«Εξερευνώντας το Μυστρά», Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας Α.Π.Θ.) Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

«Εξερευνώντας το Μυστρά»

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας Α.Π.Θ.) Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

«Εξερευνώντας το Μυστρά»
Στις βόρειες πλαγιές του Ταΰγετου, σε απόσταση έξι χιλιομέτρων βορειοδυτικά της
σημερινής Σπάρτης, υψώνεται ένα πρόβουνο απότομο, ξεκομμένο από το κύριο σώμα
της οροσειράς. Ο Μυστράς, που η κορυφή του φτάνει σε ύψος 621 μέτρα, αποτελεί
μια τοποθεσία εξαιρετικά ισχυρή, γιατί είναι φυσικά απροσπέλαστη από τη Ν. και τη
ΝΑ πλευρά, όπου η πλαγιά γκρεμίζεται κατακόρυφα στο σκοτεινό βάθος. Από τις
άλλες πλευρές, που είναι και αυτές πολύ απότομες, οι προσβάσεις ήταν εύκολο να
οχυρωθούν.
Η ονομασία του σχετίζεται ετυμολογικά με τη μυζήθρα, από το κωνικό σχήμα του
βουνού με το αυστηρό περίγραμμα και τα δαντελωτά ερείπια. Φτάνεις κοντά και
σχεδόν ξαφνικά προβάλλει η μεσαιωνική πολιτεία. Χαμηλά πίσω από το τείχος,
ορθώνονται εκκλησίες και μοναστήρια, σπίτια δίπατα και τρίπατα. Ξεχωρίζουν τα
παλάτια και άλλες εκκλησίες και άλλα σπίτια αμέτρητα. Στην κορυφή περήφανος
πολέμαρχος, στέκει το κάστρο. Η θέση του ήταν επίκαιρη γιατί κατά κάποιο τρόπο
έφραζε το «δρόγγο του Μελιγού» μια βαθιά ρεματιά που οδηγεί στα απρόσιτα
καταφύγια όπου ζούσαν ατίθασες σλαβικές φυλές, οι Μηλιγγοί.
Αυτή η φυσική ευλογία για αμυντική οχύρωση, αλλά και η επίκαιρη και κεντρική
για το Μοριά θέση, καθόρισαν την τύχη του Μοριά, που ήταν γραπτό να οχυρωθεί
από τους Φράγκους, για να περιφρουρήσει διακόσια χρόνια την ακμαία καρδιά του
τελευταίου μεσαιωνικού ελληνισμού. Την εξέλιξη σε μια από τις σημαντικότερες
πόλεις του Μοριά ευνόησε και η διαμόρφωση του ίδιου του Μυστρά, που είχε στην
κορυφή ευρύχωρο πλάτωμα για να κτιστεί το κάστρο και στη βορινή ράχη του άλλο
πλάτωμα, όπου κτίστηκαν τα παλάτια, αφήνοντας αρκετό χώρο για την πλατεία. Τον
«φόρο» των βυζαντινών.
Ο αρχικός συνοικισμός έξω από το κάστρο πρέπει να δημιουργήθηκε στη δεύτερη
πενταετία του 13ου αιώνα, δίπλα στα παλάτια και πάνω από την πλατεία, που ήταν
ελεύθερη. Εκεί βρίσκονται οι παλαιότερες κατοικίες του Μυστρά. Στη νότια πλευρά
της πλατείας κτίστηκε κατά τα μέσα του 14ου αιώνα και η Μονή Ζωοδότου- η
σημερινή Αγία Σοφία- που ήταν η εκκλησία του παλατιού. Έξω από τον περίβολο
είχαν κτιστεί μετά το 1260, η Μητρόπολη, αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο. Όταν τα
σπίτια απλώθηκαν έξω από το τείχος αναγκάστηκαν να περιβάλλουν και αυτό το
μέρος με ένα δεύτερο τείχος. Η καινούργια αυτή συνοικία λεγόταν Μεσοχώρα ή
Κατωχώρα, για διάκριση από την παλιότερη τη Χώρα ή Πάνω Χώρα.
Από τη μεγάλη αυτή μεσαιωνική πολιτεία μένουν σήμερα : το περήφανο κάστρο,
μεγάλα τμήματα από τα γερά τείχη, τα μοναστήρια, οι εκκλησίες, τα παλάτια, οι
δρόμοι και τα καλντερίμια, πολλές φορές σκεπασμένα με καμάρες και εκατοντάδες
σπίτια πεσμένα σε ερείπια. Ο τόπος αυτός κατοικήθηκε ως τα 1830 περίπου και
πολλά από τα ερειπωμένα σπίτια είναι τουρκικής εποχής. Οι Τούρκοι είχαν κτίσει
ελάχιστα τζαμιά και δημόσια κτίρια, γιατί χρησιμοποιούσαν τα βυζαντινά,
μετατρέποντας και εκκλησίες σε τεμένη, όπως έγινε με την Αγία Σοφία. Έτσι, ο
αρχικός πολεοδομικός χαρακτήρας του Μυστρά διατηρήθηκε μέσα στους αιώνες.
Για το Μυστρά, πριν από την ίδρυση του κάστρου (1249), δεν έχουμε καμιά θετική
πληροφορία. Αλήθεια είναι ότι στα στακτήρια του Μυστρά συναντούμε αρχαίες
επιγραφές εντοιχισμένες ή άλλα κομμάτια της αρχαιότητας αλλά κανένα ίχνος
προκλασικής ή κλασικής κατοικίας δεν έχει ακόμη εντοπιστεί επιτόπου ή στα άμεσα
περίχωρα. Την προσοχή μας κινεί στην αυλή της Μητρόπολης μια σαρκοφάγος που
επί αιώνες χρησίμευε για να δέχεται το νερό της βρύσης, κάτω στη θέση που εξαιτίας
της λέγεται «μάρμαρα». Όταν έκτιζαν το Μυστρά, έφεραν από τη Σπάρτη, τη
μεσαιωνική Λακεδαιμονία, έτοιμα πελεκημένα ή σκαλισμένα κομμάτια, παίρνοντάς
τα από γκρεμισμένες εκκλησίες και σπίτια της εγκαταλειμμένης πολιτείας.
Πριν ακόμα κτίσει ο Βιλλαρδουίνος το κάστρο, η τοποθεσία λεγόταν Μυζηθράς και
αυτό το όνομα διατήρησε η πρωτεύουσα του δεσποτάτου ως τις μέρες μας, κάπως
συντομευμένο. Το όνομα πρέπει να προέρχεται από κάποιον ιδιοκτήτη της περιοχής
που ήταν Μυζηθράς το όνομα ή το επάγγελμα. Η Μητρόπολη λένε ότι υπήρχε πριν
από το 1249. Άλλες ενδείξεις επιγραφικές ή αρχαιολογικές για άλλα κτίρια δεν
υπάρχουν.
Η ίδρυση του κάστρου του Μυστρά το 1249 σημειώνει τον τελικό σταθμό στην
προσπάθεια των Φράγκων να πραγματοποιήσουν στην Πελοπόννησο την κυριαρχία
που τους είχε επιδικαστεί στα 1204, μετά την άλωση της Πόλης και την κατάλυση της
Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τη Δ΄ Σταυροφορία και τη διανομή της μεταξύ των
Φράγκων.
Ο Γουλιέλμος Β΄ ο Βιλλαρδουίνος υπέταξε το 1248 τη Μονεμβασιά, τη Μάνη, τις
σλαβικές περιοχές του Ταΰγετου καθώς και το πριγκιπάτο της Αχαΐας. Για να
σταθεροποιήσει τις κατακτήσεις αυτές έκτισε το 1249 το κάστρο του Μυστρά. Στη
Μεγάλη Μάϊνα έκτισε άλλο ένα κάστρο κι έτσι ανάγκασε τις σλαβικές φυλές της
περιοχής να υποταχτούν. Το 1259 στη μάχη της Πελαγονίας πιάστηκε αιχμάλωτος.
Προκειμένου λοιπόν να ελευθερωθεί αναγκάστηκε να παραχωρήσει το 1262 στους
Έλληνες τα κάστρα της Μονεμβασιάς και της Μεγάλης Μαίνης.
Μετά το 1262 την ελληνική περιοχή του Μοριά κυβερνά ένας Βυζαντινός
στρατηγός «η κεφαλή» που εδρεύει στο Μυστρά και αλλάζει κάθε χρόνο. Ανάμεσα
στους Φράγκους και τους Βυζαντινούς εξακολουθεί ένας ασίγαστος πόλεμος χωρίς
κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Οι Έλληνες κάτοικοι της Σπάρτης υποφέρουν από τις επιδρομές και μετοικούν στο
ασφαλέστερο κάστρο, κι έτσι ο Μυστράς διαμορφώνεται σε πόλη. Μετά το 1264
κτίζεται η Μητρόπολη αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο πιθανόν από το μητροπολίτη
Ευγένιο, ιδρύονται μοναστήρια, μεγαλώνουν τα παλάτια, κι έτσι αρχίζει να
dημιουργείται πνευματική ζωή.
Οι κυριότεροι σταθμοί εξέλιξης του Μυστρά καθώς και τα σημαντικότερα γεγονότα
μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Το 1308 καταργείται ο τίτλος του στρατηγού και την εξουσία αναλαμβάνουν
μόνιμοι πλέον διοικητές όπως, ο Καντακουζηνός (1308-1316) και ο Ανδρόνικος
Παλαιολόγος Ασάν (1316-1321).
Στα μέσα του 14ου αιώνα ο διοικητής γίνεται ισόβιος, λαμβάνει τον τίτλο του
δεσπότη και δημιουργείται το «δεσποτάτο του Μορέως», το οποίο από τώρα και
μέχρι το 1460 θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο αντιμετωπίζοντας με επιτυχία τα
οργανωμένα ή ανοργάνωτα πλήθη των Σλάβων, Φράγκων, Αλβανών, που
κατεβαίνουν ως την Πελοπόννησο.
Το 1460 ο Δημήτριος Παλαιολόγος παραδίδει, χωρίς μάχη, τον Μυστρά στους
Τούρκους.
Τα θεμέλια του νέου ελληνικού κράτους πρώτος τα έβαλε ο Μανουήλ
Καντακουζηνός (1348-1380), γιός του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ΄. Αυτός οργάνωσε
την περιοχή, δέχτηκε νέους κατοίκους, στερέωσε την ειρήνη και την ευημερία και
έκτισε αρχοντικά και ναούς. Στη συνέχεια, έγιναν δεσπότες ο Ματθαίος
Καντακουζηνός (1380-1383) και ο Δημήτριος (1383-1384). Με το δεσπότη Θεόδωρο
Α΄ Παλαιολόγο (1384-1407) η εξουσία πέρασε στους Παλαιολόγους οι οποίοι
επεξέτειναν τα όρια του δεσποτάτου καταλαμβάνοντας ολόκληρη την Πελοπόννησο.
Με τον διάδοχο του Θεόδωρο Β΄ (1407-1443) που ήταν δευτερότοκος γιός του
αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ εγκαινιάστηκε μια νέα περίοδος ακμής και στενών
σχέσεων Μυστρά και πρωτεύουσας. Η περίοδος αυτή, ευημερίας και δόξας
συνεχίστηκε και με το νεότερο αδελφό του Κωνσταντίνο Παλαιολόγου (1443-1449),
που έμελλε να στεφθεί αυτοκράτορας του Βυζαντίου στις 6 Ιανουαρίου 1449 στον
Άγιο Δημήτριο, στη Μητρόπολη δηλαδή του Μυστρά και από εκεί να ταξιδέψει στην
Κωνσταντινούπολη και να την υπερασπιστεί γενναία ως τις 29 Μαΐου 1453, οπότε
έπεσε ηρωικά πολεμώντας τους Τούρκους κατακτητές.
Θα πρέπει να επισημανθεί ο ξεχωριστός ρόλος του Μυστρά στα χρόνια των
Παλαιολόγων, προπαντός σε πολιτιστικά ζητήματα. Η μικρή πολιτεία συγκεντρώνει
την παιδεία και την πνευματική ζωή και γίνεται πόλος έλξεως καλλιτεχνών,
επιστημόνων, λογίων και φιλοσόφων. Είναι γνωστή η δράση του μεγάλου
νεοπλατωνικού φιλοσόφου Γεωργίου Γεμιστού Πλύθωνος, ο οποίος ίδρυσε
φιλοσοφική σχολή και επηρέασε με τη διδασκαλία του την νεοελληνική σκέψη,
ακόμη και στα χρόνια της τουρκοκρατίας.
Κατά την τουρκοκρατία ο Μυστράς έπαψε να έχει την πρωτεύουσα θέση που είχε
στην προηγούμενη περίοδο. Ήταν κατά καιρούς έδρα πασά και μόνιμη έδρα
βιλαετιού, που είχε στην περιοχή του 108 χωριά. Οι Ενετοί επιχείρησαν μάταια να
εκπορθήσουν το κάστρο το 1464. Το 1687 ο Ενετός Μοροζίνης κατόρθωσε να πάρει
το Μυστρά. Αν και οι θαλασσινοί Ενετοί μεταφέρουν τη διοίκηση της επαρχίας
Λακωνίας στη Μονεμβασιά, ο Μυστράς έχει ακόμη ακμαίο εμπόριο, παράγει και
εξάγει μετάξι. Τότε κτίζεται και ο περίβολος της Περιβλέπτου με τη μνημειώδη
είσοδο. Στα 1715 ξαναπαίρνουν το κάστρο οι Τούρκοι και το χρησιμοποιούν για
βάση πολεμικών επιχειρήσεων κατά της Μάνης. Το 1770 ο Μυστράς ελευθερώνεται
λίγους μήνες για να δεχθεί άγρια επίθεση των Αλβανών, που έσφαξαν και έκαψαν τα
πάντα και καταδυνάστεψαν τον τόπο δέκα χρόνια.
Στις αρχές του 19ου αιώνα υπάρχουν περισσότερα ερείπια παρά όρθια σπίτια. Η
παραγωγή του μεταξιού πέφτει στο ένα έβδομο της προηγούμενης. Με την ελληνική
επανάσταση ελευθερώνεται και πάλι αλλά στις αρχές του 19ου αιώνα καταστρέφεται
από τους Αιγυπτίους του Ιμπραήμ. Από τότε παύει να είναι αξιόλογο κέντρο.
Κατά το τέλος του 19ου αιώνα αρχίζει μια καινούργια εποχή για το Μυστρά που
οφείλεται στην άνθιση των βυζαντονολογικών σπουδών στην Ευρώπη. Η ελληνική
επιστήμη αγάπησε το Μυστρά.
Για τη βυζαντινή τέχνη αρχιτεκτονική και ζωγραφική ο Μυστράς αποτελεί το
«κύκνειο άσμα» της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Το κάστρο, το τριπλό τείχος, οι
πύλες, τα παλάτια, τα αρχοντικά, οι δρόμοι και οι ναοί αποτελούν τα εξαίσια
δείγματα ενός πολιτισμού που άνθισε από τα μέσα του 13ου μέχρι και τα μέσα του
15ου αιώνα. Ιδιαίτερα οι ναοί σηματοδοτούν την τελευταία μεγάλη φάση της
βυζαντινής τέχνης και διαμορφώνουν στην εντοίχια ζωγραφική τα πρότυπα πάνω στα
οποία θα στηριχθεί και θα εμπνευστεί η επόμενη περίοδος της μεταβυζαντινής τέχνης.
Τα παλάτια βρίσκονται στην Άνω Χώρα και η πρόσβαση από την Κάτω γινόταν
μέσω της πύλης της Μονεμβασιάς. Σε ευρύχωρο πλάτωμα, με θαυμάσια θέα,
υψωνόταν εντυπωσιακό και μεγάλο το συγκρότημα του Παλατιού, σχηματίζοντας
ορθή γωνία. Μπροστά του διαμορφωνόταν πλατεία, όπου γίνονταν οι δημόσιες
συγκεντρώσεις, τελετές και άλλες επίσημες εκδηλώσεις. Στον ίδιο χώρο, επί
τουρκοκρατίας, γινόταν το παζάρι. Τα παλάτια κτίστηκαν και συμπληρώθηκαν σε
διάφορες εποχές γι’ αυτό κι έχουν διαφοροποιημένα τα χαρακτηριστικά τους.
Τα αρχοντικά επιμήκη παραλληλόγραμμα στο σχέδιο, έχουν δύο μέχρι τρία
πατώματα, καμαρωτό ή θολωτό ισόγειο, αποθήκες και στάβλους, μεγάλη αίθουσα
στον πρώτο όροφο, υπνοδωμάτια και μαγειρεία. Η πρόσοψη, στην οποία
διαμορφώνεται ο εξώστης, βλέπει προς τη κοιλάδα του Ευρώτα. Τα αρχοντικά ήταν
κτισμένα με πελεκητή πέτρα, διατηρούσαν συνεχώς αυλή και μερικά διέθεταν και
ισχυρό πύργο. Έτσι όπως υψώνονται μέχρι σήμερα στο χώρο της νεκρής πολιτείας,
μάρτυρας μιας εποχής δημιουργικής, μας αποκαλύπτουν πολλά και θαυμαστά
στοιχεία της κοσμικής αρχιτεκτονικής από το 13ο μέχρι το 17ο αιώνα. Τα
ονομαστότερα αρχοντικά είναι το σπίτι του Φραγκόπουλου και το σπίτι του
Λάσκαρη.
Στολίδι και καύχημα του Μυστρά αποτελούν οι επτά φημισμένοι ναοί του:
1. Άγιος Δημήτριος. Πρόκειται για τη Μητρόπολη του Μυστρά, που κτίστηκε το
1292 από τον Μητροπολίτη Νικηφόρο Μοσχόπουλο κατά την επιγραφή, ο οποίος
έφερε από την Κωνσταντινούπολη το αρχιτεκτονικό σχέδιο. Το αρχικό σχέδιο ήταν
τρίκλιτη βασιλική. Στην ανατολική πλευρά, οι τρεις ημιεξάγωνες, κόγχες στολίζονται
με πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Κατά τον 15ο αιώνα, ο Μητροπολίτης Ματθαίος
ύψωσε την ανωδομία και μετέτρεψε την δίρριχθη στέγη, μεταπλάθοντας την σε
σταυρόσχημη και προσθέτοντας πέντε τρούλους με μεγαλύτερο τον κεντρικό.
Διαμόρφωσε επίσης τον εσωτερικό δυτικό χώρο σε γυναικωνίτη. Διαμορφώθηκε με
αυτόν τον τρόπο σύνθετος περίεργος τύπος, τρίκλιτη βασιλική στην κάτοψη και
σταυροειδής εγγεγραμμένος πεντάτρουλλος στην άνοψη. Ο ναός στολίζεται με
πλούσιο γλυπτό διάκοσμο. Στο κέντρο του μεσαίου κλίτους στο δάπεδο, σώζεται
μέχρι σήμερα το οικόσημο των Παλαιολόγων, ανάγλυφος δικέφαλος αετός, πάνω
στον οποίο στάθηκε κατά τη σκέψη του ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου.
Οι τοιχογραφίες του Αγίου Δημητρίου αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα της τέχνης
του 14ου αιώνα και των τάσεων της εποχής. Βορειοδυτικά του ναού διατηρείται
διώροφο πετρόχτιστο οικοδόμημα, που είχε χτίσει ο μάρτυρας μητροπολίτης Ανανίας
Λαμπάρδης (1754) και αποτελούσε την κατοικία του εκάστοτε Μητροπολίτη επί
τουρκοκρατίας. Σήμερα είναι μουσείο.
2. Ευαγγελίστρια. Βρίσκεται κοντά στη Μητρόπολη και ανήκει στον δικιόνιο
σταυροειδή εγγεγραμμένο τύπο. Τοποθετείται στα τέλη του 14ου ή στις αρχές του
15ου αιώνα. Πρόκειται για μικρό ναό με κομψές αναλογίες, κύριο χαρακτηριστικό
γνώρισμα του οποίου αποτελεί ο πρωτότυπος και θαυμάσιος γλυπτός διάκοσμος.
Τόσο ωραίος είναι ώστε, καθώς σημειώνει ο Χατζηδάκης «τα θέματα και ο τρόπος
της εργασίας μοιάζουν σαν λαϊκά κεντήματα πάνω σε ύφασμα». Σώζονται ελάχιστες
τοιχογραφίες. Οι δύο επόμενοι ναοί, οι Άγιοι Θεόδωροι και η Παναγία Οδηγήτρια,
περιλαμβάνονται στο Βροντόχι, περιτειχισμένο μοναστηριακό συγκρότημα. Το
Βροντόχι απολάμβανε μεγάλων τιμών από την κεντρική εξουσία, δεχόταν
αυτοκρατορικές δωρεές, είχε σπουδαία βιβλιοθήκη, αποτελούσε το κέντρο της
πνευματικής κίνησης του Μυστρά και ήταν σύγχρονος τόπος ταφής των δεσποτών.
3. Άγιοι Θεόδωροι. Ο ένας από τους δύο ναούς του Βροντοχίου. Χτίστηκε στο
χρονικό διάστημα από το 1290 μέχρι το 1298 από τον ηγούμενο Δανιήλ και το μέγα
πρωτοσύγκελο Πελοποννήσου Παχώμιο. Ανήκει στον οκταγωνικό τύπο και στις
τέσσερις γωνίες διαμορφώνονται ισάριθμα νεκρικά παρεκκλήσια όπου θάβονταν οι
δεσπότες. Η εξωτερική του εμφάνιση με τις αλλεπάλληλες στέγες, τις καμάρες, τον
μεγάλο κεντρικό τρούλο, τα τοξωτά παράθυρα, τις οδοντωτές ταινίες και το
πλινθοπερίκλειστο σύστημα, διαμορφώνουν ένα σύνολο όπου επικρατεί η κομψότητα
και η χάρη, η λεπτή γραμμή και η αρμονική σύνθεση. Οι λίγες τοιχογραφίες που
σώζονται ανήκουν στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα και φέρουν καταφανή την
επίδραση της Μακεδονικής Σχολής.
4. Παναγία Οδηγήτρια ή Αφεντικό. Ιδρύθηκε από τον Αρχιμανδρίτη Παχώμιο το
1310 πάνω σε κωνσταντινουπολίτικο σχέδιο. Είναι ο πρώτος ναός του Μυστρά που
εφαρμόζει σύνθετο αρχιτεκτονικό τύπο: τρίκλιτη βασιλική στην κάτοψη και πάνω
τετρακίονος σταυροειδής πεντάτρουλος, σχήμα που θα εφαρμοστεί αργότερα και
στην Παντάνασσα. Στα πλάγια διαμορφώνονται στοές και παρεκκλήσια.
Χρησιμοποιήθηκαν στο χτίσιμο πωρόλιθοι και δουλεύτηκε το μάρμαρο για την
εσωτερική επένδυση, δείγμα της οικονομικής ευχέρειας που υπήρχε. Το 1863
αφαιρέθηκαν οι κίονες και οι στέγες με τους τρούλους κατέρρευσαν. Αλλά από το
934 και έπειτα οι κίονες μεταφέρθηκαν ξανά από τη Μητρόπολη, η στέγη με τους
πέντε τρούλους αναστηλώθηκε και ο ναός επανέκτησε την πρώτη του μορφή. Ο
τοιχογραφικός διάκοσμος του ναού θεωρείται σημαντικός και χρονολογείται στο
πρώτο μισό του 14ου αιώνα. Τα συνεργεία πρέπει να είχαν έρθει από την
Κωνσταντινούπολη και ιστόρισαν με το Δωδεκάορτο, τα Χριστολογικά, Θεομητορικά
και αγιολογικά θέματα τον κύριο ναό, το νάρθηκα και τα παρεκκλήσια. Ιδιαίτερα η
ζωή στα παρεκκλήσια είναι ενδεικτική του πνεύματος που επικρατούσε κατά το 14ο
αιώνα. Ξεχωρίζει η παράσταση του επισκόπου Ευχαϊτων Ιωάννου Μαυρόποδος με
τους Τρεις Ιεράρχες, οι προσωπογραφίες των δεσποτών που ήταν θαμμένοι εκεί, όπως
του Θεοδώρου Β΄ Παλαιολόγου, ο οποίος παριστάνεται δύο φορές. Το πιο
εντυπωσιακό στοιχείο είναι τα χρυσόβουλα των αυτοκρατόρων, όπου αναγράφονται
τα διάφορα προνόμια που είχαν παραχωρήσει στο Βροντόχι οι αυτοκράτορες του
Βυζαντίου.
5. Αγία Σοφία. Χτίστηκε τον 13ο αιώνα από τον Μανουήλ Καντακουζηνό κατά τη
συνήθεια της περιφέρειας να χτίζει Αγίες Σοφίες, μιμούμενοι την πρωτεύουσα.
Ανήκει στον δικιόνιο σταυροειδή με τρούλο και διαθέτει νάρθηκα, παρεκκλήσια,
στοά στη βόρεια πλευρά, τράπεζα και τριώροφο καμπαναριό. Διατηρεί αρκετές από
τις αρχικές του τοιχογραφίες που προσαρμόζονται στο ύφος της Μακεδονικής Σχολής
Εντυπωσιακή είναι η σκηνή της Γεννήσεως της Θεοτόκου, όπου γυναίκεςαρχόντισσες, σαν αυτές του Μυστρά, έρχονται να προσφέρουν τα δώρα τους στην
Παναγία.
6. Περίβλεπτος. Σταυροειδής δικιόνιος ναός με τρούλο. Διαθέτει τρία παρεκκλήσια,
νάρθηκα στη νότια πλευρά λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους, τράπεζα με τη
μορφή πύργου και χαρακτηρίζεται για την αρμονία των γραμμών, το
πλινθοπερίκλειστο σύστημα, την επιμελημένη τοιχοδομία, τις οδοντωτές ταινίες και
γενικά, για την κομψή εμφάνιση. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο του ναού είναι οι
τοιχογραφίες που ανήκουν στην παλαιολόγεια περίοδο και διακρίνονται για τη
λεπτότητα του σχεδίου, την αντίθεση των χρωμάτων και αποπνέουν βαθύτατο
ιδεαλισμό και όχι τυχαία θρησκευτικότητα που συνοδεύει το πνευματικό μεγαλείο.
Το πρόγραμμα χωρίζεται σε κύκλους, τον ευχαριστιακό, τον ευαγγελικό και τον
αφηγηματικό, αλλά και την απεικόνιση σε σκηνές της παιδικής ηλικίας της
Θεοτόκου, με πηγή τα απόκρυφα ευαγγέλια. Η ζωγραφική της Περιβλέπτου
θεωρείται προδρομική τέχνη, αφού απ’ αυτήν άντλησε και εμπνεύστηκε τα θέματά
της η Κρητική Σχολή.
7. Παντάνασσα. Είναι το τελευταίο χρονικά μνημείο του Μυστρά. Χτίστηκε το
1428 από τον πρωτομάστορα Ιωάννη Φραγκόπουλο και παρουσιάζει στην
αρχιτεκτονική του δομή μίγμα βυζαντινών, δυτικών, ακόμη και ισλαμικών στοιχείων,
που φανερώνουν την αναζητητική προσπάθεια για μια καινούργια δημιουργία.
Ανήκει στο μεικτό τύπο: τρίκλιτη βασιλική κάτω, σταυροειδής εγγεγραμμένος
πεντάτρουλος επάνω. Σώζεται ως σήμερα η βορινή στοά στολισμένη και αυτή με
τρούλο προς την πλευρά του Ευρώτα. Διαθέτει ακόμη πύργο-καμπαναριό.
Σε μας, τους Έλληνες μένει να συλλάβουμε και να ξεκαθαρίσουμε τη σημασία της
για τον πολιτισμό του Έθνους, αυτής της ιδιότυπης πολιτείας που στάθηκε σταθμός
στην πορεία του ελληνισμού από τον Μεσαίωνα προς τη σύγχρονη μορφή του. Η
γαλλική επιστήμη αποκατέστησε το κάστρο, που ίδρυσαν οι μεσαιωνικοί Γάλλοι, στη
σωστή του σημασία, μελετώντας τα βυζαντινά του μνημεία και υψώνοντας έτσι τον
Μυστρά σε τόπο σπουδής και προσκύνημα τέχνης.

Έρμο ήταν χρόνια το χαραδροβούνι εκεί
που πίσω από τη Σπάρτη βορινά τραβά,
στον Ταΰγετο ακουμπώντας, και που γελαστό
εκείθε ρυάκι ρέει ο Ευρώτας κι έπειτα
μες στην κοιλάδα, καλαμόζωστος, πλατύς
τους κύκνους θρέφει. Πέρα εκεί μια τολμηρή
φυλή, που απ’την Κιμμέρια νύχτα πλάκωσε,
μες στη βουνοκοιλάδα εγκαταστάθηκε
αθόρυβα και κάστρο απάτητο έχτισε.

Γκαίτε.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία.
1) Χατζηδάκης Μανώλης, «Μυστράς». Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα , 1993.
2) Λαρούς Μπριτάνικα, τόμ. 44. Πάπυρος. Αθήνα, 1996.
3) Μ. Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Ελληνική τέχνη, Βυζαντινές Τοιχογραφίες, Αθήνα
1995, σ. 28-30, 233-235, 245-247, 251-253.
4) L. Bouras, Architectural sculptures of the twelfth and the early thirteenth centuries
in Greece, Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, περ. Δ΄.- τ. Θ΄(1977-
1979), σ. 63-72.
5) D.A.Zakythinos, Le Despotat grec de Moree, Histoire Politique – Vie et
Institutions, Edition revue et augmentee par Ch. Maltezou, Variorum, London 1975.
6) G. Millet, Monuments byzantins de Mistra, Album, Paris 1910.
7) St. Runciman, Mistra, Byzantine Capital of the Peloponnese, London 1980.
8) M.G.Sotiriou, Mistra, Une ville byzantine morte, Athenes 1956.
9) A.S.Louvi, L’architecture et la sculpture de la Perivleptos de Mistra, Paris 1980
(πολυγρ. διδακτορική διατριβή).
10) Α.Ξυγγόπουλος, Φραγκικά κρινάνθεμα εις το Γεράκι και τον Μυστράν,
Melanges O. et M.Merlier, II, Athenes 1956, σ. 205-211.

https://dokumen.tips/documents/-56816412550346895dd5c019.html

Ηλιάδη, Αμαλία (2015). «Εξερευνώντας το Μυστρα». Ανακτήθηκε 28/7/2015  13:34. από http://www.matia.gr/7/76/76_1_4.html

Το Ύψωμα 731, οι άγνωστες Θερμοπύλες του πολέμου του 1940 Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού, Δ/ντριας 5ου ΓΕΛ Τρικάλων, Πιστοποιημένης Επιμορφώτριας Ενηλίκων του Ε.ΚΕ.ΠΙΣ.

Το Ύψωμα 731, οι άγνωστες Θερμοπύλες του πολέμου του 1940
Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού, Δ/ντριας 5ου ΓΕΛ Τρικάλων, Πιστοποιημένης Επιμορφώτριας Ενηλίκων του Ε.ΚΕ.ΠΙΣ.
ailiadi@sch.gr

Στις αρχές του Μάρτη, ο ίδιος ο Μπενίτο Μουσολίνι έφτασε στην Αλβανία για να παρακολουθήσει από κοντά τις επιχειρήσεις. Κύριος στόχος, η διάσπαση του μετώπου σε μια γραμμή έξι χιλιομέτρων, από την Γκλάβα στο Μπούμπεσι. Την επιχείρηση είχε αναλάβει το όγδοο ιταλικό σώμα στρατού, που έριξε στη μάχη τέσσερις μεραρχίες και δυο τάγματα μελανοχιτώνων, κρατώντας άλλες δύο σε εφεδρεία. Απέναντι τους, η πρώτη ελληνική μεραρχία που πολεμούσε συνεχώς, χωρίς σταμάτημα, από την αρχή της εκστρατείας. Η πολυδιαφημισμένη «Εαρινή Επίθεση» των Ιταλών ξέσπασε στις 9 του Μάρτη του 1941 σε όλη τη γραμμή του μετώπου. Στις 26 του Μάρτη ο απολογισμός ήταν τραγικός . Δώδεκα ιταλικές μεραρχίες με άφθονα εφόδια είχαν ριχτεί σε έξι πεινασμένες και ξεθεωμένες ελληνικές και δεν πήραν ούτε σπιθαμή εδάφους.

Μεγάλη συμβολή στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε η χώρα μας. Πιο γνωστή στο ευρύ κοινό, η ελληνοιταλική σύγκρουση και η Μάχη της Κρήτης (Επιχείρηση Ερμής). Ένα περιστατικό ηρωικό από το ελληνοαλβανικό μέτωπο που δεν είναι τόσο πολύ διαδεδομένο, διαδραματίστηκε κατά την διάρκεια της «Εαρινής Επίθεσης» των Ιταλών.
«Το εν λόγω ύψωμα βρίσκεται περί τα 20χιλ βόρεια της Κλεισούρας. Ήταν ένα από τα ισχυρότερα ερείσματα, που κατέλαβε ο Ελληνικός Στρατός κατά τους χειμερινούς αγώνες, που προηγήθηκαν, κλειδί της όλης τοποθεσίας, στον κεντρικό τομέα της Αλβανίας. Η παραμονή σε ελληνικά χέρια του υψώματος αυτού καταδίκαζε κάθε προσπάθεια των Ιταλών. Η αρχή της ιταλικής επίθεσης έγινε νωρίς το πρωί της 9ης Μαρτίου, με σφοδρή δράση του πυροβολικού με όλμους και αεροπορικό βομβαρδισμό των ελληνικών θέσεων.
Στο διάστημα από 9 έως 11 Μαρτίου 1941, πενήντα Τρικαλινοί θυσιάστηκαν ηρωικά, υπερασπιζόμενοι το ύψωμα. Η τρίτη μέρα βρίσκει το 5° σύνταγμα Τρικάλων να έχει χάσει 586 άνδρες, περίπου τη μισή του δύναμη. Τρικαλινός ήταν ο πρώτος νεκρός στρατιώτης ονόματι Τσιαβαλιάρης Βασίλειος, Τρικαλινός ήταν και ο πρώτος νεκρός αξιωματικός ονόματι Νικόλαος Γεωργούλας».

Ένας τιτάνιος αγώνας διεξήχθη στο ύψωμα 731 (υψόμετρο) κατά την «Εαρινή Επίθεση» των Ιταλών στα μέσα Μαρτίου 1941, προκειμένου οι ιταλικές φασιστικές δυνάμεις με την παρουσία του ίδιου δικτάτορα Μουσολίνι -μετά από τέσσερις μήνες πόλεμο – να δρέψουν μία νίκη κατά της Ελλάδας και να κατέβουν μαζί με τις ναζιστικές δυνάμεις των Γερμανών «νικητές» στην Αθήνα! Το 731 όμως, ανέτρεψε τα σχέδια του(ς). Στο ύψωμα αυτό, καθώς και στα γειτονικά υψώματα, πολέμησαν οι άνδρες του 5ου Συντάγματος της 1ης Μεραρχίας πού κατάγονταν κυρίως από την Καρδίτσα και τα Τρίκαλα.
Η Ιστορία για το 731 γράφει: «Επί 7 ημέρες, ως τις 15 Μαρτίου η μεραρχία δοκιμάστηκε σκληρά, αλλά απέκρουσε τα κύματα των επιτιθέμενων αντιπάλων. Οι επιθέσεις και αντεπιθέσεις άρχιζαν με πυκνό κανονιοβολισμό που κατέσκαβε τα υψώματα, για να καταλήξουν σε συμπλοκές, όπου το λόγο είχαν η χειροβομβίδα και η λόγχη. Το ύψωμα 731, μεταξύ Αώου και Άψου, έμεινε θρυλικό. Ως τις 19 Μαρτίου, μετά από σχετική τριήμερη ανάπαυλα, οι Ιταλοί εξαπέλυσαν κατά του υψώματος 731 όχι λιγότερες από 18 επιθέσεις. Το «731», όπως έμεινε γνωστό στην πολεμική ιστορία και των δύο αντιπάλων, υπήρξε ίσως ένα από τα πιο αιματοβαμμένα υψώματα ολόκληρου του παγκοσμίου πολέμου». (ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε. 1978, τόμος ΙΕ, σελ.441-442).
Ο λογοτέχνης και ακαδημαϊκός Άγγελος Τερζάκης, πολεμιστής του 1940, γράφει: «Ξημερώνει η 10 Μαρτίου 1941 ,ημέρα Δευτέρα, και το πυροβολικό του Καβαλλέρο ξαναρχίζει. Ξαναρχίζει από την Τρεμπεσίνα, με πείσμα διπλό, γιατί η πρώτη μέρα χάθηκε κι αυτό είναι άσχημο για μιαν επίθεση, που πρέπει να το πετύχει στις πρώτες ώρες της.
Το κανονίδι τώρα απλώνεται ανατολικά, στο 731. Είναι τέτοιο που μόνο με τους θρυλικούς βομβαρδισμούς του Βερντέν, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μπορεί να παραβληθεί. Τ’ ακούει και ζαρώνει περίτρομη η ψυχή του ανθρώπου. Τα ελληνικά πυρά της έκοψαν την ορμή, ως που το μεσημέρι οι Ιταλοί ενισχυμένοι με νέες δυνάμεις, ξανάρχισαν, όμως, το πεζικό κατόρθωσε με μόνα τα δικά του να σπάσει το πρώτο κύμα του εχθρού. Στις 6 τ’ απόγεμα οι Ιταλοί άνοιγαν μεγάλη φωτιά κατά του 731. Χίμηξαν ύστερα με ταυτόχρονη προσπάθεια να το υπερκεράσουν από τη δημοσιά, ενώ έπιαναν και να βομβαρδίζουν την Τρεμπεσίνα. Ήταν η έβδομη επίθεσή τους για το 731. Το ύψωμα έμπαινε πια, ζωσμένο με φλόγες στο θρύλο» (Άγγελος Τερζάκης, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΪΑ 1940-1941, Αθήναι 1964, σελ.177-178).
Στο προσωπικό χειρόγραφο ημερολόγιο του Ταγματάρχη (τότε) Δημήτριου Κασλά, από το Πουρί Ζαγοράς, Διοικητή του ΙΙ (2ου) Τάγματος του 5ου Συντάγματος Τρικάλων, που με τους στρατιώτες του υπερασπίστηκε το ύψωμα 731, αναφέρει:
«(Ημέρα πρώτη: Κυριακή 9η Μαρτίου 1941, «έναρξις της επιθέσεως»)
(Πρωινές ώρες): Την 06:30 ώραν ήρξατο τρομακτικόν και καταιγιστικόν πυρ του εχθρικού Πυροβολικού και όλμων. Η πρώτη ομοβροντία μιας βαρέως Πυροβολαρχίας ερρίφθη ακριβώς την 06:30 ώραν επί του υψώματος 731, όπου ο Σταθμός Διοικήσεώς μου ήτο το σύνθημα της ενάρξεως της βολής.
Ο βομβαρδισμός συνεχίζεται με αυξάνουσαν έντασιν. Σμήνη αεροπλάνων ρίπτουν συνεχώς τα φορτία των επί των υψωμάτων 731 και 717. Το ύψωμα 731, όπου το Τάγμα μου, σείεται συνεχώς, σκόνη, φωτιά και καπνός, η ατμόσφαιρα είναι βαρειά, δύσκολα αναπνέει κανείς από τα αέρια των εκρήξεων, κόλασις πυρός, μας περιβάλλαν καπνοί και αι φλόγες, δεν ημπορούμε να διακρίνουμε τι γίνεται εις απόστασιν 10 μέτρων. Το ύψωμα 731 ήτο δασωμένον με δέντρα ύψους 4-5 μέτρων, εντός διώρου έμεινε γυμνόν. Τα συρματοπλέγματά μας κατεστράφησαν, τα χαρακώματα ισοπεδώθηκαν, οι στρατιώται καλύπτονται εις τας οπάς των οβίδων και αγωνίζονται απεγνωσμένα να επανορθώσουν τας ζημίας, ιδίως να προστατεύσουν τα πολυβόλα και οπλοπολυβόλα από την καταστροφήν, από τις πέτρες και χώματα που εγείροντο από τας εκρήξεις. Τα υπάρχοντα επί του υψώματος 731 δύο πυροβόλα των 6,5 και αντιαρματικός ουλαμός των 37 κατεστράφησαν ολοτελώς.
Περί την 07:30 ώραν κατόρθωσα να επικοινωνήσω τηλεγραφικώς δια λίγα λεπτά με τον Συνταγματάρχην Κετσέαν, επίσης μετά του Διοικητού του Συγκροτήματος Συνταγματάρχου Γεωργούλα Ν., οι οποίοι αγωνιούσαν να πληροφορηθούν την κατάστασίν μας. Με ερώτησαν εάν οι άνδρες του Τάγματος κρατούν τας θέσεις των, τους απάντησα ότι οι Λόχοι ευρίσκονται εις τας θέσεις των. Μου διεβίβασεν την εξής Διαταγήν γραπτήν. «Επί των θέσεών σας θ’ αμυνθήτε μέχρις εσχάτων, Η Πατρίς, η Ανωτάτη Διοίκησις απαιτεί να κρατήσητε ψηλά την τιμήν των όπλων».
……………Του απήντησα ότιδήποτε και αν συμβή δεν θα εγκαταλείψωμεν το 731 και έχω πεποίθησιν ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί.
Περί την 8ην ώραν το Πυροβολικόν του εχθρού ήρχισε να επιμηκύνη την βολήν του εις τα μετόπισθεν του Τάγματος και την 08:30 έπαυσεν την βολήν του επί των υψωμάτων 731 και 717. ΄Ητο φανερόν πλέον ότι θα ήρχιζεν η επίθεσις των Ιταλών. Διέταξα τους Λόχους να ετοιμάσουν τα αυτόματα και να μη βάλουν από μεγάλας αποστάσεις, παρά μόνον όταν οι Ιταλοί θα έφθαναν εις ωρισμένα σημεία του εδάφους που υπεδείχθησαν επί τόπου εις απόστασιν περίπου 200 μέτρων.
Περί την 09:30 ώραν οι Ιταλοί χρησιμοποιούντες τας δεξιά του 5ου Λόχου βαθείας γραμμάς πλησιάζουν επικινδύνως και προσεγγίζουν τα κατεστραμμένα συρματοπλέγματα. Αρχίζει πλέον ο αγών διά της χειροβομβίδος. Οι Ιταλοί δοκιμάζουν με τρόμον και φωνάς τα καταστρεπτικά αποτελέσματα των αμυντικών μας χειροβομβίδων.
(Μεσημέρι): Την μεσημβρίαν προσπαθούν οι Ιταλοί να επαναλάβουν την επίθεσίν των, αλλά ευθύς ως αναπτύσσονται καθηλούνται και διασκορπίζονται από το Πυροβολικό και τα Πολυβόλα μας.
(Απόγευμα): Το απόγευμα και ενώ μέχρι της στιγμής εκείνης τα εχθρικά πυρά είχον αραιωθή, εκσπά και νέα επίθεσις μετά σφοδρού βομβαρδισμού, εφ’ ολοκλήρου του τομέως της Ι Μεραρχίας και ανασκάπτεται πάλιν το έδαφος από το πυροβολικόν και τας βόμβας αεροπλάνων. Οι στρατιώται περιμένουν να πλησιάσουν τα εχθρικά τμήματα πεζικού, τα παραλαμβάνουν με τα αυτόματα και τα αποδεκατίζουν με επιτυχείς ριπές και όταν ο εχθρός χρησιμοποιή τας βαθείας γραμμάς και προσεγγίζει τα χαρακώματα, επιτίθενται διά της χειροβομβίδος και της λόγχης.
Οι Ιταλοί όμως δεν παραιτούνται. Δοκιμάζουν διά μία ακόμα φοράν, προτού νυκτώση, να διασπάσουν τας γραμμάς μας επί του υψώματος 731.Και η προσπάθεια αυτή αποκρούεται σε σοβαροτάτας απωλείας.
(Βράδυ): Η νύκτα μας βρίσκει όλους εξηντλημένους σωματικώς. Είμεθα όλη την ημέραν νηστικοί. Εν τούτοις κανείς δεν θέλει να φάγη. Έχουμε άφθονο κονιάκ. Οι Λόχοι δεν ζητούν ψωμί αλλά χειροβομβίδας αμυντικάς και σκαπανικά εργαλεία. Καθ’ όλην την νύκτα οι ημιονηγοί του Τάγματος, οι αφανείς αυτοί ήρωες επηγαινοερχόνταν εις τον σταθμόν εφοδιασμού διά να μας φέρουν εκατοντάδας φορτίων χειροβομβίδων, πυρομαχικών και λοιπών εφοδίων.
(Ημέρα δεύτερη: Δευτέρα 10 Μαρτίου 1941).
(Πρωινές ώρες): «Την 7ην πρωινήν ήρχισε πάλιν το ιταλικόν πυροβολικόν. Εις τας 9 ώρα αρχίζει η Ιταλική επίθεσις. Αυτήν την ημέραν κατευθύνεται προς το αριστερόν μας διά να υπερφαλαγγίσουν το 731 εκ του αριστερού. Οι Ιταλοί κινούνται με μυρίας προφυλάξεις, τους καταλαμβάνει πρώτον το Πυροβολικόν μας και τους αποδεκατίζει. Το Πυροβολικόν των Ιταλών προσπαθεί να υποστηρίζει την κινουμένην φάλαγγα. Οι Ιταλοί προχωρούν κατά διαδοχικά κύματα με προφανή σκοπόν να καταλάβουν οπωσδήποτε το 731, χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψιν τας απωλείας των. Οι Ιταλοί φθάνουν εις απόστασιν από 50-100 μ. από την γραμμήν αντιστάσεως. Διά να εξαπατήσουν τους στρατιώτας μας υψώνουν λευκά μανδίλια, προς στιγμήν υπέθεσαν ότι επρόκειτο να παραδοθούν. Αντελήφθην εκ πρώτης στιγμής ότι επρόκειτο περί απάτης. Επενέβην αμέσως, διέταξα έντασιν των πυρών διά χεροβομβίδων και τοπικήν αντεπίθεσιν. Οι Στρατιώται κραυγάζοντες την περίφημον πολεμικήν ιαχήν «αέρα» διά της λόγχης και των χειροβομβίδων αιφνιδιάζουν τους Ιταλούς, οι οποίοι αρχίζουν να τρέχουν προς τα οπίσω, μεταβαλόντες την υποχώρησίν των εις πανικόβλητον φυγήν. Η επίθεσις των συνετρίβη.
(Μεσημέρι): Ολίγον προ της μεσημβρίας διεξάγεται νέα προσπάθεια εις το ίδιο σημείον παρά Ιταλών κατόπιν πάλιν προπαρασκευής διά σφοδρού βομβαρδισμού και η επίθεσις αύτη συνετρίβη προ του ακαμάτου ηρωισμού των Λόχων, διά της λόγχης, μέχρι την 12:30 ώραν τρέπομεν εις νέαν άτακτον φυγήν τους Ιταλούς.
(Απόγευμα): … Εις τας 06:30 αρχίζει βομβαρδισμός επί των υψωμάτων 731 και 717 και μετ’ ολίγον νέα επίθεσις των Ιταλών και κατά των δύο πλευρών του υψώματος 731, δηλαδή εναντίον και των δύο Λόχων μου. Και η επίθεσις αυτή απεκρούσθη με βαρυτάτας απωλείας διά τον εχθρόν.
(Βράδυ): Προς το εσπέρας νομίζουν ότι θα κλονίσουν το ηθικόν των στρατιωτών μας, ρίπτουν δι’ αεροπλάνων χιλιάδας προκηρύξεις, καλούν τους στρατιώτας μας να ρίψουν τα όπλα και να σπεύσουν να παραδοθούν. Αι προκηρύξεις αυταί μόνον γέλωτας προσέφερον εις τους ηρωικούς οπλίτας.
Και η δευτέρα ημέρα της επιθέσεως έκλεισε με την απόλυτον διατήρησιν των θέσεών μας επί του υψώματος 731, καθώς επίσης και το δεξιά μου ΙΙΙ Τάγμα επί του υψώματος 717″.
Η «Εαρινή Επίθεση» των Ιταλών απέτυχε. Ο Μουσολίνι έφυγε ταπεινωμένος. Το ύψωμα 731 έγινε δόξα και το όνομά του γράφτηκε στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη: «731».
Η ανιδιοτελής τους θυσία ας μας ωθήσει μέσα στην τύρβη της βαριάς μας καθημερινότητας να αναλογιστούμε: τιμή σ’ όσους κρατούνε Θερμοπύλες, κι ας ξέρουν πως οι βάρβαροι στο τέλος θα διαβούνε…
Η ηρωική αντίσταση των Συμπολιτών μας Ελλήνων στο Ύψωμα 731 είναι μεγάλης, απροσμέτρητης σημασίας, τόσο σε Πανελλήνιο όσο και σε τοπικό επίπεδο. Οι ήρωες αυτοί έκαναν στην εντέλεια το καθήκον τους προς την πατρίδα. Κι ήταν οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, απλοί, καθημερινοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού. Το γεγονός αυτό καταξιώνει με τρόπο απόλυτα ηθικό τη θυσία των υπερασπιστών του Υψώματος 731.
Όπως, μάλιστα, συγκινημένος, δηλώνει ο σημαιοφόρος του 5ου Συντάγματος στο σχετικό ντοκιμαντέρ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τρικάλων, η έννοια της εκπλήρωσης του καθήκοντος προς την πατρίδα δεν εξαγοράζεται ούτε ανταλλάσσεται , για τους αγνούς πατριώτες εκείνης της ηρωικής γενιάς, με θέσεις και διορισμούς στο δημόσιο. Είναι εξόχως αποστομωτική η μαρτυρία του, η μαρτυρία ενός ανθρώπου που μέσα στη φωτιά και τη δίνη του πολέμου, μέσα στη φτώχεια, τη στέρηση και την πείνα, μέσα σε συνθήκες ταπεινωτικές, σχεδόν άθλιες, δεν έχασε στιγμή την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και περηφάνια του.
Ακούγοντας, κυριολεκτικά και νοερά τις μαρτυρίες των αυτοπτών μαρτύρων, αυτών που βίωσαν στο πετσί τους τα ηρωικά ιστορικά γεγονότα, συνειδητοποιούμε πως το Ύψωμα 731, χαραγμένο στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, είναι συνώνυμο της Δόξας, αριθμός – σύμβολο του ηρωισμού του απλού, καθημερινού ανθρώπου: των ηρώων που περπατούν ακόμη στα σκοτεινά όταν τους καταπίνει η λήθη της ιστορίας. Ας τους θυμόμαστε, αρνούμενοι να υποκύψουμε στη λήθη αυτή, ως φωτεινά μετέωρα στο στερέωμα της Σύγχρονης, πρόσφατης Ιστορίας μας.
Νοερά τους αντικρίζουμε στις ράχες και στα κορφοβούνια της Πίνδου να περπατούν στα σκοτεινά και να καταυγάζουν με το εσωτερικό τους φως τη δική μας, σημερινή σκοτεινιά… Ας εμπνευστούμε όλοι από την ηρωική τους θυσία σε έργα προόδου, ειρήνης, δικαιοσύνης, τιμώντας όσους κρατούνε Θερμοπύλες, κι ας ξέρουν πως οι βάρβαροι στο τέλος θα περάσουν.

» «Δημήτρια»: Η λατρεία του Αγίου Δημητρίου και η ομώνυμη εμποροπανήγυρη της Βυζαντινής εποχής» Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ., Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

» «Δημήτρια»: Η λατρεία του Αγίου Δημητρίου και η ομώνυμη εμποροπανήγυρη της Βυζαντινής εποχής»
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ., Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.
Α) Η διαμόρφωση της λατρείας του Αγίου Δημητρίου και τα «Δημήτρια» ως τον 12o αιώνα μ.Χ.
Η λατρεία του Αγίου Δημητρίου ανάγεται στον 4o μ.Χ. αιώνα, την εποχή του Λεοντίου, ενώ ως πολιούχος και προστάτης της πόλης εμφανίζεται απ’ τον 6o αιώνα, όταν αρχίζουν οι επιδρομές των Σλάβων. Οι χριστιανοί κάτοικοι θεωρούν θαυματοποιό το ιερό λείψανο του και πιστεύουν πως ο Άγιος κατοικεί ανάμεσα τους. Τον θεωρούν πρότυπο αυτοθυσίας για την πατρίδα και σωτήρα της πόλης. Στη μορφή του αποτυπώνουν τις αρετές του ήρωα, του ιδανικού παλικαριού, του υπέρμαχου υπερασπιστή της πίστης και της πατρίδας. Στις κρίσιμες στιγμές της πόλης, σύμφωνα με τη λαϊκή πίστη, «επεμβαίνει» ο ίδιος για να την προστατέψει: Πότε περπατάει πάνω στη θάλασσα και σηκώνει τρικυμίες για να καταποντίσει τους εχθρικούς στόλους, πότε, σαν στρατιώτης ή σαν καβαλάρης, ανεβαίνει στα τείχη και τρέπει σε φυγή τους βαρβάρους. Σώζει την πόλη από κάθε καταστροφή και συγχρόνως προστατεύει τους κατοίκους από αρρώστιες, πείνα και λοιμούς. Οι Θεσσαλονικείς βλέπουν τον Άγιο με τα μάτια τους, αλλά και οι ίδιοι οι εχθροί ομολογούν με τρόμο την παρουσία του Αγίου Δημητρίου. Οι θαυματουργικές ιδιότητες του ιερού λειψάνου του, το μύρο που αναβλύζει και η σωτηρία της πόλης από τους βαρβάρους, Γότθους, Σλάβους, Πέρσες, Βουλγάρους, Άραβες, Σαρακηνούς, Νορμανδούς. Φράγκους…, που τριακόσια χρόνια λεηλατούν την πόλη, καθιστούν πολλούς πιστούς προσκυνητές του τάφου του.
Όλα αυτά τα γεγονότα, από τη μια τον μεταμορφώνουν από ευσεβή χριστιανό σε πολεμιστή και ύπατο, ενώ από την άλλη συνδέουν το όνομα του με την τύχη της πόλης. Η λατρεία των κατοίκων προς τον Άγιο είχε διπλό χαρακτήρα: ενσάρκωνε το θρησκευτικό και το πατριωτικό αίσθημα. Τους μόχθους και τις κακουχίες, την παράδοση, τους μύθους, τα ήθη και τα έθιμα των Θεσσαλονικέων. Η Θεσσαλονίκη «είχε φύλακα άγρυπνον, τον υπερένδοξον προστάτην και υπέρμαχον αυτής τον Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριο».1
«Απειροι ήταν οι θησαυροί, τα ιερά σκεύη και κειμήλια, όλα τα καλλιτεχνήματα που στόλιζαν τον περίλαμπρο ναόν, ο οποίος και σήμερα ακόμη είναι μουσείο της Βυζαντινής τέχνης».2 Όλοι αυτοί οι θησαυροί που βρίσκονταν μέσα στο ναό ήταν τάματα, δηλαδή τεκμήρια της πίστης, της ευγνωμοσύνης και της ευλάβειας των κατοίκων της πόλης. Αποδείκνυαν μια προσωπική σχέση του κάθε πιστού με τον Άγιο, ενώ συγχρόνως μας «δείχνουν» τους κοινωνικούς θεσμούς, τις ατομικές συνήθειες -ανάλογα με το τάμα- και τις πεποιθήσεις των κατοίκων. Καθοριστικός παράγοντας των ταμάτων ήταν όχι τόσο το υλικό κατασκευής, μα η πρόθεση γι’ αυτήν την ίδια «τάξη» προσφοράς. Τα τάματα αυτά πολλές φορές μετατρέπονταν σε δημόσιο λαϊκή τελετουργία που εκτυλισσόταν κυρίως στη γιορτή του Αγίου.
Η φήμη του Αγίου με την πάροδο του χρόνου ξεπερνάει τα κάστρα της πόλης και ξεχύνεται σε όλη την αυτοκρατορία. Συγχρόνως, η ακτινοβολία της πόλης της Θεσσαλονίκης ως εμπορικού και καλλιτεχνικού κέντρου επηρεάζει τους σλαβικούς λαούς της Βαλκανικής. Με τους Κύριλλο και Μεθόδιο ο κόσμος των Σλάβων εισέρχεται στην οικογένεια των λαών της Ευρώπης, ενώ συγχρόνως η λατρεία του Αγίου Δημητρίου θα εξαπλωθεί στη Σερβία, στη Βουλγαρία και στη Ρωσία.3
Η ίδια η λατρεία, όμως, του Αγίου Δημητρίου δημιούργησε και ανταγωνισμούς μεταξύ των πόλεων του Ιλλυρικού, Σιρμίου και Θεσσαλονίκης, καθώς μνημονεύεται και στην ιστορία και των δύο πόλεων.4 Ο ανταγωνισμός τους οφείλεται τόσο σε πολιτικούς όσο και σε θρησκευτικούς λόγους. Από τη μια μεριά ο Μαξιμιανός. όταν ανέλαβε τη διοίκηση του Αίμου, στην αρχή έκανε πρωτεύουσα της επαρχίας του το Σίρμιο, ενώ αργότερα τη Θεσσαλονίκη. Από την άλλη, η Κωνσταντινούπολη, στην προσπάθεια της να προσαρτήσει εκκλησιαστικά τα εδάφη του Ιλλυρικού και συγχρόνως να επιβάλλει το κύρος της σε θέματα ιδεολογικά και θρησκευτικά, ενίσχυε τους ανταγωνισμούς αυτούς. Επίσης, σ’ αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο και μ’ αυτό το σκεπτικό, δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαία και η αντιπαράθεση μεταξύ του μονομάχου Λυαίου από το Σίρμιο και του νεαρού Νέστορα από τη Θεσσαλονίκη, καθώς και η νίκη του Νέστορα, γεγονότα που καθρεφτίζουν την ανταγωνιστικότητα μεταξύ των δύο πόλεων.
Η αγάπη που έτρεφαν οι Θεσσαλονικείς προς τον Άγιο, η ευλάβεια και η λατρεία τους, οδήγησε στην καθιέρωση γιορτής προς τιμήν του. Οι γιορτές αυτές αποτελούνταν από εκκλησιαστικές τελετές με θρησκευτικό περιεχόμενο και από λαϊκές με πνευματικό – αθλητικό περιεχόμενο αλλά και εμπορικό χαρακτήρα. Τα πρώτα χρόνια η εμποροπανήγυρη γινόταν αρχικά στην περιοχή γύρω από το ναό του Αγίου, ενώ αργότερα, όταν η γιορτή απέκτησε μεγάλη φήμη και πλήθος Ελλήνων και ξένων με τα προϊόντα τους κατέλυαν στην πόλη, οι εμπορικές «γιορτές» πρέπει να μεταφέρθηκαν έξω από την πόλη. Ο Φαίδων Κουκουλές υποστηρίζει πως αυτό γινόταν από τη μια για να υπάρχει ο κατάλληλος χώρος για τα εμπορεύματα της πανηγύρεως και από την άλλη για λόγους ασφάλειας, γιατί, κατά τις γιορτές αυτές μαζί με τους εμπόρους και τους ξένους, πολλές φορές έρχονταν στην πόλη και κατάσκοποι.5 Εξάλλου και ο κώδικας του Ιουστινιανού σε ειρηνική εποχή όριζε οι εμποροπανηγύρεις να γίνονται σε τόπους που θεωρούνται κατάλληλοι από κάθε άποψη.
Από τον Ευσέβιο της Αλεξάνδρειας πληροφορούμαστε πως για να πάει κανείς στην εμποροπανήγυρη έπρεπε να έχει αρκετά χρήματα, ενώ κατά τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ πωλητών και αγοραστών δίνονταν όρκοι και παρατηρούνταν φιλονικίες. Τις ημέρες αυτές της πανηγύρεως η Θεσσαλονίκη άλλαζε όψη. Στις πλατείες της, στην αγορά της, στους δρόμους της, μπορούσε κανείς να συναντήσει κάθε λογής εμπόρους, Έλληνες και ξένους, από την Ιταλία, Ισπανία, Ρωσία οι οποίοι έφερναν τα εμπορεύματα τους για να τα εκθέσουν. Τα εμπορεύματα έφταναν στην πόλη τόσο με πλοία, από τους θαλάσσιους δρόμους, όσο και με καραβάνια από την ξηρά. Υφάσματα, γεωργικά και βιοτεχνικά προϊόντα, αντικείμενα μικροτεχνίας, είδη χαλκού, σιδήρου, μολύβδου, μπορούσε να βρει ο κάθε επισκέπτης. «Άπειραι σκηναί μετέβαλον την πεδιάδα εις πόλιν. Το παν ηδύνατο να εύρεις εκεί και να θαυμάσεις» λέει χαρακτηριστικά ο Αδαμάντιος Αδαμαντίου.6 Κατά τον Tafel, μάλιστα, «στα Δημήτρια μπορούσε κανείς να βρει ακόμα ρώσικα δέρματα και αυτό το ρώσικο χαβιάρι».7 Ο ιστορικός του εμπορίου της Ανατολής W. Heyd γράφει: «Η Θεσσαλονίκη πάντοτε είχε τις πιο εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις με Δύση κι Ανατολή. Κτισμένη πάνω στην Εγνατία, στο μεγάλο δρόμο από το Δυρράχιο ως την Κωνσταντινούπολη, ήταν η αρτηρία που τη διέσχιζε κάθε μέρα ένα πλήθος από ταξιδιώτες, κι επιπλέον πρόσφερε στα καράβια ένα απέραντο και ασφαλές λιμάνι… Πάντως σε καμιά εποχή του έτους η εμπορική κίνηση δεν ήταν τόσο έντονη όσο κατά την εμποροπανήγυρη του Οκτωβρίου, του πάτρωνος της πόλης. Αυτή την εποχή σχηματιζόταν, σαν από θαύμα, έξω από τις πύλες, μία δεύτερη πόλη σε σειρές από απειράριθμα παραπήγματα…».8
Αξιόλογη πηγή για την εμποροπανήγυρη των Δημητρίων μα και για την οικονομική ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης αποτελεί ένας διάλογος του 12ου αιώνα που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού με τίτλο «Τιμαρίων ή περί των καθ’ αυτών παθημάτων».9 Ο διάλογος αυτός εξελίσσεται ανάμεσα στον σοφιστή Τιμαρίωνα και τον άρχοντα Κυδίωνα. Ο Τιμαρίων του διηγείται το ταξίδι του στη Θεσσαλονίκη, ενώ συγχρόνως μιλάει για τα «Δημήτρια», όπως ο ίδιος ονομάζει τις γιορτές που γίνονταν προς τιμή του Αγίου Δημητρίου. Απ’ τον «Τιμαρίωνα» πληροφορούμαστε πως παράλληλα με το εμπορικό πανηγύρι ο λαός στα «Δημήτρια» έβρισκε και πολλές διασκεδάσεις: Σχοινοβάτες, γελωτοποιοί, τσαρλατάνοι, μίμοι, θεατρίνοι γύριζαν στις αγορές, στις πλατείες μα και στις συνοικίες, διασκεδάζοντας τον κόσμο. Γυρολόγοι – κυρίως αθίγγανοι- παρουσίαζαν στο πλήθος διάφορα ζώα, όπως μαϊμούδες, ελέφαντες, φίδια, αρκούδες που εκτελούσαν διάφορα νούμερα και διασκέδαζαν τους θεατές, οι οποίοι κατέβαλαν τη σχετική αμοιβή. Τα ζώα μάλιστα τα οδηγούσαν ακόμα και μέσα στα καπηλειά. Πλανόδιοι μουσικοί ευχαριστούσαν το πλήθος με τους ήχους των μουσικών οργάνων τους. Άνθρωποι σκαρφαλωμένοι σε ξυλοπόδαρα περπατούσαν με γιγαντιαία βήματα πάνω από τα κεφάλια των περαστικών, ενώ συγχρόνως μιμούνταν φωνές ανθρώπων και ζώων. Μιμογράφοι της εποχής έφτιαχναν απλά σενάρια και τα εμπιστεύονταν σε ηθοποιούς, οι οποίοι πολλές φορές μάλιστα, ανάλογα με το κέφι της στιγμής, αυτοσχεδίαζαν. Τα θέματα τους ήταν παρμένα από τη ζωή των απλών ανθρώπων, των ευγενών ακόμα και του κλήρου. Με τη γλώσσα τους καυτηρίαζαν κλεψιές, ψέματα, απατεωνιές, ερωτικές ίντριγκες αλλά συγχρόνως καταπιάνονταν και με κοινωνικά θέματα. Στήνοντας μικρές σκηνές ή γυρίζοντας από γειτονιά σε γειτονιά, πρόσφεραν στο λαό διασκέδαση, που στηρίζονταν από τη μια στο σατιρικό τους πνεύμα και την ελευθεροστομία κι από την άλλη στις εκφραστικές τους ικανότητες και στα επίκαιρα θέματα του ρεπερτορίου τους. Είναι οι πραγματικοί «δραματουργοί» του Χριστιανικού Βυζαντίου, όπου πνευματική γονιμότητα και ελευθερία της ηθικής -ειδικά στις περιόδους των γιορτών- συναντιούνται κάτω από το πνεύμα της ελληνικής διαύγειας και της χριστιανικής πίστης, προσφέροντας θεατρική ευφορία. Οι λαϊκοί αυτοί θεατρίνοι μπορεί να υποθέσει κανείς πως κάνουν την είσοδο τους και στην εκκλησία και μας δίνουν τα περίφημα λειτουργικά δράματα.
Ωστόσο, κατά την εποχή των Δημητρίων μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει και αρχαία κλασικά έργα: «μη μόνον εκ των ζώντων ερανιζώμεθα την του αγαθού μάθησιν, αλλά και νεκροίς ομιλούντες, δι’ υπαιρίσεως εκείνης, την κατ’ αρετήν ζωήν προσεπικτόμεθα».10 Επίσης, αγαπητό είδος στο λαό ήταν τα «άκτα»: παραστάσεις διαμάχης ανάμεσα στο βασιλιά και το λαό, που με απαράμιλλο τρόπο εξέφραζαν την ανάγκη για κοινωνική δικαιοσύνη. Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα δεν έλειπαν βέβαια οι παντομίμες, οι χορευτικές φιγούρες και οι τραγουδιστές που με τα τραγούδια τους εξέφραζαν τους καημούς και τους πόθους του λαού. Είχαν λοιπόν την ευκαιρία τόσο οι Θεσσαλονικείς, όσο και οι άλλοι επισκέπτες της πανηγύρεως να κλείνουν εμπορικές συμφωνίες και συγχρόνως να ψυχαγωγούνται με διάφορες διασκεδάσεις.
Τη Θεσσαλονίκη όμως δεν την επισκέπτονταν μόνο έμποροι και ταξιδιώτες. Τις ημέρες αυτές της γιορτής του Αγίου Δημητρίου έφθαναν στην πόλη και πολλοί ευσεβείς χριστιανοί, οι οποίοι πήγαιναν και προσκυνούσαν το ιερό λείψανο του Αγίου που ήταν μια «ακένωτος πηγή θείων μύρων». Το μύρο του Αγίου, σύμφωνα με τις τοπικές παραδόσεις, είχε θαυματουργικές ιδιότητες. Έτσι οι ευλαβείς προσκυνητές που έφθαναν από τα διάφορα μέρη έπαιρναν μαζί τους σε ειδικά φιαλίδια -τα λεγόμενα «κουτρούβια»- το μύρο του Αγίου για να τα πάνε στους δικούς τους, ενώ συγχρόνως αφιέρωναν στον τάφο του πλήθος ιερά σκεύη, κειμήλια και καλλιτεχνήματα.
Ο κόσμος που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη την εποχή αυτή έπαιρνε μέρος στις μεγαλόπρεπες θρησκευτικές τελετές και στις εκκλησιαστικές πομπές, ιδιαίτερα την ημέρα που γιόρταζε ο Άγιος. Η λιτανεία, οι ωραίες μελωδίες, τα φώτα των λαμπάδων, η παρουσία του αρχιεπισκόπου και του αυτοκράτορα, οι άρχοντες της πόλης και το πλήθος των κληρικών έδιναν ιδιαίτερη λάμψη και λαμπρότητα στην πόλη, ενώ ο λαός που ακολουθούσε την πομπή και την όλη θρησκευτική τελετουργία διακατέχονταν από έντονα θρησκευτικά συναισθήματα.
Η γιορτή και εμποροπανήγυρη του Αγίου Δημητρίου που διαρκούσε πολλές ημέρες προκάλεσε το θαυμασμό ολόκληρης της αυτοκρατορίας για τον πλούτο της και το μέγεθός της. Δίκαια η Θεσσαλονίκη γίνεται η Συμβασιλεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και χαρακτηρίζεται «μεγαλούπολη και πολυπληθέστατη πόλη».
Β) Η μεγάλη ακμή (1300-1430μ.Χ.) – Η ανάπτυξη της πόλης.
Η Θεσσαλονίκη, με την πλούσια λατρευτική της παράδοση και με τη μεγάλη εμπορική της κίνηση, ήταν φυσικό να εξελιχθεί σε αξιόλογο πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο, όχι μόνο της Βαλκανικής αλλά και ολόκληρης της αυτοκρατορίας. Από την ελληνιστική ακόμη εποχή η πνευματική ζωή της πόλης έχει να επιδείξει μεγάλα ονόματα: τους επιγραμματοποιούς Φίλιππο και Ανάπατρο, τον Επίγονο, το Μακεδόνα Ύπατο καθώς και τον Πολύνεο. Η ακμή αυτή συνεχίζεται φτάνοντας στο αποκορύφωμα της από το 13ο μέχρι τις αρχές του 15ου αιώνα. Οι αιώνες αυτοί σηματοδοτούν τη μεγάλη ακμή στη βυζαντινή περίοδο της Θεσσαλονίκης. Ακμή που σημειώνεται την εποχή που η βυζαντινή αυτοκρατορία έχει χάσει πολλά απ’ τα παλιά της εδάφη και η Βασιλεύουσα μεγάλο μέρος από το κύρος της. Η Θεσσαλονίκη, ως πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο, παίζει σπουδαίο ρόλο ακόμη και στα χρόνια της λατινικής κατοχής. Στα ύστερα βυζαντινά χρόνια του 13ου και 14ου αιώνα γίνεται πόλος έλξης πολλών λογίων της εποχής. Παρατηρείται άνθιση της Ελληνικής παιδείας και προωθείται η Παλαιολόγεια Αναγέννηση. Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στο επίκεντρο της αυτοκρατορίας και ίσως θα μπορούσε να παρακολουθήσει κανείς, καλύτερα εδώ παρά στην Κωνσταντινούπολη, τις εκφράσεις του τελευταίου βυζαντινού ανθρωπισμού. Η ακμάζουσα αγιογραφική φιλολογία της εποχής αυτής περιέχει πολλά στοιχεία της κλασσικής παιδείας της αρχαιότητος. Παράλληλα, οι επιδράσεις της Ανατολής και κυρίως ο μυστικισμός στα θρησκευτικά ζητήματα αρχίζουν να υποχωρούν προς όφελος μιας πιο ορθολογικής σκέψης. Κεντρική μορφή γύρω από την οποία αναπτύσσεται η πνευματική ζωή της πόλης είναι ο Άγιος Δημήτριος: λόγιοι όπως ο Θεόδωρος Μετοχίτης, οι Νικόλαος και Νείλος Καβάσιλας, ο Νικηφόρος Γρηγοράς, ο Δημήτριος Χρυσολωράς, ο Γρηγόριος Παλαμάς, ο Ισίδωρος, ο Γαβριήλ, ο Φιλόθεος Κόκκινος, ο Ιωάννης Αναγνώστης, ο Μ. Παλαιολόγος και άλλοι -πολλοί από τους οποίους ήταν Θεσσαλονικείς- εγκωμιάζουν τον Άγιο Δημήτριο.11 Εκφράσεις από τα έργα ταυ Πλουτάρχου και του Ισοκράτη διακρίνονται καθαρά στους βίους που έγραψε ο Πατριάρχης Φιλόθεος και στα δύο εγκώμια του Νικολάου Καβάσιλα, ο οποίος χαρακτηρίζει τον Άγιο «ισόθεον φώτα», όπως ονομάζει τον Αγαμέμνονα ο Όμηρος, και αναρωτιέται πως είναι δυνατόν να υμνήσει κανείς τον Άγιο, όταν δεν έχει τα ποιητικά χαρίσματα του Ομήρου. Χαρακτηριστικό των λογίων είναι ότι δεν ενδιαφέρονται να βιογραφήσουν τον Άγιο Δημήτριο μα να του πλέξουν το εγκώμιο, προβάλλοντάς τον, από διαφορετική σκοπιά ο καθένας: Άλλος σαν ιδεώδη πολεμιστή, άλλος σαν ιδεώδη φιλόσοφο, άλλος σαν ιδεώδη μοναχό. Ο Νικόλαος Καβάσιλας τον αποκαλεί «ηγεμόνα», ο Μ. Παλαιολόγος «παμμέγιστο Στρατηγό», ο Γρηγόριος Παλαμάς παρουσιάζει τον Άγιο σαν ιδεώδη ησυχαστή, ενώ ο Ισίδωρος ως πρότυπο πολιτικής συμπεριφοράς.
Στην περίοδο αυτή της μεγάλης ακμής το λόγο του Κυρίου διαδέχεται ο λόγος των αρχαίων Ελλήνων. Ο Μετοχίτης, εγκωμιάζοντας τον Άγιο, αναφέρεται στον Αριστοτέλη, ο Φιλόθεος στο Φίλιππο και ο Γρηγοράς στον Αλέξανδρο. Οι λόγιοι κάνουν συνεχώς παραλληλισμό της Θεσσαλονίκης με την αρχαία Αθήνα και όχι με την Ιερουσαλήμ, τη μητρόπολη του χριστιανισμού ή με την Βασιλεύουσα. Επηρεασμένοι από την αρχαία φιλολογία και συγχρόνως γνωρίζοντας το στενό δεσμό μεταξύ Αγίου και Θεσσαλονίκης βρίσκουν ευκαιρία, μιλώντας για τον Δημήτριο, να πλέξουν το εγκώμιο της πόλης. Ο Γρηγόριος Παλαμάς λέει ότι: «η Θεσσαλονίκη χάρη στο Δημήτριο, έγινε πόλη του Θεού και παράδεισος ποτιζόμενη όχι με ύδατα, αλλά με μύρα και προχωράει στη ζωή της, προς την ανατολή του ηλίου της δικαιοσύνης, σαν πλοίο που προωθείται απαλά από τους ανέμους του νότου».12 Ενώ ο Νικόλαος Χούμνος λέει πως ο Άγιος Δημήτριος είναι το πρώτο και το τελευταίο κόσμημα της πόλης, ο άφθονος πλούτος, ο ανεξάντλητος θησαυρός.
Στις γιορτές του Αγίου, οι ομιλητές έβρισκαν την ευκαιρία να θίξουν και τα προβλήματα της πόλης. Ο Αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης Ισίδωρος εκτός από τις αναφορές που κάνει στην προσφορά του Αγίου, τα θαύματα του και τη φυσιογνωμία του, αναφέρεται στη δυσφορία των κατοίκων προς τους πολιτικούς άρχοντες της πόλης και προς τους Οθωμανούς για την φορολογία που επέβαλαν.13
Για τη φιλολογία περί του Αγίου Δημητρίου, που δημιουργήθηκε σε διάστημα χιλίων χρόνων14, ο Βασίλειος Λαούρδας αναφέρει χαρακτηριστικά: «Δεν νομίζω πως θα ήταν λάθος αν λέγαμε ότι εδώ στη Θεσσαλονίκη, το 14ο αιώνα παράλληλα με την ακμή της μυστικής θεολογίας έχουμε και τα πρώτα φτερουγίσματα της νεοελληνικής εθνικής συνειδήσεως με κύριο φορέα την κλασσική παιδεία».15 Η λατρεία του Αγίου Δημητρίου, κατά το 14ο αιώνα, είχε τόσο μεγάλη έκταση και τέτοια προσήλωση, που πολλοί λόγιοι αναρωτήθηκαν αν αυτή ήταν «επάνοδος στην ειδωλολατρεία». Πολλές φορές λεγόταν πως ο Άγιος Δημήτριος ήταν ανώτερος από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Ο χαρτοφύλαξ Σταυράκιος πίστευε πως στη Θεσσαλονίκη ο Άγιος Δημήτριος λατρευόταν περισσότερο κι από το Χριστό. Για τους Θεσσαλονικείς ο ανώτερος όρκος ήταν να ορκιστούν στον Άγιο προστάτη τους: «μα τον σον και ημών απάντων Δημήτριον, τον κηδεμόνα της Θεσσαλονίκης και πολιούχον».16
Και άλλες πόλεις λάτρευαν και τιμούσαν τον Άγιο και κυρίως η Κωνσταντινούπολη που είχε προστάτιδα τη Θεοτόκο. Η συλλατρεία αυτή είναι πιθανόν να ξεκίνησε από το τέλος του 5ου αιώνα και τις αρχές του 6ου και να έχει τις ρίζες της τόσο σε θρησκευτικούς όσο και σε πολιτικούς λόγους.17
Την εποχή αυτή (μέσα 14ου αιώνα), έπειτα από την απώλεια της Μικράς Ασίας, το κέντρο της οικονομικής ζωής μεταφέρεται στα Βαλκάνια και κυρίως στη Θεσσαλονίκη, που ήταν η μεγαλύτερη πόλη. Το λιμάνι της είναι από τα σπουδαιότερα της Ανατολικής Μεσογείου και παρουσιάζει μεγάλη κίνηση. Δεν είναι πια κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου γιατί το εμπόριο και η ναυτιλία έχουν περάσει στα χέρια των γενοβέζων και των βενετσιάνων. Βέβαια στην πόλη υπήρχαν πλήθος συντεχνίες, σιδηρουργεία, χαλκουργεία, υαλουργεία και εμπορικά καταστήματα κάθε είδους. Παράλληλα όμως στη Θεσσαλονίκη ζουν αγροτικός και εργατικός πληθυσμός. Αγρότες, μισθωτοί, τεχνίτες, εργάτες δεν «πιάνουν» στα χέρια τους τα κέρδη από την οικονομική τους δραστηριότητα: Τα κέρδη των επιχειρήσεων και του εμπορίου τα δρέπουν οι γαιοκτήμονες και ο ανώτερος κλήρος. Μεταξύ γαιοκτημόνων και λαού ξεσπάει στα 1349 μια μεγάλη κρίση που εκφράζεται με το κίνημα των ζηλωτών. Ο εμφύλιος αυτός πόλεμος ανεβάζει στην εξουσία τους ζηλωτές και η πόλη μετατρέπεται σε λαϊκή δημοκρατία. Έτσι, «η Θεσσαλονίκη δίδαξε στη φθίνουσα μεσαιωνική Ανατολή ότι ήταν δυνατό να αυτοδιοικηθεί μια πόλη και χωρίς άρχοντες».18 Στα 1350 ο Ι. Κατακουζηνός εισέρχεται νικητής στη Θεσσαλονίκη και καταπνίγει το κίνημα των ζηλωτών. Η λαϊκή εξουσία χάνεται. Οι ευγενείς και οι δυνατοί παίρνουν πάλι την πρωτοβουλία στην αρχή της πόλης.19
Γ) Τα Δημήτρια μέχρι την άλωση του 1430μ.Χ.
Η ακμάζουσα Θεσσαλονίκη του 13ου και 14ου αιώνα με τα εργαστήρια τέχνης, τις καλλιτεχνικές σχολές και τα σχολεία της, που ήταν ονομαστά σ’ όλη τη Βαλκανική, είχε αποκτήσει μεγάλη αίγλη. Σημαντική ήταν επίσης αυτή την εποχή και η πρόοδος των νομικών επιστημών: νομικοί και λόγιοι που ασχολήθηκαν με το δίκαιο όπως ο Νικηφόρος Χούμνος, ο Θ. Μάγιστρος, ο Δ. Κυδώνης, ο Καβάσιλας αποτελούν φωτεινές πνευματικές μορφές της Θεσσαλονίκης. Εξέχουσα μορφή της νομικής επιστήμης υπήρξε, βέβαια, και ο Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, ο οποίος με το έργο του «Εξάβιβλος» συνδέει τη δικαιοσύνη με το όλο πνεύμα της χριστιανικής διδασκαλίας.20
Ήδη από το 10o αιώνα η Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη εμπορική και βιοτεχνική πόλη της ανατολικής αυτοκρατορίας. Τα καραβάνια κατέφθαναν σ’ αυτή με ποικιλία εμπορευμάτων και βιοτεχνικών ειδών: φαγώσιμα, τσόχες, πανιά, χαβιάρι από τη Ρωσία, μεταξωτά υφάσματα, λάδια, κρασιά από την Ιταλία και την Ισπανία, σαπούνια από τη Βενετία, ακόμη και πολύτιμους λίθους, χρυσό, ασήμι μπορούσε να βρει κανείς στο λιμάνι και την αγορά της. Πάντοτε η πόλη παρουσίαζε μεγάλη κίνηση. Γνώριζε όμως τη μεγαλύτερη ακμή κατά τις παραμονές της γιορτής του Αγίου Δημητρίου. Την εποχή αυτή «οίχονται πανηγύρεις», όπως λέει και ο Ι. Αναγνώστου. Μέσα και έξω από την πόλη, στους χώρους που γίνονταν το εμπορικό πανηγύρι, συναντούσε κανείς Nοτιοελλαδίτες, Mικρασιάτες, Ιταλούς, Γάλλους, «φοίνικες», Ρώσους, Σύριους… και Αιγυπτίους επισκέπτες. Φωνές, τσακώματα, γέλια, συμφωνίες, έμποροι που διαλαλούσαν τα εμπορεύματα τους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, Έλληνες και ξένοι ταξιδιώτες δημιουργούσαν απαράμιλλη ατμόσφαιρα. Ολόκληρη η πόλη μετατρεπόταν σ’ ένα λαϊκό πανηγύρι που περιλάμβανε λαμπρές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και θρησκευτικές ακολουθίες.
Στη Βυζαντινή Θεσσαλονίκη των ύστερων χρόνων που συνυπάρχει το τελετουργικό και το εμπορικό πνεύμα, η γιορτή των Δημητρίων γίνεται το μεγάλο εμπορικό και ψυχαγωγικό πανηγύρι της Ρωμιοσύνης. Τις ημέρες αυτές οι Θεσσαλονικείς είχαν τη δυνατότητα, από τη μια να απολαμβάνουν διάφορες διασκεδάσεις και από την άλλη να παρακολουθούν τους φιλοσόφους και τους λόγιους, που καταπιάνονταν με διάφορα θέματα και έδιναν διαλέξεις, στη ροή της σκέψης τους: «Στο 14ο αιώνα μια πνοή ανθρωπισμού και ελεύθερης σκέψης διασχίζει τη μεγάλη μακεδονική πόλη που ονομαζόταν αυτή τη στιγμή «η πόλη τον χαρίτων»21. Πράγματι, μέσα σ’ αυτή την υλική ευμάρεια που υπήρχε στη Θεσσαλονίκη του 14ου αιώνα, ανθρωπιστικό και θρησκευτικό ιδεώδες ενώνονται σ’ ένα γοητευτικότατο κράμα. Απ’ τον Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο πληροφορούμαστε πως ο Άγιος Δημήτριος, εκτός απ’ τη μεγάλη του γιορτή, γιορτάζονταν τρεις φορές την εβδομάδα: την Κυριακή, την Τετάρτη και την Παρασκευή στο ναό της Αχειροποιήτου, ταυτόχρονα με την Παναγία.
Από τις αρχές του Οκτωβρίου στους ναούς της Θεσσαλονίκης τελούνταν ύμνοι, άσματα και ομιλίες που τέλειωναν οκτώ ημέρες μετά τη γιορτή του Αγίου, δηλαδή στις 3 Νοεμβρίου. Από την 1η Οκτωβρίου οι περισσότερο ευσεβείς νήστευαν μέχρι την παραμονή. Όλος ο Οκτώβριος λεγόταν «μήνας αθλήσεως» του Αγίου Δημητρίου. Από τις 20 Οκτωβρίου και μέχρι την παραμονή της μεγάλης γιορτής όλος ο κόσμος βρισκόταν στο πόδι κάνοντας προετοιμασίες. Το διάστημα αυτό των έξι ημερών λεγόταν «προεόρτια». Συγχρόνως στις 20 Οκτωβρίου άρχιζε και το μεγάλο εμπορικό πανηγύρι των Δημητρίων που κρατούσε μια βδομάδα. Η πολυκοσμία, η κίνηση, ο μεγάλος αριθμός εμπορευμάτων έδιναν την εντύπωση της ύπαρξης μιας ακόμη πολιτείας έξω από τα τείχη που συνυπήρχε μ’ αυτή της Θεσσαλονίκης.
Την παραμονή της γιορτής του Αγίου στις 25 Οκτωβρίου, όλοι οι ναοί της πόλης φωτίζονταν μεγαλόπρεπα και γέμιζαν από κόσμο. Οι ναοί του Αγίου Δημητρίου και της Αχειροποιήτου είχαν ιδιαίτερη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια. Τα πλήθη των Θεσσαλονικέων και των επισκεπτών κυριολεκτικά τους κατέκλυζαν. Μόλις νύχτωνε, ξεκινούσε από το ναό της καταφυγής μεγάλη ιερή πομπή.22 Επικεφαλής ήταν ο Αρχιεπίσκοπος και ο κλήρος της πόλης και τους περιστοίχιζαν ιεροψάλτες, που τους συνόδευαν φωνητικά ήχοι μουσικών οργάνων και τους φώτιζαν απαλά αναμμένες λαμπάδες. Ακολουθούσε το μεγάλο πλήθος και τελικά η μεγαλειώδης πομπή, παίρνοντας την Εγνατία Οδό, την κυριότερη οδική αρτηρία της πόλης, έφτανε στο ναό της Αχειροποιήτου. Εκεί ύστερα από τις ευχαριστίες του κόσμου προς τον Άγιο και τις καινούριες ευχές που δίνονταν, εκφωνούνταν ο πανηγυρικός της ημέρας. Κατόπιν η πομπή επέστρεφε στο ναό του Αγίου Δημητρίου, όπου και ψαλλόταν λειτουργία στην οποία πρωτοστατούσε ο Αρχιεπίσκοπος. Πολλοί χριστιανοί, όπως μας πληροφορεί ο Ισίδωρος, έκαναν το γύρο του ναού, συμβολίζοντας έτσι το δρόμο του μαρτυρίου του Αγίου.
Απ’ τον Ισίδωρο μαθαίνουμε επίσης πως η μεγάλη γιορτή ήταν χωρισμένη σε τέσσερα πανηγύρια: «Φόρον συν ωσανεί και ημείς ή μάλλον οία τινά δώρα τω μάρτυρι προσάγομεν τας ειρημένας τέσσαρας πανηγύρεις». Η πρώτη γιορτή γινόταν την ημέρα του Αγίου στην οποία μετείχε ο ίδιος ο αυτοκράτορας με την ακολουθία του, ο διοικητής, οι ευγενείς και οι άρχοντες που φορούσαν «απαστράπτουσας στολάς και επέβαινον επί λαμπρότατων ίππων».23 Η δεύτερη ήταν αφιερωμένη στον αρχιεπίσκοπο και τον κλήρο της πόλης, η τρίτη στους μοναχούς και, τέλος, στις 3 Νοεμβρίου η τελευταία γιορτή που λεγόταν «οχταήμερος» και στην οποία έπαιρνε μέρος όλος ο λαός.
Μια ακόμη αξιόλογη πηγή που μας πληροφορεί για τις τελετές της πανηγύρεως του Αγίου Δημητρίου είναι ο Κώδικας του αρχιεπισκόπου Συμεών.24 Σύμφωνα μ’ αυτόν, κατά την ιερή πομπή περιφέρονταν «το κιβώτιον μετά του μύρου» (στίχ. 45) κι όχι η εικόνα του Αγίου όπως συνηθίζεται σήμερα. Επίσης, όπως φαίνεται απ’ τις περιγραφές του, στην εποχή του πρέπει να έγιναν μεταρρυθμίσεις και η πομπή δεν στάθμευε πια στο ναό της Αχειροποιήτου. Η διάρθρωση της πομπής δίνεται με κάθε λεπτομέρεια απ’ τον Συμεών και παρουσιάζει ιδιαίτερο κοινωνιολογικό και σημειολογικό ενδιαφέρον. Στο τέλος της «πομπικής» τελετουργίας γινόταν η τελευταία περιφορά γύρω απ’ τον τάφο του Αγίου και στη συνέχεια τελούνταν η Θεία Λειτουργία.25
Πρέπει βάσιμα να υποθέσουμε πως τόσο εκείνοι που κατείχαν στα χέρια τους το εμπόριο όσο και οι πολιτικές και θρησκευτικές αρχές ενθάρρυναν την ύπαρξη του θεσμού των Δημητρίων: η πόλη, χάρη στα Δημήτρια αποκτούσε φήμη, ενώ συγχρόνως τις ημέρες εκείνες αύξανε σημαντικά ο αριθμός των επισκεπτών, Ελλήνων και ξένων, οι οποίοι συντελούσαν στη διακίνηση και άφθονη ροή χρήματος και στην τόνωση της τοπικής οικονομίας. Εξάλλου, πέρα από την παραδοσιακή του φύση ως εορταστικής εκδήλωσης που εξυπηρετούσε τις προσωπικές – λαϊκές θρησκευτικές και ψυχαγωγικές ανάγκες, την εθνική – πολιτισμική ταυτοποίηση και κοινωνική συνοχή, και τις στρατηγικές κοινωνικής ισχύος, ο θεσμός της πανηγύρεως των Βυζαντινών Δημητρίων αναδείχτηκε σε καίριο πολιτικό μέσο προπαγάνδας της αυτοκρατορικής ιδεολογίας, οικονομικού και κοινωνικού ανταγωνισμού, αλλά και αλληλογνωριμίας και διευθέτησης και επίλυσης διαφορών. Τα Δημήτρια της Βυζαντινής Περιόδου παρουσιάζουν, σύμφωνα με τις πηγές, συνέχεια στη μορφή και το κοινωνικό – πολιτικό περιεχόμενο τους αλλά, παράλληλα, και την αναγκαία και ιστορικά διαμορφούμενη αναπροσαρμογή, η οποία τα καθιστούσε, στη διάρκεια όλης αυτής της μακρόχρονης περιόδου (10ος αι. – 15ος αι.), θεσμό ζωντανό, δεμένο οργανικά με την ευημερία και ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης, πανήγυρη ζωτικής σημασίας για την ευρύτερη περιοχή.
Παραπομπές – υποσημειώσεις:
1. Αδαμάντιος Ι. Αδαμαντίου, Η Βυζαντινή Θεσσαλονίκη: ιστορία – κοινωνικός βίος – τέχνη, σελ.11, εν Αθήναις 1914.
Αδ. Ι. Αδαμαντίου, όπως παραπάνω, σελ. 56.
Δ. Σ. Ηλιάδου, Ο Άγιος Δημήτριος και οι Σλάβοι, ανάτυπον εκ των πεπραγμένων του Θ’ Διεθνούς Βυζαντινολογικού Συνεδρίου, τόμ. Γ’, Αθήνα 1957.
Βλ. σχετικά: α) Γ. θεοχαρίδη, Σίρμιον ή Θεσσαλονίκη, δημοσίευμα της ΕΜΣ, β) Αγγ. Κωνσταντακοπούλου, Ιστορική γεωγραφία της Μακεδονίας, (4ος – 6ος αι.), σελ. 64-73, Γιάννενα 1984. γ) Άμαντος Ι. Κωνσταντίνος. Ιστορικά του Βυζαντινού Κράτους, τόμ. Α’ σελ. 162-167, εκδ. Γ’, Αθήναι 1963.
Φαίδων Κουκουλές: Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τόμ. Γ’ σελ. 270-281, Αθήνα 1949.
Όπως 1., σελ. 11-12.
T. Tafel: De Thessalonica ejusque agno Benlin, σελ. 228-9, 1839.
Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος: Ιστορία της Θεσσαλονίκης, σελ. 100, Θεσσαλονίκη 1983.
Τιμαρίων: Ellisen Analekten der Mittel – und Neugriechi Literatur.
Περί υποκρίσεως λόγος, Migne 136, σελ. 374.
0 Δημ. Χρυσολωράς στο εγκώμιο που πλέκει στον Άγιο Δημήτριο από τη μια μιλάει για τον Αγιο και το μύρο που αναβλύζει από το σώμα του και από την άλλη μας δίνει τη μοναδική πληροφορία (γραπτή), για τον αριθμό των στρατιωτών που πήγαν να τον σκοτώσουν. Ο Χρυσολωράς αναφέρει πως οι στρατιώτες ήταν έξι.
Σήμερα υπάρχουν δύο παραστάσεις του μαρτυρίου του Αγίου με έξι στρατιώτες: η πρώτη βρίσκεται στην Τράπεζα της μονής της Λαύρας στο Άγιο Όρος, ενώ η δεύτερη είναι του Γιώργου Καρτεζά και βρίσκεται στο μουσείο Μπενάκη. Και οι δύο εικόνες είναι του 16ου αιώνα και πρέπει να έγιναν από πρότυπα παλαιότερης εποχής.
Migne: Patrologia graeca 151, 536-538.
Β. Λαούρδας: Ισιδώρου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Ομιλίαι1 παραπάνω8 εις τας εορτάς του Αγίου Δημητρίου, Ελληνικά – περιοδικό σύγγραμμα της ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1954.
Διακρίνουμε τρία είδη κειμένων: α) Passio που περιλαμβάνουν τις παραδόσεις θαυμάτων κατά την περίοδο του μαρτυρίου ή αμέσως μετά β) Miracula που περιλαμβάνουν τα θαύματα μεταγενέστερης περιόδου γ) Laudatio που περιλαμβάνουν τα εγκώμια προς τιμή του Αγίου Δημητρίου.
Β. Λαούρδας: Η κλασσική φιλολογία εις την Θεσσαλονίκη κατά τον 14ο αιώνα, ΕΜΣ- ΙΜΧΛ, Θεσσαλονίκη 1960.
Γ. Ακροπολίτης: εκδ. Heisenberg κεφ. 45, 81-82.
Georg Ostrogorsky: Ιστορία του βυζαντινού κράτους, εκδ. Σ. Δ. Βασιλόπουλος, τόμ. 3ος, 211, Αθήνα 1981.
Η Θεσσαλονίκη την εποχή των Παλαιολόγων, άρθρο του Θ. Παπαζώτου, περιοδικό «Αρχαιολογία», τεύχος 7, 1983.
Για πληροφορίες βλέπε: α) Αδ. Ι. Αδαμαντίου: Η βυζαντινή Θεσσαλονίκη εν Αθήναις 1914. β) Γιάννης Κορδάτος: Ακμή και Παρακμή του Βυζαντίου, Αθήνα 1974. γ) Αλεξ. Λέτσας: Ιστορία της Θεσσαλονίκης, Αθήναι 1961. δ) Αποστ. Ε. Βακαλόπουλος: Ιστορία της Θεσσαλονίκης 316 π.Χ.- 1983, Θεσσαλονίκη 1983. ε) Αποστ. Παπαγιαννόπουλος: Ιστορία της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1982. στ) Περιοδικό «Αρχαιολογία», τεύχος 7, 1983.
Η εξάβιβλος γράφτηκε γύρω στα 1345 και ίσχυε στη χώρα μας ως αστικός κώδικας μέχρι το 1946.
Καρόλου Ντηλ: Η Θεσσαλονίκη, μετ. Κ. Χαραλαμπίδη, σελ. 15-16. Θεσσαλονίκη 1980.
Ο ναός της Καταφυγής ήταν ο ναός που δίδασκε τη χριστιανική πίστη ο Άγιος Δημήτριος και εκεί πιάστηκε από τη στρατιωτική φρουρά του Γαλερίου. Βρισκόταν κοντά στην εκκλησία της Παναγίας των Χαλκέων. Σήμερα ο ναός αυτός δεν σώζεται.
Αδ. Ι. Αδαμαντίου: Η Βυζαντινή Θεσσαλονίκη – ιστορία – κοινωνικός βίος – τέχνη, σελ. 104, εν Αθήναις. 1914.
Ο Κώδικας αυτός πρέπει να γράφτηκε από τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο Συμεών ή με οδηγίες που αυτός είχε υποδείξει. Αναφέρεται στην περίοδο 1419 – 1429 που ο Συμεών ήταν Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Βλ. επίσης Β. Λαούρδας: Συμεών Θεσσαλονίκης – Ακριβής διάταξις της εορτής του Αγίου Δημητρίου, εκδ. «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1956. – Επίσης Π. Ν. Τρεμπέλα: Ακολουθία του όρθρου και του εσπερινού, σελ. 128, Αθήνα 1954.
26.Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ., Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.
Τα “θαύματα” του Αγίου Δημητρίου ως ιστορικές πηγές. Επιδρομές και Σλαβικές εποικίσεις εντεύθεν του Δουνάβεως Τρίκαλα, 2003
Στη Μελέτη αυτή γίνεται λόγος για τις πρώτες επαφές του ελληνισμού με τους Σλάβους, για την εγκατάσταση των τελευταίων στη Βόρεια Βαλκανική, αρχικά, και στη συνέχεια στην Ελληνική Χερσόνησο, για την ακτινοβολία του ελληνικού στοιχείου και τις μεθόδους εισαγωγής επήλυδων στο στρατιωτικό, διοικητικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Επίσης γίνεται εκτενής αναφορά στα “Θαύματα” του Αγίου Δημητρίου, κειμένου που αναφέρεται στις επιδρομές και την εγκατάσταση των Σλαβικών φύλων στην περιφέρεια Θεσσαλονίκης και στην ευρύτερη περιοχή Μακεδονίας- Θράκης. Σε κανένα άλλο ντοκουμέντο του Χριστιανικού Μεσαίωνα, εκτός απ’ τα “Θαύματα” ή “Miraculs” δεν υπάρχει τόσο σθεναρή η πεποίθηση των πολιτών ότι η πόλη τους προστατεύεται απ’ την υπερφυσική προστασία του θείου πάτρωνά της. Είναι πεπεισμένοι απολύτως -όπως φαίνεται και μαρτυρείται στα “Θαύματα”- ότι ο Άγιος Δημήτριος έσωσε τη Θεσσαλονίκη από επιδημίες, πείνα, εμφύλιο πόλεμο, και πάνω απ’ όλα, απ’ τις βαρβαρικές επιδρομές.

«Απόπειρα απάντησης στο αίνιγμα της ανάγνωσης» Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

«Απόπειρα απάντησης στο αίνιγμα της ανάγνωσης»
Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων
Πριν αρκετά χρόνια πήρα εντελώς αναπάντεχα για τους κοντινούς μου τη μεγάλη απόφαση να τα “αλλάξω” όλα, γύρω μου και μέσα μου.
Έτσι απότομα, σχεδόν μέσα σε μια νύχτα, τους ξάφνιασα, δηλώνοντας έμπρακτα πως από δω και πέρα πλέον θα ακολουθήσω τους εσωτερικούς μου ρυθμούς και τη φωνή της σιωπής μου.
Όμως συνήθως όλες οι μεγάλες αποφάσεις έτσι παίρνονται, δουλεύει από καιρό η σκέψη στα εντός σου τριβελίζοντας νου και καρδιά, μέχρι που ξαφνικά τελεσιδικεί. Βίαια και απότομα μοιάζει στους ανύποπτους που δεν αντιλαμβάνονται τι συντελείται μέσα στην ψυχή σου, από ποιους σκοτεινούς λαβυρίνθους προσπαθείς να βγεις σε ξέφωτο . Μια πτώση από τα σύννεφα, μια απογοήτευση, μια απώλεια, ελπίδα ίσως για ένα νέο ξεκίνημα, πολλοί και διάφοροι οι λόγοι αυτής της απόφασης νοερής «φυγής».
Αβέβαιη στην αρχή, δεν ήξερα αν πήρα τη σωστή απόφαση. Ήξερα μόνο γιατί «φεύγω», όχι που ακριβώς πάω. Είχα λόγους να απομακρυνθώ από όσα με πλήγωναν, αλλά ψυχανεμιζόμουν πως δεν θα ήταν και παράδεισος η νέα μου ζωή. Ατέλειωτες ώρες βούλιαζα στους μαιάνδρους του μυαλού μου… Κάποια φορά συναντηθήκαμε, εγώ και η φωνή της σιωπής μου. Κουβαλούσαμε την αμηχανία αυτών που έχουν πολλά να πουν και δεν βρίσκουν λόγια να τα εκφράσουν. Πιο πολλές ήταν οι σιωπές και αυτά που δεν κατάφεραν να ειπωθούν αλλά κάπου βρέθηκε το νήμα, η χρυσή κλωστή της αφήγησης που συνδέει τη φαντασία με την πραγματικότητα. Ιστορίες, συγγραφείς, αναγνώστες…
Αρκεί ένα βιβλίο, λοιπόν, και γαντζώνεσαι; Αποφεύγεις την πραγματικότητα και πλάθεις μια άλλη; Είναι η δίψα για το άγνωστο που κρύβεται μπροστά σου και σε προκαλεί; Ανήκεις σε αυτούς που αναζητούν την επιβεβαίωση των πιστεύω τους σε ένα βιβλίο; Είναι όλα αυτά που γυρνάνε σα σβούρα, αξεδιάλυτα μέσα σου και αδυνατείς να εκφράσεις; Είναι απρόσιτες καταστάσεις που θα ήθελες να ζήσεις; Ένας τρόπος να κρυφτείς από τον ίδιο σου τον εαυτό; Είναι μια δίψα να μάθεις; Μήπως απλά γεμίζεις τον άδειο σου χρόνο, «σκοτώνεις» την ώρα σου; Είναι κάτι που σε εξυψώνει και σε πλουτίζει εσωτερικά; Το κάνεις για να ξεχαστείς, να λησμονήσεις τα «άγρια» της ζωής σου; Γιατί αγνοείς επιδεικτικά το ολόγιομο φεγγάρι, τον ήλιο που βασιλεύει στον ορίζοντα, χαρίζοντάς σου αξέχαστα δειλινά, ή το αφάνταστα αχνογάλαζο ξημέρωμα; Γιατί αποκλείεις τόσες φορές τη ζωή που κυλάει γύρω σου με όλους τους σπαρταριστούς χυμούς της, για να απομονωθείς με ένα βιβλίο;
Πόσες απαντήσεις υπάρχουν σε αυτές τις ερωτήσεις; Δεκάδες, ίσως πολύ περισσότερες και ίσως διαφορετικές μεταξύ τους. Νομίζω ότι πρέπει όλοι οι συστηματικοί αναγνώστες να αναρωτηθούμε το πώς και το γιατί βάλαμε στη ζωή μας τη συνήθεια του διαβάσματος για να αποκωδικοποιήσουμε αποτελεσματικότερα το αίνιγμα της ψυχής μας, για να φωτίσουμε περισσότερο τα άδυτα της εσωτερικής μας ζωής και να προσεγγίσουμε, πολύπλευρα και βαθύτερα, το γνώθι σαυτόν. Απόλαυση, μανία, βάλσαμο, ταξίδι, όπως θέλετε το ονοματίζετε. Τι ήταν αυτό που μας οδήγησε, ή, τι είναι αυτό που προκαλεί τη διέγερση των αισθήσεων, των συναισθημάτων, του νου μέσα από το γραπτό λόγο.
Ίσως θα μπορούσε ο διάλογος με τον εαυτό μας και με τους άλλους να μας βοηθήσει να καταλήξουμε σε κάποιες απαντήσεις. Έχει σίγουρα τρομερό ενδιαφέρον να εντοπίσουμε πως βιώνει κάθε διαφορετικός χαρακτήρας μια ενέργεια σαν το διάβασμα, μια πράξη απομόνωσης μέσω της οποίας έρχεσαι σε επαφή με τις ιδέες, τις θεωρίες ή τα παραμύθια, με τις επιστήμες, τη γνώση, την κουλτούρα λαών, πολιτισμών, ανθρώπων-ατόμων και, λύνοντας το αίνιγμα της ανάγνωσης, αποκτάμε όλο και περισσότερες δυνατότητες, και ταυτόχρονα πιθανότητες, να λύσουμε το αίνιγμα του ψυχισμού μας.

«Η έννοια της αισθητικής μέσω της φιλοσοφίας», Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

«Η έννοια της αισθητικής μέσω της φιλοσοφίας»,
Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων
Η αισθητική είναι ο παράγοντας που επηρεάζει περισσότερο την άποψη που σχηματίζει κανείς για διάφορες καταστάσεις ή πρόσωπα. Σύμφωνα με τον Κίρκεγκωρ το αισθητικό στάδιο που περνά κάθε άνθρωπος είναι συνδεδεμένο με το νόημα της ζωής και της ευτυχίας.
Οι εμπειρίες του ίδιου από την περίοδο εκείνη της ζωής του το βοηθούν να δώσει τον ορισμό του αισθητικού ανθρώπου. Πρόκειται για τον άνθρωπο εκείνο που ζει αποκλειστικά τις στιγμιαίες απολαύσεις των ηδονών. Το πρότυπο του αισθητικού ανθρώπου είναι ο Δον Ζουάν. Όμως το αδιάκοπα επαναλαμβανόμενο κυνήγι των ηδονών από τον αισθητικό άνθρωπο δημιουργεί σ’ αυτόν το αίσθημα της ανίας και μετά της ματαιότητας και ύστερα του κενού. Προσπαθώντας να επιτύχει κανείς το «αισθητικό στάδιο» της ζωής του πολλές φορές τον οδηγεί σε έκλυτο, ανήθικο, βίο. Συνεπώς το αισθητικό στάδιο δεν μπορεί να αλληλοεξαρτάται από το ηθικό στάδιο.
Το πρόβλημα της αισθητικής φιλοσοφίας απασχολεί τους ανθρώπους εδώ και είκοσι πέντε αιώνες. Τόσο το ωραίο, που αποτελεί την κυρίαρχη έννοια της αισθητικής φιλοσοφίας, όσο και η τέχνη, μέσω της οποίας αναπαρίσταται το ωραίο, αντιμετωπίστηκαν με αδιάφορους τρόπους. Πολλοί φιλόσοφοι , όπως ο Πλάτωνας, είχανε αρνητική άποψη απέναντι στην αισθητική της τέχνης, γιατί υποστηρίζανε πως υποβαθμίζει την αλήθεια και την αρετή.
Σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, ο Καντ ασχολήθηκε με την αισθητική και το διαχωρισμό του ωραίου και του υψηλού. Ο Καντ υιοθέτησε τη διάκριση μεταξύ δύο εννοιών, του ωραίου και του υψηλού επιχειρώντας να δώσει τις βασικές διαφορές τους. Διέκρινε τέσσερα τέτοια σημεία.
Το ωραίο είναι συνυφασμένο με την έννοια του σχήματος. Το ωραίο έχει πάντοτε κάποιο σχήμα, και γι’ αυτό προκαλεί την αίσθηση ότι έχει κάποια όρια, ότι περιορίζεται στο χώρο. Αντίθετα, ένα αντικείμενο που χαρακτηρίζεται από την έννοια του υψηλού μας δίνει την εντύπωση του απεριόριστου, ενός αντικειμένου που δεν περιορίζεται σε κάποιο σημείο και γι’ αυτό φαίνεται να μην έχει σχήμα.
Η δεύτερη διαφορά είναι η εξής: το υψηλό, όποτε ερχόμαστε αντιμέτωποι με αντικείμενα που υπάγονται στην έννοιά του, μας προκαλεί έντονα αισθήματα, που ίσως φτάσουν τα όρια του δέους και του φόβου. Αντίθετα, το ωραίο ασκεί στο μυαλό μας ανακούφιση κάνοντάς μας να αισθανόμαστε άνετα απέναντί του.
Το τρίτο σημείο, στο οποίο εντοπίζεται η διαφορά του ωραίου από το υψηλό, είναι πως ενώ το ωραίο μας δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται υπό τον έλεγχό μας, το υψηλό, εξαιτίας του μεγέθους του, φαίνεται να μην μπορεί να περιοριστεί στη φαντασία μας και να δαμαστεί από τις δυνάμεις του μυαλού μας.
Η τέταρτη διαφορά μεταξύ των δύο εννοιών είναι η εξής: το ωραίο, καθώς υπακούει σε κανόνες δεοντολογίας, υπάγεται μέσα στην κανονικότητα της φύσης. Αντίθετα, το υψηλό, ξεφεύγοντας από κάθε περιοριστικό όρο, μας δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν υπόκειται στη σκοπιμότητα της φύσης.
Ο Καντ διέκρινε 4 ορισμούς του «ωραίου». Συγκεκριμένα: ανιδιοτέλεια, καθολικότητα, σκοπιμότητα χωρίς σκοπό και αναγκαιότητα.
Ανιδιοτέλεια: Μεταξύ δύο ευχάριστων συναισθηματικών καταστάσεων υπάρχει ποιοτική διαφορά. Στην πρώτη περίπτωση η απόλαυση είναι προϊόν. Στη δεύτερη περίπτωση, όμως, η αιτία της ικανοποίησής μου βρίσκεται αλλού, πέρα από την όψη του κτιρίου του ίδιου- στη σκέψη. Από τα δύο αυτά είδη απολαύσεων συναφής προς το ωραίο είναι μόνον η ανιδιοτελής τέρψη, εκείνη που δεν παραπέμπει σε τίποτε άλλο πέρα από το αντικείμενο που, βλέποντάς το, μου προκαλεί ευχαρίστηση.
Καθολικότητα: Η Καθολικότητα που χαρακτηρίζει την αισθητική κρίση για το ωραίο είναι το βασικό κριτήριο, για να την αντιδιαστείλει κανείς από άλλες κρίσεις με τις οποίες εκφράζει απλές επιθυμίες, ορέξεις ή διαθέσεις.
Σκοπιμότητα χωρίς σκοπό: είναι το τρίτο χαρακτηριστικό της αισθητικής έννοιας του ωραίου, που, όπως λέει ο Καντ, φαίνεται σαν μία παραδοξολογία.
Αναγκαιότητα: Το τέταρτο γνώρισμα της έννοιας του ωραίου είναι η αναγκαιότητα η οποία χαρακτηρίζει τις κρίσεις μας για τα αντικείμενα που μας προκαλούν αισθητική απόλαυση. Φυσικά ο Καντ παρατηρεί ότι η αναγκαιότητα του ωραίου δεν υπαγορεύεται από κάποιο νόμο ή κανόνα στον οποίο οφείλει κανείς να υπακούει.
Η αισθητική είναι γενικά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κανείς γεγονότα ή ανθρώπους. Όμως είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό, γιατί διαφορετική άποψη έχει κάποιος για κάτι που θεωρεί αισθητικά ωραίο ή αισθητικά άσχημο. Άρα, η αισθητική εξαρτάται από την κρίση του καθενός.

Φωνές ενότητας του Ελληνισμού στην Αρχαιότητα Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.) /Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

Φωνές ενότητας του Ελληνισμού στην Αρχαιότητα

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.) /Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

Ένα από τα χαρακτηριστικά της ελληνικής φύσης και της ελληνικής γης είναι η ενότητα:
•Ενότητα στο φωτισμένο καταγάλανο ουρανό και αντίθετα, διάσπαση στη
γήινη επιφάνεια, με άμεσο αποτέλεσμα στην ελληνική ψυχή και ιδιοσυγκρασία
•Ενότητα στο θρησκευτικό και φυλετικό φρόνημα (Δωδεκάθεο, Ολυμπιάδες,
κλπ), αλλά με διάσπαση στην πολιτική και κοινωνική διαμόρφωση (Πόλεις, δήμοι, κλπ).
Αυτή τη διαπίστωση την είχαν κάνει πρώτα απ’ όλους τα ιερατεία των αρχαίων ναών και προσπάθησαν να την ξεπεράσουν, οδηγώντας τους Έλληνες σε μια ειρηνική ενότητα. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια της ενότητας πρέπει να τοποθετηθούν οι προσπάθειες των Αμφικτιονιών, με κορωνίδα αυτή των Δελφών, με τα παράλληλα κηρύγματά της για την “Δελφική Ιδέα” και με κυριότερο επίτευγμά της τον περιορισμό των εμφυλίων πολέμων ανάμεσα στους Έλληνες, καθώς και οι Ολυμπιάδες, που είχαν το ίδιο αποτέλεσμα. Οι Δελφοί όμως πέτυχαν περισσότερα: χρόνο με το χρόνο, τα κοινά σημεία των Ελλήνων υψώνονταν πάνω από κάθε διαχωριστικό παράγοντα, οι δεσμοί μεταξύ τους γίνονταν όλο και ισχυρότεροι, η ανάγκη της ειρήνης για μια μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη άνοδο του πνεύματος πρόβαλε όλο και πιο άμεση και οι ανθρωπιστικές αξίες συναντούσαν όλο και μεγαλύτερο σεβασμό.

Ακόμη το μαντείο των Δελφών, έχοντας πάντα το ρόλο του συμφιλιωτή ανάμεσα στους αντιμαχόμενους, επέβαλλε τους πρώτους «Κανόνες Διεθνούς Δικαίου», απαγορεύοντας στους αντιπάλους να καταστρέφουν τα υδραγωγεία, να μολύνουν τα πηγάδια και να σκοτώνουν τους αιχμαλώτους.

Με την πάροδο όμως των αιώνων η μεν ολυμπιακή ιδέα περιοριζόταν όλο και πιο πολύ κύρια στο αθλητικό ιδεώδες, σε βάρος της πνευματικής της υπόστασης, ενώ η επιρροή των Δελφών επί των πραγμάτων των ελληνικών πόλεων-κρατών εξασθενούσε όλο και περισσότερο. Εξαντλημένος από τους αδιάκοπους πολέμους και υπονομευόμενος από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς, ο νότιος ελληνισμός έφθινε πολιτικά, στρατιωτικά θρησκευτικά, διοικητικά, κοινωνικά και πνευματικά. Αυτό που από την φύση τους δεν μπορούσαν να διακρίνουν οι πολιτικοί, διοικητικοί και στρατιωτικοί ηγέτες, αυτό που είχε ανάγκη η ελληνική φυλή για να επιβιώσει, την εθνική συνένωση, το διείδαν και το διατύπωσαν θεωρητικά τρία κυρίως μεγάλα πνεύματα: ο Γοργίας, ο Λυσίας και ο Ισοκράτης. Και οι τρεις τους διέκριναν εγκαίρως ότι ο πολιτικός κατακερματισμός των Ελλήνων ήταν υπεύθυνος για τους εμφύλιους πολέμους. Αυτόν το φαύλο κύκλο θέλησαν να εξαλείψουν και να δώσουν στους Έλληνες να καταλάβουν ότι όλα τα προβλήματά τους μπορούσαν να λυθούν μόνο με τη συνένωσή τους.

Πρώτος εξέφρασε την άποψη αυτή ο Γοργίας, σε ένα Πανηγυρικό που εκφώνησε στην Ολυμπία, στους ολυμπιακούς αγώνες του 392 π.Χ. Την ίδια ιδέα επανέλαβε και λίγο αργότερα, στην Αθήνα, σε ένα επικήδειο προς τιμήν των νεκρών του δεκάχρονου “Κορινθιακού” πολέμου, αυτού που ακολούθησε λίγα χρόνια μετά τον τριαντάχρονο Πελοποννησιακό. Στο ίδιο μήκος κύματος «εξέπεμψε» μετά από 4 ή 8 χρόνια και ο Λυσίας. Πάλι στην Ολυμπία, στους ολυμπιακούς αγώνες του 388 π.Χ., σε λόγο του, κάλεσε τους απανταχού Έλληνες να σταματήσουν τους εμφύλιους πολέμους, να ενωθούν πρώτα και να πολεμήσουν ύστερα, όχι μόνο τους Πέρσες που καραδοκούσαν, αλλά και τον τύραννο Διονύσιο των Συρακουσών. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι το παράδειγμα του Γοργία και του Λυσία ακολούθησαν κι άλλοι Έλληνες διανοούμενοι. Τις απόψεις του Γοργία, του Λυσία και του Ισοκράτη, ασπάστηκε και ο Αριστοτέλης ο οποίος σπούδασε και έζησε πολλά χρόνια στην Αθήνα. Όταν αργότερα ανέλαβε να διαπλάσει τα πνεύματα των νεαρών Μακεδόνων ευγενών που μαζί με τον Αλέξανδρο θα ήταν οι ηγέτες του αυριανού κόσμου, ήταν αδύνατο να μην μεταφέρει και να μην διδάξει τις απόψεις του Λυσία και του Ισοκράτη, όταν ο τελευταίος ήταν γνωστό πως είχε εναποθέσει όλες τις ελπίδες του για τη συνένωση των Ελλήνων στον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο, αφού πρωτίστως είχε έρθει σε επαφή μέσω των διαγγελμάτων του και με άλλους βασιλείς και περίμενε τον κατάλληλο που θα καταλάβαινε τη σημασία της συνένωσης και θα αναλάμβανε το δύσκολο αυτό έργο.
Ο Ισοκράτης είχε παρακολουθήσει προσεκτικά την εξέλιξη των γεγονότων σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο, από τη Κύπρο μέχρι τη Σικελία, την Πελοπόννησο και τη Βοιωτία και είχε πλέον πεισθεί ότι από πουθενά από αυτές τις περιοχές και τους πολιτικούς ή στρατιωτικούς τους αρχηγούς, ο ελληνισμός δεν μπορούσε να περιμένει τίποτα αποτελεσματικό. Η παντοδύναμη Ελλάδα του 5ου αιώνα που έτρεμαν οι Πέρσες, οι Φοίνικες και οι Καρχηδόνιοι δεν υπήρχε πια. Η επαίσχυντη και ταπεινωτική “Ανταλκίδειος” ειρήνη του 386 π.Χ. είχε σώσει την Περσία, διέλυσε όμως την Ελλάδα και έκανε ρυθμιστή των πολιτικών της πραγμάτων ένα ξένο, το Μεγάλο Βασιλέα. Οι ιωνικές πόλεις ήταν πάλι περσικές, άδοξα και αμαχητί, το ίδιο και η Κύπρος, ενώ οι Έλληνες είχαν υποχρεωθεί να διαλύσουν τις τοπικές συμμαχίες τους, αφήνοντας τις διάφορες πόλεις-κράτη τους τελείως «αυτόνομες», έρμαια στις διαθέσεις βαρβάρων επιδρομέων του βορά. Μόνο η Θήβα και η Σπάρτη προσπάθησαν κάτι να κάνουν αλλά μάταια. Οι εμφύλιοι πόλεμοι είχαν αποδυναμώσει τους Έλληνες οι οποίοι δεν μπορούσαν να αντιδράσουν. Μαζί με όλα αυτά, υπήρχε και κάτι άλλο ανησυχητικό. Υπήρχαν μεγάλα πλήθη φτωχών κι ανέργων από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, οι οποίοι δεν έβρισκαν δουλειά σαν μισθοφόροι και γυρνούσαν ληστεύοντας τους τόπους που τύχαινε να περνούν.

Ο Ισοκράτης βρήκε στο πρόσωπο του Φιλίππου της Μακεδονίας ένα χαρισματικό ηγέτη, άξιο να επιτελέσει το δύσκολο έργο της συνένωσης των Ελλήνων. Αρκεί, κατά τον Ισοκράτη, να καταλάβαινε πως οι Έλληνες δεν σήκωναν αρχηγό με τη μορφή του απόλυτου μονάρχη, ούτε άνθρωπο που θα επιβαλλόταν στις πόλεις με τη βία. Όταν ήρθε η ώρα, ο Φίλιππος ακολούθησε το όραμα του Ισοκράτη και των άλλων. Νικητής κυρίαρχος όλου του ελληνικού χώρου μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, φέρθηκε στους αντιπάλους του ως σε συμμάχους και όχι ως εχθρούς. Δεν πρόσβαλε τα δημοκρατικά τους αισθήματα, σεβάστηκε την ανεξαρτησία των πόλεων, επέβαλε όμως τη συνένωση, τη διαρκή μεταξύ τους ειρήνη και τον εαυτό του σαν αρχηγό, σαν ηγεμόνα και στρατηγό αυτοκράτορα των Ελλήνων. Με αυτό τον τρόπο ο Φίλιππος κατάφερε να υλοποιήσει πολλά από εκείνα που επί τόσα χρόνια ζητούσε επίμονα ο Ισοκράτης
Δηλαδή :
•Ένωσε πρώτα τους Έλληνες και μετά προετοίμασε την εναντίον των Περσών εκστρατεία.
•Νικητής παντοδύναμος μετά την μάχη στη Χαιρώνεια, δεν επέβαλλε κανένα ατιμωτικό ή ταπεινωτικό όρο ειρήνης στους ηττημένους.
•Όλα τα μέχρι τότε ανεξάρτητα κράτη διατήρησαν την ανεξαρτησία τους.
•Κανένα ελληνικό κράτος δεν υποχρεώθηκε να συμμετάσχει χωρίς τη θέλησή του στην “κοινή ειρήνη”. Παράδειγμα η Σπάρτη που απουσίαζε. Όλοι διατήρησαν την αυτονομία τους, αρκεί να μην ζημίωναν τη πανελλήνια συνένωση και συνεργασία.

Σε γενικές γραμμές ο Φίλιππος ήταν ο πραγματιστής, αυτός που έκανε πράξη το όραμα του μεγάλου θεωρητικού Ισοκράτη καθώς και όλων των άλλων διανοουμένων που οραματίστηκαν τη μεγάλη συνένωση και ετοίμασαν πνευματικά και ηθικά το δρόμο της συνένωσης των Ελλήνων.
Οι φιλολογικές πηγές που ανάγονται σε εποχή παλαιότερη από τον 5ο αι. π.Χ. σε πολύ λίγες περιπτώσεις χρησιμοποιούν τους όρους Έλληνες (ή Πανέλληνες) και πάλι με ασαφή γε¬ωγραφική αναφορά. Από τις αρχές όμως του 5ου αιώνα και ειδικότερα μετά την εμφάνιση του περ¬σικού κινδύνου τείνουν να προσλάβουν νόημα εθνικό και πολιτισμικό με εμφανή αντιδιαστολή προς άλλους λαούς, μη Έλληνες. Αυτή η διαφοροποίηση είναι λογικό να ερμηνευτεί ως συνέπεια τον κινδύνου που ώθησε τους ελληνικούς πληθυσμούς να ισχυροποιήσουν τους δεσμούς που υπήρχαν και να επιζητήσουν συνεργασία και μια δυνατή μορφή ένωσης.

Στο πολιτικό πεδίο ο Ισοκράτης υπήρξε θερμός υπέρμαχος της ενότητας του Ελληνισμού και με επιστολές προς τον Φίλιππο της Μακεδονίας τον ενθάρρυνε και τον παρότρυνε προς την κατεύθυνση αυτή. Πίστευε, δηλαδή, πως ήταν αναγκαίο να συνενωθούν όλοι οι Έλληνες κάτω από τη νέα ισχυρή Μακεδονική ηγεσία, για να εκστρατεύσουν στη συνέχεια εναντίον των κοινών εχθρών τους, των Περσών. Οι Αθηναίοι, τιμώντας αργότερα τη μνήμη του, τον κήδεψαν με δημόσια δαπάνη και πάνω στον τάφο του τοποθέτησαν μια σειρήνα, ως σύμβολο, κατά κάποιον τρόπο, της τεράστιας ρητορικής σαγήνης του Ισοκρατείου λόγου.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε στην προκειμένη περίπτωση ότι δεν έχουμε να κάνουμε με την οπτική γωνία του ιστορικού, αλλά εκείνη του ρήτορα. Ο ρήτορας ανά τους αιώνες είναι όργανο παρασκευής ιδεολογίας και μετατόπισης της κοινής γνώμης και συνεπώς χρησιμοποιεί όλα εκείνα τεχνάσματα του λόγου που θα του επιτρέψουν να επιτύχει τους στόχους του. Όπως, για παράδειγμα, οι πολιτικοί ή οι δικηγόροι στη σημερινή εποχή. Ο ιστορικός, αντιθέτως, καταγράφει γεγονότα. Ο ρήτορας ωθεί την κοινή γνώμη στην παραγωγή γεγονότων.
Ας έρθουμε τώρα σε δυο παρεξηγημένες και παραποιημένες για την εποχή μας φράσεις του Ισοκράτη. Την πρώτη έχουν καταχραστεί παντοειδείς φορείς και ιδιώτες. Την παραθέτουμε και ταυτόχρονα την ερμηνεύουμε εδώ προς αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας:« Και μάλλον Έλληνες καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας ». Προς εντυπωσιασμό μπορεί κάποιος να απομονώσει λέξεις και να δώσει την δική του εκδοχή, που είναι παραπλανητική. Και αυτό κάνουν οι κακώς νοούμενοι προοδευτικοί και οι ημιμαθείς που αυτοαποκαλούνται «προχωρημένοι». Θα προσπαθήσουμε, όπως προανέφερα, να αποδώσουμε την αλήθεια. Γι’ αυτό είναι επιτακτικό να δώσουμε όλη την παράγραφο: «Τοσούτον δ’ απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ’ οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας, ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας». ( Ισοκράτης, “Πανηγυρικός”, 50 )
[ Μετάφρ. κατά λέξη: Τόσον πολύ η πόλις μας έχει αφήσει πίσω κατά την φρόνηση και τον λόγον όλους τους άλλους ανθρώπους, ώστε οι μαθηταί της να έχουν καταστή διδάσκαλοι των υπολοίπων και να έχη, έτσι, εξυψώσει το όνομα των Ελλήνων εις διάκρισιν υπεροχής πνευματικής και όχι πλέον απλώς του γένους (δίκην, δηλαδή, συμφύτου γνωρίσματος των Ελλήνων, κατά κοινήν αναγνώρισιν), με αποτέλεσμα μάλλον πλέον να καλούνται Έλληνες αυτοί που κυρίως μετέχουν της ιδικής μας (Αθηναϊκής) παιδείας παρά απλώς και συλλήβδην οι του αυτού με ημάς γένους.] Ό εστί μεθερμηνευόμενον: «Τόσο πολύ ξεπέρασε η πόλη μας, η Αθήνα, τους άλλους ανθρώπους, ώστε οι μαθητές της έγιναν δάσκαλοι των άλλων. Και το όνομα των Ελλήνων δημιούργησε την πεποιημένη (:πλαστήν) εντύπωση να φαίνεται ότι είναι (:δοκείν είναι) χαρακτηριστικό όχι του γένους, αλλά της διανοίας. Και να αποκαλούνται (καλείσθαι και όχι καλείν) από τους άλλους όχι από μάς, Έλληνες μάλλον οι μετέχοντες της ημετέρας εκπαιδεύσεως και όχι της κοινής καταγωγής». Ο Ισοκράτης θέλοντας, επομένως, να επαινέσει τους Αθηναίους τους είπε ότι είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο ακμής που πλέον η έννοια “Έλληνας” είχε ταυτιστεί με αυτούς, και τα στοιχεία της ακμής, του πολιτισμού και της παιδείας τους χρησιμοποιούνταν για να περιγράψουν εκείνους που τους έμοιαζαν στον πολιτισμό. Δηλαδή η έννοια Έλληνας δεν ήταν πλέον μόνο εθνολογικός χαρακτηρισμός αλλά τίτλος τιμής, δηλώνοντας τον πολιτισμένο άνθρωπο. Κάποιος, μπορεί εθνικά να ήταν Έλληνας, αλλά αν ήταν απολίτιστος, θα τον αντιμετώπιζαν ως βάρβαρο οι σύγχρονοί του, αν και Έλληνας στην καταγωγή.
Ο Γερμανός ιστορικός ULRICH WILCKEN έγραψε σχετικά: «Με την φράση αυτή ο Ισοκράτης δεν θέλει να συμπεριλάβει (όπως υποστηρίχθηκε συχνά) στους Έλληνες και τους εξελληνισμένους αυτούς βαρβάρους, γιατί γι’ αυτόν οι βάρβαροι, ιδιαίτερα οι Πέρσες, εξακολουθούσαν να είναι οι «φυσικοί» εχθροί των Ελλήνων (Πανηγ. παρ. 158, πρβλ. Παναθ.παρ. 163). Το νόημα της φράσεως είναι μάλλον ότι ο Ισοκράτης θεωρεί πραγματικούς Έλληνες μόνον τους Έλληνες εκείνους που είχαν λάβει αττική μόρφωση. » (ULRICH WILCKEN – ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, 1976, Μετάφραση του Καθηγητού κ. Ι.Τουλουμάκου)
Για να αντιληφθεί κανείς το Πνεύμα του Ισοκράτους («Πανηγυρικός»), ας δούμε τι γράφει σχετικά με την «πανελλήνιον ιδεολογίαν» του Ισοκράτους ο καθηγητής Θεοδωράτος: «Η Ελλάς, υπεστήριζεν (ο Ισοκράτης), αποτελεί ενιαίαν κοινότητα φυλετικήν και πολιτιστικήν και όμως σπαράσσεται συνεχώς από τους εμφυλίους πολέμους, οι οποίοι οδηγούν κατ’ ευθείαν εις την φθοράν και την παρακμήν, ενώ απέναντί της στέκουν οι βάρβαροι της Ασίας, φυσικοί και προαιώνιοι εχθροί της, που καλλιεργούν τον εμφύλιον ελληνικόν σπαραγμόν και προκαλούν την ελληνικήν απαθλίωσιν. Μία λοιπόν απομένει οδός σωτηρίας: να παύσει η διχόνοια, να συμφιλιωθούν οι Ελληνες, να συνειδητοποιήσουν πλήρως την φυλετικήν και πολιτιστικήν τους ενότητα και να εκστρατεύσουν εναντίον των βαρβάρων της Ασίας».
Ο Ισοκράτης αναφέρεται στη συνέχεια στην προσφορά των Αθηνών στον Ελληνισμό, μία προσφορά Πολεμική, Ηθική, Οικονομική και Πολιτιστική. ( παράγραφος 50). Εάν σκεφθεί κανείς μάλιστα ότι ο λόγος αυτός αφορά το 380 π.Χ., εποχή κατά την οποία δεν υπήρχαν ακόμη τα Ελληνιστικά Βασίλεια και ούτε βέβαια «βάρβαροι με Ελληνική Παιδεία», είναι σαφέστατο ότι ο συλλογισμός του δεν έχει καμιά σχέση με την σημερινή του χρήση και όχι μόνο δεν επεκτείνει τον Ελληνισμό στους βαρβάρους με «Ελληνική Παιδεία», αλλά απευθύνεται αποκλειστικά στους Έλληνες, που τους «περιορίζει» εις τους έχοντας «Αττικήν Μόρφωση». Επιπροσθέτως, πίστευε πως οι αλλοδαποί ήταν πλέον διασκορπισμένοι σε όλον τον Ελληνικό τόπο, όχι γιατί οι βάρβαροι κατάφεραν να κατακτήσουν την Ελλάδα αλλά επειδή οι ίδιοι οι Έλληνες παράτησαν τις πόλεις τους, και συστήνει στον Φίλιππο να διώξει όλους τους βαρβάρους με φοβέρα και συνάμα να φέρει ευπορία στους Έλληνες. Γι αυτό και ο Ισοκράτης θεωρείται ο πατέρας του Ελληνικού Έθνους. Πρώτος διατυπώνει την ανάγκη της επιβίωσης,διατήρησης και περαιτέρω ανάπτυξης του Ελληνισμού.
Το δεύτερο παρεξηγημένο και παρερμηνευμένο απόσπασμα προέρχεται από τον Αρεοπαγιτικό του λόγο και έχει στο πρωτότυπο ως εξής: « Οἱ γὰρ κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον τὴν πόλιν διοικοῦντες κατεστήσαντο πολιτείαν οὐκ ὀνόματι μὲν τῷ κοινοτάτῳ καὶ πραοτάτῳ προσαγορευομένην, ἐπὶ δὲ τῶν πράξεων οὐ τοιαύτην τοῖς ἐντυγχάνουσι φαινομένην, οὐδ’ ἣ τοῦτον τὸν τρόπον ἐπαίδευε τοὺς πολίτας ὥσθ’ ἡγεῖσθαι τὴν μὲν ἀκολασίαν δημοκρατίαν, τὴν δὲ παρανομίαν ἐλευθερίαν, τὴν δὲ παρρησίαν ἰσονομίαν, τὴν δ’ ἐξουσίαν τοῦ ταῦτα ποιεῖν εὐδαιμονίαν, ἀλλὰ μισοῦσα καὶ κολάζουσα τοὺς τοιούτους βελτίους καὶ σωφρονεστέρους ἅπαντας τοὺς πολίτας ἐποίησεν. » ( Ισοκράτης, “Αρεοπαγιτικός”, 20 ) [ Μετάφρ.: Διότι εκείνοι που διοικούσαν την πόλη τότε (ενν. στην εποχή του Σόλωνα και του Κλεισθένη), δεν δημιούργησαν ένα πολίτευμα το οποίο μόνο κατ’ όνομα να θεωρείται το πιο φιλελεύθερο και το πιο πράο από όλα, ενώ στην πράξη να εμφανίζεται διαφορετικό σε όσους το ζουν. ούτε ένα πολίτευμα που να εκπαιδεύει τους πολίτες έτσι ώστε να θεωρούν δημοκρατία την ασυδοσία, ελευθερία την παρανομία, ισονομία την αναίδεια και ευδαιμονία την εξουσία του καθενός να κάνει ό,τι θέλει, αλλά ένα πολίτευμα το οποίο, δείχνοντας την απέχθειά του για όσους τα έκαναν αυτά και τιμωρώντας τους, έκανε όλους τους πολίτες καλύτερους και πιο μυαλωμένους. ]
Ο Ισοκράτης δεν μίλησε στη συγκεκριμένη περίπτωση για «δημοκρατία που αυτοκαταστρέφεται». Αυτό είναι προϊόν παρερμηνείας, ίσως προϊόν εκ των υστέρων ερμηνείας, που καμιά σχέση δεν έχει με την πραγματική ρήση του Ισοκράτη. Αποτελεί ίσως την προσφιλή «καταφυγή» της εποχής μας μετά την υποβάθμιση του κοινοβουλίου, το χάσμα μεταξύ των προεκλογικών εξαγγελιών και όσων εφαρμόζουν οι πολιτικά δρώντες, την προώθηση σε σημαντικές θέσεις των αρεστών και όχι των αρίστων . Ο ισοκρατικός Αρεοπαγιτικός στηλιτεύει την δυνητική κατάντια της άλλοτε Αθηναίων Πολιτείας σε Αθηναίων Οχλοκρατία.
Ο Ισοκράτης είχε ήδη συνειδητοποιήσει ότι το «σχετικό» σύστημα αξιών δεν είχε την αναγκαία ψυχολογική δύναμη για να ελκύσει τους ανθρώπους στον κοινό δεσμό της ενότητας και της αδελφοσύνης που θα σταθεροποιούσε τους δεσμούς μιας κοινωνίας εν αποσυνθέσει. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο προώθησε ένα πολιτικό ιδανικό που θα μπορούσε να ενώσει το πανελλήνιο και το κατάλληλο πρόσωπο –τον Φίλιππο- που θα μπορούσε να το πραγματώσει. Παράλληλα θεωρούσε, όπως και οι περισσότεροι σύγχρονοί του διανοητές, την εκπαίδευση ως λυτρωτή του ελληνικού κόσμου.
Μια φιλοσοφική και ευρύτερη προσέγγιση της ισοκρατικής θεώρησης της ενωτικής ελληνικότητας διαφαίνεται στο ρητορικό λόγο του Ισοκράτη «Πανηγυρικός». Ο «Πανηγυρικός» είναι αναπόσπαστο μέρος της Ελληνικής φιλοσοφικής παράδοσης που άρχισε με την προσωκρατική φιλοσοφία ,ειδικότερα με τον Παρμενίδη και τον Ηράκλειτο και αφορά τη Γιγαντομαχία ανάμεσα στο “Είναι” και στο “Φαίνεσθαι”. Ο λόγος αυτός του Ισοκράτη αναφέρεται σε Έλληνες και στον ελληνικό τρόπο διανοίας και αυτοπραγμάτωσης. Ο Έλληνας ρήτορας υπερηφανεύεται για το ότι οι Έλληνες κατέκτησαν το “Είναι” και ξέφυγαν από το απλό “φαίνεσθαι”. Κατέκτησαν την επαφή με την κοινή εσωτερικότητα του “Αγαθού” που διακήρυξαν μεγάλοι φιλόσοφοι, ξεπερνώντας εξωτερικούς και επιφανειακούς διαχωρισμούς –γένους, πόλεως, οικονομικής κατάστασης κ.λ.π. Η φράση αυτή του Ισοκράτη είναι ένας δημόσιος έπαινος για τους Έλληνες του 4ου αι. της 85ης περίπου Ολυμπιάδος ,ότι ως έθνος “Είναι” και δεν υπόκεινται πλέον σε ένα καταστροφικό για αυτούς “γίγνεσθαι”. Μέσα από την Ελληνική παιδεία η Ελλάδα προσδιορίσθηκε σε σχέση με την εσωτερική οδό που οδηγεί στο “Αγαθό” άρα μπορεί ως «ένα», ως μια πνευματική ολότητα σε εσωτερική ενότητα να οραματισθεί και να πράξει το “Πανελλήνιο αγαθό”. Το “Πανελλήνιο αγαθό” που εξάγεται από την μυητική αυτή φράση και από τον μυητικό αυτό λόγο του Ισοκράτους είναι ότι οι Έλληνες πλέον “Είναι”. Αν θυμηθούμε τον Παρμενίδη θα ορίσουμε αυτό το “Είναι” ως ταύτιση της Ελληνικής σκέψης και πράξης. Πλέον, σύμφωνα με τον Ισοκράτη, όλοι οι Έλληνες μπορούν από κοινού να μετουσιώσουν σε πράξη όσα ιδανικά διά της παιδείας αιώνες κατασκεύαζαν και μετέφεραν από τους πατέρες προς τα τέκνα.
Το βάθος της Ισοκρατικής αυτής «Ειρήνης» είναι απύθμενο ,έχει σχέση με την ησυχία του “Είναι”, και σίγουρα τονίζει το γεγονός ότι αναφέρεται σε Έλληνες. Τους καλεί σε μία κοινή ανάμνηση ενός Ελληνικού παρελθόντος ,η οποία είναι επίτευγμα των «ευ φρονούντων». Ως γνωστόν η φρόνηση από το “φρήν” είναι καθαρά Ελληνική λέξη και έχει σχέση με τη λογική διαμόρφωση και ελεγξιμότητα της ανθρώπινης προσωπικότητας κατά τρόπο που μόνο οι Έλληνες οραματίσθηκαν. Παράλληλα ο Ισοκράτης υπεραμύνεται της δημοκρατίας, την οποία θεωρούσε ως το ιδανικό πολίτευμα, θλιβόμενος για τη μεταμόρφωσή της σε οχλοκρατία. Ο δε Μέγας Αλέξανδρος, όπως απεδείχθη, διατήρησε μια πορεία πολύ κοντινή στις θέσεις του Ισοκράτη παρά οποιουδήποτε άλλου. Οι σκέψεις του Ισοκράτη θα συνοδεύσουν το Αλέξανδρο μέχρι την Ινδία: «μέλλω γάρ σοι συμβουλεύειν προστῆναι τῆς τε τῶν Ἑλλήνων ὁμονοίας καὶ τῆς ἐπὶ τοὺς βαρβάρους στρατείας: ἔστι δὲ τὸ μὲν πείθειν πρὸς τοὺς Ἕλληνας συμφέρον, τὸ δὲ βιάζεσθαι πρὸς τοὺς βαρβάρους χρήσιμον.»Φίλιππος εδάφιο 16 , και «τοῖς μὲν γὰρ ἱκανὴν τὴν οἴκοι χώραν κατέλιπον, τοῖς δὲ πλείω τῆς ὑπαρχούσης ἐπόρισαν: ἅπαντα γὰρ περιεβάλοντο τὸν τόπον, ὃν νῦν τυγχάνομεν κατέχοντες. ὥστε καὶ τοῖς ὕστερον βουληθεῖσιν ἀποικίσαι τινὰς καὶ μιμήσασθαι τὴν πόλιν τὴν ἡμετέραν πολλὴν ῥᾳστώνην ἐποίησαν: οὐ γὰρ αὐτοὺς ἔδει κτωμένους χώραν διακινδυνεύειν, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑφ’ ἡμῶν ἀφορισθεῖσαν, εἰς ταύτην οἰκεῖν ἰόντας. καίτοι τίς ἂν ταύτης ἡγεμονίαν ἐπιδείξειεν ἢ πατριωτέραν, τῆς πρότερον γενομένης πρὶν τὰς πλείστας οἰκισθῆναι τῶν Ἑλληνίδων πόλεων, ἢ μᾶλλον συμφέρουσαν, τῆς τοὺς μὲν βαρβάρους ἀναστάτους ποιησάσης, τοὺς δ’ Ἕλληνας εἰς τοσαύτην εὐπορίαν προαγαγούσης.»Πανηγυρικός εδάφιο 36-37.
Το σίγουρο είναι πως υπήρχε έντονη η τάση για ανάδειξη ενός ηγέτη που στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή θα πραγμάτωνε την ένωση των Ελλήνων αφού κάτι παρόμοιο αναζητούσε και η Ακαδημία. Άρα η «ένωση» αυτή που -δικαιολογημένα- σήμανε το τέλος της ελευθερίας των ελληνικών πόλεων-κρατών δεν ήταν αποκλειστικά έργο του Αλεξάνδρου αλλά προέκυψε από ιστορική αναγκαιότητα και σαφή επιταγή των καιρών.
Οι ανθρώπινες πράξεις όμως κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Από το γεγονός της εκστρατείας του Μ . Αλεξάνδρου, προέκυψε ένας εντελώς καινούριος κόσμος που ανέτρεψε παραδοσιακές πολιτειακές φόρμες, διεύρυνε την έννοια του ελληνισμού και γενικά άλλαξε το ρου της ιστορίας. Όσοι στάθηκαν στο πλευρό του μεγάλου Μακεδόνα στρατηλάτη έλαβαν μέρος στη νομή της εξουσίας του κόσμου και μπορούσαν στο εξής να καθορίζουν και την τύχη του. Αποδείχτηκε πολύ διορατικό και φρόνιμο εκ μέρους τους να μην απουσιάζουν από μια προσπάθεια που θα ανύψωνε την έννοια του ελληνισμού στη σφαίρα του οικουμενικού και τους ίδιους από «πολυτίμους υπηρέτας» των Μακεδόνων σε ρυθμιστές της μοίρας του νέου κόσμου. Επιβεβαιώθηκε περίτρανα η ρήση που θέλει την τύχη να ευνοεί τους τολμηρούς.
Κι απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,
την περιλάλητη, την δοξασμένη
ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη: βγήκαμ’ εμείς•
ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.

Εμείς• οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,
οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας,
κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς.
«…Ο μεγάλος ποιητής γίνεται μάντης…».
Κι ο Καβάφης είναι μεγάλος ποιητής.
Τι μαντεύει όμως για εμάς, ο Καβάφης; Ας οδηγηθεί η σκέψη μας στα αποτελέσματα και στους απογόνους της θαυμάσιας, νικηφόρας, περίλαμπρης, περιλάλητης, δοξασμένης, απαράμιλλης τεχνολογικής εξέλιξης που συντελείται μπροστά στα μάτια μας. Τη μετατροπή των απογόνων μας σε εξελιγμένα, ταχύτατα, βιολογικά συστήματα μικροηλεκτρονικής. Σε εξαρτημένα όντα, ενός πολύπλοκου τεχνολογικού ελεγκτή; Και φέρετε στο μυαλό σας, τη στιγμή που θα γραφεί το ποίημα με τίτλο «Στα 2200 μ.Χ.» το Σολωμικό «Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.» Τον αγήρατο αρχαίο ελληνικό κόσμο, που γοητεύει διαχρονικά, τον κόσμο που αναδύεται απ’ την αρχαία ελληνική γραμματεία και τέχνη. Σ΄αυτό τον κόσμο οι «τροπές» και οι ετερότητες υπάρχουν αλλά στο πλαίσιο της ενότητας που συνέχει όλες τις εκφάνσεις του. Αυτά ας αναλογιστούμε κι ας αναπλάθουμε, ποιητικά και δημιουργικά, το δικό μας, σημερινό κόσμο:
«Κι ακούστε πρέπει κι ο άνθρωπος κάθε φορά
που θέλει να ξαναβρεί τα νιάτα του
να ’ρχεται στο ποτάμι της ομορφιάς να λούζεται».
Στο ποτάμι της πληρότητας της χαρισμένης ομορφιάς, της βεβαιότητας πέραν του φυσικού μας θανάτου.

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων, Η ζωή του Αριστοτέλη.

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων, Η ζωή του Αριστοτέλη.

Ο Αριστοτέλης ήταν ένας από τους κορυφαίους φιλοσόφους και επιστήμονες της Κλασσικής εποχής. Ιδρυτής της περιπατητικής φιλοσοφίας, ο συστηματικότερος, μεθοδικότερος νους του αρχαίου κόσμου και ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές όλων των εποχών. Όπως επίσης και θεμελιωτής και πρόδρομος πλήθους παλαιότερων όσο και νεότερων κλάδων της επιστήμης. Ο φιλόσοφος Αριστοτέλης γεννήθηκε το 384 π.χ. στα Στάγιρα, το σημερινό Σταυρό στη βορειοανατολική ακτή της Χαλκιδικής (η οποία ήταν γνήσια ελληνική πόλη που την είχαν ιδρύσει άποικοι από την Άνδρο και η Χαλκίδα 665 π.χ., οι οποίοι μιλούσαν μια παραλλαγή της ιωνικής διαλέκτου) και πέθανε στο κτήμα της μητέρας του στη Χαλκίδα το 322 π.χ.

Οι γονείς του, Νικόμαχος και Φαιστίδα, κατάγονταν από τους οικιστές της Χαλκιδικής. Συγκεκριμένα, ο πατέρας του, ανήκε στο γένος ή τη συντεχνία των Ασκληπιαδών και πολλοί λένε ότι η οικογένειά του είχε μετοικήσει από τη Μεσσηνία κατά τον 8 ο ή 7 ο αιώνα. Επίσης λένε ότι θεωρούσε πρόγονό του τον ομηρικό ήρωα και γιατρό Μαχάονα, γιο του Ασκληπιού. Ο Νικόμαχος ήταν γιατρός, εύκολα λοιπόν αντιλαμβανόμαστε από που πήγαζε το ενδιαφέρον του Αριστοτέλη για τις φυσικές επιστήμες και κυρίως τη βιολογία. Ο Γαληνός μας πληροφορεί ότι οι Ασκληπιάδες δίδασκαν στους γιους τους ανατομία, έτσι ο Αριστοτέλης είχε σίγουρα αποκτήσει σχετικές γνώσεις. Δεν πρέπει να αποκλείουμε το να έχει βοηθήσει τον πατέρα του στη χειρουργική και από εκεί να πλάστηκε ο θρύλος που θέλει τον φιλόσοφο ψευτογιατρό. Όσον αφορά τη μητέρα του, πίστευαν πως είχε θεϊκή καταγωγή. Η Φαιστίς, είχε έρθει με Χαλκιδείς αποίκους στα Στάγιρα και άνηκε στο γένος των Ασκληπιαδών. Το γεγονός ότι και οι δύο γονείς του ανήκαν σε μεγάλες ιατρικές οικογένειες, συντέλεσε στη σταθερή κλίση του Αριστοτέλη για την εμπειρική γνώση.

Ο ρόλος που ανέλαβε αργότερα ο Αριστοτέλης ως παιδαγωγός του μικρού τότε Αλεξάνδρου, είχε κατά κάποιο τρόπο προετοιμαστεί από το ότι ο πατέρας του ήταν προσωπικός γιατρός και φίλος του Αμύντα Γ, βασιλιά της Μακεδονίας και παππού του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σε πολύ μικρή ηλικία ο Αριστοτέλης έχασε τη μητέρα του και πριν γίνει έφηβος χάνει και τον πατέρα του, για το λόγο αυτό ανατράφηκε μακριά από την ιδιαίτερη πατρίδα. Μετά το θάνατο και των γονέων του, την κηδεμονία του ανέλαβε ο φίλος και γαμπρός του πατέρα του Πρόξενος (του οποίου το γιο, Νικάνορα, υιοθέτησε αργότερα ο Αριστοτέλης), ο οποίος ήταν εγκατεστημένος με την οικογένειά του στον Αταρνέα της μικρασιατικής Αιολίδας, απέναντι από τη Λέσβο. Ο Πρόξενος φρόντισε τον μικρό Αριστοτέλη σαν δικό του παιδί, τον δίδαξε ελληνικά, ρητορική, ποίηση και γενικά του προσέφερε την καλύτερη δυνατή μόρφωση, σε ένα περιβάλλον πολύ ανεπτυγμένο. Το 367 π.χ. σε ηλικία 17 ετών, ο Αριστοτέλης έχοντας πια την διαχείριση της πατρικής και της μητρικής του κληρονομιάς, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, που θεωρούνταν το σπουδαιότερο και περιφημότερο πνευματικό, καλλιτεχνικό και αστικό κέντρο του τότε πολιτισμένου κόσμου. Μετά την εγκατάσταση του φιλόσοφου στην Αθήνα, είναι πιθανόν ότι είχε, όχι μόνο αξιόλογη προκαταρκτική μόρφωση, ώστε να μπορεί να φοιτήσει κοντά στους ρήτορες ή τους φιλόσοφους, αλλά και, σαν γόνος Ασκληπιαδών, που κατείχε μερικές  ιατρικές γνώσεις, κυρίως στην ανατομία.

Επιπρόσθετα, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από πληροφορίες των βιογράφων του, υπήρξε ακροατής του Ευδόξου, ενός φιλοσόφου και ιδίως μαθηματικού από την Κνίδο. Δυστυχώς δεν έχουμε πληροφορίες ότι υπήρξε μαθητής του Ισοκράτη, μολονότι το στρωτό και λυμένο ύφος του, που με τόση ακρίβεια και λιτότητα αποδίδει το νόημα, και παράλληλη μπορεί να υψώνεται σε τόνους εντυπωσιακής μεγαλοπρέπειας», οφείλει πολλά σε αυτόν τον «ευφραδή γέροντα» που επηρέασε το ελληνικό και λατινικό ύφος τόσο πολύ. Έπειτα, έγινε δεκτός στην Ακαδημία του Πλάτωνα (πρέπει να σημειωθεί ότι στην Ακαδημία δεν τον οδήγησε η γοητεία της φιλοσοφικής ζωής, αλλά το ότι η σχολή του εξασφάλιζε την καλύτερη μόρφωση στην Ελλάδα), όπου και διέμεινε για 20 χρόνια, δηλαδή μέχρι το θάνατο του δάσκαλου του. Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι σε αυτά τα είκοσι χρόνια ο Αριστοτέλης δεν ήταν απλώς μαθητής. Ως γνωστόν, οι τότε φιλοσοφικές σχολές ήταν όμιλοι ανθρώπων που τους ένωσε το κοινό πνεύμα και οι ίδιες βασικές θέσεις, αλλά όπου ο καθένας ακολουθούσε τη δική του ανεξάρτητη ερευνητική πορεία. Στο περιβάλλον της Ακαδημίας και όχι μόνο, τους άφηνε όλους κατάπληκτους ακόμα και τον ίδιο το δάσκαλο του, εξαιτίας της ευφυΐας και της φιλοπονίας του, γι’ αυτό και προκαλούσε τη ζήλια και το φθόνο άλλων φιλοσόφων. Οι οποίοι τον κατηγορούσαν με πάθος, όπως για παράδειγμα ο Επίκουρος. Παρ’ όλα αυτά, η διαύγεια του πνεύματος του Αριστοτέλη, ήταν εμφανής, γι αυτό και ο δάσκαλος του Πλάτωνας τον ονόμαζε «νουν της διατριβής» και το σπίτι του «οίκον αναγνώστου». Στα χρόνια που διέμεινε στην Ακαδημία, συναναστράφηκε και κατανόησε τον Πλάτωνα της γεροντικής ηλικίας, το φιλόσοφο δηλαδή με τη μετριασμένη ιδεοκρατία και τη βαθύτερη αυτοκριτική, γεγονός που, σε συνδυασμό με την προέλευση του Αριστοτέλη από περιβάλλον εμπειρικό, εξηγεί ικανοποιητικά τη διαφορά της αριστοτελικής από την πλατωνική φιλοσοφία. Όμως ένα τόσο ισχυρό πνεύμα σαν του Αριστοτέλη, δεν θα μπορούσε ποτέ να δεχθεί ανεπιφύλακτα όλες τις θεωρίες του Πλάτωνα. Ωστόσο, στο φιλοσοφικό του έργο, αντίθετα από τις επιστημονικές πραγματείες του, δεν υπάρχει σημείο-σελίδα, που να μην διακρίνεται η σφραγίδα του πλατωνισμού.

Όπως και πολλοί άλλοι μεγάλοι άνδρες της αρχαιότητας έτσι και ο Αριστοτέλης, δεν έμειναν χωρίς εχθρούς και αντιπάλους. Κατηγορήθηκε από κάποιους για απρεπή συμπεριφορά προς το δάσκαλό του. Έπειτα, λόγω του ότι ο Αριστοτέλης πάντα εξέφραζε θαρραλέα τις σκέψεις του, προκάλεσε και κάποιες αντιπάθειες, που εντάθηκαν μέσα στο κλίμα της γενικότερης ψυχρότητας για το «μακεδονίζοντα» Αριστοτέλη. Όταν το 347 οι «αντιμακεδονίζοντες» της Αθήνας ανέβηκαν στην εξουσία. Εκτός αυτού όμως, μετά τη διαδοχή του Πλάτωνα στη σχολή από τον Σπεύσιππο, ο οποίος εκπροσωπούσε τις τάσεις του πλατωνισμού με τις οποίες ο Αριστοτέλης διαφωνούσε -ειδικότερα με την τάση «να γίνουν τα μαθηματικά η φιλοσοφία»-, ασφαλώς θα αισθάνθηκε απροθυμία να συνεχίσει στη σχολή. Τότε ο Αριστοτέλης αποφάσισε να φύγει από την Αθήνα. Στη μετανάστευση του αυτή τον συνόδευσε ο Ξενοκράτης, που ήταν συνάδελφός του στη σχολή. Από την Αθήνα, πήγε στην Άσσο (πόλη της μικρασιατικής παραλίας, απέναντι από τη Λέσβο) δεχόμενος την πρόσκληση του Ερμιά, ενός πρώην συμφοιτητή του στη σχολή, ο οποίος είχε κατορθώσει από δούλος να γίνει τύραννος του Αταρνέως και της Άσσου στη Μυσία. Την Άσσο κυβερνούσαν τότε δυο πλατωνικοί φιλόσοφοι, ο Έραστος και ο Κορίσκος, στους οποίους είχε χαρίσει την πόλη ο ηγεμόνας του Αταρνέα και παλιός μαθητής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλης, Ερμιάς. Οι κυβερνήτες της Άσσου, είχαν ιδρύσει εκεί μια φιλοσοφική σχολή, ως «παράρτημα» της Ακαδημίας. Στην Άσσο ο Αριστοτέλης έμεινε και δίδαξε για 2 ή 3 χρόνια ( /344), όπου ήταν η κεντρική μορφή ανάμεσα σε ένα κύκλο από φίλους της Ακαδημίας. Επιπλέον, εκεί ο φιλόσοφος με τους φίλους του κατόρθωσε ό,τι δε μπόρεσε ο Πλάτωνας. Στην Άσσο λέγετε πως γνώρισε και το Θεόφραστο, το σπουδαιότερο μαθητή, συνεργάτη  και φίλο του, ο οποίος τον προσκάλεσε να εγκατασταθεί στη δική του ιδιαίτερη πατρίδα, τη Μυτιλήνη.

Το 345 π.χ. ο Αριστοτέλης, ακολουθώντας τη συμβουλή του Θεόφραστου, πέρασε απέναντι στη Λέσβο και εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη, όπου έμεινε και δίδαξε μέχρι το 342 π.χ. Αυτή την περίοδο χρονολογούνται πολλές έρευνές του στο χώρο της βιολογίας. Τα έργα αυτής της περιόδου, αναφέρονται πολύ συχνά σε συμβάντα της φυσικής ιστορίας, που είχε παρακολουθήσει στις γύρω περιοχές και ειδικότερα στη λιμνοθάλασσα της Πύρρας. Στο μεταξύ είχε παντρευτεί την ανιψιά και θετή κόρη του Ερμία, την Πυθιάδα, από την οποία απέκτησε κόρη, που πήρε το όνομα της μητέρας της. Μετά το θάνατο της πρώτης του συζύγου, ο Αριστοτέλης είχε έναν μόνιμο και τρυφερό δεσμό- που δεν νομιμοποίησε ποτέ- με μια συμπατριώτισσά του, Σταγειρίτισσα, την Ερπυλλίδα, από την οποία απέκτησε ένα γιο, το Νικόμαχο. Σε αυτόν έχει αφιερώσει το μεγαλύτερο και ωριμότερο από τα ηθικά του συγγράμματα, τα «Ηθικά Νικομάχεια». Όμως η παραμονή και η σχετική διδακτική και ερευνητική δραστηριότητά του μεγάλου φιλόσοφου στη Μυτιλήνη ήταν σύντομη, γιατί ένα ή δυο χρόνια αργότερα (343/342) τον προσκάλεσε ο Φίλιππος Β της Μακεδονίας, για να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση του γιου του Αλέξανδρου, που ήταν τότε μόλις 13 χρόνων. Είναι ευνόητο ότι γι αυτή την τιμητική πρόσκληση είχαν συντελέσει, εκτός από την ήδη αναγνωρισμένη σοφία του Αριστοτέλη, η προέλευση του από τη γειτονική στο Βασίλειο της Μακεδονίας Χαλκιδική, ο δεσμός της οικογένειας του με τη μακεδονική αυλή, όπως έχω ήδη αναφέρει και ο προστάτης του Ερμίας, ο οποίος είχε φροντίσει να ακούσει πολλά καλά γι αυτόν ο Φίλιππος ο Μακεδών. Ο Αριστοτέλης παρ’ όλα αυτά δέχθηκε με μεγάλη προθυμία την πρόταση που του έγινε. Ήταν η καταλληλότερη ευκαιρία να αναθερμάνει τις παλαιές σχέσεις με τη μακεδονική αυλή και, όπως διαπιστώνουμε στα Πολιτικά του, έδινε μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση μελλοντικών ηγεμόνων. Από τη θέση αυτή απέκτησε μεγάλη επιρροή στην αυλή και κατόρθωσε να μεσολαβήσει επιτυχώς υπέρ των Σταγίρων, των Αθηνών και της Ερεσού. Σχετικά με τη μόρφωση που έδωσε στον μαθητή του δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Κύριο θέμα της διδασκαλίας του πρέπει να ήταν ο Όμηρος και οι τραγικοί ποιητές, που αποτελούσαν τη βάση της ελληνικής εκπαίδευσης. Λέγεται μάλιστα ότι αναθεώρησε το κείμενο της Ιλιάδας, για τον Αλέξανδρο. Φρόντισε συγκεκριμένα, να του μεταδώσει το πανελλήνιο πνεύμα και θεωρείται βέβαιο ότι ο Αριστοτέλης συζητούσε μαζί του τα καθήκοντα των ηγεμόνων και την τέχνη της διακυβέρνησης. Η εκπαίδευση του παιδιού γινόταν άλλοτε στην Πέλλα και άλλοτε στη Μίεζα (μια κωμόπολη της οποίας τα ερείπια έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη), η οποία βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η σημερινή Νάουσα της Μακεδονίας. Για το μαθητή του συνέθεσε ένα σύγγραμμα «Περί βασιλείας» και ένα ακόμη με τίτλο «περί αποικιών», δύο θέματα που ήταν ιδιαίτερα χρήσιμα για έναν άνθρωπο ο οποίος θα γινόταν ο μεγαλύτερος Έλληνας βασιλέας και αποικιστής. Ήταν φυσικό όλο αυτό το διάστημα ο μεγάλος φιλόσοφος να ασχοληθεί με πολιτικά ζητήματα και τότε ήταν που συνέγραψε τη μεγάλη συλλογή του, τα «Των Πολιτειών». Παρ’ όλα αυτά, η μεγαλοφυΐα οδήγησε τον Αλέξανδρο στον δύσκολο δρόμο της δράσης και όχι της μελέτης. Όμως οι σχέσεις των δύο ανδρών φαίνεται ότι ποτέ δεν διακόπηκαν εντελώς, αλλά δεν έχουμε καμιά ένδειξη για πραγματική φιλία στενή φιλία ανάμεσά τους αφότου έληξε η κηδεμονία του Αλεξάνδρου το 340, όταν ορίστηκε αντιβασιλέας. Επιπρόσθετα, την εποχή που έμεινε κοντά στον Αλέξανδρο πρέπει να δημιουργήθηκε και ο στενότερος δεσμός που είχε ποτέ με Μακεδόνα – η φιλία του με τον Αντίπατρο.

Μετά τη διαπαιδαγώγηση του Αλεξάνδρου, ο Αριστοτέλης εγκαταστάθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Στάγιρα (341). Εκεί, έχοντας πάντα κοντά του το μαθητή και συνεργάτη του Θεόφραστο, συνέχισε τις ερευνητικές του επιδόσεις. Αργότερα, μαζί με τον ανιψιό του Καλλισθένη, πέρασε ένα διάστημα στους Δελφούς, ασχολούμενος με τη μελέτη ιστορικού αρχείου του μαντείου και με τη σύνταξη του καταλόγου των Πυθιονικών. Το 335 ή 334, ο φιλόσοφος εγκαταστάθηκε και πάλι, στην Αθήνα, ύστερα από 12 χρόνια απουσίας, όπου και αρχίζει η πιο γόνιμη περίοδος της ζωής του. Η δεύτερη, θα λέγαμε, αθηναϊκή περίοδος του Αριστοτέλη κράτησε 12 χρόνια, περίπου. Στο διάστημα αυτό δίδαξε την ωριμότερη φιλοσοφία του, επεξεργάστηκε τα μεγαλύτερα συγγράμματα του, δίνοντας τους οριστικότερη μορφή και συμπλήρωσε τις επιστημονικές έρευνές του. Ο χώρος που δίδασκε ήταν το «Λύκειον», δημόσιο γυμναστήριο, που βρισκόταν στα βορειοανατολικά περίχωρα της πόλης μεταξύ Λυκαβηττού και Ιλισσού. Εκεί υπήρχε ένα άλσος αφιερωμένο στον Λύκειο Απόλλωνα και στις Μούσες, όπου σύχναζε πιο παλιά και ο Σωκράτης. Στην περιοχή αυτή μίσθωσε ο Αριστοτέλης ορισμένα οικήματα (μουσείον, ιερόν και μια μικρή και μια μεγάλη στοά)- ως ξένος δεν είχε δικαίωμα να τα αγοράσει- και ίδρυσε τη σχολή του. Αργότερα με τα χρήματα που του έδωσε άφθονα ο Αλέξανδρος, ο Αριστοτέλης έχτισε μεγαλόπρεπα οικήματα και στοές, που ονομάζονταν «περίπατοι» γι αυτό και η σχολή του ονομάστηκε «Περιπατητική» και οι μαθητές του «περιπατητικοί φιλόσοφοι». Έγινε ο αρχηγός της περιπατητικής φιλοσοφίας αν και τον Περίπατο ως εκπαιδευτήριο και κέντρο έρευνας δεν τον ίδρυσε ο ίδιος. Ο Περίπατος ιδρύθηκε μετά το θάνατο του Αριστοτέλη από το Θεόφραστο.

 Η οργάνωση της σχολής είχε γίνει κατά τα πρότυπα της Πλατωνικής Ακαδημίας. Τα μαθήματα για τους προχωρημένους μαθητές γίνονταν το πρωί («εωθινός περίπατος») και για τους αρχάριους το απόγευμα («περί το δειλινόν», «δειλινός περίπατος»). Η πρωινή διδασκαλία ήταν καθαρά φιλοσοφική «ακροαματική», ενώ η απογευματινή «ρητορική» και «εξωτερική». Πηγές μας πληροφορούν ακόμα, ότι ο Αριστοτέλης είχε επιβάλει στη σχολή έναν κανονισμό, σύμφωνα με τον οποίο, οι μαθητές «διοικούσαν» με τη σειρά, επί δέκα ημέρες ο καθένας. Επίσης, λένε ότι οι μαθητές δειπνούσαν μαζί και ότι μια φορά το μήνα γινόταν ένα συμπόσιο, σύμφωνα με κανόνες που είχε ορίσει ο Αριστοτέλης. όμως για τον καταμερισμό των καθαυτό εργασιών της σχολής μας έχουν διασωθεί ελάχιστα στοιχεία. Η σχολή είχε μεγάλη βιβλιοθήκη και πολύ καλά οργανωμένη, ώστε αργότερα χρησίμευσε ως πρότυπο για την ίδρυση των βιβλιοθηκών της Αλεξάνδρειας και της Περγάμου. Ο Αριστοτέλης μάζεψε χάρτες και όργανα χρήσιμα και οργάνωσε ένα μουσείο αντικειμένων για να επεξηγεί με παραδείγματα τη διδασκαλία του και κυρίως τη φυσική ιστορία. Λένε πως ο Αλέξανδρος του είχε δώσει 800 τάλαντα, ώστε να μπορέσει να φτιάξει αυτή τη συλλογή και πως είχε δώσει εντολή σε όλους τους κυνηγούς και τους ψαράδες του μακεδονικού βασιλείου, να αναφέρουν στον Αριστοτέλη ό,τι αξιοσημείωτο, από επιστημονική άποψη βέβαια παρατηρούσαν. Με αποτέλεσμα σύντομα η σχολή να γίνει περίφημο κέντρο επιστημονικής έρευνας.

Την ίδια εποχή ο φιλόσοφος συνέλαβε τη βασική ταξινόμηση των επιστημών που ισχύει ως τις μέρες μας και προώθησε τις περισσότερες από αυτές σε υψηλότερο επίπεδο. Όπως για παράδειγμα τη λογική και στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι δεν είχε κανένα πρόδρομο και ούτε (για πολλούς αιώνες) αντάξιο διάδοχο. Ταυτόχρονα η σχολή, με το ενδιαφέρον της για πρακτικούς τομείς, όπως η ηθική και η πολιτική, επιδρούσε τόσο στην καθημερινότητα, όσο και οι μεγάλοι διδάσκαλοι, ο Σωκράτης και ο Πλάτων. Το 323 π.χ. με την είδηση του θανάτου του Μ. Αλεξάνδρου και με την επαναφορά των αντιμακεδονιζόντων στην εξουσία της Αθήνας, ο Αριστοτέλης αντιμετώπισε ένα έντονα εχθρικό περιβάλλον, γιατί οι οπαδοί του αντιμακεδονικού κόμματος θεώρησαν, ότι βρήκαν την ευκαιρία να εκδικηθούν τους Μακεδόνες στο πρόσωπο του Αριστοτέλη. Γι’ αυτό το ιερατείο, με εκπρόσωπο του τον ιεροφάντη της Ελευσίνιας Δήμητρας Ευρυμέδοντα και η σχολή του Ισοκράτη, με το Δημόφιλο, κατηγόρησαν τον Αριστοτέλη για ασέβεια. Όμως ο Αριστοτέλης, επειδή κατάλαβε τα πραγματικά κίνητρα και τις αληθινές προθέσεις των πολιτικών του αντιπάλων και επειδή ήταν αποφασισμένος να εμποδίσει τους Αθηναίους «να διαπράξουν και δεύτερο αδίκημα κατά της φιλοσοφίας», παρέδωσε τη σχολή στον Θεόφραστο, αποσύρθηκε στη Χαλκίδα, πριν δικαστεί (323 π.χ.). Εκεί, έμεινε στο σπίτι της μητέρας του, μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του Ερπυλλίδα και τα δύο του παιδιά, το Νικόμαχο και την Πυθιάδα. Λίγους μήνες αργότερα πέθανε από στομαχικό νόσημα, που τον ταλαιπωρούσε για πολλά χρόνια, μέσα σε θλίψη και μελαγχολία. Τα σώμα του μεταφέρθηκε στα Στάγιρα, όπου θάφτηκε με εξαιρετικές τιμές. Οι συμπολίτες του τον ανακήρυξαν «οικιστή» της πόλης και έχτισαν βωμό πάνω στον τάφο του. Στη μνήμη του καθιέρωσαν γιορτή, τα «Αριστοτέλεια» και ονόμασαν έναν από τους μήνες «Αριστοτέλειο». Η πλατεία όπου θάφτηκε ορίστηκε ως τόπος των συνεδρίων της βουλής. Ακόμη και μετά το θάνατο του λαμπρού φιλοσόφου, η σχολή εξακολούθησε να ακμάζει και να ακτινοβολεί, έχοντας στη διεύθυνση το Θεόφραστο, που ο Αριστοτέλης θεώρησε καταλληλότερο.

Η προσωπικότητα του Αριστοτέλη: Πολύτιμη πηγή πληροφοριών για το χαρακτήρα του Αριστοτέλη και γενικά τις σχέσεις του με τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του, συγγενείς, φίλους, ελεύθερους και δούλους, αποτελεί το κείμενο της διαθήκης του, που διασώθηκε από το Διογένη. Σ? αυτό διαφαίνεται πως ήταν άνθρωπος που είχε αισθανθεί έντονα τη μοναξιά της ζωής και που ένιωθε ευγνωμοσύνη για όσους ανθρώπους συντέλεσαν αποτελεσματικά με τις φροντίδες τους, ώστε να απαλυνθεί εάν όχι εξαλειφθεί το αίσθημα του αυτό. Με τη διαθήκη του ζητούσε : να τον θάψουν δίπλα στη γυναίκα του Πυθιάδα, που είχε πεθάνει πριν. Στην Ερπυλλίδα, που είχε φροντίσει τον ίδιο προσωπικά, την οικογένειά του και το σπιτικό τους, να την αφήσουν να διαλέξει το καλύτερο από τα κτήματα του στη Χαλκίδα ή στα Στάγιρα και να ξαναφτιάξει τη ζωή της, αν η ίδια το θελήσει. Ήθελε την κόρη του να πάρει για γυναίκα του ο Νικάνωρ, ο γιός του Πρόξενου, του κηδεμόνα του. Όσον αφορά τους δούλους, επιθυμούσε να τους προστατέψουν και να τους αποκαταστήσουν οικονομικά και κοινωνικά. Τις δούλες συγκεκριμένα, να τις προικίσουν και να τις παντρέψουν με πρόσωπα που να έχουν καλό όνομα. Και τέλος, τα παιδιά των δούλων του ζήτησε «μη πωλείν όταν εν ηλικία γένωνται, ελεύθερους αφείναι κατ’ αξίαν», και μάλιστα για κάποιους προβλέπει την απελευθέρωση. Ακολουθώντας με τον τρόπο αυτό έμπρακτα μια από τις συστάσεις των «Πολιτικών» του. Άλλες πηγές μας πληροφορούν, ότι ο Αριστοτέλης ως άνθρωπος είχε πιστούς φίλους, αλλά και φοβερούς αντιπάλους (Επίκουρος, Τίμαιος, Ευβουλίδης κ.ά.), γιατί έβλεπαν με  φθόνο την ανωτερότητά του και αισθάνονταν ότι η παρουσία του τους μηδένιζε. Γι αυτό τον διέβαλαν με κάθε είδους συκοφαντίες. Τον παρουσίαζαν ως φιλάργυρο, φιλήδονο, ραδιούργο, μηχανορράφο, ακόμα ως οργανωτή δολοφονίας του Αλεξάνδρου κλπ. Όμως, όλα αυτά αναιρούνται από πολύ αξιόπιστες πηγές, που αποδεικνύουν τόσο ότι ο Αριστοτέλης υπήρξε η ενσάρκωση του ορθού μέτρου σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του, όσο και την έμφυτη ευγένεια και τρυφερότητα της ψυχής του. κάποιοι τον θεωρούσαν απλώς «ένσαρκη διάνοια», όμως η διαθήκη του δεν αφήνει αμφιβολία ότι υπήρξε ευγνώμων και στοργικός προς τους συνανθρώπους του άνθρωπος. Για την εμφάνιση και τον τρόπο ζωής του φιλοσόφου, δεν μπορούμε ένα μιλήσουμε με σιγουριά. Μια αξιόπιστη παράδοση όμως, τον θέλει φαλακρό, με αδύνατα πόδια, μικρά μάτια και τραύλισμα στην ομιλία, αλλά ιδιαίτερα καλοντυμένο. Ορισμένοι κακόβουλοι εχθροί του τον παρουσιάζουν θηλυπρεπή και μαλθακό. Το μόνο που μπορούμε να πούμε με σιγουριά με βάση τις ρητές του απόψεις, είναι το ότι δεν υπήρξε ασκητικός στις συνήθειές του. Λέγεται ακόμη, ότι είχε ειρωνική διάθεση που καθρεφτιζόταν στην έκφρασή του. Τέλος ο Διογένης Λαέρτιος μνημονεύει πολλά ρητά που φανερώνουν το ετοιμόλογο πνεύμα του.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία. 1) The Philosophy of Aristotle. 2) W. D. Ross, «Αριστοτέλης» ISBN ) Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα. 4) Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. 5) Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό. 6) Ιστορία του Πολιτισμού. 7) Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία. 8) W. K. C. Guthrie, A History of Greek Philosophy (τόμ. 1-2, Καίμπριτζ ). 9) D. J. Allan, The Philosophy of Aristotle (Home Univ. Libr., ) J. H. Randall, Aristotle (Νέα Υόρκη, Columbia, 1960). 11) E. R. Bevan, Stoics and Sceptics (Οξφόρδη ανατύπωση, Καίμπριτζ, Heffer, 1959). 12) H. I. Marrou, History of Education in Antiquity (αγγλ. μτφρ., Λονδίνο, Sheed and Ward, 1956 [ελλην. μτφρ. Θ.Φωτεινοπούλου, Αθήνα 1961]). 13) Day J. & Chambers M., Aristotle?s History of Athenian Democracy. Berkeley & Los Angeles, ) Kagan D., The Great Dialogue: A History of Greek Political Thought from Homer to Polybius. Νέα Υόρκη, / 10

10 15) Kagan D., Sources in Greek Political Thought. Νέα Υόρκη, ) Myres J. L., The Political Ideas of the Greeks. Λονδίνο, ) Allan D., The Philosophy of Aristotle. Λονδίνο, ) Brumbaugh R. S., The Philosophers of Greece. Νέα Υόρκη, ) Cherniss H. F., Aristotle?s Criticism of the Pre-Socratics. Βαλτιμόρη, ) Cherniss H. F., Aristotle?s Criticism of Plato and the Academy. Βαλτιμόρη, ) Jaeger W., Aristotle: Fundamentals of the History of his Development. Οξφόρδη, ) Randall J. H., Jr., Aristotle. Νέα Υόρκη, ) Solmsen F., Aristotle?s Natural World. Ιθάκη, ) Untersteiner M., The Sophists. Νέα Υόρκη, ) Wilamowitz-Moellendorff U. von, Aristoteles und Athen. Βερολίνο, ) Wilamowitz-Moellendorff U. von, Der Glaube der Hellenen, Βερολίνο, ) Jones J., On Aristotle and Greek Tragedy. Λονδίνο, ) Farrington B., Science and Politics in the Ancient World. Λονδίνο, ΠΗΓΗ: 10 / 10

ΑΜΑΛΙΑ Κ. ΗΛΙΑΔΗ, Φιλόλογος-Ιστορικός, Διευθύντρια 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων, Μαρτυρολόγια και Συναξάρια απ τα πρωτοχριστιανικά χρόνια έως τον 6 ο αι. μ.χ.: Η Πρώϊμη Βυζαντινή περίοδος μέσα απ τους βίους των αγίων. Τα αγιολογικά κείμενα της πρώϊμης βυζαντινής περιόδου ως ιστορικές πηγές. Επισημάνσεις και παρατηρήσεις.

ΑΜΑΛΙΑ Κ. ΗΛΙΑΔΗ, Φιλόλογος-Ιστορικός, Διευθύντρια 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων, Μαρτυρολόγια και Συναξάρια απ τα πρωτοχριστιανικά χρόνια έως τον 6 ο αι. μ.χ.: Η Πρώϊμη Βυζαντινή περίοδος μέσα απ τους βίους των αγίων. Τα αγιολογικά κείμενα της πρώϊμης βυζαντινής περιόδου ως ιστορικές πηγές. Επισημάνσεις και παρατηρήσεις.

Διορθώσεις: Βάσω Κ. Ηλιάδη Τα συγγραφικά δικαιώματα του βιβλίου ανήκουν στην κ. Αμαλία Κ. Ηλιάδη(συγγραφέα). Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, ολική ή μερική, περιληπτική, κατά παράφραση ή διασκευή και απόδοση του περιεχομένου της έκδοσης 24grammata.com  με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης, ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του συγγραφέα. (Νόμος 2121/1993 & διεθνής σύμβαση της Βέρνης που έχει κυρωθεί με τον Ν.100/1975). Copyright: Αμαλία Κ. Ηλιάδη Αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην αδερφή μου Βάσω Κ. Ηλιάδη.

[Ό,τι και να πει κανείς για τη σημασία της μελέτης των κειμένων είναι λίγο: είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο πιο ευχάριστος δρόμος για κάθε είδος μάθησης. Γνωρίστε τα πράγματα από πρώτο χέρι. Αντλείτε από την πηγή. Ερευνάτε και ξαναερευνάτε το κείμενο.] LA BRUYERE Les caractθres, De quelques usages, 72.

Περιεχόμενα Πρόλογος Εισαγωγή Κεφ. 1 ο : Θρύλοι για Αγίους και Μάρτυρες. α) Η ανακάλυψη της «Απάτης». β) Οι «Αληθινοί» Διωγμοί (Διωγμοί Χριστιανών στην Περσία απ τους αιρετικούς, απ τον Ιουλιανό τον Αποστάτη). γ) Η «κατασκευή» των Μαρτύρων. Κεφ. 2 ο Η λατρεία των Αγίων και των Λειψάνων τους. Κεφ.3 ο : Αναλυτική παρουσίαση Μαρτυρολογίων-Συναξαρίων-Βίων Αγίων (3 ος -6 ος αι. μ.χ.)-προβλήματα που θέτουν. Επί μέρους Παρατηρήσεις-Επισημάνσεις. Κεφ.4 ο : Διαπλοκή προφορικότητας (λαϊκών αφηγήσεων και Μύθων-Παραμυθιών) με τα γραπτά Αγιολογικά Κείμενα (Μαρτυρολόγια, Συναξάρια, Βίους Αγίων) της Πρώϊμης Βυζαντινής Περιόδου. Η Σχέση τους με το μαγικό παραμύθι. 24grammata.com 2

3 Κεφ.5 ο : Συνοπτική επισκόπηση της Ιστορίας του Πρώϊμου Βυζαντινού Κράτους (3 ος – 6 ος αι. μ.χ.). Εξέταση των βασικών της πτυχών-παραμέτρων [π.χ. όρια, Κων/πολη:η νέα πρωτεύουσα, κοινωνική κινητικότητα, οι κάτοικοι, τα κοινωνικά φύλα και οι ρόλοι τους, δημόσιοι ρόλοι, ιδιωτικοί ρόλοι: η οικογένεια, απ τον Καίσαρα στο Θεό, Χριστιανισμός και Εκκλησία, Σύνοδος Νίκαιας (325 μ.χ.), κοινωνική διαστρωμάτωση: humiliores κ.τ.λ., ο στρατός, ο Καιρός του Ιουστινιανού κ.ά.]. -Παράρτημα: Ο πρωτομάρτυρας άγιος των Άγγλων St.Alban (Άγιος Αλβανός). -Βιβλιογραφία Α (για το Βυζάντιο)- Συμπληρωματική βιβλιογραφία για τους Βίους των Αγίων. -Βιβλιογραφία Β (γενική, για το παραμύθι). -Βιβλιογραφία Γ (για τη θεωρία της προφορικότητας στη Λογοτεχνία).

Πρόλογος: Το βιβλίο αυτό, απόρροια της μακρόχρονης ενασχόλησής μου με τα Συναξάρια, τα Μαρτυρολόγια και εν γένει τα Αγιολογικά κείμενα της Πρώϊμης Βυζαντινής περιόδου (3 ος αι.-6 ος αι.μ.χ.), αποτελεί τον Γ τόμο της Αγιολογικής μου Τριλογίας, η οποία αναφέρεται στη Μελέτη των Κειμένων των Βίων των Αγίων ως Ιστορικών πηγών. Τα Συναξάρια, τα Μαρτυρολόγια κι οι Βίοι της Πρώϊμης Βυζαντινής περιόδου, μελετούμενοι ως ιστορικές πηγές, μας αποκαλύπτουν έναν εξαιρετικά μεγάλο πλούτο παντοειδών πληροφοριών ως προς τα ιστορικά γεγονότα (πολιτικά, στρατιωτικά, κοινωνικά), ως προς τις αντιλήψεις, στάσεις, αξίες της κοινωνίας της υπό μελέτης περιόδου (Πρωτοβυζαντινής), ως προς την κουλτούρα (πνευματική καλλιέργεια) των συγγραφέων τους και του αναγνωστικού τους κοινού και, βέβαια, ως προς την, εν γένει, κοινωνική και οικονομική κατάσταση του βυζαντινού κράτους κατά την πρώϊμη περίοδο της ζωής του(3 ος -6 ος αι. μ.χ.). Κυρίως όμως αποκαλύπτουν, με ενάργεια και αμεσότητα, τη διαπλοκή των κειμένων αυτών με στοιχεία λογοτεχνικής προφορικότητας και προφορικών «μυθικών» παραδόσεων, οι περισσότερες απ τις οποίες ανάγονται στην ελληνική αρχαιότητα. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πολιτιστική πρωτοτυπία η οποία ενοποιεί, συνδέοντάς τες με εσωτερικά λεπτά νήματα, τις δυο ομόρριζες συνιστώσες της λογοτεχνικής δημιουργίας: την προφορική λογοτεχνική παράδοση και την αντίστοιχη γραπτή. Ακόμη ενοποιεί και συνδέει με άρρηκτους δεσμούς την αρχαία ελληνική λαϊκή και λόγια σκέψη και φιλοσοφία με την αντίστοιχη βυζαντινή.

Η εργασία και η συγγραφέας οφείλουν τα μέγιστα στην Βάσω Ηλιάδη, χωρίς την ηθική και πρακτική συμπαράσταση της οποίας, δεν θα ήταν δυνατόν να φτάσει ποτέ η μελέτη αυτή στην ολοκλήρωσή της. Για μια ακόμη φορά της εκφράζω την πιο βαθιά μου ευγνωμοσύνη. Αμαλία Κ. Ηλιάδη Τρίκαλα, Ιούνιος grammata.com 3

η συνέχεια στα: https://docplayer.gr/67890400-24grammata-com-1-amalia-k-iliadi-filologos-istorikos-psifidoto-5-oy-ai-galla-placidia-ravenna.html

http://www.24grammata.com/wp-content/uploads/2010/12/Marturologia.pdf

http://www.archive.gr/publications/byzantium/martyrologio.pdf

«Iστορική αποτίμηση του βίου και της πολιτείας του Συμεών, του δια Χριστόν Σαλού». Γράφει η Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ., Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

«Iστορική αποτίμηση του βίου και της πολιτείας του Συμεών, του δια Χριστόν Σαλού».
Γράφει η Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός,
Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ., Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.
Η εικόνα ίσως περιέχει: την Amalia Iliadi, κάθεται και εσωτερικός χώρος
Οι τρελοί, οι σαλεμένοι, αλλά σοφοί και Δάσκαλοι της ανθρωπότητας δεν ήταν μόνο οι “σοφοί του Δρομοκαΐτειου”. Αξιοθαύμαστους τρελούς (σαλούς δια Χριστόν) έχουμε και στην εκκλησιαστική παράδοση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Άγιοι Ανδρέας και Συμεών και άλλοι.
Οι σαλοί Άγιοι και η ζωή τους αποτελούν μια ρωγμή στο κοσμικό κατεστημένο της κοινωνίας και της εκκλησίας και μια πραγματική υπέρβαση της εκκλησιαστικής τάξεως. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο Χριστός κατακρίθηκε από το Ιουδαϊκό ηθικό και θρησκευτικό κατεστημένο ως συνεργός του δαίμονα και ακόμη περισσότερο σαν δαιμονισμένος, αφήνει περιθώρια στην Εκκλησία για την εμφάνιση μιας χαρισματικής σαλότητας. Φαίνεται ότι όσο η εκκλησία ασκούσε με ένταση και κάτω απ’ την πίεση των διωγμών το ιεραποστολικό της έργο, φαινόμενα ιερής «τρέλας» ήταν ιδιαίτερα θαυμαστά και ευπρόσδεκτα. Αργότερα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, όταν η εκκλησία έχει αποκτήσει πλέον έναν κώδικα εξουσίας και θρησκευτικού φορμαλισμού, οι προηγούμενες περιπτώσεις σχεδόν εξαφανίζονται. Από καιρό σε καιρό όμως εμφανίζονται μερικοί χριστιανοί, μοναχοί κυρίως, που ζουν μια ζωή που δεν ταιριάζει σ’ αυτόν τον κώδικα. Η ζωή τους είναι γεμάτη παραξενιές που προκαλούν σκανδαλισμό. Η συμπεριφορά τους δεν προσαρμόζεται σε κάποια παραδεκτή μορφή χριστιανικής ζωής. Μοιάζουν πάρα πολύ με ανθρώπους που έχουν προβλήματα με τη διανοητική τους κατάσταση και τους ονομάζουν «σαλούς», δηλαδή τρελούς. Αυτών όμως των ανθρώπων η σαλότητα διαφέρει. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι η ζωή τους είναι γεμάτη από φιλοσοφικές διδασκαλίες και παράδοξες θαυματουργίες. Γι’ αυτό η επίσημη Εκκλησία τους ονόμασε «δια Χριστόν σαλούς». Οι πιο γνωστοί είναι οι Άγιοι Ανδρέας και Συμεών.
Εκτός όμως απ’ αυτούς υπήρχαν και πολλοί άλλοι που αυτοονομάζονταν «σαλοί δια Χριστόν», με αποτέλεσμα πολλοί εκκλησιαστικοί άνδρες να κάνουν αρνητικές κρίσεις, όπως ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος ή ο Φιλόθεος Κόκκινος. Φαίνεται όμως ότι το πρόβλημα ήταν αρκετά μεγάλο. Η εν Τρούλω Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος, μάλιστα, έφτασε στο σημείο να ασχοληθεί μ’ αυτό το πρόβλημα και ν’ αναφερθεί σε ειδικό κανόνα της (ξ΄) σ’ αυτούς. Τους ονομάζει «υποκρινομένους δαιμονάν» και «τρόπων φαυλότητι προσποιητώς τα εκείνων σχηματιζομένους».
Τέτοιος είναι και ο Άγιος Συμεών ο δια Χριστόν Σαλός. Τον βίο του έγραψε ο Επίσκοπος Νεαπόλεως (Λεμεσού) της Κύπρου Λεόντιος που έζησε όταν αυτοκράτορας ήταν ο Μαυρίκιος (582-602). Εκτός από
αυτό το βίο, έγραψε και άλλα αξιόλογα έργα: «Βίος Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος», «Εις την Μεταμόρφωσιν», «Εις τον Συμεώνα και ότε εδέξατο τον Κύριον εις τας αγκάλας αυτού», «Εις την ημέρα της Αγίας Μεσοπεντηκοστής». Αυτό το πλήθος των έργων, έκανε τον Δαμασκηνό να πει ότι: «τοις εαυτού λόγοις την Κυπρίων κατεκόσμησεν νήσον». Υπήρξε σύγχρονος του Αγίου Συμεών και με μεγάλη γλαφυρότητα περιέγραψε, με γλώσσα της εποχής, τον «Βίο και Πολιτεία του αββά Συμεών του δια Χριστόν επονομασθέντος Σαλού». Το κείμενο αναφέρεται συχνά σε διωγμούς και ξυλοδαρμούς του Αγίου, του οποίου η ταφή γίνεται χωρίς καμιά χριστιανική ακολουθία, στο «ξενοτάφιο». Εξάλλου μόνιμη αρχή του Συμεών, που τον συνόδευε απαρέγκλιτα σ’ όλο του το βίο, υπήρξε η αποταγή του «κόσμου». Γι’ αυτόν, όπως και για το σύντροφό του Ιωάννη, το πρόβλημα τίθεται κατά τρόπο διαζευκτικό: από το ένα μέρος «η οδός η απάγουσα εις την ζωήν» εκπροσωπείται από το δρόμο που οδηγεί στον Ιορδάνη ποταμό, από την άλλη «η οδός η απάγουσα εις τον θάνατον» εκπροσωπείται από τον δημόσιο δρόμο. Έτσι, και με τη χάρη του Θεού ο Συμεών ο Σαλός φτάνει στην τέλεια απάθεια.
Σύμφωνα με το βιογράφο του, ο Συμεών έφτασε σε τέτοιο ύψος καθαρότητας και απάθειας, ώστε πέρασε δια μέσου αυτών των εμπειριών που για τους εμπαθείς και σαρκώδεις ανθρώπους θεωρούνται μολυσμός, βλάβη και εμπόδιο της ενάρετης ζωής, χωρίς να μολυνθεί, σαν μαργαριτάρι από βόρβορο. Και βέβαια αμαρτωλή και γεμάτη πειρασμούς θεωρεί τη ζωή στην πόλη, τη συναναστροφή με γυναίκες και την εν γένει απάτη του βίου. Eνώ δηλαδή η πόλη ταυτίζεται με την αμαρτία, η ύπαιθρος συνδέεται με την αγνότητα, κατά μια απόλυτη έννοια. Στη συνέχεια ζητά από αυτούς που θα ακούσουν ή θα διαβάσουν τη διήγηση της αγγελικής του πολιτείας (εξάλλου, η ακρόαση βίων σε ομήγυρη στο ναό ανήμερα της γιορτής του Αγίου ήταν συνήθης πρακτική απ’ τα πρωτοχριστιανικά ακόμη χρόνια) να προσέξουν τα λεγόμενα με φόβο Κυρίου και με πίστη χωρίς δισταγμούς, όπως αρμόζει σε αληθινούς χριστιανούς.
Στην περίπτωση του Συμεών του Σαλού συνέβη κάτι ανάλογο μ’ αυτό που βλέπουμε στις πολεμικές παρατάξεις, όταν όλοι οι στρατιώτες είναι παραταγμένοι μαζί: εκεί όσοι έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, περισσότερο όμως στη δύναμη του Θεού, στα πολεμικά τους όπλα και στην εξαιρετική και πολυχρόνια πολεμική εμπειρία τους, αυτοί μόνο βγαίνουν έξω από το πλήθος για να μονομαχήσουν με τους αντιπάλους τους. Το ίδιο λοιπόν έκανε κι αυτός ως εξαίρεση στον κανόνα.
Στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού, στη γιορτή της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού συγκεντρώθηκαν πλήθος οι ευσεβείς χριστιανοί, όπως συνήθιζαν, στους Αγίους Τόπους για να προσκυνήσουν. Εκεί, λοιπόν, συναντήθηκαν κατά σύμπτωση της τύχης ή κατ’ οικονομία θεού δύο νέοι από τη Συρία: ο Ιωάννης και ο Συμεών. Έμειναν στα Ιεροσόλυμα μερικές μέρες κι, όταν τελείωσε η άγια γιορτή, αναχώρησε ο καθένας για την πόλη του. Όμως, από τη στιγμή που συναντήθηκαν, γεννήθηκε ανάμεσά τους μια δυνατή αγάπη και φιλία που τους ώθησε να συγκατοικήσουν. Έτσι, επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, πορεύτηκαν μαζί, μη χωριζόμενοι ποτέ, έχοντας, βέβαια μαζί και τους γονείς τους. Ο Ιωάννης είχε ένα γέροντα πατέρα, μητέρα όμως όχι. Ήταν είκοσι δύο ετών και εκείνο το χρόνο είχε νυμφευτεί. Ο Συμεών δεν είχε πατέρα, αλλά μόνο μητέρα που ήταν ογδόντα περίπου ετών και κανένα άλλο συγγενή. Η ιδιόμορφη αυτή συμβίωση τόσων ανθρώπων κράτησε μικρό χρονικό διάστημα, ώσπου κάποια μέρα, κατεβαίνοντας τον κατήφορο της Ιεριχούς και περνώντας την πόλη, ο Ιωάννης είδε τα μοναστήρια γύρω από τον Ιορδάνη και πρότεινε στο Συμεών να εγκατασταθούν σ’ ένα από τα οικήματά τους. Και οι δυο τους κάθονταν πάνω σε άλογα, γιατί οι γονείς τους ήταν πολύ εύποροι. Αμέσως ξεπέζεψαν και, δίνοντας τα άλογα στους δούλους τους και λέγοντάς τους να προχωρήσουν, αποφασίζουν να παίξουν στην τύχη την περαιτέρω πορεία τους στη ζωή. Στο σημείο αυτό της διήγησης αναβιώνει ο αρχαιοελληνικός μύθος της Αρετής και της Κακίας που καθόρισε το βίο του Ηρακλή: οι δυο αχώριστοι φίλοι προσευχήθηκαν, στάθηκαν ο ένας στο δρόμο που οδηγούσε στα μοναστήρια κι ο άλλος στο δρόμο που οδηγούσε στην πόλη κι αποφάσισαν ν’ ακολουθήσουν το δρόμο εκείνου που θα κέρδιζε στον κλήρο. Καθώς γνώριζαν τέλεια τα ελληνικά και ήταν, σύμφωνα με τον αφηγητή, στολισμένοι με πολλή φρόνηση, δεν δυσαρεστήθηκαν καθόλου που ο κλήρος έδειξε το δρόμο προς τα μοναστήρια του Ιορδάνη. Τουναντίον μάλιστα! Έπεσε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και φιλιόντουσαν τρελοί από χαρά.
Το παραπάνω ενδιαφέρον περιστατικό το διηγήθηκε ο Συμεών ο Σαλός σε κάποιον διάκονο της Εκκλησίας της Έμεσας, όπου και προσποιήθηκε τον σαλό. Αυτός ο διάκονος ονομαζόταν Ιωάννης και είναι το πρόσωπο που διέσωσε προφορικά το βίο του Συμεών, αφηγούμενός τον με τη σειρά του στο συγγραφέα του. Με τον τρόπο αυτό της διπλής προφορικής αφήγησης που κατέληξε σε γραπτή, περνώντας μέσα απ’ τα μνημονικά και νοητικά ή συνειδησιακά φίλτρα τριών διαφορετικών προσώπων, δυο αφηγητών κι ενός καταγραφέα, σίγουρα αρκετά στοιχεία ξεχάστηκαν ή και παραποιήθηκαν, ηθελημένα ή αθέλητα, στο πέρασμα του χρόνου, όπως επίσης και κατά τις μεταβάσεις της διήγησης από τη μία μορφή λόγου στην άλλη.
Κατά την παραμονή τους στη μονή του Αββά Γερασίμου γίνεται στους δυο φίλους λόγος για την προστασία τους απ’ την αυθαιρεσία των αρχόντων. Επίσης συνδέεται ο στρατός με την εκκλησία μέσα από παραλληλισμούς και αναγωγές του συνήθους τύπου για την πολιτική ιδεολογία και θεωρία των Βυζαντινών που συγκρίνει τη στράτευση στον επίγειο μ’ αυτή στον ουράνιο βασιλιά. «Βασιλεία», «Στρατεία» και «φιλοτιμία» αποτελούν στενά συνδεδεμένο τρίπτυχο ιδιοτήτων και θεσμών, το οποίο αισθητοποιείται στην ακόλουθη ρήση του βίου: «Για σκεφτείτε: αν ο επίγειος βασιλιάς σας παρακινούσε να υπηρετήσετε ως πατρίκιοι ή θαλαμηπόλοι στο παλάτι του, που θα χαθεί κάποτε και θα αφανιστεί σαν σκιά και όνειρο, δεν θα καταφρονούσατε τα πάντα και δεν θα τρέχατε αμέσως σ’ αυτόν με την επιθυμία να δείτε το πρόσωπό του, να μιλήσετε μαζί του και να απολαύσετε τιμές κοντά του; Και δεν θα προτιμούσατε να υπομείνετε κάθε πόνο και κόπο και το θάνατο ακόμη, μόνο και μόνο για να αξιωθείτε να δείτε εκείνη την ημέρα, που ο βασιλιάς, μπροστά σε όλη τη σύγκλητο, θα σας δεχόταν τιμητικά στην υπηρεσία του»;
Ακόμη υποτιμάται η υπόσταση του δούλου ανθρώπου σε σχέση με του βασιλιά και του αρχόντου, καθώς ο αφηγητής θεωρεί αμελητέο να χυθεί αίμα δούλου αλλά αντίθετα φοβερό να χυθεί αίμα βασιλιά. Φαίνεται πως η χριστιανική διδασκαλία με τη διακήρυξή της περί ισότητας των ανθρώπων, ανεξάρτητα από καταγωγή και φύλο, δεν είχε εμπεδωθεί ακόμη στην πράξη.
Στη συνέχεια του βίου του Συμεών αναφέρεται η παρουσία ομάδας ευνούχων στο μοναστήρι που κρατώντας λαμπάδες και σκήπτρα στο χέρι συμμετέχουν στις τελετουργίες τους. Αναφέρεται επίσης η δωροδοκία ως αντίτιμο για την άφεση των αμαρτιών και αναρωτιέται κανείς αν ο χριστιανισμός βιωνόταν στην καθαρότερη και πνευματικότερη μορφή του στα κοινόβια ή στην κατ’ ιδίαν άσκηση. Εντύπωση επίσης κάνει το γεγονός πως ο ένας απ’ τους δυο φίλους, ο Ιωάννης, παρακαλεί το Θεό να πεθάνει η γυναίκα του, ώστε να πάψει να τη σκέφτεται, με σκοπό να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο μοναχικό βίο. Η υπερβολή αυτή στην απόρριψη της γυναικείας φύσης, ως στοιχείο πειρασμού και δαιμονικότητας, αποτελεί κοινό τόπο στους βίους των Αγίων της Βυζαντινής Ανατολής. Η μόνη σωτηρία για το εκ φύσεως αμαρτωλό γυναικείο φύλο ήταν ο θάνατος ή η επιλογή της μοναχικής κουράς.
Αργότερα ο ένας απ’ τους δυο φίλους, ο Συμεών, δηλώνει στον Ιωάννη ότι αποφάσισε να «εμπαίξει» τον κόσμο, δηλαδή να γίνει σαλός. Ο Ιωάννης προσπαθεί να τον αποτρέψει λέγοντάς του τα ακόλουθα: «Πρόσεξε, φυλάξου, αδελφέ μου Συμεών μήπως όσα μάζεψε η έρημος, τα σκορπίσει ο κόσμος. Και ό,τι ωφέλησε η ησυχία, το καταστρέψει η ταραχή. Και όσα σου πρόσφερε η αγρυπνία, τα χάσεις με τον ύπνο. Ασφαλίσου, αδελφέ μου, μήπως τη σωφροσύνη της μοναχικής ζωής την καταστρέψει η απατηλή κοσμική ζωή. Πρόσεχε μήπως τον καρπό της στερήσεως των γυναικών από τις οποίες σε έσωσε μέχρι σήμερα ο Θεός, τον καταστρέψει η συναναστροφή σου μ’ αυτές. Πρόσεχε μήπως την ακτημοσύνη την αφαιρέσει η φιλοκτημοσύνη, μήπως το σώμα που έλιωσε από τη νηστεία, παχύνει πάλι από τις τροφές. Πρόσεχε, αδελφέ μου, μήπως χάσεις την κατάνυξή σου με το γέλιο και την προσευχή σου με την αμέλεια. Πρόσεχε, σε παρακαλώ, μήπως, ενώ το πρόσωπό σου γελάει, ο νους σκορπίζεται, μήπως αυτά που αγγίζουν τα χέρια τ’ αγγίζει και η ψυχή, μήπως ενώ το στόμα τρώει, η καρδιά αισθάνεται ηδονή, μήπως, ενώ τα πόδια βαδίζουν, διαταραχθεί με τρόπο άτακτο η εσωτερική σου ησυχία και με λίγα λόγια, μήπως όσα κάνει το σώμα εξωτερικά τα κάνει και η ψυχή εσωτερικά. Αλλά, αν πήρες από το Θεό δύναμη, αδελφέ μου, ώστε οτιδήποτε και να κάνει το σώμα, σχήματα, λόγια ή πράξεις, να μένει ατάραχος και ασύγχυτος ο νους και η καρδιά σου, και να μη μολύνεται και να μη βλάπτεται καθόλου από αυτά, πραγματικά εγώ χαίρομαι για τη σωτηρία σου».
Στα επόμενα επεισόδια του βίου του ο Συμεών έχει ήδη μεταβεί στην πόλη και «εμπαίζει» τον κόσμο, μεταστρέφοντας Εβραίους και κακόπιστους ανθρώπους στο Χριστιανισμό, σώζοντας γυναίκες άσεμνες ή πόρνες, είτε οδηγώντας τες σε νόμιμο γάμο με παιγνιώδεις ενέργειες, είτε προσελκύοντάς τες με χρήματα και κατορθώνοντας να τις σωφρονήσει, κι άλλες φορές πάλι φέρνοντάς τες σε κατάνυξη ώστε ν’ ακολουθήσουν το μοναχικό βίο.
Μετά από τριήμερη παραμονή του στους Αγίους Τόπους ο Συμεών μετέβη στην Έμεσα. Πριν μπει μέσα στην πόλη, βρήκε ένα ψόφιο σκύλο πάνω στην κοπριά του σκουπιδότοπου και, αφού έλυσε το σχοινένιο ζωνάρι του, έδεσε το πόδι του σκύλου και άρχισε να τρέχει σέρνοντάς τον, επεισόδιο που θυμίζει, αν και κάπως αμυδρά, τη «σκυλίσια» ζωή του αρχαίου φιλόσοφου Διογένη. Με τον τρόπο αυτό μπήκε από την πύλη, κοντά στην οποία ήταν ένα σχολείο. Μόλις τον είδαν τα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν: «Έ, ένας τρελός Αββάς» και να τρέχουν από πίσω του και να τον χτυπούν. Την επόμενη μέρα πήγε στην εκκλησία με την ίδια ατημέλητη εμφάνιση, προκαλώντας σιωπηλά το εκκλησίασμα. Με πολύ κόπο τον έβγαλαν έξω οι αξιοπρεπείς χριστιανοί που παρακολουθούσαν τη λειτουργία, αλλά, καθώς έβγαινε, αναποδογύρισε τα τραπέζια μερικών που πουλούσαν μικρές πίτες, σκηνή που μας φέρνει συνειρμικά στο νου το Χριστό να εκδιώκει με μένος τους εμπόρους από το Ναό. Τη στιγμή εκείνη τον είδε κάποιος «φουσκάριος» (πωλητής φούσκας, δηλαδή λαϊκού ροφήματος των Βυζαντινών, αλλά και άλλων ειδών όπως φακών, ρεβιθιών, κουκιών. Κατά το Λεξικό Du Cange, «φούσκα εστίν όξος και ύδωρ θερμόν και ωά δύο») και μη ξέροντας ότι προσποιείται το σαλό του προτείνει, αντί να γυροφέρνει, να στέκεται και να πουλά λούπινα. Εκείνος δέχτηκε. Όταν λοιπόν τον έβαλε να πουλάει, άρχισε να τα μοιράζει δωρεάν στον κόσμο και ο ίδιος να τρώει άπληστα, θέλοντας, προφανώς, μ’ αυτό τον τρόπο, να πλήξει την αρχή της ιδιοκτησίας, κατοχής και εμπορίας, με σκοπό το κέρδος, των αγαθών της γης. Τότε, η γυναίκα του φουσκάριου αντέδρασε, λέγοντας ότι ο υποτιθέμενος Αββάς έφαγε ένα δοχείο λούπινα, από αυτά που είχε για να μετράει τις ποσότητες. Δεν ήξερε, βέβαια, ακόμη, πως ό,τι περιείχαν τα υπόλοιπα δοχεία δηλ. κουκιά, φακές, ρεβίθια κι όλα τα άλλα, τα είχε μοιράσει σ’ όσους έκαναν την ίδια δουλειά και σ’ άλλους ανθρώπους, παρά νόμιζε ότι τα πούλησε. Όταν το ζευγάρι, στη συνέχεια, άνοιξε το ταμείο και δεν βρήκε χρήματα, συγχυσμένο, χτύπησε τον Συμεών και τον έδιωξε απ’ τη δουλειά, αφού, βέβαια, του μάδησε μαλλιά και γένια. Το απόγευμα της ίδιας μέρας του ξυλοδαρμού του, ο Συμεών, σα γνήσιος Αββάς, θέλησε να θυμιατίσει. Δεν είχε φύγει, όμως, ακόμη απ’ το σπίτι των εμπόρων, αλλά κοιμήθηκε έξω απ’ την πόρτα τους. Και, επειδή δεν έβρισκε κανένα κεραμίδι, έβαλε το χέρι του στην ανθρακιά, το γέμισε με κάρβουνα και άρχισε να θυμιατίζει. Ο φουσκάριος πρέπει να αναφερθεί πως ανήκε στην αίρεση των «ακέφαλων Σευηριτών». Ακέφαλοι ονομάστηκαν, αρχικά, οι Αιγύπτιοι μονοφυσίτες (5ος αιώνας), οι οποίοι αποσχίστηκαν από τον μετριοπαθή αρχιεπίσκοπό τους Πέτρο Αλεξανδρείας το Μογγό, μένοντας χωρίς επίσκοπο (κεφαλή). Στη συνέχεια, η ονομασία δόθηκε σ’ όλους τους Μονοφυσίτες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όσο για τους Σευηρίτες, αυτοί υπήρξαν Μονοφυσίτες οπαδοί του Σεβήρου, Πατριάρχου Αντιοχείας και ηγέτη της Μονοφυσιτικής κινήσεως του 6ου αιώνα.
Και τώρα, συνέχεια των γοητευτικών περιπετειών του Συμεών του Σαλού: κάποτε, έκανε το σερβιτόρο, προσφέροντας θερμά ποτά σ’ ένα καπηλειό, για να εξοικονομεί το φαγητό του. Ήταν άσπλαχνος όμως ο κάπελας και πολλές φορές δεν του έδινε ούτε φαγητό, μολονότι έκανε πολλή δουλειά εξαιτίας του, αφού ο Συμεών προσέλκυε με την παρουσία του πολλούς πελάτες στο μαγαζί του, λειτουργώντας ως κράχτης δελεαστικός και προσφέροντας φαιδρό δημόσιο θέαμα με το οποίο διασκέδαζαν οι θαμώνες του καπηλειού του. Μια μέρα μπήκε μέσα στο καπηλειό ένα φίδι και ήπιε κρασί από μια στάμνα, μέσα στην οποία έσταξε το δηλητήριό του. Ο Αββάς Συμεών εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή δεν βρισκόταν μέσα στο καπηλειό, γιατί έπαιζε έξω με τον κόσμο, κι έτσι ενοχοποιήθηκε και γι’ αυτό το συμβάν.
Στην πόλη της Έμεσας υπήρχαν δυο λουτρά γειτονικά μεταξύ τους, ένα ανδρικό και ένα γυναικείο. Εκεί κοντά σύχναζε αρκετές φορές ο Συμεών.
Ένα άλλο περιστατικό, στο οποίο και πάλι πρωταγωνιστεί ο Συμεών, συνέβη έξω από την πόλη, όπου, τρέχοντας, μερικοί έπαιζαν λυσόπορτα, ομαδικό παιχνίδι της εποχής. Ένας απ’ αυτούς που ήταν γιος του Διακόνου Ιωάννη, του φίλου του Συμεών, είχε κάνει έρωτα πριν λίγες μέρες με μια παντρεμένη γυναίκα. Η μοιχεία ήταν σύνηθες φαινόμενο κι εκείνη την εποχή, παρ’ όλο που τιμωρούνταν αυστηρά απ’ το νόμο.
Κάποτε μερικοί μίμοι έκαναν το νούμερό τους στο θέατρο. Μαζί τους ήταν και κάποιος ταχυδακτυλουργός. Ο Συμεών, θέλοντας να τον κάνει να σταματήσει αυτά που έκανε (γιατί είχε κάνει μερικά καλά έργα), δεν το θεώρησε υποτιμητικό να πάει στο θέατρο, αλλά πήγε και στάθηκε κάτω από την εξέδρα που έπαιζαν οι μίμοι. Όταν είδε ότι ο ταχυδακτυλουργός άρχισε να κάνει αθέμιτα πράγματα, ρίχνει μια πολύ μικρή πέτρα, αφού έκανε πάνω της το σημείο του σταυρού, και τον χτύπησε στο δεξί του χέρι και του το ξέρανε, χωρίς να καταλάβει κανείς ποιος έριξε την πέτρα.
Κάποιος μοναχός που φορούσε στεφάνι από βάγια, ως άλλος αρχαίος Έλληνας θεός, περιφερόταν κι αυτός στην πόλη όπως ο Συμεών, προκαλώντας το κοινό αίσθημα περί ευπρέπειας των μοναχών.
Κάποτε που «ήταν να γίνει» μεγάλος σεισμός στην πόλη, σύμφωνα με διάφορες προφητείες που κυκλοφορούσαν, την εποχή που καταστράφηκε η Αντιόχεια, στα χρόνια της βασιλείας του Μαυρικίου (τότε ήταν που έφυγε από την έρημο ο όσιος και κατέβηκε στον κόσμο), άρπαξε το «λουρί» από ένα σχολείο και άρχισε να χτυπάει τους στύλους και να λέει στον καθένα: «Είπε ο κύριός σου να σταθείς». Και όταν έγινε σεισμός, κανείς απ’ όσους στύλους χτύπησε δεν έπεσε. Σε κάποιο στύλο όμως είχε πει: «Εσύ ούτε να πέσεις ούτε να σταθείς». Αυτός σχίστηκε από πάνω μέχρι κάτω, έγειρε λίγο κι έμεινε έτσι. Κανείς δεν είχε καταλάβει τι έκανε ο «μακάριος», αλλά όλοι πίστευαν ότι από την παραφροσύνη του είχε χτυπήσει τους στύλους.
Άλλοτε που ήταν να πέσει θανατικό στην πόλη, πέρασε απ’ όλα τα σχολεία και φιλούσε τα παιδιά λέγοντας στο καθένα κάτι σαν γι’ αστείο. Οι δάσκαλοι τον κορόιδευαν και μερικές φορές μάλιστα τον χτυπούσαν με το λουρί και έκαναν νόημα και στα παιδιά και τον κοροϊδεύανε.
Είχε τη συνήθεια ο όσιος να πηγαίνει στα σπίτια των πλουσίων και να παίζει και να προσποιείται πολλές φορές ότι φιλάει τις δούλες τους. Μια φορά κάποιος άφησε έγκυο μια δούλη κάποιου πλουσίου. Όταν η κυρία της τη ρώτησε ποιος τη διέφθειρε, επειδή δεν ήθελε να το φανερώσει, φόρτωσε κι αυτή την ευθύνη στο εύκολο θύμα, στο Συμεών το Σαλό. Ένας πλούσιος χριστιανός, μάλιστα, θέλοντας να επιπλήξει ορισμένους γνωστούς του, οι οποίοι είχαν εντυπωσιαστεί απ’ τα παράδοξα καμώματα του Συμεών και ενδόμυχα τον παρέβαλαν με αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο, και, προσπαθώντας να τους επαναφέρει στην καθεστηκυία τάξη του ορθού χριστιανισμού, τους είπε τα ακόλουθα λόγια: «Πιστέψτε με, υπάρχουν Έλληνες που απόκτησαν περισσότερη σοφία απ’ αυτόν και περισσότερα βιβλία έγραψαν. Τι λέτε; Πρέπει κι αυτούς να τους επαινέσουμε για τις φλυαρίες τους»;
Απ’ τις ακόλουθες φράσεις του Συμεών: «Γιατί κατηγοράτε τα λούπινα; Σαράντα μέρες βράχηκαν», συμπεραίνουμε πως αυτά ανήκαν στα είδη βασικής διατροφής των ανθρώπων της περιοχής και της εποχής του, που βέβαια χρειαζόντουσαν κάποια προετοιμασία, προτού μαγειρευτούν. Κάποτε, που ήταν στο φουσκάριο, πήρε μια μέρα ένα πανδούρι (τρίχορδο μουσικό όργανο της οικογένειας του λαούτου) και άρχισε να παίζει, σ’ ένα στενοσόκακο, όπου «κατοικούσε» πνεύμα ακάθαρτο, την ευχή του μεγάλου Νίκωνα. Το δαιμόνιο, απ’ την τρομάρα που το έπιασε, εξ’ αιτίας της μελωδικής επωδού, έσπασε όλα τα πήλινα και γυάλινα αντικείμενα του παρακείμενου μαγαζιού.
Στη συνέχεια ο συγγραφέας του βίου περιγράφει με εξαιρετική ζωντάνια σκηνές του δρόμου με πρωταγωνιστές Εβραίους τεχνίτες, θεατρίνες, με τις οποίες ο Συμεών χόρευε κρατώντας τις απ’ το χέρι, κοινές – άσεμνες γυναίκες του πλήθους με τις οποίες έπαιζε και οι οποίες έβαζαν τα χέρια τους στον κόρφο του Συμεών και τον πείραζαν, του έδιναν μπάτσους και τον τσιμπούσαν. Μερικές φορές ο Σαλός έλεγε στις πόρνες: «Θέλεις να γίνεις φίλη μου και να σου δίνω εκατό νομίσματα;» Πολλές απ’ αυτές δελεάζονταν και συμφωνούσαν, τη στιγμή μάλιστα που τις επεδείκνυε και τα χρήματα. Όσες μάλιστα έπαιρναν τα χρήματα τις έβαζε να του ορκιστούν ότι θα του είναι πιστές. Συχνά ο Συμεών καθόταν κι έτρωγε σε ζαχαροπλαστεία της εποχής, δείχνοντας επιδεικτικά το γεμάτο πουγκί του με νομίσματα και προκαλώντας με τον τρόπο αυτό τους οικονόμους χριστιανούς. Μια μέρα, χόρευαν και γελούσαν σ’ ένα δρόμο κάτι κορίτσια και αποφάσισε να περάσει από κει. Όταν τον είδαν, άρχισαν να κατηγορούν τους μοναχούς. Αυτός, όμως, για να τις σωφρονήσει, προσευχήθηκε και αμέσως ο Θεός, σύμφωνα με τα λεγόμενα του βιογράφου του, τις τύφλωσε όλες. Τότε αυτές, συνειδητοποιώντας το σφάλμα τους, έτρεξαν ξοπίσω του μετανιωμένες, φωνάζοντας μ’ απελπισία. Όσες δέχτηκαν το φίλημα των ματιών τους απ’ το Σαλό θεραπεύτηκαν πάραυτα απ’ το Θεό, όσες όμως το αρνήθηκαν σθεναρά, έμειναν για πάντα τυφλές. Ο Συμεών είπε για την περίπτωσή τους: «Αν δεν τις στράβωνε ο Θεός, θα ξεπερνούσαν στην ασωτία όλες τις γυναίκες της Συρίας. Έτσι με την αρρώστια των ματιών τους γλιτώνουν απ’ τα πολλά τους κακά». Λίγο αργότερα ο φίλος του Συμεών διάκονος Ιωάννης τον καλεί σε γεύμα με καπνιστά, ωμά λαρδιά και κρέας καμήλας. Σ’ ένα συνηθισμένο γεύμα της αιγυπτιακής και συριακής ενδοχώρας και γενικότερα της Βυζαντινής Μέσης Ανατολής, μπορούσαν να περιλαμβάνονται επίσης, σύμφωνα με τη διήγηση, «καθαρά ψωμιά, ζεστά τηγανητά ψάρια, καλό κρασί σε καλοδουλεμένη στάμνα».
Μερικές φορές την Κυριακή ο Συμεών έπαιρνε μια σειρά λουκάνικα, τα φορούσε για ωράριο και κρατώντας στο αριστερό του χέρι σινάπι τα βουτούσε και τα έτρωγε από το πρωί. Μερικούς απ’ αυτούς που έρχονταν να παίξουν μαζί του τους άλειφε στο στόμα με το σινάπι. Κάποτε που ήρθε να παίξει μαζί του ένας χωρικός, που είχε άσπρα λευκώματα στα δυο του μάτια, τον άλειψε με το σινάπι και, αφού του είπε να πάει να πλυθεί με ξύδι και σκόρδα, ενώ αυτός είχε αφόρητους πόνους, τον θεράπευσε με τις οδηγίες του παρά τη δυσπιστία του. Απέδωσε μάλιστα την θεόθεν τύφλωσή του στην κλοπή γιδιών του γείτονά του, που είχε διαπράξει κρυφά. Εξάλλου, οι κλοπές ζώων και θησαυρών νομισμάτων ήταν συχνές στην Έμεσα, όπως φαίνεται από τη διήγηση του βίου.
Στο κείμενό μας αναφέρονται επίσης ξυλοδαρμοί και κακομεταχείριση δούλων, γυναικείες μαντείες με φυλαχτά και ξόρκια, ένα καμίνι Εβραίου υαλουργού το οποίο παρήγαγε μεγάλες ποσότητες γυάλινων αντικειμένων, συμμορίες φτωχών κλεφτών που για να επιβιώσουν κατέφευγαν σε απατεωνιές, κάποιος φτωχός αλλά αγαθός μουλαράς που ευεργετήθηκε απ’ τον όσιο Συμεών, το λεγόμενο γλιχώνι που ήταν κρασί αρωματισμένο με φλισκούνι (βλήχων), ασκιά αποθήκευσης οίνου και ξύδι.
Στο καλύβι που είχε ο Συμεών για να κοιμάται ή μάλλον για να αγρυπνεί τις νύχτες, δεν είχε απολύτως τίποτα παρά μόνο μια αγκαλιά κληματσίδες. Πολλές φορές, ενώ προσευχόταν όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί βρέχοντας το χώμα με τα δάκρυά του, έβγαινε, έκοβε ένα κλωνάρι ελιάς ή χόρτα, έκανε στεφάνι, το φορούσε και κρατώντας και στο χέρι του ένα κλαδί χόρευε φωνάζοντας: «Νίκες για το βασιλιά και την πόλη». Με την «πόλη» εννοούσε την ψυχή, ενώ με το «βασιλιά» εννοούσε το νου.
Και ο βιογράφος του συνεχίζει την αφήγησή του εκστασιασμένος απ’ την απίθανη και βαθιά φιλοσοφημένη προσωπικότητα του Συμεών του Σαλού:
«Πόσους ντόπιους γεωργούς δεν είδα, κύριέ μου, πολλές φορές στην πόλη να πηγαίνουν να κοινωνήσουν και να είναι πιο καθαροί κι από το χρυσάφι, επειδή ήταν άκακοι, απερίεργοι και επειδή έτρωγαν το ψωμί τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους».
Κατά το θάνατό του πήγαν και τον έθαψαν στον τόπο που έθαβαν τους ξένους, σημείο έσχατης ταπείνωσης και κοινωνικής κατακραυγής, ακόμη και μετά θάνατον. Και ο συγγραφέας του βίου καταλήγει, σχετικά με το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας του:
«Εκτός βέβαια από αυτή, έχουμε γράψει ακόμα μια διήγηση πιο σύντομη, επειδή δεν είχαμε, ακόμη, υπόψη μας τις λεπτομέρειες της θαυμάσιας αυτής διηγήσεως. Το να τιμηθεί αυτός με εγκώμια δεν είναι έργο της δικής μας γνώσεως, αλλά εκείνων που έχουν την δύναμη και μπορούν να συναγωνίζονται την αρετή του. Άραγε ποιος λόγος θα μπορούσε να επαινέσει αυτόν που τιμήθηκε πάνω από κάθε λογική, ή, πως σάρκινα χείλη μπορούν να τιμήσουν αυτόν που αποδείχτηκε άσαρκος, ενώ είχε σώμα;
Αυτά έχοντας υπόψη μας, αγαπητοί μου, ας υπακούσουμε σ’ αυτόν που σωστά μας συμβουλεύει να προσέχουμε μόνο τον εαυτό μας. Ούτε τα δικά μας ούτε αυτούς που βρίσκονται γύρω μας, αλλά μόνο τον εαυτό μας, γιατί ο καθένας θα κουβαλήσει το δικό του φορτίο και θα πάρει το δικό του μισθό από τον ουράνιο βασιλιά, το Χριστό».
(Ενδεικτική)Βιβλιογραφία:
1. Abrahamse, Dorothy Zani de Ferranti. “Hagiographic Sources for Byzantine Cities, 500-900 A.D.” Ph.D.diss., University of Michigan, 1967.
2. Brock, Sebastian. “An Early Syriac Life of Maximus the Confessor”. AB 91 (1973): 299-346.
3. Brock, Sebastian, and Susan Ashbrook Harvey. Holy Women of the Syrian Orient.
4. Brown, Peter. “The Problem of Miraculous Feeding in the Graeco-Roman World”. In Center for Hermeneutical Studies: Colloquy 42 Berkeley: Graduate Theological Union, 1982, pp. 16-24.
5. Brown, Peter. “The Rise and Function of the Holy Man in Late Antiquity”. JRS 61 (1971): 80-101. Reprinted in Society and the Holy in Late Antiquity (Berkeley: University of California Press, 1982), pp. 103-52.
6. Brown, Peter. “The Saint as Exemplar in Late Antiquity”. Representations 1.2 (1983): 1-25. Reprinted in Saints and Virtues, ed. J.S.Hawley (Berkeley: University of California Press, 1987), pp. 1-23.
7. Brown, Peter. The World of Late Antiquity. New York: Norton, 1972.
8. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Εγκατάσταση και Παρουσία Σλάβων στη Βυζαντινή Μ. Ασία απ’ τον 7ο ως τον 10ο αιώνα. Αυτοέκδοση. Τρίκαλα, 2003. ISBN 960-92360-2-2.
9. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Τα «Θαύματα» του Αγίου Δημητρίου ως ιστορικές πηγές. Επιδρομές και Σλαβικές εποικίσεις εντεύθεν του Δουνάβεως. Αυτοέκδοση. Τρίκαλα, 2003. ISBN 960-92360-3-0.
10. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Εικονομαχία και Αντιμοναχική στροφή (Κων/νος Ε΄). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα, 2003. ISBN 960-92360-1-4.
11. Αμαλία Κ. Ηλιάδη , Σημειώσεις και παρατηρήσεις στην ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας απ’ τον 11ο ως τον 15ο αι. Τα αγιολογικά κείμενα της περιόδου. (Συμβολή στη μελέτη των βίων των αγίων ως ιστορικών πηγών). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-6-5. (Σελ. 361).
12. Αμαλία Κ. Ηλιάδη , Οι Βίοι των Αγίων της Βυζαντινής περιόδου ως ιστορικές πηγές. (Σημειώσεις και παρατηρήσεις για τα Βυζαντινά αγιολογικά κείμενα της Μέσης περιόδου: 7ος-10ος αιώνας). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-5-7. (Σελ. 468).
13. Αμαλία Κ. Ηλιάδη , Νεότερες απόψεις για την εσωτερική ιστορία του Βυζαντίου κατά τον 7ο αιώνα. Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-4-9. (Σελ. 268).
14. Αμαλία Κ. Ηλιάδη , Διηγήσεις και βίοι αγίων γυναικών στο Βυζάντιο της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού, https://en.calameo.com/books/004625396d5d3ff74e21f
15. Αμαλία Κ. Ηλιάδη ,Η Πρώϊμη Βυζαντινή περίοδος μέσα απ’ τους βίους των αγίων. … Στοιχεία συγγραφέως: Αμαλία Κ. Ηλιάδη. https://docs.google.com/…/1paglcG5SOTcQgbCb…/htmlpresent
16. Αμαλία Κ. Ηλιάδη , Μαρτυρολόγια και Συναξάρια, οι Βίοι των Αγίων της Πρώϊμης Βυζαντινής περιóδου, Μαρτυρολόγια και Συναξάρια, εργασία της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού
17. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Βυζαντινή Αγιολογία και Υμνολογία (Μελέτη Ιστορική) «Η Βυζαντινή Αγιολογία και Υμνολογία ως τμήμα της Βυζαντινής Φιλολογίας και ως πηγή της Βυζαντινής Ιστορίας. Εισαγωγή, μελέτες περίπτωσης, παρατηρήσεις, επισημάνσεις». Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, κάτοχος Διετούς Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας https://en.calameo.com/books/00462539671d1a379c172
18. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Ἐξέταση Βίων τῆς ἐποχῆς τῆς Εἰκονομαχίας, Author: Amalia Iliadi, Οι Βίοι των Αγίων της Μέσης Βυζαντινής περιόδου ως ιστορικές πηγές, https://en.calameo.com/books/004625396266df83ac958
Αναδημοσίευση από http://www.24grammata.com/?p=6206
Η εικόνα ίσως περιέχει: την Amalia Iliadi, κάθεται και εσωτερικός χώρος