Ημερήσια εκδρομή στη Θεσσαλονίκη του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων (20-12-2017)

Εκπαιδευτική εκδρομή πραγματοποίησε η Β’ Λυκείου του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων στην Θεσσαλονίκη για να γνωρίσει τον Βυζαντινό Πολιτισμό (20/12/2017)
Το πρόγραμμα της εκδρομής μας, μονοήμερης εκπαιδευτικής μετακίνησης της Β’ Λυκείου στην Θεσσαλονίκη, ημέρα Τετάρτη 20/12/2017 είχε ως εξής: Αναχώρηση από Τρίκαλα και από το χώρο του σχολείου- Άφιξη στην Θεσσαλονίκη. Επιμορφωτικές επισκέψεις με ξενάγηση στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, στη Ροτόντα, στην Ρωμαϊκή Αγορά ( Αρχαιολογικός χώρος και Μουσείο ).- Λήξη αρχαιολογικών επισκέψεων και ξενάγησης. Συγκέντρωση στην πλατεία Αριστοτέλους, γεύμα, περιήγηση στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Απογευματινός περίπατος –καφές στα Λαδάδικα.- Αναχώρηση για Τρίκαλα. Αρχηγός: Ηλιάδη Αμαλία , φιλόλογος, Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων. Συνοδοί: Κατσίκας Αχιλλέας Π04, Μουζακιάρης Γεώργιος ΠΕ02, Γεωργόπουλος Ιωάννης ΠΕ11.Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων Οι ΞΕΝΑΓΗΣΕΙΣ μας στους χώρους πολιτιστικού, ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος έγιναν σε 2 γκρουπ: 60 μαθητές (30+30) και 4συνοδοί:Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού: ξενάγηση από την Ένωση Ελλήνων Ξεναγών. Ροτόντα: ξενάγηση από την Ένωση Ελλήνων Ξεναγών. Περιήγηση στην Ρωμαϊκή Αγορά. Κύριος σκοπός της εκδρομής ήταν η απόκτηση γνώσεων από τους συμμετέχοντες μαθητές και μαθήτριες, που αφορούν σε γνωστά ιστορικά μνημεία της Θεσσαλονίκης, η συλλογή και καταγραφή πληροφοριών σχετικών με αυτά, όπως επίσης και η επαφή με ευρήματα της πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς της Ρωμαϊκής και κυρίως της Βυζαντινής Θεσσαλονίκης. Επίσης η εκδρομή, εκτός από τους εκπαιδευτικούς της στόχους, απέβλεπε και στην επικοινωνία και συναναστροφή των μαθητών με τους συμμαθητές και τους καθηγητές τους σε συνθήκες ανοιχτότητας, εναλλακτικότητας και ξεγνοιασιάς και στη σύσφιξη των μεταξύ τους σχέσεων. Το πρόγραμμα της εκδρομής ακολουθήθηκε απαρέγκλιτα λόγω των πολύ καλών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν καθ’ όλη τη διάρκειά της. Η επίσκεψη στο βραβευμένο από την Ευρωπαϊκή Ένωση Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού έγινε αμέσως με την άφιξή μας στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια ακολούθησαν οι επισκέψεις στην «Ροτόντα» και στη Ρωμαϊκή Αγορά και στο ομώνυμο μουσείο. Στις πλούσιες σε μορφωτικά ερεθίσματα εκπαιδευτικές μας επισκέψεις είχαμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε την μεγαλοπρέπεια της Βυζαντινής Τέχνης και εν γένει του Βυζαντινού Πολιτισμού με τους ναούς, τα δημόσια κτίρια, τα κοιμητήρια, τις κοσμικές οικίες αλλά και την περίφημη «βυζαντινή καθημερινότητα» , όπου, σύμφωνα με την Χριστιανική παράδοση, κυριαρχούσε η πίστη στην υπερβατική Άνω Ιερουσαλήμ . Οι μαθητές περιηγήθηκαν στις έντεκα αίθουσες του Μουσείου που διαμορφώνονται σε επίπεδα και απέκτησαν ή ξαναθυμήθηκαν ιστορικές γνώσεις και πληροφορίες για την εποχή που ο πρωτότυπος βυζαντινός και μεταβυζαντινός πολιτισμός άνθιζε και επεκτεινόταν στα Βαλκάνια. Με τη βοήθεια των ξεναγών τους οποίους συναντήσαμε στα μνημεία που επιλέξαμε να επισκεφτούμε, οι μαθητές και οι συνοδοί τους περιηγήθηκαν στο εσωτερικό και στο εξωτερικό τους , έμαθαν σημαντικά στοιχεία για την ιστορία τους και θαύμασαν τα ευρήματα των αρχαιολόγων που εκθέτονται στα αντίστοιχα μουσεία. Οι μαθητές χωρίστηκαν σε δυο ομάδες και ξεναγήθηκαν στο χώρο της Ροτόντας όπου ήρθαν σε επαφή με τα περίφημα, σαν χρυσοκέντητα κοσμήματα, ψηφιδωτά της, γνωρίζοντας ένα μικρό μέρος της μεγάλης ιστορίας της. Εκθέματα όπως οι βυζαντινοί μεταλλικοί σταυροί ή τα εφυαλωμένα κεραμικά, τα καλαίσθητα βυζαντινά κοσμήματα ή οι λεπταίσθητες τοιχογραφίες στους καμαροσκεπείς τάφους της Βυζαντινής Θεσσαλονίκης σίγουρα είναι στοιχεία που οι μαθητές μας θα τα θυμούνται έντονα για καιρό. Μετά τις επισκέψεις στα παραπάνω μνημεία, οι μαθητές και οι συνοδοί καθηγητές τους περιηγήθηκαν στην Ρωμαϊκή Αγορά και στις στοές της, «κρυπτή» και ανοιχτές, στο μουσείο της αγοράς με τα ρωμαϊκά αρχαιολογικά κατάλοιπα και στο ιστορικό κέντρο και την αγορά της σύγχρονης Θεσσαλονίκης μέχρι την αναχώρησή τους. Οι μαθητές και ιδιαίτερα οι μαθήτριές μας παρακολούθησαν το πρόγραμμα των επισκέψεων με προσοχή, αφοσίωση και ενδιαφέρον. Έτσι το επιμορφωτικό μέρος της εκδρομής κρίνεται εξαιρετικά επιτυχές με μεγάλη την εκπαιδευτική «ωφέλεια» που προέκυψε απ’ αυτές. Ηλιάδη Αμαλία, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων
Φωτογράφος: Αμαλία Κ. Ηλιάδη Δημιουργός Βίντεο: Βάσω Κ. Ηλιάδη
https://www.youtube.com/watch?v=6ZJ5G6LdZlQ

ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΛΙΓΟΤΕΡΩΝ

Ημερήσια εκδρομή στο Βόλο-Πήλιο.(10-5-2018)

Το 5ο ΓΕΛ Τρικάλων στο βουνό των Κενταύρων και στην πόλη του Βόλου.

Ο νομός Μαγνησίας εμπεριέχει πλήθος ιστορικών και αρχαιολογικών θέσεων που η γνωριμία μαζί τους μεγαλώνει την ιστορική αυτοσυνειδησία των μαθητών/τριών. Έτσι, με την ενθαρρυντική παρουσία συνοδών καθηγητών που χαίρονται την εκδρομική εμπειρία με τους μαθητές τους, γι αυτό και επιλέγουν να την αποκτούν, την κ. Ηλιάδη Αμαλία, φιλόλογο-ιστορικό, τον κ. Καρατώλο Γεώργιο, πληροφορικό & μαθηματικό, την κ. Αναγνώστου Αγγελική, φιλόλογο και τον κ. Γεωργόπουλο Ιωάννη, γυμναστή, οι μαθητές μας, της Β’ Λυκείου, την Πέμπτη 10 Μαΐου 2018, είχαν την ευκαιρία να θυμηθούν βιωματικά μια χρονική περίοδο που ξεκινά από την προϊστορική εποχή και φθάνει ίσαμε το σήμερα.

Αμαλία Κ. Ηλιάδη (Φιλόλογος-Ιστορικός), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

(Δημιουργός βίντεο: Βάσω Κ. Ηλιάδη).

Το 5ο ΓΕΛ Τρικάλων στο βουνό των Κενταύρων και στην πόλη του Βόλου

Το 5ο ΓΕΛ Τρικάλων στο βουνό των Κενταύρων και στην πόλη του Βόλου Ο νομός Μαγνησίας εμπεριέχει πλήθος ιστορικών και αρχαιολογικών θέσεων που η γνωριμία μαζί τους μεγαλώνει την ιστορική αυτοσυνειδησία των μαθητών/τριών . Έτσι ,με την ενθαρρυντική παρουσία συνοδών καθηγητών που χαίρονται την εκδρομική εμπειρία με τους μαθητές τους, γι αυτό και επιλέγουν να την αποκτούν, την κ. Ηλιάδη Αμαλία, φιλόλογο-ιστορικό, τον κ. Καρατώλο Γεώργιο, πληροφορικό & μαθηματικό, την κ. Αναγνώστου Αγγελική, φιλόλογο και τον κ. Γεωργόπουλο Ιωάννη, γυμναστή, οι μαθητές μας, της Β’ Λυκείου, την Πέμπτη 10 Μαΐου 2018, είχαν την ευκαιρία να θυμηθούν βιωματικά μια χρονική περίοδο που ξεκινά από την προϊστορική εποχή και φθάνει ίσαμε το σήμερα.

Αμαλία Κ. Ηλιάδη (Φιλόλογος-Ιστορικός), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

(Δημιουργός βίντεο: Βάσω Κ. Ηλιάδη).

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων: “Το συνεχές της ελληνικής αφήγησης μέσα από μνήμες βυζαντινής αγιολογίας: οι βίοι των αγίων ως συνεκτικό στοιχείο λόγιου και λαϊκού πολιτισμού στην βυζαντινή κοινωνία”

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων: “Το συνεχές της ελληνικής αφήγησης μέσα από μνήμες βυζαντινής αγιολογίας: οι βίοι των αγίων ως συνεκτικό στοιχείο λόγιου και λαϊκού πολιτισμού στην βυζαντινή κοινωνία”
Η Μνημοσύνη είναι προγεννήτορας όλων των τεχνών και των
επιστημών, μεταξύ των οποίων και της ιστορίας· η Κλειώ ήταν μία από τις θυγατέρες της. Η επιστήμη της θύμησης, η μνημονική, που αποδίδεται στον Σιμωνίδη τον Κείο, αποτέλεσε τη βάση της μαθησιακής διαδικασίας. Η μνήμη για τους αρχαίους Έλληνες αποτελούσε, εξάλλου, προϋπόθεση της σκέψης. Αυτή τη βασική ιδέα παρέλαβαν οι Βυζαντινοί από τους αρχαίους Έλληνες ως άξιοι επίγονοί τους και με γνώμονα την τεράστια αξία της
καταγραφής για την πρόοδο και την επιβίωση της κοινωνίας τους, κατέλιπαν σε μας πληθώρα γραπτών πηγών: χρονογραφίες, ιστορίες, αφηγήσεις, βίους αγίων. Εξάλλου, γενικά μιλώντας, όλοι οι βυζαντινοί είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση και σεβασμό προς την εκπαίδευση. Τη θεωρούσαν ως το πρώτο από τα αγαθά που μπορούσαν να κατέχουν και το οποίο δε θα
τους «πρόδιδε» ποτέ. Γι’ αυτό οι πατέρες φρόντιζαν για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Τα παιδιά, μετά από τα έξι
ή επτά τους χρόνια πήγαιναν στα σχολεία για να μάθουν τα πρώτα τους γράμματα που ονομάζονταν Προπαιδεία των μαθημάτων και πιο συχνά Ιερά Γράμματα, επειδή οι
δάσκαλοι της στοιχειώδους εκπαίδευσης ήταν οι πιο πολλοί κληρικοί και μοναχοί και δίδασκαν το αλφάβητο, τον συλλαβισμό, την ανάγνωση και τη γραφή μέσα από
εκκλησιαστικά, ως επί το πλείστον, κείμενα. Οι μαθητές διδάσκονταν, μ’ αυτή τη μεθοδολογία, στοιχεία γραμματικής, αριθμητική, αρχαία ιστορία, μυθολογία, ωδική
και θρησκευτικά. Εκείνος που δίδασκε τα πρώτα στοιχεία καλούνταν στοιχευτής ή γραμματιστής κι εκείνος που δίδασκε αριθμητική, δηλαδή το «ψηφίζειν», λεγόταν
ψηφιστής.
Για τον μελετητή μιας κοινωνίας, τωρινής ή παρελθούσας, η μνήμη αποτελεί εργαλείο και πεδίο έρευνας, μέσον δηλαδή, και στόχο της μελέτης του. Ακόμη και η ατομική μνήμη δεν είναι απλώς μια μνήμη προσωπική. Οι μνήμες που συγκροτούν την ταυτότητά μας και μας παρέχουν ένα πλαίσιο για τη σκέψη και τη δράση μας δεν είναι μονάχα δικές μας· τις έχουμε μάθει, τις έχουμε «δανειστεί» και τις έχουμε, κατά κάποιον
τρόπο, κληρονομήσει μέσα από τις οικογένειες, τις κοινότητες και τις πολιτισμικές παραδόσεις μας.
Η ιστορία καθεαυτή αποτελεί προϊόν και πηγή κοινωνικής μνήμης. Η απόπειρα να ορίσουμε τον ρόλο της κοινωνικής μνήμης αναφορικά με την ανάπλαση του παρελθόντος και την
κατανόησή του συνιστά μια επίπονη ενασχόληση.
Μέσα από τη μελέτη των Βυζαντινών Συναξαρίων, των Βίων των αγίων και άλλων συναφών κειμένων, μπορεί να καταδειχθεί
η διαπλοκή της προφορικότητας (λαϊκών αφηγήσεων) με τα γραπτά αγιολογικά κείμενα της πρώιμης και μέσης βυζαντινής περιόδου, μέσω της ανάλυσης και κωδικοποίησης των μοντέλων δράσης ηρώων και της αντίστοιχης ανάλυσης του τρόπου δράσης των αγίων-ηρώων των βίων και των Συναξαρίων
(αγιολογικών κειμένων). Εκεί, υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, η δυνατότητα να προκύψουν πρωτότυποι και ενδιαφέροντες παραλληλισμοί, οι οποίοι θα φανερώσουν, σε πολλαπλά επίπεδα ιδεολογίας και κουλτούρας, (εν γένει πολιτισμού), τις
«συνέχειες» που υφίστανται ανάμεσα στον προφορικό-λαϊκό πολιτισμό και στον γραπτό- «λόγιο» πολιτισμό.
Το γεγονός ότι από την αρχαία Ελλάδα δεν μας έχει διασωθεί κανένα γνήσιο λαϊκό αφήγημα ούτε λαϊκή παράδοση, οδήγησε πριν από αρκετά χρόνια στη διατύπωση της θεωρίας, πως ο αρχαίος ελληνικός λαός ήταν από τους λίγους εκείνους λαούς,
ίσως και ο μόνος, που μέσα στον κόσμο του δεν είχε λαϊκούς θρύλους. Είναι αλήθεια πως η γραπτή παράδοση των Ελλήνων απέφυγε να δώσει την προσήκουσα σημασία στη λαϊκή δημιουργία και φαίνεται παράλληλα να μην ενδιαφέρθηκε και
πάρα πολύ να τη διασώσει. Στην παραπάνω όμως ασταθή θεωρία της παντελούς έλλειψης παραμυθιών, αντιτίθεται η άφθονη παρουσία λογοποιητικών θεμάτων στις ηρωικές παραδόσεις, γεγονός που αποτελεί αδιαφιλονίκητη
απόδειξη, ότι οι αρχαίοι Έλληνες και μύθους-θρύλους είχαν και λογοποιίες διέθεταν, οι οποίες μεταβιβάστηκαν στους βυζαντινούς μέσω των μαρτυρολογίων, συναξαρίων και των βίων των αγίων της πρώιμης, μέσης και ύστερης βυζαντινής περιόδου.
Πολλές προφορικές λαϊκές διηγήσεις, στα βασικά τους στοιχεία δομής και περιεχομένου, ιχνηλατούνται στα αγιολογικά κείμενα ως πλέγμα, ιστός και καμβάς του ξετυλίγματος της υπόθεσης-ιστορίας του βίου ενός αγίου. Αυτή η διάσταση προκύπτει απ’ τη μελέτη των αγιολογικών κειμένων της πρώιμης βυζαντινής περιόδου σε σχέση με την ελληνική αρχαιότητα και κυρίως σε σχέση με τους αρχαίους ελληνικούς μύθους.
Αυτού του είδους η οπτική γωνία καθορίζει και το θέμα μελέτης: ο κεντρικός άξονας γύρω απ’ τον οποίο επικεντρώνεται η ανάλυση είναι ακριβώς η προφορικότητα, λαϊκότητα των αγιολογικών κειμένων που, είτε γράφτηκαν είτε αναφέρονται στην πρωτοχριστιανική- πρωτοβυζαντινή και μέση βυζαντινή περίοδο (2ος-10ος αι. μ. Χ.), και τα οποία παρουσιάζουν κοινά σημεία αναφοράς με πανάρχαιους κι αρχαίους θρύλους.
Άλλωστε, το μεγαλείο της κλασσικής ηθικής, κατά τον Έρασμο είναι, ήταν και θα εξακολουθεί να είναι τεράστιο: «Ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να ονομάσει κοσμικό κάτι που τρέφει την ευσέβεια και οδηγεί στην τελειοποίηση της ψυχής. Γι’ αυτή τη βελτίωση η πρώτη θέση ανήκει δικαιωματικά στην Αγία
Γραφή. Κι όμως πολλές φορές μου συμβαίνει να ανακαλύπτω λόγους αρχαίων συγγραφέων…των οποίων η καθαρότητα, η αγιότητα και, θα μπορούσα να πω, η θεία προέλευση, μου δημιουργούν τέτοια εντύπωση, ώστε δεν μπορώ να μην πιστέψω ότι το χέρι τους είχε σαν οδηγό το Θεό. Άλλωστε το πνεύμα του Χριστού βρίσκεται στα αρχαία κείμενα περισσότερο απ’ ό,τι μπορούμε να φανταστούμε». (Εράσμου-Συνομιλίες).
Η χριστιανική θρησκεία προήλθε από την Παλαιστίνη. Αλλά γρήγορα δέχτηκε την ελληνιστική επίδραση και με την
εργασία των χριστιανών διανοητών της Αλεξάνδρειας -του Κλήμεντος και του Ωριγένη- ο χριστιανισμός απέκτησε τα πολιτικά και πολιτιστικά του δικαιώματα στον ελληνικό κόσμο.
Ίσως, ο παράγοντας της πολιτισμικής βυζαντινής ταυτότητας που αξίζει να καταλάβει την πρώτη θέση είναι η πεποίθηση ότι η αυτοκρατορία ήταν δημιούργημα θελήσεως του Θεού και ότι
προστατεύονταν απ’ Αυτόν και τον Υιόν του. Είναι αυτή η πεποίθηση, η οποία σε μεγάλο βαθμό εξηγεί την εμμονή στην παράδοση, τον συντηρητικό «επαναστατισμό» στο Βυζάντιο. Το καθεστώς, που καθιερώθηκε απ’ τον Κωνσταντίνο και συνεχίστηκε απ’ τους διαδόχους του, φτάνει στην εποχή των εικονοκλαστών όπου δέχτηκε την αμφισβήτηση της
αυτοκρατορικής αυθεντίας, που εγέρθηκε απ’ τους μοναχούς, οι οποίοι ζητούσαν μεγαλύτερη ελευθερία για την Εκκλησία.
Στη συνταγματική θεωρία της αυτοκρατορίας δεν αναγνωρίζονταν κληρονομικά δικαιώματα επί του θρόνου, αν και κατά καιρούς συγγενικά συναισθήματα μπορούσαν
να έχουν μεγάλη επίδραση. Όταν κατά τη μακεδονική δυναστεία αυτό το συναίσθημα έφερε στο θρόνο ένα αφοσιωμένο στη μελέτη αυτοκράτορα, ένας συνεργάτης του εκτελούσε εκείνα τα στρατιωτικά καθήκοντα, που αποτελούσαν μέρος του αυτοκρατορικού φορτίου. Αυτό το μεγάλο βάρος των υποχρεώσεων, που επιβάλλονταν στον αρχηγό -η υπευθυνότητα για την υλική και πνευματική ευτυχία των υπηκόων του- διαμόρφωσε το βυζαντινό αυτοκρατορικό ιδεώδες και αυτό το ιδεώδες κατευθύνει αναγκαστικά τον κυρίαρχο ηγεμόνα: Μπορεί να τον κάνει άλλο άνθρωπο.
Εξαιρετικά δαπανηρή, υπερβολικά συντηρητική στις μεθόδους της, συχνά διεφθαρμένη, παρ’ όλα αυτά, η αυτοκρατορική διοικητική μηχανή ήταν, φαίνεται, ικανή: συνέχιζε να λειτουργεί
με τη δική της συσσωρευτική ορμή κινήσεως που απέκτησε.
Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι κατά Χριστόν «μωροί» -εκείνοι που υπέφεραν την περιφρόνηση του κόσμου εμφανιζόμενοι στο κοινό ως ανόητοι, για να πάρουν επάνω
τους μέρος από το φορτίο της ταπεινώσεως, που είχε οδηγήσει τον Κύριό τους στο Σταυρό- και αυτοί επίσης είχαν τα ρητά τους, που δικαίωναν τον τρόπο ζωής τους: «το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί», «η σοφία του κόσμου τούτου
μωρία παρά τω Θεώ εστί».
Στο σημείο αυτό είναι υποχρεωμένος κανείς να ρωτήσει: Πώς ζούσαν οι Βυζαντινοί; Ήταν η ερώτηση, στην οποία ο R.Byron ζήτησε να απαντήσει στο νεανικό του έργο «Το Βυζαντινό Επίτευγμα». Ένα κεφάλαιό του το τιτλοφόρησε «Η
χαρούμενη ζωή». Αυτό είναι μια σοβαρή παραποίηση. Όσο περισσότερο κανείς μελετά τη ζωή του Βυζαντίου, τόσο κατανοεί το βάρος των φροντίδων, που το τυραννούσαν. Ο φόβος, που προκαλούσε ο άτεγκτος φοροεισπράκτορας, ο τρόμος, από την αυθαίρετη τυραννία του αρχηγού του κράτους, η αδυναμία του χωρικού, μπροστά στην άπληστη επιθυμία του δυνατού για αρπαγή της γης, η επαναλαμβανόμενη απειλή βαρβαρικής εισβολής καθιστούσαν τη ζωή μια επικίνδυνη υπόθεση. Και
εναντίον των κινδύνων που την απειλούσαν, μόνο υπερφυσική βοήθεια -η βοήθεια του αγίου, του μάγου ή του αστρολόγου- μπορούσε να την σώσει. Και είναι τιμή του που ο βυζαντινός κόσμος έκανε συνείδησή του τη φιλανθρωπία και ζήτησε να
ελαφρώσει τα βάρη της ζωής, θεμελιώνοντας νοσοκομεία για τους ασθενείς, τους λεπρούς και τους αδύνατους, κτίζοντας ξενοδοχεία για τους οδοιπόρους και τους ξένους, γηροκομεία για τους γέρους, οίκους μητρότητας για τις γυναίκες, καταφύγια για τα εγκαταλελειμμένα παιδιά και τους πτωχούς, ιδρύματα με γενναιοδωρία ενισχυόμενα οικονομικώς από τους ιδρυτές τους, οι οποίοι με γραπτούς κανονισμούς ρύθμιζαν με λεπτομέρειες τις
κατευθύνσεις διοικήσεως αυτών των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Πρέπει κανείς να στραφεί προς τη ζωή των αγίων και όχι προς τους αυλικούς ιστορικούς, αν θα ήθελε να περιγράψει τις συνθήκες ζωής του Βυζαντίου. Και επειδή η ζωή
ήταν ανασφαλής και επικίνδυνη, εύκολα αναπτύσσονταν καχυποψίες και εκρήξεις βίας και η σκληρότητα ήταν η φυσική συνέπεια. Η Ευρώπη του αιώνα μας θα έπρεπε να κάνει ευκολότερη την κατανόηση των βασάνων του βυζαντινού κόσμου. Δεν θα αντιληφθούμε ποτέ σ’ όλη την έκταση το μέγεθος των αυτοκρατορικών επιτευγμάτων, αν δεν έχουμε μάθει σε ορισμένο βαθμό την τιμή, με την οποία αυτά τα επιτεύγματα πραγματοποιούνταν.
Ο επιστημονικός διάλογος γύρω από τη μελέτη των αγιολογικών κειμένων παρουσιάζει ιδιαίτερη ανάπτυξη τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια. Η προσέγγιση των αγιολογικών κειμένων είναι ιδιαίτερα γόνιμη όταν αυτά αντιμετωπίζονται ως
γνήσια προϊόντα της εποχής τους κι όχι σαν στείρα διδακτικά και ηθικολογικά κατασκευάσματα. Προς αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει ο εντοπισμός και η ερμηνεία των ιστορικών στοιχείων των βίων των αγίων. Τα κείμενα αυτά αποτελούν, πραγματικά, θησαυρό πληροφοριών για διάφορες όψεις της καθημερινής ζωής των βυζαντινών στη μακραίωνη περίοδο που αποκαλούμε βυζαντινή.Βίοι αγίων με πρότυπο το βίο του Μεγάλου Αντωνίου
τον 4ο αι. γράφονται, με μικρότερη ή μεγαλύτερη συχνότητα κατά περιόδους, σ’ ολόκληρη τη Βυζαντινή εποχή. Οι βίοι, λόγω του ηθικοπλαστικού τους χαρακτήρα, απηχούν και διαμορφώνουν αξίες και κοινωνικά στερεότυπα. Κατά
συνέπεια αποκαλύπτουν συλλογικές νοοτροπίες στον ερευνητή, αφού ο μεγάλος αριθμός τους εξασφαλίζει ένα δείγμα το οποίο μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτικό, τουλάχιστον ποσοτικά.
Η αρχική συγγραφική εκδοχή ενός βίου-αγιολογικού κειμένου τροποποιείται μέσα στους αιώνες γιατί οι αντιγραφείς
του είναι συνήθως απρόσεκτοι ή καταγράφουν τις παρατηρήσεις τους στο περιθώριο του κειμένου ή αντίθετα αισθάνονται ότι αυτό είναι ένα έργο τέτοιας ευσέβειας και ιερότητας που είναι αδύνατον ν’ αγγίξουν, έστω και λίγο, τροποποιώντας την,
την αρχική του αφήγηση. Μ’ αυτό τον τρόπο τα κείμενα των βίων σώζονται σε αρκετά διαφορετικές εκδοχές σ’ Ανατολή και Δύση και οι μεγάλοι συγγραφείς βίων και μαρτυρολογίων του 5ου, 6ου και 7ου αιώνα προσπάθησαν να συγχωνεύσουν αυτές
τις διαφορετικές εκδοχές και να εισαγάγουν στο τελικό τους κείμενο και την παραμικρή λεπτομέρεια που τυχόν έβρισκαν ν’ αναφέρεται στις πηγές τους.
Μελετώντας τα αγιολογικά κείμενα των πρώιμων, μέσων και ύστερων βυζαντινών χρόνων αποδελτίωσα σωρεία πληροφοριών οι οποίες φωτίζουν, από πολλές απόψεις, το πολύπτυχο μιας πολύπλοκης, αντιφατικής και «μεταβατικής» κοινωνίας όπως η κοινωνία της βυζαντινής περιόδου. Οι ίδιες οι πληροφορίες με την ιδιόμορφη φύση τους κατευθύνουν το
μελετητή στον εντοπισμό βασικών θεματικών περιοχών προς ανάλυση και μελέτη.
Παρακάτω αναφέρω τις βασικές αυτές θεματικές περιοχές με σκοπό τη σφαιρική κατόπτευση της φύσης του υλικού μου δηλαδή των αγιολογικών κειμένων.
1. Η Ελληνική αρχαιότητα (τέχνη, θρύλοι, μύθοι, παραδόσεις, συγκροτημένη μυθολογία, ναοί κ.ά. πολιτισμικά στοιχεία) όπως συναντάται στα αγιολογικά κείμενα. Η στάση των κειμένων αυτών απέναντί της: α) πάντα αρνητική επιφανειακά
β) όμως πέρα από την επιφάνεια, στο βάθος των πραγμάτων, η αρχαία ελληνική σκέψη, ο πολιτισμός, η μυθολογία και η παράδοση διεμβολίζουν τα αγιολογικά κείμενα και επιβιώνουν μέσω αυτών: πολλά στοιχεία της ελληνικής αρχαιότητας ιχνηλατούνται στα Μαρτυρολόγια και στα Συναξάρια και εν γένει τους βίους των αγίων της βυζαντινής εποχής.
2. Έμφαση στους αρχαίους θρύλους και μύθους που «περνούνε» στα αγιολογικά κείμενα, είτε αυτούσιοι είτε σε παραλλαγές.(ελαφρώς παραλλαγμένοι).
3. Βασανιστήρια μαρτύρων: τρόποι, «μηχανές», φρικτές επινοήσεις βασανισμού.
4. Πλούσιοι και φτωχοί μάρτυρες και άγιοι κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Κοινωνικά στρώματα και
θρησκεία, σχέση άλλοτε ανάλογη και άλλοτε αντίστροφη.
5. Φανατισμός και μισαλλοδοξία: διατάραξη οικογενειακών δεσμών και σχέσεων. Ιδεολογίες, θρησκευτικές ιδεολογίες
ιδίως, και θρησκείες αποδεικνύονται, σε πολλές περιπτώσεις αυτής της κρίσιμης μεταβατικής περιόδου των πρώτων
χριστιανικών αιώνων (χρόνων), ισχυρότερες απ’ τη συγγένεια του αίματος: γονείς προδίδουν τα παιδιά τους και το αντίστροφο πράγμα που οδηγεί σε χαλάρωση του κοινωνικού ιστού και της οικογενειακής αλληλεγγύης.(βία, φόβος, καχυποψία).
6. Υπερβολές στους αριθμούς των προσηλυτισθέντων στο Χριστιανισμό.
7. Θαύματα: αντανάκλαση των ατομικών και κοινωνικών αναγκών(π.χ. θεραπείες μεταδοτικών ασθενειών όπως η λέπρα κ.τ.λ.).
8. Πρώτα σημάδια ανόδου του Χριστιανισμού-αγιότητα και εξουσία. Μεταστροφή ηγεμόνων στο Χριστιανισμό: αρχή
αυτοκρατορικής προστασίας προς την καινούρια, προηγουμένως διωκόμενη απηνώς, θρησκεία και βαθμιαία καθιέρωσή της ως μοναδικής επίσημης θρησκείας του κράτους.
9. Ιστορικές και γεωγραφικές πληροφορίες για τόπους, ταξίδια (δρομολόγια), ναούς, μοναστήρια, αυτοκράτορες, ηγεμόνες και εν γένει πρόσωπα και πράγματα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου,
λιγότερο γνωστά από άλλες πηγές.
10. Αντιλήψεις, ιδέες, στάσεις για τα δύο φύλα (άνδρα-γυναίκα) σε σχέση με την αγιότητα.
11. Επαγγέλματα (επαγγελματικές κατηγορίες: στρατός, κατώτερα επαγγέλματα: σκηνοποιοί κ.τ.λ., ευγενείς,
πλούσιοι γαιοκτήμονες με μεγάλη μόρφωση (θύραθεν παιδεία), δούλοι κ.τ.λ.
12. Αιρέσεις και καταπολέμησή τους (Οικουμενικές Σύνοδοι).
13. Προφορικότητα-προφορικός πολιτισμός και διαπλοκή τους με τα αγιολογικά κείμενα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου.
Με την επίσημη αποδοχή του χριστιανισμού ασκητές και αργότερα Επίσκοποι, διδάσκαλοι και άλλοι, θεωρήθηκαν
άγιοι υπό τον τίτλο του ομολογητού και του ιατρού των ψυχών, εφόσον κήρυτταν και δίδασκαν την ορθή πίστη. Κανείς δεν μπορούσε να γίνει άγιος σε πλήρη απομόνωση απ’ τη χριστιανική κοινότητα: έπρεπε πρώτα να γίνει αποδεκτός ως ενσάρκωση της αγιότητας απ’ την κοινότητα και αργότερα ν’ αναγνωριστεί επίσημα απ’ τις εκκλησιαστικές αρχές.
Όσον αφορά τη γυναικεία αγιότητα στους πρώιμους χριστιανικούς χρόνους, πρέπει να τονιστεί πως έπαιξε μεγάλο ρόλο στην καθιέρωση και στην εδραίωση της λατρείας των αγίων λειψάνων. Οι γυναίκες ως πιστές χριστιανές και ταυτόχρονα ως φορείς της αρχαίας μεσογειακής κοινωνικής παράδοσης αναλάμβαναν σημαντικές υπευθυνότητες κατά την ταφή και την κηδεία του νεκρού. Οι χριστιανές γυναίκες
της ρωμαϊκής αριστοκρατίας ενεπλάκησαν απ’ την αρχή στενά στη διαδικασία της εξεύρεσης και της κατασκευής ιερών για τα λείψανα των μαρτύρων. Και ενώ αυτή τους η δραστηριότητα μειωνόταν απ’ τον αυξημένο επισκοπικό έλεγχο στη λατρεία
των λειψάνων, οι γυναίκες των αυτοκρατορικών και αργότερα κι άλλων αριστοκρατικών οικογενειών θα συνέχιζαν επί μακρόν να εξασκούν σημαντική επιρροή στη σύσταση και ίδρυση καινούργιων χριστιανικών προσκυνημάτων.
Πραγματικά δύο απ’ τις σπουδαιότερες ανακαλύψεις αγίων λειψάνων στον ύστερο ρωμαϊκό κόσμο αποδίδονται σε γυναίκες, αφού ως τα χρόνια του Αμβροσίου Μεδιολάνων (+397 μ.Χ.), η μητέρα του Κων/νου Αγία Ελένη (+330 μ.Χ.) ανακάλυψε τα απομεινάρια του Τιμίου σταυρού στο Γολγοθά, ενώ η αυτοκράτειρα Πουλχερία επέβλεψε την ανακάλυψη των λειψάνων των Σαράντα Μαρτύρων της Σεβάστειας το 451. Οι γυναίκες επίσης συγκαταλέγονται στους πιο αφοσιωμένους πανηγυριστές των ιερών χριστιανικών γιορτών που συρρέουν μαζικά στα ιερά των αγίων.
Η λατρεία των σημαντικών μαρτύρων και αγίων, είτε πανχριστιανική είτε τοπική, έλαβε με το χρόνο καθορισμένη μορφή περιλαμβάνοντας ανάγνωση αποσπασμάτων από το βίο του μάρτυρα-αγίου και μεγαλοπρεπείς τελετουργίες και
πομπές περιφοράς των αγίων λειψάνων τους. Ιδιαίτερα οι μοναστικές κοινότητες είχαν υιοθετήσει μια σειρά εορτών μνημόνευσης των αγίων και προσευχής για τη
μεσολάβησή τους στο Θεό. Λειτουργικά ημερολόγια και Μηναία συνδεόμενα με περιφέρειες, μοναστήρια και μοναχικά τάγματα διασώζονται αρκετά σε μεσαιωνικά λειτουργικά χειρόγραφα, ιδιαίτερα σε μαρτυρολόγια και συλλογές-συναξάρια αγιογραφικών αναγνωσμάτων.
Η λέξη Συναξάριον παράγεται από τη λέξη σύναξη. Στη γλώσσα της Εκκλησίας η λέξη σύναξη σημαίνει τη συνάθροιση των πιστών στο ναό προς τιμήν κάποιου αγίου. Στις συνάξεις αυτές οι Χριστιανοί από πολύ παλιά διάβαζαν κείμενα που μιλούσαν για τη ζωή των αγίων. Τα κείμενα αυτά πήραν σιγά-σιγά την ονομασία Συναξάρια. Βέβαια, οι συγκεντρώσεις των πιστών στους ναούς γίνονται και για να τιμηθούν διάφορα γεγονότα από τη ζωή του Χριστού και της Παναγίας. Γίνονται επίσης για να τιμηθούν οι άγγελοι, οι ευρέσεις και οι επανευρέσεις ιερών λειψάνων, διάφορα γεγονότα και υποθέσεις από
την εκκλησιαστική ιστορία και γενικά το σχέδιο της θείας «οικονομίας». Στο παρελθόν σε κάθε τέτοια περίσταση το Συναξάριο διαβαζόταν ανάμεσα στις ωδές των κανόνων. Στα βιβλία της Εκκλησίας μετά το Κοντάκιο, τον Οίκο και το Μηνολόγιο με τους στίχους ακολουθεί συνήθως ένα υπόμνημα σε πεζό λόγο που μιλάει για την υπόθεση της εορτής. Το υπόμνημα αυτό είναι το Συναξάριο. Δεν πρόκειται για πλήρη βιογραφία του αγίου ή λεπτομερή έκθεση της υποθέσεως της εορτής. Είναι
σχεδόν μια περιληπτική αναφορά όλων αυτών. Ακόμη και όταν είναι κάπως εκτεταμένο, το Συναξάριο δεν εξαντλεί πλήρως την εορταζομένη υπόθεση. Τα Συναξάρια περιέχουν πολλές αλήθειες της πίστεως. Δεν είναι όμως δογματικά κείμενα με την αυστηρή σημασία του όρου και, φυσικά, δεν αρκούν μόνο αυτά για
την πνευματική ωφέλεια των πιστών.
Στη συνέχεια ακολουθούν δύο λόγια για τον συγγραφέα των συναξαρίων, τον βυζαντινό λόγιο Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο. Για το βυζαντινό λόγιο Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο οι πληροφορίες μας σχετικά με τη ζωή του είναι ελάχιστες. Για τα πρώτα χρόνια του δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Οι σύγχρονες μ’ αυτόν φιλολογικές ή άλλες πηγές σιωπούν. Κάποιες πληροφορίες για τη ζωή του συνάγονται
μόνο από τα έργα του. Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα γνωστά στοιχεία έζησε μετά το και μέχρι το 1330 μ. Χ. Έμεινε για πολύ καιρό στην Κωνσταντινούπολη. Βρισκόταν συχνά στο ναό της Αγίας Σοφίας και στη βιβλιοθήκη που υπήρχε εκεί.
Στην Εκκλησιαστική Ιστορία του (Migne P.G. τ. 145,609) διαφαίνεται η πληροφορία ότι διαβιούσε στις εγκαταστάσεις του ναού της Αγίας Σοφίας και ότι εκεί εργάσθηκε για τη συγγραφή των έργων του. Από τον κώδικα 79 της Βοδλιανής
βιβλιοθήκης της Οξφόρδης αντλούμε την πληροφορία ότι χρημάτισε και πρεσβύτερος του ναού της Αγίας Σοφίας. Ο Βατικανός κώδικας 182, φ. 1 μας δίνει την πληροφορία ότι ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος έγινε και μοναχός, και πήρε το μοναχικό όνομα Νείλος. Αυτό όμως δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο. Πάντως, αν έγινε αυτό, θα πρέπει να συνέβη περί τα τέλη του βίου του.
Το συγγραφικό του έργο είναι τεράστιο σε έκταση. Διακρίθηκε ως
ιστορικός, ως εξηγητής των Γραφών, των Πατέρων και των υμνογράφων, ως ποιητής εκκλησιαστικών ύμνων και επιγραμμάτων, ως αγιολόγος και λειτουργιολόγος. Η
πολυμέρεια του είναι εκπληκτική. Βέβαια, σε ένα έργο με τέτοια έκταση δεν είναι εύκολο να συναντήσουμε εξαντλητική έρευνα και συστηματική εργασία. Όμως παρά τις οποιεσδήποτε ελλείψεις του ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος είναι ένας από
τους πιο αξιόλογους συγγραφείς των αρχών του 14ου αιώνος.
Τα έργα του διαιρούνται από τους ειδικούς μελετητές σε:
Α.Ιστορικά
Β. Ποιητικά (ιστορικά,
αγιολογικά, συνόψεις εκκλησιαστικών βιβλίων, θύραθεν)
Γ. Αγιολογικά-Λειτουργιολογικά
Δ. Εξηγητικά
Ε. Διάφορα
Μεγάλο μέρος του έργου του παραμένει ακόμη ανέκδοτο. Από τα εκδομένα πολλά έχουν εκδοθεί στην Patrologia Graeca του J.P.Migne τ. 145-147, αλλά βρίσκονται και σε άλλες εκδόσεις συλλογικά ή μεμονωμένα.
Σύντομος πρόλογος των Συναξαρίων του Ξανθοπούλου εις τα Συναξάρια του Τριωδίου.(Σήμερα έχουμε σαν ξεχωριστά βιβλία το Τριώδιο και το Πεντηκοστάριο. Παλαιότερα ήταν ένα βιβλίο και χωριζόταν σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος λεγόταν Τριώδιον Κατανυκτικόν και το δεύτερο Τριώδιον των Ρόδων ή Πεντηκοστάριον).
«Συναξάρια γραμμένα από το Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο για τις επίσημες εορτές του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου. Αναφέρονται σε κάθε μια από αυτές, για το πώς ξεκίνησαν, γιατί είναι έτσι σήμερα και για ποιο λόγο θέσπισαν αυτές
τις εορτές οι θεοφόροι Πατέρες μας, μαζί με κάποιες σχετικές παρατηρήσεις. Αρχίζουν από την Κυριακή του Τελώνου και
Φαρισαίου και καταλήγουν στην Κυριακή των Αγίων Πάντων. Στην ακολουθία του Όρθρου πρέπει πρώτα να διαβάζεται το Συναξάριο του Μηναίου και έπειτα το αρμόδιο από τα παρόντα».
Ο Συναξαριστής που αποτελεί έργο του Διακόνου της Μεγάλης Εκκλησίας Μαυρικίου, κυκλοφορούσε σε χειρόγραφες συλλογές
και ήταν γραμμένες σε γλώσσα αρχαΐζουσα, γι’ αυτό και δύσκολη για τους χριστιανούς της τουρκοκρατίας. Γι’ αυτό το λόγο ανέλαβε την μετάφρασή του «εκ του Ελληνικού εις την καθ’
ημάς κοινοτέραν διάλεκτον ο σοφός ανήρ, Μάξιμος ο Μαργούνιος Επίσκοπος Κυθήρων». Βέβαια δεν περιορίσθηκε μόνο στη μετάφραση, αλλά εργάσθηκε και κριτικά επάνω στα κείμενα, τα οποία αποκατέστησε, διόρθωσε, πλάτυνε, αναπλήρωσε τις ελλείψεις τους, σαφήνισε τα δυσνόητα και ομόρφυνε με διάφορες υποσημειώσεις, τις οποίες άντλησε απ’ τις ανεξάντλητες γνώσεις του. Αλλά, το σημαντικότερο, αποκάθαρε τον Συναξαριστή από όσα περιείχε «εναντία τη θεία
γραφή και απίθανα παρά τω ορθώ λόγω και τοις κριτικοίς…», γιατί δεν υπήρχε άλλο βιβλίο της Εκκλησίας «τόσον άτακτον και ανεπιμέλητον, ωσάν ο Συναξαριστής». Η έκδοση περατώθηκε το 1819 και φυσικά σε λίγο διάστημα εξαντλήθηκε. Μια Τρίτη έκδοση σε δύο τόμους έγινε το 1868 από το τυπογραφείο
του Χ.Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, ο οποίος προσάρμοσε κάπως το λεκτικό ιδίωμα «προς τα εν κοινή χρήσει κατά τους καθ’ ημάς χρόνους». Επίσης τον Συναξαριστή του 1868 επανεξέδωσε ο εκδότης κ. Σπανός σε φωτοτυπία.
Ο Μέγας Βασίλειος γράφει για τους βίους των Αγίων σε επιστολή του (επιστολή α΄): «οι βίοι των μακαρίων ανδρών ανάγραπτοι παραδεδομένοι, οίον εικόνες τινές έμψυχοι της κατά Θεόν πολιτείας, τω μιμήματι των αγαθών έργων πρόκεινται. Και τοίνυν, περί όπερ αν έκαστος ενδεώς έχοντος εαυτού αισθάνεται, εκείνω προσδιατρίβων, οίον από τινος κοινού ιατρείου, το πρόσφορον ευρίσκει τω αρρωστήματι φάρμακον».
Ο Συναξαριστής του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου βασίστηκε στους χειρόγραφους Συναξαριστές των σημαντικότερων Μονών του Αγίου Όρους: του Παντοκράτορα, του Πρωτάτου, των Μονών Διονυσίου και Κουτλουμουσίου. Και όπως
γράφει ο ίδιος ο Νικόδημος ο Αγιορείτης «ου μόνον δε ταύτα, αλλ’ επιμελήθημεν να προσθέσωμεν εν τη μεταφράσει ημών ταύτη, και τας χρονολογίας εις κάθε αγίου Συναξάριον, όσας δηλαδή εδυνήθημεν να εύρωμεν. Ομοίως και τας ονομασίας των
τόπων και πόλεων, καθώς δηλαδή τώρα ονομάζονται οι εν τοις Συναξαρίοις αναφερόμενοι τόποι και πόλεις, προς σαφήνειαν και κατάληψιν περισσοτέραν των αναγινωσκόντων. Ουχί δε πάσας τας ονομασίας επροσθέσαμεν, αλλ’ όσας ηδυνήθημεν να εύρωμεν».
Επίσης συνεχίζει: «επειδή δε πολλοί από τους εν τοις Συναξαρίοις
περιεχομένους αγίους, έχουσι και βίους κατά πλάτος, μεταφρασμένους εις το απλούν και περιεχομένους εις τον Δαμασκηνόν, εις το Εκλόγιον, εις το νέον Εκλόγιον, εις τον Παράδεισον, εις τον νέον Παράδεισον, εις άλλα βιβλία. Δια τούτο επιμελήθημεν και εσημειώσαμεν εις το τέλος κάθε Συναξαρίου των τοιούτων αγίων, εις ποίον βιβλίον εκ των ανωτέρω
ευρίσκεται ο κατά πλάτος βίος αυτών. Αλλά και τους Ελληνικούς βίους των ανωτέρω αγίων, και τους συγγραφείς αυτών, και μάλιστα Συμεών τον Μεταφραστήν, εσπουδάσαμεν να σημειώσωμεν, και εν ποίοις ιεροίς μοναστηρίοις του αγίου Όρους
ευρίσκονται, προς είδησιν των φιλολόγων, καλώς ειδότες, ότι ουκ άχαρίς εστι παρ’ αυτοίς μία τοιαύτη είδησις».
Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει στις επιστολές του αξιομνημόνευτες απόψεις για τους βίους των αγίων: «Ώσπερ οι ζωγράφοι, όταν από εικόνων εικόνα γράφωσι, πυκνά προς το παράδειγμα βλέποντες, τον εκείθεν χαρακτήρα προς το εαυτών
σπουδάζουσι μεταθείναι φιλοτέχνημα. Ούτω δη τον εσπουδακότα εαυτόν πάσι τοις μέρεσι της αρετής
απεργάσασθαι τέλειον, οιονεί προς αγάλματα κινούμενα και έμπρακτα, τους βίους των αγίων αποβλέπειν, και το εκείνων αγαθόν, οικείον ποιείσθαι δια μιμήσεως».
Κατά το Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου και τους επιμέρους βίους των αγίων του Συμεών του Μεταφραστή, ολόκληρη η κοινωνική κλίμακα αγιοποιείται εκπροσωπούμενη από εξαιρετικές περιπτώσεις ανθρώπων-αγίων: Πατριάρχες, αρχιερείς, ιερείς, διάκονοι, μοναχοί, παρθένοι μοναχοί, βασιλείς,
αυτοκράτειρες, βασιλομήτορες, αρχόντισσες, φτωχοί άνθρωποι του λαού, όλοι, ανεξάρτητα απ’ την κοινωνική τους θέση έχουν τη δυνατότητα να αγιοποιηθούν, ανάλογα με το ύψος της αρετής στο οποίο έχουν φτάσει. Επίσης την ίδια δυνατότητα αγιοποίησης, σε σχέση με τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα έχουν, άνδρες και γυναίκες, των κατωτέρων λαϊκών τάξεων: γαιοκτήμονες, γεωργοί, τσαγκάρηδες, σκυτοτόμοι, όλοι, παντρεμένοι και ανύμφευτοι, σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο,
μπορούν να μετέχουν της αγιότητας: «Δυνατόν και σφόδρα δυνατόν, και γυναίκας έχοντας την αρετήν μετιέναι, εάν θέλωμεν. Πώς; Εάν έχοντες γυναίκα ως μη έχοντες ώμεν. Εάν μη χαίρωμεν επί κτήσεσιν. εάν τω κόσμω χρώμεθα, ως μη καταχρώμενοι. Οι δε τινες ενεποδίσθησαν από γάμου ιδέτωσαν, ότι ουχ ο γάμος
εμπόδιον, αλλ’ η προαίρεσις η κακώς χρησαμένη τω γάμω. Επεί ουδέ ο οίνος ποιεί την μέθην, αλλ’ η κακή προαίρεσις, και το πέραν του μέτρου χρήσθαι. Μετά συμμετρίας τω γαμώ χρώ, και πρώτος εν τη βασιλεία έση, και πάντων απολαύσεις των αγαθών».
Όπως ωραία διατύπωσε ο βυζαντινολόγος Cyril Mango στο βιβλίο του «Βυζάντιο, η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης», «όλες οι αυτοκρατορίες πάντοτε κυβέρνησαν μια πληθώρα λαών και η βυζαντινή αυτοκρατορία δεν αποτέλεσε εξαίρεση». Τα έθνη που βρίσκονταν υπό την κυριαρχία της, αν και μεταξύ τους υπήρχε κοινή αποδοχή του κυρίαρχου ελληνόφωνου και χριστιανικού πολιτισμού της αυτοκρατορίας, είχαν την τάση να ακολουθούν
διαφορετικούς δρόμους και να επιβεβαιώνουν την ιδιαιτερότητά τους μέσω των ξεχωριστών πολιτιστικών στοιχείων (κυρίως της γλώσσας) που μοιράζονταν. Ως παράδειγμα αναφέρουμε την Κωνσταντινούπολη, που την εποχή του Ιουστινιανού,
όπως όλες οι μεγάλες πρωτεύουσες, παραδίδεται ως χωνευτήρι ετερόκλητων στοιχείων. Όμως η προφανής και αποδεδειγμένη διαπλοκή των βυζαντινών αγιολογικών κειμένων με στοιχεία λογοτεχνικής προφορικότητας και λαϊκών, προφορικών, μυθικών παραδόσεων, από την άλλη, αποκαλύπτει με ενάργεια και
καθαρότητα τον τρόπο που η λογοτεχνική δημιουργία, γραπτή και προφορική, ενοποιείται στο πρώιμο Βυζάντιο: το γεγονός αυτό αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πολιτισμική πρωτοτυπία, αφού με εσωτερικά, λεπτά νήματα, οι δυο ομόρριζες συνιστώσες της λογοτεχνικής δημιουργίας, προφορική λογοτεχνική παράδοση και γραπτή λογοτεχνική παραγωγή συνδέουν με άρρηκτους δεσμούς την αρχαία ελληνική λαϊκή και λόγια σκέψη και φιλοσοφία με την αντίστοιχη χριστιανική-βυζαντινή.
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
Oσίου Πατρός ημών Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τ.1-6, εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη». Θεσσαλονίκη, 1989.
Η Αξία της Μνήμης για μια Κοινωνία του Κώστα Θεολόγου: http://www.intellectum.org/…/ITL03P053069_H_aksia_tis….
A.J. Greimas, Structural Semantics. An Attempt at a Method. Translated by McDowell, R. Schleifer and A. Velie, University of Nebraska Press, Lincoln and London, 1983, pp. 197-211.
Ζακυθηνού, Δ .Α. Η βυζαντινή αυτοκρατορία 324-1071, 1969.
Vasiliev, A. A .Ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας 324-1453 (μετάφραση Δημοσθ. Σαβράμη), 1954 Ν.Δ.Σακκάς.
Άμαντου, K. I. Εισαγωγή εις την βυζαντινήν ιστορίαν: Το τέλος του αρχαίου κόσμου και η αρχή του μεσαίωνος. Αθήναι: Ίκαρος, έκδ. Β 1950.
Άμαντου, Κ. Ι. Ιστορία του βυζαντινού κράτους. Αθήναι: Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, έκδ. Β., τόμ. Α΄1953, τόμ. Β΄1957.
Άμαντου, Κ. Ι. Η ελληνική φιλανθρωπία κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Αθήνα, τόμ. 35, 1923.
Κονιδάρη, Γ. Η Ελληνική Εκκλησία ως πολιτιστική δύναμις εν τη Ιστορία της Χερσονήσου του Αίμου. Αθήναι: 1948.
Κονιδάρη, Γ. Εκκλησιαστική ιστορία της Ελλάδος από της ιδρύσεως των Εκκλησιών αυτής υπό του Αποστόλου Παύλου μέχρι σήμερον. (έκδοσις 2α). Αθήναι, 1966.
Κουκουλέ, Φ.Ι. Βυζαντινών βίος και πολιτισμός. Αθήναι: Institut Franηais d’ Athθnes, τόμοι 6 (Α΄τόμος 1948, ΣΤ΄τόμ. 1957).
Krumbacher, K. Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας (εισαγωγή Ν.Τωμαδάκη, μετάφρασις Γ.Σωτηριάδου) Αθήναι: Πάπυρος, 1964.
Λογοθέτου, Κ. Η φιλοσοφία των Πατέρων και του μέσου αιώνος. Τόμοι δύο, Αθήναι: 1930-1933.
Ostrogorsky, G.A. Geschichte des byzantinischen Staates, εκδ. Γ΄1963 (Γαλλική μετάφραση Histoire de l’ etat byzantin. Paris, 1956, Αγγλική μετάφραση, υπό J.Hussey με τον τίτλο History of
the byzantine State. Oxford: Blackwell, έκδ.Β΄1968, Αμερικανική έκδοση, New Brunswick-New Jersey, 1957).
Κουκουλέ, Φ.Ι. Βυζαντινών βίος και πολιτισμός. Αθήναι: Institut Franηais d’ Athθnes, τόμοι 6 (Α΄τόμος 1948, ΣΤ΄τόμ. 1957).
Τζόουνς, Α.Μ. Ο Κωνσταντίνος και ο εκχριστιανισμός της Ευρώπης. Αθήναι: Γαλαξίας, 1962 (μετάφραση εκ της Αγγλικής).
Walter J. Ong, Προφορικότητα και εγγραματοσύνη, μετ. Κ. Χατζηκυριάκου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1997.
Μελέτες για την Ιστορία του Βυζαντίου απ’ την Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογο-ιστορικό:
Οι Βίοι των Αγίων της Βυζαντινής περιόδου ως ιστορικές πηγές. (Σημειώσεις και παρατηρήσεις για τα Βυζαντινά αγιολογικά κείμενα της Μέσης περιόδου: 7ος -10ος αιώνας). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-5-7. (σελ. 468)
Σημειώσεις και παρατηρήσεις στην ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας απ’ τον 11ο ως τον 15ο αι. Τα αγιολογικά κείμενα της περιόδου. (Συμβολή στη μελέτη των βίων των αγίων ως ιστορικών πηγών). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-6-5. (Σελ. 361).
Thomas Head, The Cult of the Saints and their Relics. Hunter
College and the Graduate Center.
Beck, Hans-Georg, Kirche und Theologische Literatur im Byzantinischen Reich (Munich, 1959).
Η πολιτισμική προσφορά του Ελληνισμού από την Αρχαιότητα ως την Αναγέννηση. – Β. Ασημομύτης- Γ. Γρυντάκης- Θ.
Κατσουλάκος – Σ. Κόνδης- Χ. Μπουλιώτης- Β. Σκουλάτος. Έκδ. ΥΠΕΠΘ- Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.
Ζεράρ Βάλτερ, Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο, εκδόσεις Ωκεανίδα.
Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Πυρσός», εκδόσεις Δρανδάκη (Τόμος Ελλάς)
Ιστορικές Γραμμές, Βυζάντιο, τόμος Β΄-Ι΄. Ν. Παπαϊωάννου.
Εγκυκλοπαίδεια «Ήλιος» Ιωάννου Πασσά.
Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη.
Ελληνική Ιστορία Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου.
«Ο Πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός», σημειώσεις και παρατηρήσεις για την εκπαίδευση και την παιδεία στο Βυζάντιο από τις αρχές ως τον 10ο αιώνα, Paul
Lemerle, (μτφρ. Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου). Β΄ έκδοση. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Αθήνα 1985.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη
Γεννήθηκα στα Τρίκαλα Θεσσαλίας το 1967. Σπούδασα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης Ιστορία-Αρχαιολογία με ειδίκευση στην Ιστορία. Πήρα Μεταπτυχιακό Δίπλωμα
Βυζαντινής Ιστορίας απ’ τη Φιλοσοφική Σχολή του ιδίου
Πανεπιστημίου και από το 1992 διδάσκω στη Μέση Εκπαίδευση ως Φιλόλογος. Έχω συγγράψει βιβλία ιστορικού,
λογοτεχνικού και παιδαγωγικού περιεχομένου. Παράλληλα, ασχολούμαι ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική και την ποίηση.

Το 5ο ΓΕΛ Τρικάλων συμμετέχει στο Δίκτυο-Σύμπραξη Σχολείων με θέμα “Τα σχολεία αναζητούν την ιστορία τους”, με υπεύθυνη την Δ/ντρια του 5ου ΓΕΛ Ηλιάδη Αμαλία, φιλόλογο-ιστορικό.

Το 5ο ΓΕΛ Τρικάλων συμμετέχει στο Δίκτυο-Σύμπραξη Σχολείων με θέμα “Τα σχολεία αναζητούν την ιστορία τους”, με υπεύθυνη την Δ/ντρια του 5ου ΓΕΛ Ηλιάδη Αμαλία, φιλόλογο-ιστορικό.
Το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Διάσωσης Σχολικού Υλικού (ΕΚΕΔΙΣΥ) υλοποιεί το εκπαιδευτικό πρόγραμμα σύμπραξης σχολείων και εκπαιδευτικών με τίτλο «Τα σχολεία αναζητούν την ιστορία τους». Το πρόγραμμα έρχεται να συμπληρώσει τις ήδη υπάρχουσες δράσεις του Μουσείου σε αυτή την κατεύθυνση (Μαθητικοί Διαγωνισμοί, Συνέδρια, Ημερίδες).
Σκοπός να ενισχύσει εκπαιδευτικούς και μαθητές να ασχοληθούν ενεργά με την τοπική ιστορία και ειδικότερα την τοπική εκπαιδευτική ιστορία, να γίνουν “ερευνητές” και να αναδείξουν την ιστορία των σχολείων που εργάζονται και φοιτούν, να μελετήσουν αρχειακό υλικό, να συλλέξουν προφορικές μαρτυρίες, να δημιουργήσουν οπτικοακουστικές εφαρμογές, να διατυπώσουν συμπεράσματα για την εκπαιδευτική ζωή στο παρελθόν, να αφυπνίσουν την εκπαιδευτική μνήμη, να αναστοχαστούν την εκπαιδευτική ζωή στο παρόν μέσω των εκπαιδευτικών προγραμμάτων που θα εκπονήσουν και να ανοίξουν το σχολείο στην κοινότητα.
Στο πρόγραμμα έχουν δηλώσει συμμετοχή, 450 σχολεία κάθε τύπου και βαθμίδας (νηπιαγωγεία, δημοτικά, γυμνάσια, λύκεια κάθε τύπου) από όλη την Ελλάδα, την Ομογένεια καθώς και σχολεία από την Κύπρο.
Η έναρξη του πρώτου επιμορφωτικού κύκλου πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020 (19:00-20:00 μ.μ.) από το Τμήμα Εκπαιδευτικής Ραδιοτηλεόρασης και Ψηφιακών Μέσων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων σύμφωνα με το εξής πρόγραμμα.
19:00 Χαιρετισμοί:
Σοφία Ζαχαράκη, Υφυπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων
Δήμητρα Ακριτίδου, Αντιδήμαρχος Παιδείας Δήμου Θεσσαλονίκης
Γιώτα Σιδερά Χουλιάρα, Διευθύντρια Α/θμιας Εκπαίδευσης Λαμίας
Χαιρετισμός από το 4ο ΠΕΚΕΣ Αττικής, Κώστας Θεριανός
Χαιρετισμός από τον Όμιλο για την Ιστορική Εκπαίδευση/Association of History Education in Greece ΟΙΕΕ/AHEG
19:15
Ενημέρωση για το Δίκτυο, Δρ Ευαγγελία Κανταρτζή, Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης
19:30-20:30:Ψηφιακός γραμματισμός και Δημιουργικότητα: Μαθητικοί διαγωνισμοί ψηφιακής και οπτικοακουστικής δημιουργίας.
Εισηγήτρια: Δρ Σοφία Παπαδημητρίου, Προϊσταμένη της Εκπαιδευτικής Ραδιοτηλεόρασης και Ψηφιακών Μέσων
Συντόνισε ο Κώστας Στοφόρος, Δημοσιογράφος-Συγγραφέας, Συνεργάτης του Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης
Φορείς που συμμετέχουν είναι: Τμήμα Εκπαιδευτικής Ραδιοτηλεόρασης και Ψηφιακών Μέσων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Αντιδημαρχία Παιδείας Δήμου Θεσσαλονίκης
Αντιδημαρχία Κοινωνικής Προστασίας, Παιδείας, Πολιτισμού & Νεολαίας Δήμου Ασπροπύργου
Τμήμα Κινηματογράφου ΑΠΘ
Περιφερειακή Δ/νση Π. & Δ. Εκπ/σης Δυτικής Ελλάδας
Όμιλος για την Ιστορική Εκπαίδευση/Association of History Education in Greece ΟΙΕΕ/AHEG
4ο ΠΕΚΕΣ Αττικής & Διευθύνσεις Α/θμιας & Β/θμιας Εκπαίδευσης:
Διεύθυνση Εκπαίδευσης Β’ Αθήνας
Διεύθυνση Α/θμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής και Δυτικής Θεσσαλονίκης κ.α
Ομάδα Συντονιστικού ΟΠΙ (Ομάδες Προφορικής Ιστορίας)
Φέτος με τον ανασχεδιασμό των επιμορφωτικών δράσεων και με τη δική μας συμμετοχή το πρόγραμμα και θα τρέξει και θα μας δώσει την ευκαιρία γόνιμης ανταλλαγής και ανατροφοδότησης.
Το πρόγραμμα των επιμορφωτικών συναντήσεων διενεργείται διαδικτυακά.
Οι επιμορφωτικές συναντήσεις κινούνται στις ακόλουθες, εξαιρετικής σημασίας και πληροφοριακού πλούτου θεματικές ενότητες:
1. Αρχιτεκτονική των σχολείων
2. Αρχεία και σχολεία
3. Προφορική ιστορία
4. Ψηφιακή και Οπτικοακουστική Δημιουργία
(Όλο το εκπαιδευτικό υλικό των εισηγήσεων και των επιμορφωτικών συναντήσεων κατατίθεται στο Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης Τριπόδων 23, Αθήνα Τ: +30 210 325 0341W: www.ekedisy.gr, http://www.ekedisy.gr/…/mousio-scholikis-zois-ke…/)
Το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης έχει στόχο να είναι ένα ζωντανός και ελκυστικός χώρος στον οποίο όχι μόνο παιδιά αλλά και ενήλικες μαθαίνουν με βιωματικό και παιγνιώδη τρόπο. Στο διατηρητέο και πανέμορφο κτίριο του Μουσείου οι επισκέπτες έχουν μια διαφορετική εμπειρία: κατά τη διάρκεια της ξενάγησης , γνωρίζουν όχι μόνο την ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης και των σχολικών βιβλίων αλλά ακούν και την ιστορία της ομορφότερης ίσως περιοχής της Αθήνας, της Πλάκας και της οδού Τριπόδων, του αρχαιότερου δρόμου της αρχαίας Αθήνας.Το Μουσείο ξυπνάει μνήμες, νοσταλγία και συγκίνηση από τα σχολικά μας χρόνια…
Η Δ/ντρια του 5ου ΓΕΛ Τρικάλων
Ηλιάδη Αμαλία, φιλόλογος-ιστορικός, Υπεύθυνη του Δικτύου-Σύμπραξης Σχολείων με θέμα “Τα σχολεία αναζητούν την ιστορία τους”.

«Μουσεία και Εκπαίδευση: η Μουσειοπαιδαγωγική του σήμερα, στη θεωρία και στην πράξη», Αμαλία Κ. Ηλιάδη Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ? το Α.Π.Θ.)

«Μουσεία και Εκπαίδευση: η Μουσειοπαιδαγωγική του σήμερα, στη θεωρία και στην πράξη», Αμαλία Κ. Ηλιάδη

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ? το Α.Π.Θ.)

Σήμερα συχνά πραγματοποιούνται εικαστικές συναντήσεις για παιδιά και  εφήβους σε χώρους τέχνης ή μουσεία. Μέσα από την εμπειρία και τις γνώσεις μας, κατανοούμε  την ελληνική πραγματικότητα σε σχέση με τα μουσεία και το κατά πόσο φιλικά είναι στο κοινό και ιδιαίτερα στα παιδιά: υπάρχουν εκπαιδευτικά προγράμματα, άνθρωποι καταρτισμένοι και χώροι με ενδιαφέρον. Βέβαια,  το Μουσείο ίσως είναι μια έννοια που στη συνείδηση των περισσοτέρων ανθρώπων  είναι κάπως περίπλοκη, κουραστική,  ενίοτε βαρετή. Για ποιο λόγο, όμως, συμβαίνει αυτό; Λίγες είναι οι περιπτώσεις που οι έφηβοι  μαθητές/τριες γνωρίζουν με πληρότητα και ακρίβεια τι είναι ένα μουσείο. Ακόμη και όσοι  έχουν επισκεφθεί μουσειακούς χώρους και αίθουσες τέχνης δεν έχουν κατανοήσει- νιώσει την αποστολή τους. Συχνά οι ενήλικες κατατάσσουν την προσφορά των μουσειακών χώρων σε χαμηλή θέση σε σχέση με τις προτεραιότητες, τις δικές τους και των κοντινών τους ανθρώπων.  Κατά συνέπεια, η παρουσίαση της έννοιας του μουσείου σε ένα έφηβο μαθητή  δε γίνεται από την πλευρά τους με εμβάθυνση, πόσο μάλλον με ενδιαφέρον και αγάπη. Αγνοούνται συχνά επίσης σημαντικά «οφέλη», γνωστικά, πνευματικά, ψυχικά, ? που προσφέρει  μία επίσκεψη ή ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα σε Μουσείο, μια και οι άνθρωποι δεν έχουν δώσει ή αποφεύγουν να δώσουν την ευκαιρία στον εαυτό τους για επαφή με συλλογές, εκθέματα και γενικότερα με το χώρο μουσείων ή τουλάχιστον να μαθαίνουν να είναι ?ανοικτοί? στο ενδεχόμενο «είσπραξης»  πνευματικών «δώρων» μέσα από προσωπικές ανακαλύψεις.

Επομένως, οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί, οι άνθρωποι που είναι κοντά στα παιδιά καλούνται να παρουσιάσουν την έννοια και την αποστολή του μουσείου και των χώρων τέχνης, με τρόπο σαφή και δημιουργικό. Οποιαδήποτε ωραιοποιημένη παρουσίασή του δεν προτείνεται, γιατί το ψεύδος της θα αποκαλυφθεί στο μέλλον και το παιδί τότε, ίσως,  απορρίψει το μουσείο ή το χώρο τέχνης, μια και κάθε εν δυνάμει σχέση μαζί του θα έχει ξεκινήσει  με ένα ή περισσότερα ψέματα. Τα προφίλ των μουσείων επίσης επηρεάζουν τη γνώμη του παιδιού για αυτά. Όταν, για παράδειγμα, μια δική τους επίσκεψη τα έχει φορτώσει στο παρελθόν με πληροφορίες, πολλές από τις οποίες είναι ακατανόητες ή μακριά από τη ζωή τους, το παιδί καταχωρεί το μουσείο στους βαρετούς χώρους ή τουλάχιστον στους χώρους που δεν το αφορούν. Η θετική, υγιής σύνδεση του μουσείου με το παιδί προϋποθέτει εμπνευσμένη προσέγγιση, είτε μέσα από το μουσειοπαιδαγωγικό πρόγραμμα του ίδιου του χώρου, είτε από το σχέδιο δράσης και μάθησης που θα έχει εκπονήσει με αγάπη και έμπνευση ο/η εκπαιδευτικός του σχολείου, είτε μέσα από το κλίμα (προετοιμασία, ερωτήματα?) που καλλιεργεί ο γονέας/κηδεμόνας κάθε φορά, πριν και μετά την επίσκεψη. Έτσι, από τη στιγμή που θα γίνει συνείδηση η σύνδεση του μουσείου με την καθημερινή ζωή, το μουσείο μπορεί να λάβει σημαντική  θέση στη ζωή ενός εφήβου, ακόμη και αν τα εκθέματα είναι δύσκολα  στην κατανόηση και ερμηνεία τους. Και στις περιπτώσεις ακόμη που ένα μουσείο δεν έχει εξελιχθεί σε ζωντανό οργανισμό που αναπνέει στην κοινωνία όπου ανήκει  με ευθύνη, η εμπνευσμένη προσέγγισή του μπορεί να αλλάξει την εικόνα του ως αποθήκης έργων και παρελθόντος σε χώρο ζωής, σκέψης, δράσης, ψυχαγωγίας, προβληματισμού, μοιράσματος γνώσεων και εμπειριών. Συνειδητοποιημένοι και εμπνευσμένοι άνθρωποι, στη διοίκηση και στο προσωπικό,  μπορούν να συνδράμουν σημαντικά σε αυτό το σκοπό.

Υπάρχει κατάλληλη ηλικία για να επισκεφτεί ένα παιδί ένα μουσείο; Ποια είναι αυτή; Όλες οι ηλικίες είναι κατάλληλες ή θα έπρεπε να είναι κατάλληλες για τις μουσειακές εκθέσεις. Αυτό συμβαίνει ακόμη και για εκθέσεις όπου τίθενται θέματα  δυσκολίας κατανόησης, ακόμη και από το προσωπικό του μουσείου. Ο άνθρωπος που θα φέρει το παιδί στον κόσμο του μουσείου μπορεί να σημάνει την αλλαγή, την οποιαδήποτε θετική ανατροπή και καλείται να συνειδητοποιήσει το βάρος του ρόλου του, ειδικά στις «δύσκολες» εκθέσεις. Η παράμετρος «ηλικία» έχει να κάνει με τον όγκο των ερεθισμάτων και την προσέγγιση των ενοτήτων, εκθεμάτων, αιθουσών των συλλογών? Έργα τέχνης, φωτογραφίες, αρχαιολογικά ευρήματα: το υλικό του μουσείου είναι η αφετηρία για πολιτιστικές «διαδρομές»  στο παιδί και στον ενήλικα. Η παρουσίαση αυτών των διαδρομών, το περιεχόμενό τους, το υλικό τους, η συνύπαρξή τους στο χώρο, η ίδια η επιμέλεια της έκθεσης, ακόμη και ο αρχιτεκτονικός χώρος του μουσείου μπορούν να επηρεάσουν τις προτιμήσεις μας. Συχνά η μουσειολογική παρουσίαση αρχαιοτήτων και το ανάλογο εκπαιδευτικό πρόγραμμα απέχουν από τα ενδιαφέροντα των παιδιών ή τουλάχιστον απέχουν από το να αποπειραθούν το κέντρισμα της προσοχής τους και της ενεργούς εμπλοκής τους. Αυτό δε σημαίνει ότι σε μία εξαιρετική ως προς την επιλογή των έργων και το στήσιμο έκθεση σύγχρονης εικαστικής τέχνης δεν μπορεί να υπάρξουν φαινόμενα δυσανεξίας από την πλευρά των παιδιών, αν η παρουσίαση και η πρόσκληση δε δίνουν αφετηρία στις εν λόγω ψυχικές, συναισθηματικές, νοητικές διαδρομές.

Αναμφισβήτητα,  τα ελληνικά μουσεία και γενικότερα οι χώροι τέχνης δείχνουν τα τελευταία χρόνια μια διάθεση να δεχτούν μικρούς σε ηλικία επισκέπτες. Υπάρχουν πολλά προγράμματα που αφορούν παιδιά και οικογένειες. Είναι γεγονός ότι στη σημερινή εποχή τα προγράμματα για παιδιά και οικογένειες ολοένα και πληθαίνουν σε μουσεία, πινακοθήκες και άλλους εκθεσιακούς χώρους. Συχνά παρατηρούνται σχεδιασμοί προγραμμάτων για μαζική προσέλευση παιδιών και χαμηλό κόστος συμμετοχής που εξισορροπείται από το μεγάλο αριθμό συμμετοχών. Το γεγονός αυτό απαιτεί την προσοχή μας, μια και η σχέση εντέλει που χτίζεται ανάμεσα στο παιδί και στο έκθεμα, καθώς και στο μουσείο ως χώρο και έννοια, υπάρχει κίνδυνος να γίνει επιφανειακή, επιπόλαιη και να απομακρυνθεί από τις προσωπικές του ανάγκες εξέλιξης. Ο μεγάλος αριθμός ατόμων, στις περιπτώσεις αυτές,  δυσκολεύει τη βαθειά εστίαση και πνευματική εργασία από το παιδί, όσο εμπνευσμένοι και αν είναι οι εμψυχωτές και καλοδομημένο το πρόγραμμα. Ο χρόνος επίσης, συμπιεσμένος σε τέτοιες περιπτώσεις, απαγορεύει την ανακάλυψη προσωπικών ιδιαιτεροτήτων και δυσκολιών, της ιδιαίτερης ματιάς του κάθε παιδιού. Συχνά λέγεται «Δεν πειράζει. Αρκεί που είχε μία επαφή το παιδί. Από το τίποτα, ? καλύτερα αυτό!» Ερώτημα: Το παιδί είχε επαφή ή απλά άκουσε πληροφορίες μαζί με άλλα παιδιά, τις οποίες δε γνωρίζει πώς να διαχειριστεί, και στοιχεία που δεν έχουν δημιουργήσει εγγραφές μέσα του; Μήπως κάτω από ομαδικά γέλια και επιφανειακά αστεία, από ομαδικές μεταμφιέσεις και show-off δραστηριότητες το παιδί φεύγει από την έκθεση, χωρίς να έχει δουλέψει μέσα του τίποτα, ενώ παράλληλα έχει κάνει λανθασμένες συνδέσεις και συνειρμούς σε σχέση με την έκθεση, έστω και αν δε βαρέθηκε; Με το φόβο του ?να μη βαρεθεί το παιδί?, ?να περάσει καλά?, όπως λένε οι γονείς και οι δάσκαλοι  συχνά, λησμονείται η ευθύνη, ο ρόλος του παιδαγωγού, του γονέα, του εμψυχωτή στη διαμόρφωση σκεπτόμενων ανθρώπων, υγιών συναισθηματικά, μικρών (ή μεγάλων) ερευνητών, χαμογελαστών εσωτερικά ανθρώπων. ?Το να περάσει καλά το παιδί? είναι μεγάλο θέμα συζήτησης, το πότε δηλαδή αληθινά το παιδί περνά καλά. Υπάρχουν βέβαια προγράμματα στα οποία η κινητοποίηση μεγάλων αριθμών παιδιών μπορεί να δώσει δυνατά συναισθήματα και εμπειρίες στους συμμετέχοντες και τα μαζικά παιχνίδια όχι μόνο να ?διασκεδάσουν? τα παιδιά, παράλληλα με τη γνώση που προσφέρουν, αλλά και να αφήσουν το αποτύπωμά τους που ?δουλεύει? και γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας για αρκετό καιρό στη συνέχεια μέσα στη ζωή των παιδιών. Αυτές οι δραστηριότητες, όταν καταφέρουν να κρατήσουν τον πυρήνα του στόχου του εκπαιδευτικού προγράμματος είναι επιτυχείς. Η στόχευση χρειάζεται να είναι ξεκάθαρη εξαρχής, με έμφαση στη δημιουργία, στη φιλομάθεια, στην ανακάλυψη, στη συνεργασία, και βέβαια, στην ανακάλυψη εαυτού.

Πολλά μουσεία στην χώρα μας  είναι ιδανικά για παιδιά, όταν χτίζεται κατά την επίσκεψη περιβάλλον ασφάλειας, θετικότητας και πνευματικής επαφής, όταν υπάρχει στοχευμένη προσέγγιση και δημιουργική, κεφάτη, κατάλληλης μεθοδολογίας συνεργασία με το παιδί, σεβόμενη τις ανάγκες της προσωπικότητάς του. Πώς μπορεί ένας γονιός ή ένας εκπαιδευτικός να προετοιμάσει μια επίσκεψη σε μουσείο με το παιδί του; Ένα καλό σημείο εκκίνησης είναι να θέσει ένα βασικό στόχο και μερικούς δευτερεύοντες για την επίσκεψη. Δεν επισκεπτόμαστε, για παράδειγμα, ένα χώρο επειδή είναι της μόδας ή επειδή έχουμε ακούσει/διαβάσει ότι είναι καλό για τα παιδιά να επισκέπτονται μουσειακούς χώρους. Επιλέγουμε να πάμε σε ένα χώρο με το παιδί μας ή με τους μαθητές μας  επειδή, για παράδειγμα, η έκθεση ασχολείται με  θέματα για το ανθρώπινο σώμα ή ασκεί τις αισθήσεις ή θέτει ερωτήματα για την ομορφιά ή? ή? κ.τ.λ. Οι στόχοι αυτοί καλό είναι να έχουν ως αφετηρία όχι μόνο γνωστικά αλλά και συναισθηματικά πεδία του ανθρώπου. Επίσης, από τη στιγμή που είμαστε κοντά στα παιδιά μπορούμε να επιλέξουμε μία έκθεση, με βάση ένα θέμα που ?δουλεύει? μέσα του εκείνη την περίοδο το παιδί. Αν, για παράδειγμα, αυτό το θέμα είναι η ανθρώπινη σχέση της φιλίας μπορούμε να επιλέξουμε μία επίσκεψη σε μουσείο που δίνει τέτοια ερεθίσματα. Ωστόσο, μια ή περισσότερες δραστηριότητες  με αρκετούς μαθητές/τριες που επιλέγουμε να επισκεφθούμε μαζί έως εκπαιδευτικοί ένα μουσείο, μπορούν να θέσουν ζητήματα εμπιστοσύνης, μοιράσματος, επιλογών και υγιών ορίων,? μια και όλα αυτά είναι παράμετροι της μαθησιακής διαδικασίας και της εκπαιδευτικής σχέσης, ανεξάρτητα από τα ίδια τα εκθέματα και τις συλλογές.

Επιπροσθέτως, ορισμένα  στοιχεία  μπορούν να εμπλουτίσουν μια επίσκεψη σε μια μουσειακή έκθεση: ο καλός σχεδιασμός πριν την επίσκεψη, η ευελιξία και άνεση απέναντι σε κάθε αναδυόμενη ανάγκη εκτροπής από τη σχεδιασμένη δομή στη διάρκεια της επίσκεψης, η προσαρμογή/αναπροσαρμογή του λόγου, των παραδειγμάτων, των εξηγήσεων, των αφηγήσεων, των παιχνιδιών στα ερωτήματα που έρχονται από τους μαθητές/τριες, τα παιχνίδια παρατήρησης και θησαυρού,  η επιδίωξη της συνεργασίας, η ανάθεση πρωτοβουλιών,  η διαρκής, θετική και εμπνευσμένη παρουσία μας κοντά στα παιδιά, τα οποία αφήνουμε να πρωταγωνιστήσουν στην επίσκεψη και εμείς αρκούμαστε στο ρόλο της πυροδότησης συναισθημάτων, λόγου και αντιδράσεων, στην καλλιέργεια ζεστής ατμόσφαιρας εμπιστοσύνης και ασφάλειας, στη διαρκή προσφορά εμπνεύσεων, αναφορών, συνδέσεων με τη ζωή και την καθημερινότητα, σε μικρές ανακεφαλαιώσεις, σε ευτυχείς ανάπαυλες, κάθε φορά που αντιλαμβανόμαστε κουρασμένα ή κορεσμένα βλέμματα.

Φεύγοντας από ένα μουσείο, αναρωτιόμαστε τι είναι αυτό που μένει στους μαθητές/τριές μας? Για την ακρίβεια τι είναι αυτό που θα πρέπει να μένει? Όταν το παιδί εκφραστεί με  το δημιουργό-εαυτό του, το λόγο του, το πρόσωπό του μέσα στο μουσείο, ακριβώς μέσα στην ατμόσφαιρα, στο περιβάλλον της έκθεσης, χωρίς εκπτώσεις στους στόχους της επίσκεψης, θα φύγει από το μουσείο με συναισθήματα, εικόνες, γνώσεις, αναφορές στη ζωή του (άρα στοιχεία που το αφορούν), ερωτήματα προς απάντηση, πνευματικές ζυμώσεις, υλικό προς ανακάλυψη για τη συνέχεια και ενδεχομένως νέες φιλίες (με άλλα παιδιά, με τους ίδιους τους καλλιτέχνες, εν ζωή ή όχι). Τότε, το μουσείο μεταμορφώνεται μέσα του από ένα στοιχείο σε πολλά μαζί μέσα σε ένα χώρο, σε μια αγκαλιά παλλόμενη και ζωντανή.

Μπορεί, τελικά,  στα πλαίσια της επίσκεψης σε ένα μουσείο να συνδυαστεί η ψυχαγωγία με τη γνώση,  μια και η γνώση είναι αγωγή της ψυχής στην ολιστική τουλάχιστον εκπαίδευση. Εξάλλου,  για την επίσκεψη σε ένα μουσείο οφείλουμε να έχουμε τέτοια αφετηρία, τέτοια προσέγγιση. Στις ημέρες μας, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό υπάρχει μεγάλη προσφορά προγραμμάτων και σημαντικές απόπειρες για το δέσιμο μουσείου-σχολείου σε στενή συνεργασία των δύο, με άμεση την ανάγκη για  υποστήριξη της Πολιτείας, ειδικά στο επίπεδο των συνεργασιών. Προσοχή χρειάζεται και από τις δύο πλευρές, της προσφοράς και της ζήτησης, με καλή στοχοθεσία και στη συνέχεια βαθειά εστίαση στους εκάστοτε στόχους. Η αυτοαξιολόγηση του γονέα, του εκπαιδευτικού, του μουσειοπαιδαγωγού, του εμψυχωτή, του ίδιου του μουσείου μέσω της διεύθυνσης και του προσωπικού του, σε συνέχεια και με συνέπεια, βελτιώνουν τις συνθήκες στο σύνολό τους. Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο επισκέψεις σε μουσεία να έχουν τροφοδοτήσει θετικά τη σχέση γονέα-παιδιού, εκπαιδευτικού-μαθητών/τριών, τις σχέσεις ανάμεσα στα παιδιά μιας ομάδας, τη σχέση που έχει το παιδί με τον εαυτό του αλλά και ο ενήλικας με τον εαυτό του. Ας έχουμε «ανοιχτή», βιωματική, αληθινή σχέση με τα μουσεία, την Τέχνη και τους χώρους της, για να προχωρούμε όλοι οι «παράγοντες»  της κοινωνικοποίησης και της παιδευτικής διαδικασίας με διάθεση εξέλιξης, αυτοβελτίωσης, πλήρωσης.

Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, στις  μέρες  μας  τα  μουσεία  θεωρούνται  η  καλύτερη  εκπαιδευτική  μέθοδος  καθώς  μέσα  από  μια  επίσκεψη  σε  ένα  μουσείο  οι  νέοι  συνειδητοποιούν  ότι  η  μάθηση  δεν  περιορίζεται  στα  στενά  όρια  της  αίθουσας  και  ότι  οι  γνώσεις  δεν  αποκτιούνται  μόνο  μέσα  από  τα  βιβλία  αλλά  και  με  «διασκεδαστικό»  τρόπο  μέσω  επισκέψεων  σε εκπαιδευτικούς  χώρους. Ωστόσο,  πολλές  φορές,  η  επίσκεψη  σε  ένα  μουσείο  λόγω  της  απόστασης  ή  λόγω  οικονομικών  παραγόντων  είναι  δύσκολη  ιδιαίτερα  στις  μέρες  μας. Γι?  αυτόν  το  λόγο  έχουν  δημιουργηθεί  τα  τελευταία  χρόνια  τα  ψηφιακά  μουσεία  δηλαδή  μουσεία  στον  κυβερνοχώρο  που  δίνουν  έμφαση  στην  εξασφάλιση  απρόσκοπτης  πρόσβασης  στο  υλικό  του  κάθε  μουσείου  και  στην  γνωστική  και  συγκινησιακή  εμπλοκή  του  κοινού  μέσα  από  νέες,  καινοτόμες  προσεγγίσεις.

Ο  αριθμός  των  ιστοσελίδων  των  μουσείων  στο  Internet  είναι  μέχρι  σήμερα  10.000  και  καθημερινά  αυξάνεται  σε  τέτοιο  βαθμό  ώστε  ένα  μουσείο  να  προστίθεται  στη  λίστα  σχεδόν  καθημερινά. Η  ανταπόκριση  του  κοινού  είναι  εντυπωσιακή. Ορισμένα  μουσεία  μάλιστα  απαριθμούν  περισσότερες  επισκέψεις  στον  Κυβερνοχώρο  παρά  στον  φυσικό  τους  χώρο. Ένας  λόγος  της  απότομης  ανάπτυξης  των  ψηφιακών  μουσείων  είναι  ότι  ο  «επισκέπτης»  δεν  δέχεται  παθητικά  τις  γνώσεις  που  του  προσφέρονται  αλλά  μπορεί  να  αλληλεπιδρά  και  να  συμμετέχει  σε  διαδικτυακά  εκπαιδευτικά  προγράμματα  που  παρέχουν  τέτοια  είδη  μουσείων. Με  αυτόν  τον  τρόπο  δημιουργούνται  σχέσεις  συνεργασίας  και  επικοινωνίας  μεταξύ  του  μουσείου  που  παρέχει  αυτά  τα  προγράμματα  και  των  χρηστών  του  διαδικτύου. Μπορεί,  λοιπόν, αυτό  το  «κορυφαίο»  να  γίνει  καλύτερο; Μπορεί,  με  το  έργο  CHESS. (Cultural-Heritage Experiences  through  Socio-personal  interactions  and  Storytelling  δηλ. πολιτιστική  κληρονομιά  μέσω  κοινωνικο-προσωπικής  αλληλεπίδρασης  και  εξιστόρησης). Πιο  συγκεκριμένα,  η  εφαρμογή  CHESS  αφηγείται  στον  κάθε  επισκέπτη  μια  συγκεκριμένη  ιστορία  που  επικεντρώνεται  στα  εκθέματα  που  είναι  πιο  σχετικά  με  τα  ενδιαφέροντά  του, με  λιγότερες  ή  περισσότερες  λεπτομέρειες  ανάλογα  με  την  επιθυμία  του. Οι  ιστορίες  μπορούν  να  εμπλουτιστούν  με  πολυμέσα, παιχνίδια  3D  και  ενισχυμένης  πραγματικότητας, ενώ  σε  κάποιες  περιπτώσεις  τα  αντικείμενα  μιλούν  και  προσκαλούν  τους  επισκέπτες  να  αλληλεπιδράσουν  μαζί  τους. Φεύγοντας  από  το  εικονικό μουσείο, ο  επισκέπτης  θα  μπορεί  να  βρει  ενθύμια -π.χ.  ένα  βίντεο  ή  μια  εικόνα-  της   επίσκεψής  του  στην  ιστοσελίδα  του  μουσείου, έχοντας  πλέον  τη  δυνατότητα  να  μοιραστεί  μια  προσωπική  του  ανάμνηση  με  την  οικογένεια  και  τους  φίλους  τους.

Ωστόσο,  λόγω  της  ραγδαίας  ανάπτυξης  των  ψηφιακών  μουσείων  έχει  δημιουργηθεί  ένα  μεγάλο  ερώτημα: κατά  πόσο  μπορεί  ένα  ηλεκτρονικό-ψηφιακό μουσείο  να  αντικαταστήσει  επάξια  το  «κλασικό»  μουσείο. Το  όφελος  ενός  ψηφιακού  μουσείου  για  το  κοινό  είναι  προφανές  καθώς  του  δίνεται  η  δυνατότητα  για  εναλλακτική  αναζήτηση  πληροφοριών  εκτός  από  τις  ήδη  υπάρχουσες.  Επίσης  οι  πληροφορίες  είναι  περισσότερες  μέσω  του  υπολογιστή, άρα  ο  χρήστης  ενημερώνεται  καλύτερα. Ωστόσο  η  άμεση  επαφή  με  το  χώρο  του  μουσείου  και  τα  ίδια  τα  αντικείμενα  δεν  αντικαθίσταται. Αυτό  είναι  και  το  βασικό  πλεονέκτημα  των  συμβατικών  μουσείων. Η  όλη  ατμόσφαιρα, το  κλίμα, η  επαφή  με  τους  ιθύνοντες  ακόμα  και  η  μυρωδιά  του  χώρου  δεν  αντικαθίσταται  από  μία  απλή  οθόνη. Οπότε  θα  μπορούσαμε  να  πούμε  ότι  το  ηλεκτρονικό-εικονικό  μουσείο  λειτουργεί  ως  επέκταση, ως  μία  από  τις  υπηρεσίες  του  παραδοσιακού  μουσείου.

Πηγές : Paidorama.com [ http://www.paidorama.com/sinenteuksi-me-tin-mouseiopaidagwgo-maria-aggeli.html  ]

http://odysseus.culture.gr/h/1/gh154.jsp?obj_id=3249 , http://odysseus.culture.gr/h/1/gh151.jsp?obj_id=3249

http://www.thebritishmuseum.ac.uk.

http://www.apodimos.com/arthra/09/Jun/H_ARXITEKTONIKH_TON_ARXAION_ELLHNON_KAI_TIS_ARXAIAS_ELLADAS/index.htm

http://www.matia.gr/library/ebook_14/ , http://www.europe-greece.com/arxaiologika.php