Συγχαρητήριο μήνυμα για τους επιτυχόντες του 2022 του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (AEI)

Συγχαρητήριο μήνυμα για τους επιτυχόντες του 2022 του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (AEI)

P1110510

Τα θερμά μου συγχαρητήρια σε όλους τους μαθητές και μαθήτριες του 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων που  πέτυχαν την πολυπόθητη εισαγωγή τους στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση! Αυτή η επιτυχία, ειδικά φέτος, ήρθε με πολύ περισσότερο κόπο από όλους μας, μαθητές, εκπαιδευτικούς, γονείς. Εύχομαι από καρδιάς καλές σπουδές, επιτυχίες και ευτυχίες στη ζωή των μαθητών/τριών μας και να συνεχίζουν να κυνηγούν τα όνειρά τους με επιμονή, υπομονή, εσωτερική δύναμη και ανεξάντλητη αισιοδοξία!

Για το 5ο ΓΕΛ Τρικάλων

Η Διευθύντρια του 5ου Γενικού Λυκείου

Ηλιάδη Αμαλία, φιλόλογος-ιστορικός

Αναρωτήσεις Φιλαναγνωσίας από την Αμαλία Κ. Ηλιάδη,φιλόλογο-ιστορικό, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

Αναρωτήσεις Φιλαναγνωσίας από την Αμαλία Κ. Ηλιάδη,φιλόλογο-ιστορικό, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

P1110500 1

Αρκεί ένα βιβλίο, λοιπόν, και γαντζώνεσαι; Αποφεύγεις την πραγματικότητα και πλάθεις μια άλλη; Είναι η δίψα για το άγνωστο που κρύβεται μπροστά σου και σε προκαλεί; Ανήκεις σε αυτούς που αναζητούν την επιβεβαίωση των πιστεύω τους σε ένα βιβλίο; Είναι όλα αυτά που γυρνάνε σαν σβούρα, αξεδιάλυτα μέσα σου και αδυνατείς να εκφράσεις; Είναι απρόσιτες καταστάσεις που θα ήθελες να ζήσεις; Ένας τρόπος να κρυφτείς από τον ίδιο σου τον εαυτό; Είναι μια δίψα να μάθεις; Μήπως απλά γεμίζεις τον άδειο σου χρόνο, «σκοτώνεις» την ώρα σου; Είναι κάτι που σε εξυψώνει και σε πλουτίζει εσωτερικά; Το κάνεις για να ξεχαστείς, να λησμονήσεις τα «άγρια» της ζωής σου; Γιατί αγνοείς επιδεικτικά το ολόγιομο φεγγάρι, τον ήλιο που βασιλεύει στον ορίζοντα, χαρίζοντάς σου αξέχαστα δειλινά, ή το αφάνταστα αχνογάλαζο ξημέρωμα; Γιατί αποκλείεις τόσες φορές τη ζωή που κυλάει γύρω σου με όλους τους σπαρταριστούς χυμούς της, για να απομονωθείς με ένα βιβλίο;

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων: “ Οι βίοι των αγίων ως συνεκτικό αφηγηματικό στοιχείο λόγιου και λαϊκού πολιτισμού στην βυζαντινή κοινωνία”

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων: “ Οι βίοι των αγίων ως συνεκτικό αφηγηματικό στοιχείο λόγιου και λαϊκού πολιτισμού στην βυζαντινή κοινωνία”
P1110506
Η Μνημοσύνη είναι προγεννήτορας όλων των τεχνών και των
επιστημών, μεταξύ των οποίων και της ιστορίας· η Κλειώ ήταν μία από τις θυγατέρες της. Η επιστήμη της θύμησης, η μνημονική, που αποδίδεται στον Σιμωνίδη τον Κείο, αποτέλεσε τη βάση της μαθησιακής διαδικασίας. Η μνήμη για τους αρχαίους Έλληνες αποτελούσε, εξάλλου, προϋπόθεση της σκέψης. Αυτή τη βασική ιδέα παρέλαβαν οι Βυζαντινοί από τους αρχαίους Έλληνες ως άξιοι επίγονοί τους και με γνώμονα την τεράστια αξία της καταγραφής για την πρόοδο και την επιβίωση της κοινωνίας τους, κατέλιπαν σε μας πληθώρα γραπτών πηγών: χρονογραφίες, ιστορίες, αφηγήσεις, βίους αγίων. Εξάλλου, γενικά μιλώντας, όλοι οι βυζαντινοί είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση και σεβασμό προς την εκπαίδευση. Τη θεωρούσαν ως το πρώτο από τα αγαθά που μπορούσαν να κατέχουν και το οποίο δε θα
τους «πρόδιδε» ποτέ. Γι’ αυτό οι πατέρες φρόντιζαν για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Τα παιδιά, μετά από τα έξι
ή επτά τους χρόνια πήγαιναν στα σχολεία για να μάθουν τα πρώτα τους γράμματα που ονομάζονταν Προπαιδεία των μαθημάτων και πιο συχνά Ιερά Γράμματα, επειδή οι
δάσκαλοι της στοιχειώδους εκπαίδευσης ήταν οι πιο πολλοί κληρικοί και μοναχοί και δίδασκαν το αλφάβητο, τον συλλαβισμό, την ανάγνωση και τη γραφή μέσα από
εκκλησιαστικά, ως επί το πλείστον, κείμενα. Οι μαθητές διδάσκονταν, μ’ αυτή τη μεθοδολογία, στοιχεία γραμματικής, αριθμητική, αρχαία ιστορία, μυθολογία, ωδική
και θρησκευτικά. Εκείνος που δίδασκε τα πρώτα στοιχεία καλούνταν στοιχευτής ή γραμματιστής κι εκείνος που δίδασκε αριθμητική, δηλαδή το «ψηφίζειν», λεγόταν
ψηφιστής.
Για τον μελετητή μιας κοινωνίας, τωρινής ή παρελθούσας, η μνήμη αποτελεί εργαλείο και πεδίο έρευνας, μέσον δηλαδή, και στόχο της μελέτης του. Ακόμη και η ατομική μνήμη δεν είναι απλώς μια μνήμη προσωπική. Οι μνήμες που συγκροτούν την ταυτότητά μας και μας παρέχουν ένα πλαίσιο για τη σκέψη και τη δράση μας δεν είναι μονάχα δικές μας· τις έχουμε μάθει, τις έχουμε «δανειστεί» και τις έχουμε, κατά κάποιον
τρόπο, κληρονομήσει μέσα από τις οικογένειες, τις κοινότητες και τις πολιτισμικές παραδόσεις μας.
Η ιστορία καθεαυτή αποτελεί προϊόν και πηγή κοινωνικής μνήμης. Η απόπειρα να ορίσουμε τον ρόλο της κοινωνικής μνήμης αναφορικά με την ανάπλαση του παρελθόντος και την
κατανόησή του συνιστά μια επίπονη ενασχόληση.
Μέσα από τη μελέτη των Βυζαντινών Συναξαρίων, των Βίων των αγίων και άλλων συναφών κειμένων, μπορεί να καταδειχθεί
η διαπλοκή της προφορικότητας (λαϊκών αφηγήσεων) με τα γραπτά αγιολογικά κείμενα της πρώιμης και μέσης βυζαντινής περιόδου, μέσω της ανάλυσης και κωδικοποίησης των μοντέλων δράσης ηρώων και της αντίστοιχης ανάλυσης του τρόπου δράσης των αγίων-ηρώων των βίων και των Συναξαρίων
(αγιολογικών κειμένων). Εκεί, υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, η δυνατότητα να προκύψουν πρωτότυποι και ενδιαφέροντες παραλληλισμοί, οι οποίοι θα φανερώσουν, σε πολλαπλά επίπεδα ιδεολογίας και κουλτούρας, (εν γένει πολιτισμού), τις
«συνέχειες» που υφίστανται ανάμεσα στον προφορικό-λαϊκό πολιτισμό και στον γραπτό- «λόγιο» πολιτισμό.
Το γεγονός ότι από την αρχαία Ελλάδα δεν μας έχει διασωθεί κανένα γνήσιο λαϊκό αφήγημα ούτε λαϊκή παράδοση, οδήγησε πριν από αρκετά χρόνια στη διατύπωση της θεωρίας, πως ο αρχαίος ελληνικός λαός ήταν από τους λίγους εκείνους λαούς,
ίσως και ο μόνος, που μέσα στον κόσμο του δεν είχε λαϊκούς θρύλους. Είναι αλήθεια πως η γραπτή παράδοση των Ελλήνων απέφυγε να δώσει την προσήκουσα σημασία στη λαϊκή δημιουργία και φαίνεται παράλληλα να μην ενδιαφέρθηκε και
πάρα πολύ να τη διασώσει. Στην παραπάνω όμως ασταθή θεωρία της παντελούς έλλειψης παραμυθιών, αντιτίθεται η άφθονη παρουσία λογοποιητικών θεμάτων στις ηρωικές παραδόσεις, γεγονός που αποτελεί αδιαφιλονίκητη
απόδειξη, ότι οι αρχαίοι Έλληνες και μύθους-θρύλους είχαν και λογοποιίες διέθεταν, οι οποίες μεταβιβάστηκαν στους βυζαντινούς μέσω των μαρτυρολογίων, συναξαρίων και των βίων των αγίων της πρώιμης, μέσης και ύστερης βυζαντινής περιόδου.
Πολλές προφορικές λαϊκές διηγήσεις, στα βασικά τους στοιχεία δομής και περιεχομένου, ιχνηλατούνται στα αγιολογικά κείμενα ως πλέγμα, ιστός και καμβάς του ξετυλίγματος της υπόθεσης-ιστορίας του βίου ενός αγίου. Αυτή η διάσταση προκύπτει απ’ τη μελέτη των αγιολογικών κειμένων της πρώιμης βυζαντινής περιόδου σε σχέση με την ελληνική αρχαιότητα και κυρίως σε σχέση με τους αρχαίους ελληνικούς μύθους.
Αυτού του είδους η οπτική γωνία καθορίζει και το θέμα μελέτης: ο κεντρικός άξονας γύρω απ’ τον οποίο επικεντρώνεται η ανάλυση είναι ακριβώς η προφορικότητα, λαϊκότητα των αγιολογικών κειμένων που, είτε γράφτηκαν είτε αναφέρονται στην πρωτοχριστιανική- πρωτοβυζαντινή και μέση βυζαντινή περίοδο (2ος-10ος αι. μ. Χ.), και τα οποία παρουσιάζουν κοινά σημεία αναφοράς με πανάρχαιους κι αρχαίους θρύλους.
Άλλωστε, το μεγαλείο της κλασσικής ηθικής, κατά τον Έρασμο είναι, ήταν και θα εξακολουθεί να είναι τεράστιο: «Ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να ονομάσει κοσμικό κάτι που τρέφει την ευσέβεια και οδηγεί στην τελειοποίηση της ψυχής. Γι’ αυτή τη βελτίωση η πρώτη θέση ανήκει δικαιωματικά στην Αγία
Γραφή. Κι όμως πολλές φορές μου συμβαίνει να ανακαλύπτω λόγους αρχαίων συγγραφέων…των οποίων η καθαρότητα, η αγιότητα και, θα μπορούσα να πω, η θεία προέλευση, μου δημιουργούν τέτοια εντύπωση, ώστε δεν μπορώ να μην πιστέψω ότι το χέρι τους είχε σαν οδηγό το Θεό. Άλλωστε το πνεύμα του Χριστού βρίσκεται στα αρχαία κείμενα περισσότερο απ’ ό,τι μπορούμε να φανταστούμε». (Εράσμου-Συνομιλίες).
Η χριστιανική θρησκεία προήλθε από την Παλαιστίνη. Αλλά γρήγορα δέχτηκε την ελληνιστική επίδραση και με την
εργασία των χριστιανών διανοητών της Αλεξάνδρειας -του Κλήμεντος και του Ωριγένη- ο χριστιανισμός απέκτησε τα πολιτικά και πολιτιστικά του δικαιώματα στον ελληνικό κόσμο.
Ίσως, ο παράγοντας της πολιτισμικής βυζαντινής ταυτότητας που αξίζει να καταλάβει την πρώτη θέση είναι η πεποίθηση ότι η αυτοκρατορία ήταν δημιούργημα θελήσεως του Θεού και ότι
προστατεύονταν απ’ Αυτόν και τον Υιόν του. Είναι αυτή η πεποίθηση, η οποία σε μεγάλο βαθμό εξηγεί την εμμονή στην παράδοση, τον συντηρητικό «επαναστατισμό» στο Βυζάντιο. Το καθεστώς, που καθιερώθηκε απ’ τον Κωνσταντίνο και συνεχίστηκε απ’ τους διαδόχους του, φτάνει στην εποχή των εικονοκλαστών όπου δέχτηκε την αμφισβήτηση της
αυτοκρατορικής αυθεντίας, που εγέρθηκε απ’ τους μοναχούς, οι οποίοι ζητούσαν μεγαλύτερη ελευθερία για την Εκκλησία.
Στη συνταγματική θεωρία της αυτοκρατορίας δεν αναγνωρίζονταν κληρονομικά δικαιώματα επί του θρόνου, αν και κατά καιρούς συγγενικά συναισθήματα μπορούσαν
να έχουν μεγάλη επίδραση. Όταν κατά τη μακεδονική δυναστεία αυτό το συναίσθημα έφερε στο θρόνο ένα αφοσιωμένο στη μελέτη αυτοκράτορα, ένας συνεργάτης του εκτελούσε εκείνα τα στρατιωτικά καθήκοντα, που αποτελούσαν μέρος του αυτοκρατορικού φορτίου. Αυτό το μεγάλο βάρος των υποχρεώσεων, που επιβάλλονταν στον αρχηγό -η υπευθυνότητα για την υλική και πνευματική ευτυχία των υπηκόων του- διαμόρφωσε το βυζαντινό αυτοκρατορικό ιδεώδες και αυτό το ιδεώδες κατευθύνει αναγκαστικά τον κυρίαρχο ηγεμόνα: Μπορεί να τον κάνει άλλο άνθρωπο.
Εξαιρετικά δαπανηρή, υπερβολικά συντηρητική στις μεθόδους της, συχνά διεφθαρμένη, παρ’ όλα αυτά, η αυτοκρατορική διοικητική μηχανή ήταν, φαίνεται, ικανή: συνέχιζε να λειτουργεί
με τη δική της συσσωρευτική ορμή κινήσεως που απέκτησε.
Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι κατά Χριστόν «μωροί» -εκείνοι που υπέφεραν την περιφρόνηση του κόσμου εμφανιζόμενοι στο κοινό ως ανόητοι, για να πάρουν επάνω
τους μέρος από το φορτίο της ταπεινώσεως, που είχε οδηγήσει τον Κύριό τους στο Σταυρό- και αυτοί επίσης είχαν τα ρητά τους, που δικαίωναν τον τρόπο ζωής τους: «το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί», «η σοφία του κόσμου τούτου
μωρία παρά τω Θεώ εστί».
Στο σημείο αυτό είναι υποχρεωμένος κανείς να ρωτήσει: Πώς ζούσαν οι Βυζαντινοί; Ήταν η ερώτηση, στην οποία ο R.Byron ζήτησε να απαντήσει στο νεανικό του έργο «Το Βυζαντινό Επίτευγμα». Ένα κεφάλαιό του το τιτλοφόρησε «Η
χαρούμενη ζωή». Αυτό είναι μια σοβαρή παραποίηση. Όσο περισσότερο κανείς μελετά τη ζωή του Βυζαντίου, τόσο κατανοεί το βάρος των φροντίδων, που το τυραννούσαν. Ο φόβος, που προκαλούσε ο άτεγκτος φοροεισπράκτορας, ο τρόμος, από την αυθαίρετη τυραννία του αρχηγού του κράτους, η αδυναμία του χωρικού, μπροστά στην άπληστη επιθυμία του δυνατού για αρπαγή της γης, η επαναλαμβανόμενη απειλή βαρβαρικής εισβολής καθιστούσαν τη ζωή μια επικίνδυνη υπόθεση. Και
εναντίον των κινδύνων που την απειλούσαν, μόνο υπερφυσική βοήθεια -η βοήθεια του αγίου, του μάγου ή του αστρολόγου- μπορούσε να την σώσει. Και είναι τιμή του που ο βυζαντινός κόσμος έκανε συνείδησή του τη φιλανθρωπία και ζήτησε να
ελαφρώσει τα βάρη της ζωής, θεμελιώνοντας νοσοκομεία για τους ασθενείς, τους λεπρούς και τους αδύνατους, κτίζοντας ξενοδοχεία για τους οδοιπόρους και τους ξένους, γηροκομεία για τους γέρους, οίκους μητρότητας για τις γυναίκες, καταφύγια για τα εγκαταλελειμμένα παιδιά και τους πτωχούς, ιδρύματα με γενναιοδωρία ενισχυόμενα οικονομικώς από τους ιδρυτές τους, οι οποίοι με γραπτούς κανονισμούς ρύθμιζαν με λεπτομέρειες τις
κατευθύνσεις διοικήσεως αυτών των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Πρέπει κανείς να στραφεί προς τη ζωή των αγίων και όχι προς τους αυλικούς ιστορικούς, αν θα ήθελε να περιγράψει τις συνθήκες ζωής του Βυζαντίου. Και επειδή η ζωή
ήταν ανασφαλής και επικίνδυνη, εύκολα αναπτύσσονταν καχυποψίες και εκρήξεις βίας και η σκληρότητα ήταν η φυσική συνέπεια. Η Ευρώπη του αιώνα μας θα έπρεπε να κάνει ευκολότερη την κατανόηση των βασάνων του βυζαντινού κόσμου. Δεν θα αντιληφθούμε ποτέ σ’ όλη την έκταση το μέγεθος των αυτοκρατορικών επιτευγμάτων, αν δεν έχουμε μάθει σε ορισμένο βαθμό την τιμή, με την οποία αυτά τα επιτεύγματα πραγματοποιούνταν.
Ο επιστημονικός διάλογος γύρω από τη μελέτη των αγιολογικών κειμένων παρουσιάζει ιδιαίτερη ανάπτυξη τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια. Η προσέγγιση των αγιολογικών κειμένων είναι ιδιαίτερα γόνιμη όταν αυτά αντιμετωπίζονται ως
γνήσια προϊόντα της εποχής τους κι όχι σαν στείρα διδακτικά και ηθικολογικά κατασκευάσματα. Προς αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει ο εντοπισμός και η ερμηνεία των ιστορικών στοιχείων των βίων των αγίων. Τα κείμενα αυτά αποτελούν, πραγματικά, θησαυρό πληροφοριών για διάφορες όψεις της καθημερινής ζωής των βυζαντινών στη μακραίωνη περίοδο που αποκαλούμε βυζαντινή.Βίοι αγίων με πρότυπο το βίο του Μεγάλου Αντωνίου
τον 4ο αι. γράφονται, με μικρότερη ή μεγαλύτερη συχνότητα κατά περιόδους, σ’ ολόκληρη τη Βυζαντινή εποχή. Οι βίοι, λόγω του ηθικοπλαστικού τους χαρακτήρα, απηχούν και διαμορφώνουν αξίες και κοινωνικά στερεότυπα. Κατά
συνέπεια αποκαλύπτουν συλλογικές νοοτροπίες στον ερευνητή, αφού ο μεγάλος αριθμός τους εξασφαλίζει ένα δείγμα το οποίο μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτικό, τουλάχιστον ποσοτικά.
Η αρχική συγγραφική εκδοχή ενός βίου-αγιολογικού κειμένου τροποποιείται μέσα στους αιώνες γιατί οι αντιγραφείς
του είναι συνήθως απρόσεκτοι ή καταγράφουν τις παρατηρήσεις τους στο περιθώριο του κειμένου ή αντίθετα αισθάνονται ότι αυτό είναι ένα έργο τέτοιας ευσέβειας και ιερότητας που είναι αδύνατον ν’ αγγίξουν, έστω και λίγο, τροποποιώντας την,
την αρχική του αφήγηση. Μ’ αυτό τον τρόπο τα κείμενα των βίων σώζονται σε αρκετά διαφορετικές εκδοχές σ’ Ανατολή και Δύση και οι μεγάλοι συγγραφείς βίων και μαρτυρολογίων του 5ου, 6ου και 7ου αιώνα προσπάθησαν να συγχωνεύσουν αυτές
τις διαφορετικές εκδοχές και να εισαγάγουν στο τελικό τους κείμενο και την παραμικρή λεπτομέρεια που τυχόν έβρισκαν ν’ αναφέρεται στις πηγές τους.
Μελετώντας τα αγιολογικά κείμενα των πρώιμων, μέσων και ύστερων βυζαντινών χρόνων αποδελτίωσα σωρεία πληροφοριών οι οποίες φωτίζουν, από πολλές απόψεις, το πολύπτυχο μιας πολύπλοκης, αντιφατικής και «μεταβατικής» κοινωνίας όπως η κοινωνία της βυζαντινής περιόδου. Οι ίδιες οι πληροφορίες με την ιδιόμορφη φύση τους κατευθύνουν το
μελετητή στον εντοπισμό βασικών θεματικών περιοχών προς ανάλυση και μελέτη.
Παρακάτω αναφέρω τις βασικές αυτές θεματικές περιοχές με σκοπό τη σφαιρική κατόπτευση της φύσης του υλικού μου δηλαδή των αγιολογικών κειμένων.
Η Ελληνική αρχαιότητα (τέχνη, θρύλοι, μύθοι, παραδόσεις, συγκροτημένη μυθολογία, ναοί κ.ά. πολιτισμικά στοιχεία) όπως συναντάται στα αγιολογικά κείμενα. Η στάση των κειμένων αυτών απέναντί της: α) πάντα αρνητική επιφανειακά
β) όμως πέρα από την επιφάνεια, στο βάθος των πραγμάτων, η αρχαία ελληνική σκέψη, ο πολιτισμός, η μυθολογία και η παράδοση διεμβολίζουν τα αγιολογικά κείμενα και επιβιώνουν μέσω αυτών: πολλά στοιχεία της ελληνικής αρχαιότητας ιχνηλατούνται στα Μαρτυρολόγια και στα Συναξάρια και εν γένει τους βίους των αγίων της βυζαντινής εποχής.
Έμφαση στους αρχαίους θρύλους και μύθους που «περνούνε» στα αγιολογικά κείμενα, είτε αυτούσιοι είτε σε παραλλαγές.(ελαφρώς παραλλαγμένοι).
Βασανιστήρια μαρτύρων: τρόποι, «μηχανές», φρικτές επινοήσεις βασανισμού.
Πλούσιοι και φτωχοί μάρτυρες και άγιοι κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Κοινωνικά στρώματα και
θρησκεία, σχέση άλλοτε ανάλογη και άλλοτε αντίστροφη.
Φανατισμός και μισαλλοδοξία: διατάραξη οικογενειακών δεσμών και σχέσεων. Ιδεολογίες, θρησκευτικές ιδεολογίες
ιδίως, και θρησκείες αποδεικνύονται, σε πολλές περιπτώσεις αυτής της κρίσιμης μεταβατικής περιόδου των πρώτων
χριστιανικών αιώνων (χρόνων), ισχυρότερες απ’ τη συγγένεια του αίματος: γονείς προδίδουν τα παιδιά τους και το αντίστροφο πράγμα που οδηγεί σε χαλάρωση του κοινωνικού ιστού και της οικογενειακής αλληλεγγύης.(βία, φόβος, καχυποψία).
Υπερβολές στους αριθμούς των προσηλυτισθέντων στο Χριστιανισμό.
Θαύματα: αντανάκλαση των ατομικών και κοινωνικών αναγκών(π.χ. θεραπείες μεταδοτικών ασθενειών όπως η λέπρα κ.τ.λ.).
Πρώτα σημάδια ανόδου του Χριστιανισμού-αγιότητα και εξουσία. Μεταστροφή ηγεμόνων στο Χριστιανισμό: αρχή
αυτοκρατορικής προστασίας προς την καινούρια, προηγουμένως διωκόμενη απηνώς, θρησκεία και βαθμιαία καθιέρωσή της ως μοναδικής επίσημης θρησκείας του κράτους.
Ιστορικές και γεωγραφικές πληροφορίες για τόπους, ταξίδια (δρομολόγια), ναούς, μοναστήρια, αυτοκράτορες, ηγεμόνες και εν γένει πρόσωπα και πράγματα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου,
λιγότερο γνωστά από άλλες πηγές.
Αντιλήψεις, ιδέες, στάσεις για τα δύο φύλα (άνδρα-γυναίκα) σε σχέση με την αγιότητα.
Επαγγέλματα (επαγγελματικές κατηγορίες: στρατός, κατώτερα επαγγέλματα: σκηνοποιοί κ.τ.λ., ευγενείς,
πλούσιοι γαιοκτήμονες με μεγάλη μόρφωση (θύραθεν παιδεία), δούλοι κ.τ.λ.
Αιρέσεις και καταπολέμησή τους (Οικουμενικές Σύνοδοι).
Προφορικότητα-προφορικός πολιτισμός και διαπλοκή τους με τα αγιολογικά κείμενα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου.
Με την επίσημη αποδοχή του χριστιανισμού ασκητές και αργότερα Επίσκοποι, διδάσκαλοι και άλλοι, θεωρήθηκαν
άγιοι υπό τον τίτλο του ομολογητού και του ιατρού των ψυχών, εφόσον κήρυτταν και δίδασκαν την ορθή πίστη. Κανείς δεν μπορούσε να γίνει άγιος σε πλήρη απομόνωση απ’ τη χριστιανική κοινότητα: έπρεπε πρώτα να γίνει αποδεκτός ως ενσάρκωση της αγιότητας απ’ την κοινότητα και αργότερα ν’ αναγνωριστεί επίσημα απ’ τις εκκλησιαστικές αρχές.
Όσον αφορά τη γυναικεία αγιότητα στους πρώιμους χριστιανικούς χρόνους, πρέπει να τονιστεί πως έπαιξε μεγάλο ρόλο στην καθιέρωση και στην εδραίωση της λατρείας των αγίων λειψάνων. Οι γυναίκες ως πιστές χριστιανές και ταυτόχρονα ως φορείς της αρχαίας μεσογειακής κοινωνικής παράδοσης αναλάμβαναν σημαντικές υπευθυνότητες κατά την ταφή και την κηδεία του νεκρού. Οι χριστιανές γυναίκες
της ρωμαϊκής αριστοκρατίας ενεπλάκησαν απ’ την αρχή στενά στη διαδικασία της εξεύρεσης και της κατασκευής ιερών για τα λείψανα των μαρτύρων. Και ενώ αυτή τους η δραστηριότητα μειωνόταν απ’ τον αυξημένο επισκοπικό έλεγχο στη λατρεία
των λειψάνων, οι γυναίκες των αυτοκρατορικών και αργότερα κι άλλων αριστοκρατικών οικογενειών θα συνέχιζαν επί μακρόν να εξασκούν σημαντική επιρροή στη σύσταση και ίδρυση καινούργιων χριστιανικών προσκυνημάτων.
Πραγματικά δύο απ’ τις σπουδαιότερες ανακαλύψεις αγίων λειψάνων στον ύστερο ρωμαϊκό κόσμο αποδίδονται σε γυναίκες, αφού ως τα χρόνια του Αμβροσίου Μεδιολάνων (+397 μ.Χ.), η μητέρα του Κων/νου Αγία Ελένη (+330 μ.Χ.) ανακάλυψε τα απομεινάρια του Τιμίου σταυρού στο Γολγοθά, ενώ η αυτοκράτειρα Πουλχερία επέβλεψε την ανακάλυψη των λειψάνων των Σαράντα Μαρτύρων της Σεβάστειας το 451. Οι γυναίκες επίσης συγκαταλέγονται στους πιο αφοσιωμένους πανηγυριστές των ιερών χριστιανικών γιορτών που συρρέουν μαζικά στα ιερά των αγίων.
Η λατρεία των σημαντικών μαρτύρων και αγίων, είτε πανχριστιανική είτε τοπική, έλαβε με το χρόνο καθορισμένη μορφή περιλαμβάνοντας ανάγνωση αποσπασμάτων από το βίο του μάρτυρα-αγίου και μεγαλοπρεπείς τελετουργίες και
πομπές περιφοράς των αγίων λειψάνων τους. Ιδιαίτερα οι μοναστικές κοινότητες είχαν υιοθετήσει μια σειρά εορτών μνημόνευσης των αγίων και προσευχής για τη
μεσολάβησή τους στο Θεό. Λειτουργικά ημερολόγια και Μηναία συνδεόμενα με περιφέρειες, μοναστήρια και μοναχικά τάγματα διασώζονται αρκετά σε μεσαιωνικά λειτουργικά χειρόγραφα, ιδιαίτερα σε μαρτυρολόγια και συλλογές-συναξάρια αγιογραφικών αναγνωσμάτων.
Η λέξη Συναξάριον παράγεται από τη λέξη σύναξη. Στη γλώσσα της Εκκλησίας η λέξη σύναξη σημαίνει τη συνάθροιση των πιστών στο ναό προς τιμήν κάποιου αγίου. Στις συνάξεις αυτές οι Χριστιανοί από πολύ παλιά διάβαζαν κείμενα που μιλούσαν για τη ζωή των αγίων. Τα κείμενα αυτά πήραν σιγά-σιγά την ονομασία Συναξάρια. Βέβαια, οι συγκεντρώσεις των πιστών στους ναούς γίνονται και για να τιμηθούν διάφορα γεγονότα από τη ζωή του Χριστού και της Παναγίας. Γίνονται επίσης για να τιμηθούν οι άγγελοι, οι ευρέσεις και οι επανευρέσεις ιερών λειψάνων, διάφορα γεγονότα και υποθέσεις από
την εκκλησιαστική ιστορία και γενικά το σχέδιο της θείας «οικονομίας». Στο παρελθόν σε κάθε τέτοια περίσταση το Συναξάριο διαβαζόταν ανάμεσα στις ωδές των κανόνων. Στα βιβλία της Εκκλησίας μετά το Κοντάκιο, τον Οίκο και το Μηνολόγιο με τους στίχους ακολουθεί συνήθως ένα υπόμνημα σε πεζό λόγο που μιλάει για την υπόθεση της εορτής. Το υπόμνημα αυτό είναι το Συναξάριο. Δεν πρόκειται για πλήρη βιογραφία του αγίου ή λεπτομερή έκθεση της υποθέσεως της εορτής. Είναι
σχεδόν μια περιληπτική αναφορά όλων αυτών. Ακόμη και όταν είναι κάπως εκτεταμένο, το Συναξάριο δεν εξαντλεί πλήρως την εορταζομένη υπόθεση. Τα Συναξάρια περιέχουν πολλές αλήθειες της πίστεως. Δεν είναι όμως δογματικά κείμενα με την αυστηρή σημασία του όρου και, φυσικά, δεν αρκούν μόνο αυτά για
την πνευματική ωφέλεια των πιστών.
Στη συνέχεια ακολουθούν δύο λόγια για τον συγγραφέα των συναξαρίων, τον βυζαντινό λόγιο Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο. Για το βυζαντινό λόγιο Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο οι πληροφορίες μας σχετικά με τη ζωή του είναι ελάχιστες. Για τα πρώτα χρόνια του δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Οι σύγχρονες μ’ αυτόν φιλολογικές ή άλλες πηγές σιωπούν. Κάποιες πληροφορίες για τη ζωή του συνάγονται
μόνο από τα έργα του. Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα γνωστά στοιχεία έζησε μετά το και μέχρι το 1330 μ. Χ. Έμεινε για πολύ καιρό στην Κωνσταντινούπολη. Βρισκόταν συχνά στο ναό της Αγίας Σοφίας και στη βιβλιοθήκη που υπήρχε εκεί.
Στην Εκκλησιαστική Ιστορία του (Migne P.G. τ. 145,609) διαφαίνεται η πληροφορία ότι διαβιούσε στις εγκαταστάσεις του ναού της Αγίας Σοφίας και ότι εκεί εργάσθηκε για τη συγγραφή των έργων του. Από τον κώδικα 79 της Βοδλιανής
βιβλιοθήκης της Οξφόρδης αντλούμε την πληροφορία ότι χρημάτισε και πρεσβύτερος του ναού της Αγίας Σοφίας. Ο Βατικανός κώδικας 182, φ. 1 μας δίνει την πληροφορία ότι ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος έγινε και μοναχός, και πήρε το μοναχικό όνομα Νείλος. Αυτό όμως δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο. Πάντως, αν έγινε αυτό, θα πρέπει να συνέβη περί τα τέλη του βίου του.
Το συγγραφικό του έργο είναι τεράστιο σε έκταση. Διακρίθηκε ως
ιστορικός, ως εξηγητής των Γραφών, των Πατέρων και των υμνογράφων, ως ποιητής εκκλησιαστικών ύμνων και επιγραμμάτων, ως αγιολόγος και λειτουργιολόγος. Η
πολυμέρεια του είναι εκπληκτική. Βέβαια, σε ένα έργο με τέτοια έκταση δεν είναι εύκολο να συναντήσουμε εξαντλητική έρευνα και συστηματική εργασία. Όμως παρά τις οποιεσδήποτε ελλείψεις του ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος είναι ένας από
τους πιο αξιόλογους συγγραφείς των αρχών του 14ου αιώνος.
Τα έργα του διαιρούνται από τους ειδικούς μελετητές σε:
Α.Ιστορικά
Β. Ποιητικά (ιστορικά,
αγιολογικά, συνόψεις εκκλησιαστικών βιβλίων, θύραθεν)
Γ. Αγιολογικά-Λειτουργιολογικά
Δ. Εξηγητικά
Ε. Διάφορα
Μεγάλο μέρος του έργου του παραμένει ακόμη ανέκδοτο. Από τα εκδομένα πολλά έχουν εκδοθεί στην Patrologia Graeca του J.P.Migne τ. 145-147, αλλά βρίσκονται και σε άλλες εκδόσεις συλλογικά ή μεμονωμένα.
Σύντομος πρόλογος των Συναξαρίων του Ξανθοπούλου εις τα Συναξάρια του Τριωδίου.(Σήμερα έχουμε σαν ξεχωριστά βιβλία το Τριώδιο και το Πεντηκοστάριο. Παλαιότερα ήταν ένα βιβλίο και χωριζόταν σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος λεγόταν Τριώδιον Κατανυκτικόν και το δεύτερο Τριώδιον των Ρόδων ή Πεντηκοστάριον).
«Συναξάρια γραμμένα από το Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο για τις επίσημες εορτές του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου. Αναφέρονται σε κάθε μια από αυτές, για το πώς ξεκίνησαν, γιατί είναι έτσι σήμερα και για ποιο λόγο θέσπισαν αυτές
τις εορτές οι θεοφόροι Πατέρες μας, μαζί με κάποιες σχετικές παρατηρήσεις. Αρχίζουν από την Κυριακή του Τελώνου και
Φαρισαίου και καταλήγουν στην Κυριακή των Αγίων Πάντων. Στην ακολουθία του Όρθρου πρέπει πρώτα να διαβάζεται το Συναξάριο του Μηναίου και έπειτα το αρμόδιο από τα παρόντα».
Ο Συναξαριστής που αποτελεί έργο του Διακόνου της Μεγάλης Εκκλησίας Μαυρικίου, κυκλοφορούσε σε χειρόγραφες συλλογές
και ήταν γραμμένες σε γλώσσα αρχαΐζουσα, γι’ αυτό και δύσκολη για τους χριστιανούς της τουρκοκρατίας. Γι’ αυτό το λόγο ανέλαβε την μετάφρασή του «εκ του Ελληνικού εις την καθ’
ημάς κοινοτέραν διάλεκτον ο σοφός ανήρ, Μάξιμος ο Μαργούνιος Επίσκοπος Κυθήρων». Βέβαια δεν περιορίσθηκε μόνο στη μετάφραση, αλλά εργάσθηκε και κριτικά επάνω στα κείμενα, τα οποία αποκατέστησε, διόρθωσε, πλάτυνε, αναπλήρωσε τις ελλείψεις τους, σαφήνισε τα δυσνόητα και ομόρφυνε με διάφορες υποσημειώσεις, τις οποίες άντλησε απ’ τις ανεξάντλητες γνώσεις του. Αλλά, το σημαντικότερο, αποκάθαρε τον Συναξαριστή από όσα περιείχε «εναντία τη θεία
γραφή και απίθανα παρά τω ορθώ λόγω και τοις κριτικοίς…», γιατί δεν υπήρχε άλλο βιβλίο της Εκκλησίας «τόσον άτακτον και ανεπιμέλητον, ωσάν ο Συναξαριστής». Η έκδοση περατώθηκε το 1819 και φυσικά σε λίγο διάστημα εξαντλήθηκε. Μια Τρίτη έκδοση σε δύο τόμους έγινε το 1868 από το τυπογραφείο
του Χ.Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, ο οποίος προσάρμοσε κάπως το λεκτικό ιδίωμα «προς τα εν κοινή χρήσει κατά τους καθ’ ημάς χρόνους». Επίσης τον Συναξαριστή του 1868 επανεξέδωσε ο εκδότης κ. Σπανός σε φωτοτυπία.
Ο Μέγας Βασίλειος γράφει για τους βίους των Αγίων σε επιστολή του (επιστολή α΄): «οι βίοι των μακαρίων ανδρών ανάγραπτοι παραδεδομένοι, οίον εικόνες τινές έμψυχοι της κατά Θεόν πολιτείας, τω μιμήματι των αγαθών έργων πρόκεινται. Και τοίνυν, περί όπερ αν έκαστος ενδεώς έχοντος εαυτού αισθάνεται, εκείνω προσδιατρίβων, οίον από τινος κοινού ιατρείου, το πρόσφορον ευρίσκει τω αρρωστήματι φάρμακον».
Ο Συναξαριστής του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου βασίστηκε στους χειρόγραφους Συναξαριστές των σημαντικότερων Μονών του Αγίου Όρους: του Παντοκράτορα, του Πρωτάτου, των Μονών Διονυσίου και Κουτλουμουσίου. Και όπως
γράφει ο ίδιος ο Νικόδημος ο Αγιορείτης «ου μόνον δε ταύτα, αλλ’ επιμελήθημεν να προσθέσωμεν εν τη μεταφράσει ημών ταύτη, και τας χρονολογίας εις κάθε αγίου Συναξάριον, όσας δηλαδή εδυνήθημεν να εύρωμεν. Ομοίως και τας ονομασίας των
τόπων και πόλεων, καθώς δηλαδή τώρα ονομάζονται οι εν τοις Συναξαρίοις αναφερόμενοι τόποι και πόλεις, προς σαφήνειαν και κατάληψιν περισσοτέραν των αναγινωσκόντων. Ουχί δε πάσας τας ονομασίας επροσθέσαμεν, αλλ’ όσας ηδυνήθημεν να εύρωμεν».
Επίσης συνεχίζει: «επειδή δε πολλοί από τους εν τοις Συναξαρίοις
περιεχομένους αγίους, έχουσι και βίους κατά πλάτος, μεταφρασμένους εις το απλούν και περιεχομένους εις τον Δαμασκηνόν, εις το Εκλόγιον, εις το νέον Εκλόγιον, εις τον Παράδεισον, εις τον νέον Παράδεισον, εις άλλα βιβλία. Δια τούτο επιμελήθημεν και εσημειώσαμεν εις το τέλος κάθε Συναξαρίου των τοιούτων αγίων, εις ποίον βιβλίον εκ των ανωτέρω
ευρίσκεται ο κατά πλάτος βίος αυτών. Αλλά και τους Ελληνικούς βίους των ανωτέρω αγίων, και τους συγγραφείς αυτών, και μάλιστα Συμεών τον Μεταφραστήν, εσπουδάσαμεν να σημειώσωμεν, και εν ποίοις ιεροίς μοναστηρίοις του αγίου Όρους
ευρίσκονται, προς είδησιν των φιλολόγων, καλώς ειδότες, ότι ουκ άχαρίς εστι παρ’ αυτοίς μία τοιαύτη είδησις».
Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει στις επιστολές του αξιομνημόνευτες απόψεις για τους βίους των αγίων: «Ώσπερ οι ζωγράφοι, όταν από εικόνων εικόνα γράφωσι, πυκνά προς το παράδειγμα βλέποντες, τον εκείθεν χαρακτήρα προς το εαυτών
σπουδάζουσι μεταθείναι φιλοτέχνημα. Ούτω δη τον εσπουδακότα εαυτόν πάσι τοις μέρεσι της αρετής
απεργάσασθαι τέλειον, οιονεί προς αγάλματα κινούμενα και έμπρακτα, τους βίους των αγίων αποβλέπειν, και το εκείνων αγαθόν, οικείον ποιείσθαι δια μιμήσεως».
Κατά το Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου και τους επιμέρους βίους των αγίων του Συμεών του Μεταφραστή, ολόκληρη η κοινωνική κλίμακα αγιοποιείται εκπροσωπούμενη από εξαιρετικές περιπτώσεις ανθρώπων-αγίων: Πατριάρχες, αρχιερείς, ιερείς, διάκονοι, μοναχοί, παρθένοι μοναχοί, βασιλείς,
αυτοκράτειρες, βασιλομήτορες, αρχόντισσες, φτωχοί άνθρωποι του λαού, όλοι, ανεξάρτητα απ’ την κοινωνική τους θέση έχουν τη δυνατότητα να αγιοποιηθούν, ανάλογα με το ύψος της αρετής στο οποίο έχουν φτάσει. Επίσης την ίδια δυνατότητα αγιοποίησης, σε σχέση με τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα έχουν, άνδρες και γυναίκες, των κατωτέρων λαϊκών τάξεων: γαιοκτήμονες, γεωργοί, τσαγκάρηδες, σκυτοτόμοι, όλοι, παντρεμένοι και ανύμφευτοι, σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο,
μπορούν να μετέχουν της αγιότητας: «Δυνατόν και σφόδρα δυνατόν, και γυναίκας έχοντας την αρετήν μετιέναι, εάν θέλωμεν. Πώς; Εάν έχοντες γυναίκα ως μη έχοντες ώμεν. Εάν μη χαίρωμεν επί κτήσεσιν. εάν τω κόσμω χρώμεθα, ως μη καταχρώμενοι. Οι δε τινες ενεποδίσθησαν από γάμου ιδέτωσαν, ότι ουχ ο γάμος
εμπόδιον, αλλ’ η προαίρεσις η κακώς χρησαμένη τω γάμω. Επεί ουδέ ο οίνος ποιεί την μέθην, αλλ’ η κακή προαίρεσις, και το πέραν του μέτρου χρήσθαι. Μετά συμμετρίας τω γαμώ χρώ, και πρώτος εν τη βασιλεία έση, και πάντων απολαύσεις των αγαθών».
Όπως ωραία διατύπωσε ο βυζαντινολόγος Cyril Mango στο βιβλίο του «Βυζάντιο, η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης», «όλες οι αυτοκρατορίες πάντοτε κυβέρνησαν μια πληθώρα λαών και η βυζαντινή αυτοκρατορία δεν αποτέλεσε εξαίρεση». Τα έθνη που βρίσκονταν υπό την κυριαρχία της, αν και μεταξύ τους υπήρχε κοινή αποδοχή του κυρίαρχου ελληνόφωνου και χριστιανικού πολιτισμού της αυτοκρατορίας, είχαν την τάση να ακολουθούν
διαφορετικούς δρόμους και να επιβεβαιώνουν την ιδιαιτερότητά τους μέσω των ξεχωριστών πολιτιστικών στοιχείων (κυρίως της γλώσσας) που μοιράζονταν. Ως παράδειγμα αναφέρουμε την Κωνσταντινούπολη, που την εποχή του Ιουστινιανού,
όπως όλες οι μεγάλες πρωτεύουσες, παραδίδεται ως χωνευτήρι ετερόκλητων στοιχείων. Όμως η προφανής και αποδεδειγμένη διαπλοκή των βυζαντινών αγιολογικών κειμένων με στοιχεία λογοτεχνικής προφορικότητας και λαϊκών, προφορικών, μυθικών παραδόσεων, από την άλλη, αποκαλύπτει με ενάργεια και
καθαρότητα τον τρόπο που η λογοτεχνική δημιουργία, γραπτή και προφορική, ενοποιείται στο πρώιμο Βυζάντιο: το γεγονός αυτό αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πολιτισμική πρωτοτυπία, αφού με εσωτερικά, λεπτά νήματα, οι δυο ομόρριζες συνιστώσες της λογοτεχνικής δημιουργίας, προφορική λογοτεχνική παράδοση και γραπτή λογοτεχνική παραγωγή συνδέουν με άρρηκτους δεσμούς την αρχαία ελληνική λαϊκή και λόγια σκέψη και φιλοσοφία με την αντίστοιχη χριστιανική-βυζαντινή.
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
Oσίου Πατρός ημών Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τ.1-6, εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη». Θεσσαλονίκη, 1989.
Η Αξία της Μνήμης για μια Κοινωνία του Κώστα Θεολόγου: http://www.intellectum.org/…/ITL03P053069_H_aksia_tis….
A.J. Greimas, Structural Semantics. An Attempt at a Method. Translated by McDowell, R. Schleifer and A. Velie, University of Nebraska Press, Lincoln and London, 1983, pp. 197-211.
Ζακυθηνού, Δ .Α. Η βυζαντινή αυτοκρατορία 324-1071, 1969.
Vasiliev, A. A .Ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας 324-1453 (μετάφραση Δημοσθ. Σαβράμη), 1954 Ν.Δ.Σακκάς.
Άμαντου, K. I. Εισαγωγή εις την βυζαντινήν ιστορίαν: Το τέλος του αρχαίου κόσμου και η αρχή του μεσαίωνος. Αθήναι: Ίκαρος, έκδ. Β 1950.
Άμαντου, Κ. Ι. Ιστορία του βυζαντινού κράτους. Αθήναι: Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, έκδ. Β., τόμ. Α΄1953, τόμ. Β΄1957.
Άμαντου, Κ. Ι. Η ελληνική φιλανθρωπία κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Αθήνα, τόμ. 35, 1923.
Κονιδάρη, Γ. Η Ελληνική Εκκλησία ως πολιτιστική δύναμις εν τη Ιστορία της Χερσονήσου του Αίμου. Αθήναι: 1948.
Κονιδάρη, Γ. Εκκλησιαστική ιστορία της Ελλάδος από της ιδρύσεως των Εκκλησιών αυτής υπό του Αποστόλου Παύλου μέχρι σήμερον. (έκδοσις 2α). Αθήναι, 1966.
Κουκουλέ, Φ.Ι. Βυζαντινών βίος και πολιτισμός. Αθήναι: Institut Franηais d’ Athθnes, τόμοι 6 (Α΄τόμος 1948, ΣΤ΄τόμ. 1957).
Krumbacher, K. Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας (εισαγωγή Ν.Τωμαδάκη, μετάφρασις Γ.Σωτηριάδου) Αθήναι: Πάπυρος, 1964.
Λογοθέτου, Κ. Η φιλοσοφία των Πατέρων και του μέσου αιώνος. Τόμοι δύο, Αθήναι: 1930-1933.
Ostrogorsky, G.A. Geschichte des byzantinischen Staates, εκδ. Γ΄1963 (Γαλλική μετάφραση Histoire de l’ etat byzantin. Paris, 1956, Αγγλική μετάφραση, υπό J.Hussey με τον τίτλο History of
the byzantine State. Oxford: Blackwell, έκδ.Β΄1968, Αμερικανική έκδοση, New Brunswick-New Jersey, 1957).
Κουκουλέ, Φ.Ι. Βυζαντινών βίος και πολιτισμός. Αθήναι: Institut Franηais d’ Athθnes, τόμοι 6 (Α΄τόμος 1948, ΣΤ΄τόμ. 1957).
Τζόουνς, Α.Μ. Ο Κωνσταντίνος και ο εκχριστιανισμός της Ευρώπης. Αθήναι: Γαλαξίας, 1962 (μετάφραση εκ της Αγγλικής).
Walter J. Ong, Προφορικότητα και εγγραματοσύνη, μετ. Κ. Χατζηκυριάκου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1997.
Μελέτες για την Ιστορία του Βυζαντίου απ’ την Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογο-ιστορικό:
Οι Βίοι των Αγίων της Βυζαντινής περιόδου ως ιστορικές πηγές. (Σημειώσεις και παρατηρήσεις για τα Βυζαντινά αγιολογικά κείμενα της Μέσης περιόδου: 7ος -10ος αιώνας). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-5-7. (σελ. 46
Σημειώσεις και παρατηρήσεις στην ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας απ’ τον 11ο ως τον 15ο αι. Τα αγιολογικά κείμενα της περιόδου. (Συμβολή στη μελέτη των βίων των αγίων ως ιστορικών πηγών). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-6-5. (Σελ. 361).
Thomas Head, The Cult of the Saints and their Relics. Hunter
College and the Graduate Center.
Beck, Hans-Georg, Kirche und Theologische Literatur im Byzantinischen Reich (Munich, 1959).
Η πολιτισμική προσφορά του Ελληνισμού από την Αρχαιότητα ως την Αναγέννηση. – Β. Ασημομύτης- Γ. Γρυντάκης- Θ.
Κατσουλάκος – Σ. Κόνδης- Χ. Μπουλιώτης- Β. Σκουλάτος. Έκδ. ΥΠΕΠΘ- Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.
Ζεράρ Βάλτερ, Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο, εκδόσεις Ωκεανίδα.
Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Πυρσός», εκδόσεις Δρανδάκη (Τόμος Ελλάς)
Ιστορικές Γραμμές, Βυζάντιο, τόμος Β΄-Ι΄. Ν. Παπαϊωάννου.
Εγκυκλοπαίδεια «Ήλιος» Ιωάννου Πασσά.
Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη.
Ελληνική Ιστορία Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου.
«Ο Πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός», σημειώσεις και παρατηρήσεις για την εκπαίδευση και την παιδεία στο Βυζάντιο από τις αρχές ως τον 10ο αιώνα, Paul
Lemerle, (μτφρ. Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου). Β΄ έκδοση. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Αθήνα 1985.

«Ο Σωκράτης ως μία από τις κεντρικές φυσιογνωμίες της ιστορίας της σκέψης», Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

«Ο Σωκράτης ως μία από τις κεντρικές φυσιογνωμίες της ιστορίας της σκέψης», Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.
P1110507
ὁ δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ=Η ζωή που δεν εξετάζεται δεν αρμόζει σε άνθρωπο(—Απολογία Σωκράτους)
Ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας (Αθήνα 470 ή 469 – 399 π.Χ.). Γιος ενός γλύπτη και μίας μαίας, ο Σωκράτης πρέπει να είχε κάποια οικονομική άνεση, όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι πέρασε όλη τη ζωή αδιαφορώντας για τα οικονομικά ζητήματα (από εδώ πηγάζουν και όλα τα ανέκδοτα για τους καβγάδες με τη γυναίκα του Ξανθίππη) και το ότι πολέμησε γενναία ως οπλίτης (είχε επομένως τα μέσα να προμηθευτεί το δαπανηρό οπλισμό που χρησιμοποιούσαν οι πολεμιστές αυτοί) στις μάχες της Ποτίδαιας το 429, της Δήλου το 424 και της Αμφίπολης το 422, στην πρώτη φάση του Πελοποννησιακού πολέμου.
Αυτές ήταν, όπως φαίνεται, οι μόνες φορές που ο Σωκράτης απομακρύνθηκε από την πόλη του και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του προσπαθώντας να ασκήσει πάνω στους συμπολίτες του την τέχνη εκείνη της «μαιευτικής», που η μητέρα του ασκούσε στις γυναίκες. Η δραστηριότητα αυτή τον απορρόφησε τελείως και δε θέλησε ποτέ, από προσωπικές πολιτικές πεποιθήσεις, να συμμετάσχει στην πολιτική ζωή της εποχής του (ο Σωκράτης δικαιολογούνταν με τον ισχυρισμό ότι του το απαγόρευε το «δαιμόνιόν» του, ειρωνική, κατά ένα μέρος, και σοβαρή, κατά ένα άλλο, προσωποποίηση της συνείδησής του) μόνο δύο φορές βρέθηκε στην ανάγκη να αναλάβει δημόσια καθήκοντα: μία φορά, επί δημοκρατικού καθεστώτος, όταν, ως επιστάτης των πρυτάνεων, αντιτάχθηκε στη συνοπτική καταδίκη των στρατηγών, που νίκησαν στις Αρχινούσες (406 π.Χ.), οι οποίοι είχαν κατηγορηθεί ότι δεν έσωσαν τους ναυαγούς. Τη δεύτερη φορά, την εποχή των Τριάκοντα Τυράννων, όταν αρνήθηκε να γίνει συνένοχος στην πολιτική δολοφονία κάποιου Λέοντα από τη Σαλαμίνα. Και στις δύο περιπτώσεις ο Σωκράτης διέτρεξε μεγάλο κίνδυνο και σώθηκε μόνο από τις πολιτικές μεταβολές που είχαν μεσολαβήσει. Η διάσταση αυτή, μεταξύ του Σωκράτη και της πολιτικής ζωής της πόλης (ανεξάρτητα από το πολιτικό καθεστώς που υπήρχε) έγινε βαρύτερη και οριστική μετά την αποκατάσταση του δημοκρατικού καθεστώτος: διατυπώθηκε εναντίον του η κατηγορία ότι δεν πιστεύει στους θεούς της πόλης και ότι διαφθείρει τους νέους. Κηρύχτηκε ένοχος και καταδικάστηκε να πιει το κώνειο. Ο Πλάτων στην «Απολογία», στον «Τρίτωνα» και στο «Φαίδωνα» απαθανάτισε τις φράσεις της δίκης, την άρνηση του Σωκράτη να αποφύγει την καταδίκη και τις τελευταίες στιγμές του, υψώνοντας τον σε παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο φιλόσοφος αντιμετωπίζει το θάνατο από αγάπη προς τη δικαιοσύνη και συνέπεια προς τη συνείδησή του.
Η συνέχεια του άρθρου στο: https://blogs.sch.gr/…/%c2%ab%ce%bf-%cf%83%cf%89%ce%ba…/

Μια πρώτη, θεωρητική προσέγγιση του κατοικημένου χώρου ή μια «ανάγνωση» τοπίου, ως πεδίου μελέτης στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: Περιδιαβαίνοντας τις πόλεις του χθες και του σήμερα. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

Μια πρώτη, θεωρητική προσέγγιση του κατοικημένου χώρου ή μια «ανάγνωση» τοπίου, ως πεδίου μελέτης στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: Περιδιαβαίνοντας τις πόλεις του χθες και του σήμερα.
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων
P1110503
Κάθε τόπος διαθέτει πλήθος στοιχείων, τα οποία παραπέμπουν σε πολλές αναγνώσεις και διδακτικές οπτικές. Αναπτύσσει το δικό του λόγο, σε μια διαλεκτική χώρου, χρόνου και συμπεριφορών των ανθρώπινων κοινωνιών που τον συγκροτούν (Στεφάνου, 2004).
Οι «αναγνώσεις» του τοπίου και οι χρήσεις γης του, ως πεδίο μελέτης και ερευνητικής δραστηριότητας εμπεριέχει πολλαπλά πεδία για μελέτη και έρευνα, αφού αυτό καθεαυτό το τοπίο συναρτάται με συγκεκριμένη ιστορική, γεωγραφική και γεωφυσική πραγματικότητα. Το τοπίο μιας μικροπεριοχής (Δουκέλης, Ιστορικά 8, (1988) δίνει δυνατότητες για συστηματική χαρτογράφησή του. Αναδεικνύει δυνατότητες διεπιστημονικών διασυνδέσεων στη βάση των διδακτικών αρχών και των προτάσεων των Α.Π.Σ.
Η ένταξη του περιβάλλοντος κάθε μικροπεριοχής στη διδακτική πρακτική παρέχει στους μαθητές δυνατότητες κατανόησης των πολλαπλών όψεών του, της άμεσης διασύνδεσης του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, του ρόλου του ανθρώπου στη «χρήση γης» της μικροπεριοχής, της επίπτωσης της συλλογικής ανθρώπινης δράσης την κοινωνία και οικονομία της.
Στο πλαίσιο αυτής της οπτικής, το τοπίο εκλαμβάνεται ως μέρος του περιβάλλοντος, φυσικού και ανθρωπογενούς, μέρος των υποκατηγοριών που συγκροτούν τις δύο αυτές διακριτές κατηγορίες. Η συμπληρωματική εξάλλου σχέση του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος αναδεικνύει τις δυνατότητες της ανθρώπινης παρέμβασης, τις δυνατότητες αξιοποίησής του.
Το περιβάλλον, ενταγμένο στο corpus των γνωστικών αντικειμένων αποτελεί πεδίο μελέτης – έρευνας για την κατανόηση του ρόλου του, αλλά και της συμπληρωματικής του σχέσης με τον άνθρωπο. Το περιβάλλον, ως φυσικός χώρος (Λεοντσίνης, 1999) αποτελεί αντικείμενο μελέτης και της ιστορίας, υπό την έννοια ότι αυτό καθεαυτό επηρεάζει την εξέλιξη των γεγονότων και συντελεί στη διαμόρφωση του ιστορικού γίγνεσθαι. Επιδέχεται ποικίλες «αναγνώσεις» και προσφέρει τη δυνατότητα κατανόησης της συνεχούς περιπλοκής της ανθρώπινης δραστηριότητας (Λεοντσίνης, 1999). Η ανακάλυψη και ανάλυση του περιβαλλοντικού πεδίου είναι δυνατόν να αποκαλύψει τον τρόπο διαχείρισής του, αλλά και το βαθμό της περιβαλλοντικής συνείδησης των κοινωνιών.
Στη διευρυμένη αυτή βάση το τοπίο μιας μικροπεριοχής για την παρούσα εργασία αποτέλεσε σημείο αναφοράς – μελέτης. Οι όψεις του αγροτικού, αστικού (Μ. Ρεπούση 2004) και βιομηχανικού τοπίου αποκαλύπτουν τις ανθρώπινες προθέσεις και παρεμβάσεις, την οργάνωση γενικότερα του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος.
Η σημασιολογική στενότητα του όρου τοπίο διευρύνεται από το 19ο αι. και εξής, συμπεριλαμβάνοντας και την έννοια του ανθρωπογενούς. Η επέκταση του σημασιολογικού αυτού πλαισίου παρέχει δυνατότητες πολλαπλών «αναγνώσεων» και ερευνητικών εργασιών στο σχολικό περιβάλλον. Στη σχετική βιβλιογραφία το τοπίο εντάσσεται στις ιστορικές πηγές και οργανώνεται σε τέσσερις μεγάλες υποκατηγορίες. Στην πρώτη εντάσσεται το ίδιο το τοπίο, η τοποθεσία του, οι χρήσεις γης του, η οδοποιία, οι καλλιέργειες, τα τοπωνύμια, τα οδωνύμια. Στη δεύτερη περιλαμβάνονται τα κτίρια, τα κτίσματα και τα ερείπια. Στην τρίτη κατηγορία τα μνημεία και οι μνημειακοί τόποι και στην τέταρτη τα μουσεία. Οι υποκατηγορίες αυτές παρά τη διαφορετικότητά τους δεν υπαγορεύουν απόλυτο διαχωρισμό όσον αφορά τη μεθοδολογική προσέγγιση, αφού η μία υποκατηγορία υπεισέρχεται στην άλλη και πολλές φορές τη συμπληρώνει (Μ. Ρεπούση 2004).
Οι ποικίλες εξάλλου μορφές ανθρώπινης δραστηριότητας διαμορφώνουν την οικιστική, οικονομική και πολιτιστική του ταυτότητα, οικοδομώντας γενικότερα και την ιστορικότητά του. Και όπως εύστοχα παρατηρεί ο Δ. Ζήβας «ιστορικό είναι κάθε τι που συνδέεται με την ιστορία μας, την πολιτική, τη στρατιωτική, τη θρησκευτική, ακόμα κάθε τι που αποτελεί ένα ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ή έστω τεχνικό επίτευγμα, κάθε τι που έχει σημαδέψει μια εποχή» (Ζήβας, 1997).
Η οικο-ιστορία θέτει ζητήματα επανεξέτασης του παρελθόντος με βάση καινούργια ερωτήματα, που αφορούν τη διάδραση του ανθρώπου με τη φύση (Λιάκος, 2007). Το οικιστικό τοπίο, ως επιμέρους πεδίο του περιβάλλοντος, δηλώνει την ανθρώπινη παρουσία και δράση, τις προθέσεις των κοινωνιών και των ατόμων που το συγκροτούν. Ο χώρος αποτελεί βασική διάσταση του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε και καθοριστική παράμετρο για τη διαμόρφωση των αντιλήψεών μας (Νάκου, 2001). Κτίρια και αντικείμενα που βρίσκονται γύρω μας δεν είναι βουβές και μονοσήμαντες οντότητες αλλά συνδέονται με σύνθετες πολιτισμικές σημασίες και πολλαπλά νοήματα, καθώς οι κοινωνικές ομάδες συνδιαλέγονται μαζί τους (Νάκου, 2001).
Ερευνώντας τη μικροπεριοχή στη μακρά και στη βραχεία διάρκεια του χρόνου, οι μαθητές οδηγούνται στην κατανόηση της συνέχειας, της αλλαγής, αλλά και της εξέλιξης, στην ανάπτυξη δεξιότητας αναγνώρισης των κινήτρων της ανθρώπινης δράσης (Λεοντσίνης, 1999), στην κατανόηση της συνεχούς περιπλοκής της ανθρώπινης δραστηριότητας με το φυσικό και ιστορικό χώρο (Λεοντσίνης, 1999).
Η έννοια του τοπίου, είτε ως φυσικό είτε ως ανθρωπογενές, ενυπάρχει στο Νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών, ανιχνεύεται στο εσωτερικό της έννοιας περιβάλλον και παίρνει συγκεκριμένες σημασιολογικές διαστάσεις στο πλαίσιο των γνωστικών αντικειμένων.
Στο πλαίσιο του ιστορικού μαθήματος οι μαθητές καλούνται «να συνειδητοποιήσουν τη σημασία του γεωγραφικού παράγοντα για τη διαμόρφωση της ιστορικής εξέλιξης ενός τόπου» (Α.Π.Σ., 2002, 230). Μέσα από το ιστορικό μάθημα και σύμφωνα με τις διδακτικές αρχές που επιβάλλει το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο επιχειρείται η ανάδειξη της διαπλοκής περιβάλλοντος χώρου και ανθρώπινης παρέμβασης. Η ανάδειξη γενικότερα του ρόλου που διαδραματίζει το φυσικό περιβάλλον στη διαμόρφωση του ιστορικού γίγνεσθαι. Σ’ αυτό το διδακτικό περιβάλλον η διδασκαλία της τοπικής ιστορίας αναδεικνύει τις αλληλεξαρτήσεις του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος και συμβάλλει στην οικοδόμηση της γνώσης για την ιστορία του τόπου μέσα από την εμπειρία που κομίζει η άμεση επαφή με το περιβάλλον, φυσικό και ανθρωπογενές.
Δίνεται σημασία «στην απόκτηση αισθητικών αξιών σε σχέση με το περιβάλλον, στη γνώση της οργάνωσης και των διαδικασιών του περιβάλλοντος (φυσικού και κοινωνικού) και στην απόκτηση της ικανότητας να συμμετέχει στις προσπάθειες για την επίλυση κοινωνικών προβλημάτων αξιοποιώντας τις γνώσεις και τις δεξιότητες που έχει αποκτήσει, στην απόκτηση βασικών γνώσεων, εξειδικευμένων πληροφοριών, μεθόδων και τεχνικών που συμβάλλουν στην κατανόηση της δομής του γεωγραφικού χώρου, στην κατανόηση και ερμηνεία των αλληλεξαρτήσεων και των αλληλεπιδράσεων γεωφυσικών και κοινωνικών παραγόντων, καθώς και στην αιτιολόγηση της ανάγκης αρμονικής συνύπαρξης ανθρώπου και περιβάλλοντος» (Δ.Ε.Π.Π.Σ., 2002, 521).
Δεδομένου ότι το περιβάλλον είναι μια πολυδιάστατη και πολύπλοκη πραγματικότητα, τα θεωρητικά και ερευνητικά εργαλεία των Φυσικών επιστημών δεν αρκούν στο να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα για το περιβάλλον. Προϋπόθεση για την κατανόηση της περιβαλλοντικής πραγματικότητας είναι η διαθεματική και διεπιστημονική προσέγγιση των διαστάσεών της.
Στο πλαίσιο της συνολικής διάστασης του τοπίου (γεωφυσικής και ιστορικής). Μπορούν να αναζητήσουν την κοινωνική διάσταση του θέματος και να επικεντρωθούν στη μελέτη του χώρου και των ανθρώπων που τον συγκροτούν, στην καταγραφή των αξιών και των στάσεων της κοινότητας απέναντι στο περιβάλλον. Να επεκταθούν στην πολιτική διάσταση αναζητώντας τις πολιτικές προθέσεις και επιλογές στη διαχείριση του περιβάλλοντος.
Η έννοια της πόλης συντίθεται από διαφορετικούς τομείς της ανθρωπογεωγραφίας (αστική, οικονομική, πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική γεωγραφία) και η μελέτη της απαιτεί μία πολύ-πρισματική οπτική. Η επιλογή αυτής της οπτικής μπορεί να αποτελέσει συνδετικό κρίκο ανάμεσα σε διάφορα γνωστικά αντικείμενα που διδάσκονται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση τα οποία έχουν ως αφετηριακό και καταληκτικό σημείο την πόλη.
Στην σύγχρονη Πολεοδοµία, Χωροταξία και Ανάπτυξη τα νέα ζητήµατα αιχµής είναι: α) χωρικές επιπτώσεις της οικονοµικής παγκοσµιοποίησης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, β) χρήση των νέων τεχνολογιών στην ανάλυση και το σχεδιασµό του χώρου (ηλεκτρονική αναπαράσταση του χώρου στη διαδικασία ανάλυσης και ηλεκτρονικός σχεδιασµός), γ) ενίσχυση της σχέσης µεταξύ των µαθηµάτων προγραµµατισµού του χώρου (spatial planning) και των µαθηµάτων φυσικού σχεδιασµού του χώρου (urban planning, urban design) και δ) ενθάρρυνση και ενσωµάτωση στη διδασκαλία των νέων διεθνών σχολών σκέψης και των νέων θεωρητικών και µεθοδολογικών εργαλείων και τρόπων σχεδιασμού.
Το τέλος του 20ου αιώνα σηματοδοτήθηκε από µια σειρά δραµατικών, παγκόσμιων αλλαγών και εξελίξεων που αφορούν την οικονοµία, την κοινωνία και το χώρο: οικονοµική παγκοσμιοποίηση, Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, νέες (µεταβιοµηχανικές) αστικές και περιφερειακές οικονοµίες, νέες τεχνολογίες και κοινωνία της πληροφορίας, περιβαλλοντική συνείδηση και βιώσιµη ανάπτυξη, υψηλή κινητικότητα των ατόµων και το φαινόµενο της συµπίεσης του χώρου-χρόνου (time-space compression), νόµιµη και παράνοµη µετανάστευση, πολυεθνικές, πολυπολιτισµικές Ευρωπαϊκές αστικές κοινωνίες, ‘διαφοροποίηση’ (diversity’) και
‘εξατοµίκευση’ (‘individualization’) των αναφορών του ατόµου στην µεταµοντέρνα
κοινωνία. Σ’ αυτό το νέο πλαίσιο, οι σπουδές στην πολεοδοµία, τη χωροταξία και την
ανάπτυξη φαίνεται να αντιµετωπίζουν – ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία τους- τόσο σηµαντικές προκλήσεις αλλά και προοπτικές.
Το εκπαιδευτικό πακέτο «Η ΠΟΛΗ» είναι ένα αλληλεπιδραστικό ψηφιακό περιβάλλον, που ενσωματώνει εκπαιδευτικά σενάρια, ψηφιακούς χάρτες και πρόσθετο διδακτικό υλικό συνδεδεμένα δυναμικά μεταξύ τους για τη διερεύνηση της έννοιας της πόλης. Μέσα από την εξέλιξη της πλοκής των προτεινόμενων εκπαιδευτικών σεναρίων οι μαθητές ενεργοποιούνται και αναλαμβάνουν διάφορους ρόλους, ώστε να αναλύσουν και να συνθέσουν με κριτική ματιά ποικίλες διαθέσιμες πληροφορίες διαμορφώνοντας το δικό τους κοσμοείδωλο, τη δική τους άποψη για τον κόσμο που πρέπει να γνωρίσουν και να ζήσουν.
Βιβλιογραφία
Maingain Alain & Dufour Barbara, (2002), Διδακτικές προσεγγίσεις της διαθεματικότητας, 137, Αθήνα: Πατάκη.
Δουκέλης, Π.Ν., (1998), Περί των ιστοριών του τοπίου, Ιστορικά 8, 85-102.
Ζήβας, Δ., (1997), Τα μνημεία και η πόλη, 43, Libro.
Λεοντσίνης, Γ.Ν., (1999), Ιστορία-περιβάλλον και η διδακτική τους, 77, 80, 81, Αθήνα.
Λιάκος, Α., (2007), Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία; 119, Αθήνα.
Νάκου, Ειρ., (2001), Εμείς τα πράγματα και ο πολιτισμός, 9, 45, Αθήνα.: νήσος.
Ρεπούση, Μ., (2004), Πηγές του τοπίου: Τα μνημεία και οι μνημειακοί τόποι στο: Η διαθεματικότητα στο σύγχρονο σχολείο και η διδασκαλία της Ιστορίας με τη χρήση των πηγών, 81-99, Αθήνα: Μεταίχμιο.
Σακκής, Δ.-Τσιλιμένη, Τ., (2007), Ιστορικοί τόποι και περιβάλλον 47-55, Αθήνα: Καστανιώτης.
Στεφάνου Ιωσήφ, Η φυσιογνωμία των τόπων ως πρωταρχική περιβαλλοντική αξία, στο Έργα και ιδέες για το περιβάλλον, Πρακτικά 1ου Διεθνούς συνεδρίου, Σύρος 1-3 Οκτωβρίου 2004, 269-282.
Α. Αράπογλου , υπεύθυνος ΚΕ.ΠΛΗ.ΝΕ.Τ Δ/νσης Δ/θμιας Εκπ. Ν. Εύβοιας, ΠΕ 19, aarap@ppp.uoa.gr, Β. Αράπογλου, Λέκτορας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, arapov@social.soc.uoc.gr Περιδιαβαίνοντας τις πόλεις του χθες και του σήμερα. Μια πολυ-πρισματική προσέγγιση της έννοιας της «πόλης» με αξιοποίηση ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού ψηφιακού περιβάλλοντος.
Ασωνίτης, Σ., Παππάς, Θ. (2006). Τοπική Ιστορία Γ΄ Γυμνασίου. Βιβλίο Εκπαιδευτικού. Αθήνα: ΟΕΔΒ, σελ. 5-50.
Λεοντίδου, Λ., (2006). Αγεωγράφητος Χώρα: ελληνικά είδωλα και επιστημολογικές διαδρομές της Ευρωπαϊκής Γεωγραφίας, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Μαλούτας, Θ., (επιμ.) (2000). Κοινωνικός και Οικονομικός Άτλας της Ελλάδας. Τόμος 1ος : Οι πόλεις , ΕΚΚΕ και Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας.
Οικονόμου, Δ., Πετράκος, Γ. (επιμ.) (1999). Η ανάπτυξη των ελληνικών πόλεων. Διεπιστημονικές προσεγγίσεις αστικής ανάλυσης και πολιτικής, Gutenberg- Πανεπιστημιακές εκδόσεις Θεσσαλίας.
Τερκενλή, Θ., Ιωσηφίδης, Θ., Χωριανόπουλος, Ι. (επιμ.) (2007). Ανθρωπογεωγραφία: Άνθρωπος, Κοινωνία και Χώρος. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.
Φράγκου, Ο., Αράπογλου, Α., Παπανικολάου, Κ. (2007) «Πτυχές Παιδαγωγικής Αξιοποίησης Εκπαιδευτικών Σεναρίων σε Διαδικτυακά Μαθήματα» στα Πρακτικά του 4ου Διεθνές Συνεδρίου για την Ανοικτή και Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση. Αθήνα: Προπομπός.

«Κυπριακοί αγώνες» Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Φιλόλογος-Ιστορικός, Μεταπτυχιακό δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.- Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

«Κυπριακοί αγώνες»
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Φιλόλογος-Ιστορικός, Μεταπτυχιακό δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.- Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων
P1110502
Θύμα της Γ΄ Σταυροφορίας υπήρξε και η Κύπρος. Ο βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατέλαβε το νησί το 1191. Ήταν η αρχή του κακού. Το επόμενο διάστημα, για οκτώ αιώνες, οι διάφοροι κυρίαρχοι καταπίεζαν το λαό της με τους Τούρκους σχεδόν πάντα παρόντες. Όταν το 1878 την ανάληψη της εξουσίας στο νησί ανέλαβαν οι Άγγλοι, οι Κύπριοι πίστεψαν πως ήρθε η ώρα της ελευθερίας. Ο μεγάλος τους πόθος ήταν η ένωση με την Ελλάδα.
Το ενωτικό ζήτημα πήρε μεγάλες διαστάσεις με την άνοδο του Μακαρίου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο τον Οκτώβριο του 1950. Ο νέος ιεράρχης διακήρυττε σε όλους τους τόνους: «δεν θα συνθηκολογήσουμε με τον κυρίαρχο». Ο ένοπλος όμως αγώνας για να διεκδικήσουν οι Κύπριοι τα δικαιώματά τους, άρχισε το 1955. Δύο ήταν οι μεγάλες προσωπικότητες που επωμίστηκαν το σημαντικό έργο, ο επίσκοπος Μακάριος και ο απόστρατος συνταγματάρχης του ελληνικού στρατού Γεώργιος Γρίβας, ο οποίος είχε επιλέξει το ψευδώνυμο «Διγενής», που ζωντάνευε στις συνειδήσεις των ανθρώπων παλιές δόξες.
Την 1η Απριλίου 1955 ο Διγενής επικεφαλής της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ) κήρυξε την έναρξη του επαναστατικού κινήματος. Μάταια οι Άγγλοι προσπάθησαν να εξαρθρώσουν την ΕΟΚΑ με συλλήψεις, πρόστιμα, καταδίκες.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του ’55, η Κύπρος γνώρισε τον πιο σκληρό και αδίστακτο κυβερνήτη, τον Χάρτινγκ. Η διάσταση των απόψεών του με τον Μακάριο οδήγησε στην εξορία του ιεράρχη στις Σεϋχέλλες και στη σκληρή γραμμή για τη διάλυση της ΕΟΚΑ. Ζήτησε την παράδοση των αγωνιστών με τον οπλισμό τους και πήρε από τον Διγενή την περήφανη λακωνική απάντηση: «οι νικητές δεν παραδίδονται».
Η ΕΟΚΑ στην πρόκληση του Άγγλου κυβερνήτη απάντησε περιπαιχτικά: Άφησε ελεύθερο ένα γαϊδούρι να περιφέρεται στους δρόμους της Λευκωσίας φορτωμένο ξύλινα όπλα και μια πινακίδα με την επιγραφή: «my Marshal I surrender» (στρατάρχα μου, παραδίδομαι). Κάποιος ή κάποιοι έγραψαν ένα σατιρικό ποίημα πολύ ταιριαστό για την περίπτωση:
«Παρεδόθη ένας όνος,
ήταν ένοπλος και μόνος,
κι οδηγήθη άρον-άρον
στον στρατάρχη των γαϊδάρων.
Και εδήλωσεν ο όνος:
Τι μαλώνουμε πεισμώνως
Ο κυρ Όνος κι ο σερ Όνος
εντός ξένου αχυρώνος;».
Μια αγγλική εφημερίδα έγραψε:
«…ένας στρατάρχης, τρεις στρατηγοί και σαράντα χιλιάδες βρετανοί στρατιώτες δεν αποδείχτηκαν ικανοί να νικήσουν την ΕΟΚΑ».
Πολλοί από τους αγωνιστές με ζωντανό το όραμα της ελευθερίας της πατρίδος, οδηγήθηκαν στην αγχόνη με τον Εθνικό Ύμνο στα χείλη, με το κήρυγμα της επανάστασης του ’21 στον ύστατο λόγο τους, με προσηλωμένο τον νου και την καρδιά στην αρχαιοελληνική υπόσχεση «άμες γ’ εσόμεθα πολλώ κάρονες», την οποία τίμησαν επάξια.
Στην Λευκωσία, στο νεκροταφείο των ηρώων, στα φυλακισμένα μνήματα,
την ώρα που απλώνεται το μούχρωμα
μια φωτεινή σιλουέτα πλανάται
ανάμεσα στους τάφους της νιότης
με τους λευκούς σταυρούς.
Είναι η θυσία; Η Αυταπάρνηση; Η Ελευθερία;
Είναι η Ελλάδα; Η Μάνα; Η Παναγία;
Όλα είναι…
Απέναντι στο λόφο
τα λαμπάκια αναβοσβήνουν
φωτίζοντας την ημισέληνο του κατακτητή.
Προδομένη Κύπρος!
Και η φωτεινή οπτασία εκεί…
Ένα-ένα «μελετά τα λαμπρά παλληκάρια»
Είναι ο Παναγιώτης, ο Νικόλας,ο Γιώργης,
ο Περικλής, ο Μάριος, ο Ευαγόρας…
Αθάνατοι μάρτυρες και παντοτινοί
οδηγοί του χρέους.
Αιωνία τους η μνήμη!..
Ύστερα ήρθε ο Αττίλας..
Άρα, οι αγώνες δεν τελείωσαν.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο «Ιστορικά ντοκουμέντα και άλλα δημοσιεύματα» του Γιάννη Τσαλάκου, αφιερωμένο στη μνήμη των μαρτύρων και ηρώων του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνος των Κυπρίων Αυξεντίου, Καραολή, Δημητρίου και Παλληκαρίδη, σε ένδειξη συμπαράστασης των Ελλήνων προς τον όμαιμο λαό της Κύπρου και προς γνώση και ενημέρωση για το ιστορικό του μέλλον. Ο συντάκτης αυτών των κειμένων είχε ως μοναδική πηγή των γεγονότων που αναφέρεται και προβάλλει, την ισχυρή μνήμη που διαθέτει στην ηλικία των ενενήντα ενός ετών. Η γλώσσα του, μεστή εννοιών και περιστατικών, ρέουσα και καθάρια ελληνική, πλούσια σε γεγονότα και αδιάσειστα επιχειρήματα δείχνουν το χάρισμα του λόγου και τη δυνατή πέννα που διαθέτει ο συντάκτης των δημοσιευμάτων.
Τα επιχειρήματα του συντάκτη είναι αδιάσειστα. Και ναι μεν είναι γεγονός ότι μπορεί και πολλοί άλλοι να τα λένε προφορικά, αλλά όμως ουδείς έως τώρα είχε το θάρρος και το σθένος να τα καταγγείλει και δη δημόσια, σθένος και θάρρος που επιδεικνύει ο υπερενενηκονταετής συντάκτης των κειμένων Ιωάννης Τσαλάκος. Η αλήθεια είναι πικρή και καυστική πάντοτε και για τους περισσότερους. Ο συντάκτης των κειμένων, δριμύς και καυστικός δεν χαρίζει τίποτε και σε κανένα απολύτως. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε υποσχεθεί ότι θα διατάξει το άνοιγμα του φακέλου της Κύπρου, όπερ και εγένετο με πρόεδρο της επιτροπής το βουλευτή Μεσολογγίου, τον αείμνηστο Μπασαγιάννη. Όταν όμως η έρευνα έφτασε στο κρίσιμο σημείο να καταλογισθούν ευθύνες στην κυβέρνηση Καραμανλή που στις 15 Αυγούστου 1974, δεν έστειλε στην Κύπρο μία μεραρχία στρατού, για να αποτρέψει την απόβαση του Αττίλα 2, αδίκημα που συνιστά έγκλημα εθνικό σε βαθμό κακουργήματος, διωκόμενο αυτεπαγγέλτως κατά την κατάθεση του στρατηγού Σιαπκαρά, περιέχουσα ολόκληρη τη σχετική διάταξη του στρατιωτικού ποινικού κώδικα, σ’ αυτή ακριβώς τη στιγμή ο Ανδρέας Παπανδρέου διέταξε το κλείσιμο του φακέλου, πράξη για την οποία καταγγέλλεται ενώπιον της ιστορίας από τον συγγραφέα.
(Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη).

Εισαγωγή στην εικαστική θεραπεία (Art-Therapy) Ηλιάδη Αμαλία, φιλόλογος-ιστορικός (ΠΕ02), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

Εισαγωγή στην εικαστική θεραπεία (Art-Therapy): Ηλιάδη Αμαλία, φιλόλογος-ιστορικός (ΠΕ02), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.
P1110508
Η εικαστική θεραπεία (Art-Therapy) ανήκει στα ψυχοκοινωνικά επαγγέλματα. Προσφέρει υπηρεσίες στον άνθρωπο, δίνοντάς του την ευκαιρία να εξερευνήσει προσωπικά προβλήματα διαμέσου λεκτικής και εξωλεκτικής έκφρασης. Συγκεκριμένα, βασίζεται στη δύναμη της Εικαστικής Έκφρασης (ζωγραφικής, πηλού, κολλάζ, φωτογραφίας, άμμου) ως μέσου επικοινωνίας του ατόμου με τον εαυτό του και το περιβάλλον, ούτως ώστε να αναπτύξει σωματικές και συναισθηματικές ικανότητες.
Παρόλο που ο εικαστικός δρόμος έκφρασης ήταν ανέκαθεν γνωστός στην ιστορία της ανθρωπότητας, η Εικαστική Θεραπεία, ως επάγγελμα, αρχίζει να εμφανίζεται γύρω στα 1950.
Η θεραπευτική προσέγγιση μέσα από την τέχνη αναγνωρίζει τις καλλιτεχνικές διεργασίες, τις δομές, το περιεχόμενο και τους συνειρμούς, πάνω σ’ αυτά, ως καθρέπτες των ικανοτήτων, της προσωπικότητας, των ενδιαφερόντων και των ενασχολήσεων του ανθρώπου. Παράλληλα, η θεραπεία μέσω της τέχνης προσφέρεται και ως διαγνωστικό εργαλείο ψυχολογικής αξιολόγησης για άτομα, ζευγάρια, οικογένειες και ομάδες.
Ποιοι είναι και τι κάνουν οι εικαστικοί θεραπευτές.
Οι Εικαστικοί Θεραπευτές ενσωματώνουν την προσωπική τους εκπαίδευση στην τέχνη και τη θεραπεία με τις γνώσεις τους πάνω στους κανόνες που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, μαζί με γνώσεις στο συμβολισμό της έκφρασης. Μπορούν να εργαστούν ως βασικοί ή βοηθητικοί φορείς με άτομα όλων των ηλικιών, σε κλινικές, κοινοτικά έργα αποκατάστασης και στην εκπαίδευση. Μέσω της παρατήρησης της «καλλιτεχνικής» συμπεριφοράς (το πώς δηλαδή χειρίζεται κάποιος τα υλικά), της έκφρασης και των προϊόντων τέχνης (artifacts), ο Εικαστικός Θεραπευτής συνάγει διαγνωστικά συμπεράσματα και εφαρμόζει τη θεραπευτική αγωγή.
Ένας θεραπευτής μέσω τέχνης μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο στέλεχος πληροφόρησης και ανατροφοδότησης σε διεπιστημονικές ομάδες προσωπικού στους πιο κάτω χώρους εργασίας: Κέντρα Ψυχικής Υγείας, Νοσοκομεία, Κέντρα Αποκατάστασης και Εκπαίδευσης, κ.λ.π. Μπορεί επίσης να προσφέρει υπηρεσίες ως επόπτης, σύμβουλος και ερευνητής.
Από το ηλεκτρονικό βιβλίο:
«Οι Τέχνες ως παράγοντας διατήρησης και ανάκτησης της ψυχικής υγείας του ανθρώπου – Art Therapy, χοροθεραπεία, μουσικοθεραπεία, δραματοθεραπεία».
(έρευνα που εκπονήθηκε στο πλαίσιο προγράμματος Αγωγής Υγείας απ’ τη φιλόλογο-ιστορικό Αμαλία Κ. Ηλιάδη)

«Βουτιά στις αναμνήσεις μέσω ψηφιακών καταγραφών» Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

«Βουτιά στις αναμνήσεις μέσω ψηφιακών καταγραφών»
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων
P1110487P1110486
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στην ψηφιακή εποχή: έναν αιώνα μετά την κήρυξή του, το Αυτοκρατορικό Μουσείο Πολέμου του Λονδίνου δημιουργεί μια κολοσσιαία βιβλιοθήκη με μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων στην πρώτη γραμμή και στα μετόπισθεν.
Σε ποιο σημείο άραγε η «Μεγάλη Ιστορία» συναντιέται με το προσωπικό βίωμα; Την απάντηση αναζητεί το Αυτοκρατορικό Μουσείο Πολέμου του Λονδίνου μέσω ενός φιλόδοξου πρότζεκτ που εγκαινιάζει τους επόμενους μήνες, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης των 100 χρόνων από το ξέσπασμα της πρώτης παγκόσμιας σύρραξης το 2014. Το Μουσείο απευθύνει παγκόσμια πρόκληση-έκκληση στις οικογένειες ατόμων που έλαβαν μέρος στον Πόλεμο να καταθέσουν ό,τι υλικό έχουν στην κατοχή τους: ιδιωτικές επιστολές, ημερολόγια, φωτογραφίες κτλ., με σκοπό τη διαδικτυακή ανάρτηση 8 εκατομμυρίων προσωπικών ιστοριών στην ιστοσελίδα του Μουσείου ως τα τέλη του 2018.
Ο σκοπός των ιθυνόντων είναι να συγκεντρώσουν και να καταγράψουν μαζικά τον πολύτιμο πλούτο που είναι αυτή τη στιγμή κρυμμένος σε συρτάρια, σοφίτες και λοιπούς χώρους αποθήκευσης και να τον κάνουν προσβάσιμο σε κάθε ενδιαφερόμενο, μελετητή και όχι μόνο, με το πάτημα ενός κουμπιού. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η εφημερίδα «The Observer», το υλικό που θα συγκεντρωθεί «θα αποτελέσει τμήμα μιας τεράστιας διαδικτυακής βιβλιοθήκης η οποία θα τεθεί στη διάθεση των ιστορικών αλλά και των απλών ανθρώπων οι οποίοι θέλουν να ενημερωθούν για τη δράση των δικών τους στη σύγκρουση».
Το πρότζεκτ έχει τίτλο «Ζωές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου» και θα εγκαινιαστεί τον Φεβρουάριο του 2014 στο πλαίσιο μιας ευρύτερης «επανεκκίνησης» του Μουσείου. Η φιλοδοξία των υπευθύνων είναι να επιστρέψει το Μουσείο σε αυτόν καθαυτόν τον σκοπό της ίδρυσής του, προσαρμοσμένο όμως στην ψηφιακή εποχή…
Το μουσείο ιδρύθηκε στις 5 Μαρτίου 1917, διαρκούντος ακόμη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, προκειμένου να καταγραφούν τα γεγονότα της μαίνουσας σύρραξης αλλά και να τιμηθούν η μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους και η συμβολή αυτών οι οποίοι επέζησαν. Στο πλαίσιο αυτό, από τα τέλη του 1918, όλα τα δελτία τροφίμων που διανέμονταν περιελάμβαναν μηνύματα-εκκλήσεις για συλλογή «βιογραφικού υλικού, τυπωμένου ή υπό μορφή χειρογράφου, από όλους τους αξιωματικούς και τους απλούς στρατιώτες οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους στις μάχες ή κέρδισαν τίτλους τιμής».
Οι εκκλήσεις, τυπωμένες κατά μήκος των κουπονιών για μαργαρίνη ή βούτυρο, αφορούσαν «πρωτότυπες επιστολές, σχέδια, ποιήματα και άλλα ενδιαφέροντα τεκμήρια τα οποία απεστάλησαν από τις ζώνες του Πολέμου και, γενικά, κάθε είδους ενθύμια, ακόμη και ασήμαντης αξίας…».
Το υλικό που συγκεντρώθηκε εκτέθηκε στο Μουσείο που εγκαινίασε ο βασιλιάς Γεώργιος Ε΄ στις 9 Ιουνίου 1920 στο Νότιο Λονδίνο. Στις 7 Ιουλίου 1936 ο Δούκας του Γιορκ, ο οποίος σύντομα επρόκειτο να αναγορευθεί σε βασιλιά Γεώργιο Στ΄, εγκαινίασε εκ νέου το Μουσείο στη νυν έδρα του. Ωστόσο οι πόρτες του έκλεισαν για το κοινό από τον Σεπτέμβριο του 1940 ως τον Νοέμβριο του 1946 και οι πολύτιμες συλλογές του φυγαδεύθηκαν για λόγους ασφαλείας εκτός Λονδίνου.
Η εν λόγω σύρραξη υπήρξε σημείο καμπής για την Παγκόσμια Ιστορία με την έννοια ότι κόστισε τη ζωή σε περισσότερους από 16 εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο και επηρέασε, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, τις ζωές όλων. Η τετραετία 2014-2018 σηματοδοτεί έναν αιώνα από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Μουσείο τιμά την επέτειο με μια σειρά εκδηλώσεις. Στο πλαίσιο αυτό, οι «Ζωές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου» αποτελούν ένα μόνο από τα πρότζεκτ που ετοιμάζονται. Μια σειρά εκπαιδευτικού χαρακτήρα πρωτοβουλίες αλλά και η εγκαθίδρυση ενός παγκόσμιου δικτύου συνεργασιών με πολιτιστικούς και ευρύτερα πνευματικού χαρακτήρα οργανισμούς εντάσσονται επίσης στις ήδη ανειλημμένες πρωτοβουλίες εν όψει της επετείου.
Μέσω μιας ιστοσελίδας που ξεκίνησε από την Ιταλία, άνθρωποι που έχουν γεννηθεί πριν από το 1950 μοιράζονται τις δύσκολες εποχές που έζησαν για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι.
Από τον Μάιο του 2011 λειτουργεί στην Ελλάδα μια τράπεζα που δεν φοβάται τα επιτόκια ούτε την έλλειψη ρευστότητας. Μόνος της ανταγωνιστής είναι ο χρόνος και η λήθη. Τα «στελέχη» της δεν είναι φιλόδοξοι οικονομολόγοι, αλλά εθελοντές εξερευνητές. Η Ελληνική Τράπεζα Αναμνήσεων δεν επενδύει στα χρηματιστήρια αλλά στη γνώση. Εδώ οι καταθέσεις είναι ιστορίες ανθρώπων που έχουν γεννηθεί πριν από το 1950. Οι γιαγιάδες και οι παππούδες μας, δηλαδή, που έζησαν πολέμους, εξορίες, Κατοχή, πείνα, αλλά και τρυφερούς έρωτες, παιδικές σκανταλιές και χαμένες πατρίδες.
Η ιδέα γεννήθηκε στο Τορίνο της Ιταλίας τον Αύγουστο του 2007 και σήμερα το διεθνές πρόγραμμα memoro.org, που τιμήθηκε πριν από έναν χρόνο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, απλώνεται σε περισσότερες από 16 χώρες.
Η ελληνική του περιπέτεια που τιμήθηκε από το TEDx Athens Competition στον τομέα της καινοτομίας στην εκπαίδευση ) ξεκίνησε από τη Μαρίνα Σάρλι, την Αμαρυλλίδα Ραουζαίου και την Παρασκευή Τζούβελη. Η γιαγιά της Μαρίνας πέθανε όταν εκείνη ήταν έγκυος. Τότε σκέφτηκε πως όσα άκουσε κατά καιρούς από τη γιαγιά της δεν θα τα άκουγε ποτέ η κόρη της. Κάπως έτσι έγιναν τα πρώτα βήματα και σήμερα στην ιστοσελίδα της οργάνωσης (http://www.memoro.org/gr-gr/) αποθησαυρίζονται 150 αναμνήσεις από τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, τον εμφύλιο, το απαρτχάιντ στην Αφρική, τους διωγμούς των Ελλήνων από τους Τούρκους στην Πόλη, την ακμή της Τραπεζούντας στον Πόντο, τη μετανάστευση στην Αυστραλία, αλλά και από την καθημερινότητα εκείνης της εποχής.
Η ιστοσελίδα λειτουργεί ως youtube. Ο καθένας μπορεί να κινηματογραφήσει με κάποιες απλές οδηγίες αναμνήσεις και να τις ανεβάσει, αρκεί να μην περιέχουν προκλητικά σχόλια. Στην εξερεύνηση μπαίνουν πλέον και σχολεία, με αποτέλεσμα να έχουν συγκεντρωθεί ιστορίες από την Αττική, τη Μακεδονία, τη Θράκη, τη Δυτική Ελλάδα, το Ιόνιο, την Κρήτη και τη Στερεά.
(Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη)

Ιστορικό Σημείωμα με θέμα: «Οι πρώιμες Βυζαντινές Πόλεις» Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων (Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ)

20220703 093424 ΑντιγραφήΙστορικό Σημείωμα με θέμα: «Οι πρώιμες Βυζαντινές Πόλεις» Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων (Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ)
P1110470
Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στην Ελλάδα και αλλού μας έχουν αποκαλύψει ένα σημαντικό αριθμό πόλεων που ταυτίζονται με τα μεγάλα αστικά κέντρα της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου: τους Φιλίππους, την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την Κόρινθο, τη Νικόπολη, την Αλεξάνδρεια, την Αντιόχεια, την Έφεσο, τη Μίλητο, τις Σάρδεις, την Αφροδισιάδα, την Απάμεια, τη Σεβάστεια, τη Γάζα, την Ταρσό, την Καισάρεια της Καππαδοκίας, το Σίρμιο, τη Σερδική και άλλα πολλά. Η εικόνα που παρουσίαζαν έδειχνε πόλεις ζωντανές και ακμάζουσες. Πρόκειται για τις ίδιες, τις παλιότερες ελληνορωμαϊκές, στις οποίες η ζωή συνεχίστηκε ακριβώς όπως πριν, με ελάχιστες αλλαγές. Οι κάτοικοι επισκεύασαν τα ρωμαϊκά κτήρια και τα ξαναχρησιμοποίησαν, έμεναν στα σπίτια και δούλευαν στα μαγαζιά και τα εργαστήρια. Επίσης, έφτιαξαν όσα δημόσια κτήρια τους ήταν χρήσιμα. Στα θέατρα έδιναν παραστάσεις παντομίμας, στα λουτρά φρόντιζαν την προσωπική τους υγιεινή, στις αποθήκες φύλαγαν την τροφή τους και στις δεξαμενές το νερό που έφερναν στην πόλη μέσω των υδραγωγείων. Στις πλατείες θαύμαζαν έργα τέχνης, όπως σιντριβάνια και αγάλματα των πολιτικών αρχόντων, και διάβαζαν τις πληροφορίες που ανακοινώνονταν με επιγραφές, ενώ οι ιππόδρομοι έγιναν μάρτυρες των αγώνων μεταξύ ιππικών αρμάτων αλλά και… αντίπαλων κοινωνικών ομάδων. Εμπορικό κέντρο της πόλης ήταν η αγορά. Τις συνοικίες συνέδεσαν οι παλιές οδικές αρτηρίες που επισκευάστηκαν και κάποιες φορές οι νέες που κατασκευάστηκαν. Στη θρησκευτική ζωή των κατοίκων εστιάζεται η μεγαλύτερη αλλαγή στις πρώιμες βυζαντινές πόλεις. Χτίστηκαν τόποι λατρείας για τη νέα χριστιανική θρησκεία, εκκλησίες και μοναστήρια, και κοντά τους οι κατοικίες των επισκόπων, ενώ οι παλιοί αρχαίοι ναοί είτε εγκαταλείφθηκαν είτε μετατράπηκαν σε εκκλησίες. Επίσης, πολυτελείς κολυμβητικές δεξαμενές και νυμφαία μετατράπηκαν σε Βαπτιστήρια. Τέλος, μετά τη Ρωμαϊκή Ειρήνη, οι νέες, πιο ανασφαλείς συνθήκες επέβαλλαν την οχύρωση των πόλεων με ισχυρά τείχη, τα περισσότερα της εποχής του Μεγάλου Θεοδοσίου και του Ιουστινιανού. Έτσι κύλησε η ζωή μέχρι την αναστάτωση που έφερε το τέλος του 5 ου και ο 6 ος αιώνας. Οι ανασκαφές μας δείχνουν καταστροφές και πυρκαγιές και οι γραπτές πηγές μιλούν για σειρά καταστρεπτικών σεισμών και αλλεπάλληλων εχθρικών επιδρομών και λεηλασιών. Τα περισσότερα από τα αστικά κέντρα, που είχαν απλωθεί και αναπτυχθεί στις κοιλάδες και τα παράλια της Μεσογείου και των Βαλκανίων για περίπου μια χιλιετία, δεν μπορούσαν πια να επιβιώσουν. Μετά την καταστροφή τους εγκαταλείφθηκαν και ο πληθυσμός τους σταδιακά, μέσω μιας διαδικασίας που θα εξελιχθεί στη Μεσοβυζαντινή περίοδο, κατέφυγε σε φυσικά οχυρές και δυσπρόσιτες τοποθεσίες κοντά στην παλιά πόλη, όπου έχτισε τα σπίτια του- με τις πέτρες που έφερε από τα κατεστραμμένα κτήρια και οργάνωσε τη ζωή του με μεγαλύτερο αίσθημα ασφάλειας. Το πρώιμο βυζαντινό σπίτι. Οι κατοικίες των Βυζαντινών κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο δε φαίνεται να άλλαξαν καθόλου σε σχέση με τη Ρωμαϊκή. Από τις αγροικίες της υπαίθρου έχουμε μαρτυρίες μόνο για τα μεγάλα κτίσματα των πιο εύπορων αγροτών. Επρόκειτο για κτίσματα στο πρότυπο της ρωμαϊκής villa (έπαυλη), εξοπλισμένα με χώρους κατάλληλους για τη διαμονή των ενοίκων, αλλά και με αποθήκες ή χώρους βοηθητικούς για τις αγροτικές εργασίες. Από τις καλύβες των φτωχών αγροτών που χτίζονταν με ευτελέστερα υλικά δεν έχει σωθεί βέβαια τίποτε. Περισσότερα γνωρίζουμε για τις αστικές κατοικίες, από τις οποίες πολλά παραδείγματα μας έχουν αποκαλύψει οι αρχαιολογικές ανασκαφές. Οι πολλαπλές οικοδομικές φάσεις που παρουσιάζουν τα κτήρια αυτά, μας δίνουν να καταλάβουμε ότι οι άνθρωποι της εποχής προτιμούσαν να επισκευάζουν και να κατοικούν τα ήδη υπάρχοντα σπίτια, παρά να κατασκευάζουν καινούργια. Ωστόσο, πέρα από τα επισκευασμένα σπίτια, που παρέμεναν στο σχέδιο της Ρωμαϊκής εποχής, ακόμη και οι νέες κατασκευές ακολούθησαν το μοντέλο της ρωμαϊκής αστικής οικίας. Αυτό βασικά συνίστατο σε ένα σύνολο κυρίων δωματίων και βοηθητικών χώρων, διαρθρωμένων γύρω από μια κεντρική αυλή (το αίθριο) ενώ την εικόνα συμπλήρωναν, καμιά φορά, μικρές αυλές δευτερεύουσας σημασίας. Σημαντική καινοτομία της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου ήταν η εμφάνιση για πρώτη φορά των οικιακών εγκαταστάσεων υγιεινής (λουτρού), πιθανόν επειδή η χριστιανική θρησκεία επέβαλε μια νέα αντίληψη για το σώμα και τη δημόσια έκθεσή του. Τα υλικά που χρησιμοποιούνταν στην οικοδομική δραστηριότητα της εποχής ήταν οι αργοί λίθοι και τα τούβλα, καθώς και πολλά αρχιτεκτονικά μέλη αρχαίων και ρωμαϊκών κτηρίων που είχαν καταρρεύσει. Εξαιρετικής σπουδαιότητας είναι ο τρόπος που διακοσμούνταν τα σπίτια αυτά, αφού ο πλούτος και η ποιότητα της διακόσμησης έπρεπε να δηλώνει-και να συμφωνεί με-την κοινωνική θέση του ιδιοκτήτη του: συχνά συναντάμε πέρα από συντριβάνια, μαρμάρινες κολώνες και κάποια περίτεχνα (π.χ. μαρμάρινα) τραπέζια ή πάγκους, αλλά και καταπληκτικά ψηφιδωτά που κοσμούσαν τα πατώματα στα κεντρικά δωμάτια. Η ύπαιθρος χώρα. Το πρώιμο Βυζάντιο φαίνεται ότι ήταν οργανωμένο κυρίως σε πόλεις και λιγότερο σε κωμοπόλεις ή χωριά. Υπήρχαν δηλαδή οι πολυάνθρωπες και οικονομικά ισχυρές κεντρικές πόλεις, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Αντιόχεια, η Αλεξάνδρεια και η Έφεσος, που κυρίως στηρίζονταν στο εμπόριο, τη ναυτιλία και τη βιοτεχνική παραγωγή. Ακολουθούσαν κάποια άλλα κέντρα, συνήθως παραθαλάσσια ή παραποτάμια, όπως η Θεσσαλονίκη, η Κόρινθος, η Μίλητος και η Σεβάστεια, που ήταν εμπορικά κέντρα και με καλή βιοτεχνία. Η υπόλοιπη ύπαιθρος περιλάμβανε τα κέντρα των αγροτικών περιοχών στην ενδοχώρα, που ήταν επίσης σημαντικές πόλεις, όπως η Αδριανούπολη, η Ναισσός, η Καισάρεια της Καππαδοκίας, η Λαοδίκεια, η Αμάσεια και η Λάρισα. Κάποιες άλλες πόλεις ή συχνότερα μικρότερες κωμοπόλεις ήταν οργανωμένες σε στρατιωτικά οχυρά, κοντά στα σύνορα ή στα επίκαιρα σημεία των στρατιωτικών οδών: τέτοιες ήταν το Σίρμιο, το Δορόστολο, η Αγχίαλος, τα Σύναδα, το Στόμπι, η Σερδική, η Άγκυρα, η Θεοδοσιούπολη, η Άμιδα, η Έδεσσα και η Μελιτηνή. Την εικόνα της βυζαντινής υπαίθρου συμπλήρωναν οι διάσπαρτες και, μάλιστα, καμιά φορά αμυντικά τειχισμένες αγροικίες(villae), με τις αγροτικές τους εκτάσεις και τα βοηθητικά τους κτίσματα (μύλους κ.λ.π.).

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων: “ Οι βίοι των αγίων ως συνεκτικό αφηγηματικό στοιχείο λόγιου και λαϊκού πολιτισμού στην βυζαντινή κοινωνία”

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων: “ Οι βίοι των αγίων ως συνεκτικό αφηγηματικό στοιχείο λόγιου και λαϊκού πολιτισμού στην βυζαντινή κοινωνία”
P1110472
Η Μνημοσύνη είναι προγεννήτορας όλων των τεχνών και των
επιστημών, μεταξύ των οποίων και της ιστορίας· η Κλειώ ήταν μία από τις θυγατέρες της. Η επιστήμη της θύμησης, η μνημονική, που αποδίδεται στον Σιμωνίδη τον Κείο, αποτέλεσε τη βάση της μαθησιακής διαδικασίας. Η μνήμη για τους αρχαίους Έλληνες αποτελούσε, εξάλλου, προϋπόθεση της σκέψης. Αυτή τη βασική ιδέα παρέλαβαν οι Βυζαντινοί από τους αρχαίους Έλληνες ως άξιοι επίγονοί τους και με γνώμονα την τεράστια αξία της καταγραφής για την πρόοδο και την επιβίωση της κοινωνίας τους, κατέλιπαν σε μας πληθώρα γραπτών πηγών: χρονογραφίες, ιστορίες, αφηγήσεις, βίους αγίων. Εξάλλου, γενικά μιλώντας, όλοι οι βυζαντινοί είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση και σεβασμό προς την εκπαίδευση. Τη θεωρούσαν ως το πρώτο από τα αγαθά που μπορούσαν να κατέχουν και το οποίο δε θα
τους «πρόδιδε» ποτέ. Γι’ αυτό οι πατέρες φρόντιζαν για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Τα παιδιά, μετά από τα έξι
ή επτά τους χρόνια πήγαιναν στα σχολεία για να μάθουν τα πρώτα τους γράμματα που ονομάζονταν Προπαιδεία των μαθημάτων και πιο συχνά Ιερά Γράμματα, επειδή οι
δάσκαλοι της στοιχειώδους εκπαίδευσης ήταν οι πιο πολλοί κληρικοί και μοναχοί και δίδασκαν το αλφάβητο, τον συλλαβισμό, την ανάγνωση και τη γραφή μέσα από
εκκλησιαστικά, ως επί το πλείστον, κείμενα. Οι μαθητές διδάσκονταν, μ’ αυτή τη μεθοδολογία, στοιχεία γραμματικής, αριθμητική, αρχαία ιστορία, μυθολογία, ωδική
και θρησκευτικά. Εκείνος που δίδασκε τα πρώτα στοιχεία καλούνταν στοιχευτής ή γραμματιστής κι εκείνος που δίδασκε αριθμητική, δηλαδή το «ψηφίζειν», λεγόταν
ψηφιστής.
Για τον μελετητή μιας κοινωνίας, τωρινής ή παρελθούσας, η μνήμη αποτελεί εργαλείο και πεδίο έρευνας, μέσον δηλαδή, και στόχο της μελέτης του. Ακόμη και η ατομική μνήμη δεν είναι απλώς μια μνήμη προσωπική. Οι μνήμες που συγκροτούν την ταυτότητά μας και μας παρέχουν ένα πλαίσιο για τη σκέψη και τη δράση μας δεν είναι μονάχα δικές μας· τις έχουμε μάθει, τις έχουμε «δανειστεί» και τις έχουμε, κατά κάποιον
τρόπο, κληρονομήσει μέσα από τις οικογένειες, τις κοινότητες και τις πολιτισμικές παραδόσεις μας.
Η ιστορία καθεαυτή αποτελεί προϊόν και πηγή κοινωνικής μνήμης. Η απόπειρα να ορίσουμε τον ρόλο της κοινωνικής μνήμης αναφορικά με την ανάπλαση του παρελθόντος και την
κατανόησή του συνιστά μια επίπονη ενασχόληση.
Μέσα από τη μελέτη των Βυζαντινών Συναξαρίων, των Βίων των αγίων και άλλων συναφών κειμένων, μπορεί να καταδειχθεί
η διαπλοκή της προφορικότητας (λαϊκών αφηγήσεων) με τα γραπτά αγιολογικά κείμενα της πρώιμης και μέσης βυζαντινής περιόδου, μέσω της ανάλυσης και κωδικοποίησης των μοντέλων δράσης ηρώων και της αντίστοιχης ανάλυσης του τρόπου δράσης των αγίων-ηρώων των βίων και των Συναξαρίων
(αγιολογικών κειμένων). Εκεί, υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, η δυνατότητα να προκύψουν πρωτότυποι και ενδιαφέροντες παραλληλισμοί, οι οποίοι θα φανερώσουν, σε πολλαπλά επίπεδα ιδεολογίας και κουλτούρας, (εν γένει πολιτισμού), τις
«συνέχειες» που υφίστανται ανάμεσα στον προφορικό-λαϊκό πολιτισμό και στον γραπτό- «λόγιο» πολιτισμό.
Το γεγονός ότι από την αρχαία Ελλάδα δεν μας έχει διασωθεί κανένα γνήσιο λαϊκό αφήγημα ούτε λαϊκή παράδοση, οδήγησε πριν από αρκετά χρόνια στη διατύπωση της θεωρίας, πως ο αρχαίος ελληνικός λαός ήταν από τους λίγους εκείνους λαούς,
ίσως και ο μόνος, που μέσα στον κόσμο του δεν είχε λαϊκούς θρύλους. Είναι αλήθεια πως η γραπτή παράδοση των Ελλήνων απέφυγε να δώσει την προσήκουσα σημασία στη λαϊκή δημιουργία και φαίνεται παράλληλα να μην ενδιαφέρθηκε και
πάρα πολύ να τη διασώσει. Στην παραπάνω όμως ασταθή θεωρία της παντελούς έλλειψης παραμυθιών, αντιτίθεται η άφθονη παρουσία λογοποιητικών θεμάτων στις ηρωικές παραδόσεις, γεγονός που αποτελεί αδιαφιλονίκητη
απόδειξη, ότι οι αρχαίοι Έλληνες και μύθους-θρύλους είχαν και λογοποιίες διέθεταν, οι οποίες μεταβιβάστηκαν στους βυζαντινούς μέσω των μαρτυρολογίων, συναξαρίων και των βίων των αγίων της πρώιμης, μέσης και ύστερης βυζαντινής περιόδου.
Πολλές προφορικές λαϊκές διηγήσεις, στα βασικά τους στοιχεία δομής και περιεχομένου, ιχνηλατούνται στα αγιολογικά κείμενα ως πλέγμα, ιστός και καμβάς του ξετυλίγματος της υπόθεσης-ιστορίας του βίου ενός αγίου. Αυτή η διάσταση προκύπτει απ’ τη μελέτη των αγιολογικών κειμένων της πρώιμης βυζαντινής περιόδου σε σχέση με την ελληνική αρχαιότητα και κυρίως σε σχέση με τους αρχαίους ελληνικούς μύθους.
Αυτού του είδους η οπτική γωνία καθορίζει και το θέμα μελέτης: ο κεντρικός άξονας γύρω απ’ τον οποίο επικεντρώνεται η ανάλυση είναι ακριβώς η προφορικότητα, λαϊκότητα των αγιολογικών κειμένων που, είτε γράφτηκαν είτε αναφέρονται στην πρωτοχριστιανική- πρωτοβυζαντινή και μέση βυζαντινή περίοδο (2ος-10ος αι. μ. Χ.), και τα οποία παρουσιάζουν κοινά σημεία αναφοράς με πανάρχαιους κι αρχαίους θρύλους.
Άλλωστε, το μεγαλείο της κλασσικής ηθικής, κατά τον Έρασμο είναι, ήταν και θα εξακολουθεί να είναι τεράστιο: «Ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να ονομάσει κοσμικό κάτι που τρέφει την ευσέβεια και οδηγεί στην τελειοποίηση της ψυχής. Γι’ αυτή τη βελτίωση η πρώτη θέση ανήκει δικαιωματικά στην Αγία
Γραφή. Κι όμως πολλές φορές μου συμβαίνει να ανακαλύπτω λόγους αρχαίων συγγραφέων…των οποίων η καθαρότητα, η αγιότητα και, θα μπορούσα να πω, η θεία προέλευση, μου δημιουργούν τέτοια εντύπωση, ώστε δεν μπορώ να μην πιστέψω ότι το χέρι τους είχε σαν οδηγό το Θεό. Άλλωστε το πνεύμα του Χριστού βρίσκεται στα αρχαία κείμενα περισσότερο απ’ ό,τι μπορούμε να φανταστούμε». (Εράσμου-Συνομιλίες).
Η χριστιανική θρησκεία προήλθε από την Παλαιστίνη. Αλλά γρήγορα δέχτηκε την ελληνιστική επίδραση και με την
εργασία των χριστιανών διανοητών της Αλεξάνδρειας -του Κλήμεντος και του Ωριγένη- ο χριστιανισμός απέκτησε τα πολιτικά και πολιτιστικά του δικαιώματα στον ελληνικό κόσμο.
Ίσως, ο παράγοντας της πολιτισμικής βυζαντινής ταυτότητας που αξίζει να καταλάβει την πρώτη θέση είναι η πεποίθηση ότι η αυτοκρατορία ήταν δημιούργημα θελήσεως του Θεού και ότι
προστατεύονταν απ’ Αυτόν και τον Υιόν του. Είναι αυτή η πεποίθηση, η οποία σε μεγάλο βαθμό εξηγεί την εμμονή στην παράδοση, τον συντηρητικό «επαναστατισμό» στο Βυζάντιο. Το καθεστώς, που καθιερώθηκε απ’ τον Κωνσταντίνο και συνεχίστηκε απ’ τους διαδόχους του, φτάνει στην εποχή των εικονοκλαστών όπου δέχτηκε την αμφισβήτηση της
αυτοκρατορικής αυθεντίας, που εγέρθηκε απ’ τους μοναχούς, οι οποίοι ζητούσαν μεγαλύτερη ελευθερία για την Εκκλησία.
Στη συνταγματική θεωρία της αυτοκρατορίας δεν αναγνωρίζονταν κληρονομικά δικαιώματα επί του θρόνου, αν και κατά καιρούς συγγενικά συναισθήματα μπορούσαν
να έχουν μεγάλη επίδραση. Όταν κατά τη μακεδονική δυναστεία αυτό το συναίσθημα έφερε στο θρόνο ένα αφοσιωμένο στη μελέτη αυτοκράτορα, ένας συνεργάτης του εκτελούσε εκείνα τα στρατιωτικά καθήκοντα, που αποτελούσαν μέρος του αυτοκρατορικού φορτίου. Αυτό το μεγάλο βάρος των υποχρεώσεων, που επιβάλλονταν στον αρχηγό -η υπευθυνότητα για την υλική και πνευματική ευτυχία των υπηκόων του- διαμόρφωσε το βυζαντινό αυτοκρατορικό ιδεώδες και αυτό το ιδεώδες κατευθύνει αναγκαστικά τον κυρίαρχο ηγεμόνα: Μπορεί να τον κάνει άλλο άνθρωπο.
Εξαιρετικά δαπανηρή, υπερβολικά συντηρητική στις μεθόδους της, συχνά διεφθαρμένη, παρ’ όλα αυτά, η αυτοκρατορική διοικητική μηχανή ήταν, φαίνεται, ικανή: συνέχιζε να λειτουργεί
με τη δική της συσσωρευτική ορμή κινήσεως που απέκτησε.
Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι κατά Χριστόν «μωροί» -εκείνοι που υπέφεραν την περιφρόνηση του κόσμου εμφανιζόμενοι στο κοινό ως ανόητοι, για να πάρουν επάνω
τους μέρος από το φορτίο της ταπεινώσεως, που είχε οδηγήσει τον Κύριό τους στο Σταυρό- και αυτοί επίσης είχαν τα ρητά τους, που δικαίωναν τον τρόπο ζωής τους: «το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί», «η σοφία του κόσμου τούτου
μωρία παρά τω Θεώ εστί».
Στο σημείο αυτό είναι υποχρεωμένος κανείς να ρωτήσει: Πώς ζούσαν οι Βυζαντινοί; Ήταν η ερώτηση, στην οποία ο R.Byron ζήτησε να απαντήσει στο νεανικό του έργο «Το Βυζαντινό Επίτευγμα». Ένα κεφάλαιό του το τιτλοφόρησε «Η
χαρούμενη ζωή». Αυτό είναι μια σοβαρή παραποίηση. Όσο περισσότερο κανείς μελετά τη ζωή του Βυζαντίου, τόσο κατανοεί το βάρος των φροντίδων, που το τυραννούσαν. Ο φόβος, που προκαλούσε ο άτεγκτος φοροεισπράκτορας, ο τρόμος, από την αυθαίρετη τυραννία του αρχηγού του κράτους, η αδυναμία του χωρικού, μπροστά στην άπληστη επιθυμία του δυνατού για αρπαγή της γης, η επαναλαμβανόμενη απειλή βαρβαρικής εισβολής καθιστούσαν τη ζωή μια επικίνδυνη υπόθεση. Και
εναντίον των κινδύνων που την απειλούσαν, μόνο υπερφυσική βοήθεια -η βοήθεια του αγίου, του μάγου ή του αστρολόγου- μπορούσε να την σώσει. Και είναι τιμή του που ο βυζαντινός κόσμος έκανε συνείδησή του τη φιλανθρωπία και ζήτησε να
ελαφρώσει τα βάρη της ζωής, θεμελιώνοντας νοσοκομεία για τους ασθενείς, τους λεπρούς και τους αδύνατους, κτίζοντας ξενοδοχεία για τους οδοιπόρους και τους ξένους, γηροκομεία για τους γέρους, οίκους μητρότητας για τις γυναίκες, καταφύγια για τα εγκαταλελειμμένα παιδιά και τους πτωχούς, ιδρύματα με γενναιοδωρία ενισχυόμενα οικονομικώς από τους ιδρυτές τους, οι οποίοι με γραπτούς κανονισμούς ρύθμιζαν με λεπτομέρειες τις
κατευθύνσεις διοικήσεως αυτών των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Πρέπει κανείς να στραφεί προς τη ζωή των αγίων και όχι προς τους αυλικούς ιστορικούς, αν θα ήθελε να περιγράψει τις συνθήκες ζωής του Βυζαντίου. Και επειδή η ζωή
ήταν ανασφαλής και επικίνδυνη, εύκολα αναπτύσσονταν καχυποψίες και εκρήξεις βίας και η σκληρότητα ήταν η φυσική συνέπεια. Η Ευρώπη του αιώνα μας θα έπρεπε να κάνει ευκολότερη την κατανόηση των βασάνων του βυζαντινού κόσμου. Δεν θα αντιληφθούμε ποτέ σ’ όλη την έκταση το μέγεθος των αυτοκρατορικών επιτευγμάτων, αν δεν έχουμε μάθει σε ορισμένο βαθμό την τιμή, με την οποία αυτά τα επιτεύγματα πραγματοποιούνταν.
Ο επιστημονικός διάλογος γύρω από τη μελέτη των αγιολογικών κειμένων παρουσιάζει ιδιαίτερη ανάπτυξη τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια. Η προσέγγιση των αγιολογικών κειμένων είναι ιδιαίτερα γόνιμη όταν αυτά αντιμετωπίζονται ως
γνήσια προϊόντα της εποχής τους κι όχι σαν στείρα διδακτικά και ηθικολογικά κατασκευάσματα. Προς αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει ο εντοπισμός και η ερμηνεία των ιστορικών στοιχείων των βίων των αγίων. Τα κείμενα αυτά αποτελούν, πραγματικά, θησαυρό πληροφοριών για διάφορες όψεις της καθημερινής ζωής των βυζαντινών στη μακραίωνη περίοδο που αποκαλούμε βυζαντινή.Βίοι αγίων με πρότυπο το βίο του Μεγάλου Αντωνίου
τον 4ο αι. γράφονται, με μικρότερη ή μεγαλύτερη συχνότητα κατά περιόδους, σ’ ολόκληρη τη Βυζαντινή εποχή. Οι βίοι, λόγω του ηθικοπλαστικού τους χαρακτήρα, απηχούν και διαμορφώνουν αξίες και κοινωνικά στερεότυπα. Κατά
συνέπεια αποκαλύπτουν συλλογικές νοοτροπίες στον ερευνητή, αφού ο μεγάλος αριθμός τους εξασφαλίζει ένα δείγμα το οποίο μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτικό, τουλάχιστον ποσοτικά.
Η αρχική συγγραφική εκδοχή ενός βίου-αγιολογικού κειμένου τροποποιείται μέσα στους αιώνες γιατί οι αντιγραφείς
του είναι συνήθως απρόσεκτοι ή καταγράφουν τις παρατηρήσεις τους στο περιθώριο του κειμένου ή αντίθετα αισθάνονται ότι αυτό είναι ένα έργο τέτοιας ευσέβειας και ιερότητας που είναι αδύνατον ν’ αγγίξουν, έστω και λίγο, τροποποιώντας την,
την αρχική του αφήγηση. Μ’ αυτό τον τρόπο τα κείμενα των βίων σώζονται σε αρκετά διαφορετικές εκδοχές σ’ Ανατολή και Δύση και οι μεγάλοι συγγραφείς βίων και μαρτυρολογίων του 5ου, 6ου και 7ου αιώνα προσπάθησαν να συγχωνεύσουν αυτές
τις διαφορετικές εκδοχές και να εισαγάγουν στο τελικό τους κείμενο και την παραμικρή λεπτομέρεια που τυχόν έβρισκαν ν’ αναφέρεται στις πηγές τους.
Μελετώντας τα αγιολογικά κείμενα των πρώιμων, μέσων και ύστερων βυζαντινών χρόνων αποδελτίωσα σωρεία πληροφοριών οι οποίες φωτίζουν, από πολλές απόψεις, το πολύπτυχο μιας πολύπλοκης, αντιφατικής και «μεταβατικής» κοινωνίας όπως η κοινωνία της βυζαντινής περιόδου. Οι ίδιες οι πληροφορίες με την ιδιόμορφη φύση τους κατευθύνουν το
μελετητή στον εντοπισμό βασικών θεματικών περιοχών προς ανάλυση και μελέτη.
Παρακάτω αναφέρω τις βασικές αυτές θεματικές περιοχές με σκοπό τη σφαιρική κατόπτευση της φύσης του υλικού μου δηλαδή των αγιολογικών κειμένων.
Η Ελληνική αρχαιότητα (τέχνη, θρύλοι, μύθοι, παραδόσεις, συγκροτημένη μυθολογία, ναοί κ.ά. πολιτισμικά στοιχεία) όπως συναντάται στα αγιολογικά κείμενα. Η στάση των κειμένων αυτών απέναντί της: α) πάντα αρνητική επιφανειακά
β) όμως πέρα από την επιφάνεια, στο βάθος των πραγμάτων, η αρχαία ελληνική σκέψη, ο πολιτισμός, η μυθολογία και η παράδοση διεμβολίζουν τα αγιολογικά κείμενα και επιβιώνουν μέσω αυτών: πολλά στοιχεία της ελληνικής αρχαιότητας ιχνηλατούνται στα Μαρτυρολόγια και στα Συναξάρια και εν γένει τους βίους των αγίων της βυζαντινής εποχής.
Έμφαση στους αρχαίους θρύλους και μύθους που «περνούνε» στα αγιολογικά κείμενα, είτε αυτούσιοι είτε σε παραλλαγές.(ελαφρώς παραλλαγμένοι).
Βασανιστήρια μαρτύρων: τρόποι, «μηχανές», φρικτές επινοήσεις βασανισμού.
Πλούσιοι και φτωχοί μάρτυρες και άγιοι κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Κοινωνικά στρώματα και
θρησκεία, σχέση άλλοτε ανάλογη και άλλοτε αντίστροφη.
Φανατισμός και μισαλλοδοξία: διατάραξη οικογενειακών δεσμών και σχέσεων. Ιδεολογίες, θρησκευτικές ιδεολογίες
ιδίως, και θρησκείες αποδεικνύονται, σε πολλές περιπτώσεις αυτής της κρίσιμης μεταβατικής περιόδου των πρώτων
χριστιανικών αιώνων (χρόνων), ισχυρότερες απ’ τη συγγένεια του αίματος: γονείς προδίδουν τα παιδιά τους και το αντίστροφο πράγμα που οδηγεί σε χαλάρωση του κοινωνικού ιστού και της οικογενειακής αλληλεγγύης.(βία, φόβος, καχυποψία).
Υπερβολές στους αριθμούς των προσηλυτισθέντων στο Χριστιανισμό.
Θαύματα: αντανάκλαση των ατομικών και κοινωνικών αναγκών(π.χ. θεραπείες μεταδοτικών ασθενειών όπως η λέπρα κ.τ.λ.).
Πρώτα σημάδια ανόδου του Χριστιανισμού-αγιότητα και εξουσία. Μεταστροφή ηγεμόνων στο Χριστιανισμό: αρχή
αυτοκρατορικής προστασίας προς την καινούρια, προηγουμένως διωκόμενη απηνώς, θρησκεία και βαθμιαία καθιέρωσή της ως μοναδικής επίσημης θρησκείας του κράτους.
Ιστορικές και γεωγραφικές πληροφορίες για τόπους, ταξίδια (δρομολόγια), ναούς, μοναστήρια, αυτοκράτορες, ηγεμόνες και εν γένει πρόσωπα και πράγματα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου,
λιγότερο γνωστά από άλλες πηγές.
Αντιλήψεις, ιδέες, στάσεις για τα δύο φύλα (άνδρα-γυναίκα) σε σχέση με την αγιότητα.
Επαγγέλματα (επαγγελματικές κατηγορίες: στρατός, κατώτερα επαγγέλματα: σκηνοποιοί κ.τ.λ., ευγενείς,
πλούσιοι γαιοκτήμονες με μεγάλη μόρφωση (θύραθεν παιδεία), δούλοι κ.τ.λ.
Αιρέσεις και καταπολέμησή τους (Οικουμενικές Σύνοδοι).
Προφορικότητα-προφορικός πολιτισμός και διαπλοκή τους με τα αγιολογικά κείμενα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου.
Με την επίσημη αποδοχή του χριστιανισμού ασκητές και αργότερα Επίσκοποι, διδάσκαλοι και άλλοι, θεωρήθηκαν
άγιοι υπό τον τίτλο του ομολογητού και του ιατρού των ψυχών, εφόσον κήρυτταν και δίδασκαν την ορθή πίστη. Κανείς δεν μπορούσε να γίνει άγιος σε πλήρη απομόνωση απ’ τη χριστιανική κοινότητα: έπρεπε πρώτα να γίνει αποδεκτός ως ενσάρκωση της αγιότητας απ’ την κοινότητα και αργότερα ν’ αναγνωριστεί επίσημα απ’ τις εκκλησιαστικές αρχές.
Όσον αφορά τη γυναικεία αγιότητα στους πρώιμους χριστιανικούς χρόνους, πρέπει να τονιστεί πως έπαιξε μεγάλο ρόλο στην καθιέρωση και στην εδραίωση της λατρείας των αγίων λειψάνων. Οι γυναίκες ως πιστές χριστιανές και ταυτόχρονα ως φορείς της αρχαίας μεσογειακής κοινωνικής παράδοσης αναλάμβαναν σημαντικές υπευθυνότητες κατά την ταφή και την κηδεία του νεκρού. Οι χριστιανές γυναίκες
της ρωμαϊκής αριστοκρατίας ενεπλάκησαν απ’ την αρχή στενά στη διαδικασία της εξεύρεσης και της κατασκευής ιερών για τα λείψανα των μαρτύρων. Και ενώ αυτή τους η δραστηριότητα μειωνόταν απ’ τον αυξημένο επισκοπικό έλεγχο στη λατρεία
των λειψάνων, οι γυναίκες των αυτοκρατορικών και αργότερα κι άλλων αριστοκρατικών οικογενειών θα συνέχιζαν επί μακρόν να εξασκούν σημαντική επιρροή στη σύσταση και ίδρυση καινούργιων χριστιανικών προσκυνημάτων.
Πραγματικά δύο απ’ τις σπουδαιότερες ανακαλύψεις αγίων λειψάνων στον ύστερο ρωμαϊκό κόσμο αποδίδονται σε γυναίκες, αφού ως τα χρόνια του Αμβροσίου Μεδιολάνων (+397 μ.Χ.), η μητέρα του Κων/νου Αγία Ελένη (+330 μ.Χ.) ανακάλυψε τα απομεινάρια του Τιμίου σταυρού στο Γολγοθά, ενώ η αυτοκράτειρα Πουλχερία επέβλεψε την ανακάλυψη των λειψάνων των Σαράντα Μαρτύρων της Σεβάστειας το 451. Οι γυναίκες επίσης συγκαταλέγονται στους πιο αφοσιωμένους πανηγυριστές των ιερών χριστιανικών γιορτών που συρρέουν μαζικά στα ιερά των αγίων.
Η λατρεία των σημαντικών μαρτύρων και αγίων, είτε πανχριστιανική είτε τοπική, έλαβε με το χρόνο καθορισμένη μορφή περιλαμβάνοντας ανάγνωση αποσπασμάτων από το βίο του μάρτυρα-αγίου και μεγαλοπρεπείς τελετουργίες και
πομπές περιφοράς των αγίων λειψάνων τους. Ιδιαίτερα οι μοναστικές κοινότητες είχαν υιοθετήσει μια σειρά εορτών μνημόνευσης των αγίων και προσευχής για τη
μεσολάβησή τους στο Θεό. Λειτουργικά ημερολόγια και Μηναία συνδεόμενα με περιφέρειες, μοναστήρια και μοναχικά τάγματα διασώζονται αρκετά σε μεσαιωνικά λειτουργικά χειρόγραφα, ιδιαίτερα σε μαρτυρολόγια και συλλογές-συναξάρια αγιογραφικών αναγνωσμάτων.
Η λέξη Συναξάριον παράγεται από τη λέξη σύναξη. Στη γλώσσα της Εκκλησίας η λέξη σύναξη σημαίνει τη συνάθροιση των πιστών στο ναό προς τιμήν κάποιου αγίου. Στις συνάξεις αυτές οι Χριστιανοί από πολύ παλιά διάβαζαν κείμενα που μιλούσαν για τη ζωή των αγίων. Τα κείμενα αυτά πήραν σιγά-σιγά την ονομασία Συναξάρια. Βέβαια, οι συγκεντρώσεις των πιστών στους ναούς γίνονται και για να τιμηθούν διάφορα γεγονότα από τη ζωή του Χριστού και της Παναγίας. Γίνονται επίσης για να τιμηθούν οι άγγελοι, οι ευρέσεις και οι επανευρέσεις ιερών λειψάνων, διάφορα γεγονότα και υποθέσεις από
την εκκλησιαστική ιστορία και γενικά το σχέδιο της θείας «οικονομίας». Στο παρελθόν σε κάθε τέτοια περίσταση το Συναξάριο διαβαζόταν ανάμεσα στις ωδές των κανόνων. Στα βιβλία της Εκκλησίας μετά το Κοντάκιο, τον Οίκο και το Μηνολόγιο με τους στίχους ακολουθεί συνήθως ένα υπόμνημα σε πεζό λόγο που μιλάει για την υπόθεση της εορτής. Το υπόμνημα αυτό είναι το Συναξάριο. Δεν πρόκειται για πλήρη βιογραφία του αγίου ή λεπτομερή έκθεση της υποθέσεως της εορτής. Είναι
σχεδόν μια περιληπτική αναφορά όλων αυτών. Ακόμη και όταν είναι κάπως εκτεταμένο, το Συναξάριο δεν εξαντλεί πλήρως την εορταζομένη υπόθεση. Τα Συναξάρια περιέχουν πολλές αλήθειες της πίστεως. Δεν είναι όμως δογματικά κείμενα με την αυστηρή σημασία του όρου και, φυσικά, δεν αρκούν μόνο αυτά για
την πνευματική ωφέλεια των πιστών.
Στη συνέχεια ακολουθούν δύο λόγια για τον συγγραφέα των συναξαρίων, τον βυζαντινό λόγιο Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο. Για το βυζαντινό λόγιο Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο οι πληροφορίες μας σχετικά με τη ζωή του είναι ελάχιστες. Για τα πρώτα χρόνια του δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Οι σύγχρονες μ’ αυτόν φιλολογικές ή άλλες πηγές σιωπούν. Κάποιες πληροφορίες για τη ζωή του συνάγονται
μόνο από τα έργα του. Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα γνωστά στοιχεία έζησε μετά το και μέχρι το 1330 μ. Χ. Έμεινε για πολύ καιρό στην Κωνσταντινούπολη. Βρισκόταν συχνά στο ναό της Αγίας Σοφίας και στη βιβλιοθήκη που υπήρχε εκεί.
Στην Εκκλησιαστική Ιστορία του (Migne P.G. τ. 145,609) διαφαίνεται η πληροφορία ότι διαβιούσε στις εγκαταστάσεις του ναού της Αγίας Σοφίας και ότι εκεί εργάσθηκε για τη συγγραφή των έργων του. Από τον κώδικα 79 της Βοδλιανής
βιβλιοθήκης της Οξφόρδης αντλούμε την πληροφορία ότι χρημάτισε και πρεσβύτερος του ναού της Αγίας Σοφίας. Ο Βατικανός κώδικας 182, φ. 1 μας δίνει την πληροφορία ότι ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος έγινε και μοναχός, και πήρε το μοναχικό όνομα Νείλος. Αυτό όμως δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο. Πάντως, αν έγινε αυτό, θα πρέπει να συνέβη περί τα τέλη του βίου του.
Το συγγραφικό του έργο είναι τεράστιο σε έκταση. Διακρίθηκε ως
ιστορικός, ως εξηγητής των Γραφών, των Πατέρων και των υμνογράφων, ως ποιητής εκκλησιαστικών ύμνων και επιγραμμάτων, ως αγιολόγος και λειτουργιολόγος. Η
πολυμέρεια του είναι εκπληκτική. Βέβαια, σε ένα έργο με τέτοια έκταση δεν είναι εύκολο να συναντήσουμε εξαντλητική έρευνα και συστηματική εργασία. Όμως παρά τις οποιεσδήποτε ελλείψεις του ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος είναι ένας από
τους πιο αξιόλογους συγγραφείς των αρχών του 14ου αιώνος.
Τα έργα του διαιρούνται από τους ειδικούς μελετητές σε:
Α.Ιστορικά
Β. Ποιητικά (ιστορικά,
αγιολογικά, συνόψεις εκκλησιαστικών βιβλίων, θύραθεν)
Γ. Αγιολογικά-Λειτουργιολογικά
Δ. Εξηγητικά
Ε. Διάφορα
Μεγάλο μέρος του έργου του παραμένει ακόμη ανέκδοτο. Από τα εκδομένα πολλά έχουν εκδοθεί στην Patrologia Graeca του J.P.Migne τ. 145-147, αλλά βρίσκονται και σε άλλες εκδόσεις συλλογικά ή μεμονωμένα.
Σύντομος πρόλογος των Συναξαρίων του Ξανθοπούλου εις τα Συναξάρια του Τριωδίου.(Σήμερα έχουμε σαν ξεχωριστά βιβλία το Τριώδιο και το Πεντηκοστάριο. Παλαιότερα ήταν ένα βιβλίο και χωριζόταν σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος λεγόταν Τριώδιον Κατανυκτικόν και το δεύτερο Τριώδιον των Ρόδων ή Πεντηκοστάριον).
«Συναξάρια γραμμένα από το Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο για τις επίσημες εορτές του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου. Αναφέρονται σε κάθε μια από αυτές, για το πώς ξεκίνησαν, γιατί είναι έτσι σήμερα και για ποιο λόγο θέσπισαν αυτές
τις εορτές οι θεοφόροι Πατέρες μας, μαζί με κάποιες σχετικές παρατηρήσεις. Αρχίζουν από την Κυριακή του Τελώνου και
Φαρισαίου και καταλήγουν στην Κυριακή των Αγίων Πάντων. Στην ακολουθία του Όρθρου πρέπει πρώτα να διαβάζεται το Συναξάριο του Μηναίου και έπειτα το αρμόδιο από τα παρόντα».
Ο Συναξαριστής που αποτελεί έργο του Διακόνου της Μεγάλης Εκκλησίας Μαυρικίου, κυκλοφορούσε σε χειρόγραφες συλλογές
και ήταν γραμμένες σε γλώσσα αρχαΐζουσα, γι’ αυτό και δύσκολη για τους χριστιανούς της τουρκοκρατίας. Γι’ αυτό το λόγο ανέλαβε την μετάφρασή του «εκ του Ελληνικού εις την καθ’
ημάς κοινοτέραν διάλεκτον ο σοφός ανήρ, Μάξιμος ο Μαργούνιος Επίσκοπος Κυθήρων». Βέβαια δεν περιορίσθηκε μόνο στη μετάφραση, αλλά εργάσθηκε και κριτικά επάνω στα κείμενα, τα οποία αποκατέστησε, διόρθωσε, πλάτυνε, αναπλήρωσε τις ελλείψεις τους, σαφήνισε τα δυσνόητα και ομόρφυνε με διάφορες υποσημειώσεις, τις οποίες άντλησε απ’ τις ανεξάντλητες γνώσεις του. Αλλά, το σημαντικότερο, αποκάθαρε τον Συναξαριστή από όσα περιείχε «εναντία τη θεία
γραφή και απίθανα παρά τω ορθώ λόγω και τοις κριτικοίς…», γιατί δεν υπήρχε άλλο βιβλίο της Εκκλησίας «τόσον άτακτον και ανεπιμέλητον, ωσάν ο Συναξαριστής». Η έκδοση περατώθηκε το 1819 και φυσικά σε λίγο διάστημα εξαντλήθηκε. Μια Τρίτη έκδοση σε δύο τόμους έγινε το 1868 από το τυπογραφείο
του Χ.Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, ο οποίος προσάρμοσε κάπως το λεκτικό ιδίωμα «προς τα εν κοινή χρήσει κατά τους καθ’ ημάς χρόνους». Επίσης τον Συναξαριστή του 1868 επανεξέδωσε ο εκδότης κ. Σπανός σε φωτοτυπία.
Ο Μέγας Βασίλειος γράφει για τους βίους των Αγίων σε επιστολή του (επιστολή α΄): «οι βίοι των μακαρίων ανδρών ανάγραπτοι παραδεδομένοι, οίον εικόνες τινές έμψυχοι της κατά Θεόν πολιτείας, τω μιμήματι των αγαθών έργων πρόκεινται. Και τοίνυν, περί όπερ αν έκαστος ενδεώς έχοντος εαυτού αισθάνεται, εκείνω προσδιατρίβων, οίον από τινος κοινού ιατρείου, το πρόσφορον ευρίσκει τω αρρωστήματι φάρμακον».
Ο Συναξαριστής του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου βασίστηκε στους χειρόγραφους Συναξαριστές των σημαντικότερων Μονών του Αγίου Όρους: του Παντοκράτορα, του Πρωτάτου, των Μονών Διονυσίου και Κουτλουμουσίου. Και όπως
γράφει ο ίδιος ο Νικόδημος ο Αγιορείτης «ου μόνον δε ταύτα, αλλ’ επιμελήθημεν να προσθέσωμεν εν τη μεταφράσει ημών ταύτη, και τας χρονολογίας εις κάθε αγίου Συναξάριον, όσας δηλαδή εδυνήθημεν να εύρωμεν. Ομοίως και τας ονομασίας των
τόπων και πόλεων, καθώς δηλαδή τώρα ονομάζονται οι εν τοις Συναξαρίοις αναφερόμενοι τόποι και πόλεις, προς σαφήνειαν και κατάληψιν περισσοτέραν των αναγινωσκόντων. Ουχί δε πάσας τας ονομασίας επροσθέσαμεν, αλλ’ όσας ηδυνήθημεν να εύρωμεν».
Επίσης συνεχίζει: «επειδή δε πολλοί από τους εν τοις Συναξαρίοις
περιεχομένους αγίους, έχουσι και βίους κατά πλάτος, μεταφρασμένους εις το απλούν και περιεχομένους εις τον Δαμασκηνόν, εις το Εκλόγιον, εις το νέον Εκλόγιον, εις τον Παράδεισον, εις τον νέον Παράδεισον, εις άλλα βιβλία. Δια τούτο επιμελήθημεν και εσημειώσαμεν εις το τέλος κάθε Συναξαρίου των τοιούτων αγίων, εις ποίον βιβλίον εκ των ανωτέρω
ευρίσκεται ο κατά πλάτος βίος αυτών. Αλλά και τους Ελληνικούς βίους των ανωτέρω αγίων, και τους συγγραφείς αυτών, και μάλιστα Συμεών τον Μεταφραστήν, εσπουδάσαμεν να σημειώσωμεν, και εν ποίοις ιεροίς μοναστηρίοις του αγίου Όρους
ευρίσκονται, προς είδησιν των φιλολόγων, καλώς ειδότες, ότι ουκ άχαρίς εστι παρ’ αυτοίς μία τοιαύτη είδησις».
Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει στις επιστολές του αξιομνημόνευτες απόψεις για τους βίους των αγίων: «Ώσπερ οι ζωγράφοι, όταν από εικόνων εικόνα γράφωσι, πυκνά προς το παράδειγμα βλέποντες, τον εκείθεν χαρακτήρα προς το εαυτών
σπουδάζουσι μεταθείναι φιλοτέχνημα. Ούτω δη τον εσπουδακότα εαυτόν πάσι τοις μέρεσι της αρετής
απεργάσασθαι τέλειον, οιονεί προς αγάλματα κινούμενα και έμπρακτα, τους βίους των αγίων αποβλέπειν, και το εκείνων αγαθόν, οικείον ποιείσθαι δια μιμήσεως».
Κατά το Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου και τους επιμέρους βίους των αγίων του Συμεών του Μεταφραστή, ολόκληρη η κοινωνική κλίμακα αγιοποιείται εκπροσωπούμενη από εξαιρετικές περιπτώσεις ανθρώπων-αγίων: Πατριάρχες, αρχιερείς, ιερείς, διάκονοι, μοναχοί, παρθένοι μοναχοί, βασιλείς,
αυτοκράτειρες, βασιλομήτορες, αρχόντισσες, φτωχοί άνθρωποι του λαού, όλοι, ανεξάρτητα απ’ την κοινωνική τους θέση έχουν τη δυνατότητα να αγιοποιηθούν, ανάλογα με το ύψος της αρετής στο οποίο έχουν φτάσει. Επίσης την ίδια δυνατότητα αγιοποίησης, σε σχέση με τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα έχουν, άνδρες και γυναίκες, των κατωτέρων λαϊκών τάξεων: γαιοκτήμονες, γεωργοί, τσαγκάρηδες, σκυτοτόμοι, όλοι, παντρεμένοι και ανύμφευτοι, σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο,
μπορούν να μετέχουν της αγιότητας: «Δυνατόν και σφόδρα δυνατόν, και γυναίκας έχοντας την αρετήν μετιέναι, εάν θέλωμεν. Πώς; Εάν έχοντες γυναίκα ως μη έχοντες ώμεν. Εάν μη χαίρωμεν επί κτήσεσιν. εάν τω κόσμω χρώμεθα, ως μη καταχρώμενοι. Οι δε τινες ενεποδίσθησαν από γάμου ιδέτωσαν, ότι ουχ ο γάμος
εμπόδιον, αλλ’ η προαίρεσις η κακώς χρησαμένη τω γάμω. Επεί ουδέ ο οίνος ποιεί την μέθην, αλλ’ η κακή προαίρεσις, και το πέραν του μέτρου χρήσθαι. Μετά συμμετρίας τω γαμώ χρώ, και πρώτος εν τη βασιλεία έση, και πάντων απολαύσεις των αγαθών».
Όπως ωραία διατύπωσε ο βυζαντινολόγος Cyril Mango στο βιβλίο του «Βυζάντιο, η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης», «όλες οι αυτοκρατορίες πάντοτε κυβέρνησαν μια πληθώρα λαών και η βυζαντινή αυτοκρατορία δεν αποτέλεσε εξαίρεση». Τα έθνη που βρίσκονταν υπό την κυριαρχία της, αν και μεταξύ τους υπήρχε κοινή αποδοχή του κυρίαρχου ελληνόφωνου και χριστιανικού πολιτισμού της αυτοκρατορίας, είχαν την τάση να ακολουθούν
διαφορετικούς δρόμους και να επιβεβαιώνουν την ιδιαιτερότητά τους μέσω των ξεχωριστών πολιτιστικών στοιχείων (κυρίως της γλώσσας) που μοιράζονταν. Ως παράδειγμα αναφέρουμε την Κωνσταντινούπολη, που την εποχή του Ιουστινιανού,
όπως όλες οι μεγάλες πρωτεύουσες, παραδίδεται ως χωνευτήρι ετερόκλητων στοιχείων. Όμως η προφανής και αποδεδειγμένη διαπλοκή των βυζαντινών αγιολογικών κειμένων με στοιχεία λογοτεχνικής προφορικότητας και λαϊκών, προφορικών, μυθικών παραδόσεων, από την άλλη, αποκαλύπτει με ενάργεια και
καθαρότητα τον τρόπο που η λογοτεχνική δημιουργία, γραπτή και προφορική, ενοποιείται στο πρώιμο Βυζάντιο: το γεγονός αυτό αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πολιτισμική πρωτοτυπία, αφού με εσωτερικά, λεπτά νήματα, οι δυο ομόρριζες συνιστώσες της λογοτεχνικής δημιουργίας, προφορική λογοτεχνική παράδοση και γραπτή λογοτεχνική παραγωγή συνδέουν με άρρηκτους δεσμούς την αρχαία ελληνική λαϊκή και λόγια σκέψη και φιλοσοφία με την αντίστοιχη χριστιανική-βυζαντινή.
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
Oσίου Πατρός ημών Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τ.1-6, εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη». Θεσσαλονίκη, 1989.
Η Αξία της Μνήμης για μια Κοινωνία του Κώστα Θεολόγου: http://www.intellectum.org/…/ITL03P053069_H_aksia_tis….
A.J. Greimas, Structural Semantics. An Attempt at a Method. Translated by McDowell, R. Schleifer and A. Velie, University of Nebraska Press, Lincoln and London, 1983, pp. 197-211.
Ζακυθηνού, Δ .Α. Η βυζαντινή αυτοκρατορία 324-1071, 1969.
Vasiliev, A. A .Ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας 324-1453 (μετάφραση Δημοσθ. Σαβράμη), 1954 Ν.Δ.Σακκάς.
Άμαντου, K. I. Εισαγωγή εις την βυζαντινήν ιστορίαν: Το τέλος του αρχαίου κόσμου και η αρχή του μεσαίωνος. Αθήναι: Ίκαρος, έκδ. Β 1950.
Άμαντου, Κ. Ι. Ιστορία του βυζαντινού κράτους. Αθήναι: Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, έκδ. Β., τόμ. Α΄1953, τόμ. Β΄1957.
Άμαντου, Κ. Ι. Η ελληνική φιλανθρωπία κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Αθήνα, τόμ. 35, 1923.
Κονιδάρη, Γ. Η Ελληνική Εκκλησία ως πολιτιστική δύναμις εν τη Ιστορία της Χερσονήσου του Αίμου. Αθήναι: 1948.
Κονιδάρη, Γ. Εκκλησιαστική ιστορία της Ελλάδος από της ιδρύσεως των Εκκλησιών αυτής υπό του Αποστόλου Παύλου μέχρι σήμερον. (έκδοσις 2α). Αθήναι, 1966.
Κουκουλέ, Φ.Ι. Βυζαντινών βίος και πολιτισμός. Αθήναι: Institut Franηais d’ Athθnes, τόμοι 6 (Α΄τόμος 1948, ΣΤ΄τόμ. 1957).
Krumbacher, K. Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας (εισαγωγή Ν.Τωμαδάκη, μετάφρασις Γ.Σωτηριάδου) Αθήναι: Πάπυρος, 1964.
Λογοθέτου, Κ. Η φιλοσοφία των Πατέρων και του μέσου αιώνος. Τόμοι δύο, Αθήναι: 1930-1933.
Ostrogorsky, G.A. Geschichte des byzantinischen Staates, εκδ. Γ΄1963 (Γαλλική μετάφραση Histoire de l’ etat byzantin. Paris, 1956, Αγγλική μετάφραση, υπό J.Hussey με τον τίτλο History of
the byzantine State. Oxford: Blackwell, έκδ.Β΄1968, Αμερικανική έκδοση, New Brunswick-New Jersey, 1957).
Κουκουλέ, Φ.Ι. Βυζαντινών βίος και πολιτισμός. Αθήναι: Institut Franηais d’ Athθnes, τόμοι 6 (Α΄τόμος 1948, ΣΤ΄τόμ. 1957).
Τζόουνς, Α.Μ. Ο Κωνσταντίνος και ο εκχριστιανισμός της Ευρώπης. Αθήναι: Γαλαξίας, 1962 (μετάφραση εκ της Αγγλικής).
Walter J. Ong, Προφορικότητα και εγγραματοσύνη, μετ. Κ. Χατζηκυριάκου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1997.
Μελέτες για την Ιστορία του Βυζαντίου απ’ την Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογο-ιστορικό:
Οι Βίοι των Αγίων της Βυζαντινής περιόδου ως ιστορικές πηγές. (Σημειώσεις και παρατηρήσεις για τα Βυζαντινά αγιολογικά κείμενα της Μέσης περιόδου: 7ος -10ος αιώνας). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-5-7. (σελ. 46
Σημειώσεις και παρατηρήσεις στην ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας απ’ τον 11ο ως τον 15ο αι. Τα αγιολογικά κείμενα της περιόδου. (Συμβολή στη μελέτη των βίων των αγίων ως ιστορικών πηγών). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-6-5. (Σελ. 361).
Thomas Head, The Cult of the Saints and their Relics. Hunter
College and the Graduate Center.
Beck, Hans-Georg, Kirche und Theologische Literatur im Byzantinischen Reich (Munich, 1959).
Η πολιτισμική προσφορά του Ελληνισμού από την Αρχαιότητα ως την Αναγέννηση. – Β. Ασημομύτης- Γ. Γρυντάκης- Θ.
Κατσουλάκος – Σ. Κόνδης- Χ. Μπουλιώτης- Β. Σκουλάτος. Έκδ. ΥΠΕΠΘ- Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.
Ζεράρ Βάλτερ, Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο, εκδόσεις Ωκεανίδα.
Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Πυρσός», εκδόσεις Δρανδάκη (Τόμος Ελλάς)
Ιστορικές Γραμμές, Βυζάντιο, τόμος Β΄-Ι΄. Ν. Παπαϊωάννου.
Εγκυκλοπαίδεια «Ήλιος» Ιωάννου Πασσά.
Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη.
Ελληνική Ιστορία Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου.
«Ο Πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός», σημειώσεις και παρατηρήσεις για την εκπαίδευση και την παιδεία στο Βυζάντιο από τις αρχές ως τον 10ο αιώνα, Paul
Lemerle, (μτφρ. Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου). Β΄ έκδοση. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Αθήνα 1985.