεια Δεληγιάννη.

Οι δύο αντιτιθέμενες ομάδες κατέληξαν σε έναν προσωρινό συμβιβασμό. Η μία ομάδα θα έλεγχε το εκτελεστικό (με αντιπρόεδρο τον Κολοκοτρώνη) και η άλλη το Βουλευτικό. Το Βουλευτικό όμως είχε ισχυροποιηθεί με το αναθεωρημένο Σύνταγμα (το οποίο έγινε ακόμα πιο δημοκρατικό και φιλελεύθερο) και ο Κολοκοτρώνης απέτυχε να το ελέγξει. Οταν το Βουλευτικό θα εκλέξει (παρά τους δισταγμούς του) τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ως πρόεδρο, ο Κολοκοτρώνης θα εκραγεί – γιατί προετοίμαζε για τη θέση τον, εξ αγχιστείας συγγενή του πλέον, Αναγνώστη Δεληγιάννη. Ο Κολοκοτρώνης απείλησε ανοιχτά τον Μαυροκορδάτο και οι άντρες του τα μέλη του Βουλευτικού με άσκηση βίας. Ουσιαστικά επιχείρησαν ένα πραξικόπημα. Αλλά τα μέλη του Βουλευτικού δεν θα υποχωρήσουν, θα επιμείνουν στην εκλογή Μαυροκορδάτου και τελικά θα συγκρουστούν με ολόκληρο το Εκτελεστικό, θα το καταργήσουν και θα το αντικαταστήσουν. Για ένα διάστημα η Επανάσταση έχει δύο αντιμαχόμενες κυβερνήσεις, στην πρώτη φάση του Εμφυλίου.

Το Βουλευτικό, οι Υδραίοι και οι προεστοί της Αχαΐας (Ζαΐμης, Λόντος) θα επικρατήσουν. Θα αντιμετωπίσουν με επιείκεια τους ηττημένους αλλά οι Υδραίοι (Κουντουριώτηδες) θα τους αποκλείσουν από τη νέα επαναστατική κυβέρνηση που θα σχηματιστεί το φθινόπωρο του 1824. Η δεύτερη φάση του Εμφυλίου είναι αγριότερη αλλά τα στρατόπεδα πιο διακριτά. Από τη μια όλοι, σχεδόν, οι σημαντικοί προεστοί και στρατιωτικοί της Πελοποννήσου (και οι Ζαΐμης/Λόντος) και από την άλλη οι Υδραίοι που χρησιμοποιούν τους εμπειροπόλεμους Ρουμελιώτες για να επικρατήσουν. Το έθνος έχει λάβει το πρώτο δάνειο και ένα μεγάλο μέρος του θα χρησιμοποιηθεί για να πληρωθούν ο Καραϊσκάκης, ο Γκούρας, ο Μακρυγιάννης και οι Σουλιώτες που θα συντρίψουν τους αδύναμους και αποθαρρημένους Πελοποννήσιους. Οι καταστροφές, οι λεηλασίες, οι εξευτελισμοί είναι πρωτοφανείς. Η δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη θα ρίξει τον πατέρα του σε κατάθλιψη. Οι νικητές και πάλι θα φερθούν με αρκετή επιείκεια. Θα τους υποχρεώσει σε αυτό και η απόβαση του Ιμπραήμ που θα οδηγήσει σε δεύτερη αμνηστία και ανάθεση της αρχιστρατηγίας και πάλι στον Κολοκοτρώνη. Αλλά δεν πρέπει να υποτιμούμε και να ξεχνάμε το εξής: Οι άνθρωποι αυτοί είχαν συμφέροντα, εγωισμούς, εμμονές αλλά στο τέλος της ημέρας ήταν έτοιμοι να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους. Γιατί είχαν συνείδηση της ιστορικής σημασίας των επιλογών τους. Ο σκοπός τους ήταν ιερός – και έτσι τον έβλεπαν.

Πολιτικός νικητής

Εάν υπάρχει ένας πολιτικός νικητής του Εμφυλίου δεν είναι οι Κουντουριώτηδες αλλά ο Ιωάννης Κωλέττης. Είναι αυτός που αποκτά, χειρίζεται αριστοτεχνικά και διατηρεί τον έλεγχο των Ρουμελιωτών. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος σε όλο αυτό το διάστημα απομονώθηκε στο Μεσολόγγι και δεν ανέλαβε ποτέ καθήκοντα προέδρου στο Βουλευτικό, παρά τις εκκλήσεις των βουλευτών. Ασχολήθηκε αποκλειστικά με την εξασφάλιση του δανείου, την υποδοχή του Μπάιρον, τη διεθνή αναγνώριση του Αγώνα αλλά κυρίως με την καλή οργάνωση της άμυνας στη Δυτική Στερεά. Θα προσπαθήσει, μάταια, να αποτρέψει τον δεύτερο γύρο και θα περιθάλψει τους ηττημένους, όταν αυτοί θα καταφύγουν σ’ αυτόν, γιατί τον εμπιστεύονται. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μαυροκορδάτος και η ομάδα του (Τρικούπης, Πολυζωίδης, Κλονάρης) θα σώσουν μία δεκαετία αργότερα τον Κολοκοτρώνη, όταν θα τον στοχοποιήσουν δύο μέλη της αντιβασιλείας.

Υπάρχει κι ένας τρίτος γύρος του Εμφυλίου. Θα ξεσπάσει αμέσως μετά τη δολοφονία Καποδίστρια και θα διαρκέσει μέχρι την άφιξη του Οθωνα. Είναι ο πλέον άγνωστος, ο μακρύτερος σε διάρκεια και ο πιο φοβερός. Φαίνεται να αποδεικνύει στην Ευρώπη ότι οι Ελληνες δεν μπορούν να αυτοκυβερνηθούν. Αυτό όμως που συμβαίνει στην Ελλάδα δεν αποτελεί την εξαίρεση αλλά τον κανόνα. Οπως γράφει ο David Armitage, κάθε μεγάλη επανάσταση εμπεριέχει και έναν εμφύλιο πόλεμο. Ο δικός μας εμφύλιος, αν πρέπει οπωσδήποτε να χαρακτηριστεί, έστω σχηματικά, ήταν ένας εμφύλιος της παράδοσης με τη νεωτερικότητα. Ευτυχώς τον κέρδισε η δεύτερη.

* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ). Η σειρά άρθρων με θέμα τα φιλελεύθερα, δημοκρατικά και νεωτερικά χαρακτηριστικά της Επανάστασης του 1821 αποτελεί μέρος του εκπαιδευτικού προγράμματος του ΚΕΦίΜ με θέμα «Ελλάδα 2021: Διακόσια χρόνια από τη Φιλελεύθερη Επανάσταση».

Κανείς δεν πρέπει να μιλά για τη ζωή των εμβρύων!

https://vassilisargyriadis.wordpress.com/

αφίσα-κίνημα υπέρ της ζωής

Η ιστορία είναι γνωστή. Παίζεται στη σκηνή της επικαιρότητας εδώ και κάποιες μέρες:

Ανέβηκε στον διαφημιστικό χώρο του μετρό η αφίσα μιας ενημερωτικής καμπάνιας, που αυτοτιτλοφορούνταν «Κίνημα υπέρ της ζωής». Η αφίσα είχε συναισθηματική στόχευση. Περιείχε στο κέντρο της τη φωτογραφία ενός εμβρύου μέσα στον ενδομήτριο σάκο και συνοδευόταν περιφερειακά από τέσσερις επιστημονικές πληροφορίες για το έμβρυο. Φωτογραφία και πληροφορίες επιδίωκαν να μεταδώσουν ένα βασικό μήνυμα: ότι το κυοφορούμενο βρέφος είναι ζωντανός άνθρωπος. Το μήνυμα έκλεινε με την προτροπή: «Διάλεξε τη ζωή». Η αφίσα με υπουργική παρέμβαση κατέβηκε αυθημερόν, έπειτα από τον σαρωτικό ντόρο που δημιουργήθηκε στα ΜΜΕ και τα social media. Οι απόψεις διχάστηκαν˙ κάποιοι μίλησαν για φασισμό των πολλών, κάποιοι άλλοι μίλησαν για δίκαιη παρέμβαση ανακοπής του σκοταδισμού των λίγων οπισθοδρομικών. Χύθηκε πολύ μελάνι.

