«Η διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στην ανατολή» Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

«Η διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στην ανατολή»
Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων
Από τα τέλη του 4ου ως τα τέλη του 1ου π. Χ. αιώνα ιχνηλατείται από τους ιστορικούς ερευνητές ο λεγόμενος Ελληνιστικός Πολιτισμός ο οποίος κυριάρχησε στον ευρύτερο χώρο του Μείζονος Ελληνισμού.
Την εποχή αυτή η συζήτηση για την ανανέωση του κράτους διατρέχει τη σύγχρονη λογοτεχνία, η οποία εξετάζει το θέμα της πολιτειακής συγκρότησης της κοινωνίας από την ηθική του πλευρά και επιταχύνει, έτσι, τη διάλυση της παλιάς ενότητας της ελληνικής ζωής, της πόλης-κράτους. Το πνεύμα της δυσπιστίας και αμφιβολίας για την σταθερότητά της, εξάλλου, επεκτείνονταν όλο και περισσότερο και προλείαινε το δρόμο για τη μοναρχία. Τόσο μεγάλος ήταν ο φόβος ενός σταθερά αυξανόμενου μέρους του πληθυσμού, ώστε αυτό ήταν έτοιμο να θυσιάσει, για να αποφύγει απειλούμενες κοινωνικές αναστατώσεις, την πολιτική του ελευθερία στο ισχυρό πρόσωπο του μονάρχη, που τον έβλεπε σαν το έσχατο καταφύγιο.
Ένα πολύ σημαντικό ντοκουμέντο από το συνέδριο της Κορίνθου (338) μας πείθει, ότι η νέα συμμαχία, την οποία ίδρυσε ο Αλέξανδρος, ανελάμβανε να προστατεύσει μ’ όλα της τα μέσα τα συμφέροντα της αριστοκρατίας, που βρίσκονταν τότε σε κίνδυνο: «έστι γαρ εν ταις συνθήκαις επιμελείσθαι τους συνεδρεύοντας και τους επί τη κοινή φυλακή τεταγμένους, όπως εν ταις κοινωνούσαις πόλεσι της ειρήνης μη γίνωνται θάνατοι και φυγαί παρά τους κειμένους ταις πόλεσι νόμους, μηδέ χρημάτων δημεύσεις, μηδέ γης αναδασμοί, μηδέ χρεών αποκοπαί, μηδέ δούλων απελευθερώσεις επί νεωτερισμώ».
Αυτός ο έντονος πολιτικός, κοινωνικός και πολιτισμικός αναβρασμός της εποχής φανερώνει τον θάνατο του παλιού και την κυοφόρηση των νέων μορφών ζωής, που θα κυριαρχήσουν στο μέλλον του αρχαίου κόσμου. Σ’ αυτή τη στροφή της ελληνικής ιστορίας βλέπουμε ότι επανερχόμαστε στις πρώτες αρχές της, στη βασιλεία των ηρωικών χρόνων.
Στο βασίλειο των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο, των Σελευκιδών στη Συρία και στις χώρες του Ευφράτη, των Ατταλίδων στην Πέργαμο και στη Μικρά Ασία, των Αντιγονιδών στη Μακεδονία, της Αχαϊκής Συμπολιτείας, στις πόλεις κράτη των Αθηνών, της Σπάρτης και της Ρόδου εντοπίζει κανείς τα σημάδια μιας βασιλείας με πολυπολιτισμικά χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, η γιγαντιαία ιδέα μιας πεντηκονταπλάσιας σε έκταση από την Μακεδονία αυτοκρατορίας με βάση έναν κοσμοπολίτικο πολιτισμό, που να περιλαμβάνει τους τότε σημαντικότερους πολιτισμένους λαούς, θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί, εάν στις χώρες που πάτησε ο Αλέξανδρος δεν υπήρχαν από καιρό διαμορφωμένα τα στοιχεία με βάση τα οποία αναπτύχθηκε ο ελληνικός πολιτισμός.
Βέβαια, το πρόβλημα των σχέσεων Ελλήνων και Ανατολικών λαών δεν ήταν νέο ούτε αντιμετωπίστηκε για πρώτη φορά κατά την περίοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και κατά την Ελληνιστική περίοδο. Ο «φιλοβάρβαρος» Ηρόδοτος, ως εκφραστής του προελληνιστικού φιλικού πνεύματος προς τους βαρβάρους ήταν ένας από τους προδρόμους της ελληνιστικής εποχής. Επίσης, στην «Κύρου Παιδεία» του απροκατάληπτου φιλοβάρβαρου Ξενοφώντος ο φιλέλληνας Κύρος περιγράφεται ως ενσαρκωτής ελληνικού ήθους και πολιτιστικού πνεύματος, όπως επίσης οι ευγενείς βάρβαροι Ανάχαρσις από την Σκυθία και Τιγράνης από την Αρμενία. Εξάλλου, οι περισσότεροι από τους άνδρες που εμφανίζονται στην περσική ιστορία του 4ου αιώνα ως στρατιωτικοί αρχηγοί ήταν Έλληνες, όπως ο Αθηναίος στρατηγός Ιφικράτης.
Γενικά μιλώντας, μπορούμε να συμπεράνουμε πως στην εξέλιξη της Μικράς Ασίας του 4ου αιώνα διακρίνεται παντού η τάση για αυτονομία μέσα σε μια ομοσπονδία κρατών που να περιλαμβάνει συγχωνευμένους Έλληνες και «Ανατολίτες».
Η διείσδυση των ελληνικών στοιχείων συντέλεσε τόσο σημαντικά στην εσωτερική αποσύνθεση της περσικής αυτοκρατορίας, ώστε στις παραμονές των ελληνομακεδονικών κατακτήσεων είχε προλειανθεί το έδαφος για κράτη με ελληνικό πολιτισμό και ανάμικτο ή και μη ελληνικό πληθυσμό υπό μη Έλληνες ή ημιέλληνες ηγεμόνες. Στην Ανατολή συναντούμε τους προδρόμους και τα πρότυπα της ελληνιστικής εποχής. Με συνέπεια και επιτυχία καλλιεργούσε και χρησιμοποιούσε σαν στήριγμα της εξουσίας του ο Έλληνας στην εθνικότητα δορυφόρος του μεγάλου βασιλιά Ευαγόρα της Κύπρου, ανάμεσα σ’ έναν ποικίλο πληθυσμό από ημιβάρβαρους εγχώριους, Φοίνικες και μετανάστες Έλληνες, ελληνικό πολιτισμό και ελληνικούς τρόπους. Και προς αυτόν τον πρώτο γνήσιο πρόδρομο της ελληνιστικής εποχής συναγωνίζονταν στην καλλιέργεια ελληνικού πολιτισμού οι πόλεις Σιδών και Τύρος στα παράλια της Παλαιστίνης.
Η ιδέα του Αλεξάνδρου να καταργήσει τη διάκριση μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων με συγχώνευση σε μια υπερεθνική ενότητα λαών, ιδεών, θρησκειών, η ίδρυση πολυάριθμων πόλεων σε πολλά σημεία της αυτοκρατορίας, οι οποίες έγιναν περίφημες εστίες ελληνικού πολιτισμού, δημιούργησαν μια νέα κοινωνία και θεμελίωσαν την πνευματική οικουμενικότητα του Ελληνισμού. Μόνο υπό το πρίσμα αυτής της πνευματικής οικουμενικότητας, την οποία θεμελίωσε η πολιτική του Αλέξανδρου και των διαδόχων του, την ελαφρή «απεθνικοποίηση» και την υποδούλωση στις ανατολικές θρησκείες ήταν δυνατό να αποκτήσει ο νέος ελληνιστικός κόσμος την παγκόσμια κυριαρχία. Εξάλλου, χωρίς τη μορφή της οικουμενικότητας δεν θα διασώζονταν και μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση η πνευματική υφή του ελληνοκεντρικού ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Αυτός λοιπόν ο πολιτισμός συνεργασίας νικητών και ηττημένων σφραγίζει ολόκληρη την ελληνιστική περίοδο. Ωστόσο, θα ήταν λάθος, αν, επηρεασμένοι από τη λαμπρή πολιτιστική ακμή και την υποδειγματική διοίκηση των ελληνιστικών κρατών, συμπεραίναμε, ότι το μοναρχικό σύστημα φέρονταν το ίδιο προς όλους τους υπηκόους του κράτους. Μολονότι ο Αλέξανδρος και οι διάδοχοί του με την πολιτική της συγχώνευσης των εθνοτήτων που εφήρμοσαν έδειχναν όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον ιθαγενή πληθυσμό, στη διοίκηση μόνο οι κατώτερες θέσεις ήταν γι’ αυτούς προσιτές: όλα τα ανώτερα αξιώματα, οι στρατιωτικές διοικήσεις και το εμπόριο της Ανατολής ήταν στα χέρια των Μακεδόνων και Ελλήνων, οι οποίοι και ήταν τα πραγματικά αφεντικά στις κατακτημένες χώρες.
Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να υποστηριχτεί σοβαρά ότι από αυτή την ανάμιξη των ιδιομορφιών των διαφόρων τύπων λαών προήλθε μια διεθνική μόρφωση ή ότι καθιερώθηκε στην ελληνιστική εποχή μια ισοτιμία των ανθρώπων. Οι θεωρίες για την ισότητα των ανθρώπων και την ισοτιμία του σκλάβου με τον ελεύθερο διακηρύσσονταν κατά κόρον στις κωμωδίες του Φιλήμονος και του Μενάνδρου, στην πράξη όμως δεν εύρισκαν εφαρμογή, γιατί έλειπαν γι’ αυτή οι νομικές και ψυχολογικές προϋποθέσεις. Ο θεσμός της δουλείας εθεωρείτο και σ’ αυτή την εποχή σαν κάτι που δεν έπρεπε να θίγει κανείς και αυτό ίσχυε περισσότερο για τους δούλους που είχαν ανατολική υπηκοότητα. Σ’ αυτό το σημείο παραμένει η κοινωνία καθαρά ελληνική, τουλάχιστο με το νόημα μιας μη φυλετικής αλλά τυπικά «απεθνικοποιημένης» πολιτιστικής κοινότητας, που είχε λάβει τότε ο Ελληνισμός. Στο πλαίσιο αυτής της κοινωνίας ο ελληνικός πολιτισμός ήταν ακόμη στέρεος και σφριγηλός, οι Έλληνες είχαν επίγνωση της ανωτερότητάς τους, ώστε να μη χρειάζονται επικίνδυνα για την οντότητά τους δάνεια από τους Ανατολικούς, στις χώρες των οποίων δεν βρήκαν πνευματικά προϊόντα ικανά να συγκριθούν με τα δικά τους. Τα ξένα στοιχεία που βρήκαν τα «γέμισαν» με ελληνικό περιεχόμενο, αφού και οι ίδιοι απέβαλαν ό,τι μόνο σε ελληνικό έδαφος ήταν δυνατό να ευδοκιμήσει, με απώτερο σκοπό να διευκολύνουν, μ’ αυτή τη διαδικασία, την είσοδο των ιθαγενών στον Ελληνισμό κι όχι να εμποτίσουν τον ελληνισμό με ανατολικό πνεύμα. Το νέο έγκειται στο γεγονός, ότι τώρα μπορεί ο καθένας να γίνει δεκτός, ανεξάρτητα από την καταγωγή του, στον Ελληνισμό, αφού πρώτα οικειοποιηθεί τη μόρφωσή του. Καθένας που ήθελε να καταλάβει μια θέση, είτε ήταν κατά την καταγωγή Σύρος, Αιγύπτιος ή Καππαδόκης, όφειλε να μιλάει ελληνικά και να είναι προσαρμοσμένος στην ελληνική πνευματική ζωή. Όποιος δεν συμμετέχει στον πολιτισμό αυτό αποκλείεται από την πολιτική και την κοινωνική ζωή του κράτους.
Ο κοσμοπολιτισμός, ο οποίος δεν εξαρτά πια την μεταξύ των ανθρώπων σχέση από την εθνική καταγωγή, αλλά από τη μόρφωση, είναι η έκφραση αυτής της νέας εποχής.
Όταν στο τέλος του 4ου αιώνα οι νέες συνθήκες πήραν μια πάγια μορφή, ώστε να μπορούν τα κράτη των Διαδόχων να προσφέρουν ένα ασφαλές και μόνιμο έρεισμα στην πολιτιστική ζωή, με τη μετατόπιση του κέντρου της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής ζωής στην ανατολική Μεσόγειο, αρχίζει ουσιαστικά η ελληνιστική περίοδος, η οποία βάζει τη σφραγίδα της στην πνευματική ζωή των λαών της Ανατολής.
Οι μεγάλες και σταθερές δυναστείες κατορθώνουν να προσελκύσουν με δελεαστικές προσφορές στις αυλές τους την πολιτιστική ζωή και να υπερφαλαγγίσουν με τον πλούτο, την πολυτέλεια και τη λαμπρότητα της ζωής των πλουσίων τάξεων της κοινωνίας τους τις παλιές ελληνικές πόλεις, από τις οποίες λίγες εξακολουθούν να σημειώνουν κάποια ακμή, όπως η Αθήνα, η οποία παρέμεινε μέχρι το τέλους της αρχαιότητας ως έδρα της φιλοσοφίας και ως η πόλη των λεπτών απολαύσεων, και η Κόρινθος ως διαμετακομιστικό εμπορικό λιμάνι μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Στις νέες αυτές πρωτεύουσες των ελληνιστικών βασιλείων οι επιστήμονες, οι ποιητές και οι καλλιτέχνες προάγουν, με την υποστήριξη μορφωμένων και φιλόδοξων ηγεμόνων, την επιστημονική έρευνα και ακτινοβολούν τον ελληνικό πολιτισμό. Στα πλαίσια των νέων μοναρχιών δημιουργήθηκε μια νέα ατμόσφαιρα, όχι μόνο πολιτιστική, αλλά και οικονομική.
Ο αποικισμός, η γενική άνοδος και επέκταση της παραγωγής, η ρευστοποίηση, κυρίως δια του Αλεξάνδρου, αποθησαυρισμένων πολύτιμων περσικών μετάλλων, η εισαγωγή των χρηματικών σχέσεων σε χώρες με φυσική οικονομία, συντέλεσαν στη διάλυση της αγροτικής κοινότητας, στην ανάπτυξη του παγκοσμίου εμπορίου και στη συσσώρευση ιδιωτικού κεφαλαίου στις πόλεις. Η ανάπτυξη της τεχνικής εξασφάλισε μεγαλύτερα και καλύτερα συγκοινωνιακά μέσα και από τότε που οι Πτολεμαίοι και ύστερα η Ρόδος αναλαμβάνουν την αστυνόμευση της θάλασσας αυξάνεται ο βαθμός ασφαλείας της συγκοινωνίας. Για πρώτη φορά η θαλάσσια συγκοινωνία μεταξύ των διαφόρων χωρών γίνεται τακτικά και εκτελείται από πλοία που τολμούν να διασχίζουν το ανοιχτό πέλαγος, ενώ πρώτα δεν απομακρύνονταν πολύ από τις ακτές. Νέες πόλεις με λιμάνια ακμάζουν και ένα αξιοθαύμαστο οδικό δίκτυο και διώρυγες συνδέουν το εσωτερικό της Ασίας. Βρισκόμαστε σε μια εποχή που ο πολιτικός συγκεντρωτισμός, το παγκόσμιο εμπόριο και η βιομηχανία αναπτύσσουν στον υπέρτατο βαθμό τον πολιτισμό των μεγάλων, κοσμοπολίτικων αστικών κέντρων με το συνοδευτικό φαινόμενο της εξαθλίωσης των μεγάλων ανθρωπίνων μαζών, που είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του αστικού πολιτισμού της εποχής.
Στην αρχή της ελληνιστικής περιόδου οι μάζες των υποτελών λαών, ακόμη και οι πολιτισμένοι λαοί, αναγνώρισαν πρόθυμα την υπεροχή της μικρής μειοψηφίας των Ελλήνων και Μακεδόνων, οι οποίοι όχι μόνο δεν τους έδειξαν περιφρόνηση, αλλά με τον απαράμιλλο ιδεαλισμό τους, τους παρακίνησαν να ενταχθούν στην ελληνική μορφωτική κοινότητα. Αλλά ας μη νομιστεί ότι μόνο οι Έλληνες είχαν αυτή την πίστη στην υπεροχή τους. Και οι άλλοι λαοί, κυρίως οι πιο σφριγηλοί μεταξύ αυτών, τα σημιτικά φύλα, παρά την τεράστια έκταση της ελληνιστικής κοσμοκρατορίας δεν είχαν οριστικά εγκαταλείψει τις από αιώνες αξιώσεις τους για πολιτική κυριαρχία, αδιάφορο αν για την επέκτασή τους το μεγαλύτερο εμπόδιο στάθηκε η βαθμιαία αδυναμία τους να αφομοιώσουν την ελληνική μόρφωση, χωρίς την οποία κανείς δεν μπορούσε τότε να κυριαρχήσει στον κόσμο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το ελληνικό πνεύμα, το οποίο είχε βαθιά διεισδύσει από αιώνες στα πλατιά στρώματα του πληθυσμού, ήταν ο ισχυρότερος φραγμός για την πολιτική επικράτηση των ανατολικών λαών. Εάν όμως στην Ανατολή αναγκάστηκαν αυτοί να υποταχθούν και με τον καιρό να χάσουν έως ένα βαθμό τον εθνικό τους χαρακτήρα, στη Δύση άρχισαν να επεκτείνονται επικίνδυνα για την ύπαρξη του δυτικού Ελληνισμού.
Τελικά, οι προσωπικές φιλοδοξίες των διαδόχων και επιγόνων του Αλεξάνδρου, οι οποίοι είχαν διακόψει τους δεσμούς με τον ελληνισμό της πατρίδας, η στυγνή, απολυταρχική μορφή που πήραν σιγά-σιγά τα βασίλειά τους, τα οποία από την αρχή δεν στηρίζονταν σ’ ένα σταθερό εθνικό κράτος κι είχαν χάσει το λαϊκό τους έρεισμα, μπορούν να θεωρηθούν ως η γενεσιουργός αιτία της κατάρρευσης κι όχι η ρωμαϊκή κατάκτηση, που ήλθε ως λογικό-φυσικό αποτέλεσμα και επακόλουθο της ιστορικής εξέλιξης.

Τα Μεσαιωνικά Πανεπιστήμια, Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων

 

Τα Μεσαιωνικά Πανεπιστήμια, Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων

(Από το βιβλίο της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, Τα πανεπιστήμια στο Μεσαίωνα. Το πανεπιστήμιο του Παρισιού 12ος-15ος αι. https://www.public.gr/…/ta-panepistimia…/prod1010978pp/ )

Το μεσαιωνικό Πανεπιστήμιο αξίζει ιδιαίτερη μνεία και μελέτη· τόσο ως θεσμός, που κατείχε εξέχουσα θέση στη ζωή των λογίων εκείνης της εποχής, αλλά και ως θεσμός που η εσωτερική του ιστορία αντικατοπτρίζει, στην πραγματικότητα, την ιστορία της μεσαιωνικής σκέψης από τα τέλη του 11ου αι. και μετά: δηλ. της εξέλιξης της σχολαστικής φιλοσοφίας και θεολογίας, της αναβίωσης της σπουδής του αστικού δικαίου, της διαμόρφωσης και της ανάπτυξης του κανονικού δικαίου. Τα πανεπιστήμια όλων των χωρών και όλων των εποχών είναι, τελικά, προσαρμογές και παραλλαγές – κάτω από διαφορετικές κάθε φορά συνθήκες – του ίδιου θεσμού: του μεσαιωνικού Πανεπιστημίου, που το γέννησε το μεγάλο πολιτιστικό κύμα του Κυρίως Μεσαίωνα (11ος-13ος αι.). Τα στοιχεία αυτής της γενικότερης αλλαγής εντοπίζονται στην ακμή και παρακμή του φεουδαλισμού, στην ανάπτυξη των πόλεων και του εμπορίου, στην εμφάνιση της λαϊκής λογοτεχνίας, στην ανάπτυξη της γοτθικής αρχιτεκτονικής, στην εμφάνιση του φαινομένου των Σταυροφοριών και, βέβαια, στην εμφάνιση των Πανεπιστημίων. Μια ματιά σε οποιαδήποτε συλλογή Μεσαιωνικών ντοκουμέντων αποκαλύπτει το γεγονός ότι η λέξη «πανεπιστήμιο-universitas» σημαίνει απλώς έναν αριθμό, μια πολλαπλότητα, ένα σύνολο ανθρώπων. Ο όρος universitas, που συναντούμε στα μεσαιωνικά κείμενα, είναι κάτι αντίστοιχο ή ισοδύναμο με το ρωμαϊκό «collegium» (όρος του ρωμαϊκού δικαίου), αν και ο όρος universitas αναφέρεται αρχικά σε ενώσεις εμπόρων και καλλιτεχνών που συγκροτούνταν για την προώθηση των επαγγελματικών τους συμφερόντων, επαγγέλματα που η εμφάνισή τους σχετίζεται με την αναβίωση των πόλεων. Αυτή ακριβώς η διάκριση αφορά και το Πανεπιστήμιο, αφού και αυτού η εμφάνιση συμπίπτει χρονικά με την ανάπτυξη των πόλεων. Στο τέλος του 12ου και στις αρχές του 13ου αι. βρίσκουμε τη λέξη universitas να σημαίνει συσσωματώσεις-ενώσεις είτε καθηγητών, είτε φοιτητών. Στην αρχή ποτέ δεν χρησιμοποιείται απολύτως για να δηλώσει τις «σχολαστικές» αυτές ενώσεις, αλλά πάντα η φράση είναι universitas magistrorum ή universitas Scholarium, ή ακόμη universitas magistrorum at Scholarium («ένωση» καθηγητών και φοιτητών) ή universitas studium. Είναι σημαντικό να σημειωθεί εδώ ότι ο όρος universitas υποδηλώνει μόνο το σώμα των καθηγητών ή των φοιτητών κι όχι τον τόπο ή τα κτιριακά συγκροτήματα όπου ήταν εγκατεστημένο. Η λέξη που χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει αφαιρετικά τον ακαδημαϊκό θεσμό- δηλαδή τα σχολεία (σχολές) και την πόλη όπου βρίσκονταν- ήταν το studium generale. Το studium generale υποδηλώνει όχι τον τόπο όπου διδάσκονται όλες οι επιστήμες, οι γνωστές σε κείνη την εποχή, αλλά τον τόπο όπου οι φοιτητές απ’ όλα τα μέρη της Ευρώπης συγκεντρώνονται. Πραγματικά λίγα μεσαιωνικά studia κατείχαν τη δυνατότητα της παροχής γνώσεων πάνω σ’ όλους τους τομείς. Ακόμη και στο Παρίσι, στις μέρες του μεσουρανήματός του, δεν διδασκόταν καθόλου αστικό δίκαιο. Αντίθετα, κατά τη διάρκεια του 13ου αι., η θεολογική παιδεία ήταν το αποκλειστικό προνόμιο του Πανεπιστημίου του Παρισιού και των Αγγλικών Πανεπιστημίων. Ο όρος studium generale έγινε κοινός μόνο ως το τέλος του 13ου αι. Τότε φαίνεται ότι αρχίζει να συμπυκνώνει στο άκουσμά του τρία χαρακτηριστικά: 1. Το σχολείο αυτού του είδους προσελκύει φοιτητές(Scholars) απ’ όλες τις χώρες, κι όχι μόνο από μια συγκεκριμένη περιοχή ή περιφέρεια. 2. Ότι ήταν χώρος ανώτερης εκπαίδευσης. Δηλαδή, ότι ένας τουλάχιστον απ’ τους ανώτερους τομείς γνώσεως(higher faculty) μπορούσε να διδαχτεί (θεολογία, νομική, ιατρική). 3. Αυτές οι επιστήμες διδάσκονταν από μεγάλο αριθμό καθηγητών. Απ’ αυτές τις ιδέες η πρώτη ήταν η πιο βασική: ένα studium generale ήταν σχολείο γενικής καταφυγής, αλλά απ’ την αρχή η σύστασή του δεν έγινε αποδεκτή βάσει νομικής κατοχύρωσης κάποιου καταστατικού χάρτη, αλλά βασίστηκε στο έθιμο και τη χρήση. Εντούτοις, στην αρχή του 13ου αι., υπήρχαν τρία studia, για τα οποία καθιερώθηκε κατεξοχήν ο όρος studium generale, και τα οποία απολάμβαναν έναν άνευ προηγουμένου σεβασμό: Το Παρίσι για τη θεολογία και τις ελεύθερες τέχνες, η Μπολώνια για τη νομική, και το Σαλέρνο για την ιατρική. Ένας καθηγητής που είχε διδάξει και είχε γίνει δεκτός στο καθηγητικό σώμα σε μια απ’ τις παραπάνω πόλεις ήταν σίγουρο ότι θα αποκτούσε έμμεση αναγνώριση και άδεια εισόδου για να διδάξει σ’ όλα τα κατώτερα studia της Ευρώπης. Αυτή η «οικουμενική» ισχύς του καθηγητικού τίτλου (magisterial title), συντέλεσε στο ν’ αποκτήσει η εμφάνιση των Πανεπιστημίων στην Ευρώπη μια αξιοσημείωτη ενότητα, που ιχνηλατείται στα κοινά σχολεία της συγκρότησής τους. Σ’ όλο το 13ο αι., πολλά σχολεία, εκτός απ’ το Παρίσι και τη Μπολώνια, διεκδίκησαν τον τίτλο του studium generale. Πραγματικά- τουλάχιστον στην Ιταλία όπου ο όρος χρησιμοποιούνταν περισσότερο- υιοθετήθηκε από κάθε σχολείο που μ’ αυτό τον τρόπο ήθελε να υπαινιχτεί ότι πρόσφερε ισοδύναμη μόρφωση μ’ αυτή του Παρισιού και της Μπολώνια. Και βέβαια η επέκταση του τίτλου διευκολύνθηκε κι απ’ το γεγονός ότι τα περισσότερα απ’ τα νέα σχολεία ιδρύθηκαν από καθηγητές που είχαν διδάξει στα παλιότερα studia generalia. Η ιδέα ότι τα studia generalia αποκτούσαν νόμιμη κι επίσημη ίδρυση με την κατοχή στ’ αρχεία τους παπικής ή αυτοκρατορικής βούλας είναι μεταγενέστερη (μέσα 13ου αι.), και ίσχυσε αρχικά για την ίδρυση ή την σταθεροποίηση της θέσης υποδεέστερων studia σε σχέση με το Παρίσι και τη Μπολώνια (π.χ. 1224: Νεάπολη 1229, 1244-45: Toulouse). Αλλά σταδιακά το ειδικό προνόμιο του ius ubique docendi που μπορούσε να το απονέμει μόνο ο πάπας ή ο αυτοκράτορας επεκτάθηκε και στα πανεπιστήμια-αρχέτυπα (Μπολώνια-Παρίσι). Το 1291-92, ακόμη κι αυτά επενδύθηκαν τυπικά με το ίδιο προνόμιο, με βούλες του Νικολάου IV. Απ’ αυτήν την εποχή κερδίζει έδαφος η ιδέα ότι το ius ubique docendi αποτελεί την ουσία ενός stadium generale και ότι όποιο σχολείο δεν κατείχε αυτό το προνόμιο δεν μπορούσε να το αποκτήσει παρά μόνο με βούλα απ’ τον αυτοκράτορα ή τον Πάπα. Απομένει να δείξουμε τη σχέση ανάμεσα στους όρους «studium generale» και universitas. Απ’ την αρχή δεν υπήρχε καμιά απαραίτητη σύνδεση ανάμεσα στο θεσμό που δηλώνεται με τον όρο studium generale. Ενώσεις καθηγητών ή φοιτητών σχηματίστηκαν προτού ο όρος studium generale χρησιμοποιηθεί συχνά. Και σε λίγες περιπτώσεις τέτοιες ενώσεις είναι γνωστό ότι υπήρξαν σε σχολεία, τα οποία δεν έγιναν ποτέ studia generalia. Το Πανεπιστήμιο ήταν εξαρχής ένας «σχολαστικός σύνδεσμος» είτε καθηγητών (magisterial), είτε φοιτητών (scholarium). Τέτοιες ενώσεις (σύνδεσμοι, σωματεία), χωρίς καμία τυπική καθιέρωση από βασιλιά, πάπα, πρίγκηπα ή άλλη θρησκευτική ή κοσμική αρχή, υπήρξαν πηγαία προϊόντα εκείνου του ενστίκτου για συσσωμάτωση που σάρωσε σαν μεγάλο κύμα τις πόλεις της Ευρώπης κατά τον 11ο και 12ο αι. Αλλά ειδικά στο Παρίσι και στη Μπολώνια οι «σχολαστικές ενώσεις» (scholastic guilds) απέκτησαν τέτοια ανάπτυξη και σπουδαιότητα που δεν παρατηρείται αλλού. Σχεδόν όλα τα δευτερεύοντα studia generalia που εμφανίστηκαν αυθόρμητα (universities spontanees), δηλαδή χωρίς παπικό ή αυτοκρατορικό καταστατικό χάρτη, δημιουργήθηκαν από καθηγητές ή φοιτητές που αποσπάστηκαν απ’ το Παρίσι ή τη Μπολώνια. Ακόμη και στις λίγες περιπτώσεις που τα σπέρματα ενός πανεπιστημίου ή μιας ένωσης καθηγητών εμφανίστηκαν ανεξάρτητα απ’ την επίδραση αυτών των δύο, η περαιτέρω ανάπτυξή τους οφειλόταν περισσότερο ή λιγότερο σε συνειδητή μίμηση των «σχολαστικών ενώσεων» των δύο μεγάλων Πανεπιστημίων. Τα δύο αυτά «αρχέτυπα» εμφανίστηκαν περίπου την ίδια εποχή ανάμεσα στο 1170-1200. Το Πανεπιστήμιο της Μπολώνια, με την ένωση των φοιτητών η οποία αναπτύχθηκε αργότερα απ’ την ένωση των καθηγητών του Παρισιού, συμπλήρωσε τη διαδικασία ανάπτυξης του οργανισμού του νωρίτερα. Και παρ’ όλο που και τα δύο αλληλοεπηρεάστηκαν κατά την ανάπτυξή τους, η Μπολώνια, κατά πάσα πιθανότητα άσκησε μεγαλύτερη επίδραση στο Παρίσι απ’ ό,τι το Παρίσι στη Μπολώνια. Όσον αφορά στην κατανομή της ακαδημαϊκής δύναμης στα άλλα Πανεπιστήμια ανάμεσα στην «ένωση των καθηγητών» (magisterial college) και στην «ένωση των φοιτητών» (student guild), υπήρχε μεγάλη ποικιλία. Ακόμη περισσότερο αυτή η κατανομή μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τις χρονικές στιγμές. Έτσι μερικά studia πλησιάζουν σε κάποια φάση την «ένωση τύπου Μπολώνιας» και σε κάποια άλλη την «ένωση τύπου Παρισίων». Αν και μια κατάταξη των πανεπιστημίων σε student universities και master universities, θα έφερνε στο φως το παράξενο γεγονός ότι τα γαλλικά Πανεπιστήμια είναι περισσότερο παιδιά της Μπολώνιας απ’ ότι του Παρισιού κι ότι τα Πανεπιστήμια της Σκωτίας σχετίζονται πιο στενά με τη Μπολώνια παρά με το Παρίσι ή την Οξφόρδη, εντούτοις θ’ αποκάλυπτε σ’ όλη του την έκταση το φαινόμενο της ένταξης των Πανεπιστημίων στο αστικό οργανωτικό και διανοητικό επίπεδο- διότι οι ευγενείς και η εκκλησία δεν συγκροτούσαν τέτοιους συλλόγους-ενώσεις. Όπως ο γοτθικός καθεδρικός ναός, έτσι και το Πανεπιστήμιο υπήρξε προϊόν της μεσαιωνικής πόλης. Η ανάπτυξη των πόλεων το 12ο αι., προκάλεσε την παρακμή των παλιών μοναστηριακών σχολείων, των μόνων κέντρων κοσμικής και θεολογικής μαθήσεως κατά τους προηγούμενους αιώνες. Αυτά στις περιοχές βόρεια των Άλπεων υπερκεράστηκαν απ’ τα καθεδρικά σχολεία, που παρ’ όλη την προηγούμενη μακρόχρονη ύπαρξή τους, μόνο τώρα αρχίζουν ν’ αποκτούν σπουδαιότητα. Πολλά απ’ αυτά τα σχολεία γίνονται κέντρα ανώτερης μόρφωσης ενός είδους, που μέχρι τότε δεν είχε γνωρίσει η Ευρώπη και που οφείλεται στην πνευματική και πολιτιστική Αναγέννηση του 12ου αιώνα. Οι εγγραφές αυτών που διψούν για μόρφωση αυξάνονται σταθερά στα καθεδρικά σχολεία παράλληλα με τη βελτίωση και την αύξηση των προγραμμάτων σπουδών, και τελικά μερικά απ’ αυτά εξελίσσονται σε Πανεπιστήμια. Τέτοια καθεδρικά σχολεία έπαιξαν το ρόλο κεντρικού πυρήνα στην περίπτωση του Παρισιού. Μάλιστα φαίνεται ότι η παροχή απ’ τα Πανεπιστήμια, εκτός απ’ την ανώτερη (θεολογία, νομική, ιατρική) και στοιχειώδους μορφώσεως (βασικό πρόγραμμα, εισαγωγή στις παραδοσιακές 7 ελευθέριες τέχνες- trivium+quadrivium- : γραμματική, ρητορική, διαλεκτική/ αστρονομία, γεωμετρία, αριθμητική, μουσική), έχει κάποια σχέση με την παραγωγική προέλευσή τους απ’ τα καθεδρικά σχολεία. Στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, το κυρίαρχο στοιχείο ήταν ακριβώς οι «ελευθέριες τέχνες» (συνδετικό-κοινό στοιχείο όλων των Πανεπιστημίων), που αποτελούνταν σαν τομέας από νεαρούς καθηγητές, οι οποίοι έχοντας προετοιμαστεί έξι χρόνια τις δίδασκαν ενώ παράλληλα συνέχιζαν να σπουδάζουν θεολογία, νομική ή ιατρική. Μ’ άλλα λόγια η ομάδα διακανονισμού των υπολοίπων ήταν οι καθηγητές του trivium-quadrivium στη σύνδεσή της με τους ανώτερους τομείς (advanced degrees). Για την προαγωγή ενός καθηγητού των artes liberales, δηλαδή ενός artista σε magister (doctor,professor), τίτλος που τον καθιστούσε ικανό να διδάξει θεολογία, νομική ή ιατρική, απαιτούνταν, εκτός από επιτυχείς εξετάσεις στον αντίστοιχο τομέα, και τυπική εισδοχή του στην «ένωση των καθηγητών». Αυτή σήμαινε την αρχή της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Δεν υπήρχε στο δρόμο του κανένα νομικό κώλυμα να τον εμποδίσει για κάτι τέτοιο. Αυτό που χρειαζόταν ήταν μια κενή αίθουσα πάνω από μια ταβέρνα και αρκετούς ακροατές για να εξοικονομεί απ’ τα δίδακτρα τα έξοδά του. Στο Παρίσι πολλές τέτοιες αίθουσες βρίσκονταν στη Rue du Fouarre (άχυρο), ένα δρόμο στην Αριστερή όχθη του Σηκουάνα. Γι’ αυτό το μεσαιωνικό Πανεπιστήμιο χαρακτηρίστηκε ως κατεξοχήν κινητικός θεσμός (higlily mobile institution), πράγμα που, τουλάχιστον ως τα μέσα του 13ου αι., καθόρισε την ευρωπαϊκή του διάσταση. Βέβαια αργότερα, όταν πλούσιοι πάτρωνες και πρίγκηπες καθώς και δημοτικές αρχές παρείχαν τα υλικά μέσα για μια πιο ανθρώπινη διεξαγωγή των διαλέξεων, η μονιμότητα της θέσης του κτιριακού συγκροτήματος, κατατάσσεται στους παράγοντες που συντελούν στο ν’ αποκτήσει το Πανεπιστήμιο εθνικό (κατεύθυνση) χαρακτήρα. Τότε ακριβώς εμφανίζονται για τους πτυχιούχους λαμπρές ευκαιρίες: ανοίγονται θέσεις με μέλλον στο κράτος και την εκκλησία για τους εκπαιδευμένους θεολόγους και νομικούς, κι έτσι τα Πανεπιστήμια πρωτοστατούν στην εδραίωση της γραφειοκρατικής μηχανής των εθνικών μοναρχιών. Ωστόσο, το 12ο αι. τα Πανεπιστήμια αποτελούσαν ευρωπαϊκούς θεσμούς. Το Παρίσι και η Μπολώνια συγκέντρωναν φοιτητές απ’ ολόκληρη την Ευρώπη, για να γίνουν κοινωνοί μιας γνώσης που ήταν κοινή ευρωπαϊκή κληρονομιά και που το 12ο αιώνα παρουσιάζει μια ευρεία ανανέωση. Τα Μεσαιωνικά Πανεπιστήμια έλαβαν την αρχή τους παράλληλα με την ανανέωση της Μεσαιωνικής σκέψης κι επιστήμης που ονομάζεται Αναγέννηση του 12ου αι. Στην Ιταλία αυτή η Αναγέννηση εκφράστηκε περισσότερο μέσα απ’ την αναβίωση της μελέτης του Ρωμαϊκού Δικαίου, που άρχισε απ’ την Μπολώνια. Στη Γαλλία πήρε τη μορφή ενός ξεσπάσματος της διαλεκτικής και της θεολογίας, που βρήκε το ύστατο λίκνο του στο Παρίσι, κατά το 13ο αι. Απ’ το 12ο αι. η εκπαιδευτική δραστηριότητα των μοναχών περνά στον κοσμικό «κλήρο».Σ’ όλον αυτό τον αιώνα, οι Ευρωπαίοι λόγιοι διψασμένοι για γνώση συρρέουν στην Ισπανική Χερσόνησο για ν’ αποκτήσουν τη σοφία των Αράβων, ενώ μια μικρότερη ομάδα έκανε ένα μακρινό ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη για να μυηθεί στα μυστικά των Ελλήνων. Τη Σικελία επισκέφτηκαν λίγοι λόγιοι απ’ την Ευρώπη, αλλά εκεί οι Νορμανδοί βασιλείς ενθάρρυναν τους Μωαμεθανούς υπηκόους τους να συνεχίσουν την επιστημονική τους εργασία και τους Χριστιανούς να μεταφράσουν ή να συνοψίσουν βιβλία απ’ τα Αραβικά στα Λατινικά. Το Τολέδο στην Ισπανία, το Παλέρμο στη Σικελία, και η Κωνσταντινούπολη ήταν τα τρία σημεία απ’ τα οποία εισάγονταν η επιστημονική παράδοση στην Δ.Ευρώπη. Οι λόγιοι(scholars) του 12ου αι. αναζητούσαν απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα, και τις περισσότερες απ’ αυτές θα μπορούσαν να τις βρουν μόνο στον Αριστοτέλη. Όμως αναμφίβολα ανάμεσα στις ποικίλες αναζητήσεις και στις συγκρουόμενες γνώμες των μεσαιωνικών στοχαστών τρία κεντρικά προβλήματα κατέχουν εξέχουσα θέση: α) η σχέση μεταξύ πίστης και λόγου, β) η αντίθεση μεταξύ της Πλατωνικο-Αυγουστινιανής και Αριστοτελικής πνευματικής παράδοσης, και γ) κατά πόσο είναι πραγματικά τα πλατωνικά «αρχέτυπα» ή «universalia». Είναι φανερό ότι το τρίτο ερώτημα απορρέει κι έχει άμεση σχέση με το δεύτερο. Στο 12ο αι. αυτοί που προσέγγιζαν τον γύρω τους κόσμο και σκέφτονταν ακολουθώντας την παλιότερη παράδοση ήταν γνωστοί ως «ρεαλιστές» (realists)- γιατί πίστευαν ότι τα universalia ήταν αληθινά, είχαν οντότητα. Όμως η γνώση και των «Φυσικών» του Αριστοτέλη, εκτός απ’ τα «Μεταφυσικά», την ηθική και τη Λογική του, που ήδη ήταν γνωστά, άνοιξε καινούργιες προοπτικές στην αντιμετώπιση του θέματος: η ολοκληρωμένη αριστοτελική παράδοση (αυτή η ολοκλήρωση συντελέστηκε σίγουρα ως το τέλος του 12ου αι.) προκάλεσε μια καινούργια άποψη για τα universalia: ότι δηλαδή υπήρχαν, αλλά μόνον όσον αφορά ξεχωριστά μέρη και η γνώση αυτών των ξεχωριστών αρχετύπων θα μπορούσε ν’ αποκτηθεί μελετώντας τα αντίστοιχά τους πράγματα μέσα στον κόσμο των φαινομένων. Οι μεσαιωνικοί φιλόσοφοι που έκλιναν προς αυτή την άποψη ονομάστηκαν moderate realists. Μια τρίτη άποψη πάνω στο ίδιο θέμα διατυπώθηκε απ’ τον Rosselinus (αρχές 12ου αι.) και συνοψίζεται σε μια απλή φράση: universalia sunt nomina, δηλαδή τα καθολικά (οι γενικές έννοιες) είναι ονόματα. Ο Rosselinus υποστηρίζει ότι οι γενικές έννοιες δεν έχουν οντότητα, αλλά πρόκειται για flatus vocis, για απλές λέξεις, με τις οποίες σχηματίζουμε τις ταξινομήσεις εκείνες που μας χρειάζονται. Όμως για τη διάδοση και την εδραίωση αυτής της άποψης στη σχολαστική φιλοσοφία θα περάσουν σχεδόν δύο αιώνες. Κύρια αιτία γι’ αυτό στάθηκε το γεγονός ότι πολλοί εκκλησιαστικοί άνδρες θεώρησαν αυτή τη θεωρία επικίνδυνη, γιατί η έμφασή της στο μερικό αντί του γενικού φαινόταν να υπονοεί ότι η Καθολική εκκλησία δεν ήταν το μοναδικό παγκόσμιο σώμα, αλλά μάλλον μια τεράστια συνάθροιση μεμονωμένων ατόμων. Όμως, μιλώντας γενικά, όλοι οι φιλόσοφοι αυτής της περιόδου είναι γνωστοί σαν «σχολαστικοί», γιατί σχεδόν όλοι τους συνδέονταν με διάφορα σχολεία- είτε μοναστικά, είτε καθεδρικά, είτε Πανεπιστήμια. Οι φιλόσοφοι του 12ου αι., μεθώντας απ’ τις φαινομενικά ατέλειωτες δυνατότητες του νου και της λογικής, έφτασαν σε άγνωστα ως τότε διανοητικά σύνορα, προχωρώντας τολμηρά σε σχέση με τους προκατόχους τους. Ο Peter Abelard (1079-1142) υπήρξε ο κορυφαίος λογικός φιλόσοφος του 12ου αι. Γράφοντας αρκετές δεκαετίες πριν τη μεγάλη αποκάλυψη της αριστοτελικής σκέψης σε λατινική απόδοση, υιοθέτησε την αριστοτελική θέση στην ερώτηση σχετικά με την ύπαρξη των «universalia», αποδεχόμενος ένα μέσο ρεαλισμό (moderate realism). Ο Abelard πίστευε ότι τα «αρχέτυπα» δεν είχαν ξεχωριστή ύπαρξη, αλλά μέσω μιας αφαιρετικής διαδικασίας εξάγονται από κάθε ξεχωριστό πράγμα. Στο περίφημο έργο του «sic et Non», ο Abelard συνέλεξε γνώμες απ’ τη Βίβλο, τους Λατίνους πατέρες, τα εκκλησιαστικά συνέδρια, και τις κατά καιρούς αποφάσεις του παπισμού πάνω σε μια μεγάλη ποικιλία θεολογικών ζητημάτων, καταδείχνοντας ότι πολλές απ’ αυτές τις θεωρούμενες αυθεντίες πολύ συχνά διαφωνούσαν σε καίρια θρησκευτικά ζητήματα. Κι άλλοι πριν απ’ τον Abelard είχαν συλλέξει τέτοιες γνώμες για ποικίλα νομικά και θεολογικά θέματα αλλά όχι συστηματικά όπως αυτός. Ο Abelard στο «Sic et Non» εισάγει μια μέθοδο ερώτησης που αναπτύχθηκε και τελειοποιήθηκε αργότερα απ’ τους νομικούς του κανονικού δικαίου και τους φιλοσόφους. Αλλά οι συνεχιστές της μεθόδου του ζητούν να συμβιβάσουν τ’ αντίθετα και φτάνουν σε συμπεράσματα, ενώ ο Abelard αφήνει πολλά απ’ τα κείμενά του χωρίς λύση κι έτσι προκαλεί την εχθρότητα ορισμένων συντηρητικών συγχρόνων του. Ο πιο δριμύς του κατήγορος ήταν ο Bernard του Clairvaux, ο οποίος πίστευε ότι η πίστη κατακτάται μόνο με τον μυστικισμό και τη διαίσθηση, παρά με τη λογική και την προσπάθεια εξεύρεσης λογικών στηριγμάτων της. Όμως ο St. Bernard του Clairvaux (1090-1153) με την έμφαση που δίνει στην εσωτερική διαίσθηση αποτελεί εξαίρεση στην επικρατούσα σ’ όλο το 12ο αι. έμφαση στη λογική και την a priori αιτιολόγηση των φιλοσοφικών και θεολογικών προβλημάτων. Βέβαια αυτή η a priori λογική καταδικάστηκε αργότερα από πολλούς, απ’ την Αναγέννηση μέχρι σήμερα. Όμως είναι άδικο να κατηγορούμε σήμερα τους λογίους του 12ου αι. επειδή σπαταλούσαν τον καιρό τους σε επιδείξεις λεκτικής δεξιοτεχνίας, παίζοντας με τις λέξεις, ενώ αγνοούσαν τελείως βασικά γεγονότα του γύρω τους κόσμου, γιατί η μελέτη των λέξεων και των λογικών τους σχέσεων δεν ήταν χάσιμο χρόνου για τον 12ο αι. Άλλωστε είναι αδύνατο να σκεφτούμε χωρίς λέξεις και εφόσον το νόημά τους δεν έχει καθοριστεί επακριβώς, η σκέψη μας είναι φυσικό να παίρνει μορφή μπερδεμένη. Είναι ακόμη αδύνατο να μελετήσει κανείς ένα αντικείμενο σοβαρά χωρίς να χρησιμοποιήσει λογικές τεχνικές και κατηγορίες, πάνω στις οποίες θα χτιστεί η επιστήμη. Επομένως, οι Ευρωπαίοι στοχαστές έπρεπε να μάθουν λογική προτού ασχοληθούν με τις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες. Και ακριβώς στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, στο κύριο πεδίο των πνευματικών συγκρούσεων στο Μεσαίωνα, άνθισε, αρχικά μα τον Γουλιέλμο του Σαμπώ και τον Peter Abelard, και αργότερα (όπως θα δούμε παρακάτω) με τους Albertus Magnus, Thomas Aquinas και William Ockham, έφτασε στο ξέσπασμά της η ενασχόληση με τη λογική και τη διαλεκτική της θεολογίας και της φιλοσοφίας.

Ημερήσια εκδρομή στη Θεσσαλονίκη του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων (20-12-2017)

Εκπαιδευτική εκδρομή πραγματοποίησε η Β’ Λυκείου του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων στην Θεσσαλονίκη για να γνωρίσει τον Βυζαντινό Πολιτισμό (20/12/2017)
Το πρόγραμμα της εκδρομής μας, μονοήμερης εκπαιδευτικής μετακίνησης της Β’ Λυκείου στην Θεσσαλονίκη, ημέρα Τετάρτη 20/12/2017 είχε ως εξής: Αναχώρηση από Τρίκαλα και από το χώρο του σχολείου- Άφιξη στην Θεσσαλονίκη. Επιμορφωτικές επισκέψεις με ξενάγηση στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, στη Ροτόντα, στην Ρωμαϊκή Αγορά ( Αρχαιολογικός χώρος και Μουσείο ).- Λήξη αρχαιολογικών επισκέψεων και ξενάγησης. Συγκέντρωση στην πλατεία Αριστοτέλους, γεύμα, περιήγηση στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Απογευματινός περίπατος –καφές στα Λαδάδικα.- Αναχώρηση για Τρίκαλα. Αρχηγός: Ηλιάδη Αμαλία , φιλόλογος, Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων. Συνοδοί: Κατσίκας Αχιλλέας Π04, Μουζακιάρης Γεώργιος ΠΕ02, Γεωργόπουλος Ιωάννης ΠΕ11.Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων Οι ΞΕΝΑΓΗΣΕΙΣ μας στους χώρους πολιτιστικού, ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος έγιναν σε 2 γκρουπ: 60 μαθητές (30+30) και 4συνοδοί:Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού: ξενάγηση από την Ένωση Ελλήνων Ξεναγών. Ροτόντα: ξενάγηση από την Ένωση Ελλήνων Ξεναγών. Περιήγηση στην Ρωμαϊκή Αγορά. Κύριος σκοπός της εκδρομής ήταν η απόκτηση γνώσεων από τους συμμετέχοντες μαθητές και μαθήτριες, που αφορούν σε γνωστά ιστορικά μνημεία της Θεσσαλονίκης, η συλλογή και καταγραφή πληροφοριών σχετικών με αυτά, όπως επίσης και η επαφή με ευρήματα της πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς της Ρωμαϊκής και κυρίως της Βυζαντινής Θεσσαλονίκης. Επίσης η εκδρομή, εκτός από τους εκπαιδευτικούς της στόχους, απέβλεπε και στην επικοινωνία και συναναστροφή των μαθητών με τους συμμαθητές και τους καθηγητές τους σε συνθήκες ανοιχτότητας, εναλλακτικότητας και ξεγνοιασιάς και στη σύσφιξη των μεταξύ τους σχέσεων. Το πρόγραμμα της εκδρομής ακολουθήθηκε απαρέγκλιτα λόγω των πολύ καλών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν καθ’ όλη τη διάρκειά της. Η επίσκεψη στο βραβευμένο από την Ευρωπαϊκή Ένωση Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού έγινε αμέσως με την άφιξή μας στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια ακολούθησαν οι επισκέψεις στην «Ροτόντα» και στη Ρωμαϊκή Αγορά και στο ομώνυμο μουσείο. Στις πλούσιες σε μορφωτικά ερεθίσματα εκπαιδευτικές μας επισκέψεις είχαμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε την μεγαλοπρέπεια της Βυζαντινής Τέχνης και εν γένει του Βυζαντινού Πολιτισμού με τους ναούς, τα δημόσια κτίρια, τα κοιμητήρια, τις κοσμικές οικίες αλλά και την περίφημη «βυζαντινή καθημερινότητα» , όπου, σύμφωνα με την Χριστιανική παράδοση, κυριαρχούσε η πίστη στην υπερβατική Άνω Ιερουσαλήμ . Οι μαθητές περιηγήθηκαν στις έντεκα αίθουσες του Μουσείου που διαμορφώνονται σε επίπεδα και απέκτησαν ή ξαναθυμήθηκαν ιστορικές γνώσεις και πληροφορίες για την εποχή που ο πρωτότυπος βυζαντινός και μεταβυζαντινός πολιτισμός άνθιζε και επεκτεινόταν στα Βαλκάνια. Με τη βοήθεια των ξεναγών τους οποίους συναντήσαμε στα μνημεία που επιλέξαμε να επισκεφτούμε, οι μαθητές και οι συνοδοί τους περιηγήθηκαν στο εσωτερικό και στο εξωτερικό τους , έμαθαν σημαντικά στοιχεία για την ιστορία τους και θαύμασαν τα ευρήματα των αρχαιολόγων που εκθέτονται στα αντίστοιχα μουσεία. Οι μαθητές χωρίστηκαν σε δυο ομάδες και ξεναγήθηκαν στο χώρο της Ροτόντας όπου ήρθαν σε επαφή με τα περίφημα, σαν χρυσοκέντητα κοσμήματα, ψηφιδωτά της, γνωρίζοντας ένα μικρό μέρος της μεγάλης ιστορίας της. Εκθέματα όπως οι βυζαντινοί μεταλλικοί σταυροί ή τα εφυαλωμένα κεραμικά, τα καλαίσθητα βυζαντινά κοσμήματα ή οι λεπταίσθητες τοιχογραφίες στους καμαροσκεπείς τάφους της Βυζαντινής Θεσσαλονίκης σίγουρα είναι στοιχεία που οι μαθητές μας θα τα θυμούνται έντονα για καιρό. Μετά τις επισκέψεις στα παραπάνω μνημεία, οι μαθητές και οι συνοδοί καθηγητές τους περιηγήθηκαν στην Ρωμαϊκή Αγορά και στις στοές της, «κρυπτή» και ανοιχτές, στο μουσείο της αγοράς με τα ρωμαϊκά αρχαιολογικά κατάλοιπα και στο ιστορικό κέντρο και την αγορά της σύγχρονης Θεσσαλονίκης μέχρι την αναχώρησή τους. Οι μαθητές και ιδιαίτερα οι μαθήτριές μας παρακολούθησαν το πρόγραμμα των επισκέψεων με προσοχή, αφοσίωση και ενδιαφέρον. Έτσι το επιμορφωτικό μέρος της εκδρομής κρίνεται εξαιρετικά επιτυχές με μεγάλη την εκπαιδευτική «ωφέλεια» που προέκυψε απ’ αυτές. Ηλιάδη Αμαλία, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων
Φωτογράφος: Αμαλία Κ. Ηλιάδη Δημιουργός Βίντεο: Βάσω Κ. Ηλιάδη
https://www.youtube.com/watch?v=6ZJ5G6LdZlQ

ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΛΙΓΟΤΕΡΩΝ