Οι συμβολικές ρήξεις και η παιγνιώδης διάσταση

Εκφραση, ανάγκη, αναπαράσταση, επιτέλεση, αποτελούν πηγές και λειτουργίες της Τέχνης που αναγνωρίζονται ήδη από τις απαρχές της στις παλαιογραφίες των σπηλαίων του Λασκό, στοιχεία που δεν παύουν να τη συνοδεύουν στα χιλιάδες χρόνια που μεσολαβούν από τότε. Στη μακρά αυτή πορεία θα προστεθούν νέες διαστάσεις, από την εξύμνηση του μεγαλείου του ηγεμόνα ως την αυταξία της ίδιας της Τέχνης χωρίς άλλη αναφορά στο περιβάλλον της. Μπορεί παρ’ όλα αυτά να διακρίνει κανείς μία σαφή διαχωριστική γραμμή, με τρόπο που υπερβαίνει άλλες, προηγούμενες, στο πέρασμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα.

Η ρήξη του μοντερνισμού με το παρελθόν γίνεται σαφέστερα αισθητή στον Μεσοπόλεμο, μαζί με τις υπόλοιπες ανατροπές των βεβαιοτήτων, κοινωνικών, οικονομικών, επιστημονικών, που επέρχονται μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, έχει συντελεστεί όμως νωρίτερα. Η σύγχρονη τέχνη, όπως επισημαίνει ο μείζων γερμανοαμερικανός ιστορικός Πίτερ Γκέι στο βιβλίο του Modernism. The Lure of Heresy (εκδ. Random House, 2007), αμφισβητεί τις πρότερες ορθοδοξίες ως «αστικές και βαρετές».

Ως απόρροια της θεώρησης αυτής έρχεται η ηθελημένη απόσταση από τα καθιερωμένα: μεταξύ άλλων, η διάλυση της φόρμας, η απόρριψη της αναπαράστασης, η υπονόμευση της πλοκής, η ατονικότητα. Το μήκος της απόστασης, μάλιστα, είναι σημαντικό – η χειραφέτηση από την κατεστημένη τέχνη απαιτεί συμβολικές ρήξεις και παρόμοιες χειρονομίες αποκτούν ουσία όταν είναι ακραίες, όχι όταν ακολουθούν το μέτρο. Ο ντανταϊσμός και άλλες συναφείς εκφάνσεις εισάγουν, πολύ περισσότερο από ό,τι παρόμοιες σποραδικές εμφανίσεις της ανά εποχές, την πρόκληση στον ορίζοντα της Τέχνης. Η πρόκληση στη σκέψη και στις αισθήσεις είναι για τον καλλιτέχνη του 20ού και του 21ου αιώνα προγραμματικό μέρος του έργου του.

Από μια άλλη πλευρά, ωστόσο, η αποστασιοποίηση του μοντερνισμού από τα ως τότε παραδεκτά θέτει και ένα καταστατικό ερώτημα για το τι είναι η ίδια η Τέχνη. Στο πλαίσιο της σύγχρονης υπέρβασης των κλασικών κανόνων, το εύρος των απαντήσεων είναι απεριόριστο, εξ ου και μία μπανάνα κολλημένη με ταινία σε έναν τοίχο μπορεί να αποτιμηθεί ως καλλιτεχνικό έργο εφόσον ο ιταλός δημιουργός Μαουρίτσιο Καταλάν τη δηλώνει ως τέτοια. Μία από τις διαχρονικές διστάσεις της Τέχνης, άλλωστε, ήταν και θα είναι εκείνη της παιγνιώδους στάσης έναντι των πραγμάτων.

Τέχνη για να βλέπεται και τέχνη μόνο για να συζητιέται

Του Αντώνη Κωτίδη

To κομμάτι της σύγχρονης τέχνης που ο ταξινομικός οίστρος αποκαλεί «Εννοιολογική» (αντί του ορθού «Εννοιακή») φέρει, αναπόφευκτα, τη σφραγίδα της εποχής μας όπως κάθε τέχνη διαχρονικά. Το εικαστικό πεδίο της σύγχρονης τέχνης έχει συμπεριλάβει τον πραγματικό χώρο, τα εκφραστικά μέσα περιλαμβάνουν το πραγματικό σώμα του καλλιτέχνη, το πραγματικό αντικείμενο, τον άυλο ψηφιακό χώρο και τελευταία την τεχνητή νοημοσύνη. Τα περισσότερα από αυτά η σύγχρονη τέχνη τα προσάρτησε από τον ντανταϊσμό της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα, αλλά καθώς οι ντανταϊστές ήταν εκτός θεσμών αγοράς η «συνάφεια» περιορίζεται εκεί.

Πολλά έργα της σύγχρονης τέχνης με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι σημαντικές συνθέσεις στις οποίες ο δημιουργός επεξεργάζεται τις έννοιες που θέλει να εκφράσει. Εχουν μορφή, στυλ και εκφραστικό περιεχόμενο. Υπάρχουν όμως και εκείνα που ο δημιουργός τους προτείνει μόνο την έννοια χωρίς κανένα άλλο στοιχείο. Δείγματος χάριν, ο Σάι Τουόμπλι που έγραψε το «Ο Οδυσσέας και η Κίρκη» (2007) σε ένα χαρτί από μπλοκάκι τσέπης και το κόλλησε με σελοτέιπ πάνω σε έναν άδειο τοίχο. Τα υπόλοιπα επαφίενται στον θεατή.

Στις μέρες μας έχουν εκλείψει όλοι ανεξαιρέτως οι φράχτες. Ο Γιόζεφ Μπόις, από τους πιο επιδραστικούς εικαστικούς μεταπολεμικά και καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ, δογμάτισε εδώ και πολλά χρόνια: «Είμαστε όλοι καλλιτέχνες».

Είναι αλήθεια ότι η ιδιότητα του καλλιτέχνη, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν συμβάδισε ούτε με σπουδές ούτε με κάποιο κριτήριο αποδοχής. Είναι γνωστό ότι ο ρόλος της τέχνης υπήρξε ανέκαθεν υπαγορευμένος από τη λογική της συναλλακτικής της αξίας με χρηματοδότες την Εκκλησία, την αριστοκρατία και την αστική τάξη. Στην εποχή μας η ιδιότητα του καλλιτέχνη έχει καθολική νομιμοποίηση, όχι από το δόγμα Μπόις, αλλά με μόνο κριτήριο το αν φέρνει χρήματα, δημοσιότητα, ισχύ. Δεν έχει σημασία αν τα μπαλόνια που φούσκωσε ο Μαντσόνι και έχουν την ένδειξη «Η ανάσα του Μαντσόνι» στη δεκαετία του ’60 ή οι κονσέρβες που περιέχουν τα κακά του με την ένδειξη «Σκατό του Μαντσόνι» (1961) είναι ή δεν είναι τέχνη – εκείνο που έχει σημασία είναι ότι πωλούνται σε τιμές εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ ως τέχνη. Και σίγουρα είναι προσοδοφόρες επενδύσεις όπως δείχνει η πορεία των διαδοχικών τους μεταπωλήσεων τόσο για τους οίκους δημοπρασιών όσο και για τους πελάτες τους.

Ασφαλώς δεν είναι όλα τα εννοιακά έργα έτσι. Μη λησμονούμε ότι η έννοια είναι το κύριο συστατικό κάθε τέχνης ανεξάρτητα από τον όρο με τον οποίο ταξινομούμε τα ρεύματά της. Αλλωστε, όλα όσα ανέφερα παραπάνω είναι έργα της σύγχρονης τέχνης με την επιστημονική σημασία του όρου. Στην κυριολεκτική σημασία του σύγχρονος (= που δημιουργείται στις μέρες μας), ανεξάρτητα από το στυλ, εξακολουθούν να παράγονται και σήμερα έργα που δεν είναι ούτε πορδές, ούτε χαρτάκια στον τοίχο, ούτε αέρας κοπανιστός, ούτε καν μπανάνες που μπορούν να φαγωθούνε. Και είναι και πιο οικονομικά.

Ο κύριος Αντώνης Κωτίδης είναι ομότιμος καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Τέχνη εν μέσω διανοητικής αναρχίας

Του Δημήτρη Σωτάκη

Ομολογουμένως, η προσπάθειά μου να εξηγήσω πώς ακριβώς φιλτράρεται μέσα μου αυτή η ασαφής ορμή που πασχίζει να δημιουργήσει κάθε φορά κάτι νέο – ένα καινούργιο γραπτό, μια καινούργια ιδέα – αποτελεί μονίμως έναν υπαρξιακό πονοκέφαλο για τον οποίο μάλλον δεν υπάρχει παυσίπονο.

Στην πραγματικότητα, έχω την αίσθηση ότι κάθε καλλιτεχνικό έργο σε αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή της ανθρωπότητας αναζητεί έναν σχεδόν μεταφυσικό τρόπο για να μπορέσει να υπάρξει, να γίνει εύληπτο, ορατό και στο τέλος να επιβιώσει μέσα σε μια χαοτική συνθήκη, χωρίς σαφείς κανόνες, αρχή μέση και τέλος.  Κατ’ αρχάς αισθάνομαι ότι ειδικά σήμερα έχει αποκλειστεί η πιθανότητα μιας σχετικής έστω ομοφωνίας γύρω από την ίδια την έννοια της Τέχνης, γύρω από ένα καλλιτεχνικό έργο που διψάει να αποκτήσει μια ταυτότητα, μια στέρεη βάση, μια αυτονομία.

Εχω την ισχυρή εντύπωση ότι ο κάθε δημιουργός λειτουργεί με κύριο άξονα έναν προσωπικό αυτισμό, μια αυνανιστική σχεδόν επιθυμία να γίνει κατανοητός, να κατακτήσει έναν χώρο μέσα στον οποίο θα αισθανθεί ασφαλής, έχοντας την αίσθηση (ή κάποτε την ψευδαίσθηση) ότι μπορεί να σταθεί στα πόδια του περικυκλωμένος από ένα θολής κρίσης κοινό που τον επιβλέπει.

Και ο καλλιτέχνης δεν έχει μόνο να ανησυχεί για όλα αυτά, μα και για διάφορες περιφερειακές παραμέτρους που σχετίζονται με ό,τι αποκαλείται – καταχρηστικά ή μη – Τέχνη.

Πώς πρέπει να βλέπω τον εαυτό μου μέσα σε αυτό το πλαίσιο; Υπόκειται η Τέχνη σε στοιχειώδη κριτήρια; Αρκεί η δυναμική της να προκαλεί μια αισθητική συγκίνηση;

Θα τολμήσουμε να την ερμηνεύσουμε κάπως αλλιώς μετά από αιώνες δημιουργίας και θεωρητικές προσεγγίσεις ή μήπως να ανατρέξουμε για άλλη μία φορά στην γνωστή προσέγγιση του Τολστόι, ότι απλώς (αλλά και σοφά ειπωμένο) «Η Τέχνη είναι ένα μέσον επικοινωνίας των ανθρώπων… οι ανώτερες ιδέες είναι εκείνες που εμψυχώνουν τον άνθρωπο και μπορούν να τον κάνουν να νιώσει πως είναι αδελφός με τους συνανθρώπους του και γιος του Θεού».

Και θέλω εδώ να υπογραμμίσω ότι σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, επικρατεί ενός είδους διανοητική αναρχία σε ό,τι αφορά εν γένει τις θεωρίες περί Τέχνης, τα ερωτήματα που γεννιούνται είναι απερίγραπτα πολλά και πάντα χωρίς απάντηση. Είναι βλαπτική ή ωφέλιμη η μεγάλη πληθώρα καλλιτεχνικών έργων;

Πόσο προδίδω τον πυρήνα της καλλιτεχνικής δημιουργίας εκμεταλλευόμενος εμπορικά ένα έργο μου; Τι σημαίνει πλέον η «επιτυχία» μιας καλλιτεχνικής δουλειάς και πώς αυτή αντανακλά στη ρεαλιστική ζωή του δημιουργού;

Στον δικό μου λογοτεχνικό κόσμο, είμαι βέβαιος ότι η γενιά μου και πρωτίστως οι ομότεχνοί μου – με εξαιρέσεις – αντιμετωπίζουν το καλλιτεχνικό έργο ως ένα copy paste μοτίβο έργων που κυριάρχησαν επί χρόνια στο υποσυνείδητό τους, κυριαρχεί η επικίνδυνη ψευδαίσθηση ότι Τέχνη είναι η αναπαραγωγή μιας φόρμας, μιας ατμόσφαιρας που θα καθιστούσε το έργο αξιόπιστο, όμως στην πραγματικότητα δημιουργείται ένα υφολογικό μωσαϊκό χωρίς πραγματική πρόθεση και ταυτότητα.

Και κυρίως χωρίς μια νέα ηθική της Τέχνης, που θα μπορούσε εν δυνάμει να οδηγήσει τη συζήτηση σε νέα μονοπάτια. Εχω ωστόσο την πεποίθηση ότι τα πράγματα είναι απλούστερα. Αν κανείς θέλει να «υπάρχει», αν επιθυμεί να χαρτογραφήσει έναν καλλιτεχνικό τόπο βρισκόμενος μέσα του, οφείλει πρωτίστως να απαγκιστρωθεί από την αγωνία του κύρους που θα ήθελε να περιβάλλει τη δουλειά του, να απεγκλωβιστεί από το βάρος της ιστορικής καλλιτεχνικής μνήμης και να εργαστεί από ένα σημείο «μηδέν», έχοντας μια σαφή πρόθεση σε σχέση με τη φύση και το πνεύμα του έργου του.

Τι μπορεί να συμβεί διαφορετικά; Να χαθεί μέσα σε έναν μάταιο λαβύρινθο με ερωτήματα που από τη φύση τους τίθενται για να μην απαντηθούν, τα οποία άλλωστε αμφιβάλλω αν πρέπει να απαντώνται από τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Το ποιες προκλήσεις κρύβει η Τέχνη, πώς μπορεί να εκτιμηθεί και τι συμβολίζει από την ώρα που θα έρθει σε επαφή με τους αποδέκτες της, κρίνω ότι δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο διερεύνησης του ιδίου.

Ο κύριος Δημήτρης Σωτάκης είναι συγγραφέας.

Από την Τζοκόντα στην μπανάνα

Της Αννας Γρίβα