Εκπαιδευτικό υλικό για τη διδασκαλία της Βυζαντινής Ιστορίας και του Βυζαντινού Πολιτισμού (εικόνες-παραθέματα-πηγές) Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη* (Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός με Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ. και διευθύντρια του 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων).

Εκπαιδευτικό υλικό για τη διδασκαλία της Βυζαντινής Ιστορίας και του Βυζαντινού Πολιτισμού (εικόνες-παραθέματα-πηγές)

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη* (Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός με Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ. και διευθύντρια του 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων).

Εισαγωγικό σημείωμα

Θεωρώ δέον να δηλωθεί εξ’ αρχής πως, σύμφωνα με την προσωπική μου άποψη, ασφαλώς δεν υφίσταται απολύτως αντικειμενική Ιστορία ως προς την ερμηνεία των γεγονότων και την συστηματική-λειτουργική τους αποτίμηση. Για το λόγο αυτό σπεύδω να διευκρινίσω πως το πολυσχιδές εκπαιδευτικό υλικό που ακολουθεί, ως προς το στόχο και τα βασικά του χαρακτηριστικά, διέπεται από τις παρακάτω γενικές αρχές επιλογής:

Α) Ο συνδυασμός υλικών καταλοίπων-αντικειμένων μελέτης της Αρχαιολογίας και της Ιστορίας της Τέχνης με τις φιλολογικές και ιστορικές πηγές και τα δευτερογενή παραθέματα προσφέρει εποπτεία, σφαιρικότητα, πληρότητα και ζωντάνια στην αποτύπωση και διαγραφή μιας συνολικής-συστημικής προσέγγισης και ερμηνείας πάνω σε μια ιστορική περίοδο.

Β) Πανσπερμία άμεσων και έμμεσων πηγών

Γ) Πολυσυλλεκτικότητα παραθεμάτων και πηγών

Δ) Ποικιλία απόψεων-Υποκειμενικές εκτιμήσεις και προσωπικές κρίσεις, παρά την ύπαρξη και εξέταση κοινών πρωτογενών πηγών από τους ιστορικούς-ερευνητές.

Ε) Προσέγγιση ιστορικών ζητημάτων από διαφορετικές οπτικές γωνίες

Στ) Ζωντάνια, αμεσότητα πηγών, και κειμενικών και εικονογραφικών ή απεικονιστικών-υλικών, γενικότερα.

Σύντομη, κατατοπιστική εισαγωγή

Η εναλλαγή κειμένων και εικόνων στο ακόλουθο συμπίλημα-απάνθισμα εκπαιδευτικού υλικού στοχεύει στο να προσφέρει έναυσμα και κίνητρα στον επίδοξο φοιτητή/σπουδαστή του Βυζαντινού Πολιτισμικού Σύμπαντος, προκειμένου να προβεί σε μια εξειδικευμένη, λεπτομερειακότερη και δημιουργικότερη, πρωτότυπη μελέτη επιμέρους θεμάτων της Βυζαντινής Ιστορίας και Τέχνης. Παράλληλα, συντείνει στο να εντάξει μικρότερες, πολύχρωμες ψηφίδες στο ευρύτερο ψηφιδωτό της Βυζαντινής Κοινωνίας και της μελέτης της, έτσι ώστε να αποκατασταθεί σταδιακά το συνολικότερο σχέδιό της με μια μακροσκοπικότερη ανάλυση των βασικών Δομών της.

Ως κατευθυντήριοι άξονες της επιλογής του υλικού μου, λειτούργησαν οι παρακάτω:

 Επιμέρους κατηγορίες-θεματικές ενότητες:

  1. Μοναχισμός και Βίοι Αγίων ως ιστορικές πηγές
  2. Πνευματική και Κοινωνική Ζωή
  3. Οικονομία και Κοινωνική οργάνωση (Δομές-Τάξεις)
  4. Διοίκηση και Πολιτειακός Χαρακτήρας του Βυζαντινού Κράτους
  5. Πολιτική θεωρία και Ιδεολογία
  6. Εικονομαχία
  7. Θέματα
  8. Δήμοι
  9. Αιρέσεις-Οικουμενικές Σύνοδοι
  10. Εκκλησιαστικοί και Κρατικοί Θεσμοί-Δίκαιο
  11. Αυτοκράτορας και Πατριάρχης-Σχέσεις Εκκλησίας & Κράτους
  12. Βασικά χαρακτηριστικά του Βυζαντινού Κράτους
  13. Εσωτερική-εξωτερική πολιτική & διπλωματία
  14. Νέοι εχθροί-Αγώνες για επιβίωση

Η εκπονήσασα και συγγραφέας του υλικού

Αμαλία Κ. Ηλιάδη

Τα παραθέματα και οι πηγές που παρατίθενται στο παραπάνω εκπαιδευτικό υλικό εμπεριέχονται στα ακόλουθα  βιβλία της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη:

  1. Εγκατάσταση  και  παρουσία Σλάβων στη  Βυζαντινή  Μ.Ασία, απ’ τον 7ο ως  τον  10ο αιώνα. Αυτοέκδοση. Τρίκαλα, 2003. ISBN  960-92360-2-2.
  2. Τα  «Θαύματα»  του  Αγίου  Δημητρίου  ως  ιστορικές  πηγές. Επιδρομές  και  Σλαβικές  εποικίσεις  εντεύθεν του Δουνάβεως. Αυτοέκδοση. Τρίκαλα, 2003. ISBN   960-92360-3-0.
  3. Εικονομαχία  και  Αντιμοναχική  στροφή (Κων/νος  Ε΄). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα, 2003. ISBN      960-92360-1-4.
  4. Σημειώσεις και παρατηρήσεις στην ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας απ’ τον 11οως τον 15οαι. Τα αγιολογικά κείμενα της περιόδου. (Συμβολή στη μελέτη των βίων των αγίων ως ιστορικών πηγών). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-6-5.  (Σελ. 361).
  5. Οι Βίοι των Αγίων της Βυζαντινής περιόδου ως ιστορικές πηγές. (Σημειώσεις και παρατηρήσεις για τα Βυζαντινά αγιολογικά κείμενα της Μέσης περιόδου: 7ος-10οςαιώνας). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-5-7.  (Σελ. 468).
  6. Νεότερες απόψεις για την εσωτερική ιστορία του Βυζαντίου κατά τον 7οαιώνα. Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006.ISBN 960-92360-4-9.  (Σελ. 268).
  7. Πολιτική θεωρία και Ιδεολογία των Βυζαντινών στην εποχή του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου. Πρότυπες Θεσσαλικές Εκδόσεις. Τρίκαλα, Αθήνα, 2003. ISBN  960-7146-85-9.

b)Εκπαιδευτικό υλικό για τη διδασκαλία της Μεσαιωνικής  Ιστορίας της Δυτικής Ευρώπης και του Μεσαιωνικού Πολιτισμού (εικόνες-παραθέματα-πηγές)

Εισαγωγικό σημείωμα

Θεωρώ δέον να δηλωθεί εξ’ αρχής πως, σύμφωνα με την προσωπική μου άποψη, ασφαλώς δεν υφίσταται απολύτως αντικειμενική Ιστορία ως προς την ερμηνεία των γεγονότων και την συστηματική-λειτουργική τους αποτίμηση. Για το λόγο αυτό σπεύδω να διευκρινίσω πως το πολυσχιδές εκπαιδευτικό υλικό που ακολουθεί, ως προς το στόχο και τα βασικά του χαρακτηριστικά, διέπεται από τις παρακάτω γενικές αρχές επιλογής:

Α) Ο συνδυασμός υλικών καταλοίπων-αντικειμένων μελέτης της Αρχαιολογίας και της Ιστορίας της Τέχνης με τις φιλολογικές και ιστορικές πηγές και τα δευτερογενή παραθέματα προσφέρει εποπτεία, σφαιρικότητα, πληρότητα και ζωντάνια στην αποτύπωση και διαγραφή μιας συνολικής-συστημικής προσέγγισης και ερμηνείας πάνω σε μια ιστορική περίοδο.

Β) Πανσπερμία άμεσων και έμμεσων πηγών

Γ) Πολυσυλλεκτικότητα παραθεμάτων και πηγών

Δ) Ποικιλία απόψεων-Υποκειμενικές εκτιμήσεις και προσωπικές κρίσεις, παρά την ύπαρξη και εξέταση κοινών πρωτογενών πηγών από τους ιστορικούς-ερευνητές.

Ε) Προσέγγιση ιστορικών ζητημάτων από διαφορετικές οπτικές γωνίες

Στ) Ζωντάνια, αμεσότητα πηγών, και κειμενικών και εικονογραφικών ή απεικονιστικών-υλικών, γενικότερα.

Σύντομη, κατατοπιστική εισαγωγή

Η εναλλαγή κειμένων και εικόνων στο ακόλουθο συμπίλημα-απάνθισμα εκπαιδευτικού υλικού στοχεύει στο να προσφέρει έναυσμα και κίνητρα στον επίδοξο φοιτητή/σπουδαστή του Μεσαιωνικού Πολιτισμικού Σύμπαντος, προκειμένου να προβεί σε μια εξειδικευμένη, λεπτομερειακότερη και δημιουργικότερη, πρωτότυπη μελέτη επιμέρους θεμάτων της Μεσαιωνικής  Ιστορίας και Τέχνης. Παράλληλα, συντείνει στο να εντάξει μικρότερες, πολύχρωμες ψηφίδες στο ευρύτερο ψηφιδωτό της Μεσαιωνικής Κοινωνίας και της μελέτης της, έτσι ώστε να αποκατασταθεί σταδιακά το συνολικότερο σχέδιό της με μια μακροσκοπικότερη ανάλυση των βασικών Δομών της.

Ως κατευθυντήριοι άξονες της επιλογής του υλικού μου, λειτούργησαν οι παρακάτω:

 Επιμέρους κατηγορίες-θεματικές ενότητες:

  1. Μεσαιωνικά Πανεπιστήμια
  2. Πνευματική και Κοινωνική Ζωή
  3. Οικονομία και Κοινωνική οργάνωση (Δομές-Τάξεις)
  4. Διοίκηση και Πολιτειακός Χαρακτήρας του Μεσαιωνικού Φεουδαρχικού «Κράτους»
  5. Πολιτική θεωρία και Ιδεολογία
  6. Σταυροφορίες
  7. Αφηγήσεις σημαντικών ιστορικών στιγμών-γεγονότων
  8. Τα φεουδαρχικά σταυροφορικά κρατίδια της Ανατολής
  9. Πνευματικές αποκλίσεις- τάσεις-θρησκευτικές ιδέες
  10. Εκκλησιαστικοί και Κρατικοί Θεσμοί-Δίκαιο
  11. Αυτοκράτορας και Πάπας -Σχέσεις Εκκλησίας & Κράτους
  12. Βασικά χαρακτηριστικά του Μεσαιωνικού Κρατικού Μορφώματος
  13. Εσωτερική-εξωτερική πολιτική & διπλωματία
  14. Εχθροί-Αγώνες για επιβίωση

Συμπληρωματικά, και ως εισαγωγικό στοιχείο στις έννοιες που εμπεριέχονται στο πολυποίκιλο υλικό μου, παραθέτω το ακόλουθο περιληπτικό σημείωμα που συμπυκνώνει το περιεχόμενο του  βιβλίου μου, από το οποίο προέρχονται τα περισσότερα παραθέματα αυτής της εργασίας-επιλογής εκπαιδευτικού υλικού:

Ενδεικτική βιβλιογραφία απ΄την οποία εξήχθησαν τα υπόλοιπα παραθέματα:

1) Βασίλειος Στυλ. Καραγεώργος, «Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, Μεσαιωνική Περίοδος», Τόμος Πρώτος, Αθήνα 1987.

2) Ι. Καραγιαννόπουλου, «Εισαγωγή στη Μεσαιωνική Ιστορία και τη μελέτη της», Εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1986.

3) E.M. Burns, «Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης», Τόμος Α΄, Επιμέλεια-Εισαγωγή: Ι.Σ.Κολιόπουλος, Εκδ. Παρατηρητής, Θεσ/νίκη 1983.

4) Στήβεν Ράνσιμαν, «Ιστορία των Σταυροφοριών», Τόμος ΙΙΙ, Το Βασίλειο της Άκρας και οι Μεταγενέστερες Σταυροφορίες, Μετάφραση: Ν.Κ. Παπαρρόδου και Γ. Λέτσα, Αθήναι 1979.

Η εκπονήσασα το εκπαιδευτικό υλικό

 Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός με Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ. και διευθύντρια του 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων.
ailiadi@sch.gr
http://users.sch.gr/ailiadi , https://blogs.sch.gr/ailiadi, http://www.matia.gr, http://www.emy67.wordpress.com

 

 

«Ιστορική αναδρομή στις  Βυζαντινές  Σπουδές:  τόσο γοητευτικές όσο και  σημαντικές για τον ερευνητικό, ιστορικό νου» Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων

«Ιστορική αναδρομή στις  Βυζαντινές  Σπουδές:  τόσο γοητευτικές όσο και  σημαντικές για τον ερευνητικό, ιστορικό νου»

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων

Η  ιστορία  της  βυζαντινής  αυτοκρατορίας  παρά  τις  εργασίες  που  την  ανανέωσαν  σχεδόν  κατά  τα  τελευταία  ογδόντα  χρόνια, παραμένει  ακόμη  και  σήμερα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη  Δύση, αντικείμενο  επίμονων  προκαταλήψεων. Για  πολλούς  από  τους  συγχρόνους  δυτικούς  εξακολουθεί  να  είναι, όπως  ήταν  για  τον  Montesquieu και  τον Gibbon,  η  συνέχεια  και  η  παρακμή  της  βυζαντινής  αυτοκρατορίας. Από  μια  υποσυνείδητη  επίδραση  προαιώνιων  μνησικακιών, από  τη  σκοτεινή  ανάμνηση  θρησκευτικών  παθών  που  έχουν  σβήσει, οι Ευρωπαίοι εξακολουθούν  να  κρίνουν  τους  Έλληνες  του  μεσαίωνα  όπως  τους  έκριναν  οι  σταυροφόροι  που  δεν  τους  κατάλαβαν  και  οι  πάπες  που  τους  αφόρισαν. Επίσης, η  βυζαντινή  τέχνη  εξακολουθεί  να  θεωρείται  πολύ  συχνά  στατική -ή  μάλλον  «ιερατική»-  τέχνη  ανίκανη  να  ανανεωθεί  η  οποία,  κάτω  από  τη  στενή  επίβλεψη  της  Εκκλησίας, περιόρισε  τη  χιλιετή  προσπάθειά  της  στην  επανάληψη  των  δημιουργιών  μερικών  μεγαλοφυών  καλλιτεχνών.

Στην  πραγματικότητα, το  Βυζάντιο  ήταν  εντελώς  διαφορετικό. Αν  και  αρεσκόταν  να  αυτοαποκαλείται  κληρονόμος  και  συνεχιστής  της  Ρώμης, αν  και  οι  αυτοκράτορές  του, ως  την  τελευταία  ημέρα, έδιναν  στον  εαυτό  τους  τον  τίτλο  των  «βασιλέων  των  Ρωμαίων», αν  και  ποτέ  δεν  παραιτήθηκαν  από  τα  δικαιώματα  που  διεκδικούσαν  πάνω  στην  αρχαία  και  ένδοξη  πρωτεύουσα  της  αυτοκρατορίας, στην  πραγματικότητα  το  Βυζάντιο  έγινε  πολύ  γρήγορα  και  υπήρξε  βασικά  μια  ανατολίτικη  μοναρχία. Δεν  πρέπει  να  τη  συγκρίνουμε  με  τις  συντριπτικές  αναμνήσεις  της  Ρώμης: κατά  τα  λεγόμενα  ενός  από  τους  ανθρώπους  που  κατάλαβαν  καλύτερα  το  χαρακτήρα  της  και  διέκριναν  την  πραγματική  του  όψη, ήταν  «ένα  μεσαιωνικό  Κράτος, τοποθετημένο  στα  ακραία  σύνορα  της  Ευρώπης, στα  όρια  της  ασιατικής  βαρβαρότητας». Αυτό  το  Κράτος  είχε  τα  ελαττώματά  του, που  θα  ήταν  ακατανόητο  να  θελήσουμε  να  τα  αποκρύψουμε. Γνώρισε  πολύ  συχνά  επαναστάσεις  των  ανακτόρων  και  στρατιωτικές  στάσεις. Αγάπησε  με  πάθος  τα  παιχνίδια  του  ιπποδρόμου  και  ακόμη  περισσότερο  τις  θεολογικές  έριδες. Παρά  την  κομψότητα  του  πολιτισμού  του, τα  ήθη  του  ήταν  συχνά  σκληρά  και  βάρβαρα  και  παρήγαγε  σε  μεγάλη  αφθονία  μέτριους  χαρακτήρες  και  κακές  ψυχές, όπως βέβαια και το αντίθετο… Αλλά, ό,τι  και  αν  ήταν, αυτό  το  Κράτος  υπήρξε  μεγάλο.

Δεν  πρέπει, όπως  κάνουν  πολλοί, να  φανταζόμαστε  ότι  στα  χίλια  χρόνια  που  επέζησε  μετά  την  πτώση  της  ρωμαϊκής  αυτοκρατορίας, το  Βυζάντιο  ακολούθησε  μια  συνεχή  πορεία  προς  την  καταστροφή. Τις  κρίσεις  στις  οποίες  παρά  λίγο  να  υποκύψει  ακολούθησαν  πολλές  φορές  περίοδοι  ασύγκριτης  λάμψης, απρόβλεπτες  αναγεννήσεις, όπου, σύμφωνα  με  τα  λεγόμενα  ενός  χρονογράφου, «η  αυτοκρατορία, αυτή  η  γριά, φαίνεται  σαν  νέα  γυναίκα, στολισμένη  με  χρυσάφι  και  πολύτιμες  πέτρες». Τον  6ο  αιώνα, με  τον  Ιουστινιανό, η  μοναρχία  ανασυγκροτείται  για  τελευταία  φορά  όπως  τον  καλό  καιρό  της  Ρώμης  και  η  Μεσόγειος  γίνεται  και  πάλι  ρωμαϊκή  λίμνη. Κατά  τον  8ο  αιώνα, οι  Ίσαυροι  αυτοκράτορες  αναχαιτίζουν  την  ορμή  του  Ισλάμ, την  ίδια  στιγμή  που  ο  Κάρολος  Μαρτέλος  έσωζε  τη  Χριστιανοσύνη  στο  Πουατιέ. Κατά  τον  10ο  αιώνα, οι  ηγεμόνες  της  μακεδονικής  δυναστείας  κάνουν  το  Βυζάντιο  τη  μεγάλη  δύναμη  της  Ανατολής, οδηγώντας  τα  νικηφόρα  όπλα  τους  μέχρι  τη  Συρία, συντρίβοντας  τους  Ρώσους  στο  Δούναβη, πνίγοντας  στο  αίμα  το  βασίλειο  που  δημιούργησαν  οι  βούλγαροι  τσάροι. Κατά  τον  12ο  αιώνα, με  τους  Κομνηνούς, η  ελληνική  αυτοκρατορία  διατηρεί  το  γόητρό  της  στον  κόσμο  και  η  Κωνσταντινούπολη  είναι  ένα  από  τα  κύρια  κέντρα  της  ευρωπαϊκής  πολιτικής.

Έτσι, επί περισσότερο από χίλια  χρόνια, το  Βυζάντιο  έζησε  και  όχι  μόνο  χάρη  σε  μια  ευτυχή  σύμπτωση: έζησε  δοξασμένα  και  για  να  συμβεί  αυτό  πρέπει  να  είχε  ορισμένες  αρετές. Είχε, για  να  διευθύνουν  τις  υποθέσεις  του, μεγάλους  αυτοκράτορες, ένδοξους  πολιτικούς, ικανούς  διπλωμάτες, νικηφόρους  στρατηγούς  και  μέσω  αυτών, πέτυχε  ένα  μεγάλο  έργο  στον  κόσμο. Πριν  από  τις  σταυροφορίες  ήταν  ο  υπερασπιστής  της  χριστιανοσύνης  στην  Ανατολή  κατά  των  απίστων  και  έσωσε  πολλές  φορές  την  Ευρώπη  με  τη  στρατιωτική  αξία  του. Υπήρξε, ενάντια  στους  βαρβάρους  το  κέντρο  ενός  αξιοθαύμαστου  πολιτισμού, του  πιο  εκλεπτυσμένου  και  κομψού  που  γνώρισε  ποτέ  ο  μεσαίωνας. Δίδαξε  τη  σλαβική  και  ασιατική  Ανατολή, οι  λαοί  της  οποίας  του  οφείλουν  τη  θρησκεία  τους, τη  λογοτεχνική  γλώσσα  τους, την  τέχνη  τους, τη  διακυβέρνησή  τους. Η  παντοδύναμη  επιρροή  του  εξαπλώθηκε  στη  Δύση  που  δέχθηκε  απ’ αυτό  ανεκτίμητες  πνευματικές  και  καλλιτεχνικές  ευεργεσίες. Από  το  Βυζάντιο  προέρχονται  όλοι  οι  λαοί  που  κατοικούν  σήμερα  στην  Ανατολική  Ευρώπη  και  ειδικότερα  η  σύγχρονη  Ελλάδα  οφείλει  πολύ  περισσότερα  στο  χριστιανικό  βυζάντιο  παρά  στην  Αθήνα  του  Περικλή  και  του  Φειδία.

Με  όλα  όσα  υπήρξε  στο  παρελθόν  και  με  όσα  ετοίμασε  για  το  μέλλον, το  Βυζάντιο  αξίζει  ακόμη  την  προσοχή  και  το  ενδιαφέρον  μας. Όσο  μακρινή  και  να  φαίνεται  η  ιστορία  του, όσο  άγνωστη  και  αν  είναι  για  πολλούς  ανθρώπους, δεν  είναι  καθόλου  μια  ιστορία  νεκρή  που  πρέπει  να  ξεχαστεί. Ο  Ducange  το  ήξερε  καλά  όταν, στα  μέσα  του  18ου  αιώνα, με  τις  εκδόσεις  των  βυζαντινών  ιστορικών, με  τα  σοφά  σχόλια  με  τα  οποία  τις  συνόδευε, με  τόσα  αξιοθαύμαστα  έργα, έθετε  τις  βάσεις  της  επιστημονικής  ιστορίας  του  Βυζαντίου  και  άνοιγε, σ’ αυτόν  τον  ανεξερεύνητο  ακόμη  τομέα, μεγάλα  και  φωτεινά  παράθυρα. Μπορούμε  ίσως  να  πούμε  ότι, εάν  η  έρευνα  της  βυζαντινής  αυτοκρατορίας  ανέκτησε  μια  θέση  στον  επιστημονικό  κόσμο, το  οφείλει  κυρίως  στη  Γαλλία.

Επιχειρώντας να  παρουσιάσει κανείς  τον  συνθετικό  πίνακα  του  Βυζαντίου, να  εξηγήσει  τα  βαθύτερα  αίτια  του  μεγαλείου  και  της  παρακμής  του, να  δείξει  τις  διακεκριμένες  υπηρεσίες  που  πρόσφερε  στον  πολιτισμό,   προσφέρει  στον  αναγνώστη  μια  αναλυτικότερη  έκθεση  της  χιλιετούς  ιστορίας  της  βυζαντινής  αυτοκρατορίας. Οι  ιδέες  που  κυριάρχησαν  στην  εξέλιξη  αυτής  της  ιστορίας,  παρουσιάζονται-ανιχνεύονται έμμεσα  στα  βασικά  γεγονότα  προτιμώντας, αντί  να  περιοριστούμε  στη  χρονολογική  λεπτομέρεια, να  τα  συγκεντρώσουμε  σε  αρκετά  μεγάλες  περιόδους  που  θα  αποδώσουν  ίσως  καλύτερα  το  νόημα  και  την  εμβέλεια  των  γεγονότων. Θεωρώντας  όμως  ότι  μια τέτοια προσπάθεια    θα  ήταν  ακόμη  πιο  ωφέλιμη  για  όσους  επιθυμούν  να  αποκτήσουν  μια  γενική  γνώση  αυτού  του  χαμένου  κόσμου, θα  σημείωνα  χωρίς  να  παραλείψω  καμιά  απαραίτητη  λεπτομέρεια, τις  γενικές  γραμμές, τα  χαρακτηριστικά  στοιχεία  και  τις  κατευθυντήριες  ιδέες  της  ιστορίας  και  του  πολιτισμού  του  Βυζαντίου.

Από  την  ημέρα  που, το  330, ο  Κωνσταντίνος  μετέφερε  την  πρωτεύουσα  της  μοναρχίας  από  τη  Ρώμη  στην  Κωνσταντινούπολη  μέχρι  την  ημέρα  που, το  1453, οι  Τούρκοι  κατέλαβαν  αυτή  την  πρωτεύουσα, η  βυζαντινή  αυτοκρατορία  διήρκεσε  πάνω  από  1000  χρόνια. Δεν  της  έλειπε  ούτε  το  μεγαλείο  ούτε  η  δόξα. Για  πολύ  καιρό  η  αυτοκρατορία  αυτή  κρινόταν  αυστηρά. Ακόμη  και  σήμερα  παλιές  και  επίμονες  προκαταλήψεις  της  αρνούνται  πολύ  συχνά  τη  δικαιοσύνη  που  αξίζει. Για  να  το  καταλάβουμε  αρκεί  να  θυμηθούμε  την  κακή  όσο  και  λυπηρή  σημασία  που  αποδίδεται, είτε  πρόκειται  για  ανθρώπους  ή  για  πράγματα, στο  προσδιοριστικό  επίθετο  βυζαντινός. Δεν  υπάρχει  αμφιβολία  ότι  αυτή  η  αυτοκρατορία  είχε  τα  ελαττώματα  και  τα  κακά  της. Ωστόσο  δεν  αξίζει  την  περιφρόνησή  μας. Αυτό  το  είχε  καταλάβει  πολύ  καλά, ήδη  από  τα  μέσα  του  17ου  αιώνα, ο  μεγάλος  σοφός, ο  Ducange, που  υπήρξε  ο  θεμελιωτής  της  επιστήμης  των  βυζαντινών  σπουδών. Κάτω  από  την  επιρροή  του  και  με  τα  πολύτιμα  σχόλιά  του  άρχισε  από  το  1648  η  πρώτη  συλλογή  βυζαντινών  ιστορικών, η  αξιοθαύμαστη  αυτή  σειρά  των  τριάντα  τεσσάρων  τόμων  in-folio  που  ονομάζουμε  Βυζαντινή  του  Λούβρου  και  για  την  οποία  έχει  ειπωθεί  σωστά  ότι  ήταν  «ένα  ασύγκριτο  μνημείο  της  λαμπρότητας  του  γαλλικού  πνεύματος». Και  στον  πρόλογο  του  πρώτου  τόμου, ο  Labbe, επιμένοντας  στο  ενδιαφέρον  αυτής  της  ιστορίας  «που  είναι  τόσο  αξιοθαύμαστη  λόγω  της  πληθώρας  των  γεγονότων, τόσο  ελκυστική  λόγω  της  ποικιλίας  των  πραγμάτων  και  τόσο  αξιοσημείωτη  λόγω  της  διάρκειας  της  μοναρχίας»  υποσχόταν  σε  όσους  επιχειρούσαν  αυτές  τις  σπουδές  «αιώνια  δόξα, πιο  ανθεκτική  από  το  μάρμαρο  και  το  χαλκό».

Ύστερα από αυτές τις  αξιόλογες, αλλά περιορισμένες προσπάθειες (ΒολφΛαμπέ), οι βυζαντινές σπουδές γνώρισαν την πρώτη τους άνθηση στη Γαλλία από τα μέσα του 17ου αιώνα και εξής. Στον επόμενο αιώνα όμως, κάτω από την επίδραση του ορθολογισμού, οι βυζαντινές σπουδές δοκίμασαν αισθητή κάμψη. Η εποχή του Διαφωτισμού έβλεπε με περιφρόνηση ολόκληρη τη μεσαιωνική περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας.

Βεβαίως, ο όρος «Μεσαίωνας» είναι παραπλανητικός καθώς δεν εκφράζει την αυτοσυνειδησία της εποχής του, αλλά αντανακλά απλώς αξιολογικές κρίσεις των ουμανιστών ιστοριογράφων για τους Μέσους Χρόνους και για την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο άνθρωπος των Μέσων Χρόνων σε Ανατολή και Δύση δεν ζούσε με την αντίληψη ότι η εποχή του ήταν «μεσαίωνας», δηλαδή κάτι το ενδιάμεσο μεταξύ δύο ιστορικών εποχών ή κάτι το «σκοτεινό» και παροδικό.

Πάντως, η ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, για τον Διαφωτισμό δεν ήταν παρά ένα «άχρηστο απάνθισμα ρητορισμών και θαυματουργιών» (Βολταίρος) ή ένα «πλέγμα επαναστάσεων, εξεγέρσεων και αισχροτήτων» (Μοντεσκιέ) ή, στην καλύτερη περίπτωση, ο τραγικός επίλογος της ένδοξης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Έτσι εμφανίζεται και στα φημισμένα έργα των Τσαρλς Λεμπό , 17011778«Ιστορία της Νεωτέρας Αυτοκρατορίας» και Εδουάρδου Γίββωνος «Ιστορία της παρακμής και πτώσεως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας».

Αν και οι θεωρίες αυτών των, πράγματι, μεγάλων ιστορικών έχουν πλέον ξεπεραστεί και αναγνωρίζονται ως μονόπλευρες , εχθρικές και ιστορικά αστήρικτες, εντούτοις στην εποχή τους και επί έναν σχεδόν αιώνα, επηρέασαν αρνητικά τις βυζαντινές σπουδές. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο παράθεμα: Georg Ostrogorsky 2002, σελ. 52. / Βλ. και Α.Α.Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453, μτφρ. Δημοσθ. Σαβράμη (Αθήνα: Μπεργαδής, 1954), σελ. 22: «…παρά την ζωηρή του περιγραφή…δεν είναι ασφαλώς το ύφος του εκείνο που χρειάζεται για να διεγείρη τον σεβασμό για τα πρόσωπα ή την περίοδο, με την οποία ασχολείται ή για να οδηγήση σε μια λεπτομερέστερη μελέτη τους. Ο απαράμιλλος του σαρκασμός και η υποτίμησι, βρίσκονται διαρκώς εν δράσει […] είναι ανίκανος να θαυμάση με ενθουσιασμό πράγματα ή πρόσωπα. Σχεδόν κάθε ιστορία, όταν την χειρίζονται με αυτόν τον τρόπο, αφίνει την αξιοκαταφρόνητη πλευρά της να κυριαρχή στην σκέψι του αναγνώστου. Ίσως καμιά ιστορία δεν θα έμενε αστιγμάτιστη με έναν τέτοιο χειρισμό. […] «Αυτός ο τρόπος διαχειρίσεως του θέματος», παρατηρεί ο J. Β. Bury «ανταποκρίνεται προς την περιφρονητική θέσι που παίρνει ο συγγραφεύς» […] Η ερμηνεία που δίνει ο Γίββων στην εσωτερική ιστορία της Αυτοκρατορίας, μετά τον Ηράκλειο, δεν είναι μόνον επιπόλαιη αλλά συγχρόνως δίνει λανθασμένη εντύπωσι των γεγονότων.»

Όπως επίσης έγραψε η καθ. Βυζαντινής ιστορίας Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου :

«Ή πνευματική ηγεσία της Ευρώπης του ΙΗ’ αιώνος περιφρονεί το Βυζάντιον…Διά την διαμόρφωσιν και διάδοσιν αυτών των αντιλήψεων σημαντική υπήρξεν η ευθύνη και του άγγλου ιστορικού Εδουάρδου Γίββωνος…Το πόνημα του γλαφυρού ιστορικού, παρά τον τίτλον του, περιλαμβάνει την ιστορίαν της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ανεξαρτήτως της αντιρρήσεως, πώς είναι δυνατόν παρακμή να διαρκή ένδεκα αιώνας, όσα μεσολαβούν από της ιδρύσεως της Κωνσταντινουπόλεως (324) μέχρι της πτώσεως της βασιλευούσης (1453), είναι φανερόν ότι ο συγγραφεύς δεν επεχείρησε να κατανοήση το Βυζάντιον εντός των ιστορικών του πλαισίων, ούτε αντελήφθη την συμβολήν του…»

Τελικά, το έντονο ενδιαφέρον για την ιστορία που εκδηλώθηκε κατά τον 19ο αιώνα και ιδιαίτερα στις τελευταίες δεκαετίες του, ευνόησε τις βυζαντινές σπουδές και αναβίωσε το ενδιαφέρον για τη βυζαντινή ιστορία στις προηγμένες χώρες της Ευρώπης.

Συνθετικά και συμπερασματικά μιλώντας, παρά  τη  μεγάλη  αυτή  προσπάθεια  της  γαλλικής  διανόησης, ο  18ος  αιώνας  ξεχνούσε  ή  περιφρονούσε  το  Βυζάντιο. Ο  Βολταίρος  δήλωνε  ότι  η  ιστορία  του  ήταν  απλώς  μια  «φρικτή  και  αηδιαστική»  σειρά  γεγονότων. Για  τον  Μοντεσκιέ, και  μετά  απ’  αυτόν  για  τον  Γίββωνα, η  βυζαντινή  αυτοκρατορία  δεν  ήταν  τίποτε  περισσότερο  από  την  παρακμή  της  ρωμαϊκής  αυτοκρατορίας. Και  ο  Lebeau  που  ανέλαβε  να  διηγηθεί  σε  τριάντα  τόμους  αυτή  την  ιστορία, την  έπνιξε κάτω  από  ένα  κύμα  πλήξης  που  ολοκλήρωσε  τον  εξευτελισμό  της. Μόνο  στα  μέσα  του  19ου  αιώνα  ξανάρχισε  το  ενδιαφέρον  για  τις  βυζαντινές  σπουδές. Στην  Ελλάδα, όπου  η  ιστορία  του  Βυζαντίου  φαινόταν  εθνική  ιστορία, εξέχοντες  λόγιοι  όπως  ο  Παπαρρηγόπουλος  και  ο  Λάμπρος  δημοσίευαν  σημαντικές  εργασίες. Στη  Ρωσία, που  είχε  αυτοαναγορευτεί  σε  κληρονόμο  του  Βυζαντίου  και  όπου  το  τελετουργικό  της  αυλής  των  τσάρων  εξακολουθούσε  να  δίνει  μια  ιδέα  γι’ αυτό  που  ήταν  κάποτε  το  ανάκτορο  και  η  αυλή  των  βυζαντινών  αυτοκρατόρων, εξέχοντες  λόγιοι, όπως  ο  Uspenskij  και  ο  Kondakov,μελετούσαν  με  σπάνια  διεισδυτικότητα  την  ιστορία  του  Βυζαντίου  και  της  βυζαντινής  τέχνης. Στη  Γερμανία  όπου, ήδη  από  το  1828, ο Niebuhr και  οι  συνεργάτες  του  είχαν  αναλάβει  την  επανέκδοση  των  βυζαντινών  ιστορικών  στη  συλλογή  των  πενήντα  τόμων  που  ονομάζουν  Βυζαντινή  Ιστορία  της  Βόννης, ο  Krumbacher  και  οι  διάδοχοί  του  στο  Πανεπιστήμιο  του  Μονάχου, ο  Strzygowski  και  οι  μαθητές  του  στο  Πανεπιστήμιο  της  Βιέννης, δημοσίευαν  έργα  γεμάτα  πρωτότυπες  απόψεις  και  νέες  ιδέες  σχετικά  με  την  ιστορία  της  βυζαντινής  αυτοκρατορίας  και  κυρίως  σχετικά  με  την  ιστορία  της  λογοτεχνίας  και   της  τέχνης  της. Αλλά  κυρίως  στη  Γαλλία, στην  πατρίδα  του  Ducange, εκδηλώθηκε  με  λαμπρότητα  η  αναγέννηση  των  βυζαντινών  σπουδών. Ο  Alfred  Rambaud, στο  ωραίο  βιβλίο  του  για  τον  Κωνσταντίνο  Πορφυρογέννητο, που  δημοσιεύτηκε  το  1871, ο  Bayet, ο  Gustave  Schlumberger  και  μετά  απ’  αυτούς  ο  Brehier, ο  Gabriel  Milletki, ο σπουδαίος, αξεπέρταστος ιστορικός και γοητευτικός αφηγητής Charles Diehl και άλλοι έδιναν  έργα  μεγάλης  αξίας  για  τη  βυζαντινή  ιστορία  και  τέχνη.  Στα  Πανεπιστήμια του Μονάχου, των Βρυξελλών, του Παρισιού, από τα τέλη ακόμη του 19ου αιώνα, δημιουργούνταν  σεμινάρια  όπου  γράφονταν  πολύτιμες  εργασίες  για  τις  υποθέσεις  του  Βυζαντίου. Και  από  όλες  αυτές  τις  έρευνες  έβγαινε  επιτέλους  μια  πιο  αληθινή  εικόνα  του  Βυζαντίου, μια  πιο  ακριβής  ιδέα  του  ρόλου  που  έπαιξε  στον  κόσμο  και  της  μεγάλης  θέσης  που  κατέχει  στην  ιστορία  του  μεσαίωνα.

Αφού  χαράξει κανείς  τις  βασικές  γραμμές  της  βυζαντινής  ιστορίας, θα  εξετάσει  τα  προβλήματα  που  αναγκάστηκε  να  αντιμετωπίσει  το  Βυζάντιο  και  θα  ερευνήσει  τον  τρόπο  με  τον  οποίο  τα  έλυσε. Η  μελέτη  του  λογοτεχνικού  κινήματος  και  των  καλλιτεχνικών  ρευμάτων  θα  ολοκληρώσει  την  εικόνα  αυτού  του  χαμένου  πολιτισμού. Φαίνεται επίσης  σκόπιμο  να  επισημανθούν  μερικά  από  τα  προβλήματα  που  εξακολουθούν  να  τίθενται  ακόμη  και  σήμερα  στη  βυζαντινή  ιστορία. Ίσως  αυτές  οι  ενδείξεις  να  κεντρίσουν  την  περιέργεια  ορισμένων   και  να  προκαλέσουν αναρωτήσεις και έρευνες  που  θα  είναι  πολύτιμες  για  την  καλύτερη  γνώση  των  πραγμάτων  του  Βυζαντίου.  Έτσι  θα  μπορέσουμε  να  ορίσουμε  ακριβώς  ποιο  ήταν  το  έργο  του  Βυζαντίου  και  που  ακόμη  και  μετά  την  πτώση  του  1453  διατηρήθηκε  σ’  ολόκληρη  την  Ανατολική  Ευρώπη. Ακόμη  κι αν κάποιοι  γνωρίζουν  ελάχιστα  αυτή  τη  χαμένη  ιστορία, θα  καταλάβουν με την απαραίτητη μελέτη ότι  η  λέξη  βυζαντινός  δεν  πρέπει  πια  να  θεωρείται  αναγκαστικά  υβριστική.

Κάποια  κείμενα εξεχόντων ιστορικών προσπαθούν  να  δείξουν  σε  μια  σειρά  από  πορτραίτα  πώς  ήταν   αυτή  κοινωνία  πριν  από  τις  σταυροφορίες ή πώς  ήταν  η  ίδια  αυτή  κοινωνία  κατά  και  μετά  τις  σταυροφορίες. Κατά  την  περίοδο  από  το  τέλος  του  10ου  αιώνα  ως  τα  μέσα  του  15ου , τίθεται  ένα  πολύ  σημαντικό  ιστορικό  και  ψυχολογικό  πρόβλημα, το  να  μάθουμε  σε  ποιο  βαθμό, σ’ αυτή  τη  συχνή  επαφή  που  υπήρχε  τότε  μεταξύ  Ελλήνων  και  Λατίνων, η  Δύση  διείσδυσε  και  μεταμόρφωσε  τις  βυζαντινές  ψυχές  και  ποιες  ανταλλαγές  ιδεών  και  ηθών  έγιναν  ανάμεσα  σε  δύο  πολιτισμούς  που  ήταν  για  πολύ  καιρό  ξένοι  και  εχθρικοί  μεταξύ  τους. Νομίζω  πως  δεν  θα  μπορούσαμε  να  βρούμε  πουθενά  καλύτερο  έδαφος  μελέτης  και  εμπειριών  για  να  λύσουμε  αυτό  το  πρόβλημα  απ’  όσο  στο  λεπτό  πνεύμα  των  γυναικών  που  ήταν  τόσο  πρόθυμο, μέσα  στην  περιπλοκότητά  του  να  υποστεί  όλες  τις  επιδράσεις  και  να  αντικατοπτρίσει  όλες  τις  τάσεις  του  περιβάλλοντος  όπου  εξελισσόταν  η  ζωή  τους.

Μπορεί, σύμφωνα με τη γυναικεία τους φύση, οι βυζαντινές αρχόντισσες να σύχναζαν στο πιο απόμακρο σημείο του βυζαντινού παλατιού, στους σκιερούς και γαλήνιους κήπους με τα κρυστάλλινα και γάργαρα νερά που σιγοψιθύριζαν με τη ροή τους γλυκύτατους ήχους και που, κατά τους χρονογράφους της εποχής τους, σχημάτιζαν ολόγυρά τους κάτι «σαν μια καινούρια Εδέμ», κάτι σαν «ένα δεύτερο παράδεισο» και στην οροφή του ιδιαίτερου κοιτώνα τους με τα χρυσά αστέρια έλαμπε στη μέση ο σταυρός, το σύμβολο της λύτρωσης και οι τοίχοι να έμοιαζαν σαν «σμαλτωμένο λιβάδι με λουλούδια», ώστε η αίθουσα να έχει πάρει το όνομα της Μούσας ή της Αρμονίας, αυτές όμως οι τόσο διαφορετικές μορφές φλέγονταν από ανησυχίες που κόχλαζαν εντός τους κι επεδίωκαν με πάθος να συμμετάσχουν στην πολιτική σκακιέρα, να διαπρέψουν στα γράμματα, να διαδώσουν τον πολιτισμό του Βυζαντίου.

Και  πάλι  σ’ αυτή  την  «πινακοθήκη»  θα  συναντήσουμε  τους  πιο  διαφορετικούς  τύπους: έντιμες  γυναίκες  και  άλλες  λιγότερο  έντιμες, αξιόλογα  πνεύματα  και  μέτριες  ψυχές, γυναίκες  πολύ  φιλόδοξες  και  ευλαβικά  άτομα  δοσμένα  εξ  ολοκλήρου  στην  αγιότητα  και  στην  πίστη. Μια  Άννα  Κομνηνή, μια  Ειρήνη  Δούκα, και  όλες  οι  ωραίες  γυναίκες  που  έσερνε  πίσω  του  ο  βυζαντινός  Δον  Ζουάν  Ανδρόνικος  Κομνηνός, και  άλλες  ακόμη, πριγκίπισσες  και  αστές, θα  δείξουν  πρώτα-πρώτα  τις  διάφορες  πλευρές  που  πρόσφερε  κατά  τον  12ο  αιώνα  στην  αυλή  και  στην  πόλη, στο  παλάτι  και  στο  μοναστήρι, στον  κόσμο  των  γραμμάτων  και  στο  περιβάλλον  των  πολιτικών, η  γεμάτη  ίντριγκες,  επαναστάσεις  και  περιπέτειες  κοινωνία  της  εποχής  των  σταυροφοριών.

Οπωσδήποτε, η γυναικεία παρουσία στη βυζαντινή κοινωνία συνέβαλε στη διαμόρφωσή της σε μια εποχή κατά την οποία το γυναικείο ιδεώδες συνδέεται στενά με τη φιλανθρωπία και την κοινωνική πρόνοια, σε αντίθεση με το ανδρικό ιδεώδες που σχετίζεται με πολέμους και βιαιότητες. Μάλιστα, ο ρόλος της αγίας γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία, ως προς τη βαρύτητά του στη δημιουργία προτύπων εναλλακτικής ή συμβατικής φύσεως, υπήρξε άλλοτε διαλυτικός κι άλλοτε ενδυναμωτικός του θεσμού του γάμου. Άλλωστε, ο τρόπος που απεικονίζεται η γυναίκα στη βυζαντινή αγιογραφία αλλά και σε κοσμικές παραστάσεις, όπως επίσης και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται στις ιστορικές πηγές είναι ιδιαίτερα αντιφατικός και αμφίσημος. Όσο για το ιδιαίτερο προφίλ που εμφανίζει η λόγια πριγκίπισσα Άννα η Κομνηνή, αυτό οφείλεται  στον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε στη διάσωση της αγαθής φήμης του αυτοκράτορα πατέρα της, στη σημαντική συμβολή της στην προβολή του ανδρικού αριστοκρατικού ιδεώδους και τέλος στη συμμετοχή της σε μια ελευθεριότητα απόψεων που διέκρινε αρκετές από τις γυναίκες της τάξης της. Για τη δράση των λιγότερο επώνυμων γυναικών και πολύ περισσότερο τη δράση των ανωνύμων γυναικών της μεσαίας και κατώτερης τάξης, αυτή υπήρξε έντονη κατά την περίοδο των μεγάλων αιρέσεων και κυρίως κατά την Εικονομαχία. Στις περιπτώσεις αυτές ολόκληρα πλήθη γυναικών, σύμφωνα με τις πηγές, εξέρχονται της ιδιωτικής σφαίρας της καθημερινότητάς τους και εισέρχονται σε μια συναρπαστικότερη δημόσια σφαίρα ζωής και δραστηριοποίησης.

Μεγάλο κεφάλαιο στην Ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι η μεταλαμπάδευση του βυζαντινού-ελληνικού πολιτισμού στη δυτική Ευρώπη από τις βυζαντινές πριγκίπισσες που παντρεύτηκαν ξένους ευγενείς. Όταν ο Όθων Β΄ παντρεύτηκε την πορφυρογέννητη πριγκίπισσα Θεοφανώ, ακολουθώντας την αποφασιστική αυτή γυναίκα πλήθος Ελλήνων απ’ την Ανατολή και τη νότιο Ιταλία ήρθαν στο βορρά και εντάχθηκαν οργανικά στη γερμανική αυτοκρατορική αυλή. Εκεί η Θεοφανώ σκανδάλισε τους ντόπιους αριστοκράτες διότι φορούσε μεταξωτά και έκανε μπάνιο, σύμφωνα με τις συνήθειες των Κωνσταντινοπολιτών: στην Κωνσταντινούπολη του 12ου αιώνα υπήρχαν 33 δημόσια λουτρά και, κατά μέσο όρο, οι Βυζαντινοί, αριστοκράτες και αστοί, λούζονταν σε αυτά 3 φορές την εβδομάδα. «Φριχτές» συνήθειες, που σύμφωνα με όραμα μιας αυστηρής καθολικής γερμανίδας μοναχής, θα την έστελναν στην κόλαση.(Στ. Ράνσιμαν, Βυζαντινός Πολιτισμός, Αθήνα 1979). Τα ίδια περίπου προβλήματα αντιμετώπισε στη Βενετία, όπου παντρεύτηκε, η εξαδέλφη της Μαρία η Αργυρή επειδή εισήγαγε τη χρήση του πιρουνιού.

Στη διάρκεια της μακραίωνης βυζαντινής ιστορίας αναφέρονται πολλές μορφωμένες και καλοαναθρεμμένες γυναίκες. Οι δυνατότητες, όμως, για τη μόρφωση εν γένει των γυναικών στο Βυζάντιο ήταν πολύ περιορισμένες. Μερικοί ιστορικοί, ερευνώντας τις πηγές, διαπίστωσαν ότι ήδη απ’ τον 4ο αιώνα υπήρχαν δάσκαλοι κοριτσιών και ήταν δυνατόν στις μεσαίες κοινωνικές τάξεις να τα στέλνουν μαζί με τα αγόρια στο σχολείο του Γραμματιστή (στοιχειώδης εκπαίδευση) για να μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν. Έχουμε ακόμη μαρτυρίες ότι όπως τα αγόρια πήγαιναν σε ανδρικά μοναστήρια για να διδαχθούν, όμοια και τα κορίτσια πήγαιναν σε γυναικεία. Είναι βέβαιο ακόμα ότι τα κορίτσια που ανήκαν σε πλουσιότερες τάξεις, έπαιρναν την ίδια περίπου μόρφωση με τα αδέρφια τους καθώς η διδασκαλία γινόταν στο σπίτι από ιδιωτικούς δασκάλους. Οπωσδήποτε όμως οι γυναίκες δεν μπορούσαν να πάνε στην ανώτατη εκπαίδευση.

Παρ’ όλες όμως αυτές τις δυσκολίες συναντούμε πολλές φωτισμένες γυναίκες με ευρύτατη πνευματική καλλιέργεια όπως η Υπατία στην Αλεξάνδρεια, φαινόμενο μοναδικό γυναίκας με πανεπιστημιακή μόρφωση, η Πουλχερία, αδερφή του Θεοδοσίου του Β΄ και η σύζυγός του Αθηναίδα-Ευδοκία κόρη του Αθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου, η οποία συνετέλεσε στη σύνταξη του «Θεοδοσιανού κώδικα», η  ποιήτρια Κασσιανή σπουδαία υμνωδός της ορθόδοξης Εκκλησίας, η μεγάλη ιστορικός Άννα Κομνηνή, συγγραφέας του ιστορικού έργου «Αλεξιάς» όπου εξιστορεί τα συμβάντα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού. Ήταν επίσης ερασιτέχνης γιατρός και γνώριζε τόσα πολλά για την ιατρική, όσα κι ένας επαγγελματίας γιατρός.

Διάσημες για τη μόρφωσή τους ήταν οι κόρες του Κων/νου του Ζ΄ του Πορφυρογέννητου, και η Ειρήνη, κόρη του μεγάλου Λογοθέτη Μετοχίτη. Πρέπει ακόμα ν’ αναφέρουμε την ανεψιά του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ του Παλαιολόγου Θεοδώρα Ραούλαινα Παλαιολογίνα που κατείχε πολλούς κώδικες με έργα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, ορισμένους από τους οποίους είχε αντιγράψει η ίδια. Πολλές γυναίκες στο Βυζάντιο είχαν γνώσεις Ιατρικής και εργάζονταν κυρίως στα γυναικεία τμήματα των νοσοκομείων όπου είχαν ίση θέση δίπλα στους άνδρες συναδέλφους τους.

Έκφραση της χαλάρωσης των παραδοσιακών ενδοοικογενειακών δομών ήταν η ενίσχυση και πάλι του ρόλου των γυναικών. Μολονότι οι οικογένειες παρέμεναν πατριαρχικές, οι γυναίκες, τουλάχιστον στις ανώτερες τάξεις, άρχισαν να παίζουν σημαντικό ρόλο. Η κοινωνική αυτή τάση, που χαρακτηρίζει την περίοδο των Κομνηνών, είναι εμφανής αν συγκρίνει κανείς τις κυρίες της αριστοκρατίας στα τέλη του 11ου και τον 12ο αιώνα με τις αντίστοιχες δέσποινες παλαιότερων εποχών. Η αυτοκράτειρα Ζωή (όπως και η αδελφή της Θεοδώρα), παρά την ιστορική σημασία της αφού ήταν τελευταία από τους ηγεμόνες της Μακεδονικής δυναστείας, ήταν μια πολιτικά θλιβερή μορφή, με ενδιαφέροντα στραμμένα λιγότερο προς τις κρατικές υποθέσεις και περισσότερο προς τη νυφική παστάδα, τα αρώματα και τις αλοιφές. Οι άλλες γυναίκες της εποχής της Ζωής, όπως περιγράφονται από τους χρονικογράφους, παρέμεναν επίσης μορφές του γυναικωνίτη και όχι της κοινωνικής ζωής. Από τα τέλη, όμως, του 11ου αιώνα, εμφανίζονται στους αυτοκρατορικούς κύκλους αρκετές δραστήριες, μορφωμένες και πολιτικά οξυδερκείς γυναίκες. Η Άννα Δαλασσηνή συγκυβερνούσε επίσημα με τον γιό της, τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄. Αλλά και η Ειρήνη Δούκαινα, σύζυγος του Αλεξίου Α΄, όχι μόνο ακολουθούσε τον σύζυγό της στις εκστρατείες του, αλλά και συνωμοτούσε ανοιχτά κατά του γιού της, Ιωάννη Β΄. Η Άννα Κομνηνή, κόρη του Αλεξίου Α΄, ήταν συγγραφέας, φιλότεχνη και η ψυχή ενός πολιτικού και φιλολογικού κύκλου που αντιτασσόταν στον ανιψιό της Μανουήλ Α΄. Η σεβαστοκρατόρισσα Ειρήνη, χήρα του Ανδρονίκου, δεύτερου γιού του Ιωάννη Β΄, υπήρξε προστάτις και χορηγός πολλών λογίων και συγγραφέων. Όπως η Άννα Κομνηνή, αντιπολιτευόταν και αυτή τον κουνιάδο της, Μανουήλ Α΄. Για λογαριασμό της ο Πρόδρομος ή ψευδο-Πρόδρομος έγραψε ένα μακροσκελές ποίημα, που περιείχε αρκετές εκφράσεις της καθομιλουμένης και απευθυνόταν στον Μανουήλ Α΄. Στο έργο αυτό, η Ειρήνη εμφανίζεται να κατηγορεί θαρραλέα τον αυτοκράτορα ότι την καταδιώκει αδίκως. Η Μαρία Κομνηνή, κόρη του Μανουήλ Α΄, μαζί με τον σύζυγό της, καίσαρα Ιωάννη (Renier του Μομφερράτου), τέθηκε επικεφαλής της αριστοκρατικής συνωμοσίας του 1181, που κατέληξε σε ένοπλες αψιμαχίες στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Στα τέλη του 12ου αιώνα, η Ευφροσύνη, σύζυγος του Αλεξίου Γ΄ Αγγέλου, διηύθυνε ουσιαστικά τις κρατικές υποθέσεις, και όποιος επιζητούσε την αυτοκρατορική εύνοια απευθυνόταν σ’ εκείνη. Ενώ απομακρύνθηκε από την πρωτεύουσα με την κατηγορία της απιστίας, κατόρθωσε αργότερα να επιστρέψει, να εκδικηθεί τους εχθρούς της και να ανακτήσει την πρότερη θέση της.

Γοητευτικές και κακομούτσουνες, ενάρετες και διεφθαρμένες, πειθαρχημένες και γεμάτες αναίδεια, οι γυναίκες περνούν μέσα από τη Βυζαντινή Ιστορία, άλλοτε κηλιδωμένες με αίμα και λάσπη, άλλοτε στεφανωμένες με όλες τις αρετές: αιώνια γοητευτικές, που η χάρη τους, ξεφεύγοντας από τη φθορά των αιώνων, συνεχίζει να συγκινεί τις καρδιές και τις φαντασίες.

Κυρίως  όμως αξίζει να  μελετηθούν  προσεκτικά  οι  μορφές  που  μας  δείχνουν  ποια  ήταν  τα  αποτελέσματα  της  επαφής  μεταξύ  Ελλήνων  και  Λατίνων: βυζαντινές  πριγκίπισσες  που  μερικές  φορές -σπάνια-  έφυγαν  από  την  πρωτεύουσα  του  Βοσπόρου  για  ν’ ανέβουν  σε  κάποιο  θρόνο  της  Δύσης, πριγκίπισσες  της  Δύσης, περισσότερες  αυτές, που  ήρθαν  από  τη  Γερμανία, τη  Γαλλία  ή  την  Ιταλία, να  καθίσουν  στο  θρόνο  των  Καισάρων, πριγκίπισσες  της  Συρίας, απόγονοι  μεγάλων  γαλλικών  οικογενειών  που  μεταφυτεύτηκαν  στην  Ανατολή  και  που  πολλές  φορές  γέμισαν  το  βυζαντινό  κόσμο  με τη  λάμψη  των  περιπετειών  τους. Θα  βρούμε  μια  ολόκληρη  σειρά -με  αρκετό  ενδιαφέρον  για  την  ιστορία-  από  ρομαντικές, μελαγχολικές  ή  τραγικές  υπάρξεις  που  συμβολίζουν  και  εξηγούν  πολύ  καλά  τη  θεμελιώδη  και  αιώνια  έλλειψη  συνεννόησης  που  χώριζε  πάντα  αυτούς  τους  δύο  εχθρικούς  και  αντίπαλους  κόσμους  παρά  τις  προσπάθειές  τους  να  πλησιάσουν  και  να  καταλάβουν  ο  ένας  τον  άλλο. Και  τέλος, θα  είναι  ίσως  ενδιαφέρον  να  συμπληρώσουμε  τις  πληροφορίες  που  μας  δίνει  η  πραγματικότητα  της  ιστορίας  με τις  πληροφορίες  που  μας  δίνουν  τα  μυθιστορήματα. Κι  εδώ  θα  δούμε  ποια  ήταν  η  θέση  της  γυναίκας  στην  ιπποτική  κοινωνία  της  εποχής  αυτής  και  από  ποιες  απόψεις  αυτή  η  κοινωνία  διαμορφώθηκε  πάνω  στα  πρότυπα  των  ηθών  των  αυλικών  της  Δύσης. Έτσι, αναβιώνοντας  μερικές  από  τις  χαμένες  μορφές  της  εποχής  των  Κομνηνών  και  των  Παλαιολόγων, μια  χρήσιμη  συνεισφορά  στην  ιστορία  του  βυζαντινού  πολιτισμού, ρίχνουμε  κάποιο  φως  στην  εξέλιξη  του  κόσμου  της  Ανατολής  όπως  μεταμορφώθηκε  κατά  την  επαφή  του  με  τους  Λατίνους, αποκτούμε συνείδηση της πολυπλοκότητας και αντιφατικότητας ενός τόσου μακρινού μα, συνάμα, τόσου γοητευτικού ελληνορωμαϊκού- ελληνικοανατολικού ευρωπαϊκού κόσμου…

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Καρόλου Ντήλ, Βυζαντινές μορφές, Πορτραίτα Βυζαντινών, εκδ. Ωκεανίδα 2003.Καρόλου Ντήλ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. Ηλιάδη

Mango, Cyril. Βυζάντιο: Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. Μτφρ. Δημήτρης Τσουγκαράκης. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (Μ.Ι.Ε.Τ.), 1988.

Nicol, Donald M. Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου, 1261-1453. Μτφρ. Στάθης Κομνηνός. Αθήνα: Παπαδήμας, 1996. Nicol, Donald M. Βυζάντιο και Βενετία. Μτφρ. Χριστίνα-Αντωνία Μουτσοπούλου. Αθήνα: Παπαδήμας, 2004.

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, βυζαντινολόγος,  Άγιες Γυναίκες στο Βυζάντιο,  16-4-2005. http://www.archive.gr

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός(ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας), Οι αντιλήψεις για τα δύο φύλα στο πρώιμο Βυζάντιο, 6-5-2005. http://www.archive.gr

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Ιστορικός-φιλόλογος (ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας Α.Π.Θ.), Γάμος και αγιότητα στη Μέση Βυζαντινή Περίοδο, 1-6-2005. http://www.archive.gr

Ostrogorsky, Georg. Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, 3 τόμοι. Μτφρ. Ιωάννης Παναγόπουλος. Αθήνα: Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, 2002.

Χριστοφιλοπούλου, Αικατερίνη. Βυζαντινή Ιστορία, 3 τόμοι. Αθήνα: Ηρόδοτος, 2006.

Vasiliev, Α.Α. Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453. Μτφρ. Δημοσθ. Σαβράμη. Αθήνα: Μπεργαδής, 1954.

Στήβεν Ράνσιμαν, Βυζαντινός Πολιτισμός, μτφρ. Δέσποινας Δετζώρτζη, (Αθήνα: Γαλαξίας-Ερμείας, 1969)

“Οικονομικές κρίσεις, κοινωνικές δυσπραγίες και δημοσιονομικές δυσκολίες στο Βυζαντινό Κράτος: Εκκλησία, κράτος και αστικές γαίες”, της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*, φιλολόγου-ιστορικού, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ., Δ/ντριας 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

 

“Οικονομικές κρίσεις, κοινωνικές δυσπραγίες και δημοσιονομικές δυσκολίες στο Βυζαντινό Κράτος: Εκκλησία, κράτος και αστικές γαίες”, της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*, φιλολόγου-ιστορικού, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ., Δ/ντριας 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

 «Σύνοψη οικονομικής ιστορίας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας»

Περιεχόμενα:

Τα δημοσιονομικά πλαίσια

Τα κύρια στοιχεία της κρίσεως

Η άμεση φορολογία

Η έμμεση φορολογία

Διάφορα τέλη – δικαιώματα

Η αναδιοργάνωση τους κράτους από τους Κομνηνούς

Οι σκοτεινοί χρόνοι του Βυζαντίου

Α) Τα στρατιωτικά κτήματα

Β) Τα ιδιωτικά κτήματα

1)    Τα δημοσιονομικά πλαίσια

Τα μέτρα του Διοκλητιανού και στη συνέχεια του Μεγάλου Κωνσταντίνου για τη θεραπεία της οικονομικής κρίσεως του 3ου αι., είχαν δημοσιονομικό κυρίως χαρακτήρα: πρόκειται για νομισματικές και φορολογικές ιδιαίτερα μεταρρυθμίσεις. Το περιεχόμενο και οι μηχανισμοί του φορολογικού συστήματος και οι συνέπειες τους στις δομές όλων των τομέων της οικονομίας ήταν τέτοιες, ώστε ανοίγουν μια νέα ιστορική περίοδο, κατά την οποία ο κρατικός παρεμβατισμός αποτελεί έναν από τους κυριότερους παράγοντες της οικονομικής εξέλιξης της αυτοκρατορίας. (η συνέχεια στο

http://www.24grammata.com/wp-content/uploads/2012/02/Eliade-ekonomiki-byzanzio-24grammata.com_.pdf )

 

«Εξερευνώντας το Μυστρά», Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας Α.Π.Θ.) Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

«Εξερευνώντας το Μυστρά»

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας Α.Π.Θ.) Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

«Εξερευνώντας το Μυστρά»
Στις βόρειες πλαγιές του Ταΰγετου, σε απόσταση έξι χιλιομέτρων βορειοδυτικά της
σημερινής Σπάρτης, υψώνεται ένα πρόβουνο απότομο, ξεκομμένο από το κύριο σώμα
της οροσειράς. Ο Μυστράς, που η κορυφή του φτάνει σε ύψος 621 μέτρα, αποτελεί
μια τοποθεσία εξαιρετικά ισχυρή, γιατί είναι φυσικά απροσπέλαστη από τη Ν. και τη
ΝΑ πλευρά, όπου η πλαγιά γκρεμίζεται κατακόρυφα στο σκοτεινό βάθος. Από τις
άλλες πλευρές, που είναι και αυτές πολύ απότομες, οι προσβάσεις ήταν εύκολο να
οχυρωθούν.
Η ονομασία του σχετίζεται ετυμολογικά με τη μυζήθρα, από το κωνικό σχήμα του
βουνού με το αυστηρό περίγραμμα και τα δαντελωτά ερείπια. Φτάνεις κοντά και
σχεδόν ξαφνικά προβάλλει η μεσαιωνική πολιτεία. Χαμηλά πίσω από το τείχος,
ορθώνονται εκκλησίες και μοναστήρια, σπίτια δίπατα και τρίπατα. Ξεχωρίζουν τα
παλάτια και άλλες εκκλησίες και άλλα σπίτια αμέτρητα. Στην κορυφή περήφανος
πολέμαρχος, στέκει το κάστρο. Η θέση του ήταν επίκαιρη γιατί κατά κάποιο τρόπο
έφραζε το «δρόγγο του Μελιγού» μια βαθιά ρεματιά που οδηγεί στα απρόσιτα
καταφύγια όπου ζούσαν ατίθασες σλαβικές φυλές, οι Μηλιγγοί.
Αυτή η φυσική ευλογία για αμυντική οχύρωση, αλλά και η επίκαιρη και κεντρική
για το Μοριά θέση, καθόρισαν την τύχη του Μοριά, που ήταν γραπτό να οχυρωθεί
από τους Φράγκους, για να περιφρουρήσει διακόσια χρόνια την ακμαία καρδιά του
τελευταίου μεσαιωνικού ελληνισμού. Την εξέλιξη σε μια από τις σημαντικότερες
πόλεις του Μοριά ευνόησε και η διαμόρφωση του ίδιου του Μυστρά, που είχε στην
κορυφή ευρύχωρο πλάτωμα για να κτιστεί το κάστρο και στη βορινή ράχη του άλλο
πλάτωμα, όπου κτίστηκαν τα παλάτια, αφήνοντας αρκετό χώρο για την πλατεία. Τον
«φόρο» των βυζαντινών.
Ο αρχικός συνοικισμός έξω από το κάστρο πρέπει να δημιουργήθηκε στη δεύτερη
πενταετία του 13ου αιώνα, δίπλα στα παλάτια και πάνω από την πλατεία, που ήταν
ελεύθερη. Εκεί βρίσκονται οι παλαιότερες κατοικίες του Μυστρά. Στη νότια πλευρά
της πλατείας κτίστηκε κατά τα μέσα του 14ου αιώνα και η Μονή Ζωοδότου- η
σημερινή Αγία Σοφία- που ήταν η εκκλησία του παλατιού. Έξω από τον περίβολο
είχαν κτιστεί μετά το 1260, η Μητρόπολη, αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο. Όταν τα
σπίτια απλώθηκαν έξω από το τείχος αναγκάστηκαν να περιβάλλουν και αυτό το
μέρος με ένα δεύτερο τείχος. Η καινούργια αυτή συνοικία λεγόταν Μεσοχώρα ή
Κατωχώρα, για διάκριση από την παλιότερη τη Χώρα ή Πάνω Χώρα.
Από τη μεγάλη αυτή μεσαιωνική πολιτεία μένουν σήμερα : το περήφανο κάστρο,
μεγάλα τμήματα από τα γερά τείχη, τα μοναστήρια, οι εκκλησίες, τα παλάτια, οι
δρόμοι και τα καλντερίμια, πολλές φορές σκεπασμένα με καμάρες και εκατοντάδες
σπίτια πεσμένα σε ερείπια. Ο τόπος αυτός κατοικήθηκε ως τα 1830 περίπου και
πολλά από τα ερειπωμένα σπίτια είναι τουρκικής εποχής. Οι Τούρκοι είχαν κτίσει
ελάχιστα τζαμιά και δημόσια κτίρια, γιατί χρησιμοποιούσαν τα βυζαντινά,
μετατρέποντας και εκκλησίες σε τεμένη, όπως έγινε με την Αγία Σοφία. Έτσι, ο
αρχικός πολεοδομικός χαρακτήρας του Μυστρά διατηρήθηκε μέσα στους αιώνες.
Για το Μυστρά, πριν από την ίδρυση του κάστρου (1249), δεν έχουμε καμιά θετική
πληροφορία. Αλήθεια είναι ότι στα στακτήρια του Μυστρά συναντούμε αρχαίες
επιγραφές εντοιχισμένες ή άλλα κομμάτια της αρχαιότητας αλλά κανένα ίχνος
προκλασικής ή κλασικής κατοικίας δεν έχει ακόμη εντοπιστεί επιτόπου ή στα άμεσα
περίχωρα. Την προσοχή μας κινεί στην αυλή της Μητρόπολης μια σαρκοφάγος που
επί αιώνες χρησίμευε για να δέχεται το νερό της βρύσης, κάτω στη θέση που εξαιτίας
της λέγεται «μάρμαρα». Όταν έκτιζαν το Μυστρά, έφεραν από τη Σπάρτη, τη
μεσαιωνική Λακεδαιμονία, έτοιμα πελεκημένα ή σκαλισμένα κομμάτια, παίρνοντάς
τα από γκρεμισμένες εκκλησίες και σπίτια της εγκαταλειμμένης πολιτείας.
Πριν ακόμα κτίσει ο Βιλλαρδουίνος το κάστρο, η τοποθεσία λεγόταν Μυζηθράς και
αυτό το όνομα διατήρησε η πρωτεύουσα του δεσποτάτου ως τις μέρες μας, κάπως
συντομευμένο. Το όνομα πρέπει να προέρχεται από κάποιον ιδιοκτήτη της περιοχής
που ήταν Μυζηθράς το όνομα ή το επάγγελμα. Η Μητρόπολη λένε ότι υπήρχε πριν
από το 1249. Άλλες ενδείξεις επιγραφικές ή αρχαιολογικές για άλλα κτίρια δεν
υπάρχουν.
Η ίδρυση του κάστρου του Μυστρά το 1249 σημειώνει τον τελικό σταθμό στην
προσπάθεια των Φράγκων να πραγματοποιήσουν στην Πελοπόννησο την κυριαρχία
που τους είχε επιδικαστεί στα 1204, μετά την άλωση της Πόλης και την κατάλυση της
Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τη Δ΄ Σταυροφορία και τη διανομή της μεταξύ των
Φράγκων.
Ο Γουλιέλμος Β΄ ο Βιλλαρδουίνος υπέταξε το 1248 τη Μονεμβασιά, τη Μάνη, τις
σλαβικές περιοχές του Ταΰγετου καθώς και το πριγκιπάτο της Αχαΐας. Για να
σταθεροποιήσει τις κατακτήσεις αυτές έκτισε το 1249 το κάστρο του Μυστρά. Στη
Μεγάλη Μάϊνα έκτισε άλλο ένα κάστρο κι έτσι ανάγκασε τις σλαβικές φυλές της
περιοχής να υποταχτούν. Το 1259 στη μάχη της Πελαγονίας πιάστηκε αιχμάλωτος.
Προκειμένου λοιπόν να ελευθερωθεί αναγκάστηκε να παραχωρήσει το 1262 στους
Έλληνες τα κάστρα της Μονεμβασιάς και της Μεγάλης Μαίνης.
Μετά το 1262 την ελληνική περιοχή του Μοριά κυβερνά ένας Βυζαντινός
στρατηγός «η κεφαλή» που εδρεύει στο Μυστρά και αλλάζει κάθε χρόνο. Ανάμεσα
στους Φράγκους και τους Βυζαντινούς εξακολουθεί ένας ασίγαστος πόλεμος χωρίς
κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Οι Έλληνες κάτοικοι της Σπάρτης υποφέρουν από τις επιδρομές και μετοικούν στο
ασφαλέστερο κάστρο, κι έτσι ο Μυστράς διαμορφώνεται σε πόλη. Μετά το 1264
κτίζεται η Μητρόπολη αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο πιθανόν από το μητροπολίτη
Ευγένιο, ιδρύονται μοναστήρια, μεγαλώνουν τα παλάτια, κι έτσι αρχίζει να
dημιουργείται πνευματική ζωή.
Οι κυριότεροι σταθμοί εξέλιξης του Μυστρά καθώς και τα σημαντικότερα γεγονότα
μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Το 1308 καταργείται ο τίτλος του στρατηγού και την εξουσία αναλαμβάνουν
μόνιμοι πλέον διοικητές όπως, ο Καντακουζηνός (1308-1316) και ο Ανδρόνικος
Παλαιολόγος Ασάν (1316-1321).
Στα μέσα του 14ου αιώνα ο διοικητής γίνεται ισόβιος, λαμβάνει τον τίτλο του
δεσπότη και δημιουργείται το «δεσποτάτο του Μορέως», το οποίο από τώρα και
μέχρι το 1460 θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο αντιμετωπίζοντας με επιτυχία τα
οργανωμένα ή ανοργάνωτα πλήθη των Σλάβων, Φράγκων, Αλβανών, που
κατεβαίνουν ως την Πελοπόννησο.
Το 1460 ο Δημήτριος Παλαιολόγος παραδίδει, χωρίς μάχη, τον Μυστρά στους
Τούρκους.
Τα θεμέλια του νέου ελληνικού κράτους πρώτος τα έβαλε ο Μανουήλ
Καντακουζηνός (1348-1380), γιός του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ΄. Αυτός οργάνωσε
την περιοχή, δέχτηκε νέους κατοίκους, στερέωσε την ειρήνη και την ευημερία και
έκτισε αρχοντικά και ναούς. Στη συνέχεια, έγιναν δεσπότες ο Ματθαίος
Καντακουζηνός (1380-1383) και ο Δημήτριος (1383-1384). Με το δεσπότη Θεόδωρο
Α΄ Παλαιολόγο (1384-1407) η εξουσία πέρασε στους Παλαιολόγους οι οποίοι
επεξέτειναν τα όρια του δεσποτάτου καταλαμβάνοντας ολόκληρη την Πελοπόννησο.
Με τον διάδοχο του Θεόδωρο Β΄ (1407-1443) που ήταν δευτερότοκος γιός του
αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ εγκαινιάστηκε μια νέα περίοδος ακμής και στενών
σχέσεων Μυστρά και πρωτεύουσας. Η περίοδος αυτή, ευημερίας και δόξας
συνεχίστηκε και με το νεότερο αδελφό του Κωνσταντίνο Παλαιολόγου (1443-1449),
που έμελλε να στεφθεί αυτοκράτορας του Βυζαντίου στις 6 Ιανουαρίου 1449 στον
Άγιο Δημήτριο, στη Μητρόπολη δηλαδή του Μυστρά και από εκεί να ταξιδέψει στην
Κωνσταντινούπολη και να την υπερασπιστεί γενναία ως τις 29 Μαΐου 1453, οπότε
έπεσε ηρωικά πολεμώντας τους Τούρκους κατακτητές.
Θα πρέπει να επισημανθεί ο ξεχωριστός ρόλος του Μυστρά στα χρόνια των
Παλαιολόγων, προπαντός σε πολιτιστικά ζητήματα. Η μικρή πολιτεία συγκεντρώνει
την παιδεία και την πνευματική ζωή και γίνεται πόλος έλξεως καλλιτεχνών,
επιστημόνων, λογίων και φιλοσόφων. Είναι γνωστή η δράση του μεγάλου
νεοπλατωνικού φιλοσόφου Γεωργίου Γεμιστού Πλύθωνος, ο οποίος ίδρυσε
φιλοσοφική σχολή και επηρέασε με τη διδασκαλία του την νεοελληνική σκέψη,
ακόμη και στα χρόνια της τουρκοκρατίας.
Κατά την τουρκοκρατία ο Μυστράς έπαψε να έχει την πρωτεύουσα θέση που είχε
στην προηγούμενη περίοδο. Ήταν κατά καιρούς έδρα πασά και μόνιμη έδρα
βιλαετιού, που είχε στην περιοχή του 108 χωριά. Οι Ενετοί επιχείρησαν μάταια να
εκπορθήσουν το κάστρο το 1464. Το 1687 ο Ενετός Μοροζίνης κατόρθωσε να πάρει
το Μυστρά. Αν και οι θαλασσινοί Ενετοί μεταφέρουν τη διοίκηση της επαρχίας
Λακωνίας στη Μονεμβασιά, ο Μυστράς έχει ακόμη ακμαίο εμπόριο, παράγει και
εξάγει μετάξι. Τότε κτίζεται και ο περίβολος της Περιβλέπτου με τη μνημειώδη
είσοδο. Στα 1715 ξαναπαίρνουν το κάστρο οι Τούρκοι και το χρησιμοποιούν για
βάση πολεμικών επιχειρήσεων κατά της Μάνης. Το 1770 ο Μυστράς ελευθερώνεται
λίγους μήνες για να δεχθεί άγρια επίθεση των Αλβανών, που έσφαξαν και έκαψαν τα
πάντα και καταδυνάστεψαν τον τόπο δέκα χρόνια.
Στις αρχές του 19ου αιώνα υπάρχουν περισσότερα ερείπια παρά όρθια σπίτια. Η
παραγωγή του μεταξιού πέφτει στο ένα έβδομο της προηγούμενης. Με την ελληνική
επανάσταση ελευθερώνεται και πάλι αλλά στις αρχές του 19ου αιώνα καταστρέφεται
από τους Αιγυπτίους του Ιμπραήμ. Από τότε παύει να είναι αξιόλογο κέντρο.
Κατά το τέλος του 19ου αιώνα αρχίζει μια καινούργια εποχή για το Μυστρά που
οφείλεται στην άνθιση των βυζαντονολογικών σπουδών στην Ευρώπη. Η ελληνική
επιστήμη αγάπησε το Μυστρά.
Για τη βυζαντινή τέχνη αρχιτεκτονική και ζωγραφική ο Μυστράς αποτελεί το
«κύκνειο άσμα» της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Το κάστρο, το τριπλό τείχος, οι
πύλες, τα παλάτια, τα αρχοντικά, οι δρόμοι και οι ναοί αποτελούν τα εξαίσια
δείγματα ενός πολιτισμού που άνθισε από τα μέσα του 13ου μέχρι και τα μέσα του
15ου αιώνα. Ιδιαίτερα οι ναοί σηματοδοτούν την τελευταία μεγάλη φάση της
βυζαντινής τέχνης και διαμορφώνουν στην εντοίχια ζωγραφική τα πρότυπα πάνω στα
οποία θα στηριχθεί και θα εμπνευστεί η επόμενη περίοδος της μεταβυζαντινής τέχνης.
Τα παλάτια βρίσκονται στην Άνω Χώρα και η πρόσβαση από την Κάτω γινόταν
μέσω της πύλης της Μονεμβασιάς. Σε ευρύχωρο πλάτωμα, με θαυμάσια θέα,
υψωνόταν εντυπωσιακό και μεγάλο το συγκρότημα του Παλατιού, σχηματίζοντας
ορθή γωνία. Μπροστά του διαμορφωνόταν πλατεία, όπου γίνονταν οι δημόσιες
συγκεντρώσεις, τελετές και άλλες επίσημες εκδηλώσεις. Στον ίδιο χώρο, επί
τουρκοκρατίας, γινόταν το παζάρι. Τα παλάτια κτίστηκαν και συμπληρώθηκαν σε
διάφορες εποχές γι’ αυτό κι έχουν διαφοροποιημένα τα χαρακτηριστικά τους.
Τα αρχοντικά επιμήκη παραλληλόγραμμα στο σχέδιο, έχουν δύο μέχρι τρία
πατώματα, καμαρωτό ή θολωτό ισόγειο, αποθήκες και στάβλους, μεγάλη αίθουσα
στον πρώτο όροφο, υπνοδωμάτια και μαγειρεία. Η πρόσοψη, στην οποία
διαμορφώνεται ο εξώστης, βλέπει προς τη κοιλάδα του Ευρώτα. Τα αρχοντικά ήταν
κτισμένα με πελεκητή πέτρα, διατηρούσαν συνεχώς αυλή και μερικά διέθεταν και
ισχυρό πύργο. Έτσι όπως υψώνονται μέχρι σήμερα στο χώρο της νεκρής πολιτείας,
μάρτυρας μιας εποχής δημιουργικής, μας αποκαλύπτουν πολλά και θαυμαστά
στοιχεία της κοσμικής αρχιτεκτονικής από το 13ο μέχρι το 17ο αιώνα. Τα
ονομαστότερα αρχοντικά είναι το σπίτι του Φραγκόπουλου και το σπίτι του
Λάσκαρη.
Στολίδι και καύχημα του Μυστρά αποτελούν οι επτά φημισμένοι ναοί του:
1. Άγιος Δημήτριος. Πρόκειται για τη Μητρόπολη του Μυστρά, που κτίστηκε το
1292 από τον Μητροπολίτη Νικηφόρο Μοσχόπουλο κατά την επιγραφή, ο οποίος
έφερε από την Κωνσταντινούπολη το αρχιτεκτονικό σχέδιο. Το αρχικό σχέδιο ήταν
τρίκλιτη βασιλική. Στην ανατολική πλευρά, οι τρεις ημιεξάγωνες, κόγχες στολίζονται
με πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Κατά τον 15ο αιώνα, ο Μητροπολίτης Ματθαίος
ύψωσε την ανωδομία και μετέτρεψε την δίρριχθη στέγη, μεταπλάθοντας την σε
σταυρόσχημη και προσθέτοντας πέντε τρούλους με μεγαλύτερο τον κεντρικό.
Διαμόρφωσε επίσης τον εσωτερικό δυτικό χώρο σε γυναικωνίτη. Διαμορφώθηκε με
αυτόν τον τρόπο σύνθετος περίεργος τύπος, τρίκλιτη βασιλική στην κάτοψη και
σταυροειδής εγγεγραμμένος πεντάτρουλλος στην άνοψη. Ο ναός στολίζεται με
πλούσιο γλυπτό διάκοσμο. Στο κέντρο του μεσαίου κλίτους στο δάπεδο, σώζεται
μέχρι σήμερα το οικόσημο των Παλαιολόγων, ανάγλυφος δικέφαλος αετός, πάνω
στον οποίο στάθηκε κατά τη σκέψη του ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου.
Οι τοιχογραφίες του Αγίου Δημητρίου αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα της τέχνης
του 14ου αιώνα και των τάσεων της εποχής. Βορειοδυτικά του ναού διατηρείται
διώροφο πετρόχτιστο οικοδόμημα, που είχε χτίσει ο μάρτυρας μητροπολίτης Ανανίας
Λαμπάρδης (1754) και αποτελούσε την κατοικία του εκάστοτε Μητροπολίτη επί
τουρκοκρατίας. Σήμερα είναι μουσείο.
2. Ευαγγελίστρια. Βρίσκεται κοντά στη Μητρόπολη και ανήκει στον δικιόνιο
σταυροειδή εγγεγραμμένο τύπο. Τοποθετείται στα τέλη του 14ου ή στις αρχές του
15ου αιώνα. Πρόκειται για μικρό ναό με κομψές αναλογίες, κύριο χαρακτηριστικό
γνώρισμα του οποίου αποτελεί ο πρωτότυπος και θαυμάσιος γλυπτός διάκοσμος.
Τόσο ωραίος είναι ώστε, καθώς σημειώνει ο Χατζηδάκης «τα θέματα και ο τρόπος
της εργασίας μοιάζουν σαν λαϊκά κεντήματα πάνω σε ύφασμα». Σώζονται ελάχιστες
τοιχογραφίες. Οι δύο επόμενοι ναοί, οι Άγιοι Θεόδωροι και η Παναγία Οδηγήτρια,
περιλαμβάνονται στο Βροντόχι, περιτειχισμένο μοναστηριακό συγκρότημα. Το
Βροντόχι απολάμβανε μεγάλων τιμών από την κεντρική εξουσία, δεχόταν
αυτοκρατορικές δωρεές, είχε σπουδαία βιβλιοθήκη, αποτελούσε το κέντρο της
πνευματικής κίνησης του Μυστρά και ήταν σύγχρονος τόπος ταφής των δεσποτών.
3. Άγιοι Θεόδωροι. Ο ένας από τους δύο ναούς του Βροντοχίου. Χτίστηκε στο
χρονικό διάστημα από το 1290 μέχρι το 1298 από τον ηγούμενο Δανιήλ και το μέγα
πρωτοσύγκελο Πελοποννήσου Παχώμιο. Ανήκει στον οκταγωνικό τύπο και στις
τέσσερις γωνίες διαμορφώνονται ισάριθμα νεκρικά παρεκκλήσια όπου θάβονταν οι
δεσπότες. Η εξωτερική του εμφάνιση με τις αλλεπάλληλες στέγες, τις καμάρες, τον
μεγάλο κεντρικό τρούλο, τα τοξωτά παράθυρα, τις οδοντωτές ταινίες και το
πλινθοπερίκλειστο σύστημα, διαμορφώνουν ένα σύνολο όπου επικρατεί η κομψότητα
και η χάρη, η λεπτή γραμμή και η αρμονική σύνθεση. Οι λίγες τοιχογραφίες που
σώζονται ανήκουν στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα και φέρουν καταφανή την
επίδραση της Μακεδονικής Σχολής.
4. Παναγία Οδηγήτρια ή Αφεντικό. Ιδρύθηκε από τον Αρχιμανδρίτη Παχώμιο το
1310 πάνω σε κωνσταντινουπολίτικο σχέδιο. Είναι ο πρώτος ναός του Μυστρά που
εφαρμόζει σύνθετο αρχιτεκτονικό τύπο: τρίκλιτη βασιλική στην κάτοψη και πάνω
τετρακίονος σταυροειδής πεντάτρουλος, σχήμα που θα εφαρμοστεί αργότερα και
στην Παντάνασσα. Στα πλάγια διαμορφώνονται στοές και παρεκκλήσια.
Χρησιμοποιήθηκαν στο χτίσιμο πωρόλιθοι και δουλεύτηκε το μάρμαρο για την
εσωτερική επένδυση, δείγμα της οικονομικής ευχέρειας που υπήρχε. Το 1863
αφαιρέθηκαν οι κίονες και οι στέγες με τους τρούλους κατέρρευσαν. Αλλά από το
934 και έπειτα οι κίονες μεταφέρθηκαν ξανά από τη Μητρόπολη, η στέγη με τους
πέντε τρούλους αναστηλώθηκε και ο ναός επανέκτησε την πρώτη του μορφή. Ο
τοιχογραφικός διάκοσμος του ναού θεωρείται σημαντικός και χρονολογείται στο
πρώτο μισό του 14ου αιώνα. Τα συνεργεία πρέπει να είχαν έρθει από την
Κωνσταντινούπολη και ιστόρισαν με το Δωδεκάορτο, τα Χριστολογικά, Θεομητορικά
και αγιολογικά θέματα τον κύριο ναό, το νάρθηκα και τα παρεκκλήσια. Ιδιαίτερα η
ζωή στα παρεκκλήσια είναι ενδεικτική του πνεύματος που επικρατούσε κατά το 14ο
αιώνα. Ξεχωρίζει η παράσταση του επισκόπου Ευχαϊτων Ιωάννου Μαυρόποδος με
τους Τρεις Ιεράρχες, οι προσωπογραφίες των δεσποτών που ήταν θαμμένοι εκεί, όπως
του Θεοδώρου Β΄ Παλαιολόγου, ο οποίος παριστάνεται δύο φορές. Το πιο
εντυπωσιακό στοιχείο είναι τα χρυσόβουλα των αυτοκρατόρων, όπου αναγράφονται
τα διάφορα προνόμια που είχαν παραχωρήσει στο Βροντόχι οι αυτοκράτορες του
Βυζαντίου.
5. Αγία Σοφία. Χτίστηκε τον 13ο αιώνα από τον Μανουήλ Καντακουζηνό κατά τη
συνήθεια της περιφέρειας να χτίζει Αγίες Σοφίες, μιμούμενοι την πρωτεύουσα.
Ανήκει στον δικιόνιο σταυροειδή με τρούλο και διαθέτει νάρθηκα, παρεκκλήσια,
στοά στη βόρεια πλευρά, τράπεζα και τριώροφο καμπαναριό. Διατηρεί αρκετές από
τις αρχικές του τοιχογραφίες που προσαρμόζονται στο ύφος της Μακεδονικής Σχολής
Εντυπωσιακή είναι η σκηνή της Γεννήσεως της Θεοτόκου, όπου γυναίκεςαρχόντισσες, σαν αυτές του Μυστρά, έρχονται να προσφέρουν τα δώρα τους στην
Παναγία.
6. Περίβλεπτος. Σταυροειδής δικιόνιος ναός με τρούλο. Διαθέτει τρία παρεκκλήσια,
νάρθηκα στη νότια πλευρά λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους, τράπεζα με τη
μορφή πύργου και χαρακτηρίζεται για την αρμονία των γραμμών, το
πλινθοπερίκλειστο σύστημα, την επιμελημένη τοιχοδομία, τις οδοντωτές ταινίες και
γενικά, για την κομψή εμφάνιση. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο του ναού είναι οι
τοιχογραφίες που ανήκουν στην παλαιολόγεια περίοδο και διακρίνονται για τη
λεπτότητα του σχεδίου, την αντίθεση των χρωμάτων και αποπνέουν βαθύτατο
ιδεαλισμό και όχι τυχαία θρησκευτικότητα που συνοδεύει το πνευματικό μεγαλείο.
Το πρόγραμμα χωρίζεται σε κύκλους, τον ευχαριστιακό, τον ευαγγελικό και τον
αφηγηματικό, αλλά και την απεικόνιση σε σκηνές της παιδικής ηλικίας της
Θεοτόκου, με πηγή τα απόκρυφα ευαγγέλια. Η ζωγραφική της Περιβλέπτου
θεωρείται προδρομική τέχνη, αφού απ’ αυτήν άντλησε και εμπνεύστηκε τα θέματά
της η Κρητική Σχολή.
7. Παντάνασσα. Είναι το τελευταίο χρονικά μνημείο του Μυστρά. Χτίστηκε το
1428 από τον πρωτομάστορα Ιωάννη Φραγκόπουλο και παρουσιάζει στην
αρχιτεκτονική του δομή μίγμα βυζαντινών, δυτικών, ακόμη και ισλαμικών στοιχείων,
που φανερώνουν την αναζητητική προσπάθεια για μια καινούργια δημιουργία.
Ανήκει στο μεικτό τύπο: τρίκλιτη βασιλική κάτω, σταυροειδής εγγεγραμμένος
πεντάτρουλος επάνω. Σώζεται ως σήμερα η βορινή στοά στολισμένη και αυτή με
τρούλο προς την πλευρά του Ευρώτα. Διαθέτει ακόμη πύργο-καμπαναριό.
Σε μας, τους Έλληνες μένει να συλλάβουμε και να ξεκαθαρίσουμε τη σημασία της
για τον πολιτισμό του Έθνους, αυτής της ιδιότυπης πολιτείας που στάθηκε σταθμός
στην πορεία του ελληνισμού από τον Μεσαίωνα προς τη σύγχρονη μορφή του. Η
γαλλική επιστήμη αποκατέστησε το κάστρο, που ίδρυσαν οι μεσαιωνικοί Γάλλοι, στη
σωστή του σημασία, μελετώντας τα βυζαντινά του μνημεία και υψώνοντας έτσι τον
Μυστρά σε τόπο σπουδής και προσκύνημα τέχνης.

Έρμο ήταν χρόνια το χαραδροβούνι εκεί
που πίσω από τη Σπάρτη βορινά τραβά,
στον Ταΰγετο ακουμπώντας, και που γελαστό
εκείθε ρυάκι ρέει ο Ευρώτας κι έπειτα
μες στην κοιλάδα, καλαμόζωστος, πλατύς
τους κύκνους θρέφει. Πέρα εκεί μια τολμηρή
φυλή, που απ’την Κιμμέρια νύχτα πλάκωσε,
μες στη βουνοκοιλάδα εγκαταστάθηκε
αθόρυβα και κάστρο απάτητο έχτισε.

Γκαίτε.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία.
1) Χατζηδάκης Μανώλης, «Μυστράς». Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα , 1993.
2) Λαρούς Μπριτάνικα, τόμ. 44. Πάπυρος. Αθήνα, 1996.
3) Μ. Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Ελληνική τέχνη, Βυζαντινές Τοιχογραφίες, Αθήνα
1995, σ. 28-30, 233-235, 245-247, 251-253.
4) L. Bouras, Architectural sculptures of the twelfth and the early thirteenth centuries
in Greece, Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, περ. Δ΄.- τ. Θ΄(1977-
1979), σ. 63-72.
5) D.A.Zakythinos, Le Despotat grec de Moree, Histoire Politique – Vie et
Institutions, Edition revue et augmentee par Ch. Maltezou, Variorum, London 1975.
6) G. Millet, Monuments byzantins de Mistra, Album, Paris 1910.
7) St. Runciman, Mistra, Byzantine Capital of the Peloponnese, London 1980.
8) M.G.Sotiriou, Mistra, Une ville byzantine morte, Athenes 1956.
9) A.S.Louvi, L’architecture et la sculpture de la Perivleptos de Mistra, Paris 1980
(πολυγρ. διδακτορική διατριβή).
10) Α.Ξυγγόπουλος, Φραγκικά κρινάνθεμα εις το Γεράκι και τον Μυστράν,
Melanges O. et M.Merlier, II, Athenes 1956, σ. 205-211.

https://dokumen.tips/documents/-56816412550346895dd5c019.html

Ηλιάδη, Αμαλία (2015). “Εξερευνώντας το Μυστρα”. Ανακτήθηκε 28/7/2015  13:34. από http://www.matia.gr/7/76/76_1_4.html

Το Ύψωμα 731, οι άγνωστες Θερμοπύλες του πολέμου του 1940 Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού, Δ/ντριας 5ου ΓΕΛ Τρικάλων, Πιστοποιημένης Επιμορφώτριας Ενηλίκων του Ε.ΚΕ.ΠΙΣ.

Το Ύψωμα 731, οι άγνωστες Θερμοπύλες του πολέμου του 1940
Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού, Δ/ντριας 5ου ΓΕΛ Τρικάλων, Πιστοποιημένης Επιμορφώτριας Ενηλίκων του Ε.ΚΕ.ΠΙΣ.
ailiadi@sch.gr

Στις αρχές του Μάρτη, ο ίδιος ο Μπενίτο Μουσολίνι έφτασε στην Αλβανία για να παρακολουθήσει από κοντά τις επιχειρήσεις. Κύριος στόχος, η διάσπαση του μετώπου σε μια γραμμή έξι χιλιομέτρων, από την Γκλάβα στο Μπούμπεσι. Την επιχείρηση είχε αναλάβει το όγδοο ιταλικό σώμα στρατού, που έριξε στη μάχη τέσσερις μεραρχίες και δυο τάγματα μελανοχιτώνων, κρατώντας άλλες δύο σε εφεδρεία. Απέναντι τους, η πρώτη ελληνική μεραρχία που πολεμούσε συνεχώς, χωρίς σταμάτημα, από την αρχή της εκστρατείας. Η πολυδιαφημισμένη «Εαρινή Επίθεση» των Ιταλών ξέσπασε στις 9 του Μάρτη του 1941 σε όλη τη γραμμή του μετώπου. Στις 26 του Μάρτη ο απολογισμός ήταν τραγικός . Δώδεκα ιταλικές μεραρχίες με άφθονα εφόδια είχαν ριχτεί σε έξι πεινασμένες και ξεθεωμένες ελληνικές και δεν πήραν ούτε σπιθαμή εδάφους.

Μεγάλη συμβολή στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε η χώρα μας. Πιο γνωστή στο ευρύ κοινό, η ελληνοιταλική σύγκρουση και η Μάχη της Κρήτης (Επιχείρηση Ερμής). Ένα περιστατικό ηρωικό από το ελληνοαλβανικό μέτωπο που δεν είναι τόσο πολύ διαδεδομένο, διαδραματίστηκε κατά την διάρκεια της «Εαρινής Επίθεσης» των Ιταλών.
«Το εν λόγω ύψωμα βρίσκεται περί τα 20χιλ βόρεια της Κλεισούρας. Ήταν ένα από τα ισχυρότερα ερείσματα, που κατέλαβε ο Ελληνικός Στρατός κατά τους χειμερινούς αγώνες, που προηγήθηκαν, κλειδί της όλης τοποθεσίας, στον κεντρικό τομέα της Αλβανίας. Η παραμονή σε ελληνικά χέρια του υψώματος αυτού καταδίκαζε κάθε προσπάθεια των Ιταλών. Η αρχή της ιταλικής επίθεσης έγινε νωρίς το πρωί της 9ης Μαρτίου, με σφοδρή δράση του πυροβολικού με όλμους και αεροπορικό βομβαρδισμό των ελληνικών θέσεων.
Στο διάστημα από 9 έως 11 Μαρτίου 1941, πενήντα Τρικαλινοί θυσιάστηκαν ηρωικά, υπερασπιζόμενοι το ύψωμα. Η τρίτη μέρα βρίσκει το 5° σύνταγμα Τρικάλων να έχει χάσει 586 άνδρες, περίπου τη μισή του δύναμη. Τρικαλινός ήταν ο πρώτος νεκρός στρατιώτης ονόματι Τσιαβαλιάρης Βασίλειος, Τρικαλινός ήταν και ο πρώτος νεκρός αξιωματικός ονόματι Νικόλαος Γεωργούλας».

Ένας τιτάνιος αγώνας διεξήχθη στο ύψωμα 731 (υψόμετρο) κατά την «Εαρινή Επίθεση» των Ιταλών στα μέσα Μαρτίου 1941, προκειμένου οι ιταλικές φασιστικές δυνάμεις με την παρουσία του ίδιου δικτάτορα Μουσολίνι -μετά από τέσσερις μήνες πόλεμο – να δρέψουν μία νίκη κατά της Ελλάδας και να κατέβουν μαζί με τις ναζιστικές δυνάμεις των Γερμανών «νικητές» στην Αθήνα! Το 731 όμως, ανέτρεψε τα σχέδια του(ς). Στο ύψωμα αυτό, καθώς και στα γειτονικά υψώματα, πολέμησαν οι άνδρες του 5ου Συντάγματος της 1ης Μεραρχίας πού κατάγονταν κυρίως από την Καρδίτσα και τα Τρίκαλα.
Η Ιστορία για το 731 γράφει: «Επί 7 ημέρες, ως τις 15 Μαρτίου η μεραρχία δοκιμάστηκε σκληρά, αλλά απέκρουσε τα κύματα των επιτιθέμενων αντιπάλων. Οι επιθέσεις και αντεπιθέσεις άρχιζαν με πυκνό κανονιοβολισμό που κατέσκαβε τα υψώματα, για να καταλήξουν σε συμπλοκές, όπου το λόγο είχαν η χειροβομβίδα και η λόγχη. Το ύψωμα 731, μεταξύ Αώου και Άψου, έμεινε θρυλικό. Ως τις 19 Μαρτίου, μετά από σχετική τριήμερη ανάπαυλα, οι Ιταλοί εξαπέλυσαν κατά του υψώματος 731 όχι λιγότερες από 18 επιθέσεις. Το «731», όπως έμεινε γνωστό στην πολεμική ιστορία και των δύο αντιπάλων, υπήρξε ίσως ένα από τα πιο αιματοβαμμένα υψώματα ολόκληρου του παγκοσμίου πολέμου». (ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε. 1978, τόμος ΙΕ, σελ.441-442).
Ο λογοτέχνης και ακαδημαϊκός Άγγελος Τερζάκης, πολεμιστής του 1940, γράφει: «Ξημερώνει η 10 Μαρτίου 1941 ,ημέρα Δευτέρα, και το πυροβολικό του Καβαλλέρο ξαναρχίζει. Ξαναρχίζει από την Τρεμπεσίνα, με πείσμα διπλό, γιατί η πρώτη μέρα χάθηκε κι αυτό είναι άσχημο για μιαν επίθεση, που πρέπει να το πετύχει στις πρώτες ώρες της.
Το κανονίδι τώρα απλώνεται ανατολικά, στο 731. Είναι τέτοιο που μόνο με τους θρυλικούς βομβαρδισμούς του Βερντέν, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μπορεί να παραβληθεί. Τ’ ακούει και ζαρώνει περίτρομη η ψυχή του ανθρώπου. Τα ελληνικά πυρά της έκοψαν την ορμή, ως που το μεσημέρι οι Ιταλοί ενισχυμένοι με νέες δυνάμεις, ξανάρχισαν, όμως, το πεζικό κατόρθωσε με μόνα τα δικά του να σπάσει το πρώτο κύμα του εχθρού. Στις 6 τ’ απόγεμα οι Ιταλοί άνοιγαν μεγάλη φωτιά κατά του 731. Χίμηξαν ύστερα με ταυτόχρονη προσπάθεια να το υπερκεράσουν από τη δημοσιά, ενώ έπιαναν και να βομβαρδίζουν την Τρεμπεσίνα. Ήταν η έβδομη επίθεσή τους για το 731. Το ύψωμα έμπαινε πια, ζωσμένο με φλόγες στο θρύλο» (Άγγελος Τερζάκης, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΪΑ 1940-1941, Αθήναι 1964, σελ.177-178).
Στο προσωπικό χειρόγραφο ημερολόγιο του Ταγματάρχη (τότε) Δημήτριου Κασλά, από το Πουρί Ζαγοράς, Διοικητή του ΙΙ (2ου) Τάγματος του 5ου Συντάγματος Τρικάλων, που με τους στρατιώτες του υπερασπίστηκε το ύψωμα 731, αναφέρει:
«(Ημέρα πρώτη: Κυριακή 9η Μαρτίου 1941, «έναρξις της επιθέσεως»)
(Πρωινές ώρες): Την 06:30 ώραν ήρξατο τρομακτικόν και καταιγιστικόν πυρ του εχθρικού Πυροβολικού και όλμων. Η πρώτη ομοβροντία μιας βαρέως Πυροβολαρχίας ερρίφθη ακριβώς την 06:30 ώραν επί του υψώματος 731, όπου ο Σταθμός Διοικήσεώς μου ήτο το σύνθημα της ενάρξεως της βολής.
Ο βομβαρδισμός συνεχίζεται με αυξάνουσαν έντασιν. Σμήνη αεροπλάνων ρίπτουν συνεχώς τα φορτία των επί των υψωμάτων 731 και 717. Το ύψωμα 731, όπου το Τάγμα μου, σείεται συνεχώς, σκόνη, φωτιά και καπνός, η ατμόσφαιρα είναι βαρειά, δύσκολα αναπνέει κανείς από τα αέρια των εκρήξεων, κόλασις πυρός, μας περιβάλλαν καπνοί και αι φλόγες, δεν ημπορούμε να διακρίνουμε τι γίνεται εις απόστασιν 10 μέτρων. Το ύψωμα 731 ήτο δασωμένον με δέντρα ύψους 4-5 μέτρων, εντός διώρου έμεινε γυμνόν. Τα συρματοπλέγματά μας κατεστράφησαν, τα χαρακώματα ισοπεδώθηκαν, οι στρατιώται καλύπτονται εις τας οπάς των οβίδων και αγωνίζονται απεγνωσμένα να επανορθώσουν τας ζημίας, ιδίως να προστατεύσουν τα πολυβόλα και οπλοπολυβόλα από την καταστροφήν, από τις πέτρες και χώματα που εγείροντο από τας εκρήξεις. Τα υπάρχοντα επί του υψώματος 731 δύο πυροβόλα των 6,5 και αντιαρματικός ουλαμός των 37 κατεστράφησαν ολοτελώς.
Περί την 07:30 ώραν κατόρθωσα να επικοινωνήσω τηλεγραφικώς δια λίγα λεπτά με τον Συνταγματάρχην Κετσέαν, επίσης μετά του Διοικητού του Συγκροτήματος Συνταγματάρχου Γεωργούλα Ν., οι οποίοι αγωνιούσαν να πληροφορηθούν την κατάστασίν μας. Με ερώτησαν εάν οι άνδρες του Τάγματος κρατούν τας θέσεις των, τους απάντησα ότι οι Λόχοι ευρίσκονται εις τας θέσεις των. Μου διεβίβασεν την εξής Διαταγήν γραπτήν. «Επί των θέσεών σας θ’ αμυνθήτε μέχρις εσχάτων, Η Πατρίς, η Ανωτάτη Διοίκησις απαιτεί να κρατήσητε ψηλά την τιμήν των όπλων».
……………Του απήντησα ότιδήποτε και αν συμβή δεν θα εγκαταλείψωμεν το 731 και έχω πεποίθησιν ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί.
Περί την 8ην ώραν το Πυροβολικόν του εχθρού ήρχισε να επιμηκύνη την βολήν του εις τα μετόπισθεν του Τάγματος και την 08:30 έπαυσεν την βολήν του επί των υψωμάτων 731 και 717. ΄Ητο φανερόν πλέον ότι θα ήρχιζεν η επίθεσις των Ιταλών. Διέταξα τους Λόχους να ετοιμάσουν τα αυτόματα και να μη βάλουν από μεγάλας αποστάσεις, παρά μόνον όταν οι Ιταλοί θα έφθαναν εις ωρισμένα σημεία του εδάφους που υπεδείχθησαν επί τόπου εις απόστασιν περίπου 200 μέτρων.
Περί την 09:30 ώραν οι Ιταλοί χρησιμοποιούντες τας δεξιά του 5ου Λόχου βαθείας γραμμάς πλησιάζουν επικινδύνως και προσεγγίζουν τα κατεστραμμένα συρματοπλέγματα. Αρχίζει πλέον ο αγών διά της χειροβομβίδος. Οι Ιταλοί δοκιμάζουν με τρόμον και φωνάς τα καταστρεπτικά αποτελέσματα των αμυντικών μας χειροβομβίδων.
(Μεσημέρι): Την μεσημβρίαν προσπαθούν οι Ιταλοί να επαναλάβουν την επίθεσίν των, αλλά ευθύς ως αναπτύσσονται καθηλούνται και διασκορπίζονται από το Πυροβολικό και τα Πολυβόλα μας.
(Απόγευμα): Το απόγευμα και ενώ μέχρι της στιγμής εκείνης τα εχθρικά πυρά είχον αραιωθή, εκσπά και νέα επίθεσις μετά σφοδρού βομβαρδισμού, εφ’ ολοκλήρου του τομέως της Ι Μεραρχίας και ανασκάπτεται πάλιν το έδαφος από το πυροβολικόν και τας βόμβας αεροπλάνων. Οι στρατιώται περιμένουν να πλησιάσουν τα εχθρικά τμήματα πεζικού, τα παραλαμβάνουν με τα αυτόματα και τα αποδεκατίζουν με επιτυχείς ριπές και όταν ο εχθρός χρησιμοποιή τας βαθείας γραμμάς και προσεγγίζει τα χαρακώματα, επιτίθενται διά της χειροβομβίδος και της λόγχης.
Οι Ιταλοί όμως δεν παραιτούνται. Δοκιμάζουν διά μία ακόμα φοράν, προτού νυκτώση, να διασπάσουν τας γραμμάς μας επί του υψώματος 731.Και η προσπάθεια αυτή αποκρούεται σε σοβαροτάτας απωλείας.
(Βράδυ): Η νύκτα μας βρίσκει όλους εξηντλημένους σωματικώς. Είμεθα όλη την ημέραν νηστικοί. Εν τούτοις κανείς δεν θέλει να φάγη. Έχουμε άφθονο κονιάκ. Οι Λόχοι δεν ζητούν ψωμί αλλά χειροβομβίδας αμυντικάς και σκαπανικά εργαλεία. Καθ’ όλην την νύκτα οι ημιονηγοί του Τάγματος, οι αφανείς αυτοί ήρωες επηγαινοερχόνταν εις τον σταθμόν εφοδιασμού διά να μας φέρουν εκατοντάδας φορτίων χειροβομβίδων, πυρομαχικών και λοιπών εφοδίων.
(Ημέρα δεύτερη: Δευτέρα 10 Μαρτίου 1941).
(Πρωινές ώρες): «Την 7ην πρωινήν ήρχισε πάλιν το ιταλικόν πυροβολικόν. Εις τας 9 ώρα αρχίζει η Ιταλική επίθεσις. Αυτήν την ημέραν κατευθύνεται προς το αριστερόν μας διά να υπερφαλαγγίσουν το 731 εκ του αριστερού. Οι Ιταλοί κινούνται με μυρίας προφυλάξεις, τους καταλαμβάνει πρώτον το Πυροβολικόν μας και τους αποδεκατίζει. Το Πυροβολικόν των Ιταλών προσπαθεί να υποστηρίζει την κινουμένην φάλαγγα. Οι Ιταλοί προχωρούν κατά διαδοχικά κύματα με προφανή σκοπόν να καταλάβουν οπωσδήποτε το 731, χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψιν τας απωλείας των. Οι Ιταλοί φθάνουν εις απόστασιν από 50-100 μ. από την γραμμήν αντιστάσεως. Διά να εξαπατήσουν τους στρατιώτας μας υψώνουν λευκά μανδίλια, προς στιγμήν υπέθεσαν ότι επρόκειτο να παραδοθούν. Αντελήφθην εκ πρώτης στιγμής ότι επρόκειτο περί απάτης. Επενέβην αμέσως, διέταξα έντασιν των πυρών διά χεροβομβίδων και τοπικήν αντεπίθεσιν. Οι Στρατιώται κραυγάζοντες την περίφημον πολεμικήν ιαχήν «αέρα» διά της λόγχης και των χειροβομβίδων αιφνιδιάζουν τους Ιταλούς, οι οποίοι αρχίζουν να τρέχουν προς τα οπίσω, μεταβαλόντες την υποχώρησίν των εις πανικόβλητον φυγήν. Η επίθεσις των συνετρίβη.
(Μεσημέρι): Ολίγον προ της μεσημβρίας διεξάγεται νέα προσπάθεια εις το ίδιο σημείον παρά Ιταλών κατόπιν πάλιν προπαρασκευής διά σφοδρού βομβαρδισμού και η επίθεσις αύτη συνετρίβη προ του ακαμάτου ηρωισμού των Λόχων, διά της λόγχης, μέχρι την 12:30 ώραν τρέπομεν εις νέαν άτακτον φυγήν τους Ιταλούς.
(Απόγευμα): … Εις τας 06:30 αρχίζει βομβαρδισμός επί των υψωμάτων 731 και 717 και μετ’ ολίγον νέα επίθεσις των Ιταλών και κατά των δύο πλευρών του υψώματος 731, δηλαδή εναντίον και των δύο Λόχων μου. Και η επίθεσις αυτή απεκρούσθη με βαρυτάτας απωλείας διά τον εχθρόν.
(Βράδυ): Προς το εσπέρας νομίζουν ότι θα κλονίσουν το ηθικόν των στρατιωτών μας, ρίπτουν δι’ αεροπλάνων χιλιάδας προκηρύξεις, καλούν τους στρατιώτας μας να ρίψουν τα όπλα και να σπεύσουν να παραδοθούν. Αι προκηρύξεις αυταί μόνον γέλωτας προσέφερον εις τους ηρωικούς οπλίτας.
Και η δευτέρα ημέρα της επιθέσεως έκλεισε με την απόλυτον διατήρησιν των θέσεών μας επί του υψώματος 731, καθώς επίσης και το δεξιά μου ΙΙΙ Τάγμα επί του υψώματος 717″.
Η «Εαρινή Επίθεση» των Ιταλών απέτυχε. Ο Μουσολίνι έφυγε ταπεινωμένος. Το ύψωμα 731 έγινε δόξα και το όνομά του γράφτηκε στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη: «731».
Η ανιδιοτελής τους θυσία ας μας ωθήσει μέσα στην τύρβη της βαριάς μας καθημερινότητας να αναλογιστούμε: τιμή σ’ όσους κρατούνε Θερμοπύλες, κι ας ξέρουν πως οι βάρβαροι στο τέλος θα διαβούνε…
Η ηρωική αντίσταση των Συμπολιτών μας Ελλήνων στο Ύψωμα 731 είναι μεγάλης, απροσμέτρητης σημασίας, τόσο σε Πανελλήνιο όσο και σε τοπικό επίπεδο. Οι ήρωες αυτοί έκαναν στην εντέλεια το καθήκον τους προς την πατρίδα. Κι ήταν οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, απλοί, καθημερινοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού. Το γεγονός αυτό καταξιώνει με τρόπο απόλυτα ηθικό τη θυσία των υπερασπιστών του Υψώματος 731.
Όπως, μάλιστα, συγκινημένος, δηλώνει ο σημαιοφόρος του 5ου Συντάγματος στο σχετικό ντοκιμαντέρ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τρικάλων, η έννοια της εκπλήρωσης του καθήκοντος προς την πατρίδα δεν εξαγοράζεται ούτε ανταλλάσσεται , για τους αγνούς πατριώτες εκείνης της ηρωικής γενιάς, με θέσεις και διορισμούς στο δημόσιο. Είναι εξόχως αποστομωτική η μαρτυρία του, η μαρτυρία ενός ανθρώπου που μέσα στη φωτιά και τη δίνη του πολέμου, μέσα στη φτώχεια, τη στέρηση και την πείνα, μέσα σε συνθήκες ταπεινωτικές, σχεδόν άθλιες, δεν έχασε στιγμή την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και περηφάνια του.
Ακούγοντας, κυριολεκτικά και νοερά τις μαρτυρίες των αυτοπτών μαρτύρων, αυτών που βίωσαν στο πετσί τους τα ηρωικά ιστορικά γεγονότα, συνειδητοποιούμε πως το Ύψωμα 731, χαραγμένο στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, είναι συνώνυμο της Δόξας, αριθμός – σύμβολο του ηρωισμού του απλού, καθημερινού ανθρώπου: των ηρώων που περπατούν ακόμη στα σκοτεινά όταν τους καταπίνει η λήθη της ιστορίας. Ας τους θυμόμαστε, αρνούμενοι να υποκύψουμε στη λήθη αυτή, ως φωτεινά μετέωρα στο στερέωμα της Σύγχρονης, πρόσφατης Ιστορίας μας.
Νοερά τους αντικρίζουμε στις ράχες και στα κορφοβούνια της Πίνδου να περπατούν στα σκοτεινά και να καταυγάζουν με το εσωτερικό τους φως τη δική μας, σημερινή σκοτεινιά… Ας εμπνευστούμε όλοι από την ηρωική τους θυσία σε έργα προόδου, ειρήνης, δικαιοσύνης, τιμώντας όσους κρατούνε Θερμοπύλες, κι ας ξέρουν πως οι βάρβαροι στο τέλος θα περάσουν.

” «Δημήτρια»: Η λατρεία του Αγίου Δημητρίου και η ομώνυμη εμποροπανήγυρη της Βυζαντινής εποχής” Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ., Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

” «Δημήτρια»: Η λατρεία του Αγίου Δημητρίου και η ομώνυμη εμποροπανήγυρη της Βυζαντινής εποχής”
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ., Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.
Α) Η διαμόρφωση της λατρείας του Αγίου Δημητρίου και τα «Δημήτρια» ως τον 12o αιώνα μ.Χ.
Η λατρεία του Αγίου Δημητρίου ανάγεται στον 4o μ.Χ. αιώνα, την εποχή του Λεοντίου, ενώ ως πολιούχος και προστάτης της πόλης εμφανίζεται απ’ τον 6o αιώνα, όταν αρχίζουν οι επιδρομές των Σλάβων. Οι χριστιανοί κάτοικοι θεωρούν θαυματοποιό το ιερό λείψανο του και πιστεύουν πως ο Άγιος κατοικεί ανάμεσα τους. Τον θεωρούν πρότυπο αυτοθυσίας για την πατρίδα και σωτήρα της πόλης. Στη μορφή του αποτυπώνουν τις αρετές του ήρωα, του ιδανικού παλικαριού, του υπέρμαχου υπερασπιστή της πίστης και της πατρίδας. Στις κρίσιμες στιγμές της πόλης, σύμφωνα με τη λαϊκή πίστη, «επεμβαίνει» ο ίδιος για να την προστατέψει: Πότε περπατάει πάνω στη θάλασσα και σηκώνει τρικυμίες για να καταποντίσει τους εχθρικούς στόλους, πότε, σαν στρατιώτης ή σαν καβαλάρης, ανεβαίνει στα τείχη και τρέπει σε φυγή τους βαρβάρους. Σώζει την πόλη από κάθε καταστροφή και συγχρόνως προστατεύει τους κατοίκους από αρρώστιες, πείνα και λοιμούς. Οι Θεσσαλονικείς βλέπουν τον Άγιο με τα μάτια τους, αλλά και οι ίδιοι οι εχθροί ομολογούν με τρόμο την παρουσία του Αγίου Δημητρίου. Οι θαυματουργικές ιδιότητες του ιερού λειψάνου του, το μύρο που αναβλύζει και η σωτηρία της πόλης από τους βαρβάρους, Γότθους, Σλάβους, Πέρσες, Βουλγάρους, Άραβες, Σαρακηνούς, Νορμανδούς. Φράγκους…, που τριακόσια χρόνια λεηλατούν την πόλη, καθιστούν πολλούς πιστούς προσκυνητές του τάφου του.
Όλα αυτά τα γεγονότα, από τη μια τον μεταμορφώνουν από ευσεβή χριστιανό σε πολεμιστή και ύπατο, ενώ από την άλλη συνδέουν το όνομα του με την τύχη της πόλης. Η λατρεία των κατοίκων προς τον Άγιο είχε διπλό χαρακτήρα: ενσάρκωνε το θρησκευτικό και το πατριωτικό αίσθημα. Τους μόχθους και τις κακουχίες, την παράδοση, τους μύθους, τα ήθη και τα έθιμα των Θεσσαλονικέων. Η Θεσσαλονίκη «είχε φύλακα άγρυπνον, τον υπερένδοξον προστάτην και υπέρμαχον αυτής τον Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριο».1
«Απειροι ήταν οι θησαυροί, τα ιερά σκεύη και κειμήλια, όλα τα καλλιτεχνήματα που στόλιζαν τον περίλαμπρο ναόν, ο οποίος και σήμερα ακόμη είναι μουσείο της Βυζαντινής τέχνης».2 Όλοι αυτοί οι θησαυροί που βρίσκονταν μέσα στο ναό ήταν τάματα, δηλαδή τεκμήρια της πίστης, της ευγνωμοσύνης και της ευλάβειας των κατοίκων της πόλης. Αποδείκνυαν μια προσωπική σχέση του κάθε πιστού με τον Άγιο, ενώ συγχρόνως μας «δείχνουν» τους κοινωνικούς θεσμούς, τις ατομικές συνήθειες -ανάλογα με το τάμα- και τις πεποιθήσεις των κατοίκων. Καθοριστικός παράγοντας των ταμάτων ήταν όχι τόσο το υλικό κατασκευής, μα η πρόθεση γι’ αυτήν την ίδια «τάξη» προσφοράς. Τα τάματα αυτά πολλές φορές μετατρέπονταν σε δημόσιο λαϊκή τελετουργία που εκτυλισσόταν κυρίως στη γιορτή του Αγίου.
Η φήμη του Αγίου με την πάροδο του χρόνου ξεπερνάει τα κάστρα της πόλης και ξεχύνεται σε όλη την αυτοκρατορία. Συγχρόνως, η ακτινοβολία της πόλης της Θεσσαλονίκης ως εμπορικού και καλλιτεχνικού κέντρου επηρεάζει τους σλαβικούς λαούς της Βαλκανικής. Με τους Κύριλλο και Μεθόδιο ο κόσμος των Σλάβων εισέρχεται στην οικογένεια των λαών της Ευρώπης, ενώ συγχρόνως η λατρεία του Αγίου Δημητρίου θα εξαπλωθεί στη Σερβία, στη Βουλγαρία και στη Ρωσία.3
Η ίδια η λατρεία, όμως, του Αγίου Δημητρίου δημιούργησε και ανταγωνισμούς μεταξύ των πόλεων του Ιλλυρικού, Σιρμίου και Θεσσαλονίκης, καθώς μνημονεύεται και στην ιστορία και των δύο πόλεων.4 Ο ανταγωνισμός τους οφείλεται τόσο σε πολιτικούς όσο και σε θρησκευτικούς λόγους. Από τη μια μεριά ο Μαξιμιανός. όταν ανέλαβε τη διοίκηση του Αίμου, στην αρχή έκανε πρωτεύουσα της επαρχίας του το Σίρμιο, ενώ αργότερα τη Θεσσαλονίκη. Από την άλλη, η Κωνσταντινούπολη, στην προσπάθεια της να προσαρτήσει εκκλησιαστικά τα εδάφη του Ιλλυρικού και συγχρόνως να επιβάλλει το κύρος της σε θέματα ιδεολογικά και θρησκευτικά, ενίσχυε τους ανταγωνισμούς αυτούς. Επίσης, σ’ αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο και μ’ αυτό το σκεπτικό, δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαία και η αντιπαράθεση μεταξύ του μονομάχου Λυαίου από το Σίρμιο και του νεαρού Νέστορα από τη Θεσσαλονίκη, καθώς και η νίκη του Νέστορα, γεγονότα που καθρεφτίζουν την ανταγωνιστικότητα μεταξύ των δύο πόλεων.
Η αγάπη που έτρεφαν οι Θεσσαλονικείς προς τον Άγιο, η ευλάβεια και η λατρεία τους, οδήγησε στην καθιέρωση γιορτής προς τιμήν του. Οι γιορτές αυτές αποτελούνταν από εκκλησιαστικές τελετές με θρησκευτικό περιεχόμενο και από λαϊκές με πνευματικό – αθλητικό περιεχόμενο αλλά και εμπορικό χαρακτήρα. Τα πρώτα χρόνια η εμποροπανήγυρη γινόταν αρχικά στην περιοχή γύρω από το ναό του Αγίου, ενώ αργότερα, όταν η γιορτή απέκτησε μεγάλη φήμη και πλήθος Ελλήνων και ξένων με τα προϊόντα τους κατέλυαν στην πόλη, οι εμπορικές «γιορτές» πρέπει να μεταφέρθηκαν έξω από την πόλη. Ο Φαίδων Κουκουλές υποστηρίζει πως αυτό γινόταν από τη μια για να υπάρχει ο κατάλληλος χώρος για τα εμπορεύματα της πανηγύρεως και από την άλλη για λόγους ασφάλειας, γιατί, κατά τις γιορτές αυτές μαζί με τους εμπόρους και τους ξένους, πολλές φορές έρχονταν στην πόλη και κατάσκοποι.5 Εξάλλου και ο κώδικας του Ιουστινιανού σε ειρηνική εποχή όριζε οι εμποροπανηγύρεις να γίνονται σε τόπους που θεωρούνται κατάλληλοι από κάθε άποψη.
Από τον Ευσέβιο της Αλεξάνδρειας πληροφορούμαστε πως για να πάει κανείς στην εμποροπανήγυρη έπρεπε να έχει αρκετά χρήματα, ενώ κατά τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ πωλητών και αγοραστών δίνονταν όρκοι και παρατηρούνταν φιλονικίες. Τις ημέρες αυτές της πανηγύρεως η Θεσσαλονίκη άλλαζε όψη. Στις πλατείες της, στην αγορά της, στους δρόμους της, μπορούσε κανείς να συναντήσει κάθε λογής εμπόρους, Έλληνες και ξένους, από την Ιταλία, Ισπανία, Ρωσία οι οποίοι έφερναν τα εμπορεύματα τους για να τα εκθέσουν. Τα εμπορεύματα έφταναν στην πόλη τόσο με πλοία, από τους θαλάσσιους δρόμους, όσο και με καραβάνια από την ξηρά. Υφάσματα, γεωργικά και βιοτεχνικά προϊόντα, αντικείμενα μικροτεχνίας, είδη χαλκού, σιδήρου, μολύβδου, μπορούσε να βρει ο κάθε επισκέπτης. «Άπειραι σκηναί μετέβαλον την πεδιάδα εις πόλιν. Το παν ηδύνατο να εύρεις εκεί και να θαυμάσεις» λέει χαρακτηριστικά ο Αδαμάντιος Αδαμαντίου.6 Κατά τον Tafel, μάλιστα, «στα Δημήτρια μπορούσε κανείς να βρει ακόμα ρώσικα δέρματα και αυτό το ρώσικο χαβιάρι».7 Ο ιστορικός του εμπορίου της Ανατολής W. Heyd γράφει: «Η Θεσσαλονίκη πάντοτε είχε τις πιο εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις με Δύση κι Ανατολή. Κτισμένη πάνω στην Εγνατία, στο μεγάλο δρόμο από το Δυρράχιο ως την Κωνσταντινούπολη, ήταν η αρτηρία που τη διέσχιζε κάθε μέρα ένα πλήθος από ταξιδιώτες, κι επιπλέον πρόσφερε στα καράβια ένα απέραντο και ασφαλές λιμάνι… Πάντως σε καμιά εποχή του έτους η εμπορική κίνηση δεν ήταν τόσο έντονη όσο κατά την εμποροπανήγυρη του Οκτωβρίου, του πάτρωνος της πόλης. Αυτή την εποχή σχηματιζόταν, σαν από θαύμα, έξω από τις πύλες, μία δεύτερη πόλη σε σειρές από απειράριθμα παραπήγματα…».8
Αξιόλογη πηγή για την εμποροπανήγυρη των Δημητρίων μα και για την οικονομική ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης αποτελεί ένας διάλογος του 12ου αιώνα που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού με τίτλο «Τιμαρίων ή περί των καθ’ αυτών παθημάτων».9 Ο διάλογος αυτός εξελίσσεται ανάμεσα στον σοφιστή Τιμαρίωνα και τον άρχοντα Κυδίωνα. Ο Τιμαρίων του διηγείται το ταξίδι του στη Θεσσαλονίκη, ενώ συγχρόνως μιλάει για τα «Δημήτρια», όπως ο ίδιος ονομάζει τις γιορτές που γίνονταν προς τιμή του Αγίου Δημητρίου. Απ’ τον «Τιμαρίωνα» πληροφορούμαστε πως παράλληλα με το εμπορικό πανηγύρι ο λαός στα «Δημήτρια» έβρισκε και πολλές διασκεδάσεις: Σχοινοβάτες, γελωτοποιοί, τσαρλατάνοι, μίμοι, θεατρίνοι γύριζαν στις αγορές, στις πλατείες μα και στις συνοικίες, διασκεδάζοντας τον κόσμο. Γυρολόγοι – κυρίως αθίγγανοι- παρουσίαζαν στο πλήθος διάφορα ζώα, όπως μαϊμούδες, ελέφαντες, φίδια, αρκούδες που εκτελούσαν διάφορα νούμερα και διασκέδαζαν τους θεατές, οι οποίοι κατέβαλαν τη σχετική αμοιβή. Τα ζώα μάλιστα τα οδηγούσαν ακόμα και μέσα στα καπηλειά. Πλανόδιοι μουσικοί ευχαριστούσαν το πλήθος με τους ήχους των μουσικών οργάνων τους. Άνθρωποι σκαρφαλωμένοι σε ξυλοπόδαρα περπατούσαν με γιγαντιαία βήματα πάνω από τα κεφάλια των περαστικών, ενώ συγχρόνως μιμούνταν φωνές ανθρώπων και ζώων. Μιμογράφοι της εποχής έφτιαχναν απλά σενάρια και τα εμπιστεύονταν σε ηθοποιούς, οι οποίοι πολλές φορές μάλιστα, ανάλογα με το κέφι της στιγμής, αυτοσχεδίαζαν. Τα θέματα τους ήταν παρμένα από τη ζωή των απλών ανθρώπων, των ευγενών ακόμα και του κλήρου. Με τη γλώσσα τους καυτηρίαζαν κλεψιές, ψέματα, απατεωνιές, ερωτικές ίντριγκες αλλά συγχρόνως καταπιάνονταν και με κοινωνικά θέματα. Στήνοντας μικρές σκηνές ή γυρίζοντας από γειτονιά σε γειτονιά, πρόσφεραν στο λαό διασκέδαση, που στηρίζονταν από τη μια στο σατιρικό τους πνεύμα και την ελευθεροστομία κι από την άλλη στις εκφραστικές τους ικανότητες και στα επίκαιρα θέματα του ρεπερτορίου τους. Είναι οι πραγματικοί «δραματουργοί» του Χριστιανικού Βυζαντίου, όπου πνευματική γονιμότητα και ελευθερία της ηθικής -ειδικά στις περιόδους των γιορτών- συναντιούνται κάτω από το πνεύμα της ελληνικής διαύγειας και της χριστιανικής πίστης, προσφέροντας θεατρική ευφορία. Οι λαϊκοί αυτοί θεατρίνοι μπορεί να υποθέσει κανείς πως κάνουν την είσοδο τους και στην εκκλησία και μας δίνουν τα περίφημα λειτουργικά δράματα.
Ωστόσο, κατά την εποχή των Δημητρίων μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει και αρχαία κλασικά έργα: «μη μόνον εκ των ζώντων ερανιζώμεθα την του αγαθού μάθησιν, αλλά και νεκροίς ομιλούντες, δι’ υπαιρίσεως εκείνης, την κατ’ αρετήν ζωήν προσεπικτόμεθα».10 Επίσης, αγαπητό είδος στο λαό ήταν τα «άκτα»: παραστάσεις διαμάχης ανάμεσα στο βασιλιά και το λαό, που με απαράμιλλο τρόπο εξέφραζαν την ανάγκη για κοινωνική δικαιοσύνη. Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα δεν έλειπαν βέβαια οι παντομίμες, οι χορευτικές φιγούρες και οι τραγουδιστές που με τα τραγούδια τους εξέφραζαν τους καημούς και τους πόθους του λαού. Είχαν λοιπόν την ευκαιρία τόσο οι Θεσσαλονικείς, όσο και οι άλλοι επισκέπτες της πανηγύρεως να κλείνουν εμπορικές συμφωνίες και συγχρόνως να ψυχαγωγούνται με διάφορες διασκεδάσεις.
Τη Θεσσαλονίκη όμως δεν την επισκέπτονταν μόνο έμποροι και ταξιδιώτες. Τις ημέρες αυτές της γιορτής του Αγίου Δημητρίου έφθαναν στην πόλη και πολλοί ευσεβείς χριστιανοί, οι οποίοι πήγαιναν και προσκυνούσαν το ιερό λείψανο του Αγίου που ήταν μια «ακένωτος πηγή θείων μύρων». Το μύρο του Αγίου, σύμφωνα με τις τοπικές παραδόσεις, είχε θαυματουργικές ιδιότητες. Έτσι οι ευλαβείς προσκυνητές που έφθαναν από τα διάφορα μέρη έπαιρναν μαζί τους σε ειδικά φιαλίδια -τα λεγόμενα «κουτρούβια»- το μύρο του Αγίου για να τα πάνε στους δικούς τους, ενώ συγχρόνως αφιέρωναν στον τάφο του πλήθος ιερά σκεύη, κειμήλια και καλλιτεχνήματα.
Ο κόσμος που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη την εποχή αυτή έπαιρνε μέρος στις μεγαλόπρεπες θρησκευτικές τελετές και στις εκκλησιαστικές πομπές, ιδιαίτερα την ημέρα που γιόρταζε ο Άγιος. Η λιτανεία, οι ωραίες μελωδίες, τα φώτα των λαμπάδων, η παρουσία του αρχιεπισκόπου και του αυτοκράτορα, οι άρχοντες της πόλης και το πλήθος των κληρικών έδιναν ιδιαίτερη λάμψη και λαμπρότητα στην πόλη, ενώ ο λαός που ακολουθούσε την πομπή και την όλη θρησκευτική τελετουργία διακατέχονταν από έντονα θρησκευτικά συναισθήματα.
Η γιορτή και εμποροπανήγυρη του Αγίου Δημητρίου που διαρκούσε πολλές ημέρες προκάλεσε το θαυμασμό ολόκληρης της αυτοκρατορίας για τον πλούτο της και το μέγεθός της. Δίκαια η Θεσσαλονίκη γίνεται η Συμβασιλεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και χαρακτηρίζεται «μεγαλούπολη και πολυπληθέστατη πόλη».
Β) Η μεγάλη ακμή (1300-1430μ.Χ.) – Η ανάπτυξη της πόλης.
Η Θεσσαλονίκη, με την πλούσια λατρευτική της παράδοση και με τη μεγάλη εμπορική της κίνηση, ήταν φυσικό να εξελιχθεί σε αξιόλογο πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο, όχι μόνο της Βαλκανικής αλλά και ολόκληρης της αυτοκρατορίας. Από την ελληνιστική ακόμη εποχή η πνευματική ζωή της πόλης έχει να επιδείξει μεγάλα ονόματα: τους επιγραμματοποιούς Φίλιππο και Ανάπατρο, τον Επίγονο, το Μακεδόνα Ύπατο καθώς και τον Πολύνεο. Η ακμή αυτή συνεχίζεται φτάνοντας στο αποκορύφωμα της από το 13ο μέχρι τις αρχές του 15ου αιώνα. Οι αιώνες αυτοί σηματοδοτούν τη μεγάλη ακμή στη βυζαντινή περίοδο της Θεσσαλονίκης. Ακμή που σημειώνεται την εποχή που η βυζαντινή αυτοκρατορία έχει χάσει πολλά απ’ τα παλιά της εδάφη και η Βασιλεύουσα μεγάλο μέρος από το κύρος της. Η Θεσσαλονίκη, ως πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο, παίζει σπουδαίο ρόλο ακόμη και στα χρόνια της λατινικής κατοχής. Στα ύστερα βυζαντινά χρόνια του 13ου και 14ου αιώνα γίνεται πόλος έλξης πολλών λογίων της εποχής. Παρατηρείται άνθιση της Ελληνικής παιδείας και προωθείται η Παλαιολόγεια Αναγέννηση. Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στο επίκεντρο της αυτοκρατορίας και ίσως θα μπορούσε να παρακολουθήσει κανείς, καλύτερα εδώ παρά στην Κωνσταντινούπολη, τις εκφράσεις του τελευταίου βυζαντινού ανθρωπισμού. Η ακμάζουσα αγιογραφική φιλολογία της εποχής αυτής περιέχει πολλά στοιχεία της κλασσικής παιδείας της αρχαιότητος. Παράλληλα, οι επιδράσεις της Ανατολής και κυρίως ο μυστικισμός στα θρησκευτικά ζητήματα αρχίζουν να υποχωρούν προς όφελος μιας πιο ορθολογικής σκέψης. Κεντρική μορφή γύρω από την οποία αναπτύσσεται η πνευματική ζωή της πόλης είναι ο Άγιος Δημήτριος: λόγιοι όπως ο Θεόδωρος Μετοχίτης, οι Νικόλαος και Νείλος Καβάσιλας, ο Νικηφόρος Γρηγοράς, ο Δημήτριος Χρυσολωράς, ο Γρηγόριος Παλαμάς, ο Ισίδωρος, ο Γαβριήλ, ο Φιλόθεος Κόκκινος, ο Ιωάννης Αναγνώστης, ο Μ. Παλαιολόγος και άλλοι -πολλοί από τους οποίους ήταν Θεσσαλονικείς- εγκωμιάζουν τον Άγιο Δημήτριο.11 Εκφράσεις από τα έργα ταυ Πλουτάρχου και του Ισοκράτη διακρίνονται καθαρά στους βίους που έγραψε ο Πατριάρχης Φιλόθεος και στα δύο εγκώμια του Νικολάου Καβάσιλα, ο οποίος χαρακτηρίζει τον Άγιο «ισόθεον φώτα», όπως ονομάζει τον Αγαμέμνονα ο Όμηρος, και αναρωτιέται πως είναι δυνατόν να υμνήσει κανείς τον Άγιο, όταν δεν έχει τα ποιητικά χαρίσματα του Ομήρου. Χαρακτηριστικό των λογίων είναι ότι δεν ενδιαφέρονται να βιογραφήσουν τον Άγιο Δημήτριο μα να του πλέξουν το εγκώμιο, προβάλλοντάς τον, από διαφορετική σκοπιά ο καθένας: Άλλος σαν ιδεώδη πολεμιστή, άλλος σαν ιδεώδη φιλόσοφο, άλλος σαν ιδεώδη μοναχό. Ο Νικόλαος Καβάσιλας τον αποκαλεί «ηγεμόνα», ο Μ. Παλαιολόγος «παμμέγιστο Στρατηγό», ο Γρηγόριος Παλαμάς παρουσιάζει τον Άγιο σαν ιδεώδη ησυχαστή, ενώ ο Ισίδωρος ως πρότυπο πολιτικής συμπεριφοράς.
Στην περίοδο αυτή της μεγάλης ακμής το λόγο του Κυρίου διαδέχεται ο λόγος των αρχαίων Ελλήνων. Ο Μετοχίτης, εγκωμιάζοντας τον Άγιο, αναφέρεται στον Αριστοτέλη, ο Φιλόθεος στο Φίλιππο και ο Γρηγοράς στον Αλέξανδρο. Οι λόγιοι κάνουν συνεχώς παραλληλισμό της Θεσσαλονίκης με την αρχαία Αθήνα και όχι με την Ιερουσαλήμ, τη μητρόπολη του χριστιανισμού ή με την Βασιλεύουσα. Επηρεασμένοι από την αρχαία φιλολογία και συγχρόνως γνωρίζοντας το στενό δεσμό μεταξύ Αγίου και Θεσσαλονίκης βρίσκουν ευκαιρία, μιλώντας για τον Δημήτριο, να πλέξουν το εγκώμιο της πόλης. Ο Γρηγόριος Παλαμάς λέει ότι: «η Θεσσαλονίκη χάρη στο Δημήτριο, έγινε πόλη του Θεού και παράδεισος ποτιζόμενη όχι με ύδατα, αλλά με μύρα και προχωράει στη ζωή της, προς την ανατολή του ηλίου της δικαιοσύνης, σαν πλοίο που προωθείται απαλά από τους ανέμους του νότου».12 Ενώ ο Νικόλαος Χούμνος λέει πως ο Άγιος Δημήτριος είναι το πρώτο και το τελευταίο κόσμημα της πόλης, ο άφθονος πλούτος, ο ανεξάντλητος θησαυρός.
Στις γιορτές του Αγίου, οι ομιλητές έβρισκαν την ευκαιρία να θίξουν και τα προβλήματα της πόλης. Ο Αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης Ισίδωρος εκτός από τις αναφορές που κάνει στην προσφορά του Αγίου, τα θαύματα του και τη φυσιογνωμία του, αναφέρεται στη δυσφορία των κατοίκων προς τους πολιτικούς άρχοντες της πόλης και προς τους Οθωμανούς για την φορολογία που επέβαλαν.13
Για τη φιλολογία περί του Αγίου Δημητρίου, που δημιουργήθηκε σε διάστημα χιλίων χρόνων14, ο Βασίλειος Λαούρδας αναφέρει χαρακτηριστικά: «Δεν νομίζω πως θα ήταν λάθος αν λέγαμε ότι εδώ στη Θεσσαλονίκη, το 14ο αιώνα παράλληλα με την ακμή της μυστικής θεολογίας έχουμε και τα πρώτα φτερουγίσματα της νεοελληνικής εθνικής συνειδήσεως με κύριο φορέα την κλασσική παιδεία».15 Η λατρεία του Αγίου Δημητρίου, κατά το 14ο αιώνα, είχε τόσο μεγάλη έκταση και τέτοια προσήλωση, που πολλοί λόγιοι αναρωτήθηκαν αν αυτή ήταν «επάνοδος στην ειδωλολατρεία». Πολλές φορές λεγόταν πως ο Άγιος Δημήτριος ήταν ανώτερος από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Ο χαρτοφύλαξ Σταυράκιος πίστευε πως στη Θεσσαλονίκη ο Άγιος Δημήτριος λατρευόταν περισσότερο κι από το Χριστό. Για τους Θεσσαλονικείς ο ανώτερος όρκος ήταν να ορκιστούν στον Άγιο προστάτη τους: «μα τον σον και ημών απάντων Δημήτριον, τον κηδεμόνα της Θεσσαλονίκης και πολιούχον».16
Και άλλες πόλεις λάτρευαν και τιμούσαν τον Άγιο και κυρίως η Κωνσταντινούπολη που είχε προστάτιδα τη Θεοτόκο. Η συλλατρεία αυτή είναι πιθανόν να ξεκίνησε από το τέλος του 5ου αιώνα και τις αρχές του 6ου και να έχει τις ρίζες της τόσο σε θρησκευτικούς όσο και σε πολιτικούς λόγους.17
Την εποχή αυτή (μέσα 14ου αιώνα), έπειτα από την απώλεια της Μικράς Ασίας, το κέντρο της οικονομικής ζωής μεταφέρεται στα Βαλκάνια και κυρίως στη Θεσσαλονίκη, που ήταν η μεγαλύτερη πόλη. Το λιμάνι της είναι από τα σπουδαιότερα της Ανατολικής Μεσογείου και παρουσιάζει μεγάλη κίνηση. Δεν είναι πια κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου γιατί το εμπόριο και η ναυτιλία έχουν περάσει στα χέρια των γενοβέζων και των βενετσιάνων. Βέβαια στην πόλη υπήρχαν πλήθος συντεχνίες, σιδηρουργεία, χαλκουργεία, υαλουργεία και εμπορικά καταστήματα κάθε είδους. Παράλληλα όμως στη Θεσσαλονίκη ζουν αγροτικός και εργατικός πληθυσμός. Αγρότες, μισθωτοί, τεχνίτες, εργάτες δεν «πιάνουν» στα χέρια τους τα κέρδη από την οικονομική τους δραστηριότητα: Τα κέρδη των επιχειρήσεων και του εμπορίου τα δρέπουν οι γαιοκτήμονες και ο ανώτερος κλήρος. Μεταξύ γαιοκτημόνων και λαού ξεσπάει στα 1349 μια μεγάλη κρίση που εκφράζεται με το κίνημα των ζηλωτών. Ο εμφύλιος αυτός πόλεμος ανεβάζει στην εξουσία τους ζηλωτές και η πόλη μετατρέπεται σε λαϊκή δημοκρατία. Έτσι, «η Θεσσαλονίκη δίδαξε στη φθίνουσα μεσαιωνική Ανατολή ότι ήταν δυνατό να αυτοδιοικηθεί μια πόλη και χωρίς άρχοντες».18 Στα 1350 ο Ι. Κατακουζηνός εισέρχεται νικητής στη Θεσσαλονίκη και καταπνίγει το κίνημα των ζηλωτών. Η λαϊκή εξουσία χάνεται. Οι ευγενείς και οι δυνατοί παίρνουν πάλι την πρωτοβουλία στην αρχή της πόλης.19
Γ) Τα Δημήτρια μέχρι την άλωση του 1430μ.Χ.
Η ακμάζουσα Θεσσαλονίκη του 13ου και 14ου αιώνα με τα εργαστήρια τέχνης, τις καλλιτεχνικές σχολές και τα σχολεία της, που ήταν ονομαστά σ’ όλη τη Βαλκανική, είχε αποκτήσει μεγάλη αίγλη. Σημαντική ήταν επίσης αυτή την εποχή και η πρόοδος των νομικών επιστημών: νομικοί και λόγιοι που ασχολήθηκαν με το δίκαιο όπως ο Νικηφόρος Χούμνος, ο Θ. Μάγιστρος, ο Δ. Κυδώνης, ο Καβάσιλας αποτελούν φωτεινές πνευματικές μορφές της Θεσσαλονίκης. Εξέχουσα μορφή της νομικής επιστήμης υπήρξε, βέβαια, και ο Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, ο οποίος με το έργο του «Εξάβιβλος» συνδέει τη δικαιοσύνη με το όλο πνεύμα της χριστιανικής διδασκαλίας.20
Ήδη από το 10o αιώνα η Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη εμπορική και βιοτεχνική πόλη της ανατολικής αυτοκρατορίας. Τα καραβάνια κατέφθαναν σ’ αυτή με ποικιλία εμπορευμάτων και βιοτεχνικών ειδών: φαγώσιμα, τσόχες, πανιά, χαβιάρι από τη Ρωσία, μεταξωτά υφάσματα, λάδια, κρασιά από την Ιταλία και την Ισπανία, σαπούνια από τη Βενετία, ακόμη και πολύτιμους λίθους, χρυσό, ασήμι μπορούσε να βρει κανείς στο λιμάνι και την αγορά της. Πάντοτε η πόλη παρουσίαζε μεγάλη κίνηση. Γνώριζε όμως τη μεγαλύτερη ακμή κατά τις παραμονές της γιορτής του Αγίου Δημητρίου. Την εποχή αυτή «οίχονται πανηγύρεις», όπως λέει και ο Ι. Αναγνώστου. Μέσα και έξω από την πόλη, στους χώρους που γίνονταν το εμπορικό πανηγύρι, συναντούσε κανείς Nοτιοελλαδίτες, Mικρασιάτες, Ιταλούς, Γάλλους, «φοίνικες», Ρώσους, Σύριους… και Αιγυπτίους επισκέπτες. Φωνές, τσακώματα, γέλια, συμφωνίες, έμποροι που διαλαλούσαν τα εμπορεύματα τους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, Έλληνες και ξένοι ταξιδιώτες δημιουργούσαν απαράμιλλη ατμόσφαιρα. Ολόκληρη η πόλη μετατρεπόταν σ’ ένα λαϊκό πανηγύρι που περιλάμβανε λαμπρές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και θρησκευτικές ακολουθίες.
Στη Βυζαντινή Θεσσαλονίκη των ύστερων χρόνων που συνυπάρχει το τελετουργικό και το εμπορικό πνεύμα, η γιορτή των Δημητρίων γίνεται το μεγάλο εμπορικό και ψυχαγωγικό πανηγύρι της Ρωμιοσύνης. Τις ημέρες αυτές οι Θεσσαλονικείς είχαν τη δυνατότητα, από τη μια να απολαμβάνουν διάφορες διασκεδάσεις και από την άλλη να παρακολουθούν τους φιλοσόφους και τους λόγιους, που καταπιάνονταν με διάφορα θέματα και έδιναν διαλέξεις, στη ροή της σκέψης τους: «Στο 14ο αιώνα μια πνοή ανθρωπισμού και ελεύθερης σκέψης διασχίζει τη μεγάλη μακεδονική πόλη που ονομαζόταν αυτή τη στιγμή «η πόλη τον χαρίτων»21. Πράγματι, μέσα σ’ αυτή την υλική ευμάρεια που υπήρχε στη Θεσσαλονίκη του 14ου αιώνα, ανθρωπιστικό και θρησκευτικό ιδεώδες ενώνονται σ’ ένα γοητευτικότατο κράμα. Απ’ τον Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο πληροφορούμαστε πως ο Άγιος Δημήτριος, εκτός απ’ τη μεγάλη του γιορτή, γιορτάζονταν τρεις φορές την εβδομάδα: την Κυριακή, την Τετάρτη και την Παρασκευή στο ναό της Αχειροποιήτου, ταυτόχρονα με την Παναγία.
Από τις αρχές του Οκτωβρίου στους ναούς της Θεσσαλονίκης τελούνταν ύμνοι, άσματα και ομιλίες που τέλειωναν οκτώ ημέρες μετά τη γιορτή του Αγίου, δηλαδή στις 3 Νοεμβρίου. Από την 1η Οκτωβρίου οι περισσότερο ευσεβείς νήστευαν μέχρι την παραμονή. Όλος ο Οκτώβριος λεγόταν «μήνας αθλήσεως» του Αγίου Δημητρίου. Από τις 20 Οκτωβρίου και μέχρι την παραμονή της μεγάλης γιορτής όλος ο κόσμος βρισκόταν στο πόδι κάνοντας προετοιμασίες. Το διάστημα αυτό των έξι ημερών λεγόταν «προεόρτια». Συγχρόνως στις 20 Οκτωβρίου άρχιζε και το μεγάλο εμπορικό πανηγύρι των Δημητρίων που κρατούσε μια βδομάδα. Η πολυκοσμία, η κίνηση, ο μεγάλος αριθμός εμπορευμάτων έδιναν την εντύπωση της ύπαρξης μιας ακόμη πολιτείας έξω από τα τείχη που συνυπήρχε μ’ αυτή της Θεσσαλονίκης.
Την παραμονή της γιορτής του Αγίου στις 25 Οκτωβρίου, όλοι οι ναοί της πόλης φωτίζονταν μεγαλόπρεπα και γέμιζαν από κόσμο. Οι ναοί του Αγίου Δημητρίου και της Αχειροποιήτου είχαν ιδιαίτερη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια. Τα πλήθη των Θεσσαλονικέων και των επισκεπτών κυριολεκτικά τους κατέκλυζαν. Μόλις νύχτωνε, ξεκινούσε από το ναό της καταφυγής μεγάλη ιερή πομπή.22 Επικεφαλής ήταν ο Αρχιεπίσκοπος και ο κλήρος της πόλης και τους περιστοίχιζαν ιεροψάλτες, που τους συνόδευαν φωνητικά ήχοι μουσικών οργάνων και τους φώτιζαν απαλά αναμμένες λαμπάδες. Ακολουθούσε το μεγάλο πλήθος και τελικά η μεγαλειώδης πομπή, παίρνοντας την Εγνατία Οδό, την κυριότερη οδική αρτηρία της πόλης, έφτανε στο ναό της Αχειροποιήτου. Εκεί ύστερα από τις ευχαριστίες του κόσμου προς τον Άγιο και τις καινούριες ευχές που δίνονταν, εκφωνούνταν ο πανηγυρικός της ημέρας. Κατόπιν η πομπή επέστρεφε στο ναό του Αγίου Δημητρίου, όπου και ψαλλόταν λειτουργία στην οποία πρωτοστατούσε ο Αρχιεπίσκοπος. Πολλοί χριστιανοί, όπως μας πληροφορεί ο Ισίδωρος, έκαναν το γύρο του ναού, συμβολίζοντας έτσι το δρόμο του μαρτυρίου του Αγίου.
Απ’ τον Ισίδωρο μαθαίνουμε επίσης πως η μεγάλη γιορτή ήταν χωρισμένη σε τέσσερα πανηγύρια: «Φόρον συν ωσανεί και ημείς ή μάλλον οία τινά δώρα τω μάρτυρι προσάγομεν τας ειρημένας τέσσαρας πανηγύρεις». Η πρώτη γιορτή γινόταν την ημέρα του Αγίου στην οποία μετείχε ο ίδιος ο αυτοκράτορας με την ακολουθία του, ο διοικητής, οι ευγενείς και οι άρχοντες που φορούσαν «απαστράπτουσας στολάς και επέβαινον επί λαμπρότατων ίππων».23 Η δεύτερη ήταν αφιερωμένη στον αρχιεπίσκοπο και τον κλήρο της πόλης, η τρίτη στους μοναχούς και, τέλος, στις 3 Νοεμβρίου η τελευταία γιορτή που λεγόταν «οχταήμερος» και στην οποία έπαιρνε μέρος όλος ο λαός.
Μια ακόμη αξιόλογη πηγή που μας πληροφορεί για τις τελετές της πανηγύρεως του Αγίου Δημητρίου είναι ο Κώδικας του αρχιεπισκόπου Συμεών.24 Σύμφωνα μ’ αυτόν, κατά την ιερή πομπή περιφέρονταν «το κιβώτιον μετά του μύρου» (στίχ. 45) κι όχι η εικόνα του Αγίου όπως συνηθίζεται σήμερα. Επίσης, όπως φαίνεται απ’ τις περιγραφές του, στην εποχή του πρέπει να έγιναν μεταρρυθμίσεις και η πομπή δεν στάθμευε πια στο ναό της Αχειροποιήτου. Η διάρθρωση της πομπής δίνεται με κάθε λεπτομέρεια απ’ τον Συμεών και παρουσιάζει ιδιαίτερο κοινωνιολογικό και σημειολογικό ενδιαφέρον. Στο τέλος της «πομπικής» τελετουργίας γινόταν η τελευταία περιφορά γύρω απ’ τον τάφο του Αγίου και στη συνέχεια τελούνταν η Θεία Λειτουργία.25
Πρέπει βάσιμα να υποθέσουμε πως τόσο εκείνοι που κατείχαν στα χέρια τους το εμπόριο όσο και οι πολιτικές και θρησκευτικές αρχές ενθάρρυναν την ύπαρξη του θεσμού των Δημητρίων: η πόλη, χάρη στα Δημήτρια αποκτούσε φήμη, ενώ συγχρόνως τις ημέρες εκείνες αύξανε σημαντικά ο αριθμός των επισκεπτών, Ελλήνων και ξένων, οι οποίοι συντελούσαν στη διακίνηση και άφθονη ροή χρήματος και στην τόνωση της τοπικής οικονομίας. Εξάλλου, πέρα από την παραδοσιακή του φύση ως εορταστικής εκδήλωσης που εξυπηρετούσε τις προσωπικές – λαϊκές θρησκευτικές και ψυχαγωγικές ανάγκες, την εθνική – πολιτισμική ταυτοποίηση και κοινωνική συνοχή, και τις στρατηγικές κοινωνικής ισχύος, ο θεσμός της πανηγύρεως των Βυζαντινών Δημητρίων αναδείχτηκε σε καίριο πολιτικό μέσο προπαγάνδας της αυτοκρατορικής ιδεολογίας, οικονομικού και κοινωνικού ανταγωνισμού, αλλά και αλληλογνωριμίας και διευθέτησης και επίλυσης διαφορών. Τα Δημήτρια της Βυζαντινής Περιόδου παρουσιάζουν, σύμφωνα με τις πηγές, συνέχεια στη μορφή και το κοινωνικό – πολιτικό περιεχόμενο τους αλλά, παράλληλα, και την αναγκαία και ιστορικά διαμορφούμενη αναπροσαρμογή, η οποία τα καθιστούσε, στη διάρκεια όλης αυτής της μακρόχρονης περιόδου (10ος αι. – 15ος αι.), θεσμό ζωντανό, δεμένο οργανικά με την ευημερία και ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης, πανήγυρη ζωτικής σημασίας για την ευρύτερη περιοχή.
Παραπομπές – υποσημειώσεις:
1. Αδαμάντιος Ι. Αδαμαντίου, Η Βυζαντινή Θεσσαλονίκη: ιστορία – κοινωνικός βίος – τέχνη, σελ.11, εν Αθήναις 1914.
Αδ. Ι. Αδαμαντίου, όπως παραπάνω, σελ. 56.
Δ. Σ. Ηλιάδου, Ο Άγιος Δημήτριος και οι Σλάβοι, ανάτυπον εκ των πεπραγμένων του Θ’ Διεθνούς Βυζαντινολογικού Συνεδρίου, τόμ. Γ’, Αθήνα 1957.
Βλ. σχετικά: α) Γ. θεοχαρίδη, Σίρμιον ή Θεσσαλονίκη, δημοσίευμα της ΕΜΣ, β) Αγγ. Κωνσταντακοπούλου, Ιστορική γεωγραφία της Μακεδονίας, (4ος – 6ος αι.), σελ. 64-73, Γιάννενα 1984. γ) Άμαντος Ι. Κωνσταντίνος. Ιστορικά του Βυζαντινού Κράτους, τόμ. Α’ σελ. 162-167, εκδ. Γ’, Αθήναι 1963.
Φαίδων Κουκουλές: Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τόμ. Γ’ σελ. 270-281, Αθήνα 1949.
Όπως 1., σελ. 11-12.
T. Tafel: De Thessalonica ejusque agno Benlin, σελ. 228-9, 1839.
Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος: Ιστορία της Θεσσαλονίκης, σελ. 100, Θεσσαλονίκη 1983.
Τιμαρίων: Ellisen Analekten der Mittel – und Neugriechi Literatur.
Περί υποκρίσεως λόγος, Migne 136, σελ. 374.
0 Δημ. Χρυσολωράς στο εγκώμιο που πλέκει στον Άγιο Δημήτριο από τη μια μιλάει για τον Αγιο και το μύρο που αναβλύζει από το σώμα του και από την άλλη μας δίνει τη μοναδική πληροφορία (γραπτή), για τον αριθμό των στρατιωτών που πήγαν να τον σκοτώσουν. Ο Χρυσολωράς αναφέρει πως οι στρατιώτες ήταν έξι.
Σήμερα υπάρχουν δύο παραστάσεις του μαρτυρίου του Αγίου με έξι στρατιώτες: η πρώτη βρίσκεται στην Τράπεζα της μονής της Λαύρας στο Άγιο Όρος, ενώ η δεύτερη είναι του Γιώργου Καρτεζά και βρίσκεται στο μουσείο Μπενάκη. Και οι δύο εικόνες είναι του 16ου αιώνα και πρέπει να έγιναν από πρότυπα παλαιότερης εποχής.
Migne: Patrologia graeca 151, 536-538.
Β. Λαούρδας: Ισιδώρου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Ομιλίαι1 παραπάνω8 εις τας εορτάς του Αγίου Δημητρίου, Ελληνικά – περιοδικό σύγγραμμα της ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1954.
Διακρίνουμε τρία είδη κειμένων: α) Passio που περιλαμβάνουν τις παραδόσεις θαυμάτων κατά την περίοδο του μαρτυρίου ή αμέσως μετά β) Miracula που περιλαμβάνουν τα θαύματα μεταγενέστερης περιόδου γ) Laudatio που περιλαμβάνουν τα εγκώμια προς τιμή του Αγίου Δημητρίου.
Β. Λαούρδας: Η κλασσική φιλολογία εις την Θεσσαλονίκη κατά τον 14ο αιώνα, ΕΜΣ- ΙΜΧΛ, Θεσσαλονίκη 1960.
Γ. Ακροπολίτης: εκδ. Heisenberg κεφ. 45, 81-82.
Georg Ostrogorsky: Ιστορία του βυζαντινού κράτους, εκδ. Σ. Δ. Βασιλόπουλος, τόμ. 3ος, 211, Αθήνα 1981.
Η Θεσσαλονίκη την εποχή των Παλαιολόγων, άρθρο του Θ. Παπαζώτου, περιοδικό «Αρχαιολογία», τεύχος 7, 1983.
Για πληροφορίες βλέπε: α) Αδ. Ι. Αδαμαντίου: Η βυζαντινή Θεσσαλονίκη εν Αθήναις 1914. β) Γιάννης Κορδάτος: Ακμή και Παρακμή του Βυζαντίου, Αθήνα 1974. γ) Αλεξ. Λέτσας: Ιστορία της Θεσσαλονίκης, Αθήναι 1961. δ) Αποστ. Ε. Βακαλόπουλος: Ιστορία της Θεσσαλονίκης 316 π.Χ.- 1983, Θεσσαλονίκη 1983. ε) Αποστ. Παπαγιαννόπουλος: Ιστορία της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1982. στ) Περιοδικό «Αρχαιολογία», τεύχος 7, 1983.
Η εξάβιβλος γράφτηκε γύρω στα 1345 και ίσχυε στη χώρα μας ως αστικός κώδικας μέχρι το 1946.
Καρόλου Ντηλ: Η Θεσσαλονίκη, μετ. Κ. Χαραλαμπίδη, σελ. 15-16. Θεσσαλονίκη 1980.
Ο ναός της Καταφυγής ήταν ο ναός που δίδασκε τη χριστιανική πίστη ο Άγιος Δημήτριος και εκεί πιάστηκε από τη στρατιωτική φρουρά του Γαλερίου. Βρισκόταν κοντά στην εκκλησία της Παναγίας των Χαλκέων. Σήμερα ο ναός αυτός δεν σώζεται.
Αδ. Ι. Αδαμαντίου: Η Βυζαντινή Θεσσαλονίκη – ιστορία – κοινωνικός βίος – τέχνη, σελ. 104, εν Αθήναις. 1914.
Ο Κώδικας αυτός πρέπει να γράφτηκε από τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο Συμεών ή με οδηγίες που αυτός είχε υποδείξει. Αναφέρεται στην περίοδο 1419 – 1429 που ο Συμεών ήταν Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Βλ. επίσης Β. Λαούρδας: Συμεών Θεσσαλονίκης – Ακριβής διάταξις της εορτής του Αγίου Δημητρίου, εκδ. «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1956. – Επίσης Π. Ν. Τρεμπέλα: Ακολουθία του όρθρου και του εσπερινού, σελ. 128, Αθήνα 1954.
26.Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ., Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.
Τα “θαύματα” του Αγίου Δημητρίου ως ιστορικές πηγές. Επιδρομές και Σλαβικές εποικίσεις εντεύθεν του Δουνάβεως Τρίκαλα, 2003
Στη Μελέτη αυτή γίνεται λόγος για τις πρώτες επαφές του ελληνισμού με τους Σλάβους, για την εγκατάσταση των τελευταίων στη Βόρεια Βαλκανική, αρχικά, και στη συνέχεια στην Ελληνική Χερσόνησο, για την ακτινοβολία του ελληνικού στοιχείου και τις μεθόδους εισαγωγής επήλυδων στο στρατιωτικό, διοικητικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Επίσης γίνεται εκτενής αναφορά στα “Θαύματα” του Αγίου Δημητρίου, κειμένου που αναφέρεται στις επιδρομές και την εγκατάσταση των Σλαβικών φύλων στην περιφέρεια Θεσσαλονίκης και στην ευρύτερη περιοχή Μακεδονίας- Θράκης. Σε κανένα άλλο ντοκουμέντο του Χριστιανικού Μεσαίωνα, εκτός απ’ τα “Θαύματα” ή “Miraculs” δεν υπάρχει τόσο σθεναρή η πεποίθηση των πολιτών ότι η πόλη τους προστατεύεται απ’ την υπερφυσική προστασία του θείου πάτρωνά της. Είναι πεπεισμένοι απολύτως -όπως φαίνεται και μαρτυρείται στα “Θαύματα”- ότι ο Άγιος Δημήτριος έσωσε τη Θεσσαλονίκη από επιδημίες, πείνα, εμφύλιο πόλεμο, και πάνω απ’ όλα, απ’ τις βαρβαρικές επιδρομές.

“Απόπειρα απάντησης στο αίνιγμα της ανάγνωσης” Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

“Απόπειρα απάντησης στο αίνιγμα της ανάγνωσης”
Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων
Πριν αρκετά χρόνια πήρα εντελώς αναπάντεχα για τους κοντινούς μου τη μεγάλη απόφαση να τα “αλλάξω” όλα, γύρω μου και μέσα μου.
Έτσι απότομα, σχεδόν μέσα σε μια νύχτα, τους ξάφνιασα, δηλώνοντας έμπρακτα πως από δω και πέρα πλέον θα ακολουθήσω τους εσωτερικούς μου ρυθμούς και τη φωνή της σιωπής μου.
Όμως συνήθως όλες οι μεγάλες αποφάσεις έτσι παίρνονται, δουλεύει από καιρό η σκέψη στα εντός σου τριβελίζοντας νου και καρδιά, μέχρι που ξαφνικά τελεσιδικεί. Βίαια και απότομα μοιάζει στους ανύποπτους που δεν αντιλαμβάνονται τι συντελείται μέσα στην ψυχή σου, από ποιους σκοτεινούς λαβυρίνθους προσπαθείς να βγεις σε ξέφωτο . Μια πτώση από τα σύννεφα, μια απογοήτευση, μια απώλεια, ελπίδα ίσως για ένα νέο ξεκίνημα, πολλοί και διάφοροι οι λόγοι αυτής της απόφασης νοερής «φυγής».
Αβέβαιη στην αρχή, δεν ήξερα αν πήρα τη σωστή απόφαση. Ήξερα μόνο γιατί «φεύγω», όχι που ακριβώς πάω. Είχα λόγους να απομακρυνθώ από όσα με πλήγωναν, αλλά ψυχανεμιζόμουν πως δεν θα ήταν και παράδεισος η νέα μου ζωή. Ατέλειωτες ώρες βούλιαζα στους μαιάνδρους του μυαλού μου… Κάποια φορά συναντηθήκαμε, εγώ και η φωνή της σιωπής μου. Κουβαλούσαμε την αμηχανία αυτών που έχουν πολλά να πουν και δεν βρίσκουν λόγια να τα εκφράσουν. Πιο πολλές ήταν οι σιωπές και αυτά που δεν κατάφεραν να ειπωθούν αλλά κάπου βρέθηκε το νήμα, η χρυσή κλωστή της αφήγησης που συνδέει τη φαντασία με την πραγματικότητα. Ιστορίες, συγγραφείς, αναγνώστες…
Αρκεί ένα βιβλίο, λοιπόν, και γαντζώνεσαι; Αποφεύγεις την πραγματικότητα και πλάθεις μια άλλη; Είναι η δίψα για το άγνωστο που κρύβεται μπροστά σου και σε προκαλεί; Ανήκεις σε αυτούς που αναζητούν την επιβεβαίωση των πιστεύω τους σε ένα βιβλίο; Είναι όλα αυτά που γυρνάνε σα σβούρα, αξεδιάλυτα μέσα σου και αδυνατείς να εκφράσεις; Είναι απρόσιτες καταστάσεις που θα ήθελες να ζήσεις; Ένας τρόπος να κρυφτείς από τον ίδιο σου τον εαυτό; Είναι μια δίψα να μάθεις; Μήπως απλά γεμίζεις τον άδειο σου χρόνο, «σκοτώνεις» την ώρα σου; Είναι κάτι που σε εξυψώνει και σε πλουτίζει εσωτερικά; Το κάνεις για να ξεχαστείς, να λησμονήσεις τα «άγρια» της ζωής σου; Γιατί αγνοείς επιδεικτικά το ολόγιομο φεγγάρι, τον ήλιο που βασιλεύει στον ορίζοντα, χαρίζοντάς σου αξέχαστα δειλινά, ή το αφάνταστα αχνογάλαζο ξημέρωμα; Γιατί αποκλείεις τόσες φορές τη ζωή που κυλάει γύρω σου με όλους τους σπαρταριστούς χυμούς της, για να απομονωθείς με ένα βιβλίο;
Πόσες απαντήσεις υπάρχουν σε αυτές τις ερωτήσεις; Δεκάδες, ίσως πολύ περισσότερες και ίσως διαφορετικές μεταξύ τους. Νομίζω ότι πρέπει όλοι οι συστηματικοί αναγνώστες να αναρωτηθούμε το πώς και το γιατί βάλαμε στη ζωή μας τη συνήθεια του διαβάσματος για να αποκωδικοποιήσουμε αποτελεσματικότερα το αίνιγμα της ψυχής μας, για να φωτίσουμε περισσότερο τα άδυτα της εσωτερικής μας ζωής και να προσεγγίσουμε, πολύπλευρα και βαθύτερα, το γνώθι σαυτόν. Απόλαυση, μανία, βάλσαμο, ταξίδι, όπως θέλετε το ονοματίζετε. Τι ήταν αυτό που μας οδήγησε, ή, τι είναι αυτό που προκαλεί τη διέγερση των αισθήσεων, των συναισθημάτων, του νου μέσα από το γραπτό λόγο.
Ίσως θα μπορούσε ο διάλογος με τον εαυτό μας και με τους άλλους να μας βοηθήσει να καταλήξουμε σε κάποιες απαντήσεις. Έχει σίγουρα τρομερό ενδιαφέρον να εντοπίσουμε πως βιώνει κάθε διαφορετικός χαρακτήρας μια ενέργεια σαν το διάβασμα, μια πράξη απομόνωσης μέσω της οποίας έρχεσαι σε επαφή με τις ιδέες, τις θεωρίες ή τα παραμύθια, με τις επιστήμες, τη γνώση, την κουλτούρα λαών, πολιτισμών, ανθρώπων-ατόμων και, λύνοντας το αίνιγμα της ανάγνωσης, αποκτάμε όλο και περισσότερες δυνατότητες, και ταυτόχρονα πιθανότητες, να λύσουμε το αίνιγμα του ψυχισμού μας.

“Η έννοια της αισθητικής μέσω της φιλοσοφίας”, Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

“Η έννοια της αισθητικής μέσω της φιλοσοφίας”,
Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων
Η αισθητική είναι ο παράγοντας που επηρεάζει περισσότερο την άποψη που σχηματίζει κανείς για διάφορες καταστάσεις ή πρόσωπα. Σύμφωνα με τον Κίρκεγκωρ το αισθητικό στάδιο που περνά κάθε άνθρωπος είναι συνδεδεμένο με το νόημα της ζωής και της ευτυχίας.
Οι εμπειρίες του ίδιου από την περίοδο εκείνη της ζωής του το βοηθούν να δώσει τον ορισμό του αισθητικού ανθρώπου. Πρόκειται για τον άνθρωπο εκείνο που ζει αποκλειστικά τις στιγμιαίες απολαύσεις των ηδονών. Το πρότυπο του αισθητικού ανθρώπου είναι ο Δον Ζουάν. Όμως το αδιάκοπα επαναλαμβανόμενο κυνήγι των ηδονών από τον αισθητικό άνθρωπο δημιουργεί σ’ αυτόν το αίσθημα της ανίας και μετά της ματαιότητας και ύστερα του κενού. Προσπαθώντας να επιτύχει κανείς το «αισθητικό στάδιο» της ζωής του πολλές φορές τον οδηγεί σε έκλυτο, ανήθικο, βίο. Συνεπώς το αισθητικό στάδιο δεν μπορεί να αλληλοεξαρτάται από το ηθικό στάδιο.
Το πρόβλημα της αισθητικής φιλοσοφίας απασχολεί τους ανθρώπους εδώ και είκοσι πέντε αιώνες. Τόσο το ωραίο, που αποτελεί την κυρίαρχη έννοια της αισθητικής φιλοσοφίας, όσο και η τέχνη, μέσω της οποίας αναπαρίσταται το ωραίο, αντιμετωπίστηκαν με αδιάφορους τρόπους. Πολλοί φιλόσοφοι , όπως ο Πλάτωνας, είχανε αρνητική άποψη απέναντι στην αισθητική της τέχνης, γιατί υποστηρίζανε πως υποβαθμίζει την αλήθεια και την αρετή.
Σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, ο Καντ ασχολήθηκε με την αισθητική και το διαχωρισμό του ωραίου και του υψηλού. Ο Καντ υιοθέτησε τη διάκριση μεταξύ δύο εννοιών, του ωραίου και του υψηλού επιχειρώντας να δώσει τις βασικές διαφορές τους. Διέκρινε τέσσερα τέτοια σημεία.
Το ωραίο είναι συνυφασμένο με την έννοια του σχήματος. Το ωραίο έχει πάντοτε κάποιο σχήμα, και γι’ αυτό προκαλεί την αίσθηση ότι έχει κάποια όρια, ότι περιορίζεται στο χώρο. Αντίθετα, ένα αντικείμενο που χαρακτηρίζεται από την έννοια του υψηλού μας δίνει την εντύπωση του απεριόριστου, ενός αντικειμένου που δεν περιορίζεται σε κάποιο σημείο και γι’ αυτό φαίνεται να μην έχει σχήμα.
Η δεύτερη διαφορά είναι η εξής: το υψηλό, όποτε ερχόμαστε αντιμέτωποι με αντικείμενα που υπάγονται στην έννοιά του, μας προκαλεί έντονα αισθήματα, που ίσως φτάσουν τα όρια του δέους και του φόβου. Αντίθετα, το ωραίο ασκεί στο μυαλό μας ανακούφιση κάνοντάς μας να αισθανόμαστε άνετα απέναντί του.
Το τρίτο σημείο, στο οποίο εντοπίζεται η διαφορά του ωραίου από το υψηλό, είναι πως ενώ το ωραίο μας δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται υπό τον έλεγχό μας, το υψηλό, εξαιτίας του μεγέθους του, φαίνεται να μην μπορεί να περιοριστεί στη φαντασία μας και να δαμαστεί από τις δυνάμεις του μυαλού μας.
Η τέταρτη διαφορά μεταξύ των δύο εννοιών είναι η εξής: το ωραίο, καθώς υπακούει σε κανόνες δεοντολογίας, υπάγεται μέσα στην κανονικότητα της φύσης. Αντίθετα, το υψηλό, ξεφεύγοντας από κάθε περιοριστικό όρο, μας δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν υπόκειται στη σκοπιμότητα της φύσης.
Ο Καντ διέκρινε 4 ορισμούς του «ωραίου». Συγκεκριμένα: ανιδιοτέλεια, καθολικότητα, σκοπιμότητα χωρίς σκοπό και αναγκαιότητα.
Ανιδιοτέλεια: Μεταξύ δύο ευχάριστων συναισθηματικών καταστάσεων υπάρχει ποιοτική διαφορά. Στην πρώτη περίπτωση η απόλαυση είναι προϊόν. Στη δεύτερη περίπτωση, όμως, η αιτία της ικανοποίησής μου βρίσκεται αλλού, πέρα από την όψη του κτιρίου του ίδιου- στη σκέψη. Από τα δύο αυτά είδη απολαύσεων συναφής προς το ωραίο είναι μόνον η ανιδιοτελής τέρψη, εκείνη που δεν παραπέμπει σε τίποτε άλλο πέρα από το αντικείμενο που, βλέποντάς το, μου προκαλεί ευχαρίστηση.
Καθολικότητα: Η Καθολικότητα που χαρακτηρίζει την αισθητική κρίση για το ωραίο είναι το βασικό κριτήριο, για να την αντιδιαστείλει κανείς από άλλες κρίσεις με τις οποίες εκφράζει απλές επιθυμίες, ορέξεις ή διαθέσεις.
Σκοπιμότητα χωρίς σκοπό: είναι το τρίτο χαρακτηριστικό της αισθητικής έννοιας του ωραίου, που, όπως λέει ο Καντ, φαίνεται σαν μία παραδοξολογία.
Αναγκαιότητα: Το τέταρτο γνώρισμα της έννοιας του ωραίου είναι η αναγκαιότητα η οποία χαρακτηρίζει τις κρίσεις μας για τα αντικείμενα που μας προκαλούν αισθητική απόλαυση. Φυσικά ο Καντ παρατηρεί ότι η αναγκαιότητα του ωραίου δεν υπαγορεύεται από κάποιο νόμο ή κανόνα στον οποίο οφείλει κανείς να υπακούει.
Η αισθητική είναι γενικά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κανείς γεγονότα ή ανθρώπους. Όμως είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό, γιατί διαφορετική άποψη έχει κάποιος για κάτι που θεωρεί αισθητικά ωραίο ή αισθητικά άσχημο. Άρα, η αισθητική εξαρτάται από την κρίση του καθενός.

Φωνές ενότητας του Ελληνισμού στην Αρχαιότητα Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.) /Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

Φωνές ενότητας του Ελληνισμού στην Αρχαιότητα

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.) /Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

Ένα από τα χαρακτηριστικά της ελληνικής φύσης και της ελληνικής γης είναι η ενότητα:
•Ενότητα στο φωτισμένο καταγάλανο ουρανό και αντίθετα, διάσπαση στη
γήινη επιφάνεια, με άμεσο αποτέλεσμα στην ελληνική ψυχή και ιδιοσυγκρασία
•Ενότητα στο θρησκευτικό και φυλετικό φρόνημα (Δωδεκάθεο, Ολυμπιάδες,
κλπ), αλλά με διάσπαση στην πολιτική και κοινωνική διαμόρφωση (Πόλεις, δήμοι, κλπ).
Αυτή τη διαπίστωση την είχαν κάνει πρώτα απ’ όλους τα ιερατεία των αρχαίων ναών και προσπάθησαν να την ξεπεράσουν, οδηγώντας τους Έλληνες σε μια ειρηνική ενότητα. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια της ενότητας πρέπει να τοποθετηθούν οι προσπάθειες των Αμφικτιονιών, με κορωνίδα αυτή των Δελφών, με τα παράλληλα κηρύγματά της για την “Δελφική Ιδέα” και με κυριότερο επίτευγμά της τον περιορισμό των εμφυλίων πολέμων ανάμεσα στους Έλληνες, καθώς και οι Ολυμπιάδες, που είχαν το ίδιο αποτέλεσμα. Οι Δελφοί όμως πέτυχαν περισσότερα: χρόνο με το χρόνο, τα κοινά σημεία των Ελλήνων υψώνονταν πάνω από κάθε διαχωριστικό παράγοντα, οι δεσμοί μεταξύ τους γίνονταν όλο και ισχυρότεροι, η ανάγκη της ειρήνης για μια μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη άνοδο του πνεύματος πρόβαλε όλο και πιο άμεση και οι ανθρωπιστικές αξίες συναντούσαν όλο και μεγαλύτερο σεβασμό.

Ακόμη το μαντείο των Δελφών, έχοντας πάντα το ρόλο του συμφιλιωτή ανάμεσα στους αντιμαχόμενους, επέβαλλε τους πρώτους «Κανόνες Διεθνούς Δικαίου», απαγορεύοντας στους αντιπάλους να καταστρέφουν τα υδραγωγεία, να μολύνουν τα πηγάδια και να σκοτώνουν τους αιχμαλώτους.

Με την πάροδο όμως των αιώνων η μεν ολυμπιακή ιδέα περιοριζόταν όλο και πιο πολύ κύρια στο αθλητικό ιδεώδες, σε βάρος της πνευματικής της υπόστασης, ενώ η επιρροή των Δελφών επί των πραγμάτων των ελληνικών πόλεων-κρατών εξασθενούσε όλο και περισσότερο. Εξαντλημένος από τους αδιάκοπους πολέμους και υπονομευόμενος από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς, ο νότιος ελληνισμός έφθινε πολιτικά, στρατιωτικά θρησκευτικά, διοικητικά, κοινωνικά και πνευματικά. Αυτό που από την φύση τους δεν μπορούσαν να διακρίνουν οι πολιτικοί, διοικητικοί και στρατιωτικοί ηγέτες, αυτό που είχε ανάγκη η ελληνική φυλή για να επιβιώσει, την εθνική συνένωση, το διείδαν και το διατύπωσαν θεωρητικά τρία κυρίως μεγάλα πνεύματα: ο Γοργίας, ο Λυσίας και ο Ισοκράτης. Και οι τρεις τους διέκριναν εγκαίρως ότι ο πολιτικός κατακερματισμός των Ελλήνων ήταν υπεύθυνος για τους εμφύλιους πολέμους. Αυτόν το φαύλο κύκλο θέλησαν να εξαλείψουν και να δώσουν στους Έλληνες να καταλάβουν ότι όλα τα προβλήματά τους μπορούσαν να λυθούν μόνο με τη συνένωσή τους.

Πρώτος εξέφρασε την άποψη αυτή ο Γοργίας, σε ένα Πανηγυρικό που εκφώνησε στην Ολυμπία, στους ολυμπιακούς αγώνες του 392 π.Χ. Την ίδια ιδέα επανέλαβε και λίγο αργότερα, στην Αθήνα, σε ένα επικήδειο προς τιμήν των νεκρών του δεκάχρονου “Κορινθιακού” πολέμου, αυτού που ακολούθησε λίγα χρόνια μετά τον τριαντάχρονο Πελοποννησιακό. Στο ίδιο μήκος κύματος «εξέπεμψε» μετά από 4 ή 8 χρόνια και ο Λυσίας. Πάλι στην Ολυμπία, στους ολυμπιακούς αγώνες του 388 π.Χ., σε λόγο του, κάλεσε τους απανταχού Έλληνες να σταματήσουν τους εμφύλιους πολέμους, να ενωθούν πρώτα και να πολεμήσουν ύστερα, όχι μόνο τους Πέρσες που καραδοκούσαν, αλλά και τον τύραννο Διονύσιο των Συρακουσών. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι το παράδειγμα του Γοργία και του Λυσία ακολούθησαν κι άλλοι Έλληνες διανοούμενοι. Τις απόψεις του Γοργία, του Λυσία και του Ισοκράτη, ασπάστηκε και ο Αριστοτέλης ο οποίος σπούδασε και έζησε πολλά χρόνια στην Αθήνα. Όταν αργότερα ανέλαβε να διαπλάσει τα πνεύματα των νεαρών Μακεδόνων ευγενών που μαζί με τον Αλέξανδρο θα ήταν οι ηγέτες του αυριανού κόσμου, ήταν αδύνατο να μην μεταφέρει και να μην διδάξει τις απόψεις του Λυσία και του Ισοκράτη, όταν ο τελευταίος ήταν γνωστό πως είχε εναποθέσει όλες τις ελπίδες του για τη συνένωση των Ελλήνων στον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο, αφού πρωτίστως είχε έρθει σε επαφή μέσω των διαγγελμάτων του και με άλλους βασιλείς και περίμενε τον κατάλληλο που θα καταλάβαινε τη σημασία της συνένωσης και θα αναλάμβανε το δύσκολο αυτό έργο.
Ο Ισοκράτης είχε παρακολουθήσει προσεκτικά την εξέλιξη των γεγονότων σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο, από τη Κύπρο μέχρι τη Σικελία, την Πελοπόννησο και τη Βοιωτία και είχε πλέον πεισθεί ότι από πουθενά από αυτές τις περιοχές και τους πολιτικούς ή στρατιωτικούς τους αρχηγούς, ο ελληνισμός δεν μπορούσε να περιμένει τίποτα αποτελεσματικό. Η παντοδύναμη Ελλάδα του 5ου αιώνα που έτρεμαν οι Πέρσες, οι Φοίνικες και οι Καρχηδόνιοι δεν υπήρχε πια. Η επαίσχυντη και ταπεινωτική “Ανταλκίδειος” ειρήνη του 386 π.Χ. είχε σώσει την Περσία, διέλυσε όμως την Ελλάδα και έκανε ρυθμιστή των πολιτικών της πραγμάτων ένα ξένο, το Μεγάλο Βασιλέα. Οι ιωνικές πόλεις ήταν πάλι περσικές, άδοξα και αμαχητί, το ίδιο και η Κύπρος, ενώ οι Έλληνες είχαν υποχρεωθεί να διαλύσουν τις τοπικές συμμαχίες τους, αφήνοντας τις διάφορες πόλεις-κράτη τους τελείως «αυτόνομες», έρμαια στις διαθέσεις βαρβάρων επιδρομέων του βορά. Μόνο η Θήβα και η Σπάρτη προσπάθησαν κάτι να κάνουν αλλά μάταια. Οι εμφύλιοι πόλεμοι είχαν αποδυναμώσει τους Έλληνες οι οποίοι δεν μπορούσαν να αντιδράσουν. Μαζί με όλα αυτά, υπήρχε και κάτι άλλο ανησυχητικό. Υπήρχαν μεγάλα πλήθη φτωχών κι ανέργων από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, οι οποίοι δεν έβρισκαν δουλειά σαν μισθοφόροι και γυρνούσαν ληστεύοντας τους τόπους που τύχαινε να περνούν.

Ο Ισοκράτης βρήκε στο πρόσωπο του Φιλίππου της Μακεδονίας ένα χαρισματικό ηγέτη, άξιο να επιτελέσει το δύσκολο έργο της συνένωσης των Ελλήνων. Αρκεί, κατά τον Ισοκράτη, να καταλάβαινε πως οι Έλληνες δεν σήκωναν αρχηγό με τη μορφή του απόλυτου μονάρχη, ούτε άνθρωπο που θα επιβαλλόταν στις πόλεις με τη βία. Όταν ήρθε η ώρα, ο Φίλιππος ακολούθησε το όραμα του Ισοκράτη και των άλλων. Νικητής κυρίαρχος όλου του ελληνικού χώρου μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, φέρθηκε στους αντιπάλους του ως σε συμμάχους και όχι ως εχθρούς. Δεν πρόσβαλε τα δημοκρατικά τους αισθήματα, σεβάστηκε την ανεξαρτησία των πόλεων, επέβαλε όμως τη συνένωση, τη διαρκή μεταξύ τους ειρήνη και τον εαυτό του σαν αρχηγό, σαν ηγεμόνα και στρατηγό αυτοκράτορα των Ελλήνων. Με αυτό τον τρόπο ο Φίλιππος κατάφερε να υλοποιήσει πολλά από εκείνα που επί τόσα χρόνια ζητούσε επίμονα ο Ισοκράτης
Δηλαδή :
•Ένωσε πρώτα τους Έλληνες και μετά προετοίμασε την εναντίον των Περσών εκστρατεία.
•Νικητής παντοδύναμος μετά την μάχη στη Χαιρώνεια, δεν επέβαλλε κανένα ατιμωτικό ή ταπεινωτικό όρο ειρήνης στους ηττημένους.
•Όλα τα μέχρι τότε ανεξάρτητα κράτη διατήρησαν την ανεξαρτησία τους.
•Κανένα ελληνικό κράτος δεν υποχρεώθηκε να συμμετάσχει χωρίς τη θέλησή του στην “κοινή ειρήνη”. Παράδειγμα η Σπάρτη που απουσίαζε. Όλοι διατήρησαν την αυτονομία τους, αρκεί να μην ζημίωναν τη πανελλήνια συνένωση και συνεργασία.

Σε γενικές γραμμές ο Φίλιππος ήταν ο πραγματιστής, αυτός που έκανε πράξη το όραμα του μεγάλου θεωρητικού Ισοκράτη καθώς και όλων των άλλων διανοουμένων που οραματίστηκαν τη μεγάλη συνένωση και ετοίμασαν πνευματικά και ηθικά το δρόμο της συνένωσης των Ελλήνων.
Οι φιλολογικές πηγές που ανάγονται σε εποχή παλαιότερη από τον 5ο αι. π.Χ. σε πολύ λίγες περιπτώσεις χρησιμοποιούν τους όρους Έλληνες (ή Πανέλληνες) και πάλι με ασαφή γε¬ωγραφική αναφορά. Από τις αρχές όμως του 5ου αιώνα και ειδικότερα μετά την εμφάνιση του περ¬σικού κινδύνου τείνουν να προσλάβουν νόημα εθνικό και πολιτισμικό με εμφανή αντιδιαστολή προς άλλους λαούς, μη Έλληνες. Αυτή η διαφοροποίηση είναι λογικό να ερμηνευτεί ως συνέπεια τον κινδύνου που ώθησε τους ελληνικούς πληθυσμούς να ισχυροποιήσουν τους δεσμούς που υπήρχαν και να επιζητήσουν συνεργασία και μια δυνατή μορφή ένωσης.

Στο πολιτικό πεδίο ο Ισοκράτης υπήρξε θερμός υπέρμαχος της ενότητας του Ελληνισμού και με επιστολές προς τον Φίλιππο της Μακεδονίας τον ενθάρρυνε και τον παρότρυνε προς την κατεύθυνση αυτή. Πίστευε, δηλαδή, πως ήταν αναγκαίο να συνενωθούν όλοι οι Έλληνες κάτω από τη νέα ισχυρή Μακεδονική ηγεσία, για να εκστρατεύσουν στη συνέχεια εναντίον των κοινών εχθρών τους, των Περσών. Οι Αθηναίοι, τιμώντας αργότερα τη μνήμη του, τον κήδεψαν με δημόσια δαπάνη και πάνω στον τάφο του τοποθέτησαν μια σειρήνα, ως σύμβολο, κατά κάποιον τρόπο, της τεράστιας ρητορικής σαγήνης του Ισοκρατείου λόγου.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε στην προκειμένη περίπτωση ότι δεν έχουμε να κάνουμε με την οπτική γωνία του ιστορικού, αλλά εκείνη του ρήτορα. Ο ρήτορας ανά τους αιώνες είναι όργανο παρασκευής ιδεολογίας και μετατόπισης της κοινής γνώμης και συνεπώς χρησιμοποιεί όλα εκείνα τεχνάσματα του λόγου που θα του επιτρέψουν να επιτύχει τους στόχους του. Όπως, για παράδειγμα, οι πολιτικοί ή οι δικηγόροι στη σημερινή εποχή. Ο ιστορικός, αντιθέτως, καταγράφει γεγονότα. Ο ρήτορας ωθεί την κοινή γνώμη στην παραγωγή γεγονότων.
Ας έρθουμε τώρα σε δυο παρεξηγημένες και παραποιημένες για την εποχή μας φράσεις του Ισοκράτη. Την πρώτη έχουν καταχραστεί παντοειδείς φορείς και ιδιώτες. Την παραθέτουμε και ταυτόχρονα την ερμηνεύουμε εδώ προς αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας:« Και μάλλον Έλληνες καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας ». Προς εντυπωσιασμό μπορεί κάποιος να απομονώσει λέξεις και να δώσει την δική του εκδοχή, που είναι παραπλανητική. Και αυτό κάνουν οι κακώς νοούμενοι προοδευτικοί και οι ημιμαθείς που αυτοαποκαλούνται «προχωρημένοι». Θα προσπαθήσουμε, όπως προανέφερα, να αποδώσουμε την αλήθεια. Γι’ αυτό είναι επιτακτικό να δώσουμε όλη την παράγραφο: «Τοσούτον δ’ απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ’ οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας, ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας». ( Ισοκράτης, “Πανηγυρικός”, 50 )
[ Μετάφρ. κατά λέξη: Τόσον πολύ η πόλις μας έχει αφήσει πίσω κατά την φρόνηση και τον λόγον όλους τους άλλους ανθρώπους, ώστε οι μαθηταί της να έχουν καταστή διδάσκαλοι των υπολοίπων και να έχη, έτσι, εξυψώσει το όνομα των Ελλήνων εις διάκρισιν υπεροχής πνευματικής και όχι πλέον απλώς του γένους (δίκην, δηλαδή, συμφύτου γνωρίσματος των Ελλήνων, κατά κοινήν αναγνώρισιν), με αποτέλεσμα μάλλον πλέον να καλούνται Έλληνες αυτοί που κυρίως μετέχουν της ιδικής μας (Αθηναϊκής) παιδείας παρά απλώς και συλλήβδην οι του αυτού με ημάς γένους.] Ό εστί μεθερμηνευόμενον: «Τόσο πολύ ξεπέρασε η πόλη μας, η Αθήνα, τους άλλους ανθρώπους, ώστε οι μαθητές της έγιναν δάσκαλοι των άλλων. Και το όνομα των Ελλήνων δημιούργησε την πεποιημένη (:πλαστήν) εντύπωση να φαίνεται ότι είναι (:δοκείν είναι) χαρακτηριστικό όχι του γένους, αλλά της διανοίας. Και να αποκαλούνται (καλείσθαι και όχι καλείν) από τους άλλους όχι από μάς, Έλληνες μάλλον οι μετέχοντες της ημετέρας εκπαιδεύσεως και όχι της κοινής καταγωγής». Ο Ισοκράτης θέλοντας, επομένως, να επαινέσει τους Αθηναίους τους είπε ότι είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο ακμής που πλέον η έννοια “Έλληνας” είχε ταυτιστεί με αυτούς, και τα στοιχεία της ακμής, του πολιτισμού και της παιδείας τους χρησιμοποιούνταν για να περιγράψουν εκείνους που τους έμοιαζαν στον πολιτισμό. Δηλαδή η έννοια Έλληνας δεν ήταν πλέον μόνο εθνολογικός χαρακτηρισμός αλλά τίτλος τιμής, δηλώνοντας τον πολιτισμένο άνθρωπο. Κάποιος, μπορεί εθνικά να ήταν Έλληνας, αλλά αν ήταν απολίτιστος, θα τον αντιμετώπιζαν ως βάρβαρο οι σύγχρονοί του, αν και Έλληνας στην καταγωγή.
Ο Γερμανός ιστορικός ULRICH WILCKEN έγραψε σχετικά: «Με την φράση αυτή ο Ισοκράτης δεν θέλει να συμπεριλάβει (όπως υποστηρίχθηκε συχνά) στους Έλληνες και τους εξελληνισμένους αυτούς βαρβάρους, γιατί γι’ αυτόν οι βάρβαροι, ιδιαίτερα οι Πέρσες, εξακολουθούσαν να είναι οι «φυσικοί» εχθροί των Ελλήνων (Πανηγ. παρ. 158, πρβλ. Παναθ.παρ. 163). Το νόημα της φράσεως είναι μάλλον ότι ο Ισοκράτης θεωρεί πραγματικούς Έλληνες μόνον τους Έλληνες εκείνους που είχαν λάβει αττική μόρφωση. » (ULRICH WILCKEN – ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, 1976, Μετάφραση του Καθηγητού κ. Ι.Τουλουμάκου)
Για να αντιληφθεί κανείς το Πνεύμα του Ισοκράτους («Πανηγυρικός»), ας δούμε τι γράφει σχετικά με την «πανελλήνιον ιδεολογίαν» του Ισοκράτους ο καθηγητής Θεοδωράτος: «Η Ελλάς, υπεστήριζεν (ο Ισοκράτης), αποτελεί ενιαίαν κοινότητα φυλετικήν και πολιτιστικήν και όμως σπαράσσεται συνεχώς από τους εμφυλίους πολέμους, οι οποίοι οδηγούν κατ’ ευθείαν εις την φθοράν και την παρακμήν, ενώ απέναντί της στέκουν οι βάρβαροι της Ασίας, φυσικοί και προαιώνιοι εχθροί της, που καλλιεργούν τον εμφύλιον ελληνικόν σπαραγμόν και προκαλούν την ελληνικήν απαθλίωσιν. Μία λοιπόν απομένει οδός σωτηρίας: να παύσει η διχόνοια, να συμφιλιωθούν οι Ελληνες, να συνειδητοποιήσουν πλήρως την φυλετικήν και πολιτιστικήν τους ενότητα και να εκστρατεύσουν εναντίον των βαρβάρων της Ασίας».
Ο Ισοκράτης αναφέρεται στη συνέχεια στην προσφορά των Αθηνών στον Ελληνισμό, μία προσφορά Πολεμική, Ηθική, Οικονομική και Πολιτιστική. ( παράγραφος 50). Εάν σκεφθεί κανείς μάλιστα ότι ο λόγος αυτός αφορά το 380 π.Χ., εποχή κατά την οποία δεν υπήρχαν ακόμη τα Ελληνιστικά Βασίλεια και ούτε βέβαια «βάρβαροι με Ελληνική Παιδεία», είναι σαφέστατο ότι ο συλλογισμός του δεν έχει καμιά σχέση με την σημερινή του χρήση και όχι μόνο δεν επεκτείνει τον Ελληνισμό στους βαρβάρους με «Ελληνική Παιδεία», αλλά απευθύνεται αποκλειστικά στους Έλληνες, που τους «περιορίζει» εις τους έχοντας «Αττικήν Μόρφωση». Επιπροσθέτως, πίστευε πως οι αλλοδαποί ήταν πλέον διασκορπισμένοι σε όλον τον Ελληνικό τόπο, όχι γιατί οι βάρβαροι κατάφεραν να κατακτήσουν την Ελλάδα αλλά επειδή οι ίδιοι οι Έλληνες παράτησαν τις πόλεις τους, και συστήνει στον Φίλιππο να διώξει όλους τους βαρβάρους με φοβέρα και συνάμα να φέρει ευπορία στους Έλληνες. Γι αυτό και ο Ισοκράτης θεωρείται ο πατέρας του Ελληνικού Έθνους. Πρώτος διατυπώνει την ανάγκη της επιβίωσης,διατήρησης και περαιτέρω ανάπτυξης του Ελληνισμού.
Το δεύτερο παρεξηγημένο και παρερμηνευμένο απόσπασμα προέρχεται από τον Αρεοπαγιτικό του λόγο και έχει στο πρωτότυπο ως εξής: « Οἱ γὰρ κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον τὴν πόλιν διοικοῦντες κατεστήσαντο πολιτείαν οὐκ ὀνόματι μὲν τῷ κοινοτάτῳ καὶ πραοτάτῳ προσαγορευομένην, ἐπὶ δὲ τῶν πράξεων οὐ τοιαύτην τοῖς ἐντυγχάνουσι φαινομένην, οὐδ’ ἣ τοῦτον τὸν τρόπον ἐπαίδευε τοὺς πολίτας ὥσθ’ ἡγεῖσθαι τὴν μὲν ἀκολασίαν δημοκρατίαν, τὴν δὲ παρανομίαν ἐλευθερίαν, τὴν δὲ παρρησίαν ἰσονομίαν, τὴν δ’ ἐξουσίαν τοῦ ταῦτα ποιεῖν εὐδαιμονίαν, ἀλλὰ μισοῦσα καὶ κολάζουσα τοὺς τοιούτους βελτίους καὶ σωφρονεστέρους ἅπαντας τοὺς πολίτας ἐποίησεν. » ( Ισοκράτης, “Αρεοπαγιτικός”, 20 ) [ Μετάφρ.: Διότι εκείνοι που διοικούσαν την πόλη τότε (ενν. στην εποχή του Σόλωνα και του Κλεισθένη), δεν δημιούργησαν ένα πολίτευμα το οποίο μόνο κατ’ όνομα να θεωρείται το πιο φιλελεύθερο και το πιο πράο από όλα, ενώ στην πράξη να εμφανίζεται διαφορετικό σε όσους το ζουν. ούτε ένα πολίτευμα που να εκπαιδεύει τους πολίτες έτσι ώστε να θεωρούν δημοκρατία την ασυδοσία, ελευθερία την παρανομία, ισονομία την αναίδεια και ευδαιμονία την εξουσία του καθενός να κάνει ό,τι θέλει, αλλά ένα πολίτευμα το οποίο, δείχνοντας την απέχθειά του για όσους τα έκαναν αυτά και τιμωρώντας τους, έκανε όλους τους πολίτες καλύτερους και πιο μυαλωμένους. ]
Ο Ισοκράτης δεν μίλησε στη συγκεκριμένη περίπτωση για «δημοκρατία που αυτοκαταστρέφεται». Αυτό είναι προϊόν παρερμηνείας, ίσως προϊόν εκ των υστέρων ερμηνείας, που καμιά σχέση δεν έχει με την πραγματική ρήση του Ισοκράτη. Αποτελεί ίσως την προσφιλή «καταφυγή» της εποχής μας μετά την υποβάθμιση του κοινοβουλίου, το χάσμα μεταξύ των προεκλογικών εξαγγελιών και όσων εφαρμόζουν οι πολιτικά δρώντες, την προώθηση σε σημαντικές θέσεις των αρεστών και όχι των αρίστων . Ο ισοκρατικός Αρεοπαγιτικός στηλιτεύει την δυνητική κατάντια της άλλοτε Αθηναίων Πολιτείας σε Αθηναίων Οχλοκρατία.
Ο Ισοκράτης είχε ήδη συνειδητοποιήσει ότι το «σχετικό» σύστημα αξιών δεν είχε την αναγκαία ψυχολογική δύναμη για να ελκύσει τους ανθρώπους στον κοινό δεσμό της ενότητας και της αδελφοσύνης που θα σταθεροποιούσε τους δεσμούς μιας κοινωνίας εν αποσυνθέσει. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο προώθησε ένα πολιτικό ιδανικό που θα μπορούσε να ενώσει το πανελλήνιο και το κατάλληλο πρόσωπο –τον Φίλιππο- που θα μπορούσε να το πραγματώσει. Παράλληλα θεωρούσε, όπως και οι περισσότεροι σύγχρονοί του διανοητές, την εκπαίδευση ως λυτρωτή του ελληνικού κόσμου.
Μια φιλοσοφική και ευρύτερη προσέγγιση της ισοκρατικής θεώρησης της ενωτικής ελληνικότητας διαφαίνεται στο ρητορικό λόγο του Ισοκράτη «Πανηγυρικός». Ο «Πανηγυρικός» είναι αναπόσπαστο μέρος της Ελληνικής φιλοσοφικής παράδοσης που άρχισε με την προσωκρατική φιλοσοφία ,ειδικότερα με τον Παρμενίδη και τον Ηράκλειτο και αφορά τη Γιγαντομαχία ανάμεσα στο “Είναι” και στο “Φαίνεσθαι”. Ο λόγος αυτός του Ισοκράτη αναφέρεται σε Έλληνες και στον ελληνικό τρόπο διανοίας και αυτοπραγμάτωσης. Ο Έλληνας ρήτορας υπερηφανεύεται για το ότι οι Έλληνες κατέκτησαν το “Είναι” και ξέφυγαν από το απλό “φαίνεσθαι”. Κατέκτησαν την επαφή με την κοινή εσωτερικότητα του “Αγαθού” που διακήρυξαν μεγάλοι φιλόσοφοι, ξεπερνώντας εξωτερικούς και επιφανειακούς διαχωρισμούς –γένους, πόλεως, οικονομικής κατάστασης κ.λ.π. Η φράση αυτή του Ισοκράτη είναι ένας δημόσιος έπαινος για τους Έλληνες του 4ου αι. της 85ης περίπου Ολυμπιάδος ,ότι ως έθνος “Είναι” και δεν υπόκεινται πλέον σε ένα καταστροφικό για αυτούς “γίγνεσθαι”. Μέσα από την Ελληνική παιδεία η Ελλάδα προσδιορίσθηκε σε σχέση με την εσωτερική οδό που οδηγεί στο “Αγαθό” άρα μπορεί ως «ένα», ως μια πνευματική ολότητα σε εσωτερική ενότητα να οραματισθεί και να πράξει το “Πανελλήνιο αγαθό”. Το “Πανελλήνιο αγαθό” που εξάγεται από την μυητική αυτή φράση και από τον μυητικό αυτό λόγο του Ισοκράτους είναι ότι οι Έλληνες πλέον “Είναι”. Αν θυμηθούμε τον Παρμενίδη θα ορίσουμε αυτό το “Είναι” ως ταύτιση της Ελληνικής σκέψης και πράξης. Πλέον, σύμφωνα με τον Ισοκράτη, όλοι οι Έλληνες μπορούν από κοινού να μετουσιώσουν σε πράξη όσα ιδανικά διά της παιδείας αιώνες κατασκεύαζαν και μετέφεραν από τους πατέρες προς τα τέκνα.
Το βάθος της Ισοκρατικής αυτής «Ειρήνης» είναι απύθμενο ,έχει σχέση με την ησυχία του “Είναι”, και σίγουρα τονίζει το γεγονός ότι αναφέρεται σε Έλληνες. Τους καλεί σε μία κοινή ανάμνηση ενός Ελληνικού παρελθόντος ,η οποία είναι επίτευγμα των «ευ φρονούντων». Ως γνωστόν η φρόνηση από το “φρήν” είναι καθαρά Ελληνική λέξη και έχει σχέση με τη λογική διαμόρφωση και ελεγξιμότητα της ανθρώπινης προσωπικότητας κατά τρόπο που μόνο οι Έλληνες οραματίσθηκαν. Παράλληλα ο Ισοκράτης υπεραμύνεται της δημοκρατίας, την οποία θεωρούσε ως το ιδανικό πολίτευμα, θλιβόμενος για τη μεταμόρφωσή της σε οχλοκρατία. Ο δε Μέγας Αλέξανδρος, όπως απεδείχθη, διατήρησε μια πορεία πολύ κοντινή στις θέσεις του Ισοκράτη παρά οποιουδήποτε άλλου. Οι σκέψεις του Ισοκράτη θα συνοδεύσουν το Αλέξανδρο μέχρι την Ινδία: «μέλλω γάρ σοι συμβουλεύειν προστῆναι τῆς τε τῶν Ἑλλήνων ὁμονοίας καὶ τῆς ἐπὶ τοὺς βαρβάρους στρατείας: ἔστι δὲ τὸ μὲν πείθειν πρὸς τοὺς Ἕλληνας συμφέρον, τὸ δὲ βιάζεσθαι πρὸς τοὺς βαρβάρους χρήσιμον.»Φίλιππος εδάφιο 16 , και «τοῖς μὲν γὰρ ἱκανὴν τὴν οἴκοι χώραν κατέλιπον, τοῖς δὲ πλείω τῆς ὑπαρχούσης ἐπόρισαν: ἅπαντα γὰρ περιεβάλοντο τὸν τόπον, ὃν νῦν τυγχάνομεν κατέχοντες. ὥστε καὶ τοῖς ὕστερον βουληθεῖσιν ἀποικίσαι τινὰς καὶ μιμήσασθαι τὴν πόλιν τὴν ἡμετέραν πολλὴν ῥᾳστώνην ἐποίησαν: οὐ γὰρ αὐτοὺς ἔδει κτωμένους χώραν διακινδυνεύειν, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑφ’ ἡμῶν ἀφορισθεῖσαν, εἰς ταύτην οἰκεῖν ἰόντας. καίτοι τίς ἂν ταύτης ἡγεμονίαν ἐπιδείξειεν ἢ πατριωτέραν, τῆς πρότερον γενομένης πρὶν τὰς πλείστας οἰκισθῆναι τῶν Ἑλληνίδων πόλεων, ἢ μᾶλλον συμφέρουσαν, τῆς τοὺς μὲν βαρβάρους ἀναστάτους ποιησάσης, τοὺς δ’ Ἕλληνας εἰς τοσαύτην εὐπορίαν προαγαγούσης.»Πανηγυρικός εδάφιο 36-37.
Το σίγουρο είναι πως υπήρχε έντονη η τάση για ανάδειξη ενός ηγέτη που στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή θα πραγμάτωνε την ένωση των Ελλήνων αφού κάτι παρόμοιο αναζητούσε και η Ακαδημία. Άρα η «ένωση» αυτή που -δικαιολογημένα- σήμανε το τέλος της ελευθερίας των ελληνικών πόλεων-κρατών δεν ήταν αποκλειστικά έργο του Αλεξάνδρου αλλά προέκυψε από ιστορική αναγκαιότητα και σαφή επιταγή των καιρών.
Οι ανθρώπινες πράξεις όμως κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Από το γεγονός της εκστρατείας του Μ . Αλεξάνδρου, προέκυψε ένας εντελώς καινούριος κόσμος που ανέτρεψε παραδοσιακές πολιτειακές φόρμες, διεύρυνε την έννοια του ελληνισμού και γενικά άλλαξε το ρου της ιστορίας. Όσοι στάθηκαν στο πλευρό του μεγάλου Μακεδόνα στρατηλάτη έλαβαν μέρος στη νομή της εξουσίας του κόσμου και μπορούσαν στο εξής να καθορίζουν και την τύχη του. Αποδείχτηκε πολύ διορατικό και φρόνιμο εκ μέρους τους να μην απουσιάζουν από μια προσπάθεια που θα ανύψωνε την έννοια του ελληνισμού στη σφαίρα του οικουμενικού και τους ίδιους από «πολυτίμους υπηρέτας» των Μακεδόνων σε ρυθμιστές της μοίρας του νέου κόσμου. Επιβεβαιώθηκε περίτρανα η ρήση που θέλει την τύχη να ευνοεί τους τολμηρούς.
Κι απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,
την περιλάλητη, την δοξασμένη
ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη: βγήκαμ’ εμείς•
ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.

Εμείς• οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,
οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας,
κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς.
«…Ο μεγάλος ποιητής γίνεται μάντης…».
Κι ο Καβάφης είναι μεγάλος ποιητής.
Τι μαντεύει όμως για εμάς, ο Καβάφης; Ας οδηγηθεί η σκέψη μας στα αποτελέσματα και στους απογόνους της θαυμάσιας, νικηφόρας, περίλαμπρης, περιλάλητης, δοξασμένης, απαράμιλλης τεχνολογικής εξέλιξης που συντελείται μπροστά στα μάτια μας. Τη μετατροπή των απογόνων μας σε εξελιγμένα, ταχύτατα, βιολογικά συστήματα μικροηλεκτρονικής. Σε εξαρτημένα όντα, ενός πολύπλοκου τεχνολογικού ελεγκτή; Και φέρετε στο μυαλό σας, τη στιγμή που θα γραφεί το ποίημα με τίτλο «Στα 2200 μ.Χ.» το Σολωμικό «Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.» Τον αγήρατο αρχαίο ελληνικό κόσμο, που γοητεύει διαχρονικά, τον κόσμο που αναδύεται απ’ την αρχαία ελληνική γραμματεία και τέχνη. Σ΄αυτό τον κόσμο οι «τροπές» και οι ετερότητες υπάρχουν αλλά στο πλαίσιο της ενότητας που συνέχει όλες τις εκφάνσεις του. Αυτά ας αναλογιστούμε κι ας αναπλάθουμε, ποιητικά και δημιουργικά, το δικό μας, σημερινό κόσμο:
«Κι ακούστε πρέπει κι ο άνθρωπος κάθε φορά
που θέλει να ξαναβρεί τα νιάτα του
να ’ρχεται στο ποτάμι της ομορφιάς να λούζεται».
Στο ποτάμι της πληρότητας της χαρισμένης ομορφιάς, της βεβαιότητας πέραν του φυσικού μας θανάτου.