Είμαστε συναισθηματικός λαός, λένε. Πιθανώς να αληθεύει αυτό, αν κρίνει κανείς από το πώς συζητάμε δημόσια ένα θέμα. Εκθέτουμε τις απόψεις μας με πολύ πάθος και στοχεύουμε να κατισχύσουμε συντριπτικά έναντι του άλλου˙ να τον φιμώσουμε, ει δυνατόν. Αυτή όμως η εμπάθεια έχει ένα βασικό κακό: μας παρασύρει στο να χάνουμε τον εστιασμό μας και να μεταθέτουμε τη συζήτηση προς την κατεύθυνση που «συμφέρει» τον στόχο μας, την κατίσχυση έναντι του άλλου, και όχι να επικεντρωνόμαστε στο ουσιώδες και το συγκεκριμένο. Έτσι, στο εν λόγω ζήτημα ακούστηκαν ένα σωρό επιχειρήματα εναντίον της αφίσας και υπέρ της λογοκρισίας της, που ωστόσο μιλούσαν για κάτι που δεν ήταν η αφίσα… Ας δούμε τα σημαντικότερα εξ αυτών.

Η αφίσα υπερασπίζεται την ποινικοποίηση των εκτρώσεων. Δεν ισχύει. Πουθενά στην αφίσα δεν γίνεται λόγος για ποινικοποίηση των εκτρώσεων. Για την ακρίβεια, πουθενά στην αφίσα δεν γίνεται λόγος για τις εκτρώσεις. Προφανώς και οι εκτρώσεις υπονοούνται και προφανώς η αφίσα στρέφεται εναντίον τους, αλλά το κάνει νομίζω με προσοχή, σύνεση και διακριτικότητα. Δεν τις αναφέρει, προκειμένου να μην εκληφθεί η άμεση αναφορά ως έμμεση επίθεση προς κάποιον που έχει κάνει έκτρωση˙ προσπαθεί να προβάλλει μια θετική διάσταση του όλου θέματος, που είναι η υπεράσπιση της ζωής του εμβρύου.

Αλλά ας δεχτούμε, χάριν συζητήσεως, ότι δεν υπάρχει καθόλου σύνεση και καθόλου προσοχή στον τρόπο που δημιουργήθηκε η αφίσα, και πως μόνος στόχος της είναι η εναντίωση στις αμβλώσεις χωρίς καμία διακριτικότητα. Εντούτοις, από πουθενά δεν συνάγεται το συμπέρασμα πως οι δημιουργοί της στόχευαν στο να επαναφέρουν την ποινικοποίηση των αμβλώσεων. Όλα αυτά τα σωματεία που συνδημιούργησαν το «κίνημα» δεν έχουν δηλώσει πουθενά πως έχουν κάποιο τέτοιο στόχο και είναι αρκετά λογικό να υποθέτει κανείς πως ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους που τα απαρτίζουν, σίγουρα θα υπάρχουν κάποιοι υπέρ και άλλοι εναντίον της ποινικοποίησης των αμβλώσεων — αλλά πάντως όχι κάποια ενιαία και εκπεφρασμένη «ατζέντα».

Επί του προκειμένου, πρέπει να ομολογήσω πως κρίνω εξ ιδίων: μπορεί να μη συμμετείχα στο κίνημα που έστησε την καμπάνια (ούτε σε κάποιο από τα σωματεία του), αλλά καλοβλέπω το μήνυμά της και μπορώ να διαβεβαιώσω τον οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο πως είμαι εναντίον της ποινικοποίησης των αμβλώσεων για ένα σωρό λόγους, που δεν είναι της παρούσης. Μπορεί λοιπόν κάποιος να είναι υπέρ της αφίσας και ταυτόχρονα κατά της ποινικοποίησης των αμβλώσεων, διότι πολύ απλά, πουθενά στην αφίσα δεν υπάρχει αυτός ο στόχος που της αποδόθηκε εσφαλμένα και παραπλανητικά. Μπορεί επίσης κάποιος να μην έχει ιδιαίτερη συμπάθεια προς τα σωματεία που δημιούργησαν την αφίσα ή να διαφωνεί με γενικότερες τάσεις τους ή στοχεύσεις που έχουν αυτά διατυπώσει για άλλα ζητήματα, σε άλλες περιστάσεις. Μα η αφίσα δεν μιλά ούτε για άλλα ζητήματα, ούτε για άλλες τάσεις και αλλότριες περιστάσεις. Η αφίσα περιέχει μία και συγκεκριμένη αλήθεια. Και μια αλήθεια δεν γίνεται λιγότερο αληθινή, επειδή ενδεχομένως προφέρεται από ανοίκεια χείλη.

Με άλλα λόγια, όποιος χρησιμοποιεί το παραπάνω επιχείρημα ενάντια στην αφίσα, απλά συζητάει κάτι που δεν είναι η αφίσα. Κι αν χρησιμοποιεί το επιχείρημα αυτό προκειμένου να δικαιολογήσει την απόφαση αναγκαστικής διακοπής της καμπάνιας, απλά εφευρίσκει μια δικαιολογία για να υπερασπιστεί μια δημόσια φίμωση εκ μέρους του κράτους. Καλό είναι να το γνωρίζουμε αυτό.

Η αφίσα περιέχει στοιχεία που είναι ψευδο-επιστημονικά. Είναι το δεύτερο συχνότερο επιχείρημα ενάντια στην καμπάνια. Στην πραγματικότητα, αυτό που κάποιοι επιστήμονες αμφισβητούν είναι όχι η επιστημονική εγκυρότητα των παρατιθέμενων στοιχείων, αλλά η ακρίβειά τους — για παράδειγμα, ισχυρίζονται ότι οι καρδιακοί κτύποι ενός εμβρύου δεν αρχίζουν τη Χ μέρα της κύησης (όπως αναφέρει η αφίσα), αλλά την Ψ μέρα. Κάθε άνθρωπος όμως, που έχει στοιχειώδη εξοικείωση με την έννοια της «επιστημονικής συζήτησης» (όχι μόνο στον χώρο των θεωρητικών επιστημών, όπου «χάνεται η μπάλα», αλλά ακόμα και στον χώρο των θετικών επιστημών) γνωρίζει καλά πως σε πολύ λίγα θέματα υπάρχει καθολική συμφωνία μεταξύ των επιστημόνων. Είμαι βέβαιος (χωρίς να έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα με το ζήτημα) πως και επί του προκειμένου, οι απόψεις θα είναι πολύ περισσότερες από δύο. Αυτό όμως δεν αρκεί ασφαλώς για να χαρακτηρίσει κανείς τις απόψεις της αφίσας «ψευδοεπιστήμη».

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Θεοφάνης Τάσης στην «Κ»: Η ελευθερία μας γίνεται ανελευθερία

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο τίτλος του νέου του βιβλίου, «Ψηφιακός ανθρωπισμός» (εκδόσεις Αρμός), ακούγεται παράδοξος. Πώς συνδυάζονται αυτά τα δύο; «Υπάρχουν οι τεχνοφοβικοί, που τρομάζουν απέναντι στην επικείμενη έλευση μιας ψηφιακής δυστοπίας, ενός ολοκληρωτισμού των αλγορίθμων, και προκρίνουν την επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν· και οι τεχνολάτρες, που κηρύσσουν το ευαγγέλιο των αλγορίθμων θεωρώντας ότι η ψηφιακή τεχνική θα λύσει τα προβλήματα της ανθρωπότητας. Προσπαθώ να πλοηγηθώ μεταξύ αυτών των δύο άκρων», εξηγεί ο Θεοφάνης Τάσης, ο οποίος διδάσκει Σύγχρονη Πρακτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Alpen-Adria στο Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας.

«Ενώ τον προηγούμενο αιώνα ολοκληρωτικά καθεστώτα προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να συλλέξουν πληροφορίες για τους πολίτες, σήμερα τα ψηφιακά δεδομένα εκχωρούνται αβίαστα είτε συλλέγονται άκοπα, εν αγνοία των χρηστών. Αυτό που βιώνουμε είναι σχοινοβασία», λέει ο Θεοφάνης Τάσης.

«Είμαι παρών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης· αν είχαν κυκλοφορήσει τα γυαλιά επαυξημένης πραγματικότητας της Google θα τα φορούσα, αγαπώ την τεχνολογία, αλλά τονίζω περισσότερο τα αρνητικά παρά τα θετικά της, γιατί η πλειονότητα των πολιτών δεν σκέφτεται τους κινδύνους. Οι διαπροσωπικές μας σχέσεις έχουν… εξαϋλωθεί. Βλέπω όχι απλώς μια ταχύτητα αλλά μια επιτάχυνση των εξελίξεων. Εχετε προσέξει πόσο πιο γρήγορα περπατούν και μιλούν οι άνθρωποι; Πόσο πιο εύκολα βαριούνται; Το διακύβευμα αυτού και του επόμενου αιώνα είναι να διατηρήσουμε την ανθρωπινότητά μας, να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες που μας προσφέρει η τεχνοεπιστήμη, αλλά με σύνεση. Τα ηθικά και πολιτικά προβλήματα είναι μη αλγοριθμικά, επειδή αφορούν νοήματα, συναισθήματα και επιθυμίες. Δεν μπορούμε να τα αναθέσουμε στην τεχνητή νοημοσύνη, γιατί οι συνέπειες θα είναι απρόβλεπτες».

– Και ο ρόλος της φιλοσοφίας ποιος είναι; Αφορά την καθημερινότητά μας;
– Μπορεί να έχει πρακτική εφαρμογή. Σε ατομικό επίπεδο αφορά τον αναστοχασμό επί του εαυτού μας: επί των επιθυμιών μας, της γεωγραφικής μας διαδρομής, των παθών και των σχέσεών μας. Εγχείρημα αυτογνωσίας. Αυτή ήταν η αρχαία ελληνική αντίληψη του φιλοσοφείν. Ο Σωκράτης έλεγε ότι πρέπει να γνωρίζεις τον εαυτό σου, για να μπορείς να τον φροντίζεις. Σε κοινωνικό επίπεδο, η φιλοσοφία συνεισφέρει στη διαμόρφωση δημοκρατικού ήθους, αφού οι πολίτες που μπορούν να σκεφτούν και να φροντίσουν τον εαυτό τους μπορούν να κάνουν το ίδιο και για τα κοινά, προκρίνουν ως μέσο επίλυσης των διαφορών τους τον ορθό λόγο.

– Υπήρξαν εποχές πιο «φιλικές» προς τη φιλοσοφία;
– Αν η φιλοσοφία αφορά και το ερώτημα «πώς να ζήσω νοηματοδοτώντας την περατότητά μου», τότε κάθε εποχή είναι φιλόξενη για εκείνη, εκτός αν η θρησκεία αναλαμβάνει να απαντήσει σε αυτό, δίχως να επιτρέπει αμφισβήτηση των απαντήσεων που δίνει. Αν αυτό δεν συμβαίνει, τότε η αγωνία των ανθρώπων –είτε είναι συνειδητή («πού πάω, τι νόημα έχουν όλα αυτά;») είτε εκφράζεται με υπερκατανάλωση και βίο ηδονών– προκαλεί μια υπόγεια ένταση, που περιμένει ως λάβα να βγει στην επιφάνεια, στο πρώτο έντονο ταρακούνημα, όπως ένα πρόβλημα υγείας.

– Η εποχή μας πώς την αντιμετωπίζει;
– Ενώ παλαιότερα οι άνθρωποι –και μιλώ πάντοτε για τη Δύση– προσπαθούσαν να κατακτήσουν την ελευθερία τους, να χειραφετηθούν απέναντι στη θρησκεία, στη μοναρχία ή στην ανδροκρατία (οι γυναίκες), σήμερα η ελευθερία δεν ορίζεται τόσο ως χειραφέτηση. Το ζητούμενο είναι πώς θα αντιμετωπίσουμε την πληθώρα των επιλογών μας. Γιατί λόγω της ψηφιοποίησης της ζωής μας, των θεσμών και των διαπροσωπικών μας σχέσεων, οι δυνατότητες που διαθέτουμε είναι ασύλληπτα πολλές. Στο κινητό μας μπορούμε να έχουμε τη μουσική όλης της ανθρωπότητας και όλες τις ταινίες που έχουν γυριστεί από καταβολής κινηματογράφου. Αυτό μας προκαλεί άγχος. Η ελευθερία μας καθίσταται, δηλαδή, άχθος· εξελίσσεται σε ανελευθερία. Το ζήτημα είναι, λοιπόν, πώς θα τη διαχειριστούμε.

– Υπάρχει απάντηση;
– Δίνεται πάλι μέσω της τεχνολογίας. Αναθέτουμε σε αλγορίθμους να επιλέξουν για λογαριασμό μας. Το Spotify και το Netflix, για παράδειγμα, με βάση αυτά που μας αρέσουν, μας προτείνουν τι να ακούσουμε και να δούμε. Και μη βιαστεί να πει κανείς ότι τα μαντεύουν, γιατί θα βρεθώ στη δυσάρεστη θέση να υπερασπιστώ τους αλγορίθμους. Ενας προγραμματιστής έχει χιλιάδες δεδομένα για καθέναν από εμάς – εμείς οι ίδιοι τα έχουμε δώσει. Ενώ τον προηγούμενο αιώνα ολοκληρωτικά καθεστώτα προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να συλλέξουν πληροφορίες για τους πολίτες, σήμερα τα ψηφιακά δεδομένα εκχωρούνται αβίαστα είτε συλλέγονται άκοπα, εν αγνοία των χρηστών. Αυτό που βιώνουμε είναι σχοινοβασία. Από τη μια πλευρά, βρίσκεται ο πειρασμός της ευκολίας, η ανάγκη να απαλλαγούμε από το βάρος των αμέτρητων επιλογών με ανώδυνο τρόπο, χωρίς να αφιερώσουμε πολύ χρόνο και ενέργεια. Και από την άλλη, ελλοχεύει ο κίνδυνος να απολέσουμε την αυτονομία μας, βαθμιαία και ανεπαίσθητα.

– Μπορούμε να αντιδράσουμε;
– Ο Καβάφης στο ποίημα «Che fece… il gran rifiuto» έγραψε: «Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι να πούνε». Αυτοί οι στίχοι είναι πυρηνικά ρομαντικοί: περιγράφουν έναν ήρωα που θα συναντήσει κάτι συγκλονιστικό και θα πρέπει να επιλέξει. Λίγοι θα βρεθούμε απέναντι σε ένα τέτοιο δίλημμα, δεν έχουμε τόσο μεγάλες στιγμές. Τα μικρά ναι και τα μικρά όχι έχουν μεγαλύτερη σημασία. Ως προς τη χρήση των αλγορίθμων στην καθημερινότητά μας, δεν θα τεθεί ποτέ ένα ερώτημα ριζικό, επέρχεται βαθμιαία η εξοικείωση, χωρίς να τη συνειδητοποιούμε.

Τα παιδιά σήμερα ζουν μέσα σε ένα νέφος πληροφοριών

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση