ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 18 Η αρχή της πλειοψηφίας: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Πολιτικά, Γ 6.3-4, 1281a39-b10 Απαντήσεις στις Ενδεικτικές Δραστηριότητες

Ενδεικτικές Δραστηριότητες

Α. Τι λέει το κείμενο;

  1. Ποια είναι η βασική θέση την οποία υποστηρίζει ο φιλόσοφος;

Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει την παρακάτω θέση:

Συγκρίνει ως προς την καταλληλότητα για την άσκηση της εξουσίας

  1. Τους αρίστους, οι οποίοι μεμονωμένα είναι πληρέστεροι και ικανότεροι να ασκήσουν εξουσία από τους απλούς πολίτες που ανήκουν στο πλήθος και
  2. Το πλήθος συνολικά, τα επιμέρους άτομα που το αποτελούν μπορεί να είναι κατώτερα και υποδεεστέρα συγκρινόμενα με ένα άριστο, όμως όλοι μαζί απαρτίζουν ένα σύνολο το οποίο συγκεντρώνει τα θετικά στοιχεία των μελών και έτσι υπερέχει από το κάθε άτομο που ανήκει στους άριστους και που διαθέτει ικανότητες και μόρφωση.

Από την σύγκριση αυτή εξάγεται ότι η συλλογική αξιοσύνη, αρετή του πλήθους είναι η πιο κατάλληλη να διοικήσει την πόλη.

το κάθε επιμέρους άτομο μπορεί να μην είναι τίποτε το αξιόλογο, όλοι όμως μαζί ενωμένοι…: Η ιδέα ήταν παλιά· ήδη ο Όμηρος, περιγράφοντας (στη ραψωδία Ν της Ιλιάδας) μια φοβερή μάχη Αχαιών-Τρώων δίπλα στα καράβια, βάζει κάποια στιγμή στο στόμα του Ποσειδώνα την ακόλουθη φράση, με την οποία ο θεός θέλει να εμψυχώσει τον ήρωα Ιδομενέα (στ. 237): «κι οι πιο αχαμνοί, σαν πουν να σμίξουνε, κάτι θα κάνουν πάντα» («συμφερτὴ δ’ ἀρετὴ πέλει ἀνδρῶν καὶ μάλα λυγρῶν»).

όχι σαν άτομα, αλλά σαν σύνολο: Θυμήσου τον ορισμό που έδωσε παραπάνω ο Αριστοτέλης για τον πολίτη (στην τελευταία παράγραφο της 16ης ενότητας): η συμμετοχή των πολιτών στην εκκλησία του δήμου και ο μεγάλος αριθμός των πολιτών-δικαστών έδειχνε καθαρά πως το σώμα των πολιτών θεωρούνταν στην Αθήνα ικανό να παίρνει αποφάσεις (χάρη στην “αθροιστικά” συσσωρευόμενη αρετή και φρόνηση). (σχόλιο Φιλοσοφικού λόγου σελ. 187-189)

«Ο Αριστοτέλης φαίνεται να πιστεύει ότι η φρόνηση και η αρετή είναι αθροίσιμα μεγέθη και σπεύδει να συμπεράνει ότι σε άλλους τομείς λ.χ. στις κρίσεις για τη μουσική και την ποίηση η γνώμη των πολλών είναι προτιμότερη από τη γνώμη των ολίγων. Πράγματι στα πρακτικά ζητήματα, ο ισχυρισμός είναι κατά βάθος σωστός. […] Πολλές φορές έχει παρατηρηθεί ότι μια επιτροπή είναι σοφότερη από το σοφότερο μέλος της.» (W. D. Ross Αριστοτέλης σελ. 362 ΜΙΕΤ).

  1. Περιγράψτε τον φανταστικό “υπεράνθρωπο” στον οποίο αναφέρεται το κείμενο.

Η υπεροχή αυτή του πλήθους ενισχύεται παραστατικά με την εικόνα ενός ανθρώπου που διαθέτει πολλά χέρια ή πόδια και άλλες αισθήσεις αλλά παράλληλα συγκεντρώνει τα ήθη και τις πνευματικές δυνατότητες πολλών ανθρώπων (τα επιμέρους άτομα του πλήθους).

  1. Ποιοι και γιατί είναι καλύτεροι κριτές μουσικών και ποιητικών έργων;

Στο τέλος του κειμένου υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η συναθροισμένη αρετή και πνευματική ικανότητα του πλήθους ενεργεί έτσι ώστε να κρίνει πληρέστερα ένα έργο τέχνης, αφού κάθε άνθρωπος συνεισφέρει την άποψή του από διαφορετική πλευρά και οπτική και έτσι διατυπώνεται μια περιεκτική και ολοκληρωμένη άποψη.

«Στην συνέχεια ο Αριστοτέλης υποστηρίζει μάλιστα ότι το πλήθος ως σύνολο έχει ορθότερη κρίση από το μεμονωμένο άτομο ακόμη και στην μουσική και την ποίηση.

Με την θεωρία αυτήν, ότι το πλήθος ενωμένο μπορεί να υπερτερεί των αρίστων, ο Αριστοτέλης αντικρούει την ένσταση ότι οι μεγάλες διαφορές σε πνευματικά και ηθικά χαρίσματα καθιστούν κατ’ ανάγκην το πλήθος ανίκανο να λάβει πολιτικές αποφάσεις με γνώμονα το γενικό συμφέρον. Πρόκειται για μια θεωρία η οποία είναι αρκετά ρεαλιστική ώστε να εκκινεί από μιαν ορισμένη ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων, αλλά παρ’ όλα αυτά να μην αντιμετωπίζει ως θεωρητικά αθεμελίωτη την συμμετοχή όλων των τάξεων στην εξουσία.» (Kullman W. Η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη σελ. 108-9 ΜΙΕΤ)

Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου

  1. Ο Αριστοτέλης τεκμηριώνει τη βασική του θέση αφενός με ένα παράδειγμα (οἷον…), αφετέρου με με μια αναλογία (πολλῶν γὰρ […] διάνοιαν). Μπορείτε να τα αποδώσετε με δικά σας λόγια, έτσι ώστε να τονίζεται η βασική φιλοσοφική-πολιτική ιδέα; Να εντοπίσετε τις δύο λέξεις που εισάγουν τα αντιστοιχιζόμενα μέλη της αναλογίας.

οἷον τὰ συμφορητὰ δεῖπνα τῶν ἐκ μιᾶς δαπάνης χορηγηθέντων

Για να καταστήσει πιο κατανοητή τη θέση του ο Αριστοτέλης ότι η προσφερόμενη συλλογικά από το πλήθος ικανότητα υπερτερεί της ατομικής αξιοσύνης ενός αρίστου, χρησιμοποιεί το παράδειγμα των δείπνων, στην άρτια παράθεση των οποίων συνεισφέρουν όλοι οι συμμετέχοντες με τα εδέσματα που έχουν παρασκευάσει και τα ποτά που έχουν παραγάγει ή προμηθευτεί. Τα δείπνα αυτά διαθέτουν περισσότερο πλούτο και ποικιλία συγκρινόμενα με το δείπνο που μπορεί να παραθέσει ένας μεμονωμένος πλούσιος οικοδεσπότης. Τα συμφορητά δείπνα συμβολίζουν το πλήθος, ενώ τα παρατιθέμενα εδέσματα τις ατομικές ικανότητες των αποτελούντων το πλήθος. Από την άλλη το δείπνο ενός πλουσίου συμβολίζει τον άριστο και τις ικανότητες που συγκεντρώνει ατομικά.

πολλῶν γὰρ ὄντων ἕκαστον μόριον ἔχειν ἀρετῆς καὶ φρονήσεως, καὶ γίνεσθαι συνελθόντων, ὥσπερ ἕνα ἄνθρωπον τὸ πλῆθος, πολύποδα καὶ πολύχειρα καὶ πολλὰς ἔχοντ’ αἰσθήσεις, οὕτω καὶ περὶ τὰ ἤθη καὶ τὴν διάνοιαν

Η αναλογία αυτή αντιπαραβάλλει το πλήθος και την συναθροισμένη ικανότητα και αρετή του με έναν άνθρωπο που έχει πολλά χέρια, πόδια και αισθήσεις. Το πλήθος θεωρείται ως ένα σώμα, ένα σύνολο δηλαδή αποτελούμενο από πολλά μέλη (χέρια κλπ.) που, όπως το κάθε χέρι κάνει κάποια κίνηση και προσφέρει ένα έργο, έτσι και ο κάθε άνθρωπος – μέλος του πλήθους προσφέρει κάτι διαφορετικό. Επειδή το ζητούμενο είναι η καταλληλότητα για την πολιτική διακυβέρνηση και όχι για ένα τεχνικό έργο, γι’ αυτό προστίθεται η φράση οὕτω καὶ περὶ τὰ ἤθη καὶ τὴν διάνοιαν. Ο κάθε πολίτης – μέλος του πλήθους διαθέτει το δικό του ήθος και τη δική του διανοητική ικανότητα (γνώση, πείρα, επινοητικότητα…) και έτσι προσφέρει το δικό του μερίδιο στην προσπάθεια του πλήθους. Η ικανότητα του πλήθους να κυβερνήσει διαμορφώνεται συλλογικά από τα επιμέρους ήθη και διάνοιες των ανθρώπων που το αποτελούν.

«Βλέπουμε, λοιπόν, πάλι ότι ο Αριστοτέλης παρατηρεί τον άνθρωπο από την σκοπιά του φυσικού επιστήμονα, τον αντιμετωπίζει δηλαδή ως πλάσμα της φύσης. Δεν αναφέρει σαφώς ποια είναι τα προσόντα που πρέπει να διαθέτει ένα συγκεκριμένο πλήθος ώστε να μπορεί να ισχύσει γι’ αυτό η αθροιστική θεωρία. Δεν είναι, ωστόσο, ιδιαίτερα δύσκολο να καταλάβει κανείς τι εννοεί: έχει τη γνώμη ότι υπάρχουν κράτη που παρουσιάζουν μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομοιογένεια και οι πολίτες των οποίων είναι, λόγω αγωγής, καλύτεροι και συνετότεροι από αλλού. Ότι ο Αριστοτέλης πράγματι πιστεύει πως το πλήθος, υπό ευνοϊκές συνθήκες, μπορεί να ανέλθει σ’ ένα υψηλότερο επίπεδο με την βοήθεια της παιδείας προκύπτει με σαφήνεια από έναν άλλο συλλογισμό του. Στο 1282 a 3 κε. κάνει μια ενδιαφέρουσα σύγκριση με τις συνθήκες που επικρατούν σε μια τέχνη στον τομέα αυτόν έχει κριτική ικανότητα όχι μόνον ο ειδικός αλλά και ο “μορφωμένος”, ο μη ειδικός, δηλαδή, που διαθέτει ορισμένη παιδεία σε σχέση με την συγκεκριμένη τέχνη. Η σχέση, συνεπώς, του πλήθους προς την τάξη των αρίστων αντιστοιχεί στην σχέση του μορφωμένου προς τον ειδικό. Ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται μάλιστα ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο ειδικός κρίνει λιγότερο εύστοχα από άλλους. Ο νοικοκύρης ενός σπιτιού μπορεί να κρίνει καλύτερα από τον αρχιτέκτονα.

Προϋπόθεση για την συμμετοχή του πλήθους είναι το επίπεδο της παιδείας. Μόνον εάν αυτό είναι δεδομένο, μπορεί η αθροιστική θεωρία να είναι αποτελεσματική: Το πλήθος δεν πρέπει να είναι υπερβολικά δουλόφρονον, γράφει ο Αριστοτέλης στο 1282 a 15 κε. (ἄν ἦ το πλῆθος μή λίαν ἀνδραποδῶδες).» (Kullman W. Η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη σελ. 109 ΜΙΕΤ)

«Ο Αριστοτέλης αντιτάσσει στους υπερασπιστές των πολιτευμάτων της αριστοκρατίας και της δημοκρατίας, όπως τα ορίζει στην σχετική ταξινόμηση των ορθών και παρεκβατικών πολιτευμάτων, μια σειρά επιχειρημάτων με τα οποία αποδεικνύει ότι ο σκοπός του πολιτικού βίου, δηλαδή το εὖ ζῆν του συνόλου υπηρετείται καλύτερα, όταν κυβερνά ο λαός, γιατί ο λαός κυβερνά καλύτερα. Η «λαϊκή» κατά Αριστοτέλη κυριαρχία αφήνει τα μικρότερα περιθώρια ατομικιστικών παραμορφώσεων στις οποίες είναι δυνατόν να υποπέσουν πιο εύκολα τα άλλα πολιτεύματα και ιδιαίτερα τα ολιγαρχικά, γιατί οι πλούσιοι νομίζουν πώς όλα τους επιτρέπονται.» (Παπαδής Δημ. Αριστοτέλης Πολιτικά τ. Β’ σελ. 36-37 ΤΟ ΒΗΜΑ)

  1. Αφού στη συγκεκριμένη παράγραφο ο Σταγειρίτης διατύπωσε με μία θεματική πρόταση την κεντρική του ιδέα, και αφού αμέσως μετά την τεκμηρίωσε, προβαίνει στο τέλος της παραγράφου σε ένα συμπέρασμα (διό …). Νομίζετε ότι η συγκεκριμένη περίοδος λειτουργεί ως πρόταση- κατακλείδα;

Ο σύνδεσμός διό αιτιολογεί το γιατί η συλλογική ικανότητα του πλήθους επιδρά θετικά στην κοινωνία και την πολιτική με το παράδειγμα της συνολικής αξιολόγησης από το πλήθος των μουσικών και ποιητικών έργων. Και η υπεροχή αυτή του πλήθους τεκμηριώνεται με τη φράση: ἄλλοι γὰρ ἄλλο τι μόριον, πάντα δὲ πάντες (καθένας διατυπώνει τη γνώμη του για κάποιο μέρος του έργου και έτσι όλοι μαζί το αξιολογούν με πληρότητα).

Συνεπώς το απόσπασμα αυτό δεν μπορεί να αποτελεί την κατακλείδα της παραγράφου, εφόσον δεν ανακεφαλαιώνει τα προηγούμενα ούτε συμπεραίνει με βάση αυτά, αλλά προσθέτει ένα επιπλέον στοιχείο στο προβληματισμό που περιέχεται στην παράγραφο.

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 12 Η ηθική αρετή: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ἠθικὰ Νικομάχεια Β1, 1-4, 1103a14 – b2 Απαντήσεις στις Ενδεικτικές Δραστηριότητες

Η σημασία της λέξης “Αρετή”  στην αρχαία ελληνική γλώσσα.

“Αυτό που με απασχολεί είναι το πολύ πιο απλό ζήτημα ότι η λέξη αρετή έχει στα αρχαία ελληνικά ένα απείρως ευρύτερο πεδίο εφαρμογής σε σύγκριση με τη συμβατική αγγλική απόδοση “virtue”, ενώ η πιο πρόσφατη απόδοση, “excellence”, μου φαίνεται υπερβολικά αδύναμη και αόριστη. Ο όρος αρετή δεν εφαρμόζεται απλώς σε περισσότερες ανθρώπινες ποιότητες από ό,τι ο όρος “virtue”, αλλά καλύπτει και χαρακτηριστικά που με κανένα τρόπο δεν είναι αποκλειστικά ανθρώπινα. Αυτό γίνεται, βέβαια, πλήρως σαφές στην Πολιτεία 352d-354a, όπου ο Πλάτων συζητά ρητά την αρετήν των οργάνων και , ως εκ τούτου, την αρετήν των ζώων, Αλλά αυτή η χρήση δεν απαντά μόνο στον Πλάτωνα. Ήδη στον Όμηρο, τα άλογα φέρονται να κατέχουν αρετήν (Ιλιάδα Ψ 276, 374). Ακόμα και άψυχα πράγματα μπορούν να έχουν τη χαρακτηριστική τους αριστεία: το γόνιμο έδαφος (Θουκυδίδης 1,2,4) και το λεπτό βαμβάκι (Ηρόδοτος 3.106.2) είναι τέτοιες περιπτώσεις. Αν δεν συνέβαινε αυτό, ίσως θα ήταν σωστό να ερμηνεύσουμε την αρετήν ως “επιτυχία” ή ως την ποιότητα που συνιστά την επιτυχία ή λογίζεται ως τέτοια. […]

Για να εξηγήσουμε την εφαρμογή του όρου αρετή τόσο στα ζώα όσο και στα άψυχα αντικείμενα, ίσως είναι καλύτερο να την αποδώσουμε ως την ποιότητα ή το σύνολο των ποιοτήτων, όποιο κι αν είναι αυτό, που καθιστά κάτι διακεκριμένο εντός της τάξης πραγμάτων στην οποία ανήκει. Ή ίσως να την συλλάβουμε ως αυτό που εξηγεί γιατί κάτι είναι δικαιολογημένα αξιοσημείωτο. Και οι δύο παραπάνω προτάσεις δεν αφορούν μόνο τα εγγενή χαρακτηριστικά τέτοιων αντικειμένων αλλά και, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, τη φήμη τους. Και ακριβώς έτσι πρέπει να είναι. Γιατί, από τον πρώτο καιρό, η έννοια της αρετής ήταν εγγενώς κοινωνική και, μάλιστα, κάποιες φορές η αρετή ήταν σχεδόν ισοδύναμη με τη φήμη (κλέος). Το ότι αυτό συνέβαινε ακόμα και αργότερα το δείχνει ο Υπερείδης, που έγραψε στον Επιτάφιό του ότι αυτοί που πεθαίνουν για την πόλη τους “αφήνουν πίσω τους αρετήν” . Επίσης, μια επιγραφή στη μνήμη των Αθηναίων που έπεσαν στην Ποτίδαια λέει ότι “έχοντας βάλει τις ζωές τους στη μια πλάστιγγα της ζυγαριάς, ως αντάλλαγμα έλαβαν αρετήν”.

Αλέξανδρος Νεχαμάς “Αρετές της αυθεντικότητας – Δοκίμια για τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη” Επιμέλεια Παύλος Κοντός, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, σελ. 55,56.

Ενδεικτικές Δραστηριότητες

Α. Τι λέει το κείμενο;

  1. Ποια είδη αρετών διακρίνει ο Αριστοτέλης; Διαφέρει ο τρόπος που δημιουργείται και αναπτύσσεται το κάθε είδος;

Όπως δείχνει και ο συμπερασματικός σύνδεσμος «δή» το κείμενο μας πρέπει να συνδεθεί με το τέλος του Α’ βιβλίου των Ηθικών Νικομαχείων (1103a 4-8): Διορίζεται δὲ καὶ ἡ ἀρετὴ κατὰ τὴν διαφορὰν ταύτην· λέγομεν γὰρ αὐτῶν τὰς μὲν διανοητικὰς τὰς δὲ ἠθικάς, σοφίαν μὲν καὶ σύνεσιν καὶ φρόνησιν διανοητικάς, ἐλευθεριότητα δὲ καὶ σωφροσύνην ἠθικάς. λέγοντες γὰρ περὶ τοῦ ἤθους οὐ λέγομεν ὅτι σοφὸς ἢ συνετὸς ἀλλ᾿ ὅτι πρᾶος ἢ σώφρων· ἐπαινοῦμεν δὲ καὶ τὸν σοφὸν κατὰ τὴν ἕξιν· τῶν ἕξεων δὲ τὰς ἐπαινετὰς ἀρετὰς λέγομεν.

Όπως αναφέρεται και στην εισαγωγή των Ηθικών Νικομαχείων στον φιλοσοφικό λόγο σελ. 135, αλλά και στο εισαγωγικό σημείωμα της ενότητας 12 η ψυχή διαιρείται σε τρία μέρη.

 

ψυχής

Κατά τον Αριστοτέλη διδασκαλία προϋποθέτει κατά κύριο λόγο η διανοητική αρετή, ενώ η ηθική προϋποθέτει κατά τρόπο μάλιστα απόλυτο την θέληση του ατόμου να εθιστεί σιγά –σιγά σε ένα συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς (με την ομοιότροπη επανάληψη των ίδιων ενεργειών). Αν λοιπόν η διανοητική  προϋποθέτει διδασκαλία, τότε τόσο η απόκτηση της όσο και η αύξησή της είναι απόλυτα συναρτημένες αφενός προς τον χρόνο (η διδασκαλία δεν μπορεί παρά να απλωθεί σε μια έκταση χρόνου) και αφετέρου προς την πείρα που κερδίζει με το πέρασμα επίσης, του χρόνου. Γίνεται λοιπόν έτσι φανερό ότι για την απόκτηση των διανοητικών αρετών ο Αριστοτέλης ρίχνει όλο σχεδόν το βάρος στην πλευρά του «δασκάλου». Αντίθετα, για την απόκτηση των ηθικών αρετών ολόκληρη η ευθύνη πέφτει στον «εθιζόμενο», το ασκούμενο δηλαδή άτομο, αφού στην περίπτωση αυτή το παν εξαρτάται από την προαίρεσιν, την προσωπική δηλαδή επιλογή του ατόμου, και από την επιμονή του στην διαδικασία της μάθησης. ( Δ. Λυπουρλής “Αριστοτέλης Ηθικά Νικομάχεια”  τ. Α’ ΤΟ ΒΗΜΑ σελ. 301)

  1. Στη δεύτερη παράγραφο του κειμένου εισάγεται με το επίρρημα ἔτι ένα δεύτερο επιχείρημα για τη βασική θέση της ενότητας. Με ποιο αντιθετικό ζεύγος εννοιών αναπτύσσεται ο συλλογισμός του Αριστοτέλη;

Το δεύτερο επιχείρημα με το οποίο αποδεικνύει την θέση του ότι «οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται» στηρίζεται στο αντιθετικό ζεύγος των εννοιών: δύναμις – ἐνέργεια.(σχόλιο  Φακέλου σελ. 117).

Οι φυσικές ιδιότητες ενυπάρχουν στον άνθρωπο δυνάμει, ως δυνατότητες, οι οποίες ενεργοποιούνται αυτόματα με τη γέννησή μας, π.χ. οι αισθήσεις.

Δυνάμει ἐνεργεία

ἔχοντες ἐχρησάμεθα

ὅραση (δυνατότητα εκ φύσεως της όρασης) ὁρῶμεν

Αντίθετα για να αποκτήσουμε τις ηθικές αρετές προηγούνται οι κατάλληλες ενέργειες, οι οποίες με τη σταθερή και ελεύθερα επιλεγμένη  επανάληψη τους οδηγούν στην παγίωση της αντίστοιχης αρετής από την οποία απορρέουν οι ταιριαστές με αυτήν ενέργειες.

τὰς δ’ ἀρετὰς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον, τὰ μὲν δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα

Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου

  1. Με αφετηρία τον αποφατικό ισχυρισμό οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται να αναφερθείτε στον τρόπο απόκτησης των ηθικών αρετών που περιγράφει ο φιλόσοφος. Να προσέξετε τις λέξεις που επαναλαμβάνονται πολλές φορές.

Η φράση  οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται αποτελεί το συμπέρασμα του συλλογισμού που έχει ως προκείμενες:

Α’ οὐθὲν γὰρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται

Όλα τα πράγματα που είναι καμωμένα από τη φύση έχουν ένα συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αλλάξει με μια διαδικασία υπομονετικού και επαναλαμβανόμενου εθισμού.

Β’ ἡ δ’ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται

Η ηθική δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γεννηθεί παρά μόνο με τον εθισμό.

Για να κάνει πιο κατανοητό το νόημα της α’ προκείμενης δίνει δύο παραδείγματα με την φωτιά και την πέτρα  η φορά των οποίων είναι η δεδομένη από τη φύση και δεν αλλάζει σε καμμιά περίπτωση.

«Για τον Αριστοτέλη η πράξη δεν εξαντλείται στην σφαίρα του λόγου (λογικής)˙ και γι’ αυτό και η αρετή δεν είναι ολοκληρωτικά διδακτή, καθώς πάλι ο Σωκράτης νόμιζε. Στο κέντρο όπου γεννιέται η πράξη, στο βουλητικό, συνυπάρχει με τον λόγο και το άλογο στοιχείο της όρεξης, της επιθυμίας. Και για να καμφθεί αυτό, σε τρόπο που η διδαχή να είναι γόνιμη, πρέπει να δουλευθή σαν τη γή που θα θρέψει τον σπόρο. Το δούλεμα αυτό γίνεται με τον εθισμό στην ενάρετη πράξη. Για να τελεσφορήσει η επιταγή του λόγου, πρέπει να βρή μια ψυχή προδιατεθειμένη˙ πρέπει να έχει με την άσκηση, την τυχαία ή την αναγκαστική, δημιουργηθεί ένα ήθος πρόσφορο, για να δεχθή την επιταγή του λόγου.» Κ. Τσάτσος «Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων» Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996, σελ. 234 (ΚΕΕ Αξιολόγηση τ. β’ σελ. 148)

Οι λέξεις που επαναλαμβάνονται είναι: 

φύσει: αναφέρεται στην φυσική ιδιότητα της πέτρας και την φύσεως.

φερόμενος, φέρεσθαι: η φυσική ιδιότητα της  φοράς / κατεύθυνσης.

ἐθίζεται, ἐθισθείη, ἐθίζῃ: ο εθισμός δεν μεταβάλλει τις φυσικές ιδιότητες των όντων.

  1. πεφυκόσι δέξασθαι […] τελειουμένοις: Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αριστοτέλη οι αρετές δεν είναι ούτε έμφυτες ούτε ενάντιες στην ανθρώπινη φύση. πώς, όμως, φτάνει τελικά ο άνθρωπος να τελειοποιεί τις ηθικές αρετές του; (Να αξιοποιήσετε στην απάντησή σας και το αντιθετικό ζεύγος δυνατότητα-πραγμάτωση.)

«πεφυκόσι δέξασθαι […] τελειουμένοις»

Η φράση αυτή του Αριστοτέλη στόχο έχει να καθορίσει τη σχέση των ηθικών αρετών με τη φύση. Προηγουμένως με ένα συλλογισμό απέδειξε ότι «οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται», άρα οι ηθικές αρετές δεν μας έχουν δοθεί ως ολοκληρωμένες ιδιότητες τις οποίες μπορούμε να εξασκήσουμε, μόλις γεννηθούμε.

Όμως, για να μην υπάρξει παρανόηση ότι η ανθρώπινη φύση είναι εντελώς ξένη και ανεπίδεκτη των ηθικών αρετών, προβαίνει στην διευκρίνιση «οὔτε παρὰ φύσιν» ότι δηλαδή αυτές δεν είναι ενάντια στη φύση μας. Αυτό το ενισχύει με το «πεφυκόσι ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς» δηλαδή, έχουμε την δυνατότητα (δυνάμει) από τη φύση μας να τις δεχθούμε, να τις ολοκληρώσουμε (ένεργείᾳ) μέσω του εθισμού.

Ο άνθρωπος δηλαδή ολοκληρώνεται, γίνεται τέλειος με την απόκτηση της αρετής, εκπληρώνοντας έτσι τον σκοπό (τέλος) της ύπαρξής του. Στην απόκτηση, όμως των αρετών ο άνθρωπος οδηγείται μέσω του εθισμού, δηλαδή των συνειδητά επιλεγμένων επαναλαμβανόμενων ενεργειών.

«Η ἕξις αυτή είναι η πηγή της πράξης. Σε αυτήν την πηγή πρέπει να εδρεύει η ηθικότητα. Δεν αρκεί να είναι ηθική η πράξη˙ πρέπει και η στάση της συνείδησης, η ἕξις που την κινεί να είναι ηθική. Και αν ακόμη δεν μπορούμε να πούμε εδώ, πως «τίποτε άλλο δεν μπορεί να είναι ηθικό από την ηθική βούληση», βέβαιο είναι πως το κριτήριο της ηθικότητας είναι η ηθική βούληση, το εσωτερικό στοιχείο της έξης. Γιατί δεν ενδιαφέρει μόνον τι πράττει κάποιος αλλά και «πῶς ἔχων» πράττει.»  Κ. Τσάτσος «Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων» Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996, σελ. 235 (ΚΕΕ Αξιολόγηση τ. β’ σελ. 151)..

Δύναμις – ἐνέργεια

“Η ύλη είναι η δυνατότητα εκείνου που μέσα στο ολοκληρωμένο πράγμα έχει γίνει δια της μορφής πραγματικό. Επομένως η ουσία υπάρχει στην ύλη μόνο ως δυνατότητα (δυνάμει, potentia)* μόνο η μορφή κάνει ώστε να υπάρχει πραγματικά (ενέργεια, actu) η ουσία στην ύλη. Το γίγνεσθαι είναι η πορεία κατά την οποία η ουσία, διαμέσου της μορφής, μεταβαίνει από την κατάσταση της απλής δυνατότητας στην κατάσταση της πραγματικότητας. Η ουσία δεν έχει κάποια δεύτερη, ανώτερη πραγματικότητα, πέρα από τα φαινόμενα, αλλά είναι μόνο μέσα στη σειρά των εμφανίσεών της, με τη βοήθεια των οποίων πραγματοποιεί τη δική της δυνατότητα. το γενικό είναι πραγματικό μόνο μέσα στο μερικό, το μερικό είναι υπαρκτό μόνο επειδή μέσα του πραγματοποιείται το γενικό.”

“ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ WINDELBAND- HEIMSOETH Μετάφραση:  Σκουτερόπουλος, Ν.  ΜΙΕΤ” σελ. 161 τ. 1

 

ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ:

Η ηθική κατά τον Αριστοτέλη

Από πού παράγεται η λέξη «ηθική»;

 

Εγκλωβισμένοι στην «Κόκκινη Μηλιά» – Η πολιτική σκηνή στην Ελλάδα το 1921 και οι ομόθυμες μαξιμαλιστικές θέσεις κυβέρνησης, αντιπολίτευσης, στρατιωτικών, λαού 

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

egklovismenoi-stin-kokkini-milia-561671614

Το 1921 ο πολιτικός βίος της Ελλάδας κυριαρχήθηκε από το Μικρασιατικό Ζήτημα. Το φλέγον θέμα της Μικράς Ασίας επισκίασε κάθε άλλη υπόθεση στο εσωτερικό της χώρας, όπως ήταν η συνταγματική αναθεώρηση (η Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 ήταν Συντακτική). Η νέα αντιβενιζελική ηγεσία της χώρας κλήθηκε να διαχειριστεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο διπλωματικό θέμα και τον συνεχιζόμενο πόλεμο με τους Τούρκους εθνικιστές στη Μικρά Ασία. Αυτό που χαρακτήρισε τον δημόσιο λόγο γύρω από το Μικρασιατικό ήταν ο μαξιμαλισμός. Ο αντιβενιζελικός κόσμος είχε κατηγορήσει προεκλογικώς τον Βενιζέλο για υποχωρήσεις και συμβιβασμούς στα εθνικά θέματα (της Κύπρου, της Κωνσταντινούπολης, του Πόντου κ.ά.) και είχε πλειοδοτήσει σε υποσχέσεις για νέα εδαφικά κέρδη, και μοιραία εγκλωβίστηκε στον πληθωρικό υπερπατριωτικό λόγο του.

Η επίσημη θέση της νέας πολιτικής ηγεσίας της χώρας ήλθε διά στόματος του Νικολάου Στράτου (αρχηγού του Εθνικού Συντηρητικού Κόμματος) από το βήμα της Βουλής την 20ή Ιανουαρίου 1921: πως «η ελληνική ψυχή ολόκληρος είνε προσκολλημένη εις την διατήρησιν των κεκτημένων διά της Συνθήκης των Σεβρών, ως του ελαχίστου όρου ικανοποιήσεως των ελληνικών θυσιών». Με άλλα λόγια η ελληνική Βουλή απέρριψε εκ προοιμίου κάθε πρόταση αναθεώρησης της Συνθήκης των Σεβρών (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920). Αυτή η θέση επικυρώθηκε με ψήφισμα της Βουλής τη 15η Φεβρουαρίου 1921. Το ψήφισμα αυτό υπήρξε ομόθυμο, δηλαδή συγκέντρωσε την ψήφο της αντιπολίτευσης. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων, το οποίο καταλάμβανε τότε το 1/3 των εδρών της Βουλής, έδωσε πλήρη στήριξη στην κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη, προκειμένου αυτή να χειρισθεί το Μικρασιατικό στην ειρηνευτική Διάσκεψη του Λονδίνου. Ο στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής, ο οποίος είχε αναλάβει τα ηνία του κόμματος μετά την αποχώρηση του Βενιζέλου στο Παρίσι, δήλωσε απερίφραστα ότι «αδυνατεί ν’ αποδεχθή την αναθεώρησιν της Συνθήκης των Σεβρών». Η Kοινοβουλευτική Oμάδα των Φιλελευθέρων υπό τον Δαγκλή συνέχισε μάλιστα να επιδοκιμάζει «καθ’ ολοκληρίαν» τους διπλωματικούς και στρατιωτικούς χειρισμούς της κυβέρνησης Γούναρη μέχρι τη 2α Οκτωβρίου 1921, οπότε απέσυρε απότομα την εμπιστοσύνη της λόγω παρέμβασης του Βενιζέλου (βλ. παρακάτω).

egklovismenoi-stin-kokkini-milia0
Η Μαγνησία της Μικράς Ασίας πριν από το 1922. Η αποχώρηση της ελληνικής Στρατιάς από το μέτωπο του Σαγγαρίου και η σύμπτυξή της στη γραμμή Εσκί Σεχίρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ δεν άλλαξε το πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα.

Ο Τύπος της εποχής

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η ασχήμια και η αρετή μέσα μας: H ομιλία του φετινού νομπελίστα Λογοτεχνίας Αμπντουλραζάκ Γκούρνα

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

i-aschimia-kai-i-areti-mesa-mas-561671458

Το γράψιμο ήταν πάντα μια απόλαυση. Ακόμη κι όταν ήμουν παιδί, αδημονούσα να έρθει η ώρα της έκθεσης, η ώρα που θα γράφαμε μια ιστορία ή όποιο άλλο θέμα επέλεγαν για εμάς οι δάσκαλοί μας. Απ’ όλα τα μαθήματα του σχολείου, ήταν η ώρα που προτιμούσα περισσότερο. Τότε όλοι σιωπούσαν, σκύβοντας πάνω από τα θρανία τους, για να ανασύρουν από τη μνήμη και τη φαντασία τους κάτι που άξιζε να καταγραφεί. Σε αυτές τις νεανικές προσπάθειες, δεν υπήρχε η επιθυμία να πούμε κάτι συγκεκριμένο, να ανακαλέσουμε μια αξέχαστη εμπειρία, να διατυπώσουμε μια ισχυρή άποψη ή να εκφράσουμε ένα παράπονο. Ούτε οι προσπάθειες αυτές απαιτούσαν κάποιον άλλο αναγνώστη εκτός από τον δάσκαλο, που τις υπέβαλλε ως άσκηση για τη βελτίωση των εκφραστικών δεξιοτήτων μας. Εγραφα επειδή μου είχε δοθεί η εντολή να γράψω και επειδή έβρισκα τόσο μεγάλη ευχαρίστηση σ’ αυτήν την άσκηση.

Αργότερα, δάσκαλος ο ίδιος, θα βίωνα αντίστροφα αυτήν την εμπειρία, καθισμένος σε μια σιωπηλή τάξη ενώ οι μαθητές έσκυβαν πάνω από τα τετράδιά τους. Η σκηνή μού θύμιζε ένα ποίημα του Ντ. Χ. Λόρενς, από το οποίο θα παραθέσω μερικούς στίχους:

Από το «The best of school»

Κάθομαι στις ακτές της τάξης, μόνος,

Παρατηρώ τ’ αγόρια με τις καλοκαιρινές στολές τους

καθώς γράφουν, κεφάλια στρογγυλά επιμελώς σκυμμένα:

Το ένα μετά το άλλο σηκώνει

Το πρόσωπό του για να με κοιτάξει

Κι ήσυχα να συλλογιστεί

Σαν να με βλέπει, αλλά δε βλέπει.

Κι ύστερα πάλι, μ’ ένα σκίρτημα χαράς

κι έξαψης απ’ το έργο του, τα μάτια του από μένα αποστρέφει

Εχοντας βρει αυτό που ήθελε, έχοντας πάρει ό,τι ήτανε να πάρει.

Η λογοτεχνία πρέπει επίσης να δείχνει τι θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά, τι είναι αυτό που δεν μπορεί να διακρίνει το στυγνό, ανάλγητο κυριαρχικό μάτι.

Το μάθημα για το οποίο μίλησα και το οποίο ανακαλεί αυτό το ποίημα δεν είχε σχέση με τη γραφή όπως θα μου αποκαλυπτόταν αργότερα. Δεν είχε στόχο και προσανατολισμό· το γραπτό δεν ξαναδουλευόταν, δεν αναδιαμορφωνόταν ατέλειωτα. Σ’ αυτές τις νεανικές προσπάθειες έγραφα σε ευθεία γραμμή, ας πούμε, χωρίς πολλούς δισταγμούς, χωρίς πολλές διορθώσεις, με απόλυτη αθωότητα. Κι ακόμη, διάβαζα σαν να παραδινόμουν στο κείμενο, επίσης χωρίς προσανατολισμό, χωρίς επίγνωση πόσο στενά συνδεδεμένες ήταν αυτές οι δραστηριότητες. Μερικές φορές, όταν δεν ήταν απαραίτητο να ξυπνήσω νωρίς για το σχολείο, διάβαζα ώς αργά τη νύχτα, τόσο αργά που ο πατέρας μου, άυπνος κι αυτός, ερχόταν φουριόζος στο δωμάτιό μου και με διέταζε να σβήσω το φως. Δεν ήταν δυνατό να του πεις, ακόμη κι αν τολμούσες, ότι κι αυτός ήταν ξύπνιος και γιατί να μην είσαι κι εσύ, επειδή δεν μιλούσες έτσι στον πατέρα σου. Οπως και να ’χει, ο πατέρας μου έμενε άγρυπνος στο σκοτάδι με το φως σβηστό για να μην ενοχλεί τη μητέρα μου, οπότε η εντολή να σβήσω το φως δεν σήκωνε αντιρρήσεις.

Η γραφή και η ανάγνωση που ήρθε αργότερα ήταν πιο μεθοδική σε σύγκριση με την ανοργάνωτη εμπειρία της νεότητας, αλλά δεν έπαψε ποτέ να είναι απόλαυση και σχεδόν ποτέ δεν με δυσκόλεψε. Σταδιακά, ωστόσο, έγινε ένα διαφορετικό είδος απόλαυσης. Δεν το συνειδητοποίησα πλήρως παρά μόνον όταν πήγα να ζήσω στην Αγγλία. Εκεί, νοσταλγώντας την πατρίδα μου και βιώνοντας την αγωνία του ξένου, άρχισα να προβληματίζομαι για πολλά που δεν τα είχα σκεφτεί παλαιότερα. Εκείνη την περίοδο, εκείνη την παρατεταμένη περίοδο της φτώχειας και της αποξένωσης, ξεκίνησα να γράφω διαφορετικά. Τότε έγινε ξεκάθαρο μέσα μου ότι υπήρχε κάτι που είχα την ανάγκη να πω, ένα έργο που έπρεπε να συντελεστεί, λύπες και δεινά που έπρεπε να ανασυρθούν και να διερευνηθούν.

Σε πρώτη φάση, αναλογίστηκα τι είχα αφήσει πίσω μου, ύστερα από την παράτολμη φυγή μου από την πατρίδα μου. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 απόλυτο χάος επικράτησε στη ζωή μας, επισκιάζοντας τα σωστά και τα λάθη του παρελθόντος, καλύπτοντάς τα με τις βαρβαρότητες οι οποίες συνόδεψαν τις αλλαγές που επέφερε η επανάσταση του 1964: συλλήψεις, εκτελέσεις, απελάσεις, ατέλειωτες μικρές και μεγάλες ταπεινώσεις και αδικίες, καταπίεση. Εν μέσω όλων αυτών των γεγονότων και με το μυαλό ενός εφήβου, ήταν αδύνατο να αποτιμήσω καθαρά τις ιστορικές και μελλοντικές επιπτώσεις όσων διαδραματίζονταν στη χώρα μου.

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Ή να επιτύχωμεν ή να χαθώμεν… H Διακήρυξη της Ελληνικής Ανεξαρτησίας της 15ης Ιανουαρίου 1822

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Eνα εμβληματικό κείμενο της νεότερης Iστορίας μας

i-na-epitychomen-i-na-chathomen-561672784

Σαν χθες, πριν από διακόσια ακριβώς χρόνια, οι 59 «παραστάτες» της Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου ψήφισαν δίπλα στο «Προσωρινό Πολίτευμα» που είχαν υιοθετήσει δύο βδομάδες πρωτύτερα με ένα από τα εμβληματικότερα κείμενα της Επανάστασης, αν όχι και της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας, έως τις μέρες μας: τη Διακήρυξη της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Ηταν ένα κείμενο χιλίων περίπου λέξεων, το οποίο συνόψιζε τους λόγους για τους οποίους είχαν ξεσηκωθεί οι Ελληνες κατά των Τούρκων, δέκα μήνες πρωτύτερα. Από εκεί και πέρα, κατ’ απομίμηση της αμερικανικής Διακήρυξης του 1776 και της γαλλικής του 1789, έδινε και το περίγραμμα ενός πολιτικού προγράμματος: πώς θέλαμε να κυβερνηθούμε;

Ως συντάκτες και της Διακήρυξης φέρονται δύο τριαντάχρονοι διανοούμενοι, οι σημαντικότεροι της Εθνοσυνέλευσης, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο  Θεόδωρος Νέγρης. Τους συνέδραμε πάντως ο κατά δέκα χρόνια νεότερός τους Αναστάσιος Πολυζωίδης, δυτικοσπουδαγμένος νομικός που γνώριζε πολύ καλά το αμερικανικό Σύνταγμα. Αν και απευθυνόταν «προς το Πανελλήνιον», είναι προφανές ότι η Διακήρυξη είχε γραφεί για τους Ευρωπαίους. Σε αντίθεση, εν τούτοις, προς τη γνωστή Προκήρυξη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (Καλαμάτα, 25.3.1821), που απευθυνόταν «προς τας ευρωπαϊκάς αυλάς» και «παρακαλούσε» «την συνδρομήν όλων των εξευγενισμένων ευρωπαϊκών γενεών, ώστε να δυνηθώμεν να φθάσωμεν ταχύτερον εις τον ιερόν και δίκαιον σκοπόν μας», η Διακήρυξη της Επιδαύρου ήταν ένα υπερήφανο κείμενο: δεν εκλιπαρούσε κανέναν, αλλά με περίτεχνα φορτισμένο ύφος επιχειρούσε πρώτα να συγκινήσει τους αποδέκτες της και μετά να τους παρακινήσει να συνδράμουν τους ξεσηκωμένους Ελληνες· και τούτο, χωρίς να τους το υποδεικνύει ευθέως.

Φιλοσοφικά, η Διακήρυξη είχε έντονα φιλελεύθερο και δημοκρατικό χαρακτήρα. Ενας συγκερασμός Κοραή και Ρήγα. Δεν πήραμε τα όπλα κατά των Τούρκων για ευτελείς λόγους, αλλά για τους ακόλουθους: πρώτα απ’ όλα, για να «ανακτήσουμε» τα «φυσικά δίκαια» που οι Τούρκοι μας είχαν «ληστρικώς» αφαιρέσει. Δεύτερον, για να υποταχθούμε στον νόμο και όχι στην «άλογο» θέληση του κυρίαρχου. Και τρίτον, για να κυβερνηθούμε δημοκρατικά. Εξ ου και η ταυτόχρονη επίκληση των τριών τοπικών πολιτευμάτων, που είχαν ψηφιστεί το φθινόπωρο του 1821, καθώς και των τριών «Σωμάτων» της «Διοικήσεως», δηλαδή του Εκτελεστικού, του Βουλευτικού και του Δικαστικού, στα οποία στηριζόταν το Πολίτευμα της Επιδαύρου. Η Εθνοσυνέλευση, με άλλα λόγια, έχοντας κηρύξει στο προοίμιο του Συντάγματος «την πολιτικήν [του έθνους] ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν», διεκδικούσε γι’ αυτό μια θέση ανάμεσα στις συνταγματικές δημοκρατίες της Ευρώπης. Τόλμη, θράσος, ή μήπως και τα δύο μαζί;

Πάνω απ’ όλα, ωστόσο, τόσο η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας όσο και το Σύνταγμα της Επιδαύρου λειτουργούσαν ενοποιητικά: φιλοδοξούσαν δηλαδή να θέσουν τους έως τότε διασπασμένους Ελληνες –κατακερματισμένους, γεωγραφικά, πολιτικά και κοινωνικά– υπό «μόνην [την] έννομον και εθνικήν Διοίκησιν». Αυτό ήταν το ιδιοφυές σχέδιο του Μαυροκορδάτου, για το οποίο πολέμησε από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο Μεσολόγγι, τον Ιούλιο του 1821. Γιατί ήξερε πολύ καλά ότι μόνον έτσι θα μπορούσε να προβληθεί σοβαρή ένοπλη αντίσταση στην ανασυντασσόμενη Υψηλή Πύλη, και, προπάντων, η Ελλάδα να διεκδικήσει ρεαλιστικά την υποστήριξη των Ευρωπαίων στο παράτολμο εγχείρημά της.

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Το συναισθηματικό φορτίο των ιστορικών επετείων

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο αναστοχασμός του παρελθόντος, είτε αυτό μας αφορά προσωπικά είτε συλλογικά, ενισχύεται σημαντικά από την επετειακή του διάσταση

Ο αναστοχασμός του παρελθόντος, είτε αυτό μας αφορά προσωπικά είτε συλλογικά, ενισχύεται σημαντικά από την επετειακή του διάσταση. Οι κάθε λογής επέτειοι αποτελούν την αφορμή για νέες αναγνώσεις του παρελθόντος, συμβάλλοντας έτσι στην αυτογνωσία και την ενίσχυση της αυτοπεποίθησής μας. Μήπως όμως θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και αποτρεπτικά ως προς τους στόχους αυτούς;

Ας δούμε πρώτα τα θετικά. Η επέτειος των διακοσίων χρόνων της Επανάστασης μπορεί να επισκιάστηκε, όπως ήταν άλλωστε φυσικό, από την πανδημία, άφησε όμως ένα βαθύτερο αποτύπωμα που δεν είναι άμεσα αντιληπτό. Οργανώθηκαν σημαντικές δραστηριότητες και εξαιρετικές εκθέσεις και, το κυριότερο, αναθερμάνθηκε η ιστορική έρευνα. Δημοσιεύθηκαν επίσης ορισμένα σημαντικά έργα που θα αφήσουν βαθύτερα ίχνη στη συλλογική μας συνείδηση και θα συμβάλουν στο να γίνει πολύ πιο ουσιαστική η αντίληψή μας για αυτό το εμβληματικό γεγονός της Ιστορίας μας.

Ποια είναι όμως η άλλη πλευρά του νομίσματος; Θα έλεγα ότι αφορά το γεγονός πως κάθε επέτειος τείνει να κουβαλάει πάνω της ένα πολύ συγκεκριμένο συναισθηματικό φορτίο. Το 1821, για παράδειγμα, συνοδεύεται σχεδόν αυτόματα από τη διάσταση του ηρωισμού και της ανδραγαθίας. Αντίθετα, το 1922 κουβαλάει την αίσθηση της απώλειας και της καταστροφής. Ταυτίζεται σχεδόν αυτόματα στο μυαλό μας με την εικόνα της φλεγόμενης Σμύρνης. Προφανώς το φορτίο αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση αυθαίρετο. Το αποτέλεσμα όμως είναι να προκρίνεται σχεδόν χωρίς δεύτερη σκέψη μια μονολιθική ερμηνεία. Οπως το 2021 επιβαλλόταν να πανηγυρίζουμε, έτσι φοβάμαι πως το 2022 θα χρειαστεί να μπούμε σε καθεστώς μόνιμης κατάθλιψης για τον ξεριζωμό και τις χαμένες πατρίδες.

Τείνουμε να αγνοούμε ή να προσπερνάμε τη σύνδεση του 1821 με το 1922. Ουσιαστικά, το πρώτο οδήγησε στο δεύτερο.

Γιατί όμως είναι αυτό αρνητικό; Ο λόγος είναι πως ακόμα και μεγάλες εθνικές καταστροφές, όπως το 1922, εμπεριέχουν πολλαπλές διαστάσεις. Για να το αντιληφθούμε αυτό αρκεί να σκεφτούμε πως η υποδοχή και ενσωμάτωση των προσφύγων μετά το 1922-23 συνιστά ένα εντυπωσιακό επίτευγμα, όπως αντίστοιχης σημασίας επίτευγμα υπήρξε η εγκατάστασή τους στη Μακεδονία. Εχουμε δηλαδή να κάνουμε εδώ με ένα ιστορικό περιεχόμενο εξαιρετικής σημασίας, που όμως έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο – και αυτό εξαιτίας του επετειακού φορτίου της επετείου. Παράλληλα, τείνουμε να αγνοούμε ή να προσπερνάμε τη σύνδεση του 1821 με το 1922. Ουσιαστικά, το πρώτο οδήγησε στο δεύτερο. Πράγματι, η Ελληνική Επανάσταση υπήρξε το πρώτο βήμα σε μια διαδικασία αντικατάστασης μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας με ένα μωσαϊκό εθνικών κρατών, που ολοκληρώθηκε με τη μετάλλαξη των Οθωμανών σε Τούρκους το 1922. Η αναγνώριση της σύνδεσης αυτής φωτίζει πολλές πλευρές της σημερινής πραγματικότητας και πιστεύω πως θα μπορούσε να συμβάλει, αν διαδιδόταν ευρύτερα και στις δύο όχθες του Αιγαίου, στην προσπάθεια για την επίτευξη μιας ειρηνικής συνύπαρξης με τη γειτονική χώρα.

Μια λιγότερο ορθόδοξη επετειακή προσέγγιση θα ενίσχυε, επομένως, την εθνική μας αυτογνωσία. Αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε ακόμη πιο καθαρά σε μια δεύτερη φετινή επέτειο: την εικοστή επέτειο της εισόδου της Ελλάδας στην Οικονομική Νομισματική Ενωση και την υιοθέτηση του ευρώ. Ηδη, η επέτειος αυτή έχει αγνοηθεί στη χειρότερη περίπτωση ή έχει υποτιμηθεί στην καλύτερη – για να χρησιμοποιήσω μια νομισματική μεταφορά. Ο λόγος είναι προφανής και έχει να κάνει με το τραυματικό φορτίο της κρίσης του μνημονίου που κυριάρχησε την προηγούμενη δεκαετία. Και εδώ όμως η επιταγή του αναστοχασμού επιβάλλει την υπενθύμιση και την επανεκτίμηση της σημασίας του στόχου αυτού που έθεσε και πέτυχε η χώρα το 2002. Βέβαια, κάτι τέτοιο απαιτεί μια μεγάλη προσπάθεια εξήγησης της σημασίας του βήματος αυτού. Ξεπροβάλλει, έτσι, με ιδιαίτερη σαφήνεια η σημασία της διεύρυνσης της αντίληψης των ιστορικών επετείων σε σχέση με το συναισθηματικό φορτίο που τις συνοδεύει.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Συνηγορία για την αναβίωση της ρητορικής στη χώρα μας

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η λέξη ρητορική σχετίζεται με τη λέξη ἐρώ, που είναι ο μέλλων του ρήματος λέγω. Εχει, δηλ., άμεση σχέση με τον λόγο, προφορικό ή γραπτό, και με την επίδραση που αυτός ο λόγος μπορεί να ασκήσει στους ανθρώπους

Η λέξη ρητορική σχετίζεται με τη λέξη ἐρώ, που είναι ο μέλλων του ρήματος λέγω. Εχει, δηλ., άμεση σχέση με τον λόγο, προφορικό ή γραπτό, και με την επίδραση που αυτός ο λόγος μπορεί να ασκήσει στους ανθρώπους. Αρα η ρητορική αποτελεί τη βάση της επικοινωνίας των ανθρώπων μέσω του λόγου. Και προφανώς, όποιος γνωρίζει να μεταδίδει στους άλλους τις ιδέες του και να είναι αξιόπιστος, αυτός έχει τη δύναμη να πείθει και να επιτυγχάνει στους σκοπούς του.

Ωστόσο, η ρητορική δεν είναι απλώς «πειθούς δημιουργός» με φραστικά σχήματα εντυπωσιασμού, όπως την είχαν φαντασθεί οι πρώτοι ρητοροδιδάσκαλοι. Είναι πολύ περισσότερο η επινόηση αποδείξεων, η ικανότητα δηλ., κατά τον Αριστοτέλη στο έργο του «Ρητορική» (1355 b 10), να εντοπίζει κανείς και να χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα εκείνα αποδεικτικά μέσα, χάρη στα οποία μπορεί να θεωρηθεί κάτι ως πιθανό ή ευλογοφανές (αυτόθι, 1355 b 10). Και τέτοια αποδεικτικά μέσα, που εναπόκειται στον ρήτορα να τα διαμορφώσει, είναι κατά τον Αριστοτέλη τρία: Η ηθική προσωπικότητα του ρήτορα, η ικανότητά του να διεγείρει το πάθος στην ψυχή αυτών με τους οποίους επικοινωνεί και ακόμη, η λογική επιχειρηματολογία του. Ηθος, πάθος και λόγος είναι επομένως οι τρεις πυλώνες στους οποίους ένας καλός ρήτορας στηρίζει την πειθώ του (αυτόθι, 1356 a 1 επ.).

Τους πυλώνες αυτούς συμπλήρωσαν αργότερα οι Ρωμαίοι και κυρίως ο Κικέρων, ο οποίος στο βασικό του έργο «De Oratore» προσέδωσε έμφαση και στο θέμα της παρουσίασης ενός λόγου. Υπογράμμισε ιδίως (Ι.128), ότι ο τέλειος ρήτορας πρέπει να διαθέτει –πέραν της οξύνοιας και της λογικής– και τρόπους ποιητικούς του εκφράζεσθαι, μνήμη δικηγόρων, φωνή τραγωδών και χειρονομίες των διασημότερων ηθοποιών (πρβλ. μτφρ. Γιώργου Κεντρωτή).

Δημιουργήθηκε έτσι, σταδιακά, ένα ολοκληρωμένο σύστημα ρητορικής τέχνης, που βρήκε την αποτύπωσή του, μεταξύ άλλων, στο κλασικό έργο «Ρητορική Αγωγή» του Ρωμαίου ρητοροδιδάσκαλου Κοϊντιλιανού (1ος αι. μ.Χ.).

H ρητορική απετέλεσε μια θεμελιώδη θεωρητική επιστήμη, που μαζί με τη γραμματική και τη διαλεκτική θεωρήθηκε ότι μπορούσαν να οδηγήσουν στην κατάκτηση της φιλοσοφίας ως υπέρτατης επιστήμης.

Με επιμέρους διακυμάνσεις, η διδασκαλία της ρητορικής δέσποσε σε όλη τη μετέπειτα περίοδο έως τα τέλη του 19ου αι. Τότε όμως περιέπεσε σε μαρασμό και εξαφανίσθηκε ως αυτόνομος κλάδος των ακαδημαϊκών σπουδών. Σε αυτό συνετέλεσε σειρά συγκυριών εκείνης της εποχής, ιδίως όμως η γενικότερη υποχώρηση των κλασικών σπουδών και η αντίστοιχη επικράτηση ενός έντονου θετικιστικού πνεύματος, μέσα στο πλαίσιο του οποίου δεν υπήρχε πλέον χώρος για το «πιθανό» ή το ευλογοφανές», αλλά μόνο για το αξιωματικά «αληθές», π.χ. της μαθηματικής επιστήμης.

Απόρροια αυτής της εξέλιξης υπήρξε και το ότι το περιεχόμενο της ρητορικής αποψιλώθηκε και έγινε αντικείμενο οικειοποίησης από άλλες, τότε αναπτυσσόμενες επιστήμες, όπως π.χ. η ψυχολογία, η γλωσσολογία, η σύνθεση του λόγου, η κοινωνιολογία, και πιο πρόσφατα η επιστήμη της επικοινωνίας, της διαφήμισης και των μέσων ενημέρωσης.

Το σκηνικό, όμως, αυτής της φθίνουσας πορείας για τη ρητορική αλλάζει άρδην μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε συντελείται μια εντυπωσιακή επανεμφάνισή της στο προσκήνιο.

Κυρίως διαπιστώθηκε τότε ότι η ψυχολογία, η γλωσσολογία και οι άλλες συναφείς επιστήμες δεν μπορούν από μόνες τους να συμβάλλουν στη διατύπωση ενός πειστικού, στιβαρού λόγου, προφορικού ή γραπτού, εάν προηγουμένως δεν ενταχθούν σε μία οιονεί διεπιστημονική ρητορική κατά το μέρος που τους αναλογεί.

Συνακόλουθα, σημαντικά εγχειρίδια για τη ρητορική εκδόθηκαν, κυρίως στο εξωτερικό, από το 1949 και μετά, ενώ επιφανή πανεπιστήμια στις ΗΠΑ (π.χ. Harvard, New York, Boston) και στην Ευρώπη (π.χ. Τυβίγγη και Μαρβούργο Γερμανίας) έχουν εντάξει στο πρόγραμμά τους μαθήματα και σεμινάρια ρητορικής ή ορθού λόγου.

Αυτά στο εξωτερικό. Και το εύλογο ερώτημα: Μήπως θα άξιζε να αναληφθούν ανάλογες πρωτοβουλίες και στα πανεπιστήμια της χώρας μας;

* Ο καθηγητής Νέστωρ Κουράκης είναι τακτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών. Το έργο του «Εισαγωγή στην Κλασική Ρητορική» μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδ. Hippasus.

Οι Πορτογάλοι ανακαλύπτουν τη Βραζιλία

ΒΙΒΛΙΟ

Η αποστολή των 13 πλοίων το 1500 και μια καταγραφή «πολιτισμικού διαλόγου»

oi-portogaloi-anakalyptoyn-ti-vrazilia-561660733

PERO VAZ DE CAMINHA
Μεγαλειότατε, βρήκαμε τη γη του Μπραζίλ
Εισαγωγή, µετάφραση, σηµειώσεις: Μαρία Παπαδήμα
εκδ. Αιώρα, 2021, σελ. 96

Οι ιθαγενείς, αθώα πλάσματα, χωρίς δική τους πίστη, δείχνουν εμπιστοσύνη στους νέους τους φίλους και εύκολα μπορούν να προσηλυτιστούν.

Μοναδικό ντοκουμέντο μιας πρώιμης και ιδιαίτερης καταγραφής «πολιτισμικού διαλόγου», η επιστολή του Πέρο Βας ντε Καμίνια εντάσσεται στον διεθνή κατάλογο του προγράμματος της UNESCO «Μνήμη του κόσμου» από το 2005. Κάποιοι ιστορικοί μιλούν για «εύρεση» και όχι «ανακάλυψη» της Βραζιλίας, καθώς δύο διάσημοι θαλασσοπόροι είχαν ήδη πλεύσει κοντά στις ακτές της Νότιας Αμερικής. Ο Πορτογάλος Βάσκο ντα Γκάμα ανακαλύπτει τη θαλάσσια οδό προς τις Ινδίες μεταξύ 1497-1499, ενώ ο Ισπανός Χριστόφορος Κολόμβος, στο τρίτο του ταξίδι προς τον Νέο Κόσμο, αντικρίζει τις εκβολές του μεγάλου ποταμού Ορινόκο στην ακτογραμμή της σημερινής Βενεζουέλας, καταλαβαίνοντας ότι βρίσκεται μπροστά σε μια άγνωστη ήπειρο.

Στις 9 Μαρτίου του 1500, επί βασιλείας του Μανουέλ Α΄ της Πορτογαλίας, ένας στόλος δεκατριών πλοίων ξεκινάει από το Μπελέν, παλιά συνοικία της Λισσαβώνας στις όχθες του ποταμού Τάγου, με ρότα το Κοχιδόνε των Ινδιών. Εκεί, υπό τις διαταγές του ευγενούς Πέδρο Αλβαρες Καμπράλ, οι Πορτογάλοι σκοπεύουν να ιδρύσουν εμπορικό σταθμό. Συγχρόνως, όμως, σχεδιάζουν να παρεκκλίνουν από την πορεία τους ώστε να εξερευνήσουν τις νότιες ακτές του Νέου Κόσμου. Στην αποστολή συμμετέχουν ναυτικοί, στρατιώτες, διερμηνείς, έμποροι, αλλά και περίπου 1.500 βαρυποινίτες καταδικασμένοι σε εκτοπισμό στις νέες χώρες. Στα πλοία επιβαίνουν επίσης φραγκισκανοί μοναχοί επιφορτισμένοι με την τέλεση της καθολικής λειτουργίας, καθώς και τον εκχριστιανισμό των πληθυσμών των νέων εδαφών. Ο Πέρο Βας ντε Καμίνια (1476-1500), καλλιεργημένος αριστοκράτης και ευνοούμενος του βασιλιά, προορίζεται για γραμματέας του νέου εμπορικού σταθμού στις Ινδίες, ενώ εκτελεί χρέη γραφέα στο ταξίδι.

Στις 22 Απριλίου του 1500, οι Πορτογάλοι πατούν στις βραζιλιάνικες ακτές όπου ζούσαν 500.000 – 1.000.000 ιθαγενείς. Βαφτίζουν τη στεριά του ελλιμενισμού τους Τέρα ντε Βέρα Κρους (Γη του Αληθινού Σταυρού). Την αποκαλούν επίσης Τέρα ντος Παπαγκάγιος (Γη των Παπαγάλων), λόγω των εξωτικών πτηνών του τόπου. Η νέα γη θα μετονομαστεί τελικά σε Τέρα ντο Μπραζίλ από το Pau-brasil, δέντρο ερυθρού χρώματος που θύμιζε αναμμένα κάρβουνα (brasa). Την 1η Μαΐου του 1500, ο Πορτογάλος βασιλιάς λαμβάνει την επιστολή του Πέρο Βας ντε Καμίνια από το Πόρτο Σεγκούρο της Τέρα ντε Βέρα Κρους, το πρώτο γραπτό κείμενο στο οποίο περιγράφονται η χώρα και οι άνθρωποι της Βραζιλίας από Ευρωπαίο αυτόπτη μάρτυρα. Μετά τον αποικισμό της νέας γης που άρχισε το 1530 κατ’ εντολήν του πορτογαλικού στέμματος, η Βραζιλία θα στέψει αυτοκράτορά της τον Πορτογάλο αντιβασιλέα Πέδρο Α΄ το 1822 (το 2022 η Βραζιλία γιορτάζει 200 χρόνια ανεξαρτησίας). Η αυτοκρατορία θα διαλυθεί το 1889 με την εγκαθίδρυση δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ο επιστολογράφος υπόσχεται στον βασιλιά να του εκθέσει, χωρίς υπερβολές, αυτά που είδε. Οι δύο πλευρές, αφιχθέντων και αυτοχθόνων, προσεγγίζονται με αμοιβαία περιέργεια και ειρηνική διάθεση. Καταγράφονται ανταλλαγές δώρων, όπως η καλύπτρα με μακριά φτερά πουλιών ενός ιθαγενούς με την κόκκινη σκούφια και το μαύρο καπέλο ενός ναυτικού.

Προσκεκλημένοι πάνω σε ένα πλοίο, οι εξωτικοί επισκέπτες θα δοκιμάσουν το ξένο φαγητό (κρασί, ψωμί, ψάρι βραστό, μέλι, σύκα, γλυκίσματα) για να το φτύσουν και να ξεπλύνουν αμέσως μετά το στόμα τους. Οι Ευρωπαίοι επισκέπτες, εντυπωσιασμένοι από τις γυναίκες που κυκλοφορούν με «τα απόκρυφά τους μέρη» σε κοινή θέα, τις κοιτούν επίμονα χωρίς όμως να νιώθουν ντροπή. Την Κυριακή του Θωμά οι ταξιδιώτες εκκλησιάζονται στην παραλία, ακούγοντας το κατανυκτικό κήρυγμα. Ιθαγενείς με τόξα και βέλη κάθονται μαζί τους, παρατηρώντας τους ήσυχα. Η εξερεύνηση της ενδοχώρας φέρνει τους ξένους εγγύτερα στις κατοικήσιμες περιοχές των αυτοχθόνων. Πίνουν από τα άφθονα νερά ενός ποταμού και διασχίζοντας την πλούσια βλάστηση, τρώνε καρπούς από φοίνικες. Ο Πέρο Βας ντε Καμίνια αποδίδει την καλοζωία και την καθαριότητα των κατοίκων της περιοχής στο γεγονός ότι διαβιώνουν στην ύπαιθρο.

Τι θα συμπεράνει ο αφοσιωμένος αυλικός στην επιστολή του προς τον βασιλιά; Οι ιθαγενείς, αθώα πλάσματα, χωρίς δική τους πίστη, δείχνουν εμπιστοσύνη στους νέους τους φίλους και εύκολα μπορούν να προσηλυτιστούν. Επίσης, στον τόπο αυτόν, χάρη στο εύκρατο κλίμα και τα άφθονα νερά που διαθέτει, όλα μπορούν να ευδοκιμήσουν. Από εδώ και μπρος η «γη του Μπραζίλ» δεν θα αποτελεί πλέον έναν ενδιάμεσο σταθμό θαλασσοπορίας, αλλά μια χώρα ευκαιρίας και επέκτασης του δυτικού κόσμου.

oi-portogaloi-anakalyptoyn-ti-vrazilia0
Η επιστολή του Πέρο Βας ντε Καμίνια εντάσσεται στον διεθνή κατάλογο του προγράμματος της UNESCO «Μνήμη του κόσμου».

Η ανταλλαγή προσφύγων που δεν έγινε εγκαίρως

ΑΠΟΨΕΙΣ

Με τη συµπλήρωση εκατό ετών από το 1922, φαίνεται αναπόφευκτο να κυριαρχήσουν φέτος η αναπόληση και η νοσταλγία για τις «χαμένες πατρίδες» που άφησαν οι Eλληνες στην Τουρκία, καθώς και το πένθος για τις αμέτρητες χαμένες ή ρημαγμένες ζωές. Ηταν όμως ρεαλιστικά δυνατή η παραμονή των Ελλήνων σ’ αυτές τις χαμένες πατρίδες; Μολονότι αυτονόητο, το ερώτημα σπάνια αρθρώνεται. Ωστόσο, ούτε η νοσταλγία ούτε το πένθος αποκλείουν μία νηφάλια και προσγειωμένη απάντηση, που μπορεί να αναζητηθεί παράλληλα. Στοιχεία της θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω ή να υπαινιχθώ συνοπτικότατα εδώ.

Για να συνδέσουμε τη μία επέτειο με την άλλη, που προηγήθηκε, αρκεί να αντιληφθούμε ότι από το 1821 δεν δρομολογείται απλώς η συγκρότηση ελληνικού εθνικού κράτους. Η άλλη όψη του ίδιου ακριβώς γεγονότος είναι ότι δρομολογείται ταυτόχρονα και η αναπόφευκτη πλέον διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τους Ελληνες θα μιμηθούν στη συνέχεια και άλλα έθνη, αποσπώντας εδάφη της, μέχρι και την οριστική ήττα της το 1918.

Με άλλα λόγια, από το 1821 αποκλείεται πλέον να διατηρηθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία και να περάσει ακέραιη σε ελληνικό ή έστω πολυεθνικό έλεγχο. Φαίνεται εδώ πόσο αναχρονιστικές και ανεδαφικές ήσαν οι φαντασιώσεις του Ιωνα Δραγούμη (και άλλων), ότι μπορούσε τάχα το ελληνικό έθνος να πάρει «αγάλι αγάλι τη θέση του Τούρκου για να γίνει ξανά το θάμα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας»!

Εκατό χρόνια μετά το 1821 και σύμφωνα με την οξυδερκή διάγνωση του Ιωάννη Μεταξά, οι Τούρκοι στη Μικρά Ασία πολεμούσαν πλέον για την ίδια τους την πατρίδα και όχι πια για την αυτοκρατορία τους. Αγωνίζονταν, όπως έλεγε, «υπέρ της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας των, ακριβώς διά τα αυτά πράγματα υπέρ των οποίων ηγωνίσθημεν και ημείς κατ’ αυτών». Σύμφωνα με μία αδήριτη και ειρωνική διαλεκτική, που είναι συνυφασμένη με τον εθνικισμό, το βίαιο τέλος της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνεπαγόταν την ταυτόχρονη γένεση του τουρκικού εθνικού κράτους από τα ερείπια της άλλοτε πολυεθνικής αυτοκρατορίας. Θα είχαν όμως θέση σ’ αυτό το νέο εθνικό κράτος όσοι αλλοεθνείς ή αλλόθρησκοι είχαν θέση στην αυτοκρατορία;

Στη διαδρομή που οδηγεί από το 1821 στο 1922, αποφασιστική καμπή υπήρξαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, που πυροδότησαν μία ανεξέλεγκτη αλυσιδωτή αντίδραση. Πρώτα προσφυγικό κύμα μουσουλμάνων από την Ελλάδα και τα λοιπά Βαλκάνια προς την Τουρκία, ύστερα διωγμούς Ελλήνων από την Τουρκία προς την Ελλάδα. Και εδώ κρύβεται μία ειρωνεία. Το μεγαλύτερο μέχρι σήμερα πολεμικό επίτευγμα του νεοελληνικού κράτους, που τότε διπλασίασε μονομιάς το έδαφός του, έθεσε σε άμεσο κίνδυνο αφανισμού τους Ελληνες της Τουρκίας, υποχρεώνοντας τελικά το κράτος να επέμβει για να τους σώσει.

Αμέσως μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ο Βενιζέλος απέβλεπε πλέον στη μελλοντική ειρηνική συνύπαρξη Ελλάδας και Τουρκίας – όχι παρά την ύπαρξη ελληνικών πληθυσμών στην Τουρκία και τουρκικών ή γενικότερα μουσουλμανικών στην Ελλάδα, αλλά ακριβώς εξαιτίας της, ώστε να προστατεύονται οι πληθυσμοί αυτοί. Σύμφωνα με τις τότε δηλώσεις του, ουσιαστικά απέκλειε τη διεκδίκηση άλλων τουρκικών εδαφών από την Ελλάδα. Η πολιτική του ταίριαζε σε μία χώρα που έβγαινε κερδισμένη από τους πολέμους. Δεν ίσχυε όμως το ίδιο για την Τουρκία.

Αντιδρώντας στην απώλεια όλων σχεδόν των ευρωπαϊκών εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Νεότουρκοι υιοθέτησαν ως συνταγή σωτηρίας τον εκτουρκισμό της, με κριτήριο αναπόφευκτα θρησκευτικό. Οι μη μουσουλμάνοι στοχοποιήθηκαν ως μη νομιμόφρονες και όργανα ξένων συμφερόντων. Για την ασφάλεια της Μικράς Ασίας οι Νεότουρκοι αρνήθηκαν να αποδεχθούν την απόκτηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου από την Ελλάδα. Επιπλέον, οι ελληνικοί πληθυσμοί των μικρασιατικών παραλίων έπρεπε να εκδιωχθούν ή να μεταφερθούν στα βάθη της ανατολικής Μικράς Ασίας.

Το μεγαλύτερο πολεμικό επίτευγμα του νεοελληνικού κράτους, στους Βαλκανικούς Πολέμους, έθεσε σε άμεσο κίνδυνο αφανισμού τους Ελληνες της Τουρκίας.

Ετσι, το 1914 η Ελλάδα αντιμετώπισε άμεσο κίνδυνο νέου πολέμου με την Τουρκία, στον οποίο όμως θα ήταν ολομόναχη, χωρίς συμμάχους πλέον. Η κυβέρνηση Βενιζέλου έκανε ό,τι μπορούσε για να τον αποτρέψει, αρχίζοντας διαπραγματεύσεις με την Τουρκία για το ζήτημα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, αλλά και για την ανταλλαγή ελληνικών πληθυσμών με μουσουλμανικούς από την Ελλάδα.

Οπως φάνηκε τότε, ο Βενιζέλος αποδεχόταν την ιδέα της ανταλλαγής πληθυσμών, για να αποτρέψει μία έκβαση ακόμη πιο βλαπτική για τα ελληνικά συμφέροντα: τη μονομερή απογύμνωση και εκδίωξη ή εξόντωση ελληνικών πληθυσμών. Η συμφωνημένη και οργανωμένη ανταλλαγή ήταν ασφαλώς προτιμότερη από τη βίαιη εθνοκάθαρση αποκλειστικά σε βάρος Ελλήνων. Ωστόσο, η έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ματαίωσε το ενδεχόμενο ελληνοτουρκικής συμφωνίας, ενώ πρόσφερε στην Ελλάδα μία μοναδική ευκαιρία να αντιμετωπίσει την Τουρκία στο πλευρό ισχυρών συμμάχων. Ηταν επίσης η τελευταία ευκαιρία για τη διάσωση των ελληνικών πληθυσμών στην Τουρκία, αφού αυτοί απειλούνταν με άμεσο και οριστικό αφανισμό.

Οι αντίπαλοι του Βενιζέλου ισχυρίζονταν ότι, αν η Ελλάδα έμπαινε στον πόλεμο ως εχθρός της Τουρκίας, θα προκαλούσε αμέσως τον αφανισμό των εκεί Ελλήνων. Ωστόσο, παρά την ουδετερότητα της επίσημης Ελλάδας, οι διωγμοί των Ελλήνων συνεχίστηκαν και μάλιστα συστηματοποιήθηκαν και κλιμακώθηκαν από το 1916.

Με τα δεδομένα αυτά, ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να μην αρπάξει ο Βενιζέλος τη μοναδική ευκαιρία που παρουσιάστηκε τον Μάιο του 1919 για άμεση κατάληψη της Σμύρνης από τον ελληνικό στρατό. Συνέχιζε όμως να υπολογίζει σε ανταλλαγή πληθυσμών – αυτή τη φορά εντός της Μικράς Ασίας, μεταξύ της ελληνικής ζώνης και του μελλοντικού τουρκικού κράτους. Θα υπήρχαν δηλαδή και πάλι «χαμένες πατρίδες», αλλά σε μικρότερη απόσταση. Ωστόσο, ανταλλαγές πληθυσμών και κατ’ επέκταση περιουσιών μπορούσαν να συμφωνηθούν μόνο μετά το τέλος του πολέμου, σε συνθήκες ειρήνης. Χρειάστηκε λοιπόν να λήξει ο πόλεμος με την ήττα της Ελλάδας για να γίνει πλέον αναπόφευκτη η ανταλλαγή πληθυσμών, που υπήρχε ως ιδέα από το 1914, αλλά συμφωνήθηκε τελικά μόλις τον Ιανουάριο του 1923.

Χωρίς την εμμονή στη Σμύρνη και τη μοιραία εκστρατεία στη Μικρά Ασία, η Ελλάδα κατά πάσα πιθανότητα μπορούσε να είχε αποκτήσει και κρατήσει ολόκληρη τη Θράκη (με ή χωρίς την Κωνσταντινούπολη). Σ’ αυτή την περίπτωση, οι πρόσφυγες θα ήσαν λιγότεροι κατά τουλάχιστον 300.000. Οσο για τη φαντασίωση ότι μπορούσαν τάχα οι πρόσφυγες να είχαν παραμείνει ή και επιστρέψει στις χαμένες πατρίδες τους, αν η ανταλλαγή δεν ήταν υποχρεωτική, αρκεί να αναλογιστεί κανείς την τύχη όσων εξαιρέθηκαν, ως εγκατεστημένοι στην Κωνσταντινούπολη, στην Ιμβρο και την Τένεδο.

* Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Φώτα στο μέτωπο της Μικρασιακής Εκστρατείας

Το χρονικό του πολέμου και της Καταστροφής μέσα από τις αναμνήσεις του σμυρνιού στρατιώτη Χαράλαμπου Πληζιώτη και τις συγκλονιστικές μαρτυρίες των μικρασιατών προσφύγων

05.01.2022, 07:30 ΤΟ ΒΗΜΑ

Φώτα στο μέτωπο της Μικρασιακής Εκστρατείας | tovima.gr
Παρέλαση ελλήνων στρατιωτών στην Κίο

Με την Ιταλία να έχει διεκδικήσεις επί της Σμύρνης μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Λόιντ ΤζορτζΖορζ Κλεμανσό και Γούντροου Ουίλσον, ο βρετανός, ο γάλλος και ο αμερικανός ηγέτης, με την ενθάρρυνση του Ελευθέριου Βενιζέλου, αποφασίζουν την αποστολή ελληνικών στρατευμάτων στη Μικρά Ασία. «Απεφασίσθη υπό των μεγάλων Δυνάμεων η διά του ελληνικού στρατού κατάληψις της Σμύρνης και η εξασφάλισις της τάξεως εκεί. Αποστολή, τιμητικωτέρα της οποίας σπανίως ανετέθη εις τμήμα του εθνικού στρατού, καθ όλην τη μακράν του ιστορία» θα ανακοινώσει σε σχετικό του τηλεγράφημα ο πρωθυπουργός Βενιζέλος.

Στο ημερολόγιο του Χαράλαμπου Πληζιώτη αποτυπώνονται η καθημερινότητα και οι σκέψεις των στρατιωτών της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Μακριά από τις συνόδους κορυφής, τα διπλωματικά συμβούλια και τα στρατιωτικά επιτελεία, ο Χαράλαμπος Πληζιώτης, γιος πολυμελούς οικογένειας ναυτικών από τη Σμύρνη, θα καταταχθεί στον ελληνικό στρατό με τους άλλους τρεις αδελφούς του. Στο ημερολόγιο που κρατά, με τον τίτλο «Αναμνήσεις του μετώπου, 1920-1921. Μικρά Ασία – Θράκη» (το οποίο είχαν προσφέρει στους αναγνώστες τους «Τα Νέα» το 2019) αποτυπώνονται η καθημερινότητα και οι σκέψεις του μέσου στρατιώτη της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Γράφει την Πρωτοχρονιά, Παρασκευή 1-1-1921: «Ολην την νύκτα δεν έκλεισα μάτι, πάγωσα ολόκληρος! Στας 6 πήραμε συσσίτιον, μακαρόνια, και τυρί για το βράδυ, έφαγα με πολλήν όρεξιν. Στας 7 φεύγομε, και τα πόδια μου μόλις τα σέρνω, έχουν χάλια! Είμεθα πάλι οπισθοφυλακή, βραδυπορούντες είναι οι περισσότεροι εκ του συντάγματος και όλοι βαδίζουν ξυπόλυτοι. Είχαμε φθάσει κοντά στα φυλάκιά μας πλέον, οπόταν από ένα χωριό έπιασαν κάποιον φαντάρο από τους βραδυπορούντας και κόντεψαν να τον σκοτώσουν από το ξύλο, ευτυχώς τον αντελήφθησαν οι δικοί μας και τους έπιασαν αυτούς, 3 τον αριθμόν, και τους έφερον στο σύνταγμα. Στας 5 το απόγευμα είμεθα στας προφυλακάς τας οποίας παρέλαβεν το 1ον τάγμα. Μια διμοιρία του λόχου μας ανέλαβε τα φυλάκιά μας. Δεξιά ανέλαβεν ο 1ος λόχος και αριστερά ο 3ος. Εμείς είμεθα κάτω από ένα βραχώδη λόφο, επάνω εις τον οποίον μένει μια ορεινή πυροβολαρχία. Μόλις πήραμε το τσάι, πέσαμε στον ύπνο. «Σήμερον είχαμε Πρωτοχρονιά!»».

Η αναφορά στο ημερολόγιο του Χαράλαμπου Πληζιώτη για την Πρωτοχρονιά του 1921

«Είπα: και του χρόνου!»

«Τετάρτη 6-1-1921: Φώτα! Τη νύχτα έβρεξε λίγο, αλλά πάλι καθάρισε ο καιρός και ο ήλιος καίει περισσότερον από χθες. Το μεσημέρι συσσίτιον σπανάκι με ρύζι. Ηλθε πάλιν ταχυδρομείον, άμμος… γράμματα και δέματα, εγώ τίποτε. Μου έδωσε ο Δαλλαμβέλας λίγη βασιλόπιτα που του έστειλαν από τη Σμύρνη και είπα: και του χρόνου! Το απόγευμα έγραψα επιστολήν στο σπίτι και στον Πεζάρον! Βραδινό συσσίτιον μακαρόνια, μετά το τσάι καθίσαμε στη φωτιά και μας είπε ο Τριγώνης ένα παραμύθι που είχε μέσα και δράκους!! Και πέρασε η ώρα».

Οι πορείες, η διατροφή, ο καιρός είναι θέματα που απασχολούν διαρκώς τις εγγραφές του. Κάπου κάπου εισβάλλει κάποιο σχόλιο για το νόημα της όλης επιχείρησης: «… ζούσαν, όπως κι αν έχει κάπως καλά, ήσυχα, όταν μίαν ωραίαν πρωίαν βλέπουν τους αδελφούς των Ελληνας να έρχονται ως άγγελοι παρηγοριάς και Ελευθερωταί!!! Τώρα, τι έχει να γίνει μετά 2-3 ημέρες σ’ αυτά όλα τα χωριά της Απελευθερωμένης αυτής περιφερείας ο θεός γνωρίζει!!!».

Πρόσφυγες από τα Χάχαβλα που μετεγκαταστάθηκαν στο χωριό Λεύκη του νομού Καβάλας

«Ο καθένας τα μάζεψε κι έφυγε…»

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση