Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων (Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ), Ιστορικό Σημείωμα με θέμα:”Οι πρώιμες Βυζαντινές Πόλεις”

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων (Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ), Ιστορικό Σημείωμα με θέμα:”Οι πρώιμες Βυζαντινές Πόλεις”

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στην Ελλάδα και αλλού μας έχουν αποκαλύψει ένα σημαντικό αριθμό πόλεων που ταυτίζονται με τα μεγάλα αστικά κέντρα της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου: τους Φιλίππους, την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την Κόρινθο, τη Νικόπολη, την Αλεξάνδρεια, την Αντιόχεια, την Έφεσο, τη Μίλητο, τις Σάρδεις, την Αφροδισιάδα, την Απάμεια, τη Σεβάστεια, τη Γάζα, την Ταρσό, την Καισάρεια της Καππαδοκίας, το Σίρμιο, τη Σερδική και άλλα πολλά. Η εικόνα που παρουσίαζαν έδειχνε πόλεις ζωντανές και ακμάζουσες. Πρόκειται για τις ίδιες, τις παλιότερες ελληνορωμαϊκές, στις οποίες η ζωή συνεχίστηκε ακριβώς όπως πριν, με ελάχιστες αλλαγές. Οι κάτοικοι επισκεύασαν τα ρωμαϊκά κτήρια και τα ξαναχρησιμοποίησαν, έμεναν στα σπίτια και δούλευαν στα μαγαζιά και τα εργαστήρια. Επίσης, έφτιαξαν όσα δημόσια κτήρια τους ήταν χρήσιμα. Στα θέατρα έδιναν παραστάσεις παντομίμας, στα λουτρά φρόντιζαν την προσωπική τους υγιεινή, στις αποθήκες φύλαγαν την τροφή τους και στις δεξαμενές το νερό που έφερναν στην πόλη μέσω των υδραγωγείων. Στις πλατείες θαύμαζαν έργα τέχνης, όπως σιντριβάνια και αγάλματα των πολιτικών αρχόντων, και διάβαζαν τις πληροφορίες που ανακοινώνονταν με επιγραφές, ενώ οι ιππόδρομοι έγιναν μάρτυρες των αγώνων μεταξύ ιππικών αρμάτων αλλά και… αντίπαλων κοινωνικών ομάδων. Εμπορικό κέντρο της πόλης ήταν η αγορά. Τις συνοικίες συνέδεσαν οι παλιές οδικές αρτηρίες που επισκευάστηκαν και κάποιες φορές οι νέες που κατασκευάστηκαν. Στη θρησκευτική ζωή των κατοίκων εστιάζεται η μεγαλύτερη αλλαγή στις πρώιμες βυζαντινές πόλεις. Χτίστηκαν τόποι λατρείας για τη νέα χριστιανική θρησκεία, εκκλησίες και μοναστήρια, και κοντά τους οι κατοικίες των επισκόπων, ενώ οι παλιοί αρχαίοι ναοί είτε εγκαταλείφθηκαν είτε μετατράπηκαν σε εκκλησίες. Επίσης, πολυτελείς κολυμβητικές δεξαμενές και νυμφαία μετατράπηκαν σε Βαπτιστήρια. Τέλος, μετά τη Ρωμαϊκή Ειρήνη, οι νέες, πιο ανασφαλείς συνθήκες επέβαλλαν την οχύρωση των πόλεων με ισχυρά τείχη, τα περισσότερα της εποχής του Μεγάλου Θεοδοσίου και του Ιουστινιανού. Έτσι κύλησε η ζωή μέχρι την αναστάτωση που έφερε το τέλος του 5 ου και ο 6 ος αιώνας. Οι ανασκαφές μας δείχνουν καταστροφές και πυρκαγιές και οι γραπτές πηγές μιλούν για σειρά καταστρεπτικών σεισμών και αλλεπάλληλων εχθρικών επιδρομών και λεηλασιών. Τα περισσότερα από τα αστικά κέντρα, που είχαν απλωθεί και αναπτυχθεί στις κοιλάδες και τα παράλια της Μεσογείου και των Βαλκανίων για περίπου μια χιλιετία, δεν μπορούσαν πια να επιβιώσουν. Μετά την καταστροφή τους εγκαταλείφθηκαν και ο πληθυσμός τους σταδιακά, μέσω μιας διαδικασίας που θα εξελιχθεί στη Μεσοβυζαντινή περίοδο, κατέφυγε σε φυσικά οχυρές και δυσπρόσιτες τοποθεσίες κοντά στην παλιά πόλη, όπου έχτισε τα σπίτια του- με τις πέτρες που έφερε από τα κατεστραμμένα κτήρια και οργάνωσε τη ζωή του με μεγαλύτερο αίσθημα ασφάλειας. Το πρώιμο βυζαντινό σπίτι. Οι κατοικίες των Βυζαντινών κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο δε φαίνεται να άλλαξαν καθόλου σε σχέση με τη Ρωμαϊκή. Από τις αγροικίες της υπαίθρου έχουμε μαρτυρίες μόνο για τα μεγάλα κτίσματα των πιο εύπορων αγροτών. Επρόκειτο για κτίσματα στο πρότυπο της ρωμαϊκής villa (έπαυλη), εξοπλισμένα με χώρους κατάλληλους για τη διαμονή των ενοίκων, αλλά και με αποθήκες ή χώρους βοηθητικούς για τις αγροτικές εργασίες. Από τις καλύβες των φτωχών αγροτών που χτίζονταν με ευτελέστερα υλικά δεν έχει σωθεί βέβαια τίποτε. Περισσότερα γνωρίζουμε για τις αστικές κατοικίες, από τις οποίες πολλά παραδείγματα μας έχουν αποκαλύψει οι αρχαιολογικές ανασκαφές. Οι πολλαπλές οικοδομικές φάσεις που παρουσιάζουν τα κτήρια αυτά, μας δίνουν να καταλάβουμε ότι οι άνθρωποι της εποχής προτιμούσαν να επισκευάζουν και να κατοικούν τα ήδη υπάρχοντα σπίτια, παρά να κατασκευάζουν καινούργια. Ωστόσο, πέρα από τα επισκευασμένα σπίτια, που παρέμεναν στο σχέδιο της Ρωμαϊκής εποχής, ακόμη και οι νέες κατασκευές ακολούθησαν το μοντέλο της ρωμαϊκής αστικής οικίας. Αυτό βασικά συνίστατο σε ένα σύνολο κυρίων δωματίων και βοηθητικών χώρων, διαρθρωμένων γύρω από μια κεντρική αυλή (το αίθριο) ενώ την εικόνα συμπλήρωναν, καμιά φορά, μικρές αυλές δευτερεύουσας σημασίας. Σημαντική καινοτομία της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου ήταν η εμφάνιση για πρώτη φορά των οικιακών εγκαταστάσεων υγιεινής (λουτρού), πιθανόν επειδή η χριστιανική θρησκεία επέβαλε μια νέα αντίληψη για το σώμα και τη δημόσια έκθεσή του. Τα υλικά που χρησιμοποιούνταν στην οικοδομική δραστηριότητα της εποχής ήταν οι αργοί λίθοι και τα τούβλα, καθώς και πολλά αρχιτεκτονικά μέλη αρχαίων και ρωμαϊκών κτηρίων που είχαν καταρρεύσει. Εξαιρετικής σπουδαιότητας είναι ο τρόπος που διακοσμούνταν τα σπίτια αυτά, αφού ο πλούτος και η ποιότητα της διακόσμησης έπρεπε να δηλώνει-και να συμφωνεί με-την κοινωνική θέση του ιδιοκτήτη του: συχνά συναντάμε πέρα από συντριβάνια, μαρμάρινες κολώνες και κάποια περίτεχνα (π.χ. μαρμάρινα) τραπέζια ή πάγκους, αλλά και καταπληκτικά ψηφιδωτά που κοσμούσαν τα πατώματα στα κεντρικά δωμάτια. Η ύπαιθρος χώρα. Το πρώιμο Βυζάντιο φαίνεται ότι ήταν οργανωμένο κυρίως σε πόλεις και λιγότερο σε κωμοπόλεις ή χωριά. Υπήρχαν δηλαδή οι πολυάνθρωπες και οικονομικά ισχυρές κεντρικές πόλεις, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Αντιόχεια, η Αλεξάνδρεια και η Έφεσος, που κυρίως στηρίζονταν στο εμπόριο, τη ναυτιλία και τη βιοτεχνική παραγωγή. Ακολουθούσαν κάποια άλλα κέντρα, συνήθως παραθαλάσσια ή παραποτάμια, όπως η Θεσσαλονίκη, η Κόρινθος, η Μίλητος και η Σεβάστεια, που ήταν εμπορικά κέντρα και με καλή βιοτεχνία. Η υπόλοιπη ύπαιθρος περιλάμβανε τα κέντρα των αγροτικών περιοχών στην ενδοχώρα, που ήταν επίσης σημαντικές πόλεις, όπως η Αδριανούπολη, η Ναισσός, η Καισάρεια της Καππαδοκίας, η Λαοδίκεια, η Αμάσεια και η Λάρισα. Κάποιες άλλες πόλεις ή συχνότερα μικρότερες κωμοπόλεις ήταν οργανωμένες σε στρατιωτικά οχυρά, κοντά στα σύνορα ή στα επίκαιρα σημεία των στρατιωτικών οδών: τέτοιες ήταν το Σίρμιο, το Δορόστολο, η Αγχίαλος, τα Σύναδα, το Στόμπι, η Σερδική, η Άγκυρα, η Θεοδοσιούπολη, η Άμιδα, η Έδεσσα και η Μελιτηνή. Την εικόνα της βυζαντινής υπαίθρου συμπλήρωναν οι διάσπαρτες και, μάλιστα, καμιά φορά αμυντικά τειχισμένες αγροικίες(villae), με τις αγροτικές τους εκτάσεις και τα βοηθητικά τους κτίσματα (μύλους κ.λ.π.).

“Γάμος και αγιότητα στη Μέση Βυζαντινή Περίοδο” Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ) Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

“Γάμος και αγιότητα στη Μέση Βυζαντινή Περίοδο”
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ) Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

Στο σύντομο άρθρο που ακολουθεί θα εξεταστούν ενδεικτικά οι σημαντικότεροι βίοι εγγάμων αγίων της Μέσης Βυζαντινής περιόδου προκειμένου να διαπιστωθεί, μέσα από την ανάλυση και την ερμηνεία τους, η στάση της βυζαντινής κοινωνίας και εκκλησίας απέναντι στο θεσμό του γάμου, θεμελιώδους στοιχείου της κοινωνικής και κρατικής συνοχής.Στόχος των βίων των εγγάμων αγίων της Μέσης βυζαντινής περιόδου είναι να υπαχθεί ο θεσμός του γάμου στον αυστηρό έλεγχο της Εκκλησίας. Μέσω της προσπάθειας που θα πρέπει να καταβάλλουν οι έγγαμοι πιστοί για να μιμηθούν στη ζωή τους τούς εγγάμους αγίους, υποδεικνύεται από την Εκκλησία ο άλλος, εναλλακτικός δρόμος προς την αγιότητα: ο θεάρεστος έγγαμος βίος σε σχέση με το μοναχικό βίο που είναι και πιο συνηθισμένος δρόμος αγιοποίησης. Εξάλλου το «σύμπαν» των αγιολογικών κειμένων αντανακλά την οργάνωση της κοινωνίας και ανταποκρίνεται σε κοινωνικές ανάγκες της εποχής στην οποία αναφέρονται τα αγιολογικά κείμενα. Ειδικότερα για τη Μέση βυζαντινή περίοδο, ο ικανός αριθμός (34) των βίων των εγγάμων αγίων μαρτυρεί την έμφαση της κοινωνίας της εποχής αυτής στις οικογενειακές αξίες και κατ’επέκταση στο θεσμό του γάμου. Μάλιστα οι περιπτώσεις οικογενειακής λατρείας ενός προσώπου που αργότερα και μετά από πολλές προσπάθειες αναγνωρίζεται ως άγιος ή αγία απ’ την επίσημη Εκκλησία είναι πολύ ενδιαφέρουσες.
Στο Βίο της Αγίας Θωμαΐδος της Λεσβίας, που διαδραματίζεται στην Μυτιλήνη και στην Κωνσταντινούπολη του 10ου αιώνα, θίγεται ο ξυλοδαρμός των γυναικών απ’ τους συζύγους τους ως κοινωνική πληγή της εποχής. Οι γονείς της αγίας Θωμαΐδος ευτύχησαν στο γάμο τους και ο βιογράφος της αγίας τους ονομάζει «ζεύγος χρυσούν, ζεύγος τρισευδαίμον και μακάριον», ενώ η Θωμαΐδα ατύχησε στο γάμο της, ο οποίος απέβη αγκάθινο στεφάνι γι’ αυτή. Οι γονείς της, όντας ευκατάστατοι και ευσεβείς, την πάντρεψαν σε ηλικία 24 ετών με ένα νέο ονόματι Στέφανο. Η Θωμαΐδα, παρότι διακρινόταν ως ενάρετη, καλή και
υποδειγματική σύζυγος και νοικοκυρά και δίχως να δίνει καμιά αφορμή, αντιμετώπιζε χείριστο τρόπο συμπεριφοράς εκ μέρους του συζύγου της. Ο ατυχής της γάμος ανάγκασε τους θλιμμένους γονείς της να αναχωρήσουν απ’ τη Μυτιλήνη για τα μέρη της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας της, μετά από λίγο καιρό, πέθανε και η μητέρα της έγινε μοναχή και αργότερα ηγουμένη. Ο σύζυγος της Θωμαΐδας, απ’ την φιλαργυρία και την πλεονεξία του, ειρωνευόταν και έβριζε την ευλάβεια και την φιλοστοργία
της. Μάλιστα την χτυπούσε βάναυσα σ’ όλο της το σώμα. Στο τέλος η αγία πεθαίνει απ’ τα τραύματα που της προξένησε ο βάρβαρος σύζυγός της. Έζησε δεκατρία χρόνια μαρτυρικού συζυγικού βίου και πέθανε σε ηλικία 38 ετών. Τάφηκε στο μοναστήρι που ήταν ηγουμένη η μητέρα της. Η αντίθεση του φρονήματος της αγίας με το φρόνημα του συζύγου της,
αναδεικνύει την υπομονετική γυναίκα σύζυγο και τις αρετές της
ευλάβειας, της φιλανθρωπίας, της ελεημοσύνης και της φιλοστοργίας.
Παράλληλα συνδέει, η αντίθεση αυτή, τον άνδρα σύζυγο με την ασέβεια, την φιλαργυρία, την πλεονεξία και την σκληρότητα. Το γεγονός αυτό, απ’τη μια μεριά, ανυψώνει τη γυναικεία φύση και υπόσταση απέναντι στην ανδρική, αλλά απ’ την άλλη ο βίος της Οσίας Θωμαΐδος ως υπόδειγμα για τις έγγαμες γυναίκες της εποχής της, ενισχύει μια τάση παθητικότητας και υποταγής της γυναίκας, ακόμη και στις άδικες ή παράλογες συμπεριφορές του συζύγου της. Η παραπάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται και από άλλες, πατερικές κυρίως πηγές, καθώς σύμφωνα μ’ αυτές, η
διατήρηση, η ενίσχυση και η επιβίωση του θεσμού του γάμου, ως συνεκτικού ιστού της κοινωνίας, απαιτούσε θυσίες, υπομονή και ανεκτικότητα άνευ ορίων, κυρίως εκ μέρους των γυναικών που εισέρχονταν σ’ αυτόν.
Ο όσιος Δομετιανός, επίσκοπος Μελιτινής, ανήκει στους έγγαμους αγίους του τέλους του 6ου και των αρχών του 7ου αιώνα (πέθανε στην Κωνσταντινούπολη το 602). Ήταν γιος πλουσίων και γι’ αυτό είχε την ευκαιρία να κάνει αξιόλογες σπουδές. Ο γάμος του ήταν σύντομος, γιατί η σύζυγός του πέθανε νέα. Τρεις παράγοντες τον ώθησαν στο μοναχικό βίο:
ο πλούτος, οι γνώσεις και η χηρεία. Σε ηλικία 30 ετών γίνεται επίσκοπος Μελιτινής της Αρμενίας. Ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα, κηρυκτική, ιεραποστολική και φιλανθρωπική, περιοδεύοντας μέχρι την Περσία και κτίζοντας εκκλησίες και φτωχοκομεία.
Ο όσιος Θεόδωρος ο εν Κυθήροις έδρασε στην Πελοπόννησο και στα Κύθηρα το 10ο αιώνα. Ο γάμος του και η απόκτηση δυο παιδιών δεν τον εμπόδισαν να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή. Όταν θεώρησε τον καιρό κατάλληλο, εγκατέλειψε σύζυγο και παιδιά και έγινε μοναχός. Λίγο πριν το θάνατό του, περνά στο νησί των Κυθήρων όπου θαυματουργεί και ανακηρύσσεται άγιος.
Ο πατέρας του Φωτίου του Μεγάλου, ο όσιος Σέργιος ο ομολογητής, ήταν σπαθάριος και συγγενής του πατριάρχη Ταρασίου. Για την εικονολατρεία του εξορίζεται με τη γυναίκα του Ειρήνη και τα παιδιά τους και πεθαίνει στην εξορία από τις κακουχίες. Ο πατριάρχης γιος του,Φώτιος, γράφει γι’ αυτόν πως διακρίθηκε «δόξης ορθής και πίστεως αληθούς πλούτω μαρτυρίω υπερορισθείς τετελείωται». Και για τη μητέρα του, η οποία ήταν συγγενής αυτοκρατόρων, έγραψε πως ήταν «φιλόθεός τε και φιλάρετος».
Στο βίο της Οσίας Θεοδώρας της Θεσσαλονίκης που καταγόταν απ’ την Αίγινα και έζησε στα τέλη του 8ου και στις αρχές του 9ου αιώνος, ο μοναχισμός αποτελεί οικογενειακή υπόθεση καθώς όλα τα μέλη της οικογένειάς της κείρονται μοναχοί. Η αγία Θεοδώρα ήταν κόρη ιερέως, ο οποίος, μετά το θάνατο της συζύγου του, έγινε μοναχός. Η Θεοδώρα είχε μια αδελφή μοναχή και έναν αδελφό διάκονο τον οποίο σκότωσαν
πειρατές σε επιδρομή τους στην Αίγινα. Επειδή έμεινε ορφανή σε μικρή ηλικία, την πήρε κοντά της η νονά της και σε συνεννόηση με τον πατέρα της την αρραβώνιασε μ’ ένα θεοσεβούμενο νέο. Μετά το θάνατο του αδελφού της, η Θεοδώρα και ο αρραβωνιαστικός της εγκαταλείπουν την
Αίγινα και εγκαθίστανται στη Θεσσαλονίκη για μια πιο ασφαλή ζωή χωρίς το φόβο των πειρατών. Εκεί, απ’ το γάμο τους απέκτησαν τρία παιδιά, από τα οποία τα δύο πολύ σύντομα πέθαναν. Η Θεοδώρα πείθει το σύζυγό της ν’ αφιερώσουν το τρίτο τους παιδί στο Θεό και να το κείρουν μοναχή. Μετά το θάνατο του άνδρα της γίνεται και η ίδια μοναχή, όντας 25 ετών.
Ο όσιος Φιλόθεος ο θαυματουργός έζησε το 10ο αιώνα στην περιοχή της Μ. Ασίας. Μετά το γάμο του χειροτονήθηκε ιερέας και φρόντιζε τα «τέκνα» της ενορίας του όπως ακριβώς και τα παιδιά απ’ το γάμο του. Οι ελεημοσύνες του προς τους φτωχούς ήταν μεγάλες, σε μια εποχή που οι ταπεινοί αγρότες της περιοχής του καταπιέζονταν τρομερά απ’ τους δυνατούς, όπως δείχνουν τα νομοθετικά κείμενα και άλλες πηγές αυτής
της περιόδου.
Ο όσιος Ιωνάς ο Σαββαίτης ήταν ιερέας και πατέρας των αγίων
Θεοδώρου και Θεοφάνη των Γραπτών. Μικρούς τους δυο γιους του τους εισήγαγε στο μοναχικό βίο της Λαύρας του Αγίου Σάββα των Ιεροσολύμων, στην οποία κι ο ίδιος πέθανε.
Στο βίο του αγίου Ιωάννου απ’ τις Συρακούσες της Σικελίας, ο οποίος διαδραματίζεται στις Συρακούσες και στη Βόρειο Αφρική του 9ου αιώνα, διαβάζουμε πως ο άγιος συνελήφθη από Άραβες πειρατές που διενεργούσαν επιδρομή στη Σικελία και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη Βόρεια Αφρική με τους δυο γιους του Πέτρο και Αντώνιο. Εκεί, η ευστροφία και η αρετή τους, σύμφωνα με το βιογράφο του Ιωάννη, τους ανεβάζουν σε υψηλά αξιώματα. Όμως δεν μπόρεσαν ή δεν άντεξαν να ζουν ως κρυπτοχριστιανοί, γι’ αυτό και θανατώθηκαν με βασανιστήρια
απ’ τους Μουσουλμάνους.
Ο όσιος Ευθύμιος ο νέος δημιουργεί ο ίδιος με το γάμο του ολόκληρη οικογένεια μοναχών. Στα δεκαεφτά του χρόνια παντρεύεται και αποκτά μια κόρη, την Αναστασώ. Παρόλα αυτά ο θείος έρωτας τον ωθεί να εγκαταλείψει την οικογένειά του και να γίνει μοναχός στον Όλυμπο της Βιθυνίας. Στη συνέχεια επισκέπτεται το Άγιο Όρος, τη μονή Περιστερών
Θεσσαλονίκης, της οποίας είναι και κτήτορας, τα Βραστά Χαλκιδικής, το νησί Ιερά του Παγασητικού κόλπου. Περνώντας απ’ τους παραπάνω σταθμούς κατά την πορεία του, πραγματική και πνευματική, «περνά» ταυτόχρονα και απ’ όλες τις μορφές μοναχικού βίου: περιπλάνηση,οδοιπορία, άσκηση. Αποτέλεσμα της μεγάλης του επιρροής στην οικογένειά του ήταν η μοναχική κουρά της μητέρας του, της αδελφής του και της συζύγου του, μετά τη φυγή του από κοντά τους. Η κόρη του Αναστασώ παντρεύτηκε και απόκτησε τέσσερα παιδιά, από τα οποία τα
δύο αργότερα έγιναν μοναχοί. Σαρανταδύο χρόνια μετά την αναχώρηση του αγίου Ευθυμίου απ’ την οικογενειακή εστία, όλα τα μέλη της οικογένειάς του που εκάρησαν μοναχοί συναντήθηκαν στη μονή Περιστερών Θεσσαλονίκης. Ο όσιος Ευθύμιος, αφού δοκίμασε όλες τις μορφές και τους τρόπους της άσκησης, γενόμενος έγκλειστος, στυλίτης, κοινοβιάρχης, ερημίτης, διακονητής, υποτακτικός, οδοιπόρος, πέθανε στη
Θεσσαλονίκη το 898.
Ο άγιος Δημητριανός παντρεύτηκε σε ηλικία δεκαπέντε ετών. Μετά τρεις μήνες απ’ την τέλεση του γάμου του έμεινε χήρος και εισήλθε σε μονή ως μοναχός. Αργότερα εξελέγη επίσκοπος Χύτρων της Κύπρου (9ος αιώνας).
Ο όσιος Φλώρος υπήρξε βασιλικός γραμματεύς και πατρίκιος στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 7ου αιώνα. Όταν η σύζυγος και τα παιδιά του πέθαναν από λοιμική ασθένεια, έγινε μοναχός και ασκήτευσε σε ένα από τα κτήματά του. Αργότερα εξελέγη επίσκοπος Αμινσού της Καππαδοκίας (Κωνσταντινούπολη – Αμινσός, 6ος–7ος αιώνας).
Ο άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων περιέπεσε σε μεγάλη φτώχεια, όχι μόνο εξαιτίας της μεγάλης και αδιάκοπης ελεημοσύνης του, αλλά και από αρπαγές των κτημάτων του από κακούς γείτονες και κλέφτες. Η υπερβολή της φιλανθρωπίας του φάνηκε όταν απ’ τα τριακόσια ζεύγη βοδιών, που είχε στην κατοχή του, του απόμεινε ένα, και στην ανάγκη συνανθρώπου του το χάρισε κι αυτό. Η σύζυγός του έφτασε να τον κατηγορεί ως απάνθρωπο, γιατί με την τόση φιλανθρωπία του κατέστρεφε την δικιά τους περιουσία, χωρίς να σκέπτεται το μέλλον των παιδιών του. Το απεριόριστο της ελεημοσύνης και της φιλανθρωπίας του το θεώρησε σαλότητα των γηρατειών του. Ο Φιλάρετος ο Ελεήμων όντας
επικεφαλής μιας πατριαρχικής οικογένειας που διαβιεί στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης του 8ου αιώνα, ευτύχησε να δει πολλούς απογόνους, μια εγγονή του να γίνει σύζυγος αυτοκράτορα και τα απροσδόκητα γυρίσματα των καιρών: μετά τη μεγάλη φτώχεια στην οποία περιέπεσε,ξαναποκτά τον παλιό του πλούτο, ως θεϊκή επιβράβευση της ελεημοσύνης και της φιλανθρωπίας του.
Η αγία Θεοφανώ, πρώτη σύζυγος του τετράγαμου αυτοκράτορα
Λέοντα Στ΄ του Σοφού, ανακηρύχθηκε αγία για την αζηλοτυπία της, την αμνησικακία της, τις πολλές ελεημοσύνες της και την ανεξάντλητη υπομονή της απέναντι σ’ ένα σύζυγο που την απατούσε και την παραμελούσε. Ως πρότυπο υπομονετικής συζύγου, υπέμεινε αυτήν την κατάσταση του προβληματικού γάμου της επί δώδεκα έτη και μετά το θάνατό της, ο αυτοκράτορας σύζυγός της, πιθανώς, για να εξιλεωθεί απ’
τις τύψεις του για την μοιχεία που διέπραττε εις βάρος της, έκτισε προς τιμήν της ναό κοντά στην εκκλησία των αγίων Αποστόλων.
Στην περίπτωση της οσίας Μαρίας της Νέας η αγιότητα καθίσταται οικογενειακή υπόθεση και οικογενειακή παράδοση. Μετά το θάνατό της η Μαρία παρουσιάζεται πολλές φορές στον ύπνο του συζύγου της Νικηφόρου, που όταν ήταν εν ζωή την ξυλοκοπούσε ανελέητα, για να του πει να επιμεληθεί την ανέγερση ναού προς τιμήν της. Μερικοί μοναχοί
όμως, παρακινημένοι από φθόνο και ζήλεια, καθώς αναφέρει ο βίος της, αντιτάσσονταν στην πρόθεση του συζύγου της να της κτίσει ναό, υποστηρίζοντας πως δεν είναι δυνατό να ζει κανείς στον κόσμο, να κρεοφαγεί, να χαίρεται τις συζυγικές ηδονές και παράλληλα να θαυματουργεί, όταν οι μοναχοί, στερούμενοι όλων των ευχαρίστων,κακουχούμενοι και θλιβόμενοι πάντοτε σε όλα, νύχτα και ημέρα προσευχόμενοι, παρόλα αυτά δεν αξιώνονται τέτοιων χαρισμάτων. Αυτή η αντιπαράθεση ανάμεσα σε αγίους που προέρχονται απ’ το μοναχικό βίο και σε αγίους που προέρχονται απ’ τον «κοσμικό» βίο αίρεται, τελικά, από
την επιτέλεση θαυμάτων εκ μέρους της αγίας, της οποίας τους συζυγικούς ξυλοδαρμούς δε λάμβαναν υπόψη, απ’ τη σκοπιά τους, οι παραπάνω μοναχοί, και αναφέρονταν μόνο στις ηδονές του συζυγικού βίου, φέρνοντας εμπόδια στην αγιοποίησή της. Τελικά η Μαρία η Νέα αγιοποιείται λόγω της επιμονής του συζύγου της να της ανεγείρει ναό για να εξιλεωθεί απέναντι της και απέναντι του Θεού για την απάνθρωπη συμπεριφορά του. Το έγκυρο της αγιότητάς της επιβεβαιώνεται με την πάροδο του χρόνου απ’ την εξέλιξη της ζωής των δυο παιδιών της: ο ένας
γιος της ο Βαάνης μεγαλώνοντας ανήλθε σε υψηλά αξιώματα και
παντρεύτηκε επιφανή γυναίκα. Μιμήθηκε τον βίο της μητέρας του: ήταν ανδρείος στο σώμα και πολύ περισσότερο ανδρείος στην ψυχή. Τα χρήματά του τα μοίραζε στους συστρατιώτες του, στους οποίους ήταν προσφιλής και «περίδοξος». Καθημερινά διάβαζε την ακολουθία των Ωρών και το Ψαλτήρι και κάθε βράδυ, μετά το απόδειπνο, παράκληση στην Παναγία. Όταν ασθένησε ήρθε στην Κωνσταντινούπολη όπου συναντήθηκε με τον αδελφό του Συμεών, που είχε γίνει μοναχός στο όρος
του Κυμινά και τον έκειρε μοναχό ονομάζοντάς τον Μαρίνο. Ο Συμεών, όντας φυγόδοξος και μοναχικός, περιπλανιόταν από τόπο σε τόπο. Αργότερα έγινε ιερέας, εφαρμόζοντας στη ζωή του το «Αγίας μητέρας άγιος βλαστός».
Οι βίοι των παντρεμένων αγίων της μέσης βυζαντινής περιόδου (7ος-10ος αιώνας) στηρίζουν και ταυτόχρονα κλονίζουν το θεσμό του γάμου. Τα δύο αυτά αντιφατικά φαινόμενα παρατηρούνται ταυτόχρονα και κατά περιπτώσεις: κάποιοι βίοι στηρίζουν με τις διηγήσεις τους το γάμο και κάποιοι άλλοι κλονίζουν τον ίδιο θεσμό, ιδιαίτερα όταν ο άγιος εγκαταλείπει γυναίκα και παιδιά για να ακολουθήσει, απερίσπαστος, το μοναχικό βίο. Εξάλλου, οι αντιθέσεις και οι αντιφάσεις είναι εγγενές στοιχείο της βυζαντινής κοινωνίας της μέσης περιόδου που εντοπίζεται σε πολλά επίπεδα.

Marriage and Sanctification in Middle Byzantine Period Summary
Objective of lives of married Saints of Middle Byzantine period is to enclose the institution of marriage in the strict control of Church. Via the effort of married to imitate in their life the married Saints, is indicated by the Church the other, alternative way to sanctification, married life accepted by God,instead of the solitary life, the usual path of sanctification. Moreover the
cosmology of saints lives reflects the organisation of society and corresponds in social needs of the specific period. More specifically, as it concerns Middle Byzantine period, the number (34) of lives of married saints testifies the emphasis given by Byzantine society during this period on family values and
the institution of marriage.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
1.Ahrweiler H., Sur la carriere gravere de Photius avant son patriarcat, Byz. Zeitschr., 58, 1965, σελ. 348-363: πρβλ. σελ. 356 κ.ε.
2. Boor C.de, Vita Euthymii, Ein Anecdoton zur Geschichte Leos der Weisen,a. 886-912, Berlin 1888.
3. Cox Miller P., A Dubious Twilight: Reflections on Dreams in Patristic Literature, Church History 55 (1986) 153-164.
4. Dagron G., Recircever de Dieu et parler de soi: le recirceve et son interpreacutetation apregraves les sources Byzantines.
5. Dvornik F., Byzantine Missions among the Slavs, S.S. Constantine Cyril and Methodius, Rutgers University Press (1970): 285- 296.
6. Les leacute gendes de Constantin et de Meacutethode vues de Byzance 2, 1969: 89 κ.ε.
7. Giovanelli, G. Βίος και πολιτεία του οσίου πατρός ημών Νείλου του Νέου, Grottaferrata (Roma) 1972.
8. Goff J. Le, «Le christianisme et les recirceves » (IIe-VIIe sie grave cles).
9. Halkin F., Euphemie de Clalcedoine, Subsidia hagiogr. 41, (Βρυξέλλες 1965): 99-100. hagiographie Byzantine au service de l’histoire.
10. Hero Angela C., The Life and Letters of Theoleptos of Philadelphia Brookline, (Mass. 1994): 99-100.
11. Janin, Grands Centres, σελ. 395.
12. Karlin-Hayter P., Byzantion, 25-27, 1955-1957: 114, στ.12.
13. Vita Euthymii patriarchae CP. Text, Translation, Introduction and Commentary (Biblioteque graveque de Byzantion 3), Bruxelles 1970.
14. Κίσσα, «Ο Βίος της αγίας Μαρίας της νέας ως πηγή για την
αρχαιολογία και την ιστορία της τέχνης».
15. Κουκουλέ, Βυζαντινών νεκρικά έθιμα, σ.12, υποσ.2. Βίος, τόμ. Α΄2: 123-276. 7
16. Λαΐου Αγγελική Ε., «Η ιστορία ενός γάμου: Ο Βίος της αγίας Θωμαΐδος της Λεσβίας», Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο. (Αθήνα, 1989): 237-251
17. Μητερικόν 1: 88 ε., 334,350 ε.
18. Μητερικόν 2: 32, 46 ε.,60,66,108 ε.,114,118,120,136,142,208,284,292 ε., 304,306 ε., 310, 360.
19. Μητερικόν 3: 214 ε., 248,278 ε.,328,348.
20. Μητερικόν 4: 30,54 ε.,140,166,168,172,268ε.,290,314-318,330,344,362 κ.ά.
21. Oberhelman S.M., Prolegomena to the Byzantine Oneirokritika Byzantion
50 (1980) 487-504 και του ίδιου, The Interpretation of Dream-Symbols in Byzantine Oneirocritic Literature Byzantinoslavica 47 (1986) 8-24., Dream and Dream Visions, ODB 1,661.
22. Papadopoulos A. – Kerameus, Monumenta graeca et Latina ad historiam Photii patriarchae pertinentia, (Πετρούπολη, II, 1901) 3.
23. Στεφάνου, Βίοι αγνώστων ασκητών, σελ.352-353.
24. Τατάκης Β., «Φώτιος ο μεγάλος ανθρωπιστής», Κυρίλλω και Μεθοδίω τόμος εόρτιος, Α΄, (Θεσσαλονίκη 1966): 81-111
25.Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, βυζαντινολόγος, Άγιες Γυναίκες στο Βυζάντιο, 16-4-2005. http://www.archive.gr
26. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός(ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας), Οι αντιλήψεις για τα δύο φύλα στο πρώιμο Βυζάντιο, 6-5-2005. http://www.archive.gr
27. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Ιστορικός-φιλόλογος (ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας Α.Π.Θ.), Γάμος και αγιότητα στη Μέση Βυζαντινή Περίοδο, 1-6-2005. http://www.archive.gr
Πηγή http://pneuma.gr/byzgyn.htm

“Βίοι αξιομνημόνευτων γυναικών κατά την Βυζαντινή εποχή” . Αμαλία Κ. Ηλιάδη,Φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.Πρωτότυπος τίτλος : “Άγιες Γυναίκες στο Βυζάντιο”

“Βίοι αξιομνημόνευτων γυναικών κατά την Βυζαντινή εποχή” .
Αμαλία Κ. Ηλιάδη,Φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.Πρωτότυπος τίτλος : “Άγιες Γυναίκες στο Βυζάντιο”


Οι βίοι των αγίων γυναικών της Μέσης Βυζαντινής περιόδου αντιπροσωπεύουν, με μεγάλη ευρύτητα και ποικιλία, υπαρκτούς κοινωνικούς τύπους γυναικών της εποχής τους: μοναχές που διακρίνονται σε ασκητικούς αγώνες εφάμιλλους των ανδρών, χήρες που βρίσκουν καταφύγιο στην ασκητική ζωή του μοναστηριού, παντρεμένες, υποταγμένες, νομοταγείς στους συζύγους τους γυναίκες που τις κακομεταχειρίζονται οι σύζυγοί τους και που στο τέλος της ζωής τους ”αγιάζουν”.
Οι περιπτώσεις αυτών των αγίων γυναικών, εκτός του ότι καταδείχνουν τους διαφορετικούς δρόμους και τρόπους αγιοποίησης στο Βυζάντιο, (μέσω της νέκρωσης του κορμιού, μέσω της απόλυτης υπακοής στην ηγουμένη, μέσω της μετάνοιας, της φιλανθρωπίας, της προφητείας και της διενέργειας θαυμάτων) αντανακλούν, ταυτόχρονα την επαμφοτερίζουσα στάση της Βυζαντινής κοινωνίας απέναντι στις γυναίκες.
Αυτή ακριβώς η επαμφοτερίζουσα στάση των Βυζαντινών απέναντι στη γυναίκα αποκαλύπτει το παράδοξο ενός πολιτισμού που, απ΄τη μια μεριά υποβάθμιζε τη γυναίκα ως κόρη της Εύας, και από την άλλη την ανύψωνε στο πρόσωπο της Παναγίας ως οργάνου της σωτηρίας των ανθρώπων. Στο πλαίσιο αυτό είναι πολύ ενδιαφέρουσα η μελέτη των αγιολογικών κειμένων της Μέσης Βυζαντινής περιόδου που αναφέρονται σε βίους αγίων γυναικών.


Οι βίοι αυτοί παρέχουν πληροφορίες για διάφορες πλευρές του Βυζαντινού πολιτισμού, όπως ο αντίκτυπος των αραβικών και βουλγαρικών επιδρομών στους βυζαντινούς πληθυσμούς της περιφέρειας και κυρίως των νησιών, η Εικονομαχία, στην οποία ο ρόλος των γυναικών υπήρξε, όπως φαίνεται απ’ τις πηγές πολύ ενεργητικός, η ζωή στα μοναστήρια, γυναικεία και αντρικά, η καθημερινή οικογενειακή ζωή και οι οικιακές ασχολίες, οι επιδημικές ασθένειες, οι λιμοί, η κρατική πολιτική και η οικονομία, η μαγεία και οι λαϊκές δοξασίες. Ορισμένες περιπτώσεις βίων αγίων γυναικών είναι ιδιαίτερα ενδεικτικές των παραπάνω ιστορικών φαινομένων γι΄αυτό το λόγο και τις πραγματεύομαι στο παρόν άρθρο.
Ο βίος της Θεοφανούς, Αυγούστας και συζύγου του Λέοντος Στ΄ του Σοφού, μας πληροφορεί πως η Θεοφανώ καταγόταν από αρχοντική οικογένεια, τους περιφανείς Μαρτινακίους, κόρη του Κωνσταντίνου Ιλλουστρίου και της Άννας, οι οποίοι καταγόντουσαν απ’ τα μέρη της Ανατολής.
Η Θεοφανώ έμαθε τα ιερά γράμματα από ιδιωτικό δάσκαλο, όπως συνήθως συνέβαινε με τα θηλυκά μέλη της κοινωνικής της τάξης, και μεγαλώνοντας έγινε περιζήτητη νύφη.
Ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Μακεδόνας βρήκε σ΄αυτήν συγκεντρωμένα όλα τα προσόντα (μόρφωση, ομορφιά, αρετή), που ήταν απαραίτητα για την αυτοκρατορική νύφη: στη συγκεκριμένη περίπτωση τη γυναίκα του γιου του Λέοντα του Σοφού.
Γι΄αυτό και πάντρεψε τη Θεοφανώ με το γιο του και νόμιμο διάδοχο του θρόνου, και η Κωνσταντινούπολη γέμισε από χαρά και ευφροσύνη. Μετά το γάμο, για τρία χρόνια, η Θεοφανώ με το σύζυγό της Λέοντα ζει φυλακισμένη με εντολή του αυτοκράτορα Βασιλείου του Μακεδόνα. Αυτό το θλιβερό γεγονός πρέπει να οφείλεται σε υπόνοια συνωμοσίας που είχε ο αυτοκράτορας εκ μέρους του γιου του και της νύφης του.
Όταν ο Λέοντας έγινε επιτέλους αυτοκράτορας/μονοκράτορας, η Θεοφανώ αφιερώθηκε, σύμφωνα με το βίο της, στην ασκητική ζωή μέσα, όμως, στο παλάτι και σε αγαθοεργίες και φιλανθρωπίες προς τους αναξιοπαθούντες (χήρες, ορφανά κ.τ.λ.) Πλούτισε τα μοναστήρια και τους ασκητές με χρήματα και κτήματα. Φρόντιζε τους δούλους της σαν αδελφούς της και ποτέ δεν προσφωνούσε κάποιον άνθρωπο μόνο με το μικρό του όνομα αλλά πρόσθετε πάντοτε και το ”κύριε”.
Αυτό φανερώνει την ευγένεια των τρόπων της, το λεπτό της χαρακτήρα και την ευαισθησία της προς τους δούλους και, γενικά, προς τους ανθρώπους των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων.
Παράλληλα, το στοιχείο αυτό αποτελεί προϊδεασμό για τη μετέπειτα αγιοποίησή της. βίος της πολύ παραστατικά μας αναφέρει πως αν και το κρεβάτι της ήταν στρωμένο με χρυσοΰφαντους τάπητες και πολυτελή στρωσίδια, αυτή προτιμούσε να κοιμάται κρυφά τη νύχτα στο έδαφος πάνω σε μια ψάθα ή πάνω σε τρίχινα υφάσματα.
Στο τέλος, η κακοπάθειά της, η ευσέβειά της, οι φιλανθρωπίες της και ο προσωπικός της Γολγοθάς ως απατημένης συζύγου, εξισορροπούνται και ανταμείβονται με την αγιοποίησή της.
Η αγιοποίηση μιας αυτοκράτειρας πάντα ενδιαφέρει τους μελετητές της ιστορίας, απ’ την άποψη της σύνδεσής της με την πολιτική εξουσία, το κοινωνικό κατεστημένο της εποχής και τα στερεότυπα του φύλου που αυτή προβάλλει.
Μια άλλη περίπτωση αγίας είναι εξίσου ενδιαφέρουσα: η Οσία Άννα η εν τω Λευκαδίω ή εν τω Λευκάτη γεννήθηκε το 829, στα χρόνια του εικονομάχου αυτοκράτορος Θεοφίλου, κι όταν ορφάνεψε κι απ΄τους δυο γονείς της που κατάγονταν από ευγενικό γένος, άρχισε να μοιράζει το μεγάλο της πλούτο στους φτωχούς. Κατά κακή συγκυρία, όμως, την εποχή εκείνη που αυτοκράτορας ήταν ο Βασίλειος ο Μακεδόνας (867), έφτασε στο Βυζαντινό κράτος κάποιος περιφανής Αγαρηνός (Σαρακηνός-άραβας), ο οποίος ζήτησε άδεια από τον αυτοκράτορα Βασίλειο να παντρευτεί την Άννα. Ο αυτοκράτορας του έδωσε την άδεια και, από το σημείο αυτό μέχρι να πεθάνει ξαφνικά ο Αγαρηνός, εκτείνεται μια δύσκολη περίοδος για την Άννα, η οποία αρνούνταν πεισματικά να τον παντρευτεί.
Η άδεια που δίνει ο Βυζαντινός αυτοκράτορας στον Αγαρηνό-μουσουλμάνο να συνάψει γάμο με την πλούσια, χριστιανή αρχόντισσα, ισοδυναμεί με έμμεση εξάσκηση της βυζαντινής διπλωματίας που στόχευε στη σύσφιξη των σχέσεων (διπλωματικών, πολιτικών, οικονομικών) ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Άραβες. Βέβαια το παραπάνω περιστατικό αναφέρεται σε προσωπικό επίπεδο και θα μπορούσε να το ερμηνεύσει κανείς ως εξαιρετικό, αν δεν συνέκλιναν στην παραπάνω γενική ερμηνεία κι άλλες ιστορικές πληροφορίες βίων της ίδιας περίπου εποχής, όπως συμβαίνει με το βίο της Αγίας Αθανασίας της Αίγινας.
Όσο για την τοποθεσία που αναφέρεται στο βίο της: Λευκάδιον ή Λευκάτης ποταμός, πρέπει κατά πάσα πιθανότητα, ν’ απορριφθεί το πρώτο τοπωνύμιο και να γίνει αποδεκτό το δεύτερο που αναφέρεται στον ποταμό Λευκάτη, ο οποίος βρισκόταν στη Μ. Ασία, για το λόγο ότι ο Αγαρηνός της διήγησης πρέπει να εισέρχεται απλώς στην ευρύτερη επικράτεια των Βυζαντινών, που βρίσκεται κι ο Λευκάτης ποταμός και όχι στην Κων/πολη, όπου βρίσκεται η συνοικία Λευκάδιον.
Εξετάζοντας μια άλλη περίπτωση αγίας, της οσίας Θεοκλητώς που έζησε κι αυτή στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεοφίλου (829) και καταγόταν απ’ την περιοχή του θέματος των Οπτιμάτων, διαπιστώνει κανείς τη δύναμη της οικογενειακής λατρείας του/της προγόνου που με την πάροδο του χρόνου και τις απαραίτητες προσπάθειες-ενέργειες καθιερώνεται ως γενική. Οι γονείς της Θεοκλητώς, ο Κωνσταντίνος και η Αναστασία την ανάγκασαν, παρά τη θέλησή της, να παντρευτεί με άνδρα θεοσεβούμενο σαν αυτή και ίσως εικονολάτρη, που ονομαζόταν Ζαχαρίας.
Δεξιά της εικόνας η οσία Θεοκλητώ
Κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου της επιδόθηκε σε ελεημοσύνες και αγαθοεργίες και υπηρετούσε ακόμη και τους οικιακούς της υπηρέτες απ’ την πολλή της αγάπη και ταπείνωση. Το ότι η Θεοκλητώ διέθετε οικιακούς δούλους στα μέσα του 9ου αιώνα, στους οποίους, βέβαια, φερόταν με μεγάλη ευγένεια και καλοσύνη, αποτελεί μια ακόμη μαρτυρία για τη βελτίωση της θέσης των δούλων, ιδιαίτερα των οικιακών, κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο.
Μετά το θάνατο της Θεοκλητούς, οι συγγενείς της απόκτησαν τη συνήθεια να ”σηκώνουν” κάθε χρόνο το λείψανό της για να του αλλάξουν τα ενδύματα, να ισιάζουν τα μαλλιά της και να κόβουν τα νύχια των χεριών και των ποδιών της, όπως θα έκαναν αν ήταν ζωντανή. Μετά απ’ αυτά κάνουν τρισάγιο μπροστά στο λείψανό της και τέλος το ξανατοποθετούν στη λειψανοθήκη του.
Με την παραπάνω διαδικασία φαίνεται πως καθιερώθηκε, αρχικά, μια οικογενειακή λατρεία της αγίας Θεοκλητούς και με την πάροδο του χρόνου συντελέστηκε η αγιοποίηση της από την επίσημη εκκλησία. Ίσως αυτή στην αρχή να πρόβαλε αντιρρήσεις για το θεμιτό μιας τέτοιας αγιοποίησις, αφού η Θεοκλητώ ήταν έγγαμη και κατά τη διάρκεια της ζωής της δεν επιδόθηκε σε σκληρή άσκηση, ούτε επιτέλεσε θαύματα, ούτε αγωνίστηκε για την εικονολατρία.


Ένας άλλος, εξαιρετικά ενδιαφέρων βίος αγίας γυναικείας μορφής είναι ο βίος της αγίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου. Το ιστορικό πλαίσιο του βίου αναφέρεται στο β΄ μισό του 9ου και στις αρχές του 10ου αιώνα. Η αριστοκρατική καταγωγή και οι αρετές της Ειρήνης την προκρίνουν ως υποψήφια αυτοκρατορική νύφη.
Μετά την αποτυχία της υποψηφιότητάς της, εκτιμά τα πλεονεκτήματα του μοναστηριού ως διεξόδου για την ανεξαρτησία της και επιστρέφει τα δώρα που δέχτηκε απ΄τη βασιλομήτορα Θεοδώρα ως υποψήφια νύφη.
Μετά τον εγκλεισμό της στο μοναστήρι της Θεοτόκου Χρυσοβαλάντου στην Κωνσταντινούπολη, διαβάζει κατά μόνας βίους Οσίων. Φαίνεται πως οι μοναχοί ευγενικής καταγωγής είχαν την πολυτέλεια να διαβάζουν κατά μόνας, πράγμα σπάνιο για τους πολλούς, αφού συνήθως οι βίοι προορίζονταν για ακρόαση στα μοναστήρια, κατά την κοινή τράπεζα και τις κοινές συνάξεις.
Στο βίο της μαρτυρείται ότι άλλαζε τα ρούχα της μόνο κάθε Πάσχα και ότι ο δαίμονας την αποκαλεί ”ατυχογυναίκα”, γιατί δεν κατόρθωσε να παντρευτεί τον αυτοκράτορα.
Παρ’ όλα αυτά, η επιρροή της Ειρήνης στις γυναίκες της κοινωνικής της τάξης είναι ιδιαίτερα μεγάλη: οι δεσμοί της και οι φιλίες της με τις αρχόντισσες της Κωνσταντινούπολης είναι ιδιαίτερα στενοί.
Ο κύκλος γυναικών της ανώτατης και ανώτερης αριστοκρατίας που σχηματίζεται γύρω απ΄το πρόσωπό της περιλαμβάνει και μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας: την παρ΄ολίγο πεθερά της και την κόρη της.
Η λατρεία της Ειρήνης ως αγίας, μετά το θάνατό της, αρχικά είναι οικογενειακή, αργότερα επεκτείνεται στους κύκλους των αρχόντων και της ανώτερης συγκλητικής αριστοκρατίας, η οποία καθιερώνει την Ειρήνη τη Χρυσοβαλάντου ως την κατεξοχήν αριστοκρατική αγία, και τελικά γίνεται αποδεκτή απ’ το σύνολο της εκκλησίας.
Η Ειρήνη είναι ταυτόχρονα διάκονος και μοναχή και με την πάροδο του χρόνου εξελίσσεται σε αγία με δυνατότητα σωστών προβλέψεων και προορατικό χάρισμα.
Προβλέπει για χάρη της αδελφής της, που ήταν σύζυγος του Καίσαρα Βάρδα, τον παραμερισμό του απ’ την εξουσία, τον παραγκωνισμό του και τη συνακόλουθη δολοφονία του.
Στην περιγραφή του παραπάνω περιστατικού διαφαίνεται η φιλοδοξία και η περηφάνια του Καίσαρα Βάρδα, που, ακούγοντας για το μελλοντικό και επικείμενό του θάνατο, δεν πτοείται αλλά παραμένει “περίεργος” για την εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης και εξουσιομανής.
Σύμφωνα με το βίο της Ειρήνης, οι μάγοι στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, περιοχή καταγωγής της αγίας, επεξέτειναν επικίνδυνα τις δραστηριότητές τους, ιδιαίτερα στον τομέα του έρωτα και της αγάπης.
Ένα σχετικό περιστατικό του βίου της που αναφέρεται στα ”μάγια της αγάπης” παρουσιάζει πολλά κοινά σημεία με την παραλογή της “Ηλιογέννητης”. Το λύσιμο της μαγείας επιτυγχάνεται, στο παραπάνω περιστατικό, με τη βοήθεια του μεγάλου συντοπίτη της αγίας, του ιεράρχου Βασιλείου, με τον ακόλουθο θαυματουργικό τρόπο: η αγία Ειρήνη, προσευχόμενη μπροστά στην εικόνα του, τον προέτρεπε και τον παρακαλούσε να διώξει τους μάγους από την Καππαδοκία και την Καισάρεια.
Άπλωσε τότε τα χέρια της η αγία και έπιασε ένα δέμα στον αέρα, το οποίο ζύγιζε τρεις λύτρες. Όταν το λύσανε βρήκαν μέσα διάφορα μάγια, “κακουργήματα”: σπάγκους, τρίχες, μολύβια, δεσίματα και ονόματα δαιμόνων γραμμένα.
Οι μοναχές της μονής Χρυσοβαλάντου και η Ειρήνη που είχε λάβει, ήδη από πολύ νεαρή ηλικία, το αξίωμα της ηγουμένης βρήκαν, όμως, μέσα στο παράξενο δέμα και δυο μικρά είδωλα (αγαλματίδια) μολυβένια, το ένα σαν άνδρας και το άλλο σαν γυναίκα, αγκαλιασμένα σφιχτά σε “αμαρτία”.
Αναπαράσταση οι Βλαχέρνες
Το πρωί έστειλε η αγία στις Βλαχέρνες δυο μοναχές της και την άρρωστη, δαιμονισμένη μοναχή, η οποία βασανιζόταν από αμαρτωλές επιθυμίες. Έδωσε σ΄αυτές τα μάγια καθώς και λάδι και πρόσφορα για να τα χρησιμοποιήσει στη λειτουργία ο “προσμονάριος”.
Αυτός, έπειτα από τη Θεία Λειτουργία έχρισε την ”άρρωστη” μοναχή με το λάδι της καντήλας και τοποθέτησε τα ”μαγικά” στα κάρβουνα. Καθώς αυτά καίγονταν, λύνονταν και τα αόρατα δεσμά της μοναχής που ξαναβρήκε το νου της, δοξάζοντας το θεό που τη γλίτωσε.
Όταν δε διαλύθηκαν τα δυο μικρά μολυβένια είδωλα, απ’ τα κάρβουνα βγαίνανε μεγάλες φωτιές σαν εκείνες που βγάζουν τα γουρούνια όταν σφάζονται, προσθέτει χαρακτηριστικά ο βιογράφος της αγίας.
Αυτή η τόσο παραστατική περιγραφή του τρόπου με τον οποίο λύθηκαν τα μάγια είναι ίδιον των βίων των αγίων της Μέσης Βυζαντινής περιόδου.
Επίσης, η παρέμβαση αγίων για τη διάσωση ανώτερων αξιωματούχων ή δικών τους συγγενών που βαρύνονται με την κατηγορία συνωμοσίας κατά του αυτοκράτορα, αποτελεί κοινό τόπο για ορισμένους βίους. (Βίος Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, βίος οσίου Λουκά της Βοιωτίας κ.ά.).
Πάντως, είναι προφανές πως τα αγιολογικά κείμενα ως προϊόν της βυζαντινής κοινωνίας κάθε χρονικής περιόδου αποτελούν ανεξάντλητη πηγή πολύτιμων πληροφοριών τόσο για τις νοοτροπίες των ανθρώπων διαφόρων κοινωνικών τάξεων όσο και για τα στερεότυπα του φύλου, όπως αυτά κωδικοποιούνται από τα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά και πολιτισμικά, εν γένει, συμφραζόμενα της εποχής τους.
Εξάλλου, για όλους αυτούς τους λόγους τα τελευταία είκοσι χρόνια η μελέτη τέτοιου είδους κειμένων έχει ενταθεί από τη διεπιστημονική κοινότητα των Βυζαντινολόγων, (ιστορικών, φιλολόγων, αρχαιολόγων, ιστορικών της τέχνης κ.τ.λ.).
Με αυτόν τον τρόπο, η καθημερινότητα του βίου των βυζαντινών ανθρώπων που αποκαλύπτεται είναι, πραγματικά, ανάγλυφη, στο μέτρο που η έρευνα οροθετείται.

Holy women in Byzantium
Summary
Lives of holy women of Middle Byzantine period represent real social types of women of their era: nuns that are distinguished in monastic fights, widows that find shelter in the ascetic life of the monastery, wedded, subjugated in their spouses, women that suffer in the hands of their spouses, women than obtain sanctity in the end of their life. Study cases of these saint women present the different ways of sanctification in the Byzantium, (via the necrosis of body, via the absolute obedience in the abbot, via penitence, charity, prophecy and the realisation of miracles). At the
same time they reflect the ambiguous attitude of Byzantine society against women.

Θεματική Ενότητα: Βυζαντινές σπουδές

Βιβλιογραφία

Abrahamse Dorothy, “Women’ s Monasticism in the Middle Byzantine Period, Problems and Prospects”, Byz. Forsch. 9, 1985, 35-58.

Βασιλείου Μ., Εις 1 Ψαλμ. 3, PG 29, 216D.

Beaucamp J., “La situation juridique de la femme a Byzance”, Cahiers de civilisation medievale 20 (1977) 145-176.

Constantelos D., Byzantine Philanthropy and Social Welfare, New Brunswick, N.J. 1968,
σ.13-15 και 276.

Galatariotou C., “Holy women and witches: Aspects of Byzantine Conceptions of Gender”, Byzantine and Modern Greek Studies 9, 1984/85, 55-94. Hermann B., Mensch und Umwelt im Mittelalter, Stuttgart 1987.

Kahzdan Αl., Talbot A.M., ”Weaver”, ODB 3, 2193

Κονιδάρη Ι.Μ., “Η θέση της χήρας στη βυζαντινή κοινωνία από τους Πατέρες στους Κανονολόγους του 12ου αιώνα”, Βυζαντινά 16 (1991) 35-42. Κουκουλέ Φ., Βυζαντινών βίος και πολιτισμός.

Laiou A. E., The Festival of ”Agathe”: Comments on the life of Constantinopolitan Women,

Byzantion, ΑφιέρωμαστονΑνδρ.Ν.Στράτο,1.Athens,1986,111-112.
, “Addendum to the Report on the Role of Women in Byzantine Society”, JOB
32.2. 1982, 98-103.

“The Role of Women in Byzantine Society”, JOB 31,1 (1981) 233-260. και “Observations on the Life and Ideology of Byzantine Women”, BF 9 (1985) 59-102. Matons Grosdidier de, “La femme dans l’ empire byzantine”, Histoire mondiale de la femme III, (1967) 11-43.

Μητερικόν, Θεσσαλονίκη 1996, έκδ. Ησυχαστηρίου Τιμίου Προδρόμου Ακριτοχωρίου, τ. 1-6.

Patlagean Εv., Pauvrete economique et pauvrete sociale a Byzance 4e-7e siecles, Paris-The Hague 1977, 74-92.

Sharon Gerstel, “The Construction of a Sainted Empress”, Byzantine Studies Conference, Abstracts of Papers 23, 1997, 11.

Talbot A.M., “Late Byzantine Nuns: By Choise or Necessity?”, BF 9 (1985) 103-117.

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Παραπομπή στη δημοσίευση: Ηλιάδη Αμ.Κ., «Άγιες Γυναίκες στο Βυζάντιο», στο Archive, 16.04.05.

Φυτογραφική επικουρία ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

«Ιστορική αναδρομή στις Βυζαντινές Σπουδές: τόσο γοητευτικές όσο και σημαντικές για τον ερευνητικό, ιστορικό νου» Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων.

«Ιστορική αναδρομή στις Βυζαντινές Σπουδές: τόσο γοητευτικές όσο και σημαντικές για τον ερευνητικό, ιστορικό νου» Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων.


Η ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας παρά τις εργασίες που την ανανέωσαν σχεδόν κατά τα τελευταία ογδόντα χρόνια, παραμένει ακόμη και σήμερα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Δύση, αντικείμενο επίμονων προκαταλήψεων. Για πολλούς από τους συγχρόνους δυτικούς εξακολουθεί να είναι, όπως ήταν για τον Montesquieu και τον Gibbon, η συνέχεια και η παρακμή της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Από μια υποσυνείδητη επίδραση προαιώνιων μνησικακιών, από τη σκοτεινή ανάμνηση θρησκευτικών παθών που έχουν σβήσει, οι Ευρωπαίοι εξακολουθούν να κρίνουν τους Έλληνες του μεσαίωνα όπως τους έκριναν οι σταυροφόροι που δεν τους κατάλαβαν και οι πάπες που τους αφόρισαν. Επίσης, η βυζαντινή τέχνη εξακολουθεί να θεωρείται πολύ συχνά στατική -ή μάλλον «ιερατική»- τέχνη ανίκανη να ανανεωθεί η οποία, κάτω από τη στενή επίβλεψη της Εκκλησίας, περιόρισε τη χιλιετή προσπάθειά της στην επανάληψη των δημιουργιών μερικών μεγαλοφυών καλλιτεχνών.
Στην πραγματικότητα, το Βυζάντιο ήταν εντελώς διαφορετικό. Αν και αρεσκόταν να αυτοαποκαλείται κληρονόμος και συνεχιστής της Ρώμης, αν και οι αυτοκράτορές του, ως την τελευταία ημέρα, έδιναν στον εαυτό τους τον τίτλο των «βασιλέων των Ρωμαίων», αν και ποτέ δεν παραιτήθηκαν από τα δικαιώματα που διεκδικούσαν πάνω στην αρχαία και ένδοξη πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, στην πραγματικότητα το Βυζάντιο έγινε πολύ γρήγορα και υπήρξε βασικά μια ανατολίτικη μοναρχία. Δεν πρέπει να τη συγκρίνουμε με τις συντριπτικές αναμνήσεις της Ρώμης: κατά τα λεγόμενα ενός από τους ανθρώπους που κατάλαβαν καλύτερα το χαρακτήρα της και διέκριναν την πραγματική του όψη, ήταν «ένα μεσαιωνικό Κράτος, τοποθετημένο στα ακραία σύνορα της Ευρώπης, στα όρια της ασιατικής βαρβαρότητας». Αυτό το Κράτος είχε τα ελαττώματά του, που θα ήταν ακατανόητο να θελήσουμε να τα αποκρύψουμε. Γνώρισε πολύ συχνά επαναστάσεις των ανακτόρων και στρατιωτικές στάσεις. Αγάπησε με πάθος τα παιχνίδια του ιπποδρόμου και ακόμη περισσότερο τις θεολογικές έριδες. Παρά την κομψότητα του πολιτισμού του, τα ήθη του ήταν συχνά σκληρά και βάρβαρα και παρήγαγε σε μεγάλη αφθονία μέτριους χαρακτήρες και κακές ψυχές, όπως βέβαια και το αντίθετο… Αλλά, ό,τι και αν ήταν, αυτό το Κράτος υπήρξε μεγάλο.
Δεν πρέπει, όπως κάνουν πολλοί, να φανταζόμαστε ότι στα χίλια χρόνια που επέζησε μετά την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το Βυζάντιο ακολούθησε μια συνεχή πορεία προς την καταστροφή. Τις κρίσεις στις οποίες παρά λίγο να υποκύψει ακολούθησαν πολλές φορές περίοδοι ασύγκριτης λάμψης, απρόβλεπτες αναγεννήσεις, όπου, σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός χρονογράφου, «η αυτοκρατορία, αυτή η γριά, φαίνεται σαν νέα γυναίκα, στολισμένη με χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες». Τον 6ο αιώνα, με τον Ιουστινιανό, η μοναρχία ανασυγκροτείται για τελευταία φορά όπως τον καλό καιρό της Ρώμης και η Μεσόγειος γίνεται και πάλι ρωμαϊκή λίμνη. Κατά τον 8ο αιώνα, οι Ίσαυροι αυτοκράτορες αναχαιτίζουν την ορμή του Ισλάμ, την ίδια στιγμή που ο Κάρολος Μαρτέλος έσωζε τη Χριστιανοσύνη στο Πουατιέ. Κατά τον 10ο αιώνα, οι ηγεμόνες της μακεδονικής δυναστείας κάνουν το Βυζάντιο τη μεγάλη δύναμη της Ανατολής, οδηγώντας τα νικηφόρα όπλα τους μέχρι τη Συρία, συντρίβοντας τους Ρώσους στο Δούναβη, πνίγοντας στο αίμα το βασίλειο που δημιούργησαν οι βούλγαροι τσάροι. Κατά τον 12ο αιώνα, με τους Κομνηνούς, η ελληνική αυτοκρατορία διατηρεί το γόητρό της στον κόσμο και η Κωνσταντινούπολη είναι ένα από τα κύρια κέντρα της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Έτσι, επί περισσότερο από χίλια χρόνια, το Βυζάντιο έζησε και όχι μόνο χάρη σε μια ευτυχή σύμπτωση: έζησε δοξασμένα και για να συμβεί αυτό πρέπει να είχε ορισμένες αρετές. Είχε, για να διευθύνουν τις υποθέσεις του, μεγάλους αυτοκράτορες, ένδοξους πολιτικούς, ικανούς διπλωμάτες, νικηφόρους στρατηγούς και μέσω αυτών, πέτυχε ένα μεγάλο έργο στον κόσμο. Πριν από τις σταυροφορίες ήταν ο υπερασπιστής της χριστιανοσύνης στην Ανατολή κατά των απίστων και έσωσε πολλές φορές την Ευρώπη με τη στρατιωτική αξία του. Υπήρξε, ενάντια στους βαρβάρους το κέντρο ενός αξιοθαύμαστου πολιτισμού, του πιο εκλεπτυσμένου και κομψού που γνώρισε ποτέ ο μεσαίωνας. Δίδαξε τη σλαβική και ασιατική Ανατολή, οι λαοί της οποίας του οφείλουν τη θρησκεία τους, τη λογοτεχνική γλώσσα τους, την τέχνη τους, τη διακυβέρνησή τους. Η παντοδύναμη επιρροή του εξαπλώθηκε στη Δύση που δέχθηκε απ’ αυτό ανεκτίμητες πνευματικές και καλλιτεχνικές ευεργεσίες. Από το Βυζάντιο προέρχονται όλοι οι λαοί που κατοικούν σήμερα στην Ανατολική Ευρώπη και ειδικότερα η σύγχρονη Ελλάδα οφείλει πολύ περισσότερα στο χριστιανικό βυζάντιο παρά στην Αθήνα του Περικλή και του Φειδία.
Με όλα όσα υπήρξε στο παρελθόν και με όσα ετοίμασε για το μέλλον, το Βυζάντιο αξίζει ακόμη την προσοχή και το ενδιαφέρον μας. Όσο μακρινή και να φαίνεται η ιστορία του, όσο άγνωστη και αν είναι για πολλούς ανθρώπους, δεν είναι καθόλου μια ιστορία νεκρή που πρέπει να ξεχαστεί. Ο Ducange το ήξερε καλά όταν, στα μέσα του 18ου αιώνα, με τις εκδόσεις των βυζαντινών ιστορικών, με τα σοφά σχόλια με τα οποία τις συνόδευε, με τόσα αξιοθαύμαστα έργα, έθετε τις βάσεις της επιστημονικής ιστορίας του Βυζαντίου και άνοιγε, σ’ αυτόν τον ανεξερεύνητο ακόμη τομέα, μεγάλα και φωτεινά παράθυρα. Μπορούμε ίσως να πούμε ότι, εάν η έρευνα της βυζαντινής αυτοκρατορίας ανέκτησε μια θέση στον επιστημονικό κόσμο, το οφείλει κυρίως στη Γαλλία.


Επιχειρώντας να παρουσιάσει κανείς τον συνθετικό πίνακα του Βυζαντίου, να εξηγήσει τα βαθύτερα αίτια του μεγαλείου και της παρακμής του, να δείξει τις διακεκριμένες υπηρεσίες που πρόσφερε στον πολιτισμό, προσφέρει στον αναγνώστη μια αναλυτικότερη έκθεση της χιλιετούς ιστορίας της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Οι ιδέες που κυριάρχησαν στην εξέλιξη αυτής της ιστορίας, παρουσιάζονται-ανιχνεύονται έμμεσα στα βασικά γεγονότα προτιμώντας, αντί να περιοριστούμε στη χρονολογική λεπτομέρεια, να τα συγκεντρώσουμε σε αρκετά μεγάλες περιόδους που θα αποδώσουν ίσως καλύτερα το νόημα και την εμβέλεια των γεγονότων. Θεωρώντας όμως ότι μια τέτοια προσπάθεια θα ήταν ακόμη πιο ωφέλιμη για όσους επιθυμούν να αποκτήσουν μια γενική γνώση αυτού του χαμένου κόσμου, θα σημείωνα χωρίς να παραλείψω καμιά απαραίτητη λεπτομέρεια, τις γενικές γραμμές, τα χαρακτηριστικά στοιχεία και τις κατευθυντήριες ιδέες της ιστορίας και του πολιτισμού του Βυζαντίου.
Από την ημέρα που, το 330, ο Κωνσταντίνος μετέφερε την πρωτεύουσα της μοναρχίας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη μέχρι την ημέρα που, το 1453, οι Τούρκοι κατέλαβαν αυτή την πρωτεύουσα, η βυζαντινή αυτοκρατορία διήρκεσε πάνω από 1000 χρόνια. Δεν της έλειπε ούτε το μεγαλείο ούτε η δόξα. Για πολύ καιρό η αυτοκρατορία αυτή κρινόταν αυστηρά. Ακόμη και σήμερα παλιές και επίμονες προκαταλήψεις της αρνούνται πολύ συχνά τη δικαιοσύνη που αξίζει. Για να το καταλάβουμε αρκεί να θυμηθούμε την κακή όσο και λυπηρή σημασία που αποδίδεται, είτε πρόκειται για ανθρώπους ή για πράγματα, στο προσδιοριστικό επίθετο βυζαντινός. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή η αυτοκρατορία είχε τα ελαττώματα και τα κακά της. Ωστόσο δεν αξίζει την περιφρόνησή μας. Αυτό το είχε καταλάβει πολύ καλά, ήδη από τα μέσα του 17ου αιώνα, ο μεγάλος σοφός, ο Ducange, που υπήρξε ο θεμελιωτής της επιστήμης των βυζαντινών σπουδών. Κάτω από την επιρροή του και με τα πολύτιμα σχόλιά του άρχισε από το 1648 η πρώτη συλλογή βυζαντινών ιστορικών, η αξιοθαύμαστη αυτή σειρά των τριάντα τεσσάρων τόμων in-folio που ονομάζουμε Βυζαντινή του Λούβρου και για την οποία έχει ειπωθεί σωστά ότι ήταν «ένα ασύγκριτο μνημείο της λαμπρότητας του γαλλικού πνεύματος». Και στον πρόλογο του πρώτου τόμου, ο Labbe, επιμένοντας στο ενδιαφέρον αυτής της ιστορίας «που είναι τόσο αξιοθαύμαστη λόγω της πληθώρας των γεγονότων, τόσο ελκυστική λόγω της ποικιλίας των πραγμάτων και τόσο αξιοσημείωτη λόγω της διάρκειας της μοναρχίας» υποσχόταν σε όσους επιχειρούσαν αυτές τις σπουδές «αιώνια δόξα, πιο ανθεκτική από το μάρμαρο και το χαλκό».
Ύστερα από αυτές τις αξιόλογες, αλλά περιορισμένες προσπάθειες (Βολφ, Λαμπέ), οι βυζαντινές σπουδές γνώρισαν την πρώτη τους άνθηση στη Γαλλία από τα μέσα του 17ου αιώνα και εξής. Στον επόμενο αιώνα όμως, κάτω από την επίδραση του ορθολογισμού, οι βυζαντινές σπουδές δοκίμασαν αισθητή κάμψη. Η εποχή του Διαφωτισμού έβλεπε με περιφρόνηση ολόκληρη τη μεσαιωνική περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας.
Βεβαίως, ο όρος «Μεσαίωνας» είναι παραπλανητικός καθώς δεν εκφράζει την αυτοσυνειδησία της εποχής του, αλλά αντανακλά απλώς αξιολογικές κρίσεις των ουμανιστών ιστοριογράφων για τους Μέσους Χρόνους και για την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο άνθρωπος των Μέσων Χρόνων σε Ανατολή και Δύση δεν ζούσε με την αντίληψη ότι η εποχή του ήταν «μεσαίωνας», δηλαδή κάτι το ενδιάμεσο μεταξύ δύο ιστορικών εποχών ή κάτι το «σκοτεινό» και παροδικό.
Πάντως, η ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, για τον Διαφωτισμό δεν ήταν παρά ένα «άχρηστο απάνθισμα ρητορισμών και θαυματουργιών» (Βολταίρος) ή ένα «πλέγμα επαναστάσεων, εξεγέρσεων και αισχροτήτων» (Μοντεσκιέ) ή, στην καλύτερη περίπτωση, ο τραγικός επίλογος της ένδοξης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Έτσι εμφανίζεται και στα φημισμένα έργα των Τσαρλς Λεμπό , 1701–1778, «Ιστορία της Νεωτέρας Αυτοκρατορίας» και Εδουάρδου Γίββωνος «Ιστορία της παρακμής και πτώσεως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας».
Αν και οι θεωρίες αυτών των, πράγματι, μεγάλων ιστορικών έχουν πλέον ξεπεραστεί και αναγνωρίζονται ως μονόπλευρες , εχθρικές και ιστορικά αστήρικτες, εντούτοις στην εποχή τους και επί έναν σχεδόν αιώνα, επηρέασαν αρνητικά τις βυζαντινές σπουδές. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο παράθεμα: Georg Ostrogorsky 2002, σελ. 52. / Βλ. και Α.Α.Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453, μτφρ. Δημοσθ. Σαβράμη (Αθήνα: Μπεργαδής, 1954), σελ. 22: «…παρά την ζωηρή του περιγραφή…δεν είναι ασφαλώς το ύφος του εκείνο που χρειάζεται για να διεγείρη τον σεβασμό για τα πρόσωπα ή την περίοδο, με την οποία ασχολείται ή για να οδηγήση σε μια λεπτομερέστερη μελέτη τους. Ο απαράμιλλος του σαρκασμός και η υποτίμησι, βρίσκονται διαρκώς εν δράσει […] είναι ανίκανος να θαυμάση με ενθουσιασμό πράγματα ή πρόσωπα. Σχεδόν κάθε ιστορία, όταν την χειρίζονται με αυτόν τον τρόπο, αφίνει την αξιοκαταφρόνητη πλευρά της να κυριαρχή στην σκέψι του αναγνώστου. Ίσως καμιά ιστορία δεν θα έμενε αστιγμάτιστη με έναν τέτοιο χειρισμό. […] «Αυτός ο τρόπος διαχειρίσεως του θέματος», παρατηρεί ο J. Β. Bury «ανταποκρίνεται προς την περιφρονητική θέσι που παίρνει ο συγγραφεύς» […] Η ερμηνεία που δίνει ο Γίββων στην εσωτερική ιστορία της Αυτοκρατορίας, μετά τον Ηράκλειο, δεν είναι μόνον επιπόλαιη αλλά συγχρόνως δίνει λανθασμένη εντύπωσι των γεγονότων.»
Όπως επίσης έγραψε η καθ. Βυζαντινής ιστορίας Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου :
«Ή πνευματική ηγεσία της Ευρώπης του ΙΗ’ αιώνος περιφρονεί το Βυζάντιον…Διά την διαμόρφωσιν και διάδοσιν αυτών των αντιλήψεων σημαντική υπήρξεν η ευθύνη και του άγγλου ιστορικού Εδουάρδου Γίββωνος…Το πόνημα του γλαφυρού ιστορικού, παρά τον τίτλον του, περιλαμβάνει την ιστορίαν της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ανεξαρτήτως της αντιρρήσεως, πώς είναι δυνατόν παρακμή να διαρκή ένδεκα αιώνας, όσα μεσολαβούν από της ιδρύσεως της Κωνσταντινουπόλεως (324) μέχρι της πτώσεως της βασιλευούσης (1453), είναι φανερόν ότι ο συγγραφεύς δεν επεχείρησε να κατανοήση το Βυζάντιον εντός των ιστορικών του πλαισίων, ούτε αντελήφθη την συμβολήν του…»
Τελικά, το έντονο ενδιαφέρον για την ιστορία που εκδηλώθηκε κατά τον 19ο αιώνα και ιδιαίτερα στις τελευταίες δεκαετίες του, ευνόησε τις βυζαντινές σπουδές και αναβίωσε το ενδιαφέρον για τη βυζαντινή ιστορία στις προηγμένες χώρες της Ευρώπης.
Συνθετικά και συμπερασματικά μιλώντας, παρά τη μεγάλη αυτή προσπάθεια της γαλλικής διανόησης, ο 18ος αιώνας ξεχνούσε ή περιφρονούσε το Βυζάντιο. Ο Βολταίρος δήλωνε ότι η ιστορία του ήταν απλώς μια «φρικτή και αηδιαστική» σειρά γεγονότων. Για τον Μοντεσκιέ, και μετά απ’ αυτόν για τον Γίββωνα, η βυζαντινή αυτοκρατορία δεν ήταν τίποτε περισσότερο από την παρακμή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Και ο Lebeau που ανέλαβε να διηγηθεί σε τριάντα τόμους αυτή την ιστορία, την έπνιξε κάτω από ένα κύμα πλήξης που ολοκλήρωσε τον εξευτελισμό της. Μόνο στα μέσα του 19ου αιώνα ξανάρχισε το ενδιαφέρον για τις βυζαντινές σπουδές. Στην Ελλάδα, όπου η ιστορία του Βυζαντίου φαινόταν εθνική ιστορία, εξέχοντες λόγιοι όπως ο Παπαρρηγόπουλος και ο Λάμπρος δημοσίευαν σημαντικές εργασίες. Στη Ρωσία, που είχε αυτοαναγορευτεί σε κληρονόμο του Βυζαντίου και όπου το τελετουργικό της αυλής των τσάρων εξακολουθούσε να δίνει μια ιδέα γι’ αυτό που ήταν κάποτε το ανάκτορο και η αυλή των βυζαντινών αυτοκρατόρων, εξέχοντες λόγιοι, όπως ο Uspenskij και ο Kondakov,μελετούσαν με σπάνια διεισδυτικότητα την ιστορία του Βυζαντίου και της βυζαντινής τέχνης. Στη Γερμανία όπου, ήδη από το 1828, ο Niebuhr και οι συνεργάτες του είχαν αναλάβει την επανέκδοση των βυζαντινών ιστορικών στη συλλογή των πενήντα τόμων που ονομάζουν Βυζαντινή Ιστορία της Βόννης, ο Krumbacher και οι διάδοχοί του στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ο Strzygowski και οι μαθητές του στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, δημοσίευαν έργα γεμάτα πρωτότυπες απόψεις και νέες ιδέες σχετικά με την ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας και κυρίως σχετικά με την ιστορία της λογοτεχνίας και της τέχνης της. Αλλά κυρίως στη Γαλλία, στην πατρίδα του Ducange, εκδηλώθηκε με λαμπρότητα η αναγέννηση των βυζαντινών σπουδών. Ο Alfred Rambaud, στο ωραίο βιβλίο του για τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, που δημοσιεύτηκε το 1871, ο Bayet, ο Gustave Schlumberger και μετά απ’ αυτούς ο Brehier, ο Gabriel Milletki, ο σπουδαίος, αξεπέρταστος ιστορικός και γοητευτικός αφηγητής Charles Diehl και άλλοι έδιναν έργα μεγάλης αξίας για τη βυζαντινή ιστορία και τέχνη. Στα Πανεπιστήμια του Μονάχου, των Βρυξελλών, του Παρισιού, από τα τέλη ακόμη του 19ου αιώνα, δημιουργούνταν σεμινάρια όπου γράφονταν πολύτιμες εργασίες για τις υποθέσεις του Βυζαντίου. Και από όλες αυτές τις έρευνες έβγαινε επιτέλους μια πιο αληθινή εικόνα του Βυζαντίου, μια πιο ακριβής ιδέα του ρόλου που έπαιξε στον κόσμο και της μεγάλης θέσης που κατέχει στην ιστορία του μεσαίωνα.
Αφού χαράξει κανείς τις βασικές γραμμές της βυζαντινής ιστορίας, θα εξετάσει τα προβλήματα που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει το Βυζάντιο και θα ερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο τα έλυσε. Η μελέτη του λογοτεχνικού κινήματος και των καλλιτεχνικών ρευμάτων θα ολοκληρώσει την εικόνα αυτού του χαμένου πολιτισμού. Φαίνεται επίσης σκόπιμο να επισημανθούν μερικά από τα προβλήματα που εξακολουθούν να τίθενται ακόμη και σήμερα στη βυζαντινή ιστορία. Ίσως αυτές οι ενδείξεις να κεντρίσουν την περιέργεια ορισμένων και να προκαλέσουν αναρωτήσεις και έρευνες που θα είναι πολύτιμες για την καλύτερη γνώση των πραγμάτων του Βυζαντίου. Έτσι θα μπορέσουμε να ορίσουμε ακριβώς ποιο ήταν το έργο του Βυζαντίου και που ακόμη και μετά την πτώση του 1453 διατηρήθηκε σ’ ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη. Ακόμη κι αν κάποιοι γνωρίζουν ελάχιστα αυτή τη χαμένη ιστορία, θα καταλάβουν με την απαραίτητη μελέτη ότι η λέξη βυζαντινός δεν πρέπει πια να θεωρείται αναγκαστικά υβριστική.
Κάποια κείμενα εξεχόντων ιστορικών προσπαθούν να δείξουν σε μια σειρά από πορτραίτα πώς ήταν αυτή κοινωνία πριν από τις σταυροφορίες ή πώς ήταν η ίδια αυτή κοινωνία κατά και μετά τις σταυροφορίες. Κατά την περίοδο από το τέλος του 10ου αιώνα ως τα μέσα του 15ου , τίθεται ένα πολύ σημαντικό ιστορικό και ψυχολογικό πρόβλημα, το να μάθουμε σε ποιο βαθμό, σ’ αυτή τη συχνή επαφή που υπήρχε τότε μεταξύ Ελλήνων και Λατίνων, η Δύση διείσδυσε και μεταμόρφωσε τις βυζαντινές ψυχές και ποιες ανταλλαγές ιδεών και ηθών έγιναν ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς που ήταν για πολύ καιρό ξένοι και εχθρικοί μεταξύ τους. Νομίζω πως δεν θα μπορούσαμε να βρούμε πουθενά καλύτερο έδαφος μελέτης και εμπειριών για να λύσουμε αυτό το πρόβλημα απ’ όσο στο λεπτό πνεύμα των γυναικών που ήταν τόσο πρόθυμο, μέσα στην περιπλοκότητά του να υποστεί όλες τις επιδράσεις και να αντικατοπτρίσει όλες τις τάσεις του περιβάλλοντος όπου εξελισσόταν η ζωή τους.
Μπορεί, σύμφωνα με τη γυναικεία τους φύση, οι βυζαντινές αρχόντισσες να σύχναζαν στο πιο απόμακρο σημείο του βυζαντινού παλατιού, στους σκιερούς και γαλήνιους κήπους με τα κρυστάλλινα και γάργαρα νερά που σιγοψιθύριζαν με τη ροή τους γλυκύτατους ήχους και που, κατά τους χρονογράφους της εποχής τους, σχημάτιζαν ολόγυρά τους κάτι «σαν μια καινούρια Εδέμ», κάτι σαν «ένα δεύτερο παράδεισο» και στην οροφή του ιδιαίτερου κοιτώνα τους με τα χρυσά αστέρια έλαμπε στη μέση ο σταυρός, το σύμβολο της λύτρωσης και οι τοίχοι να έμοιαζαν σαν «σμαλτωμένο λιβάδι με λουλούδια», ώστε η αίθουσα να έχει πάρει το όνομα της Μούσας ή της Αρμονίας, αυτές όμως οι τόσο διαφορετικές μορφές φλέγονταν από ανησυχίες που κόχλαζαν εντός τους κι επεδίωκαν με πάθος να συμμετάσχουν στην πολιτική σκακιέρα, να διαπρέψουν στα γράμματα, να διαδώσουν τον πολιτισμό του Βυζαντίου.
Και πάλι σ’ αυτή την «πινακοθήκη» θα συναντήσουμε τους πιο διαφορετικούς τύπους: έντιμες γυναίκες και άλλες λιγότερο έντιμες, αξιόλογα πνεύματα και μέτριες ψυχές, γυναίκες πολύ φιλόδοξες και ευλαβικά άτομα δοσμένα εξ ολοκλήρου στην αγιότητα και στην πίστη. Μια Άννα Κομνηνή, μια Ειρήνη Δούκα, και όλες οι ωραίες γυναίκες που έσερνε πίσω του ο βυζαντινός Δον Ζουάν Ανδρόνικος Κομνηνός, και άλλες ακόμη, πριγκίπισσες και αστές, θα δείξουν πρώτα-πρώτα τις διάφορες πλευρές που πρόσφερε κατά τον 12ο αιώνα στην αυλή και στην πόλη, στο παλάτι και στο μοναστήρι, στον κόσμο των γραμμάτων και στο περιβάλλον των πολιτικών, η γεμάτη ίντριγκες, επαναστάσεις και περιπέτειες κοινωνία της εποχής των σταυροφοριών.
Οπωσδήποτε, η γυναικεία παρουσία στη βυζαντινή κοινωνία συνέβαλε στη διαμόρφωσή της σε μια εποχή κατά την οποία το γυναικείο ιδεώδες συνδέεται στενά με τη φιλανθρωπία και την κοινωνική πρόνοια, σε αντίθεση με το ανδρικό ιδεώδες που σχετίζεται με πολέμους και βιαιότητες. Μάλιστα, ο ρόλος της αγίας γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία, ως προς τη βαρύτητά του στη δημιουργία προτύπων εναλλακτικής ή συμβατικής φύσεως, υπήρξε άλλοτε διαλυτικός κι άλλοτε ενδυναμωτικός του θεσμού του γάμου. Άλλωστε, ο τρόπος που απεικονίζεται η γυναίκα στη βυζαντινή αγιογραφία αλλά και σε κοσμικές παραστάσεις, όπως επίσης και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται στις ιστορικές πηγές είναι ιδιαίτερα αντιφατικός και αμφίσημος. Όσο για το ιδιαίτερο προφίλ που εμφανίζει η λόγια πριγκίπισσα Άννα η Κομνηνή, αυτό οφείλεται στον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε στη διάσωση της αγαθής φήμης του αυτοκράτορα πατέρα της, στη σημαντική συμβολή της στην προβολή του ανδρικού αριστοκρατικού ιδεώδους και τέλος στη συμμετοχή της σε μια ελευθεριότητα απόψεων που διέκρινε αρκετές από τις γυναίκες της τάξης της. Για τη δράση των λιγότερο επώνυμων γυναικών και πολύ περισσότερο τη δράση των ανωνύμων γυναικών της μεσαίας και κατώτερης τάξης, αυτή υπήρξε έντονη κατά την περίοδο των μεγάλων αιρέσεων και κυρίως κατά την Εικονομαχία. Στις περιπτώσεις αυτές ολόκληρα πλήθη γυναικών, σύμφωνα με τις πηγές, εξέρχονται της ιδιωτικής σφαίρας της καθημερινότητάς τους και εισέρχονται σε μια συναρπαστικότερη δημόσια σφαίρα ζωής και δραστηριοποίησης.
Μεγάλο κεφάλαιο στην Ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι η μεταλαμπάδευση του βυζαντινού-ελληνικού πολιτισμού στη δυτική Ευρώπη από τις βυζαντινές πριγκίπισσες που παντρεύτηκαν ξένους ευγενείς. Όταν ο Όθων Β΄ παντρεύτηκε την πορφυρογέννητη πριγκίπισσα Θεοφανώ, ακολουθώντας την αποφασιστική αυτή γυναίκα πλήθος Ελλήνων απ’ την Ανατολή και τη νότιο Ιταλία ήρθαν στο βορρά και εντάχθηκαν οργανικά στη γερμανική αυτοκρατορική αυλή. Εκεί η Θεοφανώ σκανδάλισε τους ντόπιους αριστοκράτες διότι φορούσε μεταξωτά και έκανε μπάνιο, σύμφωνα με τις συνήθειες των Κωνσταντινοπολιτών: στην Κωνσταντινούπολη του 12ου αιώνα υπήρχαν 33 δημόσια λουτρά και, κατά μέσο όρο, οι Βυζαντινοί, αριστοκράτες και αστοί, λούζονταν σε αυτά 3 φορές την εβδομάδα. «Φριχτές» συνήθειες, που σύμφωνα με όραμα μιας αυστηρής καθολικής γερμανίδας μοναχής, θα την έστελναν στην κόλαση.(Στ. Ράνσιμαν, Βυζαντινός Πολιτισμός, Αθήνα 1979). Τα ίδια περίπου προβλήματα αντιμετώπισε στη Βενετία, όπου παντρεύτηκε, η εξαδέλφη της Μαρία η Αργυρή επειδή εισήγαγε τη χρήση του πιρουνιού.
Στη διάρκεια της μακραίωνης βυζαντινής ιστορίας αναφέρονται πολλές μορφωμένες και καλοαναθρεμμένες γυναίκες. Οι δυνατότητες, όμως, για τη μόρφωση εν γένει των γυναικών στο Βυζάντιο ήταν πολύ περιορισμένες. Μερικοί ιστορικοί, ερευνώντας τις πηγές, διαπίστωσαν ότι ήδη απ’ τον 4ο αιώνα υπήρχαν δάσκαλοι κοριτσιών και ήταν δυνατόν στις μεσαίες κοινωνικές τάξεις να τα στέλνουν μαζί με τα αγόρια στο σχολείο του Γραμματιστή (στοιχειώδης εκπαίδευση) για να μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν. Έχουμε ακόμη μαρτυρίες ότι όπως τα αγόρια πήγαιναν σε ανδρικά μοναστήρια για να διδαχθούν, όμοια και τα κορίτσια πήγαιναν σε γυναικεία. Είναι βέβαιο ακόμα ότι τα κορίτσια που ανήκαν σε πλουσιότερες τάξεις, έπαιρναν την ίδια περίπου μόρφωση με τα αδέρφια τους καθώς η διδασκαλία γινόταν στο σπίτι από ιδιωτικούς δασκάλους. Οπωσδήποτε όμως οι γυναίκες δεν μπορούσαν να πάνε στην ανώτατη εκπαίδευση.
Παρ’ όλες όμως αυτές τις δυσκολίες συναντούμε πολλές φωτισμένες γυναίκες με ευρύτατη πνευματική καλλιέργεια όπως η Υπατία στην Αλεξάνδρεια, φαινόμενο μοναδικό γυναίκας με πανεπιστημιακή μόρφωση, η Πουλχερία, αδερφή του Θεοδοσίου του Β΄ και η σύζυγός του Αθηναίδα-Ευδοκία κόρη του Αθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου, η οποία συνετέλεσε στη σύνταξη του «Θεοδοσιανού κώδικα», η ποιήτρια Κασσιανή σπουδαία υμνωδός της ορθόδοξης Εκκλησίας, η μεγάλη ιστορικός Άννα Κομνηνή, συγγραφέας του ιστορικού έργου «Αλεξιάς» όπου εξιστορεί τα συμβάντα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού. Ήταν επίσης ερασιτέχνης γιατρός και γνώριζε τόσα πολλά για την ιατρική, όσα κι ένας επαγγελματίας γιατρός.
Διάσημες για τη μόρφωσή τους ήταν οι κόρες του Κων/νου του Ζ΄ του Πορφυρογέννητου, και η Ειρήνη, κόρη του μεγάλου Λογοθέτη Μετοχίτη. Πρέπει ακόμα ν’ αναφέρουμε την ανεψιά του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ του Παλαιολόγου Θεοδώρα Ραούλαινα Παλαιολογίνα που κατείχε πολλούς κώδικες με έργα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, ορισμένους από τους οποίους είχε αντιγράψει η ίδια. Πολλές γυναίκες στο Βυζάντιο είχαν γνώσεις Ιατρικής και εργάζονταν κυρίως στα γυναικεία τμήματα των νοσοκομείων όπου είχαν ίση θέση δίπλα στους άνδρες συναδέλφους τους.
Έκφραση της χαλάρωσης των παραδοσιακών ενδοοικογενειακών δομών ήταν η ενίσχυση και πάλι του ρόλου των γυναικών. Μολονότι οι οικογένειες παρέμεναν πατριαρχικές, οι γυναίκες, τουλάχιστον στις ανώτερες τάξεις, άρχισαν να παίζουν σημαντικό ρόλο. Η κοινωνική αυτή τάση, που χαρακτηρίζει την περίοδο των Κομνηνών, είναι εμφανής αν συγκρίνει κανείς τις κυρίες της αριστοκρατίας στα τέλη του 11ου και τον 12ο αιώνα με τις αντίστοιχες δέσποινες παλαιότερων εποχών. Η αυτοκράτειρα Ζωή (όπως και η αδελφή της Θεοδώρα), παρά την ιστορική σημασία της αφού ήταν τελευταία από τους ηγεμόνες της Μακεδονικής δυναστείας, ήταν μια πολιτικά θλιβερή μορφή, με ενδιαφέροντα στραμμένα λιγότερο προς τις κρατικές υποθέσεις και περισσότερο προς τη νυφική παστάδα, τα αρώματα και τις αλοιφές. Οι άλλες γυναίκες της εποχής της Ζωής, όπως περιγράφονται από τους χρονικογράφους, παρέμεναν επίσης μορφές του γυναικωνίτη και όχι της κοινωνικής ζωής. Από τα τέλη, όμως, του 11ου αιώνα, εμφανίζονται στους αυτοκρατορικούς κύκλους αρκετές δραστήριες, μορφωμένες και πολιτικά οξυδερκείς γυναίκες. Η Άννα Δαλασσηνή συγκυβερνούσε επίσημα με τον γιό της, τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄. Αλλά και η Ειρήνη Δούκαινα, σύζυγος του Αλεξίου Α΄, όχι μόνο ακολουθούσε τον σύζυγό της στις εκστρατείες του, αλλά και συνωμοτούσε ανοιχτά κατά του γιού της, Ιωάννη Β΄. Η Άννα Κομνηνή, κόρη του Αλεξίου Α΄, ήταν συγγραφέας, φιλότεχνη και η ψυχή ενός πολιτικού και φιλολογικού κύκλου που αντιτασσόταν στον ανιψιό της Μανουήλ Α΄. Η σεβαστοκρατόρισσα Ειρήνη, χήρα του Ανδρονίκου, δεύτερου γιού του Ιωάννη Β΄, υπήρξε προστάτις και χορηγός πολλών λογίων και συγγραφέων. Όπως η Άννα Κομνηνή, αντιπολιτευόταν και αυτή τον κουνιάδο της, Μανουήλ Α΄. Για λογαριασμό της ο Πρόδρομος ή ψευδο-Πρόδρομος έγραψε ένα μακροσκελές ποίημα, που περιείχε αρκετές εκφράσεις της καθομιλουμένης και απευθυνόταν στον Μανουήλ Α΄. Στο έργο αυτό, η Ειρήνη εμφανίζεται να κατηγορεί θαρραλέα τον αυτοκράτορα ότι την καταδιώκει αδίκως. Η Μαρία Κομνηνή, κόρη του Μανουήλ Α΄, μαζί με τον σύζυγό της, καίσαρα Ιωάννη (Renier του Μομφερράτου), τέθηκε επικεφαλής της αριστοκρατικής συνωμοσίας του 1181, που κατέληξε σε ένοπλες αψιμαχίες στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Στα τέλη του 12ου αιώνα, η Ευφροσύνη, σύζυγος του Αλεξίου Γ΄ Αγγέλου, διηύθυνε ουσιαστικά τις κρατικές υποθέσεις, και όποιος επιζητούσε την αυτοκρατορική εύνοια απευθυνόταν σ’ εκείνη. Ενώ απομακρύνθηκε από την πρωτεύουσα με την κατηγορία της απιστίας, κατόρθωσε αργότερα να επιστρέψει, να εκδικηθεί τους εχθρούς της και να ανακτήσει την πρότερη θέση της.
Γοητευτικές και κακομούτσουνες, ενάρετες και διεφθαρμένες, πειθαρχημένες και γεμάτες αναίδεια, οι γυναίκες περνούν μέσα από τη Βυζαντινή Ιστορία, άλλοτε κηλιδωμένες με αίμα και λάσπη, άλλοτε στεφανωμένες με όλες τις αρετές: αιώνια γοητευτικές, που η χάρη τους, ξεφεύγοντας από τη φθορά των αιώνων, συνεχίζει να συγκινεί τις καρδιές και τις φαντασίες.
Κυρίως όμως αξίζει να μελετηθούν προσεκτικά οι μορφές που μας δείχνουν ποια ήταν τα αποτελέσματα της επαφής μεταξύ Ελλήνων και Λατίνων: βυζαντινές πριγκίπισσες που μερικές φορές -σπάνια- έφυγαν από την πρωτεύουσα του Βοσπόρου για ν’ ανέβουν σε κάποιο θρόνο της Δύσης, πριγκίπισσες της Δύσης, περισσότερες αυτές, που ήρθαν από τη Γερμανία, τη Γαλλία ή την Ιταλία, να καθίσουν στο θρόνο των Καισάρων, πριγκίπισσες της Συρίας, απόγονοι μεγάλων γαλλικών οικογενειών που μεταφυτεύτηκαν στην Ανατολή και που πολλές φορές γέμισαν το βυζαντινό κόσμο με τη λάμψη των περιπετειών τους. Θα βρούμε μια ολόκληρη σειρά -με αρκετό ενδιαφέρον για την ιστορία- από ρομαντικές, μελαγχολικές ή τραγικές υπάρξεις που συμβολίζουν και εξηγούν πολύ καλά τη θεμελιώδη και αιώνια έλλειψη συνεννόησης που χώριζε πάντα αυτούς τους δύο εχθρικούς και αντίπαλους κόσμους παρά τις προσπάθειές τους να πλησιάσουν και να καταλάβουν ο ένας τον άλλο. Και τέλος, θα είναι ίσως ενδιαφέρον να συμπληρώσουμε τις πληροφορίες που μας δίνει η πραγματικότητα της ιστορίας με τις πληροφορίες που μας δίνουν τα μυθιστορήματα. Κι εδώ θα δούμε ποια ήταν η θέση της γυναίκας στην ιπποτική κοινωνία της εποχής αυτής και από ποιες απόψεις αυτή η κοινωνία διαμορφώθηκε πάνω στα πρότυπα των ηθών των αυλικών της Δύσης. Έτσι, αναβιώνοντας μερικές από τις χαμένες μορφές της εποχής των Κομνηνών και των Παλαιολόγων, μια χρήσιμη συνεισφορά στην ιστορία του βυζαντινού πολιτισμού, ρίχνουμε κάποιο φως στην εξέλιξη του κόσμου της Ανατολής όπως μεταμορφώθηκε κατά την επαφή του με τους Λατίνους, αποκτούμε συνείδηση της πολυπλοκότητας και αντιφατικότητας ενός τόσου μακρινού μα, συνάμα, τόσου γοητευτικού ελληνορωμαϊκού- ελληνικοανατολικού ευρωπαϊκού κόσμου…

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Καρόλου Ντήλ, Βυζαντινές μορφές, Πορτραίτα Βυζαντινών, εκδ. Ωκεανίδα 2003.Καρόλου Ντήλ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. Ηλιάδη

Mango, Cyril. Βυζάντιο: Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. Μτφρ. Δημήτρης Τσουγκαράκης. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (Μ.Ι.Ε.Τ.), 1988.

Nicol, Donald M. Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου, 1261-1453. Μτφρ. Στάθης Κομνηνός. Αθήνα: Παπαδήμας, 1996. Nicol, Donald M. Βυζάντιο και Βενετία. Μτφρ. Χριστίνα-Αντωνία Μουτσοπούλου. Αθήνα: Παπαδήμας, 2004.

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, βυζαντινολόγος, Άγιες Γυναίκες στο Βυζάντιο, 16-4-2005.

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός(ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας), Οι αντιλήψεις για τα δύο φύλα στο πρώιμο Βυζάντιο, 6-5-2005.

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Ιστορικός-φιλόλογος (ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας Α.Π.Θ.), Γάμος και αγιότητα στη Μέση Βυζαντινή Περίοδο, 1-6-2005.

Ostrogorsky, Georg. Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, 3 τόμοι. Μτφρ. Ιωάννης Παναγόπουλος. Αθήνα: Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, 2002.

Χριστοφιλοπούλου, Αικατερίνη. Βυζαντινή Ιστορία, 3 τόμοι. Αθήνα: Ηρόδοτος, 2006.

Vasiliev, Α.Α. Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453. Μτφρ. Δημοσθ. Σαβράμη. Αθήνα: Μπεργαδής, 1954.

Στήβεν Ράνσιμαν, Βυζαντινός Πολιτισμός, μτφρ. Δέσποινας Δετζώρτζη, (Αθήνα: Γαλαξίας-Ερμείας, 1969)

“Η βυζαντινή μουσική: Ιστορική Αναδρομή και προεκτάσεις της στο παρόν”, Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

“Η βυζαντινή μουσική: Ιστορική Αναδρομή και προεκτάσεις της στο παρόν”, Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.


Η φροντίδα για θεοσέβεια, η ευπρέπεια, η επιμέλεια και η μουσική καλλιέργεια των Ελλήνων και Ελληνοφώνων βυζαντινών, μεταβυζαντινών και άλλων επιγόνων και η τιμή που περιποιούσαν όλοι αυτοί στους Αγίους, δημιούργησαν έναν από τους μεγαλύτερους μουσικούς πολιτισμούς της οικουμένης: τον βυζαντινό και μεταβυζαντινό, που είναι κι ο μακροβιότερος ανάμεσα στους γνωστούς μουσικούς πολιτισμούς, όσο αφορά στην ομοιογενή γραπτή παράδοσή του.
Με τους όρους -γράφει ο Γ. Στάθης- «Βυζαντινή» και «μεταβυζαντινή» μουσική, προσδιορίζεται και χαρακτηρίζεται η Ελληνική μουσική έκφραση και παράδοση με μιαν αδιάκοπη συνέχεια και ομοιογένεια, περνώντας μέσα από τους μακρούς αιώνες του βυζαντινού πολιτισμού.
Ως τέχνη η Βυζαντινή μουσική αποτελεί έκφραση του βυζαντινού πνεύματος και πολιτισμού και οργανώθηκε από τα μέσα του β’ αιώνος (ή και λίγο νωρίτερα) σε πλήρες, αυτοτελές, άρτιο και ομοιογενές σύστημα σημειογραφίας για την τελειότερη δυνατή έκφραση της λατρείας της Ορθόδοξης ανατολικής Εκκλησίας. Για την πρώτη περίοδο της εκκλησιαστικής και κοσμικής μουσικής (του Δ΄ αιώνα) υπάρχουν επαρκή ιστορικά στοιχεία και μαρτυρίες, οι οποίες μας πληροφορούν πως η μουσική κατάσταση στην εκκλησία διαφοροποιείται μετά την παύση των διωγμών, παίρνοντας μια τροπή σε πιο σύνθετες ποιητικές και μελωδικές μορφές.
Όπως μαρτυρεί ο Μ. Βασίλειος (αρχίζοντας ήδη από τους προηγούμενους αιώνες) έχουν διαμορφωθεί δύο τρόποι ψαλμωδίας.
α) ο αντιφωνικός, όπου το εκκλησίασμα χωρίζεται σε δύο μέρη που ψάλλουν αντιφωνικά (σημ. ο τρόπος αυτός της ερμηνείας έχει επιβιώσει μέχρι σήμερα στη φωνητική λαϊκή μουσική μας) και
β) Ο καθ’ υπακοήν τρόπος. Με τον τρόπο αυτό ένας ψάλτης έψαλλε ένα ψαλμικό στίχο και στο τέλος του όλοι μαζί έψαλλαν την «υπακοή».
Όπως γνωρίζουμε τον 4ο αιώνα γίνονται οι τελικές διαρρυθμίσεις των τύπων της Θείας λειτουργίας. Οι ψάλτες πλέον (και με την Σύνοδο της Λαοδικίας το 367) είχαν καθιερωθεί. Την ίδια εποχή εμφανίζεται και ο θεσμός του Χοράρχη καθώς και ο θεσμός του Χειρονόμου, θεσμός που ποτέ δεν αποδέχτηκε ο Άγιος Χρυσόστομος, θεωρώντας τον ανάρμοστο.
Οι βυζαντινοί με μεγαλοπρεπείς τελετές αρχίζουν να δείχνουν τη λατρεία τους προς τον Κύριο και τους Αγίους Πατέρες και ενώ αντιπαθούσαν (πλέον) την κοσμική μουσική, την οποία θεωρούσαν εξεζητημένη (και επικρατούσε κυρίως το διάτονο μέλος), άρχισαν να προσαρμόζουν μέσα στο εκκλησιαστικό ύφος χρωματιστά και μικτά γένη και άρχισαν να τονίζονται σ’ αυτά νέοι ορθόδοξοι ύμνοι (ασφαλώς με αντιαιρετικό περιεχόμενο).
Ο Μέγας Αθανάσιος ερμηνεύει την καινοτομία αυτή ως εξής: «Δεν επιδιώκουμε την ευφωνία, αλλά αποδεικνύουμε την αρμονική διάθεση των ψυχικών μας λογισμών. Η ψυχή προτρέπεται να περάσει από την ανισότητα στην ισότητα για να φτάσει στη φυσική της κατάσταση. Λησμονεί τις ηδονές και σκέπτεται μόνο το αγαθό».
Η λατρεία μέσω της εκκλησιαστικής μουσικής παίρνει (κατά τον Δ΄ αιώνα) μεγάλες διαστάσεις, υπό την έννοια ότι καθιερώνεται και παγιώνεται κάπως, ως προς το περιεχόμενο και τη μορφή της. Η μουσική -εξ αιτίας κυρίως των αιρετικών κινήσεων- παρουσιαζόταν με μεγάλη μεγαλοπρέπεια σε γιορτές και πανηγύρια. Τα όργανα -που είχαν ήδη απαγορευτεί με διάταξη- υπηρετούσαν, σύμφωνα με αυτή, την «ηδυπαθή θυμελική μουσική».
Η θυμελική μουσική προερχόταν από το θέατρο και επιβίωνε κυρίως σε αστικούς χώρους. Τον τέταρτο αιώνα διέπρεψαν εκκλησιαστικοί υμνωδοί, μεταξύ των οποίων είναι: Ο Μ. Βασίλειος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Μ. Αθανάσιος (που συνέβαλε και στο σχηματισμό της λειτουργίας των προηγιασμένων δώρων) ο Κύριλλος Ιεροσολύμων κ.ά. και μπαίνουμε αισίως στον Ε΄ αιώνα, στον αιώνα της γενικής απαρχής της ακμής της Βυζαντινής μουσικής που κράτησε μέχρι τον 12ο αιώνα.
Φυσικά, η Βυζαντινή μουσική υπέστη εξέλιξη στο διάβα των αιώνων, γράφει η Σοφία Κ. Σπανούδη στην «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ», που πρωτοκυκλοφόρησε αμέσως μετά το 1940, το κυριώτερο όμως γνώρισμα αυτής της εξέλιξης είναι μια αυστηρή συντηρητικότητα. Και μπορεί να πει κανείς ότι, όπως στη βυζαντινή αγιογραφία, κατά τον ίδιο τρόπο και στη βυζαντινή μουσική, η εκδήλωσή της είναι τρόπον τινά δογματική. Γι’ αυτό και δεν επιτρέπει τη χρήση οργάνων στη λειτουργία. Διατηρεί δε σχεδόν αμετάβλητη τη μουσική γραφή, και ακόμη δεν επιτρέπει την αρμονική και πολυφωνική επεξεργασία του λειτουργικού μέλους.
Θεμελιωτές αυτής της εκκλησιαστικής τέχνης ήταν πολλοί πατέρες της εκκλησίας: Βασίλειος, Γρηγόριος, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Άγιος Αθανάσιος, Εφραίμ ο Σύρος κ.ά.
Η Βυζαντινή μουσική κατά την επίσημη διαμόρφωσή της ποτέ δεν αποδέχτηκε το χρωματικό και εναρμόνιο γένος, που είχε μεγάλη άνθιση κατά τον 4ο αιώνα και που είχε διαδοθεί στις εκκλησίες Αντιόχειας και Κωνσταντινούπολης, γιατί θεωρούσε αυτά τα δύο μουσικά γένη ασυμβίβαστα με την σοβαρότητα της Εκκλησίας.
Διατήρησε μόνο το διατονικό γένος. Παρ’ όλα αυτά, τον 8ο αιώνα παρουσιάζονται τα εκκλησιαστικά όργανα τα οποία όμως δεν λάμβαναν μέρος στη λειτουργία αλλά χρησιμοποιούνταν στις αυλικές τελετές και στις προγυμνάσεις των ψαλτών. Αργότερα αυτά τα εκκλησιαστικά όργανα «μετακόμισαν» στη Δύση, όπου τελειοποιήθηκαν και αποτέλεσαν το απαραίτητο μουσικό όργανο (μέχρι και σήμερα) για τις εκκλησιαστικές λειτουργίες.
Πάντως, η χειρονομία αναφαίνεται στην Εκκλησία από τους πρώτους αιώνες. Γνωρίζουμε, χωρίς να’ χουν κατορθωθεί να περισωθούν μέχρις εμάς τα σημεία της χειρονομικής αυτής τέχνης) πως ο κορυφαίος, -για να διευθύνει καλύτερα και να κάνει περισσότερο εκφραστική τη μελωδία- έκανε διάφορες ρυθμικές κινήσεις με το χέρι του, ακόμη και με το σώμα του. Αυτή η συνήθεια διήρκεσε πολλούς αιώνες.
Η Βυζαντινή μουσική γραφή που είναι εξαιρετικά πολύπλοκη και δύσκολη -αφού δεν επιτρέπει την αρμονική και πολυφωνική επεξεργασία του λειτουργικού μέλους- μεταχειριζόταν στην αρχή γράμματα του αλφάβητου και αργότερα μεταχειρίστηκε τα σημαδόφωνα, που το καθένα από αυτά ήταν μια ολόκληρη μουσική φράση.
Δυστυχώς, δεν κατορθώθηκε μέχρι τώρα να βρεθεί το κλειδί της σημειογραφίας αυτής, με το οποίο θα ήταν δυνατόν να διαβαστούν παλιές μελωδίες, όμως οι έρευνες συνεχίζονται με μεγάλη σοβαρότητα. Στην βυζαντινή σημειογραφία υπάρχει ακόμη και η αγκιστροειδής γραφή, την οποία επινόησε ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Κατά την τελευταία φάση της η βυζαντινή σημειογραφία εκτός της σημειογραφίας των διαστημάτων προσθέτει και νεύματα, σημεία δηλαδή, που τοποθετούνταν πάνω στο κείμενο για να εκφράσουν το μέλος αλλά και να υπενθυμίζουν στον ψάλτη την κύρια μελωδία.
Ένα από τα σπουδαιότερα ζητήματα στη Βυζαντινή μουσική, γράφει η Αύρα Θεοδωροπούλου στην «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ» που πρωτοκυκλοφόρησε σε δύο τόμους στα 1924, ήταν πάντα η μουσική της γραφή. Ήταν πολλές φορές τόσο δύσκολη που ακόμη και οι κληρικοί δεν μπορούσαν να τη διαβάσουν με ευχέρεια. Γι αυτό τον 4ο αιώνα, πρωτοφαίνεται η εκφωνητική γραφή ( νευματική).
Η Βυζαντινή μουσική είχε στην αρχή της μεσαιωνικής εποχής σημαντική επίδραση στη Δύση. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Πάπας Ρώμης, όταν επέστρεψε από ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη, οργάνωσε σχολές για τους ψάλτες. Τον κατηγόρησαν γιατί έβαλε μέσα στη δυτική λειτουργία το Κύριε ελέησον και το Αλληλούια που πήρε από την Βυζαντινή λειτουργία.
Ένα από τα σπουδαιότερα μουσικά κέντρα στο Βυζάντιο ήταν η Μονή του Στουδίου. Οι Στουδίτες μοναχοί έδωσαν την τελευταία αναλαμπή στην εκκλησιαστική υμνογραφία. Οι πιο φημισμένοι Στουδίτες υμνογράφοι ήταν ο Θεόδωρος και ο Ιωσήφ.

Θρησκεία και Βυζάντιο
Η χριστιανική θρησκεία προήλθε από την Παλαιστίνη. Αλλά γρήγορα δέχτηκε την ελληνιστική επίδραση και με την εργασία των χριστιανών διανοητών της Αλεξάνδρειας -του Κλήμεντος και του Ωριγένη- ο χριστιανισμός απέκτησε τα πολιτικά και πολιτιστικά του δικαιώματα στον ελληνικό κόσμο.
Ίσως, ο παράγοντας της πολιτισμικής βυζαντινής ταυτότητας που αξίζει να καταλάβει την πρώτη θέση είναι η πεποίθηση ότι η αυτοκρατορία ήταν δημιούργημα θελήσεως του Θεού και ότι προστατεύονταν απ’ Αυτόν και τον Υιόν του. Είναι αυτή η πεποίθηση, η οποία σε μεγάλο βαθμό εξηγεί την εμμονή στην παράδοση, τον υπερβολικό συντηρητισμό στο Βυζάντιο.
Το καθεστώς, που καθιερώθηκε απ’ τον Κωνσταντίνο, συνεχίστηκε απ’ τους διαδόχους του, φτάνει στην εποχή των εικονοκλαστών δέχτηκε την αμφισβήτηση της αυτοκρατορικής αυθεντίας, που εγέρθηκε απ’ τους μοναχούς, οι οποίοι ζητούσαν μεγαλύτερη ελευθερία για την Εκκλησία. Ωστόσο η αμφισβήτηση αυτή στάθηκε ανώφελη.
Στη συνταγματική θεωρία της αυτοκρατορίας δεν αναγνωρίζονταν κληρονομικά δικαιώματα επί του θρόνου, αν και κατά καιρούς συγγενικά συναισθήματα μπορούσαν να έχουν μεγάλη επίδραση. Όταν κατά τη μακεδονική δυναστεία αυτό το συναίσθημα έφερε στο θρόνο ένα αφοσιωμένο στη μελέτη αυτοκράτορα, ένας συνεργάτης του εκτελούσε εκείνα τα στρατιωτικά καθήκοντα, που αποτελούσαν μέρος του αυτοκρατορικού φορτίου.
Αυτό το μεγάλο βάρος των υποχρεώσεων, που επιβάλλονταν στον αρχηγό -η υπευθυνότητα για την υλική και πνευματική ευτυχία των υπηκόων του- διαμόρφωσε το βυζαντινό αυτοκρατορικό ιδεώδες και αυτό το ιδεώδες κατευθύνει αναγκαστικά τον κυρίαρχο ηγεμόνα: Μπορεί να τον κάνει άλλο άνθρωπο. Εξαιρετικά δαπανηρή, υπερβολικά συντηρητική στις μεθόδους της, συχνά διεφθαρμένη, παρ’ όλα αυτά, η αυτοκρατορική διοικητική μηχανή ήταν, φαίνεται, ικανή: συνέχιζε να λειτουργεί με τη δική της συσσωρευτική ορμή κινήσεως που απέκτησε.
Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι κατά Χριστόν «μωροί» -εκείνοι που υπέφεραν την περιφρόνηση του κόσμου εμφανιζόμενοι στο κοινό ως ανόητοι, για να πάρουν επάνω τους μέρος από το φορτίο της ταπεινώσεως, που είχε οδηγήσει τον Κύριό τους στο Σταυρό- και αυτοί επίσης είχαν τα ρητά τους, που δικαίωναν τον τρόπο ζωής τους: «το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί», «η σοφία του κόσμου τούτου μωρία παρά τω Θεώ εστί».

Βυζαντινή Κοινωνική Ζωή
Πώς ζούσαν οι Βυζαντινοί; Ήταν η ερώτηση, στην οποία ο R.Byron ζήτησε να απαντήσει στο νεανικό του έργο «Το Βυζαντινό Επίτευγμα». Ένα κεφάλαιό του το τιτλοφόρησε «Η χαρούμενη ζωή». Αυτό είναι μια σοβαρή παραποίηση.
Όσο περισσότερο κανείς μελετά τη ζωή του Βυζαντίου, τόσο κατανοεί το βάρος των φροντίδων, που το τυραννούσαν. Ο φόβος, που προκαλούσε ο άτεγκτος φοροεισπράκτορας, ο τρόμος, από την αυθαίρετη τυραννία του αρχηγού του κράτους, η αδυναμία του χωρικού, μπροστά στην άπληστη επιθυμία του δυνατού για αρπαγή της γης, η επαναλαμβανόμενη απειλή βαρβαρικής εισβολής καθιστούσαν τη ζωή μια επικίνδυνη υπόθεση.
Και εναντίον των κινδύνων που την απειλούσαν, μόνο υπερφυσική βοήθεια -η βοήθεια του αγίου, του μάγου ή του αστρολόγου- μπορούσε να την σώσει. Και είναι τιμή του που ο βυζαντινός κόσμος έκανε συνείδησή του τη φιλανθρωπία και ζήτησε να ελαφρώσει τα βάρη της ζωής, θεμελιώνοντας νοσοκομεία για τους ασθενείς, τους λεπρούς και τους αδύνατους, κτίζοντας ξενοδοχεία για τους οδοιπόρους και τους ξένους, γηροκομεία για τους γέρους, οίκους μητρότητας για τις γυναίκες, καταφύγια για τα εγκαταλελειμμένα παιδιά και τους πτωχούς, ιδρύματα με γενναιοδωρία ενισχυόμενα οικονομικώς από τους ιδρυτές τους, οι οποίοι με γραπτούς κανονισμούς ρύθμιζαν με λεπτομέρειες τις κατευθύνσεις διοικήσεως αυτών των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων.
Πρέπει κανείς να στραφεί προς τη ζωή των αγίων και όχι προς τους αυλικούς ιστορικούς, αν θα ήθελε να περιγράψει τις συνθήκες ζωής του Βυζαντίου. Και επειδή η ζωή ήταν ανασφαλής και επικίνδυνη, εύκολα αναπτύσσονταν καχυποψίες και εκρήξεις βίας και η σκληρότητα ήταν η φυσική συνέπεια.
Η Ευρώπη του αιώνα μας θα έπρεπε να κάνει ευκολότερη την κατανόηση των βασάνων του βυζαντινού κόσμου. Δεν θα αντιληφθούμε ποτέ σ’ όλη την έκταση το μέγεθος των αυτοκρατορικών επιτευγμάτων, αν δεν έχουμε μάθει σε ορισμένο βαθμό την τιμή, με την οποία αυτά τα επιτεύγματα πραγματοποιούνταν.
Υπό το ιστορικό και κοινωνικό αυτό βάθρο διαπιστώνουμε πως η Βυζαντινή Μουσική υπήρξε ένας πλήρης μουσικός πολιτισμός με αισθητικές αρχές και δικό του ήθος, με φιλοσοφική θέση και θεωρητική αναζήτηση στο χώρο της μουσικής πραγμάτωσης. Με μιαν αξιοθαύμαστη εξέλιξη, αλλά και με χαρακτηριστικές φάσεις και σταδιακές ουσιαστικές αλλαγές στη γραφή, τη μορφή και το ύφος. Μιαν εξέλιξη που έμεινε πάντοτε μέσα στη μονοφωνία, χωρίς ποτέ να διερευνήσει άλλες παραμέτρους της μουσικής κατασκευής -όπως π.χ. την αρμονία ή την αντίστιξη. Δημιούργησε, όμως, ένα μεγάλο μελωδικό πλούτο και πολυσύνθετες μουσικές μορφές και έφτασε το μονοφωνικό είδος σε θαυμαστά ύψη εκλέπτυνσης και σοφίας.
Στον Ελληνικό χώρο επικρατούν σήμερα τρεις βασικές παραλλαγές της Πατριαρχικής παράδοσης της Κωνσταντινουπόλεως, κι αυτές είναι:
της Θεσσαλονίκης,
η Αθηναϊκή και
αυτή του Αγίου Όρους.
Όσες όμως σχολές κι αν υπήρχαν, γεγονός είναι πως «η βυζαντινή μουσική διαμορφώθηκε με βάση την αρχαιοελληνική παράδοση που την μεταπλάθει κάτω από την πολύμορφη επίδραση του ανατολίτικου πολιτισμού». (Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ του Τζ. Πίλκα).
Η Βυζαντινή Μουσική είναι κυρίως εκκλησιαστικά άσματα που έχουν για περιεχόμενό τους τα χωρία από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, θεολογικές και δογματικές έννοιες και παράλληλα περιγραφές από την ζωή του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων. Το σύνολο σχεδόν των ιστορικών και ερευνητών της Βυζαντινής Μουσικής έχουν αποφανθεί ότι η Βυζαντινή Μελουργία είναι Ελληνική, με την έννοια ότι αυτή αποτελεί σύζευξη και συνέχεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής καθώς και προάγγελος της δημοτικής μουσικής παράδοσης που διαμορφώθηκε κατά την Τουρκοκρατία. Ακόμα κι αυτός που δεν ασχολείται με μουσικολογικά θέματα, αν είναι ποτέ δυνατόν να φανταστεί τα εγκώμια της Μ. Παρασκευής με την απέραντη Ελληνική μουσικότητά τους ή τα απολυτίκια και τα κοντάκια του α΄ ήχου χωρίς την προϋπόθεση της Ελληνικότητας ελληνικά, αφού η ίδια μουσική γραμμή διέπει και ανάλογα δημοτικά τραγούδια, όπως π.χ. η μουσική συγγένεια ανάμεσα στο απολυτίκιο του α΄ ήχου «του λίθου σφραγισθέντος», με το τραγούδι του «Γερο-Λύγκου».
Αναντίρρητα, μέσα από τη Βυζαντινή Μουσική πέρασε το αρχαίο μέλος και παράλληλα διασώζεται, δηλαδή η ταύτιση ήχου και λόγου είναι κοινό σημείο αρχαίας και βυζαντινής μουσικής. Στα απολυτίκια, τα κοντάκια, τα δοξαστικά κ.λ.π. της βυζαντινής μουσικής γραφής, αυτή η ταύτιση λόγου και ήχου είναι ολοφάνερη, π.χ. στο απολυτίκιο του γ΄ ήχου «Εφραινέσθω τα Ουράνια», όπου μιλάμε για τον Ουρανό, Θεό, Χριστό, ο ήχος είναι ψηλά. Όταν, αντίθετα, μιλάμε για αμαρτία, για γη, για θάνατο, ο ήχος είναι χαμηλά. Όπως η Ελληνική γλώσσα μέσα στους αιώνες εξελίχθηκε και παρέμεινε Ελληνική, το ίδιο συμβαίνει και με τη μουσική της που πέρασε αρχικά στη βυζαντινή και τέλος στη δημοτική.
Επιπροσθέτως, το αντιφωνικό σύστημα που ισχύει είναι καθαρά αρχαιοελληνικό και σώζεται ως τις μέρες μας στα συμποσιακά δημοτικά τραγούδια.
Υπάρχει σήμερα κάποιος που να μπορεί ν’ αμφισβητήσει-καλόπιστα- τη χρήση από τη Βυζαντινή Μουσική των αρχαίων ελληνικών ρυθμών, τα χρώματα, την αντιφωνία, τις φρυγικές παρορμητικές μελωδίες, τη διθυραμβική συνοχή του διατονικού γένους ή τις αυστηρές και επιβλητικές δωρικές μελωδίες και τις αντίστοιχες λυρικές της λύδιας μελωδικής γραμμής; Όλοι πρέπει να αναγνωρίσουμε αντικειμενικά και χωρίς κανένα φανατισμό, ότι είναι απόλυτη αλήθεια πως η Βυζαντινή Μουσική είναι το θησαυροφυλάκιο της Εθνικής μας μουσικής παράδοσης.
Οι πρώτοι βυζαντινοί ύμνοι ήταν στηρίχθηκαν σε αρχαίους ελληνικούς ύμνους, όπως ο πάπυρος της Οξυρύγχου που έχει έναν ύμνο προς την Αγία Τριάδα ο οποίος ήταν ο ίδιος ο απολλώνιος ύμνος. Οι άνθρωποι, λοιπόν, που ξεκίνησαν να εκφράσουν αυτό το Χριστιανικό Πάθος βασίστηκαν σε αρχαία Ελληνικά πρότυπα.
Η Βυζαντινή μουσική ξεκίνησε απ’ το λαό. Αυτός έδωσε τα μοτίβα στην Εκκλησία. Δε χωράει αμφιβολία ότι η μουσική αυτή είναι άμεση συνέχεια της αρχαίας. Το ψαλτήρι είναι το τρίγωνο της αρχαιότητας (ή ψαλτήρας ή κανών των βυζαντινών). Η λέξη κανόνιο είναι αρχαία ελληνική. Το κανόνιο είναι το μονόχορδο όπου έγιναν οι μελέτες του Πυθαγόρα, του Ευκλείδη και του Αριστόξενου…Από τον Ε΄ αιώνα στην Πόλη υπήρχαν εξειδικευμένοι δάσκαλοι της θρησκευτικής μουσικής.
Επί Ιουστινιανού δε -έναν αιώνα αργότερα- στην Αγία Σοφία υπήρχαν 25 ψάλτες και 100 αναγνώστες. Ο Κων/νος ο Πορφυρογέννητος (10ος αιώνας) μας δίνει πληροφορίες για τα τραγούδια, τα όργανα και τους χορούς της εποχής. Οι πομπώδεις τελετές -που χαρακτηρίζονταν μάλιστα σαν ιερές ακολουθίες είχαν ονομαστεί λειτουργικά δράματα σε στυλ θεατρικό. Δύο τέτοιες παραστάσεις που μας είναι γνωστές είναι: Η τελετή του «νιπτήρος» και η ακολουθία των «Τριών Παίδων εν καμίνω».
Με ένα μικρό χρονικά στατικό μεσοδιάστημα, η επαναφορά στη γνήσια Βυζαντινή μελουργία έγινε αργά και σταθερά και επιτεύχθηκε γύρω στον ΙΑ΄ αιώνα. Η ανάπτυξη αυτή -για την οποία πολλοί μελετητές έχουν γράψει- συντελέστηκε κυρίως στα μεγάλα ελληνικά πνευματικά μουσικά αστικά Κέντρα της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και της Κωνσταντινούπολης. Η ορθόδοξη Εκκλησία έχει διάφορα γένη ασμάτων αλλά και διάφορες κατηγορίες βιβλίων, που περιλαμβάνουν τα εκκλησιαστικά άσματα. Έχει τους αναβαθμούς, τα αντίφωνα, τα απόστιχα, τα απολυτίκια, τους ειρμούς, τα εωθινά, τα καθίσματα, τα ιδιόμελα, τα κοντάκια, τα τροπάρια, και άλλα. Αυτά αποθησαυρίζονται στα βιβλία: το Ψαλτήρι, την Οκτάηχο, το Τριώδιο, την Παρακλητική, το Δοξαστάριο, την Ανθολογία.
Ο Μάρκος Φ. Δραγούμης ,Μουσικολόγος, μας γνωρίζει πως στο Άγιο Όρος σώζονται σήμερα περίπου 2.200 βυζαντινά χειρόγραφα, δηλαδή τα 2/5 του συνολικού αριθμού κωδίκων Βυζαντινής Μουσικής όλου του κόσμου. Τα πιο παλιά χειρόγραφα ανάγονται στην εποχή της κτίσεως των πρώτων μοναστηριών (950-1025). Όμως η παραγωγή βυζαντινών μουσικών χειρογράφων στο Άγιο Όρος παρουσίασε ιδιαίτερη έξαρση στις παραμονές της πτώσης του Βυζαντίου (14ος -15ος αιώνας) και τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας (17ος -18ος αιώνας). Συνεχίστηκε όμως με ρυθμό εντατικό και όλο τον 19ο αιώνα καθώς και κατά τις αρχές του 20ου. Το γνωστότερο, ίσως και περισσότερο μελετημένο αγιορείτικο χειρόγραφο, είναι ο Κώδικας Ιβήρων 470, ένα Ειρμολόγιο του 12ου αιώνα που εκδόθηκε σε πανομοιότυπη πολυτελή έκδοση, το 1938, από τον Οργανισμό «Μνημεία Βυζαντινής Μουσικής». Το χειρόγραφο καταγράφτηκε στο πεντάγραμμο και κυκλοφόρησε σε δύο τόμους στα 1952.
Από τα μουσικά χειρόγραφα του Αγίου Όρους, μας λέει ο Μάρκος Φ. Δραγούμης, που συγκεντρώνουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και θα έπρεπε να μελετηθούν οπωσδήποτε στο εγγύς μέλλον, είναι ο ογκώδης Κώδιξ 1120 της Μονής Ιβήρων. Τον έγραψε το 1458 ο Λαμπαδάριος της αυλής του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και τελευταίος μεγάλος βυζαντινός μελουργός Δούκας ο Χρυσάφης, και περιέχει (όπως ο ίδιος ο Χρυσάφης σημειώνει στο τέλος του χειρογράφου), τις ακολουθίες «πάσης της ψαλτικής»….Οι ψάλτες του Αγίου Όρους διακρίνονται για τη συντηρητικότητά τους και διατηρούν ψαλτικές συνήθειες (αρχαϊκά μοτίβα, ιδιότυπα μικροδιαστήματα και χαρακτηριστικούς τρόπους εκτέλεσης) που στα άλλα μέρη της Ελλάδας έχουν ξεχαστεί ή αλλοιωθεί…Αρκετές αγιορείτικες μελωδίες διασώζει ο Γ. Ρήγας στο βιβλίο του «Μελωδήματα Σκιάθου» (1958). Η μουσική παράδοση του Αγίου Όρους διαδόθηκε στη Σκιάθο από το μοναστήρι της Ευαγγελιστρίας, όπου συνήθιζαν να μονάζουν διαπρεπείς καλόγεροι και ιερείς από το Άγιο Όρος. Τέλος, στο Άγιο Όρος, φυλάγονται και τα αρχαιότερα από τα δημοτικά μας τραγούδια που διασώθηκαν μαζί με τη μουσική τους. Τα ανακάλυψε ο Σπυρίδων Λάμπρος το 1880 μέσα στον κώδικα 1203 της Μονής Ιβήρων. Σημειωτέον ότι με την αποκρυπτογράφηση της μουσικής των τραγουδιών αυτών ασχολήθηκε η Δ. Μαζαράκη στο σχετικό μ’ αυτά βιβλίο της (Αθήνα 1967). Αυτά είναι τόσο σημαντικά και ενδιαφέρουν τον κάθε μελετητή της βυζαντινής μουσικής.
Η Βυζαντινή Μουσική απ΄ τις απαρχές της διαμόρφωσής της αντιτασσόταν στη μουσική των άλλων Ανατολικών Εκκλησιών και κυρίως στη μουσική της Δυτικής Εκκλησίας. Ήταν, βασικά, εκκλησιαστική μουσική, γεννημένη από τη θρησκεία για τη θρησκεία. Είναι, λοιπόν, απαραίτητη, για την κατανόησή της, η γνώση των λειτουργικών τελετών, της λειτουργίας και της δέησης από μουσικής απόψεως. Κατά τον μουσικό λόγο, η βυζαντινή λειτουργία μονιμοποίησε τη δομή της κατά τον ΙΣΤ΄ αιώνα ως ακολούθως: στην αρχή τραγουδούσαν διάφορα εδάφια, αντιφωνίες, λιτανείες, επικλήσεις, κ.λ.π., με την αλληλοδιαδοχή των πιστών με τον ιερέα και το διάκονο. Αυτό το μέρος, τελείωνε με το «Τρισάγιο». Πριν από την «Επιστολή» τραγουδούσαν το «Προκειμένου» και, μεταξύ Επιστολής και Ευαγγελίου τραγουδούσαν το «Αλληλούια». Στην αρχή της πραγματικής λειτουργίας (το πρώτο μέρος λεγόταν «λειτουργία των κατηχουμένων) τραγουδούσαν τον «Ύμνο των Αγγέλων», για να συνοδεύσουν τη «Μεγάλη Είσοδο».
Πριν από τον καθαγιασμό τραγουδούσαν το «Σάνκτους» και πριν από την κοινωνία το «Πάτερ Ημών». Στη διάρκεια της κοινωνίας απήγγελαν το «Κοινωνικόν» και στο τέλος ήταν συνηθισμένο το τραγούδι των επευφημιών, που λεγόταν με διάφορους τρόπους, για παράδειγμα, πιο συχνά λεγόταν «Πολυχρόνιον». Αυτό εξέφραζαν μιαν ιδιαίτερη επισημότητ, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως η είσοδος του αυτοκράτορα. Από τον ΙΒ΄ αιώνα, πριν από την επίκληση τραγουδούσαν τον ωραιότατο ύμνο «Ύμνος για την Παναγία». Τα κύρια μέρη της λειτουργίας ήταν: Το «Μεσονυκτικό» ή «πρωινό», ο «Όρθρος» ή δόξες και «Ο Εσπερινός». Η σημασία τους άλλαζε ανάλογα όχι μόνο με τις ώρες της λειτουργίας, αλλά και ανάλογα με τις γιορτές του λειτουργικού κύκλου. Επίσης αυτή η σημασία άλλαξε πολύ ανά τους αιώνες.
Από την άποψη των μελοποιημένων κειμένων, έφθασε στο ζενίθ της στον ΙΑ΄ αιώνα. Μετά από εκείνη την εποχή απαγορεύτηκε η εισαγωγή νέων κειμένων στη λειτουργία. Η ίδια η μουσική, όμως, συνέχισε να εξελίσσεται, στολίζοντας πάντα τις μελωδίες μ’ ένα περισσότερο ανθισμένο στυλ, όπου εξ άλλου, αυξάνονταν συνέχεια τα νέα στοιχεία και ξένης προέλευσης.
Τα δύο βασικά στοιχεία της Βυζαντινής Μουσικής είναι το κοντάκιο και ο κανόνας. Αμφότερα είναι ποιητικά και παρά πολύ παλιά. Το κοντάκιο γεννήθηκε γύρω στο τέλος του Ε΄ αιώνα. Συνίσταται σε μια διαδοχή στροφών σε ευμετάβλητο αριθμό (πολύ ψηλό, ποτέ λιγότερο από 18 και καμμιά φορά 30, ίσως και περισσότερο). Όλες οι στροφές ήταν ίδιες και ως προς τον αριθμό των συλλαβών κάθε στίχου και ως προς τον αριθμό στίχων κάθε στροφής. Όλες τις τραγουδούσαν με την ίδια μουσική. Επέζησαν οι στίχοι από πολλά κοντάκια, αλλά καμιά αυθεντική μελωδία. Κατά το τέλος του Ζ΄ αιώνα, το κοντάκιο αντικαταστάθηκε από τον κανόνα, που εφαρμόζεται ακόμα και σήμερα. Ο κανόνας αποτελείται από εννέα ωδές, η καθεμιά από τις οποίες έχει έναν ευμετάβολο αριθμό στροφών από 6 μέχρι 9 και περισσότερο. Όλες οι στροφές μιας ωδής είναι ίδιες και ως προς τον αριθμό στίχων και ως προς τις συλλαβές κάθε στίχου και τις τραγουδάνε πάνω στην ίδια μελωδία. Όμως κάθε ωδή διαθέτει ένα μετρικό σχήμα διαφορετικό από τις άλλες και την τραγουδάνε επίσης με άλλη μελωδία. Άλλες «κατώτερες» μορφές βυζαντινής μελουργίας είναι: το τροπάριο (σύντομη ποιητική σύνθεση, συνήθως μονοστροφική και πολύ παλιά), το «στιχηρόν» (μονοστροφικός ύμνος συνήθως με μονοσυλλαβική μουσική, δηλαδή μια νότα κάθε συλλαβή) και οι μορφές πρόζας, π.χ. οι «επευφημίες».
Αρχαία Μουσική
Η Μουσική κατά την αρχαιότητα είχε εξαιρετική θέση. Ήταν αχώριστος σύντροφος των προγόνων μας σε κάθε εκδήλωση της δημόσιας και ιδιωτικής τους ζωής. Ήταν στενά δεμένη με την ποίηση και οι πρόγονοί μας τη χρησιμοποιούσαν στη θεία λατρεία και για να εγκωμιάζουν τους ήρωες.
Οι μεγαλύτεροι τραγουδιστές στην Αρχαία εποχή ήταν: Ο Ορφέας, ο Αμφίονας, ο Θάμυρης, ο Ωλήν, ο Χρυσόθεμος (ο πρώτος κιθαρωδός που τραγούδησε στον Απόλλωνα), ο Πιέρος, ο Φιλάμπονας, ο Δημόδοκος (που τραγούδησε την καταστροφή της Τροίας και τους γάμους της Αφροδίτης και του Ηφαίστου), ο Φήμιος, κ.ά. Τους τραγουδιστές της αρχαίας εποχής τους τιμούσαν και την τέχνη του τραγουδιού την μετέδιδε ο πατέρας στο παιδί.
Οι Έλληνες είχαν τραγούδια, που τα τραγουδούσαν την ώρα της εργασίας για ψυχαγωγία, όπως π.χ. ο βοσκός τραγουδούσε και έπαιζε τον αυλό του για να ξεχνά την πλήξη και τη μοναξιά του.
Μετά την κάθοδο των Δωριέων, περί το 1.100 π.Χ., και μάλιστα όταν ιδρύθηκε το Σπαρτιατικό κράτος, παρουσιάζονται ονομαστοί μουσικοί, όπως ο Όλυμπος και ο Τέρπανδρος. Ακολουθούν ο Αρχίλος, ο Θαλήτας, ο Αλκμάν, ο Στησίχορος, ο Αρίων (ο δημιουργός του διθυράμβου, από τον οποίο αργότερα γεννήθηκε το δράμα).
Ακολουθούν ο Πυθαγόρας (680 π.Χ., που είναι ο συγγραφέας της πρώτης θεωρίας της Μουσικής), ο Αλκαίος και η Σαπφώ της Λέσβου, ο Πίνδαρος (Θήβα 442 π.Χ.) που έγραψε λυρικές ωδές, διθυράμβους, παιάνες, επινίκεια (θριαμβευτικά άσματα για τη νίκη στους Ολυμπιακούς αγώνες.
Ο Πίνδαρος μάλιστα απολάμβανε εξαιρετική τιμή, γι’ αυτό και ο Μέγας Αλέξανδρος έδωσε εντολή στους Μακεδόνες να σεβαστούν το σπίτι του στη Θήβα, κατά την καταστροφή της πόλης αυτής.
Στην Αθήνα καθιερώνεται η εορτή του Διονύσου με το Διθύραμβο. Το 500 π.Χ. δημιουργείται το σατυρικό δράμα από τον Πρατίνα, με ελεύθερο ρυθμό, ακολουθεί ο Αισχύλος, που αυξάνει τους ηθοποιούς στο δράμα και δημιουργεί το διάλογο. Στα δράματα αυτά η μουσική είχε σημαντική θέση, γιατί όλα τα χορικά τα έψαλλαν. Αργότερα γεννήθηκε η κωμωδία, η οποία συνετέλεσε πολύ στην πρόοδο της μουσικής.
Ο χορός των Ορνίθων του Αριστοφάνη φανερώνει ότι το άσμα ήταν μιμητικό. Συνοδευόταν από έναν αυλητή και έναν κιθαρωδό.
Συμπόσιο χωρίς μουσική δε γινόταν. Η άγνοια του τραγουδιού θεωρούνταν ντροπή. Ακόμη και αυτός ο Θεμιστοκλής έμαθε να τραγουδάει. Πολλές ελληνικές πόλεις διατήρησαν μουσικές σχολές, κάτι ανάλογο με τα σημερινά ωδεία. Τέτοιες σχολές ήταν: των Θηβών, της Περγάμου, της Λέσβου, του Άργους και της Σάμου. Ο Πυθαγόρας άνοιξε το δρόμο της νέας μουσικής γραφής, συμβολίζοντας τους μουσικούς φθόγγους με γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου, ακέραια, μισά, όρθια, κυρτά, κτλ. Ήταν όμως δύσκολη και απρόσιτη η μουσική αυτή γραφή.
Από την απέραντη αρχαία ελληνική πνευματική παράδοση σώθηκαν και έφτασαν σε μας 33 τραγωδίες, 11 κωμωδίες, αρκετές ωδές, ύμνοι κ.α. Όμως, ενώ όλα αυτά τα έργα ήταν μελοποιημένα, η μουσική τους χάθηκε και διασώθηκε μόνο το ποιητικό τους κείμενο. Ίσως όμως η μουσική αυτή να μην είχε χαραχτεί ποτέ κάπου, αλλά να μεταδιδόταν από στόμα σε στόμα, δηλαδή προφορικά.
Σχετικά με την τύχη της αρχαίας μουσικής, μετά την υποδούλωση της Ελλάδας στους Ρωμαίους, παρατηρούμε ότι στη Δύση σιγά-σιγά προσαρμόστηκε στο χαρακτήρα του κυρίαρχου λαού, ενώ στην Ανατολή (Μικρά Ασία, Αρμενία, Αραβία, Περσία κτλ), συνέχισε την αρχαία παράδοση.
Με την εμφάνιση του Χριστιανισμού, όπως είδαμε, δημιουργείται η εκκλησιαστική μουσική, που έχει της πηγές της στην αρχαία ελληνική μουσική. Η μουσική αυτή εξελίχτηκε αργότερα στη γνωστή μας Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική. Η Βυζαντινή μουσική, η μουσική που ξεκίνησε από το λαό και είχε προορισμό τον ίδιο το λαό, διασώθηκε σχεδόν απαράλλακτη έως σήμερα Ο λαός έδωσε τα μοτίβα στην εκκλησία και με τον καιρό τα έψαλλε με ευλάβεια και σεβασμό.
«Μια παράδοση αιώνων, ένας πλούτος αρχών, ιδεών και ηχοχρωμάτων, μια πηγή έμπνευσης κι ένας τρόπος έκφρασης ιδιαίτερα λατρευτός η Βυζαντινή μουσική, η μονόφωνη μουσική που και σήμερα ακόμη υπηρετεί τις ανάγκες της λατρείας, μέσα στους ναούς και τις μονές, προσαρμοσμένη βέβαια στις απαιτήσεις των καιρών και έχοντας -σαφέστατα- υποστεί διωγμούς και δοκιμασίες στη διάρκεια των αιώνων» λέει ο Νίκος Παπουτσόπουλος στην εισαγωγή του άρθρου του «Βυζαντινή μουσική από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ως το Ρωμανό το Μελωδό. Η πρόοδος της μουσικής και της υμνογραφίας ως τον 6ο αιώνα». Κατά τους μελετητές δύο είναι οι κλάδοι της Ελληνικής Εθνικής μουσικής: Ο ένας κλάδος είναι η δημοτική μας μουσική και ο άλλος είναι η μουσική των εκκλησιαστικών ύμνων. Και οι δύο κλάδοι έχουν την ίδια ρίζα που είναι η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός.
Κάθε τέχνη σε κάθε της μορφή είναι μία αυτοτελής πνευματική αξία. Στην τέχνη το καινούργιο δεν καταργεί το παλιό κι ούτε πάντα είναι καλύτερο από το παλιό. Το καινούργιο στην τέχνη είναι σαν μια νέα δημιουργία, που φυτρώνει από την ίδια ρίζα, δίπλα σε πολλές παραφυάδες. Εκείνο που στην τέχνη έχει σχέση με την εξέλιξη και την πρόοδο είναι το τεχνικό μέρος ή, όπως θα λέγαμε, το σωματικό και υλικό αλλά το «ύφος» το εσωτερικό (η ψυχή και το πνεύμα) μένουν κάθε φορά τα ίδια κι είναι αυτά που στην τέχνη, καθώς και στα πρόσωπα, τα, λέμε χαρακτήρα και «ήθος». Και της βυζαντινής μουσικής το «ύφος» δεν είναι σήμερα το ίδιο μ’ εκείνο της καλής βυζαντινής εποχής, το «ήθος» της όμως κι ο χαρακτήρας της μένουν τα ίδια. Βγαίνουν από την ίδια ρίζα: την Ελληνική Ορθόδοξη πολιτισμική παράδοση. Είναι η μουσική της λατρείας, καθαρά εκκλησιαστικό και λειτουργικό άσμα, που γεννήθηκε μέσα στην εκκλησία κι αυξήθηκε μαζί με την ανάπτυξη της υμνογραφίας. Η μουσική αυτού του είδους μας συντελεί στο να γεννηθεί μέσα μας θρησκευτική κατάνυξη και όχι να αισθανθούμε ,όπως π.χ. στο θέατρο, καλαισθητική συγκίνηση.
Όπως γνωρίζουμε η βυζαντινή μουσική -παρόλο που στην λατρεία της Παλαιάς Διαθήκης χρησιμοποιείται ενόργανη μουσική: «Αινείτε αυτόν εν τυμπάνω και χορώ, αινείτε αυτόν εν Χορδές και οργάνω…»- απαγόρευσε την είσοδο στα μουσικά όργανα. Αυτό ταιριάζει στο χαρακτήρα της θείας λατρείας της Ορθοδοξίας, που είναι αποκλειστικά λατρεία πνευματική.
Σε παλαιότερη εποχή το θεωρούσαν σπουδαία γνώση και μεγάλη τιμή να γνωρίζουν την εκκλησιαστική ψαλμωδία οι άνθρωποι στον τόπο μας και πιο πολύ οι νέοι. Η παιδαγωγική και μορφωτική αξία και δύναμη της εκκλησιαστικής βυζαντινής ψαλμωδίας είναι πολύ μεγάλη και γι’ αυτό ο Μέγας Βασίλειος λέει «Το μεγαλύτερο από τά αγαθά: την αγάπη, η ψαλμωδία παρέχει…».
Στο μηνιαίο περιοδικό για το τραγούδι «Ντέφι» του 1982, σε συνέντευξη του Θεόδωρου Βασιλικού που έδωσε στον Νίκο Ξυδάκη, συναντούμε ορισμένα ενδιαφέροντα αποσπάσματα αυτής της συνομιλίας. Σε ερώτηση του Ν. Ξυδάκη αν διατρέχει κινδύνους η βυζαντινή μας μουσική, ο Θεόδωρος Βασιλικός απαντά: «Δεν νομίζω πως διατρέχει κανέναν κίνδυνο. Αντιθέτως μπορώ να πω πως είναι εκείνη που τραβάει πολλούς ανθρώπους να έρθουν στην εκκλησία, και μέσω αυτής ανακαλύπτουν το νόημά της. Η βυζαντινή μουσική είναι ζωντανός λόγος που διατηρείται και θα διατηρείται από γενεάς εις γενεάν».
Μια μεγάλη παράδοση σαν αυτή δεν χάνεται από την μια στιγμή στην άλλη. «Η βυζαντινή μουσική (απαντά σε ερώτηση ο κ. Βασιλικός) δεν είναι ανατολίτικη μουσική, αντίθετα είναι Ελληνικότατη. Η Ανατολή πήρε τα στοιχεία της ελληνικής βυζαντινής μουσικής και έφτιαξε τη λεγόμενη ανατολίτικη μουσική. Ούτε Δυτικές επιδράσεις υπήρξαν. Λέγοντας Δυτικές επιδράσεις εννοώ τις προσπάθειες εκείνες, που αλλοίωσαν το αρχικό αίσθημα των Βυζαντινών συνθέσεων, με δυτικότερες τεχνικές (τετράφωνες χορωδίες) κλπ».
Η βυζαντινή μουσική είναι η μουσική η οποία ανεβάζει τους ακροατές της από τα εγκόσμια σε ουράνιους κόσμους με την απλότητά της. Ενώ το ζευγάρωμα της Δυτικής αντίληψης με την Ορθόδοξη λατρεία κατεβάζει τους ακροατές σε χώρους κοσμικούς και μόνο, διότι επιδιώκει να εντυπωσιάζει τον πιστό στ’ αυτιά με την πολυφωνία των οργάνων ή των φωνών. Αντίθετα, η βυζαντινή μουσική ανεβάζει σε ουράνιους κόσμους, με το λιτό μονόφωνο σύστημά της. Άλλωστε και στις αρχαίες τραγωδίες στις περιπτώσεις που ακούγεται μία χορωδία ακούγεται μονοφωνικά όπως ακριβώς και στην βυζαντινή μουσική.
Συνήθως το ενδιαφέρον των ξένων για την βυζαντινή μουσική συνοδεύεται και από ένα ανάλογο ενδιαφέρον για την Ορθοδοξία ως στάση ζωής ή άλλες φορές πρόκειται για μια αισθητική περιέργεια. Πάντως, η βυζαντινή μουσική δεν φαίνεται να τους ενδιαφέρει απλώς σαν μουσικό είδος. Τις περισσότερες φορές δεν πρόκειται για περιέργεια. Το ενδιαφέρον επεκτείνεται σ’ αυτό που εκφράζει σε βάθος η Ορθοδοξία. Τελευταία πάντως αυξάνεται το ενδιαφέρον των ξένων ν’ ακούσουν την βυζαντινή μουσική, και αυτό δίνει μία ξεχωριστή αξία και διάσταση στο χώρο της. Η Βυζαντινή μουσική συγκινεί και έλκει τους Δυτικούς λαούς, ίσως γιατί βλέπουν μέσα σε αυτή μία διαφορετική αισθητική, μία εσωτερική δύναμη.
Από τον 6ο έως τον 10ο αιώνα -διαβάζουμε στην Ιστορία της μουσικής του Karl Nef- η βυζαντινή μουσική γνωρίζει την μεγαλύτερή της ακμή. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565), που έγραψε και ο ίδιος λειτουργικά μέλη, ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την οργάνωσή της, δίνοντας τίτλους και αξιώματα στους ψάλτες της εκκλησίας. Στον 6ο αιώνα έζησε και ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Πίνδαρος, όπως λεγόταν, της εκκλησιαστικής μας μουσικής και ποίησης.
Η μεγάλη όμως μορφή της βυζαντινής μουσικής είναι ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός (675-756), διάσημος θεολόγος, φιλόσοφος και υμνογράφος. Το σπουδαιότερο έργο του Δαμασκηνού είναι η Οκτώηχος. Από τα τέλη του 10ου αιώνα με αρχές του 11ου αρχίζει και η κάμψη της βυζαντινής μουσικής.

Παράρτημα
Τα παρακάτω αποσπάσματα προέρχονται από ένα εξαιρετικό άρθρο του Γιώργου Αμοργιανάκη (καθηγητή Μουσικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών) που έχει τον τίτλο: «Η σχέση της Βυζαντινής Μουσικής με το λόγο, την τέχνη και τη λατρεία».
«Αν δούμε τη βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική μέσα στο πλαίσιο της γενικότερης περί την τέχνη Φιλοσοφίας -γράφει στο άρθρο του ο κ. Αμοργιανάκης- θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε τους λόγους για τους οποίους εξελίχθηκε και στο θαυμαστό ρόλο της μέσα στη λατρεία
Παρά την υπερχιλιόχρονη γραπτή της παράδοση, συνεχίζει ακόμη και μέχρι σήμερα να είναι τροπική, να στηρίζεται δηλαδή στους τρόπους ή ήχους με όλη τη γνωστή ποικιλία των μουσικών διαστημάτων να είναι μονοφωνική, να ψάλλουν δηλαδή όλες οι φωνές μαζί όσες και αν είναι ομοφωνικά, να είναι χορωδιακή, να απαιτεί δηλαδή των ψαλμωδία των ύμνων από όλους τους συμμετέχοντες στη θεία λατρεία και, τέλος, αποκλειστικά εκκλησιαστική μουσική με έντονα λειτουργικό χαρακτήρα. Με αυτά τα χαρακτηριστικά της ταιριάζει απόλυτα με τη βυζαντινή αγιογραφία, στην οποία, ως γνωστόν, δεν υπάρχει καθόλου προοπτική και όπου υπάρχει είναι εντελώς στοιχειώδης και συμβολική. Τα ιερά πρόσωπα ζωγραφίζονται, κατά κανόνα, λιτά και απέριττα πάνω σε ένα χρυσό φόντο. Αυτό αποτελεί μια εσκεμμένη επιλογή, γιατί μόνο με την αφαίρεση μπορεί να εκφραστεί η πνευματική πραγματικότητα, η οποία για την εκκλησία αποτελεί την ύψιστη αλήθεια. Με άλλα λόγια, στόχος του βυζαντινού ζωγράφου, δεν είναι να παραστήσει την εξωτερική μορφή του ιερού προσώπου, αλλά να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο με όλες τις αρετές του. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τη μουσική. Ο εκκλησιαστικός μελοποιός, που πολλές φορές είναι ο ίδιος και ο ποιητής του ύμνου, γράφει τη μελωδία όσο γίνεται πιο απλά και απέριττα, με μοναδικό στόχο να εκφράσει το περιεχόμενο του ύμνου και όχι να εντυπωσιάσει. Το ρόλο του χρυσού «φόντου» της αγιογραφίας παίζει εδώ το επίσης λιτό ισοκράτημα, το οποίο προσφέρει μια εντελώς στοιχειώδη πολυφωνία, η οποία βασίζεται σε συνειδητή επίσης επιλογή, που υποδηλώνει εγκράτεια και εκφράζει την ενότητα και την ομοθυμία των πιστών.
Αυτό με κανένα τρόπο δεν πρέπει να εκληφθεί ως μελωδική φτώχεια, γιατί ότι υπολείπεται σε όγκο έναντι της δυτικής μουσικής, το αναπληρώνει με τη λεπτότητα ανάπτυξης των μουσικών φράσεων και την ποικιλία των ρυθμών, των κλιμάκων, των διαστημάτων και των ειδών της ψαλμωδίας.
Αυτό που αξίζει να τονιστεί με έμφαση είναι ότι η βυζαντινή μουσική είναι κατ’ εξοχήν μουσική του λόγου, ο οποίος στην ορθόδοξη λατρεία κατέχει την πρώτη θέση. Η μουσική, με τις απλές μελωδίες της και χωρίς το φόρτο της πολυφωνίας και των μουσικών οργάνων, ντύνει διακριτικά τον ύμνο και βοηθά στην πληρέστερη κατανόηση του εννοιολογικού περιεχομένου του. Γενικά θα λέγαμε ότι η βυζαντινή μουσική, όπως και η ζωγραφική δεν παριστάνει, αλλά εκφράζει την έννοια του λόγου και διευκολύνει την κατανόηση των θείων μηνυμάτων. Αυτό γίνεται εμφανέστερο και από τον ιδιότυπο τρόπο σύνθεσης των μελωδιών, ο οποίος δεν βασίζεται στην ελεύθερη έμπνευση του μελοποιού, αλλά στους κανόνες που θέτει το ίδιο το ποιητικό κείμενο και ο ήχος στον οποίο ανήκει.
Παρακολουθώντας την εξέλιξη των βυζαντινών μελωδιών από τον 10ο αιώνα μέχρι σήμερα, διαπιστώνουμε ότι η σύνθεσή τους δεν γίνεται νότα προς νότα, αλλά φόρμουλα προς φόρμουλα. Τι είναι όμως η φόρμουλα; Φόρμουλα είναι ένα μικρό κομμάτι μιας μελωδίας, μια μικρή μελωδική φράση, η οποία αυτούσια ή ελαφρά παραλλαγμένη, επαναλαμβάνεται στις μελωδίες του ίδιου ήχου ή και άλλων ήχων του ιδίου γένους. Η αυτούσια ή η ελαφρά παραλλαγμένη μορφή της φόρμουλας εξαρτάται από το ποιητικό κείμενο στο οποίο προσαρμόζεται.
Κάθε φόρμουλα, επομένως έχει συγκεκριμένη θέση μέσα στη σύνθεση που προσδιορίζεται από τη μορφή του ποιητικού κειμένου. Αυτό σημαίνει, σε τελική ανάλυση, ότι η μελωδία αναβλύζει μέσα από το ποιητικό κείμενο ότι δηλαδή είναι η μελωδία του ίδιου του ποιητικού λόγου. Πάλι και εδώ πρέπει να δούμε την αντιστοιχία που υπάρχει ανάμεσα στη μουσική και στη ζωγραφική και ιδίως στη ζωγραφική των ψηφιδωτών, όπου οι ψηφίδες συνταιριαζόμενες μεταξύ τους κατά τρόπο ελάχιστα ορατό, σχηματίζουν τελικά την εικόνα.
Η σημασία της τεχνικής του βυζαντινού μέλους Η Τεχνική αυτή σύνθεσης των βυζαντινών μελωδιών είναι κάτι που αξίζει να προσεχθεί ιδιαίτερα και για πολλούς άλλους, αλλά κυρίως για τρεις αξιοσημείωτους λόγους:
α) Γιατί οι ρίζες της μας οδηγούν στην κλασσική αρχαιότητα, όπου συναντούμε την ίδια ενότητα λόγου και μουσικής. Η μουσική και τότε προέκυπτε μέσα από τον ποιητικό λόγο γι’ αυτό και οι ίδιοι οι τραγωδοί (Σοφοκλής, Αισχύλος, Ευριπίδης) έγραφαν τον ποιητικό λόγο και ταυτόχρονα συνέθεταν, όπου χρειαζόταν, τη μελωδία του. Αποτελεί άραγε αυτό μια απλή σύμπτωση ή δείχνει τη συνέχεια μιας παλαιότερης παράδοσης, που επιβιώνει στη μουσική παράδοση της χριστιανοσύνης;
β) Γιατί οι φόρμουλες αυτές προσφέρουν τον μίτο για τη λύση του προβλήματος ανάγνωσης της παλιάς στενογραφίας. Αν δηλαδή καταφέρουμε να επισημάνουμε τις φόρμουλες των μελωδιών κάθε ήχου και στη συνέχεια βρούμε τις αντίστοιχες αναλύσεις μέσα από τις μεταφράσεις των εξηγητών, τότε είναι βέβαιο ότι θα φθάσουμε συντομότερα και ασφαλέστερα στη λύση του μεγάλου προβλήματος και
γ) Γιατί η τεχνική αυτή προσφέρει την ασφαλιστική δικλείδα αυτοπροστασίας της μουσικής από εξωτερικές επιδράσεις. Με απλούστερα λόγια η βυζαντινή σημειογραφία με το στενογραφικό χαρακτήρα της, όπως ήδη αναφέρθηκε, παρείχε την ευχέρεια να καταγράφονται εκείνες και μόνον οι φόρμουλες, οι οποίες μετά από πολλές δοκιμασίες στο πέρασμα των αιώνων, είχαν καθιερωθεί στη συνείδηση της εκκλησίας ως οι πρέπουσες και αρμόζουσες για τη θεία λατρεία. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η παράδοση των βυζαντινών μελωδιών παρουσιάζει μια τόσο καταπληκτική σταθερότητα από τον 10ο αιώνα μέχρι σήμερα. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι οι φόρμουλες, ενώ καταγράφονταν, στην πραγματικότητα μεταδίδονταν με την προφορική παράδοση. Ό,τι καταγραφόταν με τη στενογραφία, ήταν ο μελωδικός πυρήνας. Το πραγματικό μελωδικό περιεχόμενο κάθε φόρμουλας περνούσε από ψάλτη και από γενιά σε γενιά με την προφορική παράδοση.
Από όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως γίνεται φανερό ότι η βυζαντινή μουσική είναι μεν «λόγια», αλλά παράλληλα και «παραδοσιακή» μουσική. Είναι λόγια, γιατί είναι γραπτή, βασίζεται σε ένα εξελιγμένο θεωρητικό σύστημα, καλλιεργείται από καλλιτέχνες, οι οποίοι εκπαιδεύονται σε ειδικά σχολεία και οι μελωδίες της έχουν προσωπικό χαρακτήρα.
Παράλληλα όμως είναι τροπική, μονοφωνική, επιτρέπει ως ένα βαθμό τον αυτοσχεδιασμό και στηρίζεται κατά ένα μεγάλο μέρος στην προφορική παράδοση. Εντάσσεται επομένως και στο χώρο της παραδοσιακής μουσικής. Αυτός ο συνδυασμός λόγιας και παραδοσιακής μουσικής είναι, νομίζω, ένας ενδιαφέρον συνδυασμός που αξίζει να τύχει της ιδιαίτερης προσοχής όχι μόνο των μουσικολόγων, αλλά και των μουσικών γενικώς, γιατί οριοθετεί έναν ιδιαίτερο τρόπο μουσικής έκφρασης που συνδυάζει αρμονικά την αυστηρή πειθαρχία με τη λελογισμένη ελευθερία».
Εν κατακλείδι, η βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική, με την υπερχιλιόχρονη αδιάκοπη, γραπτή της παράδοση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, δίκαια θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πολύτιμη πνευματική κληρονομιά μας που έχουμε χρέος να τη διαφυλάττουμε και να τη μελετούμε, προκειμένου να κατανοήσουμε, ως λαός, την ιδιοσυστασία μας.

Κοινωνία και Ηλεκτρονικοί υπολογιστές -Κοινωνικοπολιτισμική αλληλεπίδραση:Θεωρία της δραστηριότητας-εγκαθιδρυμένη και κατανεμημένη νόηση. Κοινωνικός εποικοδομισμός και συνεργατική μάθηση, της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού, Δ/ντριας 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

Κοινωνία και Ηλεκτρονικοί υπολογιστές -Κοινωνικοπολιτισμική αλληλεπίδραση:Θεωρία της δραστηριότητας-εγκαθιδρυμένη και κατανεμημένη νόηση. Κοινωνικός εποικοδομισμός και συνεργατική μάθηση, της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού, Δ/ντριας 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.
Τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και πιο ισχυρή η πεποίθηση ότι η γνώση γενικότερα, και η επιστημονική γνώση ειδικότερα, οικοδομείται σε κοινωνικό επίπεδο και επηρεάζεται από κοινωνικούς παράγοντες. Τόσο στο πλαίσιο των κοινωνικοπολιτισμικών (socio-cultural) (Vygotsky, 1978) όσο και στο πλαίσιο των κοινωνικογνωστικών (socio-constructivist) θεωριών μάθησης (Doise & Mugny, 1981), η οικοδόμηση των γνώσεων λαμβάνει χώρα σε συνεργατικά περιβάλλοντα και οικοδομείται αφενός διαμέσου συζητήσεων ανάμεσα σε άτομα ή ομάδες που εμπερικλείουν τη δημιουργία και κατανόηση της επικοινωνίας και αφετέρου την από κοινού υλοποίηση δραστηριοτήτων (activities).
Γίνεται συνεπώς όλο και περισσότερο αποδεκτό ότι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την κοινωνική φύση της μάθησης όταν μελετούμε δραστηριότητες υποκειμένων που συνεργάζονται για την υλοποίηση ενός έργου ή την επίλυση ενός προβλήματος. Η ατομική μάθηση και οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις συνεπώς δεν είναι παρά διαφορετικές πτυχές του ίδιου φαινομένου (Kaptelinin & Cole, 1997, Παπαμιχαήλ, 1988).
Ο κοινωνικός εποικοδομισμός, ως θεωρία και ως πράξη, συνεπώς, διαφοροποιείται από τον κλασσικό εποικοδομισμό κυρίως στο επίπεδο της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Είναι μια προσέγγιση για τη μάθηση κατά την οποία οι μαθητές μαθαίνουν έννοιες ή οικοδομούν νοήματα γύρω από ιδέες μέσω των αλληλεπιδράσεών τους και των ερμηνειών του κόσμου τους στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και ουσιαστικές αλληλεπιδράσεις με τους άλλους (Lave & Wenger, 1991).
Τέσσερα είναι τα εξέχοντα χαρακτηριστικά αυτής της προσέγγισης:
Η ενεργός γνωστική οικοδόμηση που συντελεί στην εκ βάθους κατανόηση του αντικειμένου μάθησης.
Η εγκαθιδρυμένη μάθηση (situated cognition) που λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένο πλαίσιο (όπως για παράδειγμα ο χώρος μιας επιστημονικής ή μιας εργασιακής κοινότητας) με αυτόνομη δραστηριότητα και κοινωνική και νοητική υποστήριξη ανάμεσα στα μέλη της.
Η κοινότητα, μέσα στην οποία λαμβάνει χώρα η μάθηση, συντελεί στην διάχυση της κουλτούρας και των πρακτικών της.
Η συνομιλία (discourse) που καθιστά εφικτή τη συμμετοχή και τη διαπραγμάτευση των υπό μάθηση και επεξεργασία εννοιών στο πλαίσιο της κοινότητας.
Το μοντέλο της εγκαθιδρυμένης νόησηςEdit
Ενώ οι θεωρίες της ατομικής συγκρότησης της νόησης εστιάζουν κατά κανόνα στο εσωτερικό του γνωστικού υποκειμένου (στην επεξεργασία συμβολικών αναπαραστάσεων, στο χειρισμό νοητικών μοντέλων, στις διασυνδέσεις μεταξύ νευρώνων, κλπ.) οι κοινωνικο-πολιτισμικές θεωρίες, στον έναν ή στον άλλο βαθμό, εστιάζουν στις δομές του κόσμου και στο πως αυτές περιορίζουν και καθοδηγούν την ανθρώπινη συμπεριφορά (Norman, 1993).
Το θεωρητικό μοντέλο της εγκαθιδρυμένης νόησης ή γνώσης (situated cognition) υποστηρίζει ότι η μάθηση δεν αποτελεί μια ατομική λειτουργία της ανθρώπινης νόησης αλλά μια κοινωνικοπολιτισμική λειτουργία που λαμβάνει χώρα μέσω της επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης (πολύ κοντά στην ιδέα της μαιευτικής μεθόδου του Σωκράτη) με τους άλλους ανθρώπους. Το μοντέλο αυτό παρέχει ένα σύγχρονο πλαίσιο εξήγησης των δυσκολιών μάθησης στο σχολικό περιβάλλον. Η γνώση δεν είναι θεωρητικά ανεξάρτητη από τις καταστάσεις μέσα στις οποίες λαμβάνει χώρα και χρησιμοποιείται. Αντίθετα, εξαρτάται και προσδιορίζεται από το πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματώνεται, για αυτό και η διαδικασία της «γνωστικής μαθητείας» (cognitive apprenticeship), της μάθησης δηλαδή μέσα στο αυθεντικό πλαίσιο των καθημερινών πρακτικών μιας κουλτούρας, φαίνεται να λειτουργεί πολύ πιο αποτελεσματικά από τις συνήθεις σχολικές δραστηριότητες (Brown, Collins & Duguid, 1989).
Ένα μαθησιακό περιβάλλον, υπό το πρίσμα της εγκαθιδρυμένης νόησης, πρέπει να διέπεται από μια σειρά αρχές: η σκέψη και η μάθηση αποκτούν νόημα μόνο μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες, όπως αυτές εμφανίζονται και προσδιορίζονται στο πλαίσιο της διαφόρων κοινοτήτων πρακτικής (communities of practice), που ορίζονται ως οι κοινωνικές δομές οι οποίες αναδύονται στο πλαίσιο διαμοιρασμένων εργασιών πάνω σε μια μεγάλη χρονική περίοδο (Brown, Collins & Duguid, 1989).
Θα μπορούσε, για παράδειγμα, κάποιος να γίνει ξυλουργός εάν δεν θητεύσει για μια μεγάλη χρονικά περίοδο πλάι σε έναν τουλάχιστον ξυλουργό και μέσα σε ένα πραγματικό ξυλουργείο; Για τον ίδιο λόγο, η οικοδόμηση επιστημονικών γνώσεων είναι πιο άμεση και πιο αποτελεσματική όταν συμβαίνει μέσα στο αυθεντικό τους πλαίσιο, δηλαδή κατά την εξάσκηση της ερευνητικής δραστηριότητας στα επιστημονικά εργαστήρια.
Η μάθηση, συνεπώς, γίνεται αντιληπτή ως ενεργός συμμετοχή στις δραστηριότητες αυτών των κοινοτήτων, ενώ η γνώση ενυπάρχει στις δράσεις των ατόμων και των ομάδων που συναποτελούν την κοινότητα (Jonassen & Land, 2000). Στο πλαίσιο αυτό, οι γνωστικές διεργασίες εξαρτώνται από τη χρήση μιας ποικιλίας τεχνουργημάτων (artifacts) και εργαλείων (tools), συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας, του πολιτισμού και βέβαια των Νέων Τεχνολογιών.

Κατηγοριοποίηση των εργαλείων της μάθησης/γνώσης
Με βάση τη θεωρία μάθησης και τις υποκείμενες διδακτικές προσεγγίσεις.
Ο σχεδιασμός εκπαιδευτικών εφαρμογών με χρήση ΤΠΕ βασίζεται, ρητά ή άρρητα, σε παιδαγωγικές θεωρίες και θεωρίες μάθησης, οι οποίες προσφέρουν το κατάλληλο θεωρητικό πλαίσιο στη διατύπωση των βασικών προδιαγραφών που διέπουν την υπολογιστική υποστήριξη της διδασκαλίας και της μάθησης και κατευθύνουν συνακόλουθα την ανάλυση απαιτήσεων, το σχεδιασμό και, ενδεχομένως, την αξιολόγηση κάθε εφαρμογής. Παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε ότι πολλές ευρέως διαδεδομένες εκπαιδευτικές εφαρμογές με τη χρήση των ΤΠΕ (όπως για παράδειγμα η πλειονότητα των εφαρμογών πολυμέσων, των εφαρμογών του Διαδικτύου και των εφαρμογών εικονικής πραγματικότητας) έχουν κυρίως σχεδιαστεί και καθοδηγηθεί από την πρόοδο της τεχνολογίας και όχι από την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στην ψυχολογία της μάθησης.
Παρακάτω κατηγοριοποιούνται τα εκπαιδευτικά λογισμικά (και γενικότερα οι εκπαιδευτικές εφαρμογές των ΤΠΕ) με βάση τη διδακτική προσέγγιση (δασκαλοκεντρική ή γνωσιοκεντρική, μαθητοκεντρική και αλληλεπιδραστική-συνεργατική) που είναι δυνατόν να ευνοήσουν και με βάση την ψυχολογική θεωρία πάνω στις αρχές της οποίας στηρίζονται.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν δημιουργήθηκαν νέα συστήματα αλλά αναδύθηκαν νέες χρήσεις και πρακτικές πάνω σε υπάρχουσες τεχνολογίες και περιβάλλοντα.
Κατηγοριοποίηση Εκπαιδευτικού Λογισμικού
Συστήματα Έκφρασης, Αναζήτησης και Επικοινωνίας της Πληροφορίας
Κοινωνικοπολιτισμικές Θεωρίες: Εφαρμογές Διαδικτύου (chat, forums, video conference). Εργαλεία Διαδικτύου για Συνεργασία και Επικοινωνία (συστήματα συνεργατικής μάθησης). Ηλεκτρονικά παιγνίδια Διαδικτύου (ΜΟΟ, ΜUDs). Εκπαιδευτικές δικτυακές πύλες (portals).
Θεωρίες του εποικοδομισμού και του κοινωνικού εποικοδομισμού: Ψηφιακές Εγκυκλοπαίδειες & Λεξικά, Ψηφιακές βιβλιοθήκες, Μηχανές αναζήτησης στο Διαδίκτυο (search engines). Λογισμικό Γενικής Χρήσης (εφαρμογές γραφείου, κλπ).
Συστήματα ανάπτυξης εφαρμογών πολυμέσων & ιστοσελίδων.
Για παράδειγμα, οι εφαρμογές τηλεδιάσκεψης (video conferences), που σε πρώτη φάση αφορούσαν στην επικοινωνία για επαγγελματικούς ή κοινωνικούς σκοπούς, βρίσκουν όλο και περισσότερο τη θέση τους ως σημαντική συνιστώσα της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης (distance learning) αφού επιτρέπουν πλέον την παρακολούθηση μαθημάτων μέσω Διαδικτύου.
Στο ίδιο πλαίσιο, τα forum συζητήσεων (εφαρμογές στο Διαδίκτυο όπου δεκάδες ή και εκατοντάδες άτομα ανταλλάσσουν με ασύγχρονο τρόπο μηνύματα πάνω σε συγκεκριμένα θέματα κοινού ενδιαφέροντος), εντάσσονται πλέον ως εγγενές συστατικό των συστημάτων που υποστηρίζουν τη χρήση μαθημάτων μέσω Διαδικτύου και την εξ αποστάσεως εκπαίδευση γενικότερα.
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν επίσης τα συστήματα ανάπτυξης εφαρμογών πολυμέσων, υπερμέσων & ιστοσελίδων (ή και δικτυακών τόπων), όταν αυτή η διαδικασία γίνεται από τους ίδιους τους μαθητές. Η κατασκευή μιας εφαρμογής πολυμέσων ή ενός δικτυακού τόπου συνιστά μια ποιοτικά διαφορετική μαθησιακή διαδικασία σε σχέση με τη χρήση τέτοιου τύπου συστημάτων.

Τύποι αλληλεπιδραστικότητας
Μηδέν βαθμός αλληλεπιδραστικότητας: τα βιβλία, οι δίσκοι και οι κασέτες όταν διαβάζονται ή ακούγονται με γραμμικό τρόπο και η τηλεόραση όταν χρησιμοποιείται με το συμβατικό τρόπο (συναντάται σε όλα τα media και συνδέεται με την έννοια της «διαθεσιμότητας»).
Γραμμικός: αφορά στη χρήση των παραπάνω μέσων με τη μέθοδο του «ξεφυλλίσματος».
Αλληλεπιδραστικότητα με μορφή «δένδρου»: οι ηλεκτρονικές εφημερίδες, τα ηλεκτρονικά περιοδικά όπου η επιλογή γίνεται με τη βοήθεια ενός μενού.
«Γλωσσική» αλληλεπιδραστικότητα που χρησιμοποιεί λέξεις-κλειδιά ή ακόμα και περιορισμένη χρήση φυσικής γλώσσας (όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τον υπολογιστή).
Αλληλεπιδραστικότητα της δημιουργίας: επιτρέπει στο χρήστη να συνθέσει ένα μήνυμα σε μορφή κειμένου, γραφήματος ή ήχου.
Αλληλεπιδραστικότητα των συνεχών εντολών: επιτρέπουν την τροποποίηση και τη μετακίνηση αντικειμένων απευθείας από το χρήστη. Συστήματα πλοήγησης: εφαρμογές υπερμέσων
Internet: το μεγαλύτερο υπερμέσο
Τα δίκτυα υπολογιστών, και ιδιαίτερα το Διαδίκτυο (Internet), αποτελούν σήμερα ένα από τα πιο σημαντικά τεχνολογικά επιτεύγματα, με σημαντικές επιδράσεις στην ανθρώπινη εργασία, την επικοινωνία, την ψυχαγωγία και τη μάθηση. Με τον όρο Διαδίκτυο εννοούμε το σύνολο όλων εκείνων των τεχνικών, πληροφορικών αλλά και ανθρώπινων πόρων που έχουν ως στόχο να καταστήσουν εφικτή την προσπέλαση σε κάθε μορφής πληροφορία (κείμενα, δεδομένα, ήχους, εικόνες, βίντεο, εφαρμογές , κ.λ.π.).
Στο πλαίσιο αυτό, η υπηρεσία αναζήτησης πληροφοριών WWW (World Wide Web) που παρέχει το Διαδίκτυο, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα τεράστιο υπερκείμενο. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια έχει μετατραπεί πρακτικά σε υπερμέσο, αφού έχουμε τη δυνατότητα να ακούμε ήχους και να βλέπουμε εικόνες, κινούμενες εικόνες (animations) και βίντεο. Το WWW βασίζεται στην αρχιτεκτονική πελάτη /εξυπηρετητή (client /server). Η αρχιτεκτονική αυτή επιτρέπει σε κάποιον υπολογιστή (πελάτης) να συνδεθεί με κάποιον απομακρυσμένο υπολογιστή (εξυπηρετητής) που διαθέτει πληροφορίες και να τις «κατεβάσει» στο σκληρό του δίσκο.
Κάθε υπολογιστής που είναι συνδεδεμένος στο Internet και διαθέτει ένα ειδικό πρόγραμμα πλοήγησης (web browser) όπως το Netscape, η Opera, το Mozila ή ο Internet Explorer μπορεί, επιλέγοντας τους συνδέσμους ενός κόμβου (των πληροφοριών δηλαδή που βρίσκονται σε ένα εξυπηρετητή), να μεταβεί σε άλλα σημεία του ίδιου κόμβου ή σε διάφορους άλλους κόμβους (εξυπηρετητές ) ανά τον κόσμο.

Ένταξη των ΤΠΕ στην εκπαίδευση
Στην πληθώρα των καινούργιων φαινομένων καθώς και των νέων εννοιών που έχουν αναδυθεί στις σύγχρονες κοινωνίες, στις οποίες γίνεται πλέον εκτεταμένη χρήση των Τεχνολογιών Πληροφορίας και των Επικοινωνιών στις διάφορες πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας, τέσσερις από τις βασικές εφαρμογές που ξεχωρίζουν είναι
τα πολυμέσα (multimedia),
τα υπερμέσα (hypermedia),
η εικονική πραγματικότητα (virtual reality)
το Διαδίκτυο (Internet).
Η εφαρμογή τους σε πολλούς και διαφορετικούς χώρους, με προεξάρχουσα την εκπαίδευση, έχει συντελέσει τόσο στην εξάπλωση των ίδιων των υπολογιστών όσο και στην αλλαγή του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πληροφορία και τη γνώση.

Βιβλιογραφία:
1) Κόμης, Β. (1996). «Πληροφορικά περιβάλλοντα διδασκαλίας και μάθησης. Ανασκόπηση, εξέλιξη, τυπολογία και προοπτικές», Παιδαγωγικός Λόγος, Νο 2, 1996, σελ. 50-80.
2) Κόμης, Β. (1997). Σημειώσεις για το μάθημα «Διδακτική της Πληροφορικής», Τμήμα Επιστήμης Υπολογιστών, Πανεπιστήμιο Κρήτης.
3) Κόμης, Β., Φείδας, Χ. & Κότσαρη, Μ. (2001). «Μελέτη των αλληλεπιδράσεων κατά τη συλλογική δημιουργία εννοιολογικού χάρτη με τη χρήση του λογισμικού ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ», Μακράκης Β. (επιμέλεια) Πανελλήνιο Συνέδριο με Διεθνή Συμμετοχή «Νέες Τεχνολογίες στην Εκπαίδευση και στην Εκπαίδευση από Απόσταση», σελ. 737-752.
4) Κόμης, Β. & Μικρόπουλος, Α. (2001). Πληροφορική στην Εκπαίδευση. Πάτρα: ΕΑΠ.
5) Κόμης, Β. (2001). Διδακτική της Πληροφορικής. Πάτρα: ΕΑΠ.
6) Ράπτης, Α.& Ράπτη, Α., (2002). Μάθηση και Διδασκαλία στην Κοινωνία της Πληροφορίας, Ολική Προσέγγιση. Αθήνα: Έκδοση συγγραφέων.
7) Ράπτης, Α.& Ράπτη, Α., (1999). Πληροφορική και Εκπαίδευση. Συνολική προσέγγιση. Τόμος Α΄. Αθήνα: Έκδοση συγγραφέων.
8) Ράπτης, Ν. (1993). Εκπαιδευτικές χρήσεις της πληροφορικής. Δακτυλογραφημένο.
9) Ρετάλης, Σ. (επιμέλεια) (2004). Οι Προηγμένες Τεχνολογίες Διαδικτύου στην Υπηρεσία της Μάθησης. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.

Εικαστική θεραπεία (Art-Therapy)-Αρθρογράφος: Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

Εικαστική θεραπεία (Art-Therapy)-Αρθρογράφος: Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.


Η εικαστική θεραπεία (Art-Therapy) ανήκει στα ψυχοκοινωνικά επαγγέλματα. Προσφέρει υπηρεσίες στον άνθρωπο, δίνοντάς του την ευκαιρία να εξερευνήσει προσωπικά προβλήματα διαμέσου λεκτικής και εξωλεκτικής έκφρασης. Συγκεκριμένα, βασίζεται στη δύναμη της Εικαστικής Έκφρασης (ζωγραφικής, πηλού, κολλάζ, φωτογραφίας, άμμου) ως μέσου επικοινωνίας του ατόμου με τον εαυτό του και το περιβάλλον, ούτως ώστε να αναπτύξει σωματικές και συναισθηματικές ικανότητες.
Παρόλο που ο εικαστικός δρόμος έκφρασης ήταν ανέκαθεν γνωστός στην ιστορία της ανθρωπότητας, η Εικαστική Θεραπεία, ως επάγγελμα, αρχίζει να εμφανίζεται γύρω στα 1950.
Η θεραπευτική προσέγγιση μέσα από την τέχνη αναγνωρίζει τις καλλιτεχνικές διεργασίες, τις δομές, το περιεχόμενο και τους συνειρμούς, πάνω σ’ αυτά, ως καθρέπτες των ικανοτήτων, της προσωπικότητας, των ενδιαφερόντων και των ενασχολήσεων του ανθρώπου. Παράλληλα, η θεραπεία μέσω της τέχνης προσφέρεται και ως διαγνωστικό εργαλείο ψυχολογικής αξιολόγησης για άτομα, ζευγάρια, οικογένειες και ομάδες.
Ποιοι είναι και τι κάνουν οι εικαστικοί θεραπευτές.
Οι Εικαστικοί Θεραπευτές ενσωματώνουν την προσωπική τους εκπαίδευση στην τέχνη και τη θεραπεία με τις γνώσεις τους πάνω στους κανόνες που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, μαζί με γνώσεις στο συμβολισμό της έκφρασης. Μπορούν να εργαστούν ως βασικοί ή βοηθητικοί φορείς με άτομα όλων των ηλικιών, σε κλινικές, κοινοτικά έργα αποκατάστασης και στην εκπαίδευση. Μέσω της παρατήρησης της «καλλιτεχνικής» συμπεριφοράς (το πώς δηλαδή χειρίζεται κάποιος τα υλικά), της έκφρασης και των προϊόντων τέχνης (artifacts), ο Εικαστικός Θεραπευτής συνάγει διαγνωστικά συμπεράσματα και εφαρμόζει τη θεραπευτική αγωγή.
Ένας θεραπευτής μέσω τέχνης μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο στέλεχος πληροφόρησης και ανατροφοδότησης σε διεπιστημονικές ομάδες προσωπικού στους πιο κάτω χώρους εργασίας: Κέντρα Ψυχικής Υγείας, Νοσοκομεία, Κέντρα Αποκατάστασης και Εκπαίδευσης, κ.λ.π. Μπορεί επίσης να προσφέρει υπηρεσίες ως επόπτης, σύμβουλος και ερευνητής.
Από το ηλεκτρονικό βιβλίο:
«Οι Τέχνες ως παράγοντας διατήρησης και ανάκτησης της ψυχικής υγείας του ανθρώπου – Art Therapy, χοροθεραπεία, μουσικοθεραπεία,δραματοθεραπεία».https://www.psychology.gr/psychotherap…/239-art-therapy.html
(έρευνα που εκπονήθηκε στο πλαίσιο προγράμματος Αγωγής Υγείας απ’ τη φιλόλογο-ιστορικό Αμαλία Κ. Ηλιάδη)

Καθημερινότητα και Περιβάλλον στην Ιστορία κατά την προβιομηχανική εποχή (επιλογή εκπαιδευτικού υλικού: κειμένων, πηγών, αποσπασμάτων μελετών, βιβλιογραφίας) Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη * , φιλολόγου-ιστορικού

Καθημερινότητα και Περιβάλλον στην Ιστορία κατά την προβιομηχανική εποχή (επιλογή εκπαιδευτικού υλικού: κειμένων, πηγών, αποσπασμάτων μελετών, βιβλιογραφίας)
Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη * , φιλολόγου-ιστορικού
Η καθημερινότητα του αγρότη, του βοσκού, του ανθρώπου της υπαίθρου, η διαμόρφωση του Ανθρωπογενούς Περιβάλλοντος από τους διάφορους παράγοντες γέννεσης και εξέλιξης της κοινωνικής οργάνωσης, τα δυνητικά προβλήματα ρύπανσης μιας πόλης της προβιομηχανικής εποχής και οι συνέπειές τους σε οικονομία και κοινωνία, καθώς και άλλες παράμετροι που θα αναφερθούν και θα αναλυθούν στη συνέχεια αυτής της εισήγησης, αποτελούν τους βασικούς άξονες γύρω από τους οποίους θα κινηθεί η σκέψη μου.
Το Περιβάλλον και η Αρχαιότητα
Η οικολογία θεωρείται σχετικά πρόσφατος επιστημονικός κλάδος, διαμορφωμένος εννοιολογικά μετά τον 19ο αιώνα, με αντικείμενο τη διερεύνηση των σχέσεων αλληλεξάρτησης των ζώντων όντων προς το φυσικό τους περιβάλλον, τόσο από βιολογική άποψη αρχικά, όσο και από κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική σκοπιά αργότερα.
Ανθρωποοικολογία, που ερευνά τις σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και το περιβάλλον. Βιοοικολογία, που ερευνά τις σχέσεις ανάμεσα στα όντα, πλην του ανθρώπου, και το περιβάλλον.
Αυτοοικολογία, που μελετά ατομικούς οργανισμούς ή ομογενείς ομάδες.
Συνοικολογία, που μελετά ομάδες ετερογενών οργανισμών, και τέλος Οικονομική του περιβάλλοντος, που θεωρεί την οικολογία αντικείμενο της οικονομικής ανάλυσης και ερευνά την επίδραση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων παραγωγής, κατανάλωσης κλπ. στο περιβάλλον.
Σκοπός του κειμένου αυτού είναι να αποδείξει, μέσα στα επιτρεπόμενα όρια ενός άρθρου, ότι η οικολογία έχει βαθιές καταβολές, σχεδόν προδρομικές, στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων, τόσο στη θεωρητική σκέψη τους, φιλοσοφική και οικονομική, όσο και στην καθημερινή πρακτική, στους θεσμούς, στην αγορά, στην πολιτική, την πολεοδομία και την κοινωνική συμπεριφορά, έως και τους κλασικούς χρόνους, κατάσταση που αλλάζει στην ελληνιστική περίοδο.
Ο άνθρωπος και το περιβάλλον. Η εξέλιξη της τεχνολογίας.
Στην αυγή της ιστορίας του ο άνθρωπος θεωρούσε τον εαυτό του ως τμήμα του γύρω κόσμου, υποκείμενο άμεσα στις επιδράσεις φυσικών δυνάμεων, ανέμων, καταιγίδων και άλλων, τις οποίες μάλιστα θεοποίησε, στην προσπάθειά του να τις εξευμενίσει ή να τις καθυποτάξει.
Οι διάφορες μυθολογίες μαρτυρούν την κατάσταση, που συμβολίζεται με τους πολέμους τεράτων, τιτάνων κλπ.
Η έντονη διαφοροποίηση των πολιτισμών, μετά την εποχή των μετάλλων, οδήγησε στις ξεχωριστές ιστορίες των λαών ή των εθνών.
Η οικολογία στη θεωρητική σκέψη των αρχαίων Ελλήνων
α. Η επίδραση της θρησκείας: ελληνική μυθολογία.
Η εικόνα που προβάλλει στα μάτια μας από την ανάγνωση της ελληνικής μυθολογίας είναι μια φύση «πλήρης θεών», ένα παιχνίδι όπου οι θεοί, οι ημίθεοι και οι άνθρωποι είναι όλοι μέλη ενός συνόλου, το οποίο περιλαμβάνει ακόμη τη γη, τα δάση, τα ποτάμια, τα ζώα. Οι θεοί, ως μέρος της φύσης, δίνουν ιερό περιεχόμενο στην προστασία του περιβάλλοντος. Υπάρχουν θεσπισμένες απαγορεύσεις θήρας, αλιείας, κοπής δέντρων στους ιερούς χώρους. Υπάρχουν γιορτές της φύσης και των εποχών, που τονίζουν την παράδοση της προστασίας της φύσης από τους θεούς.
β. Η «φύσις» στη φιλοσοφία των Ελλήνων
Είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες φιλόσοφοι έχουν συγγράψει, ως βασικό έργο τους, βιβλίο «περί φύσεως», όπου είναι κοινή η αναγνώριση βασικών αρχών, όπως η «ενότητα» της φύσης, βασική αρχή της οικολογίας, η επίδρασή της στην ανθρώπινη συμπεριφορά, η παραδοχή της ως υποδείγματος μέτρου για την ανθρώπινη κοινωνία.
Η αγάπη προς το «μέτρον» και τη λιτότητα, η αποστροφή προς την υπερβολή και τη σπατάλη, η διάκριση των αναγκών σε αληθινές και επίπλαστες, η αποδοχή της εργασίας όχι μόνον ως πηγής μέσων επιβίωσης, αλλά και ως πηγής δημιουργίας και κοινωνικής καταξίωσης, η περιφρόνηση προς τις πολυτελείς επιδείξεις, η θεσμοθέτηση της «ύβρεως», η επιθυμία του «κατ’ αρετήν ζην», είναι οι εκφράσεις της βαθιάς εσωτερικής πεποίθησης ότι η φύση, με το μέτρο και την πειθαρχία της, δίνει στον άνθρωπο τον κατάλληλο κανόνα συμπεριφοράς.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η σημερινή κρίση περιβάλλοντος αποδίδεται από πολλούς στην έλλειψη ηθικοπολιτικού επιπέδου ζωής, το οποίο θα μπορούσε να διοχετεύσει σε στόχους μακριά από την υπερκατανάλωση και την πολυτέλεια.
γ. Η οικονομική σκέψη των αρχαίων Ελλήνων
Ο Ξενοφών, ειδικότερα, ασχολείται κυρίως με την ορθολογιστική διαχείριση των φυσικών πόρων μιας περιοχής και με τη μελέτη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, ώστε οι ανθρώπινες ενέργειες να προσαρμόζονται πρακτικά προς το καλύτερο αποτέλεσμα της σχέσης πόρων-εδάφους-ανθρώπινης εργασίας. Με άλλα λόγια, ο Ξενοφών εισάγει την έννοια της παραγωγικότητας και της οικονομικής διαχείρισης του περιβάλλοντος. Ακόμη, ασχολείται με την παραγωγή αγαθών και το εμπόριο, τα οποία ερευνά τόσο σε επίπεδο ιδιωτικό-οικονομικό όσο και σε επίπεδο κοινωνικό-οικονομικό και δημοσιο-οικονομικό.
Ο Αριστοτέλης θεωρεί αντικείμενο της οικονομίας της παραγωγή αγαθών για άμεση χρήση και προτείνει τον αποτελεσματικό χειρισμό των πόρων και την ορθή σχέση των ανθρώπινων ενεργειών προς τη φύση, ώστε η παραγωγή να καλύπτει της φυσικές ανάγκες το δε εμπόριο να διαθέτει τα φυσικά πλεονάσματα.
Όπως για τον Αριστοτέλη, έτσι και για τους σύγχρονους οικολόγους η φυσική τάξη πρέπει να παραμείνει κατά το δυνατόν απαραβίαστη και να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητά της από σωστές και έλλογες ανθρώπινες ενέργειες!
γ. Νομοθετική πρόνοια για το περιβάλλον
Σώζονται αρκετές πληροφορίες για τη θέσπιση μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος.
Υπήρχε πρόνοια π.χ. για την απαγόρευση κοπής περισσοτέρων από 2 δέντρων ελιάς το χρόνο από κάθε ιδιοκτήτη.
Ο Σόλων είχε καθιερώσει αμοιβή 5 δρχ. για τη θανάτωση αρσενικού λύκου, αλλά μόνο 1 δρχ. για κάθε νεαρή λύκαινα, πράγμα που δείχνει ότι στόχος ήταν η μείωση αλλά όχι και η εξόντωση του είδους.
Και για την αντιμετώπιση της ρύπανσης των πόλεων υπήρχαν νομοθετικά μέτρα, π.χ. η μεταφορά των σκουπιδιών και της κόπρου έπρεπε να γίνεται σε μεγάλη απόσταση.
Για τον έλεγχο των κρηνών υπήρχε στην αρχαία Αθήνα «αιρετός» και όχι «κληρωτός» αρμόδιος.
Ο Πεισίστρατος γέμισε την Αθήνα με κρήνες και καταιωνιστήρες, απαγόρευσε όμως τις δεξαμενές (πισίνες), για τον κίνδυνο των μολύνσεων και της σπατάλης νερού.
Για την προστασία του περιβάλλοντος της πόλης, τα τυροκομεία και τα βυρσοδεψεία, που προκαλούσαν δυσάρεστες οσμές, ήταν υποχρεωτικό να εγκατασταθούν έξω από την πόλη, όπως και τα νεκροταφεία. Τα εργαστήρια ήταν εγκαταστημένα κατά ομοειδείς ομάδες και δεδομένου του μικρού μεγέθους των, με μέσο όρο απασχολουμένων τα 10 άτομα, δεν φαίνεται να ενοχλούσαν ιδιαίτερα το περιβάλλον.
Προστατευτικά μέτρα λαμβάνονταν και σε άλλα μέρη της Ελλάδας.
δ. Δημόσια υγεία
Η υγεία στην αρχαία Ελλάδα θεωρούνταν ύψιστο αγαθό και κάθε ηλικία του ανθρώπου είχε αφιερωθεί σε κάποιο θεό-προστάτη.
Ο χαρακτηρισμός της Υγείας, από τον Ιπποκράτη, ως αρμονίας ψυχής και σώματος προς το σύμπαν, πλησιάζει πολύ το σύγχρονο ορισμό, όπως έχει γίνει παραδεκτός στη συνδιάσκεψη της Π.Ο.Υ. στην Άλμα-Άτα.
Μέτρα για την υγιεινή του περιβάλλοντος υπήρχαν πολλά, τόσο για την αποξήρανση των ελών όσο και για την ύδρευση και αποχέτευση των οικισμών. Επίσης, παρά την έλλειψη επαρκών ποσοτήτων νερού, υπήρχε ιδιαίτερη πρόνοια για τη σωματική καθαριότητα και η Αθήνα κατά τον Ε΄ αιώνα είχε 40 και πλέον δημόσια λουτρά. Υπήρχαν όμως και ιδιωτικά λουτρά, είτε κρύα είτε θερμά, η δε «πύελος», το ατομικό λουτρό, είναι γνωστό από την εποχή του Ομήρου.
ε. Αισθητική του περιβάλλοντος
Συγκλονιστική εντύπωση μας κάνει σήμερα η εναρμόνιση της κλίμακας των κτηρίων και του φυσικού περιβάλλοντος κατά την αρχαιότητα.
Όχι μόνο τα μεγάλα δημόσια κτήρια μα και τα μικρά έργα και τα ιδιωτικά ακόμη σπίτια και τα εργαστήρια θεωρούνταν αυτονόητο ότι έπρεπε να υποτάσσονται στην κλίμακα του χώρου, να εντάσσονται στην αισθητική διαμόρφωση του περίγυρου, να υπακούουν στις επιταγές του μέτρου και της ισορροπίας. Με άλλα λόγια, να συντελούν στην υλοποίηση ενιαίου αισθητικού αποτελέσματος.
Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι οι βασικές αρχές της οικολογίας έχουν τις ρίζες τους στη σκέψη και στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων.
Η αίσθηση του «μέτρου», τόσο στον ίδιο το σεβασμό προς τη φύση όσο και στις ανθρώπινες επιδιώξεις, είναι ο χρυσός κανόνας και οδηγός.
Η επιδίωξη της αυτάρκειας, ο έλλογος περιορισμός, το ξεκαθάρισμα των αναγκών σε φυσικές και πλαστές, η δημιουργική εργασία, η αισθητική του περιβάλλοντος, η πρόσχαρη συμπεριφορά προς τους συνανθρώπους μπορούν και πρέπει να γίνουν οι στόχοι μας, για να πετύχουμε μια ποιότητα ζωής και βέβαια τις συνθήκες επιβίωσης του πλανήτη Γη στο μέλλον.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Αρχαιολογία: ένα δεκανίκι της Ιστορίας (Χρίστου Ντούμα)

–Χωροταξία και αστικό περιβάλλον. Περιβάλλον και Ιστορία. Το περιβάλλον στην αρχαία Ελλάδα (αντιλήψεις, πρακτική): Ειρήνη Βαλλερά, Μαρία Κορμά, Αρχιτέκτονες.

http://openarchives.gr/view/102518

http://dspace.lib.ntua.gr/…/1…/805/1/sarafim-environment.pdf.

-Το περιβάλλον (παράμετροι) στην αρχαία Ρώμη (The environment in ancient Rome).

http://perivallon.pblogs.gr/Local-management-of-pollution-a…

http://www.kykladesnews.gr/default.asp…

Το Περιβάλλον και η Αρχαιότητα

1. Αθ. Κανελλόπουλος, Οικολογία και Οικονομική του Περιβάλλοντος, Αθήνα 1985. Εκδόσεις Καραμπελόπουλος.

2. A. J. Toynbee, Mankind and Mother Earth: narrative history of the World, Oxford University Press, N.Y. 1976.

3. R. J. Dubos, Man, Medicine and Environment, Praeger, N.Y. 1968.

4. E. S. Hyams, Soil and Civilization. From the Series The Past in the Present, Thames and Hudson, London 1952.

5. A. M. Snodgrass, An archaeology of Greece: The Present State and Future Scope of the Discipline, University of California Press, Berkeley 1987.

6. R. Catalano, Health Behavior and Community: An Ecological perspective. From the Series Pergamon General Psychology, Vol. 76, N.Y. Pergamon Press, 1979.

7. G. Rosen, A History of Public Health. From the Series M.D. Monographs on Medical History, Vol. 1, M.D. Publications, N.Y. 1958.

8. L.R. Dice, Man’s Nature and Nature’s Man. The Ecology of Human Communities, University of Michigan Press, Ann Arbor 1955.

9. W Durant, The Life of Greece. From the Series The Story of Civilization, Vol. 2, Simon and Schuster, N.Y. 1939.

Η φροντίδα των Βυζαντινών για το φυσικό περιβάλλον των πόλεων
Ο βυζαντινός άνθρωπος που ζει στο εξημερωμένο από χιλιετηρίδες περιβάλλον συνεχίζει να αντιμετωπίζει, να μεταβάλλει και να εκμεταλλεύεται τη φύση και τα φυσικά φαινόμενα. Το φυσικό περιβάλλον, αυτό που δημιουργείται και αυτό που κληρονομείται, είναι σημαντικός παράγοντας του αστικού κέντρου και μεταβάλλεται από τη φυσική εξέλιξη και την ανθρώπινη παρέμβαση.
Σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της πρωτοβυζαντινής εποχής οι άνθρωποι ακολουθώντας την αρχαία και τη ρωμαική παράδοση ασχολούνται ιδιαίτερα με την πόλη τους. Οι προσπάθειες των αυτοκρατορικών κυβερνητών, αλλά και των αρχών των πόλεων και σε μικρότερο βαθμό των ιδιωτών, στρέφονται στη δημιουργία έργων που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση, μεταβολή και εκμετάλλευση των φυσικών στοιχείων. Πολλές είναι οι πληροφορίες που παρέχουν οι πηγές της εποχής αυτής και που αναφέρονται στην ανθρώπινη παρέμβαση στη φύση: αλλαγές στην κοίτη των ποταμών για να μην πλημμυρίζουν οι πόλεις, διάνοιξη σήραγγας στα βουνά για να περάσει δρόμος, κατασκευές για την αγωγή νερού στις πόλεις ή ανοικοδομήσεις μετά τους σεισμούς.
Η νομοθετική ρύθμιση των πολεοδομικών διατάξεων αποδεικνύει τη φροντίδα για την καλύτερη αισθητική, πρακτική και υγιεινή συγκρότηση των πόλεων. Στην πυκνοκατοικημένη Κωνσταντινούπολη η έλλειψη οικοπέδων ανάγκασε τους κατοίκους να κτίζουν τα σπίτια τους επάνω σε πασσάλους στη θάλασσα.
Οι μεγάλες αλλαγές που συντελούνται στον αστικό πολιτισμό στα τέλη της πρωτοβυζαντινής περιόδου εκδηλώνονται και με τη διαφορετική λειτουργία και χρήση του περιβάλλοντος επιφέροντας αλλοιώσεις στο αστικό τοπίο. Συνήθως η μεταβολή επισημαίνεται όταν ένα εξωτερικό καταστρεπτικό γεγονός προκαλεί μια διακοπή ανάμεσα στο αρχαίο αστικό περιβάλλον που κληρονομείται και στη δημιουργία ενός νέου τρόπου ζωής.
Έργα που βοηθούν στην αντιμετώπιση και εκμετάλλευση των φυσικών φαινομένων δεν γίνονται παρά σε λίγες επαρχιακές πόλεις μετά τον 7ο αι. Οι αυτοκράτορες χρηματοδοτούν κτίσματα για την άμυνα αλλά όχι για την αναψυχή και την καλυτέρευση του τρόπου ζωής των ανθρώπων. Το νερό προμηθεύονται πια από φρέατα και είναι χαρακτηριστικά όσα γράφει ο Μιχαήλ Χωνιάτης στον εξόριστο πρώην πατριάρχη Θεοδόσιο, που βρίσκεται στην Τερέβινθο. Ο μητροπολίτης Αθηνών του εξομολογείται ότι, μεταξύ άλλων, θέλει να έρθει στο νησί γιατί εκεί το νερό είναι «πηγιμαίον και ζων και αλλόμενον» και όχι «συλλογιμαίον και νοσηρόν και ακίνητον». Ο ίδιος εξάλλου ο Μιχαήλ Χωνιάτης δεν αποκρύπτει την πίκρα του για την αγροτοποιημένη Αθήνα και τα γεωργούμενα εγκαταλελειμμένα οικόπεδα, που άφησαν οι κάτοικοι και μετανάστευσαν. Αυτή η πίκρα του γίνεται μεγαλύτερη, γιατί, όπως γράφει ο ίδιος: «η μεν γαρ χάρις της γης η αυτή, το ευκραές, το οπωροφόρον, το παμφόρον, ο μελιχρός Υμηττός, ο ευγάληνος Πειραιεύς…». Οι καιροί όμως έχουν αλλάξει.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Για την καθαριότητα στο Βυζάντιο βλ. Φ. Κουκουλέ, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τόμ. 4, Αθήνα 1951, σελ. 328-332 – Κ. Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333 μ.Χ.-1700, τόμ. 1, Αθήνα 1972, σελ. 191-193, 197 και 325. – Α. Καρπόζηλου, («Περί αποπάτων, βόθρων και υπονόμων», Πρακτικά του Α΄ Διεθνούς Συμποσίου: Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο, Αθήνα, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών / Ε.Ι.Ε., 1989, σελ. 335-352. – Άννας Αβραμέα, «Φυσικό περιβάλλον και ανθρώπινη παρέμβαση: Αντιλήψεις και εικόνες από το αστικό τοπίο», Πρακτικά του Α΄ Διεθνούς Συμποσίου: Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο. Σελ. 687-694.- Της ίδιας «Η φροντίδα των Βυζαντινών για το φυσικό περιβάλλον των πόλεων», Αρχαιολογία, Ιούνιος 1990.

«Όψεις του αστικού και αγροτικού χώρου στο Βυζάντιο», τεύχ. 35, Ιούνιος 1990, σελ. 36-47. Το θέμα εξετάστηκε διεξοδικότερα σε πρόσφατες διαλέξεις.

Σημειώσεις

1. Βλ. Άννας Αβραμέα, Άννα Αβραμέα Καθηγήτρια Παν/μίου Κρήτης:

Φυσικό περιβάλλον και ανθρώπινη παρέμβαση: αντιλήψεις και εικόνες από το αστικό τοπίο, στον τόμο «Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο», Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συμποσίου, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών / Ε.Ι.Ε., Αθήνα 1989, σσ. 687-694.

2. L. Robert, “Epigrammes relatives a des gouverneurs”, Hellenica IV, σσ. 35-114.

3. Για τον νόμο αυτόν βλ. το άρθρο του J. Rouge, “La législation justinienne de l’eau” στον τόμο “L’ home et l’ eau en Méditerranée et au Proche-Orient”, Lyon 1982, σ.

113.

4. G. Dagron, Naissance d’une capitale. Paris 1974, σ. 523, σημ. 1.

5. Απ. Καρπόζηλος, Περί αποπάτων, βόθρων και υπονόμων, στον τόμο «Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο», ό.π., σ. 48.

6. Μιχαήλ Χωνιάτης, Τα Σωζόμενα (εκδ. Σπ. Λάμπρου), τομ. Β΄, σ. 48.

7. Ό.π., τόμ. Α΄, σ. 326.

Αγγελική Πανοπούλου Circa Mundiciam Civitatis

Μέτρα για την καθαριότητα του Χάνδακα από τον 14ο ως τον 17ο αιώνα (αποσπάσματα)

Τα προβλήματα καθαριότητας και υγιεινής στα μεσαιωνικά αστικά κέντρα, αν και είναι γνωστά στις γενικές τους γραμμές, δεν έχουν ερευνηθεί στις λεπτομέρειες τους, κυρίως όσον αφορά τις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές. Ο ασφυκτικά περιορισμένος χώρος των πόλεων μέσα στα τείχη και η υπερεκμετάλλευσή του, η στενότητα των δρόμων και των κατοικιών, η έλλειψη υποδομής και πολλές φορές αποχετευτικού συστήματος, ενδεχομένως και η τότε αντίληψη των ανθρώπων για την καθαριότητα, καθιστούσαν τις μεσαιωνικές πόλεις βρώμικες και ως εκ τούτου ανθυγιεινές.

Παρόλο που η ρύπανση του περιβάλλοντος απασχόλησε από νωρίς τους Βυζαντινούς, η Κωνσταντινούπολη, που αποτέλεσε και το πρότυπο των περισσοτέρων μεσαιωνικών κέντρων, παρουσίαζε μεγάλες αντιθέσεις καθώς υπήρχαν συνοικίες με δρόμους πλακόστρωτους και καθαρούς αλλά και περιοχές με στενά δρομάκια σκοτεινά και βρώμικα. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε και η καθαριότητα των δρόμων, η φροντίδα των υπονόμων και των υδραγωγείων ανήκαν στην αρμοδιότητα του κράτους. Η εικόνα της πόλης, με τους στενούς δρόμους και τα χαλάσματα, δεν άλλαξε αισθητά ούτε στους μετέπειτα αιώνες.

Ανάλογη εικόνα παρουσίαζαν και οι πρώτες μεσαιωνικές ιταλικές πόλεις, στις περισσότερες από τις οποίες υπήρχε παντελής έλλειψη υπηρεσιών υγιεινής. Αλλά και μετά τα τέλη του Μεσαίωνα οι συνθήκες διαβίωσης δεν καλυτέρευσαν. Για παράδειγμα, στη Νάπολη το 1597 ο μώλος που προστάτευε τα αγκυροβολημένα πλοία ήταν σε τέτοιο βαθμό σκεπασμένος με ακαθαρσίες, απόβλητα και χώματα, ώστε οι υπεύθυνοι σκέφτηκαν ότι ήταν προτιμότερο αντί να καθαριστεί, να αντικατασταθεί με άλλον. Η Βενετία αντιμετώπιζε μεγάλα προβλήματα ύδρευσης, αποχέτευσης και συλλογής των απορριμμάτων, τα οποία, παρόλα τα μέτρα που έπαιρνε, παρέμεναν δυσεπίλυτα για πολλούς αιώνες. Βαριές μυρωδιές αναδύονταν από τους χώρους συγκέντρωσης των σκουπιδιών που βρίσκονταν στις πλατείες, καθώς και από τα κανάλια στα οποία διοχετεύονταν τα διάφορα λύματα.

Το πρώτιστο βέβαια μέλημα του κράτους ήταν η αποφυγή της προσάμμωσης, η οποία απειλούσε το λιμάνι του Χάνδακα, όπως εξάλλου και του Ρεθύμνου. Αυτό τουλάχιστον συνάγεται από τις συνεχείς εργασίες εκβάθυνσης που επιχειρούσε η βενετική διοίκηση στα δύο λιμάνια. Επικίνδυνα όμως ήταν και τα σκουπίδια της πόλης, τα οποία συνήθως μετέφεραν τα νερά των βροχών στο λιμάνι, προκαλώντας μεγάλες ζημιές. Παράλληλα είναι ευνόητο ότι οι καθημερινές λειτουργίες του λιμανιού, όπως ήταν η αναχώρηση και η άφιξη των εμπορικών πλοίων, ρύπαιναν όχι μόνο την αποβάθρα αλλά και τη γύρω θαλάσσια περιοχή. Αν προστεθούν οι εργασίες κατασκευής ή επισκευής των γαλέρων στον κοντινό με το λιμάνι χώρο των ναυπηγείων, γίνεται φανερό ότι η ευρύτερη περιοχή του λιμανιού ήταν αρκετά ευάλωτη σε κάθε είδους ρύπανση. Την εικόνα συμπλήρωναν τα σαπισμένα και παλιά πλοία που οι ιδιοκτήτες τους τα εγκατέλειπαν στην περιοχή του λιμανιού. Τα δύο διατάγματα που ακολουθούν και αναφέρονται στη ρύπανση του λιμανιού, αφορούν αυτό ακριβώς το θέμα. Συγκεκριμένα, το 1314 ορίζεται ότι όποιοι πολίτες είχαν αφήσει στο λιμάνι παλιά πλοία θα έπρεπε.

Δυστυχώς για τους ιδιωτικούς χώρους τα διατάγματα δίνουν ελάχιστες πληροφορίες. Για το εσωτερικό των κατοικιών και των εργαστηρίων δεν έχουμε παρά αόριστες ειδήσεις.

Είναι προφανές ότι τέτοιου είδους στοιχεία θα έριχναν φως σε ένα θέμα τόσο ενδιαφέρον, όπως οι συνθήκες υγιεινής των κατοικιών της βενετοκρατίας. Οι περισσότερες διατάξεις όμως αφορούσαν την καθαριότητα του χώρου που βρισκόταν έξω από τις πόρτες ή τα παράθυρα των σπιτιών, των σημείων δηλαδή που επικοινωνούσαν με τους δρόμους ή τις αυλές, για τα οποία έχει ήδη γίνει αναφορά παραπάνω. Έτσι έχει ιδιαίτερη αξία η πληροφορία του προσκυνητή Pietro Gasola ο οποίος επισκέφτηκε το Χάνδακα το 1494 και αναφέρει ότι τα σπίτια του Χάνδακα δεν είχαν τους απαραίτητους για την καθαριότητα του ανθρώπινου σώματος χώρους και ότι οι κάτοικοι άδειαζαν τα δοχεία νυκτός στους δρόμους, προκαλώντας πανικό στους περαστικούς και βρωμίζοντας την πόλη.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Το ανθρωπογενές περιβάλλον στη Βενετοκρατούμενη Κρήτη.
Hemmerdinger-Iliadou, Βλ. Democratie.

«La Crete sous la domination vénitienne et lors de la conquête turque (1322-1684). Renseignements nouveaux ou peu connus d’ après les pèlerins et les voyageurs», Studi Veneziani 9 (1967), σελ. 536-539.

Duca di Candia. Bandi (1313-1329), έκδ. PAOLA RATTI-VIDULICH, Βενετία 1965, σελ. 60-61, αρ. 168, 169 και 170 (στο εξής Ratti, Bandi). Τα ίδια διατάγματα επαναλαμβάνονται με ορισμένες διευκρινίσεις το 1319, βλ. Ratti, Bandi, σελ. 89-90, αρ. 242, 243 και 244.

ASV, Duca di Candia (στο εξής DC), busta 14 (Bandi), φ. 257-258i. Το ίδιο κείμενο επαναλαμβάνεται το 1360 και δημοσιεύεται από τον J. Jegerlehner, “Bei trage zur Verwaltungsgesehichte Kandias im XVI Jahrhundert”, BZ 13 (1904), σελ. 459-461.

Σ.Μ. Θεοτόκη, Ιστορικά κρητικά έγγραφα εκδιδόμενα εκ του Αρχείου της Βενετίας. Θεσπίσματα της Βενετικής Γερουσίας 1281-1385, (Μνημεία της Ελληνικής ιστορίας) , τόμ. 2, τεύχ. 2, Αθήνα 1937, σελ. 273-274.

Μ.Ι. Μανούσακα, «Βενετικά έγγραφα αναφερόμενα εις την εκκλησιαστικήν ιστορίαν της Κρήτης του 14ου -16ου αιώνος (Πρωτοπαπάδες και πρωτοψάλται Χάνδακος)». /ΪΕΕ 15 (1961), σελ. 179.

J. Jegerlehner, “Der Aufstand der Kandiotischen Ritterschaft gegen das Mutterland Venedig. 1363-65 „ , BZ 12 (1903), σελ. 102. Πρβλ. Ruthi Gertwaoen, “The Venetian port of Candia, Crete (1299-1363): Construction and Meintenance”, Mediterranean Cities Historical Perspectives, Μεγάλη Βρετανία 1988, σελ. 148.

Χρύσας Α. Μαλτέζου, «Καταγγελιοδότες στη βενετοκρατούμενη Κρήτη τον 14ο αι. Μια άλλη όψη της καθημερινής ζωής», Ροδωνιά, Τιμή στον Μ. Ι. Μανούσακα, τόμ. 2, Ρέθυμνο 1994, σελ. 308-309.

Προτεινόμενη θεματολογία Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης:

α) Στερεά αστικά απόβλητα

β) Υγρά αστικά απόβλητα

γ) Ατμοσφαιρική ρύπανση απ’ τη θέρμανση

δ) Ηχορύπανση

ε) Υποβάθμιση ποιότητας επιφανειακών και υπόγειων υδάτων

στ) Διαχείριση υδατικού δυναμικού

ζ) Αέρια ρύπανση

η) Αισθητική ρύπανση (φιλοσοφία, πολιτισμός)

(ιστορικές πηγές για όλα αυτά).

Ενέργεια και Πολιτισμός

– Ενέργεια και βιομηχανική κληρονομιά

– Αρχαίοι Πολιτισμοί και διαχείριση ενεργειακών πόρων

– Ενέργεια και βιομηχανική επανάσταση

– Ενέργεια στις τέχνες

– Οι τέχνες ως εργαλεία αειφορικής διαχείρισης των ενεργειακών πόρων

– Ενέργεια – Άξονας Πολιτισμού

– Η βιομηχανική – ενεργειακή επανάσταση και οι κοινωνικές ανισότητες που προκάλεσε

– Ενέργεια και πολιτισμικά στοιχεία

– Διαμόρφωση ενεργειακής κουλτούρας

– Ενέργεια και Διατήρηση πολιτιστικής κληρονομιάς

– Ενέργεια και κατοικία

– Αειφορική διαχείριση ενέργειας και βιβλίο

– Ενέργεια και πολιτιστικά – κοινωνικά κινήματα

– Κοινωνική δικαιοσύνη και αειφορία

– Δημοκρατία και αειφορία

– Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και αρχαίοι πολιτισμοί

– Θεατρικό εργαστήριο: ανάπτυξη παραστατικών δεξιοτήτων των μαθητών, προετοιμασία παράστασης θεατρικού έργου επωνύμου συγγραφέα, δημιουργία πρωτότυπης παράστασης των μαθητών, θεατρικό αναλόγιο κ.ά.

– Εικαστικό εργαστήριο: πρακτική και θεωρητική προσέγγιση μιας συγκεκριμένης μορφής ή τεχνοτροπίας (π.χ. εργαστήριο κεραμικής, ψηφιδωτού, αγιογραφίας κ.λ.π.) ή συγκρότηση ομάδας αισθητικής παρέμβασης στον χώρο του σχολείου.

Ενδεικτική ενότητα μελέτης: Τα πετρογέφυρα και η κοινωνία (για πληροφορίες συμμετοχής στο αντίστοιχο πανελλαδικό δίκτυο: Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Μακρινίτσας Πηλίου):

Α. Στην 1η παράγραφο, του 24ου άρθρου του Συντάγματος των Ελλήνων, ορίζεται και τονίζεται ότι «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξη του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας» και στην 6η παράγραφο συμπληρώνεται ότι «τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος».

Β. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Νόμος 1650/1986 (ΦΕΚ 160/τ.Α΄) περί προστασίας του περιβάλλοντος, ο οποίος στην 1η παράγραφο του 2ου άρθρου, ορίζει ότι «περιβάλλον είναι το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες».

Δυστυχώς, όμως, στην 4η παράγραφο του 19ου άρθρου, τα πέτρινα τοξωτά γεφύρια παραλείπονται: «Ως προστατευόμενα στοιχεία του τοπίου χαρακτηρίζονται τμήματα ή συστατικά στοιχεία του τοπίου που έχουν ιδιαίτερη αισθητική ή πολιτιστική αξία ή συμβάλλουν στην προστασία ή αποδοτικότητα φυσικών πόρων λόγω των ιδιαίτερων φυσικών ή ανθρωπογενών χαρακτηριστικών τους, όπως αλσύλλια, παραδοσιακές καλλιέργειες, αγροικίες, μονοπάτια, πέτρινοι φράχτες και αναβαθμίδες, προστατευτικές φυτείες, κρήνες».

Γ. Τα περισσότερα στοιχεία του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος υπάγονται σε κάποιο ιδιοκτησιακό καθεστώς, δηλαδή, οι εκκλησίες, οι οικίες, οι πύργοι, οι νερόμυλοι, οι ανεμόμυλοι, οι πεζούλες, κτλ ανήκουν σε κάποιον εκκλησιαστικό φορέα, ιδιώτη, σύλλογο, δήμο ή κοινότητα. Ο ιδιοκτήτης αυτός, λοιπόν, είναι υπεύθυνος και υπόλογος για την προστασία του εκάστοτε αρχιτεκτονικού στοιχείου.

Όμως, τα πέτρινα τοξωτά γεφύρια, τα μονοπάτια, οι κρήνες στερούνται ιδιοκτήτη, ανήκουν σ’ όλους εμάς που τα χρησιμοποιούμε και σε κανέναν ταυτόχρονα.

Επομένως, η ευφυέστατη ρήση: «Σήμερον εμού, αύριο εσού και ουδέποτε τινός» δεν προσδιορίζει μόνο το «ιδιοκτησιακό καθεστώς» για το φυσικό περιβάλλον που θα κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενιές αλλά και για τα πέτρινα τοξωτά γεφύρια της χώρας μας.

α. Ο χορηγός και η κοινωνική καταξίωση,

β. Ο χτίστης-μάστορας και η κοινωνική προσφορά,

γ. η συντεχνιακή οργάνωση των μαστόρων,

δ. οι ειδικότητες και τα εργαλεία των μαστόρων,

ε. η καταγωγή και η μετανάστευση των μαστόρων,

στ. η μυστική, συνθηματική γλώσσα των μαστόρων (τα κουδαρίτικα),

ζ. η λαϊκή και η ακαδημαϊκή αρχιτεκτονική ορολογία,

η. έθιμα, θρύλοι, τραγούδια, ποίηση, θεατρικά έργα κ. ά. (Για τα πετρογέφυρα),

θ. ο χρήστης και η κοινωνική ανάγκη της επικοινωνίας,

ι. ο πλανόδιος έμπορος, ο αγωγιάτης, ο κλέφτης, ο φύλακας, ο μυλωνάς, ο νομάδας κτηνοτρόφος και άλλοι που σχετίζονταν με τα πετρογέφυρα.

Οι στόχοι της έρευνας και μελέτης τους πρέπει να είναι οι ακόλουθοι:

Η απόκτηση γνώσεων.

Η ανάπτυξη δεξιοτήτων προσανατολισμού και ανάγνωσης του φυσικού τοπίου που θα βοηθήσουν στον εντοπισμό κι άλλων πέτρινων γεφυριών.

Η καλλιέργεια της επικοινωνίας μεταξύ ερευνητών που έχουν τα ίδια επιστημονικά ενδιαφέροντα.

Η δημιουργία κριτικού τρόπου σκέψης και η ανάπτυξη επιχειρηματολογίας υπέρ της προστασίας των πετρογέφυρων.

Η ανάληψη πρωτοβουλιών και η αντιμετώπιση προβλημάτων, όπως η προστασία και η ανάδειξη των πετρογέφυρων.

(Εκφράζω τις θερμές μου ευχαριστίες στην αδερφή μου Βάσω Κ. Ηλιάδη, χωρίς την πολύτιμη βοήθεια της οποίας δεν θα ολοκληρωνόταν αυτή η εισήγηση).

* Η Ηλιάδη Κ. Αμαλία είναι φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.)

Η Ομάδα του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων πρώτευσε σε διαγωνισμό Φυσικής σε επίπεδο Νομού!Της αξίζουν συγχαρητήρια!!! Πολλά και Θερμά Συγχαρητήρια στη μαθητική μας ομάδα που πρώτευσε στον πρόσφατο Τοπικό Μαθητικό Διαγωνισμό Φυσικών Επιστημών EUSO 2020 του Ε.Κ.Φ.Ε. Τρικάλων,σε επίπεδο Ν. Τρικάλων

Η Ομάδα του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων πρώτευσε σε διαγωνισμό Φυσικής σε επίπεδο Νομού!Της αξίζουν συγχαρητήρια!!!
Πολλά και Θερμά Συγχαρητήρια στη μαθητική μας ομάδα που πρώτευσε στον
πρόσφατο Τοπικό Μαθητικό Διαγωνισμό Φυσικών Επιστημών
EUSO 2020 του Ε.Κ.Φ.Ε. Τρικάλων,σε επίπεδο Ν. Τρικάλων και συγκεκριμένα συγχαρητήρια στους μαθητές(-τριες) :
ΟΜΑΔΑ ΜΑΘΗΤΩΝ του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων:
Ονοματεπώνυμο:
ΜΠΑΝΤΑΒΑΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
ΠΛΕΥΡΑ ΑΘΗΝΑ
ΤΣΙΟΥΝΗΣ ΦΩΤΙΟΣ, όλοι μαθητές/τριες της Β’ Λυκείου
Επίσης συγχαρητήρια αξίζουν στους υπευθύνους καθηγητές ΠΕ04 της ομάδας μας
κο Αχιλλέα Κατσίκα (ΠΕ04.01) και κα Μαρία Χύτα (ΠΕ04.02) για την άοκνη και συστηματική διδασκαλία τους, για τη στήριξή τους στην ομάδα των μαθητών/τριών και την άψογη συνεργασία τους με το ΕΚΦΕ Τρικάλων.
Για τα περαιτέρω της συμμετοχής της ομάδας μας στον Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό EUSO2020,στη Θεσσαλονίκη, στις 25 Ιανουαρίου 2020,ευχόμαστε καλή δύναμη και επιτυχία σε ανώτερη Πανελλήνια διάκριση!
Για το Σύλλογο Διδασκόντων του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων,
Η Διευθύντρια του 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων
Ηλιάδη Αμαλία, φιλόλογος-ιστορικός

5ο ΓΕΛ Τρικάλων:Μια επιτυχημένη ημερήσια εκπαιδευτική εκδρομή της Γ’ Λυκείου στη Θεσσαλονίκη (13/12/2019, ημέρα Παρασκευή) Γράφει η Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

5ο ΓΕΛ Τρικάλων:Μια επιτυχημένη ημερήσια εκπαιδευτική εκδρομή της Γ’ Λυκείου στη Θεσσαλονίκη (13/12/2019, ημέρα Παρασκευή) Γράφει η Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων


Η Θεσσαλονίκη αποτελεί, πραγματικά, ένα ζωντανό, ανοιχτό μουσείο! Στο πέρασμα των αιώνων κάθε εποχή έχει αφήσει τα σημάδια της με μνημεία και αξιοθέατα που τα συναντάμε σε κάθε γωνιά της πόλης…είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να «μοιραστούμε»με τους κατοίκους της και να απολαύσουμε την πόλη αυτή, που κουβαλάει μια ιστορία 23 αιώνων. Γιατί η Θεσσαλονίκη υπήρξε μητροπολιτικό κέντρο για τους Μακεδόνες, πρωτεύουσα τετραρχίας για τους Ρωμαίους, συμβασιλεύουσα για τους Βυζαντινούς, εμπορικό και οικονομικό κέντρο των Βαλκανίων κατά την Οθωμανική κυριαρχία και συμπρωτεύουσα του σύγχρονου Ελληνικού κράτους.Κάθε γειτονιά της Θεσσαλονίκης μοιάζει σαν αφιερωμένη σε όσους την κατέκτησαν, σε όσους την αποίκισαν αλλά και σε όσους φιλοξένησε σαν πρόσφυγες.


Πολλά από τα αξιοθέατα της πόλης βρίσκονται εντός των ορίων των οχυρωματικών τειχών της και αρκετά από αυτά έχουν συμπεριληφθεί στον κατάλογο της UNESCO με τα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Μόλις πέντε λεπτά από την ιστορική αυτή περιοχή, βρίσκεται η πλατεία Αριστοτέλους. Χτισμένη μετά τη μεγάλη πυρκαγιά με σχέδια του Ερνέστ Εμπράρ. Η χαρακτηριστική της αρχιτεκτονική και τα καταστήματα που φιλοξενούνται εκεί, αποτελούν το πιο κοσμοπολίτικο διάλειμμα από τις βόλτες στα αξιοθέατα και τα εμπορικά της Θεσσαλονίκης.
Ο θρησκευτικός χαρακτήρας της Θεσσαλονίκης είναι εμφανής σε κάθε γωνιά της πόλης. Σημαντικά μνημεία της βυζαντινής περιόδου, ναούς και μοναστήρια συναντάμε σε όλο το κέντρο της Θεσσαλονίκης καθώς και στην Άνω Πόλη.Ο Ναός του Άγιου Δημήτριου, η Αγία Σοφία, η μονή Βλατάδων, η Παναγία Χαλκέων, είναι μόνο μερικά από τα θρησκευτικά μνημεία που μαρτυρούν την πλούσια θρησκευτική παράδοση της Θεσσαλονίκης. Στην ανατολική πλευρά του κέντρου της πόλης βρίσκεται το Ανακτορικό συγκρότημα του Γαλέριου, μνημείο της Ρωμαϊκής εποχής. Η Ροτόντα, η Αψίδα του Γαλερίου – η γνωστή Καμάρα -, το Ανάκτορο και ο Ιππόδρομος βρίσκονται στην περιοχή γύρω από την πλατεία Ναυαρίνου, επί της οδού Δημητρίου Γούναρη.


Συνοδοί καθηγητές (Αμαλία Ηλιάδη, Φιλόλογος, Κατσίκας Αχιλλέας, Φυσικής , Μπουσταντζή Μελίνα, Γερμανικής) και μαθητές και μαθήτριες της Γ’ Λυκείου του 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων μαγευτήκαμε από μια ηλιόλουστη, χριστουγεννιάτικα στολισμένη και ζωντανή Θεσσαλονίκη: πραγματικά, ένα ζωντανό μουσείο ιστορίας. Η αναχώρησή μας έγινε από την πόλη μας, τα Τρίκαλα και το χώρο του σχολείου. Η άφιξή μας στη Θεσσαλονίκη σήμανε και το ξεκίνημα της περιήγησή μας στην όμορφη πόλη. Στην αρχή μεταβήκαμε στο Γενί Τζαμί, το παλιό αρχαιολογικό μουσείο, όπου είχαμε επίσκεψη και ξενάγηση σε έκθεση εικαστικών-εγκατάσταση στο Μουσείο του και τις Εκθέσεις Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης με θέμα τη Δημοκρατία, τους Πρόσφυγες και τους Μετανάστες του εικαστικού Γιώργου Ξένου.
Συνεχίσαμε το πρόγραμμά μας με περιήγηση-γνωριμία με το Πανεπιστήμιο του Α.Π.Θ. και προσέγγιση των «ανοιχτών μνημείων» και των αρχαιολογικών χώρων της πόλης: του ρωμαϊκού και βυζαντινού πολιτισμού της πάλαι ποτέ συμβασιλεύουσας πόλης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, με στάσεις στα κυριότερα ιστορικά μνημεία της Νύφης του Θερμαϊκού όπως ο Λευκός Πύργος, η Ροτόντα, η Καμάρα ( Αψίδα του Γαλερίου ) ,το Ιπποδρόμιο, η Παναγία η Δεξιά, η πλατεία Αριστοτέλους με το άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, η Παναγία Χαλκέων…
Το μεσημεριανό μας γεύμα και ο ελεύθερος χρόνος στο ιστορικό κέντρο της πόλης και την πανέμορφα, χριστουγεννιάτικα στολισμένη αγορά του ολοκλήρωσαν την ημερήσια παραμονή μας σε αυτή την πόλη-ποίημα, την πρωτεύουσα του Μακεδονικού Βορρά που τραγουδήθηκε και υμνήθηκε από πολλούς ποιητές και στιχουργούς με ανεπανάληπτο τρόπο!
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων