Η οικουμενικότητα των ελληνικών θεών

ΒΙΒΛΙΟ

Η έρευνα του καθηγητή της Οξφόρδης Ρόμπερτ Πάρκερ μάς εισάγει στο πολυπολιτισμικό σύστημα της αρχαίας θρησκείας

Η οικουμενικότητα των ελληνικών θεών

ROBERT PARKER
Οι ελληνικοί θεοί πέρα από την Ελλάδα. Ονόματα, χαρακτήρες, μεταμορφώσεις
Μετάφραση: Παναγιώτης Σουλτάνης
επιστημονική επιµέλεια: Μαρία Πατέρα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2021, σελ. 440

Το βιβλίο του Ρόμπερτ Πάρκερ απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό με ενδιαφέρον στη μελέτη της αρχαίας θρησκείας. Η πλούσια σε πηγές και στοιχεία έρευνα του καθηγητή της Οξφόρδης μάς εισάγει στο ιδιαίτερο πολυπολιτισμικό σύστημα της διασποράς των ελληνικών θεών σε Ρώμη, Βόρεια Αφρική, Εγγύς Ανατολή και Δύση, κατά την ελληνιστική και αυτοκρατορική ρωμαϊκή περίοδο. Το φαινόμενο της ονοματοδοσίας των θεών, εκτός παλαιάς Ελλάδας, αποκαλύπτει τον ευέλικτο τρόπο αντίληψης των λατρευτών. Κάθε Ελληνας και κάθε Ρωμαίος γεννιόταν και ζούσε σε έναν κόσμο που θεωρούσε δεδομένη τη μεταφρασιμότητα των ονομάτων των θεών σαν οικεία πρακτική. Ομως, λατρεύονταν άραγε διεθνώς οι ίδιοι θεοί, ή μήπως τα έθνη είχαν διαφορετικούς, αν και συγκρίσιμους θεούς;

i-oikoymenikotita-ton-ellinikon-theon0

Ο Πάρκερ διεισδύει στο φαινόμενο του «οικουμενικού πολυθεϊσμού» των αρχαίων λαών, που διευρύνει τα πολιτισμικά όρια. Ναι μεν ο κόσμος ήταν χωρισμένος μεταξύ χωρών, φυλών και πολιτικών συστημάτων, αλλά δεν ήταν χωρισμένος ανάμεσα σε διαφορετικούς θεούς. Οι λόγοι αυτής της συνύπαρξης των θεών ήταν κυρίως η απουσία δόγματος, αλλά και ένα είδος «μετάφρασης»/ερμηνείας των θεών από τη μια γλώσσα στην άλλη, όπως την εφάρμοζαν οι Ρωμαίοι και πριν από αυτούς οι Ελληνες στους θεούς σχεδόν όλων των εθνών που συναντούσαν. Αυτή η σύμβαση «ταυτοποίησης» (interpretatio) απαντάται για πρώτη φορά στον Ρωμαίο ιστορικό Τάκιτο και εκφράζει την κοινή πεποίθηση ότι οι θεοί τους οποίους λατρεύεις εσύ είναι οι ίδιοι θεοί που λατρεύω ή θα μπορούσα να λατρεύω εγώ.

Ο Ερμής ταυτίζεται με τον Θωθ, θεοί και οι δύο της γραφής και της επικοινωνίας, ενώ με τη σύνθετη μορφή του Ερμής Ανουβις ή Ερμάνουβις, ο Ερμής εμφανίζεται ως ψυχοπομπός (Ανουβις). Ενας άλλος συνδυασμός του τύπου «Ισις Αφροδίτη» λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο: επιλέγεται μια επιμέρους όψη της πολύμορφης προσωπικότητας της Ισιδος, ενώ ταυτόχρονα δύναται να υπάρχουν και άλλες όψεις. Η υποβόσκουσα λογική του παγανισμού, αν διατυπωθεί, δείχνει ότι θεοί από δύο διαφορετικές κουλτούρες έχουν συναφείς δυνάμεις, αλλά και ότι οι δυνάμεις μεταξύ των θεών διαχωρίζονται με διάφορους τρόπους, έτσι ώστε να αλληλεπικαλύπτονται ή να διαιρούνται σε περισσότερους από έναν θεούς.

Ο Πάρκερ ερευνά τις παραδόσεις των πολιτισμών που υιοθέτησαν την ελληνική, ενώ ταυτόχρονα εξακολουθούσαν να μιλούν τις σημιτικές γλώσσες. Μας παρουσιάζει την πρακτική της ονοματοδοσίας σε περιοχές όπως η Ιουδαία/Παλαιστίνη, η Παλμύρα και η Συρία. Εκεί, χρησιμοποιούνται γηγενείς προσδιορισμοί για γηγενείς θεούς. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, αποτελεί ζήτημα ότι όλες οι καταγραφές που έχουμε είναι μόνον στα ελληνικά και στα λατινικά και όχι σε άλλες γλώσσες που θα μπορούσαν απτά να αναδείξουν τη θρησκευτική ανταλλαγή. Ναι μεν ο Απόλλων σε μια δίγλωσση επιγραφή στην Κύπρο ελληνικών/φοινικικών ταυτίζεται με τον Ρεσέφ, όμως ο Φοίνικας δεν θα επικαλεσθεί τον Απόλλωνα στη γλώσσα του, ούτε ο Ελληνας τον Ρεσέφ.

Πώς γίνεται η συγκριτική μελέτη της ονοματοδοσίας των θεών, τελικά, ανάμεσα στους αρχαίους πολιτισμούς; Σχεδόν σε όλους τους πολυθεϊσμούς εμφανίζεται ο συνδυασμός των λατρευτικών πολλαπλών ονομάτων. Σε ένα ακκαδικό κείμενο που αναφέρει τις όψεις του θεού Δαγών (Νταγκάν) από το Εμάρ της βορειοδυτικής Συρίας του 13ου αιώνα καταλογογραφούνται συνδυασμοί, όπως Δαγών Κύριος της πλινθοποιίας, του ανακτόρου, του καταυλισμού. Ενα υστεροβαβυλωνιακό κείμενο παρουσιάζει όψεις του Μαρντούκ: Μαρντούκ της Φύτευσης, της Αβύσσου, της Αξίνας. Σε χεττιτικά κείμενα βρίσκουμε καιρικούς θεούς της βροχής, της καταιγίδας, της αστραπής, του αμπελιού, του λιβαδιού. Δυο τινά μπορεί να ισχύουν: ή οι πολλαπλές ονομασίες των θεών να προέρχονται από μια ινδοευρωπαϊκή κληρονομιά ή να είναι μια μορφή θρησκευτικής έκφρασης που εμφανίζεται ανεξάρτητα σε διαφορετικές κουλτούρες.

Ο Πάρκερ φέρνει το παράδειγμα των «Θεοτοκωνυμίων», δηλαδή τα 300 επίθετα που αποδίδονται στην Παναγία στην ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία (ίσα σε αριθμό με τα 300 ονόματα της Αφροδίτης που αναφέρονται από τον Ιωάννη τον Λυδό), καθώς και τα 6.000 ονόματα για την Παρθένο Μαρία που καταγράφονται σε έναν ρωμαιοκαθολικό ιστότοπο.

Το μικρό νησί της Δήλου, κατά τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου, φωτίζει καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη αρχαιολογική θέση τον πλούτο των αρχαιολογικών και επιγραφικών μαρτυριών αλληλεπίδρασης της ελληνικής με μη ελληνικές θρησκευτικές κουλτούρες. Εκεί «συναντώνται» οι θεοί. Οι ελληνικές επιστρώσεις που διασώθηκαν από την υπερ-οικοδόμηση καθρεφτίζουν μια θρησκευτική κουλτούρα που γνώρισε έναν ασυνήθιστα μεγάλο βαθμό ποικιλότητας.

Το σταυροδρόμι

Από τους αρχαϊκούς χρόνους η Δήλος ήταν το σημαντικότερο θρησκευτικό κέντρο της Ελλάδας, εκτός ενδοχώρας, και η ιερότητά της ήταν γνωστή και σεβαστή ακόμα και από τους Πέρσες ως τόπου όπου γεννήθηκαν δύο θεοί, ο Απόλλων και η Αρτεμις («εν τη χώρη οι δυο θεοί εγένοντο»). Το 166 π.Χ., όταν οι Αθηναίοι απέκτησαν τη νήσο με παραχώρηση των Ρωμαίων, ανταμοιβή για την πιστή τους στάση εναντίον της Μακεδονίας, η Δήλος έγινε σταυροδρόμι τόσο διπλωματικών επαφών όσο και εμπορίου. Κυρίως μεταξύ Ιταλίας και Συροπαλαιστίνης διαμορφώνονται επαφές μέσα από την υψηλού βαθμού οργάνωση λατρευτικών συλλόγων. Σύλλογοι προσώπων με λατινικά ονόματα, γνωστοί στα ελληνικά ως «Ερμαϊσταί», «Απολλωνιασταί» και «Ποσειδωνιασταί» εκπροσωπούσαν τις τρεις κύριες λατρείες των Ιταλών της Δήλου. Ιταλικές συντεχνίες εμπόρων (π.χ. οινοπωλών, ελαιοπωλών), οργάνωναν τελετουργίες προς τιμήν των Λαρήτων των Τριόδων / των Σταυροδρομιών, όπως αποτυπώνονται σε ζωγραφικές παραστάσεις σε βωμούς έξω από ιδιωτικές οικίες. Υπήρχαν δύο φοινικικά σωματεία, το κοινόν των Βυρητίων Ποσειδωνιαστών εμπόρων και «ναυκλήρων» (πλοιοκτητών) και των «εγδοχέων» (εμπορικών πρακτόρων).

Οι Αθηναίοι αναδιοργάνωσαν εκ βάθρων τις δημόσιες λατρείες με βάση την αθηναϊκή παράδοση, ενώ μια σειρά ιερών προσείλκυαν λατρευτές διαφορετικής καταγωγής. Η Σύρια θεά Ατάργατις εμφανίζεται σε επιγραφές με μια πληθώρα θεωνυμίων, όπως «Ατάργατις Αγνή Θεός», δηλαδή «Ατάργατις Σεβάσμια Θεά» και «Αγνή Θεός Αφροδίτη». Εδώ η εξομοίωση της Αταργάτιδος με την Αφροδίτη προέρχεται από την ελληνική πλευρά, καθώς οι Σύροι έκαναν αφιερώσεις στους θεούς τους, τους οποίους περιγράφουν ως «πάτριους θεούς», έχοντας δικούς τους ιερείς, ενώ οι Αθηναίοι ταυτόχρονα λάτρευαν την Αγνή Αφροδίτη.

i-oikoymenikotita-ton-ellinikon-theon1
Ο Διόνυσος (στα λατινικά Βάκχος) ήταν ο πιο νέος θεός του Ολύμπου, σύμβολο της γονιμότητας, της βλάστησης, της οινοποιίας και της γιορτής. Δεξιά, «Αφροδίτη και Eρωτας» του Λορέντσο Λόττο, 1520, ιταλική Αναγέννηση, λάδι σε καμβά. Φωτ. SHUTTERSTOCK

Μια ακόμη ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι του Δία Ουρίου, ενός παλιού ελληνικού θεού με επίθετο που σημαίνει «του ευνοϊκού ανέμου». Εισέρχεται στο ιερό Σαραπείο Γ της νήσου με αφιερώσεις όσων ταξιδεύουν στη θάλασσα, καθώς ο Δίας Ούριος ήταν κρίσιμης σημασίας στο Αιγαίο. Εδώ δεν αναφέρεται το όνομα του αιγυπτιακού θεού Σαράπιδος. Ενας Ιταλός από την Ελέα κάνει μια ανάθεση προς τιμήν του ελληνικού θεού, στο ιερό των αιγυπτιακών θεών, συνοψίζοντας έτσι τον διεθνή ρόλο της συγκεκριμένης λατρείας.

«Συμβώμοι» θεοί, δηλαδή θεοί και θεές με κοινούς βωμούς και ιερά, ήταν η Αιγυπτία Υγιεία, ο Ασκληπιός και ο Απόλλων, αντίστοιχα η Ισις, ο Σάραπις και ο Ωρος. Το κύρος του Ασκληπιού ως θεραπευτή θεού προκρίνει το ελληνικό όνομα και όχι το αιγυπτιακό. Ετσι το Σαραπείο κατονομάζεται και Ασκληπιείο, όμως διατηρεί την ανατολική του μορφή, τον περίκλειστο ανοιχτό χώρο με τα χαρακτηριστικά αιγυπτιακά γνωρίσματα: έναν δρόμο, μνημειώδεις πυλώνες, σφίγγες. Στο όρος Κύνθος της Δήλου λατρευόταν ο Ζευς Κύνθιος, ήδη πριν από τη ρωμαϊκή εποχή. Ηταν ένας Ζευς των ορέων, μια μορφή που είχε έναν ισοδύναμο θεό για κάθε λατρευτή από τη Μικρά Ασία και τη Συρία. Για τον λόγο αυτόν δημιουργήθηκαν πολλά μικρά υπαίθρια ανατολίτικα ιερά στις πλαγιές του όρους. Επίσης, η θεά Αθηνά Κυνθία, της οποίας η λατρεία είχε ξεθωριάσει, αναβίωσε όταν οι λατρευτές της Εγγύς Ανατολής αναγνώρισαν σε εκείνη τη δική τους μεγαλοδύναμη Βααλάτ.

Η παρούσα έρευνα προσεγγίζει μέσα από τον τρόπο προσφωνήσεων ονομάτων και επιθέτων του θείου μια πολύ ενδιαφέρουσα όψη της αρχαίας θρησκευτικής ψυχολογίας. Ο θεός σου μπορεί με έναν άλλο τρόπο να είναι ο θεός μου, καθώς οι λατρείες παράλληλα συνυπάρχουν. Η Δήλος είναι το επιστέγασμα της θρησκευτικής οικουμενικότητας. Εκεί, η Αφροδίτη, η Αστάρτη, η Ατάργατις δοξάζονται, κρατώντας όμως την καταγωγή τους, χωρίς να γίνονται ένα.

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Αλλαξαν την πορεία και την κατάληξη της εκστρατείας οι εκλογές του 1920;

ΚΟΣΜΟΣ

Η ήττα του Βενιζέλου, η επαναφορά του Κωνσταντίνου και οι εσωτερικές και διεθνείς διεργασίες

1922-ta-anapantita-erotimata-tis-katastrofis-allaxan-tin-poreia-kai-tin-katalixi-tis-ekstrateias-oi-ekloges-toy-1920-561790576

Στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 οι νικήτριες δυνάμεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέγραφαν στη Γαλλία τη Συνθήκη των Σεβρών, που διαμοίραζε τα εδάφη τής πρώην αυτοκρατορίας. Με τη συνθήκη περιέρχονταν στην Ελλάδα το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Θράκης, η ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης, η Ιμβρος και η Τένεδος, καθώς και η Λήμνος, η Λέσβος, η Χίος, η Ικαρία, η Σαμοθράκη και η Σάμος.

Ως επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας και πρωθυπουργός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε καταφέρει να σχηματίσει την «Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», σύμφωνα με την έκφραση της εποχής – τουλάχιστον σε διπλωματικό επίπεδο. Ποιος όμως θα επέβαλλε στο πεδίο την εύθραυστη Συνθήκη των Σεβρών; Την ίδια απορία είχε τότε και ο Ουίνστον Τσώρτσιλ από τη θέση του υπουργού Πολέμου της Μεγάλης Βρετανίας: «Επιτέλους ειρήνη με την Τουρκία. Και για την επικύρωσή της, πόλεμος με την Τουρκία. Παρ’ όλα αυτά, όσον αφορά τις μεγάλες συμμαχικές δυνάμεις, ο πόλεμος θα δινόταν μέσω πληρεξουσίου. Και οι πόλεμοι που δίνονται από τα μεγάλα έθνη μέσω πληρεξουσίου αποβαίνουν πολύ επικίνδυνοι για τον πληρεξούσιο» (Τζάιλς Μίλτον, «Χαμένος Παράδεισος», Μίνωας, 2022, σ. 212). Στο έδαφος της Μικράς Ασίας συνεχίζονταν οι επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού απέναντι στις δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ, αλλά τα προβλήματα και τα αδιέξοδα της εκστρατείας είχαν αρχίσει να γίνονται φανερά.

Ο Βενιζέλος πίστευε ότι οι διπλωματικές επιτυχίες του θα ήταν και το εισιτήριό του για τη νίκη στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920. Το ίδιο πίστευαν το επιτελείο του και οι ξένοι σύμμαχοι. Για πρώτη φορά θα ψήφιζε η Ανατολική Θράκη, ενώ με ειδικά ψηφοδέλτια θα ψήφιζε επίσης ο στρατός στον τόπο υπηρεσίας του. Ωστόσο, κανείς δεν είχε υπολογίσει σωστά τις πολιτικές διεργασίες στο εκλογικό σώμα.

Επιπλέον, ο αιφνίδιος θάνατος του βασιλιά Αλέξανδρου (12 Οκτωβρίου) από δάγκωμα πιθήκου δημιούργησε ένα κλίμα «επιστροφής» του βασιλιά Κωνσταντίνου στις τάξεις των αντιβενιζελικών –και όχι μόνο– και μετέτρεψε τις εκλογές του Νοεμβρίου σε άτυπο δημοψήφισμα για τη μοναρχία.

Οι Φιλελεύθεροι υπέστησαν συντριπτική ήττα και ο ίδιος ο Βενιζέλος δεν εκλέχθηκε καν βουλευτής, με αποτέλεσμα να αυτοεξοριστεί στο Παρίσι. Κυβέρνηση σχημάτισε ο Δημήτριος Ράλλης και στις 22 Νοεμβρίου διενεργήθηκε δημοψήφισμα με το οποίο επανήλθε ο Κωνσταντίνος στον θρόνο, προκαλώντας την αντίδραση των συμμαχικών δυνάμεων.

Οι εκλογές του 1920 και η πολιτική αλλαγή που προκάλεσαν προβληματίζει ακόμη και σήμερα τους ιστορικούς. Επηρέασαν ή όχι την πορεία και την κατάληξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας; Τρεις ιστορικοί απαντούν αναλυτικά σε ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου.

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΕΔΩ: https://www.kathimerini.gr/world/561790588/1922-ta-anapantita-erotimata-tis-katastrofis-allaxan-tin-poreia-kai-tin-katalixitis-ekstrateias-oi-ekloges-toy-1920/

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ 2022



Λήψη αρχείου

Τρεις όψεις του 1922

Η πολεμική δεκαετία, η γενοκτονία των ελληνικών πληθυσμών και η τεκμηρίωσή της αποτελούν διακριτές παραμέτρους των πρώτων δειγμάτων της εκδοτικής παραγωγής στην εκατονταετηρίδα της Μικρασιατικής Καταστροφής

25.02.2022, 07:30 ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρία νέα βιβλία δίνουν μια πρόγευση της εκδοτικής παραγωγής και του αναστοχασμού γύρω από την «πολεμική δεκαετία», τη Μικρασιατική Εκστρατεία και τη γενοκτονία των Ελλήνων στην εκατονταετηρίδα του 1922

Από τον θρίαμβο στη συντριβή

Η Μικρασιατική Καταστροφή αποτελεί την κατάληξη του ελληνοτουρκικού πολέμου μεταξύ 1919 και 1922, οφείλει όμως να εγγραφεί σε ένα ευρύτερο χρονικό ανάπτυγμα. Πρόκειται αρχικά για τη «συνέχιση και τον μετασχηματισμό» του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου που εντοπίζει ο γερμανός ιστορικός Ρόμπερτ Γκέρβαρτ στο βιβλίο του Οι Ηττημένοι (εκδ. Αλεξάνδρεια), τη διαδοχή των διακρατικών και εμφυλίων πολέμων που διεξάγονται από το 1917 ως το 1923 στα εδάφη της Αυστροουγγαρίας, της Ρωσικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Περιγράφοντας τη «βίαιη μετάβαση από τον πόλεμο σε μια χαοτική ειρήνη», ο Γκέρβαρτ επισημαίνει τις ποικίλες διάρκειες του Μεγάλου Πολέμου, ο οποίος πρακτικά μόνο για τη Βρετανία και τη Γαλλία έχει νόημα στη συμβατική χρονολόγηση του 1914-1918.

Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης – Η «σιδηρά» δεκαετία. Οι εθνικοί πόλεμοι της Ελλάδας (1919-1922)

Εκδόσεις Μίνωα, 2022, σελ. 312, τιμή 22,20 ευρώ

Για την Ελλάδα, πράγματι, η περιοδολόγηση επεκτείνεται στη «Σιδηρά» δεκαετία (εκδ. Μίνωας), όρο με τον οποίο ο ιστορικός Σπυρίδων Πλουμίδης χαρακτηρίζει το διάστημα από τους Βαλκανικούς Πολέμους ως την ανακωχή των Μουδανιών. Κύριο νήμα του κειμένου συνιστά η εξιστόρηση των πολεμικών και πολιτικών γεγονότων, ωστόσο εξαρχής ο Πλουμίδης υπογραμμίζει ορισμένα συγκριτικά ορόσημα που ανάγουν την ελληνική στην ευρωπαϊκή εμπειρία. Οι νίκες του 1912-1913, δείγματα οπωσδήποτε διοικητικής αναδιοργάνωσης και στρατιωτικών μεταρρυθμίσεων, δεν αποκόπτονται από το πλέγμα των βαλκανικών συμμαχιών των οποίων τονίζονται οι αντιαυστριακές απαρχές που συνδέουν ευθέως τις χώρες της περιοχής με τη μετέπειτα διολίσθηση στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι εξελίξεις του τελευταίου τροφοδοτούν τον εθνικό διχασμό ως σύγκρουση δυναστικής και εθνικής πολιτικής παρόμοια ως προς τους πρωταγωνιστές, τη γεωπολιτική χροιά και τα διακυβεύματα με εκείνη της Ρουμανίας μεταξύ 1914 και 1916. Η πολεμική κόπωση, η κατάπτωση του ηθικού, η τελική κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου αντιστοιχούν στη διάβρωση του βουλγαρικού στρατού στο μακεδονικό μέτωπο το 1917-1918.

Εντός αυτού του στενού πλαισίου οι εναλλακτικές λύσεις ήταν περιορισμένες και τα κομβικά σημεία λίγα. Ορθά ο Πλουμίδης επισημαίνει την κυνική πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων οι οποίες χρησιμοποιούν είτε τη δυναστική τους επιρροή (Γερμανία) είτε την ωμή υπεροχή (Αντάντ) ώστε να στρέψουν το πρόσημο της ελληνικής ουδετερότητας υπέρ τους. Η γεωπολιτική συμμαχία, ωστόσο, που προκρίνει ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αν και εξαρτώμενη από τις διαθέσεις Βρετανίας και Γαλλίας, ταυτίζεται με τις εθνικές επιδιώξεις σε αντίθεση με τη δυναστική αντίληψη για το κράτος η οποία υπαγόρευε τη φιλογερμανική ουδετερότητα που πρεσβεύει ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Από την άλλη πλευρά, η βενιζελική αποδοχή της Μικρασιατικής Εκστρατείας παρακάμπτει τις ορθές στρατιωτικές εκτιμήσεις ως προς την αριθμητική αδυναμία των ελληνικών δυνάμεων για ταυτόχρονη ισχυρή παρουσία στις δύο όχθες του Αιγαίου. Προϋπόθεση δυνητικής επιτυχίας θεωρεί ο Πλουμίδης, όπως είχε επισημανθεί από τους σύγχρονους, τη γρήγορη επικράτηση επί του τουρκικού στρατού: η αναβολή της επίθεσης που σχεδιαζόταν την άνοιξη του 1920 συνιστά για τον ίδιο τη μεγάλη χαμένη ευκαιρία της οριστικής διασκόρπισης των δυνάμεων του Κεμάλ. Εκτοτε, ο πολιτικός και ο στρατιωτικός χρόνος κυλούσαν σε βάρος της Ελλάδας. Οσο οι ισορροπίες μεταβάλλονταν στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, η προέλαση της Στρατιάς Μικράς Ασίας συνεπαγόταν τακτικές μόνο επιτυχίες: η προώθηση στη γραμμή Εσκί Σεχίρ – Αφιόν Καραχισάρ, η διάβαση του Σαγγάριου σήμαναν τα όρια των δυνατοτήτων του ελληνικού στρατού. Και η αδυναμία αφομοίωσης των διδαγμάτων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (άμυνα σε βάθος, οχυρωματικά έργα, σχέδιο σύμπτυξης) υπήρξε τελικά καταδικαστική τον Αύγουστο του 1922.

Πόλεμος και γενοκτονία

Η ελληνική εμπλοκή ωστόσο επηρεάστηκε καθοριστικά από ένα πολιτικό και ηθικό δίλημμα – τον διωγμό των Ελλήνων κατά το πρώτο εξάμηνο του 1914. Πρόβα των μηχανισμών που εφαρμόστηκαν στη γενοκτονία των Αρμενίων, κατά τον τούρκο ιστορικό Τανέρ Ακτσαμ, το πογκρόμ των Νεότουρκων έθεσε στο προσκήνιο την ανάγκη προστασίας των ελληνικών πληθυσμών. Η κυβέρνηση Βενιζέλου διερευνούσε στρατιωτικές και διπλωματικές δυνατότητες συμπεριλαμβανομένης μιας συμφωνίας ανταλλαγής πληθυσμών.

Heinz A. Richter – Ο ελληνισμός στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εκτοπισμοί, διωγμοί και ξεριζωμός (1913-1923)

Μετάφραση Πέτρος Τσαλπατούρος.

Εκδόσεις Γκοβόστη, 2021, σελ. 328, τιμή 19,90 ευρώ

Οι συνομιλίες αυτές όμως ήταν προσχηματικές εκ μέρους της τουρκικής πλευράς, κρίνει ο Χάιντς Ρίχτερ στο βιβλίο του Ο ελληνισμός στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (εκδ. Γκοβόστη). Πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήδη η ηγεσία της Επιτροπής «Ενωση και Πρόοδος» είχε ασπαστεί τον ακραίο τουρκικό εθνικισμό και «οραματιζόταν την έλευση του παντουρανισμού, δηλαδή της ένωσης των απανταχού Τούρκων υπό ενιαία εξουσία και ενιαίο κράτος». Υπό την καθοδήγηση των ΕνβέρΤζεμάλ και Ταλάτ Πασά, το αποτέλεσμα της διακυβέρνησης των Νεότουρκων ήταν η «συστηματική γενοκτονία των Ελλήνων που ζούσαν στην Ανατολική Θράκη και τα παράλια του Αιγαίου». (Παραδόξως, ωστόσο, ο Ρίχτερ δεν εκλαμβάνει τις σφαγές, τον εκτοπισμό 100.000-200.000 Ελλήνων και την καταδικαστική ένταξη δεκάδων χιλιάδων άλλων στα Τάγματα Εργασίας τη διετία 1914-1915 ως μείζονα παράγοντα για την πολιτική του Βενιζέλου στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο κι αυτό γιατί τον περιγράφει ως «αδίστακτο», «πανούργο πολιτικό που περίμενε την κατάλληλη στιγμή προκειμένου να πραγματοποιήσει τη Μεγάλη Ιδέα» – σε πλήρη αντίθεση με τον «ευθύ, ρεαλιστή, νηφάλιο στρατιωτικό Κωνσταντίνο», ο οποίος είχε αντιληφθεί ότι ο πόλεμος «επρόκειτο πιθανότατα να λήξει χωρίς νικητή»…) Το γενοκτονικό συνεχές ορίζεται αναμφισβήτητα από την εξόντωση 1.000.000 και πλέον Αρμενίων την περίοδο 1915-1916, το σχέδιο της εξάλειψης όμως των χριστιανικών μειονοτήτων της Ανατολίας ήταν συνολικό. Η Τουρκία «πρέπει οπωσδήποτε να απαλλαγεί από αυτούς τους ξένους προς εκείνη πληθυσμούς» δήλωνε ο Ταλάτ Πασάς στον αμερικανό πρέσβη Χένρι Μόργκενταου. «Πρέπει να αποτελειώσουμε τους Ελληνες, ακριβώς όπως αποτελειώσαμε τους Αρμένιους» έλεγε κυνικά ένας οθωμανός αξιωματούχος στον πρόξενο της Αυστροουγγαρίας στη Σαμψούντα τον Νοέμβριο του 1916 εν μέσω λεηλασιών, βιασμών και φόνων των Ελλήνων του Πόντου. Συνολικά, τα θύματα της γενοκτονίας των Ελλήνων υπολογίζονται σε 500.000, στα οποία θα πρέπει να προστεθεί ο αριθμός των 353.000 Ποντίων που επίσης αναφέρει στο οικείο κεφάλαιο ο συγγραφέας. Ο Ρίχτερ ενσωματώνει πλήθος πηγών της εποχής, τις οποίες παραθέτει εκτεταμένα. Είναι η εικόνα των αυτοπτών μαρτύρων της εποχής εκείνη η οποία αποδίδει ανάγλυφα τις αντιφάσεις του μεταπολεμικού τοπίου: οι γεωπολιτικές επιδιώξεις των Κλεμανσό και Λόιντ Τζορτζ προσέκρουαν στην αντίξοη στρατιωτική πραγματικότητα όπως την αντιλαμβάνονταν οι Χένρι Γουίλσον και Ιωάννης Μεταξάς, ενώ και οι δύο προσλήψεις της κατάστασης προσχηματικά μόνο λάμβαναν υπ’ όψιν τη διάσταση μεταξύ εθνοτικών μειονοτήτων και τουρκικής πλειοψηφίας που είχαν δημιουργήσει στην οθωμανική κοινωνία οι σφαγές και οι εκτοπισμοί της πολεμικής περιόδου.

Στις ακτές του Πόντου

Ωστόσο, οι πηγές του Χάιντς Ρίχτερ κινούνται στην πλειοψηφία τους στο επίπεδο των πρωταγωνιστών των εξελίξεων, πολιτικών όπως ο Γουίνστον Τσόρτσιλ ή διπλωματών όπως ο Χάρολντ Νίκολσον. Το βιβλίο των Ρόμπερτ Σενκ και Σάββα Κοκτζόγλου Η γενοκτονία των Ελλήνων (εκδ. Δίσιγμα) αναδεικνύει ένα πρωτογενές υλικό που προέρχεται από παρατηρητές εγγύτερα στα γεγονότα: τα ημερολόγια και τις εκθέσεις κυβερνητών πλοίων του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού που σταθμεύουν στα λιμάνια της Σαμψούντας και της Τραπεζούντας την περίοδο 1921-1922, όταν κορυφώνονται οι ωμότητες κατά των Ελλήνων του Πόντου.

Ρόμπερτ Σενκ, Σάββας Κοκτζόγλου – Η γενοκτονία των Ελλήνων μέσα από τα ημερολόγια πολέμου του αμερικανικού ναυτικού

Μετάφραση Ελένη Ηλιάδου, Πολυξένη Δήμα, επιμέλεια ελληνικής έκδοσης Νικόλαος Γ. Νικολούδης.

Εκδόσεις Δίσιγμα, 2021, σελ. 514, τιμή 25 ευρώ

Καρπός ερευνών στα Εθνικά Αρχεία των Ηνωμένων Πολιτειών, τα τεκμήρια που παρουσιάζουν οι μελετητές καταγράφουν αυθεντικές μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής, συνομιλίες με εκπροσώπους των τουρκικών αρχών, θραύσματα ειδήσεων. Η διαρκής ανακύκλωση φημών καθιστά την εξακρίβωση των πληροφοριών δυσχερή. Διαδόσεις επιβεβαιώνονται και διαβεβαιώσεις διαψεύδονται. Στις 17 Ιουνίου 1921, για παράδειγμα, ο αντιπλοίαρχος Σπίαρς, κυβερνήτης του αντιτορπιλικού «Γουίλιαμσον», αναφέρει ότι 2.000 Ελληνες εκτοπίζονται στο εσωτερικό της χώρας. Δύο ημέρες αργότερα τα νέα είναι ότι «έχουν φθάσει όλοι ασφαλείς στο Καβάκ», έξω από τη Σαμψούντα. Στις 23 Ιουνίου εμφανίζονται οι πρώτες αναφορές ότι «οι περισσότεροι από τις τρεις πρώτες ομάδες Ελλήνων που εκτοπίστηκαν είχαν σφαγιαστεί καθ’ οδόν». Οι τουρκικές αρχές αρνούνται την ευθύνη υποστηρίζοντας ότι η φάλαγγα δέχθηκε επίθεση ληστών ή ανταρτών. Πολύ αργότερα, τον Νοέμβριο του 1921, καταχωρίζεται στο ημερολόγιο του πλοίου η κατάθεση ενός 19χρονου έλληνα επιζώντα, του Κοσμά Λιλίδα, ο οποίος ανήκε σε μια ομάδα 1.000 εκτοπισθέντων εναντίον των οποίων άνοιξαν πυρ αιφνιδιαστικά οι τούρκοι φρουροί τους σκοτώνοντας περίπου 700.

Σε άλλες περιπτώσεις οι Αμερικανοί είναι οι ίδιοι αυτόπτες μάρτυρες των συμβάντων. Την 1η Αυγούστου 1921 ο αντιπλοίαρχος Αρθουρ Μπρίστολ, κυβερνήτης του αντιτορπιλικού «Οβερτον», σημειώνει: «Το απόγευμα παρατηρήθηκαν φωτιές στα υψώματα και με τα κιάλια είδαμε τέσσερα ή πέντε χωριά να καίγονται». Πρόκειται για δείγματα της δράσης της συμμορίας των τσετών του Τοπάλ Οσμάν, η οποία την προηγούμενη εβδομάδα είχε επιδοθεί σε δολοφονίες, βιασμούς και λεηλασίες στην πόλη Μερζιφούντα. Στο περιβάλλον αυτό τα περιθώρια αντίδρασης των Αμερικανών είναι περιορισμένα, αλλά ενίοτε αποδεικνύονται αποτελεσματικά. Νωρίτερα, στις 18 Ιουλίου, έχοντας πληροφορηθεί ότι δόθηκε εντολή εκτοπισμού των 10.000 ελλήνων γυναικών και παιδιών που είχαν απομείνει στη Σαμψούντα, ο Μπρίστολ στέλνει μια κατεπείγουσα επιστολή στον συνονόματό του ναύαρχο Μπρίστολ, επικεφαλής των αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη, επισημαίνοντάς του ότι «οι εκτοπισμοί θα γίνουν ουσιαστικά όπως οι προηγούμενοι και θα έχουν ως κατάληξη τον θάνατο ενός μεγάλου αριθμού των εκτοπισθέντων». Η προτροπή του αντιπλοιάρχου να υποβληθεί διαμαρτυρία στον Μουσταφά Κεμάλ εισακούεται, η νότα διαβιβάζεται επισήμως και στις 23 Ιουλίου κοινοποιείται η απάντηση του υπουργού Εξωτερικών της κυβέρνησης της Αγκυρας Γιουσούφ Κεμάλ, ανακαλώντας ουσιαστικά την προηγούμενη διαταγή. Εμπρησμοί, εκτοπισμοί και εκτελέσεις δεν παύουν να καταγράφονται ως τον Ιούνιο του 1922, οπότε διακόπτονται τα ημερολόγια, ωστόσο η παρέμβαση αυτή και η προστασία που πρόσφερε υποδεικνύει τόσο την ηθική ποιότητα ορισμένων από τους ξένους στρατιωτικούς όσο και τη δεδομένη επιρροή των Μεγάλων Δυνάμεων – όπως και την πλήρη απουσία άσκησής της κατά τις ημέρες της Καταστροφής της Σμύρνης.

Η ιστορική παραγωγή για τη Μικρασιατική Καταστροφή θα μπορούσε να συμβάλει στην ενσωμάτωση των γεγονότων στο ευρωπαϊκό τους πλαίσιο

Αλληλοσυμπληρούμενες αναγνώσεις

Το πλεονέκτημα της συνδυαστικής μελέτης των τριών αυτών βιβλίων είναι ότι εισάγει τον αναγνώστη σε διαφορετικές προσλήψεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας. Η προσέγγιση του Σπυρίδωνα Πλουμίδη απαντά στο αίτημα μιας αφηγηματικής ιστορίας με το βλέμμα στο ευρύ κοινό, η οποία ενσωματώνει τα πιο πρόσφατα πορίσματα της έρευνας ανασκευάζοντας μύθους και αποτυπώνοντας την τρέχουσα εικόνα της έρευνας· αυτή του Χάιντς Ρίχτερ εκφράζει μια πιο αδρομερή, παραδοσιακή γραφή, όπου η εκτεταμένη παράθεση απομνημονευμάτων και αφηγήσεων των πρωταγωνιστών αποδίδει την άποψη των συγχρόνων τους για τα υπό εξιστόρηση γεγονότα· εκείνη, τέλος, των Σενκ και Κοκτζόγλου απηχεί την απόπειρα εξοικείωσης του αναγνώστη με την πρώτη ύλη του ιστορικού, αλλά χάρη στις διευκρινίσεις ή τις αντιπαραβολές με άλλες μαρτυρίες, και της καθοδήγησής του ως προς τις τεχνικές με τις οποίες οι πηγές αναλύονται και διασταυρώνονται. Ως εκ τούτου, και παρά την αλληλεπικάλυψή τους ως έναν βαθμό, οι τρεις μελέτες αλληλοσυμπληρώνονται. Η διάστιξη των δύο πρώτων ως προς το βάρος της ευθύνης για την τραγική κατάληξη της εκστρατείας του 1919 (ο Ρίχτερ υπογραμμίζει ως ολέθρια την πολιτική αλληλεπίδραση των ιδεαλιστών Βενιζέλου και Λόιντ Τζορτζ, ο Πλουμίδης προχωρεί σε μια πολυπαραγοντική ανάλυση των αιτίων) υποδεικνύει και το πεδίο στο οποίο η ιστορική παραγωγή για την εκατονταετηρίδα της Μικρασιατικής Καταστροφής θα μπορούσε να έχει μια καίρια συμβολή: αυτή της ενσωμάτωσης των γεγονότων στο ευρωπαϊκό τους πλαίσιο πέρα από την πεπαλαιωμένη εκδοχή των ξενοκίνητων ελλήνων ηγετών και της ένθεσής τους στη ρευστή, προσωρινή, μεταβατική τάξη πραγμάτων μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ηξεραν κβαντική φυσική το 600 π.Χ.;

ΒΙΒΛΙΟ

Προδημοσίευση – Το βιβλίο των εκδόσεων Κάκτος για ιδέες αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων που απηχούν απόψεις της σύγχρονης επιστήμης

Oπως γράφει ο Δημήτρης Νικολαΐδης στην εισαγωγή του βιβλίου του «Αναζητώντας μια Θεωρία των Πάντων», πρόκειται για «ένα περιπετειώδες ταξίδι στον χώρο και τον χρόνο σε αναζήτηση μιας “θεωρίας των πάντων” μέσω μιας σπάνιας και εύστροφης αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις φυσικές φιλοσοφίες σημαντικών αρχαίων Ελλήνων στοχαστών και τους νόμους της σύγχρονης φυσικής. Σε μια θεωρία των πάντων, όλα τα φαινόμενα της φύσης μοιράζονται ένα λεπτό κοινό υπόστρωμα και ερμηνεύονται από μια γενική αμετάβλητη αρχή. Το να διαβάσουμε το τι είναι το παρελθόν είναι μεγάλης αξίας, το ίδιο όμως είναι και η ανάγνωσή του από την προοπτική της σύγχρονης γνώσης. Oχι για να το επικρίνουμε για τις ρωγμές του, αλλά για να εμπνευστούμε από τη διορατικότητά του. Η συγκριτική μελέτη του σύμπαντος είναι το πνεύμα του “Αναζητώντας μια Θεωρία των Πάντων” – στη φυσική μέσω της φιλοσοφίας, στο νέο μέσω του παλαιού, με έναν τρόπο ισορροπημένο».

Για τον Νικολαΐδη, καθηγητή φυσικής στο Κολέγιο Μπλούμφιλντ, οι προσωκρατικοί «είχαν ιδέες που απηχούν απόψεις της σύγχρονης επιστήμης· αινίγματα γύρω από τη φύση που ακόμα προκαλούν αμηχανία, και έξυπνες φιλοσοφικές συλλογιστικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να επανεκτιμήσουν πλήρως εκ νέου θεμελιώδεις αλλά ανταγωνιστικές αρχές της σύγχρονης φυσικής, ακόμα και να προβούν σε εικασίες γύρω από ανοικτά φυσικά προβλήματα. Το “Αναζητώντας μια Θεωρία των Πάντων” είναι ένα νέο είδος θέασης, μια φιλοσοφική ενόραση της σύγχρονης φυσικής, η οποία για πολύ καιρό έμενε ανεξέταστη. Περίπου πριν από 2.600 χρόνια, οι αρχαίοι Eλληνες είχαν μια μεγαλειώδη διανοητική αφύπνιση που συνέβαλε στην ανατολή του πολιτισμού».

Το βιβλίο κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Κάκτος σε μετάφραση του Χρήστου Γούδη.

ixeran-kvantiki-fysiki-to-600-p-ch0

Προδημοσίευση

(…) για τον Αναξαγόρα ένα αντικείμενο είναι ταυτοχρόνως θερμό, ψυχρό, υγρό, ξηρό, σκληρό, μαλακό, γλυκό, ξινό, μαύρο, άσπρο, λαμπρό, σκοτεινό, πυκνό, αραιό, νεκρό, ζωντανό, περιστρεφόμενο κατά τη φορά των δεικτών του ωρολογίου, περιστρεφόμενο αντίθετα από τη φορά των δεικτών του ωρολογίου και με όλες τις άλλες αντίθετες ιδιότητες.

Αυτή είναι μια ιδιόμορφη ερμηνεία της φύσεως, καθότι, πριν παρατηρήσουμε ένα αντικείμενο, το περισσότερο που μπορούμε να πούμε σχετικά με την κατάσταση της ύπαρξής του είναι πως είναι ένα μείγμα όλων των πιθανών εκβάσεων – όλων των αντίθετων ιδιοτήτων ταυτοχρόνως, αν και η καθεμιά τους με διαφορετικό βαθμό (μέρος) συμμετοχής. Μόνο αφού παρατηρήσουμε το αντικείμενο μπορούμε να το περιγράψουμε κατά έναν ιδιαίτερο τρόπο με γνώμονα το “αυτά τα πράγματα εκ των οποίων έχει τα περισσότερα”, ας πούμε, χρυσό, κίτρινο, ψυχρό, βαρύ και ξηρό.

Είναι αξιοσημείωτο ότι μια τέτοια ερμηνεία είναι όμοια με την πλέον δημοφιλή ερμηνεία της κβαντικής θεωρίας, τη θεώρηση της Κοπεγχάγης.

Σύμφωνα με αυτήν, πριν από μια παρατήρηση, κάτι (ένα ηλεκτρόνιο, η γάτα του Schrödinger) είναι όλο αντίθετες ιδιότητες (εν δυνάμει εκβάσεις) επίσης ταυτοχρόνως, με την κάθε έκβαση να περιγράφεται από τη δική της κβαντική πιθανότητα να συμβεί πραγματικά. Θυμηθείτε πως πριν από μια παρατήρηση, η γάτα του Schrödinger είναι ταυτοχρόνως και νεκρή και ζωντανή (ή πως ένα ηλεκτρόνιο περιστρέφεται ταυτοχρόνως και κατά τη φορά των δεικτών του ωρολογίου και κατά την αντίθετη φορά). Και καθεμιά από αυτές τις εν δυνάμει εκβάσεις έχει τη δική της πιθανότητα να συμβεί στην πραγματικότητα.

Μπορεί το Μη-Ον να γεννήσει Ον και το Ον να γίνει Μη-Ον; – Η θαυμαστή σκέψη των Παρμενίδη και Αναξαγόρα.

Μόνο αφού παρατηρήσουμε, αναφέρει η ερμηνεία της Κοπεγχάγης, μπορούμε να καθορίσουμε εάν η γάτα είναι σίγουρα είτε νεκρή είτε ζωντανή (ή εάν το ηλεκτρόνιο περιστρέφεται σίγουρα κατά τη μία ή την άλλη διεύθυνση), και γενικά εάν ένα αντικείμενο είναι, όπως δηλώνει ο Αναξαγόρας, σίγουρα χρυσό, κίτρινο, ψυχρό, βαρύ και ξηρό. Εάν η ιδέα της αναλογίας στη θεωρία του Αναξαγόρα είναι κατά προσέγγιση διασυνδεδεμένη με την ιδέα της πιθανότητας στην κβαντική θεωρία, τότε πράγματι “στο καθετί [ένα σύστημα που μας ενδιαφέρει] υπάρχει ένα μέρος [περιγράφεται από τις κβαντικές πιθανότητες] από το καθετί [κάθε πιθανής έκβασης]”.

Τώρα, η αιτία που ο Αναξαγόρας απαιτούσε ότι διάφορα μέρη όλων των ιδιοτήτων έπρεπε να συνυπάρχουν ταυτόχρονα παντού και πάντοτε μέσα στο αντικείμενο, είναι γιατί ήθελε να παραμένει σε συμφωνία με τη θέση του Παρμενίδη ότι το Μη-Ον δεν γεννά Ον και ότι το Ον δεν γίνεται Μη-Ον. Κάτι πρέπει να υπάρχει, εάν πρόκειται να παρατηρηθεί, λέει η θέση. Δηλαδή, εάν μια ιδιότητα δεν ήταν παρούσα παντού και πάντοτε σε ένα αντικείμενο, δεν θα μπορούσε να εμφανισθεί αργότερα· διότι, αν όντως εμφανιζόταν αργότερα, θα σήμαινε ότι το Ον μπορεί να γεννηθεί από το Μη-Ον, αλλά αυτό είναι αδύνατον. Aρα, ένα θερμό αντικείμενο, για παράδειγμα, πρέπει να περιέχει ταυτόχρονα και θερμότητα και ψυχρότητα παντού και πάντοτε μέσα του, αν και σε διαφορετικές αναλογίες. Γιατί, εάν ένα θερμό αντικείμενο δεν περιείχε ψυχρότητα, η ψυχρότητα θα ήταν Μη-Ον (τουλάχιστον γι’ αυτό το αντικείμενο) και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρχει (η ψυχρότητα ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει μια πραγματικότητα, ένα μέρος του Oντος) – θα ήταν τότε αδύνατον για το θερμό αντικείμενο να ψυχθεί.

Αυτή η ιδέα έχει μια κάποια ομοιότητα με την ερμηνεία της Κοπεγχάγης, καθώς επίσης και μια κάποια διαφορά. Αναφορικά με την ομοιότητα, η αιτία για την οποία μπορούμε να παρατηρήσουμε τη γάτα να είναι ζωντανή (ή το ηλεκτρόνιο να περιστρέφεται κατά τη φορά των δεικτών του ωρολογίου) είναι διότι η κατάσταση ύπαρξης της γάτας (ή του ηλεκτρονίου) πριν από την παρατήρηση είναι μία μείξη όλων των δυνατών εκβάσεων (συμπεριλαμβανομένων των αντιθέτων), δηλαδή ένα μείγμα που περιλαμβάνει ένα μέρος (την κβαντική πιθανότητα συμβάντος) της ιδιότητας του ζωντανού (ή της κατά τη φορά των δεικτών του ωρολογίου περιστροφής) μαζί με ένα μέρος της ιδιότητας του νεκρού (ή της κατά την αντίθετη φορά των δεικτών του ωρολογίου περιστροφής). Στην κβαντική θεωρία αυτή η μεικτή κατάσταση εκφράζεται μαθηματικά. Και η έκβαση με τη μεγαλύτερη πιθανότητα (αναλογικό μέρος, στη γλώσσα του Αναξαγόρα) είναι αυτή που είναι πιθανότερο να παρατηρηθεί.

Κατ’ αναλογία, η αιτία που μπορούμε να παρατηρήσουμε, ας πούμε, τη θερμότητα, σύμφωνα με την άποψη του Αναξαγόρα στο προηγούμενο παράδειγμά μας, είναι ότι η κατάσταση ύπαρξης του αντικειμένου πριν από την παρατήρηση είναι μια μείξη που περιέχει ένα μέρος θερμότητας και ένα μέρος ψυχρότητας, αλλά με το μέρος της θερμότητας να είναι αναλογικά το μεγαλύτερο.

Oμως ο Αναξαγόρας είναι ακόμα πιο τολμηρός από την ερμηνεία της Κοπεγχάγης, γεγονός που με οδηγεί στις διαφορές τους. Επιμένει ότι η έννοια της ταυτόχρονης ύπαρξης όλων των ιδιοτήτων (συμπεριλαμβανομένων των αντιθέτων) είναι αληθής ανά πάσα στιγμή, ακόμα και μετά από μια παρατήρηση. Eτσι, κατά την άποψη του Αναξαγόρα, η γάτα είναι και νεκρή και ζωντανή (ή το ηλεκτρόνιο περιστρέφεται και κατά τις δύο διευθύνσεις ή το αντικείμενο είναι και ζεστό και ψυχρό) ακόμα και αφού παρατηρήσουμε ότι η γάτα είναι μόνο ζωντανή (ή το ηλεκτρόνιο περιστρέφεται μόνο κατά τη φορά των δεικτών του ωρολογίου ή το αντικείμενο είναι μόνο θερμό). Αλλά σύμφωνα με την άποψη της Κοπεγχάγης, έπειτα από μια παρατήρηση η γάτα είναι μόνο ζωντανή (ή το ηλεκτρόνιο περιστρέφεται μόνο κατά τη φορά των δεικτών του ωρολογίου ή το αντικείμενο είναι μόνο θερμό). Eτσι, μολονότι παρατηρούμε μόνο μία ιδιότητα, κι έτσι η γάτα φαίνεται μόνο ζωντανή (ή το ηλεκτρόνιο ανιχνεύεται να περιστρέφεται μόνο κατά τη φορά των δεικτών του ωρολογίου ή το αντικείμενο να είναι μόνο θερμό), για τον Αναξαγόρα οι άλλες ιδιότητες ποτέ δεν παύουν να υπάρχουν· επιμένει σε αυτό, διότι δεν θέλει να παραβιάσει τη θέση του Παρμενίδη ότι, εάν μια ιδιότητα έπαυε να υπάρχει, θα σήμαινε ότι μέρος του Oντος έγινε Μη-Ον. Μπορεί ο Αναξαγόρας να έχει κάποιο δίκιο επ’ αυτού; Μπορεί η γάτα να είναι με κάποιο τρόπο και νεκρή και ζωντανή, ακόμα και αφού την παρατηρούμε να είναι μόνο ζωντανή;

Φανταστικά, ναι! Σύμφωνα με τη δεύτερη πιο δημοφιλή ερμηνεία της κβαντικής θεωρίας, τη θεώρηση των πολλών κόσμων, ακόμα και αν εμείς παρατηρούμε τη γάτα να είναι ζωντανή (ή το ηλεκτρόνιο να περιστρέφεται κατά τη φορά των δεικτών του ωρολογίου), σε κάποιο άλλο σύμπαν (κόσμο, πραγματικότητα) η γάτα είναι πεθαμένη (ή το ηλεκτρόνιο περιστρέφεται κατά την αντίθετη φορά των δεικτών του ωρολογίου)!

Δηλαδή, μια έκβαση που είναι πιθανή αλλά δεν συμβαίνει στο δικό μας σύμπαν, συμβαίνει παρ’ όλα αυτά σε ένα άλλο σύμπαν. Γενικώς, κάθε έκβαση που θα μπορούσε να συμβεί στην παρούσα πραγματικότητά μας (σύμπαν) αλλά δεν συνέβη, διακλαδώνεται ως μια εναλλακτική πραγματικότητα (πραγματοποιείται) σε ένα παράλληλο (ξεχωριστό) σύμπαν· κάθε παράλληλο σύμπαν έχει έτσι τη δική του μοναδική πραγματικότητα που απαρτίζεται από συμβάντα που θα μπορούσαν να είχαν συμβεί στο δικό μας σύμπαν, αλλά δεν συνέβησαν.

Eτσι, η θεώρηση των πολλών κόσμων βρίσκεται σε πλησιέστερη συμφωνία τόσο με τη θεωρία του Αναξαγόρα όσο και με τη θέση του Παρμενίδη απ’ ό,τι με αυτήν της Κοπεγχάγης. Διότι, το Ον του Παρμενίδη (όντας το οτιδήποτε υπάρχει) μπορεί εύκολα να ερμηνευθεί ότι συμπεριλαμβάνει κάθε δυνατή έκβαση μιας παρατήρησης. Τότε, κατά τη θεώρηση των πολλών κόσμων, δεν είναι μόνο πριν από την παρατήρηση που όλες οι δυνατές εκβάσεις (ακόμη και οι αντίθετες) συνυπάρχουν σε μία μείξη που είναι μέρος του Oντος (όπως επίσης απαιτείται από τη θεωρία του Αναξαγόρα), αλλά όλες αυτές οι εκβάσεις, κατά μία έννοια, συνεχίζουν να συνυπάρχουν και άρα είναι μέρος του Oντος ακόμα και μετά από μια παρατήρηση (επίσης όπως απαιτείται από τη θεωρία του Αναξαγόρα)· διότι κάθε δυνατή έκβαση συμβαίνει στο δικό της παράλληλο σύμπαν, ακόμα κι όταν μια τέτοια έκβαση δεν παρατηρείται να συμβαίνει στο δικό μας σύμπαν. Ενώ από την άλλη μεριά, σύμφωνα με την άποψη της προσέγγισης της Κοπεγχάγης, μολονότι πριν από μια παρατήρηση όλες οι δυνατές εκβάσεις συνυπάρχουν σε μία μείξη που είναι μέρος του Oντος (όπως επίσης απαιτείται από τη θεώρηση του Αναξαγόρα), έπειτα από μια παρατήρηση μόνο ό,τι παρατηρείται να συμβαίνει συνεχίζει να υπάρχει (να είναι μέρος του Oντος) και ό,τι δεν παρατηρείται δεν υπάρχει πλέον, σαν ένα μέρος αυτού που κάποτε υπήρξε, μέρος του Oντος, να έγινε Μη-Ον (μια θέση που παραβιάζει σαφώς και τη θεωρία του Αναξαγόρα και τη θέση του Παρμενίδη). Eχοντας στο μυαλό μας τη θέση του Παρμενίδη, τότε κάποιος μπορεί να πει ότι η ερμηνεία των πολλών κόσμων της κβαντικής θεωρίας είναι περισσότερο ακριβής από αυτή της Κοπεγχάγης.

Θα μπορούσε το 1919 η ελληνική κυβέρνηση να διεκδικήσει αντί της Σμύρνης την Κωνσταντινούπολη;

«Ο Ελ. Βενιζέλος με τον Κλεμανσώ». Τέμπερα σε χαρτί του Christian Emil Rosenstand, 1917. (ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΡΓΩΝ ΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ)

Η πρόταση των Βρετανών εμπειρογνωμόνων Αρνολντ Τόινμπι και Χάρολντ Νίκολσον και η υποδοχή της από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον διεθνή παράγοντα

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Νοέμβριο του 1918, βρήκε την Ελλάδα στο στρατόπεδο των νικητών, ενώ την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία είχε συνταχθεί στον πόλεμο με τις Κεντρικές Δυνάμεις, σε εκείνο των ηττημένων. Συνεπώς, οι προοπτικές που διανοίγονταν ήταν διαφορετικές: η Ελλάδα προσδοκούσε μια νέα εδαφική διεύρυνση, έπειτα από εκείνη που είχε επιτύχει κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία μια περαιτέρω συρρίκνωση της επικράτειάς της.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, λοιπόν, ετίθετο ένα ερώτημα: ποιες θα έπρεπε να είναι οι προς ανατολάς διεκδικήσεις της στα εδάφη τής υπό διαμελισμό Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;

Σχεδόν ταυτοχρόνως με το τέλος του πολέμου (2 Νοεμβρίου 1918), ο Ελευθέριος Βενιζέλος απάντησε στο ερώτημα αυτό με ένα υπόμνημα που υπέβαλε στον Βρετανό ομόλογό του Λόιντ Τζορτζ. «Το σχέδιο περιλάμβανε τη δημιουργία ανεξάρτητου αρμενικού κράτους, τη δημιουργία, υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών, ενός ανεξάρτητου κράτους Κωνσταντινούπολης και Ανατολικής Θράκης, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ελευθερία των Στενών και την προσάρτηση της δυτικής Μικράς Ασίας στην Ελλάδα» (M. Llewellyn Smith, «Το όραμα της Ιωνίας», ΜΙΕΤ, σελ. 149).

Τρεις μήνες αργότερα (3-4 Φεβρουαρίου 1919), στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων, ο Ελληνας πρωθυπουργός παρουσιάστηκε στο Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο (Συμβούλιο των Δέκα) για να εξηγήσει και να αιτιολογήσει τις ελληνικές θέσεις. Η ανάλυσή του βασιζόταν στην εκτενή επίσημη έκθεση «Η Ελλάς ενώπιον του Συνεδρίου της Ειρήνης», την οποία είχε συντάξει ο ίδιος και εξηγούσε γιατί πρέπει να περιέλθουν στην Ελλάδα τα νησιά του Αιγαίου που παρέμεναν υπό τουρκική κατοχή, τα υπό ιταλική κατοχή Δωδεκάνησα, σχεδόν ολόκληρη η Βόρειος Ηπειρος και η Θράκη (δυτική και ανατολική).

Αναφερόμενος στην Κωνσταντινούπολη, υποστήριξε ότι στην πραγματικότητα ήταν πόλη ελληνική, αλλά, δεδομένων των πολλαπλών διεθνών συμφερόντων επ’ αυτής, πρότεινε ένα ειδικό διεθνές καθεστώς για το αστικό συγκρότημα μαζί με μια εκτεταμένη περιοχή πέριξ αυτού, τα οποία θα ετίθεντο υπό την εντολή της Κοινωνίας των Εθνών. Οπως είχε πει αστειευόμενος, ήταν «ο μόνος Ελληνας στον κόσμο που απέρριπτε την Κωνσταντινούπολη» (Τζάιλς Μίλτον, «Χαμένος παράδεισος», Μίνωας, 2022, σελ. 153).

Μάλιστα, σε ερώτηση του Λόιντ Τζορτζ αν πρότεινε τη διεθνοποίηση της Κωνσταντινούπολης και του περιαστικού της χώρου, συμπεριλαμβανομένων του Σκουταρίου και της απέναντι ακτής του Βοσπόρου, ο Βενιζέλος απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας στο διεθνές καθεστώς και τις περιοχές του Ιζμίτ (Νικομήδεια), της Καλλίπολης, της Μπίγας και μέρους της Προύσας (Σωτ. Ριζάς, «Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας», Καστανιώτης, 2015, σελ. 63).

Η εν λόγω επιλογή, να διεκδικηθεί δηλαδή η Σμύρνη και όχι (ή και) η Κωνσταντινούπολη, συζητήθηκε πολύ τότε – και εξακολουθεί να συζητείται. Επ’ αυτής, καταθέτουν τις απόψεις τους τέσσερις ιστορικοί, φωτίζοντάς την από διάφορες οπτικές.

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ:https://www.kathimerini.gr/society/561759073/tha-mporoyse-to-1919-i-elliniki-kyvernisi-na-diekdikisei-anti-tis-smyrnis-tin-konstantinoypoli/

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 15 Ορισμός της αρετής, ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ἠθικά Νικομάχεια, Β 6.10-13·16, 1106b18-28· 1106b36-1107a6 (Ενδεικτικές Δραστηριότητες)

Ενδεικτικές Δραστηριότητες

Α. Τι λέει το κείμενο;

  1. Με ποια κριτήρια αποδίδεται ηθικό πρόσημο στα πάθη, που καθ’ εαυτά είναι ηθικώς ουδέτερα; Συμβαίνει κάτι αντίστοιχο και με τις ανθρώπινες πράξεις;

Σύμφωνα με την α’ περίοδο του κειμένου ο άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται ποικίλα συναισθήματα, όπως  φόβο, θάρρος,  πόθο,  οργή,  ευσπλαχνία και γενικά να βιώσει είτε ευχάριστα είτε δυσάρεστα συναισθήματα σε διαφορετικό βαθμό και ένταση.

Ένα συναίσθημα μπορεί να κριθεί ηθικό ή όχι μόνον όταν εκδηλώνεται στο επίπεδο των ανθρώπινων σχέσεων (βλέπε α’ σχόλιο φακέλου σελ. 139).

Πιο συγκεκριμένα τα κριτήρια είναι τα εξής:

  • Ο χρόνος «ὅτε δεῖ»: δηλαδή να μην εκδηλώνεται ούτε πρώιμα ούτε καθυστερημένα.
  • Η αιτία και οι συνθήκες «ἐφ’ οἷς δεῖ» που προκαλούν το συναίσθημα να είναι ανάλογες με την ένταση και την ποιότητα του συναισθήματος.
  • Οι άνθρωποι προς τους οποίους εκδηλώνεται το συναίσθημα «προς οὕς»: το ίδιο συναίσθημα δεν πρέπει να εκδηλώνεται ομοιότροπα απέναντι σε όλους τους ανθρώπους αδιακρίτως.
  • Ο σκοπός «οὗ ἕνεκα»: το κάθε συναίσθημα, όταν εκδηλώνεται, πρέπει να αποσκοπεί σε κάποιο ωφέλιμο αποτέλεσμα.
  • Ο τρόπος «ὡς δεῖ» καθορίζει την ηθικότητα και την αποτελεσματικότητα του συναισθήματος, διότι ακόμα και όλα τα παραπάνω να υπάρχουν, αν ο τρόπος είναι άστοχος τότε χάνεται το ηθικό στοιχείο από το συναίσθημα.

Όλα τα παραπάνω χαρακτηρίζονται ως ηθικά κριτήρια για την αξιολόγηση ενός συναισθήματος, διότι επηρεάζουν τις ανθρώπινες σχέσεις είτε θετικά είτε αρνητικά.

Τα ίδια κριτήρια ισχύουν και για τις πράξεις, διότι αυτές επιλέγονται από τον πράττοντα με βάση τα εκάστοτε συναισθήματα, τα οποία τον ωθούν σε συγκεκριμένη συμπεριφορά. Τα συναισθήματα λοιπόν πρέπει να καθοδηγούνται από τη λογική (διανοητικές αρετές), ώστε να οδηγούν σε πράξεις που αποφεύγουν τά άκρα και χαρακτηρίζονται από μεσότητα.

 

  1. Πώς αντιμετωπίζει η κοινωνία την ηθική διάσταση των ανθρωπίνων παθών και πράξεων;

Η κοινωνία έχει εσωτερικεύσει το κριτήριο της μεσότητας, με βάση το οποίο χαρακτηρίζει μια πράξη ηθική, ενώ απορρίπτει τα άκρα, την έλλειψη και την υπερβολή.

Στο κείμενο ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τις λέξεις «ψέγεται» =κατακρίνεται για την ακραία συμπεριφορά, ενώ την λέξη «ἐπαινεῖται» για την μεσότητα. Μάλιστα αυτά τα ρήματα συνοδεύονται αντίστοιχα από το «ἁμαρτάνεται και το κατορθοῦται», για να δείξει ότι για την κοινωνία τα άκρα αποτελούν σφάλμα και αστοχία, ενώ η μεσότητα περιέχει την ορθότητα και ως προς τα συναισθήματα και τις πράξεις. (βλέπε και σχόλιο σελ. 55 και β’ σχόλιο βιβλίου σελ. 139)

Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου

  1. Είναι ο κάθε άνθρωπος απόλυτα υποκειμενικός στις ηθικές του επιλογές ή οφείλει να λάβει υπόψη του και ορισμένα αντικειμενικά (ανεξάρτητα από τον ίδιο) δεδομένα;

Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι η αρετή είναι μεσότητα υποκειμενική (προς ημάς). Όμως, για να μη καταστήσει την ενάρετη συμπεριφορά αυθαίρετη επιλογή, προσθέτει το αντικειμενικό κριτήριο της φρόνησης (φρόνιμος) που ανήκει στις διανοητικές αρετές και είναι η λογική ικανότητα του ανθρώπου να κάνει ηθικές επιλογές. Επιπλέον τονίζει πώς η αρετή καθορίζεται από τη λογική, άρα η ενάρετη πράξη δεν μπορεί να είναι παράλογη, επικίνδυνη και επιβλαβής για τον ίδιο αλλά και για τους άλλους,  αλλά ο άνθρωπος οφείλει να ζυγίζει τις συνέπειες κάθε  επιλογής του με βάση τη λογική, η οποία μπορεί να προσδιορίσει την ωφέλεια, προσωπική  και κοινωνική, από κάθε πάθος και πράξη.

Ο Αριστοτέλης επιστρατεύει ως κοινό κανόνα την ανθρώπινη λογική, τον Ορθό λόγο: η αναγωγή της ανθρώπινης λογικής σε στοιχείο καθοριστικό της μεσότητας εξασφαλίζει το στοιχείο της αντικειμενικότητας στην ανθρώπινη αυτή ιδιότητα. Ο Αριστοτέλης προχωρεί μάλιστα με ακόμη αυστηρότερο τρόπο στον καθορισμό του αντικειμενικού αυτού κριτηρίου: δεν μετράει γι’ αυτόν τόσο η κοινή ανθρώπινη λογική όσο η λογική του φρόνιμου ανθρώπου, του ανθρώπου που βουλεύεται εὖ.

«Η σχετικότητα που εμπερικλείεται στην εξάρτηση της ηθικής αρετής από τον παράγοντα προς ημάς ωθεί πολλούς να συμπεραίνουν ότι στα Ηθικά Νικομάχεια ο Αριστοτέλης υπεραμύνεται ενός ηθικού σχετικισμού που θα έδινε προτεραιότητα στην ιδιαιτερότητα του φύλου, της πόλης, του ατόμου κ.λπ. Αυτή όμως, η εντύπωση είναι απατηλή. Ο Αριστοτέλης ισορροπεί ανάμεσα στο αίτημα της αντικειμενικότητας και το αναπόδραστο δεδομένο ή γεγονός της σχετικότητας. Από τη μια πλευρά, υπάρχει ένα ιδεατό, το οποίο αντιστοιχεί στον ώριμο άνδρα (ενήλικα) που έχει διαπαιδαγωγηθεί σωστά στην τέλεια πόλη και θα έχει κατακτήσει τη φρόνηση. Αυτός μπορεί να αναγνωρίσει τη μεσότητα και να επιδείξει τις ηθικές αρετές, τις μέσες έξεις στον ακριβή και απόλυτα σωστό βαθμό. Άρα, υπάρχει ένα έδαφος αντικειμενικότητας (Δεδομένου ότι ο Αριστοτέλης ορίζει και ποια είναι η τέλεια πόλη και τι είναι φρόνηση.) Ταυτόχρονα όμως- και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό – ο Αριστοτέλης δεν παραγνωρίζει τον παράγοντα της σχετικότητας. Διότι δεν πιστεύει ότι προσήκει να απαιτούμε από όλους τους ανθρώπους τα ίδια επιτεύγματα. Θα ήταν τρομακτικά άδικο και πολιτικά επικίνδυνο να κρίνουμε με τα ίδια κριτήρια όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από το αν έχουν γεννηθεί ή όχι σε μια ευνομούμενη και καλά νομοθετημένη πολιτεία, αν έχουν φτάσει ή όχι στην ώριμη ηλικία του κ.λπ.»

Παύλος Κόντος «Τα δὐο ευ της ευτυχίας, Εισαγωγή στα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη» Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σελ. 89-90. 

Η φρόνηση

«Ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά. Γνωρίζουμε πως οι Λατίνοι μετέφρασαν με τη λέξη prudentia την φρόνηση των Ελλήνων και κυρίως του Αριστοτέλη και των στωικών. Περί τίνος πρόκειται; Περί μιας αρετής διανοητικής, εξηγούσε ο Αριστοτέλης, με την έννοια πως έχει να κάνει με την αλήθεια, με τη γνώση, με τη λογική: η φρόνηση είναι η έξις να αποφασίζουμε σωστά σχετικά με το τι είναι καλό ή κακό για τον άνθρωπο (όχι καθεαυτό, αλλά μέσα στον κόσμο ως έχει, όχι γενικά, αλλά στην άλφα ή βήτα συγκεκριμένη κατάσταση) και κατά συνέπεια να πράττουμε καταπώς αρμόζει. Είναι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ευθυκρισία, μια ευθυκρισία όμως στην υπηρεσία μιας καλής θέλησης. Ή ευφυΐα, ευφυΐα όμως ενάρετη. Σ’ αυτό το σημείο η φρόνηση καθορίζει όλες τις άλλες αρετές: δίχως αυτήν καμιά δεν θα ήξερε τι να κάνει, ούτε πώς να πετύχει αυτό στο οποίο αποσκοπεί (το καλό). Ο Θωμάς ο ΑΚινάτης έδειξε σαφώς πως από τις τέσσερις βασικές αρετές η φρόνηση είναι αυτή που πρέπει να κατευθύνει τις άλλες τρεις: η εγκράτεια, το θάρρος και η δικαιοσύνη δίχως αυτή δεν θα ήξεραν ούτε τι να κάνουν ούτε πώς θα ήταν αρετές τυφλές, αφηρημένες ( ο δίκαιος θα ήθελε τη δικαιοσύνη δίχως να ξέρει πώς να την εφαρμόσει, ο θαρραλέος δεν θα ήξερε τι να κάνει με το θάρρος του κ.λπ.). Από την άλλη, και η φρόνηση δίχως αυτές θα ήταν κενή περιεχομένου, μια απλή επιτηδειότητα. Η φρόνηση έχει κάτι το ταπεινό, το εργαλειακό: τίθεται στην υπηρεσία σκοπών που δεν είναι δικοί της και ασχολείται μόνο με την επιλογή των μέσων. Ωστόσο αυτό ακριβώς την καθιστά αναντικατάστατη: καμία πράξη, καμία αρετή – εν πάση περιπτώσει, καμία έμπρακτη αρετή – δεν μπορεί να την παρακάμψει. Η φρόνηση δεν δεσπόζει, δεν βασιλεύει (η δικαιοσύνη είναι σπουδαιότερη, όπως και η αγάπη), ωστόσο κυβερνά. Και τι θα ήταν ένα βασίλειο δίχως διακυβέρνηση; Δεν αρκεί να αγαπάμε τη δικαιοσύνη για να είμαστε δίκαιοι ούτε να θέλουμε ειρήνη για να έχουμε ειρήνη: χρειάζεται επιπλέον η ορθή κρίση, η σωστή απόφαση, η ενδεδειγμένη πράξη. Η φρόνηση αποφασίζει για όλα αυτά, για την πραγμάτωσή τους όμως αναλαμβάνει το θάρρος.

Οι στωικοί έβλεπαν τη φρόνηση σαν επιστήμη (“η επιστήμη των πραγμάτων που πρέπει ή δεν πρέπει κανείς να κάνει”, έλεγαν), πράγμα που ο Αριστοτέλης είχε ευλόγως αρνηθεί γιατί η επιστήμη έχει να κάνει με το αναγκαίο και η φρόνηση με το ενδεχόμενο. Η φρόνηση προϋποθέτει την αβεβαιότητα, το τυχαίο, το άγνωστο. Ένας θεός δεν θα τη χρειαζόταν, στον άνθρωπο όμως είναι απαραίτητη. Η φρόνηση δεν είναι επιστήμη, είναι αυτό που υποκαθιστά την επιστήμη όπου αυτή εκλείπει. Δεν μπορούμε να αποφασίζουμε παρά εκεί όπου υπάρχει δυνατότητα επιλογής, με άλλα λόγια εκεί όπου καμιά αποδεικτική διαδικασία δεν είναι εφικτή ή επαρκής: σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει να έχουμε τη βούληση όχι μόνο για να επιλέξουμε τον αγαθό σκοπό, αλλά και τα αγαθά μέσα για την επίτευξή του! Δεν αρκεί να αγαπά κανείς τα παιδιά του για να είναι καλός πατέρας ούτε αρκεί να θέλει το καλό τους για να το κάνει. Το να αγαπάς, θα έλεγε ο Κολίς, δεν σε απαλλάσσει από το να είσαι έξυπνος. Οι Έλληνες το ήξεραν, καλύτερα ίσως από εμάς. Η φρόνηση είναι κάτι σαν πρακτική σοφία: σοφία της πράξης, για την πράξη, κατά την πράξη. Δεν υποκαθιστά ωστόσο την πραγματική σοφία, γιατί δεν αρκεί το καλώς πράττειν για το ευ ζην, ούτε αρκεί να είναι κανείς ενάρετος για να είναι ευτυχισμένος. Εδώ ο Αριστοτέλης, κόντρα σε όλους σχεδόν τους αρχαίους, έχει δίκιο: για την ευτυχία δεν αρκεί η αρετή, όπως ούτε η αρετή για την ευτυχία. Η φρόνηση είναι ωστόσο απαραίτητη τόσο για την ευτυχία όσο και για την αρετή, και η σοφία ακόμη δεν μπορεί να την παρακάμψει. Σοφία δίχως φρόνηση θα ήταν μια τρελή σοφία και δεν θα ήταν πια σοφία.

Ο Επίκουρος λέει ίσως το ουσιώδες: η φρόνηση που επιλέγει (μέσω ¨της σύγκρισης και της εξέτασης των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων”)  εκείνες τις επιθυμίες που είναι συμφέρον να ικανοποιήσουμε, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους θα τις ικανοποιήσουμε, είναι πολυτιμότερη από τη φιλοσοφία” και από αυτήν “προέρχονται όλες οι άλλες αρετές”.»

Andre Comte-Sponville: «Μικρή πραγματεία περί μεγάλων αρετών» Μετάφραση: Άντα Κλαμπατσέα (Εξάντας-Νήματα) σελ. 47-49.

 

  1. Ο αριστοτελικός ορισμός της αρετής είναι τυπικός ως προς τη δομή του. Ποια είναι η έννοια γένους της αρετής και ποια η ειδοποιός διαφορά της; Πώς προσδιορίζονται ακριβέστερα αφενός η έννοια γένους, αφετέρου η ειδοποιός διαφορά;

῎Εστιν ἄρα ἡ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική,

Οριστέα έννοι: Αρετή

Γένος ἕξις, ακριβής προσδιορισμός: προαιρετική

Όπως έχει δείξει ο Αριστοτέλης «ἡ ἠθική ἀρετή ἐξ ἒθους περιγίγνεται»  η αρετή επέρχεται στον άνθρωπο μέσω του εθισμού, ο οποίος για να πραγματωθεί απαιτείται ο άνθρωπος να τον επιλέγει με τη θέλησή του (προαιρετική). Η επανάληψη ομοίων ενεργειών οδηγεί στην παγίωση των έξεων. Εφόσον οι ενέργειες που επιλέγονται και ασκούνται με σταθερότητα είναι ποιοτικές, τότε οδηγούν στις ορθές έξεις οι οποίες με τη σειρά τους διαμορφώνουν την αρετή. (δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα).

Ειδοποιός διαφορά

ἐν μεσότητι οὖσα  τῇ πρὸς ἡμᾶς,

Η αρετή αφορά τον καθένα άνθρωπο ξεχωριστά, ο οποίος επιλέγει τις ορθές πράξεις, ώστε να πετύχει την ενάρετη συμπεριφορά και ιδιότητες. Η μεσότητα επιλέγεται από τον κάθε άνθρωπο, γιατί αυτή επηρεάζεται από ποικίλους παράγοντες (χρόνος, άνθρωποι, αιτία, σκοπός, τρόπος) άρα σχετίζεται με την υποκειμενική μεσότητα.

ὡρισμένῃ λόγῳ καὶ ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν.

Η υποκειμενικότητα όμως δεν είναι άκρατη αλλά πρέπει να συνδιαμορφώνεται σύμφωνα  με τις λογικές παραμέτρους τις οποίες καθορίζει ο άνθρωπος εκείνος που έχει ενσωματώσει την φρόνηση, μια από τις διανοητικές αρετές που βοηθά τον άνθρωπο να λαμβάνει σε κάθε περίσταση τις ορθές αποφάσεις, ώστε να υιοθετήσει την ενδεδειγμένη και πρέπουσα συμπεριφορά.

Με την αρετή λοιπόν ο άνθρωπος μπορεί να εκδηλώνει ελεύθερα τις θετικές πλευρές του εαυτού του, ο οποίος ολοκληρώνεσαι ηθικά και τελειώνεται κοινωνικά και πολιτικά, αφού κυριαρχεί η υπεύθυνη και λογική εν γένει στάση του.

«Η ηθική αρετή είναι (1) έξις. Είναι (2) έξις προαιρετική: έχει σχέση με την προαίρεση, με το πώς επιλέγουμε τις πράξεις μας.

Το τρίτο στοιχείο (3) είναι ότι βρίσκεται σε ένα μέσον και μάλιστα σε αναφορά προς εμάς τους ίδιους. (4) Επιδέχεται έλλογο προσδιορισμό.

Πρός ἡμᾶς, σε σχέση με εμάς. Αυτή η αναφορά ας κατανοηθεί σε τρία επίπεδα: (α) Το ημάς θα σημαίνει, κατ’αρχήν, εμάς τους ανθρώπους. Για παράδειγμα, άλλη σχέση έχουν τα ζώα, άλλη ο Θεός κ.ο.κ. (β) Δεύτερο επίπεδο: το ημάς αλλάζει ανάλογα με το φύλο μας, την ηλικία, την κοινωνική μας ταυτότητα (ως προς την πόλη την οποία έχουμε διαπαιδαγωγηθεί). (γ) Τέλος, υπάρχει ένα επίπεδο ατομικό: ο καθένας από μας, και μάλιστα όχι ο ίδιος σε όλη του τη ζωή, αλλά στις συγκεκριμένες κάθε φορά περιστάσεις στις οποίες εμπλέκεται η πράξη του.»

Παύλος Κόντος «Τα δὐο ευ της ευτυχίας, Εισαγωγή στα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη» Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σελ. 88-89. 

ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ:

Η αριστοτελική αρετή ως μεσότητα

Ποιος είναι ο τελικός ορισμός της αρετής;

Ηταν μονόδρομος για τον Βενιζέλο να δεχθεί την απόβαση στη Σμύρνη;

ΕΡΕΥΝΕΣ

Τέσσερις ιστορικοί γράφουν για τις συνθήκες στην περιοχή και το διεθνές κλίμα

itan-monodromos-gia-ton-venizelo-na-dechthei-tin-apovasi-sti-smyrni-561739942

Παρίσι, 29 Απριλίου 1919. Ο Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ τηλεφωνεί στον Ελευθέριο Βενιζέλο για να έρθει στο υπουργείο Εξωτερικών, όπου συνεδρίαζε το Ανώτατο Συμβούλιο, στο πλαίσιο της Διεθνούς Διάσκεψης Ειρήνης. Ο Eλληνας πρωθυπουργός φτάνει στις 2.45 μ.μ. Ακολουθεί –όπως καταγράφει στο ημερολόγιό του– η εξής στιχομυθία με τον Βρετανό ομόλογό του:

– Εχετε διαθέσιμον στρατόν;

– Εχομεν. Περί τίνος πρόκειται;

– Απεφασίσαμεν σήμερον μετά του [Αμερικανού] προέδρου Ουίλσωνος και του κυρίου Κλεμανσώ [πρωθυπουργού της Γαλλίας] ότι δέον να καταλάβετε την Σμύρνην.

– Είμεθα έτοιμοι.

Λίγο αργότερα, ένα επείγον τηλεγράφημα που υπογραφόταν από τον Βενιζέλο έφτανε στον αντιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο, στο Γενικό Στρατηγείο της Θεσσαλονίκης: «Τούτην την στιγμήν, το Ανώτατον Συμβούλιον της Διασκέψεως με πληροφορεί ότι, εν τη σημερινή συνεδριάσει του, απεφάσισεν όπως η στρατιωτική δύναμις περί ης σας τηλεγράφησα, αναχωρήσει αμέσως εις την Σμύρνην. Η απόφασις ελήφθη παμψηφεί. Ζήτω το Εθνος».

Μία ημέρα μετά, αντίστοιχο μήνυμα λάμβανε και ο Ηλίας Μαυρουδής, επικεφαλής της ελληνικής αποστολής στη Σμύρνη. Αποστολέας και αυτού ο Βενιζέλος: «Το πλήρωμα του χρόνου ήλθεν. Η Ελλάς εκλήθη υπό του Συνεδρίου της Ειρήνης να καταλάβη την Σμύρνην, ίνα ασφαλίση την τάξιν. Οι ομογενείς εννοούσιν ότι η απόφασις αύτη ελήφθη διότι εν τη συνειδήσει των διευθυνόντων το Συνέδριον είναι αποφασισμένη η ένωσις της Σμύρνης μετά της Ελλάδος. […]».

Ξημερώματα της 2ας Μαΐου ο ελληνικός στρατός αποβιβαζόταν στη Σμύρνη. Την ίδια ημέρα, οι κάτοικοί της διάβαζαν μια προκήρυξη που είχε γραφτεί στην τουρκική γλώσσα και την υπέγραφε –ως διοικητής του Στρατού Κατοχής– ο συνταγματάρχης Πυροβολικού Νικόλαος Ζαφειρίου: «Φέρω εις γνώσιν ημών ότι κατ’ εντολήν της κυβερνήσεώς μου (ενεργούσης εκ συμφώνου μετά των Συμμάχων αυτής) προβαίνω εις στρατιωτικήν κατάληψιν της Σμύρνης και των πέριξ. Η κατοχή αυτή σκοπόν έχει την εξασφάλισιν των πληθυσμών και την προστασίαν εν γένει της εννόμου τάξεως. Ουδαμώς σκοπεύει να προκαταλάβη τας αποφάσεις της Συνδιασκέψεως περί της τύχης των εδαφών, μετά των οποίων άλλωστε επί τρισχίλια ήδη έτη τοσούτοι δεσμοί συνδέουσι την Ελλάδα. […]».

Στα χρόνια που ακολούθησαν, η επιλογή του Βενιζέλου να αποβιβαστεί τότε ελληνικός στρατός στη Σμύρνη συζητήθηκε αρκετά – και συζητείται ακόμη. Επρεπε ή όχι να προχωρήσει στην απόβαση στη Σμύρνη;

Πρόκειται για ένα από τα πολλά ερωτήματα που έχουν αναδειχθεί γύρω από τη Μικρασιατική Εκστρατεία και ευρύτερα την περίοδο 1919-1922. Επ’ αυτού καταθέτουν σήμερα την άποψή τους τέσσερις ιστορικοί, εγκαινιάζοντας έναν κύκλο δημοσιεύσεων της «Κ», στα οποία έγκριτοι ιστορικοί, ερευνητές και πανεπιστημιακοί καταθέτουν τις –όχι πάντα συγκλίνουσες– απόψεις τους επί ανάλογων ερωτημάτων, φωτίζοντάς τα από διάφορες οπτικές και συμβάλλοντας σε έναν γόνιμο ιστορικό διάλογο.

itan-monodromos-gia-ton-venizelo-na-dechthei-tin-apovasi-sti-smyrni0

Αποτέλεσμα τριών συνεχόμενων συγκυριών

Του Γιώργου Μαυρογορδάτου

Αυτή η εξέλιξη δεν ήταν εξαρχής προδιαγεγραμμένη από τον ελληνικό αλυτρωτισμό ή και «μεγαλοϊδεατισμό». Αντίθετα, ήταν στην ουσία συγκυριακή, αφού προέκυψε από τρεις συνεχόμενες συγκυρίες.

Η πρώτη συγκυρία προήλθε από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Μέχρι το 1914, δεν υπήρχε «Μικρασιατική πολιτική», όπως έγραφε και ο Ιωάννης Μεταξάς το 1924. Δεν υπήρχε δηλαδή ούτε σκέψη για εδαφική επέκταση στη Μικρά Ασία. Ο Βενιζέλος απέκλειε ουσιαστικά τη διεκδίκηση άλλων τουρκικών εδαφών και απέβλεπε πλέον στη μελλοντική ειρηνική συνύπαρξη Ελλάδας και Τουρκίας, που θα εξασφάλιζε και την αμοιβαία προστασία των ελληνικών πληθυσμών στην Τουρκία και των τουρκικών ή γενικότερα μουσουλμανικών στην Ελλάδα. Η πολιτική του ταίριαζε απόλυτα σε μία χώρα που έβγαινε κερδισμένη από τους πολέμους.

Δεν ίσχυε όμως το ίδιο για την Τουρκία. Ως αντίδραση στην ήττα και στην απώλεια όλων σχεδόν των ευρωπαϊκών εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Νεότουρκοι υιοθέτησαν ως συνταγή σωτηρίας τον «εκτουρκισμό» της, με αναπόφευκτο κριτήριο το μουσουλμανικό θρήσκευμα. Για την ασφάλεια ειδικά της Μικράς Ασίας, αρνήθηκαν να αποδεχθούν την απόκτηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου από την Ελλάδα. Επιπλέον, οι ελληνικοί πληθυσμοί των απέναντι μικρασιατικών παραλίων έπρεπε να εκδιωχθούν ή να εκτοπισθούν.

Ετσι, το 1914 η Ελλάδα αντιμετώπισε άμεσο κίνδυνο νέου πολέμου με την Τουρκία, στον οποίο όμως θα ήταν ολομόναχη, χωρίς συμμάχους. Η κυβέρνηση Βενιζέλου έκανε ό,τι μπορούσε για να τον αποτρέψει, αρχίζοντας διαπραγματεύσεις με την Τουρκία για το ζήτημα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, αλλά και για την ανταλλαγή ελληνικών πληθυσμών της Τουρκίας με μουσουλμανικούς από την Ελλάδα.

Προέκυψε όμως εντελώς νέα συγκυρία μετά την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη συμμετοχή της Τουρκίας σ’ αυτόν. Ματαιώθηκε το ενδεχόμενο ελληνοτουρκικής συμφωνίας, ενώ προσφέρθηκε στην Ελλάδα μία μοναδική ευκαιρία να αντιμετωπίσει την Τουρκία στο πλευρό ισχυρών συμμάχων. Ηταν επίσης η τελευταία ευκαιρία για τη διάσωση των ελληνικών πληθυσμών της Τουρκίας, αφού αυτοί απειλούνταν με άμεσο και οριστικό αφανισμό. Ετσι ο Βενιζέλος κατέληξε να επιδιώκει από το 1915 την επέκταση του ελληνικού κράτους στη Μικρά Ασία ως μοναδικό τρόπο για τη διάσωση του ελληνισμού εκεί, αλλά και για την παλιννόστηση όσων είχαν ήδη φύγει ως πρόσφυγες.

Μετά το τέλος του πολέμου, ο Βενιζέλος μπορούσε βάσιμα να υπολογίζει ότι η Ελλάδα δεν θα αντιμετώπιζε ποτέ μόνη της ενδεχόμενη αντίσταση από την ηττημένη Τουρκία. Χρησιμεύει εδώ ο παραλληλισμός με την επίσης ηττημένη Γερμανία. Οπως ακριβώς και με τη Γερμανία, τα αρχικά σχέδια των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου περιλάμβαναν τη διαρκή εξουδετέρωση της Τουρκίας ως στρατιωτικής απειλής που θα μπορούσε στο μέλλον να ανατρέψει τους όρους της συνθήκης ειρήνης.

Πέρα από τους γνωστούς περιορισμούς που επιβλήθηκαν από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών στον αριθμό και τον εξοπλισμό των δικών της ενόπλων δυνάμεων, η Γερμανία θα παρέμενε μόνιμα περικυκλωμένη από μία ακαταμάχητη συμμαχία τεσσάρων κρατών με επικεφαλής τη Γαλλία. Τον σιδερένιο κλοιό συμπλήρωναν η Πολωνία, η Τσεχοσλοβακία και το Βέλγιο.

Τον ίδιο ακριβώς ρόλο στην περίπτωση της Τουρκίας επρόκειτο να παίξουν δύο κράτη με ανάλογα χαρακτηριστικά: η μεγαλωμένη Ελλάδα από τα δυτικά και η νεοσύστατη μεγάλη Αρμενία από τα ανατολικά. Η κοινή έχθρα απέναντι στους Τούρκους και η ζωτική ανάγκη διαφύλαξης των κεκτημένων αποτελούσαν την καλύτερη εγγύηση μελλοντικής τους συνεργασίας. Γι’ αυτό άλλωστε ο Βενιζέλος συνιστούσε στους Ελληνες του Πόντου να ενταχθούν στην Αρμενία, αφού η Ελλάδα ήταν μακριά και αδυνατούσε να ενσωματώσει την περιοχή τους.

Επιπλέον, πέρα από τη συνδυασμένη ισχύ Ελλάδας και Αρμενίας, πέρα από τη βρετανική ισχύ, υπήρχε και η προοπτική στρατιωτικής παρουσίας σε περιοχές της Μικράς Ασίας από δύο ακόμη Μεγάλες Δυνάμεις (Γαλλία και Ιταλία). Τέλος, όπως και στην Κεντρική Ευρώπη, τη μονιμότητα όλων των ρυθμίσεων επρόκειτο να εξασφαλίζει η νεοπαγής Κοινωνία των Εθνών με υπέρτατη εγγύηση τις ΗΠΑ.

Στην οπτική αυτή, ο Βενιζέλος δεν υπήρξε ούτε λιγότερο διορατικός ούτε περισσότερο απερίσκεπτος από όλους τους άλλους ηγέτες –Μεγάλων Δυνάμεων ή και μικρότερων χωρών– που συνδιαμόρφωσαν μία νέα τάξη πραγμάτων εις βάρος των ηττημένων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου πιστεύοντας ότι αυτή θα έχει διάρκεια και αντοχή.

Η τρίτη και τελευταία συγκυρία αφορά ειδικά τον Μάιο του 1919. Τότε η Ιταλία απουσίασε για λίγο από τη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης, ενώ επιχειρούσε να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα, καταλαμβάνοντας η ίδια τη Σμύρνη. Προκάλεσε έτσι τη βίαιη αντίδραση των άλλων νικητριών Μεγάλων Δυνάμεων (Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας και ΗΠΑ). Αυτές στράφηκαν στην Ελλάδα, ώστε να καταλάβει εκείνη τη Σμύρνη, προλαβαίνοντας τους Ιταλούς, όπως και έγινε. Τέτοια ευκαιρία δεν επρόκειτο να ξαναπαρουσιαστεί. Αν ο Βενιζέλος είχε διστάσει ή καθυστερήσει, τη Σμύρνη θα την είχαν καταλάβει κατά πάσα πιθανότητα οι Ιταλοί και ασφαλώς δεν θα την παραχωρούσαν ύστερα στην Ελλάδα.

Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι με τις τότε συνθήκες, στην τότε συγκυρία, ναι, ήταν μονόδρομος.

* Ο κ. Γιώργος Μαυρογορδάτος είναι τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

itan-monodromos-gia-ton-venizelo-na-dechthei-tin-apovasi-sti-smyrni1

Ηταν αδιανόητο να μη σταλεί στρατός στη Μικρασία

Του Ευάνθη Χατζηβασιλείου 

Η αποτίμηση μιας τόσο σημαντικής απόφασης πρέπει να γίνεται προσεκτικά και χωρίς να υποκύπτουμε στους πειρασμούς του πρωθύστερου. Οφείλουμε να αποστασιοποιηθούμε από ερμηνείες μεταγενέστερες (και επομένως «επιχρωματισμένες» από τη μετέπειτα εμπειρία), που συχνά είναι προϊόντα των τρομερών παθών του Εθνικού Διχασμού. Με άλλα λόγια, θα πρέπει, εκατό χρόνια μετά, να μπορούμε να ερμηνεύσουμε την απόφαση με όρους εκείνης της εποχής και των διλημμάτων της, και όχι, π.χ., με γνώμονα τη μεταγενέστερη κατηγορία των αντιβενιζελικών που (τραυματισμένοι από τη Δίκη και την εκτέλεση των Εξ) θέλησαν να μεταθέσουν την ευθύνη για την Καταστροφή στην αρχική απόφαση του Βενιζέλου.

Ο Eλληνας πρωθυπουργός, από το 1914, όφειλε να διαχειριστεί μια τρομακτικής έντασης πίεση, στο μέσον ενός Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά την έκρηξη του Μεγάλου Πολέμου ήταν φανερό (ή έστω, εξαιρετικά πιθανό) ότι η εποχή των αυτοκρατοριών στην ευρύτερη περιοχή της «Εγγύς Ανατολής» έφθανε στο τέλος της και θα εδραιωνόταν πλέον το μοντέλο διακυβέρνησης του έθνους-κράτους. Στο πλαίσιο αυτό, οι διάσπαρτες ελληνικές κοινότητες στην περιοχή, εφόσον περιέρχονταν υπό την εξουσία ενός εχθρικού έθνους-κράτους, αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο της εκδίωξης ή ακόμη και της εξόντωσης. Αυτό είχε ήδη συμβεί με τους Ελληνες της Ανατολικής Ρωμυλίας που είχαν εκδιωχθεί μετά την προσάρτησή της από τη Βουλγαρία και κυρίως μετά το 1906. Εξάλλου, εξαιρετικά έντονες πιέσεις δεχόταν ο ελληνισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον «πρώτο διωγμό», μετά το 1914. Ηταν λοιπόν σαφές το δίλημμα: εάν η Ελλάδα δεν διεκδικούσε τη ζώνη της Σμύρνης, θα άφηνε μοιραία τους Ελληνες της περιοχής να εκδιωχθούν σε τραγικές συνθήκες.

Το 1914, ήταν φανερό ότι η Αθήνα δεν μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα για να τους προστατεύσει: η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια σημαντική δύναμη, πολύ ισχυρότερη από την Ελλάδα, ενώ επιπλέον διέθετε την υποστήριξη μιας μεγάλης Δύναμης, της Γερμανίας. Παράλληλα, η Ελλάδα αντιμετώπιζε και τη βουλγαρική δυσφορία για την απώλεια της παράκτιας μακεδονικής ζώνης στους Βαλκανικούς Πολέμους. Επομένως, το 1914, μια ελληνική κίνηση στην Ιωνία θα οδηγούσε, σχεδόν με βεβαιότητα, σε διμέτωπο αγώνα με ισχυρότερους αντιπάλους και έπρεπε να αποκλειστεί.

Ωστόσο, μετά το 1918, η Βουλγαρία είχε τεθεί εκτός μάχης, η Οθωμανική Αυτοκρατορία διαλυόταν, και ο Βενιζέλος μπορούσε να στείλει τον στρατό στη Σμύρνη ως μέρος ενός μεγάλου διεθνούς συνασπισμού ή έστω με την υποστήριξη ορισμένων μεγάλων δυνάμεων και την ανοχή άλλων. Hταν λοιπόν εφικτή και γεωπολιτικά και διεθνοπολιτικά μια τέτοια κίνηση. Ο Βενιζέλος αντιλαμβανόταν ότι δεν μπορούσε να πάρει την Πόλη (οι σύμμαχοι δεν θα του την έδιναν και επιπλέον οι Ελληνες δεν ήταν πλειοψηφία του πληθυσμού της). Ακόμα, δεν μπορούσε, λόγω της μεγάλης απόστασης, να ενεργήσει στον Πόντο, όπου επίσης οι Ελληνες δεν ήταν πλειοψηφία. Η Σμύρνη όμως ήταν μια εφικτή επιλογή. Και η απόκτησή της, κατά τη στρατηγική του Βενιζέλου, αναβαθμίζοντας τη διεθνή θέση της χώρας, θα της επέτρεπε να προστατεύσει και τους άλλους πληθυσμούς που δεν θα εντάσσονταν στο ελληνικό κράτος – π.χ. τους Ελληνες του Πόντου που θα εντάσσονταν σε ένα άλλο, αλλά φίλιο έθνος-κράτος, το αρμενικό. Ηταν λοιπόν μια στρατηγική κίνηση η αποστολή του στρατού στη Σμύρνη: προστάτευε τον ελληνικό πληθυσμό της Ζώνης και δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την προστασία και άλλων ελληνικών κοινοτήτων. Βασιζόταν, βέβαια, στην ικανότητα της Ελλάδας να αποκτήσει και να διατηρήσει (κάτι που δεν έκανε μετά τις εκλογές του 1920) τη στήριξη ενός μεγάλου διεθνούς μετώπου.

Δεν ήταν, όμως, μόνον το ότι το 1919 αναδυόταν μια ευκαιρία. Αξίζει να αναρωτηθούμε εάν μπορούσε ο Βενιζέλος να μη στείλει τον στρατό στη Σμύρνη. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ελλάδα, νικήτρια στον πόλεμο και μέλος του διεθνούς συνασπισμού των νικητών, θα άφηνε τους Ελληνες της Ιωνίας να εκδιωχθούν, ενώ δεν αντιμετώπιζε τη στιγμή εκείνη μια ισχυρή αντίσταση από το εσωτερικό της Τουρκίας (το κεμαλικό κίνημα γιγαντώθηκε αργότερα). Εάν ο Ελληνας πρωθυπουργός δεν ενεργούσε και άφηνε τον ελληνισμό της Σμύρνης να χαθεί, όταν όλα τα πλεονεκτήματα φαίνονταν να είναι στα χέρια της Ελλάδας, θα είχαμε περάσει τα επόμενα εκατό χρόνια συζητώντας για την «προδοσία του Βενιζέλου».
Με άλλα λόγια, από οποιαδήποτε οπτική γωνία και εάν εξεταστεί το θέμα, η αποστολή του στρατού στη Σμύρνη ήταν πράγματι μονόδρομος. Ηταν αδιανόητο η Ελλάδα, μέλος του συνασπισμού των νικητών, να καθίσει πίσω και να βλέπει τη βέβαιη καταστροφή της ιωνικής κοινότητας. Δεν θα ήταν εύκολο το εγχείρημα· αλλά αυτό είναι άσχετο με το δίλημμα που είχε σχηματιστεί. Μεταγενέστερες ερμηνείες δεν θα πρέπει να εκτρέπουν τη δική μας νηφάλια αποτίμηση.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και γενικός γραμματέας του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.

itan-monodromos-gia-ton-venizelo-na-dechthei-tin-apovasi-sti-smyrni2
Μάιος 1919. Τμήματα της ελληνικής Ι Μεραρχίας στους εγκαταλελειμμένους τουρκικούς στρατώνες.

itan-monodromos-gia-ton-venizelo-na-dechthei-tin-apovasi-sti-smyrni3

Η μόνη λύση που θα διασφάλιζε τους ελληνικούς πληθυσμούς

Του Σπυρίδωνος Πλουμίδη

Η εκστρατεία της Ελλάδας στη Μικρά Ασία ήταν επιβεβλημένη. Η πρωτογενής αιτία που οδήγησε την Ελλάδα στην ανατολική ακτή του Αιγαίου ήταν ο ανηλεής διωγμός που εξαπέλυσαν οι Νεότουρκοι εναντίον του ελληνικού στοιχείου στη Δυτική Μικρά Ασία και στην Ανατολική Θράκη το 1914. Την άνοιξη του 1914 150.000-200.000 ομογενείς κατέφυγαν ως πρόσφυγες στην ελληνική επικράτεια και κατέκλυσαν τη Μυτιλήνη, τη Χίο και τη Θεσσαλονίκη. Στόχος της νεοτουρκικής ηγεσίας ήταν να εκκαθαρίσει, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, τα βιλαέτια Αδριανουπόλεως, Προύσας και Αϊδινίου από το ελληνορθόδοξο και το βουλγαρορθόδοξο στοιχείο. Ο διωγμός του 1914 έθεσε την Ελλάδα ενώπιον ενός αδυσώπητου πολιτικού και ηθικού διλήμματος, που καμία κυβέρνηση δεν μπορούσε να αγνοήσει. Ο πρωτοφανής αυτός διωγμός, ο οποίος έχει μείνει στη μνήμη των Μικρασιατών ως η «Πρώτη Προσφυγιά», εξώθησε την κυβέρνηση Βενιζέλου να απειλήσει (29 Μαΐου 1914) με πόλεμο την Τουρκία, σε περίπτωση που η τελευταία δεν σταματούσε την εκδίωξη των ομογενών και δεν αποκαθιστούσε άμεσα την τάξη. Το έντονο ελληνικό διάβημα, όπως και αντίστοιχα αυστηρά διαβήματα της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, ανάγκασαν τους Νεότουρκους να αναδιπλωθούν και να θέσουν προσωρινό φραγμό στον διωγμό.

 

Ωστόσο, η κατάπαυση του διωγμού και μια προσωρινή ελληνοτουρκική συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών, που συνομολογήθηκε τότε (9/22 Μαΐου 1914), δεν ικανοποίησαν τις ανησυχίες του Βενιζέλου, ο οποίος ήταν πεπεισμένος ότι σε δεδομένη στιγμή οι Νεότουρκοι θα εκδίωκαν το σύνολο του εναπομείναντος ελληνισμού από την ασιατική Τουρκία. Την ίδια εκτίμηση έκανε και ο προκαθήμενος της Ορθοδοξίας (Οικουμενικός Πατριάρχης Γερμανός Ε΄), ο οποίος με (γαλλόγλωσσο) υπόμνημά του (2/15 Ιουλίου 1914) προς τις κυβερνήσεις των Μεγάλων ευρωπαϊκών Δυνάμεων τόνισε ότι «οι κυβερνώντες στην Τουρκία βρίσκονται καθ’ οδόν να εφαρμόσουν ένα σχέδιο πλήρους εξόντωσης των Ελλήνων, ένα σχέδιο το οποίο ενέχει μεγάλους κινδύνους και για τις άλλες εθνότητες αυτής της χώρας».

Παράλληλα, καθ’ όλο το β΄ μισό του 1914 η κυβέρνηση Βενιζέλου δεχόταν ασφυκτικές πιέσεις από τους πρόσφυγες να απαιτήσει από την Τουρκία την παλιννόστηση και την αποζημίωσή τους. Τον Νοέμβριο ιδρύθηκε στην Αθήνα ο πρώτος προσφυγικός σύλλογος (ο Σύνδεσμος «Καρτερία») με αυτόν τον σκοπό. Τον Δεκέμβριο οι πιέσεις αυτές κλιμακώθηκαν με συλλαλητήριο των προσφύγων στην Αθήνα. Ταυτόχρονα, η αντιπολίτευση στη Βουλή και ο Τύπος κατηγόρησαν τον Βενιζέλο για διπλωματικές υποχωρήσεις και αδυναμία επιβολής του εθνικού κύρους στην Τουρκία. Επομένως, για τον Βενιζέλο αλλά και τους υπόλοιπους πολιτικούς ηγέτες της χώρας (Γ. Θεοτόκη, Δ. Ράλλη, Ν. Στράτο κ.ά.), η μόνη λύση που θα διασφάλιζε τη ζωή, την τιμή και την περιουσία των Μικρασιατών Ελλήνων και την ασφαλή παραμονή τους στις εστίες τους ήταν η υπαγωγή τους υπό την αιγίδα της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η κληρονομιά των Ρως και η αντιπαράθεση Ρωσίας – Ουκρανίας

ΑΠΟΨΗ

Η Iστορία δείχνει ότι οι δεσμοί μεταξύ των δύο κρατών είναι ιδιαίτεροι, γι’ αυτό μια τέτοια σχέση δεν μπορεί να σφυρηλατηθεί υπό την απειλή των όπλων.

«Η Ρωσία δεν είναι θυμωμένη, συγκεντρώνεται». Οι ιδεολογικοί λόγοι πίσω από την ένταση στα ουκρανικά σύνορα αποκρυσταλλώνονται στο πρόσφατο άρθρο του Βλαντιμίρ Πούτιν «Πάνω στην ιστορική ενότητα Ρώσων και Ουκρανών». Ο Ρώσος πρόεδρος αναφέρει ότι Ρώσοι και Ουκρανοί είναι ένας ενιαίος λαός που μοιράζεται ένα κοινό ιστορικό λίκνο, και ότι το σημερινό ουκρανικό κράτος περιλαμβάνει «ιστορικά ιερά ρωσικά εδάφη». Ας ανατρέξουμε λοιπόν στην Ιστορία που κρύβεται πίσω από την αντιπαράθεση.

Ρώσοι και Ουκρανοί θεωρούν το κράτος των Ρως του Κιέβου του 9ου αιώνα μ.Χ. ως ιστορικό τους πρόγονο. Ενα μείγμα σλαβικών φυλών και Σκανδιναβών, οι Ρως του Κιέβου διατήρησαν τη βασική θεσμική δομή των Βίκινγκς: κρατική δομή με βάση πόλεις-κράτη που διέπρεπαν και στηρίζονταν στο εμπόριο. Εμποροι, τεχνίτες και εργάτες ασκούσαν μεγάλη επιρροή μέσω των συνελεύσεων των πόλεων, των «Βέτσε», που περιελάμβαναν το σύνολο του ενήλικου ανδρικού πληθυσμού.

Σε μερικές περιπτώσεις οι «Βέτσε» μπορούσαν να επηρεάσουν ή και να διώξουν ή να αντικαταστήσουν τους άρχοντες: οι θεσμοί της αγοράς επιφέρουν στοιχεία ανοιχτής κοινωνίας και τιθάσευσης της κεντρικής εξουσίας.

Η μογγολική εισβολή τον 13ο αιώνα υπέταξε τα πριγκιπάτα των Ρως. Ενα από αυτά, το Δουκάτο της Μόσχας, έμελλε να γίνει ο βασικός αποδέκτης της θεσμικής κληρονομιάς που οι Μογγόλοι έφεραν μαζί τους. Ενώ η μοναδική θέση της, προστατευμένη από ποτάμια και δάση, έκανε τη Μόσχα δυσκολότερο να κατακτηθεί, ταυτόχρονα δυσχέρανε και τις εμπορικές προοπτικές της: οι μεγάλοι δρόμοι διευκολύνουν τη διέλευση εμπορικών αγαθών αλλά και εχθρικών στρατών. Τα μειωμένα κίνητρα για θεσμούς της αγοράς ευνόησαν την εισχώρηση μογγολικών απολυταρχικών στοιχείων: οι «Βέτσε» δεν μπορούσαν να ευδοκιμήσουν σε ένα τέτοιο περιβάλλον.

Συνεπώς, η Μόσχα ανέπτυξε τις ιεραρχικές δομές της, οδικό δίκτυο, δημοσιονομικό σύστημα και πολεμική οργάνωση βασισμένη σε μογγολικά πρότυπα. Η χρήση βασανιστηρίων, σπάνια στους Ρως του Κιέβου, έγινε συνηθισμένη πρακτική του συστήματος απόδοσης δικαιοσύνης.

Η μογγολική επιρροή ήταν τέτοια που ο Μοσχοβίτης πρίγκιπας Βασίλι ο Β΄ κατηγορήθηκε για υπέρμετρη αγάπη της ταταρικής τους γλώσσας.

Η εξέχουσα θέση που απέκτησε έτσι η Μόσχα τής επέτρεψε να ανέλθει, να ενώσει τα πρώην πριγκιπάτα των Ρως και να τερματίσει τον «ταταρικό ζυγό», αλλά όχι χωρίς κόστος. Οι θεσμοί αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια. Παραδόξως, οι παράγοντες που επέτρεψαν στη Μόσχα να θριαμβεύσει, ταυτόχρονα επέφεραν και τη μεταμόρφωσή της. Ο Μοσχοβίτης μονάρχης που αυτοανακηρύχθηκε «τσάρος όλης της Ρωσίας» το 1547 ήταν ο Ιβάν ο Τρομερός, ένα όνομα που ενσάρκωνε τις αυταρχικές τάσεις που το νέο κράτος κληρονόμησε από τους Μογγόλους μέσω του Δουκάτου της Μόσχας.

Συγκριτικά με τον Ρως πρόγονό του, το ρωσικό κράτος θα ήταν ένα αυταρχικό τέκνο, στοιχείο που δεν είναι δύσκολο να συνδεθεί με ορισμένες σημερινές πρακτικές του.

Αντιθέτως, οι λαοί που τελικώς θα σχημάτιζαν το ουκρανικό κράτος στάθηκαν λιγότερο επηρεασμένοι από την Ανατολή, διατηρώντας ένα μέρος της θεσμικής κληρονομιάς των Ρως. Ταυτόχρονα, ήρθαν στη σφαίρα επιρροής δυνάμεων εχθρικών προς τη Ρωσία, όπως η Πολωνική-Λιθουανική Κοινοπολιτεία. Το δημιουργηθέν χάσμα μεταξύ Ρώσων και Ουκρανών παρέμεινε και κατά τη συνύπαρξή τους στη ρωσική αυτοκρατορία: η ταυτότητα των αρχαίων Ρως δεν ήταν πλέον ενιαία.

Ρωσία και Ουκρανία σήμερα επιδεικνύουν σημαντικές διαφορές, αλλά ταυτόχρονα μοιράζονται ένα μεγάλο κοινό ταξίδι αιώνων. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν αναγνωρίζει αυτή τη σχέση, η οποία δηλώνει ότι πρέπει να «σχεδιαστεί στα πρότυπα των ΗΠΑ και του Καναδά, στα οποία κράτη με παρόμοια κουλτούρα, γλώσσα και ιστορική σύνθεση είναι στενά ενσωματωμένα ενώ παραμένουν κυρίαρχα». Το στοίχημα είναι μεγάλο και η κατάσταση κρίσιμη. Γι’ αυτόν τον λόγο μια τέτοια σχέση μεταξύ των δύο κρατών δεν μπορεί να σφυρηλατηθεί υπό την απειλή των όπλων.

* Ο κ. Ζεράρ Ρολάν είναι καθηγητής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ των ΗΠΑ.
** Ο κ. Νικόλαος Νέος είναι οικονομολόγος.

Τα big data της Μαύρης Πανώλης

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μελέτη ανατρέπει τα δεδομένα για τη θνητότητα από την επιδημία

ta-big-data-tis-mayris-panolis-561713236

Εχει καταγραφεί ως η πιο θανατηφόρος επιδημία που άλλαξε τα δημογραφικά, κοινωνικά και πολιτισμικά δεδομένα του Μεσαίωνα και των δεκαετιών που ακολούθησαν. Η επιδημία πανώλης του 14ου αιώνα δεν πήρε τυχαία το όνομα «Μαύρος θάνατος», καθώς το επταετές πέρασμά της από την Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική μείωσε τον παγκόσμιο πληθυσμό από 450 εκατομμύρια σε περίπου 350 εκατομμύρια άτομα. Ορισμένοι μελετητές ερμηνεύουν την εμφάνιση της περιόδου της Αναγέννησης ως απάντηση του ανθρώπου στο φονικό πέρασμα της επιδημίας που μεταδιδόταν ακαριαία κυρίως στα αστικά κέντρα και στα λιμάνια.

Δεδομένα γύρης

Στην Ευρώπη εκτιμάται ότι περίπου το 1/3 του πληθυσμού έπεσε θύμα της πανώλης. Η επιδημία όμως δεν είχε την ίδια θνητότητα σε όλες τις χώρες. Αυτό δείχνει μια νέα μελέτη της διεπιστημονικής ομάδας Παλαιοεπιστήμης και Ιστορίας του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ, που δημοσιεύθηκε χθες στο περιοδικό Nature Ecology and Evolution και χρησιμοποιεί δεδομένα γύρης για να αξιολογήσει τη θνησιμότητα της δεύτερης πανδημίας πανώλης στην Ευρώπη. «Δεν φαίνεται να υπάρχει καθολικότητα στη θνητότητα από την πανώλη. Η νοσηρότητα της ασθένειας δεν αλλάζει, αλλά δεν είχαμε παντού θανάτους και δεν υπήρξε ένα ενιαίο “σενάριο” που να ισχύει για όλες τις χώρες», λέει στην «Κ» η αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της ομάδας, δρ Κατερίνα Κούλη. Αναλύοντας τα δείγματα της γύρης, οι επιστήμονες μπορούν να εντοπίσουν σε ποιο βαθμό μεταβάλλονται οι ανθρώπινες δραστηριότητες σε μια περιοχή, όπως η γεωργία και η κτηνοτροφία. Αν η δραστηριότητα μειώνεται και η φύση επανακάμπτει, τότε μάλλον κάτι συμβαίνει.

ta-big-data-tis-mayris-panolis0Σύμφωνα με τη μελέτη, επιβεβαιώνεται ότι η Ελλάδα του 14ου αιώνα επλήγη βαρύτατα από την πανώλη καθώς οι ερευνητές παρατήρησαν μείωση της καλλιέργειας των δημητριακών. Ωστόσο, ακόμη και εδώ υπάρχουν διαφοροποιήσεις. «Στη βόρεια Ελλάδα η καλλιέργεια των δημητριακών υποχωρεί και τα εγκαταλειμμένα χωράφια μετατρέπονται σε βοσκοτόπια. Παρατηρείται μια στροφή στην κτηνοτροφία, κάτι που έχουμε δει να συμβαίνει και σε άλλες παρόμοιες περιόδους στην περιοχή της Μεσογείου, ίσως επειδή η κτηνοτροφία χρειάζεται λιγότερους ανθρώπινους πόρους», σημειώνει η κ. Κούλη. «Στη νότια Ελλάδα υποχωρούν όλοι οι δείκτες χρήσης γης από τον άνθρωπο», κάτι που δείχνει ότι οι επιπτώσεις από τη μετάδοση της νόσου ήταν ισχυρότερες. Ομως οι δείκτες στην ελληνική χερσόνησο, συμπληρώνει η καθηγήτρια του ΕΚΠΑ, δεν ανακάμπτουν ούτε αργότερα και αυτό μάλλον εξηγείται από τη γενικότερη αναταραχή που προκάλεσε η πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε χθες, δείχνει ότι η επιδημία δεν είχε τις ίδιες επιπτώσεις σε όλες τις χώρες.

Αγροτική δραστηριότητα

Στην υπόλοιπη Ευρώπη, η Σκανδιναβία, η Γαλλία, η νοτιοδυτική Γερμανία και η κεντρική Ιταλία εμφανίζουν απότομες μειώσεις της αγροτικής τους δραστηριότητας, κάτι που επιβεβαιώνει και τα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας που καταγράφονται στις μεσαιωνικές πηγές. Αντίθετα, οι καλλιέργειες και η κτηνοτροφία δεν εμφανίζουν μεταβολές σε μεγάλες περιοχές της Ιρλανδίας και της Ιβηρικής Χερσονήσου αλλά και στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, κάτι που υποδηλώνει ότι η πανώλη δεν έγινε τόσο αισθητή όσο στις άλλες χώρες. Ειδικά, η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής, σημειώνει η κ. Κούλη, υπέφεραν λιγότερο από τον Μαύρο θάνατο σε σχέση με τους βόρειους γείτονές τους.

Στη μελέτη αναλύθηκαν 1.634 δείγματα γύρης από 261 θέσεις σε 19 ευρωπαϊκές χώρες, για να διαπιστωθούν οι αλλαγές που συντελέστηκαν στο φυσικό και ανθρωπογενές τοπίο και στη γεωργική δραστηριότητα από το 1250 έως το 1450, δηλαδή περίπου 100 χρόνια πριν και μετά την πανδημία. Οι επιστήμονες ανέλυσαν τα δεδομένα της γύρης ανά 50 και ανά 100 χρόνια για να έχουν μια καλύτερη εικόνα των επιπτώσεων της πανώλης. Σε κάθε περιοχή είδαν, επίσης, εάν η μείωση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων προκάλεσε την ανάκαμψη της φυσικής βλάστησης. Για τη μελέτη χρησιμοποιήθηκαν δείγματα από τρεις θέσεις της νότιας και από έξι θέσεις της βόρειας Ελλάδας σε συνεργασία με επιστήμονες του ΑΠΘ.

Σε σχέση με άλλες ιστορικές μελέτες της πανώλης, οι οποίες χρησιμοποιούν δεδομένα από αστικές κυρίως περιοχές που κατέγραφαν και διατηρούσαν αρχεία, η μελέτη της γύρης δίνει τη δυνατότητα να ανοιχτούν οι αναλύσεις και τα συμπεράσματα και στις αγροτικές περιοχές της Ευρώπης, όπου άλλωστε η αγροτική δραστηριότητα αποτελούσε την κύρια ασχολία του πληθυσμού. «Δεν υπάρχει ένα ενιαίο μοντέλο “πανδημίας” ή “επιδημίας πανώλης” που να μπορεί να εφαρμοστεί σε οποιοδήποτε μέρος και οποιαδήποτε στιγμή, ανεξάρτητα από το περιβαλλοντικό και κοινωνικό πλαίσιο», σημειώνει σε δηλώσεις του ο επικεφαλής της ομάδας, δρ Ανταμ Ιζντέμπσκι. «Οι πανδημίες είναι σύνθετα φαινόμενα που έχουν περιφερειακή, τοπική ιστορία. Το βιώσαμε αυτό με την COVID-19, τώρα το αποτυπώνουμε και για τη Μαύρη Πανώλη», συμπληρώνει.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση