«Σχέσεις μητέρας-γιού στο πρώιμο Βυζάντιο: Οι περιπτώσεις των Τριών Ιεραρχών και των μητέρων τους»

«Σχέσεις μητέρας-γιού στο πρώιμο Βυζάντιο: Οι περιπτώσεις των Τριών Ιεραρχών και των μητέρων τους»

Της  Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού (Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.)

 Πρόλογος

Οι μητέρες των Τριών Ιεραρχών Εμμέλεια, Νόννα και Ανθούσα με την ισχυρή και ευεργετική επιρροή τους στο πλαίσιο της οικογένειάς τους «ανακήρυξαν» αγίους τους γιους τους Βασίλειο τον Μέγα, Γρηγόριο το Θεολόγο και Ιωάννη τον Χρυσόστομο αντίστοιχα. Οι τρεις «μέγιστοι φωστήρες της Τρισηλίου Θεότητος», με στοιχεία και πληροφορίες που αποθησαύρισαν στα Πατερικά τους συγγράμματα, παρουσιάζουν με χάρη και ιερό δέος τις μητέρες τους. Μας αφηγούνται τη θεοσεβούμενη ζωή τους, το έργο τους, τις θλίψεις και τις χαρές τους και κυρίως δεν παύουν, σε κάθε ευκαιρία, να τονίζουν το μεγάλο ρόλο που έπαιξαν στην εξέλιξή τους ως ανθρώπων, ως οντοτήτων υλικών και πνευματικών. Είναι άλλωστε γεγονός πως μεγάλοι παιδαγωγοί, κοινωνιολόγοι, ιστορικοί, λόγιοι και πολιτικοί συχνά ισχυρίζονται πως πίσω από μια μεγάλη προσωπικότητα, κατά κανόνα, κρύβεται μια μεγάλη μητέρα.

Τα ακόλουθα αποσπάσματα απ’ το έργο των τριών Ιεραρχών είναι πολύ χαρακτηριστικά για τις απόψεις τους ως προς το θέμα:

1.«Ουδέν μητρός ευσπλαγχνότερον. Και τούτο λέγω, ίνα τιμάσθαι νομοθετήσω τας μητέρας» (Γρηγόριος ο Θεολόγος, ΕΠΕ 5, 452).

  1. « Εκ παιδός έλαβον έννοιαν περί Θεού παρά της μακαρίας μητρός μου» (Μέγας Βασίλειος, Μigne P.G. 32, 825).
  2. «Τι μητρός συμπαθέστερον»; (Γρηγόριος ο Θεολόγος, Migne P.G. 35, 869).
  3. « Ου το τεκείν ποιεί μητέρα, αλλά το θρέψαι καλώς». ( Ιερός Χρυσόστομος, Migne P.G. 50, 621).

Α) Εμμέλεια και Βασίλειος ο Μέγας.

Η Εμμέλεια καταγόταν από την Καισάρεια της Καππαδοκίας, από γένος ένδοξο και αρχοντικό. Οι πρόγονοί της κατείχαν λαμπρές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό και μεγάλα πλούτη. Ο γιος τους Γρηγόριος σημειώνει γι’ αυτούς με θαυμασμό:  «Στρατηγίαι τε και δημαγωγίαι και κράτος εν βασιλείοις αυλαίς. Έτι δε, περιουσίαι και θρόνων ύψη, και τιμαί δημόσιαι, και λόγων λαμπρότητες». Όμως οι πρόγονοί της ήταν και άνθρωποι μορφωμένοι κατά Θεόν. Ήταν οι «σεμνοί Καππαδόκαι», όπως τους χαρακτήρισε ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Μάλιστα η Εμμέλεια ήταν κόρη μάρτυρα ο οποίος φονεύτηκε κατ’ εντολή του οργισθέντος βασιλέως, αφού μεταβίβασε σ’ άλλους άρχοντες όλη την περιουσία του.

Η Εμμέλεια ονομάζεται απ’ το γιο της Γρηγόριο το Θεολόγο με απεριόριστο θαυμασμό «της εμμελείας όντως φερώνυμος». Εμμέλεια εξάλλου είναι η τέλεια αρμονία στη μουσική, στην ομιλία και μεταφορικά η ευπρέπεια, η κοσμιότητα. Γι’ αυτό η Εμμέλεια, όταν ήρθε ο καιρός να παντρευτεί, δεν προτίμησε να πάρει άνθρωπο εύπορο, με πλούτη και πολλά υλικά αγαθά. Ήθελε άνθρωπο εύτροπο, με ευγένεια ψυχής και καλή συμπεριφορά. Δεν θέλησε σύζυγο με θέση υψηλή και λαμπρό αξίωμα αλλά ένα σώφρονα και  πιστό χριστιανό. Αυτό εξάλλου ήταν το ιδανικό της.

Την ίδια εποχή στη Νεοκαισάρεια του Πόντου ζούσε ένας χριστιανός νέος, ο Βασίλειος, γιος της «ευσεβέστατης» Μακρίνας. Καταγόταν κι αυτός από εξαιρετική οικογένεια, ήταν δάσκαλος της ρητορικής και με την πάροδο του χρόνου φήμη και αρετή, αν και η πρώτη περιοριζόταν μόνο στα τοπικά δικαστήρια. Στον Πόντο ήταν αγαπητός για τη μόρφωσή του, την κοινωνική του προσφορά και την ευσέβειά του: «Κοινόν παιδευτήν αρετής ο Πόντος τηνικαύτα προυβάλλετο» μας παραδίδει ο Γρηγόριος. Οι πρόγονοί του από τη μεριά του πατέρα του ήταν χριστιανοί, οι οποίοι καταδιώχτηκαν επί Μαξιμίνου(305-313 μ.Χ.) και ταλαιπωρήθηκαν πολύ κρυβόμενοι στα δάση του Πόντου. Η Μακρίνα, η μητέρα του Βασιλείου, η οποία «ευδόκιμος πάλαι κατά το γένος ην…ταις υπέρ Χριστού ομολογίαις τω καιρώ των διωγμών εναθλήσασα», στην πρώτη της παιδική ηλικία κατά το διωγμό των Χριστιανών επί Δεκίου(250 μ.Χ.), είχε καταφύγει στα δάση του Πόντου με πολλούς χριστιανούς της Νεοκαισαρείας και με τον επίσκοπό τους άγιο Γρηγόριο το Θαυματουργό, του οποίου υπήρξε αφοσιωμένη μαθήτρια.

Ο Βασίλειος, ο γιος της προαναφερθείσης Μακρίνας, παντρεύεται την Εμμέλεια και μετά το γάμο τους εγκαθίστανται στο πατρικό του σπίτι που βρισκόταν σε μεγάλο οικογενειακό κτήμα στους Αννήσους της Νεοκαισαρείας, κοντά στον Ίρι ποταμό του Πόντου. Οι δυο νέοι, των οποίων το γένος υπήρξε «ηρώων κατάλογος», όπως μας πληροφορεί ο Γρηγόριος ο Θεολόγος,  δεν είχαν καύχημά τους τον πατρώο κλήρο, όπως οι περισσότεροι συνομήλικοί τους, αλλά τη χριστιανική ευσέβεια: «Τούτω δε γενοίν τοιν αμφοτέροιν το ευσεβές επίσημον».

Το πρώτο παιδί της Εμμελείας είναι θυγατέρα «ώσπερ τις απαρχή καρπών, πρώτη της μητρώας νηδύος αναβλαστήσασα». Της δόθηκε το όνομα της γιαγιάς της Μακρίνας. Γύρω στο 330μ.Χ. απόκτησαν και δεύτερο παιδί, το Βασίλειο. Στα πρώιμα βυζαντινά χρόνια υπήρχε η συνήθεια ο πρώτος γιος της οικογένειας να παίρνει το όνομα του πατέρα του, όπως στην εποχή μας παίρνει το όνομα του παππού του. Το ζευγάρι, βέβαια, απέκτησε κι άλλους γιους, τον Ναυκράτιο που ήταν δευτερότοκος από τα άρρενα παιδιά, το Γρηγόριο, τον Πέτρο και άλλες τέσσερις κόρες. Το πρώτο απ’ τα δέκα συνολικά παιδιά που απέκτησαν γεννήθηκε περί το 328 και το τελευταίο περί το 348. Δηλαδή μέσα σε διάστημα είκοσι ετών έκαναν δέκα παιδιά από τα οποία μόνο ένα δεν επέζησε, πράγμα ευτυχές για μια εποχή που η παιδική θνησιμότητα ήταν ιδιαίτερα αυξημένη.

Την εγκύκλιο μόρφωση των παιδιών ανέλαβε ο πατέρας: φρόντιζε ν’ αποκτήσουν γνώσεις, να κατακτήσουν όσο μπορούσαν την ανθρώπινη και τη θεία σοφία. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος παρουσιάζει τον πατέρα του Βασίλειο ως παιδαγωγό του πρώτου του γιου Βασιλείου: «Τα μεν δη πρώτα της ηλικίας υπό τω μεγάλω πατρί…διαπλάττεται πλάσιν την αρίστην τε και καθαρωτάτην…Υπό δη τούτω, και βίον και λόγον συναυξανομένους τε και συνανιόντας αλλήλοις, ο θαυμάσιος εκπαιδεύεται….Την εγκύκλιον παίδευσιν παιδευόμενος, και θεοσέβειαν εξασκούμενος, και, συνελόντι φάναι, προς την μέλλουσαν τελειότητα δια των εξ αρχής μαθημάτων αγόμενος». Μέσα όμως στην καθημερινότητα της οικογένειας παιδαγωγός των παιδιών ήταν η Εμμέλεια. Όλα τα παιδιά της τα ανέθρεψε με ιστορίες από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, με ύμνους, προσευχές και ψαλμωδίες. Στην ανατροφή και διαπαιδαγώγηση των παιδιών έπαιζε σπουδαίο ρόλο και η γιαγιά της οικογένειας Μακρίνα η «πρεσβυτέρα». Νύφη και πεθερά είχαν αγαστή συνεργασία στη χριστιανική διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Αργότερα, για τη γιαγιά του Μακρίνα ο εγγονός της Βασίλειος έγραψε: «Ήν εκ παιδός έλαβον έννοιαν περί Θεού παρά της μακαρίας μητρός μου και της μάμμης Μακρίνης, ταύτην αυξηθείσαν έσχον εν εμαυτώ. Ου γαρ άλλα εξ άλλων μετέλαβον εν τη του λόγου συμπληρώσει, αλλά τας παραδοθείσας μοι παρ’ αυτών αρχάς ετελείωσα».

Ο μικρός Βασίλειος λοιπόν, ενώ διδασκόταν και από τους δυο γονείς του, απ’ τον πατέρα του τη  «θύραθεν σοφία» και από τη μητέρα του την «εν Θεώ», προόδευε και στα μαθήματα και στην αρετή. Ο φίλος του Γρηγόριος ο Θεολόγος αφηγείται σχετικά: «Η ευτυχία αυτή συνέβη σε κείνον που είχε οικογενειακό παράδειγμα αρετής προς το οποίο ατενίζοντας ήταν άριστος εξ’ αρχής. Όπως βλέπουμε τα πουλάρια και τα μοσχάρια, ευθύς μόλις γεννηθούν, να σκιρτούν δίπλα στις μητέρες τους, έτσι κι αυτός έτρεχε κοντά στον πατέρα του, πουλάρι, χρεμετίζοντας,  χωρίς να υστερεί πολύ στα άκρα κινήματα της αρετής. Και αν θέλετε, σα σε σκιαγραφία υποδήλωνε τη μελλοντική ωραιότητα της αρετής του, και πριν από τον καιρό της ακριβούς εικόνος της έκανε την προδιαγραφή-ιχνογράφημά της.»

Ο Βασίλειος, ύστερα από την εγκύκλιο μόρφωσή του στην Νεοκαισάρεια  κοντά στον πατέρα του, πήγε στην Καισάρεια για ευρύτερες σπουδές. Αργότερα πήγε στην Κωνσταντινούπολη και κατέληξε στην Αθήνα για να λάβει ανώτερη μόρφωση. Σ’ αυτά τα κέντρα της παιδείας που έζησε για χρόνια, η κατ’ εξοχήν φιλοσοφία του και μεγαλύτερη «σπουδή» του ήταν «το ραγήναι κόσμου και μετά Θεού γενέσθαι τοις κάτω τα άνω πραγματευόμενον, και τοις αστάτοις και ρέουσι τα εστώτα και μένοντα κατακτώμενον».

Κατά την άποψη της μητέρας του Εμμελείας, που απηχούσε τις καθιερωμένες αντιλήψεις ανατροφής των παιδιών μεταξύ των χριστιανών μητέρων, η «κακή» μελέτη διηγήσεων της αρχαίας μυθολογίας είχε καταστρεπτική επίδραση στις τρυφερές ψυχές των παιδιών. Διότι θεωρούσε πως ήταν ντροπή και τελείως απρεπές να διδάσκεται μια απαλή και εύπλαστη ύπαρξη τα τραγικά πάθη, που έδωσαν αφορμή και θέματα στους τραγικούς και επικούς ποιητές της αρχαιότητας ή τις κωμικές «ασχημοσύνες» του Αριστοφάνη ή τις ντροπές των δεινών της Τροίας και να «καταμολύνεται», κατά κάποιο τρόπο, με τις πιο άσεμνες  ιστορίες για γυναίκες. Έτσι κατόρθωσε να παραμείνουν τα παιδιά της οικογένειάς της ανεπηρέαστα από μύθους.

Για να μην μολύνονται λοιπόν οι ψυχές τους απ’ την αρχαία «βδελυρότητα» τα δίδασκε «άδειν ψαλμούς εκείνους τους φιλοσοφίας γέμοντας, οίον περί σωφροσύνης ευθέως, μάλλον δε προ πάντων περί του μη συνείναι πονηροίς». Ουσιαστικά τους μάθαινε να ψάλλουν τους ψαλμούς του Δαυίδ. Ο Γρηγόριος γράφει χαρακτηριστικά πως μ’ όλα αυτά και κυρίως με την αυστηρή επίβλεψη της μητέρας του η αδελφή του Μακρίνα «ασφαλιζόταν» απ’ τους κινδύνους που διέτρεχε μια νέα και ευειδής κοπέλα της εποχής της: « Και ομού μεν τη παιδαγωγία της μητρός άμωμον διεφύλασσεν  εαυτή τον βίον εν μητρώοις οφθαλμοίς δια παντός ευθυνόμενόν τε και μαρτυρούμενον». Τότε, εξάλλου, υπήρχε και ο μεγάλος κίνδυνος του Αρειανισμού και έπρεπε να προφυλαχτούν τα παιδιά από την «ψυχοκτόνο» για τους Ορθοδόξους αίρεση. Αργότερα ο Βασίλειος, σε μια επιστολή προς τους συμπατριώτες του Νεοκαισαρείς, έγραψε, καυχώμενος για τη γιαγιά του ως διδασκάλισσα και «φρουρό» της ορθόδοξης πίστης: «Πίστεως δε της ημετέρας τις αν γένοιτο εναργεστέρα απόδειξις ή ότι τραφέντες ημείς υπό τίτθη μακαρία γυναικί, παρ’ ημών ωρμημένη; Μακρίναν λέγω την περιβόητον, παρ’ ης εδιδάχθημεν τα του μακαριωτάτου Γρηγορίου ρήματα, όσα προς αυτήν ακολουθία μνήμης διασωθέντα αυτή τε εφύλασσε, και ημάς έτι νηπίους όντας έπλαττε και εμόρφου τοις της ευσεβείας δόγμασιν».

Η Εμμέλεια δοκίμασε στην ατομική και οικογενειακή της ζωή  πολλές θλίψεις, όπως μας πληροφορεί ο Γρηγόριος Νύσσης. Αρχικά, ορφάνεψε πρόωρα, προτού ακόμη παντρευτεί, κι από τους δυο γονείς της. Πεντάρφανη, απροστάτευτη κατ’ άνθρωπον βρίσκει μέσα στη δική της οικογένεια που δημιουργεί με το Βασίλειο το απάνεμο λιμάνι της. Ύστερα, ως μητέρα, ταλαιπωρήθηκε πολύ απ’ την ασθένεια του γιου της Βασιλείου που λίγο έλειψε να τον στείλει στο θάνατο. Ο αδελφός του Γρηγόριος αφηγείται πως αυτός σώθηκε από θαύμα: ο πατέρας τους είδε να παρουσιάζεται στον ύπνο του ο Χριστός και να του απευθύνει τα ίδια λόγια που είχε πει στον αξιωματούχο της βασιλικής αυλής του Ηρώδη: «πορεύου, ο υιός σου ζη»(Ιωάννη δ’ 50). Δυστυχώς και παρά το θαύμα που διενεργήθηκε, ο Βασίλειος παρέμενε φιλάσθενος  όπως γράφει συχνά στις επιστολές του. Στους επισκόπους των παραλίων του Πόντου έγραψε ότι «η του σώματος ασθένεια συνεπόδισέ με, ην ουκ αγνοείτε πάντως, όση μοι πάρεστιν εκ της πρώτης ηλικίας μέχρι του γήρως τούτου». Το χρόνιο νόσημά του ήταν «τοις σπλάγχνοις ενιδρυμένον». Πιθανότατα έπασχε, απ’ την παιδική του ηλικία, κυρίως από ηπατίτιδα γι’ αυτό και γράφει: «η αρχαία μου πληγή, το ήπαρ». Υπέφερε βέβαια κι από άλλες ασθένειες που τον οδήγησαν σε πρόωρο γήρας και τελικά σε πρόωρο θάνατο σε ηλικία 49 ετών.

Ο θάνατος του συζύγου της Εμμελείας γύρω στο 348-349 μ.Χ., αμέσως μόλις γέννησε τον πέμπτο γιό τους Πέτρο, την έθλιψε βαθιά, σχεδόν τη συντάραξε. Ο Γρηγόριος Νύσσης γράφει χαρακτηριστικά στο έργο του για τον βίο της οσίας Μακρίνας: «Ούτος ην ο τελευταίος των ωδίνων βλαστός, ος ομού τε υιός και ορφανός ωνομάσθη. Άμα γαρ τω παρελθείν τούτον εις φως, καταλείπει ο πατήρ τον βίον».

Η Εμμέλεια ύστερα απ’ το θάνατο του συζύγου της ανέλαβε εξ’ ολοκλήρου τη φροντίδα των εννέα παιδιών της. Κατά διαστήματα έπρεπε να πληρώνει φόρους σε τρεις επιτόπιους άρχοντες, επειδή η περιουσία της οικογένειάς της βρισκόταν σε αντίστοιχα επαρχιακά μέρη: στον Πόντο, στην Καππαδοκία και στην Αρμενία της Μ. Ασίας. Παρά τις δυσκολίες της ζωής της κατόρθωσε να δώσει την πρέπουσα, για την εποχή της, αγωγή στις πέντε κόρες της, δηλαδή να τις κάνει καλές νοικοκυρές για να προσφέρουν τις πολύτιμες «υπηρεσίες» τους στα σπίτια που θα «άνοιγαν» μελλοντικά, ως οικοδέσποινες. Έτσι η πρωτότοκη Μακρίνα έμαθε εξ απαλών ονύχων απ’ τη μητέρα της να γνέθει μαλλιά και να πλέκει μάλλινα είδη. Ο αδελφός της Γρηγόριος μας πληροφορεί σχετικά: «Τούτοις συναυξανομένη και τοις τοιούτοις επιτηδεύμασι, και την χείρα προς την εριουργίαν διαφερόντως ασκήσασα, πρόεισιν εις δωδέκατον έτος, εν ω μάλιστα το της νεότητος άνθος εκλάμπειν άρχεται». Αργότερα εκτελούσε με επιτυχία κάθε εργασία απαραίτητη στο νοικοκυριό: «ταις ιδίαις χερσί παρεσκεύαζε τον άρτο».

Η Εμμέλεια βέβαια, σαν καλή χριστιανή μητέρα, φρόντισε από νωρίς να ασφαλίσει τις θυγατέρες της στο «ασφαλές και απάνεμο λιμάνι» του γάμου: οι τέσσερις αδελφές παντρεύτηκαν με τη βοήθεια της στοργικής τους μητέρας, αφού πήραν το ανάλογο μερίδιο από την πατρική περιουσία. Η περιουσία τους «κατά τον αριθμόν των τέκνων εννεαχή διετμήθη». Διανεμήθηκε εξ’ ίσου και στα εννέα αδέλφια, ασχέτως απ’ το γεγονός πως δε νυμφεύτηκαν τα τέσσερα: ο Βασίλειος, ο Ναυκράτιος, ο Πέτρος και η Μακρίνα. Αυτή η έμπρακτη χειρονομία ισότητας αρσενικών και θηλυκών τέκνων είναι πραγματικά πρωτοποριακή και συγκινητική για την εποχή της.

Η πολύτεκνη μητέρα Εμμέλεια είχε στο σπίτι πολύτιμη βοηθό τη μεγαλύτερη κόρη της Μακρίνα. Εργατική, ταπεινή και συνετή η Μακρίνα υπήρξε τροφός και διδασκάλισσα για τα μικρότερά της αδέλφια. Η μητέρα της, εκτιμώντας την προσφορά της, έλεγε χαρακτηριστικά: «ότι τα λοιπά των τέκνων τεταγμένω τινί χρόνω εκυοφόρησεν, εκείνην δε δια παντός φέρει πάντοτε τρόπον τινά τοις σπλάγχνοις εαυτής περιέχουσα». Οι δυο τους, μητέρα και κόρη, όταν «αποκαταστάθηκαν» όλα τα  άλλα παιδιά, ασκήτευσαν  σε μοναστήρι του Πόντου και, κατά δική τους επιθυμία μετά το θάνατό τους, τάφηκαν στο ίδιο μνήμα.

To πνεύμα της φιλανθρωπίας και της ελεημοσύνης χαρακτήριζε την Εμμέλεια από τα παιδικά της χρόνια λόγω επίδρασης της οικογένειάς της. Ο Χριστιανισμός, εξάλλου, των πρώτων αιώνων, ανήγαγε τη φιλανθρωπία, τη βοήθεια προς τις χήρες, τα ορφανά και τους αναξιοπαθούντες σε ύψιστη κοινωνική αρετή. Έτσι το ζεύγος του Βασιλείου και της Εμμελείας επιδιδόταν σε έργα αγάπης: «πτωχοτροφείαι, ξενοδοχείαι,…απόμοιρα κτήσεως Θεώ καθιερωθείσης». Αργότερα, και τα εννέα παιδιά της ζωής τους επιδόθηκαν με τον ίδιο ζήλο σε έργα ευποιίας και φιλανθρωπίας. Μάλιστα, τα πέντε απ’ αυτά, που αφιέρωσαν ολοκληρωτικά τη ζωή τους στην υπηρεσία της Εκκλησίας, διέθεσαν και την περιουσία τους ολόκληρη υπέρ των φτωχών και καταφρονεμένων.

Ο πρώτος γιός τους Βασίλειος οικοδόμησε με την προσωπική του περιουσία την πόλη της αγάπης και της φιλανθρωπίας, τη Βασιλειάδα, η οποία ονομάστηκε απ’ τους συγχρόνους της «καινή πόλις», «το της ευσεβείας ταμείον, το κοινόν των εχόντων θησαύρισμα». Ο Μ. Βασίλειος έξω από την Καισάρεια έκτισε πλήθος φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, μέσα στα οποία περιμάζευε αρρώστους, αναπήρους, αστέγους, φτωχούς, γέροντες και ορφανά. Όλους αυτούς μερικές φορές τους φρόντιζε με τα ίδια του τα χέρια. Ο Ναυκράτιος, ο δεύτερος γιος της Εμμελείας, όταν άρχισε την ερημική του ζωή στον Ίρι ποταμό του Πόντου, «υπηρετούσε ο ίδιος προσωπικά κάποιους γέροντες, τους οποίους ταλαιπωρούσε η φτώχεια και η αρρώστια, αφού έκρινε ότι έπρεπε να βάλει σκοπό της ζωής του αυτή την ασχολία. Κυνηγούσε λοιπόν κι έπιανε ψάρια ο ευλογημένος και επειδή ήταν εξαίρετος σε κάθε κυνηγετική επινόηση εξασφάλιζε με το κυνήγι του την τροφή των γερόντων». Αλλά και ο τελευταίος γιός της Πέτρος καθώς μόναζε «όταν κάποτε παρουσιάστηκε μεγάλη έλλειψη σιτηρών και πολλοί έτρεχαν από παντού κοντά του, εξ’ αιτίας της φήμης της φιλανθρωπίας του, έκανε να πλεονάσουν  τόσο τα τρόφιμα με τις διάφορες επινοήσεις του, ώστε από το πλήθος εκείνων που είχαν συρρεύσει η ερημιά έμοιαζε με πόλη».

Η κόρη της Μακρίνα, απ’ την άλλη μεριά, δαπάνησε την περιουσία της σε κάθε είδος αγαθοεργίας. Ποτέ της δεν περιφρόνησε αυτούς που ζητούσαν τη βοήθειά της. Τίποτε δεν κράτησε για τον εαυτό της. Ήταν το «στήριγμα των ατονούντων». Πλούτος της πρώην αρχοντοπούλας ήταν «το ιμάτιον, της κεφαλής η καλύπτρα, τα τετριμμένα των ποδών υποδήματα». Κρυμμένους θησαυρούς σε κάποιες κασέλες δεν είχε: «Μίαν αποθήκην ήδει του ιδίου πλούτου, τον θησαυρόν τον ουράνιον. Εκεί πάντα αποθεμένη, ουδέν επί της γης υπελείπετο», μας πληροφορεί ο Γρηγόριος Νύσσης.

Η γιαγιά της Μακρίνα μέχρι τα βαθιά της γεράματα θυμόταν τον πνευματικό της πατέρα και δάσκαλο, επίσκοπο Νεοκαισαρείας Γρηγόριο το Θαυματουργό(240-270 μ.Χ.). Αυτός εργάστηκε τόσο εντατικά για την πρόοδο του χριστιανισμού «ώστε επτακαίδεκα μόνους χριστιανούς παραλαβών, όλον τον λαόν τον τε αστικόν και τον χωριτικόν(αγροτικό) δια της επιγνώσεως προσήγαγε τω Θεώ».

Ο γιος της Εμμελείας Βασίλειος, μετά τις τελευταίες του σπουδές στην Αθήνα, επέστρεψε στην πατρίδα του κατά το έτος 356μ.Χ. πανεπιστήμων. Άσκησε για λίγο τη ρητορική στην Καισάρεια με επιτυχία, όμως η μεγάλη του αδελφή Μακρίνα φοβόταν μήπως ο ταλαντούχος αδελφός της περηφανευτεί με τρόπο κοσμικό. Προσπαθεί λοιπόν να επιδράσει πάνω του και πράγματι κατορθώνει να τον αποσπάσει απ’ τη δόξα του κόσμου και να τον στρέψει στην ασκητική ζωή. Για μια πενταετία είχε στον Πόντο, συμμοναστή και ομόψυχο το φίλο και πρώην συσπουδαστή του Γρηγόριο. Ο Βασίλειος χειροτονήθηκε διάκονος το 362 και ύστερα από λίγο πρεσβύτερος απ’ τον επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο. Το έτος 370 που πέθανε ο Ευσέβιος εξελέγη επίσκοπος Νεοκαισαρείας και μέσα σε λίγα χρόνια(370-379μ.Χ.) «ο πολύς εν αγίοις Βασίλειος της Μεγάλης Καισαρέων Εκκλησίας ανεδείχθη προστάτης». Ως αρχιεπίσκοπος Καισαρείας ο Μ. Βασίλειος χειροτόνησε τον αδελφό του Γρηγόριο επίσκοπο Νύσσης, τον τελευταίο του αδελφό Πέτρο χειροτόνησε πρεσβύτερο, του ανέθεσε διάφορες αποστολές και τέλος τον χειροτόνησε επίσκοπο Σεβάστειας στη Μικρή Αρμενία. Ο Ναυκράτιος, ο δευτερότοκος γιος της Εμμελείας έγινε μοναχός και πέθανε νωρίς, σε ηλικία 27 ετών. Η μεγάλη τους αδελφή Μακρίνα, ύστερα απ’ το θάνατο του μνηστήρος της μόνασε ισοβίως. Μητέρα και κόρη μόνασαν μαζί στο πατρικό κτήμα των Αννήσων.

Ο Ναυκράτιος μόνασε σε άλλη, μακρινή περιοχή. Σε ηλικία 22 ετών, νομικός ως προς τις σπουδές του, δεν αρκούνταν στα χειροκροτήματα των ακροατηρίων. Περιφρόνησε τα πάντα για τη μοναχική και ακτήμονα ζωή. Τον ακολούθησε σ’ αυτή κι ο ενάρετος υπηρέτης της οικογένειάς του Χρυσάφιος. Μόναζαν λοιπόν κοντά στον Ίρι ποταμό που έχει ορμητικότατα νερά, βαθιές ρουφήχτρες, «ιχθύων τε πλήθος αμύθητον ταις δίναις εντρέφων». Κατά διαστήματα ο Ναυκράτιος βοηθούσε την αδελφή του και τη μητέρα του που μόναζαν στο άλλο, μακρινό ησυχαστήριο των Αννήσων. Ξαφνικά, όμως, συνέβη ένα τραγικό γεγονός που όλους τους συντάραξε: Ο Ναυκράτιος και ο Χρυσάφιος πνίγηκαν ενώ ψάρευαν στον Ίρι ποταμό. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, με τρία επιτάφια ποιήματά του αφιερωμένα στο Ναυκράτιο, μας πληροφορεί λεπτομερώς για τον πνιγμό. Στο μεγαλύτερο απ’ αυτά λέει:

«Δίχτυ από λινάρι κάποτε έλυε από βράχον του βυθού

ο Ναυκράτιος, βυθισμένος εις τις δίνες του ποταμού.

Δεμένο δεν ημπόρεσε να το λύση, αλλά επιάστηκε ο ίδιος.

Πως τον ψαρά ετράβηξε το δίχτυ αντί τα ψάρια; Πες το συ, ποίημα μου.

Ο Ναυκράτιος, πρότυπο αγνής ζωής, όπως νομίζω,

Προσείλκυσε από τα νερά και τον θάνατον και την δόξαν».(Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιτάφιον Α΄ «Εις Ναυκράτιον, τον αδελφόν του Μεγάλου Βασιλείου», Migne P.G. 38, 11).

Η Εμμέλεια δεν πληροφορήθηκε αμέσως το δυστύχημα γιατί βρισκόταν μακριά, σε απόσταση δρόμου τριών ημερών, δηλαδή σε απόσταση 80 χλμ περίπου. Από κάποιον όμως έλαβε το πικρό μήνυμα και «οκλάσασα την ψυχήν, άπνους τε και άφθογγος παραχρήμα εγένετο, του λογισμού τω πάθει παραχωρήσαντος, και έκειτο ομού τη προσβολή της πονηράς ακοής, καθάπερ τις αθλητής γενναίος απροσδοκήτω κατασεισθείσα πληγή». Αργότερα όμως, όπως μας πληροφορεί ο Γρηγόριος, οπλίστηκε με υπομονή και σαν γνήσια χριστιανή μητέρα «δεν παρασύρθηκε από το πάθημα-συμφορά, ούτε έκανε κάτι ταπεινό και γυναικείο, ώστε να βάλει τις φωνές για το κακό, να σχίσει τα ρούχα της ή να θρηνήσει τη συμφορά ή να σηκώσει θρήνους με φοβερά μοιρολόγια. Αντίθετα, έμεινε ήσυχη και καρτερική, αποκρούοντας τις παρορμήσεις της ανθρώπινης φύσεως με τους δικούς της λογισμούς κι αυτούς που της διετύπωνε η θυγατέρα της για την αντιμετώπιση της συμφοράς».

Στο ερημητήριο του Πόντου η ζωή της Εμμέλειας ήταν ήσυχη. Τις ομορφιές του άγριου φυσικού του τοπίου περιέγραψε ο γιος της Βασίλειος: Το βουνό ήταν ψηλό, κατάφυτο από πυκνό δάσος με κρύα και κρυστάλλινα νερά. Στους πρόποδές του υπήρχε πεδιάδα με δάσος από ποικίλα δέντρα, με κοπάδια ελαφιών και αγρίων κατσικιών, με λαγούς για πλούσιο κυνήγι. Η αύρα του ποταμού ήταν δροσερή, πλήθη λουλουδιών και γλυκόλαλα πουλιά ομόρφαιναν τις όχθες του. Γενικά, ήταν ένας τόπος απαλλαγμένος «των αστικών θορύβων», με «ήδιστον πάντων καρπών την ησυχίαν». Κοντά σ’ αυτό το μαγευτικό και κατάλληλο προς άσκηση τοπίο η Εμμέλεια είχε, σχετικά κοντά της, τον μικρότερο γιο της Πέτρο, ο οποίος ασκήτευε σε κοντινό ερημητήριο. Αυτός «αντί πάντων ην τη αδελφή και τη μητρί, συνεργών αυταίς προς την αγγελικήν εκείνην ζωήν».

Η Εμμέλεια, λίγο προτού ξεψυχήσει κατά την ύστατη ώρα του θανάτου της, παρακάλεσε τα παιδιά της Μακρίνα και Πέτρο, να την θάψουν στον τάφο του συζύγου της: «η μεν ουν του ευλογείν παυσαμένη, και του ζην επαύσατο, τοις παισίν επισκήψασα το τη πατρώα σορώ και το εκείνης εναποθέσθαι σώμα». Η επιθυμία της ήταν κάτι το φυσικό και νόμιμο καθώς απηχούσε την πρακτική αιώνων: ο πατριάρχης Αβραάμ τάφηκε με τη γυναίκα του Σάρα και ο Τωβίτ με τη γυναίκα του Άννα.(Γεν. κε΄ 10, Τωβ. Ιδ΄9,12). Επίσης ήθελε να ταφεί στο μνήμα του συζύγου της, γιατί βρισκόταν στο ναό των αγίων τεσσαράκοντα μαρτύρων, όπου υπήρχαν τα παλαιότατα λείψανά τους, στη μικρή πόλη Ίβωρα κοντά στα Άννησα. Οι άγιοι τεσσαράκοντα μάρτυρες είχαν μαρτυρήσει επί των ημερών της Εμμέλειας, δηλ. επί Λικινίου το 320, και μάλιστα στη γειτονική λίμνη της Σεβάστειας. Η οικογένειά της κατείχε, ως πολύτιμο θησαυρό, τεμάχια λειψάνων τους, «μερίδα του δώρου». Εξάλλου, ως κόρη μάρτυρος η Εμμέλεια αισθανόταν μεγάλη χαρά και συγκίνηση στη γιορτή τους, στις 9 Μαρτίου, να εξυπηρετεί τα πλήθη των προσκυνητών που προσέρχονταν. Ο γιος της Γρηγόριος σημειώνει σχετικά: «Η μήτηρ εμή αύτη ην η τω Θεώ συνάγουσα και κοσμούσα την εορτήν». Δηλαδή αυτή συγκαλούσε τους πιστούς στην πανήγυρη και διευθετούσε τη γιορτή κάθε χρόνο. Επιπλέον, η Εμμέλεια ήθελε να ενταφιαστεί στο ναό των τεσσαράκοντα Μαρτύρων γιατί σύμφωνα με την πεποίθηση της εποχής, τον καιρό της Αναστάσεως θα είχε συμβοηθούς και συμπαραστάτες τους γενναίους αυτούς στρατιώτες, που με το μαρτύριό τους απέκτησαν παρρησία στο Θεό.

Η Εμμέλεια πέθανε γύρω στο 370 και ο  Γρηγόριος ο Θεολόγος της εκφωνεί έναν εγκωμιαστικό επικήδειο λόγο, στον οποίο εκθειάζει τα χαρίσματα και τις αρετές της ως μητέρας: « Το μεγαλύτερο και θαυμαστότερο προσόν της, κατά τη γνώμη μου, υπήρξε η καλλιτεκνία. Διότι τους πολυτέκνους και συνάμα καλλιτέκνους τους συναντούμε στους μύθους…Το να γίνουν ένα ή δυο παιδιά άξια επαίνου μπορεί να το αποδώσει κανείς και στη φύση. Η τελειότητα όμως που «εξαπλώθηκε» σ’ όλα τα παιδιά της είναι σαφές εγκώμιο και κατόρθωμα εκείνων που την πραγματοποίησαν. Το δηλώνει ο ικανός και μακαριστός αριθμός των ιερέων, των μοναχών καθώς και των εγγάμων».

Από τα παιδιά της, τα τρία  αναδείχτηκαν μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας. Ο Μ. Βασίλειος, ένας απ’ τους τρεις Ιεράρχες,  αναδείχτηκε  «λαμπτήρας της εκκλησίας, περιφανής τε και περιβόητος». Ο Γρηγόριος, επίσκοπος Νύσσης, υπήρξε «ο μυστικότερος των Καππαδοκών και φιλοσοφικώτερος των Πατέρων», υπέρμαχος του δόγματος της Νικαίας. Το έτος 381 παρέστη στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, όπως και ο αδελφός του Πέτρος επίσκοπος Σεβάστειας. Κατ’ εντολήν της συνόδου αυτής ο Γρηγόριος εκφώνησε τον επικήδειο στον πρόεδρό της Μελέτιο, επίσκοπο Αντιοχείας. Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Εφέσου το 431 αποκάλεσε τον Γρηγόριο Νύσσης «άνδρα μετά τον αδελφόν δεύτερον εν τε λόγοις και τρόποις», η δε Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας το 787 είπε γι’ αυτόν «πατήρ πατέρων παρά πάντων ονομαζόμενος». Ο Γρηγόριος πέθανε το 395μ. Χ.

Την Εμμέλεια, εύτεκνον μητέρα και τελεία μοναχή, ύμνησε ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μ’ ένα υπέροχο επιτάφιο ποίημα του που αποπνέει αρχαιοελληνική φρεσκάδα και μεγαλοπρέπεια: «Η Εμμέλεια  πέθανε. Ποιος το είπε;

Αυτή βεβαίως τόσων και τέτοιων παιδιών πρόσφερε φως στη ζωή,

Γιους και θυγατέρες που ήλθαν ή δεν ήλθαν σε γάμο,

Με καλά και πολλά παιδιά, ιδού μοναδική μεταξύ των ανθρώπων.

Τρεις είναι ιερείς πολλοί ένδοξοι…

Είμαι έκθαμβος, ενώ βλέπω τα τέκνα της Εμμελείας,

τόσα και τέτοια, όλα των σπλάγχνων της μεγάλο πλούτο.

Όταν δε την ονόμασα κτήμα του Χριστού, ευσεβή καταγωγή

Της Εμμελείας, δεν είπα λόγο μεγάλο.

Είναι τόσο μεγάλη ρίζα.

Αυτό είναι το ιερό βραβείο της ευσεβείας σου, ω ευγενεστάτη όλων,

Η τιμή των παιδιών σου για τα οποία ένα πόθο είχες».( Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιτάφιον ΝΔ’ «Εις Εμμελίαν την μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου», Migne P.G. 38, 37-38).

Β) Νόννα και Γρηγόριος ο Θεολόγος

Στην Αριανζό της Καππαδοκίας, χωριό κοντά στη μικρή πόλη Ναζιανζό, γεννήθηκε το 304μ. Χ. η αγία Νόννα, μητέρα του Γρηγορίου του Θεολόγου. Οι γονείς της, Φιλτάτιος και Γοργονία, κατάγονταν από ένδοξες και εύπορες οικογένειες, ευσεβείς και ενάρετες, σύμφωνες με τα χριστιανικά πρότυπα της εποχής. Ανέθρεψαν τα παιδιά τους Αμφιλόχιο και Νόννα «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Ο Αμφιλόχιος αναδείχτηκε δάσκαλος της ρητορικής και η Νόννα εγκαλλώπισμα και χαρά της οικογένειάς της. Σεμνή και ευσεβής, δεν την επηρέαζε το φρόνημα του κόσμου. Στην εποχή της οι άλλες γυναίκες κολακεύονταν και καμάρωναν για την ομορφιά τους, είτε φυσική είτε πλαστή, αυτή όμως γνώριζε μόνο την ομορφιά της ψυχής που συντηρεί τη θεία εικόνα ή την βοηθά να ξαναποκτήσει τη δύναμή της. «Ως απορρίμματα πέταξε στις γυναίκες της σκηνής τα βαψίματα και τα τεχνητά κάλλη», λέει παραστατικά ο γιος της Γρηγόριος.

Αργότερα παντρεύεται το Γρηγόριο που ελκύεται απ’ τα προσόντα της: «εύκλεια γένους, ευσέβεια και ήθος και κάλλος και πασών των αρετών το σύμπλεγμα παρήσαν αυτή». Ο Γρηγόριος είχε σπουδάσει νομικά και ήταν ανώτερος υπάλληλος. Σώφρων, αγαπητός  και δίκαιος διακρινόταν για την τιμιότητά του. Απέφευγε τον άδικο πλουτισμό, τον οποίο πολλοί συνάδελφοί του επεδίωκαν. Ψεύδη, κλοπές και παρανομίες ποτέ δεν μεταχειρίστηκε για μια «άδικον ευπορίαν». Γι’ αυτό «ουδέ μια δραχμή πλείω την ουσίαν πεποίηκε, καίτοι γε τους άλλους ορών τας Βριάρεω(μυθικός γίγαντας με εκατό χέρια) χείρας επιβάλλοντας τοις δημοσίοις, και τοις κακοίς πόροις φλεγμαίνοντας». Τα ηθικά αυτά προσόντα του Γρηγορίου ικανοποιούσαν τη σύζυγό του Νόννα, αλλά υπήρχε ένα μελανό σημείο στη σχέση τους: ο Γρηγόριος ήταν οπαδός του συστήματος των Υψισταρίων, γεγονός που λυπούσε πολύ τη Νόννα. Αυτό ήταν ένα κράμα ιουδαϊκών και εθνικών-ειδωλολατρικών στοιχείων και όπως αναφέρει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: «εκ δυοίν τοιν εναντιωτάτοιν συγκεκραμένης, Ελληνικής τε πλάνης και νομικής τερατείας». Οι οπαδοί του, ενώ αρνούνταν τα είδωλα και τις θυσίες, τιμούσαν τη φωτιά και τις λυχνίες. Τηρούσαν επίσης το Σάββατο και κάποτε τη σχετική με τα φαγητά σχολαστικότητα, αλλά περιφρονούσαν την περιτομή. Ονομάζονταν Υψιστάριοι επειδή  «ο Παντοκράτωρ μόνος αυτοίς σεβάσμιος».

Η Νόννα, παρά τις δυσκολίες στο γάμο της, οι οποίες προέκυπταν απ’ τη διαφορετική θρησκευτική πεποίθηση του συζύγου της, δε σκέφτηκε στιγμή το ενδεχόμενο χωρισμού γιατί εκτιμούσε τα θετικά γνωρίσματα του συζύγου της: τη σωφροσύνη, την ειρηνικότητα και την καλή προαίρεση. Ακούραστη σε υπομονή και φροντίδες γι’ αυτόν, κατορθώνει στο τέλος να κάμψει την ψυχή του: η ψυχή του Γρηγορίου «κάμπτεται και μαλάσσεται, προς αρετήν εκουσίως βιαζομένη». Προσελκύεται λοιπόν ο Γρηγόριος στο χριστιανισμό απ’ τη σύζυγό του και όπως μας πληροφορεί ο γιος του Γρηγόριος ο Θεολόγος «συνέβη τότε ακριβώς πολλοί αρχιερείς να σπεύδουν στη Νίκαια για να αντιταχθούν στη λύσσα του Αρείου…Τότε παραδίδεται  (ο πατέρας μου) στο Θεό  και στους κήρυκες της ευσεβείας, τους ομολογεί τον πόθο του και τους ζητά την κοινή σωτηρία». Βαπτίστηκε το έτος 325 απ’ τον επίσκοπο Ναζιανζού τις μέρες εκείνες που διέρχονταν απ’ την επισκοπή του αρκετοί αρχιερείς για να μεταβούν στη Νίκαια της Βιθυνίας, προκειμένου να μετάσχουν στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο.

Η σύζυγός του Νόννα, ενώ στα ζητήματα πίστης και θεολογίας αποδεικνυόταν καθημερινά διδασκάλισσά του, έκρινε ότι, σ’ όλα τα άλλα, ήταν συνετό και αναγκαίο να «νικάται» από τον άνδρα της σύμφωνα με το «νόμο της συζυγίας». Γι’ αυτό θεωρείται άξια θαυμασμού απ’ το γιο της Γρηγόριο, αλλά περισσότερο άξιος θαυμασμού ήταν, κατά τη γνώμη του, ο πατέρας του που υπάκουε σ’ αυτή θεληματικά.

Όταν πέθανε ο επίσκοπος της Ναζιανζού, η χριστιανική κοινότητα της περιοχής, κλήρος και λαός, ζητούσε επιμόνως απ’ το Γρηγόριο, το σύζυγο της Νόννας ν’ αναλάβει το επισκοπικό αξίωμα. Έτσι και κατά την επιθυμία του, ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε διάκονος, κατόπιν πρεσβύτερος και τέλος έλαβε τον τρίτο βαθμό της ιεροσύνης: έγινε αρχιερέας-επίσκοπος  το έτος 328. Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο στην Εκκλησία μπορούσαν ν’ αναδειχτούν επίσκοποι και έγγαμοι κληρικοί. Αργότερα, με την Πενθέκτη Σύνοδο του 691 στην Κωνσταντινούπολη, η Εκκλησία θέσπισε την αγαμία των επισκόπων της. Από τότε μέχρι τις μέρες μας στον επισκοπικό βαθμό προάγονται  κατά διάταξη της Πενθέκτης Συνόδου μόνο οι άγαμοι κληρικοί ή οι «εις χηρείαν περιελθόντες». Ο  Γρηγόριος, ως σύζυγος της Νόννας και επίσκοπος, «κατά πρώτον εξημέρωσε τα ήθη των ανθρώπων, όχι δύσκολα με λόγους ποιμαντικής σοφίας, αλλά κυρίως με το να προβάλλει ως υπόδειγμα τον εαυτό του, ωσάν ένα ανδριάντα πνευματικόν, σμιλευμένο έτσι ώστε να αποδίδει  την ωραιότητα κάθε άριστης πράξεως. Έπειτα, αφού επιδόθηκε στη σύντονη μελέτη των θείων λόγων, μολονότι ήταν οψιμαθής σε όλα αυτά, συγκέντρωσε μέσα σε λίγο χρόνο τόση σοφία, ώστε σε τίποτε να μην υστερεί από εκείνους που είχαν υπερβολικά κοπιάσει».

Η οικογένεια της Νόννας ανήκε στην τάξη των μεγάλων γαιοκτημόνων και, επομένως, είχε ανάλογη περιουσία: «κατείχεν οίκον και κτήσιν σύμμετρον». Είχε κτήμα μεγάλο στην ωραία τοποθεσία της Τιβερίνης. Το μεγάλο πρόβλημα της Νόννας ήταν όμως η ατεκνία. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, εκφράζοντας ως εμπνευσμένος ποιητής τη λαχτάρα, τις προσευχές και τα ταξίματα της μητέρας του, γράφει: «Αρσενικό παιδί θερμά ποθώντας

Στο σπίτι της να δει-πολλών κοινή λαχτάρα-

Προσεύχεται στο Θεό παρακαλώντας

Να λάχει ότι ποθεί. Μα ως ήταν ασυγκράτητη

Προσφέρει δώρο αυτόν που γύρευε να λάβει

Ίδια θερμά προσφέροντας όσο ζητούσε.

Από την προσευχή δεν βγαίνει μ’ άδεια χέρια».

Η προσευχή της έφερε ως καρπό το γιό της, κατά το έτος 329 μ. Χ., τον οποίο θεωρούσε ως  «το δώρον του δεδωκότος Θεού»,  γι’ αυτό και τον προσέφερε ολόψυχα σ’ αυτόν  «ως Σαμουήλ τινά νέον», όπως ποθούσε πριν να τον γεννήσει. Του δόθηκε μάλιστα το όνομα  Γρηγόριος γιατί στα πρώιμα βυζαντινά χρόνια υπήρχε η συνήθεια ο πρωτότοκος γιος να λαμβάνει το όνομα του πατέρα. Το δεύτερο παιδί της,  τη Γοργονία, η Νόννα τη φώναζε χαϊδευτικά στο σπίτι «Γοργόνιο», πράγμα που δηλώνει την τρυφερότητα με την οποία η μάννα αντιμετώπιζε την κόρη. Και επειδή η Νόννα πολύ ύστερα απ’ το γάμο της γέννησε τα παιδιά της, ο γιος της Γρηγόριος, ηλικιωμένος πλέον, τη χαρακτηρίζει «Σάρραν οψίτοκον» και τους δυο γονείς του προσονομάζει  «Αβραάμ και Σάρρα», και τον εαυτό του αποκαλεί  Ισαάκ.

Η Νόννα θεωρούσε άριστο και πρωταρχικό τρόπο παιδοτροφίας και διαπαιδαγώγησης τη διδαχή, προφορική και γραπτή, της Αγίας Γραφής. Εξάλλου και η ίδια, ως παιδούλα στο πατρικό της σπίτι, τη διδάχτηκε με τον ίδιο τρόπο απ’ τους ενάρετους γονείς της Φιλτάτιο και Γοργονία. Είναι γνωστή η άποψη του Ιωάννου του Χρυσοστόμου για τη σωστή διαπαιδαγώγηση των χριστιανών που συμπυκνώνεται στα ακόλουθα: «αύτη μάλιστα η ηλικία  τούτων δείται των ακουσμάτων. Απαλή γαρ ούσα, ταχέως εναποτίθεται τα λεγόμενα, καθάπερ τινός σφραγίδος της ακροάσεως εν κηρώ τη διανοία τη τούτων εντυπουμένης. Άλλως τε και ο βίος αυτοίς τότε αρχήν έχει προς κακίαν αποκλίναι ή αρετήν».

«Οι γονείς μου», έγραψε αργότερα ο γιος τους Γρηγόριος, «καλώς και δικαίως αμφοτέροις τοις γένεσιν  εμερίσθησαν. Ο μεν ανδρών είναι κόσμος, η δε γυναικών, και ου κόσμος μόνον, αλλά και αρετής υπόδειγμα». Η Νόννα, γυναίκα δραστήρια και ενάρετη, εργατική και οικονόμα, προβλεπτική και ευλαβής νοικοκυρά, έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού αγόγγυστα, παρ’ ότι ήταν ευκατάστατη. Η ρόκα και το αδράχτι ήταν συχνά-πυκνά  στα χέρια της και οι χτύποι του αργαλειού της η καλύτερη μουσική της. Ο  Γρηγόριος εκθειάζοντας τις γυναικείες αρετές της και προβάλλοντάς την ως αξεπέραστο πρότυπο γυναικείας συμπεριφοράς, αποδίδει, με τον προσφιλή, ποιητικό του τρόπο, το φοβερά περιοριστικό στερεότυπο του γυναικείου φύλου της πρώιμης βυζαντινής περιόδου ως ακολούθως: «Στολίδι στις γυναίκες είναι ο τρόπος.

Σπίτι να μένουν πιο πολύ και θεία λόγια να μελετούν,

Η ρόκα κι ο αργαλειός, αυτό είναι δώρο στις γυναίκες».

Η Νόννα φρόντιζε για το σπίτι της όπως και για την ψυχή της και τις ψυχές των δικών της ανθρώπων. Δεν έχανε το χρόνο της σε φλυαρίες και άσκοπες συζητήσεις με άλλες γυναίκες, «ουδέ…ήλθε βέβηλον έπος», δηλαδή δεν εξήλθε απ’ το στόμα της βέβηλος-άπρεπος  λόγος. Δεν έκανε ούτε δεχόταν ανωφελείς επισκέψεις, ούτε πάλι άφησε να την επηρεάσει η κοσμική ζωή των συμπατριωτών της. Κατόρθωσε να μην περάσει από ακάθαρτο, μολυσμένο-μιαρό από την αμαρτία «σπίτι», ούτε ακόμη να δεχτεί να το αντικρίσει αντίθετα απ’ τις υπαγορεύσεις της συνειδήσεώς της. Ούτε με διηγήματα ελληνικά-ειδωλολατρικά ή θεατρικά τραγούδια να «μολύνει» την ακοή της ή τη γλώσσα που δέχεται τα θεία να κατονομάζει. «Διότι τίποτε το ανίερο δεν αρμόζει στα ιερά», καταλήγει ο γιος της Γρηγόριος. Και συνεχίζει στο αφιερωμένο στη μητέρα του ποίημα: «Άλλη φημίζεται για κόπους της μέσα στο σπίτι,

Άλλη για την ομορφιά αλλά και τη φρονιμάδα της,

Άλλη για έργα ευσεβείας ή γι’ ασθένειες στο σώμα,

Ή για δάκρυα, για προσευχή, για περίθαλψη πτωχών.

Μα η Νόννα καλοτυχίζεται για όλα».

Στα έργα της φιλανθρωπίας η Νόννα είχε ως βοηθό και συμπαραστάτη το σύζυγό της. Τους ήταν κοινά τα χρήματα και η προθυμία του να προσφέρουν στους πάσχοντες και τους θλιβομένους. Συναγωνιζόντουσαν κι οι δυο τους για το καλύτερο. Στη Νόννα ο σύζυγός της είχε παραχωρήσει  μεγάλη ελευθερία στο να δίνει απλόχερα χρήματα στους φτωχούς γιατί ήταν εξαιρετική και συνετή «οικονόμος». Ιδιαίτερα για τις πονεμένες και βασανισμένες γυναίκες η Νόννα έγινε «έρμα», δηλαδή στήριγμα, όπως επίσης και για τα ορφανά παιδιά: «Τις δε ορφανών και χηρών αμείνων εγένετο παραστάτις; Τις δε πενθούσι τας συμφοράς ούτω συνυπεκούφισε;».

Συχνά η Νόννα παρατηρούσε στην περιοχή της οικογένειες διαλυμένες, ταραγμένες, χωρίς γαλήνη κι ομόνοια, παρ’ ότι ήταν πλούσιες και με πολλά υλικά αγαθά. Αιτία, κατά τη γνώμη της, γι’ αυτή τη θλιβερή κατάσταση, ήταν η «αμαρτία» που γυναίκες και άνδρες άφηναν να τους κυριεύσει: Οι άνδρες, ως φιλάργυροι, σκληροί, φιλόδοξοι και εγωιστές, ως λοίδωροι, μέθυσοι, βλάσφημοι και υβριστές, δημιουργούσαν στα σπίτια τους μάχες και συγκρούσεις, που κατέληγαν στην ανατροπή της οικογένειας, ακόμη και σε στυγερά εγκλήματα. Απ’ την άλλη μεριά, οι γυναίκες ως φιλόνικες, πολύλογες, περήφανες και γλωσσομάχες, αδιάφορες πολλές φορές για τα οικογενειακά τους καθήκοντα, περιφερόμενες στην αγορά κι όχι εργαζόμενες στο σπίτι τους, γίνονταν αφορμή διαπληκτισμών και αναστατώσεων στην οικογένειά τους. Αλλά και τα μεγάλα παιδιά της οικογένειας, πολλές φορές, με τις κακίες, τα πάθη τους και τις διάφορες ατασθαλίες τους αναστάτωναν την οικογένειά τους. Πολλές απ’ τις «νοσηρές» αυτές σκηνές η Νόννα αντίκρυζε αυτοπροσώπως ή τις πληροφορούνταν απ’ άλλους και στενοχωριόταν για την κρίση στο θεσμό του γάμου, παρά τις χριστιανικές αρχές των ανθρώπων της εποχής της.

Ο μικρότερος γιος της Νόννας, ο Καισάριος, ξεπερνούσε από μικρός τους συμμαθητές του στην ταχύτητα και την έκταση της αφομοιώσεως των μαθημάτων του, γι’ αυτό και η οικογένειά του τον καμάρωνε. Στην εποχή του υπήρχε η συνήθεια να στέλνουν οι εύποροι γονείς τα παιδιά τους, ύστερα από τα εγκύκλια μαθήματά τους, για ευρύτερες σπουδές σε άλλες πόλεις, οι οποίες ήταν κέντρα και εργαστήρια ανώτατης παιδείας. Έπρεπε λοιπόν κι οι δυο φιλομαθείς γιοι της Νόννας, αφού κι οι ίδιοι το ήθελαν να μεταβούν σε πόλεις μακρινές για να σπουδάσουν διάφορες και πολλές επιστήμες. Αποφασίστηκε αυτή η αναγκαία «ξενιτιά» για το καλό τους. Όμως οι κίνδυνοι που τους παραμόνευαν και οι κόποι που τους περίμεναν στους άγνωστους τόπους των σπουδών τους προκαλούσαν στη μητέρα τους εύλογη ανησυχία. Ξένοι τρόποι ζωής και αντίληψης θα πρόβαλλαν για τους δυο νέους που για πρώτη φορά απομακρύνονταν απ’ το ασφαλές λιμάνι της οικογένειας. Σχετικά με το ζήτημα, μας πληροφορεί ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Αλλ’ επειδή γε αποδημίας καιρός εδόκει, και τότε πρώτον απ’ αλλήλων εσχίσθημεν. Εγώ μεν τοις κατά Παλαιστίνην εγκαταμείνας παιδευτηρίοις, ανθούσι τότε κατά ρητορικής έρωτα, ο δε την Αλεξάνδρου πόλιν καταλαβών, παντοίας παιδεύσεως και τότε και νυν ούσαν τε και δοκούσαν εργαστήριον».

Στη μεγάλη πόλη της Αλεξάνδρειας ο φιλομαθής και ταλαντούχος Καισάριος σπούδασε όλες σχεδόν τις επιστήμες. Ο αδελφός του Γρηγόριος, μιλώντας για τις αξιόλογες σπουδές του αδελφού του, γράφει: «Όλη, όση σοφία κατακτά ο δυνατός νους του ανθρώπου, στη γεωμετρία, στη θέση των άστρων (αστρονομία), στους αγώνες της λογικής τέχνης, στη γραμματική και στην ιατρική και στης ρητορείας το πάθος, όλη ο Καισάριος μόνος με τον φτερωτό νουν του κατέκτησε». Ο Καισάριος απ’ την Αλεξάνδρεια, όπου έμεινε αρκετό διάστημα, έστελνε μηνύματα στην οικογένειά του για τη ζωή του και χαιρόταν πολύ όταν κι αυτός λάμβανε νέα της. Τελειώνοντας τις εκεί σπουδές του, έφυγε για την Κωνσταντινούπολη, όπου προσκλήθηκε, ως σοφός επιστήμονας, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον αυτοκρατορικό οίκο. Εκεί εκτιμήθηκε ως σπουδαίος γιατρός αλλά και ως ενάρετος άνθρωπος. Για τη σταδιοδρομία του στη Βασιλεύουσα γράφει χαρακτηριστικά ο αδελφός του Γρηγόριος: «Φτάνοντας στην πρωτεύουσα, λαμβάνει θέση αμέσως στην πρώτη σειρά των γιατρών, χωρίς να χρειαστεί πολύ κόπο. Άρκεσε να δείξει την κατάρτισή του μονάχα, ή καλύτερα ένα σύντομο πρόλογο απ’ αυτήν, και αμέσως συγκαταλέγεται ανάμεσα στους φίλους του βασιλέως και δέχεται τις πιο μεγάλες τιμές. Θέτει  στη διάθεση της πολιτείας την τέχνη της φιλανθρωπίας χωρίς αμοιβή, επειδή είχε υπόψη ότι δεν βοηθά την πρόοδο της καλής φήμης μας τίποτε άλλο όσον η αρετή…Τον θεωρούσαν άξιον για την μεγάλη θέση που είχε και για μεγαλύτερη ακόμη μελλοντικά και οι ίδιοι οι Βασιλείς και οι αμέσως έπειτα από αυτούς άρχοντες…Είχε πολλά και μεγάλα πλεονεκτήματα αλλά θεωρούσε μεγαλύτερη τιμή να είναι και να λέγεται χριστιανός».

Ο Γρηγόριος, ο μεγαλύτερος γιος της Νόννας, πήγε κατ’ αρχάς να σπουδάσει στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου γνωρίστηκε με το Μ. Βασίλειο. Ύστερα πήγε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης για σπουδές ιδίως στη Ρητορική. Από κει μετέβη κι αυτός στην Αλεξάνδρεια, όπου γνώρισε τον Πατριάρχη Αθανάσιο και τον μέγα ασκητή Αντώνιο. Αφού τελείωσε κι εκεί τις σπουδές του, αναχώρησε γύρω στο 350 για την πόλη της σοφίας, την Αθήνα, προκειμένου να ολοκληρωθεί πνευματικά. Το θαλασσινό του ταξίδι απ’ την Αλεξάνδρεια στον Πειραιά ήταν δραματικότατο και δεν το ξέχασε ποτέ. Εκείνες τις μέρες ο καιρός δεν ήταν κατάλληλος για ταξίδια. Επειδή όμως βρήκε αιγινήτικο πλοίο  με πλήρωμα ελληνικό, αποφάσισε να ταξιδέψει για την Ελλάδα. Όταν όμως το πλοίο ξανοίχτηκε στο πέλαγος, το χτύπησε φοβερή, πρωτοφανής κακοκαιρία. Όλοι φοβήθηκαν ότι θα πνιγούν. Ο Γρηγόριος, όμως, φοβόταν περισσότερο το θάνατο της ψυχής του: μέχρι τότε δεν είχε βαπτισθεί και κινδύνευε να χαθεί αβάπτιστος. Οι περισσότεροι χριστιανοί στην εποχή του βαπτίζονταν σε μεγάλη ηλικία, εξ’αιτίας του μεγάλου σεβασμού που έτρεφαν στο μυστήριο του Βαπτίσματος, και συναισθανόμενοι την πνευματική ωριμότητα και την ευθύνη που έπρεπε να έχει ένας συνειδητός χριστιανός. Γι’ αυτό ο Γρηγόριος παρακαλούσε το Θεό να του δώσει μικρή προθεσμία ζωής, προκειμένου να προφτάσει να βαπτισθεί. Μάλιστα υποσχέθηκε, αν τελικά σωζόταν, να γίνει ιερέας όπως επιθυμούσε κι η μητέρα του. Να πως περιέγραψε την αναπάντεχη θαλασσινή του περιπέτεια:

«Από μανιασμένους ανέμους αγριεμένο πέλαγος

από την Αιγυπτιακή στην Αχαϊκή γη ταξιδεύοντας συνήντησα,

ανατολικά του Ταύρου που μεγάλη φρίκη νιώθουν γι’ αυτόν οι ναύτες…

Εκεί εγώ είκοσι ολόκληρες νύχτες και ημέρες

στου καραβιού την πρύμνη πεσμένος τον ουράνιον Θεόν

φώναζα με προσευχές. Αφροκοπούσε το κύμα επάνω στο πλοίο,

με βουνά και σκοπέλους όμοιο από τη μια και την άλλη

και πολύ έμπαινε στο κύτος. Χτυπιόνταν ξάρτια και πανιά

και σφύριζε στους φλόκους ο άνεμος διαπεραστικά.

Μαύρος απ’ τα σύννεφα ο ουρανός και οι αστραπές

τον καταφώτιζαν κι από βροντές δυνατές δονούνταν ολούθε.

Τότε αφέθηκα στον Θεόν. Και ξέφυγα από την θάλασσα

την αγριεμένη που γαλήνεψε με άγιες υποσχέσεις.

…εγώ έτρεμα, γιατί δεν είχε ακόμα η ψυχή μου

δεχθεί το ουράνιο χάρισμα, όταν με το Βάπτισμα

έλκεται στους ανθρώπους η Χάρις και η λάμψις του Αγίου Πνεύματος».

Όταν αργότερα κι αφού σώθηκε, ο Γρηγόριος συνάντησε τους γονείς του και τους αφηγήθηκε τη μεγάλη του θαλασσινή περιπέτεια και τον κίνδυνο να πνιγεί, εκείνοι του εκμυστηρεύτηκαν πως προαισθάνθηκαν την αγωνία του. Ο Γρηγόριος γράφει σχετικά στον επιτάφιο Λόγο προς τον πατέρα του: «Κινδύνευα να  χαθώ, άθλιος και αβάπτιστος μέσα στα θανατηφόρα νερά, ενώ ποθούσα το πνευματικό νερό. Και γι’ αυτό φώναζα, θερμοπαρακαλούσα…Αυτό ήταν που πάθαινα εγώ και που το υπέφεραν μαζί μου και οι γονείς μου, μετέχοντας στην αγωνία μου με φαντασία νυχτερινή. Και μου έστελναν τη βοήθειά τους απ’ τη γη, καταπραΰνοντας με την προσευχή τους τα κύματα, όπως διαπιστώσαμε αργότερα συνδυάζοντας τις μέρες, όταν επέστρεψα».

Ο Γρηγόριος στην Αθήνα παρέμεινε έξι χρόνια σπουδάζοντας με το φίλο του Βασίλειο. Σε ηλικία τριάντα ετών αναχώρησε για τη Ναζιανζό. Στο γυρισμό πέρασε απ’ την  Κωνσταντινούπολη, όπου συνάντησε τον αδελφό του Καισάριο, και αποφάσισαν να επιστρέψουν μαζί στην ιδιαίτερή τους πατρίδα, προς μεγάλη χαρά της μητέρας τους Νόννας.

Η Νόννα βέβαια φρόντιζε, εν τω μεταξύ, να γίνει καλή νοικοκυρά η μοναχοκόρη της Γοργονία. Δεν την άφηνε ποτέ χωρίς δουλειά, αν και μονάκριβη. Της έμαθε να ζώνεται την ποδιά, να κεντά, να στολίζει το σπίτι, ώστε να την αντικαθιστά επαξίως σ’ όλες τις δουλειές του σπιτιού. Με την πάροδο του χρόνου η Γοργονία έγινε πιστό αντίγραφο της μητέρας της: απλή, στολισμένη με σωφροσύνη, γυναίκα του σπιτιού σεμνή και ντροπαλή, σκληραγωγημένη από την προσπάθεια στους αγώνες του σπιτιού αλλά και στις πνευματικές ασκήσεις και στα έργα ιεραποστολής και φιλανθρωπίας. Απαραίτητο πλούτο για μια γυναίκα  θεωρούσε η Γοργονία το θησαυρό των αρετών: «Ενώ γνώριζε τα πολλά και ποικίλα εξωτερικά στολίδια των γυναικών, δεν θεωρούσε τίποτε πολυτιμότερο απ’ τον εσωτερικό στολισμό. Ένα ερύθημα της ήταν αγαπητό, το ερύθημα της αιδημοσύνης, και μία λευκότητα, η λευκότητα της εγκράτειας».

Τελικά η Γοργονία παντρεύεται νέο ηθικό και ενάρετο, τον Αλύπιο, και καθιστά το καινούριο της σπίτι «εντευκτήριο» των πιστών χριστιανών, τους οποίους «εδεξιούτο τη αιδοί και τοις κατά Θεόν διαβήμασιν…θύρα δε αυτής παντί ελθόντι ηνέωκτο. Έξω δε ουκ ηυλίζετο ξένος…οφθαλμός ην τυφλών, πους δε χωλών, μήτηρ δε ορφανών». Με τον τρόπο αυτό, προσθέτει ο αδελφός της Γρηγόριος, «όχι μόνο από γυναίκες αλλά κι από άνδρες πολύ δυνατούς ανεδείχθη πιο ανδρική…και στην φρόνιμη ένταση της ψαλμωδίας και στη μελέτη των  θεϊκών λόγων και στην κλίση των σκελετωμένων γονάτων, που φαίνονται σαν κολλημένα στο έδαφος, και στο δάκρυ που καθαρίζει την ακαθαρσία με συντριβή της καρδιάς και πνεύμα ταπεινό και στην προσευχή που μεταφέρει στα  άνω και σε νου σταθερό και μεταρσιωμένο. Σ’ όλα αυτά ή σε κάτι απ’ αυτά, ποιος  άνδρας ή γυναίκα μπορεί να καυχηθεί ότι την έχει ξεπεράσει;».

Όταν ο Γρηγόριος επέστρεψε στη Ναζιανζό απ’ τις σπουδές του, αμέσως βαπτίστηκε και αποσύρθηκε στην έρημο, σ’ ένα ωραιότατο οικογενειακό κτήμα του φίλου του Βασιλείου, κοντά στον Ίρι ποταμό, όπου μόναζε ο Βασίλειος. Εκεί έμειναν και οι δυο αρκετό χρόνο ως συνασκητές για βαθύτερη μελέτη των Γραφών και πνευματική κατάρτιση. Όμως, επειδή ο πατέρας του, επίσκοπος Ναζιανζού, είχε ήδη φτάσει σε γεροντική ηλικία και παράλληλα με πολύ κόπο αντιμετώπιζε λεπτά θεολογικά θέματα, που τάραζαν τότε την Εκκλησία εξ’ αιτίας των αιρέσεων, είχε ανάγκη από έναν ικανό βοηθό του τύπου του γιου του Γρηγορίου. Έτσι, και λόγω της επιθυμίας των γονιών του και λόγω της πρότερης υπόσχεσής του, ο Γρηγόριος γίνεται ιερέας, απολογούμενος γι’ αυτή του την απόφαση στον Λόγο του για τη «φυγή» του στον Πόντο με τα παρακάτω λόγια: «Βέβαια, είμαι προσκεκλημένος εκεί ήδη από τη νεότητά μου, για να πω κάτι το οποίο αγνοούν οι περισσότεροι, και έχω προοριστεί για το Θεό ήδη από την κοιλιά της μητέρας μου και έχω δοθεί ως δώρο σ’ αυτόν από υπόσχεση-πόθο της μητέρας μου, και έπειτα γι’ αυτό έχω βεβαιωθεί από τους κινδύνους, τους οποίους πέρασα. Κι ο πόθος μου αυξήθηκε μ’ αυτά και στερεώθηκε η απόφασή μου να αφιερώσω τα πάντα σε Εκείνον, ο οποίος με εξέλεξε και με έσωσε. Περιουσία, αξιώματα, καλοπέραση, όλα αυτά δηλαδή τα οποία μία μόνο χαρά μου προσέφεραν, το ότι τα περιφρόνησα και προτίμησα αντί γι’ αυτά το Χριστό.

«Υποχωρώντας» λοιπόν ο Γρηγόριος στις παρακλήσεις του πατέρα του αλλά και «εις την επιθυμίαν των Ναζιανζηνών», δέχθηκε την ιερατική κλίση, χειροτονούμενος διάκονος και πρεσβύτερος πιθανώς κατά τα τέλη του 361 ή 362μ.Χ. : Η σκηνή που εκτυλίχτηκε στην εκκλησία είναι πραγματικά μοναδική στην Εκκλησιαστική Ιστορία: Επίσκοπος πατέρας να χειροτονεί το γιό του σε διάκονο και την επομένη σε πρεσβύτερο! Κατά τη χειροτονία ο πατέρας συγκινήθηκε πολύ και «καυχώμενος εν Κυρίω» είπε προς το πλήθος των εκκλησιαζόμενων πιστών:

«Εγώ ο ίδιος σήκωσα ναό στο Θεό κι έδωσα ιερέα τον Γρηγόριο,

που τον καταυγάζει η αγία Τριάδα, της αλήθειας κήρυκα μεγαλόφωνο,

ποιμένα του λαού νέο, της μιας και της άλλης σοφίας κορυφαίο.

Παιδί μου, στ’ άλλα άμποτε να γίνεις ανώτερος από τον πατέρα σου

και στην πραότητα ισάξιος.

Παραπάνω να ζητήσω δεν είναι σωστό.

Είθε να φτάσεις σε βαθιά γηρατειά, παίρνοντας ως οδηγό σου, ευνοημένε, εμένα».

Ως ιερέας ο Γρηγόριος βοήθησε πολύ τον πατέρα του στα επισκοπικά του καθήκοντα για ένα διάστημα. Όμως επειδή αγαπούσε την έρημο, αποχώρησε και πάλι στον Πόντο με το φίλο του Βασίλειο. Ωστόσο, ο γέρο-επίσκοπος πατέρας του δεν μπορούσε να υπομένει τη μόνωση και τις πολλές ευθύνες. Γι’ αυτό έστειλε πολλές παρακλητικές επιστολές προς το Γρηγόριο, στις οποίες του ζητούσε να επανέλθει. Αυτός επέστρεψε στη Ναζιανζό, γιατί θεώρησε την παρακοή ενοχή. Από τότε έμεινε κοντά στον πατέρα του κι έγινε το δεξί του χέρι στις υποθέσεις της επισκοπής. Όλο το βάρος των εργασιών σχεδόν έπεσε στους ώμους του επί μια δεκαετία: διοίκηση, έργα ευποιίας, κήρυγμα για το οποίο ήταν ο πλέον κατάλληλος.

Ο φίλος του Βασίλειος είχε γίνει ήδη επίσκοπος Καισαρείας και το Γρηγόριο τον επέλεξε ως επίσκοπο Σασίμων, μικρού και άνυδρου χωριού αλλά, ταυτόχρονα και θορυβώδους. Ο Γρηγόριος στην αρχή δεν ήθελε ν’ αναλάβει μια τέτοια ευθύνη, αλλά τελικά υπέκυψε στην πίεση του Βασιλείου, όπως και στις υποδείξεις και στην επιθυμία του πατέρα του. Και το έτος 372μ.Χ., λίγο πριν το Πάσχα, χειροτονήθηκε επίσκοπος Σασίμων. Ο Γρηγόριος στο Ποίημά του ΙΑ’ «περί τον εαυτού βίον» μας πληροφορεί, με τρόπο ποιητικό και αισθαντικό, για την ικεσία του πατέρα του:

« Πρώτα ο πατέρας αρχίζει τον αγώνα

να με εγκαταστήσει στα Σάσιμα…

Απλώνοντας τα χέρια του και την γενειάδα αυτήν μου αγγίζοντας,

τι λόγια ήταν αυτά που μου  έλεγε;

Παρακαλούσε, ω από τους γιους αγαπητότατε,

ο πατέρας τον νέο, πατέρας γέροντας,

τον υπηρέτη ο κύριος από φύση και διπλό νόμο.

Χρυσάφι δεν ζητώ, γιε μου, πετράδι ή ασήμι,

ούτε παχιά χωράφια, κι όσα τρυφή φέρνουν.

Δίπλα στον Ααρών και στον Σαμουήλ να σε θρονιάσω ποθώ,

παραστεκάμενο του Θεού μου τιμημένο.

Την ποιμενική φλογέρα μέσα στα χέρια σου έβαλα

εγώ ο Γρηγόριος και συ, παιδί μου,

με γνώση να την παίζεις και ν’ ανοίξεις σ’ όλους τις θύρες της ζωής.

Κι άμποτε στον τάφο του πατέρα σου να μπεις γεμάτος χρόνια».

Ο τελευταίος αδελφός του Γρηγορίου, ο Καισάριος, «τεκέων πύματος», «ήταν έξοχος στους λόγους, υπέροχος στα βασιλικά ανάκτορα, αστραπή που έλαμπε ως τα πέρατα της γης». Στην Κωνσταντινούπολη που ήταν τότε «η προκαθεζομένη πόλις της Ευρώπης» του πρότειναν δημόσια αξιώματα, γάμο με κοπέλα  πρώτης σειράς της πόλεως και το να γίνει μέλος της Συγκλήτου. Ο Γρηγόριος γράφει για τον αγαπημένο του αδελφό Καισάριο:

«Έλαμπες σαν αστέρι φωτεινό, τιμημένο πρόσωπο,

είχες τα πρωτεία στη σοφία και στην αξιαγάπητη συμπεριφορά,

και γύρω σου πολλούς δυνατούς και αγαπητούς συντρόφους.

Σε πολλούς βρήκες θεραπεία στο σώμα τους από βασανιστικές ασθένειες

και σ’ άλλους πάλι βρήκες κατάλυση της φτώχειας τους, πράξη θαυμασία».

Ο Καισάριος, έξοχος για την ομορφιά του, τη σοφία και τη φιλία του με το βυζαντινό αυτοκράτορα,  διατήρησε τη θέση του ως γιατρός της αυλής και μετά την ενθρόνιση του Ιουλιανού του Παραβάτη, το έτος 361μ.Χ. Βέβαια, δεν υπέκυψε στις πιέσεις του να απαρνηθεί το Χριστιανισμό και παραιτήθηκε απ’ τη θέση του, παρ’ ότι ο Ιουλιανός τον ήθελε ως γιατρό στο Παλάτι. Ο Καισάριος επέστρεψε στην οικογένειά του και η σθεναρή του στάση χαροποίησε πολύ τους γονείς και τα αδέλφια του. Ύστερα όμως απ’ το θάνατο του Ιουλιανού το 362μ.Χ. επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη και επί αυτοκράτορος Ουάλεντος και Ουαλεντινιανού(364-378μ.Χ.) διορίστηκε «επιμελητής των θησαυρών και ταμίας των δημοσίων χρημάτων» στη Νίκαια της Βιθυνίας. Εκεί, κατά το έτος 368μ.Χ., συνέβη ισχυρότατος καταστρεπτικός σεισμός απ’ τον οποίο ο Καισάριος σώθηκε ως εκ θαύματος. Τότε, και με αφορμή αυτή τη δύσκολη στιγμή της ζωής του, αποφάσισε άγαμος να εισέλθει στον κλήρο, όπως επιθυμούσε και ο αδελφός του Γρηγόριος. Δυστυχώς, όμως, δεν πρόφτασε να πραγματοποιήσει τον πόθο του γιατί τον πρόλαβε ο θάνατος. Πέθανε νέος σε ηλικία 37 ετών. Ως κεραυνός εν αιθρία έφτασε στην οικογένειά του η θλιβερή είδηση. Κι ο Γρηγόριος, εκφράζοντας τα συναισθήματά του στην δύσκολη αυτή περίσταση, έγραψε:

«Ξέφυγες των τρομακτικών σεισμών τη βαρυστένακτη απειλή,

όταν έγινε χώμα η πόλις της Νικαίας.

Άφησες τη ζωή σου στην οδυνηρή αρρώστια.

Ω νιάτα φρόνιμα, ω σοφία, πανέμορφε Καισάριε!»

Το λείψανο του Καισαρίου μεταφέρθηκε από τη Νίκαια της Βιθυνίας στην Αριανζό για να ταφεί στον λαξευμένο οικογενειακό τάφο, που ανέμενε να δεχτεί πρώτους τους ηλικιωμένους γονείς του αδικοχαμένου νέου.

Δυστυχώς λίγο αργότερα και η Γοργονία, η μοναχοκόρη της οικογένειας, ασθενεί σοβαρά και βασανιστικά. Παρά τις προσπάθειες για θεραπεία της ο Γρηγόριος μας πληροφορεί πως: «υπέφερε στο σώμα και πονούσε διαρκώς, η ασθένειά της ήταν απ’ τις πιο ασυνήθιστες και αλλόκοτες. Ξαφνικά πύρωμα σ’ όλο το σώμα της σαν από κοχλασμό και βράσιμο του αίματος, έπειτα πάγωμά του και νάρκωση, απίστευτο χλώμιασμα και παράλυση του νου και του σώματος.  Κι αυτό όχι ύστερα από μακρά διαστήματα, αλλά κάποτε με αδιάκοπη συνέχεια. Δεν πιστεύαμε ότι ήταν ανθρώπινο το κακό και δεν έφταναν οι τέχνες των γιατρών που με πολύ επιμέλεια σκέφτονταν για τη φύση της ασθένειάς της, και καθένας ιδιαίτερα αλλά και όλοι μαζί από κοινού».

Παρά τη σοβαρή της αρρώστια, η Γοργονία «ασκούνταν» σκληρά. Ο αδελφός της Γρηγόριος μας μεταφέρει, έκθαμβος, τις ευσεβείς και καταπονητικές ενασχολήσεις της: «Ω νύκτες χωρίς ύπνο, ω ψαλμωδία και ορθοστασία που άρχιζε πρωί και στο πρωί κατάληγε…Ω πηγές  των δακρύων που σπέρνονται στη θλίψη για τον θερισμό της χαράς. Ω βοή νυκτερινή που περνά τα νέφη και φθάνει στον ουρανό. Ω φλόγα ψυχής που νικά το φόβο των νυκτερινών σκυλιών από την επιθυμία της προσευχής, που νικά το ψύχος, τη βροχή, τις βροντές, το χαλάζι, το ακατάλληλο της ώρας. Ω γυναικεία φύση που νίκησες την ανδρική για τον κοινό αγώνα της σωτηρίας και που έδειξες τον άνδρα και τη γυναίκα να διαφέρουν κατά το σώμα μόνο, όχι και κατά την ψυχή».

Σ’ αυτή τη ζωή που…

«Τίποτε δεν μένει το ίδιο, ρέει με τον καιρό κι αλλάζει.

Παύει η νύχτα την ημέρα μα και η μέρα την νυχτιά.

Την χαρά διακόπτει η λύπη κι η χαρά τη συμφορά», η μητέρα του Γρηγορίου Νόννα αναδείχτηκε πονεμένη, υπομονετική και γενναία μέσα στις καταιγίδες και τρικυμίες των θλίψεων. Μέσα σε λίγο χρόνο, στο μικρό διάστημα των ετών 369-370μ.Χ., της άρπαξε ο θάνατος τα δυο μικρότερα παιδιά της, πριν κλείσουν τα σαράντα. Η Γοργονία μάλιστα ήταν ήδη μητέρα έξι παιδιών τη στιγμή του θανάτους της. Μετά από λίγους μήνες πέθανε ξαφνικά κι ο σύζυγός της Αλύπιος. Τα έξι εγγόνια της Νόννας, ορφανά από μάννα και πατέρα,  εμψυχώνονταν απ’ την παρουσία της γιαγιάς τους που στεκόταν ακατάβλητη στους αλληλοδιαδιαδόχους θανάτους των παιδιών της. Έτσι την έβλεπε να «μάχεται» στη ζωή της ο γιος της Γρηγόριος και την χαρακτήρισε «καρτερικωτάτην ούσαν γυναικών και ανδρικωτάτην». Ο ίδιος για τις πολλές δοκιμασίες της και την υπομονή της έγραψε: «Το πιο αξιοθαύμαστο απ’ όλα αυτά είναι ότι ποτέ δεν έκανε την παραμικρή παραχώρηση στο σωματικό πόνο…ώστε ν’ αφήσει κάποτε κραυγή γοερή πριν απ’ την ευχαριστία ή ν’ αφήσει να κυλήσει δάκρυ από τα βλέφαρά της που είχαν μυστικά σφραγιστεί, ώστε να κρατήσει πολύ πένθιμη στάση, μολονότι συχνά την βρήκαν πολλές θλίψεις, ακόμη και σε λαμπρές ημέρες. Γιατί είναι γνώρισμα ψυχής θεοφιλούς το να υποτάσσει στα θεία καθετί το ανθρώπινο».

Η κατοπινή ασθένεια του γηραιού πατέρα του Γρηγορίου, ο οποίος αναδείχτηκε πραγματικά βιβλική μορφή, αφού για 45 συνεχή έτη υπηρετούσε εκατόχρονος πια την εκκλησία, βασάνισε όλη την οικογένεια. Ο Γρηγόριος λοιπόν μας πληροφορεί σχετικά: «Ήταν άρρωστος και υπέφερε σωματικά…Υπέφερε και ήταν εποχή της αγίας και πανένδοξου γιορτής του Πάσχα, της βασίλισσας ημέρας των ημερών…Αυτή την εποχή συνέπεσε η ασθένειά του και ήταν η εξής με δυο λόγια: Έως μέσα στα βάθη του τον έκαιε πυρετός δυνατός, τον άφηναν οι δυνάμεις του, από τα φαγητά είχε εμποδιστεί, είχε χάσει τον ύπνο του, είχε καταληφθεί από δυσφορία, τον συγκλόνιζαν οι σπασμοί. Το στόμα του ολόκληρο μέσα, στα πλάγια και στην υπερώα(ουρανίσκο) είχε γεμίσει με τόσο πολλά εξανθήματα, που του δημιουργούσαν τόση πίκρα και επέμεναν τόσο πολύ, ώστε μήτε το νερό δεν ήταν εύκολο να περάσει χωρίς κίνδυνο. Η τέχνη των γιατρών δεν έφερε αποτέλεσμα ούτε οι προσευχές των δικών του, που δεν έπαυσαν να παρακαλούν, ούτε κάθε είδος θεραπείας που χρησιμοποιούσαν. Αυτή ήταν η κατάστασή του, ανέπνεε κοφτά και απελπισμένα, δεν είχε συναίσθηση των γύρω του, είχε παραδοθεί στο θάνατο ολόκληρος».

Ο Γρηγόριος, επίσκοπος Ναζιανζού, πέθανε το έτος 374μ.Χ. Ο γιος του Γρηγόριος, παρηγορώντας την πονεμένη του μητέρα, της απηύθυνε, φιλοσοφημένα και τρυφερά, και με πολύ σεβασμό και αγάπη, τα παρακάτω λόγια: «Δεν είναι, μητέρα μου, ίδια η φύση του Θεού και των ανθρώπων ή μάλλον των θείων και επιγείων. Σ’ εκείνα το αμετάβλητο και η αθανασία του ίδιου του είναι και όσα ανήκουν στο είναι. Επειδή τα πάγια πηγαίνουν με τα πάγια. Πως είναι τώρα τα δικά μας; Ρέουν και φθείρονται και παίρνουν κάθε τόσο διαφορετικές μεταβολές…Ο θάνατος προσφέροντας απαλλαγή από τα εδώ δεινά και μεταθέτοντας συχνά στην άνω ζωή, δεν γνωρίζω εάν θάνατος είναι με το αληθινό του όνομα και δεν είναι κατ’ όνομα μόνο φοβερός, όχι όμως και στην πραγματικότητα. Και ότι παθαίνουμε είναι σχεδόν ένα παράλογο πάθος. Φοβόμαστε όσα δεν είναι φοβερά και αυτά που είναι άξια φόβου τα δεχόμαστε ως προτιμότερα. Η ζωή είναι μία, να αποβλέπεις προς τη ζωή. Κι ο θάνατος ένας, η αμαρτία, επειδή είναι ο όλεθρος της ψυχής. Τα άλλα, για τα οποία μεγαλοφρονούν μερικοί, είναι όνειρα που τα βλέπουμε να περιπαίζουν την πραγματικότητα και απατηλές φαντασίες της ψυχής. Εάν είναι αυτή η κατάστασή μας μητέρα, ούτε για τη ζωή θα μεγαλοφρονήσουμε ούτε για το θάνατο θα λυπηθούμε υπερβολικά. Τι φοβερό θα πάθουμε, αν μεταβαίνουμε από δω στην αληθινή ζωή και αν, απαλλαγμένοι απ’ τις μεταστροφές, τους ιλίγγους, τους κόρους, την αισχρή φορολογία, βρεθούμε με όσα είναι σταθερά και δεν ρέουν, μικρά φώτα εμείς χορεύοντας γύρω απ’ το μέγα φως;».

Αργότερα, όταν αρρώστησε βαριά και η Νόννα, ο Γρηγόριος αφηγείται κι αυτή τη δύσκολη κατάσταση: «…την έκαναν να υποφέρει πολλά πράγματα και το βαρύτερο όλων ήταν η ατροφία, δηλαδή η τέλεια εξάντληση και καταβολή δυνάμεων, ώστε να μη δέχεται καμμιά τροφή, απ’ την οποία κινδύνευε πολλές μέρες και δεν εύρισκε φάρμακο του κακού κανένα. Πώς λοιπόν την τρέφει ο Θεός; Δεν έβρεξε βέβαια μάννα, όπως παλιότερα στον Ισραήλ, ούτε έσπασε την πέτρα για να πηγάσει νερό στον διψασμένο λαό. Ούτε της έδωσε κόρακας φαγητό, όπως στον προφήτη Ηλία. Ούτε την χόρτασε με προφήτη μετέωρο(Δανιήλ, Βήλ και Δράκων 33), όπως τον Δανιήλ, που τον είχε πιάσει στο λάκκο προηγουμένως φοβερή πείνα. Με ποιο τρόπο λοιπόν την έθρεψε ο Θεός; Της φάνηκε ότι εγώ, ο φίλτατός της, (ακόμη και στο όνειρό της κανένα άλλο δεν προτιμούσε από μένα) την επισκέφθηκα βιαστικά εν καιρώ νυκτός με πανέρι και ψωμιά εξαιρετικά και, αφού τα ευλόγησα και τα σφράγισα, όπως συνήθιζα, της έδωσα να φάει, να πάρει δύναμη και ν’ αναρρώσει. Το όνειρο της νύχτας έγινε πραγματικότητα. Έπειτα από αυτό συνέρχεται και δημιουργούνται οι καλύτερες ελπίδες. Πρόκειται για ολοφάνερο σημείο. Όταν με τον ερχομό της μέρας εισήλθα στο δωμάτιό της, με την πρώτη ματιά την είδα πιο εύθυμη απ’ ότι άλλοτε. Την ρώτησα έπειτα πως πέρασε τη νύκτα, τι ήθελε να της κάνω και τα συνηθισμένα. Εσύ μου έδωσες φαγητό, είπε, παιδί μου, με προθυμία και αγάπη πολλή και τώρα με ρωτάς πως αισθάνομαι; Πολύ καλά και πολύ ήσυχα. Συνάμα μου έκαναν νεύμα οι θεραπεύτριες να μην της φέρω αντίρρηση, μη λυπηθεί και καταβληθεί όταν μάθει την αλήθεια».

Ο Γρηγόριος, ως στοργικός γιος, γηροκόμησε τη μητέρα του όσο μπορούσε καλύτερα. Ο ίδιος, καυχώμενος εν Κυρίω, γράφει: «…εστήριζον εκ παντός σθένους. Εχειραγώγουν, ως εμαυτώ δεξιόν θείναι το γήρας, γήρας ιλεούμενος. Θερίζομεν γαρ οία περ και σπείρομεν». Κατά την αντίληψή του, το καθήκον προς τους γέροντες γονείς ήταν ιερό: «Αυτούς εγώ γηροκομούσα και τους περιποιούμουν στα παθήματά τους και οι ελπίδες γλύκαιναν την ψυχή μου ότι κάτι άριστο εκτελώ και εκπληρώνω ένα φυσικό χρέος». Μάλιστα για το ίδιο ζήτημα, ο Μ. Βασίλειος, επιστήθιος φίλος του Γρηγορίου, προβάλλει ένα εύγλωττο παράδειγμα απ’ τη ζωή των πουλιών: «Εκείνο που κάνουν οι πελαργοί, δεν απέχει πολύ από τη λογική σκέψη…Η πρόνοια που λαμβάνουν οι πελαργοί για όσους απ’ αυτούς γηράζουν, είναι αρκετή να κάνει τα παιδιά μας να αγαπούν και να φροντίζουν τους γονείς τους, εάν την προσέξουν. Διότι, εξάπαντος, δεν είναι κανείς τόσο ελλιπής στη φρόνηση, ώστε να μη θεωρεί άξιο αισχύνης το ότι υστερεί  κατά την αρετή και από αυτά τα αλογώτατα πτηνά. Οι πελαργοί, λοιπόν, όταν λόγω του γήρατος πέσουν τα φτερά του πατέρα τους στέκονται γύρω του και τον ζεσταίνουν με τα δικά τους φτερά, του φέρνουν άφθονη τροφή, και τον βοηθούν κατά το δυνατόν στο πέταγμα, ανακουφίζοντάς τον ελαφρά και υποστηρίζοντάς  τον με τα φτερά τους. Και τόσο πολύ είναι αυτό γνωστό σε όλους, ώστε την ανταπόδοση των ευεργεσιών την ονομάζουν αντιπελάργηση».

Τα έξι πεντάρφανα εγγόνια της Νόννας, ο Αλύπιος ο νεώτερος, η Αλυπιανή, η Ευγενία, η Νόννα, ο Φιλτάτιος ο Νεώτερος και ο Γρηγόριος ο Νεώτερος αναζητούσαν και έβρισκαν στη γιαγιά τους πνευματική ασφάλεια, ηθική υποστήριξη και σοφή συμβουλή: έτρεχαν με λαχτάρα και προσδοκία απ’ το σπίτι τους στο αρχοντικό της γηραιάς Νόννας για να την ακούσουν, να της αναφέρουν θέματα και ζητήματα, να της ανοίξουν την καρδιά τους. Όταν η πολύτιμη, γι’ αυτά, Νόννα πέθανε, ο γιος της Γρηγόριος την ύμνησε όπως της άξιζε:

«Αστραφτερός, ολοφώτεινος άγγελος σε άρπαξε, Νόννα,

εκεί που προσευχόσουν με καθαρό σώμα και πνεύμα.

Την ψυχή την άρπαξε από σένα κι άφησε το σώμα στο ναό.

Η Τριάδα που ποθούσες, το ενιαίο φως, το κοινό σέβασμα,

από τον μεγάλο ναό σ’ άρπαξε, Νόννα, στον ουρανό,

ενώ προσευχόσουν….Πέτυχες τέλος καθαρότερο από τη ζωή σου».

Μετά το θάνατο των γονέων του, ο Γρηγόριος απομονώθηκε στο οικογενειακό του κτήμα όπου είχε γεννηθεί πριν από 62 χρόνια. Εκεί και πέθανε γύρω στο 391μ.Χ. Όλη η οικογένειά του τάφηκε σε τρία μνήματα κατά ζεύγη: οι δυο Γρηγόριοι, πατέρας και γιος, σ’ ένα τάφο ως αρχιερείς.(Ο πατέρας επίσκοπος Ναζιανζού και ο γιος αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και πρόεδρος της Β’ Οικουμενικής Συνόδου στην Κωνσταντινούπολη). Στον άλλο τάφο τάφηκαν ο Καισάριος και η Νόννα και σε ξεχωριστό τάφο η Γοργονία με το σύζυγό της Αλύπιο. Ο Γρηγόριος μας δίνει τις σχετικές πληροφορίες για το θάνατο και τον ενταφιασμό όλων των μελών της οικογένειάς του στο ποίημά του με τίτλο: «Εις τους τάφους όλων μας»:

«Η πέτρα είμαι που τον πατέρα και τον γιο

τους δοξασμένους σκεπάζω Γρηγορίους, μια πέτρα, ίσες δόξες,

ιερείς και τους δύο. Κι εγώ την ευγενική δέχθηκα Νόννα

με τον μεγάλο σε δόξα γιο της Καισάριο.

Έτσι μοιράστηκαν τάφους και γιους».

Γ) Ανθούσα και Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Η μητέρα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου Ανθούσα καταγόταν από πλούσια και ευγενική οικογένεια της Αντιόχειας. Όμως δεν θεωρούσε τα υλικά αγαθά και την αριστοκρατική καταγωγή της πηγή χαράς και ευτυχίας όπως οι περισσότεροι συμπατριώτες της Αντιοχείς, αλλά τη χριστιανική ευσέβεια και την εσωτερική ειρήνη. Την Ανθούσα διαλέγει για γυναίκα του ο Σεκούνδος, χριστιανός κι αυτός και ενεργό μέλος της εκκλησίας της Αντιόχειας και καταγόμενος, όπως και η ίδια, από πλούσια και επιφανή οικογένεια. Είχε αναδειχθεί ανώτερος αξιωματικός στη Συρία και «διέπρεψεν ευγενώς παρά τη τάξει του Στρατηλάτου της Συρίας» και ακόμη «διέπρεψεν εν τοις ανωτάτοις αξιωματικοίς του κατά την Ανατολήν στρατού». Σύμφωνα με λατινική βιογραφία ο Σεκούνδος ήταν «magister militum Syriae», δηλαδή άρχοντας, διοικητής των στρατιωτών της Συρίας.

Δυστυχώς ο Σεκούνδος πέθανε πολύ νωρίς, όταν ο γιος του Ιωάννης ήταν ακόμη βρέφος μηνών. Οι συγγενείς και ο περίγυρος της Ανθούσας, λίγο καιρό μετά το θάνατο του συζύγου της, την παρότρυναν να συνάψει δεύτερο γάμο ως λύση του δράματος που βίωνε, μιας και βρισκόταν ακόμη σε πολύ νεαρή ηλικία(20 ετών) και είχε ανάγκη συντρόφου η ίδια, το παιδί της χρειαζόταν προστάτη αλλά και η μεγάλη της περιουσία σωστή διαχείριση. Πολλοί άντρες, αντάξιοι του Σεκούνδου, τη ζήτησαν σε γάμο, για τα προσόντα της, την ευγένεια του χαρακτήρα της, τα νειάτα της, αλλά κυρίως για την περιουσία της. Η Ανθούσα, ως νεαρή και πλούσια χήρα, απ’ την άλλη μεριά, αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα, ιδιωτικά και δημόσια. Καθημερινά  κινδύνευε από ποικίλους πειρασμούς, γιατί «όπως μια ατείχιστη πόλη βρίσκεται στη διάθεση όλων εκείνων που επιθυμούν να τη διαρπάσουν, έτσι και η κόρη που χηρεύει έχει πολλούς ολόγυρα εκείνους που την επιβουλεύονται, κι όχι μόνον όσους  εποφθαλμιούν  τα χρήματά της αλλά και αυτούς που επιδιώκουν να παραβιάσουν τη σωφροσύνη της» αναφέρει χαρακτηριστικά ο γιος της Ιωάννης ο Χρυσόστομος στο «Λόγος εις νεωτέραν χηρεύσασαν», παράγραφος 2.(Άπαντα των αγίων Πατέρων, Τόμ.8, σελ.72). Παρ’ όλα αυτά η Ανθούσα στήριζε στην πίστη τις ελπίδες της και αγωνιζόταν προσευχόμενη. Γι’ αυτό και άντεχε και νικούσε στον αγώνα της ζωής της. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το γυναικείο φύλο έχει κάποια κλίση προς την ευσυγκινησία. Όταν όμως προστεθεί και η νεότητα και η πρόωρη χηρεία και η απειρία της ζωής και μέγα πλήθος φροντίδων και η διαβίωση, καθ’ όλη την προηγούμενη ζωή μέσα στην καλοπέραση, στη χαρά και στον πλούτο, τότε τα δεινά πολλαπλασιάζονται. Και εάν όποια δέχτηκε το κτύπημα  δε λάβει βοήθεια απ’ τον ουρανό, η πρώτη σκέψη θα μπορέσει να τη συντρίψει».

Η νεαρή μητέρα και χήρα Ανθούσα απ’ την αρχή μερίμνησε για τη χριστιανική ανατροφή του παιδιού της. Απ’ την τρυφερή του ηλικία διέπλασε  το χαρακτήρα του. Έτσι η περαιτέρω διαπαιδαγώγησή του ήταν ευκολότερη, αφού μπορούσε από νωρίς να εισαγάγει τον Ιωάννη στην ευλάβεια, στη φιλοσοφία και στην απόκτηση της αρετής. Βέβαια, στη διαμόρφωση του Ιωάννη συντέλεσε και η εκ πατρός θεία του, διάκονος Σαβιανή. Ο ίδιος ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στη μετέπειτα διδασκαλία του ως ενηλίκου ποιμένα, προτρέπει τους γονείς να συνδέουν τα παιδιά τους από μικρή ηλικία με το γραπτό και προφορικό χριστιανικό λόγο και τη μελέτη των Αγίων Γραφών.  Τους συμβουλεύει, από την πείρα του χαρακτηριστικά: «Δώμεν αυτοίς υπόδειγμα, εκ πρώτης ηλικίας τη των Γραφών αναγνώσει ποιούντες αυτούς ενσχολάζειν». Και ο μεγάλος μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος σημειώνει: «Ουδείς ουδεπώποτε  των χριστιανών ρητόρων δεν ενεπνεύσθη τοσούτον υπό του πνεύματος της Αγίας Γραφής, ουδ’ εχρωματίσθη ούτως ειπείν τοσούτον υπό των ακτίνων αυτοίς».

Η Ανθούσα, νεαρή και ενάρετη χήρα, ήταν παράδειγμα σωφροσύνης, αγνότητας και καθαρότητας βίου. Το πνεύμα του κόσμου και οι κοσμικές συγκεντρώσεις δεν την είλκυαν. Η ενδυμασία, οι λόγοι της και η εν γένει συμπεριφορά της, όλα μιλούσαν για την ξεχωριστή της φύση: ήταν η όντως χήρα, την οποία θαύμαζαν χριστιανοί και ειδωλολάτρες. Αυθόρμητα την επαίνεσε για την αρετή της και ο μεγάλος ρητοροδιδάσκαλος Λιβάνιος, όταν πληροφορήθηκε ποια ήταν η Ανθούσα. Το τι είπε με φωνή δυνατή, απευθυνόμενος στο εθνικό-ειδωλολατρικό ακροατήριο, μας το διέσωσε ο γιος της Ιωάννης: «Εγώ ποτέ νέος έτι ων, τον σοφιστήν τον εμόν (πάντων δε ανδρών δεισιδαιμονέστερος εκείνος ην) οίδα επί πολλών την μητέρα την εμήν θαυμάζοντα. Των γαρ παρακαθημένων αυτώ πυνθανόμενος, οία είωθε, τις είην εγώ, και τινός ειπόντος, ότι χήρας γυναικός, εμάνθανε παρ’ εμού την τε ηλικίαν της μητρός και της χηρείας τον χρόνον… Ως δε είπον, ότι ετών τεσσαράκοντα γεγονυία είκοσιν έχειν λοιπόν, εξ’ ου τον πατέρα απέβαλε τον εμόν, εξεπλάγη, και ανεβόησε μέγα, και προς τους παρόντας ιδών: Βαβαί, έφη, οίαι παρά Χριστιανοίς γυναίκές εισιν… Τοσούτου ου παρ’ ημίν μόνον, αλλά και παρά τοις έξωθεν το πράγμα απολαύει του θαύματος και του επαίνου».

Η πόλη της καταγωγής και διαμονής της Ανθούσας και του γιου της Ιωάννη, η Αντιόχεια, ήταν προσφιλής στο χριστιανικό κόσμο γιατί σ’ αυτή ονομάστηκαν για πρώτη φορά οι μαθητές του Χριστού Χριστιανοί: «Εγένετο…χρηματίσαι πρώτον εν Αντιοχεία τους μαθητάς Χριστιανούς» μας εξιστορεί ο ιερός ευαγγελιστής Λουκάς. «Ήτο πόλις τοσαύτη και δήμος εις είκοσι εκτεινόμενος μυριάδας» μας πληροφορεί ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Και ο εθνικός μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος συνεχίζει: «Πόλις έχουσα μεν 200.000 κατοίκων χριστιανών, ιουδαίων, ειδωλολατρών, ομιλούντων όλων την ελληνικήν γλώσσαν, ακμάζουσα δε δια τας σχολάς και την εμπορίαν και τέχνην, ελογίζετο επί τη ευφυΐα και τη ζωηρότητι του δήμου αυτής ως άλλη τις κατά την Ανατολήν πόλις των Αθηνών». Αυτή λοιπόν η «κοσμούπολη», που είχε 600.000 κατοίκους μαζί με τους δούλους, ήταν πλούσια σε υλικούς θησαυρούς, αγαθά και έκλυση ηθών. Θέατρα και πεισματικοί αγώνες ιπποδρόμου, συμπόσια και μέθυες, χοροί και άσματα σειρήνεια  ήταν καθημερινές προκλήσεις και προσκλήσεις  για μια ποικίλη, κοσμική ζωή. Όλα αυτά ήταν ομολογουμένως μεγάλοι πειρασμοί για τον έφηβο Ιωάννη, όταν σπούδαζε στις περίφημες σχολές της Αντιόχειας. Οι δάσκαλοι, επίσης, του Ιωάννη, ιδίως στις σχολές της ρητορικής, πρέσβευαν, ως επί το πλείστον, ειδωλολατρικές πεποιθήσεις γιατί θεωρούσαν τη ρητορική τέχνη αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την αρχαία φιλολογία και γραμματεία.

Ο Ιωάννης ως νέος θέλησε να επιδοθεί στο νομικό στάδιο. Γι’ αυτό και διδάχτηκε στην Αντιόχεια, όπου τότε άκμαζαν τα γράμματα, ώστε να λέγεται και «Συριάδες Αθήναι», φιλοσοφία από τον πρώτο του καθηγητή Ανδραγάθιο και ρητορική απ’ το Λιβάνιο που ήταν ένας απ’ τους μεγαλύτερους ρήτορες της εποχής του. Ο Κων. Παπαρρηγόπουλος γράφει σχετικά: «Ακολούθησε τα ρητορικά μαθήματα του περιωνύμου σοφιστή Λιβανίου, ο οποίος διετέλεσε πιστός οπαδός του Ιουλιανού και του αρχαίου δόγματος…Ο ειδωλολάτρης αυτός σοφιστής θαύμασε μετά από λίγο το νέο μαθητή του και ήλπισε να τον ελκύσει στο αρχαίο θρήσκευμα, δια του δελεάσματος των ομηρικών εκείνων μύθων, τους οποίους τόσο εύγλωττα ερμήνευε. Αν και με το πέρασμα του χρόνου διαψεύστηκε στην προσδοκία του, δεν έπαυσε να αγαπά το Χρυσόστομο».

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος  «οκτωκαιδέκατον έτος άγων την του σώματος ηλικίαν, αφηνίασε τους σοφιστάς των λεξιδρίων». Δηλαδή, μόλις σε ηλικία 18 ετών απέφυγε τους δασκάλους της ρητορικής, οι οποίοι εκφωνούσαν λόγους μικρούς κι όχι σπουδαίους. Δεν αναδείχτηκε ένας από τους συνήθεις ρήτορες των δικαστηρίων, αλλά μέγας ρήτωρ μεταξύ όλων των ρητόρων της Αντιόχειας. Όταν μίλησε στην αίθουσα του δικαστηρίου για πρώτη φορά, οι πάντες εξεπλάγησαν και τον χειροκρότησαν για την χειμαρρώδη ευγλωττία του και τον πειστικό λόγο του. Ως αριστούχος της Σχολής του Λιβανίου ανέβηκε στο δικανικό βήμα και αγόρευσε. Και τόσο πολύ σαγήνευσε ως συνήγορος τους ακροατές του, ώστε όλη η Αντιόχεια μιλούσε γι’ αυτόν επί πολλές μέρες. Όλοι οι συνάδελφοί του ρήτορες τον αναγνώρισαν ως έξοχο και σπουδαίο τεχνίτη του λόγου. Για όλες τις επιτυχίες του ως συνηγόρου στη μεγάλη πόλη της Αντιόχειας ο Λιβάνιος του απέστειλε επιστολή, με την οποία συνέχαιρε τον ταλαντούχο μαθητή του. Μάλιστα, όταν ο Λιβάνιος βρισκόταν στα έσχατα της ζωής του και τον ρώτησαν οι μαθητές του ποιόν θα ΄θελε ν’ αφήσει διάδοχο στη σχολή του, αποκρίθηκε αναστενάζοντας: «Ιωάννην έλεγον, ει μη τούτον ημών οι Χριστιανοί απεσύλησαν». Δηλαδή τον Ιωάννη έλεγα ν’ αφήσω, εάν δεν μας τον είχαν αρπάξει ως λάφυρο οι Χριστιανοί.

Στη διάρκεια της παραμονής του στην Αντιόχεια ο Ιωάννης σχετίστηκε με «νέους δικανικούς αθλητάς», ιδίως συνομηλίκους του, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν εθνικοί-ειδωλολάτρες και η κυριότερη τέρψη τους ήταν η «φοίτηση» στα δημόσια θεάματα, στις ιπποδρομίες και στις θεατρικές παραστάσεις. Για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα συμμετείχε κι αυτός σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις. Όπως αναφέρει ο ίδιος: «Τον δικαστηρίω προσεδρεύοντα και περί τας εν τη σκηνή τέρψεις επτοημένον». Δηλαδή «εγώ ήμουν εκείνος που ασχολούμουν με τις δικηγορικές υποθέσεις και τα θέατρα και οι τέρψεις των θεατρικών παραστάσεων με αιχμαλώτιζαν». Όταν όμως ο Ιωάννης, ως συνειδητός Χριστιανός, συναισθάνθηκε τις βλαπτικές επιδράσεις του «κόσμου» πάνω του, ομολόγησε: «Εγώ δε, έτι ταις του κόσμου πεπεδημένος επιθυμίαις, καθείλκον την εμαυτού (πλάστιγγα), και εβιαζόμην κάτω μένειν, νεωτερικαίς αυτήν επιβρίθων φαντασίαις». Δηλαδή «εγώ, δεσμευμένος ακόμη απ’ τις κοσμικές επιθυμίες, φόρτωνα την δική μου πλάστιγγα με νεανικές φαντασίες και την έσπρωχνα προς τα χαμηλά και τα κατώτερα». Ο ίδιος αργότερα θα γράψει για τη φύση της νεότητας: «Πυρά τις εστίν η νεότης και πέλαγος κυμάτων γέμον και πολλάς έχον επαναστάσεις…καθάπερ τις ίππος αδάμαστος, καθάπερ τι θηρίον ατίθασον, τοιούτον εστίν η νεότης».

Έτσι ο Ιωάννης, μέσα στην κοσμική εκείνη συναναστροφή και καθώς ήταν πλούσιος και απαράμιλλα χαρισματικός και ελκυστικός στις ιδιαίτερες-διαπροσωπικές και δημόσιες- σχέσεις του, μπορούσε να παρασυρθεί σε δρόμους αλλότριους του χριστιανικού ιδανικού. Όμως η σύνεση, η ευσέβεια και η στοργή της μητέρας του Ανθούσας του έδειξαν τελικά την ορθή οδό του βίου του. Γι’ άλλη μια φορά η σχέση μάνας και γιου αποδεικνύεται καταλυτική.

Στην Αντιόχεια ο Ιωάννης δικηγόρησε για πολύ καιρό. Ξαφνικά όμως τον έχασαν οι φίλοι του και στα δικαστήρια έπαυσε ν’ ακούγεται η χειμαρρώδης φωνή του. Η επιθυμία του να εμβαθύνει περισσότερο στη χριστιανική θεολογία τον παρακίνησε να φοιτήσει στη θεολογική σχολή της Αντιόχειας, όπου τότε δίδασκαν δυο «άριστοι άνδρες»: ο Καρτέριος και ο Διόδωρος. Ιδίως παρακολούθησε τα μαθήματα του ιερέα Διοδώρου, ο οποίος συνδύαζε ευρεία πολυμάθεια, ζήλο και μεγάλη ικανότητα ερμηνείας της Αγίας Γραφής. Οι δυο αυτοί δάσκαλοι επέδρασαν πολύ στην προσωπικότητα του Ιωάννη, όπως και ο επίσκοπος Αντιοχείας Μελέτιος. Χάρη σ’ αυτούς και στις άοκνες προσωπικές του προσπάθειες, εισέδυσε βαθύτερα στο πνεύμα της χριστιανικής πίστεως και πριν το έτος 370μ.Χ. βαπτίστηκε απ’ τον επίσκοπο και «προεχειρίσθη αναγνώστης της αυτόθι Εκκλησίας». Βαπτίστηκε μεγάλος, γιατί κατά τους χρόνους εκείνους πολλοί χριστιανοί συνήθιζαν να βαπτίζονται σε μεγάλη ηλικία. Εδώ, είναι περιττό, βέβαια, να ειπωθεί πόσο μεγάλη χαρά δοκίμασε η μητέρα του Ανθούσα για αυτή την τροπή της ζωής του.

Σ’ αυτή τη φάση του επίσημου χριστιανικού του βίου, ο Ιωάννης συνδέθηκε στενότερα με τους τρεις φίλους του, Θεόδωρο, Μάξιμο και Βασίλειο, με τους οποίους συναποφάσισαν να ασπασθούν τον ερημικό βίο. Περισσότερο συνδέθηκε με το Βασίλειο, με τον οποίο ήταν συμμαθητές και φοιτούσαν στους ίδιους δασκάλους. Κατάγονταν απ’ την ίδια πόλη, ήταν ομόφρονες και όταν αποφοίτησαν σκεπτόντουσαν ποιο δρόμο ζωής να προτιμήσουν. Ο φίλος του Ιωάννη, ο προαναφερθείς Βασίλειος, αποφάσισε να γίνει μοναχός και τον παρακάλεσε ν’ αφήσουν τα σπίτια τους και να κατοικήσουν μαζί στην έρημο. Τέλος τον έπεισε, και επρόκειτο να πραγματοποιήσουν την απόφασή τους. Όταν όμως η Ανθούσα πληροφορήθηκε τους σκοπούς του γιου της,  προσπάθησε να τον αποτρέψει με θρήνους, παράπονα και παρακλήσεις. Το τι έκανε η Ανθούσα για να τον εμποδίσει, περιέγραψε ο ίδιος, και το απόσπασμα αυτό, ως λόγος και ως σκηνή δραματική, είναι απ’ τα πιο συγκινητικά και αριστοτεχνικά κείμενά του: «Μόλις κατάλαβε αυτή την επιθυμία η μητέρα μου, με πήρε από το δεξιό χέρι, με εισήγαγε στο ιδιαίτερο δωμάτιό της, με έβαλε να καθίσω δίπλα της στο κρεβάτι που με γέννησε και άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα και να μου λέει λόγια συγκινητικότερα από τα δάκρυα: «Εγώ, παιδί μου, δεν απόλαυσα πολύ καιρό τις αρετές του πατέρα σου. Αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Αμέσως μετά τη γέννησή σου ακολούθησε ο θάνατός του, που άφησε εσένα ορφανό κι εμένα χήρα και μου έφερε όλες τις δυστυχίες της χηρείας, τις οποίες γνωρίζουν καλά  μόνο όσες γυναίκες βρέθηκαν σ’ αυτή την κατάσταση. Δεν είναι δυνατόν να παρασταθεί με λόγια η βαρυχειμωνιά και η τρικυμία, στην οποία ρίχνεται μια κόρη, που μόλις βγήκε απ’ το πατρικό της σπίτι, χωρίς να γνωρίζει τον κόσμο, και ξαφνικά προσβάλλεται από πένθος ανυπόφορο και αναγκάζεται ν’ αναλάβει φροντίδες ανώτερες από την ηλικία της κι από τη γυναικεία της φύση…». Έπειτα  εξήγησε γιατί οι φροντίδες της ήταν μεγαλύτερες των δυνάμεών της, λέγοντας: «Διότι, νομίζω, πρέπει και των υπηρετών την αμέλεια και πονηριά να προσέχει, και των συγγενών τις επιβουλές να αποκρούει, και των εφόρων τις ενοχλήσεις και τη σκληρότητα, κατά την είσπραξη των φόρων, να αποκρούει με γενναιότητα. Όταν, δε, τύχει ν’ αφήσει και παιδί ο μακαρίτης η κατάσταση γίνεται χειρότερη. Και κορίτσι ακόμη να είναι υποβάλει  τη μητέρα του σε μύριες φροντίδες, μολονότι την απαλλάσσει από τα πολλά έξοδα και τον φόβο. Αν, όμως, είναι αγόρι, την πλημμυρίζει καθημερινά με μύριους φόβους και πολλές φροντίδες. Αφήνω δε και τα έξοδα, στα οποία αναγκάζεται να υποβληθεί για να το αναθρέψει και να το μορφώσει, όπως αρμόζει σε ελεύθερο πολίτη. Εμένα όμως δεν με έπεισε όλη αυτή η δυστυχία να συνάψω δεύτερο γάμο και να φέρω άλλο άνδρα στο σπίτι του πατέρα σου. Προτίμησα να ζω στην αμφιβολία και την ανησυχία και παρέμεινα  στη σιδηρά κάμινο της χηρείας. Και το κατόρθωσα, πρώτον, με τη βοήθεια του Θεού. Έπειτα, όμως, έβρισκα εξαιρετική ανακούφιση στη δυστυχία μου, καθώς έβλεπα διαρκώς τη μορφή σου, που μου διατηρούσε έμψυχη, ακριβή εικόνα του μακαρίτη. Γι’ αυτό, όταν ήσουν ακόμη βρέφος και δεν είχες μάθει ακόμη να μιλάς, στην ηλικία που τα παιδιά δίνουν ιδιαίτερη χαρά στους γονείς τους, μου χάριζες ιδιαίτερη παρηγοριά. Κι έπειτα, εσύ δεν είχες το δικαίωμα να με κατηγορήσεις ότι ναι μεν υπέμεινα τη χηρεία με γενναιότητα, αλλά μείωσα, λόγω των αναγκών της χηρείας την περιουσία σου, πράγμα που συνέβη όπως ξέρω σε πολλά ορφανά. Εγώ, και την πατρική σου περιουσία διαφύλαξα ακέραια και όσα χρειάζονταν για την προκοπή σου δεν παρέλειψα να ξοδέψω. Χρησιμοποιούσα την περιουσία που έφερα ως προίκα από το πατρικό μου σπίτι.

Μη νομίσεις, όμως, ότι τώρα σου λέω αυτά τα πράγματα για να σε προσβάλλω. Όχι. Σου τα λέω για να σου ζητήσω, για όλα όσα έκανα, μια χάρη: μη με αφήσεις χήρα για δεύτερη φορά. Μη μου ανάψεις πάλι το πένθος, που τώρα πλέον έχει αποκοιμηθεί. Περίμενε πρώτα το θάνατό μου, ίσως έπειτα από λίγο καιρό να πεθάνω. Οι νέοι έχουν την ελπίδα να φτάσουν σε βαθύ γήρας, εμείς όμως οι γερασμένοι δεν περιμένουμε τίποτε άλλο εκτός απ’ τον θάνατο. Όταν λοιπόν με παραδώσεις στη γη και ανακατέψεις τα οστά μου με τα οστά του πατέρα σου, τότε πήγαινε όπου θέλεις και ταξίδεψε σ’ όποια θάλασσα θέλεις. Τότε δε θα σε εμποδίσει κανείς. Έως ότου όμως αναπνέω, κάνε υπομονή, μείνε μαζί μου και μην αντιστρατευτείς στο Θεό χωρίς λόγο, ρίχνοντας σε τόση δυστυχία εμένα που δεν σου έφταιξα σε τίποτα…Κι αν έχεις να με κατηγορήσεις ότι σε παρασύρω σε κοσμικές φροντίδες και σε αναγκάζω να διαχειριστείς μόνος σου την περιουσία σου, τότε να μη σεβαστείς ούτε τους νόμους της φύσεως, ούτε την ανατροφή σου, ούτε τα κοινωνικά έθιμα ούτε τίποτε άλλο. Τότε να φύγεις μακριά μου σα να είμαι εχθρός και αντίπαλός σου. Αν όμως κάνω το παν για να σε διευκολύνω να ζεις κατά τον τρόπο που εσύ επιθυμείς, τότε αν όχι τίποτε άλλο, ας σε κρατεί τουλάχιστον κοντά μου αυτή η διευκόλυνση».

Η Ανθούσα με τα συγκλονιστικά λόγια της έπεισε τον Ιωάννη. Στάθηκε η ενσάρκωση της τέλειας μητρικής αγάπης που δεν ζητά κοσμικά ανταλλάγματα. Απέδειξε πως δεν ήθελε το γιο της κοντά της για να «ανοίξει» δικιά του οικογένεια, ώστε ως μάννα να γίνει και γιαγιά, βλέποντας εγγόνια απ’ το παιδί της. Ούτε πάλι ήθελε να τον μπλέξει σε φροντίδες και να τον αναγκάσει να διαχειρίζεται ο ίδιος πλέον τη μεγάλη πατρική του περιουσία. Εάν έκανε κάτι τέτοιο, μη σεβόμενη τις επιθυμίες και τις κλίσεις του γιου της, θα αποδεικνυόταν ο χειρότερος εχθρός του και θα έπρεπε να φύγει μακριά της. Απεναντίας, η Ανθούσα έκανε το παν για να τον διευκολύνει να ζει μέσα στο σπίτι του κατά τον τρόπο που επιθυμούσε ο ίδιος: ως ασκητής αφιερωμένος εξ’ ολοκλήρου στο Θεό.

Η στοργική μητέρα του Ιωάννη του Χρυσοστόμου δεν απατήθηκε στην προαίσθησή της: δυο χρόνια μετά, όπως το είχε προείπει στο γιο της, «κοιμήθηκε εν Κυρίω» σε ηλικία μόνο 43 ετών. Ο Ιωάννης, ελεύθερος πια από ηθικές υποχρεώσεις, αφού μοίρασε όλη την οικογενειακή του περιουσία στους φτωχούς, αναχώρησε για την έρημο. Αφηγείται σχετικά με το γεγονός ο Κων. Παπαρρηγόπουλος: «Ο Ιωάννης εκτέλεσε την προαίρεση. Και μόνον αφού για έξι περίπου έτη σκληραγώγησε δεινά τον εαυτό του μακριά από κάθε κοινωνική επαφή, επέστρεψε άρρωστος στην Αντιόχεια για να λάμψει ξανά με την ακτινοβόλα προσωπικότητά του. Τότε χειροτονείται απ’ τον Μελέτιο διάκονος και απ’ τον διάδοχό του Φλαβιανό πρεσβύτερος». Ως πρεσβύτερος επί έντεκα χρόνια(386-397μ.Χ.) στην Αντιόχεια έδρασε επωφελέστατα, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στη μέριμνα των ενδεών. Σημειωτέον ότι η Εκκλησία της Αντιόχειας τότε διέτρεφε 3000 χήρες. Την 26η Φεβρουαρίου 398μ.Χ. χειροτονήθηκε αρχιερέας και έγινε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Το ελεύθερο φρόνημά του και τη φλογερή του πίστη εκδήλωνε ως την τελευταία στιγμή της ζωής του στην εξορία με πράξεις και λόγια: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν. Αμήν». Λόγια συγκινητικά και γενναία, με τα οποία εξέπνευσε την 14η Σεπτεμβρίου του έτους 407μ.Χ. σε ηλικία περίπου 62 ετών.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

  1. Κωνσταντίνου Ν. Καλλινίκου, Πρωτοπρευσβυτέρου, Πρακτικαί Ομιλίαι εις τα Κυριακά Ευαγγέλια», σελ. 257, Β΄ Έκδοσις «ΖΩΗΣ»- Αθήναι 1930.
  2. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος επιτάφιος εις τον Μέγαν Βασίλειον, 3, Migne P.G. 36, 497.
  3. Γρηγορίου Νύσσης, Πραγματεία εις τον βίον της οσίας Μακρίνης, Migne P.G. 46, 980D.
  4. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία 9η εις την Α΄ Τιμοθ.2, Migne P.G. 62, 546.
  5. Μεγάλου Βασιλείου, Επιστολή 223, Προς Ευστάθιον τον Σεβαστηνόν, Migne P.G. 32, 825C.
  6. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις τους αγίους Μακκαβαίους και την μητέρα αυτών, Ομιλία πρώτη, Migne P.G. 50, 621.
  7. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλίαι εις Παροιμίας, κεφ, ΙΓ΄, Migne P.G. 64, 697D.
  8. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία 9η Εις επιστολήν προς Κολασσ., Migne P.G. 62, 362.
  9. Μεγάλου Βασιλείου, Επιστολή 204η «Τοις Νεοκαισαρεύσιν», 6, Migne P.G. 32, 752-753.
  10. Γρηγορίου Νύσσης, Επιτάφιος λόγος εις τον ίδιον αδελφόν τον Μέγαν Βασίλειον, Migne P.G. 46, 808 C-D.
  11. Μεγάλου Βασιλείου, Επιστολή 203η, «Τοις παραλιώταις επισκόποις», Migne P.G. 32, 737A-B.
  12. Μεγάλου Βασιλείου, Επιστολή 193η, «Μελετίω αρχιάτρω», ένθ’ ανωτ., 705Β-C.
  13. Μεγάλου Βασιλείου, Επιστολή 138η , «Ευσεβίω επισκόπω Σαμοσάτων», ένθ’ ανωτ., 580 Α-Β.
  14. Γρηγορίου Νύσσης, Εις τον βίον της οσίας Μακρίνης, ένθ’ ανωτ., 964Β-C.
  15. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία 53η Εις την Γένεσιν, Migne P.G. 54, 465.
  16. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος 14ος Περί φιλοπτωχίας, Migne P.G. 35, 869C.
  17. Γρηγορίου Νύσσης, Επιστολή 19η «Προς τινα Ιωάννην…», Migne P.G.46, 1073C-D.
  18. Δημητρίου Μπαλάνου, Πατρολογία, Αθήναι 1930, σ. 289.
  19. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος επιτάφιος εις τον Μέγαν Βασίλειον, Migne P.G. 36, 505A-B.
  20. Μεγάλου Βασιλείου, Περί του Αγίου Πνεύματος, κεφ. κθ΄ 74, Migne P.G. 32, 205B-C.
  21. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Άννης λόγος δεύτερος, 4, Migne P.G. 54, 648.
  22. Μεγάλου Βασιλείου, Επιστολή ΙΔ΄, «Γρηγορίω εταίρω», Migne P.G. 32, 277B-C.
  23. Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιτάφιον Α΄ «Εις Ναυκράτιον τον αδελφόν του Μεγάλου Βασιλείου», Migne P.G. 38,11.
  24. «Ιχθυβόλον ποτ’ έλυε λίνον βυθίης από πέτρης
  25. Ναυκράτιος, δίναις εν ποταμού βρύχιος,
  26. Και το μεν ουκ ανέλυσεν, ο δ’ έσχετο. Πως αλιήα
  27. Είρυσεν ανθ’ αλίης δίκτυον; Ειπέ, λόγε.
  28. Ναυκράτιον, καθαροίο βίου νόμον, ώσπερ είσκω,
  29. Και χάριν ελκέμεναι και μόρον εξ υδάτων».
  30. Γρηγορίου Νύσσης, Εις τους αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρας, Λόγος Γ΄, Migne P.G. 46, 784B-C.
  31. Μεγάλου Βασιλείου, «Προς την ομόζυγον Νεκταρίου Παραμυθητική», Επιστολή 6η, ένθ’ ανωτ., 241Β-C.
  32. Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιτάφιον ΝΔ΄ «Εις Εμμελίαν την μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου», Migne P.G. 38, 37-38.
  33. «Εμμέλιον τέθνηκε. Τις έφρασεν; Ή γε τοσούτων
  34. και τοίων τεκέων δώκε φάος βιότω,
  35. υιέας, ηδέ θύγατρας ομόζυγας αζυγέας τε,
  36. Εύπαις και πολύπαις ήδε μόνη μερόπων…
  37. Τρεις μεν τήδ’ ιερήες αγακλέες…
  38. Θάμβος έχει μ’ ορόωντα τόσον γόνον Εμμελίοιο,
  39. Και τοίον, μεγάλης νηδύος όλβον όλον.
  40. Ως δ’ αυτήν φρασάμην Χριστού κτέαρ, ευσεβές αίμα
  41. Εμμελίου, τόδ’ έφην ου μέγα. Ρίζα τόση.
  42. Τούτο σοι ευσεβίης ιερόν γέρας, ω παναρίστη,
  43. Τιμή σων τεκέων, οίς πόθον είχες ένα».
  44. Μεγάλου Βασιλείου, Ασκητική προδιατύπωσις, Migne P.G. 31, 621B-C.
  45. Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιτάφιον ΡΖ΄ εις Αμφιλόχον άλλον, ΕΠΕ 11, 247.
  46. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΙΗ΄, Επιτάφιος εις τον πατέρα παρόντος Βασιλείου, 8, ΕΠΕ 6, 283.
  47. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα ΙΑ΄, Περί τον εαυτού βίον, στίχ. 67, Migne P.G. 37, 1034.
  48. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα ΙΑ΄, ένθ’ αν., στίχ., 65-66.
  49. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΙΗ΄, ένθ’αν., 8, Migne P.G. 35, 993 C-D.
  50. Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιτάφιον ΟΔ΄, Εις την μητέρα εκ του θυσιαστηρίου προσληφθείσαν, Migne P.G. 38, 49.
  51. Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιτάφιον Α΄, ένθ’ αν., σ. 57.
  52. Δημ. Γ. Τσάμη, Μητερικόν Β΄,σ. 172, σημ. 4, Θεσσαλονίκη 1991.
  53. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα ΜΕ΄, Θρήνος περί των της αυτού ψυχής παθών, στίχ. 221-222, Migne P.G. 37, 1369.
  54. Κων. Γ. Μπόνη, Γρηγόριος ο Θεολόγος, σ. 54, Αθήναι 1953.
  55. Γρηγορίου του Θεολόγου, ΞΕ΄επιτάφιον ποίημα εις πατέρα, Migne P.G. 38,43.
  56. Χρήστου Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, σσ. 396, 401, Αθήναι 1907.
  57. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις την Γένεσιν ομιλία ΜΘ΄ 2, Migne P.G. 54, 445.
  58. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα ΙΑ΄, Περί τον εαυτού βίον, στίχ. 68-74, ΕΠΕ 10, 65.
  59. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα ΙΑ΄, ένθ’ αν., στίχ. 91, Migne P.G. 37, 1036.
  60. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα ΙΑ΄, Περί των καθ’ εαυτόν, στίχ. 442, Migne P.G. 37,1003.
  61. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος Β΄, Απολογητικός της εις τον Πόντον φυγής, ΡΓ΄, Migne P.G. 35, 501D, 504A.
  62. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα Ε΄, επιτάφιος και συντομή του αυτού βίου, ΕΠΕ 10, 429.
  63. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα Β΄, επιτάφιος και συντομή του αυτού βίου, Migne P.G. 37, 1447.
  64. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις το κατά Ματθαίον, ομιλία Γ΄ 1, Migne P.G. 59,37.
  65. Γρηγορίου του Θεολόγου, Περί των καθ’ εαυτόν, Ποίημα Α΄, στίχ. 438, Migne P.G. 37, 1002.
  66. Γρηγορίου του Θεολόγου, Εις την εν ταις νηστείαις σιωπήν, Ποίημα ΛΔ΄, στίχ. 157-158, ΕΠΕ 10, 303.
  67. Γρηγορίου του Θεολόγου, Περί των εαυτού βίον, Ποίημα ΙΑ΄ στίχ. 99, Migne P.G. 37,1036.
  68. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις την προς Εφεσίους, ομιλία ΚΑ΄ , 2, Migne P.G. 62, 151.
  69. Γρηγορίου του Θεολόγου, Εις την αδελφήν εαυτού Γοργονίαν επιτάφιος, λόγος Η΄, 5, Migne P.G. 35, 796.
  70. Γρηγορίου του Θεολόγου, Θρήνος περί των της αυτού ψυχής παθών, Ποίημα ΜΕ΄, στίχ. 205, 209-210, ΕΠΕ 10, 343, 345.
  71. Γρηγορίου του Θεολόγου, Υποθήκαι παρθένοις, Ποίημα Β΄, στίχ. 242, Migne P.G. 37, 597.
  72. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Προς πιστόν πατέρα, λόγος τρίτος, 21, Migne P.G. 47, 386.
  73. Γρηγορίου του Θεολόγου, Περί φιλοπτωχίας, λόγος ΙΔ΄, 11, Migne P.G. 35, 869 C.
  74. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εξήγησις εις τας Παροιμίας Σολομώντος, Migne P.G. 64, 697D.
  75. Μεγάλου Βασιλείου, Επιστολή 325η, Μαγνινιανώ, Migne P.G. 32, 1072 C.
  76. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΛΖ΄, Εις το ρητόν του Ευαγγελίου. «Ότε ετέλεσεν ο Ιησούς τους λόγους τούτους» και τα εξής, 14, Migne P.G. 36, 300B-C.
  77. Γρηγορίου του Θεολόγου, Κατά γυναικών καλλωπιζομένων, Ποίημα κθ΄, στίχ. 265-267, ΕΠΕ 9, 391.
  78. Γρηγορίου του Θεολόγου, Εις Καισάριον τον εαυτού αδελφόν, περιόντων έτι των γονέων επιτάφιος, Λόγος Ζ΄, 4, ΕΠΕ 6, 387.
  79. Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιστολή ΡΔ΄ Ολυμπίω, Migne P.G. 37, 204C-205A.
  80. Γρηγορίου του Θεολόγου, Εις την εν ταις νηστείαις σιωπήν, Ποίημα ΛΔ΄, στίχ. 173-4, ΕΠΕ 10, 303.
  81. Γρηγορίου του Θεολόγου, Απολογητικός…, ένθ’ αν. 116, ΕΠΕ 1, 213.
  82. Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιτάφιον Νς΄ εις πατέρα, ΕΠΕ 11, 206.
  83. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα Δ΄, άλλο εις εαυτόν, στίχ. 3-4, ΕΠΕ 10, 429.
  84. Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιτάφιον ποίημα ΞΔ΄, εις πατέρα, ΕΠΕ 11, 213.
  85. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα επιτάφιον Η΄, Εις Καισάριον, στίχ. 4, ΕΠΕ 11, 170.
  86. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος Ζ΄, ένθ’ αν., σ. 393.
  87. Γρηγορίου πρεσβυτέρου, Βίος του εν αγίοις πατρός ημών Γρηγορίου του Θεολόγου, Migne P.G. 35, 261A.
  88. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα επιτάφιον ΙΕ΄, Εις Καισάριον, ΕΠΕ 11, 175.
  89. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα Η΄, Σύγκρισις βίων, στίχ. 177-179, ΕΠΕ 9, 143.
  90. Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιστολή ΛΒ΄, Φιλαγρίω, Migne P.G. 37, 72C.
  91. Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιστολή Ξ΄, Βασιλείω Migne P.G. 37, 120B.
  92. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα επιτάφιον ΡΒ΄, των τοκέων θανόντων προσωποποιία, στίχ. 5, Migne P.G. 38,63.
  93. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα επιτάφιον ΠΑ΄, ένθ’ αν., στίχ.6, σελ. 63.
  94. Αρχιμ. Χριστοφόρου Ν. Παπουτσόπουλου, «Η Εξαήμερος δημιουργία κατά τον Μέγα Βασίλειον», σσ. 168-169, έκδοσις «Σωτήρος».
  95. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα, Εις τον εαυτόν και των τοκέων μόρον.., στίχ.2, Migne P.G. 37, 1446.
  96. Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιστολή Γ΄, Ευαγρίω, Migne P.G. 37, 24B.
  97. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα Ε΄, Νικοβούλου προς τον υιόν, στίχ. 276, Migne P.G. 37, 1541.
  98. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία 10η εις Α΄ Θεσσαλονικείς, γ΄, Migne P.G. 62, 459.
  99. Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιστολή ΛΖ΄, Σωφρονίω, Migne P.G. 37, 77B-C.
  100. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα επιτάφιον ΡΑ΄, Των τοκέων θανόντων προσωποποιία, ΕΠΕ 11, 243.
  101. Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιστολή ΞΑ΄, Αερίω και Αλυπίω, Migne P.G. 37, 121A-B.
  102. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα Α΄, Εις τον πάντων αυτών τάφον, ΕΠΕ 10, 427.
  103. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος Δ΄, Κατά Ιουλιανού βασιλέως στηλιτευτικός πρώτος, 23, ΕΠΕ 3, 44.
  104. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα Α΄, στίχος 6, Migne P.G. 37, 1446.
  105. Γρηγορίου του Θεολόγου, Ποίημα επιτάφιον ΟΔ΄, Εις την μητέρα εκ του θυσιαστηρίου προσληφθείσαν, ΕΠΕ 11, 221.
  106. Παλλαδίου, Επισκόπου Ελενουπόλεως, Διάλογος ιστορικός περί του βίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, κεφ. ε΄, Migne P.G. 47,18.
  107. Κων. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Β΄, μέρος β΄, σελ. 223, Αθήναι 1932.
  108. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία 20ή εις την προς Εφεσίους, δ΄, Migne P.G. 62, 139-140.
  109. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Λόγος εις νεωτέραν χηρεύσασαν, 2, Άπαντα των Αγίων Πατέρων, τόμ. 8, σελ. 72 κε.
  110. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Λόγος προς την αυτήν περί μονανδρίας, ένθ. Αν., 1, σ. 87-88.
  111. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί ιεροσύνης, Λόγος πρώτος, ε΄, Migne P.G. 48, 624.
  112. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία πέμπτη εις την Β΄ Θεσσαλονικείς, α΄, Migne P.G. 62, 493.
  113. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία ΞΒ΄ εις το κατά Ιωάννην, ε΄, Migne P.G. 59, 348.
  114. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί ιερωσύνης, Λόγος πρώτος, ε΄, Migne P.G. 48, 625.
  115. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία ΝΘ΄ εις το κατά Ματθαίον, ζ΄, Migne P.G. 58, 583.
  116. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία περί παίδων ανατροφής, ζ΄, Migne P.G. 51, 327.
  117. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Προς πιστόν πατέρα, Λόγος τρίτος, ιβ΄, Migne P.G. 47, 369.
  118. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία Ξς΄ εις την Γένεσιν, δ΄, Migne P.G. 54, 570.
  119. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία ΚΑ΄ Εις τους ανδριάντας, γ΄, Migne P.G. 49,217.
  120. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία ΙΓ΄ Εις το κατά Ιωάννην, δ΄, Migne P.G. 59, 90.
  121. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εγκώμιον εις τον άγιον ιερομάρτυρα Ιγνάτιον τον Θεοφόρον, δ΄, Migne P.G. 50, 591.
  122. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Περί Παίδων ανατροφής, γ΄, Migne P.G. 51, 323.
  123. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις την προς Τιμόθεον επιστολήν πρώτην, Ομιλία Θ΄, β΄, Migne P.G. 62, 546.
  124. Μιχαήλ Γαλανού, Οι βίοι των Αγίων, τεύχος ΙΑ΄, σ. 69, Αθήναι 1951.
  125. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία εις τον Ψαλμόν Θ΄, 2, Άπαντα των Αγίων Πατέρων, τόμ. 54, σ. 43.
  126. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις την Α΄ προς Τιμόθεον, Ομιλία Θ΄, β΄, Migne P.G. 62, 548.
  127. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Οζίαν, Ομιλία Δ΄, β΄, Migne P.G. 56, 123.
  128. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις την προς Εφεσίους, Ομιλία ΚΑ΄, β΄, Migne P.G. 62, 151.

Διορθώσεις-δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη

 

 

Οικονομικές κρίσεις, κοινωνικές δυσπραγίες και δημοσιονομικές δυσκολίες στο Βυζαντινό Κράτος:Εκκλησία, κράτος και αστικές γαίες Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*

Οικονομικές κρίσεις, κοινωνικές δυσπραγίες και δημοσιονομικές δυσκολίες στο Βυζαντινό Κράτος:Εκκλησία, κράτος και αστικές γαίες

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*

 «Σύνοψη οικονομικής ιστορίας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας»

Περιεχόμενα:

Τα δημοσιονομικά πλαίσια

Τα κύρια στοιχεία της κρίσεως

Η άμεση φορολογία

Η έμμεση φορολογία

Διάφορα τέλη – δικαιώματα

Η αναδιοργάνωση τους κράτους από τους Κομνηνούς

Οι σκοτεινοί χρόνοι του Βυζαντίου

Α) Τα στρατιωτικά κτήματα

Β) Τα ιδιωτικά κτήματα

1)    Τα δημοσιονομικά πλαίσια

Τα μέτρα του Διοκλητιανού και στη συνέχεια του Μεγάλου Κωνσταντίνου για τη θεραπεία της οικονομικής κρίσεως του 3ου αι., είχαν δημοσιονομικό κυρίως χαρακτήρα: πρόκειται για νομισματικές και φορολογικές ιδιαίτερα μεταρρυθμίσεις. Το περιεχόμενο και οι μηχανισμοί του φορολογικού συστήματος και οι συνέπειες τους στις δομές όλων των τομέων της οικονομίας ήταν τέτοιες, ώστε ανοίγουν μια νέα ιστορική περίοδο, κατά την οποία ο κρατικός παρεμβατισμός αποτελεί έναν από τους κυριότερους παράγοντες της οικονομικής εξέλιξης της αυτοκρατορίας.

Το φορολογικό σύστημα του Διοκλητιανού έχει χωρίς αμφιβολία τις ρίζες του στη γενική κρίση και ιδιαίτερα στη δημοσιονομική αναρχία του 3ουαι. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία τα έξοδα του κράτους αυξάνονται συνεχώς, ενώ τα έσοδα του ελαττώνονται. Πράγματι, με την ίδρυση πολλών διοικητικών περιφερειακών μονάδων (επαρχίες, διοικήσεις) και τον πολύπλοκο χαρακτήρα των υπηρεσιών της κεντρικής διοικήσεως και της αυτοκρατορικής αυλής, οι απαραίτητες στρατιές των υπάλληλων γίνονται πολυπληθέστερες. Η άμυνα της αυτοκρατορίας, που απειλείται από παντού από τις βαρβαρικές επιδρομές, επιβάλλει την τεράστια αύξηση του στρατού, στηρίζεται όλο και περισσότερο στο μισθοφορικό σύστημα (υπολογίζεται ότι ο αριθμός διπλασιάζεται σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο). Τα οχυρωματικά έργα πολλαπλασιάζονται επίσης. Η διπλωματία της αυτοκρατορίας απέναντι στους απειλητικούς γείτονες στηρίζεται συχνά στην καταβολή μεγάλων χρηματικών ποσών με τη μορφή δώρων ή περιοδικών παροχών. Αντίθετα, η γενική κρίση, με την ελάττωση του πληθυσμού, κυρίως της υπαίθρου, την πτώση της παραγωγής, τον καλπάζοντα πληθωρισμό και τον εξευτελισμό του νομίσματος, τείνει να εξαφανίσει τα έσοδα του κράτους. Σ’ αυτή την κατάσταση αποσκοπεί να αντιδράσει η δημοσιονομική πολιτική του Διοκλητιανού.

2) Τα κύρια στοιχεία της κρίσεως

Με ελάχιστες εξαιρέσεις, η περίοδος, η οποία ακολουθεί τον θάνατο του Ιουστινιανού Α΄ (565) και ως την άνοδο του Λέοντος Γ΄ (717), χαρακτηρίζεται από την πολιτική αστάθεια και ανώμαλη ταραγμένη πολιτική ζωή. Χωρίς αμφιβολία , η πολιτική κατάσταση της αυτοκρατορίας καθρεφτίζει μια έντονη κοινωνική ανισορροπία. Στη διάρκεια ενάμιση αιώνα δεκαπέντε αυτοκράτορες εναλλάσσονται στον θρόνο. Από αυτούς, μόνο οι πέντε ανεβαίνουν στον θρόνο μετά από τον φυσικό θάνατο του προηγούμενου αυτοκράτορα. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η αυτοκρατορική αλλαγή ήταν αποτέλεσμα στρατιωτικών κινημάτων. Από τους δέκα αυτοκράτορες, οι έξι εκτελέστηκαν ή δολοφονήθηκαν.

Στις πολιτικές αυτές αναστατώσεις ο ρόλος του στρατού ήταν πρωταρχικός. Αλλά δίπλα στον στρατό, η συμμετοχή του πολιτικού στοιχείου και του λαού, οργανωμένου σε δήμους στα μεγάλα αστικά κέντρα – Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Θεσσαλονίκη κλπ. – δεν ήταν ασήμαντη. Στις πολιτικές αυτές ταραχές είναι δυνατό να διακριθεί η συνεργασία πολλών και διαφορετικών αντιθέσεων, οι οποίες δίνουν στους αγώνες αυτούς πολλαπλό νόημα: η πάλη ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και στους εκπροσώπους των μεγάλων γαιοκτημόνων, οι οποίοι ήδη από την προηγούμενη περίοδο αποτελούν την κυρίαρχη τάξη της αυτοκρατορίας, οξύνεται ύστερα από το θάνατο του Ιουστινιανού. Η πολιτική ισορροπία, που είχε επιβληθεί χάρη στα δραστήρια μέτρα των αυτοκρατόρων του 5ου και 6ου αι. και ιδιαίτερα του Ιουστινιανού εναντίον των «δυνατών», διαταράσσεται. Η τάξη των γαιοκτημόνων, η οποία έχει καταλάβει τα ανώτερα πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα, επιχειρεί να πάρει στα χέρια της όλο τον έλεγχο του κράτους και της κεντρικής εξουσίας, προβάλλοντας τον έναν ή τον άλλο αξιωματούχο ως αυτοκράτορα, χρησιμοποιώντας τον στρατό και τη σύγκλητο, η οποία ξαναβρίσκει τον παλαιό της πολιτικό ρόλο. Είναι βέβαια μάταιο να αναζητηθεί στη δραστηριότητα των διαφόρων ομάδων που συμμετείχαν στους πολιτικούς αγώνες, περιεχόμενο προσδιορισμένο από λόγους καθαρά κοινωνικούς ή πολιτικούς και ακόμη λιγότερο πολιτικό και κοινωνικό πρόγραμμα. Ωστόσο, διακρίνεται με αρκετή σαφήνεια η θρησκευτική αντίθεση ανάμεσα στις μονοφυσιτικές συμπάθειες των ομάδων οι οποίες εκπροσωπούν τις περιφερειακές ανατολικές επαρχίες (Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο, Αρμενία, Ιβηρία) και στην ορθοδοξία των εκπροσώπων των κεντρικών και δυτικών μικρασιατικών και ευρωπαϊκών περιοχών. Οι θρησκευτικές αυτές αντιθέσεις οξύνονται ακόμη περισσότερο γιατί εκφράζουν, σε μεγάλο βαθμό, τις «εθνικές» αντιθέσεις των μη επαρκώς εξελληνισμένων περιφερειακών εθνοτήτων, που αντιδρούν στην ένταξη τους στην όλο και περισσότερο εξελληνισμένη αυτοκρατορία. Δε λείπουν ωστόσο και οι κοινωνικές αντιθέσεις οι οποίες διαφαίνονται σε ορισμένα στρατιωτικά κινήματα, όπως στην περίπτωση της στρατιωτικής επαναστάσεως του Φωκά εναντίον του Μαυρίκιου: τα κατώτερα, μεσαία στελέχη του στρατού υποστήριξαν τον Φωκά, αντίθετα από τους ανώτερους και ανώτατους αξιωματούχους. Κοινωνικές αντιθέσεις αξεδιάλυτα αναμεμειγμένες με τη θρησκευτική ιδεολογία προσδιορίζουν, ως ένα σημείο, τη στάση των δήμων στις πολιτικές αυτές διαμάχες. Οι δήμοι δεν έπαιρναν πολιτικές πρωτοβουλίες, αλλά η επέμβαση τους βάρυνε σε πολλές περιπτώσεις στην επιτυχία των σκοπών της μιας ή της άλλης μερίδας. Τα λαϊκά κινήματα στο Βυζαντινό κράτος δεν παίρνουν ποτέ αυτόνομο χαρακτήρα. Είναι κινήματα διαμαρτυρίας εναντίον των πιέσεων, οικονομικών και πολιτικών, και καταχρήσεων των αρχών, οι οποίες υποστηρίζουν τα συμφέροντα της μιας ή της άλλης μερίδας της άρχουσας τάξεως. Τα λαϊκά κινήματα δεν είχαν συγκεκριμένους και σταθερούς πολιτικούς και κοινωνικούς στόχους. Εμφανίζονται ως βοηθητικές δυνάμεις, υποστηρίζοντας τον έναν ή τον άλλον αυτοκράτορα με την ελπίδα κάποιας κοινωνικής δικαιοσύνης. Έτσι π.χ. μπορεί να εξηγηθεί η στάση του δήμου των Πρασίνων, που απογοητευμένοι από την πολιτική του Φωκά στρέφονται προς τον Ηράκλειο, του οποίου υποστηρίζουν ως το τέλος τις προσπάθειες για κάποια εξισορρόπηση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Η εσωτερική πολιτική και κοινωνική ανισορροπία φθάνει πολλές φορές στην πλήρη αναρχία και διευκολύνει τις επιτυχίες των εξωτερικών εχθρών, οι οποίοι επιτίθενται από παντού και συμβάλλουν με τη σειρά τους στην εσωτερική αποδιάρθρωση.

3) Η άμεση φορολογία

Αννώνα: Τα βασικά έσοδα τους κράτους στηρίζονται στους εγγείους φόρους, εφόσον η γη ήταν η πρωταρχική πηγή του πλούτου. Ο κύριος έγγειος φόρος ήταν η αννώνα που έχει την αρχή της στις έκτακτες εισφορές σε είδος, που επέβαλλε το κράτος για τις ανάγκες του και που από τον 3ο αι. γίνονται όλο και συχνότερες, ώσπου παίρνουν τη μορφή τακτικού έγγειου φόρου από το Διοκλητιανό. Η αννώνα βαραίνει τους πληθυσμούς που ζουν από την καλλιέργεια της γης και συνίσταται στην παραχώρηση στο κράτος υπό μορφή φόρου ενός μέρους εγγείων προσόδων για τη συντήρηση του στρατού, των υπαλλήλων, τον ανεφοδιασμό των πόλεων σε είδη πρώτης ανάγκης.

Άλλες αννωνικές εισφορές: Ένα είδος αννώνης είναι επίσης και η υποχρέωση εισφοράς ειδών στρατιωτικής ενδυμασίας και γενικότερα εξαρτύσεως, στην οποία υπόκεινται όλοι οι φορολογούμενοι,  ανάλογα με την περιουσία τους.

Άλλες τέτοιου είδους υποχρεωτικές και τακτικές εισφορές ήταν η υποχρέωση παροχής στο κράτος αλόγων για τις ανάγκες του στρατού, και η παροχή στρατιωτών (τιρώνων) ή ανάλογου χρηματικού ποσού για την επιστράτευση και συντήρηση τους.

Ο κεφαλικός φόρος: Παράλληλα με τους φόρους αυτούς που βαραίνουν τα περιουσιακά στοιχεία των φορολογούμενων, υπήρχε ο κεφαλικός φόρος που βαρύνει το πρόσωπο του φορολογούμενου και φαίνεται ότι επιβαλλόταν τουλάχιστον σε ορισμένες περιοχές όχι μόνο στους αγροτικούς πληθυσμούς, αλλά και στους πληθυσμούς των πόλεων. Το πρόβλημα όμως του κεφαλικού αυτού φόρου, η έκταση, τοπική και χρονική, και ο τρόπος της εφαρμογής του δεν έχουν ακόμη πλήρως διαλευκανθεί.

4) Η έμμεση φορολογία

Η έμμεση φορολογία αφορά κυρίως την κυκλοφορία αγαθών, τους φόρους επιτηδεύματος και τους φόρους κύκλου εργασιών. Ο κύριος φόρος στη μεσοβυζαντινή περίοδο είναι το «κομμέρκιον» που έχει αντικαταστήσει την παλαιά octava. Το ακριβές περιεχόμενο του «κομμερκίου» δεν φαίνεται καθαρά από τις πηγές. Οι πηγές δεν διευκρινίζουν αν πρόκειται για τελωνιακό δασμό ή φόρο επιτηδεύματος, ο όποιος βαρύνει γενικά τις εμπορικές συναλλαγές. Ωστόσο, φαίνεται ότι είναι όρος που χρησιμοποιείται και στις δυο περιπτώσεις και σημαίνει, ανάλογα με την περίπτωση, άλλοτε τον φόρο κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (τελωνίων), άλλοτε τον φόρο επιτηδεύματος επί των εμπορικών επιχειρήσεων, και, κατά τρόπο γενικό, τους δασμούς ή τα τέλη που βαρύνουν τα εμπορεύματα.

Πλάι στο «κομμέρκιον», οι πηγές αναφέρουν συχνά τη «δεκάτη». Συνήθως, ο όρος χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον φόρο επί της κυκλοφορίας των αγαθών. Δηλαδή, πρόκειται για ένα «κομμέρκιον» με την έννοια του τελωνιακού δασμού, με διατίμηση καθορισμένη στο 10% επί της αξίας των εμπορευμάτων. Συχνά, η «δεκάτη» καταβάλλεται σε είδος. Εκτός από το «κομμέρκιον» αναφέρονται επίσης τα διάφορα διαπύλια (διαβατικά), τα οποία βαρύνουν την εσωτερική κυκλοφορία προσώπων και εμπορευμάτων, καθώς και οι δασμοί που βαρύνουν τα μέσα μεταφοράς, ιδιαίτερα τα πλοία.

5) Διάφορα τέλη – δικαιώματα

Στους αμέσους και έμμεσους τακτικούς φόρους πρέπει να προστεθούν οι διάφορες «συνήθειες», δηλαδή η αμοιβή, την οποία παίρνουν οι υπάλληλοι για την διεκπεραίωση των πολιτών. Συχνά τα δικαιώματα αυτά εισπράττονται προς όφελος του κρατικού ταμείου και μπορούν να καταταχθούν στις επόμενες κατηγορίες.

  1. Οι «συνήθειες», οι οποίες δίνονται, από τους αξιωματούχους και τους τιτλούχους, στο προσωπικό των ανακτόρων, την ημέρα της ονομασίας τους
  2. Διάφορα δικαστικά δικαιώματα και τέλη, τα οποία καταβάλλονται στους δικαστές , στους δικαστικούς υπάλληλους και στους βοηθούς τους. Ο Λέων Γ΄ (717-741) και ο Βασίλειος Α΄ (867-886) κατάργησαν τα δικαιώματα των δικαστών, θεσπίζοντας τη δωρεάν απονομή δικαιοσύνης και αποδοχές για τους δικαστικούς από το δημόσιο ταμείο (σιτηρέσια). Ο Λέων ΣΤ΄ επαναφέρει τα δικαιώματα των δικαστών, τα οποία ρυθμίζονται από τις δυο νεαρές τους Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου μεταξύ του 945 και του 954.
  3. Τα δικαιώματα, τα οποία εισπράττονται από τους φορολογικούς υπαλλήλους. Το «χαρτιατικόν», στην αρχή, εισπράττεται από τους φορολογικούς υπαλλήλους, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με τη αναθεώρηση των κτηματολογίων και τις φορολογίας. Το ύψος του «χαρτιατικού» ορίζεται από τον Νικηφόρο Α΄ (802-810) σε δυο κεράτια (1/12 νομίσματος) σε κάθε νόμισμα φόρου ή 8,33 % του συνολικού φόρου. Οι εισφορά αυτή, σύμφωνα με τους διακανονισμούς του Βασιλείου Α΄ και του Κωνσταντίνου Ζ΄ του Προφυρογεννήτου  εισπράττεται από το ιδιαίτερο ταμείο του αυτοκράτορος. Έχουν ήδη αναφερθεί οι «συνήθειες» και το «ελλατικόν», που είχαν ενσωματωθεί στον βασικό φόρο, και πρέπει να προστεθούν το «κομοδρομικόν» το όποιο εισπράττεται από τους συλλογείς των φόρων των επαρχιών, το «αεροκρατικόν», το οποίο καταβάλλεται στον εισπράκτορα του «αερικού», και πιθανόν το «οικομόδιον», το «οικολόγιον», το «καπνολόγιον», το «βιολόγιον». κλπ. Εξάλλου οι τελωνιακοί υπάλληλοι εισπράττουν και αυτοί διάφορα δικαιώματα. Μεταξύ των διαφόρων ποινικών προστίμων, τα οποία παίρνουν χαρακτήρα άλλοτε τακτικής και άλλοτε έκτακτης φορολογίας, ατομικής ή συλλογικής, εξακολουθεί να αναφέρεται το «αερικόν» και προστίθενται το «φονικόν», η παρθενοφρουρία, η «εύρεση θησαυρού» που εμφανίζονται πιο συχνά στις πηγές των επόμενων αιώνων.

6) Οι σκοτεινοί χρόνοι του Βυζαντίου

H εποχή από το 610 ως τα τέλη του 9ου αιώνα για πολλά χρόνια χαρακτηριζόταν από τους βυζαντινολόγους ως «Σκοτεινοί Χρόνοι του Βυζαντίου». Αφενός, γιατί είναι μια περίοδος για την οποία απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά οι γραπτές πηγές και αφετέρου γιατί η απουσία αυτή δίνει μια εντύπωση κρίσης, παρακμής και κατάρρευσης του βυζαντινού κράτους. Η σταδιακή αποκάλυψη αρχαιολογικών μαρτυριών και η μελέτη των ελάχιστων πηγών έχουν δείξει μέχρι τώρα ότι πράγματι η περίοδος από τα μέσα του 6ου αιώνα ως τις αρχές του 7ου χαρακτηρίζεται από συνθήκες ανατροπής της κατάστασης που υπήρχε στο Βυζάντιο τους προηγούμενους αιώνες (4ο – 6ο αιώνα) και διαμόρφωσης μιας καινούργιας που ολοκληρώθηκε τον 9ο και 10ο αιώνα. Τα χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής δε δείχνουν απαραίτητα μια εποχή παρακμής, αλλά μια κρίση που κατέληξε σε διαφορετικού τύπου οργάνωση του χώρου, των πρώτων υλών, των ανθρώπων και της παραγωγής στο βυζαντινό κράτος, έτσι ώστε οι κάτοικοί του να μπορέσουν να επιβιώσουν και να ικανοποιήσουν τις νέες ανάγκες που εμφανίστηκαν.

Ο 7ος αιώνας, με την αναμφισβήτητα μεγάλη οικονομική κρίση, είχε ως κύρια  χαρακτηριστικά την αγροτοποίηση της οικονομίας, την απλοποίηση των σχέσεων παραγωγής και το μετασχηματισμό σε μεγάλο βαθμό της νομισματικής οικονομίας σε ανταλλακτική. Στη διάρκεια του 8ου αιώνα άρχισε, προς απόσβεση των μεγάλων απωλειών της αυτοκρατορίας, η διαδικασία της οικονομικής ανάκαμψης, ανάπτυξης και αναδιοργάνωσης των τομέων της οικονομίας που είχαν ατονήσει (αστική οικονομία). Ο 9ος υπήρξε αιώνας σχετικής ειρήνης και γαλήνης κατά τον οποίο συνεχίστηκε η διαδικασία οικονομικής ανάπτυξης που ολοκληρώθηκε το 10ο αιώνα, ενώ η νομισματική οικονομία επικράτησε και πάλι.

Το χρονικό διάστημα μεταξύ των μέσων περίπου του 7ου αιώνα και των μέσων του 9ου ήταν περίοδος μεγάλων εδαφικών απωλειών για το βυζαντινό κράτος, το οποίο, ωστόσο, κατάφερε σταδιακά να σταθεροποιήσει τα σύνορά του και να αναδομήσει τη διοίκησή του. Στις αρχές του 7ου αιώνα οι Πέρσες κατέλαβαν για σύντομο χρονικό διάστημα τις περιοχές της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Μια δεκαετία αργότερα, οι ‘Άραβες εμφανίστηκαν ως κυρίαρχη δύναμη στην Εγγύς Ανατολή και μέχρι τον 8ο αιώνα είχαν κατακτήσει και αποσπάσει οριστικά από το Βυζάντιο όλες τις ανατολικές και νότιες επαρχίες του, δηλαδή όλη την έκταση από τη Συρία μέχρι την Ισπανία. Οι Βυζαντινοί, ωστόσο, ως τον 9ο αιώνα είχαν κατορθώσει να διατηρήσουν τη Μικρά Ασία. Οι βόρειες περιοχές του Βυζαντίου γνώρισαν τον 7ο αιώνα την απειλή των Βουλγάρων που ζούσαν στα νότια του Δούναβη, αλλά οι Βυζαντινοί κατάφεραν να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις τους και να κρατήσουν τη Θράκη. Τέλος, το Βυζάντιο έχασε τις δυτικές του επαρχίες στην Ιταλία από την προέλαση των Λομβαρδών (που κατέλαβαν τη Ραβέννα το 751) και των Φράγκων, οι οποίοι τελικά σχημάτισαν μια νέα «δυτική αυτοκρατορία» στην Ιταλία καλύπτοντας πολιτικά τη Δυτική Χριστιανική Εκκλησία. Έτσι το Βυζάντιο κατέληξε να περιλαμβάνει τις περιοχές της Βαλκανικής χερσονήσου (Ελλάδα, Αλβανία και Θράκη) οι οποίες δεν κατοικούνταν από τους Σλάβους και αυτές της χερσονήσου της Ανατολίας (Μικράς Ασίας).

Η απώλεια της Συρίας, της Αιγύπτου και της υπόλοιπης βόρειας Αφρικής σήμαινε για το Βυζάντιο απώλεια όχι μόνο εκτεταμένων αλλά και των πλουσιότερων και σημαντικότερων οικονομικά περιοχών του. Εκεί συγκεντρώνονταν η μεγάλη ιδιοκτησία και η αγροτική παραγωγή, καθώς και μεγάλα αστικά κέντρα που είχαν έντονη και αξιόλογη οικονομική δραστηριότητα την προηγούμενη περίοδο, όπως η Αντιόχεια και η Αλεξάνδρεια. Η απώλεια αυτή σήμαινε, επίσης, την κατάργηση της ακλόνητης ως τώρα βυζαντινής ηγεμονίας και του οικονομικού ελέγχου σε όλη την έκταση της ανατολικής Μεσογείου.

O 9ος αιώνας χαρακτηρίστηκε από τη σημαντική αύξηση του πληθυσμού της αυτοκρατορίας και, συνεπώς, των εργατικών χεριών. Μια πρώτη αιτία για την αύξηση του πληθυσμού ήταν η σχετική ειρήνευση στο χώρο. ‘Άλλη αιτία στάθηκε η μετανάστευση στο χώρο του Βυζαντίου κατοίκων πρώην βυζαντινών τόπων κατακτημένων από ξένους λαούς (π.χ. Αρμένιους, Βουλγάρους και Χυρραμίτες). Μια τελευταία αιτία ήταν και ο εκβυζαντινισμός και η απορρόφηση ξένου πληθυσμού περιοχών που τέθηκαν υπό βυζαντινό έλεγχο από το Νικηφόρο Α’ και το Θεόφιλο (Σλάβοι, Λατίνοι, Ιλλυριοί και Γότθοι που ζούσαν στην Ελλάδα, τη Δαλματία, την Κριμαία και την Αλβανία). Ο μεγάλος αυτός πληθυσμός είχε πλέον άφθονο χώρο προς εξάπλωση και γη προς εκμετάλλευση, χωρίς τον κίνδυνο των τόσο συχνών, τα προηγούμενα χρόνια, επιδρομών και φυσικών καταστροφών. Αυτό έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας, η οποία ήταν ο ασφαλής και σίγουρος τρόπος για την απόκτηση νέου και σταθερού πλούτου, όπως φάνηκε και στους αιώνες που ακολούθησαν.

Η Μεσοβυζαντινή περίοδος παρουσιάζει ιδιαιτερότητες ως προς τη διανομή της γης, καθώς το γαιοκτητικό καθεστώς διέφερε από αυτό της Πρωτοβυζαντινής, αλλά και των επόμενων αιώνων. Στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου (7ο και 8ο αιώνα και ως τα μέσα του 9ου) κυριάρχησε η ιδιοκτησία και εκμετάλλευση γαιών μικρής και μεσαίας έκτασης που συνυπήρχε με τη χρήση των περιορισμένων αριθμητικά μεγάλων κτημάτων. Τα μεγάλα αυτά κτήματα άρχισαν να κυριαρχούν από τον 9ο αιώνα, γιατί εξυπηρετούσαν καλύτερα τις νέες ανάγκες και προοπτικές οργάνωσης της αγροτικής παραγωγής, και εξελίχθηκαν τους επόμενους αιώνες στο κύριο χαρακτηριστικό της αγροτικής οικονομίας.

Στον τομέα της οργάνωσης της αγροτικής παραγωγής, που ήταν και η βάση της βυζαντινής οικονομίας, φαίνεται πως τον 7ο και 8ο αιώνα επικράτησε η τάση απλοποίησης και κρατικού συγκεντρωτισμού όπως και στους άλλους τομείς της οικονομίας. Εκτός από τα αρχαιολογικά δεδομένα, πληροφορίες μας δίνει και μια από τις ελάχιστες πηγές της εποχής, ο «Γεωργικός Νόμος«. Ως προς την οργάνωση του χώρου του βυζαντινού κράτους, η πηγή αυτή υποδεικνύει ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό αυτής της εποχής την ύπαρξη χωριών, των οποίων τα γειτονικά χωράφια και λιβάδια τα μοιράζονταν ανεξάρτητοι, ελεύθεροι αγρότες. Αυτοί ήταν μικροϊδιοκτήτες – καλλιεργητές που δεν υπόκειντο στον έλεγχο κάποιου γαιοκτήμονα, δούλευαν για λογαριασμό τους, πλήρωναν φόρους απευθείας στο κράτος και μπορούσαν να εγκαταλείψουν τη γη τους ανά πάσα στιγμή. Κάποιοι αγρότες συγκέντρωναν ιδιοκτησία όχι υπερβολικά μεγάλη αλλά ούτε μικρή (μεσαία ιδιοκτησία) με την αγορά και εκμετάλλευση γης που είχε εγκαταλειφθεί από τους καλλιεργητές της.

Τον 8ο αιώνα, η διαδικασία της δημογραφικής και αγροτικής ανάκαμψης, που ολοκληρώθηκε τον επόμενο αιώνα, φαίνεται πως είχε ήδη αρχίσει να εξελίσσεται. Tο τέλος των λοιμών, σχεδόν σε όλη την αυτοκρατορία γύρω στα μέσα του αιώνα, και μια γενική βελτίωση των κλιματολογικών συνθηκών ευνόησαν την αύξηση του πληθυσμού και την εξάπλωση της αγροτικής τους δραστηριότητας στις γαίες που μέχρι τώρα ήταν εγκαταλειμμένες ή ανεπαρκώς αξιοποιημένες. Ως τα μέσα του 9ου αιώνα η εικόνα παρέμεινε η ίδια, με τους ελεύθερους μικρούς και μεσαίους ιδιοκτήτες – καλλιεργητές και τους στρατιώτες – γεωργούς να αποτελούν τον πυρήνα της αγροτικής εκμετάλλευσης της γης στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Από τα μέσα, όμως, του 9ου αιώνα η ισορροπία αυτή διαταρασσόταν ολοένα και περισσότερο ώσπου κατέληξε, το 10ο αιώνα, στην επικράτηση της μεγάλης ιδιοκτησίας (κυρίως ιδιωτικής και εκκλησιαστικής) στην κατοχή της γης.

Τα στρατιωτικά κτήματα

Στη μικρή και μεσαία ιδιοκτησία εντάσσεται και μια ειδική κατηγορία αγροτικών γαιών: τα στρατιωτικά κτήματα, οι στρατείες. Αυτά ήταν καλλιεργήσιμη γη που αναγκαζόταν να προσφέρει το κράτος στους στρατιώτες, σε εποχές έλλειψης χρημάτων, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους. Οι καλλιεργητές αυτών των γαιών είχαν στη συνέχεια υποχρέωση να προσφέρουν στρατιωτικής φύσης υπηρεσίες, κάθε φορά που το κράτος τις χρειαζόταν: είτε με προσωπική ένοπλη υπηρεσία είτε με καταβολή χρηματικού ποσού ικανού να εξοπλίσει και να συντηρήσει έναν στρατιώτη. Τα στρατιωτικά κτήματα φαίνεται ότι άρχισαν να σχηματίζονται από το τέλος του 7ου αιώνα, παρόλο που στις πηγές μαρτυρούνται μόνο το 10ο, και σχετίζονται, αν και δε συνδέονται απαραίτητα, με το θεσμό των θεμάτων.

Ο «Γεωργικός Νόμος» αναφέρει την ύπαρξη και μικρού αριθμού μισθωμένων εργατών δίπλα στους ελεύθερους γεωργούς, που αναλάμβαναν αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες, καθώς επίσης και δούλων. Αυτό υποδεικνύει πως υπήρχαν και αγρότες αρκετά πλούσιοι ώστε να μπορούν να αγοράσουν δούλους και να πληρώσουν εργάτες. O πλούτος τους προερχόταν από τη συγκέντρωση γης. Οι μεγαλοκτηματίες της εποχής ήταν ιδιώτες, η Εκκλησία και το ίδιο το κράτος.

Τα ιδιωτικά κτήματα

Στο «Γεωργικό Νόμο», αναφέρεται η ύπαρξη μεγάλης ιδιοκτησίας (δηλαδή μεγάλων εκτάσεων γης που ανήκαν σε έναν γαιοκτήμονα), αν και φαίνεται πως ήταν περιορισμένες αυτές οι περιπτώσεις σε σχέση με αυτές της μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας. Η μείωση της μεγάλης ιδιοκτησίας οφείλεται στις αλλαγές στη διοίκηση των πόλεων (κατάργηση των δημοτικών συμβουλίων και διοίκηση απευθείας από κρατικούς αξιωματούχους διορισμένους στην Πρωτεύουσα), που είχαν ως αποτέλεσμα να μετατοπιστεί το μεγάλο ενδιαφέρον από την επένδυση σε γη σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, σιγά σιγά χάθηκε η σταθερή τάξη των μεγάλων, αριστοκρατών γαιοκτημόνων των πόλεων της προηγούμενης περιόδου. Ωστόσο, η επένδυση σε γη, παρά τις επιδρομές και τους εξωτερικούς κινδύνους, αποτελούσε μια από τις ασφαλέστερες οικονομικά επενδύσεις, τουλάχιστον για μια γενιά, και έτσι μεγάλα κτήματα εξακολούθησαν να υπάρχουν. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα του γαιοκτήμονα Φιλάρετου στο θέμα Αρμενιακών στα τέλη του 8ου αιώνα, του οποίου η περιουσία ανερχόταν σε 48 μεγάλα αρδευόμενα αγροκτήματα μεγάλης αξίας και εκατό ζευγάρια βόδια, τα οποία προϋπέθεταν 15.000 ως 20.000 μοδίους γης. Τα κτήματά του φιλοξενούσαν επίσης εξακόσια βόδια, οκτακόσια ογδόντα άλογα, μελίσσια και δώδεκα χιλιάδες πρόβατα.

Εκκλησία, κράτος και αστικές γαίες

Δίπλα στα μικρά και μεγάλα ιδιωτικά κτήματα αναπτύσσονταν και μεγάλα κτήματα που ανήκαν στο κράτος και την Εκκλησία. Σε κρατική ιδιοκτησία κατέληγαν οι γαίες που εγκαταλείπονταν από μικροϊδιοκτήτες. Η Εκκλησία άρχισε να αποκτά επίσης σημαντική εκμεταλλεύσιμη γη από δωρεές ευσεβών πιστών ή του κράτους. Μια από τις σημαντικές αλλαγές σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο είναι η εξαφάνιση των αστικών γαιών, αυτών δηλαδή που ανήκαν συλλογικά στις πόλεις και αξιοποιούνταν από αυτές με σκοπό την αύξηση των εσόδων του κοινού ταμείου. Με την αλλαγή του οικονομικού και διοικητικού ρόλου των πόλεων αλλά και με τις δημογραφικές αλλαγές (συρρίκνωση του πληθυσμού), οι γαίες αυτές δεν είχαν πια μεγάλη σημασία για τα έσοδα των πόλεων. Απλούστερη και χρησιμότερη ήταν η καλλιέργειά τους από ελεύθερους μικροκαλλιεργητές. Το κτηματολόγιο της εποχής ήταν ο κώδιξ ή τα χαρτία του γενικού και περιλάμβανε αναλυτική καταγραφή των γαιών κάθε περιοχής και της φορολογικής της υποχρέωσης. ‘Aρχιζε με καταγραφή των γαιών κάθε φορολογούμενου, του χωριού του, του ονόματός του και του ποσού του φόρου που έπρεπε να πληρώσει. Στη συνέχεια, αναγράφονταν τα ιδιόστατα, δηλαδή οι γαίες που δεν ανήκαν στο χωριό, τα κλάσματα, οι χέρσες γαίες που είχαν περιέλθει στο δημόσιο, και τα ανέκδοτα, οι γαίες που καταγράφονταν για πρώτη φορά στο κτηματολόγιο. Το σύνολο των ψηφίων, δηλαδή των φορολογικών ποσών μιας περιοχής, αποτελούσε το ακρόστιχό της, δηλαδή τη φορολογική της υποχρέωση προς το κράτος. Το κτηματολόγιο αυτό ωστόσο  – ίσως λόγω της ταραγμένης ζωής και των μεταβολών στην κυριότητα της γης – δεν είχε αποφασιστικό αποδεικτικό χαρακτήρα αυτή την εποχή, σπανιότατα δηλαδή χρησιμοποιούνταν ως αποδεικτικό στοιχείο σε περιπτώσεις αντιδικίας και δεν του αποδιδόταν ιδιαίτερη σημασία.

Μετά τον 8ο αιώνα, ωστόσο, και κυρίως τον 9ο, όταν η ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας επέφερε μεγαλύτερη ευημερία, η αστική οικονομία σημείωσε μεγάλη πρόοδο, τόσο στον τομέα της βιοτεχνίας όσο και στο εμπόριο. Οι σφραγίδες των κρατικών αυτών αξιωματούχων που ήλεγχαν το εμπόριο και τη βιοτεχνία εξαφανίστηκαν από το τέλος του 8ου και τον 9ο αιώνα, πράγμα που δείχνει ότι ο κρατικός έλεγχος δεν ήταν πια απαραίτητος για τη ρύθμιση των αστικών οικονομικών δραστηριοτήτων, οι οποίες πια είχαν ξαναπάρει το δρόμο τους μέσα στη γενική ανάκαμψη της οικονομίας.

Όσον αφορά το εμπόριο οι 7ος και 8ος αιώνας χαρακτηρίζονται από την έλλειψη εκτεταμένων εμπορικών δραστηριοτήτων και την ενθάρρυνση στοιχειωδών και απλών τρόπων οικονομικής συντήρησης, όπως η αγροτική εκμετάλλευση της γης. Αιτίες γι’ αυτό στάθηκαν η οικονομική και δημογραφική κρίση και το γεγονός ότι οι εχθρικές επιδρομές και οι καταστροφές έκαναν το οδικό δίκτυο του κράτους δύσχρηστο και την επικοινωνία μεταξύ των περιοχών επισφαλή. Αυτό αποθάρρυνε τους Βυζαντινούς απ’ το να αναλαμβάνουν τη μεταφορά φθηνών προϊόντων που δεν θα απέφεραν μεγάλα κέρδη. Από τον 9ο αιώνα, η αγροτική οικονομία άρχισε να ανακάμπτει, η βιοτεχνία να αναπτύσσεται ταχέως και το βυζαντινό εμπόριο, εσωτερικό και εξωτερικό, να ανθεί.

Βιοτεχνική δραστηριότητα, αν και μειωμένη, εξακολούθησε να υπάρχει στο Βυζάντιο αυτή την εποχή, αλλά δε γνώρισε τη μεγάλη ανάπτυξη που χαρακτήρισε τους αμέσως επόμενους αιώνες. Τα βιοτεχνικά εργαστήρια αναπτύχθηκαν προς το τέλος αυτής της περιόδου και συγκεντρώθηκαν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και στις ελάχιστες μεγάλες πόλεις που επιβίωσαν. Συντεχνίες βιοτεχνών, οι οποίες επιβλέπονταν από το κράτος, παρήγαν τα χρειώδη για την αυτοκρατορική αυλή και το στρατό, υφάσματα λινά και μεταξωτά, δερμάτινα είδη, κεριά, αρώματα, σαπούνι, αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα και σμάλτο. Τα μεταλλικά εργαλεία και αντικείμενα από μόλυβδο, χαλκό και σίδηρο κατασκευάζονταν πιθανόν εκτός των συντεχνιών.

Από τις λίγες γραπτές πηγές που διαθέτουμε, αντιλαμβανόμαστε ότι κατά τον 7ο και 8ο αιώνα το εσωτερικό βυζαντινό εμπόριο ήταν περιορισμένο σε σχέση με αυτό της προηγούμενης περιόδου, εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούσαν. Τα αρχαιολογικά δεδομένα επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα: η εύρεση ελάχιστων βυζαντινών χάλκινων νομισμάτων, που χρονολογούνται μεταξύ του 640 και του τέλους του 7ου αιώνα, υποδηλώνει ότι η κοπή και κυκλοφορία τους αυτή την εποχή ήταν μειωμένη. Δεδομένου, λοιπόν, ότι τα νομίσματα αυτά χρησίμευαν περισσότερο για καθημερινές, μικρές εμπορικές συναλλαγές, η έλλειψή τους υποδεικνύει ότι το εσωτερικό εμπόριο είτε είχε σταματήσει είτε γινόταν σε μικρότερη κλίμακα και όχι με χρήματα.

7) Η αναδιοργάνωση τους κράτους από τους Κομνηνούς

Η αναδιοργάνωση τους κράτους από τους Κομνηνούς συνεχίζεται και συμπληρώνει το έργο που είχαν αρχίσει οι προηγούμενοι αυτοκράτορες και ιδιαίτερα ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος . Κεντρική γραμμή της πολιτικής των Κομνηνών ήταν η δημιουργία μιας ισχυρής συγκεντρωτικής εξουσίας. Η ουσιαστική διαφορά από την πολιτική των προκατόχων τους συνίσταται στο ότι οι Κομνηνοί, εγκαταλείποντας κάθε απόπειρα διευρύνσεως της κοινωνικής βάσεως της εξουσίας, στηρίχθηκαν αποκλειστικά στη γαιοκτητική αριστοκρατία. Πράγματι, η άνοδος των Κομνηνών στην εξουσία εκφράζει ένα είδος συμβιβασμού ανάμεσα στη στρατιωτική και στην πολιτική μερίδα της αριστοκρατίας της γης υπό την ηγεσία των στρατιωτικών.

Μια από τις χαρακτηριστικότερες μεταρρυθμίσεις του Αλεξίου Κομνηνού στην κρατική μηχανή ήταν η δημιουργία κα απονομή νέων αυλικών τίτλων. Άλλωστε, η απονομή τίτλων συνεχίζει την παράδοση της προηγούμενης εποχής αλλά σε καινούριες κοινωνικές βάσεις. Πράγματι, η παραχώρηση τίτλων κατά την προηγούμενη περίοδο κατέληξε στην πλήρη υποτίμηση τους.

Οι τίτλοι του «πατρικίου», του «πρωτοσπαθαρίου», του «σπαθαροκανδιδάτου», του «προέδρου» κλπ., που απομένουν τον 10ο αι. σε ολιγάριθμους ανώτατους λειτουργούς, τον 11ο αι. παραχωρούνται πλέον ή πωλούνται στο μεγάλο πλήθος. Έτσι έχασαν την αξία τους και εξαφανίζονται στον 11ο/12ο αι. Πρόθεση του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού ήταν η δημιουργία ισχυρής δυναστείας. Δημιούργησε νέους ανώτατους τίτλους, που παραχώρησε στα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας, τα οποία και τοποθέτησε στις ανώτατες θέσεις της κρατικής μηχανής. Για τον αδελφό του Ισαάκιο δημιούργησε το νέο τίτλο του «σεβαστοκράτορος», που παίρνει στην ιεραρχία των τίτλων την πρώτη θέση υποσκελίζοντας τον τίτλο του «καίσαρος». Έτσι μπορεί να δώσει τον τίτλο αυτό στον Νικηφόρο Μελισσηνό, ο όποιος τον είχε βοηθήσει στην κατάληψη της αρχής. Νέοι τίτλοι επίσης δημιουργούνται με βάση τα επίθετα που απονέμονταν άλλοτε στους αυτοκράτορες ή στους νεώτερους βλαστούς της αυτοκρατορικής οικογένειας, όπως: «σεβαστός», «πρωτοσέβαστος», «πανυπερσέβαστος», «σεβαστουπέρτατος», «πανσεβασοϋπερτατος», «πρωτοπανσεβαστοϋπέρτατος», «εντιμοϋπέρτατος», «πρωτοπανεντιμοϋπέρτατος»,  «νοβελίσσιμος»,  «πρωτονοβελίσσιμος».

Βιβλιογραφία:

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. Ζ’

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. Η’

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. Θ’

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων

 

Κείμενο μαθήτριας Β’ τάξης του  5ου Λυκείου Τρικάλων  «Περιγραφή και συμβολική/φιλοσοφική ανάλυση του πίνακα του Σάντρο Μποτιτσέλι: Η αλληγορία της Άνοιξης», στο πλαίσιο του μαθήματος της Φιλοσοφίας, με υπεύθυνη-διδάσκουσα καθηγήτρια την κ. Ηλιάδη Αμαλία, φιλόλογο-ιστορικό, Διευθύντρια του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

Κείμενο μαθήτριας Β’ τάξης του  5ου Λυκείου Τρικάλων  «Περιγραφή και συμβολική/φιλοσοφική ανάλυση του πίνακα του Σάντρο Μποτιτσέλι: Η αλληγορία της Άνοιξης», στο πλαίσιο του μαθήματος της Φιλοσοφίας, με υπεύθυνη-διδάσκουσα καθηγήτρια την κ. Ηλιάδη Αμαλία, φιλόλογο-ιστορικό, Διευθύντρια του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

Ο παραπάνω πίνακας είναι έργο του ζωγράφου Σάντρο Μποττιτσέλι και ονομάζεται «Η Αλληγορία της Άνοιξης», «Η Άνοιξη» ή «Primavera». Είναι ένα έργο τέμπερας ζωγραφισμένο σε σανίδι, μεγάλων διαστάσεων (3,14 x 2,03μ.),χρονολογείται το 1473-1478  και σήμερα εκτίθεται στην πικακοθήκη Ουφίτσι στη Φλωρεντία.
Ο Άλεσσάντρο ντι Μαριάνο Φιλιπέτι, περισσότερο γνωστός ως Σάντρο Μποττιτσέλι, ήταν Ιταλός, ανήκει στους ζωγράφους της Αναγέννησης και αποτέλεσε έναν από τους πιο γνωστούς και επιτυχημένους καλλιτέχνες της εποχής του. Γεννήθηκε το 1445 (ως έτος γεννήσεως αναφέρεται ακόμα το 1444) στη Φλωρεντία. Σε νεαρή ηλικία άρχισε να εξασκεί το επάγγελμα του χρυσοτέχνη, αλλά σε ηλικία περίπου δεκαοκτώ ετών αποφάσισε να το εγκαταλείψει και να ασχοληθεί με τη ζωγραφική. Μαθήτευσε στο πλευρό του Φρα Φιλλίππο Λίππι, ενός από τους διασημότερους ζωγράφους της Φλωρεντίας, ο οποίος συνεργαζόταν με ισχυρές οικογένειες της πόλης, όπως των Μεδίκων.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, επέστρεψε στη γενέτειρά του και απέκτησε το δικό του εργαστήριο. Την ίδια περίοδο, δέχθηκε την επιρροή του Αντρέα ντελ Βερρόκιο, δασκάλου του Λεονάρντο ντα Βίντσι. Δύο χρόνια αργότερα από την πρώτη του παραγγελία γίνεται μέλος της συντεχνίας του Αγίου Λουκά. Το 1474 ταξίδεψε στην Πίζα, όπου δημιούργησε πολλά έργα και ήρθε σε στενή επαφή με την οικογένεια των Μεδίκων. Επέστρεψε στη Φλωρεντία την άνοιξη του 1482 και τα επόμενα χρόνια ολοκλήρωσε αρκετά αλληγορικά έργα, με θέματα δανεισμένα από τη μυθολογία, χωρίς να εγκαταλείψει τις θρησκευτικές συνθέσεις. Σε αυτή την περίοδο ανήκει και ένα από τα σημαντικότερα έργα του, η «Αλληγορία της Άνοιξης», πίνακας που συμβολίζει τον ερχομό της ομώνυμης εποχής, αποτελεί ένα από τα πιο δυσερμήνευτα έργα του Μποττιτσέλι και θεωρείται ότι πρόκειται για παραγγελία στον καλλιτέχνη του Λορέντσο ντι Πιερφραντσέσκο των Μεδίκων. Το θέμα του πίνακα, λέγεται, ότι το εμπνεύστηκε από την περιγραφή της άνοιξης από το βιβλίο του Ρωμαίου
ποιητή Οβίδιου «Ημερολόγιο», από τους στίχους του Angelo Ambrogini ποιητή και φίλου του. Πιστεύεται ακόμη, ότι αρχικά ο πίνακας δεν είχε όνομα και όταν ο ιστορικός τέχνης Τζόρτζο Βαζάρι τον είδε, του έδωσε το όνομα «La Primavera», ενώ τα δέντρα και τα άνθη που εμφανίζονται έχουν αναγνωρισθεί από βοτανολόγους.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα του πίνακα είναι η ανάγνωσή του από τα δεξιά προς τα αριστερά, το οποίο επιβεβαιώνεται από την τοποθέτηση των μορφών. Έτσι, η πρώτη μορφή που εμφανίζεται είναι ο Ζέφυρος, ο ανοιξιάτικος άνεμος που φυσά αναγκάζοντας τα δέντρα να λυγίζουν και προσπαθώντας να αγκαλιάσει την Χλωρίδα που έχει ερωτευτεί. Από το στόμα της Χλωρίδας βγαίνουν ανθισμένοι βλαστοί και σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία είναι η θεά της βλάστησης. Δίπλα από την Χλωρίδα βρίσκεται η Φλώρα, δηλαδή η Χλωρίδα μεταμορφωμένη, η οποία είναι ρωμαϊκή θεότητα των δημητριακών. Όλες οι γυναικείες θεότητες είναι έγκυες. Ωστόσο, η Φλώρα έχει ανθίσει, επειδή ενώθηκε με τον άνεμο. Στο κέντρο του πίνακα και μπροστά από το ιερό της φυτό, τη μυρτιά, βρίσκεται η Αφροδίτη και χαιρετάει ή δείχνει τις τρεις Χάριτες που χορεύουν δίπλα της φορώντας πέπλα. Από πάνω της βρίσκεται ο Έρωτας με δεμένα τα μάτια του και σημαδεύει τις τρεις φιγούρες με τα πύρινα βέλη του. Τις τρεις Χάριτες τις αποτελούν η Αγλαία, η Ευφροσύνη και
η Θάλεια, οι οποίες συμβολίζουν τη χάρη, την ομορφιά και την ανεμελιά. Στο τέλος του πίνακα απεικονίζεται ο Ερμής διασκορπίζοντας τα σύννεφα με το κηρύκειό του. Οι θεότητες βρίσκονται σε έναν σκιερό κήπο πλούσιο σε καρποφόρα δέντρα, πιθανώς εσπεριδοειδή, θάμνους και άνθοι.
Η εικόνα παραπέμπει στην ερχομό της άνοιξης. Η προσπάθεια του Ζέφυρου να αγκαλιάσει την Χλωρίδα και η μεταμόρφωσή της εκφράζει την αναγέννηση της φύσης, ενώ ο συγγραφέας απεικονίζει την Αφροδίτη, τον Έρωτα και τις τρεις Χάριτες για να δηλώσει τον έρωτα και τον Ερμή που απομακρύνει τα σύννεφα για να δείξει την καλυτέρευση του καιρού και την μετατροπή των ημερών από κρύες και συννεφιασμένες μέρες σε ηλιόλουστες.
Μία διαφορετική ερμηνεία είναι η απεικόνιση των τριών μηνών της άνοιξης. Ο Μάρτιος, που είναι ο μήνας της άνθισης και των ανέμων, αποδίδεται με την απεικόνιση του Ζέφυρου, της Χλωρίδας και της Φλώρας, ο Απρίλιος, που είναι ο μήνας του έρωτα, αποδίδεται με την απεικόνιση της Αφροδίτης, των τριών Χαρίτων και του θεού έρωτα. Τέλος, ο Ερμής συμβολίζει τον Μάιο, επειδή προέρχεται από το Μαία, δηλαδή το όνομα της μητέρας του. Επίσης, τον κόσμο του πίνακα μπορούμε να τον ονομάσουμε ως «Το Βασίλειο της Αφροδίτης», καθώς όλες οι θεότητες συνδέονται με κάποιο τρόπο με τη Άνοιξη και η Αφροδίτη θεωρείται η θεά της. Επιπλέον, αν λάβουμε υπόψη μας την εποχή που δημιουργήθηκε ο πίνακας, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι αλληγορεί την χρυσή εποχή της Φλωρεντίας, όπου σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξή της διαδραμάτισε η οικογένεια των Μεδίκων, ενώ μπορούμε να δούμε μία χριστιανική προσέγγιση με τις τρεις Χάριτες να εκφράζουν την Πίστη, την Ελπίδα και την Αγάπη.
Τα συναισθήματα που μου προκαλούνται από την εικόνα είναι όμοια με εκείνα που δημιουργούνται στον καθένα μας όταν πλησιάζει ο ερχομός της Άνοιξης, δηλαδή ενθουσιασμός, ανυπομονησία και εσωτερική γαλήνη, καθώς τα έντονα χρώματα, η προσοχή στη λεπτομέρεια και τα ανθισμένα άνθη μας δίνουν μία πιστή απεικόνισή της. Παράλληλα, ζωντανεύουν την εικόνα και δίνουν την αίσθηση ότι είσαι και εσύ είσαι μέρος του πίνακα, ενώ μπορούν να σε ταξιδέψουν στην αρχαιότητα που είναι η εποχή από την οποία επηρεάστηκε και αναφέρεται, αφού το θέμα του υποδηλώνει τη στροφή της τέχνης στον αρχαίο κόσμο στο τέλος του Κουατροτσέντο.

«Ο έρωτας στην εφηβεία: το αέναο της υπάρξεως»Αμαλία Κ. Ηλιάδη (ΠΕ02-Φιλόλογος-Ιστορικός/Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων)

«Ο έρωτας στην εφηβεία: το αέναο της υπάρξεως»

«Ο έρωτας στην εφηβεία: το αέναο της υπάρξεως»

(το «χρονικό της εφηβείας» ή «μαθητείας»: καθ’ οδόν προς την ενηλικίωση, με έμφαση στην ποιητική του εφηβικού έρωτα και στη χειραφέτηση του εφήβου (συγκρότηση ταυτότητας/αυτοσυνειδησίας)
Αμαλία Κ. Ηλιάδη (ΠΕ02-Φιλόλογος-Ιστορικός/Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

«Είπανε ψέματα πως η αγάπη κάστρα καταλύει και σίδερα λυγίζει. Η αγάπη μόνο εύπλαστη ύλη, μαλακή μπορεί να συγκινήσει.… Όλα κάποτε κουράζουν, φθίνει το αρχικό τους νόημα, ξεθωριάζει η «εικόνα» τους σαν παλιά ζωγραφιά, σαν πολυκαιρισμένα, κιτρινισμένα φύλλα βιβλίου. Όλα κάποτε,… εκτός απ’ την αγάπη».
Αμαλία Κ. Ηλιάδη
Ο ερωτευμένος έφηβος ενθουσιάζεται,  παθιάζεται, εξέρχεται του εαυτού του. Νιώθει μια τεράστια ψυχική ευφορία και αναζητά όλο και περισσότερο χρόνο με τον/τη σύντροφό του/της.
Η χρονική αυτή φάση είναι εξαιρετικά ουσιαστική για τον ίδιο που τη βιώνει. Άλλωστε, στην έναρξη της ερωτικής του ζωής μπορούμε να δούμε  αρκετά στοιχεία της προσωπικότητάς του, όπως αυτή έχει δομηθεί , εκτός των άλλων επιδράσεων, και από τα αδιαμεσολάβητα-ανεπεξέργαστα πρότυπα με τα οποία μεγάλωσε.
Ο έφηβος δεν είναι πλέον παιδί. Ελκύει και ελκύεται και θέλει να «δοκιμάσει» την εγγύτητά του προς το αντικείμενο του πόθου του. Παρόλα αυτά, και αναγνωρίζοντας την πληροφόρηση που ο έφηβος ήδη έχει από τους συνομηλίκους, την τηλεόραση  και το διαδίκτυο, δε θα πρέπει να αμελήσουμε να του μεταδώσουμε ποιοτικές  πληροφορίες.
Δε θα πρέπει να ξεχνάμε ωστόσο, ως Δημόσιο Σχολείο και ως εκπαιδευτικοί του εφήβου, πως θα πρέπει να καταστήσουμε σαφές πως η ερωτική πράξη δεν είναι ούτε προϊόν μιμητισμού: «το έχουν κάνει όλοι», αλλά ούτε και πίεσης: «ή το κάνουμε ή χωρίζουμε».
Ο έρωτας είναι υπέροχος όταν μοιράζεται και βιώνεται εξίσου και από τους δύο και ταυτόχρονα συντελείται υπό την σκέπη ευγενών συναισθημάτων. Ο ίδιος, όμως,  κρύβει και μια απομυθοποίηση και, ενίοτε, βαθιά απογοήτευση. Ο κόσμος του εφήβου καταρρέει και ο ερωτευμένος έφηβος βυθίζεται στη θλίψη του, αποσύρεται και απομονώνεται: του επιτρέπουμε να το ζήσει. Του δίνουμε το χώρο και τον χρόνο που χρειάζεται. Δεν ξεχνάμε ποτέ πως ο νέος άνθρωπος εισάγεται σταδιακά στον κόσμο των ενηλίκων, στο δικό μας κόσμο που μπορεί να είναι την ίδια στιγμή γοητευτικός και σκληρός, παράλογος και συναρπαστικός…
Δυστυχώς, η κοινωνία μας διακρίνεται από μία αντιφατική στάση έναντι του έρωτα. Από την μία τον θεοποιεί και τον προβάλλει ως δικαίωμα του ανθρώπου και από την άλλη τον υποβαθμίζει, τον περιορίζει μόνο στο σαρκικό επίπεδο, τονίζει μονομερώς την επιθυμία ως συστατικό του στοιχείο και δεν διδάσκει την αγάπη ως κυρίαρχο συστατικό και τελικό στόχο του έρωτα.
Αυτή η ιδεολογική αντίφαση έναντι του έρωτα πηγάζει, ίσως, από καταπιεσμένες ψυχολογικές καταστάσεις, αλλά και από το γεγονός ότι σήμερα έχουμε θεοποιήσει όχι την έννοια της ελευθερίας, κάτι που θα ήταν κατανοητό, αλλά την έννοια του «δικαιώματος», κάτι που αφήνει στο περιθώριο οποιαδήποτε οριοθέτηση. Γιατί, τελικά, το πρόβλημα δεν είναι αν  πρέπει να θέλουμε, να επιδιώκουμε τον έρωτα στην εφηβική ηλικία, αλλά ποιό είναι το περιεχόμενο που του δίνουμε σε αυτή την κρίσιμη ηλιακή φάση. Γιατί σήμερα καταργήσαμε μεν την υποκρισία παλαιοτέρων εποχών, αλλά  θριαμβεύει πλέον η ασυδοσία.
Η εποχή μας αποϊεροποίησε τον κόσμο και την ζωή. Αναμφισβήτητα, είναι εύλογη η δυσαρέσκεια για την ηθικιστική λειτουργία, στο παρελθόν και στο παρόν, θεσμών, όπως η  Εκκλησία, η οικογένεια, η δικαιοσύνη, ακόμη και η εκπαίδευση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αυτοί οι θεσμοί δεν πρέπει να θεωρούνται ιεροί για τον άνθρωπο και τον κόσμο.  Και «ιερός» δεν σημαίνει μαγικός ή ανεξέλεγκτος.  Ιερός σημαίνει άξιος σεβασμού.
Ο σεβασμός δεν επιβάλλεται από τον νόμο. Διδάσκεται με το παράδειγμα των προηγούμενων γενεών. Είναι κανόνας της παράδοσης. Είναι κανόνας της ταυτότητας ενός λαού, της ιστορίας και του πολιτισμού του. Άλλωστε, πολιτισμός χωρίς ιερότητα είναι πολιτισμός καταδικασμένος στην ισοπέδωση και την εξαφάνιση.
Ιερότητα πάλι δεν σημαίνει άρνηση της αλήθειας και  απουσία κριτικής. Γιατί τα πρόσωπα δεν ταυτίζονται με τους θεσμούς. Τα λάθη τους, οι αποτυχίες τους είναι αναγκαίο να κρίνονται και να αντιμετωπίζονται κάτω από το άπλετο φως της αντικειμενικής, κατά το μάλλον ή ήττον, κριτικής προσέγγισης.
Στα ασύδοτα δικαιώματα που κραδαίνονται ως άλλη «δαμόκλειος σπάθη» για την ουσιαστική δημοκρατία,  έρχεται να συμβάλει η απόλυτη κυριαρχία των ολίγων που έχουν στα χέρια τους τα ΜΜΕ, την διαχείριση του «μεγάλου κεφαλαίου», – δημοσίου και ιδιωτικού χρήματος,  και επομένως την δυνατότητα να συνασπίζουν κοντά τους ανθρώπους που κρίνουν με βάση μόνο το συμφέρον τους. Γι’ αυτό και στην σύγχρονη δημοκρατία η συζήτηση περί ηθικής είναι εντελώς υποκριτική. Με τον τρόπο αυτό, όμως, η κοινωνία μας  δεν πορεύεται βάσει αρχών και αξιών, αλλά βάσει των ανθρώπινων ιδιοτελειών.
Όλα είναι δικαίωμα του καθενός, αρκεί να μη σε συλλάβουν να προκαλείς το κοινό αίσθημα, το οποίο κι αυτό διαμορφώνεται. Κι εδώ ισχύει ένας βαθυστόχαστος καβαφικός στίχος: « Αν ήμουν ακαλαίσθητος κι αν μυστικά το είχα προστάξει, θα έβγαζαν πρώτο οι κόλακες και το κουτσό μου αμάξι» («Εύνοια του  Αλεξάνδρου Βάλα»).  Επομένως, η συζήτηση δεν γίνεται για την ουσία της ηθικής, δηλαδή για το αν υπάρχει καλό ή κακό, σωστό ή λάθος, συνείδηση ή όχι, αλλά για την επιφάνειά της.  Η δημοκρατία μας στηρίζεται στο «φαίνεσθαι» και όχι στο «είναι».
Άρα, και η συζήτηση περί του έρωτα μένει αναγκαστικά στο επίπεδο του «φαίνεσθαι». Γιατί καταργώντας τα όρια ή συμπνίγοντάς τα, ουσιαστικά, μέχρι το τέλος της παιδικής ηλικίας, στην ουσία οδηγούμαστε προς τα εκεί. Στην καταπιεσμένη πραγματικότητα που μεγαλώναμε οι παλιότερες γενιές, η κινδυνολογία για τον έρωτα διέσωζε κάποιον σεβασμό στην ιερότητά του.  Εμείς καλούμασταν να επιλέξουμε αν θα εκδηλώναμε τον έρωτά μας ή όχι, και, κυρίως, μας αφηνόταν ένα περιθώριο να λειτουργήσουν τα συναισθήματά μας, τα καρδιοχτύπια μας, ποθούσαμε, αλλά και περιμέναμε ταυτόχρονα. Είχαμε γνώση των συνεπειών των επιλογών μας και λειτουργούσε το αίσθημα,  η ανάγκη της περίσκεψης.
Σήμερα,  ενώ οι έφηβοι λειτουργούν χωρίς ιδιαίτερες πιέσεις στο θέμα του έρωτα, δεν έχουν πολλά περιθώρια ελευθερίας.  Ό,τι σου δίνεται ως δικαίωμα, αναρωτιέσαι εύλογα γιατί να μην το εξασκήσεις.
Κατ’ αρχάς θεωρώ πως είναι πολύ σπουδαίο να ενημερώνουμε τους εφήβους μαθητές/τριές μας σχετικά με τις διαφυλικές σχέσεις. Με απλότητα, σοβαρότητα και ειλικρίνεια οφείλουμε να τους τονίζουμε ότι το σώμα τους, όπως, άλλωστε, το πνεύμα και η ψυχή τους, είναι συστατικό στοιχείο της ύπαρξής τους. Ότι τους δόθηκε για να αγαπούνε τον συνάνθρωπο μέσα από την σκέψη, την καρδιά τους, τις αισθήσεις τους. Να επιμείνουμε στην αγάπη.
O έρωτας, φυσικά, είναι η βάση της αγάπης, αλλά χωρίς αυτήν δεν έχει ουσιαστικό νόημα. Να τονίσουμε ότι η θεοποίηση της επιθυμίας για τον άλλο και η δυνατότητα ικανοποίησής της, δεν αφήνουν περιθώριο στα συναισθήματα να ωριμάσουν. Ας παροτρύνουμε τους εφήβους να δούνε κι άλλες πτυχές του ανθρώπου ο οποίος τους ενδιαφέρει: αν νοιάζεται για πρόσωπα και πράγματα, αν έχει ενδιαφέροντα στην ζωή του, αν καλύπτει αυτό που θέλουν κι επιζητούν, αν έχει την ωριμότητα να κουβεντιάσει μαζί τους, να χαρεί την παρέα τους, να τους σεβαστεί. Το ίδιο, βέβαια, πρέπει να ισχύει από την δική τους πλευρά για να υπάρχει η απαραίτητη αμοιβαιότητα.
Ένα άλλο σημείο στο οποίο πρέπει να επιμείνουμε είναι το ότι έρωτας χωρίς ευθύνη δεν μπορεί να νοηθεί.  Η ουσιαστική ευθύνη  βρίσκεται μόνο στην δυνατότητα  να του προσφέρεις τον εαυτό σου. Το ίδιο χρειάζεται να συμβεί και από την δική του πλευρά. Ζω για τον άλλο σημαίνει ότι έχω την ανεξαρτησία να το κάνω, από τα μικρά και καθημερινά πρακτικά πράγματα, όπως είναι η δυνατότητα να του παρέχω τροφή, ενδυμασία, κατοικία, μέχρι τα πιο σπουδαία, να τον καλύψω συναισθηματικά, να τον ανεχτώ  στις αδυναμίες του, να του προσφέρω ασφάλεια.
Αν δεν υπάρχει αμοιβαιότητα σ’ αυτά, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για έρωτα πραγματικό και ολοκληρωμένο.
Η έννοια του χρόνου και της ωριμότητας είναι εξίσου σπουδαία. 0 έφηβος χρειάζεται να καταλάβει ότι η ζωή είναι μπροστά του, ότι δεν θα πάθει τίποτε αν «περιμένει» προτού συνάψει σχέση. Να κατανοήσει ότι υπάρχουν σπουδαιότεροι  στόχοι να επιτύχει στην εποχή της εφηβείας, που είναι η καταβολή κόπου, πράγμα το οποίο απαιτεί συγκέντρωση δυνάμεων και αφιέρωση, προκειμένου να βρει ο έφηβος την ταυτότητά του, να προχωρήσει-προοδεύσει στο σχολείο, να κάνει κάτι για τον εαυτό του που θα τον βοηθήσει να βρει νόημα στην ζωή του.
Η αλλαγή, η μεταμόρφωση, η  εξέλιξη των ανθρωπίνων υπάρξεων στο πέρασμα του χρόνου είναι το σημαντικότερο, τραγικότερο και, γι΄αυτό, συγκινητικότερο φαινόμενο  της επίγειας ζωής μας. Όλοι μας χαράζουμε  πορείες ζωής θέτοντας  σημάδια στον τόπο και στο χρόνο, που συντελούν στη δημιουργία πολλών, εναλλακτικών δρόμων και παράδρομων, αφού στα μονοπάτια και στις λεωφόρους της ζωής συντελούνται οι πράξεις , συστήνονται  τα γεγονότα που καθορίζουν την ύπαρξή μας.
Το  γοητευτικό στοιχείο της υπόθεσης είναι η ανάμνηση των στιγμών που σημαδεύουν τους δρόμους της ζωής μας.  Ο νους μας συχνά επιστρέφει μέσω μιας πηγαίας,  ενδότερης δύναμης στη μνήμη του παρελθόντος.
Εκεί εντοπίζεται η ιδιαιτερότητα του ανθρώπου. Ο γυρισμός στην παιδική, εφηβική, νεανική ηλικία, η δυνατότητα, δηλαδή,  που έχει ο άνθρωπος να ταξιδεύει νοερά στο χρόνο και η συνειδητοποίηση της διαφοράς μας σε σχέση με το  «τότε» – είτε εξωτερικής, είτε εσωτερικής – μοιάζει με κάποιου είδους υπερφυσική προοπτική, μια αέναη παράταση της ύπαρξής μας στο υπερπέραν, μια γνήσια κατοχή κάποιας «υπερδύναμης».
Οι ποικίλες, πολλές φορές, αντίθετες απόψεις των εφήβων για τον έρωτα, για ζητήματα τα οποία είναι  «λυμένα» δια παντός πλέον, για τον ενήλικο νου, φαίνονται τόσο… απαραίτητες, τόσο ζωτικής σημασίας για την εξέλιξη του ψυχισμού τους, για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους.
Είναι συγκριτικό πλεονέκτημα για τον άνθρωπο η δυνατότητα αναγνώρισης του εφηβικού του παρελθόντος και η αναβίωση  συναισθημάτων που προκαλούνται με την επαναφορά των αναμνήσεων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, έτσι, παρουσιάζει, για τη νόηση και την αυτοσυνειδησία μας  το κυκλικό σχήμα, που είναι σαν να γεφυρώνει το «χάσμα των γενεών», αποκαλύπτοντας την αλυσίδα της αλληλεπίδρασης, η οποία συνδέει άρρηκτα τις γενιές: οι νέοι γίνονται μεγάλοι και οι μεγάλοι κάποτε υπήρξαν παιδιά.
Η αλήθεια είναι πως κάθε φορά το παλιό, εφηβικό μας δωμάτιο φαντάζει  πιο μακρινό, πιο ομιχλώδες σε σχέση με το σημερινό μας. Βέβαια, σε σύγκριση με το παρόν, η ζωή, ενδεχομένως, είχε κρατήσει,  τότε, το ευτυχισμένο της «πρόσωπο». Η κατανόηση του τωρινού επιβεβαιώνει θεωρητικά πως η ροή της ζωής είναι μία αναλογία της εσώτερης  ανάπτυξης του ανθρώπου και της εξέλιξης των εποχών.
Η αλλαγή των εποχών σηματοδοτεί την αέναη ροή της ζωής. Η διαδικασία διαμόρφωσης του  ανθρώπου, δηλαδή της «τελειότερης» μορφής του καθενός μας, έχει ως υπόβαθρό της  την συνεχή προσπάθεια.

Σχολικό Έτος 2018-2019 Υπεύθυνη-διδάσκουσα καθηγήτρια: Ηλιάδη Αμαλία, φιλόλογος-ιστορικός (ΠΕ02), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων «Φιλοσοφία και Τέχνη: Περιγραφή, ανάλυση και φιλοσοφική ερμηνεία εικαστικού έργου τέχνης» (Κείμενα μαθητών/τριών-εκπαιδευτικό υλικό που προέκυψε από τη διδασκαλία του μαθήματος της Φιλοσοφίας)

5ο Γενικό Λύκειο Τρικάλων

Ταχυδρομική διεύθυνση

Καλαμπάκας & Σταυροπούλου. Τρίκαλα, Τ.Κ. 42100

Τηλέφωνο:  2431033780 ΦΑΞ :   2431071559 E-MAIL:  mail@5lyk-trikal.tri.sch.gr Site: http://5lyk-trikal.tri.sch.gr/

https://blogs.sch.gr/5lyktrik

Σχολικό Έτος 2018-2019

Υπεύθυνη-διδάσκουσα καθηγήτρια:

Ηλιάδη Αμαλία, φιλόλογος-ιστορικός (ΠΕ02), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

«Φιλοσοφία και Τέχνη: Περιγραφή, ανάλυση και φιλοσοφική ερμηνεία εικαστικού έργου τέχνης»

(Κείμενα μαθητών/τριών-εκπαιδευτικό υλικό που προέκυψε από τη διδασκαλία του μαθήματος της Φιλοσοφίας)

Το βιβλίο της Φιλοσοφίας της Β΄Λυκείου (Αρχές Φιλοσοφίας, Υπουργείο Παιδείας & Θρησκευμάτων, Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και εκδόσεων «Διόφαντος»,συγγραφείς: Στέλιος Βιρβιδάκης, Βασίλης Καρασμάνης, Χαρινέλα Τουρνά, έκδοση του 2015) είναι, κατά την εκτίμησή μου, φλύαρο, γενικόλογο, γεμάτο ανούσιες- πολλές φορές- λεπτομέρειες, επεξηγήσεις που πλατειάζουν χωρίς να προσφέρουν σαφείς διευκρινήσεις, αλλά επίσης έχει υπέροχα παραθέματα, εύστοχη επιλογή εικαστικού υλικού, ζωγραφικών πινάκων, εικόνων κ.τ.λ. και πολύ ενδιαφέρουσα βιβλιογραφία.  Κράτησα λοιπόν για μένα τη βιβλιογραφία, για τους μαθητές/τριές μου προόρισα τα παραθέματα και τους πίνακες, και προσάρμοσα τη διδακτέα ύλη, έτσι ώστε  να ενδιαφέρονται για το μάθημα, να εκφράζονται με ζωντάνια και αμεσότητα σε αυτό και να νιώθουν ελεύθεροι να διατυπώσουν τις ιδέες τους για φιλοσοφικά προβλήματα και υπαρξιακές αναζητήσεις ή να εκφράζουν, χωρίς φόβο, εφηβικές αναρωτήσεις. Αυτό το έχουν δηλώσει αρκετές φορές, με λόγια και με πράξεις.

Κάνοντας έναν απολογισμό της διδασκαλίας μου, εξέφρασα στους μαθητές/τριές μου το «παράπονο» και τη βεβαιότητα πως, ενδεχομένως, δεν θα θυμούνται, αργότερα στο πέρασμα του χρόνου, στοιχειώδη δεδομένα, όπως τη διαίρεση της φιλοσοφίας σε κλάδους, και τους ρώτησα στη συνέχεια να μου πουν τι νιώθουν για τη φιλοσοφία ως μάθημα. Οι προφορικές και γραπτές απαντήσεις τους στο κεντρικό μου ζητούμενο που ήταν η αυθόρμητη κατάθεση απόψεων, εντυπώσεων και προσδοκιών εκ μέρους τους, για το μάθημα της Φιλοσοφίας, με ικανοποίησαν και επιβεβαίωσαν την βασική μου θεωρητική θέση: ότι σκοπός του μαθήματος είναι η φιλοσοφική και ιστορικο-φιλοσοφική κατανόηση του ζητήματος της διδασκαλίας της φιλοσοφίας, και όχι κατ’ αρχήν η πρόταση μιας ειδικής διδακτικής της φιλοσοφίας.

Στην προοπτική αυτή, συζήτησα με τους μαθητές/τριές μου το ερώτημα αν είναι διδακτή η φιλοσοφία, με αναφορά στην προβληματική που ανέπτυξαν ορισμένοι φιλόσοφοι και ορισμένες παραδόσεις. Έγινε ιστορική επισκόπηση της διδασκαλίας της φιλοσοφίας (το πότε, από ποιους και με ποιον σκοπό και μέθοδο έχει διδαχθεί), επισκόπηση που προϋποθέτει –και προχωρεί παράλληλα με– την ίδια την ιστορία της φιλοσοφίας. Στη συνέχεια προτάθηκαν και παρουσιάστηκαν τρόποι διδασκαλίας της φιλοσοφίας (θεματοκεντρικοί και κειμενοκεντρικοί). Με τον τρόπο αυτό δείχθηκε ότι η διδασκαλία της φιλοσοφίας είναι  και μπορεί να γίνει ένα φιλοσοφικό «πρόβλημα».

Στις μέρες μας πολλοί συνεχίζουν να επιχειρηματολογούν (ή πιστεύουν ότι δεν χρειάζεται καν να επιχειρηματολογήσουν) υπέρ του σημαντικού (ή και του θεμελιώδους) ρόλου της φιλοσοφίας στη Μέση Εκπαίδευση, ακόμη και στην κοινωνία.

Το αν και πώς διδάσκεται η φιλοσοφία συνδέεται με την αντίληψη για τη φύση της μάθησης και της γνώσης και προϋποθέτει, τελικά, μία θέση για τη φύση και το έργο της ίδιας της φιλοσοφίας. Ως τέτοιο, ως φιλοσοφικό ερώτημα, προσείλκυσε παραδοσιακά την προσοχή των φιλοσόφων, οι οποίοι δεν το άφησαν στα χέρια των ειδικών της διδακτικής (που, εξάλλου, ελάχιστες φορές το καταδέχθηκαν).

Η σημερινή κατάσταση της φιλοσοφίας εντός των εκπαιδευτικών θεσμών (της δευτεροβάθμιας, της τριτοβάθμιας και της διά βίου εκπαίδευσης) μάς αναγκάζει να θέσουμε εκ νέου το ερώτημα, ως επείγον ερώτημα παιδείας και με επίγνωση της ιστορικότητάς του.(Βλ. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Γιώργος Ζωγραφίδης «Η διδασκαλία της φιλοσοφίας. Σκοπός, δομή και περιεχόμενο μαθήματος». Έκδοση: 1.0. Θεσσαλονίκη 2014. Διαθέσιμο από τη δικτυακή διεύθυνση: https://opencourses.auth.gr/courses/OCRS456/.

Για ποιο λόγο, όμως, το εκπαιδευτικό σύστημα της Γαλλίας επιμένει τόσο πολύ στο να διδάσκονται οι μαθητές λυκείου τις βασικές αρχές της φιλοσοφίας; Αυτό το ερώτημα διατυπώνει ο Βρετανός ανταποκριτής του BBC στο Παρίσι, Χιού Σκόφιλντ. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πηγές, οι δεκαεπτάχρονοι μαθητές στη Γαλλία, στα πλαίσια της μελέτης για το Baccalaureat ( το δικό μας αντίστοιχο απολυτήριο Λυκείου), έχοντας επιλέξει το Bac Litteraire, δηλαδή την «φιλολογική» κατεύθυνση που δίνει έμφαση σε μαθήματα όπως η Φιλολογία και η Φιλοσοφία, μελετούν εντατικά την τελευταία.

Μπορείτε να φανταστείτε ότι οι μαθητές θα περάσουν, τουλάχιστον τέσσερις ολόκληρες ώρες διανοητικής εξάσκησης αναπτύσσοντας  εξαντλητική επιχειρηματολογία για το θέμα: «Είναι η αλήθεια προτιμότερη από την ειρήνη;». ‘Η «Υπάρχει εξουσία χωρίς βία;». ‘Η «Μπορεί κάποιος να έχει δίκιο και όταν τα γεγονότα τον διαψεύδουν;».

Υπάρχει, βέβαια, και η εναλλακτική επιλογή να ασχοληθούν με  μία άσκηση που ζητάει να σχολιάσουν γραπτώς ένα κείμενο. Σ’ αυτή την περίπτωση, μπορούν να διαλέξουν ανάμεσα σ’ ένα απόσπασμα από το έργο «Tractatus Theologiko-Politico» που έγραψε το Σπινόζα το 1670 και σε μία άποψη του Σενέκα για τον αλτρουισμό». 

Στη φιλολογική κατεύθυνση μαθητές και μαθήτριες στη Γαλλία διδάσκονται, επί οκτώ σχολικές ώρες την εβδομάδα, πάρα πολλά στοιχεία για το έργο κορυφαίων στοχαστών όπως ο Πλάτωνας, ο Καντ, ο Σοπενχάουερ, ο Χάιντεγκερ και ο Σαρτρ. Μερικά από τα θέματα που πραγματεύονται στην τάξη, στη μελέτη και στις εξετάσεις είναι: η συνείδηση, ο άλλος, η τέχνη, η ύπαρξη και ο χρόνος, η ύλη και το πνεύμα, η κοινωνία, ο νόμος, το καθήκον, η ευτυχία.

Υπάρχουν κι άλλες γενικές κατευθύνσεις που μπορεί να επιλέξει ένας μαθητής Λυκείου στη Γαλλία, όπως η επιστημονική. Αλλά ακόμη κι εκεί υπάρχει η φιλοσοφία ως διδασκόμενο μάθημα, αναπόσπαστο τμήμα της διδακτέας ύλης.

Προς τί λοιπόν τόση προσκόλληση στη φιλοσοφία; Θεωρείται ότι στόχος του γαλλικού εκπαιδευτικού συστήματος είναι οι μαθητές όχι απλώς να καταλάβουν τις πιο σημαντικές φιλοσοφικές ιδέες, αλλά κυρίως να μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν στην ενήλικη ζωή τους, στην περίπτωση μιας συνομιλίας.

Κι αυτό, κατά την άποψή μου, συμβαίνει μόνο στη Γαλλία, όπου οι ρίζες της διδασκαλίας της φιλοσοφίας στη μέση εκπαίδευση είναι παμπάλαιες. Το μπακαλορεά της Γαλλίας εισήχθη το 1809 από τον ίδιο τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα Βοναπάρτη με τη φιλοσοφία να αποτελεί ένα από τα κύρια μαθήματα.

Η χρησιμότητα της διδασκαλίας της φιλοσοφίας ήταν και παραμένει η εξής: να ολοκληρωθεί η μάθηση ενός παιδιού με στόχο αυτό με τη σειρά του να μάθει να σκέφτεται.

Εμπνεόμενοι από εικόνες και σχετικά κείμενα και διαπνεόμενοι από δημιουργικότητα και ερευνητική διάθεση,  οι μαθητές και οι μαθήτριές μου διατύπωσαν τις σκέψεις, τις απόψεις, τις αντιλήψεις τους για το μάθημα και την αξία της φιλοσοφίας και της σχέσης της με τις εικαστικές τέχνες, εκτιμώντας τη σημασία της πολιτιστικής, ελληνικής και ευρωπαϊκής  μας κληρονομιάς και εκφράζοντας παράλληλα τα συναισθήματά τους για το αγαθό της  μελέτης και της  αυτοσυνειδησίας…

Η Υπεύθυνη-διδάσκουσα Καθηγήτρια Ηλιάδη Αμαλία ΠΕ02 εύχομαι, σε  αρμονική  και  στενή  συνεργασία  με  τους  μαθητές  και  τις  μαθήτριές  μου, να  συνεχίσουμε  να  παράγουμε  εύχρηστο  και  ουσιαστικής  σημασίας  εκπαιδευτικό  υλικό  που  τόσο  το  έχει  ανάγκη  η  εκπαιδευτική  κοινότητα  για  την  προαγωγή  της εκπαιδευτικής  μας  συνείδησης,  της  εις  βάθος  αυτοσυνειδησίας  μας  και  το  βάθεμα  της  εσωτερικής  μας  σοφίας. Όπως  οι   μαθητές/τριές  μας,  έτσι  κι  όλοι  μας  απολαμβάνουμε,  από  άποψη  περιεχομένου  και  μορφής,  ουσίας  και  αισθητικής,  το  ισορροπημένο  ερευνητικό  αποτέλεσμα  του  παιδαγωγικού  μας  μόχθου.

“Ευαγγελισμός”, Φρα Αντζέλικο

«Ο Ευαγγελισμός» (1430-1455), είναι ένα από τα μεγαλύτερα έργα του ζωγράφου. Απεικονίζει ίσως το σημαντικότερο γεγονός της Χριστιανικής θρησκείας, τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, δηλαδή την αναγγελία του αρχαγγέλου Γαβριήλ στην Μαρία πως θα κυοφορήσει τον Υιό του Θεανθρώπου, που θα σώσει την ανθρωπότητα. Το έργο αυτό έχει χαρακτηριστεί από αρκετούς ως φόρος τιμής στον Χριστιανισμό και σήμερα φυλάσσεται στο μουσείο Πράδο της Μαδρίτης.

Εάν παρατηρήσει κανείς τον πίνακα, ανακαλύπτει από την πρώτη στιγμή τα κρυφά νοήματα που περιέχει. Στο κέντρο του πίνακα είναι τοποθετημένοι οι πρωταγωνιστές της σκηνής: η Θεοτόκος και ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Η σκυθρωπή στάση του αρχαγγέλου  απέναντι στην Θεοτόκο, δείχνει τον σεβασμό και την ευλάβεια που τρέφει απέναντί της, αλλά και τη σημαντικότητα του γεγονότος που εκτυλίσσεται. Εκείνη δείχνει εμφανώς σαστισμένη, γεγονός που δικαιολογείται και από το νεαρό της ηλικίας της, αλλά ταυτόχρονα ήρεμη, καθώς μια αχτίδα φωτός που πέφτει πάνω της (συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα), φαίνεται να την καθησυχάζει και να της δίνει θάρρος. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι με αυτό το εύρημα της αχτίδας φωτός ο Φρα Αντζέλικο υπαινίσσεται την  παρθενική σύλληψη του Ιησού με τρόπο υπερφυσικό.

Στο βάθος διακρίνονται δύο άνθρωποι ( θα μπορούσαν να συμβολίζουν τον Αδάμ και την Εύα), που συνοδεύονται από έναν άγγελο. Βρίσκονται σε έναν ολάνθιστο κήπο, που είναι γεμάτος με καρποφόρα δέντρα και πολύχρωμα λουλούδια ( Ίσως μια αλληγορία με τον Κήπο της Εδέμ).

Όσον αφορά την ένδυση των προσώπων, ο αρχάγγελος είναι ντυμένος με ένα μανδύα σε απαλό ροζ χρώμα, ενώ υπάρχουν πάνω του και τα γνωστά σε όλους μας φτερά, τα οποία συμβολίζουν την αγιότητα και την αγνότητά του. Η Θεοτόκος φοράει ένα μακρύ ροζ φόρεμα και έναν μπλε μανδύα, με το φωτοστέφανο από πάνω της να συμβολίζει την αγιότητά της. Τα άλλα δυο πρόσωπα φαίνεται να είναι λιτά ντυμένα, όπως ντύνονταν και οι απλοί άνθρωποι της περιόδου εκείνης.

Η Θεοτόκος κάθεται πάνω σε έναν θρόνο, μια αλληγορική ίσως εικόνα , η οποία δείχνει το κύρος της από εκείνη την μέρα στον Χριστιανικό κόσμο. Πίσω από αυτήν, υπάρχει μια ανοιχτή πόρτα, η οποία οδηγεί σε ένα μοναστηριακό κελί το οποίο είναι άδειο. Με αυτόν τον τρόπο ο ζωγράφος θέλει να δείξει πως ο Χριστιανικός κόσμος ξεκινά με την άμωμο σύλληψη του Χριστού από την Θεοτόκο. Στους κίονες βλέπουμε περίτεχνα διακοσμητικά σχέδια, καθώς και μια απεικόνιση ενός ιερού προσώπου στον κεντρικό κίονα.

Γενικότερα, ο ζωγράφος αφήνει να ξεπροβάλλει μια πνευματικότητα, ακόμα και μέσα από τη λιτότητα της συνθέσεως και τον μυστικισμό των μορφών. Η μοναστηριακή αυλή όπου γονατίζει η Παναγία δίνεται πειστικά. Στο έργο του δεν υπάρχει σχεδόν καμία κίνηση, ούτε μας παρέχεται η εντύπωση ότι τα σώματα που βλέπουμε είναι πραγματικά στερεά αντικείμενα. Ήθελε μόνο να παραστήσει το θρησκευτικό θέμα με όλη την ομορφιά και την απλότητά του.

Κωνσταντίνος  Κόκκαλης, μαθητής  Β1 τμήματος 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων

 

«Το φιλί» του Γκούσταβ  Κλίμτ

Στον πίνακα του Κλιμτ φαίνεται έντονα το συναίσθημα του έρωτα. Σε αυτόν απεικονίζεται ένα νεαρό ζευγάρι που είναι αγκαλιασμένο ενώ παράλληλα ο άντρας φιλάει την κοπέλα. Ο ζωγράφος μέσω του πίνακά του προσπαθεί να εκφράσει μια μορφή του έρωτα και της αγάπης. Η αγκαλιά, το φιλί και η αίσθηση των δύο ως ένα  σύνολο, ως ζευγάρι , είναι  στοιχεία των συναισθημάτων που προσπαθεί να μας μεταδώσει ο καλλιτέχνης μέσα από το έργο του.
Εμβαθύνοντας στην εικόνα και στον τρόπο με τον οποίο έχουν τοποθετηθεί τα πρόσωπα μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι οι νεαροί βρίσκονται σε ένα χώρο μόνοι τους, απόμερα από τον υπόλοιπο κόσμο. Το γεγονός αυτό δείχνει την αφοσίωση ενός ερωτευμένου στον σύντροφό του  αλλά και πιθανότατα την απομόνωσή του από τους γύρω του. Έπειτα, επικεντρώνοντας το βλέμμα μας στα πρόσωπά τους και συγκεκριμένα της κοπέλας  διακρίνεται η χαλαρότητα και η
γαλήνη καθώς η ίδια με κλεισμένα μάτια φαίνεται να απολαμβάνει τη στιγμή. Το ροδοκόκκινο χρώμα που έχει προστεθεί στα μάγουλα του κοριτσιού της προσδίδει μια αθωότητα και φανερώνει την κυριαρχία του σώματός της από δυνατά συναισθήματα. Εστιάζοντας μάλιστα στο σώμα του καθενός διακρίνουμε πολλά στοιχεία. Αρχικά ο άνδρας αγκαλιάζει την κοπέλα και την κρατά στο πρόσωπο με τέτοιο τρόπο που φανερώνεται πως δεν θέλει να φύγει μακριά του. Εκείνη με το χέρι της περασμένο πίσω από το λαιμό του αγοριού και με λυγισμένα γόνατα φαίνεται να έχει αφεθεί  ελεύθερη στην αγκαλιά του. Μάλιστα η κλίση του σώματός της μπορεί να συμβολίζει «το λύγισμα» της καρδιάς της  από τον έρωτα από τον οποίο διακατέχεται.
Ο ζωγράφος με τα χρώματα και τα σχήματα που έχει επιλέξει δίνει έμφαση στην πράξη. Ο πίνακας έχει πολύ καλή γεωμετρία αφού έχουν επιλεχθεί μόνο ο κύκλος και το ορθογώνιο για να διακοσμήσουν τα άτομα. Επιλέγοντας το καφέ χρώμα ως φόντο και το κίτρινο να περιβάλλει το ζευγάρι, επικεντρώνει το βλέμμα του θεατή στα πρόσωπα που δρουν και όχι στον τόπο. Ωστόσο το μόνο στοιχείο για τον χώρο στον οποίο βρίσκονται μας το δίνει με το ανθισμένο έδαφος στο οποίο υπερισχύουν τα φανταχτερά χρώματα. Το γεγονός αυτό μας
προδίδει την εποχή, άνοιξη, αφού τα άνθη είναι κύριο χαρακτηριστικό της . Η εποχή αυτή συνδέεται με το νόημα που ο καλλιτέχνης αποδίδει καθώς το άνθισμα των λουλουδιών συσχετίζεται με την αρχή μιας σχέσης.
Εν τέλει αν κοιτάξουμε την εικόνα χωρίς να διεισδύσουμε σε συγκεκριμένα μέρη της, μας δίνει την αίσθηση του παραμυθιού. Ο άνδρας φαίνεται σαν άγγελος που κατέβηκε από τον ουρανό, ενώ η γυναίκα σαν μια νεράιδα που μαγεύει με την ομορφιά της. Όμως αυτό δεν φαίνεται παράδοξο για έναν ερωτευμένο άνθρωπο, αφού παρόμοια αντικρίζει το σύντροφο του και ζει το δικό του παραμύθι.

Αναστασία Γιαννάκου, μαθήτρια Β1τμήματος 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων

Ο πίνακας απεικονίζει μία ομάδα ανθρώπων και στην μέση έναν σκύλο. Γίνεται εύκολα αντιληπτό πως αναπαριστά μια εκδήλωση, αφού φαίνονται κάποιοι άνθρωποι να παίζουν όργανα μουσικής και κάποιοι να χορεύουν. Χρησιμοποιεί θερμά χρώματα τα οποία προκαλούν συναισθήματα ενθουσιασμού, καλής διάθεσης και ζωντάνιας και με τις κατάλληλες σκιάσεις δημιουργείται η αίσθηση του βάθους που μας βοηθάει να ξεχωρίσουμε τους «πρωταγωνιστές» του έργου.

Αυτοί είναι οι δύο γυναίκες και ο σκύλος, αλλά επίσης μπορούν να θεωρηθούν και ο άντρας που κάθεται πάνω στο τραπέζι μαζί με τον άντρα που παίζει κάποιο όργανο, το όποιο θυμίζει γκάιντα, πάνω στο τραπέζι.

Η γυναίκα που βρίσκεται δεξιά είναι στην αγκαλιά ενός άντρα και κρατάει μια σελίδα από ένα βιβλίο που βρίσκεται στερεωμένο στα πόδια της, ενώ η δεύτερη που βρίσκεται δίπλα της παίζει μάλλον πιάνο και φαίνεται να συνομιλεί με το αγόρι που βρίσκεται αριστερά της. Και οι δύο φαίνεται να περνούν καλά και να είναι χαρούμενες. Όσον αφορά τον σκύλο, από το πρόσωπο του και την στάση του δείχνει τρομαγμένος και αυτό μπορεί να οφείλεται στην έντονη μουσική στην οποία παραπέμπει ο πίνακας.

Οι υπόλοιποι χορεύουν έντονα δείχνοντας πως περνάν καλά. Γενικότερα ο πίνακας δίνει την αίσθηση της γιορτής και με τις στάσεις των απεικονιζόμενων και με την κατάλληλη τεχνοτροπία γίνεται κατανοητό πως περνάν καλά.

Μαρία Γκόλια , μαθήτρια Β1τμήματος 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

 

2η  Εργασία  για το μάθημα της  Φιλοσοφίας

Υπεύθυνη καθηγήτρια  κ. Ηλιάδη Αμαλία

Σχολιασμός της εικόνας -φωτογραφίας :     «Ο Πλάτων , ο Πυθαγόρας και ο Σόλων. Νωπογραφία  του 16ου αι. από μοναστήρι της Ρουμανίας»

Η πρώτη εντύπωση  που σχηματίζει ο θεατής, είναι πως πρόκειται για μια εικόνα βυζαντινής τεχνοτροπίας  που απεικονίζει  Αγίους ή  μορφές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το σχήμα του προσώπου, οι ενδυμασίες, τα άκρα, οι επιγραφές  που  κρατούν στα χέρια τους  παραπέμπουν  στο Βυζάντιο. Η  ύπαρξη  τέτοιων  μορφών σε  μοναστήρι  της Ρουμανίας έχει την εξήγηση στο  γεγονός ότι  η Ρουμανία  είναι μια  χώρα κατά  βάση με ορθόδοξο δόγμα και ανήκε στη σφαίρα επιρροής του  Βυζαντίου. Η παρουσία, λοιπόν, αυτών των μορφών γίνεται έτσι κατανοητή.

Η πληροφορία όμως πως οι μορφές αυτές δεν ανήκουν σε κάποιους Αγίους της Ορθόδοξης  Εκκλησίας, αλλά πως είναι ο Πλάτωνας, ο Πυθαγόρας και ο Σόλωνας  μας γεμίζει  με έκπληξη, απορία και θαυμασμό  ταυτόχρονα. Αν παρατηρήσουμε καλύτερα τις  μορφές , θα δούμε πως δεν υπάρχει στο κεφάλι τους  φωτοστέφανο, αλλά  κορώνα. Αυτό ίσως θέλει  να τονίσει τις γνώσεις και την μόρφωση που είχαν αυτοί οι  τρεις  άντρες σε  μεγάλο βαθμό. Πάνω από την κορώνα του ενός υπάρχει ένα φέρετρο με έναν γυμνό νεκρό  που πιθανότατα μας παραπέμπει στην ματαιότητα των  εγκοσμίων.

Το ερώτημα  που μας έρχεται στο νου είναι γιατί να υπάρχουν εκεί, σε μοναστήρι της Ρουμανίας,  δύο κορυφαίοι Έλληνες φιλόσοφοι  κι ένας φημισμένος νομοθέτης; Με δεδομένο  ότι τα μοναστήρια ήταν και  χώροι μελέτης είναι  ελάχιστα  πιθανό να βρίσκονται εκεί από λάθος. Θα πρέπει λοιπόν να αιτιολογήσουμε την ύπαρξή τους με βάση τη σχέση ανάμεσα στον Αρχαίο Ελληνικό κόσμο και πολιτισμό, με τον Χριστιανισμό.

Οι Χριστιανοί  αρχικά  έγραφαν και  εναντιώνονταν στους Εθνικούς και στη φιλοσοφία των εθνικών. Ωστόσο από τους πρώτους ακόμα αιώνες χρησιμοποίησαν την πλατωνική και στωική παράδοση. Ήδη  από  τον 6ο αιώνα  π.Χ  μεγάλοι  Έλληνες  φιλόσοφοι  μίλησαν   για έναν Θεό και προετοίμασαν,  κατά κάποιον τρόπο, την έλευση του  Χριστιανισμού, καθώς καλλιέργησαν   τις μονοθεϊστικές  αντιλήψεις και βοήθησαν να γίνουν ευκολότερα αποδεκτές. Ενώ, όπως  αναφέρθηκε, αρχικά οι Χριστιανοί ήταν αρνητικοί  απέναντι στη φιλοσοφία, υπήρξαν και σημαντικοί  Χριστιανοί,  όπως ο Μέγας Βασίλειος,  που κράτησαν διαφορετική,  πιο  μετριοπαθή  στάση και  άλλοι που υποστήριξαν την αξία της φιλοσοφίας, όπως ο  Ιουστίνος και  ο Κλήμης ο  Αλεξανδρεύς. Δέχονταν  πολλές από τις θέσεις των φιλοσόφων, όπως ο Θεός δημιουργός του κόσμου, ή η αθανασία της ψυχής. Απέρριπταν όμως άλλες,  όπως η αιωνιότητα του κόσμου  και ο αθεϊσμός.

Ψάχνοντας στο  διαδίκτυο  θα δούμε πως και  σε άλλα μοναστήρια  σε διάφορα  μέρη της Ελλάδας υπάρχουν ανάλογες τοιχογραφίες και εικόνες, όπως για παράδειγμα  στην Ιερά Μονή του Μεγάλου  Μετεώρου, στη Σύρο, στη Μεγίστη Λαύρα, στο Βατοπαίδι του Αγίου Όρους και αλλού.

Ο  θρησκειολόγος  Λεωνίδας Φιλιππίδης στο  βιβλίο  του » Ιστορία της  εποχής της  Καινής  Διαθήκης», αναφέρει αποσπάσματα  της Ορφικής διδασκαλίας, αλλά και άλλων φιλοσόφων στα οποία γίνεται λόγος για  τον  Έναν  Θεό.

Υπήρχε επομένως  ισχυρή  μονοθεϊστική  παράδοση από τα αρχαία  χρόνια  στον ελληνικό κόσμο. Αρκετοί αρχαίοι Έλληνες σοφοί θεωρούνταν  προ Χριστού  χριστιανοί και προφήτες του αρχαίου κόσμου. Ονομάστηκαν έτσι γιατί με την » σπερματική τους αλήθεια»  προετοίμασαν  την  είσοδο  του Χριστιανισμού στην ιστορία.

Όλα αυτά μας βοηθούν να κατανοήσουμε, να αντιληφθούμε και να θεωρήσουμε λογική την ύπαρξη τέτοιων αρχαίων μορφών στις χριστιανικές  απεικονίσεις,  όπως του Πλάτωνα , του Πυθαγόρα  και του Σόλωνα  σε  μοναστήρι  της Ρουμανίας κατά  τον 16ο  αιώνα.

Κοντοκλώτσης Χρήστος, μαθητής 5ου ΓΕΛ Τρικάλων, Τμήμα  Β1

 

Ψηφιδωτό Της Σχολής Του  Πλάτωνa

Το ψηφιδωτό  της  Σχολής  του  Πλάτωνα, ή  ψηφιδωτό  των Επτά Φιλοσόφων, ή του Κύκλου  Του  Πλάτωνα, όπως είναι περισσότερο γνωστό, ανακαλύφθηκε  το  1896  σε  αρχαιολογικές ανασκαφές  στο Ηράκλειο  (Ερκολάνο) της  Καμπάνιας  κοντά στην  Πομπηία.  Ο καλλιτεχνικός χαρακτήρας του ψηφιδωτού τοποθετείται στην ελληνιστική εποχή, και συγκεκριμένα το πρότυπο του μωσαϊκού ανάγεται στον 3ο αιώνα π.Χ. Φιλοξενείται  σήμερα  στο  Εθνικό Αρχαιολογικό  Μουσείο  της  Νάπολης.

To ψηφιδωτό είναι κατά προσέγγιση τετράγωνο.  Η σκηνή παριστάνει επτά μορφές γενειοφόρων ανδρών μεγάλων σε ηλικία οι οποίοι κάθονται σε μια εξέδρα και συνομιλούν μεταξύ τους. Πίσω τους απεικονίζεται ένα ρολόι το οποίο  είναι τοποθετημένο επάνω σε  έναν κίονα, καθώς και ένα δέντρο, του οποίου η παρουσία παραπέμπει σε φιλοσοφικό κήπο. Αριστερά υπάρχουν δυο κίονες με επιστήλιο και στο βάθος δεξιά διακρίνουμε την κορυφή ενός λόφου η βράχου, περιτοιχισμένου. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι  στην κορυφή του λόφου αυτού βρίσκεται η Ακρόπολη. Εάν δεχτούμε τη υπόθεση αυτή τότε ο χώρος της συγκέντρωσης είναι πιθανότατα η Αθήνα και μάλιστα απεικονίζεται η Ακαδημία του Πλάτωνα.

Από τις επτά μορφές του ψηφιδωτού οι έξι  είναι μαθητές και η μια  είναι ο ίδιος ο Πλάτων. Ο Πλάτων θα μπορούσε να είναι ο τρίτος άνδρας από τα αριστερά, δηλαδή αυτός που είναι ακριβώς κάτω από το δέντρο. Η θέση του φαίνεται να προεξάρχει καθώς βρίσκεται στη μέση της ομάδας αλλά και  στη μέση ολοκλήρου του ψηφιδωτού. Το ένδυμά του είναι σκοτεινού χρώματος και έλκει το βλέμμα του θεατή, αντίθετα με τα ενδύματα των περισσότερων από τις υπόλοιπες μορφές, τα οποία είναι πιο ανοιχτόχρωμα.

Επιπλέον, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ανθρώπους που τον περιβάλλουν και δείχνουν σκεπτικοί, ο Πλάτωνας φαίνεται να μιλάει, η ίσως να διδάσκει. Διακρίνουμε, επίσης, ότι  κρατάει στο χέρι του ένα ραβδάκι και δείχνει με αυτό προς την υδρόγειο σφαίρα που είναι τοποθετημένη στο έδαφος μέσα σε ένα πλαίσιο.

Εκτός από τον Πλάτωνα όμως, φαίνεται να μιλάει  και ο πρώτος άνδρας από αριστερά ο οποίος φοράει μια ανοιχτόχρωμη κίτρινη ενδυμασία και έλκει και αυτός το ενδιαφέρον των υπολοίπων. Ο άνδρας που είναι δίπλα του, ο οποίος φορεί επίσης ένα κίτρινο ένδυμα, φαίνεται να τον ακούει προσηλωμένος κρατώντας στα χεριά του έναν πάπυρο.   Παράλληλα, ο πρώτος άνδρας από δεξιά, ο οποίος φορεί ένα άσπρο ένδυμα, παρουσιάζεται να ακούει και αυτός με προσοχή τα λεγόμενα του άνδρα από αριστερά, κρατώντας και αυτός στα χέρια του έναν πάπυρο. Αντίθετα, ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος άνδρας από δεξιά, οι οποίοι φοράν όλοι πιο σκουρόχρωμες ενδυμασίες, φαίνεται να δίνουν περισσότερο προσοχή στα όσα λέει ο Πλάτωνας, καθώς είναι στραμμένοι προς το μέρος του.

Η Ακαδημία που ίδρυσε ο Πλάτων στην Αθήνα το 387 π.Χ. θεωρείται το πρώτο πανεπιστήμιο του κόσμου. Ο Πλάτων ίδρυσε την Ακαδημία αμέσως μετά το πρώτο ταξίδι του στις Συρακούσες και ήταν ο επικεφαλής της μέχρι τα γεράματά του.

Οι μαθητές ήταν νέοι και νέες και πολλοί ήταν οικότροφοι. Ο Πλάτων παρέδιδε μαθήματα προφορικά και οι μαθητές του κρατούσαν σημειώσεις. Διδάσκονταν όλες οι επιστήμες , θεωρητικές και θετικές. Ο Πλάτων έκανε διαλέξεις σε κλειστό κύκλο μαθητών αλλά και στο ευρύ κοινό, με σκοπό να μορφωθούν οι πολίτες και να μην παραπλανούνται από τους Σοφιστές που παρίσταναν ότι τα γνωρίζουν όλα. Η Ακαδημία είχε  και μια βιβλιοθήκη η οποία περιελάμβανε τα προσωπικά βιβλία του Πλάτωνα, αντίγραφα από τα έργα που είχε γράψει ο ίδιος και οι μαθητές του, και μερικά έργα του Αριστοτέλη. Η βιβλιοθήκη της Ακαδημίας ήταν η πρώτη οργανωμένη βιβλιοθήκη ανώτατου ιδρύματος σε όλο τον κόσμο.

    Ευαγγελία Κολώνα, μαθήτρια Β1 Τμήματος 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

 

5ο Λύκειο Τρικάλων – Τμήμα Β1

Εργασία στο μάθημα της Φιλοσοφίας

Ασίκης Μάριος – Χριστόδουλος

Ιανουάριος 2019

 

Θεσσαλονίκη, οι Άγιοι Απόστολοι, 1312-1315. Αντιπροσωπευτικό δείγμα παλαιολόγειας εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής.

Η φωτογραφία αφορά έναν σπουδαίο βυζαντινό ναό της Θεσσαλονίκης. Στη θέα του αποκτούμε έναν συνδυασμό οπτικών εντυπώσεων, ανάσυρσης ιστορικών γνώσεων και δημιουργίας  συναισθημάτων.

Σε ό,τι αφορά τις οπτικές εντυπώσεις, αυτές εκπορεύονται από το εμφανές μεγαλείο ενός μνημείου της βυζαντινής εποχής. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα το γεγονός ότι ο ναός είναι διεθνώς αναγνωρισμένος ως μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO.

Από την περίτεχνη αρχιτεκτονική του φαίνεται ότι χτίστηκε σε εποχή ακμής της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ενώ ακολουθεί την καλλιτεχνική παράδοση της Κωνσταντινούπολης.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η πλούσια διακόσμησή του από πλίνθινα στοιχεία. Ο ναός είναι σύνθετος, με αναλογίες εξαιρετικά αρμονικές, πλούσιο διάκοσμο, έντονη αποτύπωση συναισθημάτων και αίσθηση της 3ης διάστασης.Ο ναός επίσης δημιουργεί στη σκέψη του θεατή και συνειρμούς σε επίπεδο συμβόλων, όπως οι καμάρες, οι μεγάλες φωτεινές επιφάνειες, το σταυροειδές σχήμα, και ιδιαίτερα ο επιμήκης τρούλλος που θαρρεί κανείς ότι δείχνει τον ουρανό.

Σε ότι αφορά την ιστορική και πολιτιστική διάσταση του ναού, αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς αυτός ταυτίζεται με την εξαιρετικά πλούσια βυζαντινή κληρονομιά της Θεσσαλονίκης. Έτσι, δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ισχυρό στοιχείο ταυτότητας για τους κατοίκους της πόλης, το οποίο μάλιστα ενισχύεται και από τη λαϊκή παράδοση.

Μάλιστα, η επωνυμία του ναού  «Άγιοι Απόστολοι» είναι γνωστή από τον 19ο αιώνα και οφείλεται στη λαϊκή δοξασία περί κάλυψης του ναού με 12 θόλους που συμβολίζουν τους 12 Αποστόλους.

Σε ό,τι αφορά την ιστορική διάσταση, αυτή αφορά προφανώς ένα από τα πιο ένδοξα και ηρωικά κομμάτια του παρελθόντος του λαού μας, την ύστερη βυζαντινή – παλαιολόγεια περίοδο.Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής η βυζαντινή αυτοκρατορία γνώρισε περιόδους ακμής και μεγαλείου, κατά τις οποίες άνθισε η αρχιτεκτονική, δημιουργώντας είτε μνημειακές κατασκευές, είτε μικρά αριστουργήματα όπως ο ναός στον οποίο αναφερόμαστε. Γνώρισε όμως και περιόδους ισχυρής πολιτικής, οικονομικής και κυρίως κοινωνικής κρίσης, που οδήγησαν τελικά στην πτώση μιας κραταιάς για μία ολόκληρη χιλιετία αυτοκρατορίας.

Σε ότι αφορά τα συναισθήματα, το κυρίαρχο που δημιουργεί η θέα του ναού στην πλειοψηφία του λαού μας είναι προφανώς το θρησκευτικό, καθώς η ορθόδοξη χριστιανική πίστη κατέχει εξέχουσα θέση στην ελληνική κοινωνία.

Ας μη ξεχνούμε ότι ο χριστιανισμός αποτέλεσε το ισχυρό ενοποιητικό στοιχείο του ελληνικού λαού από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου έως και σήμερα με μορφές όπως οι Άγιοι Παίσιος, Πορφύριος, Ιάκωβος, ενώ ο ναός είναι για τον χριστιανό το καταφύγιό του.Επίσης δημιουργούνται συνδυαστικές σκέψεις και για άλλους παρεμφερείς θρησκευτικούς τόπους όπως το λίκνο της ορθοδοξίας, το Άγιο Όρος, τα Μετέωρα, και φυσικά το αριστούργημα του Ιουστινιανού, την Αγία Σοφία.

Άλλα συναισθήματα που δημιουργούνται στο θεατή, είναι αυτό της προσπάθειας «αναλογισμού» του ιστορικού παρελθόντος, της προσπάθειας αναπαράστασης στο νου των συνθηκών της εποχής που χτίστηκε ο ναός και φυσικά του θαυμασμού και της αίσθησης υπερηφάνειας για τα έργα των προγόνων μας.

Με λίγα λόγια, σε αυτόν το ναό, η αρχιτεκτονική, η ιστορία, η παράδοση, ο πολιτισμός και η θρησκευτική πίστη δημιουργούν ένα συνδυασμό οπτικών αναπαραστάσεων, μνήμης και συναισθημάτων.

Ο κοινός παρονομαστής και το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η ενίσχυση της ταυτότητας της Θεσσαλονίκης, ως της σπουδαιότερης σε βυζαντινή κληρονομιά πόλης της Ελλάδας.

 

Τα καρπούζια του Κ. Τσόκλη

  • Λίγα λόγια για τον δημιουργό

Ο Κώστας Τσόκλης είναι Έλληνας εικαστικός καλλιτέχνης. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1930. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών έως το 1954. Από το 1957 – 1960 συνέχισε τις σπουδές του στη Ρώμη με υποτροφία του Ι.Κ.Υ. Το έργο του απέκτησε διεθνή απήχηση από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 όταν άρχισε να εκθέτει τα προοπτικά «Αντικείμενα». Από τότε συνέχισε να πειραματίζεται συστηματικά με διάφορα μέσα έκφρασης, τη ζωγραφική, τη γλυπτική, το σχέδιο, τη φωτογραφία, τις κατασκευές, το βίντεο, την performance, το φως και τον ήχο, αναζητώντας νέους τρόπους προσέγγισης των αντικειμένων της φύσης, των μύθων αλλά και των κοινωνικών προβλημάτων.

Ένα από τα μεγαλύτερα έργα τέχνης του Κ. Τσόκλη είναι τα λεγόμενα «Καρπούζια» που απεικονίζονται στη διπλανή εικόνα. Οι θεατές παρατηρώντας την εικόνα διακρίνουν τόνους σπασμένων καρπουζιών καθώς και δύο άθικτα καρπούζια στην άκρη της εικόνας. Αυτό ίσως το κάνει ο καλλιτέχνης έτσι ώστε να γίνεται πιο εύκολα αντιληπτό για το τί ακριβώς απεικονίζεται. Επιπλέον, το έντονο κόκκινο του πίνακα φανερώνει έναν αυθορμητισμό, έναν κίνδυνο, μία επιθετικότητα, αποτελώντας το χρώμα της δράσης και της ενεργητικότητας.

Κατά τη γνώμη μου, η εικόνα των σπασμένων καρπουζιών φανερώνει μια επιθετικότητα, ένα επαναστατικό κίνημα, πιθανόν που αντιτίθεται σε ένα πολιτικό καθεστώς ή σε ο,τιδήποτε άλλο απασχολεί την κοινωνία. Παράλληλα, το σπάσιμο των καρπουζιών μπορεί να απεικονίζει τον θυμό και τον εκνευρισμό. Τα συναισθήματα που προκαλούνται στους θεατές είναι πρώτα απ’ όλα ο ενθουσιασμός εξαιτίας των έντονων χρωμάτων. Χαρίζει δύναμη, διεγείρει αλλά και εκνευρίζει. Δεν είναι τυχαίο που ο θυμός αναπαρίσταται με κόκκινο χρώμα. Το χρώμα αυτό που απεικονίζεται και στον πίνακα αυξάνει τη θέληση για ζωή, ενώ προκαλεί ζεστασιά, χαρά και διευκολύνει την έκφραση των αισθημάτων. Ακόμα η απεικόνιση των σπασμένων καρπουζιών ωθεί τους θεατές να επαναστατούν για τον άδικο τρόπο ζωής, την ανισότητα, τη βία και για άλλα κοινωνικά, πολιτικά ή εργατικά ζητήματα.

Εν κατακλείδι, στο έργο αυτό τέχνης με την πρώτη ματιά ο θεατής δεν εκδηλώνει απευθείας ένα ενδιαφέρον, σε περίπτωση, όμως, που επικεντρώσει την προσοχή του και εστιάσει περισσότερο θα αντιληφθεί πως κρύβεται ένα βαθύτερο νόημα, προσπαθώντας ο καλλιτέχνης-ζωγράφος να διαπεράσει σημαντικά μηνύματα.

Βασιλική Γράβαλου,  μαθήτρια Β1 τμήματος 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

 

Νοσταλγία (1940)  Ρενέ Μαγκρίτ

Ο παραπάνω πίνακας του 1940 ονομάζεται »Νοσταλγία’ ‘(Homesickness) και είναι μια από τις πολλές δημιουργίες του Ρενέ Μαγκρίτ. Ο Μαγκρίτ αρχικά σκέφτηκε να ονομάσει αυτή τη ζωγραφική του »Εμμηνόπαυση» (Menopause) αλλά ο τελικός του τίτλος είναι »Le Mal du Pays ».
Εξετάζοντας οπτικά τον πίνακα βλέπουμε ότι υπάρχει ένας άντρας με μαύρα φτερά, ένα λιοντάρι, μια γέφυρα και μια λάμπα. Ο πίνακας είναι σουρεαλιστικός, δημιουργήθηκε στις Βρυξέλλες πριν τον πόλεμο και είναι ελαιογραφία.
Το όνομα του λιονταριού στην ιστορία προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό λέων από το ρήμα λύω-λέω που σημαίνει διαλύω σε πολλά μέρη και είναι σύμβολο δύναμης. Όμως το λιοντάρι στην εικόνα φαίνεται ήρεμο και τιθασευμένο καθώς κάθεται δίπλα στον άνθρωπο. Περιέργως ο «βασιλιάς της ζούγκλας» δεν απειλεί αλλά κοιτάζει μακριά χωρίς ενδιαφέρον. Μετά από λίγη έρευνα για την ζωή του Μαγκρίτ έγινε φανερό ότι το λιοντάρι αντιπροσωπεύει τη Ζορζέτ, την αγαπημένη του σύζυγο που ήταν το μόνο πρόσωπο που είχε στη ζωή του αφού η μητέρα του αυτοκτόνησε όταν ήταν 14 ετών και ο πατέρας του πέθανε το 1928 από διαβήτη. Έξι ή επτά χρόνια αργότερα όταν ο Μαγκρίτ άφησε το σπίτι του στις Βρυξέλλες,  πήγε στα ταξίδια του στο Λονδίνο για να επισκεφθεί τον Edward James και τον ELT Mesens  να προετοιμαστεί για τις εκθέσεις του. Ο Μαγκρίτ άρχισε να ασχολείται με το νεαρό σουρεαλιστικό μοντέλο γνωστό ως «Surrealist Phantom» του 1936, την Sheila Legg. Σύμφωνα με μια πηγή: «Ο Μαγκρίτ, στην πραγματικότητα, την ερωτεύτηκε.» Ο Μαγκρίτ δεν ήθελε να βλάψει τη   Ζορζέτ ή να προκαλέσει υποψίες , έτσι κανόνισε με τον φίλο του, τον Παύλος Κόλιντ  , έναν βέλγο σουρεαλιστή ποιητή, να περάσει χρόνο με τη  Ζορζέτ ώστε να είναι ασφαλής … Αποδείχθηκε όμως ότι ενώ ο Μαγκρίτ ήταν μακριά, η Ζορτζέτ και ο Παύλος Κόλιντ εμπλέκονταν ρομαντικά. Η  Ζορτζέτ σε ένα σημείο ζήτησε από τον Ρενέ  διαζύγιο. Όπως απεικονίζεται στον πίνακα οι δύο χωρίζουν, δεν ενδιαφέρονται ο ένας για  τον άλλον, ενώ ο Μαγκρίτ σκέφτεται τη θλίψη και τον πόνο του.
Ο άνδρας με τα μαύρα αγγελικά φτερά που γέρνει προς την γέφυρα, κοιτάζει τον ορίζοντα. Από την στάση του σώματός του φαίνεται θλιμμένος, προβληματισμένος και δυσαρεστημένος. Φαίνεται να νοσταλγεί αλλά ταυτόχρονα ίσως να απαρνιέται την ζωή και να ψάχνει σωτηρία έχοντας αυτοκτονικές τάσεις. Ίσως να είναι ένας έκπτωτος άγγελος που να νοσταλγεί τον παράδεισο ή μια ψυχή που περιπλανιέται σε αυτό το κόσμο χωρίς να βρίσκει διέξοδο. Στην πραγματικότητα είναι ο ίδιος ο ζωγράφος. Είναι ένας ταλαιπωρημένος Μαγκρίτ ως άγγελος.  Ο Μαγκρίτ είχε το θάρρος και την ειλικρίνεια να ζωγραφίσει τον εαυτό του στο χείλος της καταστροφής. Έχασε τα δύο πράγματα που του «στοίχιζαν» -αποτίμησαν περισσότερο στη ζωή του, τη σύζυγό του και το σπίτι του. Αυτός ο  πίνακας είναι από τους λίγους πίνακές του που διαψεύδουν τα ίδια του τα λεγόμενα σε σχέση με την τέχνη του  :
Η ζωγραφική μου είναι ορατές εικόνες που δεν κρύβουν κάτι — προκαλούν μυστήριο και, πράγματι, όταν κάποιος βλέπει έναν από τους πίνακές μου, θέτει στον εαυτό του αυτήν την απλή ερώτηση: «Tι σημαίνει αυτό;» Οι πίνακές μου δεν σημαίνουν κάτι, επειδή και το μυστήριο δεν σημαίνει κάτι — είναι απλώς άγνωστο.
Αυτή την φορά ο πίνακας του σήμαινε κάτι, και σήμαινε πολλά για τον ίδιο. Είναι ο πόνος και η νοσταλγία που νιώθει απεικονισμένα με χρώματα και σχέδια σε ένα φύλο χαρτί.
Ο ουρανός είναι ο μισός πίνακας. Φωτίζει τον ίδιο τον πίνακα με ένα ζεστό πορτοκαλί χρώμα της ανατολής ή της δύσης του ηλίου. Το πορτοκαλί του ουρανού σημαίνει την αρχή και το τέλος της ημέρας. Ίσως ο ζωγράφος το επέλεξε για να σημάνει την αρχή ή το τέλος μιας περιόδου της ζωής του. Ίσως με αυτή την επιλογή του χρώματος να κάνει μια δήλωση για τον ίδιο του τον εαυτό. Μια υπόσχεση και μια υπενθύμιση  για το μέλλον. Το πορτοκαλί χρώμα είναι χρώμα που συμβολίζει την ζεστασιά και την ωριμότητα, θεωρείται ότι χαρίζει φυσική ευεξία και πνευματική τόνωση και ότι λειτουργεί ως αντικαταθλιπτικό.
Στο ταρώ, η κάρτα γέφυρας σημαίνει πρόοδο, συνδέσεις και σταθερότητα. Συχνά οι άνθρωποι βλέπουν τις γέφυρες ως τον μόνο τρόπο να φτάσουν σε έναν προορισμό και ως εκ τούτου οι γέφυρες είναι ένας τρόπος για να ξεπεραστούν τα εμπόδια. Οι γέφυρες αντιπροσωπεύουν επίσης μεταβάσεις. «Η διέλευση από πάνω» είναι ένας ευφημισμός για τη λήψη αυτού του ταξιδιού από τη ζωή στο θάνατο. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούν γέφυρες όταν έχουν κάνει την ατυχή απόφαση να τερματίσουν τη ζωή τους και ίσως γι’ αυτό, το μέρος που διάλεξε ο Μαγκρίτ για να απεικονίσει τον ίδιο στον πίνακά του ήταν μια γέφυρα.
Τα συναισθήματα που νιώθω εγώ κοιτάζοντας τον πίνακα πιστεύω πως είναι τα συναισθήματα που ήθελε ο Μαγκρίτ να νιώσει κάθε θεατής, νοσταλγία και μελαγχολία. Ένα μικρό τσίμπημα στην καρδιά που σε κάνει να σκεφτείς ο,τιδήποτε σου λείπει. Σου φέρνει αναμνήσεις στο μυαλό από εικόνες, εμπειρίες, αισθήσεις που θες να γυρίσεις πίσω τον χρόνο για να τις ξαναζήσεις. Σε μερικούς πιθανόν να φέρνει θλίψη στην σκέψη ότι δεν μπορούν να ξαναζήσουν τις ωραίες στιγμές που τόσο επιθυμούν αλλά με λίγη παραπάνω σκέψη θα πρέπει ο καθένας να είναι ευγνώμων γι’ αυτά που έχει ζήσει και να περιμένει με υπομονή αυτά που θα ζήσει στο μέλλον. Γι’ αυτό κοιτάζοντας τον πίνακα θα πρέπει να εμβαθύνει κανείς στο αίσθημα που προσδίδει για να ανακαλύψει τι σημαίνει για τον ίδιο η νοσταλγία.
Ο πίνακας διηγείται μια ιστορία. Την ιστορία του Μαγκρίτ.  Ο ίδιος με τον πίνακά του επιβεβαιώνει τις βασικές αρχές του σουρεαλισμού :  Αποδέσμευση από κάθε μορφή λογικής,  αυτοματισμός της σκέψης και  απελευθέρωση της φαντασίας…

Γεωργαλά  Μαρία Χριστίνα (Μαριτίνα), μαθήτρια Β1 τμήματος 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

 

«Ευαγγελισμός της Θεοτόκου»-Περιγραφή της εικόνας

Α) Ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Είναι ο «πρωτοστάτης άγγελος», ο αγγελιοφόρος του Θεού, που έφερε στην αγνή κόρη της Ναζαρέτ το χαρμόσυνο μήνυμα. Η στάση του σώματός του εκφράζει τη χαρά που έφερε το άγγελμά του. Παρόλο που ο αρχάγγελος βρίσκεται στο έδαφος, παρουσιάζεται με ορμή κίνησης, όπως άλλωστε μαρτυρεί το άνοιγμα των ποδιών του. Στον Ευαγγελισμό της Μονής Δαφνίου η στάση του αγγέλου δίνει με αριστουργηματικό τρόπο την εντύπωση πως η πτήση του δεν έχει τελειώσει, καθώς μιλάει στη Θεοτόκο. Ο Γαβριήλ με το αριστερό του χέρι κρατεί σκήπτρο, που συμβολίζει τον αγγελιοφόρο και όχι κρίνο, όπως μάς έχει συνηθίσει η δυτική ζωγραφική. Το δεξί του χέρι απλώνεται με βίαιη κίνηση προς τη Θεοτόκο σε σχήμα ομιλίας. Βοά σ’ αυτήν κατά το γνωστό τροπάριο «ποιον σοι εγκώμιον προσαγάγω επάξιον; τι δε ονομάσω σε; απορώ και εξίσταμαι. Διο, ως προσετάγην (=διατάχτηκα), βοώ σοι, Χαίρε η Κεχαριτωμένη».

Β) Η Θεοτόκος. Η Μητέρα του Θεού είναι η «κεχαριτωμένη», η ευλογημένη μεταξύ των γυναικών. Η βυζαντινή εικόνα του Ευαγγελισμού την παρουσιάζει άλλοτε να κάθεται στο θρόνο της και άλλοτε όρθια. Στην περίπτωση που η Θεοτόκος εικονίζεται καθισμένη, η εικόνα υπογραμμίζει την υπεροχή της απέναντι στον αρχάγγελο. Στην Εκκλησία μας υμνούμε, ως γνωστό, τη Θεοτόκο ως «την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ» (των αγγελικών δηλαδή ταγμάτων). Εδώ ο αγιογράφος είναι και συνεπής στο απόκρυφο κείμενο. Το Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου γράφει πως η Παναγία «πήρε την πορφύρα, κάθησε στο θρόνο της και την έγνεθε. Και κείνη τη στιγμή στάθηκε μπροστά της ένας Άγγελος». Σ’ άλλες εικόνες η Θεοτόκος είναι όρθια. Με τη στάση αυτή ακούει, κατά κάποιο τρόπο, καλύτερα το θείο μήνυμα.
Στην περίπτωση της Θεοτόκου αξίζει να μελετηθούν κυρίως τα αισθήματά της και οι σκέψεις της, ο ψυχικός της γενικά κόσμος την ώρα του Ευαγγελισμού.
Η εμφάνιση, πρώτα, του αρχαγγέλου και ο χαιρετισμός του, τάραξαν τη Θεοτόκο. Το αδράχτι με το νήμα που σύμφωνα με την παράδοση (Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου) κρατούσε στο χέρι της, έπεσε από το φόβο της. Βυθίστηκε σε σκέψεις. Σκεπτόταν τη σημασία του αγγελικού χαιρετισμού. Δεν αμφιβάλλει, δεν απιστεί στη διαβεβαίωση του αρχαγγέλου ότι θα γίνει Μητέρα του Θεού, μόνο με φρόνηση ρωτάει «Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;». Εδώ η Θεοτόκος διαφέρει από την Εύα. Εκείνη παρασύρθηκε από τον εγωισμό της και δέχτηκε ανεξέταστα όσα ο σατανάς της πρότεινε. Η Θεοτόκος, αντίθετα, στολισμένη με ταπεινοφροσύνη και υπακοή στο θέλημα του Θεού, ζητάει να μάθει με ποιο τρόπο θα πραγματοποιηθούν τα λόγια του αγγελιοφόρου του Θεού. Όταν όμως ο αρχάγγελος τη διαβεβαίωσε πως όλα θα γίνονταν με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τη δύναμη του Θεού (το μαρτυρούν το τμήμα του κύκλου και οι ακτίνες που εκπέμπονται από αυτό στο πάνω μέρος της εικόνας), εκείνη ολόψυχα και ανεπιφύλακτα συγκατατέθηκε, «ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Στο δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού της εορτής, η Εκκλησία μας δίκαια ψάλλει «Άγγελος λειτουργεί τω θαύματι, παρθενική γαστήρ τον Υιόν υποδέχεται Πνεύμα Άγιον καταπέμπεται, Πατήρ άνωθεν ευδοκεί και το συνάλλαγμα (=συμφωνία) κατά κοινήν πραγματεύεται βούληση, την επιθυμία, τη συμφωνία μεταξύ του Θεού και της Παρθένου, Πλάστη και πλάσματος, γιατί «η σάρκωσις του Λόγου ήτο έργον όχι μόνον του Πατρός και της Δυνάμεώς Του και του Πνεύματος… αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου» (άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, «Η Θεομήτωρ», σ. 134).
Η αμηχανία και η φρόνηση της Θεοτόκου, που με υπέροχους διαλόγους παρουσιάζουν τα τροπάρια της εορτής του Ευαγγελισμού, εκφράζονται σ’ άλλες εικόνες με την ανοιχτή παλάμη του δεξιού της χεριού. Η χειρονομία αυτή της απορίας είναι σαν να λέει «Γάμου υπάρχω αμύητος, πως ουν παίδα τέξομαι;» (β’ στιχηρό του εσπερινού).
Ο πιστός, καθώς ατενίζει και μελετά και προσκυνεί την εικόνα του Ευαγγελισμού, γεμάτος από χαρά και ευγνωμοσύνη σιγοψάλλει «Άξιον εστίν, ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών».

* Άντλησα αρκετές πληροφορίες από το διαδίκτυο.

ΓΕΩΡΓΟΥΛΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ, μαθητής Β1 τμήματος 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

 

Ο Όσιος Λουκάς, Βοιωτία,11ος αιώνας.
Η μονή του Οσίου Λουκά είναι άλλο ένα μέρος της Ελλάδας που αξίζει να επισκεφτεί κάποιος, καθώς η ομορφιά που εκπέμπει αυτό το μοναστήρι είναι μοναδική και εκπλήσσει κάθε επισκέπτη. Το φυσικό τοπίο δεν έχει αλλοιωθεί από οικιστική ή άλλη δραστηριότητα και διατηρεί την αυθεντικότητά του. Αναλυτικότερα, η μονή του Οσίου Λουκά είναι χτισμένη τον 11ο αιώνα και σε υψόμετρο 430 μέτρα στις δυτικές υπώρειες του Ελικώνα στο Στείρι Βοιωτίας. Αποτελεί  ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της βυζαντινής τέχνης. Η μονή είναι αφιερωμένη στον θαυματουργό Όσιο Λουκά. Αξίζει επίσης να αναφερθεί πως το μοναστήρι έχει δύο μεγάλες εκκλησίες, το ναό της Παναγίας και το Καθολικό. Το χαρακτηριστικό του μοναστηριού αυτού που το κάνει τόσο
ιδιαίτερο είναι κυρίως λόγω των ψηφιδωτών  του. Η αρχιτεκτονική του κτιρίου εντυπωσιάζει ,είναι σταυροειδής οκταγωνικός, με τρούλο και έχει επενδυθεί με μαρμάρινες κολώνες. Στο συγκεκριμένο ναό μπορεί κανείς να θαυμάσει τα ψηφιδωτά του 11ου αιώνα που κοσμούν την οροφή και χάρη στην τεχνοτροπία τους παραπέμπουν τους ειδικούς να ονομάσουν το ναό  <<μικρή >> Αγία Σοφία. Τέλος, στην κορυφή του λόφου της μονής βρίσκεται κάστρο, χτισμένο στη θέση παλαιότερης οχύρωσης.

 Αγκαλλίου Μελίνα, μαθήτρια Β1τμήματος 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

 

ΤΙΤΛΟΣ:Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΕΝΩ ΠΙΝΕΙ ΤΟ ΚΩΝΕΙΟ

Στην παρόν εικόνα έχουμε μια αξιόλογη «αντιγραφή» των γεγονότων όπου ο Σωκράτης είναι στην φυλακή. Αρχικά θα αναφερθώ  στον φιλόσοφο Σωκράτη. O Σωκράτης  ήταν Έλληνας Αθηναίος φιλόσοφος, μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ελληνικού και παγκόσμιου πνεύματος και πολιτισμού και ένας από τους ιδρυτές της Δυτικής φιλοσοφίας. Ήταν γιος του Σωφρονίσκου και της Φαιναρέτης από το δήμο της Αλωπεκής, της Αντιοχίδος φυλής. Στα 17 του χρόνια γνώρισε το φιλόσοφο Αρχέλαο, που του μετέδωσε το πάθος για τη φιλοσοφία και τον έπεισε να αφιερωθεί σ’ αυτήν. Το 399 π.Χ ο Σωκράτης ήπιε το κώνειο, έχοντας καταδικαστεί σε θάνατο από το Δικαστήριο της Ηλιαίας, που αποτελούνταν από 500 Αθηναίους πολίτες, με τις κατηγορίες της αμφισβήτησης και ασέβειας των θεών και τη διαφθορά των νέων της πόλης της Αθήνας. Απέφευγε την εμπλοκή στην πολιτική και προτιμούσε να πορεύεται τη δική του ανεξάρτητη πορεία. Μόνη εξαίρεση, όταν η πατρίδα τον καλούσε. Έτσι έλαβε μέρος σε τρεις εκστρατείες στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, στην πολιορκία της Ποτίδαιας, στο Δήλιο της Βοιωτίας το 424π.Χ. Το 399 π.Χ. διατυπώθηκε εναντίον του κατηγορία για ασέβεια προς τους θεούς και για διαφθορά των νέων. Ο φιλόσοφος καταδικάστηκε, με βάση την κατηγορία, σε θάνατο.

Στην παρακάτω εικόνα έχουμε την φυλακή η οποία είναι σκοτεινή και τους φυλακισμένους οι οποίοι είναι εξαθλιωμένοι ταλαιπωρημένοι και γενικά επικρατεί μια πολύ άθλια κατάσταση. Μέσα στην φυλακή απεικονίζεται ο φιλόσοφος Σωκράτης, ο οποίος είναι έτοιμος να πιει το κώνειο. Οι φυλακισμένοι δίπλα του μένουν άφωνοι με την κατάσταση αυτή και κάποιοι αντιδρούν με το να τον σταματήσουν. Επιπρόσθετα υπάρχουν και κάποιοι νεκροί φυλακισμένοι και δυο φρουροί στο βάθος της εικόνας μας. Επίσης η φυλακή έχει ένα παράθυρο από το οποίο μπαίνει το λιγοστό φως.

Γενικότερα  στη διάρκεια της δίκης ο Σωκράτης έδειξε θάρρος και ο φόβος δεν κατάφερε να τον βγάλει από τη θεϊκή του αταραξία. Μετά την καταδίκη του παρέμεινε στο δεσμωτήριο 30 μέρες, γιατί ο νόμος απαγόρευε την εκτέλεση της θανατικής ποινής πριν από την επιστροφή του ιερού πλοίου από τις γιορτές της Δήλου. Από τον διάλογο του Πλάτωνα «Κρίτων» μαθαίνουμε ότι ο Σωκράτης θα μπορούσε να σωθεί, αν ήθελε, αφού οι φίλοι του είχαν τη δυνατότητα να τον βοηθήσουν να αποδράσει.

Ο Σωκράτης αρνήθηκε και, ως νομοταγής πολίτης και αληθινός φιλόσοφος, περίμενε τον θάνατο ειρηνικά και γαλήνια, και ήπιε το κώνειο, όπως πρόσταζε ο νόμος.

Δημήτρης  Κερασοβίτης, μαθητής Β1 τμήματος 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

Η γέφυρα του Κουίνσμπορο.

Είναι έργο του Έντουαρτ Χόπερ, ο οποίος γεννήθηκε το 1882 στο Νιακ της Νέας Υόρκης και πέθανε το 1967. Υπήρξε ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ρεαλισμού στην αμερικανική τέχνη του μεσοπολέμου. Από το 1900 εγκαταστάθηκε οριστικά στη Νέα Υόρκη όπου αρχικά είχε πάει για σπουδές, ζώντας την καθημερινότητα της μεγαλύτερης μητρόπολης των Η.Π.Α.

Στον παραπάνω πίνακα ζωγραφικής βλέπουμε ένα έργο που φιλοτεχνήθηκε το 1913. Στη γέφυρα αυτή βλέπουμε την ολοκληρωμένη απεικόνιση της δύναμης που κατέχει ένα «τεχνολογικό μνημείο». Στο έργο αυτό ο ζωγράφος αναζητά την ισορροπία μεταξύ τεχνολογικής προόδου και του βασιλείου των αναμνήσεων και της φύσης.

Φιλοσοφικά αν αναλύσουμε το έργο θα διακρίνουμε πολλά ενδιαφέροντα πράγματα. Πρώτα απ’ όλα, βλέπουμε μια γέφυρα. Η γέφυρα είναι σύμβολο σύνδεσης δύο πόλεων ή χωρών.. Δεύτερον, θα μπορούσε να είναι ένα μέσω επικοινωνίας, σύνδεσης ή μεταφοράς παντοειδών υλικών και πνευματικών αγαθών, πραγμάτων, προϊόντων, απόψεων, ιδεών. Ακόμα θα μπορούσε να υπάρχει εκεί ώστε να μπορούν οι άνθρωποι να μετακινούνται από τη μια μεριά στην άλλη, διότι ανάμεσα υπάρχει ένα ποτάμι ή θάλασσα. Θα μπορούσε επίσης να είναι ένωση δύο πολιτισμών. Επίσης βλέπουμε κάτω από την γέφυρα σπίτια, άρα θα μπορούσε να είναι ένας διαχωρισμός, συμβολικά,  ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους.

Η γέφυρα που βλέπουμε είναι ένα έργο τέχνης, ένας πίνακας ζωγραφικής ενός αξιόλογου καλλιτέχνη που με τα έργα του ξεπέρασε τα έργα ενός εξίσου αξιόλογου καλλιτέχνη, του Πικάσο.

Παρόλα αυτά ή και για όλα αυτά, η γέφυρα είναι ένα έργο τέχνης από μόνη της. Για να δημιουργηθεί και να κατασκευαστεί χρειάζεται πολύ δημιουργικότητα, φαντασία, να είσαι ειδικός πάνω σε αυτό… και το κυριότερο, για να χτιστεί, χρειάζεται ένα είδος τέχνης.

Επίσης αυτό που βλέπουμε μας παραπέμπει σε κάτι πολύ ήρεμο, μια γέφυρα που μπορεί για λίγο να μας πάρει μακριά από τα προβλήματά μας, ένας κόσμος που βρίσκεται κάτω από αυτή, τα χρώματα που υπάρχουν προσφέρουν επίσης κάτι μαγευτικό, είναι όλα ανοιχτόχρωμα και ήρεμα. Ακόμα θα μπορούσε να είναι η ευκαιρία για γνωριμία ενός καινούργιου κόσμου… Μια ευκαιρία να ξεπεράσουμε τα όρια και τα στερεότυπα. Τους δισταγμούς και τις προκαταλήψεις ανάμεσα σε ανθρώπους κατώτερης τάξης ή «εγκλωβισμένους» σε ένα δικό τους σίγουρο κόσμο. . χωρίς καινούργια πράγματα… γιατί χωρίς να γεμίζουμε από εμπειρίες και γνώσεις ζωής γινόμαστε φτωχότεροι.

Τέλος θεωρώ ότι η φιλοσοφία υπάρχει παντού ακόμα και στο πιο μικρό έως και στο πιο μεγάλο πράγμα. Η φιλοσοφική έννοια των πραγμάτων, στην προκειμένη περίπτωση αυτής της γέφυρας, μας παραπέμπει σε ένα βαθύ νόημα ενός πίνακα ζωγραφικής. Που με την πρώτη ματιά ίσως να μην σκεφτόμασταν τίποτα από τα παραπάνω..

Βασδέκη Δέσποινα, μαθήτρια  Β1 τμήματος 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

Τα αίτια εξάπλωσης-διάδοσης του Χριστιανισμού στο Ρωμαϊκό κόσμο/Η συνεχιζόμενη επέκταση του Χριστιανισμού στο τέλος της Ρωμαϊκής ιστορίας. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.)

Τα αίτια εξάπλωσης-διάδοσης του Χριστιανισμού στο Ρωμαϊκό κόσμο/Η συνεχιζόμενη επέκταση του Χριστιανισμού στο τέλος της Ρωμαϊκής ιστορίας.

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.)

Στον ανταγωνισμό μεταξύ των θρησκειών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η άμυνα ήταν γενικώς ισχυρότερη από την επίθεση. Ακόμα και  προσηλυτιστικές λατρείες, όπως της Ίσιδος και του Μίθρα, όφειλαν σε μεγάλο βαθμό τη διάδοσή τους στην εξόρμηση των Ανατολικών θιασωτών τους σ’ όλο το ρωμαϊκό κόσμο. Ο προσηλυτισμός όμως σ’ αυτές δεν σήμαινε και την απάρνηση των άλλων λατρειών. Με την παρακμή του εμπορίου και των μετακινήσεων στον τρίτο και τέταρτο αιώνα, η διαδικασία της προπαγάνδας καθυστέρησε αναπόφευκτα. Η μόνη θρησκεία που κέρδιζε συνεχώς έδαφος κατά την περίοδο αυτή εις βάρος των άλλων λατρειών, ήταν ο Χριστιανισμός.

Η διάδοση του Χριστιανισμού:Η τελική επικράτηση του Χριστιανισμού ως της κυρίαρχης θρησκείας στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, οφειλόταν στη συγκυρία των πολλών πλεονεκτημάτων που είχε έναντι των αντιπάλων λατρειών. Οι Χριστιανοί διέθεταν μια οργάνωση που ξεπερνούσε όλες τις άλλες επί μέρους θρησκείες. Όταν η πρώτη χριστιανική εκκλησία αποσπάστηκε από την πατρική ιουδαϊκή, έχασε όλα τα πλεονεκτήματα που προσέφερε στα μέλη της μια καλώς ρυθμισμένη κοινωνία. Οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες ήταν απομονωμένα κύτταρα υπό τη στοιχειώδη διοίκηση πρεσβυτέρων μελών. Αλλά κατά τον πρώτο αιώνα της υπάρξεώς τους συνέστησαν ένα επαρκώς οργανωμένο σώμα κληρικών, που κατείχαν ευρύτατες πειθαρχικές αρμοδιότητες πάνω στους λαϊκούς. Ως τον καιρό του Μ. Αυρηλίου η κληρική ιεραρχία τελειώθηκε σ’ όλα ουσιώδη στοιχεία της. Ακόμα σπουδαιότερη υπήρξε η δημιουργία ενός μοναδικού συστήματος επικοινωνίας μεταξύ των, αρκετών σε αριθμό, χριστιανικών κοινοτήτων. Τον πρώτο αιώνα μ. Χ. τα μόνα  μέσα διατήρησης της επαφής μεταξύ των κατά τόπους εκκλησιών, ήταν οι ακανόνιστες επισκέψεις ή οι σποραδικές επιστολές επισήμων αρχηγών σαν τον Πέτρο και Παύλο. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου αιώνος οι εκκλησίες καθιέρωσαν ένα σύστημα τακτικής αλληλογραφίας μέσω αντιπροσώπων των γειτνιαζουσών κοινοτήτων. Στα πρώτα χρόνια του τρίτου αιώνα έγινε ένα καίριο βήμα προς τα εμπρός, όταν σ’ όλες τις ρωμαϊκές επαρχίες, τη μία μετά την άλλη, ο επίσκοπος της «μητροπόλεως» ή κυριότερης πόλεως προχώρησε στη σύγκληση τακτικών συνόδων επισκόπων απ’ όλες τις μικρότερες πόλεις, κατά το πρότυπο των λαϊκών επαρχιακών consilia. Σ’ αυτές τις διασκέψεις λαμβάνονταν πρόνοια για αμοιβαία οικονομική υποστήριξη -μια μορφή ασφάλειας που η αξία της αποδείχθηκε συχνά σε καιρούς διωγμών- και διαμορφώθηκε η ενιαία πίστη.

Η Καινή Διαθήκη:Τη διάδοση του Χριστιανισμού επιβοήθησε η ειδική φιλολογία, που δημιουργήθηκε σε τέτοιο βαθμό ανάλογο του οποίου δε γνώρισε καμία άλλη αρχαία εκκλησία, με εξαίρεση την ιουδαϊκή. Η διδασκαλία του Ιησού, που αρχικά συντηρήθηκε μόνο με την προφορική παράδοση, διατυπώθηκε σύντομα σε γραπτά κείμενα από τα οποία τα τέσσερα Ευαγγέλια, χρονολογούμενα περίπου από το 65 ως το 100, θεωρήθηκαν στο τέλος αυθεντικά. Κατά την εποχή του Κωνσταντίνου αυτά τα τέσσερα βιβλία, μαζί με άλλα πρώιμα κείμενα και επιστολές, κωδικοποιήθηκαν έτσι ώστε να σχηματίσουν την «Καινή Διαθήκη».

Χριστιανική θεολογία: Ολόκληρη η συλλογή αυτή πέρασε στους δυτικούς λαούς σε αρκετές λατινικές μεταφράσεις. Η αποστολή της αναθεωρήσεως και διευρύνσεως της χριστιανικής πίστεως στο φως άλλων συστημάτων σκέψεως και κυρίως της στωικής και πλατωνικής φιλοσοφίας, άρχισε με τις επιστολές του Παύλου και συνεχίστηκε στα γραπτά των διαφόρων εκκλησιαστικών Πατέρων ελληνικής ειδικά εθνικότητας, ανάμεσα στους οποίους οι Αλεξανδρινοί επίσκοποι Κλήμης και Ωριγένης (περίπου 200 μ. Χ.) υπήρξαν οι καθ’ εαυτό σκαπανείς. Από την εποχή του Μ. Αυρηλίου η Εκκλησία κρατούσε επίσης δικές της ιστορικές αναγραφές, που ανάμεσά τους το Μαρτυρολόγιο κατέληξε να σχηματίσει μια ξεχωριστή βιβλιοθήκη. Στις ημέρες του Κωνσταντίνου ένας επίσκοπος της Παλαιστίνης, ο Ευσέβιος (264-340) συγκέντρωσε τις διάφορες  παραδόσεις σε μια τυπική ιστορία της Εκκλησίας. Ο ίδιος λόγος συσχέτισε τις χρονολογίες των ιουδαϊκο-χριστιανικών  γεγονότων με τα γεγονότα της ανατολικής, ελληνικής και ρωμαϊκής ιστορίας σε συγχρονιστικούς πίνακες, που έχουν αξιόλογη σπουδαιότητα για τη γενική μας γνώση της αρχαίας  χρονολογίας.

Απολογητική : Ένας άλλος κλάδος της χριστιανικής λογοτεχνίας απευθυνόταν στους μη Χριστιανούς για να τους ερμηνεύσει τη χριστιανική θρησκεία και να την υπερασπιστεί εναντίον επιθέσεων απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Η ανάγκη αυτής της απολογητικής λογοτεχνίας, ήταν τόσο μεγαλύτερη καθόσο καμία άλλη θρησκεία της αρχαιότητας δεν είχε ν’ αντιμετωπίσει συντονώτερη αντίθεση (Κεφ. XLIII, 9). Οι πρώτες χριστιανικές απολογίες των οποίων έχουμε μνεία (από τον Αριστείδη κι από το Μηλίτωνα, επίσκοπο των Σάρδεων) ανήκουν στη βασιλεία του Αντωνίου. Επί Μ. Αυρηλίου οι επιθέσεις δύο λογίων, του Κορνηλίου Φρόντωνος (Κεφ. XXXIX,9) και του Κέλσου, επέσυραν αρκετές απαντήσεις, ανάμεσα στις οποίες ο διάλογος «Οκτάβιος» του Μινουκίου Φήλικος (Minucius Felix) αποτελεί το αρχαιότερο σωζόμενο δείγμα.

Ο Άγιος Αυγουστίνος: Τον τέταρτο αιώνα η έντονη επίθεση των τελευταίων νεοπλατωνικών φιλοσόφων αντιμετωπίσθηκε από μία συνδυασμένη χριστιανική προπαγάνδα, που κατάληξή της ήταν το «περί της Πολιτείας του Θεού» (De Civitate Dei) του Αγ. Αυγουστίνου (354-430), που θεωρήθηκε ως η κλασσική δικαίωση της χριστιανικής πίστεως. Μολονότι οι Χριστιανοί απολογητές έχαναν κατά καιρούς την ψυχραιμία τους  -δείγματα των επιζημίων αντεγκλήσεων θα βρεθούν στην Apologia του Αφρικανού ρήτορα Τερτυλιανού (περίπου 160-230), –  διατήρησαν συνολικά έναν τόνο υπολογισμένης μετριοπάθειας και αντέκρουσαν τους ανταγωνιστές τους σημείο προς σημείο. Καμία άλλη αρχαία θρησκεία δεν υπήρξε τόσο τυχερή όσο ο Χριστιανισμός στον τρόπο παρουσιάσεώς της.

Χριστιανικό τελετουργικό και ηθική: Τέλος, η χριστιανική πίστη καθ’ εαυτήν  ήταν διαρκέστερα ελκυστική απ’ ό, τι  οι αντίπαλες λατρείες. Το τελετουργικό της ήταν απλό και δεν προκαλούσε παρόμοια οπτική και ακουστική εντύπωση, όπως εκείνη των επισήμων ειδωλολατρικών λατρειών. Δεν ήταν προσωποληπτική, πράγμα που άλλωστε δε συνέβαινε ούτε στις λατρείες της Ίσιδας και του Μίθρα και στα άλλα συγγενή δόγματα, που αγνοούσαν τη διάκριση μεταξύ πλουσίων και φτωχών, μεταξύ ελεύθερων και εξαρτημένων. Αν ο Χριστιανισμός προσέφερε μιαν εξίσου έγκυρη υπόσχεση για τη μελλοντική ζωή του ατόμου, το αντίτιμο εισόδου στον ουρανό ήταν σ’ αυτόν υψηλότερο. Αλλά εδώ ίσως βρισκόταν το μυστικό της επιτυχίας του.

Πρακτική αλληλοβοήθεια: Μολονότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να εκτιμήσουμε τα αντίστοιχα ηθικά επίπεδα των Χριστιανών, Ιουδαίων και Ειδωλολατρών στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αξιόλογη μαρτυρία προς όφελος των Χριστιανών έδωσε ένας από τους πιο αποφασισμένους αντιπάλους του, ο αυτοκράτωρ Ιουλιανός (361-363), όταν προέτρεπε τους ειδωλολάτρες να μιμούνται την πρακτική αλληλοβοήθεια των Χριστιανών σε ζητήματα τέτοια όπως η περιποίηση των αρρώστων και η ανακούφιση των φτωχών. Μολονότι ο ειδωλολατρικός κόσμος είχε κάποτε να επιδείξει μια εξαίρετη παράδοση σεβασμού των υποχρεώσεων του πλούτου, η μεγαλοδωρία του έτεινε να γίνει υπέρ το δέον επιδεικτική και αδιάφορη, και με τη γενική εξαθλίωση του ρωμαϊκού κόσμου τον 3ο και 4ο αιώνα, συστάλθηκε σε πολύ περιορισμένες αναλογίες. Αν η Χριστιανική κοινωνική συνείδηση ήταν πιο αποτελεσματικά άγρυπνη σ’ αυτή την περίοδο απ’ ό, τι  των ειδωλολατρών, η επιτυχία της Εκκλησίας στην απόκτηση και διατήρηση προσήλυτων βρίσκει μια έτοιμη εξήγηση.

Η αντίθεση στο Χριστιανισμό: Η βάση της αντιθέσεως προς τους Χριστιανούς ήταν η ίδια όπως και στην περίπτωση των Ιουδαίων. Η Χριστιανική σαν την Ιουδαϊκή θρησκεία δεν αρκούνταν να μοιράζεται τον κόσμο μαζί με άλλες λατρείες, αλλά απέβλεπε στην ολοκληρωτική τους υποκατάσταση. Η επίθεση αυτή κατά των άλλων θεών ή «αθεϊσμός» όπως ονομαζόταν, απορρίπτονταν από τους πολυθεϊστές που είχαν ως αξίωμά τους την ανοχή στα θρησκευτικά ζητήματα.

Αντίθεση στις μονοθεϊστικές λατρείες: Η αντίθεση στην Ιουδαϊκή και Χριστιανική επιθετικότητα αυξήθηκε με την ενόχληση που έδινε αυτή στις κοινωνικές συνήθειες και τον κίνδυνο από τα καλυμμένα συμφέροντα που απέρρεαν από την άρνηση των «λατρευτικών ειδώλων». Εξάλλου, οι Ιουδαίοι και οι Χριστιανοί δε μπορούσαν να αποφύγουν την αντιδημοτικότητα χρησιμοποιώντας το προφυλαχτικό τέχνασμα της παραμονής μακριά από την πολυθεϊστική κοινωνία, γιατί σε ένα ουσιαστικά κοινωνικό σύνολο όπως ήταν η ελληνική ή η ρωμαϊκή πόλη, η αυτοαπομόνωση αντιμετωπιζόταν με υποψία και ήταν πάντοτε πρόχειρες οι τερατώδεις φημολογίες για την αποκάλυψη των ανυπόληπτων τελετουργιών που θεωρούνταν ότι ασκούν μυστικά οι Ιουδαίου και οι Χριστιανοί ή για την επίρριψη υπαινιγμών για πολιτική απειθαρχία. Αν ένας καλώς πληροφορημένος και στοχαστικός άνδρας σαν τον Τάκιτο, μπορούσε να καταγγέλλει ανοιχτά τους Ιουδαίους και τους Χριστιανούς για φαυλότητα στους τρόπους ζωής τους, είναι εύκολο να κατανοηθεί ότι η μάζα των ανύποπτων ανθρώπων ήταν έτοιμη να δεχθεί με την πρώτη εντύπωση τις υπερβολικότερες φήμες που αναφέρονταν σε αυτούς.

Λαϊκές  εκρήξεις: Αν ο μέσος άνθρωπος στον ελληνικό και το ρωμαϊκό κόσμο έσπευδε να καταδικάσει τις μονοθεϊστικές θρησκείες, η οργή του εναντίον τους σπάνια μπορούσε να συγκρατηθεί, ενώ δε γινόταν παρά να παραδεχτεί, σε στενότερη τυχόν επαφή με Ιουδαίους και Χριστιανούς, ότι οι εναντίον τους κατηγορίες ήταν αβάσιμες. Γι’ αυτό το λόγο και οι δύο λατρείες απαλλάχθηκαν βαθμιαία από ένα μέρος της αρχικής τους αντιδημοτικότητας. Μετά την εποχή του Αδριανού, οι Ιουδαίοι καθιέρωσαν ένα modus vivendi με τους γείτονές τους. Η λαϊκή αγανάκτηση κατά των Χριστιανών υποχώρησε τον 3ο αιώνα. Τον καιρό του Κωνσταντίνου Χριστιανοί και ειδωλολάτρες δεν δυσκολεύονταν να συνάπτουν σταθερές φιλίες. Αλλά στους δύο πρώτους αιώνες της υπάρξεώς τους οι χριστιανικές κοινότητες ήταν διαρκώς εκτεθειμένες σε επιθέσεις αποθηριωμένων όχλων, σαν κι εκείνους που επέπεφταν κατά των Ιουδαίων στους μεσαιωνικούς και πάλι στους πρόσφατους χρόνους.

Το Έδικτο του Μιλάνου: Το 312 η «προσχώρηση»-ευνοϊκή στάση του Κωνσταντίνου στο Χριστιανισμό εγκαινίασε μία νέα εποχή για την Εκκλησία. Μετά τη νίκη του εναντίον του Μαξεντίου, που τον άφησε μόνο κυρίαρχο όλης της δύσεως, ο Κωνσταντίνος συνάντησε το Λικίνιο, τον απομένοντα συνάδελφό του στην ανατολή, τον οποίο κέρδισε στην πολιτική της ανεξιθρησκείας. Με το Έδικτο του Μιλάνου, που εκδόθηκε τον επόμενο χρόνο στο όνομα του Κωνσταντίνου και Λικινίου, παραχωρήθηκε στους Χριστιανούς τελεία ελευθερία ασκήσεως της λατρείας τους και εξαίρεση απ’ όλες τις ειδωλολατρικές τελετουργίες σε όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Είναι αλήθεια ότι το διάταγμα αυτό παραβιάστηκε αργότερα από το Λικίνιο, αλλά επικυρώθηκε πάλι το 323 όταν ο Κωνσταντίνος έγινε μόνος αυτοκράτορας.

Προνόμια της Εκκλησίας: Δύο χρόνια αργότερα ο Κωνσταντίνος έδωσε ειδικές διευκολύνσεις στους Χριστιανούς ιεράρχες για να παρευρεθούν στη σύνοδο της Νίκαιας και πήρε ο ίδιος μέρος στο συνέδριο ως διαιτητής και ειρηνοποιός. Ο σεβασμός του προς τους χριστιανούς συμβούλους του αποκαλύπτεται στη μεταγενέστερη νομοθεσία του σε ζητήματα οικογενειακού δικαίου (Κεφ. XLII, 4)   και στο  θεσμό  της υποχρεωτικής Κυριακής αργίας. Στη νέα του πρωτεύουσα ο Κωνσταντίνος απαγόρευσε την κατασκευή ειδωλολατρικών ναών. Η θρησκευτική όμως πολιτική του παρέμεινε στο σύνολό της πολιτική γενικής ανεξιθρησκείας. Οι καταδιωκτικές δραστηριότητες της προνομιούχου χριστιανικής εκκλησίας ανήκουν σε μεταγενέστερες βασιλείες.

Χριστιανισμός, η θρησκεία του μέλλοντος: Στις ημέρες του Κωνσταντίνου ο Χριστιανισμός απείχε ακόμα πολύ από του να είναι η γενική θρησκεία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Με εξαίρεση ίσως τη Συρία, τη Μικρά Ασία και την πόλη της Αλεξάνδρειας, οι οπαδοί του πουθενά δεν περιλάβαιναν  περισσότερο από το ήμισυ του πληθυσμού. Στη Ρώμη και στη δύση, αποτελούσαν ακόμα μία ελάχιστη μειοψηφία. Παρ’ όλα αυτά, είχαν φυτεύσει σε κάθε επαρχία τους σπόρους της προπαγάνδας τους. Ο κλήρος τους είχε εξελιχθεί σε παντοδύναμη αριστοκρατία. Πάνω απ’ όλα, είχαν κερδίσει την πλειοψηφία των πιο καλλιεργημένων κατοίκων της αυτοκρατορίας. Στα μέσα του 4ου αιώνα ο αντιφρονών αλλά τίμιος αυτοκράτορας Ιουλιανός, τελευταίος εξέχων αντιπρόσωπος της παλαιότερης τάξεως πραγμάτων, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι η τελική νίκη του Χριστιανισμού στο ρωμαϊκό κόσμο είχε εξασφαλισθεί.

Βιβλιογραφία-πηγές:

1.Ρωμαϊκή ιστορία, M. Cary (Διδ. Φιλ. Πανεπιστημίου Οξφόρδης), Τόμος Β΄, μετάφραση: Αικ. Ε. Σταθοπούλου (φιλόλογος), Εκδόσεις: «Μίνωας», Αθήναι 1960.

2.Για τις προσηλυτιστικές μεθόδους στο ρωμαϊκό κόσμο βλ.Frank, Aspects of Social Behaviour in Ancient Rome, και ειδικώς A.D.Nock, Conversion.

3.Για την πρώτη χριστιανική κουλτούρα και την εκκλησιαστική διοργάνωση βλ. W.M. Ramsay, The Church in the Roman Empire. T.R. Glover, The Conflict of Religions in the Early Roman Empire. A.D.Nock, F.C. Burkitt & H. Lietzmann  εις  Cambr. Anc. Hist., τ. XII, Κεφ. XII-XV. M.L.W. Laistner, Christianity and Pagan Culture in the Later Roman Empire.

4.Το προβάδισμα της επισκοπής της Ρώμης δεν καθιερώθηκε οριστικά μέχρι τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας το 451, όταν ο Πάπας Λέων Α΄ απαίτησε με επιτυχία την ανάγκη παραχωρήσεως ex officio της προεδρίας στον πληρεξούσιό του.

5.Οι Χρονολογικοί Πίνακες του Ευσεβίου σώζονται σε λατινική και αρμενική μετάφραση (Βλ. J.K. Fotheringham, Eusebii Pamphili  Chronici Canones).

6.Η κανονική πορεία της ρωμαϊκής ζωής περιλάβαινε πολλές  πράξεις λατρείας προς τις θεότητες. Οι περισσότερες απ’ αυτές τις προσευχές ή τις σπουδές γίνονταν τελείως μηχανικά, παρόλο που η παράλειψή τους θα προκαλούσε κακή διάθεση. Η παρακώλυση του εμπορίου που μπορούσε να προξενήσει η διάδοση των μονοθεϊστικών θρησκειών απεικονίζεται  στον Plinius, Ep. X. 96,10, και στο επεισόδιο του Δημητρίου του Χρυσοχόου στην Έφεσο (Πράξεις XIX).

7.Για την κρίση του Τακίτου όσον αφορά στους Ιουδαίους βλ. Historiae, V. 2-5.  για τους χριστιανούς βλ. Annales, XV. 44. 4 («ολέθρια δεισιδαιμονία» [exitiabilis superstition]).

8.Για την προπαγάνδα των ειδωλολατρών λογίων κατά των Χριστιανών βλ. Glover,  ε.α.  T. Geffcken, Der Ausgang des griechisch-romischen Heidentums, Κεφ. ΙΙΙ.

9.Ανάμεσα στους πρώτους Χριστιανούς μόνο η αίρεση των Μοντανιστών αντιτίθονταν στη στρατιωτική υπηρεσία. Ο μοναχισμός ήταν προϊόν του 4ου και 5ου αιώνα. Εκτός απ’ την άρνησή τους να συμμετέχουν στις ειδωλολατρικές τελετουργίες, οι πρώτοι Χριστιανοί δεν έδειξαν άλλη τάση αποφυγής των πολιτικών καθηκόντων τους.

10.Για τον Κωνσταντίνο βλ. N.H. Baynes,  Constantine the Great and the Christian Church.  A.H.M. Jones, Constantine.

Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη

 

 

 

 

«Το 5ο Γενικό Λύκειο Τρικάλων… μέσα από τη ματιά μιας μαθήτριάς του»

 

«Το 5ο Γενικό Λύκειο Τρικάλων… μέσα από τη ματιά μιας μαθήτριάς του»

Το σχολείο για εμάς τους μαθητές είναι το δεύτερο σπίτι μας. Εκεί περνάμε αρκετές ώρες της ημέρας, μαθαίνοντας ολοένα και περισσότερα πράγματα,  τόσο σε εκπαιδευτικό επίπεδο όσο και σε εγκυκλοπαιδικό.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Το 5ο γενικό λύκειο, λοιπόν, κτίστηκε περίπου στα μέσα του προηγούμενου αιώνα το 1967-73. Είναι πιο ογκώδες συγκριτικά με το γυμνάσιο από δίπλα του. Έχει δυο ευρύχωρους ορόφους με μεγάλα παράθυρα και αίθουσες γεμάτες φως. Εξωτερικά έχει ένα απαλό μπεζ  χρώμα που κάνει το κτήριο ακόμη πιο επιβλητικό. Τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά οι τοίχοι του σχολείου είναι διακοσμημένοι με διάφορες και άλλοτε εντυπωσιακές ζωγραφιές φτιαγμένες από ταλαντούχους μαθητές που δίνουν έναν τόνο πιο ευχάριστο και οικείο στην μονοχρωμία του μπεζ.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Παρ’ όλες τις ομορφιές του το 5ο λύκειο Τρικάλων έχει μια σοβαρότητα καθώς  τα πράγματα δυσκολεύουν αφού, τόσο τα μαθήματα όσο και οι καθηγητές, έχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις. Πιο συγκεκριμένα, στο λύκειο πρέπει να επιλέξουμε τον κύκλο σπουδών  που εκπροσωπεί τις δυνατότητές μας που θα ακολουθήσουμε. Ο καθένας από τους κύκλους σπουδών  περιλαμβάνει και συγκεκριμένα επαγγέλματα, οπότε, ανάλογα τους στόχους μας ο καθένας από εμάς  τους μαθητές, επιλέγει τον αντίστοιχο κύκλο σπουδών. Η δική μου επιλογή είναι η θετική κατεύθυνση καθώς με ενδιαφέρουν οι θετικές επιστήμες και η σχολή που με ενδιαφέρει ανήκει σε αυτό το επιστημονικό πεδίο. Επίσης, έχω μια ιδιαίτερη συμπάθεια στο μάθημα της χημείας. Ίσως, βέβαια, σε αυτό να συμβάλλει και ο καθηγητής μας, διότι ο τρόπος μάθησης και διδασκαλίας του είναι πολύ αποδοτικός για εμάς, αφού μας βοηθάει να κατανοήσουμε πολύ καλά τη θεωρία και με τα τόσα παραδείγματα και τις ασκήσεις που κάνουμε η εμπέδωση είναι βέβαιη. Οι περισσότεροι καθηγητές μας είναι φιλικοί και υπομονετικοί μαζί μας και αυτό μας ωθεί ακόμη περισσότερο στη γνώση ολοένα και περισσότερων πραγμάτων και φυσικά μας κάνουν να επικεντρωνόμαστε στον μελλοντικό μας στόχο, που είναι η επιτυχία μας στο τμήμα σπουδών που επιθυμούμε, κτίζοντας έτσι τα θεμέλια του μέλλοντός μας.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Εκτός όμως από τις δυσκολίες και τις απαιτήσεις του, το 5ο λύκειο μας προσφέρει στιγμές ψυχαγωγίας, διασκέδασης και εκμάθησης. Πιο συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς και με τη βοήθεια βέβαια κάποιων καθηγητών, υλοποιούνται διάφορα ευρωπαϊκά  και πολιτιστικά προγράμματα με διάφορες εκπαιδευτικές εκδρομές, άλλοτε μονοήμερες και άλλοτε πολυήμερες, στην Ελλάδα, ακόμη και στο εξωτερικό. Έτσι, εμείς οι μαθητές εξερευνούμε και ανακαλύπτουμε τη χώρα μας, μαθαίνοντας ακόμη περισσότερα για την ιδιαίτερη κουλτούρα και τον πολιτισμό μας. Με τα ευρωπαϊκά προγράμματα και τις εκπαιδευτικές εκδρομές στο εξωτερικό, διευρύνουμε τους ορίζοντές μας, αφού  έχουμε την ευκαιρία να ανακαλύψουμε και να συγκρίνουμε τα ήθη και τα έθιμα άλλων χωρών, τον πολιτισμό τους και κυρίως τον τρόπο ζωής άλλων λαών με τον δικό μας. Επιπλέον, όσον αφορά τα εκπαιδευτικά προγράμματα, το 5ο Γενικό Λύκειο Τρικάλων είναι, πλέον, ένα από τα «τυχερά» σχολεία τα οποία διαθέτουν εξοπλισμό ρομποτικής. Με αυτό τον τρόπο οι μαθητές έχουν μια μοναδική ευκαιρία να ανακαλύψουν δυνατότητες του εαυτού τους που δεν ήξεραν ότι υπάρχουν. Αποκτούν συνεχώς «μαθήματα» και εμπειρίες και εξελίσσονται στην τεχνολογία του μέλλοντος.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Κλείνοντας, το 5ο Γενικό Λύκειο Τρικάλων προσφέρει δυνατότητες στους μαθητές και τους ωθεί να εξελιχθούν και να αντιμετωπίσουν το μέλλον, ως η επόμενη γενιά, σε όλους τους τομείς.

ΠΟΛΥΜΕΡΟΥ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ, μαθήτρια  Α3 τμήματος του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

OLYMPUS DIGITAL CAMERA