«Ελληνικές καστροπολιτείες που σε ταξιδεύουν στο χρόνο» Κείμενο παρουσίασης Εκπαιδευτικού προγράμματος πολιτισμού του 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων-Σχολικό Έτος 2021-22. Συντονίστρια καθηγήτρια: Ηλιάδη Αμαλία, ΠΕ02, Φιλόλογος-Ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

«Ελληνικές καστροπολιτείες που σε ταξιδεύουν στο χρόνο»
Κείμενο παρουσίασης Εκπαιδευτικού προγράμματος πολιτισμού του 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων-Σχολικό Έτος 2021-22.
Συντονίστρια καθηγήτρια: Ηλιάδη Αμαλία, ΠΕ02, Φιλόλογος-Ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων
P7030019P7030016P7030021 1
Είναι μαγικό αυτό που μπορείς να νιώσεις μόλις
περάσεις την πύλη μιας καστροπολιτείας. Είναι σαν να
μπαίνεις μέσα σε μια χρονομηχανή και να χάνεσαι
στην ιστορία του τόπου. Κάστρα και τείχη, λαβύρινθοι
από λιθόστρωτα καλντερίμια, παλάτια, αρχοντικά και
εκκλησίες σε συγκινούν με την αντοχή τους στον
χρόνο και σε παρασύρουν σε ένα διαφορετικό ταξίδι. Η περιήγηση σε αυτές τις καστροπολιτείες της
Ελλάδας είναι μια μοναδική εμπειρία όλες τις εποχές
του χρόνου. Γεμάτες θρύλους και μνήμες, σε
προσκαλούν σε μια βόλτα στη δική τους εποχή
Στο νότιο άκρο της ανατολικής ακτής της Πελοποννήσου, η μεσαιωνική περιτειχισμένη καστροπολιτεία της Μονεμβασιάς, με τις 40 βυζαντινές εκκλησίες και τα δαιδαλώδη
καλντερίμια της, μοιάζει σαν να έχει βγει από παραμύθι. Ακόμα και από μακριά, είναι αδύνατο να μην αισθανθείς δέος στη θέα του τεράστιου βράχου. Περνώντας την κεντρική
πύλη αρχίζει το σεργιάνι σε έναν άψογα διατηρημένο μεσαιωνικό οικισμό με λιθόστρωτα καλντερίμια, παλιά αρχοντικά και βυζαντινές εκκλησίες που συνυπάρχουν αρμονικά με
παραδοσιακούς ξενώνες, δεκάδες καταστήματα, εστιατόρια και καφέ. Στην κεντρική πλατεία με το φημισμένο κανόνι που σημαδεύει προς τη θάλασσα, βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο, ενώ θα δείτε και τον περίφημο ναό του Ελκόμενου Χριστού, με
σπάνιες εικόνες, από τις οποίες ξεχωρίζει εκείνη της Σταύρωσης. Στην Πάνω Πόλη, στην άκρη ενός γκρεμού, 300 μέτρα πάνω από το Μυρτώο πέλαγος, δεσπόζει ο ναός της Αγίας
Σοφίας που χτίστηκε τον 12ο αιώνα. Από εδώ η θέα της Μονεμβασιάς και της θάλασσας που απλώνεται στα «πόδια» της είναι καθηλωτική.
Μονεμβασιά: Το μεγαλείο της ομορφιάς
Στη μαγευτική βυζαντινή καστροπολιτεία της νοτιοανατολικής
Πελοποννήσου ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει εδώ και
αιώνες, διατηρώντας έτσι ανέπαφη την εκπληκτική ομορφιά
του τοπίου. Με φόντο πέτρινα πυργόσπιτα, στενά λιθόστρωτα
και δαιδαλώδη σοκάκια, ο επισκέπτης πρωταγωνιστεί σε ένα
μεσαιωνικό παραμύθι, γεμάτο εικόνες και χρώματα μιας άλλη
εποχής. Στη Μονεμβασιά, γνωστή και ως «Γιβραλτάρ της
Ελλάδας», κανείς δεν χρειάζεται χάρτη! Αρκεί να
ακολουθήσετε τα πλακόστρωτα δρομάκια και να αφεθείτε στη
μαγεία της ιστορίας ενός οικισμού που κάποτε «φιλοξενούσε»
τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου.
Περιηγηθείτε στην Καστροπολιτεία, η οποία χωρίζεται στην
Άνω και στην Κάτω Πόλη, και θαυμάστε τα καλοδιατηρημένα
πέτρινα κτίσματα που σήμερα πια λειτουργούν, στην
πλειοψηφία τους, ως ξενοδοχεία και εστιατόρια. Εδώ θα έχετε
τη μοναδική ευκαιρία να διανυκτερεύσετε σε κάποιο
μεσαιωνικό πύργο ή να απολαύσετε ένα ρομαντικό
δείπνο στην οροφή κάποιου πυργόσπιτου! Στην Κάτω Πόλη θα
ανακαλύψετε περπατώντας πολλά ιστορικά κτήρια, μεταξύ
αυτών και ένα μουσουλμανικό τέμενος του 16ου αιώνα, όπου
τώρα στεγάζεται η Αρχαιολογική Συλλογή του οικισμού, καθώς
και αξιόλογες βυζαντινές εκκλησίες. Φτάνοντας στην Άνω
Πόλη, μην παραλείψετε να ανεβείτε στο Γουλά («επάνω
Κάστρο»), για να απολαύσετε τη συγκλονιστική, πανοραμική
θέα της πόλης και φυσικά να επισκεφτείτε τον επιβλητικό ναό
της Αγίας Σοφίας που αιωρείται ανάμεσα στα βράχια και το
χάος του γκρεμού!
Μυστράς: Αλώβητος στο χρόνο
Με τη φωνή του ανέµου να εξιστορεί τα κατορθώµατα του ηρωικού παρελθόντος, η καστροπολιτεία του Μυστρά µεταφέρει τον ταξιδιώτη σε µια άλλη διάσταση, που φτάνει πίσω στην ένδοξη εποχή της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ανέγγιχτη στο πέρασµα του χρόνου, γοητεύει τον επισκέπτη µε την ακαταµάχητη ατµόσφαιρα που δηµιουργούν τα υπέροχα κτήρια και µνηµεία της: τα «Παλάτια των Παλαιολόγων», οι κατοικίες
των ευγενών (Λάσκαρη, Φραγκόπουλου), οι επιβλητικές
εκκλησίες (Αγίου Δηµητρίου, Παντάνασσας) και τα
µοναστήρια (Περιβλέπτου, Βροντοχίου) συνθέτουν ένα µεγαλειώδες σκηνικό αλλοτινών εποχών. Οι συνοικίες του
Μυστρά, το Κάστρο, η Μεσοχώρα και η Έξω Χώρα, δηµιουργούν ονειρικές εικόνες που µεταφέρουν τον επισκέπτη σε ένα κόσ
µο παραµυθιού. Άλλωστε, για δύο σχεδόν αιώνες, ο Μυστράς αποτέλεσε την πρωτεύουσα του ομώνυμου Δεσποτάτου, την τελευταία αναλαμπή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Μυστράς: Στους πρόποδες του Ταΰγετου, 5 χλμ. βορειοδυτικά της Σπάρτης, υψώνεται ο λόφος του Μυστρά, γεμάτος ερείπια και ιστορία. Πρόκειται για μία από τις σπουδαιότερες καστροπολιτείες της χώρας, που το 1989 χαρακτηρίστηκε από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής
Κληρονομιάς. Η ιστορία του Μυστρά αρχίζει από τα μέσα του 13ου αιώνα, όταν ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους και ο Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος έχτισε ισχυρό τείχος και κάστρο στην
κορυφή ενός υψώματος που λεγόταν Μυστράς ή Μυζηθράς. Στο πέρασμα των χρόνων, αναπτύχθηκε μια ολόκληρη καστροπολιτεία που πέρασε στα χέρια των Βυζαντινών, των Οθωμανών και των Ενετών. Ο αρχαιολογικός
χώρος αποτελείται από το μεσαιωνικό κάστρο και τον οχυρωμένο οικισμό, που κλείνει μέσα από τα τείχη του μονές, εκκλησίες, παρεκκλήσια, οικίες και παλάτια. Τα πιο γνωστά σωζόμενα μνημεία είναι η επιβλητική Αγία Σοφία, το
Παλάτι των Δεσποτών, η Μονή της Παντάνασσας, η Μητρόπολη (ή Άγιος Δημήτριος), οι Άγιοι Θεόδωροι και η Παναγία η Οδηγήτρια, ενώ στη νότια πλευρά της Κάτω Χώρας υπάρχουν τα ερείπια από τα αρχοντικά των Λάσκαρη και Φραγκόπουλου. Το μουσείο ολοκληρώνει με τον καλύτερο τρόπο την περιήγηση σε έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας.
Μεσαιωνική Πόλη, Ρόδος: Η πανέμορφη Παλιά Πόλη της Ρόδου είναι το κύριο αξιοθέατο του νησιού. Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, είναι μία από τις μεγαλύτερες και καλύτερα διατηρημένες μεσαιωνικές πόλεις της Ευρώπης. Μια βόλτα εδώ αρκεί για να δει κανείς το πολύχρωμο ψηφιδωτό από τα σημάδια που άφησαν πίσω τους οι διαδοχικοί
κατακτητές του νησιού. Από τη στιγμή που θα διασχίσετε μια από τις πύλες της, θα αισθανθείτε ότι βαδίζετε σε ένα κινηματογραφικό σκηνικό που εξάπτει τη φαντασία. Το
επιβλητικότερο κτήριο του κάστρου είναι το παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου- το σπουδαιότερο μνημείο από την εποχή της κυριαρχίας του τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη στο νησί. Περπατήστε στην οδό των Ιπποτών, που είναι χτισμένη πάνω σε δρόμο της αρχαίας πόλης, στη Σωκράτους με τα εμπορικά καταστήματα αλλά και σε όλα τα στενά της παλιάς πόλης που καταλήγουν σε κάποιο αξιοθέατο. Πρόκειται για μια
ολοζώντανη πόλη, γεμάτη με ατμοσφαιρικά εστιατόρια, καφέ, μπαρ και εμπορικά καταστήματα, που συνδυάζει με μοναδικό τρόπο το χθες με το σήμερα.
Ρόδος. Ο κόσμος των ιπποτών
Η καρδιά της Ρόδου χτυπά στην εκπληκτική μεσαιωνική
της πόλη που έχει ανακηρυχθεί από την Unesco «Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς». Σημείο αναφοράς φυσικά το άψογα διατηρημένο βυζαντινό κάστρο της που χωρίζει την παλιά πόλη από την καινούρια.
Τα τείχη της καστροπολιτείας οικοδομήθηκαν από τους
Ιππότες του τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ
(Ιωαννίτες Ιππότες), οι οποίοι ενίσχυσαν την
προϋπάρχουσα βυζαντινή οχύρωση δημιουργώντας
ένα μοναδικό δείγμα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής.
Διαθέτουν έντεκα επιβλητικές πύλες – από τις οποίες
ξεχωρίζουν η Πύλη Αμπουάζ και η Θαλασσινή Πύλη –
αλλά και εντυπωσιακούς πύργους, γέφυρες και
τάφρους.
Εντός των τειχών μεσαιωνικής πόλης το παραμύθι ζωντανεύει,
καθώς τα αναρίθμητα κτήρια και αξιοθέατα συνθέτουν ένα
εντυπωσιακό σκηνικό που κλέβει την καρδιά κάθε επισκέπτη.
Ξεχωρίζουν τα ερείπια του ναού της Αφροδίτης μπροστά στην
πύλη του ναύσταθμου, το παλάτι του μεγάλου Μαγίστρου στη
βορειοδυτική γωνιά της πόλης αλλά και η μοναδική Οδός των
Ιπποτών με τα ιπποτικά κτίρια του 14ου αιώνα.
Κατηφορίζοντάς την, δεξιά και αριστερά ξεχωρίζουν τα
καταλύματα των ιπποτών, γνωστά ως «κτήρια των γλωσσών»,
ενώ λίγο πιο κάτω ορθώνεται η λατινική μητρόπολη (Παναγία
του Κάστρου), που σήμερα αποτελεί μουσειακό χώρο με
μεταβυζαντινά έργα και ψηφιδωτά, αλλά και το Αρχαιολογικό
Μουσείο που στεγάζεται στο κτήριο που χρησίμευε
παλαιότερα ως νοσοκομείο των ιπποτών.
Είτε λοιπόν πιστεύετε στα παραμύθια είτε όχι, είναι σίγουρο
ότι η μεσαιωνική καστροπολιτεία της Ρόδου θα σας ταξιδέψει
στο παρελθόν, στην εποχή των ιπποτών και των επικών
κατορθωμάτων.
Μεστά, Χίος:
Σε απόσταση 35 χλμ. νοτιοδυτικά της πόλης της Χίου, τα Μεστά είναι το πιο καλοδιατηρημένο Μαστιχοχώρι και ένα από τα ωραιότερα μεσαιωνικά καστροχώρια της Χίου. Η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του πηγάζει από τη βυζαντινή περίοδο και το χωριό θυμίζει πραγματικό φρούριο. Τα πέτρινα σπίτια είναι χτισμένα πολύ κοντά το ένα στο άλλο, ενώ επικοινωνούν μεταξύ τους με πολύ στενά, σκεπαστά δρομάκια, τους «θόλους». Αυτά που είναι χτισμένα στην εξωτερική πλευρά του χωριού παίζουν το ρόλο ενός ενιαίου τοίχους, χωρίς παράθυρα
προς τα έξω. Η βόλτα στα μικρά σοκάκια προσφέρει στον επισκέπτη μια μοναδική εμπειρία, καθώς ολόκληρο
το χωριό θυμίζει λαβύρινθο. Στο χωριό υπάρχουν πολλές εκκλησίες, με μεγαλύτερη την εκκλησία των
Ταξιαρχών, η οποία χτίστηκε το 1868 στη θέση του παλιού κυκλικού πύργου του κάστρου. Δίπλα της
βρίσκεται η κεντρική πλατεία του χωριού- το «λιβάδι» όπως λέγεται στην τοπική διάλεκτο- με ταβέρνες και
καφενεία που σας καλούν να χαλαρώσετε απολαμβάνοντας παραδοσιακές χιώτικες λιχουδιές.
Μεστά: Το μεσαιωνικό μαργαριτάρι της Χίου
Με πείσμα ενάντια στο άγγιγμα του χρόνου, το πανέμορφο
αυτό μεσαιωνικό μαστιχοχώρι της νότιας Χίου, αιχμαλωτίζει
τις αισθήσεις μέσα από μια μοναδική ποικιλία ονειρικών
εικόνων, αρωμάτων και γεύσεων! Εδώ στην καστροπολιτεία
των Μεστών, μόλις διαβείτε την «Πόρτα του Καπετάνιου», που
αποτελεί την κεντρική πύλη του χωριού, θα αισθανθείτε
αμέσως τη μεσαιωνική ατμόσφαιρα που κυριαρχεί να σας
κατακλύζει!
Το τοπίο είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό, καθώς ολόκληρο το
χωριό θυμίζει λαβύρινθο. Χαθείτε στα στενά καλντερίμια με
τις πετρόκτιστες οχυρώσεις και τα χαρακτηριστικά τόξα που,
σαν γέφυρες, ενώνουν τα αντικριστά σπίτια, τα οποία,
χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο χωρίς κενά, επικοινωνούν
μεταξύ τους με τις λεγόμενες «βότες» ή «βότια» που
δημιουργούν καμάρες πάνω από τα στενοσόκακα.
Λέγεται ότι χάρη στην αρχιτεκτονική αυτή μπορεί κάποιος
να γυρίσει ολόκληρο το χωριό περπατώντας στις στέγες,
χωρίς να πατήσει καθόλου στο έδαφος! Αυτό εξυπηρετούσε
κάποτε τους κατοίκους να συγκεντρώνονται γρήγορα στον
κεντρικό πύργο των Μεστών, το τελευταίο καταφύγιο σε
περίπτωση κινδύνου.
Σήμερα στη θέση του βρίσκεται η μεγαλύτερη εκκλησία της
Χίου, ο Νέος Ταξιάρχης. Προχωρώντας στο λαβύρινθο των
σκεπαστών στενών θα καταλήξετε στην κεντρική πλατεία, το
«Λιβάδι». Εδώ, κάτω από τη σκιά των ψηλών δέντρων,
γραφικότατα καφενεία και ταβερνάκια σας καλούν να
χαλαρώσετε απολαμβάνοντας παραδοσιακές χιώτικες
λιχουδιές με βάση την μαστίχα ή μια «σουμάδα», το
παραδοσιακό ποτό της περιοχής!
Αν και με καρδιά φτιαγμένη από… πέτρα, τα Μεστά είναι ένας
τόπος ιδιαίτερα φιλόξενος, που σου επιβάλλεται με τη δύναμη
της ομορφιάς του τοπίου…
Σέρβια: Η άγνωστη καστροπολιτεία
Σε ένα εκπληκτικό σκηνικό, στολισμένο με ανθρωπόμορφους
και ζωώμορφους βράχους, στα νότια του νομού Κοζάνης,
μεταξύ Πιερίων και Καμβουνίων, ορθώνεται η καστροπολιτεία
των Σερβίων. Άγνωστη στο ευρύ κοινό και εφάμιλλη του
Μυστρά, κατά τους ειδικούς, μαγεύει τους επισκέπτες με
την άγρια ομορφιά της αλλά και τη μοναδική αρχιτεκτονική
αισθητική της. Κτισμένο σε φυσικά οχυρή θέση (σε βραχώδη
λόφο στην έξοδο στενού φαραγγιού), το βυζαντινό αυτό
φρούριο με τον οικισμό στα σπλάχνα του σώζεται στις μέρες
μας σε εξαιρετικό βαθμό.
Η καστροπολιτεια είναι οργανωμένη σε τρία μέρη: την κάτω
πόλη, την άνω πόλη και την ακρόπολη που μαζί συνθέτουν ένα
σπάνιο οικιστικό σύνολο της βυζαντινής περιόδου, ένα
υπαίθριο μουσείο που μαγεύει όσους επιλέξουν να το
εξερευνήσουν.
Οικίες αρχοντικές, λουτρά, κρήνες και κινστέρνες (πηγάδια),
εκκλησίες με πλούσιο διάκοσμο (Άγιοι Θεόδωροι, Άγιοι
Ανάργυροι, Βασιλική των «Κατηχουμένων») ζωντανεύουν
συνεχώς σκηνές από την καθημερινή ζωή της βυζαντινής
περιόδου και μυούν τον επισκέπτη στον ιδιωτικό βίο των
κατοίκων της εποχής.
Την παράσταση φυσικά κλέβει η ανάβαση στην ακρόπολη με
την υπέροχη θέα: σώζονται η κατοικία του διοικητή, οι
στρατώνες, οι αποθήκες και οι στάβλοι, ενώ εντυπωσιάζουν οι
δύο ισχυροί πύργοι στο δυτικό τμήμα, ακοίμητοι φύλακες της
εισόδου της ακρόπολης. Τα Σέρβια, άλλωστε, πήραν το όνομά
τους από το λατινικό ρήμα servo που σημαίνει ακριβώς αυτό:
φυλακτήρια, παρατηρητήρια.
Αν λοιπόν βρεθείτε στην περιοχή, μη χάσετε την ευκαιρία να
δείτε από κοντά αυτή την εκπληκτική καστροπολιτεία,
απολαμβάνοντας μια μοναδική και σπάνια εμπειρία.
Οι περίφημες καστροπολιτείες της Ελλάδας είναι το
μέρος όπου ο χώρος και ο χρόνος μετουσιώνονται σε
ομορφιά. Σαν φωτεινοί ιστορικοί φάροι μέσα στο
πέρασμα των αιώνων εξιστορούν με την πέτρινη γλώσσα
τους τα ηρωικά κατορθώματα αλλά και την
καθημερινότητα ενός ένδοξου παρελθόντος και
δεσπόζουν αγέρωχες δαμάζοντας τη φθορά του χρόνου.
Ακολουθήστε μας λοιπόν στη μαγεία
ενός συναρπαστικού ταξιδιού, εκεί όπου συναντιούνται
το σήμερα με το χτες.
Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ
Τρικάλων
Βιβλιογραφία-Δικτυογραφία: https://www.reader.gr/…/taxidi-sto-hrono-se…
%CE%BC%CF%85%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%82

“7ος Βυζαντινός αιώνας: εποχή κρίσιμης μετάβασης από την Αρχαιότητα στον Μεσαίωνα-προβλήματα και λύσεις” Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, κάτοχος διετούς Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας, Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

“7ος Βυζαντινός αιώνας: εποχή κρίσιμης μετάβασης από την Αρχαιότητα στον Μεσαίωνα-προβλήματα και λύσεις”
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, κάτοχος διετούς Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας, Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.
P7030030
P7030023
Η περίοδoς 324-642 έχει εξαιρετική σπουδαιότητα για τον Ελληνισμό. Στην διάρκειά της δημιουργήθηκαν οι ιστορικές προϋποθέσεις για την πολιτική αναβίωσή του.Η μετάθεση της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη, η επικράτηση του Χριστιανισμού, ο χωρισμός του κράτους σε Ανατολικό και Δυτικό, η διάλυση του Δυτικού κράτους και η ταύτιση της Αυτοκρατορίας με το ανατολικό τμήμα της, όπου πλειοψηφούσαν οι ελληνικοί και εξελληνισμένοι πληθυσμοί και κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα, επέφεραν βαθμιαία την μετατροπή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στο εκχριστιανισμένο ρωμαϊκό κράτος της Ανατολής, στην εξελληνισμένη αυτοκρατορία της χριστιανικής Ανατολής, στην ελληνική βυζαντινή αυτοκρατορία.
Η βυζαντινή αυτοκρατορία δεν είναι προϊόν στρατιωτικού κατορθώματος αλλά αποτέλεσμα της εξελίξεως του ρωμαϊκού κόσμου, που είχε ν’ αντιμετωπίσει ταυτόχρονα την εσωτερική κρίση (πολιτική και ηθική), τον βαρβαρικό κίνδυνο και τις περσικές διεκδικήσεις για την παγκόσμια κυριαρχία. Πραγματικά, η βυζαντινή αυτοκρατορία γεννήθηκε απ’ τη μεταμόρφωση, που κατά τον 4ο αι., υπέστη η ρωμαϊκή αυτοκρατορία με την μεταφορά του κράτους (translatio imperii) απ’ τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι με απόφαση του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, που αναγνωρίσθηκε με τον χρόνο ως ο πρώτος βυζαντινός αυτοκράτωρ, χωρίς όμως να είναι και ο τελευταίος Ρωμαίος, ιδρύθηκε το Βυζάντιο, που αποτέλεσε απ’ τη γέννησή του ένα ιδιότυπο ιστορικό φαινόμενο: είναι η μόνη αυτοκρατορία που δεν κτίσθηκε πάνω στα ερείπια μιας άλλης, η μόνη που ήλθε στον κόσμο προικισμένη με μια κληρονομιά, άρα η μόνη που δεν είχε να αντιμετωπίσει, άμεσα, τα προβλήματα της συστάσεως, αλλά τα πιο περίπλοκα της διατηρήσεως και της επιβιώσεως, και αυτό γιατί υπήρξε η μόνη αυτοκρατορία που υπήρξε κράτος προτού γίνει έθνος.
Ευθύς εξ’ αρχής μπορούν να ορισθούν τώρα οι δύο αρχές, συχνά αντιφατικές, που τροφοδοτούν όλη τη βυζαντινή ιδεολογία και πολιτική: η διατήρηση της ρωμαϊκής κληρονομιάς και συνάμα η φροντίδα για ενότητα και συγκρότηση εθνικής συνειδήσεως, στα πλαίσια της πολυεθνικής οικουμένης που εξουσίαζε η Ρώμη και κληρονόμησε το Βυζάντιο. Αυτές οι δύο αρχές αποτελούν τη σταθερή βάση της βυζαντινής προσπάθειας και σ’ αυτές οφείλεται ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των θεσμών της αυτοκρατορίας, οι οποίοι εφαρμόζονται σε διάφορες πραγματικότητες, γερνούν και εξαφανίζονται, χωρίς ποτέ να καταργούνται. Αυτές οι δύο αρχές, γεννούν, φωτίζουν και συνάμα ερμηνεύουν τις πολιτικές, κοινωνικές και θρησκευτικές κρίσεις, που συγκλόνισαν το Βυζάντιο σε όλη τη διάρκεια της μακραίωνης ζωής του και που συχνά απείλησαν την ίδια την ύπαρξή του. Οπωσδήποτε η Κωνσταντινούπολη δεν απάντησε στην Ρώμη με μια άλλη, νέα αυτοκρατορία, αλλά με την αλλαγή του πολιτικού προσανατολισμού και του τρόπου σκέψεως και ζωής.
Παρ’ όλα αυτά, η ρωμαϊκή αυτοκρατορική ιδέα, δηλαδή η προσπάθεια για την αποκατάσταση του «ρωμαϊκού κράτους» στα παλιά του σύνορα, θα παραμείνει ο ακρογωνιαίος λίθος της βυζαντινής ιδεολογίας. Η προσήλωση σ’ αυτήν, ή, αντίθετα, η εγκατάλειψή της- άλλωστε πάντοτε πρόσκαιρη- καθορίζουν τον εκάστοτε προσανατολισμό της βυζαντινής διπλωματίας, υπαγορεύουν τα διοικητικά σχήματα που κατά καιρούς υιοθετεί η αυτοκρατορία.
Έτσι, δύο αντίθετες και αντιφατικές πολιτικές κατευθύνσεις συγκρούονται στο Βυζάντιο: η μία, ρεαλιστική κι ανανεωτική, αποβλέπει να συγκεντρώσει τις εθνικές προσπάθειες στην οργάνωση και στην προάσπιση του χώρου που παραμένει βυζαντινός. Η άλλη, ιδεαλιστική και συντηρητική, παραμένει προσηλωμένη στο όραμα της οικουμενικής αυτοκρατορίας και στην αποκατάσταση της ενότητας του χριστιανικού κόσμου υπό την αιγίδα της Νέας Ρώμης. Η πρώτη, θέτει αμυντικούς στόχους για την εξασφάλιση της βυζαντινής ανατολής. Η άλλη, επιλέγει σκοπούς επιθετικούς και σχεδιάζει την ανάκτηση της ρωμαϊκής Δύσεως με κάθε θυσία. Η μία είναι η συνετή πολιτική που οικοδομεί το μέλλον υπολογίζοντας τις δυνάμεις της αυτοκρατορίας. Η άλλη είναι ουτοπιστική, που ατενίζει νοσταλγικά το παρελθόν και προς χάρη του αναλώνει τις δυνάμεις της αυτοκρατορίας σε στρατιωτικές περιπέτειες με αβέβαιη έκβαση. Το Βυζάντιο, αντιμετωπίζοντας το δίλημμα «Κωνσταντινούπολη και Ρώμη» ή «Κωνσταντινούπολη χωρίς Ρώμη»- στο μέτρο που η Κων/πολη αντιπροσωπεύει τη ρωμαϊκή Ανατολή και η Ρώμη τη ρωμαϊκή Δύση- θα διχαστεί, θα αμφιταλαντευτεί και θα παραμείνει αναποφάσιστο: ανάλογα με την ιστορική στιγμή, ανάλογα με το ανθρώπινο και υλικό δυναμικό του και, κυρίως ανάλογα με την προέλευση, την ιδιοσυγκρασία και τα συμφέροντα των αυτοκρατόρων ή των φατριών που το διοικούν, θα επιλέγει άλλοτε τη μία και άλλοτε την άλλη απ’ τις δύο αυτές αντιφατικές πολιτικές. Θα εκπονήσει στο όνομα καθεμιάς απ’ αυτές τις δύο τάσεις, μεγαλεπήβολα στρατιωτικά και διπλωματικά προγράμματα, θα εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις διοικητικές, κοινωνικές και οικονομικές, ικανές να υπηρετήσουν την εκάστοτε πολιτική. Οπωσδήποτε όμως, η αυτοκρατορία, στην εκλογή οποιασδήποτε πολιτικής, δεν θα αποφύγει ποτέ τη σύγκρουση με ένα μέρος των υπηκόων της: έτσι εξηγούνται οι κοινωνικές, πνευματικές αλλά και οι θρησκευτικές κρίσεις που γνώρισε το Βυζάντιο σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του και οι οποίες, όταν εξετάζονται απ’ την εξωτερική μορφή των εκδηλώσεών τους, φαίνονται συχνά μάταιες, άκαιρες και ανεδαφικές διαμάχες. Δεν πρέπει όμως να λησμονούνται οι λόγοι της υπάρξεώς τους: αποσκοπούσαν να συμφιλιώσουν στους κόλπους του κράτους και της Εκκλησίας πληθυσμούς που διέφεραν τόσο κατά την εθνική τους προέλευση και τις πολιτιστικές τους παραδόσεις, όσο και κατά την εθνική τους προέλευση και τις πολιτιστικές τους παραδόσεις, όσο και κατά τους πνευματικούς τους προσανατολισμούς. Κυρίως όμως διέφεραν κατά την κοινωνική και οικονομική τους ανάπτυξη και τα καθημερινά υλικά συμφέροντά τους.
Το πολυεθνικό κράτος του Βυζαντίου απλωμένο ως, τουλάχιστον τον 7ο αι., σε χώρες τριών ηπείρων, της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής, δέχθηκε στους κόλπους του, ισότιμα, επιδράσεις διαφορετικών κόσμων και συγχώνευσε πολιτιστικές παραδόσεις πολύτροπες, πολυσήμαντες και αντίρροπες. Η βυζαντινή ισορροπία είναι ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων με την χριστιανική πίστη και την ελληνορωμαϊκή νοοτροπία. Ο συνδυασμός αυτός αποτέλεσε τις βάσεις του νέου πνεύματος που χαρακτηρίζει τον πολιτισμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Το Βυζάντιο, κι όχι η αρχαιότητα, αποτελεί την ιστορική αφετηρία του νεώτερου Ελληνισμού. Ιστορική συνέχεια του αρχαίου κόσμου, βάση της εμπειρίας του νεοελληνικού ανθρώπου, μέτρο μέγιστο της μεγαλωσύνης και του δυναμισμού του ελληνικού έθνους, αλλά και όριο του άμετρου μεγαλοϊδεατισμού του, το Βυζάντιο θα μείνει πάντοτε η κεντρική αναφορά της νεοελληνικής ιστορίας, εφόσον σημαίνει ταυτόχρονα την πρώτη φάση του νεώτερου Ελληνισμού και το τελευταίο επίτευγμα του φθίνοντος ελληνιστικού, ελληνοπρεπούς κόσμου. Έτσι, μπορεί ίσως κανείς να θεωρήσει το Βυζάντιο ως την κεντρώα περίοδο της ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, παρ’ όλο που, κατά το μεγαλύτερο μέρος της βυζαντινής εποχής, ο ελλαδικός χώρος μένει μακριά, σχεδόν αποξενωμένος απ’ το κέντρο που υπαγορεύει τις βαρυσήμαντες αποφάσεις. Εκτός από λιγοστές εξαιρέσεις- σχετίζονται κυρίως με την Θεσσαλονίκη και τη περιοχή της- η αρχαία Ελλάδα ως γεωγραφική ενότητα διαδραματίζει, κατά την βυζαντινή εποχή, επαρχιακό, δευτερεύοντα ρόλο, τόσο στην διαμόρφωση των δομών της κοινωνίας, όσο και στην επεξεργασία των θεσμών της αυτοκρατορίας που μένουν αποκλειστικό σχεδόν επίτευγμα της βυζαντινής πρωτεύουσας και του μικρασιατικού κόσμου.
Την εποχή του Ηρακλείου (αρχές 7ου αι.) τα ελληνικά έχουν ήδη επικρατήσει ως κατ’ εξοχήν επίσημη γλώσσα του βυζαντινού κράτους.
Είναι γνωστό ότι η αρχαία σκέψη φτάνει στο Βυζάντιο με το ένδυμα της ελληνόγλωσσης πνευματικής δημιουργίας, με τις μορφές κάθε είδους μνημείων και τεχνικών επιτευγμάτων και με τις δομές ενός ανεπτυγμένου δημοσίου βίου. Ωστόσο δεν πρέπει να λησμονείται ότι τα δραστικά μέτρα κατά της ειδωλολατρίας, απ’ τον 4ο έως τον 7ο αι., είχαν ως αποτέλεσμα να καταστρέψουν και να εξοστρακίσουν κάθε πνευματική εκδήλωση που δεν ήταν εμπνευσμένη απ’ τις αξίες του Χριστιανισμού. Καταστροφές αρχαίων ναών, βίαιοι θάνατοι φιλοσόφων, ομαδικοί διωγμοί πνευματικών ανθρώπων, καταδίκες για μαγεία πιστών του αρχαίου πανθέου είναι φαινόμενα συνηθισμένα…Μια σκέψη, μια ηθική, ένα δίδαγμα είναι το πνευματικό αίτημα των ανθρώπων της αυτοκρατορίας του 7ου αι. ενσαρκώνεται απ’ τον Ηράκλειο, τον θριαμβευτή της πίστεως, τον αυτοκράτορα σταυροφόρο.
Πνευματική συνοχή, ενότητα σκέψεως και πράξεως που βασίζεται στα διδάγματα και στην αποκαλυπτική αλήθεια της νέας θρησκείας, του Χριστιανισμού, διέπει τον άνθρωπο της εποχής. Ο όρος «φιλόσοφος» σημαίνει τώρα αυτόν που ασπάζεται το μοναχικό σχήμα και δέχεται τη θεία αποκάλυψη ως τη μόνη πραγματική αλήθεια. Τα ερωτηματικά του αρχαίου τρόπου σκέψεως του φιλοσόφου με την αρχαία έννοια, είναι τώρα δείγμα στείρας αρνητικής στάσεως, που οδηγεί αυτούς που εξακολουθούν να τα θέτουν, στον άγονο δρόμο της αιρέσεως. Είναι χαρακτηριστικό ότι η χριστολογική κρίση και οι πολυώνυμες αιρέσεις, που συγκλόνισαν τους ανθρώπους της εποχής, βρήκαν οπαδούς μεταξύ αυτών που είχαν ανατραφεί λιγότερο ή περισσότερο, με την αρχαία σκέψη. Είναι επίσης σημαντικό ότι οι πνευματικοί εκπρόσωποι των ρευμάτων και κινημάτων που ορθώθηκαν απέναντι στην Κων/πολη, στην Εκκλησία και στο Κράτος της, προέρχονται όλοι σχεδόν απ’ τον κόσμο των ελληνιστικών μητροπόλεων, απ’ την Αλεξάνδρεια και την Αντιόχεια, απ’ τον κόσμο δηλαδή που συγκέρασε την γνωστική θεώρηση με το ελληνικό φιλοσοφικό μάθημα, απ’ τον κόσμο που είναι γέννημα του συναπαντήματος του αρχαιοελληνικού ορθολογισμού και του ανατολικού μυστικισμού. Πνευματικοί φορείς που ζουν και δρουν στις πόλεις της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου, αν και διασαλεύουν με τις πνευματικές τους διαμάχες την αυτοκρατορική ειρήνη, ανοίγουν τελικά το δρόμο που επέτρεψε στην αρχαία γραμματεία ή τουλάχιστον σ’ ένα μέρος της, να μείνει κτήμα του βυζαντινού πνευματικού ανθρώπου και να περάσει έτσι στα χέρια των μορφωμένων της Ανατολής και της Δύσεως.
Υπέρτατη αρχή του κράτους, της κοινωνίας του Βυζαντίου, η αυτοκρατορική εξουσία είναι και μένει στην ουσία της απόηχος της ελληνικής πολιτικής θεωρίας και βασικό ρωμαϊκό επίτευγμα, προσαρμοσμένο βέβαια στο πνεύμα των καιρών. Νωρίς, οι τεχνικοί λατινικοί όροι που χαρακτηρίζουν την αυτοκρατορία βρήκαν τα ελληνικά αντίστοιχά τους. Τα βασιλικά, όμως επίθετα, που σημαίνουν αρχαίες αρετές, όλα σχεδόν ελληνικής καταγωγής και ρίζας, όπως «ευσεβής», «πράος», «φιλάνθρωπος», «νικητής», «ειρηνοποιός», παίρνουν τώρα τις διαστάσεις που τους δίνει η χριστιανική ηθική. Ο αυτοκράτωρ, υπέρτατη έκφραση του βυζαντινού κόσμου, είναι ο «πιστός εν Χριστώ βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων», τίτλος επίσημος, που κάθε στοιχείο του δηλώνει σημαντικά ορόσημα της βυζαντινής ιστορίας. Την Ορθοδοξία: «πιστός εν Χριστώ». Τη ρωμαϊκή οικουμενική κληρονομιά: «αυτοκράτωρ Ρωμαίων», όρος επίσημος που αποκλείει κάθε δικαίωμα φραγκικό, παπικό και γενικά δυτικό στον ρωμαϊκό τίτλο. Βαρυσήμαντος, τέλος, ο όρος «Βασιλεύς» επισκιάζει τελικά τον αυτοκρατορικό τίτλο: δηλώνει την συνέχιση της ελληνιστικής δυναστικής παραδόσεως και τη ζωτικότητα της θεωρίας που καθόρισε και διαμόρφωσε τις αρετές, οι οποίες αναδεικνύουν τον αυτοκράτορα φωτισμένο δεσπότη.
Η αραβική πρόοδος στον γεωγραφικό χώρο της άλλοτε περσικής αυτοκρατορίας και στις ακραίες περιοχές της βυζαντινής Ασίας και της Αφρικής, θα ανασυστήσει μια νέα, παγκόσμια δυαρχία, τη βυζαντινοαραβική. Θα φέρει ακόμη μια φορά σε αντίθεση τους Χριστιανούς του Βυζαντίου με αλλόδοξους πληθυσμούς της Ανατολής, οδηγώντας στον «αμφοτερισμόν», (έτσι ονομάζουν τα κείμενα την αμφίρροπη στάση), λαούς που βρέθηκαν διχασμένοι ανάμεσα στους δυο μεγάλους της εποχής, όπως π.χ. οι Αρμένιοι, οι κάτοικοι της Γεωργίας, ακόμη και οι ίδιοι οι Άραβες, που πριν δημιουργήσουν το δικό τους κράτος, το ενιαίο χαλιφάτο της Δαμασκού, υπηρέτησαν , κατά φυλαρχίες, τους Βυζαντινούς και τους Πέρσες. Αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι το Βυζάντιο είχε ως βάση τον πολυεθνικό γεωγραφικό χώρο της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, για να κατανοήσει γιατί επιζητούσε, συστηματικά, ουσιαστικές μορφές συνεργασίας με λαούς και πληθυσμούς που οι παραδόσεις τους ήταν συχνά ξένες, αν όχι αντίθετες, προς τα ελληνικά σχήματα ζωής και σκέψεως, προς τον ελληνομαθημένο, γενικά, κόσμο. Είναι αναμφισβήτητο ότι οι πληθυσμοί αυτοί θα επηρεάσουν με τη σειρά τους τη βυζαντινή ζωή, πριν επηρεάσουν με τις «βασικές» απαιτήσεις τους τον τρόπο διακυβερνήσεως της αυτοκρατορίας και πιο συγκεκριμένα τον τρόπο της επαρχιακής διοικήσεως. Ας τονιστεί ότι ένας απ’ τους βασικούς βυζαντινούς θεσμούς, τα «θέματα», θεωρήθηκε απόκτημα ανατολικών συνηθειών: ο μηχανισμός της λειτουργίας τους- στρατιωτικοποίηση της επαρχιακής οργανώσεως- μπορεί κατά μερικούς ερευνητές, εύκολα, να αναχθεί σε ανατολικά πρότυπα, παρόλη την απουσία επιστημονικών αποδείξεων που θα κατοχύρωναν την γνώμη αυτή.
Δεν πρέπει επίσης να ξεχνά κανείς ότι η Εκκλησία και η Ορθοδοξία, ο κλήρος και οι μοναχοί βρήκαν τους πρώτους και καλύτερους αντιπροσώπους τους ανάμεσα στους χριστιανικούς πληθυσμούς της Ανατολής. Εξ’ άλλου, η Κωνσταντινοπολίτικη άρχουσα τάξη όλων των εποχών, διοικητικοί, στρατιωτικοί, δικαστικοί, αυλικοί και εκκλησιαστικοί προέρχεται από τον αστικό κόσμο της Ανατολής. Επί αιώνες μάλιστα, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει με ασφάλεια αν μια από τις μεγαλουπόλεις της Ανατολής, η Αντιόχεια ή η Αλεξάνδρεια, δεν θα υποσκέλιζε και την ίδια την Κωνσταντινούπολη ως πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Άλλωστε ο Αρειανισμός και ο μονοφυσιτισμός που διασάλευαν τα θεμέλια της αυτοκρατορίας στα πρώτα της βήματα εκφράζουν, ίσως, μια μορφή της πάλης ανάμεσα στην πρωτεύουσα και στις επίδοξες πρωτεύουσες της Ανατολής.
Οπωσδήποτε υπάρχουν πολλά χειροπιαστά δείγματα του σημαίνοντος ρόλου της Ανατολής στις τύχες του Βυζαντίου. Όπως πάντα, ο ρόλος αυτός δεν είναι μονομερής. Το Βυζάντιο έδωσε με τη σειρά του στην Ανατολή νέα πλαίσια ζωής. Η παμμεσογειακή και διαπόντια διάσταση των επικοινωνιών και η διάδοση του Χριστιανισμού ανοίγουν το δρόμο πλουτισμού και διαφωτισμού πληθυσμών που δεν είχαν ως τότε αφομοιώσει το ελληνορωμαϊκό δίδαγμα. Δεν πρέπει, πραγματικά, να λησμονείται ότι ο Ελληνισμός δεν άγγιζε το σύνολο των λαϊκών μαζών της Ανατολής. Ολόκληροι πληθυσμοί, κυρίως της ενδοχώρας της έμειναν, έτσι, έξω από την οικουμένη που δημιούργησε η Ρώμη. Ο γοργός εκχριστιανισμός τους, εξάλλου, δείχνει την ενεργό αντίδραση προς τον επίσημο πολιτικό κόσμο και εξηγεί τη μορφή έντονης πνευματικότητας που πήρε η νέα θρησκεία στις χώρες της Εγγύς Ανατολής. Πραγματικά, τα φαινόμενα του ασκητισμού και του μοναχισμού, στις πιο καθαρές μορφές τους, είναι δημιουργήματα του Ανατολικού Χριστιανισμού και μας οδηγούν, καθένα με τον τρόπο του, να καταλάβουμε την οξεία αντίδραση-αντίσταση που προέβαλε ο ανατολικός κόσμος στις κωνσταντινοπολιτικές κοσμικές και πολιτικές λύσεις, τις εμπνευσμένες από τα ελληνορωμαϊκά πρότυπα που τα στελέχη της πρωτεύουσας έδωσαν στο θρησκευτικό πρόβλημα. Ο εσωτερικός αυτός δυϊσμός εξηγεί την κρίση που πέρασε η αυτοκρατορία κατά τους πρώτους αιώνες της ιστορίας της και αποτελεί με τη σειρά του βασικό παράγοντα της βυζαντινής ιστορίας.
Η ιδεαλιστική ρωμαική πολιτική, έκφραση της οικουμενικής χριστιανικής αυτοκρατορίας, που ήταν σ’ όλη τη διάρκεια της πρωτοβυζαντινής περιόδου η επίσημη πολιτική της Κωνσταντινουπόλεως, είχε την επιδοκιμασία των ελληνορωμαϊκών πληθυσμών, ιδιαίτερα πολυάριθμων στις μεγάλες πόλεις και στις παραθαλάσσιες περιοχές. Το πολιτισμένο αυτό στοιχείο, γαλουχημένο με την οικουμενική αυτοκρατορική ιδέα και εύπορο χάρη στο εμπόριο, αποτελούσε την πνευματική αριστοκρατία που τροφοδοτούσε με διοικητικά στελέχη την αυτοκρατορία και την εκκλησία. Για πολλούς αιώνες η Κωνσταντινούπολη θα ερμηνεύει, με τις αποφάσεις των αυτοκρατόρων και των κυβερνήσεών της, τα συμφέροντά τους. Πραγματικά, η αυτοκρατορική πολιτική της πρωτοβυζαντινής περιόδου λίγο ενδιαφέρθηκε για το άλλο μέρος του πληθυσμού, το αγροτικό στοιχείο, το προσηλωμένο στις ανατολικές παραδόσεις και πολυάριθμο στο εσωτερικό της χώρας, ιδιαίτερα μάλιστα στις ασιατικές επαρχίες. Ο αγροτικός αυτός πληθυσμός, που έμεινε μακριά απ’ τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό και που έδωσε στη νέα θρησκεία, στην οποία γρήγορα προσχώρησε εξαιτίας της κατώτερης κοινωνικής του θέσης, τον τόνο των παραδοσιακών μυστικιστικών του πεποιθήσεων, θα παραμείνει για πολύ καιρό στο περιθώριο του Βυζαντινού κράτους. Αξιόλογος αριθμητικά, σημαντικός και απαραίτητος για την ευημερία και την ισχύ της αυτοκρατορίας αλλά υποταγμένος στους μεγάλους γαιοκτήμονες, ιδιαίτερα μάλιστα στο στέμμα και στην Εκκλησία, ο αγροτικός πληθυσμός της Ανατολής δε θα ευνοηθεί αισθητά απ’ την πρόοδο της αυτοκρατορίας. Ζώντας στην άγνοια, στην ανέχεια και στην προκατάληψη, οι αγροτικές μάζες της ενδοχώρας θα οδηγηθούν, από το κοινωνικό και οικονομικό αδιέξοδο, σε αλλεπάλληλα φυγόκεντρα κινήματα. Σχίσματα πνευματικά και αιρέσεις, που συχνά έφεραν σε δύσκολη θέση το κράτος και την επίσημη εκκλησία, γεννήθηκαν, όπως αναφέρθηκε, όλα σχεδόν στην Ανατολή, υιοθετήθηκαν απ’ τον εγκαταλειμμένο και καθυστερημένο πληθυσμό της αυτοκρατορίας και αποτελούν τη μορφή την οποία προσέλαβε το ανατολικό πνεύμα σε αντίθεση προς το ελληνορωμαϊκό που κυριαρχούσε στην Κωνσταντινούπολη. Συχνά καταδιωγμένοι, πάντοτε νικημένοι απ’ τις βίαιες αντιδράσεις του Κράτους και της Εκκλησίας αλλά ποτέ αφομοιωμένοι ή υποταγμένοι, οι αγροτικοί πληθυσμοί της Ανατολής θα επωφεληθούν απ’ τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει η αυτοκρατορία σ’ αυτό το τμήμα της επικράτειάς της για ν’ αποτινάξουν το ρωμαϊκό ζυγό. Η Περσική πρόοδος και, κυρίως, η κεραυνοβόλος επιτυχία του Ισλάμ που χαρακτηριστικά θεωρήθηκε στην αρχή σα μια νέα χριστιανική αίρεση, δύσκολα μπορούν να ερμηνευτούν χωρίς τη σιωπηρή, αν όχι την απροκάλυπτη συνεργασία των πληθυσμών των ασιατικών επαρχιών με τον «εχθρό».
Την αντικωνσταντινοπολιτική, δηλαδή αντεθνική αυτή στάση και διαγωγή, θεώρησαν πολλοί ιστορικοί, ίσως με κάποια υπερβολή, ως τον κύριο παράγοντα που διευκόλυνε την διάβρωση της βυζαντινής εξουσίας και την πρόοδο της αραβικής κατακτήσεως. Αντίσταση λοιπόν απέναντι στην Κων/πολη και τον κόσμο της, που οδηγεί πρώτα στην πνευματική αντίθεση (απόδειξη οι αιρέσεις και οι χριστολογικές έριδες που συντάρασσαν την Εγγύς Ανατολή) και καταλήγει, ύστερα, στην σύμπραξη με τον εξωτερικό εχθρό και βέβαια στην αποκοπή από τον ελληνορωμαϊκό κόσμο: αυτός είναι ο δρόμος που ακολούθησαν οι πληθυσμοί της Εγγύς Ανατολής απέναντι στο υπερεθνικό Βυζάντιο, το γαλουχημένο με τον κωνσταντινοπολιτικό ελληνορωμαϊκό εκλεκτικισμό.
Στο τέλος του 7ου αι. το Βυζάντιο θα χάσει όλες τις χώρες της Ανατολής (εκτός απ’ την Μ.Ασία) και της Αφρικής. Τα Ιεροσόλυμα πέφτουν στα χέρια των Αράβων το 638, η Αίγυπτος το 642. τελευταία η Καρχηδών κυριεύεται το 697, σημαίνοντας έτσι το τέλος της βυζαντινής Αφρικής. Βέβαια, η αραβική κατάκτηση σταμάτησε με την εξάντληση των ζωτικών δυνάμεων του Ισλάμ. Οι χριστιανοί κάτοικοι των πρώην βυζαντινών περιοχών θα καταφέρουν να διατηρήσουν την θρησκεία τους στα πλαίσια του Χριστιανισμού. Η χριστιανο-ισλαμική συμβίωση θα δημιουργήσει ένα νέο μεσογειακό κόσμο, ανάμικτο κοσμολογικά, που γρήγορα θα υιοθετήσει τα ενδιαφέροντα του μωαμεθανισμού και θα υπηρετήσει τα συμφέροντα της Αραβικής πολιτικής. Όσοι όμως από τους κατοίκους των χωρών αυτών θα προτιμήσουν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους και να αποφύγουν τον ξένο ζυγό, βρίσκουν καταφύγιο στην Ν.Ασία, όπου, όπως λέει ο θρύλος , ίδρυσαν τις πρώτες μεγάλες μοναστικές κοινότητες. Η κοινότητα του όρους Λάτμου, του Λάτρου των Βυζαντινών, οφείλει τη γέννεσή της στους πρόσφυγες αυτούς της Εγγύς Ανατολής. Μετά τον 7ο αι. η Μ.Ασία μένει η μόνη στέρεη βάση της βυζαντινής αυτοκρατορίας στην Ανατολή.
Ο 7ος αι. είναι ακριβώς το ορόσημο της σλαβικής εξαπλώσεως. Εξ’ αιτίας της σλαβικής προόδου, η βόρεια χερσόνησος του Αίμου αρχίζει νέα περίοδο ιστορίας, ενώ ο αποδυναμωμένος Ελληνισμός της κυρίως Ελλάδος γνωρίζει νέες καταστροφές. Ο αιώνας που είδε την πρόοδο των Αράβων και του Ισλάμ στην Ανατολή και θα κλείσει με την εδραίωση των Βουλγαροσλάβων στην χερσόνησο του Αίμου, αποτελεί, αναμφισβήτητα, σημαντική καμπή του βυζαντινού «γίγνεσθαι». Στα χρόνια του η αυτοκρατορία εγκαταλείπει τους χαρακτήρες που την συνέδεαν με την κληρονομιά της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας και ετοιμάζεται να ζήσει τον μεσαιωνικό τρόπο ζωής. Γι’ αυτό άλλωστε πολλοί ιστορικοί θεωρούν αυτή την εποχή ως την αρχή της καθαυτό βυζαντινής ιστορίας, συνδέοντας το Βυζάντιο με τον εκχριστιανισμό και τον «εκβαρβαρισμό», δηλαδή με την σκοτεινή περίοδο του κόσμου που είχε γνωρίσει τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό. (Ed.Gibbon).
Έτσι, όσοι βρίσκουν συμβατική τη χρονολογία 324 ως αφετηρία της βυζαντινής ιστορίας, προτείνουν ως απαρχή του Βυζαντίου και του κόσμου του την εποχή, όπου όλοι οι παράγοντες, υλικοί και πνευματικοί, όσοι έπαιζαν ένα ρόλο στην ιστορική εξέλιξη του Βυζαντίου, έχουν βρει την οργανική τους θέση μέσα στο κράτος και στη βυζαντινή κοινωνία. Ο 7ος αι. είναι ακριβώς αυτή η εποχή. Δεν σημαίνει όμως την γέννηση του βυζαντινού κράτους- το 324 είναι η μόνη δυνατή χρονολογία γι’ αυτό το γεγονός- αλλά τη γέννηση του βυζαντινού έθνους και του νέου μεσαιωνικού ανθρώπου.
Για τους «αρχαιομαθημένους» ιστορικούς, ο 7ος αι. αποτελεί την αρχή σκοτεινής εποχής. Η διαπίστωσή τους είναι αληθινή, ιδίως όσον αφορά τον ελλαδικό χώρο που είχε κάποτε δημιουργήσει το μεγαλείο της αρχαιότητας. Στην πραγματικότητα ο 7ος αι. στον κόσμο της Μεσογείου είναι το δύσκολο ξεκίνημα ενός νέου κόσμου. Ανεξάρτητα όμως από κάθε αξιολόγηση, η εποχή που εγκαινιάζει απαιτεί ειδική εξέταση. Είναι εποχή κρίσιμη- ο όρος έχει εδώ την ετυμολογική του σημασία- για όλο το χριστιανικό κόσμο, για όλο δηλαδή τον κόσμο που βυθίζει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, στη Ρώμη και στις μονοθεϊστικές θρησκείες. Είναι, εξ’ άλλου, εποχή βασική για την ιστορία όλης της Ευρώπης, ιδιαίτερα των χωρών που στάθηκαν μάρτυρες της δυσχέρειας των καιρών και προ πάντων του Βυζαντίου.
Για το Βυζάντιο ο 7ος αι. αρχίζει, συμβολικά σχεδόν, με την πρώτη δολοφονία βασιλεύοντος αυτοκράτορος: ο σφετεριστής Φωκάς δολοφονεί το 602 τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο και αναγορεύεται «θεοπρόβλητος αυτοκράτωρ, αυτός που διέπραξε το πρώτο έγκλημα καθοσιώσεως στα χρόνια του Βυζαντίου». «Άννομη πολιτεία» και «τυραννία» θα χαρακτηρίσει ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης τη βασιλεία του Φωκά, αλλά το θεοστήρικτο κράτος του Βυζαντίου θα κυβερνηθεί για πρώτη φορά από αυτοκράτορα δολοφόνο αιμοσταγή. Το παράδοξο αυτό σχήμα αντικατοπτρίζει την εσωτερική αναταραχή που δονεί την αυτοκρατορία, τη στιγμή μάλιστα που οι εξωτερικοί εχθροί περισφίγγουν γύρω της τον κλοιό τους. Ανακατάταξη αρχών και ιδεών, ανασύνταξη των ζωτικών δυνάμεων, αναθεώρηση των τρόπων διακυβερνήσεως και ζωής, αναπροσαρμογή του οικονομικού και πνευματικού δυναμικού στις ανάγκες αυτών που υπηρετούν το κράτος και την πολιτεία, στον αγώνα για την επιβίωση, χαρακτηρίζουν, στο εξής, την πολιτική προσπάθεια του Βυζαντίου.
Ο κοινός αγώνας για την επιβίωση δημιουργεί τις συνθήκες της καθημερινής αλληλεγγύης: οι βυζαντινοί πληθυσμοί συσπειρώνονται γύρω απ’ τον αυτοκράτορα και την Εκκλησία, η Κων/πολη γίνεται το σύμβολο της εθνικής ενότητας. Το βυζαντινό έθνος των ρωμαίων χριστιανών, του νέου περιούσιου λαού, συγκροτημένο, θα αναλάβει τον αγώνα για την πίστη του και τα ιδεώδη του. Η προσπάθεια της εθνικής κινητοποιήσεως στερεώνεται με επιτυχία στα χρόνια του Ηρακλείου. Η περσική νίκη του Ηρακλείου φέρνει στην Ανατολή τα σύνορα του Βυζαντίου, πέρα ακόμη κι απ’ τα όρια του παλιού ρωμαϊκού κράτους, συνδέοντας τη βυζαντινή παράδοση με το έργο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ενώ η επαναφορά του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα με απόφαση του Ηρακλείου, διακηρύσσει την αποκατάσταση της χριστιανικής τάξεως υπό την αιγίδα του βυζαντινού αυτοκράτορος. Η στενή, απρόσκοπτη συνεργασία της Εκκλησίας με την Πολιτεία εξασφαλίζει τη νίκη στο χριστιανικό έθνος: ο Πατριάρχης αντιμετωπίζει νικηφόρα τους Αβαροσλάβους που το 626 πολιορκούν την Κων/πολη, ενώ, την ίδια στιγμή ο Ηράκλειος αναμετρά τις δυνάμεις του με τον περσικό στρατό στην Ανατολή: εικόνα τέλειας σύμπνοιας των αρχών που εξασφαλίζουν τη συνοχή και την ενότητα της βυζαντινής κοινωνίας.
Η αυτοκρατορία όμως εξαντλημένη απ’ τον μακροχρόνιο αγώνα για την επιβίωσή της στην Ανατολή εναντίον των Περσών και, αμέσως έπειτα εναντίον των Αράβων, στη Δύση εναντίον των Αβαροσλάβων και αργότερα εναντίον των Βουλγάρων, θα υποχρεωθεί στο τέλος να εγκαταλείψει το ρωμαϊκό ιδεώδες και τις απαιτήσεις του. Περιορισμένο στα στενότερα, πια, σύνορά του, με σοβαρά κλονισμένη την οικονομική του ευημερία και βαθιά αλλοιωμένη την εθνική του σύνθεση, το Βυζάντιο θα εγκαταλείψει τη φιλοδοξία του ν’ αποτελεί το πολιτικό και πνευματικό κέντρο του πολιτισμένου κόσμου και θα προσαρμοσθεί στο πνεύμα των πληθυσμών που του έμειναν πιστοί: θα γίνει στις αρχές του 8ου αι. ένα ανατολικό αγροτικό κράτος και η ιδέα της «Ρωμανίας» θα υποκαταστήσει στο εξής την ιδέα της Ρώμης. Αυτός είναι ο απολογισμός για το Βυζάντιο του 7ου αι., ο οποίος, αφού άρχισε με τις περσικές και αβαροσλαβικές επιτυχίες, θα τελειώσει με τον σχηματισμό στο ίδιο έδαφος της αυτοκρατορίας δύο ξένων και εχθρικών κρατών, του βουλγαρικού βασιλείου στη χερσόνησο του Αίμου και, του αραβικού χαλιφάτου στην Ασία και στην Αφρική. Η ρώμη αυτών των νέων δυνάμεων και ιδιαίτερα η επεκτατική ορμή του φανατισμένου Ισλάμ θα επιβάλλει στο Βυζάντιο μακροχρόνιο αμυντικό αγώνα. Οι πολιτικές και στρατιωτικές του δομές θα προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες.
Με τον 7ο αιώνα συνδέονται μερικά βασικά προβλήματα, τα οποία καθορίζουν και το λόγο της σπουδαιότητάς του για την ιστορική εξέλιξη του Βυζαντίου. Τα προβλήματα αυτά είναι τα ακόλουθα:
1. Το πρόβλημα της μετάβασης από την αρχαιότητα στο Μεσαίωνα: ο Ζ΄αι. είναι μεταβατικός ως προς τις αλλαγές (οικονομικές, κοινωνικές και ιδεολογικές) που διακρίνουν την κυρίως μεσαιωνική περίοδο απ’ την αρχαιότητα. Με το κύριο αυτό πρόβλημα συνδέονται τα ακόλουθα υποπροβλήματα:
– αλλαγή-τομή και συνέχεια στο Βυζαντινό κράτος του 7ου αι.
– Παρακμή των αρχαίων πόλεων-αστικών κέντρων και αγροτοποίηση της βυζαντινής κοινωνίας του 7ου αι.
– Εθνολογικές και Δημογραφικές αλλαγές (διείσδυση ξένων φυλών στη Βαλκανική, Σλάβων κ.τ.λ.) και συνέπειές τους στην πολιτιστική φυσιογνωμία αλλά και την στρατιωτική και διοικητική οργάνωση της αυτοκρατορίας.
2. Ο θεματικός θεσμός ως μορφή διοικητικής και στρατιωτικής οργάνωσης που αντικαθιστά παλιότερες μορφές διοίκησης για την αντιμετώπιση των καινούριων προβλημάτων της αυτοκρατορίας. Αντιμετώπιση νέων εχθρών για την οποία δεν επαρκούσαν τα παλιότερα διοικητικά και στρατιωτικά σχήματα, καθώς και αναπροσαρμογή στις νέες οικονομικές συνθήκες. Όμως πρέπει πάντα να έχουμε στο νου μας ότι «το Βυζάντιο επαναστατεί μετά συντηρήσεως» (Δ.Ζακηθυνός) κι επομένως οι τυχόν αλλαγές που ιχνηλατούνται ποτέ δεν χάνουν εντελώς τον σύνδεσμό τους με το παρελθόν. Ακόμη και αφού περάσει καιρός απ’ την επιβολή τους, διατηρούνται στοιχεία παλιότερων μορφών οργάνωσης που άντεξαν στο χρόνο.
3. Συσχετισμοί πολιτικών δυνάμεων και πολιτική ιδεολογία, με τα οποία συνδέονται δυναστικές έριδες που τάραξαν το Βυζάντιο στον 7ο αι. Η πολιτική πρακτική και η πολιτική αυτοκρατορική ιδεολογία του 7ου αι. παρουσιάζει καινοτομίες, σε σχέση μ’ αυτές των παρελθόντων αιώνων, κι απ’ την άλλη μεριά διατηρεί στοιχεία του παρελθόντος, δηλ. της ύστερης αρχαιότητας.
Στα παραπάνω γενικά, βασικά προβλήματα προσπαθούν να δώσουν απάντηση τα δημοσιεύματα των τελευταίων είκοσι χρόνων. Το ενδιαφέρον των σύγχρονων ιστορικών, τα τελευταία χρόνια, επικεντρώνεται στο πρόβλημα της αλλαγής και της συνέχειας σε επιμέρους τομείς της έρευνας του Βυζαντίου, όπως η κοινωνία, η οικονομία, η στρατιωτική οργάνωση, το διοικητικό σύστημα, η διερεύνηση του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων- καθεστωτικών παραγόντων (δήμοι κ.τ.λ.). Βέβαια, η απάντηση στο τελευταίο πρόβλημα ποικίλλει από εποχή σε εποχή (π.χ. Πρωτοβυζαντινή- Μεσοβυζαντινή- Υστεροβυζαντινή), από αιώνα σε αιώνα. Ακόμη και στη διάρκεια ενός αιώνα παρουσιάζει διαφοροποιήσεις και ιδιαιτερότητες, οι οποίες αποτελούν πρόκληση για τους ερευνητές.
Με τον θάνατο του Ιουστινιανού τελειώνει μια περίοδος, χωρίς όμως να εξαφανίζεται η ιδέα της ενότητας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μολονότι η ιδέα αυτή παραμένει σχεδόν αμετάβλητη μέχρι τέλους, αρχίζει πλέον να δημιουργείται η Αυτοκρατορία της Ανατολής, το Βυζάντιο, μέσα σε φυσικά γεωγραφικά πλαίσια. Βέβαια θα περάσουν αρκετά χρόνια και θα πρέπει να αποσπασθούν κι άλλες επαρχίες για να βρει το Βυζάντιο τη θέση του, μέσα στα πραγματικά γεωγραφικά και εθνολογικά του όρια. Στις αρχές όμως του Ζ΄αι., η Κωνσταντινούπολη εξακολουθεί να παραμένει το κέντρο, η πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού κράτους με τον παγκόσμιο χαρακτήρα, με την προσήλωση στην θεωρία του ενιαίου της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η επικράτηση όμως της ελληνικής γλώσσας και προ παντός η επιβολή της ελληνικής παιδείας προσδίδουν στο νέο κράτος τον χαρακτήρα εκείνον που θα διατηρήσει μέχρι την πτώση του.
Σύμφωνα με τα πορίσματα των περισσότερων ερευνών ο 7ος αι. υπήρξε για το Βυζάντιο, όπως άλλωστε για ολόκληρη την Ελληνορωμαϊκή και την Γερμανική Ευρώπη, περίοδος κρίσιμη, αληθινός μεσαίωνας, αλλά και γόνιμη σε εσωτερικές διεργασίες και ανακαινίσεις, όπως όλοι οι Μεσαίωνες. Κατ’ ανάγκη οι μεγάλες εδαφικές ανατροπές, οι εθνολογικές μεταβολές, η κατάρρευση της ισορροπίας των δυνάμεων και η δημιουργία και γενικά στην όλη κρατική συγκρότηση, στην διάρθρωση του κοινωνικού και του πνευματικού βίου. Υπό την πίεση των συντελεστών αυτών το Βυζαντινό κράτος, χωρίς βέβαια να παραιτηθεί απ’ το ρωμαϊκό οικουμενικό ιδεώδες, έστρεψε την προσοχή του προς Ανατολάς και, στη δίνη του αγώνα του για επιβίωση, χάλκευσε νέους θεσμούς πολιτικής και κοινωνικής οργανώσεως. Το κράτος αυτό κατέχει «ιδιάζουσα θέση μεταξύ της Ρωμαιογερμανικής Δύσεως και της Ισλαμικής Ανατολής ως κράτος Ελληνικόν». Ελληνικό και Μεσαιωνικό το Βυζάντιο του 7ου αι. ήταν στα γενικά του χαρακτηριστικά πολύ διαφορετικό απ’ το Κράτος της πρωίμου Βυζαντινής περιόδου (μισό αρχαίο, μισό λατινικό), και βέβαια απομακρυνόταν όλο και περισσότερο απ’ τη ρωμαιογερμανική Δύση.
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, κάτοχος διετούς Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας, Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

«Iστορική αποτίμηση του βίου και της πολιτείας του Συμεών, του δια Χριστόν Σαλού». Γράφει η Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ., Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

«Iστορική αποτίμηση του βίου και της πολιτείας του Συμεών, του δια Χριστόν Σαλού».
Γράφει η Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός,
Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ., Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.
P7030017
Οι τρελοί, οι σαλεμένοι, αλλά σοφοί και Δάσκαλοι της ανθρωπότητας δεν ήταν μόνο οι “σοφοί του Δρομοκαΐτειου”. Αξιοθαύμαστους τρελούς (σαλούς δια Χριστόν) έχουμε και στην εκκλησιαστική παράδοση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Άγιοι Ανδρέας και Συμεών και άλλοι.
Οι σαλοί Άγιοι και η ζωή τους αποτελούν μια ρωγμή στο κοσμικό κατεστημένο της κοινωνίας και της εκκλησίας και μια πραγματική υπέρβαση της εκκλησιαστικής τάξεως. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο Χριστός κατακρίθηκε από το Ιουδαϊκό ηθικό και θρησκευτικό κατεστημένο ως συνεργός του δαίμονα και ακόμη περισσότερο σαν δαιμονισμένος, αφήνει περιθώρια στην Εκκλησία για την εμφάνιση μιας χαρισματικής σαλότητας. Φαίνεται ότι όσο η εκκλησία ασκούσε με ένταση και κάτω απ’ την πίεση των διωγμών το ιεραποστολικό της έργο, φαινόμενα ιερής «τρέλας» ήταν ιδιαίτερα θαυμαστά και ευπρόσδεκτα. Αργότερα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, όταν η εκκλησία έχει αποκτήσει πλέον έναν κώδικα εξουσίας και θρησκευτικού φορμαλισμού, οι προηγούμενες περιπτώσεις σχεδόν εξαφανίζονται. Από καιρό σε καιρό όμως εμφανίζονται μερικοί χριστιανοί, μοναχοί κυρίως, που ζουν μια ζωή που δεν ταιριάζει σ’ αυτόν τον κώδικα. Η ζωή τους είναι γεμάτη παραξενιές που προκαλούν σκανδαλισμό. Η συμπεριφορά τους δεν προσαρμόζεται σε κάποια παραδεκτή μορφή χριστιανικής ζωής. Μοιάζουν πάρα πολύ με ανθρώπους που έχουν προβλήματα με τη διανοητική τους κατάσταση και τους ονομάζουν «σαλούς», δηλαδή τρελούς. Αυτών όμως των ανθρώπων η σαλότητα διαφέρει. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι η ζωή τους είναι γεμάτη από φιλοσοφικές διδασκαλίες και παράδοξες θαυματουργίες. Γι’ αυτό η επίσημη Εκκλησία τους ονόμασε «δια Χριστόν σαλούς». Οι πιο γνωστοί είναι οι Άγιοι Ανδρέας και Συμεών.
Εκτός όμως απ’ αυτούς υπήρχαν και πολλοί άλλοι που αυτοονομάζονταν «σαλοί δια Χριστόν», με αποτέλεσμα πολλοί εκκλησιαστικοί άνδρες να κάνουν αρνητικές κρίσεις, όπως ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος ή ο Φιλόθεος Κόκκινος. Φαίνεται όμως ότι το πρόβλημα ήταν αρκετά μεγάλο. Η εν Τρούλω Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος, μάλιστα, έφτασε στο σημείο να ασχοληθεί μ’ αυτό το πρόβλημα και ν’ αναφερθεί σε ειδικό κανόνα της (ξ΄) σ’ αυτούς. Τους ονομάζει «υποκρινομένους δαιμονάν» και «τρόπων φαυλότητι προσποιητώς τα εκείνων σχηματιζομένους».
Τέτοιος είναι και ο Άγιος Συμεών ο δια Χριστόν Σαλός. Τον βίο του έγραψε ο Επίσκοπος Νεαπόλεως (Λεμεσού) της Κύπρου Λεόντιος που έζησε όταν αυτοκράτορας ήταν ο Μαυρίκιος (582-602). Εκτός από
αυτό το βίο, έγραψε και άλλα αξιόλογα έργα: «Βίος Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος», «Εις την Μεταμόρφωσιν», «Εις τον Συμεώνα και ότε εδέξατο τον Κύριον εις τας αγκάλας αυτού», «Εις την ημέρα της Αγίας Μεσοπεντηκοστής». Αυτό το πλήθος των έργων, έκανε τον Δαμασκηνό να πει ότι: «τοις εαυτού λόγοις την Κυπρίων κατεκόσμησεν νήσον». Υπήρξε σύγχρονος του Αγίου Συμεών και με μεγάλη γλαφυρότητα περιέγραψε, με γλώσσα της εποχής, τον «Βίο και Πολιτεία του αββά Συμεών του δια Χριστόν επονομασθέντος Σαλού». Το κείμενο αναφέρεται συχνά σε διωγμούς και ξυλοδαρμούς του Αγίου, του οποίου η ταφή γίνεται χωρίς καμιά χριστιανική ακολουθία, στο «ξενοτάφιο». Εξάλλου μόνιμη αρχή του Συμεών, που τον συνόδευε απαρέγκλιτα σ’ όλο του το βίο, υπήρξε η αποταγή του «κόσμου». Γι’ αυτόν, όπως και για το σύντροφό του Ιωάννη, το πρόβλημα τίθεται κατά τρόπο διαζευκτικό: από το ένα μέρος «η οδός η απάγουσα εις την ζωήν» εκπροσωπείται από το δρόμο που οδηγεί στον Ιορδάνη ποταμό, από την άλλη «η οδός η απάγουσα εις τον θάνατον» εκπροσωπείται από τον δημόσιο δρόμο. Έτσι, και με τη χάρη του Θεού ο Συμεών ο Σαλός φτάνει στην τέλεια απάθεια.
Σύμφωνα με το βιογράφο του, ο Συμεών έφτασε σε τέτοιο ύψος καθαρότητας και απάθειας, ώστε πέρασε δια μέσου αυτών των εμπειριών που για τους εμπαθείς και σαρκώδεις ανθρώπους θεωρούνται μολυσμός, βλάβη και εμπόδιο της ενάρετης ζωής, χωρίς να μολυνθεί, σαν μαργαριτάρι από βόρβορο. Και βέβαια αμαρτωλή και γεμάτη πειρασμούς θεωρεί τη ζωή στην πόλη, τη συναναστροφή με γυναίκες και την εν γένει απάτη του βίου. Eνώ δηλαδή η πόλη ταυτίζεται με την αμαρτία, η ύπαιθρος συνδέεται με την αγνότητα, κατά μια απόλυτη έννοια. Στη συνέχεια ζητά από αυτούς που θα ακούσουν ή θα διαβάσουν τη διήγηση της αγγελικής του πολιτείας (εξάλλου, η ακρόαση βίων σε ομήγυρη στο ναό ανήμερα της γιορτής του Αγίου ήταν συνήθης πρακτική απ’ τα πρωτοχριστιανικά ακόμη χρόνια) να προσέξουν τα λεγόμενα με φόβο Κυρίου και με πίστη χωρίς δισταγμούς, όπως αρμόζει σε αληθινούς χριστιανούς.
Στην περίπτωση του Συμεών του Σαλού συνέβη κάτι ανάλογο μ’ αυτό που βλέπουμε στις πολεμικές παρατάξεις, όταν όλοι οι στρατιώτες είναι παραταγμένοι μαζί: εκεί όσοι έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, περισσότερο όμως στη δύναμη του Θεού, στα πολεμικά τους όπλα και στην εξαιρετική και πολυχρόνια πολεμική εμπειρία τους, αυτοί μόνο βγαίνουν έξω από το πλήθος για να μονομαχήσουν με τους αντιπάλους τους. Το ίδιο λοιπόν έκανε κι αυτός ως εξαίρεση στον κανόνα.
Στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού, στη γιορτή της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού συγκεντρώθηκαν πλήθος οι ευσεβείς χριστιανοί, όπως συνήθιζαν, στους Αγίους Τόπους για να προσκυνήσουν. Εκεί, λοιπόν, συναντήθηκαν κατά σύμπτωση της τύχης ή κατ’ οικονομία θεού δύο νέοι από τη Συρία: ο Ιωάννης και ο Συμεών. Έμειναν στα Ιεροσόλυμα μερικές μέρες κι, όταν τελείωσε η άγια γιορτή, αναχώρησε ο καθένας για την πόλη του. Όμως, από τη στιγμή που συναντήθηκαν, γεννήθηκε ανάμεσά τους μια δυνατή αγάπη και φιλία που τους ώθησε να συγκατοικήσουν. Έτσι, επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, πορεύτηκαν μαζί, μη χωριζόμενοι ποτέ, έχοντας, βέβαια μαζί και τους γονείς τους. Ο Ιωάννης είχε ένα γέροντα πατέρα, μητέρα όμως όχι. Ήταν είκοσι δύο ετών και εκείνο το χρόνο είχε νυμφευτεί. Ο Συμεών δεν είχε πατέρα, αλλά μόνο μητέρα που ήταν ογδόντα περίπου ετών και κανένα άλλο συγγενή. Η ιδιόμορφη αυτή συμβίωση τόσων ανθρώπων κράτησε μικρό χρονικό διάστημα, ώσπου κάποια μέρα, κατεβαίνοντας τον κατήφορο της Ιεριχούς και περνώντας την πόλη, ο Ιωάννης είδε τα μοναστήρια γύρω από τον Ιορδάνη και πρότεινε στο Συμεών να εγκατασταθούν σ’ ένα από τα οικήματά τους. Και οι δυο τους κάθονταν πάνω σε άλογα, γιατί οι γονείς τους ήταν πολύ εύποροι. Αμέσως ξεπέζεψαν και, δίνοντας τα άλογα στους δούλους τους και λέγοντάς τους να προχωρήσουν, αποφασίζουν να παίξουν στην τύχη την περαιτέρω πορεία τους στη ζωή. Στο σημείο αυτό της διήγησης αναβιώνει ο αρχαιοελληνικός μύθος της Αρετής και της Κακίας που καθόρισε το βίο του Ηρακλή: οι δυο αχώριστοι φίλοι προσευχήθηκαν, στάθηκαν ο ένας στο δρόμο που οδηγούσε στα μοναστήρια κι ο άλλος στο δρόμο που οδηγούσε στην πόλη κι αποφάσισαν ν’ ακολουθήσουν το δρόμο εκείνου που θα κέρδιζε στον κλήρο. Καθώς γνώριζαν τέλεια τα ελληνικά και ήταν, σύμφωνα με τον αφηγητή, στολισμένοι με πολλή φρόνηση, δεν δυσαρεστήθηκαν καθόλου που ο κλήρος έδειξε το δρόμο προς τα μοναστήρια του Ιορδάνη. Τουναντίον μάλιστα! Έπεσε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και φιλιόντουσαν τρελοί από χαρά.
Το παραπάνω ενδιαφέρον περιστατικό το διηγήθηκε ο Συμεών ο Σαλός σε κάποιον διάκονο της Εκκλησίας της Έμεσας, όπου και προσποιήθηκε τον σαλό. Αυτός ο διάκονος ονομαζόταν Ιωάννης και είναι το πρόσωπο που διέσωσε προφορικά το βίο του Συμεών, αφηγούμενός τον με τη σειρά του στο συγγραφέα του. Με τον τρόπο αυτό της διπλής προφορικής αφήγησης που κατέληξε σε γραπτή, περνώντας μέσα απ’ τα μνημονικά και νοητικά ή συνειδησιακά φίλτρα τριών διαφορετικών προσώπων, δυο αφηγητών κι ενός καταγραφέα, σίγουρα αρκετά στοιχεία ξεχάστηκαν ή και παραποιήθηκαν, ηθελημένα ή αθέλητα, στο πέρασμα του χρόνου, όπως επίσης και κατά τις μεταβάσεις της διήγησης από τη μία μορφή λόγου στην άλλη.
Κατά την παραμονή τους στη μονή του Αββά Γερασίμου γίνεται στους δυο φίλους λόγος για την προστασία τους απ’ την αυθαιρεσία των αρχόντων. Επίσης συνδέεται ο στρατός με την εκκλησία μέσα από παραλληλισμούς και αναγωγές του συνήθους τύπου για την πολιτική ιδεολογία και θεωρία των Βυζαντινών που συγκρίνει τη στράτευση στον επίγειο μ’ αυτή στον ουράνιο βασιλιά. «Βασιλεία», «Στρατεία» και «φιλοτιμία» αποτελούν στενά συνδεδεμένο τρίπτυχο ιδιοτήτων και θεσμών, το οποίο αισθητοποιείται στην ακόλουθη ρήση του βίου: «Για σκεφτείτε: αν ο επίγειος βασιλιάς σας παρακινούσε να υπηρετήσετε ως πατρίκιοι ή θαλαμηπόλοι στο παλάτι του, που θα χαθεί κάποτε και θα αφανιστεί σαν σκιά και όνειρο, δεν θα καταφρονούσατε τα πάντα και δεν θα τρέχατε αμέσως σ’ αυτόν με την επιθυμία να δείτε το πρόσωπό του, να μιλήσετε μαζί του και να απολαύσετε τιμές κοντά του; Και δεν θα προτιμούσατε να υπομείνετε κάθε πόνο και κόπο και το θάνατο ακόμη, μόνο και μόνο για να αξιωθείτε να δείτε εκείνη την ημέρα, που ο βασιλιάς, μπροστά σε όλη τη σύγκλητο, θα σας δεχόταν τιμητικά στην υπηρεσία του»;
Ακόμη υποτιμάται η υπόσταση του δούλου ανθρώπου σε σχέση με του βασιλιά και του αρχόντου, καθώς ο αφηγητής θεωρεί αμελητέο να χυθεί αίμα δούλου αλλά αντίθετα φοβερό να χυθεί αίμα βασιλιά. Φαίνεται πως η χριστιανική διδασκαλία με τη διακήρυξή της περί ισότητας των ανθρώπων, ανεξάρτητα από καταγωγή και φύλο, δεν είχε εμπεδωθεί ακόμη στην πράξη.
Στη συνέχεια του βίου του Συμεών αναφέρεται η παρουσία ομάδας ευνούχων στο μοναστήρι που κρατώντας λαμπάδες και σκήπτρα στο χέρι συμμετέχουν στις τελετουργίες τους. Αναφέρεται επίσης η δωροδοκία ως αντίτιμο για την άφεση των αμαρτιών και αναρωτιέται κανείς αν ο χριστιανισμός βιωνόταν στην καθαρότερη και πνευματικότερη μορφή του στα κοινόβια ή στην κατ’ ιδίαν άσκηση. Εντύπωση επίσης κάνει το γεγονός πως ο ένας απ’ τους δυο φίλους, ο Ιωάννης, παρακαλεί το Θεό να πεθάνει η γυναίκα του, ώστε να πάψει να τη σκέφτεται, με σκοπό να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο μοναχικό βίο. Η υπερβολή αυτή στην απόρριψη της γυναικείας φύσης, ως στοιχείο πειρασμού και δαιμονικότητας, αποτελεί κοινό τόπο στους βίους των Αγίων της Βυζαντινής Ανατολής. Η μόνη σωτηρία για το εκ φύσεως αμαρτωλό γυναικείο φύλο ήταν ο θάνατος ή η επιλογή της μοναχικής κουράς.
Αργότερα ο ένας απ’ τους δυο φίλους, ο Συμεών, δηλώνει στον Ιωάννη ότι αποφάσισε να «εμπαίξει» τον κόσμο, δηλαδή να γίνει σαλός. Ο Ιωάννης προσπαθεί να τον αποτρέψει λέγοντάς του τα ακόλουθα: «Πρόσεξε, φυλάξου, αδελφέ μου Συμεών μήπως όσα μάζεψε η έρημος, τα σκορπίσει ο κόσμος. Και ό,τι ωφέλησε η ησυχία, το καταστρέψει η ταραχή. Και όσα σου πρόσφερε η αγρυπνία, τα χάσεις με τον ύπνο. Ασφαλίσου, αδελφέ μου, μήπως τη σωφροσύνη της μοναχικής ζωής την καταστρέψει η απατηλή κοσμική ζωή. Πρόσεχε μήπως τον καρπό της στερήσεως των γυναικών από τις οποίες σε έσωσε μέχρι σήμερα ο Θεός, τον καταστρέψει η συναναστροφή σου μ’ αυτές. Πρόσεχε μήπως την ακτημοσύνη την αφαιρέσει η φιλοκτημοσύνη, μήπως το σώμα που έλιωσε από τη νηστεία, παχύνει πάλι από τις τροφές. Πρόσεχε, αδελφέ μου, μήπως χάσεις την κατάνυξή σου με το γέλιο και την προσευχή σου με την αμέλεια. Πρόσεχε, σε παρακαλώ, μήπως, ενώ το πρόσωπό σου γελάει, ο νους σκορπίζεται, μήπως αυτά που αγγίζουν τα χέρια τ’ αγγίζει και η ψυχή, μήπως ενώ το στόμα τρώει, η καρδιά αισθάνεται ηδονή, μήπως, ενώ τα πόδια βαδίζουν, διαταραχθεί με τρόπο άτακτο η εσωτερική σου ησυχία και με λίγα λόγια, μήπως όσα κάνει το σώμα εξωτερικά τα κάνει και η ψυχή εσωτερικά. Αλλά, αν πήρες από το Θεό δύναμη, αδελφέ μου, ώστε οτιδήποτε και να κάνει το σώμα, σχήματα, λόγια ή πράξεις, να μένει ατάραχος και ασύγχυτος ο νους και η καρδιά σου, και να μη μολύνεται και να μη βλάπτεται καθόλου από αυτά, πραγματικά εγώ χαίρομαι για τη σωτηρία σου».
Στα επόμενα επεισόδια του βίου του ο Συμεών έχει ήδη μεταβεί στην πόλη και «εμπαίζει» τον κόσμο, μεταστρέφοντας Εβραίους και κακόπιστους ανθρώπους στο Χριστιανισμό, σώζοντας γυναίκες άσεμνες ή πόρνες, είτε οδηγώντας τες σε νόμιμο γάμο με παιγνιώδεις ενέργειες, είτε προσελκύοντάς τες με χρήματα και κατορθώνοντας να τις σωφρονήσει, κι άλλες φορές πάλι φέρνοντάς τες σε κατάνυξη ώστε ν’ ακολουθήσουν το μοναχικό βίο.
Μετά από τριήμερη παραμονή του στους Αγίους Τόπους ο Συμεών μετέβη στην Έμεσα. Πριν μπει μέσα στην πόλη, βρήκε ένα ψόφιο σκύλο πάνω στην κοπριά του σκουπιδότοπου και, αφού έλυσε το σχοινένιο ζωνάρι του, έδεσε το πόδι του σκύλου και άρχισε να τρέχει σέρνοντάς τον, επεισόδιο που θυμίζει, αν και κάπως αμυδρά, τη «σκυλίσια» ζωή του αρχαίου φιλόσοφου Διογένη. Με τον τρόπο αυτό μπήκε από την πύλη, κοντά στην οποία ήταν ένα σχολείο. Μόλις τον είδαν τα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν: «Έ, ένας τρελός Αββάς» και να τρέχουν από πίσω του και να τον χτυπούν. Την επόμενη μέρα πήγε στην εκκλησία με την ίδια ατημέλητη εμφάνιση, προκαλώντας σιωπηλά το εκκλησίασμα. Με πολύ κόπο τον έβγαλαν έξω οι αξιοπρεπείς χριστιανοί που παρακολουθούσαν τη λειτουργία, αλλά, καθώς έβγαινε, αναποδογύρισε τα τραπέζια μερικών που πουλούσαν μικρές πίτες, σκηνή που μας φέρνει συνειρμικά στο νου το Χριστό να εκδιώκει με μένος τους εμπόρους από το Ναό. Τη στιγμή εκείνη τον είδε κάποιος «φουσκάριος» (πωλητής φούσκας, δηλαδή λαϊκού ροφήματος των Βυζαντινών, αλλά και άλλων ειδών όπως φακών, ρεβιθιών, κουκιών. Κατά το Λεξικό Du Cange, «φούσκα εστίν όξος και ύδωρ θερμόν και ωά δύο») και μη ξέροντας ότι προσποιείται το σαλό του προτείνει, αντί να γυροφέρνει, να στέκεται και να πουλά λούπινα. Εκείνος δέχτηκε. Όταν λοιπόν τον έβαλε να πουλάει, άρχισε να τα μοιράζει δωρεάν στον κόσμο και ο ίδιος να τρώει άπληστα, θέλοντας, προφανώς, μ’ αυτό τον τρόπο, να πλήξει την αρχή της ιδιοκτησίας, κατοχής και εμπορίας, με σκοπό το κέρδος, των αγαθών της γης. Τότε, η γυναίκα του φουσκάριου αντέδρασε, λέγοντας ότι ο υποτιθέμενος Αββάς έφαγε ένα δοχείο λούπινα, από αυτά που είχε για να μετράει τις ποσότητες. Δεν ήξερε, βέβαια, ακόμη, πως ό,τι περιείχαν τα υπόλοιπα δοχεία δηλ. κουκιά, φακές, ρεβίθια κι όλα τα άλλα, τα είχε μοιράσει σ’ όσους έκαναν την ίδια δουλειά και σ’ άλλους ανθρώπους, παρά νόμιζε ότι τα πούλησε. Όταν το ζευγάρι, στη συνέχεια, άνοιξε το ταμείο και δεν βρήκε χρήματα, συγχυσμένο, χτύπησε τον Συμεών και τον έδιωξε απ’ τη δουλειά, αφού, βέβαια, του μάδησε μαλλιά και γένια. Το απόγευμα της ίδιας μέρας του ξυλοδαρμού του, ο Συμεών, σα γνήσιος Αββάς, θέλησε να θυμιατίσει. Δεν είχε φύγει, όμως, ακόμη απ’ το σπίτι των εμπόρων, αλλά κοιμήθηκε έξω απ’ την πόρτα τους. Και, επειδή δεν έβρισκε κανένα κεραμίδι, έβαλε το χέρι του στην ανθρακιά, το γέμισε με κάρβουνα και άρχισε να θυμιατίζει. Ο φουσκάριος πρέπει να αναφερθεί πως ανήκε στην αίρεση των «ακέφαλων Σευηριτών». Ακέφαλοι ονομάστηκαν, αρχικά, οι Αιγύπτιοι μονοφυσίτες (5ος αιώνας), οι οποίοι αποσχίστηκαν από τον μετριοπαθή αρχιεπίσκοπό τους Πέτρο Αλεξανδρείας το Μογγό, μένοντας χωρίς επίσκοπο (κεφαλή). Στη συνέχεια, η ονομασία δόθηκε σ’ όλους τους Μονοφυσίτες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όσο για τους Σευηρίτες, αυτοί υπήρξαν Μονοφυσίτες οπαδοί του Σεβήρου, Πατριάρχου Αντιοχείας και ηγέτη της Μονοφυσιτικής κινήσεως του 6ου αιώνα.
Και τώρα, συνέχεια των γοητευτικών περιπετειών του Συμεών του Σαλού: κάποτε, έκανε το σερβιτόρο, προσφέροντας θερμά ποτά σ’ ένα καπηλειό, για να εξοικονομεί το φαγητό του. Ήταν άσπλαχνος όμως ο κάπελας και πολλές φορές δεν του έδινε ούτε φαγητό, μολονότι έκανε πολλή δουλειά εξαιτίας του, αφού ο Συμεών προσέλκυε με την παρουσία του πολλούς πελάτες στο μαγαζί του, λειτουργώντας ως κράχτης δελεαστικός και προσφέροντας φαιδρό δημόσιο θέαμα με το οποίο διασκέδαζαν οι θαμώνες του καπηλειού του. Μια μέρα μπήκε μέσα στο καπηλειό ένα φίδι και ήπιε κρασί από μια στάμνα, μέσα στην οποία έσταξε το δηλητήριό του. Ο Αββάς Συμεών εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή δεν βρισκόταν μέσα στο καπηλειό, γιατί έπαιζε έξω με τον κόσμο, κι έτσι ενοχοποιήθηκε και γι’ αυτό το συμβάν.
Στην πόλη της Έμεσας υπήρχαν δυο λουτρά γειτονικά μεταξύ τους, ένα ανδρικό και ένα γυναικείο. Εκεί κοντά σύχναζε αρκετές φορές ο Συμεών.
Ένα άλλο περιστατικό, στο οποίο και πάλι πρωταγωνιστεί ο Συμεών, συνέβη έξω από την πόλη, όπου, τρέχοντας, μερικοί έπαιζαν λυσόπορτα, ομαδικό παιχνίδι της εποχής. Ένας απ’ αυτούς που ήταν γιος του Διακόνου Ιωάννη, του φίλου του Συμεών, είχε κάνει έρωτα πριν λίγες μέρες με μια παντρεμένη γυναίκα. Η μοιχεία ήταν σύνηθες φαινόμενο κι εκείνη την εποχή, παρ’ όλο που τιμωρούνταν αυστηρά απ’ το νόμο.
Κάποτε μερικοί μίμοι έκαναν το νούμερό τους στο θέατρο. Μαζί τους ήταν και κάποιος ταχυδακτυλουργός. Ο Συμεών, θέλοντας να τον κάνει να σταματήσει αυτά που έκανε (γιατί είχε κάνει μερικά καλά έργα), δεν το θεώρησε υποτιμητικό να πάει στο θέατρο, αλλά πήγε και στάθηκε κάτω από την εξέδρα που έπαιζαν οι μίμοι. Όταν είδε ότι ο ταχυδακτυλουργός άρχισε να κάνει αθέμιτα πράγματα, ρίχνει μια πολύ μικρή πέτρα, αφού έκανε πάνω της το σημείο του σταυρού, και τον χτύπησε στο δεξί του χέρι και του το ξέρανε, χωρίς να καταλάβει κανείς ποιος έριξε την πέτρα.
Κάποιος μοναχός που φορούσε στεφάνι από βάγια, ως άλλος αρχαίος Έλληνας θεός, περιφερόταν κι αυτός στην πόλη όπως ο Συμεών, προκαλώντας το κοινό αίσθημα περί ευπρέπειας των μοναχών.
Κάποτε που «ήταν να γίνει» μεγάλος σεισμός στην πόλη, σύμφωνα με διάφορες προφητείες που κυκλοφορούσαν, την εποχή που καταστράφηκε η Αντιόχεια, στα χρόνια της βασιλείας του Μαυρικίου (τότε ήταν που έφυγε από την έρημο ο όσιος και κατέβηκε στον κόσμο), άρπαξε το «λουρί» από ένα σχολείο και άρχισε να χτυπάει τους στύλους και να λέει στον καθένα: «Είπε ο κύριός σου να σταθείς». Και όταν έγινε σεισμός, κανείς απ’ όσους στύλους χτύπησε δεν έπεσε. Σε κάποιο στύλο όμως είχε πει: «Εσύ ούτε να πέσεις ούτε να σταθείς». Αυτός σχίστηκε από πάνω μέχρι κάτω, έγειρε λίγο κι έμεινε έτσι. Κανείς δεν είχε καταλάβει τι έκανε ο «μακάριος», αλλά όλοι πίστευαν ότι από την παραφροσύνη του είχε χτυπήσει τους στύλους.
Άλλοτε που ήταν να πέσει θανατικό στην πόλη, πέρασε απ’ όλα τα σχολεία και φιλούσε τα παιδιά λέγοντας στο καθένα κάτι σαν γι’ αστείο. Οι δάσκαλοι τον κορόιδευαν και μερικές φορές μάλιστα τον χτυπούσαν με το λουρί και έκαναν νόημα και στα παιδιά και τον κοροϊδεύανε.
Είχε τη συνήθεια ο όσιος να πηγαίνει στα σπίτια των πλουσίων και να παίζει και να προσποιείται πολλές φορές ότι φιλάει τις δούλες τους. Μια φορά κάποιος άφησε έγκυο μια δούλη κάποιου πλουσίου. Όταν η κυρία της τη ρώτησε ποιος τη διέφθειρε, επειδή δεν ήθελε να το φανερώσει, φόρτωσε κι αυτή την ευθύνη στο εύκολο θύμα, στο Συμεών το Σαλό. Ένας πλούσιος χριστιανός, μάλιστα, θέλοντας να επιπλήξει ορισμένους γνωστούς του, οι οποίοι είχαν εντυπωσιαστεί απ’ τα παράδοξα καμώματα του Συμεών και ενδόμυχα τον παρέβαλαν με αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο, και, προσπαθώντας να τους επαναφέρει στην καθεστηκυία τάξη του ορθού χριστιανισμού, τους είπε τα ακόλουθα λόγια: «Πιστέψτε με, υπάρχουν Έλληνες που απόκτησαν περισσότερη σοφία απ’ αυτόν και περισσότερα βιβλία έγραψαν. Τι λέτε; Πρέπει κι αυτούς να τους επαινέσουμε για τις φλυαρίες τους»;
Απ’ τις ακόλουθες φράσεις του Συμεών: «Γιατί κατηγοράτε τα λούπινα; Σαράντα μέρες βράχηκαν», συμπεραίνουμε πως αυτά ανήκαν στα είδη βασικής διατροφής των ανθρώπων της περιοχής και της εποχής του, που βέβαια χρειαζόντουσαν κάποια προετοιμασία, προτού μαγειρευτούν. Κάποτε, που ήταν στο φουσκάριο, πήρε μια μέρα ένα πανδούρι (τρίχορδο μουσικό όργανο της οικογένειας του λαούτου) και άρχισε να παίζει, σ’ ένα στενοσόκακο, όπου «κατοικούσε» πνεύμα ακάθαρτο, την ευχή του μεγάλου Νίκωνα. Το δαιμόνιο, απ’ την τρομάρα που το έπιασε, εξ’ αιτίας της μελωδικής επωδού, έσπασε όλα τα πήλινα και γυάλινα αντικείμενα του παρακείμενου μαγαζιού.
Στη συνέχεια ο συγγραφέας του βίου περιγράφει με εξαιρετική ζωντάνια σκηνές του δρόμου με πρωταγωνιστές Εβραίους τεχνίτες, θεατρίνες, με τις οποίες ο Συμεών χόρευε κρατώντας τις απ’ το χέρι, κοινές – άσεμνες γυναίκες του πλήθους με τις οποίες έπαιζε και οι οποίες έβαζαν τα χέρια τους στον κόρφο του Συμεών και τον πείραζαν, του έδιναν μπάτσους και τον τσιμπούσαν. Μερικές φορές ο Σαλός έλεγε στις πόρνες: «Θέλεις να γίνεις φίλη μου και να σου δίνω εκατό νομίσματα;» Πολλές απ’ αυτές δελεάζονταν και συμφωνούσαν, τη στιγμή μάλιστα που τις επεδείκνυε και τα χρήματα. Όσες μάλιστα έπαιρναν τα χρήματα τις έβαζε να του ορκιστούν ότι θα του είναι πιστές. Συχνά ο Συμεών καθόταν κι έτρωγε σε ζαχαροπλαστεία της εποχής, δείχνοντας επιδεικτικά το γεμάτο πουγκί του με νομίσματα και προκαλώντας με τον τρόπο αυτό τους οικονόμους χριστιανούς. Μια μέρα, χόρευαν και γελούσαν σ’ ένα δρόμο κάτι κορίτσια και αποφάσισε να περάσει από κει. Όταν τον είδαν, άρχισαν να κατηγορούν τους μοναχούς. Αυτός, όμως, για να τις σωφρονήσει, προσευχήθηκε και αμέσως ο Θεός, σύμφωνα με τα λεγόμενα του βιογράφου του, τις τύφλωσε όλες. Τότε αυτές, συνειδητοποιώντας το σφάλμα τους, έτρεξαν ξοπίσω του μετανιωμένες, φωνάζοντας μ’ απελπισία. Όσες δέχτηκαν το φίλημα των ματιών τους απ’ το Σαλό θεραπεύτηκαν πάραυτα απ’ το Θεό, όσες όμως το αρνήθηκαν σθεναρά, έμειναν για πάντα τυφλές. Ο Συμεών είπε για την περίπτωσή τους: «Αν δεν τις στράβωνε ο Θεός, θα ξεπερνούσαν στην ασωτία όλες τις γυναίκες της Συρίας. Έτσι με την αρρώστια των ματιών τους γλιτώνουν απ’ τα πολλά τους κακά». Λίγο αργότερα ο φίλος του Συμεών διάκονος Ιωάννης τον καλεί σε γεύμα με καπνιστά, ωμά λαρδιά και κρέας καμήλας. Σ’ ένα συνηθισμένο γεύμα της αιγυπτιακής και συριακής ενδοχώρας και γενικότερα της Βυζαντινής Μέσης Ανατολής, μπορούσαν να περιλαμβάνονται επίσης, σύμφωνα με τη διήγηση, «καθαρά ψωμιά, ζεστά τηγανητά ψάρια, καλό κρασί σε καλοδουλεμένη στάμνα».
Μερικές φορές την Κυριακή ο Συμεών έπαιρνε μια σειρά λουκάνικα, τα φορούσε για ωράριο και κρατώντας στο αριστερό του χέρι σινάπι τα βουτούσε και τα έτρωγε από το πρωί. Μερικούς απ’ αυτούς που έρχονταν να παίξουν μαζί του τους άλειφε στο στόμα με το σινάπι. Κάποτε που ήρθε να παίξει μαζί του ένας χωρικός, που είχε άσπρα λευκώματα στα δυο του μάτια, τον άλειψε με το σινάπι και, αφού του είπε να πάει να πλυθεί με ξύδι και σκόρδα, ενώ αυτός είχε αφόρητους πόνους, τον θεράπευσε με τις οδηγίες του παρά τη δυσπιστία του. Απέδωσε μάλιστα την θεόθεν τύφλωσή του στην κλοπή γιδιών του γείτονά του, που είχε διαπράξει κρυφά. Εξάλλου, οι κλοπές ζώων και θησαυρών νομισμάτων ήταν συχνές στην Έμεσα, όπως φαίνεται από τη διήγηση του βίου.
Στο κείμενό μας αναφέρονται επίσης ξυλοδαρμοί και κακομεταχείριση δούλων, γυναικείες μαντείες με φυλαχτά και ξόρκια, ένα καμίνι Εβραίου υαλουργού το οποίο παρήγαγε μεγάλες ποσότητες γυάλινων αντικειμένων, συμμορίες φτωχών κλεφτών που για να επιβιώσουν κατέφευγαν σε απατεωνιές, κάποιος φτωχός αλλά αγαθός μουλαράς που ευεργετήθηκε απ’ τον όσιο Συμεών, το λεγόμενο γλιχώνι που ήταν κρασί αρωματισμένο με φλισκούνι (βλήχων), ασκιά αποθήκευσης οίνου και ξύδι.
Στο καλύβι που είχε ο Συμεών για να κοιμάται ή μάλλον για να αγρυπνεί τις νύχτες, δεν είχε απολύτως τίποτα παρά μόνο μια αγκαλιά κληματσίδες. Πολλές φορές, ενώ προσευχόταν όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί βρέχοντας το χώμα με τα δάκρυά του, έβγαινε, έκοβε ένα κλωνάρι ελιάς ή χόρτα, έκανε στεφάνι, το φορούσε και κρατώντας και στο χέρι του ένα κλαδί χόρευε φωνάζοντας: «Νίκες για το βασιλιά και την πόλη». Με την «πόλη» εννοούσε την ψυχή, ενώ με το «βασιλιά» εννοούσε το νου.
Και ο βιογράφος του συνεχίζει την αφήγησή του εκστασιασμένος απ’ την απίθανη και βαθιά φιλοσοφημένη προσωπικότητα του Συμεών του Σαλού:
«Πόσους ντόπιους γεωργούς δεν είδα, κύριέ μου, πολλές φορές στην πόλη να πηγαίνουν να κοινωνήσουν και να είναι πιο καθαροί κι από το χρυσάφι, επειδή ήταν άκακοι, απερίεργοι και επειδή έτρωγαν το ψωμί τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους».
Κατά το θάνατό του πήγαν και τον έθαψαν στον τόπο που έθαβαν τους ξένους, σημείο έσχατης ταπείνωσης και κοινωνικής κατακραυγής, ακόμη και μετά θάνατον. Και ο συγγραφέας του βίου καταλήγει, σχετικά με το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας του:
«Εκτός βέβαια από αυτή, έχουμε γράψει ακόμα μια διήγηση πιο σύντομη, επειδή δεν είχαμε, ακόμη, υπόψη μας τις λεπτομέρειες της θαυμάσιας αυτής διηγήσεως. Το να τιμηθεί αυτός με εγκώμια δεν είναι έργο της δικής μας γνώσεως, αλλά εκείνων που έχουν την δύναμη και μπορούν να συναγωνίζονται την αρετή του. Άραγε ποιος λόγος θα μπορούσε να επαινέσει αυτόν που τιμήθηκε πάνω από κάθε λογική, ή, πως σάρκινα χείλη μπορούν να τιμήσουν αυτόν που αποδείχτηκε άσαρκος, ενώ είχε σώμα;
Αυτά έχοντας υπόψη μας, αγαπητοί μου, ας υπακούσουμε σ’ αυτόν που σωστά μας συμβουλεύει να προσέχουμε μόνο τον εαυτό μας. Ούτε τα δικά μας ούτε αυτούς που βρίσκονται γύρω μας, αλλά μόνο τον εαυτό μας, γιατί ο καθένας θα κουβαλήσει το δικό του φορτίο και θα πάρει το δικό του μισθό από τον ουράνιο βασιλιά, το Χριστό».
(Ενδεικτική)Βιβλιογραφία:
1. Abrahamse, Dorothy Zani de Ferranti. “Hagiographic Sources for Byzantine Cities, 500-900 A.D.” Ph.D.diss., University of Michigan, 1967.
2. Brock, Sebastian. “An Early Syriac Life of Maximus the Confessor”. AB 91 (1973): 299-346.
3. Brock, Sebastian, and Susan Ashbrook Harvey. Holy Women of the Syrian Orient.
4. Brown, Peter. “The Problem of Miraculous Feeding in the Graeco-Roman World”. In Center for Hermeneutical Studies: Colloquy 42 Berkeley: Graduate Theological Union, 1982, pp. 16-24.
5. Brown, Peter. “The Rise and Function of the Holy Man in Late Antiquity”. JRS 61 (1971): 80-101. Reprinted in Society and the Holy in Late Antiquity (Berkeley: University of California Press, 1982), pp. 103-52.
6. Brown, Peter. “The Saint as Exemplar in Late Antiquity”. Representations 1.2 (1983): 1-25. Reprinted in Saints and Virtues, ed. J.S.Hawley (Berkeley: University of California Press, 1987), pp. 1-23.
7. Brown, Peter. The World of Late Antiquity. New York: Norton, 1972.
8. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Εγκατάσταση και Παρουσία Σλάβων στη Βυζαντινή Μ. Ασία απ’ τον 7ο ως τον 10ο αιώνα. Αυτοέκδοση. Τρίκαλα, 2003. ISBN 960-92360-2-2.
9. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Τα «Θαύματα» του Αγίου Δημητρίου ως ιστορικές πηγές. Επιδρομές και Σλαβικές εποικίσεις εντεύθεν του Δουνάβεως. Αυτοέκδοση. Τρίκαλα, 2003. ISBN 960-92360-3-0.
10. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Εικονομαχία και Αντιμοναχική στροφή (Κων/νος Ε΄). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα, 2003. ISBN 960-92360-1-4.
11. Αμαλία Κ. Ηλιάδη , Σημειώσεις και παρατηρήσεις στην ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας απ’ τον 11ο ως τον 15ο αι. Τα αγιολογικά κείμενα της περιόδου. (Συμβολή στη μελέτη των βίων των αγίων ως ιστορικών πηγών). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-6-5. (Σελ. 361).
12. Αμαλία Κ. Ηλιάδη , Οι Βίοι των Αγίων της Βυζαντινής περιόδου ως ιστορικές πηγές. (Σημειώσεις και παρατηρήσεις για τα Βυζαντινά αγιολογικά κείμενα της Μέσης περιόδου: 7ος-10ος αιώνας). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-5-7. (Σελ. 468).
13. Αμαλία Κ. Ηλιάδη , Νεότερες απόψεις για την εσωτερική ιστορία του Βυζαντίου κατά τον 7ο αιώνα. Αυτοέκδοση. Τρίκαλα 2006. ISBN 960-92360-4-9. (Σελ. 268).
14. Αμαλία Κ. Ηλιάδη , Διηγήσεις και βίοι αγίων γυναικών στο Βυζάντιο της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού, https://en.calameo.com/books/004625396d5d3ff74e21f
15. Αμαλία Κ. Ηλιάδη ,Η Πρώϊμη Βυζαντινή περίοδος μέσα απ’ τους βίους των αγίων. … Στοιχεία συγγραφέως: Αμαλία Κ. Ηλιάδη. https://docs.google.com/…/1paglcG5SOTcQgbCb…/htmlpresent
16. Αμαλία Κ. Ηλιάδη , Μαρτυρολόγια και Συναξάρια, οι Βίοι των Αγίων της Πρώϊμης Βυζαντινής περιóδου, Μαρτυρολόγια και Συναξάρια, εργασία της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού
17. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Βυζαντινή Αγιολογία και Υμνολογία (Μελέτη Ιστορική) «Η Βυζαντινή Αγιολογία και Υμνολογία ως τμήμα της Βυζαντινής Φιλολογίας και ως πηγή της Βυζαντινής Ιστορίας. Εισαγωγή, μελέτες περίπτωσης, παρατηρήσεις, επισημάνσεις». Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, κάτοχος Διετούς Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας https://en.calameo.com/books/00462539671d1a379c172
18. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Ἐξέταση Βίων τῆς ἐποχῆς τῆς Εἰκονομαχίας, Author: Amalia Iliadi, Οι Βίοι των Αγίων της Μέσης Βυζαντινής περιόδου ως ιστορικές πηγές, https://en.calameo.com/books/004625396266df83ac958
Αναδημοσίευση από http://www.24grammata.com/?p=6206

Ενδεικτικό σενάριο στην εξ’ αποστάσεως εκπαίδευση: Διδακτικό σενάριο δύο (2) ωρών: μάθημα «Εικονομαχία» Βυζαντινή Ιστορία Β΄ Λυκείου Εκπαιδευτικό σενάριο για τη διδασκαλία της Ιστορίας στην πλατφόρμα η-τάξη Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διετές μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α,Π,Θ-Δ/ντρια 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων

Ενδεικτικό σενάριο στην εξ’ αποστάσεως εκπαίδευση: Διδακτικό σενάριο δύο (2) ωρών: μάθημα «Εικονομαχία»
Βυζαντινή Ιστορία Β΄ Λυκείου
Εκπαιδευτικό σενάριο για τη διδασκαλία της Ιστορίας στην πλατφόρμα η-τάξη
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διετές μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α,Π,Θ-Δ/ντρια 5ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων
P7030022
Να έρθουν σε επαφή με την ιστορική αφήγηση για την εποχή της Εικονομαχίας, με πηγές και εικόνες της εποχής και να πλουτίσουν τις γνώσεις τους για το ιστορικό αυτό φαινόμενο.
Να προβληματιστούν για τα αίτια και τις συνέπειες που οδήγησαν στην πνευματική αυτή σύγκρουση της Βυζαντινής κοινωνίας.
Να αναπτύξουν την κριτική τους ικανότητα με τη σύγκριση πληροφοριών και τη διάκριση αξιόπιστων και μη πηγών.
Να προσεγγίσουν βιωματικά τον ρόλο των δρώντων προσώπων και τον κόσμο που έζησαν αυτά, μέσα από δραστηριότητες ενσυναίσθησης γραφής.
Εκτιμώμενος χρόνος υλοποίησης:
Ασύγχρονη διδασκαλία (δραστηριότητες προετοιμασίας)
Σύγχρονη διδασκαλία (εισαγωγικό βίντεο, συζήτηση στοχευμένος διάλογος)
Ασύγχρονη διδασκαλία (εργασίες)
Σύγχρονη διδασκαλία (συνεχόμενο δίωρο, εργασία σε ομάδες)
Σύνολο: 2 διδακτικές ώρες
Προαπαιτούμενες γνώσεις: για το ιστορικό φαινόμενο της Εικονομαχίας. Λόγοι που οδήγησαν τους Ισαύρους αυτοκράτορες στην Εικονομαχία.
Εμπλεκόμενες γνωστικές περιοχές:
Ιστορία, Γεωγραφία, Νεοελληνική γλώσσα.
Συμβατότητα με το αναλυτικό πρόγραμμα: Συμβατό με τη στοχοθεσία του ΑΠ ιστορίας (κριτικός γραμματισμός, οπτικός γραμματισμός, διατύπωση ιστορικών ερωτημάτων, επεξεργασία πηγών, ανάλυση αιτιών-συνεπειών, εμβάθυνση στα ιστορικά δρώμενα, ο ρόλος των δρώντων προσώπων και των συγκυριών)
Τρόπος οργάνωσης: Οι μαθητές θα εργαστούν ατομικά και σε ομάδες των 5 ατόμων στη σύγχρονη και την ασύγχρονη διδασκαλία.
Βασικό υλικό μελέτης: σχολικό βιβλίο, πολυμεσικό υλικό (απόσπασμα κινηματογραφικής ταινίας https://www.youtube.com/watch?v=Y8TL9s-GxUU (Ένα video-κολάζ που περιλαμβάνει γνώμες ιστορικών για την περίοδο της εικονομαχίας. Η κρίση εικονομαχίας διχάζει τους Βυζαντινούς), χάρτες, χρονογραμμή, ασκήσεις κριτικής προσέγγισης πηγών, παραγωγής λόγου, αναστοχασμού και μεταγνωστικών δεξιοτήτων κ.ά,).
Το παρόν σενάριο αποτελεί παράδειγμα συνεργατικής μελέτης του φαινομένου της Εικονομαχίας στο Βυζάντιο στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Πρόκειται για εκπαιδευτικό σενάριο για τη διδασκαλία της ιστορίας σε μαθητές και μαθήτριες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με έμφαση σε ατομικές και ομαδοσυνεργατικές δραστηριότητες με τη χρήση εκπαιδευτικής πλατφόρμας η-τάξη και εργαλείων της e-me.
Στάδιο 1
Ασύγχρονη διδασκαλία: 1 διδακτική ώρα (ατομική δραστηριότητα)
Στάδιο 2
Σύγχρονη διδασκαλία -1 διδακτική ώρα (διαδραστικό βίντεο) – Συζήτηση
Στάδιο 3
Ασύγχρονη διδασκαλία – εργασίες ομαδικές/ατομικές
Βασική ροή Σεναρίου Ασύγχρονης
Πριν ξεκινήσει η 1η ώρα σύγχρονης διδασκαλίας έχει δοθεί στους μαθητές (τουλάχιστον 1 εβδομάδα πριν) για μελέτη η ηλεκτρονική διεύθυνση με το σχετικό βίντεο. https://www.youtube.com/watch?v=Y8TL9s-GxUU (Ένα video-κολάζ που περιλαμβάνει γνώμες ιστορικών για την περίοδο της εικονομαχίας. Η κρίση εικονομαχίας διχάζει τους Βυζαντινούς)
Ασύγχρονη διδασκαλία: Έχουν ως εργασία να κρατήσουν σημειώσεις στα τετράδιά τους, να φωτογραφίσουν τις σημειώσεις και να τις ανεβάσουν στον τοίχο/συζητήσεις της η-τάξη. Πρέπει, επίσης, να σημειώσουν ποιο από αυτά που είδαν τους έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση και να καταλήξουν (με επιχειρήματα) ποιο αίτιο κρίνουν ως πιο σημαντικό (αίτια και συνέπειες της Εικονομαχίας).
Γνωρίζουν ότι αντλώντας στοιχεία από αυτές τις σημειώσεις και τις συμπληρώσεις που θα κάνουν της ώρα του μαθήματος και της μελέτης τους θα προβούν στη σύνταξη ιστορικού κειμένου-εργασίας με τίτλο: «Συνέπειες της Εικονομαχίας, τόσο στο εσωτερικό του Βυζαντινού κράτους, όσο και στην εξωτερική του πολιτική».
Βασική ροή Σεναρίου Σύγχρονης
Αφόρμηση
Συνειρμοί της λέξης «Εικονομαχία» (ιδεοθύελλα)
Συζήτηση: τα αίτια και οι συνέπειες της Εικονομαχίας (από τις σημειώσεις που έχουν στα τετράδιά τους οι μαθητές-από το βίντεο που έχουν επεξεργαστεί ασύγχρονα. https://www.youtube.com/watch?v=Y8TL9s-GxUU (Ένα video-κολάζ που περιλαμβάνει γνώμες ιστορικών για την περίοδο της εικονομαχίας. Η κρίση εικονομαχίας διχάζει τους Βυζαντινούς)
Παρουσίαση ερευνητική εστίαση
Δραστηριότητες με χρήση: Βίντεο, Ιστοσελίδα, Σχολικό βιβλίο, Χρονογραμμή, μελέτη εκπαιδευτικού υλικού από το φωτόδεντρο:
ΤΙΤΛΟΣ
Εικονομαχία (συλλογή εικόνων)
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Συλλογή δεκαπέντε εικόνων με θέμα την περίοδο της Εικονομαχίας και την οριστική αναστήλωση των εικόνων. Στόχοι του μαθησιακού αντικειμένου είναι η εξάσκηση των μαθητών στην παρατήρηση εποπτικού υλικού και κυρίως η εξοικείωσή τους τόσο με τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου όσο και με τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σε αυτά. Πιο συγκεκριμένα, οι εικόνες της συλλογής παρουσιάζουν την καταστροφή εικόνων από εικονομάχους, παραδείγματα εικονοκλαστικής διακόσμησης εκκλησιών, μορφές αυτοκρατόρων, αυτοκρατειρών και Πατέρων της Εκκλησίας που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο κατά την Εικονομαχία, καθώς και σκηνές από τη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο και την αναστήλωση των εικόνων. Για κάθε εικόνα, μάλιστα, δίνονται σύντομες πληροφορίες, με σκοπό τον εμπλουτισμό των γνώσεων των μαθητών, καθώς και σχετικός υπερσύνδεσμος.
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΝΑΦΟΡΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΟΡΟΥ
Ανάλυση, Εμβάθυνση, Εφαρμογή
Διατύπωση ερωτημάτων από μαθητές και μαθήτριες. Καταιγισμός ιδεών.
Αξιολόγηση, αναστοχασμός
Αξιολόγηση γνώσης. Συνοπτική επανάληψη.
Επέκταση
Ανάθεση εργασίας: δημιουργία ιστορικού κειμένου.
Βασική Ροή Σεναρίου Σύγχρονης (2ωρο)
Αφόρμηση
Κουβεντούλα προφορική και σχόλια στο chat για τις αναρτήσεις που έγιναν στον τοίχο της η-τάξη. Σχολιάζονται οι σχετικές πληροφορίες.
Ομαδοσυνεργατικές δραστηριότητες: Εικονομαχία: στο χάρτη, στα κείμενα, αντικρουόμενα επιχειρήματα. Αγώνας λόγου ανάμεσα σε Εικονομάχους και Εικονολάτρες.
Κάθε ομάδα παίρνει έναν υπερσύνδεσμο για συνεργατικό έγγραφο google doc με το θέμα που επέλεξε. Συνεργάζονται για να εκτελέσουν την αποστολή της ομάδας τους, μέχρι το τέλος της 1ης διδακτικής ώρας.
Παρουσίαση των ομαδικών εργασιών
Κάθε ομάδα έχει 5 λεπτά για να δείξει το έργο της. Γίνονται σχόλια στο chat και επιτρέπονται ερωτήσεις, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης των ομάδων.
Αξιολόγηση, αναστοχασμός
Μετά την ολοκλήρωση των παρουσιάσεων από μαθήτριες και μαθητές, ψηφίζεται η καλύτερη εργασία. Γίνεται σχολιασμός: πως εργάστηκαν οι ομάδες, τι καινούργιο έμαθαν κ.ά.
Ανάθεση εργασιών
Κάθε ομάδα αναλαμβάνει να τελειοποιήσει την εργασία της και να την αναρτήσει στον τοίχο της η-τάξης.
Ενθαρρύνω την ανταλλαγή σχολίων μεταξύ των μαθητών/τριών.
Με το τέλος του σεναρίου όλες οι εργασίες των ομάδων θα ενοποιηθούν σε ένα ηλεκτρονικό βιβλίο, που θα ανέβει και στην ιστοσελίδα του σχολείου (ή στο ιστολόγιο η-τάξη).
Βασική Ροή Σεναρίου Σύγχρονης
Αφόρμηση
Δύο φωτογραφίες, του σχολικού εγχειριδίου, από την περίοδο της εικονομαχίας στην οθόνη: μαθητές και μαθήτριες κοιτάζουν προσεκτικά, συγκρίνουν και σχολιάζουν.
Παρουσίαση, ερευνητική εστίαση
Ανάγνωση πηγών από το φύλλο εργασίας
Στόχος: να γνωρίσουν, να συγκρίνουν και να αξιολογήσουν τις ιστορικές πηγές και την αξιοπιστία τους.
Ανάλυση, Εμβάθυνση, Εφαρμογή
Απάντηση των ερωτημάτων που είχαν τεθεί στην αρχή του σεναρίου. Ελεύθερος διάλογος.
Αξιολόγηση, αναστοχασμός
Αξιολόγηση της συμμετοχής στον διάλογο, τις ερωτήσεις και απαντήσεις των μαθητών/τριών και εκπαιδευτικού.
Αναστοχασμός: γράφουν τρεις λέξεις που κρατούν από το μάθημα της Εικονομαχίας στο chat, ποια δραστηριότητα τους άρεσε περισσότερο και ποια θα ήθελαν να επαναληφθεί σε επόμενη διδακτική ενότητα.
Επέκταση
Ανάθεση εργασίας από λίστα επιλογών,
Δημιουργία παρουσίασης, δημιουργία βίντεο κ.ά.
Πλαίσιο Υλοποίησης
Το σενάριο υλοποιείται με τη μορφή εξ αποστάσεως δραστηριοτήτων, οι οποίες ανατίθενται στους μαθητές και στις μαθήτριες και εκπονούνται σύγχρονα μέσω του webex, εργαλείων e-me και της η-τάξη (σύγχρονη διδασκαλία). Ολοκληρώνεται με τη ανάθεση εργασιών εξ αποστάσεως οι οποίες ανατίθενται στους μαθητές/τριες και εκπονούνται ασύγχρονα μέσω της e-me και η-τάξη (ασύγχρονη διδασκαλία). Συμπληρώνεται (προαιρετικά) κατόπιν, με σύγχρονη διδασκαλία μέσω του webex, της e-me και η-τάξη. Στόχος είναι η ενεργοποίηση των μαθητών/τριών.
Χρησιμοποιούμενα εργαλεία/μέσα
Παρουσιάζονται συνοπτικά τα χρησιμοποιούμενα εργαλεία/μέσα και ο ρόλος τους στην υλοποίηση του σεναρίου.
Εργαλεία e-me:
e-me content (δημιουργία του δικού μου ψηφιακού εκπαιδευτικού υλικού): Image, juxtaposition, Timeline, Image slider, Image sequencing, Image Pair, Interactive video.
Ο τοίχος η-τάξη, κανάλι επικοινωνίας της τάξης.
Η-τάξη εργασίες (δημιουργία εργασιών, ανάθεση εργασιών με καταληκτική ημερομηνία παράδοσης, βαθμοί και ανατροφοδότηση).
Η-τάξη συζητήσεις
Η-τάξη γραμμή μάθησης
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
Διαδραστικά σχολικά βιβλία http://ebooks.edu.gr/ebooks/
Φωτόδεντρο, http://photodentro.edu.gr/lor/r/8521/1053 ΤΙΤΛΟΣ
Εικονομαχία (συλλογή εικόνων)
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Συλλογή δεκαπέντε εικόνων με θέμα την περίοδο της Εικονομαχίας και την οριστική αναστήλωση των εικόνων. Στόχοι του μαθησιακού αντικειμένου είναι η εξάσκηση των μαθητών στην παρατήρηση εποπτικού υλικού και κυρίως η εξοικείωσή τους τόσο με τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου όσο και με τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σε αυτά. Πιο συγκεκριμένα, οι εικόνες της συλλογής παρουσιάζουν την καταστροφή εικόνων από εικονομάχους, παραδείγματα εικονοκλαστικής διακόσμησης εκκλησιών, μορφές αυτοκρατόρων, αυτοκρατειρών και Πατέρων της Εκκλησίας που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο κατά την Εικονομαχία, καθώς και σκηνές από τη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο και την αναστήλωση των εικόνων. Για κάθε εικόνα, μάλιστα, δίνονται σύντομες πληροφορίες, με σκοπό τον εμπλουτισμό των γνώσεων των μαθητών, καθώς και σχετικός υπερσύνδεσμος.
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΝΑΦΟΡΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΟΡΟΥ
https://www.youtube.com/watch?v=Y8TL9s-GxUU (Ένα video-κολάζ που περιλαμβάνει γνώμες ιστορικών για την περίοδο της εικονομαχίας. Η κρίση εικονομαχίας διχάζει τους Βυζαντινούς)
Χρονοπρογραμματισμός
Χρονοπρογραμματισμός-Δραστηριότητα-Περιγραφή- εκπαιδευτικά μέσα
1.Ασύγχρονη διδασκαλία: παρακολούθηση βίντεο ατομική δραστηριότητα, σε χρόνο που οι μαθητές επιλέγουν (έχει δοθεί τουλάχιστον 1 εβδομάδα πριν την εφαρμογή του σεναρίου).
Περίπου 8΄. Οι μαθητές παρακολουθούν το βίντεο «Εικονομαχία» και κρατούν σημειώσεις στα τετράδιά τους, τις οποίες (τα βασικά σημεία) αναρτούν σε αντίστοιχη ενότητα στον τοίχο της η-τάξης. https://www.youtube.com/watch?v=Y8TL9s-GxUU (Ένα video-κολάζ που περιλαμβάνει γνώμες ιστορικών για την περίοδο της εικονομαχίας. Η κρίση εικονομαχίας διχάζει τους Βυζαντινούς)
2.Σύγχρονη διδασκαλία (1 διδακτική ώρα). Χρήση του webex της πλατφόρμας η-τάξη, ψηφιακά εργαλεία από εφαρμογές του διαδικτύου ή την e-me.
Φάση 1. Αφόρμηση. Επαφή με το ιστορική γεγονός της Εικονομαχίας (διάρκεια: 5΄ λεπτά).
Ιδεοθύελλα. Γράφουν όλοι την πρώτη λέξη που έρχεται στο μυαλό τους όταν ακούν τη λέξη «Εικονομαχία» ως σχόλιο στον Τοίχο.
Διερεύνηση γνώσεων. Διερεύνηση γνώσεων: μονολεκτική επανάληψη αιτίων και συνεπειών της Εικονομαχίας (από τις σημειώσεις που έχουν κρατήσει στα τετράδιά τους). Προφορικά και στο chat.
Φάση 2. Εικονομαχία: πληροφορίες, καθαρά γνωστικός προσανατολισμός (διάρκεια: 20 λεπτά). Βίντεο διαδραστικό: https://www.youtube.com/watch?v=yT23eWqOQpA- Εικονομαχία. Καθώς παίζει το βίντεο μπορεί να γίνει και σύντομος διάλογος (αν το επιθυμεί ο/η εκπαιδευτικός) με διάρκεια της ταινίας στα σημεία που προσφέρονται για διευκρίνιση ή ερωτήματα. Επίσης, κάποια σημεία του βίντεο μπορεί να τα προσπεράσει για να κερδίσει χρόνο. Μετά το βίντεο προβάλλεται στην οθόνη το σχολικό βιβλίο και τονίζονται τα σημαντικά σημεία του μαθήματος, αξιοποιούνται περισσότερες πληροφορίες, όπου χρειαστεί. Έχω δημιουργήσει επίσης μία χρονογραμμή με τα σημαντικότερα γεγονότα των 2 φάσεων της εικονομαχίας και την προβάλλω στην ώρα της διδασκαλίας. E-me content-interactive video (διαδραστικό βίντεο). E-me content timeline.
Συζήτηση στην τάξη. Σύνδεση των πληροφοριών που πήραμε από το βίντεο με αυτά που περιέχει το σχολικό βιβλίο.
Εμπέδωση όσων μάθαμε με την προβολή της χρονογραμμής. Αναρτώ στον Τοίχο της η-τάξη φύλλα επανάληψης για την ιστορική περίοδο της Εικονομαχίας, με τα επιχειρήματα των δύο παρατάξεων; Εικονομάχων και εικονολατρών. Google docs,τοίχος η-τάξης.
Φάση 3. Ανάλυση-Εμβάθυνση (διάρκεια: 5 λεπτά). Διατύπωση ερωτημάτων από τους μαθητές και μαθήτριες. Προτείνω στους μαθητές να σκεφτούν διάφορα ερωτήματα. «Σκεφτείτε διάφορα ερωτήματα:
Τι θα θέλατε να μάθετε για την σύγκρουση αυτή που δίχασε τη Βυζαντινή κοινωνία;
Τι θα θέλατε να εξηγήσετε σε κάποιον, που τώρα ακούει, για την εικονομαχία στο Βυζάντιο, και δεν γνωρίζει τα γεγονότα;
Καταιγισμός ιδεών-ερωτημάτων. Ακολουθεί καταιγισμός ιδεών-ερωτημάτων, όπως:
Ποια η σημασία της Εικονομαχίας τότε; Γιατί ήταν τόσο σφοδρή ως πνευματική σύγκρουση;
Ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές; Ποιες δυνάμεις συγκρούονται;
Ποιος ο ρόλος της Δύσης;
Τι χάθηκε τελικά με την Εικονομαχία; Τι κερδήθηκε;
Ποια κληρονομιά άφησε η Εικονομαχία στο Βυζαντινό κόσμο;
Καταγράφω όσα ερωτήματα τεθούν και λέω: «Αυτά τα ερωτήματα, λοιπόν, πρέπει να απαντηθούν ως το τέλος του σεναρίου από εμάς».
Chat στο webex.
Φάση 4. Επανάληψη, ανάθεση εργασιών (διάρκεια: 5 λεπτά). Σύντομη επανάληψη: «κάρτες εξόδου». Ολοκληρώνω τη διδακτική ώρα με ερωτήσεις που απαντούν όλοι στο chat:
Γράψτε τις 3 κυριότερες αιτίες-συνέπειες της Εικονομαχίας, ή, εναλλακτικά, μπορούν να συμπληρώσουν τα κενά στο μικρό κουίζ συμπλήρωσης κενών, που αναρτώ στον Τοίχο της πλατφόρμας e-me. Chat στο webex, e-me content.
Ανάθεση εργασίας. Οι μαθητές/τριες καλούνται να δημιουργήσουν κείμενο.
3.Ασύγχρονη διδασκαλία. Πλατφόρμα η-τάξη.
Μελέτη, έρευνα (διάρκεια: έως 20-30 λεπτά)
Ανάληψη αποστολής. Οι μαθητές/τριες καλούνται να κάνουν διαδικτυακή έρευνα και να γνωρίσουν περισσότερα για την περίοδο της Εικονομαχίας, να βρουν άγνωστες λεπτομέρειες (διαδικτυακή έρευνα).
Ανάρτηση εργασιών στον Τοίχο της e-me. Μελέτη του εγγράφου «Εικονομαχία». Google docs.
Προωθώ την αλληλεπίδραση στον Τοίχο της η-τάξης (ή στις συζητήσεις), αναφορές στην περίοδο της Εικονομαχίας. Στόχος είναι να κρατηθεί αμείωτο το ενδιαφέρον των μαθητών/τριών. Γίνεται συζήτηση και αναστοχασμός. Θέτω διάφορα ερωτήματα και ζητώ την άποψή τους, προετοιμάζοντας τη σύγχρονη διδασκαλία, που θα ακολουθήσει.

«Η βυζαντινή μουσική: Ιστορική Αναδρομή και προεκτάσεις της στο παρόν», Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

«Η βυζαντινή μουσική: Ιστορική Αναδρομή και προεκτάσεις της στο παρόν», Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ Διευθύντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.
P7030028 1
Η φροντίδα για θεοσέβεια, η ευπρέπεια, η επιμέλεια και η μουσική καλλιέργεια των Ελλήνων και Ελληνοφώνων βυζαντινών, μεταβυζαντινών και άλλων επιγόνων και η τιμή που περιποιούσαν όλοι αυτοί στους Αγίους, δημιούργησαν έναν από τους μεγαλύτερους μουσικούς πολιτισμούς της οικουμένης: τον βυζαντινό και μεταβυζαντινό, που είναι κι ο μακροβιότερος ανάμεσα στους γνωστούς μουσικούς πολιτισμούς, όσο αφορά στην ομοιογενή γραπτή παράδοσή του.
Με τους όρους -γράφει ο Γ. Στάθης- «Βυζαντινή» και «μεταβυζαντινή» μουσική, προσδιορίζεται και χαρακτηρίζεται η Ελληνική μουσική έκφραση και παράδοση με μιαν αδιάκοπη συνέχεια και ομοιογένεια, περνώντας μέσα από τους μακρούς αιώνες του βυζαντινού πολιτισμού.
Ως τέχνη η Βυζαντινή μουσική αποτελεί έκφραση του βυζαντινού πνεύματος και πολιτισμού και οργανώθηκε από τα μέσα του β’ αιώνος (ή και λίγο νωρίτερα) σε πλήρες, αυτοτελές, άρτιο και ομοιογενές σύστημα σημειογραφίας για την τελειότερη δυνατή έκφραση της λατρείας της Ορθόδοξης ανατολικής Εκκλησίας. Για την πρώτη περίοδο της εκκλησιαστικής και κοσμικής μουσικής (του Δ΄ αιώνα) υπάρχουν επαρκή ιστορικά στοιχεία και μαρτυρίες, οι οποίες μας πληροφορούν πως η μουσική κατάσταση στην εκκλησία διαφοροποιείται μετά την παύση των διωγμών, παίρνοντας μια τροπή σε πιο σύνθετες ποιητικές και μελωδικές μορφές.
Όπως μαρτυρεί ο Μ. Βασίλειος (αρχίζοντας ήδη από τους προηγούμενους αιώνες) έχουν διαμορφωθεί δύο τρόποι ψαλμωδίας.
α) ο αντιφωνικός, όπου το εκκλησίασμα χωρίζεται σε δύο μέρη που ψάλλουν αντιφωνικά (σημ. ο τρόπος αυτός της ερμηνείας έχει επιβιώσει μέχρι σήμερα στη φωνητική λαϊκή μουσική μας) και
β) Ο καθ’ υπακοήν τρόπος. Με τον τρόπο αυτό ένας ψάλτης έψαλλε ένα ψαλμικό στίχο και στο τέλος του όλοι μαζί έψαλλαν την «υπακοή».
Όπως γνωρίζουμε τον 4ο αιώνα γίνονται οι τελικές διαρρυθμίσεις των τύπων της Θείας λειτουργίας. Οι ψάλτες πλέον (και με την Σύνοδο της Λαοδικίας το 367) είχαν καθιερωθεί. Την ίδια εποχή εμφανίζεται και ο θεσμός του Χοράρχη καθώς και ο θεσμός του Χειρονόμου, θεσμός που ποτέ δεν αποδέχτηκε ο Άγιος Χρυσόστομος, θεωρώντας τον ανάρμοστο.
Οι βυζαντινοί με μεγαλοπρεπείς τελετές αρχίζουν να δείχνουν τη λατρεία τους προς τον Κύριο και τους Αγίους Πατέρες και ενώ αντιπαθούσαν (πλέον) την κοσμική μουσική, την οποία θεωρούσαν εξεζητημένη (και επικρατούσε κυρίως το διάτονο μέλος), άρχισαν να προσαρμόζουν μέσα στο εκκλησιαστικό ύφος χρωματιστά και μικτά γένη και άρχισαν να τονίζονται σ’ αυτά νέοι ορθόδοξοι ύμνοι (ασφαλώς με αντιαιρετικό περιεχόμενο).
Ο Μέγας Αθανάσιος ερμηνεύει την καινοτομία αυτή ως εξής: «Δεν επιδιώκουμε την ευφωνία, αλλά αποδεικνύουμε την αρμονική διάθεση των ψυχικών μας λογισμών. Η ψυχή προτρέπεται να περάσει από την ανισότητα στην ισότητα για να φτάσει στη φυσική της κατάσταση. Λησμονεί τις ηδονές και σκέπτεται μόνο το αγαθό».
Η λατρεία μέσω της εκκλησιαστικής μουσικής παίρνει (κατά τον Δ΄ αιώνα) μεγάλες διαστάσεις, υπό την έννοια ότι καθιερώνεται και παγιώνεται κάπως, ως προς το περιεχόμενο και τη μορφή της. Η μουσική -εξ αιτίας κυρίως των αιρετικών κινήσεων- παρουσιαζόταν με μεγάλη μεγαλοπρέπεια σε γιορτές και πανηγύρια. Τα όργανα -που είχαν ήδη απαγορευτεί με διάταξη- υπηρετούσαν, σύμφωνα με αυτή, την «ηδυπαθή θυμελική μουσική».
Η θυμελική μουσική προερχόταν από το θέατρο και επιβίωνε κυρίως σε αστικούς χώρους. Τον τέταρτο αιώνα διέπρεψαν εκκλησιαστικοί υμνωδοί, μεταξύ των οποίων είναι: Ο Μ. Βασίλειος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Μ. Αθανάσιος (που συνέβαλε και στο σχηματισμό της λειτουργίας των προηγιασμένων δώρων) ο Κύριλλος Ιεροσολύμων κ.ά. και μπαίνουμε αισίως στον Ε΄ αιώνα, στον αιώνα της γενικής απαρχής της ακμής της Βυζαντινής μουσικής που κράτησε μέχρι τον 12ο αιώνα.
Φυσικά, η Βυζαντινή μουσική υπέστη εξέλιξη στο διάβα των αιώνων, γράφει η Σοφία Κ. Σπανούδη στην «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ», που πρωτοκυκλοφόρησε αμέσως μετά το 1940, το κυριώτερο όμως γνώρισμα αυτής της εξέλιξης είναι μια αυστηρή συντηρητικότητα. Και μπορεί να πει κανείς ότι, όπως στη βυζαντινή αγιογραφία, κατά τον ίδιο τρόπο και στη βυζαντινή μουσική, η εκδήλωσή της είναι τρόπον τινά δογματική. Γι’ αυτό και δεν επιτρέπει τη χρήση οργάνων στη λειτουργία. Διατηρεί δε σχεδόν αμετάβλητη τη μουσική γραφή, και ακόμη δεν επιτρέπει την αρμονική και πολυφωνική επεξεργασία του λειτουργικού μέλους.
Θεμελιωτές αυτής της εκκλησιαστικής τέχνης ήταν πολλοί πατέρες της εκκλησίας: Βασίλειος, Γρηγόριος, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Άγιος Αθανάσιος, Εφραίμ ο Σύρος κ.ά.
Η Βυζαντινή μουσική κατά την επίσημη διαμόρφωσή της ποτέ δεν αποδέχτηκε το χρωματικό και εναρμόνιο γένος, που είχε μεγάλη άνθιση κατά τον 4ο αιώνα και που είχε διαδοθεί στις εκκλησίες Αντιόχειας και Κωνσταντινούπολης, γιατί θεωρούσε αυτά τα δύο μουσικά γένη ασυμβίβαστα με την σοβαρότητα της Εκκλησίας.
Διατήρησε μόνο το διατονικό γένος. Παρ’ όλα αυτά, τον 8ο αιώνα παρουσιάζονται τα εκκλησιαστικά όργανα τα οποία όμως δεν λάμβαναν μέρος στη λειτουργία αλλά χρησιμοποιούνταν στις αυλικές τελετές και στις προγυμνάσεις των ψαλτών. Αργότερα αυτά τα εκκλησιαστικά όργανα «μετακόμισαν» στη Δύση, όπου τελειοποιήθηκαν και αποτέλεσαν το απαραίτητο μουσικό όργανο (μέχρι και σήμερα) για τις εκκλησιαστικές λειτουργίες.
Πάντως, η χειρονομία αναφαίνεται στην Εκκλησία από τους πρώτους αιώνες. Γνωρίζουμε, χωρίς να’ χουν κατορθωθεί να περισωθούν μέχρις εμάς τα σημεία της χειρονομικής αυτής τέχνης) πως ο κορυφαίος, -για να διευθύνει καλύτερα και να κάνει περισσότερο εκφραστική τη μελωδία- έκανε διάφορες ρυθμικές κινήσεις με το χέρι του, ακόμη και με το σώμα του. Αυτή η συνήθεια διήρκεσε πολλούς αιώνες.
Η Βυζαντινή μουσική γραφή που είναι εξαιρετικά πολύπλοκη και δύσκολη -αφού δεν επιτρέπει την αρμονική και πολυφωνική επεξεργασία του λειτουργικού μέλους- μεταχειριζόταν στην αρχή γράμματα του αλφάβητου και αργότερα μεταχειρίστηκε τα σημαδόφωνα, που το καθένα από αυτά ήταν μια ολόκληρη μουσική φράση.
Δυστυχώς, δεν κατορθώθηκε μέχρι τώρα να βρεθεί το κλειδί της σημειογραφίας αυτής, με το οποίο θα ήταν δυνατόν να διαβαστούν παλιές μελωδίες, όμως οι έρευνες συνεχίζονται με μεγάλη σοβαρότητα. Στην βυζαντινή σημειογραφία υπάρχει ακόμη και η αγκιστροειδής γραφή, την οποία επινόησε ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Κατά την τελευταία φάση της η βυζαντινή σημειογραφία εκτός της σημειογραφίας των διαστημάτων προσθέτει και νεύματα, σημεία δηλαδή, που τοποθετούνταν πάνω στο κείμενο για να εκφράσουν το μέλος αλλά και να υπενθυμίζουν στον ψάλτη την κύρια μελωδία.
Ένα από τα σπουδαιότερα ζητήματα στη Βυζαντινή μουσική, γράφει η Αύρα Θεοδωροπούλου στην «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ» που πρωτοκυκλοφόρησε σε δύο τόμους στα 1924, ήταν πάντα η μουσική της γραφή. Ήταν πολλές φορές τόσο δύσκολη που ακόμη και οι κληρικοί δεν μπορούσαν να τη διαβάσουν με ευχέρεια. Γι αυτό τον 4ο αιώνα, πρωτοφαίνεται η εκφωνητική γραφή ( νευματική).
Η Βυζαντινή μουσική είχε στην αρχή της μεσαιωνικής εποχής σημαντική επίδραση στη Δύση. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Πάπας Ρώμης, όταν επέστρεψε από ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη, οργάνωσε σχολές για τους ψάλτες. Τον κατηγόρησαν γιατί έβαλε μέσα στη δυτική λειτουργία το Κύριε ελέησον και το Αλληλούια που πήρε από την Βυζαντινή λειτουργία.
Ένα από τα σπουδαιότερα μουσικά κέντρα στο Βυζάντιο ήταν η Μονή του Στουδίου. Οι Στουδίτες μοναχοί έδωσαν την τελευταία αναλαμπή στην εκκλησιαστική υμνογραφία. Οι πιο φημισμένοι Στουδίτες υμνογράφοι ήταν ο Θεόδωρος και ο Ιωσήφ.
Θρησκεία και Βυζάντιο
Η χριστιανική θρησκεία προήλθε από την Παλαιστίνη. Αλλά γρήγορα δέχτηκε την ελληνιστική επίδραση και με την εργασία των χριστιανών διανοητών της Αλεξάνδρειας -του Κλήμεντος και του Ωριγένη- ο χριστιανισμός απέκτησε τα πολιτικά και πολιτιστικά του δικαιώματα στον ελληνικό κόσμο.
Ίσως, ο παράγοντας της πολιτισμικής βυζαντινής ταυτότητας που αξίζει να καταλάβει την πρώτη θέση είναι η πεποίθηση ότι η αυτοκρατορία ήταν δημιούργημα θελήσεως του Θεού και ότι προστατεύονταν απ’ Αυτόν και τον Υιόν του. Είναι αυτή η πεποίθηση, η οποία σε μεγάλο βαθμό εξηγεί την εμμονή στην παράδοση, τον υπερβολικό συντηρητισμό στο Βυζάντιο.
Το καθεστώς, που καθιερώθηκε απ’ τον Κωνσταντίνο, συνεχίστηκε απ’ τους διαδόχους του, φτάνει στην εποχή των εικονοκλαστών δέχτηκε την αμφισβήτηση της αυτοκρατορικής αυθεντίας, που εγέρθηκε απ’ τους μοναχούς, οι οποίοι ζητούσαν μεγαλύτερη ελευθερία για την Εκκλησία. Ωστόσο η αμφισβήτηση αυτή στάθηκε ανώφελη.
Στη συνταγματική θεωρία της αυτοκρατορίας δεν αναγνωρίζονταν κληρονομικά δικαιώματα επί του θρόνου, αν και κατά καιρούς συγγενικά συναισθήματα μπορούσαν να έχουν μεγάλη επίδραση. Όταν κατά τη μακεδονική δυναστεία αυτό το συναίσθημα έφερε στο θρόνο ένα αφοσιωμένο στη μελέτη αυτοκράτορα, ένας συνεργάτης του εκτελούσε εκείνα τα στρατιωτικά καθήκοντα, που αποτελούσαν μέρος του αυτοκρατορικού φορτίου.
Αυτό το μεγάλο βάρος των υποχρεώσεων, που επιβάλλονταν στον αρχηγό -η υπευθυνότητα για την υλική και πνευματική ευτυχία των υπηκόων του- διαμόρφωσε το βυζαντινό αυτοκρατορικό ιδεώδες και αυτό το ιδεώδες κατευθύνει αναγκαστικά τον κυρίαρχο ηγεμόνα: Μπορεί να τον κάνει άλλο άνθρωπο. Εξαιρετικά δαπανηρή, υπερβολικά συντηρητική στις μεθόδους της, συχνά διεφθαρμένη, παρ’ όλα αυτά, η αυτοκρατορική διοικητική μηχανή ήταν, φαίνεται, ικανή: συνέχιζε να λειτουργεί με τη δική της συσσωρευτική ορμή κινήσεως που απέκτησε.
Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι κατά Χριστόν «μωροί» -εκείνοι που υπέφεραν την περιφρόνηση του κόσμου εμφανιζόμενοι στο κοινό ως ανόητοι, για να πάρουν επάνω τους μέρος από το φορτίο της ταπεινώσεως, που είχε οδηγήσει τον Κύριό τους στο Σταυρό- και αυτοί επίσης είχαν τα ρητά τους, που δικαίωναν τον τρόπο ζωής τους: «το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί», «η σοφία του κόσμου τούτου μωρία παρά τω Θεώ εστί».
Βυζαντινή Κοινωνική Ζωή
Πώς ζούσαν οι Βυζαντινοί; Ήταν η ερώτηση, στην οποία ο R.Byron ζήτησε να απαντήσει στο νεανικό του έργο «Το Βυζαντινό Επίτευγμα». Ένα κεφάλαιό του το τιτλοφόρησε «Η χαρούμενη ζωή». Αυτό είναι μια σοβαρή παραποίηση.
Όσο περισσότερο κανείς μελετά τη ζωή του Βυζαντίου, τόσο κατανοεί το βάρος των φροντίδων, που το τυραννούσαν. Ο φόβος, που προκαλούσε ο άτεγκτος φοροεισπράκτορας, ο τρόμος, από την αυθαίρετη τυραννία του αρχηγού του κράτους, η αδυναμία του χωρικού, μπροστά στην άπληστη επιθυμία του δυνατού για αρπαγή της γης, η επαναλαμβανόμενη απειλή βαρβαρικής εισβολής καθιστούσαν τη ζωή μια επικίνδυνη υπόθεση.
Και εναντίον των κινδύνων που την απειλούσαν, μόνο υπερφυσική βοήθεια -η βοήθεια του αγίου, του μάγου ή του αστρολόγου- μπορούσε να την σώσει. Και είναι τιμή του που ο βυζαντινός κόσμος έκανε συνείδησή του τη φιλανθρωπία και ζήτησε να ελαφρώσει τα βάρη της ζωής, θεμελιώνοντας νοσοκομεία για τους ασθενείς, τους λεπρούς και τους αδύνατους, κτίζοντας ξενοδοχεία για τους οδοιπόρους και τους ξένους, γηροκομεία για τους γέρους, οίκους μητρότητας για τις γυναίκες, καταφύγια για τα εγκαταλελειμμένα παιδιά και τους πτωχούς, ιδρύματα με γενναιοδωρία ενισχυόμενα οικονομικώς από τους ιδρυτές τους, οι οποίοι με γραπτούς κανονισμούς ρύθμιζαν με λεπτομέρειες τις κατευθύνσεις διοικήσεως αυτών των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων.
Πρέπει κανείς να στραφεί προς τη ζωή των αγίων και όχι προς τους αυλικούς ιστορικούς, αν θα ήθελε να περιγράψει τις συνθήκες ζωής του Βυζαντίου. Και επειδή η ζωή ήταν ανασφαλής και επικίνδυνη, εύκολα αναπτύσσονταν καχυποψίες και εκρήξεις βίας και η σκληρότητα ήταν η φυσική συνέπεια.
Η Ευρώπη του αιώνα μας θα έπρεπε να κάνει ευκολότερη την κατανόηση των βασάνων του βυζαντινού κόσμου. Δεν θα αντιληφθούμε ποτέ σ’ όλη την έκταση το μέγεθος των αυτοκρατορικών επιτευγμάτων, αν δεν έχουμε μάθει σε ορισμένο βαθμό την τιμή, με την οποία αυτά τα επιτεύγματα πραγματοποιούνταν.
Υπό το ιστορικό και κοινωνικό αυτό βάθρο διαπιστώνουμε πως η Βυζαντινή Μουσική υπήρξε ένας πλήρης μουσικός πολιτισμός με αισθητικές αρχές και δικό του ήθος, με φιλοσοφική θέση και θεωρητική αναζήτηση στο χώρο της μουσικής πραγμάτωσης. Με μιαν αξιοθαύμαστη εξέλιξη, αλλά και με χαρακτηριστικές φάσεις και σταδιακές ουσιαστικές αλλαγές στη γραφή, τη μορφή και το ύφος. Μιαν εξέλιξη που έμεινε πάντοτε μέσα στη μονοφωνία, χωρίς ποτέ να διερευνήσει άλλες παραμέτρους της μουσικής κατασκευής -όπως π.χ. την αρμονία ή την αντίστιξη. Δημιούργησε, όμως, ένα μεγάλο μελωδικό πλούτο και πολυσύνθετες μουσικές μορφές και έφτασε το μονοφωνικό είδος σε θαυμαστά ύψη εκλέπτυνσης και σοφίας.
Στον Ελληνικό χώρο επικρατούν σήμερα τρεις βασικές παραλλαγές της Πατριαρχικής παράδοσης της Κωνσταντινουπόλεως, κι αυτές είναι:
της Θεσσαλονίκης,
η Αθηναϊκή και
αυτή του Αγίου Όρους.
Όσες όμως σχολές κι αν υπήρχαν, γεγονός είναι πως «η βυζαντινή μουσική διαμορφώθηκε με βάση την αρχαιοελληνική παράδοση που την μεταπλάθει κάτω από την πολύμορφη επίδραση του ανατολίτικου πολιτισμού». (Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ του Τζ. Πίλκα).
Η Βυζαντινή Μουσική είναι κυρίως εκκλησιαστικά άσματα που έχουν για περιεχόμενό τους τα χωρία από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, θεολογικές και δογματικές έννοιες και παράλληλα περιγραφές από την ζωή του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων. Το σύνολο σχεδόν των ιστορικών και ερευνητών της Βυζαντινής Μουσικής έχουν αποφανθεί ότι η Βυζαντινή Μελουργία είναι Ελληνική, με την έννοια ότι αυτή αποτελεί σύζευξη και συνέχεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής καθώς και προάγγελος της δημοτικής μουσικής παράδοσης που διαμορφώθηκε κατά την Τουρκοκρατία. Ακόμα κι αυτός που δεν ασχολείται με μουσικολογικά θέματα, αν είναι ποτέ δυνατόν να φανταστεί τα εγκώμια της Μ. Παρασκευής με την απέραντη Ελληνική μουσικότητά τους ή τα απολυτίκια και τα κοντάκια του α΄ ήχου χωρίς την προϋπόθεση της Ελληνικότητας ελληνικά, αφού η ίδια μουσική γραμμή διέπει και ανάλογα δημοτικά τραγούδια, όπως π.χ. η μουσική συγγένεια ανάμεσα στο απολυτίκιο του α΄ ήχου «του λίθου σφραγισθέντος», με το τραγούδι του «Γερο-Λύγκου».
Αναντίρρητα, μέσα από τη Βυζαντινή Μουσική πέρασε το αρχαίο μέλος και παράλληλα διασώζεται, δηλαδή η ταύτιση ήχου και λόγου είναι κοινό σημείο αρχαίας και βυζαντινής μουσικής. Στα απολυτίκια, τα κοντάκια, τα δοξαστικά κ.λ.π. της βυζαντινής μουσικής γραφής, αυτή η ταύτιση λόγου και ήχου είναι ολοφάνερη, π.χ. στο απολυτίκιο του γ΄ ήχου «Εφραινέσθω τα Ουράνια», όπου μιλάμε για τον Ουρανό, Θεό, Χριστό, ο ήχος είναι ψηλά. Όταν, αντίθετα, μιλάμε για αμαρτία, για γη, για θάνατο, ο ήχος είναι χαμηλά. Όπως η Ελληνική γλώσσα μέσα στους αιώνες εξελίχθηκε και παρέμεινε Ελληνική, το ίδιο συμβαίνει και με τη μουσική της που πέρασε αρχικά στη βυζαντινή και τέλος στη δημοτική.
Επιπροσθέτως, το αντιφωνικό σύστημα που ισχύει είναι καθαρά αρχαιοελληνικό και σώζεται ως τις μέρες μας στα συμποσιακά δημοτικά τραγούδια.
Υπάρχει σήμερα κάποιος που να μπορεί ν’ αμφισβητήσει-καλόπιστα- τη χρήση από τη Βυζαντινή Μουσική των αρχαίων ελληνικών ρυθμών, τα χρώματα, την αντιφωνία, τις φρυγικές παρορμητικές μελωδίες, τη διθυραμβική συνοχή του διατονικού γένους ή τις αυστηρές και επιβλητικές δωρικές μελωδίες και τις αντίστοιχες λυρικές της λύδιας μελωδικής γραμμής; Όλοι πρέπει να αναγνωρίσουμε αντικειμενικά και χωρίς κανένα φανατισμό, ότι είναι απόλυτη αλήθεια πως η Βυζαντινή Μουσική είναι το θησαυροφυλάκιο της Εθνικής μας μουσικής παράδοσης.
Οι πρώτοι βυζαντινοί ύμνοι ήταν στηρίχθηκαν σε αρχαίους ελληνικούς ύμνους, όπως ο πάπυρος της Οξυρύγχου που έχει έναν ύμνο προς την Αγία Τριάδα ο οποίος ήταν ο ίδιος ο απολλώνιος ύμνος. Οι άνθρωποι, λοιπόν, που ξεκίνησαν να εκφράσουν αυτό το Χριστιανικό Πάθος βασίστηκαν σε αρχαία Ελληνικά πρότυπα.
Η Βυζαντινή μουσική ξεκίνησε απ’ το λαό. Αυτός έδωσε τα μοτίβα στην Εκκλησία. Δε χωράει αμφιβολία ότι η μουσική αυτή είναι άμεση συνέχεια της αρχαίας. Το ψαλτήρι είναι το τρίγωνο της αρχαιότητας (ή ψαλτήρας ή κανών των βυζαντινών). Η λέξη κανόνιο είναι αρχαία ελληνική. Το κανόνιο είναι το μονόχορδο όπου έγιναν οι μελέτες του Πυθαγόρα, του Ευκλείδη και του Αριστόξενου…Από τον Ε΄ αιώνα στην Πόλη υπήρχαν εξειδικευμένοι δάσκαλοι της θρησκευτικής μουσικής.
Επί Ιουστινιανού δε -έναν αιώνα αργότερα- στην Αγία Σοφία υπήρχαν 25 ψάλτες και 100 αναγνώστες. Ο Κων/νος ο Πορφυρογέννητος (10ος αιώνας) μας δίνει πληροφορίες για τα τραγούδια, τα όργανα και τους χορούς της εποχής. Οι πομπώδεις τελετές -που χαρακτηρίζονταν μάλιστα σαν ιερές ακολουθίες είχαν ονομαστεί λειτουργικά δράματα σε στυλ θεατρικό. Δύο τέτοιες παραστάσεις που μας είναι γνωστές είναι: Η τελετή του «νιπτήρος» και η ακολουθία των «Τριών Παίδων εν καμίνω».
Με ένα μικρό χρονικά στατικό μεσοδιάστημα, η επαναφορά στη γνήσια Βυζαντινή μελουργία έγινε αργά και σταθερά και επιτεύχθηκε γύρω στον ΙΑ΄ αιώνα. Η ανάπτυξη αυτή -για την οποία πολλοί μελετητές έχουν γράψει- συντελέστηκε κυρίως στα μεγάλα ελληνικά πνευματικά μουσικά αστικά Κέντρα της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και της Κωνσταντινούπολης. Η ορθόδοξη Εκκλησία έχει διάφορα γένη ασμάτων αλλά και διάφορες κατηγορίες βιβλίων, που περιλαμβάνουν τα εκκλησιαστικά άσματα. Έχει τους αναβαθμούς, τα αντίφωνα, τα απόστιχα, τα απολυτίκια, τους ειρμούς, τα εωθινά, τα καθίσματα, τα ιδιόμελα, τα κοντάκια, τα τροπάρια, και άλλα. Αυτά αποθησαυρίζονται στα βιβλία: το Ψαλτήρι, την Οκτάηχο, το Τριώδιο, την Παρακλητική, το Δοξαστάριο, την Ανθολογία.
Ο Μάρκος Φ. Δραγούμης ,Μουσικολόγος, μας γνωρίζει πως στο Άγιο Όρος σώζονται σήμερα περίπου 2.200 βυζαντινά χειρόγραφα, δηλαδή τα 2/5 του συνολικού αριθμού κωδίκων Βυζαντινής Μουσικής όλου του κόσμου. Τα πιο παλιά χειρόγραφα ανάγονται στην εποχή της κτίσεως των πρώτων μοναστηριών (950-1025). Όμως η παραγωγή βυζαντινών μουσικών χειρογράφων στο Άγιο Όρος παρουσίασε ιδιαίτερη έξαρση στις παραμονές της πτώσης του Βυζαντίου (14ος -15ος αιώνας) και τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας (17ος -18ος αιώνας). Συνεχίστηκε όμως με ρυθμό εντατικό και όλο τον 19ο αιώνα καθώς και κατά τις αρχές του 20ου. Το γνωστότερο, ίσως και περισσότερο μελετημένο αγιορείτικο χειρόγραφο, είναι ο Κώδικας Ιβήρων 470, ένα Ειρμολόγιο του 12ου αιώνα που εκδόθηκε σε πανομοιότυπη πολυτελή έκδοση, το 1938, από τον Οργανισμό «Μνημεία Βυζαντινής Μουσικής». Το χειρόγραφο καταγράφτηκε στο πεντάγραμμο και κυκλοφόρησε σε δύο τόμους στα 1952.
Από τα μουσικά χειρόγραφα του Αγίου Όρους, μας λέει ο Μάρκος Φ. Δραγούμης, που συγκεντρώνουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και θα έπρεπε να μελετηθούν οπωσδήποτε στο εγγύς μέλλον, είναι ο ογκώδης Κώδιξ 1120 της Μονής Ιβήρων. Τον έγραψε το 1458 ο Λαμπαδάριος της αυλής του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και τελευταίος μεγάλος βυζαντινός μελουργός Δούκας ο Χρυσάφης, και περιέχει (όπως ο ίδιος ο Χρυσάφης σημειώνει στο τέλος του χειρογράφου), τις ακολουθίες «πάσης της ψαλτικής»….Οι ψάλτες του Αγίου Όρους διακρίνονται για τη συντηρητικότητά τους και διατηρούν ψαλτικές συνήθειες (αρχαϊκά μοτίβα, ιδιότυπα μικροδιαστήματα και χαρακτηριστικούς τρόπους εκτέλεσης) που στα άλλα μέρη της Ελλάδας έχουν ξεχαστεί ή αλλοιωθεί…Αρκετές αγιορείτικες μελωδίες διασώζει ο Γ. Ρήγας στο βιβλίο του «Μελωδήματα Σκιάθου» (1958). Η μουσική παράδοση του Αγίου Όρους διαδόθηκε στη Σκιάθο από το μοναστήρι της Ευαγγελιστρίας, όπου συνήθιζαν να μονάζουν διαπρεπείς καλόγεροι και ιερείς από το Άγιο Όρος. Τέλος, στο Άγιο Όρος, φυλάγονται και τα αρχαιότερα από τα δημοτικά μας τραγούδια που διασώθηκαν μαζί με τη μουσική τους. Τα ανακάλυψε ο Σπυρίδων Λάμπρος το 1880 μέσα στον κώδικα 1203 της Μονής Ιβήρων. Σημειωτέον ότι με την αποκρυπτογράφηση της μουσικής των τραγουδιών αυτών ασχολήθηκε η Δ. Μαζαράκη στο σχετικό μ’ αυτά βιβλίο της (Αθήνα 1967). Αυτά είναι τόσο σημαντικά και ενδιαφέρουν τον κάθε μελετητή της βυζαντινής μουσικής.
Η Βυζαντινή Μουσική απ΄ τις απαρχές της διαμόρφωσής της αντιτασσόταν στη μουσική των άλλων Ανατολικών Εκκλησιών και κυρίως στη μουσική της Δυτικής Εκκλησίας. Ήταν, βασικά, εκκλησιαστική μουσική, γεννημένη από τη θρησκεία για τη θρησκεία. Είναι, λοιπόν, απαραίτητη, για την κατανόησή της, η γνώση των λειτουργικών τελετών, της λειτουργίας και της δέησης από μουσικής απόψεως. Κατά τον μουσικό λόγο, η βυζαντινή λειτουργία μονιμοποίησε τη δομή της κατά τον ΙΣΤ΄ αιώνα ως ακολούθως: στην αρχή τραγουδούσαν διάφορα εδάφια, αντιφωνίες, λιτανείες, επικλήσεις, κ.λ.π., με την αλληλοδιαδοχή των πιστών με τον ιερέα και το διάκονο. Αυτό το μέρος, τελείωνε με το «Τρισάγιο». Πριν από την «Επιστολή» τραγουδούσαν το «Προκειμένου» και, μεταξύ Επιστολής και Ευαγγελίου τραγουδούσαν το «Αλληλούια». Στην αρχή της πραγματικής λειτουργίας (το πρώτο μέρος λεγόταν «λειτουργία των κατηχουμένων) τραγουδούσαν τον «Ύμνο των Αγγέλων», για να συνοδεύσουν τη «Μεγάλη Είσοδο».
Πριν από τον καθαγιασμό τραγουδούσαν το «Σάνκτους» και πριν από την κοινωνία το «Πάτερ Ημών». Στη διάρκεια της κοινωνίας απήγγελαν το «Κοινωνικόν» και στο τέλος ήταν συνηθισμένο το τραγούδι των επευφημιών, που λεγόταν με διάφορους τρόπους, για παράδειγμα, πιο συχνά λεγόταν «Πολυχρόνιον». Αυτό εξέφραζαν μιαν ιδιαίτερη επισημότητ, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως η είσοδος του αυτοκράτορα. Από τον ΙΒ΄ αιώνα, πριν από την επίκληση τραγουδούσαν τον ωραιότατο ύμνο «Ύμνος για την Παναγία». Τα κύρια μέρη της λειτουργίας ήταν: Το «Μεσονυκτικό» ή «πρωινό», ο «Όρθρος» ή δόξες και «Ο Εσπερινός». Η σημασία τους άλλαζε ανάλογα όχι μόνο με τις ώρες της λειτουργίας, αλλά και ανάλογα με τις γιορτές του λειτουργικού κύκλου. Επίσης αυτή η σημασία άλλαξε πολύ ανά τους αιώνες.
Από την άποψη των μελοποιημένων κειμένων, έφθασε στο ζενίθ της στον ΙΑ΄ αιώνα. Μετά από εκείνη την εποχή απαγορεύτηκε η εισαγωγή νέων κειμένων στη λειτουργία. Η ίδια η μουσική, όμως, συνέχισε να εξελίσσεται, στολίζοντας πάντα τις μελωδίες μ’ ένα περισσότερο ανθισμένο στυλ, όπου εξ άλλου, αυξάνονταν συνέχεια τα νέα στοιχεία και ξένης προέλευσης.
Τα δύο βασικά στοιχεία της Βυζαντινής Μουσικής είναι το κοντάκιο και ο κανόνας. Αμφότερα είναι ποιητικά και παρά πολύ παλιά. Το κοντάκιο γεννήθηκε γύρω στο τέλος του Ε΄ αιώνα. Συνίσταται σε μια διαδοχή στροφών σε ευμετάβλητο αριθμό (πολύ ψηλό, ποτέ λιγότερο από 18 και καμμιά φορά 30, ίσως και περισσότερο). Όλες οι στροφές ήταν ίδιες και ως προς τον αριθμό των συλλαβών κάθε στίχου και ως προς τον αριθμό στίχων κάθε στροφής. Όλες τις τραγουδούσαν με την ίδια μουσική. Επέζησαν οι στίχοι από πολλά κοντάκια, αλλά καμιά αυθεντική μελωδία. Κατά το τέλος του Ζ΄ αιώνα, το κοντάκιο αντικαταστάθηκε από τον κανόνα, που εφαρμόζεται ακόμα και σήμερα. Ο κανόνας αποτελείται από εννέα ωδές, η καθεμιά από τις οποίες έχει έναν ευμετάβολο αριθμό στροφών από 6 μέχρι 9 και περισσότερο. Όλες οι στροφές μιας ωδής είναι ίδιες και ως προς τον αριθμό στίχων και ως προς τις συλλαβές κάθε στίχου και τις τραγουδάνε πάνω στην ίδια μελωδία. Όμως κάθε ωδή διαθέτει ένα μετρικό σχήμα διαφορετικό από τις άλλες και την τραγουδάνε επίσης με άλλη μελωδία. Άλλες «κατώτερες» μορφές βυζαντινής μελουργίας είναι: το τροπάριο (σύντομη ποιητική σύνθεση, συνήθως μονοστροφική και πολύ παλιά), το «στιχηρόν» (μονοστροφικός ύμνος συνήθως με μονοσυλλαβική μουσική, δηλαδή μια νότα κάθε συλλαβή) και οι μορφές πρόζας, π.χ. οι «επευφημίες».
Αρχαία Μουσική
Η Μουσική κατά την αρχαιότητα είχε εξαιρετική θέση. Ήταν αχώριστος σύντροφος των προγόνων μας σε κάθε εκδήλωση της δημόσιας και ιδιωτικής τους ζωής. Ήταν στενά δεμένη με την ποίηση και οι πρόγονοί μας τη χρησιμοποιούσαν στη θεία λατρεία και για να εγκωμιάζουν τους ήρωες.
Οι Έλληνες είχαν τραγούδια, που τα τραγουδούσαν την ώρα της εργασίας για ψυχαγωγία, όπως π.χ. ο βοσκός τραγουδούσε και έπαιζε τον αυλό του για να ξεχνά την πλήξη και τη μοναξιά του.
Μετά την κάθοδο των Δωριέων, περί το 1.100 π.Χ., και μάλιστα όταν ιδρύθηκε το Σπαρτιατικό κράτος, παρουσιάζονται ονομαστοί μουσικοί, όπως ο Όλυμπος και ο Τέρπανδρος. Ακολουθούν ο Αρχίλος, ο Θαλήτας, ο Αλκμάν, ο Στησίχορος, ο Αρίων (ο δημιουργός του διθυράμβου, από τον οποίο αργότερα γεννήθηκε το δράμα).
Ακολουθούν ο Πυθαγόρας (680 π.Χ., που είναι ο συγγραφέας της πρώτης θεωρίας της Μουσικής), ο Αλκαίος και η Σαπφώ της Λέσβου, ο Πίνδαρος (Θήβα 442 π.Χ.) που έγραψε λυρικές ωδές, διθυράμβους, παιάνες, επινίκεια (θριαμβευτικά άσματα για τη νίκη στους Ολυμπιακούς αγώνες.
Ο Πίνδαρος μάλιστα απολάμβανε εξαιρετική τιμή, γι’ αυτό και ο Μέγας Αλέξανδρος έδωσε εντολή στους Μακεδόνες να σεβαστούν το σπίτι του στη Θήβα, κατά την καταστροφή της πόλης αυτής.
Στην Αθήνα καθιερώνεται η εορτή του Διονύσου με το Διθύραμβο. Το 500 π.Χ. δημιουργείται το σατυρικό δράμα από τον Πρατίνα, με ελεύθερο ρυθμό, ακολουθεί ο Αισχύλος, που αυξάνει τους ηθοποιούς στο δράμα και δημιουργεί το διάλογο. Στα δράματα αυτά η μουσική είχε σημαντική θέση, γιατί όλα τα χορικά τα έψαλλαν. Αργότερα γεννήθηκε η κωμωδία, η οποία συνετέλεσε πολύ στην πρόοδο της μουσικής.
Ο χορός των Ορνίθων του Αριστοφάνη φανερώνει ότι το άσμα ήταν μιμητικό. Συνοδευόταν από έναν αυλητή και έναν κιθαρωδό.
Συμπόσιο χωρίς μουσική δε γινόταν. Η άγνοια του τραγουδιού θεωρούνταν ντροπή. Ακόμη και αυτός ο Θεμιστοκλής έμαθε να τραγουδάει. Πολλές ελληνικές πόλεις διατήρησαν μουσικές σχολές, κάτι ανάλογο με τα σημερινά ωδεία. Τέτοιες σχολές ήταν: των Θηβών, της Περγάμου, της Λέσβου, του Άργους και της Σάμου. Ο Πυθαγόρας άνοιξε το δρόμο της νέας μουσικής γραφής, συμβολίζοντας τους μουσικούς φθόγγους με γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου, ακέραια, μισά, όρθια, κυρτά, κτλ. Ήταν όμως δύσκολη και απρόσιτη η μουσική αυτή γραφή.
Από την απέραντη αρχαία ελληνική πνευματική παράδοση σώθηκαν και έφτασαν σε μας 33 τραγωδίες, 11 κωμωδίες, αρκετές ωδές, ύμνοι κ.α. Όμως, ενώ όλα αυτά τα έργα ήταν μελοποιημένα, η μουσική τους χάθηκε και διασώθηκε μόνο το ποιητικό τους κείμενο. Ίσως όμως η μουσική αυτή να μην είχε χαραχτεί ποτέ κάπου, αλλά να μεταδιδόταν από στόμα σε στόμα, δηλαδή προφορικά.
Σχετικά με την τύχη της αρχαίας μουσικής, μετά την υποδούλωση της Ελλάδας στους Ρωμαίους, παρατηρούμε ότι στη Δύση σιγά-σιγά προσαρμόστηκε στο χαρακτήρα του κυρίαρχου λαού, ενώ στην Ανατολή (Μικρά Ασία, Αρμενία, Αραβία, Περσία κτλ), συνέχισε την αρχαία παράδοση.
Με την εμφάνιση του Χριστιανισμού, όπως είδαμε, δημιουργείται η εκκλησιαστική μουσική, που έχει της πηγές της στην αρχαία ελληνική μουσική. Η μουσική αυτή εξελίχτηκε αργότερα στη γνωστή μας Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική. Η Βυζαντινή μουσική, η μουσική που ξεκίνησε από το λαό και είχε προορισμό τον ίδιο το λαό, διασώθηκε σχεδόν απαράλλακτη έως σήμερα Ο λαός έδωσε τα μοτίβα στην εκκλησία και με τον καιρό τα έψαλλε με ευλάβεια και σεβασμό.
«Μια παράδοση αιώνων, ένας πλούτος αρχών, ιδεών και ηχοχρωμάτων, μια πηγή έμπνευσης κι ένας τρόπος έκφρασης ιδιαίτερα λατρευτός η Βυζαντινή μουσική, η μονόφωνη μουσική που και σήμερα ακόμη υπηρετεί τις ανάγκες της λατρείας, μέσα στους ναούς και τις μονές, προσαρμοσμένη βέβαια στις απαιτήσεις των καιρών και έχοντας -σαφέστατα- υποστεί διωγμούς και δοκιμασίες στη διάρκεια των αιώνων» λέει ο Νίκος Παπουτσόπουλος στην εισαγωγή του άρθρου του «Βυζαντινή μουσική από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ως το Ρωμανό το Μελωδό. Η πρόοδος της μουσικής και της υμνογραφίας ως τον 6ο αιώνα». Κατά τους μελετητές δύο είναι οι κλάδοι της Ελληνικής Εθνικής μουσικής: Ο ένας κλάδος είναι η δημοτική μας μουσική και ο άλλος είναι η μουσική των εκκλησιαστικών ύμνων. Και οι δύο κλάδοι έχουν την ίδια ρίζα που είναι η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός.
Κάθε τέχνη σε κάθε της μορφή είναι μία αυτοτελής πνευματική αξία. Στην τέχνη το καινούργιο δεν καταργεί το παλιό κι ούτε πάντα είναι καλύτερο από το παλιό. Το καινούργιο στην τέχνη είναι σαν μια νέα δημιουργία, που φυτρώνει από την ίδια ρίζα, δίπλα σε πολλές παραφυάδες. Εκείνο που στην τέχνη έχει σχέση με την εξέλιξη και την πρόοδο είναι το τεχνικό μέρος ή, όπως θα λέγαμε, το σωματικό και υλικό αλλά το «ύφος» το εσωτερικό (η ψυχή και το πνεύμα) μένουν κάθε φορά τα ίδια κι είναι αυτά που στην τέχνη, καθώς και στα πρόσωπα, τα, λέμε χαρακτήρα και «ήθος». Και της βυζαντινής μουσικής το «ύφος» δεν είναι σήμερα το ίδιο μ’ εκείνο της καλής βυζαντινής εποχής, το «ήθος» της όμως κι ο χαρακτήρας της μένουν τα ίδια. Βγαίνουν από την ίδια ρίζα: την Ελληνική Ορθόδοξη πολιτισμική παράδοση. Είναι η μουσική της λατρείας, καθαρά εκκλησιαστικό και λειτουργικό άσμα, που γεννήθηκε μέσα στην εκκλησία κι αυξήθηκε μαζί με την ανάπτυξη της υμνογραφίας. Η μουσική αυτού του είδους μας συντελεί στο να γεννηθεί μέσα μας θρησκευτική κατάνυξη και όχι να αισθανθούμε ,όπως π.χ. στο θέατρο, καλαισθητική συγκίνηση.
Σε παλαιότερη εποχή το θεωρούσαν σπουδαία γνώση και μεγάλη τιμή να γνωρίζουν την εκκλησιαστική ψαλμωδία οι άνθρωποι στον τόπο μας και πιο πολύ οι νέοι. Η παιδαγωγική και μορφωτική αξία και δύναμη της εκκλησιαστικής βυζαντινής ψαλμωδίας είναι πολύ μεγάλη και γι’ αυτό ο Μέγας Βασίλειος λέει «Το μεγαλύτερο από τά αγαθά: την αγάπη, η ψαλμωδία παρέχει…».
Η βυζαντινή μουσική είναι η μουσική η οποία ανεβάζει τους ακροατές της από τα εγκόσμια σε ουράνιους κόσμους με την απλότητά της. Ενώ το ζευγάρωμα της Δυτικής αντίληψης με την Ορθόδοξη λατρεία κατεβάζει τους ακροατές σε χώρους κοσμικούς και μόνο, διότι επιδιώκει να εντυπωσιάζει τον πιστό στ’ αυτιά με την πολυφωνία των οργάνων ή των φωνών. Αντίθετα, η βυζαντινή μουσική ανεβάζει σε ουράνιους κόσμους, με το λιτό μονόφωνο σύστημά της. Άλλωστε και στις αρχαίες τραγωδίες στις περιπτώσεις που ακούγεται μία χορωδία ακούγεται μονοφωνικά όπως ακριβώς και στην βυζαντινή μουσική.
Συνήθως το ενδιαφέρον των ξένων για την βυζαντινή μουσική συνοδεύεται και από ένα ανάλογο ενδιαφέρον για την Ορθοδοξία ως στάση ζωής ή άλλες φορές πρόκειται για μια αισθητική περιέργεια. Πάντως, η βυζαντινή μουσική δεν φαίνεται να τους ενδιαφέρει απλώς σαν μουσικό είδος. Τις περισσότερες φορές δεν πρόκειται για περιέργεια. Το ενδιαφέρον επεκτείνεται σ’ αυτό που εκφράζει σε βάθος η Ορθοδοξία. Τελευταία πάντως αυξάνεται το ενδιαφέρον των ξένων ν’ ακούσουν την βυζαντινή μουσική, και αυτό δίνει μία ξεχωριστή αξία και διάσταση στο χώρο της. Η Βυζαντινή μουσική συγκινεί και έλκει τους Δυτικούς λαούς, ίσως γιατί βλέπουν μέσα σε αυτή μία διαφορετική αισθητική, μία εσωτερική δύναμη.
Από τον 6ο έως τον 10ο αιώνα -διαβάζουμε στην Ιστορία της μουσικής του Karl Nef- η βυζαντινή μουσική γνωρίζει την μεγαλύτερή της ακμή. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565), που έγραψε και ο ίδιος λειτουργικά μέλη, ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την οργάνωσή της, δίνοντας τίτλους και αξιώματα στους ψάλτες της εκκλησίας. Στον 6ο αιώνα έζησε και ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Πίνδαρος, όπως λεγόταν, της εκκλησιαστικής μας μουσικής και ποίησης.
Η μεγάλη όμως μορφή της βυζαντινής μουσικής είναι ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός (675-756), διάσημος θεολόγος, φιλόσοφος και υμνογράφος. Το σπουδαιότερο έργο του Δαμασκηνού είναι η Οκτώηχος. Από τα τέλη του 10ου αιώνα με αρχές του 11ου αρχίζει και η κάμψη της βυζαντινής μουσικής.
Παρακολουθώντας την εξέλιξη των βυζαντινών μελωδιών από τον 10ο αιώνα μέχρι σήμερα, διαπιστώνουμε ότι η σύνθεσή τους δεν γίνεται νότα προς νότα, αλλά φόρμουλα προς φόρμουλα. Τι είναι όμως η φόρμουλα; Φόρμουλα είναι ένα μικρό κομμάτι μιας μελωδίας, μια μικρή μελωδική φράση, η οποία αυτούσια ή ελαφρά παραλλαγμένη, επαναλαμβάνεται στις μελωδίες του ίδιου ήχου ή και άλλων ήχων του ιδίου γένους. Η αυτούσια ή η ελαφρά παραλλαγμένη μορφή της φόρμουλας εξαρτάται από το ποιητικό κείμενο στο οποίο προσαρμόζεται.
Κάθε φόρμουλα, επομένως έχει συγκεκριμένη θέση μέσα στη σύνθεση που προσδιορίζεται από τη μορφή του ποιητικού κειμένου. Αυτό σημαίνει, σε τελική ανάλυση, ότι η μελωδία αναβλύζει μέσα από το ποιητικό κείμενο ότι δηλαδή είναι η μελωδία του ίδιου του ποιητικού λόγου. Πάλι και εδώ πρέπει να δούμε την αντιστοιχία που υπάρχει ανάμεσα στη μουσική και στη ζωγραφική και ιδίως στη ζωγραφική των ψηφιδωτών, όπου οι ψηφίδες συνταιριαζόμενες μεταξύ τους κατά τρόπο ελάχιστα ορατό, σχηματίζουν τελικά την εικόνα.
Η σημασία της τεχνικής του βυζαντινού μέλους Η Τεχνική αυτή σύνθεσης των βυζαντινών μελωδιών είναι κάτι που αξίζει να προσεχθεί ιδιαίτερα και για πολλούς άλλους, αλλά κυρίως για τρεις αξιοσημείωτους λόγους:
α) Γιατί οι ρίζες της μας οδηγούν στην κλασσική αρχαιότητα, όπου συναντούμε την ίδια ενότητα λόγου και μουσικής. Η μουσική και τότε προέκυπτε μέσα από τον ποιητικό λόγο γι’ αυτό και οι ίδιοι οι τραγωδοί (Σοφοκλής, Αισχύλος, Ευριπίδης) έγραφαν τον ποιητικό λόγο και ταυτόχρονα συνέθεταν, όπου χρειαζόταν, τη μελωδία του. Αποτελεί άραγε αυτό μια απλή σύμπτωση ή δείχνει τη συνέχεια μιας παλαιότερης παράδοσης, που επιβιώνει στη μουσική παράδοση της χριστιανοσύνης;
β) Γιατί οι φόρμουλες αυτές προσφέρουν τον μίτο για τη λύση του προβλήματος ανάγνωσης της παλιάς στενογραφίας. Αν δηλαδή καταφέρουμε να επισημάνουμε τις φόρμουλες των μελωδιών κάθε ήχου και στη συνέχεια βρούμε τις αντίστοιχες αναλύσεις μέσα από τις μεταφράσεις των εξηγητών, τότε είναι βέβαιο ότι θα φθάσουμε συντομότερα και ασφαλέστερα στη λύση του μεγάλου προβλήματος και
γ) Γιατί η τεχνική αυτή προσφέρει την ασφαλιστική δικλείδα αυτοπροστασίας της μουσικής από εξωτερικές επιδράσεις. Με απλούστερα λόγια η βυζαντινή σημειογραφία με το στενογραφικό χαρακτήρα της, όπως ήδη αναφέρθηκε, παρείχε την ευχέρεια να καταγράφονται εκείνες και μόνον οι φόρμουλες, οι οποίες μετά από πολλές δοκιμασίες στο πέρασμα των αιώνων, είχαν καθιερωθεί στη συνείδηση της εκκλησίας ως οι πρέπουσες και αρμόζουσες για τη θεία λατρεία. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η παράδοση των βυζαντινών μελωδιών παρουσιάζει μια τόσο καταπληκτική σταθερότητα από τον 10ο αιώνα μέχρι σήμερα. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι οι φόρμουλες, ενώ καταγράφονταν, στην πραγματικότητα μεταδίδονταν με την προφορική παράδοση. Ό,τι καταγραφόταν με τη στενογραφία, ήταν ο μελωδικός πυρήνας. Το πραγματικό μελωδικό περιεχόμενο κάθε φόρμουλας περνούσε από ψάλτη και από γενιά σε γενιά με την προφορική παράδοση.
Από όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως γίνεται φανερό ότι η βυζαντινή μουσική είναι μεν «λόγια», αλλά παράλληλα και «παραδοσιακή» μουσική. Είναι λόγια, γιατί είναι γραπτή, βασίζεται σε ένα εξελιγμένο θεωρητικό σύστημα, καλλιεργείται από καλλιτέχνες, οι οποίοι εκπαιδεύονται σε ειδικά σχολεία και οι μελωδίες της έχουν προσωπικό χαρακτήρα.
Παράλληλα όμως είναι τροπική, μονοφωνική, επιτρέπει ως ένα βαθμό τον αυτοσχεδιασμό και στηρίζεται κατά ένα μεγάλο μέρος στην προφορική παράδοση. Εντάσσεται επομένως και στο χώρο της παραδοσιακής μουσικής. Αυτός ο συνδυασμός λόγιας και παραδοσιακής μουσικής είναι, νομίζω, ένας ενδιαφέρον συνδυασμός που αξίζει να τύχει της ιδιαίτερης προσοχής όχι μόνο των μουσικολόγων, αλλά και των μουσικών γενικώς, γιατί οριοθετεί έναν ιδιαίτερο τρόπο μουσικής έκφρασης που συνδυάζει αρμονικά την αυστηρή πειθαρχία με τη λελογισμένη ελευθερία».
Εν κατακλείδι, η βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική, με την υπερχιλιόχρονη αδιάκοπη, γραπτή της παράδοση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, δίκαια θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πολύτιμη πνευματική κληρονομιά μας που έχουμε χρέος να τη διαφυλάττουμε και να τη μελετούμε, προκειμένου να κατανοήσουμε, ως λαός, την ιδιοσυστασία μας.

«Βίοι εγγάμων αγίων Μέσης Βυζαντινής περιόδου» Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ) Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

«Βίοι εγγάμων αγίων Μέσης Βυζαντινής περιόδου»
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (Διετές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ) Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.
P7030024
Στο σύντομο άρθρο που ακολουθεί θα εξεταστούν ενδεικτικά οι σημαντικότεροι βίοι εγγάμων αγίων της Μέσης Βυζαντινής περιόδου προκειμένου να διαπιστωθεί, μέσα από την ανάλυση και την ερμηνεία τους, η στάση της βυζαντινής κοινωνίας και εκκλησίας απέναντι στο θεσμό του γάμου, θεμελιώδους στοιχείου της κοινωνικής και κρατικής συνοχής. Στόχος των βίων των εγγάμων αγίων της Μέσης βυζαντινής περιόδου είναι να υπαχθεί ο θεσμός του γάμου στον αυστηρό έλεγχο της Εκκλησίας. Μέσω της προσπάθειας που θα πρέπει να καταβάλλουν οι έγγαμοι πιστοί για να μιμηθούν στη ζωή τους τούς εγγάμους αγίους, υποδεικνύεται από την Εκκλησία ο άλλος, εναλλακτικός δρόμος προς την αγιότητα: ο θεάρεστος έγγαμος βίος σε σχέση με το μοναχικό βίο που είναι και πιο συνηθισμένος δρόμος αγιοποίησης. Εξάλλου το «σύμπαν» των αγιολογικών κειμένων αντανακλά την οργάνωση της κοινωνίας και ανταποκρίνεται σε κοινωνικές ανάγκες της εποχής στην οποία αναφέρονται τα αγιολογικά κείμενα. Ειδικότερα για τη Μέση βυζαντινή περίοδο, ο ικανός αριθμός (34) των βίων των εγγάμων αγίων μαρτυρεί την έμφαση της κοινωνίας της εποχής αυτής στις οικογενειακές αξίες και κατ’επέκταση στο θεσμό του γάμου. Μάλιστα οι περιπτώσεις οικογενειακής λατρείας ενός προσώπου που αργότερα και μετά από πολλές προσπάθειες αναγνωρίζεται ως άγιος ή αγία απ’ την επίσημη Εκκλησία είναι πολύ ενδιαφέρουσες.
Στο Βίο της Αγίας Θωμαΐδος της Λεσβίας, που διαδραματίζεται στην Μυτιλήνη και στην Κωνσταντινούπολη του 10ου αιώνα, θίγεται ο ξυλοδαρμός των γυναικών απ’ τους συζύγους τους ως κοινωνική πληγή της εποχής. Οι γονείς της αγίας Θωμαΐδος ευτύχησαν στο γάμο τους και ο βιογράφος της αγίας τους ονομάζει «ζεύγος χρυσούν, ζεύγος τρισευδαίμον και μακάριον», ενώ η Θωμαΐδα ατύχησε στο γάμο της, ο οποίος απέβη αγκάθινο στεφάνι γι’ αυτή. Οι γονείς της, όντας ευκατάστατοι και ευσεβείς, την πάντρεψαν σε ηλικία 24 ετών με ένα νέο ονόματι Στέφανο. Η Θωμαΐδα, παρότι διακρινόταν ως ενάρετη, καλή και
υποδειγματική σύζυγος και νοικοκυρά και δίχως να δίνει καμιά αφορμή, αντιμετώπιζε χείριστο τρόπο συμπεριφοράς εκ μέρους του συζύγου της. Ο ατυχής της γάμος ανάγκασε τους θλιμμένους γονείς της να αναχωρήσουν απ’ τη Μυτιλήνη για τα μέρη της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας της, μετά από λίγο καιρό, πέθανε και η μητέρα της έγινε μοναχή και αργότερα ηγουμένη. Ο σύζυγος της Θωμαΐδας, απ’ την φιλαργυρία και την πλεονεξία του, ειρωνευόταν και έβριζε την ευλάβεια και την φιλοστοργία
της. Μάλιστα την χτυπούσε βάναυσα σ’ όλο της το σώμα. Στο τέλος η αγία πεθαίνει απ’ τα τραύματα που της προξένησε ο βάρβαρος σύζυγός της. Έζησε δεκατρία χρόνια μαρτυρικού συζυγικού βίου και πέθανε σε ηλικία 38 ετών. Τάφηκε στο μοναστήρι που ήταν ηγουμένη η μητέρα της. Η αντίθεση του φρονήματος της αγίας με το φρόνημα του συζύγου της,
αναδεικνύει την υπομονετική γυναίκα σύζυγο και τις αρετές της
ευλάβειας, της φιλανθρωπίας, της ελεημοσύνης και της φιλοστοργίας.
Παράλληλα συνδέει, η αντίθεση αυτή, τον άνδρα σύζυγο με την ασέβεια, την φιλαργυρία, την πλεονεξία και την σκληρότητα. Το γεγονός αυτό, απ’τη μια μεριά, ανυψώνει τη γυναικεία φύση και υπόσταση απέναντι στην ανδρική, αλλά απ’ την άλλη ο βίος της Οσίας Θωμαΐδος ως υπόδειγμα για τις έγγαμες γυναίκες της εποχής της, ενισχύει μια τάση παθητικότητας και υποταγής της γυναίκας, ακόμη και στις άδικες ή παράλογες συμπεριφορές του συζύγου της. Η παραπάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται και από άλλες, πατερικές κυρίως πηγές, καθώς σύμφωνα μ’ αυτές, η
διατήρηση, η ενίσχυση και η επιβίωση του θεσμού του γάμου, ως συνεκτικού ιστού της κοινωνίας, απαιτούσε θυσίες, υπομονή και ανεκτικότητα άνευ ορίων, κυρίως εκ μέρους των γυναικών που εισέρχονταν σ’ αυτόν.
Ο όσιος Δομετιανός, επίσκοπος Μελιτινής, ανήκει στους έγγαμους αγίους του τέλους του 6ου και των αρχών του 7ου αιώνα (πέθανε στην Κωνσταντινούπολη το 602). Ήταν γιος πλουσίων και γι’ αυτό είχε την ευκαιρία να κάνει αξιόλογες σπουδές. Ο γάμος του ήταν σύντομος, γιατί η σύζυγός του πέθανε νέα. Τρεις παράγοντες τον ώθησαν στο μοναχικό βίο:
ο πλούτος, οι γνώσεις και η χηρεία. Σε ηλικία 30 ετών γίνεται επίσκοπος Μελιτινής της Αρμενίας. Ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα, κηρυκτική, ιεραποστολική και φιλανθρωπική, περιοδεύοντας μέχρι την Περσία και κτίζοντας εκκλησίες και φτωχοκομεία.
Ο όσιος Θεόδωρος ο εν Κυθήροις έδρασε στην Πελοπόννησο και στα Κύθηρα το 10ο αιώνα. Ο γάμος του και η απόκτηση δυο παιδιών δεν τον εμπόδισαν να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή. Όταν θεώρησε τον καιρό κατάλληλο, εγκατέλειψε σύζυγο και παιδιά και έγινε μοναχός. Λίγο πριν το θάνατό του, περνά στο νησί των Κυθήρων όπου θαυματουργεί και ανακηρύσσεται άγιος.
Ο πατέρας του Φωτίου του Μεγάλου, ο όσιος Σέργιος ο ομολογητής, ήταν σπαθάριος και συγγενής του πατριάρχη Ταρασίου. Για την εικονολατρεία του εξορίζεται με τη γυναίκα του Ειρήνη και τα παιδιά τους και πεθαίνει στην εξορία από τις κακουχίες. Ο πατριάρχης γιος του,Φώτιος, γράφει γι’ αυτόν πως διακρίθηκε «δόξης ορθής και πίστεως αληθούς πλούτω μαρτυρίω υπερορισθείς τετελείωται». Και για τη μητέρα του, η οποία ήταν συγγενής αυτοκρατόρων, έγραψε πως ήταν «φιλόθεός τε και φιλάρετος».
Στο βίο της Οσίας Θεοδώρας της Θεσσαλονίκης που καταγόταν απ’ την Αίγινα και έζησε στα τέλη του 8ου και στις αρχές του 9ου αιώνος, ο μοναχισμός αποτελεί οικογενειακή υπόθεση καθώς όλα τα μέλη της οικογένειάς της κείρονται μοναχοί. Η αγία Θεοδώρα ήταν κόρη ιερέως, ο οποίος, μετά το θάνατο της συζύγου του, έγινε μοναχός. Η Θεοδώρα είχε μια αδελφή μοναχή και έναν αδελφό διάκονο τον οποίο σκότωσαν
πειρατές σε επιδρομή τους στην Αίγινα. Επειδή έμεινε ορφανή σε μικρή ηλικία, την πήρε κοντά της η νονά της και σε συνεννόηση με τον πατέρα της την αρραβώνιασε μ’ ένα θεοσεβούμενο νέο. Μετά το θάνατο του αδελφού της, η Θεοδώρα και ο αρραβωνιαστικός της εγκαταλείπουν την
Αίγινα και εγκαθίστανται στη Θεσσαλονίκη για μια πιο ασφαλή ζωή χωρίς το φόβο των πειρατών. Εκεί, απ’ το γάμο τους απέκτησαν τρία παιδιά, από τα οποία τα δύο πολύ σύντομα πέθαναν. Η Θεοδώρα πείθει το σύζυγό της ν’ αφιερώσουν το τρίτο τους παιδί στο Θεό και να το κείρουν μοναχή. Μετά το θάνατο του άνδρα της γίνεται και η ίδια μοναχή, όντας 25 ετών.
Ο όσιος Φιλόθεος ο θαυματουργός έζησε το 10ο αιώνα στην περιοχή της Μ. Ασίας. Μετά το γάμο του χειροτονήθηκε ιερέας και φρόντιζε τα «τέκνα» της ενορίας του όπως ακριβώς και τα παιδιά απ’ το γάμο του. Οι ελεημοσύνες του προς τους φτωχούς ήταν μεγάλες, σε μια εποχή που οι ταπεινοί αγρότες της περιοχής του καταπιέζονταν τρομερά απ’ τους δυνατούς, όπως δείχνουν τα νομοθετικά κείμενα και άλλες πηγές αυτής
της περιόδου.
Ο όσιος Ιωνάς ο Σαββαίτης ήταν ιερέας και πατέρας των αγίων
Θεοδώρου και Θεοφάνη των Γραπτών. Μικρούς τους δυο γιους του τους εισήγαγε στο μοναχικό βίο της Λαύρας του Αγίου Σάββα των Ιεροσολύμων, στην οποία κι ο ίδιος πέθανε.
Στο βίο του αγίου Ιωάννου απ’ τις Συρακούσες της Σικελίας, ο οποίος διαδραματίζεται στις Συρακούσες και στη Βόρειο Αφρική του 9ου αιώνα, διαβάζουμε πως ο άγιος συνελήφθη από Άραβες πειρατές που διενεργούσαν επιδρομή στη Σικελία και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη Βόρεια Αφρική με τους δυο γιους του Πέτρο και Αντώνιο. Εκεί, η ευστροφία και η αρετή τους, σύμφωνα με το βιογράφο του Ιωάννη, τους ανεβάζουν σε υψηλά αξιώματα. Όμως δεν μπόρεσαν ή δεν άντεξαν να ζουν ως κρυπτοχριστιανοί, γι’ αυτό και θανατώθηκαν με βασανιστήρια
απ’ τους Μουσουλμάνους.
Ο όσιος Ευθύμιος ο νέος δημιουργεί ο ίδιος με το γάμο του ολόκληρη οικογένεια μοναχών. Στα δεκαεφτά του χρόνια παντρεύεται και αποκτά μια κόρη, την Αναστασώ. Παρόλα αυτά ο θείος έρωτας τον ωθεί να εγκαταλείψει την οικογένειά του και να γίνει μοναχός στον Όλυμπο της Βιθυνίας. Στη συνέχεια επισκέπτεται το Άγιο Όρος, τη μονή Περιστερών
Θεσσαλονίκης, της οποίας είναι και κτήτορας, τα Βραστά Χαλκιδικής, το νησί Ιερά του Παγασητικού κόλπου. Περνώντας απ’ τους παραπάνω σταθμούς κατά την πορεία του, πραγματική και πνευματική, «περνά» ταυτόχρονα και απ’ όλες τις μορφές μοναχικού βίου: περιπλάνηση,οδοιπορία, άσκηση. Αποτέλεσμα της μεγάλης του επιρροής στην οικογένειά του ήταν η μοναχική κουρά της μητέρας του, της αδελφής του και της συζύγου του, μετά τη φυγή του από κοντά τους. Η κόρη του Αναστασώ παντρεύτηκε και απόκτησε τέσσερα παιδιά, από τα οποία τα
δύο αργότερα έγιναν μοναχοί. Σαρανταδύο χρόνια μετά την αναχώρηση του αγίου Ευθυμίου απ’ την οικογενειακή εστία, όλα τα μέλη της οικογένειάς του που εκάρησαν μοναχοί συναντήθηκαν στη μονή Περιστερών Θεσσαλονίκης. Ο όσιος Ευθύμιος, αφού δοκίμασε όλες τις μορφές και τους τρόπους της άσκησης, γενόμενος έγκλειστος, στυλίτης, κοινοβιάρχης, ερημίτης, διακονητής, υποτακτικός, οδοιπόρος, πέθανε στη
Θεσσαλονίκη το 898.
Ο άγιος Δημητριανός παντρεύτηκε σε ηλικία δεκαπέντε ετών. Μετά τρεις μήνες απ’ την τέλεση του γάμου του έμεινε χήρος και εισήλθε σε μονή ως μοναχός. Αργότερα εξελέγη επίσκοπος Χύτρων της Κύπρου (9ος αιώνας).
Ο όσιος Φλώρος υπήρξε βασιλικός γραμματεύς και πατρίκιος στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 7ου αιώνα. Όταν η σύζυγος και τα παιδιά του πέθαναν από λοιμική ασθένεια, έγινε μοναχός και ασκήτευσε σε ένα από τα κτήματά του. Αργότερα εξελέγη επίσκοπος Αμινσού της Καππαδοκίας (Κωνσταντινούπολη – Αμινσός, 6ος–7ος αιώνας).
Ο άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων περιέπεσε σε μεγάλη φτώχεια, όχι μόνο εξαιτίας της μεγάλης και αδιάκοπης ελεημοσύνης του, αλλά και από αρπαγές των κτημάτων του από κακούς γείτονες και κλέφτες. Η υπερβολή της φιλανθρωπίας του φάνηκε όταν απ’ τα τριακόσια ζεύγη βοδιών, που είχε στην κατοχή του, του απόμεινε ένα, και στην ανάγκη συνανθρώπου του το χάρισε κι αυτό. Η σύζυγός του έφτασε να τον κατηγορεί ως απάνθρωπο, γιατί με την τόση φιλανθρωπία του κατέστρεφε την δικιά τους περιουσία, χωρίς να σκέπτεται το μέλλον των παιδιών του. Το απεριόριστο της ελεημοσύνης και της φιλανθρωπίας του το θεώρησε σαλότητα των γηρατειών του. Ο Φιλάρετος ο Ελεήμων όντας
επικεφαλής μιας πατριαρχικής οικογένειας που διαβιεί στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης του 8ου αιώνα, ευτύχησε να δει πολλούς απογόνους, μια εγγονή του να γίνει σύζυγος αυτοκράτορα και τα απροσδόκητα γυρίσματα των καιρών: μετά τη μεγάλη φτώχεια στην οποία περιέπεσε,ξαναποκτά τον παλιό του πλούτο, ως θεϊκή επιβράβευση της ελεημοσύνης και της φιλανθρωπίας του.
Η αγία Θεοφανώ, πρώτη σύζυγος του τετράγαμου αυτοκράτορα
Λέοντα Στ΄ του Σοφού, ανακηρύχθηκε αγία για την αζηλοτυπία της, την αμνησικακία της, τις πολλές ελεημοσύνες της και την ανεξάντλητη υπομονή της απέναντι σ’ ένα σύζυγο που την απατούσε και την παραμελούσε. Ως πρότυπο υπομονετικής συζύγου, υπέμεινε αυτήν την κατάσταση του προβληματικού γάμου της επί δώδεκα έτη και μετά το θάνατό της, ο αυτοκράτορας σύζυγός της, πιθανώς, για να εξιλεωθεί απ’
τις τύψεις του για την μοιχεία που διέπραττε εις βάρος της, έκτισε προς τιμήν της ναό κοντά στην εκκλησία των αγίων Αποστόλων.
Στην περίπτωση της οσίας Μαρίας της Νέας η αγιότητα καθίσταται οικογενειακή υπόθεση και οικογενειακή παράδοση. Μετά το θάνατό της η Μαρία παρουσιάζεται πολλές φορές στον ύπνο του συζύγου της Νικηφόρου, που όταν ήταν εν ζωή την ξυλοκοπούσε ανελέητα, για να του πει να επιμεληθεί την ανέγερση ναού προς τιμήν της. Μερικοί μοναχοί
όμως, παρακινημένοι από φθόνο και ζήλεια, καθώς αναφέρει ο βίος της, αντιτάσσονταν στην πρόθεση του συζύγου της να της κτίσει ναό, υποστηρίζοντας πως δεν είναι δυνατό να ζει κανείς στον κόσμο, να κρεοφαγεί, να χαίρεται τις συζυγικές ηδονές και παράλληλα να θαυματουργεί, όταν οι μοναχοί, στερούμενοι όλων των ευχαρίστων,κακουχούμενοι και θλιβόμενοι πάντοτε σε όλα, νύχτα και ημέρα προσευχόμενοι, παρόλα αυτά δεν αξιώνονται τέτοιων χαρισμάτων. Αυτή η αντιπαράθεση ανάμεσα σε αγίους που προέρχονται απ’ το μοναχικό βίο και σε αγίους που προέρχονται απ’ τον «κοσμικό» βίο αίρεται, τελικά, από
την επιτέλεση θαυμάτων εκ μέρους της αγίας, της οποίας τους συζυγικούς ξυλοδαρμούς δε λάμβαναν υπόψη, απ’ τη σκοπιά τους, οι παραπάνω μοναχοί, και αναφέρονταν μόνο στις ηδονές του συζυγικού βίου, φέρνοντας εμπόδια στην αγιοποίησή της. Τελικά η Μαρία η Νέα αγιοποιείται λόγω της επιμονής του συζύγου της να της ανεγείρει ναό για να εξιλεωθεί απέναντι της και απέναντι του Θεού για την απάνθρωπη συμπεριφορά του. Το έγκυρο της αγιότητάς της επιβεβαιώνεται με την πάροδο του χρόνου απ’ την εξέλιξη της ζωής των δυο παιδιών της: ο ένας
γιος της ο Βαάνης μεγαλώνοντας ανήλθε σε υψηλά αξιώματα και
παντρεύτηκε επιφανή γυναίκα. Μιμήθηκε τον βίο της μητέρας του: ήταν ανδρείος στο σώμα και πολύ περισσότερο ανδρείος στην ψυχή. Τα χρήματά του τα μοίραζε στους συστρατιώτες του, στους οποίους ήταν προσφιλής και «περίδοξος». Καθημερινά διάβαζε την ακολουθία των Ωρών και το Ψαλτήρι και κάθε βράδυ, μετά το απόδειπνο, παράκληση στην Παναγία. Όταν ασθένησε ήρθε στην Κωνσταντινούπολη όπου συναντήθηκε με τον αδελφό του Συμεών, που είχε γίνει μοναχός στο όρος
του Κυμινά και τον έκειρε μοναχό ονομάζοντάς τον Μαρίνο. Ο Συμεών, όντας φυγόδοξος και μοναχικός, περιπλανιόταν από τόπο σε τόπο. Αργότερα έγινε ιερέας, εφαρμόζοντας στη ζωή του το «Αγίας μητέρας άγιος βλαστός».
Οι βίοι των παντρεμένων αγίων της μέσης βυζαντινής περιόδου (7ος-10ος αιώνας) στηρίζουν και ταυτόχρονα κλονίζουν το θεσμό του γάμου. Τα δύο αυτά αντιφατικά φαινόμενα παρατηρούνται ταυτόχρονα και κατά περιπτώσεις: κάποιοι βίοι στηρίζουν με τις διηγήσεις τους το γάμο και κάποιοι άλλοι κλονίζουν τον ίδιο θεσμό, ιδιαίτερα όταν ο άγιος εγκαταλείπει γυναίκα και παιδιά για να ακολουθήσει, απερίσπαστος, το μοναχικό βίο. Εξάλλου, οι αντιθέσεις και οι αντιφάσεις είναι εγγενές στοιχείο της βυζαντινής κοινωνίας της μέσης περιόδου που εντοπίζεται σε πολλά επίπεδα.
Marriage and Sanctification in Middle Byzantine Period Summary
Objective of lives of married Saints of Middle Byzantine period is to enclose the institution of marriage in the strict control of Church. Via the effort of married to imitate in their life the married Saints, is indicated by the Church the other, alternative way to sanctification, married life accepted by God,instead of the solitary life, the usual path of sanctification. Moreover the
cosmology of saints lives reflects the organisation of society and corresponds in social needs of the specific period. More specifically, as it concerns Middle Byzantine period, the number (34) of lives of married saints testifies the emphasis given by Byzantine society during this period on family values and
the institution of marriage.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
1.Ahrweiler H., Sur la carriere gravere de Photius avant son patriarcat, Byz. Zeitschr., 58, 1965, σελ. 348-363: πρβλ. σελ. 356 κ.ε.
2. Boor C.de, Vita Euthymii, Ein Anecdoton zur Geschichte Leos der Weisen,a. 886-912, Berlin 1888.
3. Cox Miller P., A Dubious Twilight: Reflections on Dreams in Patristic Literature, Church History 55 (1986) 153-164.
4. Dagron G., Recircever de Dieu et parler de soi: le recirceve et son interpreacutetation apregraves les sources Byzantines.
5. Dvornik F., Byzantine Missions among the Slavs, S.S. Constantine Cyril and Methodius, Rutgers University Press (1970): 285- 296.
6. Les leacute gendes de Constantin et de Meacutethode vues de Byzance 2, 1969: 89 κ.ε.
7. Giovanelli, G. Βίος και πολιτεία του οσίου πατρός ημών Νείλου του Νέου, Grottaferrata (Roma) 1972.
8. Goff J. Le, «Le christianisme et les recirceves » (IIe-VIIe sie grave cles).
9. Halkin F., Euphemie de Clalcedoine, Subsidia hagiogr. 41, (Βρυξέλλες 1965): 99-100. hagiographie Byzantine au service de l’histoire.
10. Hero Angela C., The Life and Letters of Theoleptos of Philadelphia Brookline, (Mass. 1994): 99-100.
11. Janin, Grands Centres, σελ. 395.
12. Karlin-Hayter P., Byzantion, 25-27, 1955-1957: 114, στ.12.
13. Vita Euthymii patriarchae CP. Text, Translation, Introduction and Commentary (Biblioteque graveque de Byzantion 3), Bruxelles 1970.
14. Κίσσα, «Ο Βίος της αγίας Μαρίας της νέας ως πηγή για την
αρχαιολογία και την ιστορία της τέχνης».
15. Κουκουλέ, Βυζαντινών νεκρικά έθιμα, σ.12, υποσ.2. Βίος, τόμ. Α΄2: 123-276. 7
16. Λαΐου Αγγελική Ε., «Η ιστορία ενός γάμου: Ο Βίος της αγίας Θωμαΐδος της Λεσβίας», Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο. (Αθήνα, 1989): 237-251
17. Μητερικόν 1: 88 ε., 334,350 ε.
18. Μητερικόν 2: 32, 46 ε.,60,66,108 ε.,114,118,120,136,142,208,284,292 ε., 304,306 ε., 310, 360.
19. Μητερικόν 3: 214 ε., 248,278 ε.,328,348.
20. Μητερικόν 4: 30,54 ε.,140,166,168,172,268ε.,290,314-318,330,344,362 κ.ά.
21. Oberhelman S.M., Prolegomena to the Byzantine Oneirokritika Byzantion
50 (1980) 487-504 και του ίδιου, The Interpretation of Dream-Symbols in Byzantine Oneirocritic Literature Byzantinoslavica 47 (1986) 8-24., Dream and Dream Visions, ODB 1,661.
22. Papadopoulos A. – Kerameus, Monumenta graeca et Latina ad historiam Photii patriarchae pertinentia, (Πετρούπολη, II, 1901) 3.
23. Στεφάνου, Βίοι αγνώστων ασκητών, σελ.352-353.
24. Τατάκης Β., «Φώτιος ο μεγάλος ανθρωπιστής», Κυρίλλω και Μεθοδίω τόμος εόρτιος, Α΄, (Θεσσαλονίκη 1966): 81-111
25.Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, βυζαντινολόγος, Άγιες Γυναίκες στο Βυζάντιο, 16-4-2005. http://www.archive.gr
26. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός(ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας), Οι αντιλήψεις για τα δύο φύλα στο πρώιμο Βυζάντιο, 6-5-2005. http://www.archive.gr
27. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Ιστορικός-φιλόλογος (ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας Α.Π.Θ.), Γάμος και αγιότητα στη Μέση Βυζαντινή Περίοδο, 1-6-2005. http://www.archive.gr

Ηλιάδη Αμαλία Κ., φιλόλογος-ιστορικός: “Ο ρόλος και η σημασία της Ανθρωπιστικής παιδείας στο σχολείο του σήμερα: άνοιγμα νέων οριζόντων σε μια δοκιμασμένη, στο χρόνο, αξία”.

Ηλιάδη Αμαλία Κ., φιλόλογος-ιστορικός: “Ο ρόλος και η σημασία της Ανθρωπιστικής παιδείας στο σχολείο του σήμερα: άνοιγμα νέων οριζόντων σε μια δοκιμασμένη, στο χρόνο, αξία”.
P7030025
Συχνά αναρωτιέται κανείς , εφόσον βέβαια άπτεται των ενδιαφερόντων και των ευαισθησιών του, για το ρόλο και τη σημασία της ανθρωπιστικής παιδείας στο σχολείο του σήμερα. Προτού απαντήσει κανείς σε αυτή την πρωταρχικής βαρύτητας αναρώτηση είναι απαραίτητο να καθορίσει τις προϋποθέσεις και τους σκοπούς της Παιδείας και της Εκπαίδευσης.
Κατά τη γνώμη μου αποκλειστικός σκοπός της εκπαίδευσης δεν πρέπει να είναι η προετοιμασία του νέου ανθρώπου για την αγορά εργασίας στην «κούρσα» του ξέφρενου οικονομικού και τεχνολογικού ανταγωνισμού Ευρώπης – Αμερικής – Ιαπωνίας-Κίνας-Ρωσίας, πράγμα που γίνεται σήμερα, κατά κόρον, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη μας (και στη χώρα μας), αλλά βασικός σκοπός της
εκπαίδευσης θα έπρεπε να είναι η προσφορά ουσιαστικής παιδείας. Και η παιδεία είναι “απόρροια της αγωγικής πράξης κατά την οποία εκπαιδευτές, εκπαιδευτικές αξίες και εκπαιδευόμενοι βρίσκονται σε μια δυναμική αλληλενέργεια, η οποία πηγάζει από βάθη, όπου σβήνει η διαφορά του ατομικού «εγώ» και «συ» από την ταυτότητα της ζωής. Και μαζί σβήνουν διαφορές θρησκευτικές, εθνικές, χρωματικές, πολιτικές, φυλετικές, πολιτιστικές, διαφορές φύλου, καταγωγής, κοινωνικής προέλευσης. Σβήνουν οι διαφορές και αναδύεται ως κατηγορική προσταγή η φωνή της ηθικής, η οποία ορίζει την ανθρώπινη ποιότητα. Ο άνθρωπος τότε πραγματώνει την ανώτερη φύση του, την πνευματική του ουσία”.
Αυτά, βέβαια, ηχούν λιγάκι ρομαντικά σε μιαν εποχή σαν τη δική μας, στην οποία οι κατά καιρούς πλανητάρχες και οι συνεργάτες τους, χρησιμοποιώντας τη σύγχρονη τεχνολογία καταστρατηγούν κάθε έννοια δικαίου και επιβάλλουν τη βούλησή τους σε ανατολή και δύση, σε βορρά και νότο.
“Στις σημερινές καπιταλιστικές κοινωνίες, παρατηρούν σοβαροί φιλόσοφοι της παιδείας, η παιδεία υποκαθίσταται απροκάλυπτα από την επαγγελματική εκπαίδευση με το επιχείρημα ότι οι νέοι πολίτες πρέπει να κερδίζουν τα προς το ζην αναγκαία συντελώντας στην οικονομική πρόοδο της κοινωνίας τους. Η γενική μόρφωση, λένε, δεν εξυπηρετεί τις τρέχουσες ανάγκες της ζωής. Πρέπει να αντικατασταθεί με την εξειδικευμένη επαγγελματική κατάρτιση. Το επιχείρημα, όμως, αυτό δείχνει απλώς ότι οι απόφοιτοι των σχολείων γενικής εκπαίδευσης χρειάζονται κάποια, συνήθως βραχυπρόθεσμη, επαγγελματική εκπαίδευση, για να μπορούν να μπουν μέσα στους παιδαγωγικούς μηχανισμούς της κοινωνίας τους, και δεν αποδεικνύει ότι η παιδεία πρέπει να υποκατασταθεί από την επαγγελματική εκπαίδευση”. Άλλωστε ο άνθρωπος της ουσιαστικής κριτικής και διαλεκτικής παιδείας αποκτά τέτοια υποδομή, ώστε σε μικρό χρονικό διάστημα να μπορεί να κατακτήσει τις περιοχές της κάθε είδους τεχνολογίας, της οποίας οι ορίζοντες ανοίγουν μόνο από ανθρώπους με κριτική ικανότητα, με φαντασία, με ευρηματικότητα, με όραμα για νέους καλύτερους κόσμους. Και τέτοιοι άνθρωποι δεν μπορεί να είναι άλλοι από τους ανθρώπους της ουσιαστικής παιδείας και πνευματικής καλλιέργειας. Μάλλον λοιπόν είμαστε ρεαλιστές ως πρεσβεύουμε τις παραπάνω απόψεις. Άλλωστε, σε εποχές ανατροπής και αναθεώρησης των αξιών δεν υπάρχει υγιέστερος ρεαλισμός από το ρομαντισμό.
Για όλους τους ανωτέρω λόγους και για άλλους ακόμη που θα εκτεθούν στη συνέχεια τα παραμελημένα, σχεδόν σφαγιασθέντα Ανθρωπιστικά Γράμματα πρέπει να αποκατασταθούν στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και προπάντων στο Λύκειο. Τα «μοντέρνα» μαθήματα, σύγχρονα και «εκσυγχρονιστικά» πήραν σε πολλές περιπτώσεις τη θέση ανθρωπιστικών μαθημάτων που διδάσκουν διαχρονικές αξίες και πνευματικά, ψυχοδιανοητικά ιδανικά! Σαν να υπάρχει, όσο υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι και ανθρώπινες πολιτείες, κάτι πιο σύγχρονο και πιο μοντέρνο από τη δημοκρατία. Σαν να παλιώνουν οι αξίες: η “Αντιγόνη”, του Σοφοκλή, ο “Προμηθέας” του Αισχύλου, η “Λυσιστράτη” του Αριστοφάνη. Πώς αλλιώς; Αθάνατες αξίες, αξίες λόγοι, αξίες “νόμοι υψίποδες, ουρανίαν δι’ αιθέρα τεκνωθέντες, ων Όλυμπος πατήρ μόνος”, αξίες “που δεν τις εγέννησε ή θνατά φύσις ανέρων, κι ούτε ποτέ τις κοιμίσει η λήθη… Δεν τις συλλαμβάνεις λογικά τις αξίες αυτές, τις νιώθεις, με τη σοφία της ζωικής πείρας, που κυλά απαλά, βουβά κι απλώνεται σα μεγάλο ποτάμι…”, θα μας έλεγε ο Φ.Πολίτης. αξίες που μόνον όταν ο άνθρωπος φτάσει στην κορυφαία έκφρασή του θα κάνουν να φουντώσει μέσα του “ο άπειρος ηθικός κόσμος”, η πραγματικά νέα θρησκεία, το “καινόν δαιμόνιον”.
Πολλοί, άλλωστε, Έλληνες και ξένοι μελετητές του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, θα μπορούσαν, στον αιώνα της θεάς τεχνολογίας, να ακούσουν μέσα από τον Επιτάφιο του Περικλέους τη φωνή του 5ου αιώνα π.Χ., ο οποίος υψώνει για λογαριασμό όλων των αιώνων και όλων των ανθρώπινων γενεών που πέρασαν και που θα έρθουν, το λόγο της δημοκρατίας: του δικαίου, του νόμου, της ισοδικίας, της ισονομίας, της ισοπολιτείας, της ισοκρατίας, της ισηγορίας, της παρρησίας, της αμεσότητας, της ευθύτητας, της ελευθερίας, του μέτρου – αγαθά που για λογαριασμό όλου του κόσμου κατέκτησαν οι Έλληνες, και που σήμερα υποχωρούν μπροστά σ’ έναν υφέρποντα αμοραλισμό πολιτικό, θρησκευτικό, επιστημονικό, καλλιτεχνικό, συνδικαλιστικό, εκπαιδευτικό;
“Στον Επιτάφιο του Περικλέους, θα μας έλεγε ο Φ. Πολίτης, βυθίζεται ο 5ος αιώνας π.Χ. σε συλλογή, και μέσα από τη σιγή, όπως και στα βάθη απάτητης σπηλιάς, σουρώνει και σταλάζει ο λόγος της δημοκρατίας Η αττική πολιτεία, πολιτεία ελεύθερων ατόμων, απλώνει τη λάμψη της μέσα στο χώρο και στο χρόνο, η πνευματική ζωή έχει φτάσει στο κορύφωμα της, γεννιέται τώρα η ελεύθερη επιστήμη, η λυτρωμένη από προλήψεις έρευνα, η κριτική σκέψη. Ο αιώνας της αττικής ακμής μονολογεί”.
Στα βιβλία της γλώσσας, κάποια στιγμή, οι Έλληνες μαθητές και μαθήτριες θα συναντήσουν το λόγο του E. Benveniste: “Κάθε φορά που ο λόγος ξετυλίγει ένα γεγονός, ο κόσμος ξαναχτίζεται από την αρχή. Τίποτε δεν είναι τόσο μεγάλο όσο ο λόγος, ο οποίος δημιουργεί τόσα πολλά με τόσο λίγο.” Όταν τους διδάξουμε το λόγο του L. Wittegenstein: “The limits of my language mean the limits of my world” (Τα όρια της γλώσσας μου σηματοδοτούν τα όρια του κόσμου μου), ή και πάλι το δικό του λόγο: “Οι λέξεις είναι σαν την κρούστα στην επιφάνεια βαθιών νερών. Τα παραμύθια ψάχνουμε να τα βρούμε ακριβώς έτσι, κολυμπώντας κάτω από το νερό” ή το λόγο του Paul Valery: “Δεν υπάρχει λέξη που να μπορούμε να την καταλάβουμε, αν προχωρήσουμε στο βάθος”, θα θυμηθούμε το λόγο του Οδυσσέα Ελύτη: “Κοιτάξτε τα χείλη μου, από αυτά εξαρτάται ο κόσμος”. Και φραγμό στα χείλη του ποιητή δεν μπορείς να βάλεις.
Αυτά σημαίνουν πως θα ‘ρθει καιρός – πρέπει να ‘ρθει – που η γλώσσα δε θα διδάσκεται πια αποκλειστικά από βιβλία. Τα βιβλία της γλώσσας είναι τα ίδια τα πράγματα και οι γλωσσικές συνειδήσεις των παιδιών, όπου γλωσσικοί μηχανισμοί έτοιμοι από τη φύση και από τη γλωσσική κοινότητα περιμένουν το δάσκαλο που θα τους πυροδοτήσει για να γίνουν οι γεννήτριες του λόγου. Αυτό είναι το διδακτικό πεδίο της γλώσσας. Κι εδώ είναι που διολίσθησε το σχολείο και εγκλώβισε σε χρυσό κλουβί δάσκαλο και μαθητή. Μετέθεσε έτσι και μετέβαλε το διδακτικό πεδίο τους. Το μετέθεσε από το φυσικό του χώρο σ’ έναν άλλο χώρο τεχνητό, και το μετέβαλε από δυναμικό, που ήταν στο φυσικό του χώρο, σε στατικό και μνημονικό.
Η γλώσσα είναι το μόνο ίσως γνωστικό αντικείμενο που μπορεί να διδαχθεί και χωρίς το σχολικό εγχειρίδιο ή, στην ευνοϊκότερη περίπτωση, μόνο με την οδηγητική συνέργεια του σχολικού εγχειριδίου. Γιατί, εκεί, στο μέσα κόσμο του παιδιού υπάρχει “δυνάμει” (και αθέατο) το βιβλίο της γλώσσας και δε μένει παρά να «λειτουργηθεί» για να καταστεί και “ενεργεία” (και θεατό). Και τότε η διδασκαλία της γλώσσας στη σχολική τάξη δε θα ασθμαίνει μανταλωμένη στις 150 σελίδες των εγχειριδίων των κανόνων του λόγου, αλλά θα γεννάει το λόγο της ζωής, το λόγο της Λογοτεχνίας, ποίησης και πεζογραφίας. Έχουν βλέπετε, μας το είπε ο ποιητής, “στις ψυχές τους μικρά τζάκια αναμμένα, για να ζεσταίνουν τα παιδιά”. Μια τέτοια πρακτική εφαρμογή των εν λόγω αρχών φρονώ πως πραγματώνει το ακόλουθο «Σχέδιο παρουσίασης Μικροδιδασκαλίας 20΄» στο μάθημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας:
Τίτλος Μικροδιδασκαλίας: Σχήματα λόγου-εκφραστικά μέσα: παρομοίωση-μεταφορά.
Εκπαιδευτικοί στόχοι Μικροδιδασκαλίας:
Γνώσεις: Να μπορούν οι εκπαιδευόμενοι μαθητές να εντοπίζουν εύστοχα παρομοιώσεις και μεταφορές σ’ ένα κείμενο πεζού λόγου.
Ικανότητες: Να μπορούν να χρησιμοποιούν οι ίδιοι τα παραπάνω εκφραστικά μέσα στο λόγο τους-προφορικό και γραπτό- και να συνειδητοποιούν τη διαμεσολάβηση του συμβολικού-μεταφορικού στοιχείου στην ελληνική γλώσσα.
Στάσεις: Να υιοθετήσουν το γεγονός ότι η γλώσσα, όπως και ο κόσμος, είναι φτιαγμένη από σύμβολα. Έτσι, οι παρομοιώσεις και οι μεταφορές ως εκφραστικά μέσα και αισθητικά σχήματα λόγου, στοιχειοθετούν την ποιητική λειτουργία της γλώσσας σε πεζό κείμενο: η αλλαγή του τρόπου προσδιορισμού ενός ατόμου, ενός τόπου, μιας υπηρεσίας, μιας λειτουργίας, η αλλαγή των λέξεων οδηγεί το υποσυνείδητο να δει με άλλο μάτι την πραγματικότητα. Έτσι, στην επιμόρφωση των μαθητών μας σε ζητήματα γλώσσας, το «εργαστήρι της ζωντανής γλώσσας» δεν σημαίνει το ίδιο με το «μάθημα των ελληνικών».
Ο καθένας καταλαβαίνει τώρα ότι τα σχολικά βιβλία μάλλον είναι υπόθεση ευαίσθητων συγγραφέων / δασκάλων οι οποίοι, για την ώρα τουλάχιστον, δε φαίνονται να είναι αρκετοί στον ελληνικό εκπαιδευτικό ορίζοντα. Και ούτε θα τους αναδείξουν τα κονδύλια, όπως αναδεικνύουν π.χ. μια βιομηχανία. Πρόκειται για ποιότητες ανθρώπων, οι οποίοι παραμένουν παγερά αδιάφοροι στο χρήμα.
‘Αλλα ζητεί η ψυχή τους, γι’ άλλα κλαίει.
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε.
την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Αυτά τα πνευματικά αγαθά δεν τα προσφέρει το χρυσάφι καμιάς “Σατραπείας”, για να συνεχίσουμε με τον Κ. Καβάφη, ο οποίος στο ομώνυμο ποίημά του “Σατραπεία” παρουσιάζει την ποιότητα αυτών των διαφορετικών ανθρώπων. Το Υπουργείο Παιδείας είναι το μόνο που θα μπορούσε να δημιουργήσει το ανάλογο κλίμα και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα βαθιάς «αποδοχής», ώθησης και ανάπτυξης των ανθρωπιστικών σπουδών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Σήμερα έχουμε στα γυμνάσια και στα λύκεια τα περισσότερα υλικοτεχνικά μέσα και τις πνευματικές και θεωρητικές προϋποθέσεις για μια διδασκαλία εκσυγχρονισμένη: θεμελιωμένη στην επιστημονική έρευνα και στη διδακτική πράξη, διδασκαλία πλήρως αξιολογημένη και ολοκληρωμένη. “Η γλώσσα αναδύεται, ως κοινωνικό προϊόν, από την ανθρώπινη κοινότητα με πλήθος γλωσσικές ποικιλίες (γλωσσικά επίπεδα), που αντιστοιχούν στις κοινωνικές ποικιλίες (κοινωνικά επίπεδα)». Η γλώσσα δηλαδή λειτουργεί σε πολλά επίπεδα και ανθίζει με ποικίλους τρόπους προφορικού και γραπτού λόγου, δημιουργώντας αμέτρητα κείμενα: κείμενα γραπτά και προφορικά, ποιητικά και πεζά, λόγια και λαϊκά, περιγραφικά και αφηγηματικά, του θεάτρου και του κινηματογράφου, της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, των αθλητικών σχολίων και των θρησκευτικών τελετών, των τίτλων και των διαφημίσεων, των περιθωριακών, της πιάτσας, του σαλονιού, του σπιτιού και του κρατικού μηχανισμού, κείμενα όλων των στιγμών της ζωής, κείμενα που ασταμάτητα υφαίνουν τις σχέσεις μας, την επικοινωνία μας, τον πολιτισμό μας.
Είναι ανάγκη, συνεπώς, να αποκτήσει ο μαθητής συνείδηση αυτών των κειμένων. Όπως είναι ανάγκη να κατανοήσει ότι πολλές λέξεις που κατακτά κατά τη μελέτη των ποικίλων μαθημάτων (μαθηματικών, φυσικής, ιστορίας, θρησκευτικών κτλ.) μπορούν να χρησιμοποιηθούν και αλλού: στην καθημερινή επικοινωνία, στη σύνταξη ενός επίσημου κειμένου, στην έκθεση – έκφραση και αλλού. Πέφτουν έτσι οι φραγμοί, θραύονται τα στεγανά των ειδικών μαθημάτων και ολόκληρος ο γλωσσικός θησαυρός γίνεται αυτομάτως και γλωσσικός θησαυρός της έκφρασης: πολλά κανάλια φέρνουν λεκτικό πλούτο στην ίδια κοίτη του νεοελληνικού μας λόγου. Και δεν είναι μόνον οι λέξεις: ο μαθητής αποκτά άλλη νοοτροπία: διευρύνεται η σκέψη του, ώστε να αγκαλιάσει όλα τα μαθήματα και να αντλήσει από εκεί τρόπους, μεθοδεύσεις και περιεχόμενα χρήσιμα στο χτίσιμο ενός κειμένου… Κατανοεί έτσι ο νέος άνθρωπος ότι η έκθεση δεν είναι το επίσημο ένδυμα του λόγου, που το ντύνεται κανείς κάποιες στιγμές του χρόνου, παρά είναι καθημερινή γλωσσική επικοινωνιακή πρακτική τόσο των σχολικών μαθημάτων και της επιστήμης όσο και των άλλων μορφών της ζωής.
Η έκφραση – έκθεση δηλαδή βρίσκει έτσι τις πραγματικές της διαστάσεις και δεν είναι πια φιλολογικό στεγανό. Εγκαταλείπει έτσι τον «ψευδολογοτεχνισμό», που χρόνια τώρα την είχε παγιδέψει, και εγκολπώνεται κάθε αγαθό που προσφέρουν οι επιστήμες. Παίρνει π.χ. το μαθηματικό λογισμό και την αποδεικτική διαδικασία από τα μαθηματικά, την επιχειρηματολογία από τη λογική, την ακριβή διατύπωση και την οργάνωση του λόγου από τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας κ.ο.κ. Όλα, με άλλα λόγια, συγκλίνουν σ’ αυτήν. Έκθεση γράφει ο μαθητής παντού: στη φυτολογία, στη ζωολογία, στα θρησκευτικά, στην ιστορία, στα μαθηματικά κτλ. σε κάθε γραπτό δοκίμιο… Πλήθος κανάλια κομίζουν λόγο και σκέψη από μάθημα σε μάθημα και όλα μαζί στην έκφραση – έκθεση, που με τη σειρά της ανοίγει τις σελίδες της και δέχεται ολόκληρη τη σχολική ζωή, γιατί ολόκληρη η σχολική ζωή είναι έκφραση – έκθεση, όπως ολόκληρος ο κοινωνικός βίος είναι έκφραση και επικοινωνία”.
Για την επίτευξη της ενδυνάμωσης της ανθρωπιστικής παιδείας και των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων, που, κυρίως, την εμπεριέχουν, στο χώρο της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, είναι αδήριτη η ανάγκη, κατά τη γνώμη μου, να εκπονούνται δημιουργικές και πρωτότυπες εργασίες εκ μέρους των μαθητών και σε συνεργασία, φυσικά, με τους καθηγητές τους, οι οποίες θα τους οδηγούν, μέσα από την αυτενέργεια και την ατομική πρωτοβουλία και συνεργασία, στη συνειδητοποίηση των ανθρωπιστικών αξιών του δικαίου, του νόμου, της ισονομίας, της ισοπολιτείας, της ισοκρατίας, της ισηγορίας, της παρρησίας, της αμεσότητας, της ευθύτητας, της ελευθερίας, του μέτρου, της ανάπτυξης κριτικής και διαλεκτικής σκέψης, της αποδοχής της ατομικότητας, της συλλογικότητας, της συνεργασίας, του παραμερισμού προκαταλήψεων, της αλληλεγγύης, του Διαπολιτισμικού σεβασμού, της μοναδικότητας των διαφόρων πολιτισμών, της αποδοχής της διαφορετικότητας, της καταπολέμησης στερεοτύπων κ.ά.
Βέβαια, η εργασία στο σχολείο δεν είναι λογικό να είναι η ίδια για όλους τους μαθητές : είναι άκρως απαραίτητη η συμφωνία της με την ιδιαίτερη, προσωπική φύση του κάθε μαθητή( Αρχή της ατομικότητας.) Η εργασία στο σχολείο δεν είναι λογικό να είναι η ίδια για όλους τους μαθητές, εφ’ όσον η φύση τους είναι διαφορετική, αλλά να είναι σύμφωνη με την ιδιαίτερη προσωπικότητα του καθενός, δηλαδή να είναι προσωπική. Οι ψυχικές διαφορές χαρακτηρίζουν και συνιστούν την ατομικότητα του κάθε ανθρώπου. Βασισμένο σ’ αυτή την αρχή, το νέο σχολείο ζητά απ’ το κάθε παιδί να δώσει εκείνο που μπορεί και εκείνο για το οποίο έχει κάποια φυσική κλίση. Οι λόγοι που επιβάλλουν το σεβασμό της αρχής της ατομικότητας είναι ποικίλοι:
Οικονομία των δυνάμεων του μαθητή.
Αποτελεί συνηθισμένο σφάλμα της παιδικής εργασίας να εκτελείται με σπατάλη ενέργειας και με μεγάλη δαπάνη δυνάμεων. Γι’ αυτό, απαίτηση της οικονομίαςτης εργασίας είναι να ρυθμίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της υγιεινής,
ώστε η προσπάθεια και η αναψυχή να τίθενται σε ορθή σχέση. Έργο λοιπόν του Σχολείου εργασίας είναι να εισαγάγει τους μαθητές στην τέχνη του «εργάζεσθαι» για να ρυθμίζουν μόνοι τους την εργασία τους, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ψυχικής υγιεινής.
Συμφωνία με τη φύση της ύλης.
Η εργασία, η οποία αποβλέπει στη μορφοποίηση του χαρακτήρα του μαθητή,
οφείλει τη μορφωτική της δύναμη όχι μόνο στον τρόπο με τον οποίο
μεταχειριζόμαστε-διατάσσουμε την ύλη, αλλά επίσης στο ποιόν της ύλης,
γιατί το διδασκόμενο αντικείμενο έχει παιδαγωγική αξία ανεξάρτητα από τη
μεθοδική σχηματοποίησή του. Γι’ αυτό η εργασία στο σχολείο δεν πρέπει να
αδιαφορεί απέναντι στην ύλη. Αντίθετα, οφείλει να γνωρίζει και να κατανοεί
το περιεχόμενό της για ν’ ανταποκρίνεται πλήρως σ’ αυτό.
Εγγύτητα προς τη ζωή.
Χωρίς την ιδιότητα αυτή ο σκοπός του σχολείου, δηλαδή η περαιτέρω
αυτενεργός εξέλιξη του μαθητή και η ενεργός συμμετοχή του στη ζωή της
κοινωνίας της οποίας αποτελεί μέλος, δε θα ήταν δυνατό να επιτευχθεί. Γι’
αυτό πρέπει να φροντίζει η εργασία να οδηγεί το μαθητή στην πραγματικότητα
της ζωής και να μην αποβαίνει σκιά εργασίας, όπως συνέβαινε με το παλιό
σχολείο της διδαχής. Οι εφημερίδες, τα περιοδικά, οι οδοιπορίες, οι
εκδρομές, τα ταξίδια, τα ποικίλα εκπαιδευτικά προγράμματα κ.λ.π., στοιχεία
της ζωής σε μια σύγχρονη κοινωνία, πρέπει να χρησιμοποιούνται από το
σχολείο στο πλαίσιο της εργασίας. Επίσης, ο κινηματογράφος, το θέατρο, ο
διάλογος και η συζήτηση, πράγματα τόσο κοντά στη ζωή, είναι πρόσφορα για
χρησιμοποίηση στην εργασία.
Όπως είναι γνωστό, οι οικονομικές, επιστημονικές, και καλλιτεχνικές
εργασίες κρίνονται από το αποτέλεσμα, δηλαδή απ’ το έργο το οποίο
προέρχεται απ’ τη δημιουργία του χεριού και του πνεύματος. Οι εργασίες,
όμως, του σχολείου εργασίας δεν κρίνονται απ’ τα έργα αλλά απ’ τις μορφωτικές επιδράσεις τους, περισσότερο.
Α) Προτεινόμενα θέματα εργασιών στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία-Πολιτισμό:
1) Η στρατιωτική τέχνη στην Αρχαία Ελλάδα
2) Κοινωνία και Οικονομία του 5ου μ. Χ. αι. (εποχή του Περικλή).
3) Αρχαία Ελληνική Τραγωδία και Δυτική Ευρώπη (σχέσεις, επιδράσεις, αναβιώσεις απ’ την Αναγέννηση ως τα νεότερα χρόνια).
4) Σαπφώ, ελληνίδα ποιήτρια, βίος και έργο.
5) Αριστείδης ο Δίκαιος, βίος και έργο.
6) Η θέση του παιδιού /παιδιών, αγοριών και κοριτσιών, στην Αρχαία Ελλάδα.
7) Αρχαία Ελληνική Ζωγραφική.
???? Ο θεσμός του Γάμου στην Αρχαία Ελλάδα.
9) Παιδεία και Εκπαίδευση στην Αρχαία Ελλάδα.
10) Σχέση Αρχαίας και Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Ιστορική αναδρομή, θεωρητικά στοιχεία, παραδείγματα).
11) Η καθημερινή ζωή στην Αρχαία Αθήνα.
12) Η καθημερινή ζωή στην Αρχαία Σπάρτη.
13) Η θρησκεία των Αρχαίων Ελλήνων.
14) Αρχαία Ελληνική Αρχιτεκτονική
Β) Προτεινόμενα θέματα εργασιών στη Βυζαντινή Ιστορία-Πολιτισμό:
1) Η στρατιωτική Τέχνη κατά τους Βυζαντινούς χρόνους.
2) Βυζαντινή ποίηση και υμνογραφία.
3) Θρύλοι, μύθοι και παραδόσεις για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.
4) Η θέση του παιδιού (αγοριών και κοριτσιών) στο Βυζάντιο.
5) Ο έρωτας και ο θεσμός του γάμου στο Βυζάντιο.
6) Η Ελληνική Γλώσσα κατά τους χρόνους του Βυζαντίου.
7) Η καθημερινή ζωή των Βυζαντινών.
???? Ανάλυση χαρακτηριστικών (για σας) έργων της Βυζαντινής Τέχνης (ελεύθερη επιλογή).
9) Βασίλειος ο Μακεδών, αυτοκράτωρ του Βυζαντίου.
10) Νικηφόρος Φωκάς, αυτοκράτορας του Βυζαντίου.
11) Απεικονίσεις Βυζαντινών αυτοκρατόρων.
12) Ειρήνη η Αθηναία, αυτοκράτειρα του Βυζαντίου.
13) Θεοδώρα, αυτοκράτειρα του Βυζαντίου.
14) Θεοφανώ, αυτοκράτειρα του Βυζαντίου.
15) Θρύλοι και παραδόσεις του Βυζαντίου (Βυζαντινή λαογραφία).
Γ) Προτεινόμενα θέματα εργασιών στη Φιλοσοφία:
1) Η σημασία του έργου του Φρειδερίκου Νίτσε για την Ευρωπαϊκή φιλοσοφία.
2) Η φιλοσοφική σκέψη των Επικουρείων φιλοσόφων.
3) Η φιλοσοφική σκέψη των Σοφιστών.
4) Η φιλοσοφική σκέψη του Μπαρούχ Σπινόζα.
5) Σχέσεις Νεοπλατωνικών φιλοσόφων και Χριστιανικής φιλοσοφικής σκέψης.
6) Η φιλοσοφική σκέψη των Γνωστικών.
7) Ο φιλοσοφικός λόγος του Ρενέ Ντεκάρτ.
???? Ο φιλοσοφικός στοχασμός του Ντέϊβιντ Χιούμ.
9) Σχέσεις φιλοσοφίας και Επιστήμης.
10) Σχέσεις φιλοσοφίας και θρησκειών.
11) Η συμβολή της φιλοσοφίας στη βιοηθική.
12) Τέχνη – Αισθητική και Φιλοσοφία ή Φιλοσοφία και Ιστορία της Τέχνης.
13) Σχέσεις Φιλοσοφίας και Ιστορίας.
14) Λόγος και Σκέψη.
15) Μυθολογία και Φιλοσοφία. (Μύθοι, θρύλοι, παραδόσεις διαφόρων λαών και η σχέση τους με τη φιλοσοφική σκέψη).
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
1.Wichterich H. Pedagogische Atmosphare und menschliche Kommunikation, Rheinstetten 1977, 55.
2.Ξωχέλλης Παν., Παιδαγωγική του Σχολείου, Θεσσαλονίκη 1979.
3.Πετρουλάκης Ν., Προγράμματα, εκπαιδευτικοί στόχοι, μεθοδολογία, Αθήναι 1981.
4.Τατάκης Β., Παιδαγωγική, Αθήνα 1978.
5.Τσίριμπας Α., Γενική Διδακτική, Αθήναι 1959.
6.Τσουρέκης Δημ., Σύγχρονη Παιδαγωγική, Αθήνα 1981.
7.Χαραλαμπίδης Θ., Γενική Παιδαγωγική, Αθήνα α.ε.
8.”ΑΛΛΑ ΖΗΤΑΕΙ Η ΨΥΧΗ ΤΟΥΣ, ΓΙ’ ΑΛΛΑ ΚΛΑΙΕΙ” (Κ.Καβάφης). Ανοιχτή επιστολή στον Υπουργό Παιδείας Πέτρο Ευθυμίου του Συλλόγου Αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
9. Gee J-P. (1993), “What is Literacy?” στο L.-M. Cleary & M. Linn (eds.) Linguistics for Teachers. –New York: Mc Graw-Hill, pp. 257-265.
10. N. Elsasser- Steiner, N. & V. John-Steiner (1993),“An Interactionist Approach to Advancing Literacy „ στο L.-M. Cleary & M. Linn (eds.) Linguistics for Teachers. –New York: Mc Graw-Hill, pp. 265-281.
11. G. Kress, (1994), Learning to write. –London: Routledge.
12. Παραδέλλης Θ., (1997), «Προφορικότητα και εγγραμματοσύνη: από την αυτόνομη δράση στην κοινωνική πρακτική» στο Ong. W. Προφορικότητα και εγγραμματοσύνη. -Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, σ. IX-XXXIV.

«Εκφράσεις, εκφάνσεις, όψεις Βυζαντινού Πολιτισμού». Ηλιάδη Αμαλία Κ., φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

«Εκφράσεις, εκφάνσεις, όψεις Βυζαντινού Πολιτισμού».
Ηλιάδη Αμαλία Κ., φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.
P7030018
Κωνσταντινούπολη, Η «Βασιλίς των Πόλεων»
«Η Πόλις ήτον το σπαθίν, η Πόλις το κοντάριν,
η Πόλις ήτον το κλειδίν της Ρωμανίας όλης,
κ’ εκλείδωνε και σφάλιζεν όλην την Ρωμανίαν,
και όλον το Αρτζιπέλαγος εσφικτοκλείδωνέν το…».
Στους στίχους αυτούς του ανώνυμου ποιητή του «Θρήνου της Κωνσταντινουπόλεως», που δημοσίευσε το 1880 στον πρώτο τόμο της “Bibliotheque Grecque vulgaire” (Παρίσι) ο Αιμίλιος Legrand, σσ. 169-202 (πρόκειται για τους στίχους 614-617), φαίνεται ανάγλυφη η σημασία και ο ρόλος της Κωνσταντινούπολης στη ζωή ολόκληρης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Όπως σημειώνει ο D.C.Esseling, «το σχέδιον της Κωνσταντινουπόλεως εξεπονήθη κατά το δυνατόν ομοιότατον προς το της Ρώμης, με την διαίρεσιν της πόλεως εις δεκατέσσαρα τμήματα, με τον ιππόδρομον, με τας αγοράς, αλλ’ όμως αι κυριώταται οδοί είχον, όπως εις τας πόλεις της Συρίας, κιονοστοιχίας ένθεν και ένθεν, αι δε μεγάλαι δεξαμεναί αυτής κατεσκευάσθησαν κατά το αυτό σύστημα καθ’ ο και αι της Αλεξανδρείας» (Βυζάντιον και Βυζαντινός Πολιτισμός, μτφρ. Σ.Κ.Σακελλαρόπουλου, εκδ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Αθήναι, σελ. 123).
Ο ίδιος (όπ. παρ., σελ. 7), περιγράφει και αξιολογεί τη γεωγραφική θέση της Βασιλεύουσας ή Βασιλίδος των πόλεων, όπως εύστοχα έχει αποκληθεί η Κωνσταντινούπολη ως εξής: «Εν τω μέσω του πορθμού, όστις ενώνει την Μεσόγειον προς την Μαύρην Θάλασσαν, ανοίγεται εις έκτασιν ενός και ημίσεος μιλλίου στενόπορος κολπίσκος, του οποίου τα βαθέα ύδατα προστατευόμενα κατά πάσης αμμώδους εμφράξεως υπό ισχυρών θαλασσίων ρευμάτων και της συρροής ενός ποταμού, σχηματίζουν ένα φυσικό λιμένα, εις ον δύναται ασφαλώς και απηλλαγμένα παντός φόβου προσβολής να προσορμίζωνται απειράριθμα σχεδόν πλοία. Επί της δυτικής όχθης του κολπίσκου τούτου, γνωστής από αμνημονεύτων χρόνων υπό το όνομα του Κερατίου Κόλπου, εκτείνεται η πόλις επάνω εις μίαν γλώσσαν γης, ήτις είναι στενοτέρα κατά την άκραν. Εξ αμφοτέρων των μερών η θάλασσα σχηματίζει φυσικόν οχύρωμα, το δε μέρος, το πολύ μικρότερον, το οποίον αντικρύζει την ήπειρον, εύκολον είναι τελείως να οχυρωθή. Εκτός δε τούτου τα θαλάσσια ρεύματα της Προποντίδας τα κατευθυνόμενα προς Νότον και οι βόρειοι άνεμοι οι επικρατούντες κατά το θέρος καθίστων πάσαν προσβολήν εκ μέρους της θαλάσσης δυσχερεστάτην δια τα πλοία, των οποίων κατ’ εκείνους τους χρόνους μόνον με ιστία και με κώπας εγίνετο ο χειρισμός. Εκεί δε ακριβώς συνάπτονται η Ασία και η Ευρώπη και αντιφιλοτιμούνται ως προς την αφθονίαν των προϊόντων και γης και θαλάσσης, τα οποία εκάστη εκ των δύο έχει να επιδείξη».
Κυπριακός θρήνος, όπως έδειξε ο Ε.Γ.Κριαράς, που τον εξέδωσε και κριτικά, με τον τίτλο «Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης» αναφέρεται με θαυμασμό στην ομορφιά και τα μνημεία, με τα οποία τη στόλισαν όχι μόνο ο ιδρυτής της, αλλά και οι επόμενοι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες (στίχοι 95-100, 106-107).
«Αυτός λοιπόν εκόσμησε ο μέγας Κωνσταντίνος
την πόλιν την εξακουστήν, ήν βλέπεις και ακούεις,
καθώς την κλήσιν έλαβε και την επωνυμίαν.
Ομοίως Ιουστινιανός εκόσμησε μεγάλως
έκτισε την αγιάν Σοφιάν, το θέαμα το μέγα,
παραπλησίον γέγονε Σιών της Παναγίας…
Όταν εις νουν τα θυμηθώ της Πόλεως τα κάλλη
στενάζω και οδύρομαι και τύπτω εις το στήθος».
Η ίδρυση και τα εγκαίνια
Η ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αρχίζει το 324 μ.Χ., το χρόνο ακριβώς που θεμελιώθηκε η Κωνσταντινούπολη, όπως ακριβώς η άλωσή της το 1453 οριοθετεί και το τέλος της. Ωστόσο, επιβίωσε για λίγα μόνο χρόνια η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.
Αυτοκρατορία της Τραπεζούντος των Μεγαλοκομνηνών: Πόντος:
Το Αρχαίο και περίφημο μοναστήρι του Πόντου, της Παναγίας του Σουμελά υπήρξε το πνευματικό και πολιτισμικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής καθ’ όλη την περίοδο του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας.
Η Αργυρούπολη, όπως και όλη η περιοχή του Πόντου, παρουσιάζει μεγάλο και ποικίλο ενδιαφέρον. Από τους αρχαίους χρόνους οι κάτοικοι διακρίνονταν για την έντονη θρησκευτικότητά τους. Ο Πόντος φέρεται ως ένα από τα πιο αξιόλογα και πολυπληθή κέντρα του μοναχισμού. Στην ησυχία των βουνών της Βιθυνίας, Καππαδοκίας, Ηράκλειας, Παφλαγονίας, Σινώπης, Αμισού, Τραπεζούντος και Κερασούντος αναπτύχθηκε σημαντικός ασκητισμός, που ανέδειξε πολλούς αγίους, συνεχιστές του φρονήματος των μαρτύρων των ίδιων τόπων, των πρωτοχριστιανικών αιώνων. Εδώ ασκήτευσαν οι μέγιστοι φωστήρες της τρισηλίου Θεότητος, οι Τρεις Ιεράρχες: Πρώτος ο Μ. Βασίλειος, καθώς γράφει «επί Πόντον απήλθον. Ένθα δη μοι ο Θεός χωρίον υπέδειξεν ακριβώς συμβαίνον τω εμώ τρόπω…». Το ησυχαστήριο αυτό, στο οποίο λέγεται να ήλθαν αργότερα και οι άγιοι Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αναφέρεται στο παρά την Κερασούντα όρος, το ονομαζόμενο. Άγιος Βασίλειος.
Μετά την κατάληψη της περιοχής από τους Τούρκους οι ασκητές «μεταφυτεύθηκαν» σε άλλους ησυχαστικούς τόπους. Ένας από αυτούς που κατοίκησαν στο Άγιον Όρος, είναι ο όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, ο κτίτορας της Μ. Λαύρας, ο Τραπεζούντιος, που έγινε ο πρώτος μιας μακράς σειράς ανδρών, που ακολούθησαν τη ζωή του.
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο Ελληνισμός του Πόντου σκληρά δεινοπαθεί. Τα σχολεία κλείνουν, οι δάσκαλοι διώκονται, η ελληνική γλώσσα μιλιέται και γράφεται μυστικά. Δημεύσεις κι εξορίες των Ελλήνων, σφαγές και βιαιότητες συμβαίνουν πολύ συχνά. Στην κρίσιμη αυτή περίοδο και περιοχή τα παλιά, βυζαντινά μα και τα μεταβυζαντινά μοναστήρια αποτελούν καταφύγιο παρηγοριάς κι ενισχύσεως. Εδώ διατηρείται η πίστη, η γλώσσα, η παιδεία και το υψηλό φρόνημα. Οι μοναχοί γίνονται οι ενθουσιώδεις ποιμένες, οι φιλόστοργοι πατέρες, οι φωτισμένοι δάσκαλοι και οι διακριτικοί οδηγοί. Τα μοναστήρια Παναγίας Σουμελά, Αγίου Ιωάννου Βαζελώνος, Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, Αγίου Ιωάννου Χουτουρά, Παναγίας Μπαλτζάνας, Παναγιάς Καγιά-Τιπή, Παναγιάς Μαντεκέν, Προφήτου Ηλιού, Ζωοδόχου Πηγής Καστροτείχου, Παναγιάς Κρεμαστής, Παναγιάς Γουμερά, Αγίας Τριάδος, Αγίας Δυνάμεως, Αγίου Ευγενίου, Παναγιάς Χουτουρά, Αγίου Θεοδώρου Γαβρά, Αγίου Ακινδύνου, Αγίου Ιωάννου Αγιαστή, Θεοσκεπάστου, Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Αγίου Βασιλείου, Αγίου Σάββα, Ακεψιμά, Αγίου Γεωργίου Ζανταέρτς, Θεοτόκου Σιλικλή παίζουν ένα πολύ σημαντικό ρόλο.
Σημειώσεις
1. Διονυσίου, μητροπολίτου Δράμας, Μνημόσυνα και εγκαίνια, Δράμα 1974, σ. 22.
2. Κυριακίδου Ε.Θ. Ιστορία της παρά την Τραπεζούντα ιεράς …μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου του Σουμελά, Αθήναι 1898.
3. Χρυσάνθους, μητροπολίτου Τραπεζούντος, Αρχείον Πόντου, Δ΄ και Ε΄, Αθήναι 1933.
4. Χαιρέτη Μ.Κ. Σουμελά Μονή, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τ. 11, Αθήναι 1967, στ. 291-295.
5. Παπακωνσταντίνου Α. Εγκυκλοπαίδεια του Πόντου, τ. 1, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 65-72.
6. Ιωαννίδου Σ. Ιστορία της Τραπεζούντος και της περί αυτήν χώρας, Κωνσταντινούπολις 1870.
7. Ιωαννίδου Ι. Ημερολόγιον του Πόντου και οδηγός της Τραπεζούντος και των περιχώρων, Τραπεζούς 1903.
8. Παπαμιχαλόπουλου Ν.Κ. Περιήγησις εις τον Πόντον, Αθήναι 1903.
9. Αναγνωστόπουλου Λ. Η Γεωγραφία της Ανατολίας, 1922.
10. Δωροθέου Σχολαρίου, μητροπολίτου, Κλείς της Πατρολογίας και των Βυζαντινών συγγραφέων, Αθήναι 1879, σ. 88.
11. Παπαμιχαλόπουλου Ν.Κ. όπ.π.σ. 105.
12. Νικοδήμου Μπιλάλη, μοναχού, Ο όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, Αθήναι 1975.
13. Τριανταφυλλίδη Π. Η εν Πόντω ελληνική φυλή, ήτοι τα Ποντικά, η προσετέθησαν και λόγοι τινές εν Τραπεζούντι εκφωνηθέντες, Αθήναι 1866.
14. Λαμέρα Κ. Η περί Μικράς Ασίας και των εν αυτή κρυπτοχριστιανών διάλεξις, Αθήναι 1962.
15. Μηλιώρη Ν. Οι Κρυπτοχριστιανοί, Αθήναι 1962.
16. Ανδριώτη Ν.Π. Κρυπτοχριστιανική φιλολογία, Θεσσαλονίκη 1971.
17. Ανδριώτη Ν.Π. Κρυπτοχριστιανικά κείμενα, Θεσσαλονίκη 1974.
18. Τσιαβασισβίλη Ι. Ιστορία των Ιβήρων (ιβηρικά), Τιφλίς 1913-14, 1928-29.
19. Κεκελίτζε Κ. Ιστορία της ιβηρικής φιλολογίας (ιβηρικά), Τιφλίς 1923-24.
20. Γριτσόπουλου Τ.Α. Ιβηρική εκκλησία, Η.Θ.Ε. τ. 6, στ. 696-700.
21. Τιμοθέου, αρχιμ. Άγιοι της Γεωργίας, Ωρωπός Αττικής 1986.
22. Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Ο Μακάριος Γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης (1901-1959). Έκδοσις Ιεράς Μονής Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχαι (Σίψα) Δράμας, 2008.
Μετά τη μικρή αυτή παρένθεση, επανερχόμαστε στη συνέχεια της γραμμικής μας εξιστόρησης: το 324, όπως σημειώνει και η Καθηγήτρια Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, σταματούν οι διωγμοί κατά των Χριστιανών και αναγνωρίζεται ο Χριστιανισμός ως επίσημη θρησκεία, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό για την περαιτέρω πορεία και ανέλιξη της Αυτοκρατορίας (Βυζαντινή Ιστορία, Α΄ 324-610, Αθήναι 1975, σελ. 21). Η θεμελίωση της Κωνσταντινούπολης έγινε στις 8 Νοεμβρίου 324 και τα εγκαίνιά της στις 11 Μαΐου 330 από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, μονοκράτορα πλέον από τον Σεπτέμβριο 324, που νίκησε κατά κράτος τον Λικίνιο. Τα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας τελέσθηκαν με ξεχωριστή λαμπρότητα: «Αι τελεταί», γράφει ο Δ.Α.Ζακυθηνός, «μετείχον της ειδωλολατρικής παραδόσεως και της νέας θρησκείας. Η Τύχη της νέας πρωτευούσης εχαράχθη επί των νομισμάτων. Η Κωνσταντινούπολις, εις ήν απενεμήθη το ins italicum, αποσπασθείσα της Θρακικής επαρχίας, ετάχθη υπό ανθύπατον… Η πόλις εις ήν ο Κωνσταντίνος έστρεψε την προσοχήν αυτού εκτίσθη κατά την παράδοσιν τω 657 π.Χ. υπό Μεγαρέων αποίκων. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους το Βυζάντιον απέκτησεν εξαίρετον στρατηγικήν σημασίαν» (Βυζαντινή Ιστορία 324-1071, Αθήναι 1972, σσ. 33-34).
Η ίδια η Κωνσταντινούπολη στον λεγόμενο «θρήνο των τεσσάρων Πατριαρχείων Κωνσταντινούπολης, Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιερουσαλήμ», που εξέδωσε το 1901 ο Κάρολος Κρουμπάχερ, προσωποποιείται και λέει για τη θέση της, αλλά και για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που είχε την έδρα του σ’ αυτήν (στίχοι 39-42):
«Αλλά εγώ βασίλισσα ήμουν στεφανωμένη,
με την κορώνα κάθουμουν και τώρα ’ μαι θλιμμένη,
που βλέπω την αγιάν Σοφιάν –κ’ έχω κακήν καρδίαν-,
οπού’ τον το πατριαρχειόν κ’ είχε πολλήν αξίαν…».
«Η περιοχή», σημειώνει η Tamara Talbot Rice, «που αρχικά είχε περιληφθεί μέσα στα τείχη του Κωνσταντίνου (330) περιελάμβανε επτά λόφους. Η ομοιότητα αυτή με την παλιά Ρώμη δεν ήταν η μόνη. Η Πόλη μεγάλωνε με τις λεπτομέρειες του πολεοδομικού της σχεδίου: Οι κεντρικοί δρόμοι, για παράδειγμα, σε γενικές γραμμές, έπρεπε να προσαρμοσθούν, βέβαια, στο τριγωνικό πλαίσιο της χερσονήσου, όπου κτίσθηκε η Κωνσταντινούπολη, αλλά στις λεπτομέρειες αποτελούσαν, όσο επέτρεπε το έδαφος, μίμηση του ορθογωνίου συστήματος που είχε εφαρμοσθεί στη Ρώμη κατά τρόπο αξιοθαύμαστο. Όπως στην Όστια, κοντά στη Ρώμη, έτσι και στην Κωνσταντινούπολη τα πλουσιότερα σπίτια ήταν διώροφα και τα ονόματα των ιδιοκτητών τους ήταν σκαλισμένα στους τοίχους που έβλεπαν προς τον κεντρικό δρόμο… Από τον 5ο αιώνα εμφανίσθηκαν στην Κωνσταντινούπολη σπίτια πιο ψηλά» (Ο Δημόσιος και Ιδιωτικός βίος των Βυζαντινών, μτφρ. Φ.Κ.Βώρου, Αθήνα 1988, σσ. 191-192).
Στην πρωτεύουσα του Βυζαντινού Κράτους δεν επιτρεπόταν αυθαίρετη δόμηση. Τα σπίτια κτίζονταν με πολλή προσοχή και μεγάλη φροντίδα προς το περιβάλλον. Έτσι ήταν φυσικό να προκαλεί στους ξένους επισκέπτες της αισθήματα θαυμασμού. «Μέσα στα τείχη», γράφει ο Sir Steven Runciman, «υπήρχαν διάφορες πολυάνθρωπες πόλεις και χωριά που τα χώριζαν περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα και κήπους… Σε αντίθεση με τους δρόμους που ήταν στενοί, υπήρχαν μεγάλα δημόσια πάρκα, που τα συντηρούσε με έξοδά του ο δήμος. Το Μέγα Παλάτιον και ο περίβολός του έπιαναν ολόκληρη τη νοτιοανατολική γωνία της Πόλης και τα διάφορα κτίρια που ήταν απλωμένα σε μια έκταση σχεδόν ενάμισυ χιλιομέτρου…» (Βυζαντινός Πολιτισμός, μτφρ. Δέσποινας Δετζώρτζη, Αθήνα 1989, σσ. 207-210).
Αλλά και η υπόλοιπη αχανής Αυτοκρατορία ήταν γεμάτη πράσινο, δάση, λουλούδια. Όχι μόνο στις ακατοίκητες περιοχές, αλλά και στις κατοικημένες. Ο Ζεράρ Βαλτέρ δίνει την παρακάτω περιγραφή ενός βυζαντινού χωριού:
«Το περιβάλλει μια ζώνη περιβολιών και αμπελιών. Χαντάκια ή πάσσαλοι που χρησιμοποιούνται για περίφραγμα, δείχνουν τα όρια των ατομικών κτημάτων. Στα περίχωρα εκτείνονται χωράφια καλλιεργημένα. Αν και δεν είναι περιφραγμένα, αποτελούν τμήματα ατομικών κτημάτων. Αντίθετα, το δάσος και οι βοσκότοποι αποτελούν κοινή ιδιοκτησία του χωριού» (Η Καθημερινή Ζωή στο Βυζάντιο στον αιώνα των Κομνηνών, μτφρ. Κ. Παναγιώτου, Αθήνα 1970, σελ. 141).
Βυζάντιο και φυσικό περιβάλλον: Προστασία περιβάλλοντος. – Ίδρυση Μονών.
Γενικά οι Βυζαντινοί διακρίνονταν για τη φυσιολατρία τους. «Αγαπούσαν πολύ τα ωραία τοπία. Οι ωραίοι κήποι του Διγενή Ακρίτα περιγράφονται με αληθινό οίστρο και τα μοναστήρια τους τα χτίζανε σε τοποθεσίες που δέσποζαν στις ωραιότερες θέσεις που μπορούσαν να βρουν» (Ράνσιμαν, όπ. παρ., σελ. 248).
Η ίδια η Κωνσταντινούπολη είχε θαυμάσια μοναστήρια που είχαν ανεγερθεί σε πανέμορφες τοποθεσίες, είχαν αυλές γεμάτες με λουλούδια και προσέλκυαν λογίους και μορφωμένους με τα καλλιγραφικά τους εργαστήρια, τα τυπογραφεία της εποχής εκείνης, όπου αντιγράφονταν τα διάφορα βιβλία, όχι μόνο τα εκκλησιαστικά αλλά και της θύραθεν γραμματείας και παιδείας. Λειτουργούσαν ακόμη στο πλαίσιο των μοναστηριών σημαντικά κοινωφελή ιδρύματα, μεταξύ των οποίων νοσοκομεία, γηροκομεία, ορφανοτροφεία, αλλά και ξενώνες, στους οποίους παρείχαν πλήρη φιλοξενία. Δεν υπήρχαν μόνο ανδρικά, αλλά και μεγάλα γυναικεία μοναστήρια, που για να διοικηθούν χωρίζονταν σε επιμέρους τμήματα. Για τα μοναστήρια της Κωνσταντινούπολης λέει ο θρήνος, που εξέδωσε ο Legrand (όπ. παρ., στίχοι 240-241):
«Που είν’ τα μοναστήρια σου, που είν’ οι καλογήροι,
παπάδες, ψάλτες, ιερείς και κοσμικοί ομού τε…».
Το πρώτο μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης ήταν η Αγία Σοφία. Καθέδρα του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως, αναφέρεται στους θρήνους ως το «μέγα μοναστήρι». Αυτό δεν πρέπει να μας παραξενεύει, αφού πάντοτε είχε μοναστηριακή δομή η περί τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως αυλή με τους «εσωκατάκοιλους» αξιωματούχους της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Και σήμερα ακόμη, στο ιστορικό και μαρτυρικό Φανάρι, διατηρείται η ίδια αυτή μοναστηριακή ζωή, δομή.
Μια ιδέα για το που έκτιζαν οι Βυζαντινοί τα μοναστήρια τους, αλλά και για το πράσινο που τα περιέβαλε, μπορούμε να πάρουμε είτε στο Άγιον Όρος, είτε στα Μετέωρα. Η κηπουρική ήταν πάντοτε προσφιλής ενασχόληση των μοναχών. Έργο ειρηνικό, τους ήταν παράλληλα απαραίτητο για τη διατροφή τους. Ο Αγάπιος μοναχός ο Κρης συνέγραψε το περίφημο «Γεωπονικόν», βιβλίο χαρακτηριστικό των ενδιαφερόντων τους αυτών, που τυπώθηκε το 1850 στη Βενετία. Οι Βυζαντινοί έδειχναν ιδιαίτερη μέριμνα για το περιβάλλον, αγαπούσαν το πράσινο και γενικά σέβονταν τη Δημιουργία. Σ’ αυτό συνέβαλε βασικά η ορθόδοξη θεολογία για τη στάση του ανθρώπου απέναντι στην Κτίση. Ο καθηγητής Ιωάννης Γαλάνης σημειώνει στο έργο του «Η σχέση ανθρώπου και κτίσεως κατά την Καινήν Διαθήκην», Θεσσαλονίκη 1984, σελ.: 60): «Με την ενανθρώπηση, το πάθος και την ανάσταση του Χριστού η κατάσταση του κόσμου αλλάζει ριζικά. Άνθρωπος και κτίση τοποθετούνται σε μια νέα προοπτική και η αρχική σχέση Θεού-ανθρώπου-κτίσεως με τελική αναφορά το Θεό. Στην Καινή Διαθήκη η σχέση ανθρώπου και κτίσεως δεν μπορεί να εννοηθεί έξω από το γεγονός Χριστός, γι’ αυτό και πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται μέσα στην καινούργια δυναμική κατάσταση, που δημιουργήθηκε με τον ερχομό του μέσα στην ιστορία, τον κόσμο και τον χρόνο. Μ’ αυτό τον τρόπο ο Θεός εκδήλωσε την αγάπη Του και την προαιώνιο θέλησή Του να οδηγηθεί ο άνθρωπος και γενικά ο κόσμος στη σωτηρία. Έτσι, με την ενσάρκωση ο κόσμος έρχεται σε άμεση επικοινωνία με το Θεό και αναδημιουργείται «εν Χριστώ». Ο άνθρωπος αναπλάθεται και αποκτά την ικανότητα να αξιολογήσει σωστά τη σχέση του με την κτίση, να κατανοήσει τον προορισμό του και να αναπτύξει το δρόμο προς τη σωτηρία. Η σχέση όμως ανθρώπου και κτίσεως με το Χριστό καθορίζεται κι από ένα άλλο σημαντικό γεγονός: τη συμμετοχή του Χριστού στο έργο της δημιουργίας. Είναι δηλαδή ο Χριστός ο μεσίτης της δημιουργίας. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε δι’ αυτού αχρόνως και με την ενσάρκωση πάλι δι’ αυτού δημιουργείται εν χρόνω».
Η Βυζαντινή νομοθεσία για το περιβάλλον και το οικιστικό–αρχιτεκτονικό τοπίο.
Χρειάζεται να καταφύγουμε στη βυζαντινή νομοθεσία, για να δούμε πως οι Βυζαντινοί φρόντιζαν το περιβάλλον. Εκεί θα παρατηρήσουμε ότι είχαν λάβει ειδικά μέτρα για την προστασία του. Κάθε σπίτι έπρεπε να έχει θέα προς τη θάλασσα: «Εν ταύτη τη ευδαίμονι πόλει απόψει του γείτονος δώδεκα μόνους απαιτών πόδας μη αφαιρείσθαι εξευθείας οράν την θάλασσαν, εστώς εν τοις ιδίοις οίκοις ή καθήμενος εν αυτοίς. Και μη αναγνωριζόμενος παρατρέπειν εαυτόν εις πλάγιον εφ’ ω ιδείν θάλασσαν… Η επί θάλασσαν εντός εκατόν ποδών ούσα άποψις ου μόνον κατ’ ευθείαν, αλλά και εκ πλαγίου οφείλει είναι ακαινοτόμητος. Τούτο γαρ προστίθησιν ο παρών τύπος φυλάττων την Ζήνωνος διάταξιν και την νεαράν ερμηνεύων. Η ορατική δύναμις, πασών των αισθήσεων οξυτάτη ούσα, από πλείστου διαβήματος την ενέργειαν έχει, όθεν ου χρη απλώς ουδέ ως έτυχε περί ταύτης αποφαίνεσθαι, αλλ’ ενθέντας μέτρα τούτοις στοιχείν. Φασί μεν γαρ νόμους τρεις είναι απόψεως. Θαλάσσης, κήπων, γραφής δημοσίας…» (Κωνσταντίνου Αρμενοπούλου: Πρόχειρων Νόμων. Εξάβιβλιος, επιμέλεια Κωνσταντίνου Γ. Πιτσάκη, εκδ. «Δωδώνη», Αθήνα 1971, σσ. 127-128).
Ειδικά για τους κήπους η βυζαντινή νομοθεσία προέβλεπε (όπ. παρ., σελ. 128-129): «Και το των κήπων και των φυτών χωρίου από του ρηθέντος οράται διαστήματος και ου πάντως από τοσούτου χρη τους οικοδομείν εθέλοντας εμποδίζεσθαι. Αλλά δει τον από ταύτης της απόψεως λύοντα κωλύειν ουχ απλώς, ουδ’ ώς έτυχε, αλλ’ από ποδών πεντήκοντα».
Λεπτομερείς λοιπόν διατάξεις διασφάλιζαν τη θέα των σπιτιών και προστάτευαν τους πολίτες από τις αυθαίρετες οικοδομές και την αυθαίρετη δόμηση. Θέα θα έπρεπε να υπάρχει και προς το βουνό, δηλαδή τα δάση και το πράσινο: «Την επί τα όρη άποψιν ου δύναταί τις κωλύειν, ως είπεν ο Παπινιανός εν τω τρίτω βιβλίω των Κοιαιστιώνων εν τη τελευταία του τίτλου κοιαιστιώνι. Η δε διάταξις Ζήνωνος έχει ότι εάν εκατόν πόδας απέχη ο γείτων, ου κωλύεται βουλόμενος οικοδομείν διά το αφαιρείσθαι την άποψιν την επί θάλασσαν. Τούτο δε και επί όρους έλκειν δυνάμεθα επειδή τερπνή τις η θέα του όρους, ώσπερ της θαλάσσης, και από των όμοια τέμνειν δει. Και τούτο μεν πάντα υπομνήσεως ένεκα συνήκται» (όπ. παρ., σσ. 129-130).
Μια ακόμη διάταξη, είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική, εκείνη που προνοεί περί «τοπίων ανέτων» (όπ. παρ., σελ. 130):
«…Ότε μέσου όντος στενωπού ή πλατείας οικοδομεί τις τον εαυτού οίκον, ει και πλέον έχει των δώδεκα ποδών το του στενωπού ή της πλατείας μέτρον, μη αφαιρέσθω το περιττόν και τω ιδίω οίκω προστιθέσθω. Ουδέ γαρ επί βλάβη του δημοσίου τους δώδεκα πόδας ώρισεν η διάταξις, αλλ’ ώστε μη στενότερον των δώδεκα ποδών είναι τον μεταξύ των οίκων αέρα. Ότε δε πλέον το ρύμης ευρεθή ή της πλατείας μέτρον, μηδέ εξ αυτού αφαιρείσθαι, αλλά τη πόλει σώζεσθαι τα οικεία».
Εκτενείς διατάξεις, εξάλλου, προέβλεπαν τα των φυτεύσεων όχι μόνο στα χωράφια, αλλά και στους κήπους των οικιών και των επαύλεων: (όπ. παρ., σελ. 130): «Η των φυτών καταφύτευσις μη αναλόγως τοις μεγέθεσι την απόστασιν από των οικιών έχουσα, ου τας τυχούσας ταις οικίαις επιφέρει βλάβας ριζοβολούντα γαρ τα φυτά ή και προς το μεγεθυνθήναι αρδευόμενα και εγγίζοντα τοις τοίχοις ή ταις οικίαις ή ταις θυρίσι και μάλιστα τοις ληνοίς ή τοις των κήπως ευρίποις, βλάπτει τα μέγιστα. Εκ θεμελίων γαρ τους τοίχους ωθεί, κλοπής δε αιτία γίνεται διά των θυρίδων, επισκιάζει δε τοις εκρίπτειν βουλομένοις ετέραν θέσιν, ρήξεις δε και εμπτώσεις εργάζεται τοις ληνοίς και τοις των κήπων ευρίποις, όθεν χρη τον θέλοντα καταφυτεύειν φυτά αφεστάναι της του γείτονος οικίας μέτρα ταύτα…».
Η αγάπη των Βυζαντινών για τη φύση και το πράσινο δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί. Αντίθετα, πολλές άλλες μαρτυρίες πατερικές, αγιολογικές, μοναστικές, εικαστικές κ.λ.π. βεβαιώνουν ότι έδειχναν ξεχωριστό ενδιαφέρον γι΄αυτή και φρόντιζαν να πληθαίνουν το πράσινο και τα λουλούδια και όχι να το καταστρέφουν. «Το ενδιαφέρον που έδειχναν οι Βυζαντινοί για τους κήπους σημειώνει η Rice, αντικαθρεφτίζεται και στην τέχνη τους, όπου κυριαρχούν θέματα παρμένα από τον κόσμο των λουλουδιών. Το ίδιο πράγμα επιβεβαιώθηκε περίτρανα κατά τη διάρκεια των ανασκαφών που αποκάλυψαν μωσαϊκά-ψηφιδωτά στο Μεγάλο Παλάτιο, εκεί οι αρχαιολόγοι έκαναν μια σημαντική διαπίστωση. Στο κέντρο του δαπέδου υπήρχε χώρος χωρίς μωσαϊκό, μ’ ένα στρώμα πολύ λεπτό χώμα. Είναι φανερό πως το είχαν φέρει εκεί για να δημιουργήσουν ανθοκήπιο. Η αγάπη του αυτοκράτορα Θεοφίλου για την κηπουρική πιθανόν να προερχόταν από επίδραση ανατολική. Δημιούργησε έναν αξιοθαύμαστο κήπο ανάμεσα σ’ ένα γήπεδο παιχνιδιού κι ένα περίπτερο γνωστό με την ονομασία Τσυγκανιστήριον. Τον 11ο αι. ο Κωνσταντίνος Θ΄ βρήκε διασκεδαστικό να σκάψει μικρή λίμνη στο κέντρο ενός πάρκου με οπωροφόρα δένδρα. Τα χείλη της λίμνης ήταν σε επίπεδο χαμηλότερο από το γύρω έδαφος έτσι, που η λιμνούλα δεν ήταν ορατή από μακριά. Τα αποτελέσματα ήταν πως απρόσεκτοι διαρρήκτες, που έμπαιναν παράνομα στο πάρκο, για να κλέψουν τα φρούτα του, μπορούσαν να πέσουν μέσα στο νερό, και έπρεπε να κολυμπήσουν για να βγουν. Μικρά κανάλια υδροδοτούσαν τη λίμνη. Ο Κωνσταντίνος Θ΄ φρόντισε να ανεγείρει ένα μικρό, αλλά χαριτωμένο οίκημα εκεί κοντά στη λίμνη για λόγους αναψυχής. Ήταν ιδιαίτερη ευχαρίστησή του να κάθεται εκεί, όταν επισκεπτόταν το πάρκο. Σε μια άλλη περίπτωση αποφάσισε να μετατρέψει έναν αγρό σε κήπο. Έδωσε εντολή να φυτέψουν εκεί πολλά οπωροφόρα δένδρα, αφού καθαρίσουν το έδαφος από τα αγριόχορτα και κάθε μη χρήσιμο υλικό» (Tamara Talbot Rice, όπ. παρ., σσ. 204-205).
«Παρίσι του Μεσαίωνα»
«Παρίσι του Μεσαίωνα» έχουν χαρακτηρίσει την Κωνσταντινούπολη για την κομψότητα των κτιρίων, τη μεγαλοπρέπεια των μνημείων και την ομορφιά της. Όπως έχει γράψει ο Κάρολος Diehl: «Η Κωνσταντινούπολις διά του πλούτου, διά της ωραιότητος των Μεγάρων αυτής, διά της πολυτέλειας των παλατιών, διά των αγίων λειψάνων των εκκλησιών αυτής διήγειρε τον θαυμασμόν όλου του κόσμου, πάντες δε όσοι επεσκέπτοντο αυτήν, απήρχοντο εκείθεν καταγοητευμένοι…Η βυζαντινή πρωτεύουσα κατά τινα ευφυά έκφρασιν ήτο οι Παρίσιοι του Μεσαίωνος» (Charles Diehl, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, μτφρ. Εμμ. Γ. Καψαμπέλη, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1923, σελ. 188).
Σ’ ένα τμήμα του στιχουργήματος «Ετέρα ιστορία των κατά την Ουγγροβλαχίαν τελεσθέντων, αρξαμένη από Σερμπάνου βοηβόνδα μέχρι Γαβριήλ βοηβόνδα, του ενεστώτος δουκός, ποιηθείσα παρά του εν αρχιερεύσι πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μυρέων κυρού Ματθαίου του εκ Πωγωνιανής, και αφιερωθείσα τω ενδοξότατω άρχοντι κυρίω Ιωάννη τω Κατριτζή», που εξέδωσε ο Αιμίλιος Legrand στο β΄ τόμο της “Bibliotheque Grecque vulgaire”, β΄ τόμος, Παρίσι 1880, και συγκεριμένα στους στίχους 2401-2417 και 2425-2438, περιγράφεται η ζωή πριν την Άλωση στη Βασιλεύουσα με αξιόλογες-γραφικές λεπτομέρειες και πολλή ενάργεια:
«…Που είν’ η δόξα η πολλή κ’ η χάρις η μεγάλη,
το κάλλος, η ευπρέπεια οπού’χες αναθάλει;
Που και τα θεία λείψανα πολλών σοφών αγίων,
οπού εζήσαν επί γης αγγελικόν τον βίον,
κ’ έλαμψαν ως ο ήλιος διά κατορθωμάτων
και εναρέτων πράξεων και των λαμπρών θαυμάτων;
Που είν’ τα πανηγύρια, που είν’ οι παρρησίες
εκείνες όπ’ εγίνονταν μέσα στες εκκλησίες;
Που είν’ η ευσέβεια και η δοξολογία,
και των συνόδων των επτά η πίστις η αγία;
Αλλοίμονον, Επτάλοφο, και πως εκαταστάθης,
τώρα σ’ ετούτον τον καιρόν τόσα κακά να πάθης.
Εσένα σε ευλόγησαν οι άγιοι πατέρες
και τώρα πώς εξέπεσες κ’ έχεις κακές ημέρες;
Έπαυσαν οι παράκλησες και οι δοξολογίες
εκείνες όπ’ εγίνονταν με προσευχές αγίες.
Πού είν’ ο περιβόητος ναός ο της Σοφίας,
εκείνος ο υπέρλαμπρος και πλήρης ευλογίας…
Που της Βλαχέρνας ο ναός, η βρύσις των θαυμάτων,
Εξ ου απολαμβάνομεν πηγήν των ιαμάτων;
Ναόν του Παντοκράτορος τον περιφουμισμένον
Τώρα τον βλέπω έρημον διά το όνομά σου!
Που είν’ τα σπουδαστήρια κ’ η γνώσις των γραμμάτων,
Και της σοφίας η πηγή, βάθος των νοημάτων;
Που είν’ οι σχολαστικοί με την πολλήν σοφίαν,
αυτοί όπ’ εστερέωσαν την πίστιν την αγίαν,
οπώτρεχαν σαν ποταμοί, σαν βρύσες αναβρούσαν,
όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού με γνώσιν εμετρούσαν;
Που είν’ τα τόσα αγαθά που ήσουν στολισμένη,
ωσάν αυτόν τον ουρανόν ήσουν ζωγραφισμένη;»
Οι διάφοροι ποιητές θρηνωδοί, ιστοριογράφοι και άλλοι συγγραφείς την αποκαλούν «λαμπράν», «χρυσήν», «ένδοξον» και σε όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς αντικατοπτρίζεται το κάλλος της, υλικό και το πνευματικό, οι θησαυροί, τα κειμήλια, η ιστορία, οι μεγάλες ώρες κ’ η δόξα που γνώρισε, τα αξιοθαύμαστα μνημεία, τα παλάτια, οι ναοί, τα μοναστήρια, οι βιβλιοθήκες, τα δικαστήρια, οι κήποι, όλα αυτά που ο Στήβεν Ράνσιμαν περιγράφει συναρπαστικά στο έργο του «Βυζαντινός Πολιτισμός» (όπ. παρ., σσ. 207-208): «Ο ταξιδιώτης που ερχόταν από τη θάλασσα, από το νότο ή από τη δύση, καθώς πλησίαζε την πόλη, έβλεπε στο δεξί του χέρι τους θόλους και τις σκεπασμένες με κεραμίδια στοές του Μεγάλου Παλατίου, την Αγία Σοφία να υψώνεται από πίσω και κήπους να απλώνονται ως κάτω στο Βόσπορο. Ύστερα έβλεπε τον πελώριο κυρτό τοίχο, που ακόμα και σήμερα υποστηρίζει το νότιο άκρο του Ιπποδρόμου, να υψώνεται πάνω από το κομψό λιμάνι του παλατιού, την εκκλησία των Αγίων Σεργίου και Βάκχου και πιο χαμηλά μια συνοικία με παλάτια μικρότερα. Στα αριστερά το θαλάσσιο τείχος, με τους αραιούς πύργους του, ήταν κατά διαστήματα κομμένο, και στα σημεία αυτά υπήρχαν μικρά τεχνητά λιμάνια για τα πλοία που δεν ήθελαν να κάμουν το γύρο ως τον Κεράτιο Κόλπο. Γύρω από τα λιμάνια αυτά ήταν ένα πλήθος σπίτια πυκνοχτισμένα. Από πίσω, κυρίως στην κοιλάδα του μικρού ποταμού Λύκου, υπήρχαν περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα, ακόμη και χωράφια με σιτάρι, στην κορυφή όμως του λόφου δέσποζε η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και άλλα μεγάλα κτίρια. Λίγο αριστερότερα το τοπίο γινόταν πιο ομαλό. Στην όχθη βρισκόταν η πολυάνθρωπη συνοικία του Στουδίου με το ξακουστό μοναστήρι της. Από πίσω έβλεπε κανείς το επάνω μέρος των χερσαίων τειχών, καθώς κατέβαιναν προς τη θάλασσα. Κι έξω όμως από τα τείχη τα σπίτια των προαστίων ήταν πυκνά σε μια απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων κατά μήκος της ακτής. Από την πλευρά του Κερατίου Κόλπου, η όψη της Πόλης ήταν τελείως διαφορετική. Εκεί, εμπρός από τα τείχη, έβλεπε κανείς μια ακτή που, με την πάροδο των αιώνων, συνεχώς μεγάλωνε, γεμάτη προβλήτες, αποθήκες και αποβάθρες, όπου ήταν αγκυροβολημένα τα εμπορικά πλοία, και λίγο πιο πέρα έβλεπε κανείς και σπίτια χτισμένα μέσα στο νερό επάνω σε πασάλους. Από πίσω ένα πλήθος πύλες έβγαζαν στις εμπορικές συνοικίες. Εκεί δεν έβλεπε κανείς πολλή πρασινάδα. Οι πιο απότομες πλαγιές, που ανέβαιναν στην κεντρική κορυφή, ήταν γεμάτες σπίτια, εκτός από τη συνοικία του φρουρίου στην ανατολική άκρη και την ακόμη μεγαλύτερη περιοχή των Βλαχερνών, στο ακρότατο δυτικό σημείο, όπου ένα αυτοκρατορικό παλάτι και μια πολύ ιερή εκκλησία έδιναν σε όλη τη συνοικία έναν τόνο αρχοντιάς. Στο ενδιάμεσο βρισκόταν το κέντρο της εμπορικής δραστηριότητας της Πόλης».
Προφορικότητα-προφορικός πολιτισμός και διαπλοκή τους με τα αγιολογικά κείμενα της πρώιμης και της μέσης βυζαντινής περιόδου.
Επιπροσθέτως, μέσα από τη μελέτη των Βυζαντινών Συναξαρίων, των Βίων των αγίων και άλλων συναφών κειμένων, μπορεί να καταδειχθεί η διαπλοκή της προφορικότητας (λαϊκών αφηγήσεων και παραμυθιών) με τα γραπτά αγιολογικά κείμενα της πρώιμης και μέσης βυζαντινής περιόδου, μέσω της ανάλυσης και κωδικοποίησης των μοντέλων δράσης των παραμυθικών ηρώων ( A. J. Greimas, Structural Semantics. An Attempt at a Method. Translated by McDowell, R. Schleifer and A. Velie, University of Nebraska Press, Lincoln and London, 1983, pp. 197-211) και της αντίστοιχης ανάλυσης του τρόπου δράσης των αγίων-ηρώων των βίων και των Συναξαρίων (αγιολογικών κειμένων). Εκεί, υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, η δυνατότητα να προκύψουν πρωτότυποι και ενδιαφέροντες παραλληλισμοί, οι οποίοι θα φανερώσουν, σε πολλαπλά επίπεδα ιδεολογίας και κουλτούρας, (εν γένει πολιτισμού), τις «συνέχειες» που υφίστανται ανάμεσα στον προφορικό-λαϊκό πολιτισμό και στον γραπτό- «λόγιο» πολιτισμό.
Το γεγονός ότι από την αρχαία Ελλάδα δεν μας έχει διασωθεί κανένα γνήσιο παραμύθι ούτε λαϊκή παράδοση, οδήγησε πριν από αρκετά χρόνια στη διατύπωση της θεωρίας, πως ο αρχαίος ελληνικός λαός ήταν από τους λίγους εκείνους λαούς, ίσως και ο μόνος, που μέσα στον κόσμο του δεν είχε παραμύθια. Είναι αλήθεια πως η γραπτή παράδοση των Ελλήνων απέφυγε να δώσει την προσήκουσα σημασία στη λαϊκή δημιουργία και φαίνεται παράλληλα να μην ενδιαφέρθηκε και πάρα πολύ να τη διασώσει. Στην παραπάνω όμως ασταθή θεωρία της παντελούς έλλειψης παραμυθιών, αντιτίθεται η άφθονη παρουσία παραμυθικών και λογοποιητικών θεμάτων στις ηρωικές παραδόσεις, γεγονός που αποτελεί αδιαφιλονίκητη απόδειξη, ότι οι αρχαίοι Έλληνες και παραμύθια είχαν και λογοποιίες, οι οποίες μεταβιβάστηκαν στους βυζαντινούς μέσω των μαρτυρολογίων, συναξαρίων και των βίων των αγίων της πρώιμης, μέσης και ύστερης βυζαντινής περιόδου διέθεταν.
Πολλές προφορικές λαϊκές διηγήσεις και παραμύθια, στα βασικά τους στοιχεία δομής και περιεχομένου, ιχνηλατούνται στα αγιολογικά κείμενα ως πλέγμα, ιστός και καμβάς του ξετυλίγματος της υπόθεσης-ιστορίας του βίου ενός αγίου. Αυτή η διάσταση προκύπτει απ’ τη μελέτη των αγιολογικών κειμένων της πρώιμης βυζαντινής περιόδου σε σχέση με την ελληνική αρχαιότητα και κυρίως σε σχέση με τους αρχαίους ελληνικούς μύθους. Αυτού του είδους η οπτική γωνία καθορίζει και το θέμα μελέτης: ο κεντρικός άξονας γύρω απ’ τον οποίο επικεντρώνεται η ανάλυση είναι ακριβώς η προφορικότητα, λαϊκότητα και παραμυθιακότητα των αγιολογικών κειμένων που, είτε γράφτηκαν είτε αναφέρονται στην πρωτοχριστιανική- πρωτοβυζαντινή και μέση βυζαντινή περίοδο (2ος-10ος αι. μ. Χ.), και τα οποία παρουσιάζουν κοινά σημεία αναφοράς με πανάρχαιους κι αρχαίους μύθους.
Άλλωστε, το μεγαλείο της κλασσικής ηθικής, κατά τον Έρασμο είναι, ήταν και θα εξακολουθεί να είναι τεράστιο: «Ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να ονομάσει κοσμικό κάτι που τρέφει την ευσέβεια και οδηγεί στην τελειοποίηση της ψυχής. Γι’ αυτή τη βελτίωση η πρώτη θέση ανήκει δικαιωματικά στην Αγία Γραφή. Κι όμως πολλές φορές μου συμβαίνει να ανακαλύπτω λόγους αρχαίων συγγραφέων…των οποίων η καθαρότητα, η αγιότητα και, θα μπορούσα να πω, η θεία προέλευση, μου δημιουργούν τέτοια εντύπωση, ώστε δεν μπορώ να μην πιστέψω ότι το χέρι τους είχε σαν οδηγό το Θεό. Άλλωστε το πνεύμα του Χριστού βρίσκεται στα αρχαία κείμενα περισσότερο απ’ ό,τι μπορούμε να φανταστούμε». (Εράσμου-Συνομιλίες).
Η χριστιανική θρησκεία προήλθε από την Παλαιστίνη. Αλλά γρήγορα δέχτηκε την ελληνιστική επίδραση και με την εργασία των χριστιανών διανοητών της Αλεξάνδρειας -του Κλήμεντος και του Ωριγένη- ο χριστιανισμός απέκτησε τα πολιτικά και πολιτιστικά του δικαιώματα στον ελληνικό κόσμο.
Ίσως, ο παράγοντας της πολιτισμικής βυζαντινής ταυτότητας που αξίζει να καταλάβει την πρώτη θέση είναι η πεποίθηση ότι η αυτοκρατορία ήταν δημιούργημα θελήσεως του Θεού και ότι προστατεύονταν απ’ Αυτόν και τον Υιόν του. Είναι αυτή η πεποίθηση, η οποία σε μεγάλο βαθμό εξηγεί την εμμονή στην παράδοση, τον υπερβολικό συντηρητισμό στο Βυζάντιο. Το καθεστώς, που καθιερώθηκε απ’ τον Κωνσταντίνο, συνεχίστηκε απ’ τους διαδόχους του, φτάνει στην εποχή των εικονοκλαστών δέχτηκε την αμφισβήτηση της αυτοκρατορικής αυθεντίας, που εγέρθηκε απ’ τους μοναχούς, οι οποίοι ζητούσαν μεγαλύτερη ελευθερία για την Εκκλησία. Ωστόσο η αμφισβήτηση αυτή στάθηκε ανώφελη.
Στη συνταγματική θεωρία της αυτοκρατορίας δεν αναγνωρίζονταν κληρονομικά δικαιώματα επί του θρόνου, αν και κατά καιρούς συγγενικά συναισθήματα μπορούσαν να έχουν μεγάλη επίδραση. Όταν κατά τη μακεδονική δυναστεία αυτό το συναίσθημα έφερε στο θρόνο ένα αφοσιωμένο στη μελέτη αυτοκράτορα, ένας συνεργάτης του εκτελούσε εκείνα τα στρατιωτικά καθήκοντα, που αποτελούσαν μέρος του αυτοκρατορικού φορτίου. Αυτό το μεγάλο βάρος των υποχρεώσεων, που επιβάλλονταν στον αρχηγό -η υπευθυνότητα για την υλική και πνευματική ευτυχία των υπηκόων του- διαμόρφωσε το βυζαντινό αυτοκρατορικό ιδεώδες και αυτό το ιδεώδες κατευθύνει αναγκαστικά τον κυρίαρχο ηγεμόνα: Μπορεί να τον κάνει άλλο άνθρωπο.
Εξαιρετικά δαπανηρή, υπερβολικά συντηρητική στις μεθόδους της, συχνά διεφθαρμένη, παρ’ όλα αυτά, η αυτοκρατορική διοικητική μηχανή ήταν, φαίνεται, ικανή: συνέχιζε να λειτουργεί με τη δική της συσσωρευτική ορμή κινήσεως που απέκτησε.
Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι κατά Χριστόν «μωροί» -εκείνοι που υπέφεραν την περιφρόνηση του κόσμου εμφανιζόμενοι στο κοινό ως ανόητοι, για να πάρουν επάνω τους μέρος από το φορτίο της ταπεινώσεως, που είχε οδηγήσει τον Κύριό τους στο Σταυρό- και αυτοί επίσης είχαν τα ρητά τους, που δικαίωναν τον τρόπο ζωής τους: «το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί», «η σοφία του κόσμου τούτου μωρία παρά τω Θεώ εστί».
Στο σημείο αυτό είναι υποχρεωμένος κανείς να ρωτήσει: Πώς ζούσαν οι Βυζαντινοί; Ήταν η ερώτηση, στην οποία ο R.Byron ζήτησε να απαντήσει στο νεανικό του έργο «Το Βυζαντινό Επίτευγμα». Ένα κεφάλαιό του το τιτλοφόρησε «Η χαρούμενη ζωή». Αυτό είναι μια σοβαρή παραποίηση. Όσο περισσότερο κανείς μελετά τη ζωή του Βυζαντίου, τόσο κατανοεί το βάρος των φροντίδων, που το τυραννούσαν. Ο φόβος, που προκαλούσε ο άτεγκτος φοροεισπράκτορας, ο τρόμος, από την αυθαίρετη τυραννία του αρχηγού του κράτους, η αδυναμία του χωρικού, μπροστά στην άπληστη επιθυμία του δυνατού για αρπαγή της γης, η επαναλαμβανόμενη απειλή βαρβαρικής εισβολής καθιστούσαν τη ζωή μια επικίνδυνη υπόθεση. Και εναντίον των κινδύνων που την απειλούσαν, μόνο υπερφυσική βοήθεια -η βοήθεια του αγίου, του μάγου ή του αστρολόγου- μπορούσε να την σώσει. Και είναι τιμή του που ο βυζαντινός κόσμος έκανε συνείδησή του τη φιλανθρωπία και ζήτησε να ελαφρώσει τα βάρη της ζωής, θεμελιώνοντας νοσοκομεία για τους ασθενείς, τους λεπρούς και τους αδύνατους, κτίζοντας ξενοδοχεία για τους οδοιπόρους και τους ξένους, γηροκομεία για τους γέρους, οίκους μητρότητας για τις γυναίκες, καταφύγια για τα εγκαταλελειμμένα παιδιά και τους πτωχούς, ιδρύματα με γενναιοδωρία ενισχυόμενα οικονομικώς από τους ιδρυτές τους, οι οποίοι με γραπτούς κανονισμούς ρύθμιζαν με λεπτομέρειες τις κατευθύνσεις διοικήσεως αυτών των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Πρέπει κανείς να στραφεί προς τη ζωή των αγίων και όχι προς τους αυλικούς ιστορικούς, αν θα ήθελε να περιγράψει τις συνθήκες ζωής του Βυζαντίου. Και επειδή η ζωή ήταν ανασφαλής και επικίνδυνη, εύκολα αναπτύσσονταν καχυποψίες και εκρήξεις βίας και η σκληρότητα ήταν η φυσική συνέπεια. Η Ευρώπη του αιώνα μας θα έπρεπε να κάνει ευκολότερη την κατανόηση των βασάνων του βυζαντινού κόσμου. Δεν θα αντιληφθούμε ποτέ σ’ όλη την έκταση το μέγεθος των αυτοκρατορικών επιτευγμάτων, αν δεν έχουμε μάθει σε ορισμένο βαθμό την τιμή, με την οποία αυτά τα επιτεύγματα πραγματοποιούνταν.
(Εκφράζω τις θερμές μου ευχαριστίες στην αδερφή μου Βάσω Κ. Ηλιάδη, χωρίς την πολύτιμη βοήθεια της οποίας δεν θα ολοκληρωνόταν αυτή η εργασία).

“Οι πληθυσμοί της Μακεδονίας και το πανσλαβιστικό κίνημα” Ἀ­μα­λί­α Κ. Ἠ­λιά­δη, ἱ­στο­ρι­κός-φι­λό­λο­γος

“Οι πληθυσμοί της Μακεδονίας και το πανσλαβιστικό κίνημα”
Ἀ­μα­λί­α Κ. Ἠ­λιά­δη, ἱ­στο­ρι­κός-φι­λό­λο­γος
P7030027
Οἱ πλη­θυ­σμοί τῆς Μα­κε­δο­νί­ας στίς πα­ρα­μο­νές τοῦ Μα­κε­δο­νι­κοῦ Ἀ­γῶ­να ἦ­ταν, ὡς πρός τή γλῶσ­σα, στήν πλει­ο­ψη­φί­α τους: Σλα­βό­φω­νοι, Ἑλ­λη­νό­φω­νοι, Βλα­χό­φω­νοι, Ἀλ­βα­νό­φω­νοι. Οἱ πλη­θυ­σμοί αὐ­τοί στό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τους καί με­τά τό 1870 δι­α­τή­ρη­σαν τήν ἑλ­λη­νι­κή τους συ­νεί­δη­ση, ὅ­πως ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἀ­πό τούς μα­κρο­χρό­νιους καί σκλη­ρούς ἀ­γῶ­νες γιά τήν κτή­ση καί κα­το­χή τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν Σχο­λεί­ων καί Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Ἡ πα­ρου­σί­α τῶν Σλα­βό­φω­νων πλη­θυ­σμῶν πού ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν καί τήν πλει­ο­ψη­φί­α σέ σύγ­κρι­ση μέ τούς Ἑλ­λη­νό­φω­νους κα­τοί­κους τῆς Μα­κε­δο­νί­ας κα­θώς καί τούς Βλα­χό­φω­νους καί τούς Ἀλ­βα­νό­φω­νους, προ­έ­κυ­ψε ἀ­πό τίς μα­κρο­χρό­νι­ες ἐ­πι­μει­ξί­ες Ἑλ­λή­νων καί Σλά­βων τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν – βυ­ζαν­τι­νῶν χω­ρῶν πού συ­νέ­βη­σαν ἀ­πό τά τέ­λη του 6ου αἰ. μ.Χ. καί πρό πάν­των ἀ­πό τίς ἀρ­χές τοῦ 7ου βυ­ζαν­τι­νοῦ αἰ­ῶνα. Αὐ­τοί οἱ Σλα­βό­φω­νοι Ἑλ­λη­νι­κοί πλη­θυ­σμοί τῆς με­σαί­ας καί νό­τιας γε­ω­γρα­φι­κῆς ζώ­νης δέ­χτη­καν στήν πλει­ο­ψη­φί­α τους μό­νο τή γλωσ­σι­κή ἐ­πί­δρα­ση, ἡ δέ ἐ­θνι­κή τους συ­νεί­δη­ση πα­ρέ­με­νε ἑλ­λη­νι­κή. Εἶ­ναι οἱ πα­σί­γνω­στοι «Γραι­κο­μά­νοι» τοῦ Μα­κε­δο­νι­κοῦ Ἀ­γῶ­να.
Τό 1856 πα­ρα­τη­ρεῖ­ται εὑρύ­τα­τη δι­ά­δο­ση τοῦ Παν­σλα­βι­σμοῦ στά Βαλ­κά­νια. Ὁ Παν­σλα­βι­σμός ἐ­ξα­πλώ­νε­ται εὑρέ­ως στό πλαί­σιο τῆς ἐ­φαρ­μο­γῆς τοῦ κύ­ριου πο­λι­τι­κοῦ στό­χου τῆς Ρω­σί­ας: ἡ ρω­σι­κή πο­λι­τι­κή ἐ­πι­νό­η­σε τήν παν­σλα­βι­στι­κή κί­νη­ση ἀ­νά­λο­γη μέ τόν ἐ­πι­δι­ω­κό­με­νο στό­χο της: νά πεί­θει τούς Οὐ­νί­τες -Χρι­στια­νούς Ὀρ­θό­δο­ξους με­τα­στάν­τες στόν Κα­θο­λι­κι­σμό-τῆς Μα­κε­δο­νί­ας νά ἀ­να­γνω­ρί­ζουν τή Βουλ­γα­ρι­κή Ἐ­ξαρ­χί­α, μέ δό­λω­μα τή λή­ψη ὑ­λι­κῶν, χρη­μα­τι­κῶν ἀ­πο­λα­βῶν. Ἡ παν­σλα­βι­στι­κή Ρω­σί­α τα­λαν­τευ­ό­ταν πό­τε βο­η­θών­τας τούς Βουλ­γά­ρους καί ἄλ­λο­τε τούς Σέρ­βους καί πολ­λές φο­ρές βο­η­θοῦ­σε καί τούς μέν καί τούς δέ, δι­ό­τι καί οἱ δύ­ο ἦ­ταν Σλα­βι­κοί λα­οί καί μέ­σῳ αὐ­τῶν μπο­ροῦ­σε νά ἀ­πο­κτή­σει προ­γε­φυ­ρώ­μα­τα στό Αἰ­γαῖ­ο γιά τήν κά­θο­δό της πρός τή Με­σό­γει­ο θά­λασ­σα. Ἡ ρω­σι­κή «συμ­πα­ρά­στα­ση», κα­τά τό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της, ἐν­δυ­νά­μω­νε τή βουλ­γα­ρι­κή προ­πα­γάν­δα, ἐ­πει­δή ἡ Σερ­βί­α ἀ­πό τό ἔ­τος 1882 συν­δε­ό­ταν μέ τήν Αὐ­στρί­α μέ συν­θή­κη συμ­μα­χί­ας καί αὐ­τό δέν ἄ­ρε­σε στούς Ρώ­σους Παν­σλα­βι­στές, δι­ό­τι θε­ω­ροῦ­σαν ἀν­τί­πα­λό τους τήν Αὐ­στρί­α.
Ἡ παν­σλα­βι­στι­κή Ρω­σί­α ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν κυ­ρί­ως γιά τόν ἐ­θνο­λο­γι­κό ἐκ­σλα­βι­σμό τῶν Σλα­βο­φώ­νων κα­τοί­κων τῶν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν ἐ­παρ­χι­ῶν τῆς Τουρ­κί­ας μέ­χρι τό 1896. Ἀ­πό­δει­ξη τῶν ὑ­λι­κῶν μέ­σων τά ὁ­ποῖα ἡ Ρω­σι­κή προ­πα­γάν­δα δι­έ­θε­τε γιά τήν ἐ­νί­σχυ­ση τῶν σερ­βι­κῶν προ­σπα­θει­ῶν στή Μα­κε­δο­νί­α εἶ­ναι ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α τήν ὁ­ποί­α μᾶς πα­ρέ­χει ὁ Ἕλ­λη­νας πρε­σβευ­τής στό Βε­λι­γρά­δι, ὁ ὁ­ποῖ­ος σέ γρα­πτή του ἀ­να­φο­ρά τό ἔ­τος 1887 ἀ­να­φέ­ρει πί­στω­ση 4.000.000 φράγ­κων γιά τήν ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση τῶν ἐ­θνι­κῶν ἀ­ναγ­κῶν τῆς Σερ­βί­ας στή Μα­κε­δο­νί­α ἀ­πό πλευ­ρᾶς τῶν Ρώ­σων πρα­κτό­ρων: Ἀ­να­φο­ρά τοῦ Ἕλ­λη­να πρε­σβευ­τῆ στό Βε­λι­γρά­δι γιά τό 1887: «Πρός ἐ­ξα­γο­ράν ὑ­πέρ τῶν σερ­βι­κῶν ὑ­πο­θέ­σε­ων κυ­ρί­ως Ὀ­θω­μα­νῶν ὑ­παλ­λή­λων, οἵ­τι­νες ὑ­πό τῶν Βουλ­γά­ρων ἐ­πί­σης δω­ρο­δο­κού­με­νοι, κα­τε­δί­ω­κον τούς Σέρ­βους δι­δα­σκά­λους…». (Βλ. Νι­κο­λά­ου Βλά­χου, κα­θη­γη­τοῦ Ἱ­στο­ρί­ας Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν, «Τό Μα­κε­δο­νι­κό Ζή­τη­μα ὡς φά­σις τοῦ Ἀ­να­το­λι­κοῦ Ζη­τή­μα­τος : 1878-1908», σελ. 177-178).
Ὅ­μως, ἡ ἄ­καμ­πτη ἐ­πι­θυ­μί­α τῶν Σέρ­βων γιά κα­τά­λη­ψη τῆς Μα­κε­δο­νί­ας τούς πα­ρα­σύ­ρει σέ ἀ­θέ­τη­ση τῶν συμ­φω­νη­θέν­των. Ἐν­τεί­νον­ται οἱ Ρω­σι­κές πι­έ­σεις ὑ­πέρ τῶν Γι­ουγ­κοσ­λά­βων. Οἱ Σερ­βι­κές «προ­ση­λυ­τι­στι­κές» βλέ­ψεις ἐν­τεί­νον­ται καί ἐ­πε­κτεί­νον­ται σέ ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τα ἑλ­λη­νι­κά ἐ­δά­φη στό χῶ­ρο τῆς Μα­κε­δο­νί­ας (1887-1894). Σέρ­βοι καί Ἕλ­λη­νες ἀλ­λη­λο­ϋ­πο­βλέ­πον­ται καί ἐ­νί­ο­τε συγ­κρού­ον­ται στά δι­ά­φο­ρα μα­κε­δο­νι­κά δι­α­με­ρί­σμα­τα. Οἱ Σλα­βι­κές χῶ­ρες Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α καί Βουλ­γα­ρί­α: αἰχ­μή τοῦ δό­ρα­τος γιά τήν κά­θο­δο τῆς Ρω­σί­ας στή Με­σό­γει­ο θά­λασ­σα. Ὡ­στό­σο, ἡ κα­τά­στα­ση στή Μα­κε­δο­νί­α καί τή Θρά­κη ἀ­πο­τε­λεῖ με­γά­λο ἐμ­πό­διο γιά τήν ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ Παν­σλα­βι­σμοῦ στή Βαλ­κα­νι­κή.
Ὁ Τί­το ἀρ­γό­τε­ρα δη­μι­ουρ­γεῖ τό πλα­στό «Μα­κε­δο­νι­κό ἔ­θνος»: ἡ Σερ­βί­α, δη­λα­δή ἡ Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α πρίν ἀ­πό τή ση­με­ρι­νή δι­ά­λυ­σή της, «με­γα­λύν­θη­κε» κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά μέ τούς Βαλ­κα­νι­κούς πο­λέ­μους (1912-1913) τό­σο στό Κοσ­συ­φο­πέ­διο ὅ­σο καί στή Βό­ρεια Μα­κε­δο­νί­α καί δη­μι­ουρ­γή­θη­κε τό «Βα­σί­λει­ο τῶν Σλο­βέ­νων, τῶν Κρο­α­τῶν καί τῶν Σέρ­βων», τό ὁ­ποῖ­ο κα­τέρ­ρευ­σε κά­τω ἀ­πό τά ἀ­κα­ρια­ία γερ­μα­νι­κά πλήγ­μα­τα τοῦ 1941. Ὅ­ταν, πο­λύ ἀρ­γό­τε­ρα, τά συμ­φέ­ρον­τα τῆς «Σο­βι­ε­τι­κῆς Ἑ­νώ­σε­ως» ἦλ­θαν σέ σύγ­κρου­ση μέ ἐ­κεῖ­να τοῦ Τί­το στή Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α τό 1948, τό ἀν­ταρ­τι­κό κομ­μου­νι­στι­κό κί­νη­μα στήν Ἑλ­λά­δα κα­τα­δι­κά­στη­κε σέ θά­να­το ἀ­πό τή Μό­σχα καί στή συ­νέ­χεια «ἐ­κτε­λέ­στη­κε». Τό κα­τα­πλη­κτι­κό καί ἐν­δι­α­φέ­ρον ἐ­δῶ εἶ­ναι ὅ­τι ἔ­πει­τα ἀ­πό πέν­τε αἰ­ῶ­νες στα­θε­ρῆς ρω­σι­κῆς πο­λι­τι­κῆς πού εἶ­χε μό­νι­μο στό­χο τή Μα­κε­δο­νί­α καί μέ­σῳ τῆς Μα­κε­δο­νί­ας τήν ἔ­ξο­δο πρός τό Αἰ­γαῖ­ο, ἡ ρω­σι­κή στρα­τη­γι­κή εἶ­χε με­τα­βλη­θεῖ. Ὁ Τί­το, ὅ­μως, δι­α­πί­στω­σε τή χα­λα­ρό­τη­τα καί τίς με­γά­λες δι­α­φο­ρές πού χώ­ρι­ζαν τίς δι­ά­φο­ρες ἐ­θνό­τη­τες τῆς χώ­ρας του καί ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος ἦ­ταν Κρο­ά­της ἐ­πε­δί­ω­ξε νά ἑ­νώ­σει τήν παν­σπερ­μί­α τῶν λα­ῶν μέ τήν πο­λι­τι­κή δι­ε­θνῆ ἀ­κτι­νο­βο­λί­α του. Γι᾿ αὐ­τό στό κε­νό πού ὑ­πῆρ­χε με­τα­ξύ τῶν δι­α­φό­ρων ἐ­θνο­τή­των τῆς χώ­ρας πού δη­μι­ούρ­γη­σε, συγ­κρό­τη­σε τήν Ὁ­μο­σπον­δί­α τῶν Νο­τί­ων Σλά­βων. (Αὐ­τό ση­μαί­νει Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α). Ἀλ­λά τήν ἐ­νί­σχυ­σε μέ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρους ὀρ­γα­νι­κούς δε­σμούς ὅ­πως ἦ­ταν: α. Ἡ Κομ­μου­νι­στι­κή Ἰ­δε­ο­λο­γί­α β. Τό κοι­νό σύ­στη­μα τῆς Οἰ­κο­νο­μί­ας καί γ. ἡ συ­νε­κτι­κή κεν­τρι­κή δύ­να­μη, τό Κομ­μου­νι­στι­κό κόμ­μα.
Μέ­σα στά σχέ­δια τοῦ Τί­το ἦ­ταν νά ἐν­σω­μα­τω­θεῖ μέ τόν και­ρό καί ἡ Ἀλ­βα­νί­α στή Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α, σά χω­ρι­στή ὁ­μό­σπον­δη λα­ϊ­κή δη­μο­κρα­τί­α. Κα­τά τόν ἴ­διο τρό­πο ἐ­πε­δί­ω­κε καί τήν ἕ­νω­ση τῆς Βουλ­γα­ρί­ας. Τό ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἀ­πό ὅ­λα τά σχέ­διά του ἦ­ταν νά ἐν­σω­μα­τώ­σει στό δι­κό του Κρά­τος, τή Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α καί ὁ­λό­κλη­ρη τή Μα­κε­δο­νί­α μέ­χρι τόν πο­τα­μό Ἀ­λι­άκ­μο­να καί τόν Ὄ­λυμ­πο. Ὑ­πῆρ­χαν ὁ­πωσ­δή­πο­τε προ­βλή­μα­τα, δι­ό­τι ἐ­νῶ σέ ὅ­λες τίς ἄλ­λες πε­ρι­ο­χές ὑ­πῆρ­ξε ἀν­τί­στοι­χος λα­ός μέ ἀν­τί­στοι­χη ἐ­θνι­κή συ­νεί­δη­ση, στή Μα­κε­δο­νί­α πού ἦ­ταν δι­αι­ρε­μέ­νη σέ τρεῖς χῶ­ρες: Ἑλ­λά­δα, Βουλ­γα­ρί­α, Σερ­βί­α μέ ἑλ­λη­νι­κή ἐ­θνι­κή συ­νεί­δη­ση, βουλ­γα­ρι­κή καί σερ­βι­κή δέν ὑ­φί­στα­το ἕ­νας λα­ός μέ ἀν­τί­στοι­χη, ἑ­νια­ία ἐ­θνι­κή συ­νεί­δη­ση. Καί γιά νά λύ­σει τό πρό­βλη­μα βά­πτι­σε ἀ­πό μό­νος του ὅ­λους τούς κα­τοί­κους μέ τό ὄ­νο­μα: «Μα­κε­δό­νες». Τό 1941 ὁ Γι­ό­σιπ Μπρός Τί­το ἦ­ταν ἀ­πό τούς πρώ­τους πού ἀ­πο­δέ­χτη­κε τήν ἀ­πό­φα­ση τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς Ἕ­νω­σης τοῦ 1934 νά ἀ­να­γνω­ρί­σει τήν ὕ­παρ­ξη ξε­χω­ρι­στοῦ «Μα­κε­δο­νι­κοῦ Ἔ­θνους» καί προ­χώ­ρη­σε μά­λι­στα στή σύ­στα­ση ξε­χω­ρι­στοῦ κομ­μου­νι­στι­κοῦ κόμ­μα­τος «Μα­κε­δο­νί­ας».
Ὁ ἀ­να­τέλ­λων ἀ­στέ­ρας τοῦ ΚΚΕ Νι­κό­λα­ος Ζα­χα­ριά­δης μέ τή στε­νή συ­νερ­γα­σί­α του τό­σο μέ τή Γ΄ Δι­ε­θνῆ τῆς Μό­σχας, ὅ­σο καί μέ τά ἄλ­λα Κ.Κ. τῆς Βαλ­κα­νι­κῆς καί ἔ­χον­τας τυ­φλή ἀ­φο­σί­ω­ση στό στρα­τάρ­χη Τί­το καί τά σχέ­διά του συ­νέ­βα­λε καί αὐ­τός, ὅ­πως καί ὁ Τί­το, στή «μα­κε­δο­νο­ποί­η­ση» τοῦ λα­οῦ τῆς Σο­σι­α­λι­στι­κῆς Δη­μο­κρα­τί­ας τῆς Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­ας. Μέ αὐ­τά τά δε­δο­μέ­να καί τίς πο­λε­μι­κές συν­θῆ­κες πού ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή στά Βαλ­κά­νια καί ἐκ­με­ταλ­λευ­ό­με­νος ὁ Τί­το τή δι­ε­θνῆ ἀ­κτι­νο­βο­λί­α του, σκέ­φθη­κε νά ἐν­σω­μα­τώ­σει στό δι­κό του κρά­τος, τή Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α, ὁ­λό­κλη­ρη τή Μα­κε­δο­νί­α μέ­χρι τόν πο­τα­μό Ἀ­λι­άκ­μο­να καί τόν Ὄ­λυμ­πο. Ἐ­πει­δή, ὅ­μως, «μα­κε­δο­νι­κό ἔ­θνος» δέν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ, τό κα­τα­σκεύ­α­σε ὁ ἴ­διος, γι᾿ αὐ­τό καί στή δι­ά­σκε­ψη τοῦ Γι­ά­ϊτσε ἀ­να­κή­ρυ­ξε τή «Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Μα­κε­δο­νί­ας». Τό γε­γο­νός αὐ­τό τοῦ «πρα­ξι­κο­πή­μα­τος» τοῦ Τί­το ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὅ­τι στά σχέ­διά του ἦ­ταν ἡ στα­δια­κή κα­τά­κτη­ση ἑλ­λη­νι­κῶν ἐ­δα­φῶν στήν πε­ρι­ο­χή τῆς λε­γό­με­νης «Μα­κε­δο­νί­ας τοῦ Αἰ­γαί­ου» γιά τήν ἐ­πέ­κτα­ση τῆς Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­ας πρός τό Αἰ­γαῖ­ο πέ­λα­γος.
Οἱ πο­λι­τι­κοί, στρα­τι­ω­τι­κοί, δι­πλω­μα­τι­κοί, πνευ­μα­τι­κοί κύ­κλοι τῆς Ἑλ­λά­δος μπρο­στά στήν πλα­στο­γρά­φη­ση τῆς Ἱ­στο­ρί­ας καί τῆς ἀ­λή­θειας ἀ­πό τόν Τί­το ἀ­δρά­νη­σαν καί ἀ­δι­α­φό­ρη­σαν σχε­δόν ἐγ­κλη­μα­τι­κά γιά 4 ὁ­λό­κλη­ρες δε­κα­ε­τί­ες… Ἐ­πι­πλέ­ον, ἡ συ­νη­γο­ρί­α στά σχέ­δια τοῦ Τί­το καί τῶν Σκο­πια­νῶν τοῦ Πα­ναγ. Κα­νελ­λό­που­λου στίς 29 Ὀ­κτω­βρί­ου 1942 ἔρ­χε­ται μέ πα­ρά­δο­ξο τρό­πο νά ἰ­σχυ­ρο­ποι­ή­σει τίς πο­λι­τι­κές καί ἐ­θνι­κές θέ­σεις τους: «…Ἔ­τσι, ὥ­στε ἡ Ἑλ­λάς νἄ ᾿ναι ὁ συ­νε­κτι­κός κρί­κος τῆς Ὁ­μο­σπον­δί­ας τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Με­σο­γεί­ου καί τῆς Βαλ­κα­νι­κῆς Ὁ­μο­σπον­δί­ας, καί ἡ Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α (ἐν­νο­εῖ­ται νἄ ᾿ναι) ὁ ἑ­νω­τι­κός κρί­κος τῆς Βαλ­κα­νι­κῆς καί τῆς Πα­ρα­δου­νά­βιας Ὁ­μο­σπον­δί­ας…». Ὁ Τί­το, μέ τή σει­ρά του, ἀ­να­λάμ­βα­νε τήν ὑ­πο­χρέ­ω­ση νά ὑ­πο­στη­ρί­ξει τήν ἐν­σω­μά­τω­ση τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Θρά­κης στή Βουλ­γα­ρί­α. Τό ΚΚΕ ἐ­πι­κρο­τεῖ καί ἐ­πι­δο­κι­μά­ζει αὐ­τή τήν «προ­σάρ­τη­ση» τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας στό κρά­τος τῶν Σκο­πί­ων, τήν ἐγ­κα­θί­δρυ­ση στή Βαλ­κα­νι­κή μί­ας ἑ­νώ­σε­ως Σο­βι­ε­τι­κῶν Δη­μο­κρα­τι­ῶν, πού θά πε­ρι­λαμ­βά­νει τήν Ἑλ­λά­δα, τή Βουλ­γα­ρί­α, τή Μα­κε­δο­νί­α καί τή Σερ­βί­α. Ἐ­πί­σης, δι­α­κη­ρύσ­σει τό δι­καί­ω­μα τοῦ «Μα­κε­δο­νι­κοῦ λα­οῦ» νά ἑ­νω­θεῖ, ὑ­πό τή σο­φή κα­θο­δή­γη­ση τοῦ «στυ­λο­βά­τη» Τί­το, μέ τή Μα­κε­δο­νί­α τοῦ Βαρ­δα­ρί­ου (Σκό­πια). Ἀ­κό­μη δι­α­κη­ρύσ­σε­ται ὅ­τι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ Μα­κε­δο­νί­α θά ἀ­πο­τε­λέ­σει ἀ­νε­ξάρ­τη­τη, αὐ­τό­νο­μη Σο­βι­ε­τι­κή Δη­μο­κρα­τί­α. Ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κή καί ἐ­παί­σχυν­τη εἶ­ναι ἡ συμ­φω­νί­α πού ὑ­πο­γρά­φτη­κε στίς Κα­ρυ­δι­ές Ἐ­δέσ­σης στίς 25 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1944: «Τό ΕΑΜ καί τό ΣΝΟΦ ἀ­πο­φα­σί­ζουν ἀ­πό κοι­νοῦ γιά νά δη­μι­ουρ­γή­σουν αὐ­τό­νο­μο Μα­κε­δο­νι­κό κρά­τος μέ σο­βι­ε­τι­κή ὀρ­γά­νω­ση, πού θά ζη­τή­σει νά τε­θεῖ ὑ­πό τήν προ­στα­σί­α τῆς ΕΣΣΔ…».
Ἐ­πα­κο­λου­θεῖ ἡ ἀ­πο­στο­λή ἀ­πό τόν Τί­το, τοῦ Σβε­τα­ζάρ Βουκ­μά­νο­βιτς, γιά νά ἑ­νώ­σει ὅ­λα τά ἀν­ταρ­τι­κά κι­νή­μα­τα τῆς Βαλ­κα­νι­κῆς, κά­τω ἀ­πό τήν ἡ­γε­σί­α τοῦ Τί­το. Ὅ­λα τά πα­ρα­πά­νω σχε­δί­α­ζε καί προ­γραμ­μά­τι­ζε ὁ στρα­τάρ­χης Τί­το σέ στε­νή συ­νερ­γα­σί­α μέ τά κομ­μου­νι­στι­κά κι­νή­μα­τα τῆς Βαλ­κα­νι­κῆς, ἀλ­λά ὁ Στά­λιν στή Μό­σχα, με­τα­ξύ 9ης καί 18ης Ὀ­κτω­βρί­ου 1944 συμ­φώ­νη­σε ἄλ­λα μέ τόν Οὐΐν­στον Τσώρ­τσιλ. Πρός αὐ­τή τή συμ­φω­νί­α, θέ­λον­τας καί μή, ὁ Τί­το καί τά Κ.Κ. τῆς Βαλ­κα­νι­κῆς ἀ­ναγ­κά­στη­καν νά συμ­μορ­φω­θοῦν. Αὐ­τός ἄλ­λω­στε εἶ­ναι καί ὁ λό­γος πού τά ρω­σι­κά στρα­τεύ­μα­τα, ὑ­πό τόν Ρῶ­σο στρα­τάρ­χη Τολ­μπού­χιν τό 1944 στα­μά­τη­σαν στά ἑλ­λη­νο­βουλ­γα­ρι­κά σύ­νο­ρα καί δέν προ­χώ­ρη­σαν νά κα­τα­λά­βουν τή Μα­κε­δο­νί­α φθά­νον­τας ὡς τίς ἀ­κτές τοῦ Αἰ­γαί­ου. Ἐ­πει­δή, ὅ­μως, στούς κόλ­πους τοῦ ΚΚΕ ἀρ­κε­τά στε­λέ­χη μέ ἑλ­λη­νι­κή ἐ­θνι­κή συ­νεί­δη­ση ἀν­τι­τά­χθη­καν στά σχέ­δια τοῦ Τί­το καί τῶν ὁ­μο­φρώ­νων τοῦ Κ.Κ. τῆς Βαλ­κα­νι­κῆς γιά ἀ­πό­σχι­ση τῆς Μα­κε­δο­νί­ας ἀ­πό τήν Ἑλ­λά­δα, ὁ Τί­το αὐ­τή τήν ἀν­τί­δρα­ση τή χα­ρα­κτή­ρι­σε «σε­χτα­ρι­στι­κή!». Πρω­τεύ­ου­σα θέ­ση στίς ἀν­τι­δρά­σεις αὐ­τές κα­τά τῆς ἀ­πο­σχί­σε­ως τῆς Μα­κε­δο­νί­ας ἀ­πό τήν Ἑλ­λά­δα, κα­τέ­χει ὁ Εὐ­ρι­πί­δης Μπα­κιρ­τζής πού δι­ε­κή­ρυ­ξε στή Θεσ­σα­λο­νί­κη: «…Ἡ Μα­κε­δο­νί­α καί ἡ Δυ­τι­κή Θρά­κη ἦ­ταν καί θά πα­ρα­μεί­νουν Ἑλ­λη­νι­κές Ἐ­παρ­χί­ες…».
Ὁ στρα­τάρ­χης Τί­το στη­ρι­ζό­με­νος στίς 800.000 παρ­τι­ζά­νους του, μέ με­λε­τη­μέ­νο σχέ­διο, προ­χω­ρεῖ στή γι­ουγ­κοσ­λα­βο­ποί­η­ση ὁ­λό­κλη­ρης τῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Πο­λι­τι­κοί καί στρα­τι­ω­τι­κοί ἡ­γέ­τες τῆς Ἑλ­λά­δος κα­θώς καί δι­πλω­μα­τι­κοί καί προ­ξε­νι­κοί πα­ρά­γον­τες τῆς χώ­ρας ἀ­δρα­νοῦν ἐγ­κλη­μα­τι­κά καί οἱ Γι­ουγ­κοσ­λά­βοι προ­ε­τοι­μά­ζουν με­θο­δι­κά τό ση­με­ρι­νό πρό­βλη­μα μέ τά Σκό­πια. Ἕλ­λη­νες πο­λι­τι­κοί ἐκ­πρό­σω­ποι ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦν τά σχέ­δια τοῦ Τί­το, ἡ δέ Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α καί Βουλ­γα­ρί­α «μοι­ρά­ζον­ται» με­τα­ξύ τους, ἁρ­πα­κτι­κά, τή Μα­κε­δο­νί­α καί τή Θρά­κη. Ἡ δι­α­νο­μή τῶν «ζω­νῶν ἐ­πιρ­ρο­ῆς» δέν γί­νε­ται ἀ­πο­δε­κτή ἀ­πό τόν ΕΛΑΣ καί ἐ­πι­δι­ώ­κε­ται βί­αι­α ἡ ἀ­πό­σχι­ση τῆς Μα­κε­δο­νί­ας ἀ­πό τήν Ἑλ­λά­δα, μά­ται­α βε­βαί­ως. Ὁ Ἰ­ω­σήφ Στά­λιν κα­τα­δι­κά­ζει καί ἐ­ξα­νε­μί­ζει τά ὀ­νει­ρο­πό­λα σχέ­δια τοῦ στρα­τάρ­χη Τί­το γιά τήν ἵ­δρυ­ση τῆς «Γι­ουγ­κοσ­λα­βι­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας» στά Βαλ­κά­νια. Ἑ­πο­μέ­νως, ὁ Τί­το «ἐγ­και­νί­α­σε» καί θε­με­λί­ω­σε τή ση­με­ρι­νή δι­α­μά­χη τῆς Ἑλ­λά­δας μέ τά Σκό­πια, ἡ δέ ἑ­νω­μέ­νη Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α τήν κυ­ο­φό­ρη­σε καί τήν ἐ­πε­ξέ­τει­νε.
Οἱ πε­ρι­στά­σεις τοῦ τέ­λους τοῦ Β΄ Παγ­κο­σμί­ου πο­λέ­μου ζη­τοῦ­σαν ἤ κα­λύ­τε­ρα ἀ­παι­τοῦ­σαν ἀ­πό τό Στά­λιν πρῶ­τα νά ἐ­πε­κτεί­νει καί νά στε­ρε­ώ­σει τή «Ρω­σι­κή κομ­μου­νι­στι­κή αὐ­το­κρα­το­ρί­α» στό Βό­ρει­ο τμῆ­μα τῆς Βαλ­κα­νι­κῆς καί στήν Ἀ­να­το­λι­κή καί Κεν­τρι­κή Εὐ­ρώ­πη, ὅ­που ἡ δύ­να­μη τῶν σο­βι­ε­τι­κῶν ὅ­πλων καί οἱ συμ­φω­νί­ες μέ τή Δύ­ση καί τόν Τσώρ­τσιλ εἶ­χαν ἐγ­χω­ρή­σει στό Στά­λιν τήν ἐ­ξου­σί­α. Γιά τούς πα­ρα­πά­νω λό­γους, ἡ προ­τε­ραι­ό­τη­τα τοῦ Στά­λιν στρά­φη­κε στά ἄ­με­σα ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα τῆς ἀ­πέ­ραν­της Ἀ­να­το­λι­κῆς καί Κεν­τρι­κῆς Εὐ­ρώ­πης. Ἡ δι­α­νο­μή τῶν «Ζω­νῶν Ἐ­πιρ­ρο­ῆς» με­τα­ξύ τῶν με­γά­λων δυ­νά­με­ων εἶ­χε γί­νει στή Μό­σχα, με­τα­ξύ 9 καί 18 Ὀ­κτω­βρί­ου τοῦ 1944, ὅ­που συ­ναν­τή­θη­καν ὁ Στά­λιν μέ τόν Τσώρ­τσιλ. Τό 1943 εἶ­χαν, ἐ­πί­σης, συ­ναν­τη­θεῖ στην Τε­χε­ρά­νη οἱ τρεῖς «Με­γά­λοι»: Ροῦ­σβελτ, Τσώρ­τσιλ καί Στά­λιν. Ὁ Οὐ­ΐν­στον Τσώρ­τσιλ εἶ­ναι ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κός καί ὠ­μό­τα­τος στά «Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά» του σχε­τι­κά μέ τή δι­α­νο­μή τῶν Βαλ­κα­νί­ων τόν Ὀ­κτώ­βριο μῆνα τοῦ 1944, στό Κρεμ­λί­νο τῶν Τσά­ρων τῆς Ρω­σί­ας: «Ἡ στιγ­μή ἦ­ταν εὐ­νο­ϊ­κή διά νά ἐ­νερ­γή­σω καί γι᾿ αὐ­τό ἐ­δή­λω­σα: ἄς ρυθ­μί­σω­μεν τάς ὑ­πο­θέ­σεις μας τῶν Βαλ­κα­νί­ων. Τά στρα­τεύ­μα­τά σας εὑ­ρί­σκον­ται εἰς Ρου­μα­νί­αν καί Βουλ­γα­ρί­αν. Ἔ­χο­μεν συμ­φέ­ρον­τα, ἀ­πο­στο­λάς καί πρά­κτο­ρας εἰς τάς χώ­ρας αὐ­τάς. Ἄς ἀ­πο­φύ­γω­μεν νά ἔλ­θω­μεν εἰς σύγ­κρου­σιν διά θέ­μα­τα τά ὁ­ποῖ­α δέν ἀ­ξί­ζουν τόν κό­πον… Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τήν Με­γά­λην Βρετ­τα­νί­αν καί τήν Ρω­σί­αν, τί θά ἐ­λέ­γα­τε διά μί­αν ὑ­πε­ρο­χήν ὑ­μῶν κα­τά 90% εἰς τήν Ρου­μα­νί­αν, μί­αν ἡ­με­τέ­ραν κυ­ρι­αρ­χί­αν κα­τά 90% εἰς τήν Ἑλ­λά­δα, καί μί­αν ἰ­σό­τη­τα 50-50% εἰς τήν Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­αν».
Ἐ­νῶ με­τέ­φρα­ζον τά λό­γιά μου (συ­νε­χί­ζει ὁ Τσώρ­τσιλ), ἔ­γρα­ψα σέ μι­σό φύλ­λο χαρ­τιοῦ: Ρου­μα­νί­α: Ρω­σί­α 90% οἱ λοι­ποί 10%.
ΕΛΛΑΣ: Μ. Βρετ­τα­νί­α (ἐν συμ­φω­νί­ᾳ με­τά τῶν Ἡ­νωμ. Πο­λι­τει­ῶν) 90%. Ρω­σί­α: 10%.
ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ: 50-50%.
ΟΥΓΓΑΡΙΑ: 50%.
ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ: Ρω­σί­α 75%, οἱ λοι­ποί: 25%.
Ἔ­σπρω­ξα τό χαρ­τί ἐμ­πρός στόν Στά­λιν, στόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἤ­δη γί­νει ἡ με­τά­φρα­σις τῶν προ­η­γου­μέ­νων. Ἀ­κο­λού­θη­σε μί­α μι­κρή παῦ­σις. Κα­τό­πιν ἐ­πῆ­ρε στά χέ­ρια τό μπλέ του μο­λύ­βι, ἐ­χά­ρα­ξε ἕ­να με­γά­λο ση­μεῖ­ο ἐ­πά­νω στό χαρ­τί γιά νά δεί­ξει ὅ­τι τό ἐγ­κρί­νει καί μοῦ ἐ­πέ­στρε­ψε τό χαρ­τί. Τά πάν­τα ἐ­τα­κτο­ποι­ή­θη­σαν σέ λι­γό­τε­ρο χρό­νο ἀ­πό ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται τώ­ρα γιά νά τά γρά­ψω. Βε­βαί­ως, εἴ­χα­με με­λε­τή­σει πο­λύν και­ρόν καί μέ προ­σο­χή τό ζή­τη­μα καί οἱ συμ­φω­νί­ες αὐ­τές ἦσαν γιά τήν πο­λε­μι­κήν καί μό­νον πε­ρί­ο­δον.
Ἡ συ­νέ­χεια τοῦ ἀ­πο­σπά­σμα­τος ἀ­πό τά «Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα» τοῦ Οὐ­ΐν­στον Τσώρ­τσιλ γιά τό μοί­ρα­σμα τοῦ κό­σμου σέ ζῶ­νες ἐ­πιρ­ρο­ῆς ἀ­πό τίς νι­κή­τρι­ες Με­γά­λες δυ­νά­μεις τοῦ Β΄ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς: «Ὅ­λα τά εὑ­ρύ­τε­ρα προ­βλή­μα­τα πα­ρέ­με­ναν ἐκ­κρε­μῆ ἀ­πό τίς δύ­ο πλευ­ρές, γιά ὅ­τι ἐλ­πί­ζα­με τό­τε ὅ­τι θά ἦ­ταν μί­α δι­ά­σκε­ψις γύ­ρω ἀ­πό τό τρα­πέ­ζι τῆς εἰ­ρή­νης με­τά τή νί­κη. Ἠ­κο­λού­θη­σε κα­τό­πιν μα­κρά σι­ω­πήν. Τό χαρ­τί, μέ τήν μπλέ του γραμ­μή, πα­ρέ­μει­νε στό κέν­τρο τοῦ τρα­πε­ζιοῦ. Εἶ­πα τε­λι­κά: «Μή­πως θε­ω­ρη­θεῖ κά­πως κυ­νι­κόν τό νά ἔ­χω­μεν ρυθ­μί­σει τά προ­βλή­μα­τα αὐ­τά ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἡ τύ­χη ἑ­κα­τομ­μυ­ρί­ων ἀ­τό­μων κα­τά ἕ­να τό­σον πρό­χει­ρον τρό­πον; Ἄς κά­ψω­μεν τό χαρ­τί αὐ­τό. «Ὄ­χι, κρά­τη­σέ το», εἶ­πε ὁ Στά­λιν». (Βλ. Οὐ­ΐν­στον Τσώρ­τσιλ, «Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα», μτφρ. Πα­παρ­ρό­δου στήν Ἑλ­λη­νι­κή, τό­μος 6ος, βι­βλί­ο 1ο, σελ. 202-203). Ἀ­πό­δει­ξη αὐ­τῶν τῶν συμ­φω­νι­ῶν τῶν με­γά­λων δυ­νά­με­ων ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ με­τα­πο­λε­μι­κοῦ κό­σμου ὡς ἀ­παυ­γά­σμα­τος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­κῶν καί κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κῶν ζυ­μώ­σε­ών της με­τά τό 1944-45 πε­ρι­ό­δου.
Ἐν τού­τοις καί πα­ρά τίς δι­α­κη­ρύ­ξεις ἐ­κεῖ­νες καί πα­ρά τή συμ­φω­νί­α Στά­λιν-Τσώρ­τσιλ, ὁ Νι­κό­λα­ος Ζα­χα­ριά­δης τῆς Γ΄ Κ. Δι­ε­θνοῦς, ἀ­να­λαμ­βά­νει νά συ­νερ­γα­στεῖ μέ τόν Τί­το καί τούς ἀν­τάρ­τες του, νά μήν ὑ­πα­κού­σουν στίς ἀ­πο­φά­σεις τοῦ Στά­λιν καί τίς συμ­φω­νί­ες του μέ τόν Τσώρ­τσιλ καί νά πο­λε­μή­σουν μέ 20.000 ἄν­δρες καί γυ­ναῖ­κες γιά δι­χο­τό­μη­ση τῆς Ἑλ­λά­δος σέ βό­ρει­ο κρά­τος ὑ­πό Κομ­μου­νι­στι­κό κα­θε­στώς καί σέ νό­τιο κρά­τος. Πρῶ­τος στό­χος εἶ­ναι καί πά­λι ἡ κα­τά­λη­ψη τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης ἀ­πό τίς κομ­μου­νι­στι­κές δυ­νά­μεις μέ αἰφ­νι­δι­α­στι­κό χτύ­πη­μα μέ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τό Μάρ­κο Βα­φειά­δη γιά νά ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­κο­λού­θως ἡ Μα­κε­δο­νί­α καί ἡ Θρά­κη ἀ­πό τήν ὑ­πό­λοι­πη Ἑλ­λά­δα. Στή συ­νέ­χεια ὁ Νί­κος Ζα­χα­ριά­δης εὐ­χα­ρι­στεῖ ὁ­λό­ψυ­χα τό στρα­τάρ­χη Τί­το καί τό λα­ό τῆς Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­ας πού ἀ­γω­νί­ζον­ται μέ κό­πο γιά τόν ἀ­κρω­τη­ρια­σμό τῆς Ἑλ­λά­δας καί τήν ἀ­πό­σχι­ση τῆς Μα­κε­δο­νί­ας καί τῆς Θρά­κης ἀ­πό τόν ἐ­θνι­κό κορ­μό της. «…Ὁ λα­ός μας, λέ­ει ὁ Νί­κος Ζα­χα­ριά­δης σέ ἐ­πι­στο­λή του πρός τόν Τί­το, νοι­ώ­θει ἐν­στι­χτώ­δι­κα καί κα­τά­καρ­δα τή Νέ­α Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α, τό Λα­ό της καί τό Στρα­τάρ­χη της…».
Με­τά τή συ­νει­δη­το­ποί­η­ση ἐ­κεί­νων πού σχε­δί­α­ζε ὁ Τί­το στή Βαλ­κα­νι­κή ἐ­ρή­μην τοῦ Ἰ­ω­σήφ Στά­λιν, τά πράγ­μα­τα πῆ­ραν δι­α­φο­ρε­τι­κή, αὐ­τό­μα­τα, τρο­πή. Ἐ­κλή­θη ἐ­σπευ­σμέ­να ὁ Τί­το στή Μό­σχα δύ­ο φο­ρές, ἀν­τι­λαμ­βα­νό­με­νος, ὅ­μως, τί τόν πε­ρί­με­νε στή Μό­σχα, δέν πα­ρου­σι­ά­στη­κε στό Στά­λιν καί μό­νο τό 1948 ἔ­στει­λε δύ­ο ἔμ­πι­στούς του στή Μό­σχα: τό Μί­λο­βαν Τζί­λας καί τόν Ἐν­του­άρντ Καρ­ντέλ­λι. Ὁ δι­ά­λο­γος με­τα­ξύ τοῦ Στά­λιν καί τῶν ἀ­πε­σταλ­μέ­νων τοῦ Τί­το ἀ­πο­τε­λεῖ φο­βε­ρή ἀ­πο­κά­λυ­ψη, δι­ό­τι κα­τα­δι­κά­ζε­ται ἀ­κα­ρια­ία τό κομ­μου­νι­στι­κό κί­νη­μα στήν Ἑλ­λά­δα: «Κου­τα­μά­ρες!… Ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση πρέ­πει νά στα­μα­τή­σει μό­λις αὐ­τό θά εἶ­ναι δυ­να­τό…». Αὐ­τά δι­έ­τα­ξε ὁ Στά­λιν, ὁ­πότε κά­θε ἐλ­πί­δα εἶ­χε πιά χα­θεῖ γιά τόν Τί­το καί τό Ζα­χα­ριά­δη πού ἀρ­νή­θη­κε τήν πα­τρί­δα του καί ἤ­πι­ε τό πι­κρό πο­τή­ρι τῆς ἀ­πο­τυ­χί­ας μέ­χρι τό τε­λευ­ταῖ­ο κα­τα­κά­θι του…
Ὁ ἀρ­χι­στρά­τη­γος τῆς φο­βε­ρῆς ἐ­κεί­νης ἐ­σω­τε­ρι­κῆς συγ­κρού­σε­ως στήν Ἑλ­λά­δα Μάρ­κος Βα­φειά­δης ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται αὐ­το­μά­τως ἀ­πό ὅ­λες τίς θέ­σεις του καί προ­σω­ρι­νά ἀ­πό τήν Ἑλ­λά­δα, ὁ Τί­το κλεί­νει τά σύ­νο­ρά του στή ρο­ή κά­θε βο­ή­θειας πρός τούς ἀν­τάρ­τες τοῦ Μάρ­κου Βα­φειά­δη τόν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1949, ὁ δέ Νί­κος Ζα­χα­ριά­δης, πλή­ρης πι­κρί­ας, κά­νει στρο­φή 180ο καί κα­τη­γο­ρεῖ τόν Τί­το ὡς συμ­μο­ρί­τη, ὕ­που­λο καί βδε­λυ­ρό ἐ­χθρό: «Τό λα­ϊ­κό δη­μο­κρα­τι­κό κί­νη­μα στή χώ­ρα μας δέ γνώ­ρι­σε ἀ­κό­μα, ἀπ᾿ τόν και­ρό τῆς πρώ­της κα­το­χῆς, τό­σο ὕ­που­λο καί βδε­λυ­ρό ἐ­χθρό, ὅ­σο ἡ συμ­μο­ρί­α τοῦ Τί­το…». Τό ΚΚΕ δέ­σμιο τῆς Γ΄ Κομ­μου­νι­στι­κῆς Δι­ε­θνοῦς καί τῆς Βαλ­κα­νι­κῆς Κομ­μου­νι­στι­κῆς Ὁ­μο­σπον­δί­ας ἀ­κο­λου­θεῖ πι­στά τίς ὑ­πο­δεί­ξεις καί τίς ἀ­πο­φά­σεις της. Ἔ­τσι, ὅ­πως εἴ­δα­με, μέ τό τέ­λος τοῦ Β΄ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου, οἱ ρω­σι­κές στρα­τι­ές πλημ­μυ­ρί­ζουν τή Βαλ­κα­νι­κή, ἀλ­λά δέν κα­τα­λαμ­βά­νουν τή Μα­κε­δο­νί­α.
Κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα ο Κλήρος σύσσωμος -ανώτερος και κατώτερος, επώνυμος και ανώνυμος- αντιστάθηκε σθεναρά στη βουλγαρική απειλή, πρωτοστατώντας στην ενδυνάμωση και οργάνωση του Ελληνισμού της Μακεδονίας. Ο επιστήμονας ιστορικός, αλλά και κάθε ιστορικά σκεπτόμενος άνθρωπος, αντικρύζει με θαυμασμό και σεβασμό τη συμβολή του κλήρου στο εθνικό επίτευγμα αυτού του αγώνα.
Στην παρούσα μελέτη -αν και η διαπραγμάτευση κάθε ιστορικού θέματος παρουσιάζει δυσκολίες εκλαΐκευσης- επιχειρείται μια εκλαϊκευμένη προσέγγιση μέσα στα πλαίσια, όμως, της επιστημονικής – ιστορικής αντιμετωπίσεως του θέματος· κι αυτό σημαίνει ότι η συμβολή του κλήρου στον Μακεδονικό Αγώνα εντάσσεται στα ιστορικά της συμφραζόμενα με τρόπο σαφή και συστηματικό.
Δεν λείπει, όμως, η ζωντανή και άμεση αφήγηση καταστάσεων και δράσης που φέρνει τα γεγονότα πιο κοντά στον αναγνώστη και τα καθιστά περισσότερο οικεία. https://www.protoporia.gr/hliadh-amalia-o-klhros-ston…

«Το γυμνό στην Τέχνη», εργασία της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού, Δ/ντριας 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

«Το γυμνό στην Τέχνη», εργασία της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού, Δ/ντριας 5ου ΓΕΛ Τρικάλων
https://www.matia.gr/library/ebook_13/index.html (Το γυμνό στην Τέχνη)
P7030028