«

»

Σεπ 26 2020

Κλασικά Σχολεία στην ελληνική εκπαίδευση

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το πρόσφατο νομοθέτημα του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων έφερε εκ νέου στην επικαιρότητα τα ζητήματα της ελληνικής εκπαίδευσης. Σκοπός, ωστόσο, αυτού εδώ του σημειώματος δεν είναι να κάνουμε μια συνολική εκτίμηση για τις σύγχρονες ανάγκες της ελληνικής εκπαίδευσης αλλά να επικεντρωθούμε σε μία και μοναδική πρόταση –διαχρονικά ισχύουσα–, έτσι ώστε να αναδειχθεί κατά το δυνατόν περισσότερο. Η πρόταση αυτή αφορά την ίδρυση μιας ειδικής κατηγορίας Πρότυπων Σχολείων με ιδιαίτερο προσανατολισμό στα κλασικά γράμματα και τις ανθρωπιστικές σπουδές. Ας τα ονομάσουμε για την οικονομία της πραγμάτευσής μας «Κλασικά Σχολεία».

Τα σχολεία αυτά θα είναι δευτεροβάθμια, γυμνάσια και λύκεια, ισότιμα με όλα τα άλλα, θα θεραπεύουν όλο το εύρος του προβλεπόμενου curriculum αλλά θα έχουν ένα ενισχυμένο πρόγραμμα στα ανθρωπιστικής κατεύθυνσης μαθήματα: στις γλώσσες (μητρική και δύο σύγχρονες ξένες), τη λογοτεχνία, τις δύο κλασικές γλώσσες (αρχαία ελληνικά και λατινικά) και τον πολιτισμό του αρχαίου κόσμου, την Ιστορία, το Θέατρο, τη Φιλοσοφία, την Ιστορία της Τέχνης, την αξιοποίηση της Πληροφορικής στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Οι μαθητές θα εισάγονται με εξετάσεις και το διδακτικό προσωπικό θα επιλέγεται με κριτήριο τα αυξημένα ακαδημαϊκά προσόντα (κατά προτίμηση διδακτορικό ή δίπλωμα μεταπτυχιακών σπουδών), όπως γίνεται σήμερα στα Πρότυπα Σχολεία. Στο πλαίσιο αυτής της πρότασης θα ήταν σκόπιμο να ιδρυθεί σε πρώτη φάση ένα Κλασικό Σχολείο στην έδρα κάθε Περιφέρειας και προϊόντος του χρόνου στην πρωτεύουσα κάθε νομού, και περισσότερα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Υπάρχουν ήδη Πρότυπα Σχολεία με μια μη θεσμοθετημένη αλλά πανταχόθεν ομολογημένη κλίση προς τις κλασικές σπουδές, όπως το Γυμνάσιο-Λύκειο Αναβρύτων ή η Ευαγγελική Σχολή Νέας Σμύρνης, που θα μπορούσαν πολύ εύκολα να ενταχθούν στον νέο θεσμό. Η εικαζόμενη επιτυχία των δημόσιων Κλασικών Σχολείων θα ωθούσε και την ιδιωτική εκπαίδευση στην ίδρυση τέτοιων σχολείων.
Τα Κλασικά Σχολεία δεν έχουν παράδοση στην Ελλάδα, όπως ίσως θα ανέμενε κανείς. Ακόμη και στο πλαίσιο του αφόρητου κλασικισμού και του εκπαιδευτικού αρχαϊσμού του 19ου αιώνα δεν πριμοδοτήθηκαν. Μπορεί στα Ελληνικά Γυμνάσια επί Οθωνος να διδάσκονταν δώδεκα ώρες εβδομαδιαίως τα Αρχαία Ελληνικά αλλά τούτο γινόταν με έναν εντελώς φορμαλιστικό και εντέλει στείρο τρόπο, χωρίς καμιά συνολική ανθρωπιστική θέαση. Δεν είναι όμως ο θεσμός παντελώς άγνωστος στην ελληνική εκπαίδευση. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 αποφασίστηκε η ίδρυση Κλασικών Λυκείων σε ελάχιστες πόλεις (έχω εντοπίσει οκτώ) – έστω σε μορφή ατελέστερη της προτεινόμενης. Η πολιτική συγκυρία της δεκαετίας του 1980 και ο οίστρος κοινωνικού εξισωτισμού που επικράτησε δεν ευνόησαν τον θεσμό. Θεωρήθηκε «ελιτίστικος»! Σιγά σιγά τα Κλασικά Λύκεια απαξιώθηκαν και εντέλει με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση Αρσένη στο τέλος της δεκαετίας του ’90 καταργήθηκαν και ομογενοποιήθηκαν μαζί με τα «Ενιαία Λύκεια». Παρ’ όλα αυτά φαίνεται πως πολλοί αγαθοί καθηγητές έκαναν εξαιρετική δουλειά σ’ αυτά τα σχολεία. Οποτε έτυχε να συναντήσω απόφοιτο του Κλασικού Λυκείου της Πάτρας, των Αναβρύτων, του Βόλου ή ακόμη και του Αγίου Νικολάου Κρήτης, μόνο θετικές μαρτυρίες εισέπραξα. Οσοι πέρασαν από τα σχολεία αυτά είναι περήφανοι και δεν παραλείπουν να το δηλώνουν στο βιογραφικό τους.

Τα Κλασικά Σχολεία, οργανωμένα κατά τα νεωτερικά παιδαγωγικά πρότυπα, έχουν τις ιστορικές τους ρίζες στα περίφημα «Ανθρωπιστικά Γυμνάσια» που ίδρυσε ο Βίλχελμ φον Χούμπολτ ως υπουργός Παιδείας στο Βασίλειο της Πρωσίας με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1810-11. Υπό τον συγκλονισμό της ήττας από τον Ναπολέοντα –όχι μόνο στρατιωτικό αλλά και εν γένει πολιτισμικό– οι Πρώσοι θέλησαν να ξεκινήσουν την εθνική τους ανάταξη από την παιδεία. Ο Χούμπολτ μέσα στους 11 μήνες της θητείας του έκανε δύο μείζονες κινήσεις. Ιδρυσε το Πανεπιστήμιο του Βερολίνου πάνω στη βάση της κλασικής μόρφωσης (Bildung) και σχεδίασε το Ανθρωπιστικό Γυμνάσιο (Humanistisches Gymnasium), το οποίο γνώρισε ευρύτατη αποδοχή ως θεσμός σε όλα τα γερμανικά κρατίδια. Με αυτά τα εκπαιδευτικά πρότυπα οικοδομήθηκε η περιλάλητη αρχαιομάθεια των Γερμανών, οι οποίοι ανέλαβαν την πρωτοπορία των ανθρωπιστικών –αλλά και των θετικών– επιστημών για περίπου 1,5 αιώνα, μέχρι το δύσποτμο έτος 1933.

Μια άλλη περίπτωση ευρωπαϊκού κράτους με πολλά και δυνατά κλασικά σχολεία είναι η Ιταλία. Στη γειτονική χώρα, μήτρα της μεγάλης ουμανιστικής παράδοσης της Αναγέννησης, είναι εγκατεσπαρμένα μερικές εκατοντάδες Κλασικά Λύκεια (Liceo Classico). Ο θεσμός ανάγεται στα χρόνια του Risorgimento (της ιταλικής ενοποίησης) και είναι σχεδόν συνομήλικος με το εθνικό κράτος των Ιταλών. Εισήχθη το 1859 με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Γκάμπριο Καζάτι στο Βασίλειο της Σαρδηνίας και επεκτάθηκε αργότερα σε όλη την ενοποιημένη Ιταλία. Είναι κοινώς αναγνωρισμένη αλήθεια για τους θεράποντες των ανθρωπιστικών σπουδών ότι η ιταλική επιστήμη τις τελευταίες δεκαετίες γνωρίζει σε αυτούς τους κλάδους μια μεγάλη ανάπτυξη –και σε ποσότητα και σε ποιότητα δημοσιεύσεων– με αποτέλεσμα η ιταλική γλώσσα να θεωρείται διεθνής, η τέταρτη διεθνής γλώσσα. Δεν μπορείς να την αγνοήσεις στη βιβλιογραφία σου!

«Οι ανθρωπιστικές σπουδές αιμορραγούν! Στην Ευρώπη, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής – παντού!». Αυτές οι φωνές ακούγονται όλο και πιο συχνά, όλο και πιο έντονα, σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Ενα εκπαιδευτικό πρότυπο που ξεκίνησε με την Αναγέννηση και έφτασε στην απογείωσή του τον 19ο αιώνα είναι φανερό πως μετά το κοσμογονικό πυρ των δύο Παγκοσμίων Πολέμων αναθεωρείται. Το βάθρο πάνω στο οποίο είχαν στηθεί οι «Αρχαίοι» για να δεχθούν το προσκύνημα έχει καθαιρεθεί, το «ελληνικό θαύμα» έχει απομαγευθεί και σχετικοποιηθεί. Οι πολιτιστικές, φεμινιστικές, μετα-αποικιακές σπουδές και κάθε είδους αποδομιστικά παραβλαστήματα της δεκαετίας του ’60 έχουν θεριέψει. Από την άλλη μεριά η τεχνική εισχωρεί γλυκά και δεσμευτικά σε όλο και περισσότερες πτυχές τού είναι μας. Ο ψηφιακός υπερ-ανθρωπισμός, ακόμη και ο τεχνικός μετα-ανθρωπισμός, μπορεί να ακούγονται στα αυτιά πολλών ως μπαμπούλες αλλά είναι ante portas.

Ποια είναι η τύχη των ανθρωπιστικών επιστημών σε κοινωνίες που προκρίνουν τη χρησιμοθηρική αποδοτικότητα και την οικονομική αποτελεσματικότητα έναντι μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας διαμορφωμένης κατά τον ανθρωπιστικό κανόνα; Το ερώτημα αυτό, που αφορά όλον τον δυτικό κόσμο, στη δική μας, την ελληνική περίπτωση έχει διαφορετική σημασία. Ακόμη και στο υποθετικό σενάριο που θα ήθελε τις κλασικές σπουδές να σβήσουν σιγά σιγά στον υπόλοιπο κόσμο και να γίνουν ένα είδος εξωτικής μάθησης ελαχίστων μεμυημένων (όπως π.χ. η σπουδή της χετιτικής ή των σανσκριτικών σήμερα) για μας δεν θα πάψουν να είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής γλωσσικής και πνευματικής αυτοσυνειδησίας. Οπως οι Αγγλοι δεν θα πάψουν ποτέ να διαβάζουν τον Τσόσερ και τον Σαίξπηρ, οι Γερμανοί τον Λούθηρο και τον Γκαίτε, οι Ιταλοί τον Δάντη και τον Πετράρχη, έτσι και οι Ελληνες δεν θα σταματήσουμε να μελετάμε τα ομηρικά έπη, τις τραγωδίες του Σοφοκλή, τους διαλόγους του Πλάτωνα, όπως και όλα τα μεταγενέστερα μεγάλα έργα σε ελληνική γλώσσα. Με νηφαλιότητα, με πλήρη συνείδηση της απόστασης, χωρίς τις κακοφορμισμένες στρεβλώσεις του παρελθόντος. Είμαστε –πρέπει να είμαστε– ώριμοι πλέον.

Η χώρα διαθέτει ήδη αρκετούς τύπους ειδικά προσανατολισμένων σχολείων: μουσικά σχολεία, καλλιτεχνικά σχολεία, επαγγελματικά λύκεια. Καλώς κάνει! Αποτελεί όμως απόλυτη αντινομία να διατείνεται ότι είναι η «κοιτίδα του κλασικού πολιτισμού» και να στερείται Κλασικών Σχολείων. Η ίδρυσή τους θα είναι μια μείζων εκπαιδευτική μεταρρύθμιση με μηδενική ή ελάχιστη οικονομική επιβάρυνση. Και το σπουδαιότερο: μια πράξη αντίστασης! Ο Φρίντριχ Νίτσε, απόφοιτος και ο ίδιος Ανθρωπιστικού Γυμνασίου, έγραφε στον 2ο Παράκαιρο Στοχασμό του για την επιστήμη που σπούδασε και δίδασκε τότε: «Γιατί δεν μπορώ να φανταστώ τι νόημα θα είχε η Κλασική Φιλολογία στην εποχή μας, αν όχι το να επενεργεί παράκαιρα – δηλαδή ενάντια στην εποχή, και κάνοντας τούτο, να ασκεί επίδραση πάνω στην εποχή και, ας ελπίσουμε, προς όφελος μιας επερχόμενης εποχής».

*Ο κ. Βασίλειος Π. Βερτουδάκης είναι επίκουρος καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων