«Η καρδιά του Σκύλου»: Έφη Μπίρμπα και Άρης Σερβετάλης μιλούν στο Βήμα για τη νέα τους παράσταση

Δημοσιεύω αυτή την συνέντευξη άκαιρα και ετεροχρονισμένα, διότι θεωρώ τις απόψεις που εκφράζουν οι δύο αυτοί καλλιτέχνες για την επιστήμη και τον άνθρωπο πολύ σημαντικές. [σημείωση του διαχειριστή του ιστολογίου]
«Η καρδιά του Σκύλου»: Έφη Μπίρμπα και Άρης Σερβετάλης μιλούν στο Βήμα για τη νέα τους παράσταση

Λίγο πριν την πρεμιέρα μιας από τις πιο αναμενόμενες παραστάσεις της χρονιάς, η Έφη Μπίμρπα και ο Άρης Σερβετάλης εξιστορούν το νέο δραματουργικό τους ταξίδι στον πυρήνα της ανθρώπινης συνθήκης.

Μετά από μια πολύ επιτυχημένη περιοδεία με τα «Βατράχια» και την πρώτη τους κοινή κάθοδο στην Επίδαυρο, η Έφη Μπίρμπα και ο Άρης Σερβετάλης επιστρέφουν στις θεατρικές σκηνές με ένα ακόμα έργο της κλασικής δραματουργίας. «Η καρδιά του Σκύλου», μια ανηλεής και χειρουργικής ακρίβειας σάτιρα για τον εξουσιαστικό λόγο της επιστήμη δια χειρός Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, ανεβαίνει στο θέατρο Κιβωτός

Τι να περιμένουμε από τη νέα τους παράσταση; Η Μπίρμπα βαδίζει στη σκηνοθετική οδό που έχει ήδη δημιουργήσει: αναστοχαστική διάθεση πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη, αλλά και ανασύσταση ενός κόσμου μεταιχμιακού όπου τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου είναι δυσδιάκριτα. Αυτός ο δρόμος διασταυρώνεται με την άγρια, ταραχώδη και κωμικά υπερρεαλιστική σάτιρα του Μπουλγκάκοφ για την ανθρώπινη φύση. «Ασυνείδητα δημιουργείται ένα αδιόρατο νήμα που ενώνει τις προηγούμενες με τις επόμενες δουλειές», θα σημειώσει μιλώντας στο Βήμα.

Ο Σερβετάλης έχει τη χαρά να βαδίζει πάνω σε αυτόν τον χάρτη. «Μπαίνω πιο ελεύθερα σε αυτό που έχει σχεδιάσει η Έφη και έτσι είμαι πάντα ανοιχτός στις εκπλήξεις» θα πει από την πλευρά του, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι υπόλοιποι συντελεστές δεν έχουν εισφέρει τα δικά τους υλικά. «Δεν μπορώ να υπάρξω χωρίς αυτά», λέει η Μπίρμπα για να προσθέσει ότι «είναι μονόδρομος να δουλεύω με ένα πρόσωπο, τον Άρη, διότι είναι συνεχώς πηγή υλικού μέσα στην πρόβα».

Λίγο πριν την πρεμιέρα της παραγωγής (11/1) και εν μέσω προβών μιλήσαμε μαζί τους για τη δική τους προσέγγιση σε αυτόν τον εξ ορισμού παράδοξο κόσμο που δημιουργεί ο Ρώσος συγγραφέας, ένας κόσμος που μπορεί να απέχει 100 χρόνια από τις μέρες, αλλά παραμένει υπαρξιακά επίκαιρος.

«Η «Καρδιά» είναι κείμενο το οποίο εισέρχεται σε ζητήματα οντολογικά για τον άνθρωπο, όπως το φόβο του θανάτου και τα ηθικά όρια της επιστήμης», σημειώνει η Έφη Μπίρμπα. Φωτό: Σίσσυ Μόρφη

Πόση απόσταση έχει αυτό που δουλεύετε στην πρόβα με αυτό που τελικά ανεβαίνει στο σανίδι;

ΕΜ: Στην αρχή τα πράγματα, οι ιδέες δεν έχουν σαφή μορφή, όσο όμως εμβαθύνεις τόσο περισσότερο την αποκτούν. Έτσι τη νιώθω την πρόβα. Η πρόβα είναι κάτι που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Είναι μια αποθήκη προθέσεων, οι οποίες λαμβάνουν μορφή κατά τη διάρκεια των παραστάσεων.

ΑΣ: Στη διάρκεια των προβών ανασύρεις τα υλικά με τα οποία θέλεις να αφηγηθείς αυτή την ιστορία και συν τω χρόνω και με την επανάληψη αυτά κάπως ζυμώνται. Όταν μπεις στη διαδικασία των παραστάσεων όλο αυτό συνεχίζεται αλλά μέσα από μια διαφορετική διαδικασία. Έρχεται η ωρίμανση και φέρνει αποτελέσματα. Πολύ σπάνια, τα δραματουργικά υλικά που έρχονται στην πρόβα δεν τα χρησιμοποιείς στην παράσταση. Σίγουρα κάποια θα τα απορρίψεις, άλλα θα τα αναθεωρήσεις, αλλά τα βασικά υλικά έρχονται μαζί σου και εξελίσσονται μέσα από τις παραστάσεις.

Βοηθά να έχετε έναν οδικό χάρτη ώστε να είναι πολύ ξεκάθαρο στο μυαλό σας προς τα πού πάει μια παράσταση ή πηγαίνετε περισσότερο διαισθητικά;

ΕΜ: Προσωπικά, χρειάζομαι τον χάρτη. Χωρίς χάρτη, χωρίς καθαρή δραματουργική γραμμή δεν μπορεί να υπάρξει ούτε πρόβα ούτε παράσταση. Ωστόσο διαισθητικά δημιουργείται αυτή η γραμμή. Είναι αυτή η ανασκαφή μέσα στα κείμενα και στους δραματουργικούς πυρήνες.

Οπότε φαντάζομαι ότι εσείς ακολουθείτε τον χάρτη;

ΑΣ: Ναι, αυτή είναι η χαρά μου. Δεν χρειάζεται να φτιάξω κάποιον χάρτη, τον ακολουθώ. Μπαίνω λίγο πιο ελεύθερα μέσα σε αυτό που έχει σχεδιάσει η Έφη, χωρίς δηλαδή να έχω προαποφασίσει τι θα φέρω ως υλικό. Και έτσι είμαι πιο ανοιχτός στις εκπλήξεις. Το νόημα της πρόβας είναι να εκπλήσσεσαι είτε ευχάριστα είτε δυσάρεστα.

Αυτό φαντάζομαι λειτουργεί και αντίστροφα. Είστε δεκτική σε όσα φέρνουν οι ηθοποιοί σε μια παράσταση;

ΕΜ: Τα χρειάζομαι τα υλικά που θα φέρουν οι performers. Δεν μπορώ να υπάρξω χωρίς αυτά.  Έχει μια μυστηριακή υφή η πρόβα: είναι μια πρόσκληση να συνυπάρξουμε και να συναποτελέσουμε μια ομάδα. Και για το λόγο αυτό είναι μονόδρομος για μένα να δουλεύω με ένα πρόσωπο, τον Άρη, διότι είναι συνεχώς πηγή υλικού μέσα στην πρόβα.

Οι κοινές δουλειές σας έχουν στον πυρήνα τους την ανθρώπινη συνθήκη. Αφορούν ζητήματα κατ’ εξοχήν υπαρξιακά…

ΕΜ: Δεν μπορώ να ξεκινήσω να κάνω μια δουλειά, αν πρώτα δεν συγκινηθώ από το κείμενο. Εν αρχή είναι η συγκίνηση. Πριν και πέρα από το λόγο.

Το συναίσθημα δηλαδή;

ΕΜ: Όχι η συναισθηματικη συγκίνηση. Θα το περιέγραφα ως μια μετατόπιση ψυχική, που σε συγκινεί συθέμελα. Εν προκειμένω η «Καρδιά» είναι κείμενο το οποίο, αν και πολιτικά φορτισμένο στην εποχή του κατορθώνει να απομακρυνθεί από το πολιτικό και να εισέλθει σε ζητήματα οντολογικά για τον άνθρωπο, όπως το φόβο του θανάτου και τα ηθικά όρια της επιστήμης.

Τα ζητήματα αυτά πώς μεταφράζονται στο σήμερα;

ΕΜ: Είναι ζητήματα διαχρονικά επομένως θα μας αφορούν πάντα επειδή αγγίζουν τη σύστασή μας ως ανθρώπων. Η σύστασή μας είναι ψυχοπνευματική οπότε πάντα θα μας απασχολεί η επιστήμη, ο φόβος του θανάτου, το επέκεινα.

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η έννοια του χρόνου μέσα από διάσημους πίνακες

Φοράω ένα παλιό ρολόι γιατί μ’ αρέσει τόσο που το κουρδίζω κάθε τόσο, γιατί μ’ ανακουφίζει έτσι που σταματάει απότομα, σαν να διακόπτει ο χρόνος και να είμαι εγώ ο μόνος ικανός για να τον βάλω πάλι μπρος να τρέχει…

«Ήρθαν τα αύρια να διώξουν τα σήμερα»
Σύνθημα στον Λόφο του Στρέφη 

Όλες οι ευχές που οι άνθρωποι ανταλλάσσουν επ’ ευκαιρία των εορτών σχετίζονται με την υγεία και τη μακροημέρευση, δηλαδή με τον χρόνο και την εύνοια που (προ)καλείται ο χρόνος να δείξει στα υποκείμενά του. Γι’ αυτό και μου φαίνεται αφόρητη αυτή η φυσική της μεταφυσικής. Όπως αφόρητος μου είναι κάθε οπτιμιστικός βολονταρισμός που δεν εδράζεται σε πραγματιστική βάση (εκτός του αείμνηστου Tζαν Mαρία Bολοντέ). Μεγάλο βάρος, βλέπετε, ο παππούς μας Διαφωτισμός. Mε αποκαρδιώνουν επίσης ευχές του τύπου «Ευτυχές το νέον έτος» ή «Καλή χρονιά». Εξήγησα, νομίζω, το γιατί.

Η έννοια του χρόνου μέσα από διάσημους πίνακες-1
Ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι φιλοτεχνούσε τη Μόνα Λίζα από το 1503 ως το 1505, στην καρδιά δηλαδή της ώριμης Αναγέννησης, και συμβολίζει την απελευθερωμένη γυναίκα της νέας εποχής. (Φωτογραφία: Getty Images / Ideal Image, alamy / visualhellas.gr)

Επίσης τίποτα πιο άχαρο από την ταξινόμηση των τεχνών. Παραδοσιακά πάντως αναγνωρίζονται οι τέχνες του χρόνου, όπως είναι λ.χ. η μουσική, αλλά και οι τέχνες του χώρου, όπως είναι η αρχιτεκτονική ή η γλυπτική. Η συνεχώς άτακτη ζωγραφική πάλι βρίσκεται σ’ ένα ενδιάμεσο στάδιο: Ενώ προσπαθεί να αποδώσει την τρίτη διάσταση –καλύτερα, την ψευδαίσθησή της– παράλληλα φέρει κατάσαρκα, θαρρείς σαν δερματοστιξία, την έννοια του χρόνου. Και του μετρήσιμου και του υπερβατικού. Αφού αυτός παραμένει το διαρκές της ζητούμενο, η απόδειξη ή μη της όποιας της επιτυχίας.

Η έννοια του χρόνου μέσα από διάσημους πίνακες-2
Αποκεφαλισμός του Ολοφέρνη από την Ιουδήθ, πίνακας του Καραβάτζιο. (Φωτογραφία: Getty Images / Ideal Image, alamy / visualhellas.gr)

Κάθε εικόνα είναι ο χρόνος ο ίδιος βαλσαμωμένος. Ένας πίνακας ζωγραφικής φτιάχτηκε εν χρόνω, έχει μιαν ηλικία η οποία συχνά μετράει εκατονταετίες και συνεχώς μεγαλώνει αλλά επίσης αμφισβητεί τον χρόνο, την επικράτειά του ή και τον νικάει με όρους μάλιστα αιωνιότητας. Πρόκειται για την ιδιοτελή αιωνιότητα των καλλιτεχνικών δημιουργημάτων, η οποία είναι και η μόνη που δικαιούμαστε, έστω και έμμεσα, εμείς οι άνθρωποι, οι θνητοί δημιουργοί των αιώνιων έργων. Επίσης, το κάθε καλλιτεχνικό δημιούργημα εκφράζει συμβολικά όσο και συμπυκνωμένα την εποχή του, εμπεριέχει αναπόφευκτα το παρελθόν –ως αποθησαυρισμένη γνώση και εμπειρία– αλλά και διατρυπά, υπό περιπτώσεις, τον χρόνο προφητεύοντας το μέλλον.

Η έννοια του χρόνου μέσα από διάσημους πίνακες-3
Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι του Γιοχάνες Βερμέερ. (Φωτογραφία: Getty Images / Ideal Image, alamy / visualhellas.gr)

Τα μεγάλα έργα τέχνης ως ύψιστα, πνευματικά επιτεύγματα δεν είναι διαχρονικά, είναι άχρονα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Μόνα Λίζα. Τη φιλοτεχνούσε ο τελειομανής και αναβλητικός Λεονάρντο επί περίπου τρία χρόνια (από το 1503 ως το 1505, στην καρδιά δηλαδή της ώριμης Αναγέννησης). Την πήρε μαζί του στη Γαλλία ως το πιο επιτυχημένο έργο του και έκτοτε εμπνέει με το μυστήριο και την αισθητική του σαγήνη όλη την ανθρωπότητα, καθώς συμβολίζει την απελευθερωμένη γυναίκα της νέας εποχής. Αυτήν που εγκαταλείπει τον γυναικωνίτη και που μπορεί να ερωτοτροπεί αλλά και να απορρίπτει τον ως τότε κυρίαρχο άρρενα (το περίφημο, αινιγματικό χαμόγελό της). Την ίδια στιγμή πάνω κάτω ο Μικελάντζελο δημιουργεί την ιδιοφυέστερη εικονογραφία του χρόνου στην περίφημη Δημιουργία του Αδάμ, στο κεντρικό διάχωρο της οροφής στην Καπέλα Σιξτίνα και το παπικό παλάτι. Αναφέρομαι στη διττή προσέγγιση του χρόνου, συμβολική και πλαστική (εικαστική). Συγκεκριμένα αποδίδεται το χέρι του Θεού που προσεγγίζει αργά τον δείκτη από το απλωμένο χέρι του ανθρώπου για να του περάσει ζωηφόρο ενέργεια. Έτσι αρχίζει ο χρόνος και η ιστορία των ανθρώπων. Ο Θεός κινείται πάνω σ’ ένα κυκλοτερές σύννεφο, ενώ αντίθετα ο Αδάμ είναι καθηλωμένος σε ένα ισόπλευρο τρίγωνο (κίνηση + στάση = χρόνος ). Από την άλλη, τα δύο δάχτυλα, το θεϊκό και το θνητό, πλησιάζουν αλλά δεν αγγίζονται, παγώνοντας έτσι στην αιωνιότητα το τελευταίο δευτερόλεπτο πριν από την εκκίνηση του χρόνου και αφήνοντας τον θεατή να «δει» στο επόμενο λεπτό, και σαν σε κινηματογράφο, το τέλος του δράματος.

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η καλοσύνη των ξένων και της τέχνης

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

«Οταν νιώθεις μόνος μη κοιτάς μέσα, κοίτα έξω και κοίτα παραπέρα για άλλους που νιώθουν το ίδιο. Υπάρχουν πάντα άλλοι, κι αν μπορείς να συνδεθείς μαζί τους και με την ιστορία τους θα είσαι ικανός να τα δεις όλα κάτω από ένα αλλιώτικο φως».*

Tο απόσπασμα μου φάνηκε ταιριαστό με τις δύο ιστορίες που συνέβησαν σχεδόν ταυτόχρονα, στα τέλη Νοεμβρίου του δύσκολου έτους που αποχαιρετούμε. Τις περισυνέλεξα για την ελπίδα και την ανθρωπιά τους, για το φως τους δηλαδή.

Ο Νόαμ (16) και η αδελφή του Αλμα (13) αφέθηκαν ελεύθεροι από τη Χαμάς μετά πενήντα ημέρες ομηρίας. Οταν τους έκλεισαν τα μάτια για να τους βγάλουν από τον χώρο πίστεψαν ότι είχαν πρόθεση να τους σκοτώσουν. Μόνο όταν είδαν το βαν του Ερυθρού Σταυρού καθησυχάστηκαν. Αργότερα θα μάθουν ότι η μητέρα τους δεν ζει και ότι ο πατέρας τους αγνοείται. Το πρώτο πράγμα, όμως, που είπαν στους συγγενείς τους είναι ότι πέρασαν, όλες τις μέρες της απαγωγής, καθισμένοι σε ένα δωμάτιο μαζί με μια τριανταεννιάχρονη συμπαθητική γυναίκα. Η σκέψη τους, είπαν, βρίσκεται στη συγκρατούμενη, συγκάτοικό τους για πενήντα ημέρες, που τώρα βρίσκεται μόνη της. Αναπτύχθηκε ένας ιδιαίτερος δεσμός μεταξύ τους, είπαν τα δύο παιδιά.

Συγκινήθηκα με τη σκέψη ότι τρεις άνθρωποι σε ένα δωμάτιο γνωρίστηκαν με τον πιο βασικό τρόπο επικοινωνίας: με την εξιστόρηση ιστοριών. Η αφήγηση, ο πρωταρχικός τρόπος επικοινωνίας, είναι και η συγκολλητική ουσία που μας δένει, αφού πρώτα μας εκθέσει. Οι διηγήσεις είναι μια απόπειρα να γίνουμε εύληπτοι, είναι σαν ζωντανές παρουσίες, οι μάρτυρες που αφηγούνται ποιοι είμαστε, οι διαμεσολαβητές που εγγυώνται ότι ανήκουμε και οι διαπραγματευτές στην προσπάθεια να γίνουμε κατανοητοί. Είμαστε οι ιστορίες μας – οι προσωπικές, οι συλλογικές, οι σχολικές, οι τοπικές. Μας σκιαγραφούν, σηματοδοτούν, προσφέρουν εγγύτητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση του Νόαμ, της Αλμα και της κυρίας που το όνομα δεν γνωρίζουμε, είναι επιβίωση. Σηκώνουν λίγο από το βάρος της μοναξιάς στη δυστοπική κακοτοπιά, απαλλάσσουν, έστω και παρωδικά, από τον φόβο του παραλόγου. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ιστορίες είναι ξέφωτο, ένα άνοιγμα και η ελπίδα ότι κάποτε, ίσως, δραπετεύσουμε από τον εφιάλτη, αλλά, μέχρι τότε, δεν έχουμε τίποτε άλλο καλύτερο να κάνουμε από το να λέμε ιστορίες.

Η ιστορία της Βρετανοϊρανής Ναζανίν Ζαγκάρι-Ράτκλιφ ξεκινά το 2016 όταν –μαζί με την 22 μηνών κόρη της– επισκέφθηκε το Ιράν για να δει τους γονείς της. Πριν από ένα μήνα, έβγαλε λόγο στην απονομή του βραβείου Μπούκερ. Φυλακίστηκε με την κατηγορία της κατασκοπίας και παρέμεινε στη φυλακή της Τεχεράνης για έξι χρόνια. «Πέρασα εννέα μήνες στην απομόνωση με ελάχιστη πρόσβαση σε οτιδήποτε. Οντας κλειστοφοβική, η απομόνωση ήταν μια φρικιαστική εμπειρία. Υστερα από πέντε μήνες, η οικογένειά μου μπορούσε να μου φέρει βιβλία. Οταν ο φύλακας άνοιξε τη πόρτα και μου έτεινε τα βιβλία ένιωσα ότι απελευθερώθηκα. Μπορούσα να διαβάσω, μπορούσα να μεταφερθώ σε άλλο κόσμο και αυτό άλλαξε τη ζωή μου».

Αναφέρθηκε στα βιβλία που διάβασε. Ο «Dr Thorne» του Αντονι Τρόλοπ ήταν το πρώτο κείμενο που έπεσε στα χέρια της. Μια ιστορία γύρω από την πολιτική, την εξουσία και τα χρήματα, γραμμένη τον 19ο αιώνα, διαπέρασε τον χρόνο και τον χώρο και την απορρόφησε τόσο που δεν άκουγε τα ουρλιαχτά και τα χτυπήματα στην πόρτα του διπλανού κελιού. Ο Τολστόι τη μετέφερε πίσω στο Λονδίνο την εποχή που ήταν ακόμη ελεύθερη, πριν από τη σύλληψή της. Τότε που έβλεπαν με τον άντρα της τη σειρά «Πόλεμος και ειρήνη» πίνοντας τσάι, καθισμένοι στον καναπέ του σπιτιού τους στο Λονδίνο.

Η λογοτεχνία λειτούργησε ως επιβίωση, η μοναδική απόδραση για να λησμονεί το παρόν, τη φυλακή.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

«Αν δεν πιστέψεις, δεν θα καταλάβεις»

Άρθρο Χαρίδημου Τσούκα στην «Κ»:

Μνήμη π. Δοσίθεου Κανέλλου (1936-2023)

«Καμία ευφυΐα, όσο κριτική ή πρωτότυπη, δεν μπορεί να λειτουργήσει έξω από ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης»

ΜΑΪΚΛ ΠΟΛΑΝΙ

«Αν κάποιος ζει διαφορετικά, μιλάει διαφορετικά»

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ

Εχοντας μεταφέρει ενάμιση μήνα νωρίτερα τη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα, το τηλεοπτικό εμπορικό μήνυμα διαφημίζει λαμπιόνια. Με φόντο το σκοτάδι, μια πορεία παιδιών διασχίζει χιονισμένα βουνά, καμένα δάση και σκοτεινές λίμνες, μεταφέροντας συστοιχία από αναμμένα λαμπιόνια. Σταθερό μοτίβο της αφήγησης είναι το φως και οι συνδηλώσεις του – χαρά, ελπίδα, αγάπη. Η πορεία τελειώνει όταν, σε χιονισμένο βουνό, συναντάει τον Αϊ-Βασίλη, ο οποίος, παραλαμβάνοντας από τα παιδιά ένα αναμμένο λαμπιόνι, αποφαίνεται με κρυπτική τρυφερότητα: «Βλέπω πιστεύεις. Να θυμάσαι: αν ένας δεν πιστεύει, κανένας δεν πιστεύει». Για να το αποδείξει, σβήνει το λαμπιόνι του και όλα σβήνουν. Το ανάβει και όλα ανάβουν. Τα παιδιά μαγεύονται!

Η κρίσιμη έννοια είναι «πιστεύω». Αν το νόημά της είναι η διατήρηση της μαγείας, τότε, ναι, αν ένας δεν πιστεύει κανένας δεν πιστεύει. Το γνωρίζουμε από οικογενειακές τελετουργίες. Τα δώρα του Αη Βασίλη έχουν νόημα όσο τα παιδιά πιστεύουν σε αυτόν. Αν έστω κι ένας τους σπείρει την αμφιβολία για την ύπαρξή του, ο μύθος κινδυνεύει.

Η διαφήμιση υποδηλώνει ένα γενικότερο μοτίβο πρόσληψης της πραγματικότητας: η αντίληψή μας για το τι συμβαίνει γύρω μας βασίζεται, εν μέρει, στην άκριτη πρόσληψη του φαινομένου στο οποίο μετέχουμε. Ο γιατρός θεραπεύει, η δασκάλα διδάσκει, το ζευγάρι φλερτάρει, ο χιουμορίστας αστειεύεται – όλα γίνονται, κατ’ αρχήν, με αυτονόητο, προφανή τρόπο. Η δασκάλα, στην τάξη, δεν αναρωτιέται τι κάνει – διδάσκει· το φλερτ το αισθανόμαστε, δεν δηλώνεται ως τέτοιο· με το καλό αστείο γελάμε αυθόρμητα, δεν χρειαζόμαστε υπενθύμιση. Εν ολίγοις προσλαμβάνουμε την πραγματικότητα άμεσα. Η πρόσληψη αυτή προϋποθέτει την πίστη – έναν τρόπο άκριτης μετοχής στην πραγματικότητα.

Ο σπάνιας ευρυμάθειας στοχαστής Μάικλ Πολάνι (γιατρός, διακεκριμένος χημικός και πρωτότυπος φιλόσοφος) κατέδειξε τα «άρρητα» προαπαιτούμενα της γνώσης – κάθε είδους γνώσης. Εμπνεόμενος από τον Ιερό Αυγουστίνο («αν δεν πιστέψεις δεν θα καταλάβεις»), ο Πολάνι, καθολικός χριστιανός ο ίδιος, ανέλυσε διεξοδικά ότι η πίστη βρίσκεται στην καρδιά κάθε διαδικασίας γνώσης.

Οταν διατυπώνουμε έναν γνωσιακό ισχυρισμό (π.χ. «το εμβόλιο είναι 90% αποτελεσματικό») ή διεκπεραιώνουμε μια δραστηριότητα που εμπεριέχει γνώση (π.χ. ομιλία, οδήγηση), εστιάζουμε την προσοχή μας σε αυτό που κάνουμε, έχοντας, συγχρόνως, «άρρητη» (άκριτη) επίγνωση των «υποβοηθητικών στοιχείων» χάρη στα οποία η εστίασή μας είναι εφικτή. Τα «υποβοηθητικά στοιχεία» είναι ουσιωδώς «απροσδιόριστα»· τα μαθαίνουμε, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς τι και πώς, μέσω της μετοχής μας στην κοινότητα.

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Χριστιανισμός καταγράφει παγκοσμίως μεγάλη ανάπτυξη – 30 εκατ. νέοι πιστοί ετησίως. Αυξάνονται όμως και οι διωγμοί τους

https://www.naftemporiki.gr/kosmos/1552040/o-christianismos-katagrafei-pagkosmios-megali-anaptyxi-30-ekat-neoi-pistoi-etisios/

Ξεπέρασαν για πρώτη φορά τα 2,6 δισεκατομμύρια οι Χριστιανοί ανά τον πλανήτη –

Αυξάνονται όμως και οι διωγμοί τους ia Facebook 

«Ο Χριστιανισμός αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό 1,18%, δηλαδή κατά 30 εκατομμύρια πιστούς. Κάθε μέρα η χριστιανική κοινότητα αυξάνεται κατά περίπου 82.000 άτομα. Το 2023, ο αριθμός των Χριστιανών παγκοσμίως θα ξεπεράσει για πρώτη φορά τα 2,6 δισεκατομμύρια», αναφέρει η μελέτη του Κέντρου PEW.

Η Καθολική Εκκλησία αναφέρει περίπου 1,38 δισεκατομμύρια Καθολικούς σε όλον τον κόσμο και ο αριθμός τους αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά, ιδιαίτερα στην Αφρική και την Αμερική. Αυτό που προκαλεί έκπληξη, φυσικά, είναι ότι ο αριθμός των Χριστιανών αυξάνεται επίσης σε χώρες όπως η Ιαπωνία και η Κίνα, ενώ στη Νότια Κορέα, ο Χριστιανισμός είναι πλέον η μεγαλύτερη οργανωμένη θρησκεία.

Οι περισσότεροι Χριστιανοί ζουν στην Αφρική

Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης πάντως, η Καθολική Εκκλησία αναπτύσσεται σημαντικά πιο αργά (0,93%) από τις ελεύθερες εκκλησίες. Ιδιαίτερα οι Ευαγγελιστές καταγράφουν μεγάλη εισροή, με ετήσια αύξηση 1,79%.

Η ανάπτυξη του Χριστιανισμού είναι ισχυρότερη στο νότιο ημισφαίριο. Πριν από 100 χρόνια υπήρχαν διπλάσιοι χριστιανοί στην Ευρώπη από ό,τι στον υπόλοιπο κόσμο μαζί. Τώρα υπάρχουν περισσότεροι Χριστιανοί που ζουν τόσο στη Λατινική Αμερική (611 εκατομμύρια) όσο και στην Αφρική (718 εκατομμύρια) από ό,τι στην Ευρώπη (566 εκατομμύρια). Στην Ασία υπάρχουν περισσότεροι από 400 εκατομμύρια Χριστιανοί για πρώτη φορά.

Οι υπόλοιπες θρησκείες

Ωστόσο, οι ισλαμικές θρησκευτικές ομάδες αναπτύσσονται επί του παρόντος ακόμη πιο γρήγορα (1,87%). Ο αριθμός των μουσουλμάνων ξεπέρασε τα 2 δισεκατομμύρια για πρώτη φορά φέτος. Η τρίτη μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα, οι Ινδουιστές (ρυθμός ανάπτυξης 1,2%), αριθμεί τώρα 1,09 δισεκατομμύρια άτομα.

Ο αριθμός των Βουδιστών αυξάνεται σημαντικά λιγότερο από τις χριστιανικές κοινότητες (0,77%), στα 535 εκατομμύρια.

Η εβραϊκή κοινότητα αυξάνεται επίσης μόνο κατά 0,7% (σε 15 εκατομμύρια άτομα)-μια πιο αργή αύξηση σε σχέση με τον παγκόσμιο πληθυσμό (αύξηση 1,18%).

Ενώ οι Χριστιανοί αποτελούν σήμερα το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού, το ποσοστό των Εβραίων είναι μόνο 0,2%.

Αυξάνονται οι διωγμοί των Χριστιανών

Συνέχεια ανάγνωσης

Ωδή στο μάθημα της Έκθεσης ! Είναι το μάθημα που μπορεί να αλλάξει το σχολείο;

https://www.lectores.gr/

Αποστόλης Κωνσταντίνου

Λίγες, απλές επισημάνσεις που φέρνει η πείρα της μακρόχρονης διδασκαλίας και ενασχόλησης με το μάθημα της Έκθεσης στο Λύκειο. Πέρα από αυτές, ίσως σας συνεπάρει και λίγο η δική μας αισιοδοξία πως μπορούμε τελικά να ξεπεράσουμε την «καταδίκη» της τυποποίησης και της ρητορείας των Πανελλαδικών ώστε το μάθημα να γίνει η αφορμή για να αγαπηθεί ξανά το σχολείο από τους εφήβους μαθητές και μαθήτριές μας.

Καταρχάς, το εν λόγω μάθημα στο λύκειο, είναι ένα μάθημα αποκαλυπτικό, τόσο για τον μαθητή, όσο και για τον δάσκαλο. Σε φέρνει αντιμέτωπο με τον γνωστικό και ηθικό σου εαυτό. Σου αποκαλύπτει τι ξέρεις και τι δεν ξέρεις για τον κόσμο, τη ζωή, την εποχή σου ή την ιστορία. Προσφέρει μια αποκαλυπτική εικόνα της γνώσης και της άγνοιας που έχεις για τον κόσμο. Γι΄αυτό και είναι ένα μάθημα «εκπληκτικό» (με τη σημασία της έκπληξης, του απρόσμενου, αυτού που μέχρι τώρα δεν σου πέρναγε από το μυαλό!). Θα σας πω μόνο ότι τα μάτια των μαθητών μου λάμπουν όταν μιλάμε για το πείραμα του Μίλγκραμ στην ενότητα για την αιτιολόγηση της βίας ή για τη δυστοπική κοινωνία του Μεγάλου Αδελφού, που τελικά αντιλαμβάνονται πως δεν είναι μόνο πετυχημένο ριάλιτι, αλλά μια καταπληκτική αναπαράσταση για τη σχέση εξουσίας – επιτήρησης, περίπου όπως τη βιώνουμε σήμερα εκτεθειμένοι σε εκατοντάδες «κάμερες» που κατασκοπεύουν την καθημερινότητά μας.

Είναι ένα μάθημα κόμβος της γνώσης, μια «διασταύρωση» της γνώσης με τη ζωή καθώς εδώ συναντώνται πολλά, διαφορετικά πεδία της γνώσης, φτιάχνοντας έναν κόσμο από διαφορετικές ετερόκλητες πληροφορίες και ροές δεδομένων. Μια «ατίθαση» πολυσυλλεκτικότητα που ο διδάσκων και ο μαθητευόμενος χρειάζεται να βάλουν σε σειρά, σε τάξη. Εδώ είναι που απαιτείται να μπουν σε ενέργεια οι όποιες λογικές μας δυνάμεις και προκύπτει το ζητούμενο της πνευματικής πειθαρχίας για να κατανοηθούν οι διαδρομές της σκέψης και η αλληλένδετη σχέση της γλώσσας με τη γνώση. Η διδασκαλία αυτού του μαθήματος σε σπρώχνει στην εμμονή πως το «μυαλό των παιδιών δεν είναι δοχείο να το γεμίσεις, αλλά σπίρτο που θα το ανάψεις!». Δείχνεις στα παιδιά πώς να φτιάξουν τα δικά τους λογικά, ερμηνευτικά σχήματα για τον εαυτό, την κοινωνία, την πραγματικότητα γύρω τους. Εδώ είναι που χρειάζεται να γίνεις ο «σωκρατικός» δάσκαλος που καθοδηγεί τους μαθητές σε ένα νοητικό και συναισθηματικό ταξίδι με μέσο την επικοινωνία, την έκφραση και την «ορθο-γραφική» αποτύπωση της σκέψης και της συνείδησής τους.

Γι΄αυτό και δεν μπορεί οποιοσδήποτε φιλόλογος να διδάξει τον «λόγο» αναμασώντας μόνο τις τεχνικές φορμαλιστικού τύπου ή με τα τυποποιημένα πρωτόκολλα μάθησης που προβάλλονται ως οι «συνταγές επιτυχίας» για την εξέταση στις Πανελλαδικές. Για να γίνω και λίγο κοινότοπος, η Έκθεση διδάσκεται αποτελεσματικά μόνο με «κατάθεση ψυχής» και εφόσον υπάρχει ο παιδαγωγικός ενθουσιασμός από τον διδάσκοντα! Πρέπει να θυμηθείς τη διδασκαλία ως τέχνη. Κι αυτό γιατί πρόκειται για ένα μάθημα που δοκιμάζει τη σκέψη και τη συνείδηση, φτιάχνει νήματα σύνδεσης με την πραγματική ζωή και τα προβλήματά της καλώντας και προκαλώντας τους μαθητές στο μέγιστο και πιο δύσκολο επίπεδο της γνώσης, στις δεξιότητες της μετα-γνώσης. Μπορεί να μετασχηματίσει τη σκέψη και τις πεποιθήσεις των νέων ανθρώπων ενθαρρύνοντάς τους να εκφραστούν, να επιδράσουν με την επικοινωνία και την πειθώ στους διπλανούς τους, στο πλαίσιο της σχολικής ομάδας ή κοινότητας, να διεκδικήσουν τελικά συμμετοχή στη δημόσια σφαίρα ως ενεργά πολιτικά υποκείμενα και όχι ως απλοί θεατές – καταναλωτές προκάτ απόψεων.

Μπορεί, λοιπόν, σε συνδυασμό με τη λογοτεχνία και τις άλλες τέχνες να το κάνουμε το πιο απελευθερωτικό μάθημα για τα παιδιά μας. Κι αν ακόμη θεωρήσουμε την τυποποιημένη εξέταση του μαθήματος ως αναγκαίο κακό, οφείλουμε να αντικαταστήσουμε τη χρησιμοθηρική οπτική, σιγά σιγά, με μια άλλου τύπου αντιμετώπιση του μαθήματος της Έκθεσης, η οποία θα «υπονομεύει» σιγά σιγά τη χρησιμοθηρία για να την αντικαταστήσει η δημιουργική -γιατί όχι και η πρωτότυπη- σκέψη και ο οργανωμένος, αυθεντικός, αυτόνομος λόγος. Πιο απλά, ας αφαιρέσουμε την τεχνοκρατική οπτική γλωσσολογικού τύπου από τις ασκήσεις κάθε τυποποιημένου διαγωνίσματος και ας δώσουμε περισσότερο χώρο στην αντίληψη και κατανόηση του επικοινωνιακού νοήματος των κειμένων. Ας διαβάσουμε και να συζητήσουμε μαζί με τους μαθητές κείμενα από κάθε κειμενικό είδος με έμφαση στο νόημα και στη σύνδεσή τους με τις επικοινωνιακές ανάγκες που εξυπηρετούν. Ας τους προτρέψουμε στη σύνθεση των δικών τους κειμένων που θα κινητοποιούν τον προσωπικό στοχασμό ως αποτέλεσμα της σύνθεσης των εμπειριών και της γενικότερης γνωστικής ταυτότητάς τους. Ας περιορίσουμε τις υπερβολές του γλωσσικού φορμαλισμού και ας προτρέψουμε τα παιδιά στην άσκηση του δικού τους ποιοτικού προφορικού και γραπτού λόγου, καλλιεργώντας την ευθύνη για τη δική τους άποψη. Έτσι, θα συνδεθεί η σκέψη τους με τη δική τους εσωτερική και εξωτερική πραγματικότητα. Η μελέτη και η δημιουργία προφορικών και γραπτών κειμένων στο σχολείο ας σχετίζονται με προθέσεις και πράξεις της πραγματικής ζωής.

Τα κείμενα που ζητάμε να γράψουν οι μαθητές ας είναι επικοινωνιακές προσπάθειες που θα προέρχονται και θα απευθύνονται στην καθημερινότητά τους και στις κοινωνικές διαδικασίες της δικής τους ζωής. Ας τους προτρέψουμε να αναπτύξουν πειστικό λόγο με ερωτήματα που αφορούν στην καθημερινότητά τους όπως: «Πώς θα πείθατε τους γονείς σας να συνηγορήσουν να κάνετε ένα τατουάζ;», «πώς θα πείθατε έναν καθηγητή σας που αρνείται να σας συνοδέψει σε μια πολυήμερη εκδρομή;», «τι θα έλεγες σε έναν φίλο σου που ξενυχτάει παίζοντας διαδικτυακά παιχνίδια και όλη την ημέρα είναι μονίμως νυσταγμένος;» ή «τι νιώθεις όταν πας στο γήπεδο να υποστηρίξεις την ομάδα σου και βλέπεις δίπλα σου κάποιους να βρίζουν τους οπαδούς των αντιπάλων;» Ας τους παρακινήσουμε να σχολιάσουν κριτικά τη συμπεριφορά τους ή τη συμπεριφορά των γονέων ή των δασκάλων τους, τη στάση των πολιτικών και των άλλων προβεβλημένων «ειδώλων» της εποχής τους, ας τους κεντρίζουμε τελικά τον στοχασμό που οδηγεί στη συζήτηση και στην αντιπαράθεση με λόγο σαφή και τεκμηριωμένο….Έτσι, η «έκθεση – έκφραση» (νεοελληνική γλώσσα επισήμως) θα γίνει ένα μάθημα ή , καλύτερα, πολλά μαθήματα ζωής δίνοντας αφορμές ενασχόλησης με την επικοινωνία και τον κόσμο όπως αυτός εκδηλώνεται στη δική τους ζωή.

Συμπέρασμα: Καλώς δίνουμε στο μάθημα σημαντική  θέση και «υπόληψη» στο σχολείο. Όχι, γιατί είναι δύσκολο και απαραίτητο για τις Πανελλαδικές, αλλά γιατί έχει τις προδιαγραφές να γίνει ο πυρήνας της ανανέωσης της σχέσης μαθητών και σχολείου! Αρκεί να τολμήσουμε τις αλλαγές που απαιτούνται. Ποιες είναι, όμως, αυτές και πώς θα εφαρμοστούν στο παρόν μας; Απαιτείται διάλογος και τολμηρές αποφάσεις που θα ανατρέψουν βολικά για πολλούς κατεστημένα.

Η κατανόηση κειμένου είναι ζήτημα δημοκρατίας

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Την αχίλλειο πτέρνα της εκπαίδευσης δεν χρειάζονταν οι απογοητευτικές επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στον διαγωνισμό της PISA για να την αντιληφθούμε. Αυτό που ονομάζουμε παιδεία είναι στην πραγματικότητα ένας μηχανισμός αποθήκευσης πληροφοριών ο οποίος ισοπεδώνει κάθε δημιουργική ικμάδα του εφήβου. Δεν τον εκπαιδεύει ούτε να τις αξιολογεί ούτε να τις ιεραρχεί. Τι θα πει είμαι καλός στην Ιστορία; Θα πει ότι έχω την ικανότητα να απομνημονεύω δεκάδες σελίδες από το βιβλίο της Ιστορίας από το οποίο αντλείται η εξεταστέα ύλη και από το οποίο εξαρτάται η προαγωγή μου ή η εισαγωγή μου σε κάποια πανεπιστημιακή σχολή. Δεν αναφέρομαι τυχαία στην Ιστορία. Δεν τη διδάσκουν ιστορικοί. Τη διδάσκουν φιλόλογοι, ακόμη και καθηγητές Γαλλικών. Οπότε κι αυτοί χρησιμοποιούν ως βοήθημα το βιβλίο, το οποίο δεν έχουν την επιστημονική επάρκεια να κρίνουν. Το ακολουθούν κατά γράμμα δίνοντας το καλό παράδειγμα στους μαθητές τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι μετά το πέρας της δοκιμασίας ο έφηβος ακούει Ιστορία και το βάζει στα πόδια. Και με ποιον τρόπο διδάσκεται η λογοτεχνία; Σαν μάθημα ανατομίας στο νεκροτομείο. Πληροφορίες για τη δομή των κειμένων. Η αισθητική δύναμη και η γλωσσική πλαστική είναι καλυμμένες κάτω από τον ποδόγυρο, σαν τους γυναικείους αστραγάλους στη βικτωριανή εποχή.

Το ζητούμενο είναι η κατανόηση κειμένου. Τι θα πει κατανόηση κειμένου; Θα πει ότι διαβάζω ένα κείμενο ή ακούω έναν αρθρωμένο λόγο και έχω τα εργαλεία να αξιολογήσω τις πληροφορίες και τη σκέψη που τις συνέχει, κοινώς να τις αφομοιώσω, να τις κάνω δικές μου και να απορρίψω ό,τι περισσεύει. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε στα σμήνη των πληροφοριών το Διαδίκτυο και την κοινωνική δικτύωση, αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε να αντιμετωπίσουμε έναν Λεβιάθαν. Επικεντρώνουμε την προσοχή μας στα fake news. Παραγνωρίζουμε όμως τη σημασία της πληροφορίας που είναι μεν αληθινή αλλά δημιουργεί μια στρεβλή αντίληψη της πραγματικότητας. Κοινώς την κατανόηση κειμένου.

Ειλικρινά θα χαιρόμουν αν κάποιοι εκπαιδευτικοί μπορούσαν να με διορθώσουν, ακόμη και να με διαψεύσουν. Αν κάποιοι με έπειθαν ότι η αντίδραση των συνδικαλιστών τους στην PISA δεν εντάσσεται στη γνωστή φοβική τους αντίδραση απέναντι σε οποιαδήποτε αξιολόγηση του έργου τους. Μπορώ να συζητήσω οποιαδήποτε επιφύλαξη απέναντι στον τρόπο του διαγωνισμού. Εκείνο που δεν μπορώ να συζητήσω είναι τη στάση όσων υποστηρίζουν ότι η εκπαίδευση χρειάζεται μόνον μερικές διορθωτικές κινήσεις. Και ότι, για παράδειγμα, οι Πανελλαδικές είναι ο καλύτερος τρόπος αξιολόγησης. Χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους ότι οι Πανελλαδικές αξιολογούν το ήδη υπάρχον σύστημα της παθητικής αποστήθισης.

Τι μέλλει γενέσθαι; Ιδέα δεν έχω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι η εκπαίδευση χρειάζεται να βγει απ’ το νεκροτομείο. Οι αναπηρίες της απειλούν τη χώρα, όπως την απειλεί και το δημογραφικό. Λένε ορισμένοι ότι τα αποτελέσματα των Πανελλαδικών είναι ο καλύτερος τρόπος αξιολόγησης των σχολικών μονάδων. Ακόμη κι αν παρακάμψουμε τη σημασία των φροντιστηρίων και των ιδιαιτέρων, αναρωτιέμαι πώς δεν τους περνάει απ’ το μυαλό πως οι Πανελλαδικές αξιολογούν ως επί το πλείστον την ικανότητα αποστήθισης των υποψηφίων. Πάντως δεν αξιολογούν τις δημιουργικές τους ικανότητες. Η μέση εκπαίδευση και οι Πανελλαδικές είναι ένα κλειστό σύστημα που αναπαράγει τον εαυτό του.

Δεν είμαι εκπαιδευτικός. Ομως η εκπαίδευση δεν ανήκει στους εκπαιδευτικούς. Είναι κοινωνικό αγαθό, όπως και η υγεία, και μας αφορά όλους. Οταν διαπιστώνουμε πως είμαστε λειτουργικά αναλφάβητοι στην κατανόηση κειμένου, σημαίνει ότι δεν μαθαίνουμε να διαβάζουμε. Και πώς μάθαμε, όσοι μάθαμε να διαβάζουμε; Με την ανάγνωση της λογοτεχνίας – με την ευρεία σημασία του όρου. Από την αναβάθμιση της λογοτεχνικής ανάγνωσης, του μεγάλου θησαυροφυλακίου και της γλώσσας αλλά και της σκέψης, οφείλει να ξεκινήσει η ανάταξη της μέσης εκπαίδευσης. Ποιος όμως θα αναλάβει το έργο; Επί δεκαετίες τώρα οι διδάσκοντες είναι χρήστες εγχειριδίων ανατομίας. Πόσοι μπορούν να μεταδώσουν στους μαθητές τους τη γοητεία της «Λέσχης» του Τσίρκα ή του Ζορμπά; Τους λέω γιατί μου προσάπτουν ότι αναφέρομαι συνέχεια στον Βιζυηνό και στον Παπαδιαμάντη. Για να τη μεταδώσουν πρέπει να την έχουν αισθανθεί οι ίδιοι. Κι αυτοί όμως είναι παιδιά ενός σχολείου που αδιαφορούσε για τη λογοτεχνία.

Η κατανόηση κειμένου είναι θέμα δημοκρατίας. Η δημοκρατία στηρίζεται στην πειθώ. Χωρίς κατανόηση δεν λειτουργεί η πειθώ. Οπότε μην απορείτε αν οι νεότεροι, και όχι μόνον, είναι τόσο ευάλωτοι απέναντι στον λαϊκισμό. Δεν ευθύνεται μόνον το Διαδίκτυο. Ευθύνεται και η εκπαίδευση.

Ευαγόρας Παλληκαρίδης: «Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα»

ΤΟ ΒΗΜΑ
Ευαγόρας Παλληκαρίδης: «Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα»

Ο έφηβος ήρωας και ποιητής της Κύπρου, Ευαγόρας Παλληκαρίδης σύμβολο του αγώνα και της αντίστασης εκτελέστηκε σαν σήμερα 67 χρόνια πριν, στις 14 Μαρτίου 1957

Σαν σήμερα στις 14 Μαρτίου του 1957 εκτελέστηκε ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο 18χρονος που περιφρόνησε την αγχόνη των Άγγλων στην Κύπρο

Οι τελευταίοι στίχοι που έγραψε το βράδυ πριν τον απαγχονίσουν οι Εγγλέζοι ο ήρωας του απελευθερωτικού αγώνα των Κυπρίων Ευαγόρας Παλληκαριδης:

«Θα πάρω μιαν ανηφοριά, θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη λευτεριά.
Τα σκαλοπάτια θ’ ανεβώ, θα μπω σ’ ένα παλάτι
το ξέρω, θα’ ναι απάτη, δε θα’ ναι αληθινό.

Μες στο παλάτι θα γυρνώ, ώσπου να βρω τον θρόνο
βασίλισσα μια μόνο θα κάθεται σ’ αυτόν.
Κόρη πανώρια θα της πω, άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου, μονάχα αυτό ζητώ.»

Στίχοι γραμμένοι σε ένα χαρτί στο κελί μελλοθανάτων των αποικιοκρατικών κεντρικών φυλακών της Λευκωσίας.

Ήταν 13 Μαρτίου του 1957 και ο 18χρονος μαθητής Ευαγόρας Παλληκαρίδης, γνώριζε πως όταν το ρολόι θα σήμανε μεσάνυχτα θα αντιμετώπιζε την αγχόνη και τον αιματοβαμμένο δήμιο των Βρετανών αποικιοκρατών Harry Allen. Αυτός που απαγχόνιζε του Κύπριους αγωνιστές.

18χρονο παιδί, αμούστακο, μαθητής Γυμνασίου, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης καταδικάστηκε σε θάνατο δια απαγχονισμού γιατί ήθελε την ελευθερία στην πατρίδα του στην Κύπρο. «Έγκλημά» του επειδή συνελήφθη να μεταφέρει ένα όπλο τύπου Μπρεν και οι Εγγλέζοι που ήθελαν κάποιες επιτυχίες απέναντι στον απελευθερωτικό αγώνα των Κυπρίων, τον συνέλαβαν.

Ήταν 18 Δεκεμβρίου 1956 λίγο πριν από τα Χριστούγεννα όταν συλλαμβάνεται και κατηγορείται για κατοχή και διακίνηση παράνομου οπλισμού. Η δίκη του ορίζεται για τον Μάρτιο του 1957. Στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δεν αφήνει περιθώρια στους δικηγόρους του για να τον υπερασπιστούν. Παραδέχεται την ενοχή του, με αξιοθαύμαστο τρόπο: «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο».

Την επομένη της καταδίκης του Παλληκαρίδη σε θάνατο, ο κόσμος ξεσηκώνεται για να σώσει τον νεαρό μαθητή. Οι εκκλήσεις για την απονομή χάριτος από την Ελλάδα, την Αγγλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες απορρίπτονται από τον άγγλο κυβερνήτη Τζον Χάρντινγκ και την αγγλική διπλωματία. Διαδηλώσεις παντού, ο Αγγλος κυβερνήτης όμως επέμενε «εις θάνατον». Ξεσηκώθηκαν οι πάντες, χάρη δεν του έδωσε κανείς. Αυτός ήταν και ο λόγος που η βασίλισσα Ελισάβετ δεν είχε επισκεφθεί ποτέ την Κύπρο, αν και μέλος της Κοινοπολιτείας.

Ο «Βαγορής», όπως ήταν το χαϊδευτικό του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, δεν πτοείται. Στο τελευταίο γράμμα του δηλώνει: «Θ’ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ‘ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το καθετί. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα, τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.»

Τα μεσάνυχτα της 13ης Μαρτίου 1957 οδηγείται στην αγχόνη. Τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο. Δύο λεπτά αργότερα (14 Μαρτίου) η καταπακτή ανοίγει και ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης περνά στην αιωνιότητα. Μόνον ο δήμιος Harry Allen, περιέγραψε στωικά τα τελευταία δευτερόλεπτα του ήρωα: «Ξεψύχησε ηρωικά 9 δευτερόλεπτα μετά τη στιγμή που άνοιξε η ξύλινη καταπακτή της αγχόνης…».

Τον έθαψαν οι Εγγλέζοι στις κεντρικές φυλακές, δήθεν για να μην ηρωποιηθεί. Εκεί στα φυλακισμένα μνήματα, μαζί με άλλους ήρωες του απελευθερωτικού αγώνα των Κυπρίων όπου υπάρχει η επιγραφή «Του αντρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δεν λογιέται…».

Γρηγόρης Αυξεντίου: Σαν θα πεθάνω, μη με θάψετε

Χωσιά του κυρ-Θανάτου

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

«ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ»

Ο φονευθείς τρομοκράτης, εις μίαν εκδήλωσιν
απελπισίας και απογνώσεως, ηρνήθη να εξέλθη
του κρησφυγέτου του και να παραδοθή, προετίμησε
δε αντάξιον της δειλίας και της ανανδρίας του θάνατον.

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

3 Μαρτίου 1957

Τα γένια φόρεσε καλά να μην του πέφτουν.
Αστέρι χαμηλώνει, βάνει
του φεγγαριού λαδάκι να μη στραβοπατά.

Ο ιατρός αγγίζει το ποδάρι.
«Γρηγόρη, να προσέχεις, η πληγή αγριεύει».
Αυτός χαμογελά: Και θα ξυπνήσω
το κάθε φοβισμένο κύτταρο αντρειοσύνης.

Ο ιατρός μετρούσε το σφυγμό του χρόνου
με τα παλιά χρειαζούμενα. Μα κείνος
με το μακρύ του τον ξεπροβοδάει
ποδάρι ώσμε την άκρη του κυπαρισσιού.
Σαν θα πεθάνω, είπε, μη με θάψετε.

Και του ᾽δειξε τις πλάκες των χεριών.
Σ᾽ αυτές είναι γραμμένες οι εντολές.
Και τις σηκώνει πέρα απ᾽ το βουνό.
Θα δείτε και θα μάθετε πολλά.
Και τις χορεύει σ᾽ ακατάφλεκτες πλεξούδες.

Ξεκάρφωσε το στήθος του απ᾽ τον τοίχο
του ταπεινού κελιού, μαντάρει την ψυχή
με μια μεγάλη σακοράφα· δύσκολοι καιροί.

Ξετείχιστες κραυγές, σαν αστακοί στρατιώτες
μαζί τους κουβαλούν φορεία και φέρετρα.

Κοπέλι του μοναστηριού στην ταραχή του σπάνει
την πιο μεγάλη γυάλα του γλυκού.

Δυο ταπεινά μερμήγκια συνεχίζουν
να σέρνουν στις δαγκάνες τους σπόρο του πεπονιού.

Ο ήρωάς μας τώρα ξημερώνει
με τέσσερις συντρόφους σε σπηλιά.

Ο πιο ζωγράφος λάφια κάνει και λαμπρούς
αργυροδόξαρους παλαιολιθικούς.

Σε τούτη ως είναι ξαπλωμένος την Καπέλα
Σιξτίνα νιώθει το πινέλο σαν αξίνα.

Ο δεύτερος μισοερειπωμένα
λόγια κι επιγραφές περί θανάτου.

Ο τρίτος έχει κιόλας μαραθεί·
θωρεί που τόνε περιφέρουν
με λάβαρα, σημαίες οι πιο δικοί.

Ο τέταρτος «κι αν είναι να πεθάνουμε…»
Τον αντισκόβει: Βγείτε απ᾽ τη σπηλιά.

Το φως απέξω, τα ζουζούνια, οι πεταλούδες,
τ᾽ αυριανό στεφάνι πλέκουν της πατρίδας
(ακέρια σώματα χρειάζονται γι᾽ αυτό).
Θ᾽ ανταμωθούμε καρποφόρα μέρα.

Τώρα δουλειά μοναχική. Και πρέπει να πεθάνω.
Τα λόγια σάρκα να γενούν και τα χλωρά κλωνάρια
να μπολιαστούν απ᾽ το λαιμό κι από το γόνατό μου.

Ο σπόρος βλάστησε, Ματρόζο, σ᾽ τα ᾽λεγα σαν ήρθες
νεκρόν απ᾽ τη σπηλιά για να με σύρεις.
Σε στείλαν οι δειλοί. Και συ διαλέγεις
να δοκιμάσεις άλλη μια φορά.

Κάποια στιγμή με δακρυγόνα μάτια
μου ζήτησες φωτιά. Θα ᾽χεις καιρό, σου κράζω,
ν᾽ ανάψεις το τσιγάρο σου στον άλλο κόσμο.

Κι ως τρέχουν αυλακιές ποτάμια της μπενζίνας
τα φιδωτά κορμιά, πυροδοτείται η κρύπτη
μ᾽ εμπρηστικά φτερά βομβών από ψηλά.

Παράξενο! Την ίδια μέρα η αδερφή μου
θωρώ που εκράταε από κείνα τα χαρτιά
τα τρομοκρατικά, που ρίξανε οι Εγγλέζοι
απ᾽ ελικόπτερο πάνω απ᾽ τη Λύση.

Το σχήμα παρουσίαζε δυο νεκροκεφαλές,
χωριάτικες καρέκλες αδειανές
και μιαν επιγραφή: ΜΠΑΡ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ.
Ας το φυλάξουμε, σαν έρθει, να γελάσει.

Κείνη την ώρα μπαίνουν σαν φονιάδες,
σαν αλειτούργητοι ο παπάς κι ο κύρης μου.
Η λύπη τους ασήκωτη: «Εσκοτώσαν τον».

«Αδύνατον», ψιθύρισε η γυναίκα μου,
«δεν το πιστεύω», είπε η αδερφή μου.
Από τα χέρια επέσαν τους οι νεκροκεφαλές
καθώς του Άδη το κατώφλι εδρασκελούσα.

Κι η μάνα μου: «Ας έσει τες ευτζές μου.
Καλλύττερα που δεν επαραδόθηκεν
τζαι δεν τον πιάσαν ζωντανόν τζαι δεν αξιωθήκαν
να δούσιν την μορφήν του· πάλε θα τον εσκοτώνναν.
Παρά φυλακισμένον τζαι βασανισμένον, Δόξα Σοι».

Γρικώντας τούτα εχαμογέλασα
και τη μαντίλα εγώ της έδεσα
που είχε χαμαί γλιστρήσει
κι έφυγα ανεγνώριστος.

Έντεκα πετρωμένες ώρες καθυστέρησα.
Ο χρόνος έβγαζε καπνό· καμένο το ρολόι,
δεν περπατούν οι δείκτες, κάτι στάλωσε.

Σπρώχνω με γόνα. Οσμίζομαι σε τρίστρατο
χωσιά του κυρ-Θανάτου. Ήθελα πριν δώσω
στο χέρι μου εντολή «Θανάτου εκτέλεση»
να σιγουρέψω για την ενοχή του.

Έτσι τον γέλασα· μου φάνηκε είδα
την έμορφη γυναίκα του ασπροεντυμένη
και τα καλά της μοίρας της να κυματίζει,
τραγούδι γύρω γύρω από το σώμα της
και περασμένα στο μετάξι αισθήματα.

Πώς κελαδούσε το φεγγάρι! Κι η καρδιά μου
εφτά χιλιόμετρα… Η αυγή ροδίζει.
Σβήνω το φως, να ιδώ καλύτερα…

Δεν πρόφθασε.

Στον ανυπόμονο η ελευθερία
λάμπει σαν άστρο που κρατεί ένα κόκαλο
που λάμπει σαν ακοίμητη λαμπάδα
που έχει τ᾽ όνομα γραμμένο στη φωτιά.

Ολόκληρος θωριέται κι αντηχεί
στη λάσπη τ᾽ ανθοστόλιστο διαμάντι
στην έξοδό του απ᾽ τον πνιγμό.
Χωρίς την όψη του το μήλο δε γουρμάζει,
ο άνεμος αδειάζει από ψωμί νερό,
πέφτουνε καταγής οι τελευταίες μας λέξεις.

Μάρτης 1987

*Από την ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαραλαμπίδη Μεθιστορία (Άγρα, Αθήνα 1995, σ. 59-63).

 

Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης

Η σύνθεση του εκτενούς αφηγηματικού ποιήματος ολοκληρώθηκε το Μάρτιο του 1987, ύστερα από πολύχρονη κυοφορία κατά δήλωσιν του ίδιου του Χαραλαμπίδη. Το ποιητικό κείμενο αποκαθιστά την ιστορική αλήθεια ανατρέποντας τον κατασκευασμένο λόγο, την είδηση που μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο καθ’ υπόδειξιν της αποικιοκρατικής κυβέρνησης την ημέρα του θανάτου του Γρηγόρη Αυξεντίου.

 

Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, υπαρχηγός της ΕΟΚΑ και ήρωας του κυπριακού απελευθερωτικού αγώνα των ετών 1955-1959, γεννήθηκε στο (νυν κατεχόμενο) χωριό Λύση Αμμοχώστου στις 22 Φεβρουαρίου 1928 και βρήκε φρικτό τέλος (απανθρακώθηκε) στο κρησφύγετό του κοντά στη μονή Μαχαιρά, τα ξημερώματα της Κυριακής 3ης Μαρτίου 1957, ύστερα από πολύωρη μάχη με τις βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις.

 

 

Κική Δημουλά: Τίποτα δεν άκουσες;

Κλέφτες στη σκέψη

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

Με αφορμή την προδημοσίευση ποιημάτων της από το «Ενός λεπτού μαζί» στα «ΝΕΑ», η Κική Δημουλά ξεκλειδώνει τον ποιητικό της κόσμο για τους αναγνώστες της, απαντώντας στις ακόλουθες ερωτήσεις:

— Σ’ αυτά τα ποιήματα φαίνεστε περισσότερο οργισμένη.

Πιο έτοιμη θα έλεγα, για ν’ αποφύγω το πιο γενναία. Είπα, δηλαδή, να διασχίσω ό,τι σκοτεινό ακόμα μου υπολείπεται ή να ξανακάνω απ’ την αρχή τη διαδρομή του, αλλά αυτή τη φορά χωρίς αρκετές προμήθειες χρόνου. Δίχως να επαναπαύομαι στα ψιχουλάκια φωτός που έριχναν άλλοτε στον δρόμο μου οι πυγολαμπίδες, για να μη χαθεί η επιστροφή μου. Και το κυριότερο, άοπλη εντελώς: δίχως το νεροπίστολο των δακρύων.

«ΤΑ ΝΕΑ», 3.10.1998, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

— Χαρακτηριστικό είναι ότι συνομιλείτε με τον Ύψιστο και μάλιστα τον επικρίνετε.

Συνομιλώ με τον Θεό, συχνά, σημαίνει ότι νιώθω όλο και συχνότερα την ανάγκη να ξαναγίνομαι παιδί. Τον επικρίνω σημαίνει ότι θέλω να παρατείνομαι ως παιδί. Ότι του θυμίζω τους κανόνες του «κρυφτού» που άνισα παίζουμε, στο εγώ τα φυλάω. Κρύβεται εκείνος, μου φωνάζει ένα μακρύ κου-ου-ου-κου, που λες και βγαίνει από τα μύρια διάσπαρτα στόματα των μεγάλων αποστάσεων. Αδύνατον να εντοπίσω την κρυψώνα του, να τον βρω. Όλο εκείνος με βρίσκει.

— Επιμένετε στην ανάγκη να ονειρευόμαστε. Γιατί;

Πώς να γίνει; Έτσι, να κυβερνάει η πραγματικότητα χωρίς τον φόβο της αντιπολίτευσης; Εξάλλου, κάπου θέλει να εμπιστευθεί τα μυστικά του και τους πόθους του το υποσυνείδητό μας. Πέρα από αυτά, θεωρώ το ονειρεύεσθαι μια πολύ καλή άσκηση για να μη χαλαρώνουν οι μύες της αναμονής, των προσδοκιών, που έχουν μια προδιάθεση για κυτταρίτιδα και πρόωρο γήρας.

«ΤΑ ΝΕΑ», 3.10.1998, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

— Τα αγαπημένα σας λεκτικά παιχνίδια σάς έχουν κοστίσει τον χαρακτηρισμό της εγκεφαλικής ποιήτριας. Τι λέτε γι’ αυτό;

Σέβομαι την κριτική, αλλά καθόλου δεν μου έχει κοστίσει ο χαρακτηρισμός της εγκεφαλικής ποιήτριας, όσο κι αν αυτός σαρώνει όλο το «ποιήτρια». Ναι. Δεν μου έχει κοστίσει, γιατί με μεγάλο δισταγμό και η ίδια μπήκα, αμφιβάλλοντας, κάτω από αυτόν τον στομφώδη τίτλο. Εγώ, αγαπητή μου, δεν είμαι παρά ένας κοινός οδοιπόρος, που απλώς αντέχει, όταν αδειάζει το παγούρι του, να πίνει νερό χωρίς να δηλητηριάζεται από ελώδεις πλάνες ή και την αρχική μακέτα του κόσμου, εκεί όπου αφθονούσαν τα ύδατα. Με λίγα λόγια, επιβιώνω ξεδιψώντας στην πρώτη εφικτή λύση που βρίσκεται μπροστά μου, τη φυσική λύση. Δεν την κατασκευάζω. Μου προτείνεται από τις μόνες δυνατότητές μου.

Τώρα, αν με ρωτήσετε γιατί αυτήν την πορεία τη χώρισα σε ποιήματα, θα σας πω επειδή οι πηγές μου, κατά τις περιοδικές εκλάμψεις τους, δεν ήταν ούτε τετράγωνες ούτε στρογγυλές ούτε παραλληλόγραμμες, αλλά είχαν το θολό σχήμα ποιήματος.

«ΤΑ ΝΕΑ», 3.10.1998, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

— Είχατε πει κάποτε ότι σας συγκινούν περισσότερο, νοιάζεστε πιο πολύ για τα επουσιώδη παρά για το ουσιώδες.

Και να μην το έχω πει, δεν μου είναι ξένο. Αλήθεια είναι ότι νοιάζομαι γι’ αυτούς τους αφανείς ήρωες. Αυτά κρατάει ως ομήρους το ουσιώδες, τα ακινητοποιεί με εκείνο το γνωστό κεφαλοκλείδωμα προφυλάσσοντας το στέρνο του, απειλεί ότι θα τα πυροβολήσει, κινείται κρυμμένο ασφαλές πίσω τους, τα σέρνει μαζί του έως ότου διαφύγει ασύλληπτο.

— Γράφετε εύκολα;

Τόσο δύσκολα όσο ένας που δεν ξέρει να γράφει και ωστόσο επιμένει, σαν να έχει βάλει στοίχημα με κάποιον αυτοσαρκασμό και θέλει να το κερδίσει. Άλλωστε, δεν βλέπετε πόση κανέλα έχω ρίξει, για να συγκαλύψω τη γεύση της δυσκολίας;

«ΤΑ ΝΕΑ», 3.10.1998, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

— Αν χρειαζόταν να μπει ένας υπότιτλος στα καινούργια αυτά ποιήματά σας, που να χαρακτηρίζει κάπως τη διάθεσή σας απέναντί τους, ποιος θα ήταν;

Νομίζω ο ίδιος που σιωπηρά έβαλα σε όλα τα ποιήματα που έγραψα. Ότι κανένα δεν μοιάζει, δεν μου θυμίζει εκείνο το ποίημα που δεν έγραψα. Αναφέρομαι στο γνωστό χιμαιρικό ανικανοποίητο πολλών, φαντάζομαι, ποιητών. Το δόλωμα για να επιμείνουμε να γράφουμε.

*Συνέντευξη που είχε παραχωρήσει η Κική Δημουλά στη δημοσιογράφο Μικέλα Χαρτουλάρη το φθινόπωρο του 1998, λίγες ημέρες πριν από την έκδοση της ποιητικής συλλογής της «Ενός λεπτού μαζί» (Ίκαρος). Είχε δημοσιευτεί στο φύλλο των «Νέων» που είχε κυκλοφορήσει το Σάββατο 3 Οκτωβρίου 1998.

Η ποιήτρια και ακαδημαϊκός Κική Δημουλά (Βασιλική Ράδου το πατρικό της) απεβίωσε στις 22 Φεβρουαρίου 2020, σε ηλικία 89 ετών.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση