ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ – ΝΕΟΙ

 

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η ελληνική οικογένεια αλλάζει δραματικά. Περισσότεροι εργένηδες, λιγότεροι γάμοι, περισσότερα διαζύγια, άρα και περισσότερες μονογονεϊκές οικογένειες, περισσότερες γεννήσεις εκτός γάμου, συγκατοίκηση εκτός γάμου, σύμφωνα συμβίωσης, άτεκνα ζευγάρια, ομόφυλα ζευγάρια… Η παραδοσιακή πυρηνική οικογένεια χάνει διαρκώς έδαφος.

Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι η πολυπληθέστερη ομάδα νοικοκυριών στην Ελλάδα σήμερα είναι τα μονοπρόσωπα. Απαρτίζονται από ένα άτομο, άνδρα ή γυναίκα, νεαρό, ώριμο ή ηλικιωμένο, που κατέληξε ή επέλεξε να ζει μόνο. Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά αποτελούν το 31% του συνόλου των νοικοκυριών και αυξήθηκαν κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat. Οχι, δεν ακολουθούν τα ζευγάρια με παιδιά, αυτά βρίσκονται στην τρίτη θέση. Επονται τα ζευγάρια χωρίς παιδιά (25,2% το 2017 από 24,1% το 2007). Τα ζευγάρια με παιδιά αποτελούν το 21,9% των νοικοκυριών (από 23,2% το 2007). Τέταρτα στη σειρά (15,7%) είναι, πάντα σύμφωνα με τη Eurostat, τα νοικοκυριά με ενηλίκους χωρίς παιδιά, του αντίθετου και του ίδιου φύλου, που συμβιώνουν…

Οι γάμοι μειώθηκαν από 62.195 το 1993 σε 50.138 το 2017, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Οι πολιτικοί γάμοι με διαδικασίες-εξπρές και λιγότερα έξοδα ξεπερνούν σταθερά τα τελευταία πέντε χρόνια τους θρησκευτικούς – 23.778 θρησκευτικοί και 25.854 πολιτικοί το 2016, 24.975 θρησκευτικοί και 25.163 πολιτικοί το 2017. Τα διαζύγια αυξήθηκαν, από 7.725 το 1993 (12,4% επί των γάμων) έφτασαν τις 13.494 το 2005 (22,1% επί των γάμων) και στα χρόνια της κρίσης κυμαίνονται γύρω ή και πάνω από τις 15.000 (30% επί των γάμων) – μόνο το 2016 τα διαζύγια παρουσίασαν πτώση, στις 11.013. Τα σύμφωνα συμβίωσης, πάντα σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, αυξήθηκαν από 581 το 2013 σε 4.921 το 2017.

Οι γεννήσεις εκτός γάμου σημείωσαν επίσης άνοδο· από 5,1% στο σύνολο των γεννήσεων το 2004 έφτασαν το 9,4% το 2015 (σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία από τη Eurostat). Τα νοικοκυριά με έναν μόνο γονέα αυξήθηκαν από 1,8% σε 2,3% στο σύνολο των νοικοκυριών μέσα σε 10 χρόνια· συνολικά τα νοικοκυριά με παιδιά τα οποία είναι μονογονεϊκές οικογένειες, αλλά και οικογένειες με παιδιά, άλλου τύπου από εκείνον του ζευγαριού, αποτελούν σήμερα το 6,3% του συνόλου.

Ενα παράδειγμα

Η Γιάννα ζει τα τελευταία δυόμισι χρόνια με τον Μιχάλη και την κόρη της, Σαπφώ. Δεν τον γνώριζε πιο πριν τον Μιχάλη. Αργότερα ανακάλυψε ότι ήταν συμμαθητής και καλύτερος φίλος στα χρόνια του σχολείου με τον Χρήστο, πρώην άντρα της και πατέρα της κόρης της, Σαπφούς. Η Γιάννα και ο Μιχάλης κάνουν στενή παρέα με την Ειρήνη, φίλη του Μιχάλη από την εποχή που σπούδαζαν μαζί στο εξωτερικό, και τον Γιώργο. Η Ειρήνη και ο Γιώργος δεν είναι ζευγάρι, είναι παιδικοί φίλοι· είναι και οι δύο χωρισμένοι και αποφάσισαν να συγκατοικήσουν για να μοιραστούν τα έξοδα, αλλά και για συντροφιά… Ο Γιώργος φέρνει στο σπίτι κάθε Σαββατοκύριακο τα παιδιά του. Ο πρώην άντρας της Ειρήνης, ο Πάνος, που μόλις άρχισε να συζεί με τον σύντροφό του, τους επισκέπτεται συχνά…

«Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία αλλάζει», σημειώνει στην «Κ» η καθηγήτρια Βάσω Αρτινοπούλου, πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

«Σήμερα πλέον συνυπάρχουν αρμονικά διαφορετικοί τύποι οικογένειας – εργένηδες, μόνοι ενήλικες με παιδί ή παιδιά, ζευγάρια άτεκνα ή και με παιδιά, σε ελεύθερη συμβίωση ή με σύμφωνο συμβίωσης, ομόφυλα ζευγάρια κ.λπ.– μαζί με την πυρηνική τετραμελή οικογένεια και τα άλλα παραδοσιακά πρότυπα» «Οι λόγοι που οδηγούν τους νέους κυρίως ανθρώπους σε αυτές τις διαφορετικές μορφές οικογένειας είναι πολλοί: οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτισμικοί, ή καθαρά πρακτικοί, ρεαλιστικοί. Δύο εργαζόμενοι νέοι αποφασίζουν να ζήσουν μαζί, και για να εξοικονομήσουν χρήματα και να αντεπεξέλθουν οικονομικά, δεν επιλέγουν έναν παραδοσιακό γάμο με πολυέξοδες τελετές, προσαρμόζουν τις βιοτικές τους ανάγκες σε διαμερίσματα λιγότερων τετραγωνικών, επιλέγουν βιώσιμες και οικονομικές λύσεις για την κοινή ζωή τους. Υπακούουν σε μια λογική πρακτική, δεν φαντασιώνονται τον γάμο σαν κάτι πολύ σπουδαίο στη ζωή τους – το ιδεώδες του γάμου ως αγαθό και ως τελετουργική διαδικασία έχει υποχωρήσει πολύ, ειδικά στα νέα παιδιά. Είναι πιο ρεαλιστικοί οι στόχοι τους», συνεχίζει η ίδια.

Η υπογεννητικότητα

«Είναι μια πραγματικότητα που συνδέεται με την υπογεννητικότητα, την αύξηση των διαζυγίων και των μονογονεϊκών οικογενειών. Η κρίση έχει επηρεάσει σημαντικά και πολλαπλώς την ελληνική οικογένεια. Οχι μόνο σε επίπεδο οικονομικό, αλλά και σε επίπεδο κοινωνικό και αξιακό. Εμφανής και αδιαμφισβήτητη είναι η κρίση στις διαπροσωπικές σχέσεις: υπάρχει χαμηλότερο επίπεδο επικοινωνίας, έλλειμμα εμπιστοσύνης, στοιχεία που αποτυπώνονται και σε έρευνες της Eurostat. Η κρίση αυτή επηρεάζει έντονα τη λήψη αποφάσεων σε σχέση με το μοίρασμα μιας κοινής ζωής, κυρίως στους νέους ανθρώπους. Επειτα, το αυξημένο ποσοστό των διαζυγίων, των καταγεγραμμένων και των ουσιαστικών διότι υπάρχουν και αυτά που απλά δεν εκδίδονται για οικονομικούς λόγους, δείχνουν ότι υπάρχουν βαθιά ρήγματα στην οικογένεια, που αντανακλούν την ευρύτερη κοινωνική και αξιακή κρίση», καταλήγει η κ. Αρτινοπούλου.

Θεσμός σε κρίση

«Αν η ελληνική κοινωνία δεν έχει εκραγεί σε αυτήν την πρωτοφανή κρίση, οφείλεται στο γεγονός ότι η ελληνική οικογένεια λειτουργεί. Προσφέρει ικανοποιητικές σχέσεις και στοργή. Παράλληλα, είναι ένας κόσμος με αντιφάσεις, ένας χώρος ταραχώδης», αναφέρει η κ. Ηρα Εμκε-Πουλοπούλου, διδάκτορας του πανεπιστημίου του Παρισιού, μέλος της Ακαδημίας Επιστημόνων της Νέας Υόρκης και αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Δημογραφικών Μελετών, στην έρευνά της «Ο πληθυσμός της Ελλάδας υπό διωγμόν». Οπως σημειώνει, το πρότυπο της παραδοσιακής οικογένειας εξακολουθεί να κυριαρχεί, τα περισσότερα παιδιά γεννιούνται στο πλαίσιο του γάμου, ωστόσο αυξάνονται οι οικογένειες με έναν γονέα, οι γεννήσεις εκτός γάμου, μειώνεται ο αριθμός των πολύτεκνων οικογενειών. Η μορφή της οικογένειας αλλάζει. Παράγοντες που συνέβαλαν σε αυτήν την αλλαγή, σύμφωνα με την κ. Εμκε-Πουλοπούλου, είναι η μείωση του μέσου αριθμού παιδιών κατά οικογένεια, η δημογραφική γήρανση και η επιμήκυνση της διάρκειας ζωής· ακόμη, η εξέλιξη της οικονομικής οργάνωσης από γεωργική σε βιομηχανική, η ταχύτατη άνοδος του εκπαιδευτικού επιπέδου και ο εκδημοκρατισμός των διαπροσωπικών σχέσεων, η δυνατότητα της επαγγελματικής απασχόλησης της συζύγου. Οπως και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, «ο θεσμός του γάμου περνάει κρίση. Οι έγγαμες συμβιώσεις είναι λιγότερες, τελούνται από άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και αποδεικνύονται όλο και πιο εύθραυστες. Ο αριθμός των ελεύθερων συμβιώσεων αυξάνεται, τα άτομα αναβάλλουν τον γάμο ή αποφασίζουν να μην παντρευθούν ποτέ…». Δημογραφικοί, θεσμικοί (σύμφωνο συμβίωσης, νόμοι για γάμο και διαζύγιο), οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτισμικοί, αξιακοί οι παράγοντες για τη μείωση της γαμηλιότητας, σύμφωνα με την κ. Εμκε- Πουλοπούλου. Παρόμοιοι και εκείνοι που συμβάλλουν στον περιορισμό των γεννήσεων. Διότι, ενώ παρατηρείται και ιδίως κατά την κρίση, «μη επιλεγμένη ατεκνία λόγω οικονομικής δυσπραγίας», από την άλλη είναι γεγονός ότι «η οικονομική ευημερία περιορίζει τις γεννήσεις». Οπως αναφέρεται στην έρευνα, «πολλοί γονείς προτιμούν να αγοράσουν ή να αλλάξουν αυτοκίνητο, να αγοράσουν εξοχικό σπίτι ή καινούργια έπιπλα παρά να αποκτήσουν ένα ακόμη παιδί».

Οι αλλαγές στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά σε βάθος δεκαετίας

Βαδίζουμε σε έναν κόσμο εργένηδων. Τα σπίτια με έναν μόνο ένοικο αποτελούν τον επικρατέστερο τύπο νοικοκυριού σε όλη την Ευρώπη. Κι αν στην Ελλάδα είναι το 31% του συνόλου των νοικοκυρών –μέσος ευρωπαϊκός όρος 33,6%– σε άλλες χώρες τα ποσοστά εκτοξεύονται, με βάση τα τελευταία στοιχεία της Eurostat. Στη Σουηδία αποτελούν το 51,4% των νοικοκυριών, στη Δανία το 44,4%, στη Λιθουανία το 42,5%, στη Φινλανδία το 41,3%, στη Γερμανία το 41,2%, στην Εσθονία το 39,9%, στην Ολλανδία το 37,5% κ.ο.κ. Είναι φυσικό, λοιπόν, να αυξάνεται ο συνολικός αριθμός των νοικοκυριών –με σημαντικές δημογραφικές, κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις– και να μειώνονται τα μέλη των οικογενειών.

Συγκεκριμένα το 2017, το μέσο μέγεθος νοικοκυριού στην Ε.Ε.-28 ήταν 2,3 μέλη (από 2,4 μέλη το 2007). Στην Ελλάδα οι αλλαγές ήταν δραματικότερες, το ελληνικό νοικοκυριό μειώθηκε από 2,7 μέλη το 2005 σε 2,5 μέλη το 2007 και σε 2,3 μέλη το 2017. Το μεγαλύτερο μέσο μέγεθος νοικοκυριού καταγράφηκε στην Κροατία (2,8 μέλη), ενώ το μικρότερο παρατηρήθηκε στη Σουηδία (1,9 μέλη), στη Γερμανία και στη Δανία (2 μέλη). Η μεγαλύτερη μείωση σημειώθηκε στη Λιθουανία (από 2,6 μέλη το 2007 σε 2,1 μέλη το 2017).

Είναι εντυπωσιακό ότι τα δύο τρίτα όλων των νοικοκυριών στην Ε.Ε.-28 απαρτίζονται από ένα ή δύο άτομα. Τα πρωτεία κατέχουν τα νοικοκυριά με ένα άτομο, που σημείωσαν την υψηλότερη αύξηση μέσα στην τελευταία δεκαετία (3,7 ποσοστιαίες μονάδες), ενώ ακολουθούν τα νοικοκυριά με δύο άτομα (31,9%, αύξηση κατά 0,8%). Σε μεγάλη απόσταση βρίσκονται τα νοικοκυριά με περισσότερα άτομα – 15,6% τα νοικοκυριά με τρία άτομα, 13,1% με τέσσερα άτομα, 5,8% με πέντε ή περισσότερα.

Οπως προαναφέρθηκε, στην Ε.Ε.-28 τα νοικοκυριά αυξήθηκαν· από 201 εκατομμύρια το 2007, σε 221 εκατ. το 2017 (αύξηση 1,01% ετησίως). Στην Ελλάδα αυξήθηκαν από 4.280.800 σε 4.393.900. Μόνο στο Λουξεμβούργο και στην Κύπρο η αύξηση ήταν 2% ετησίως και στη Σλοβενία 1,8% ετησίως. Μείωση σημειώθηκε μόνο στην Κροατία (0,31% ετησίως).

Τα νοικοκυριά με παιδιά (συμπεριλαμβάνονται οι μονογονεϊκές και όλοι οι άλλοι τύποι οικογένειας με παιδιά) αποτελούν το 29,6% του συνόλου στην Ε.Ε.-28 (στην Ελλάδα 28,2%). Η Ιρλανδία παρουσιάζει τα περισσότερα νοικοκυριά με παιδιά (40,2%), ακολουθούν η Πολωνία (37,4%) και η Κύπρος (36,7%). Χαμηλότερα από την Ελλάδα βρίσκονται η Γερμανία (22,3%) και η Φινλανδία (21,9%). Εκτός Ε.Ε., στην Τουρκία τα νοικοκυριά με παιδιά αποτελούν το 51,9% του συνόλου και στην ΠΓΔΜ το 49,5%.

Μεταξύ των νοικοκυριών με περισσότερους από έναν ενηλίκους, συνηθέστερος τύπος είναι το «ζευγάρι χωρίς παιδιά», που αντιστοιχεί στο 24,9% του συνόλου (25,2% στην Ελλάδα). Ακολουθεί το «ζευγάρι με παιδιά» (20%, στην Ελλάδα 21,9%). Τα ζευγάρια με παιδιά όλο και μειώνονται (14,3% το μικρότερο ποσοστό στη Λιθουανία, ακολουθεί η Βουλγαρία με 14,5%), ενώ οι μονογονεϊκές οικογένειες αυξάνονται. Η Ιρλανδία, η χώρα με το υψηλότερο ποσοστό ζευγαριών με παιδιά (27,3%) και νοικοκυριών με παιδιά (40,2%), έχει και αρκετές μονογονεϊκές οικογένειες (6,3%). Ομως, τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται σε Δανία (8,6%), Λιθουανία (7,2%), Ηνωμένο Βασίλειο και Εσθονία (6,6%), Σουηδία (6,4%). Το χαμηλότερο ποσοστό μονογονεϊκής οικογένειας καταγράφηκε στη Φινλανδία (1,8%), ενώ ακολουθεί η Κροατία (1,9%).

Το ριάλιτι (και η θλιβερή πραγματικότητα) του φλερτ

Η ιδέα είναι απλή. Κλείνεις μέσα σε ένα σπίτι κάποια αγόρια και κάποια κορίτσια, αλλά, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε σε ένα πλήθος από ανάλογα ριάλιτι, δεν θέλεις να αρχίσουν να τσακώνονται αλλά να ζευγαρώσουν. Οποιοι είναι καπετάν φασαρίες χάνουν, διότι στο τέλος κάθε εβδομάδας γίνονται ψηφοφορίες: οι πιο συμπαθητικοί κερδίζουν και χρήματα, ενώ οι αντιπαθητικοί αναχωρούν – πάντα με τον κόσμο να έχει τον τελικό λόγο. Ο κανόνας αυτός του παιχνιδιού έχει ένα πραγματικά εξαιρετικό αποτέλεσμα: μεγαλώνει ακόμα πιο πολύ την ψευτιά των χαρακτήρων! Ολοι πρέπει να είναι συμπαθητικοί διότι ο σκοπός είναι το φλερτ και το ζευγάρωμα, καθώς μόνο έτσι κερδίζεις. Επιπλέον, οι παίκτες πρέπει να κρύβουν όσο γίνεται τα αρνητικά τους χαρακτηριστικά, να προσποιούνται τους καλούς και να κερδίζουν ψηφοφορίες και χρήματα – οι καλύτεροι ηθοποιοί επιβραβεύονται. Ετσι, αν έχεις την αντοχή (πράγμα καθόλου απλό…), παρακολουθείς κάποιους καλοσιδερωμένους θαμώνες καφετέριας – οι πιο πολλοί παίκτες μοιάζουν να έχουν κάνει μόνο αυτή τη δουλειά (;) στη ζωή τους – που προσπαθούν να γίνουν γοητευτικοί.

Ολοι υποτίθεται φλερτάρουν. Για τις γυναίκες είναι σχετικά απλό: το νάζι είναι το μεγάλο όπλο – όλες μοιάζουν να ξέρουν απέξω τις ταινίες της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Νάζι συνοδευόμενο από ναζιάρικες εκφράσεις, ναζιάρικες ερωτοαπαντήσεις, ναζιάρικο ντύσιμο – ναι, υπάρχει και αυτό. Ολες μοιάζουν να ψάχνουν γαμπρό – όχι απαραίτητα κάποιον από το παιχνίδι. Οι άντρες, από την άλλη, λειτουργούν περίπου σαν παρέα που βρίσκεται σε ΚΨΜ στρατοπέδου νεοσυλλέκτων. Προσπαθούν να δείχνουν άνετοι με τον φακό και μιλούν χαμηλόφωνα, παριστάνοντας κάτι που εμφανώς δεν είναι. Η λακ στο μαλλί είναι απαραίτητη. Οι τραγιάσκες χρειάζονται για να μαρτυρούν την ύπαρξη στυλ. Η επίδειξη των τατουάζ είναι η προβολή ενός ανδρισμού της κακιάς ώρας – αν γύριζαν μια κωμωδία για φαντάρους, όλοι θα ένιωθαν καλύτερα. Αλλά αυτό που προκαλεί πραγματικά λύπηση είναι το τι λένε όλοι αυτοί όταν διαλέγουν το υποψήφιο ταίρι τους και όταν του ζητάνε ένα ξεμονάχιασμα σε ένα από τα δωμάτια του σπιτιού – «για γνωριμία και ό,τι προκύψει», που λέγανε παλιά και οι αγγελίες των γραφείων συνοικεσίων.

Είναι πραγματικά τραγικό να βλέπεις νέα παιδιά με τόση ανικανότητα στην προσέγγιση: η ανικανότητα αυτή μεγεθύνεται από το γεγονός ότι η συμπαίκτρια (ή ο συμπαίκτης) είναι πρόθυμη για γνωριμία διότι το ίδιο το παιχνίδι το απαιτεί και η προδιάθεση είναι δεδομένη. Κι όμως, ούτε και αυτό διευκολύνει απαραίτητα τη συζήτηση, που είναι πάντα αμήχανη και απελπιστικά βαρετή. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν κοινά ενδιαφέροντα: είναι ότι τα ενδιαφέροντα απουσιάζουν εντελώς. Ακούς φράσεις χωρίς νόημα, συζητήσεις που αφορούν τα μαλλιά (!), τη ζήλια, το ενδιαφέρον για τους πρώην – ούτε καν κάτι για ζώδια. Στην καλύτερη των περιπτώσεων γίνεται κάτι που μοιάζει με εξέταση βιογραφικού για πρόσληψη σε τουριστικό γραφείο ή σε συνοικιακή ταβέρνα. «Γεννήθηκες στη Θεσσαλονίκη;», «φροντίζεις πάντα τα μαλλιά σου;», «είσαι νευρική;», «μαγειρεύεις;». Ολα κινούνται στον αστερισμό τού «εγώ». «Κι εγώ ομολογώ ότι έχεις κάτι που μου τράβηξε την προσοχή». «Ποιος σου αρέσει, αν όχι εγώ;». «Εγώ σε ξεχώρισα και ψάχνω το γιατί…». Ελα ντε…

Τα πιο πολλά από τα αγόρια είναι κάτω των 26 ετών, όπως και τα κορίτσια. Δεν ξέρω πώς ακριβώς επέλεξαν τους παίκτες – πιθανότατα το μόνο κριτήριο είναι η εμφάνιση. Ή η απόλυτη ανικανότητα στο φλερτ: αν όλοι αυτοί δεν ήταν κλεισμένοι σε ένα σπίτι, με αποκλειστική μάλιστα αποστολή να φλερτάρουν, είναι αμφίβολο αν θα γνωρίζονταν ποτέ τους. Η αδυναμία να πουν κάτι που να ακούγεται ενδιαφέρον είναι αληθινά σοκαριστική. Αλλά μήπως έτσι δεν συμβαίνει πια και στον κανονικό κόσμο; Δεν γίνεται το ίδιο και στη ζωή την ίδια; Πολύ φοβάμαι πως ναι.

Αν κανείς ξεπεράσει την αποστροφή που μπορεί να του προκαλεί η ίδια η ιδέα του ριάλιτι, αν θεωρήσει ότι το «Power of Love» είναι ένα παιχνίδι μοντέρνο – ενδεχομένως μακριά από το γούστο του, αλλά συμβατό με τους όρους της τηλεοπτικής παραγωγής -, αυτό που ανακαλύπτει παρακολουθώντας τα βαρετά επεισόδιά του είναι όλη η αδυναμία των νέων ανθρώπων να βρουν κοινά σημεία, δηλαδή να επικοινωνήσουν. Συνηθισμένα να κινούνται σε χώρους όπου ο κανόνας είναι η απίστευτη φασαρία, τα νέα παιδιά μαϊμουδίζουν μια γλώσσα που θυμίζει σίριαλ ελληνικής τηλεόρασης – και μάλιστα κακόγουστο. Ψάχνουν αστεία, κομπάζουν, προτιμούν απλώς να κοιτάζονται. Κάποτε ο μακαρίτης Χάρρυ Κλυνν, όταν διηγούνταν τις περιπέτειές του ως ακαταμάχητου εραστή, έλεγε ότι καθήλωνε τις γυναίκες με τη φράση «μη μιλάς, τώρα μιλάνε τα μάτια». Βλέποντας το ριάλιτι του φλερτ καταλαβαίνεις ότι πλέον πραγματικά μιλάνε μόνο τα μάτια: οι παίκτες δεν έχουν να πουν τίποτα. Η νευρική αυτάρεσκη φλυαρία των κοριτσόπουλων και οι επαναλαμβανόμενη φανταροαργκό των αγοριών κρύβουν την ίδια αμηχανία: δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να τραβήξει το ενδιαφέρον κανενός. Το «Power of Love» θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης μιας ομάδας ψυχιάτρων και ψυχολόγων (ίσως και κοινωνιολόγων…) που θα έπρεπε να εξηγήσουν το πώς και το γιατί στα χρόνια μας έχει πεθάνει το φλερτ και μαζί του και η ικανότητα να προκύψουν σχέσεις, αγάπες και έρωτες. Η ζωώδης σεξουαλικότητα δεν αρκεί ούτε καν για ένα ριάλιτι της προκοπής.

Παρότι το είδα για μία εβδομάδα, δεν έλυσα πάντως το αρχικό μυστήριο – δεν κατάλαβα δηλαδή γιατί οι Ελληνες αναζήτησαν πέρυσι στο Google περισσότερο από οτιδήποτε άλλο το «Power of Love». Με δεδομένο ότι ψηλά στη λίστα των αναζητήσεων ήταν και η ερώτηση «πώς θα βγάλω λεφτά;» (αλλά και το «πώς θα αδυνατίσω;»…), ίσως τελικά δεν έψαχναν πληροφορίες για το ριάλιτι, αλλά για την ίδια τη δύναμη της αγάπης. Που, ως γνωστόν, όλα τα υπομένει: ακόμα και τον τηλεοπτικό ευτελισμό της…

ΕΛΛΑΔΑ 31.12.2018

Αποψη: Η επιφάνεια της Ιστορίας και το διακύβευμα του μέλλοντος

ΧΑΡΗΣ ΜΕΛΕΤΙΑΔΗΣ*

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η ιστορία αναδύθηκε στα ελληνικά σχολεία ως ειδικό πολιτικό αίτημα για τη μη επικύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών. Πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση τα σχολειαρόπαιδα βρέθηκαν σε άμεσο και πρακτικό διάλογο με το παρελθόν του τόπου και τη μνήμη. Το γεγονός αυτό δεν είναι εύκολα προσπελάσιμο. Οι τρέχουσες και επισπεύδουσες ερμηνείες του εξαντλήθηκαν σε περιπτωσιολογικές αναφορές και ανεπεξέργαστες γενικεύσεις. Το να προσάψουμε στους μαθητές έλλειμμα δημοκρατικής συνείδησης και απουσία κριτικής σκέψης είναι τόσο τετριμμένο και αναπόδεικτο όσο ήταν παλιότερα ο ψόγος για τη λεξιπενία τους ή η μικροαστική επαναστατική άρνηση για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που διαρκώς, υποτίθεται, αναβάλλεται. Σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους νέους και η μεριστική αναγνώριση του εκπαιδευτικού έργου είναι προφανής.

Το πραγματολογικό υπόστρωμα για την πολιτική διαμαρτυρία των μαθητών υπήρξε η ιστορική ύλη από τους Βαλκανικούς Πολέμους έως τον Εμφύλιο. Πρόκειται για μια περίοδο που τα ρετάλια της φωλιάζουν ακόμη στις μνήμες. Οι μαθητές ωστόσο δεν φαίνεται να άντλησαν από αυτές, αλλά από τη θήτευσή τους στις γνωστικές δομές του σχολικού μαθήματος της Ιστορίας. Για τον λόγο αυτό δεν τους ενόχλησε η ορθολογική ιδέα της συνεννόησης (όπως υπονοούν οι επικριτές τους και άκριτοι υπερασπιστές της συμφωνίας), αλλά οι γνωστικές παραδοχές της και οι εξ αυτών συμβιβασμοί.

Η στάση τους δεν είναι του παλιού καιρού. Δεν έδειξαν να αγωνίζονται ούτε για τη δημοκρατία ούτε για το έθνος, όπως οι παλιότερες γενιές στον τόπο μας. Η αντίδρασή τους κινείται προς το μέλλον και όχι προς το παρελθόν. Οι νέοι δεν έχουν μνήμη, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης. Η μνήμη είναι «του παροιχομένου», είναι των μεγαλύτερων σε ηλικία μελών της κοινωνίας. Η «ιστορία-μνήμη» και η τελευταία μορφή της, το «έθνος-μνήμη», δεν φαίνεται να ανήκουν στον νοητικό ορίζοντα των μαθητών. Το δεδομένο αυτό επίσης παρασιωπάται ή υποτιμάται, προκειμένου να τους στοιχίσουν δίπλα στις πιο αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις.

Σήμερα οι νέοι δεν ζουν στους κόλπους της προπολεμικής αγροτικής κοινωνίας, του μοναδικού αυτού φορέα των προγονικών παραδόσεων. Απολαμβάνουν το προνόμιο της πρόσβασης σε ένα πλήθος πηγών πληροφόρησης. Δοκιμάζουν να επιλέξουν από πληθώρα προσεγγίσεων για την κοινωνική πραγματικότητά μας. Είτε αμφισβητούν την ιδέα της Ευρώπης είτε όχι, βιώνουν (όπως εξάλλου και η γενιά του Εμφυλίου για τους δικούς της λόγους) την εξασθένηση του εθνικού εγωτισμού, που προκάλεσε η κρίση. Τώρα ωστόσο περιορίζεται το βάθος των εσωτερικών τραυμάτων του διχασμού και της εμφύλιας σύγκρουσης και αυξάνεται η αναγνώριση της ετερότητας. Δεν επιζητούν νομιμοποίηση από την Ιστορία, από το παρελθόν· ζουν με δεδομένο ότι το παρελθόν υπάρχει και το τιμούν. Ζουν με δεδομένο το έθνος και το υπηρετούν.

Στη τύρβη της πολιτικής αντιπαράθεσης η επιφάνεια της Ιστορίας στις πράξεις των μαθητών κινδυνεύει να υποτιμηθεί και οι ενέργειές τους να αποδοθούν σε μια τυφλή και ανεπεξέργαστη μνήμη με έντονα συλλογικά χαρακτηριστικά, όπως εκείνα που προσδιόριζε στον Μεσοπόλεμο ο Μορίς Χαλμπβάκς. Οι νέοι όμως δεν σκιαμάχησαν με τη μνήμη, που δεν είναι δική τους. Συνεισέφεραν με τη συνειδησιακή στάση τους σε κάτι πολύ πιο σημαντικό, αποκάλυψαν το γνωστικό έλλειμμα του επιχειρήματος υπέρ της συμφωνίας των Πρεσπών: Σύμφωνα με αυτό ο χρόνος διαμοιράστηκε σε ένα παρελθόν, που μας αναγνωρίστηκε στην απώτερη φάση του, και σε ένα μέλλον, που απερίσκεπτα αφέθηκε έξω από τη συνείδησή μας. Η Ιστορία όμως ως διαδικασία σκέψης, που οδηγεί στον πρακτικό λόγο, προϋποθέτει τον ενιαίο χρόνο. Η οποιαδήποτε αμφισβήτησή του οδηγεί στη συρρίκνωση των ορίων δράσης της κοινωνίας μας και μας δείχνει ανέτοιμους να συγκεράσουμε στη συνείδησή μας την ήρεμη διάρκεια με το αιφνίδιο ξέσπασμα των γεγονότων και τη μεταβολή.

* Ο κ. Χάρης Μελετιάδης είναι καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Η επιμέλεια του εαυτού

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΕΛΟΡΕΝΤΖΟΣ*

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

Ενας κόσμος σχέσεων. Είτε το έχετε συνειδητοποιήσει είτε όχι, δεν ολοκληρώσατε απλώς τις σπουδές σας σε ένα τμήμα, αλλά εισαχθήκατε, βαθμιαία, σε έναν ολόκληρο κόσμο, του οποίου μέρος μόνο –σημαντικό, βεβαίως– υπήρξαν τα μαθήματα. Ο κόσμος αυτός είναι το σύνολο των σχέσεων που αναπότρεπτα είχατε με τους άλλους (συμφοιτητές, καθηγητές, διοικητικό προσωπικό, κ.λπ.). (Σημειώστε ότι και η μη σχέση με άλλους αποτελεί μορφή του σχετίζεσθαι). Μέρος του κόσμου τον οποίο βιώσατε αποτελούν επίσης το τοπίο και το κλίμα της περιοχής – η λίμνη, τα βουνά και τα υπέροχα χωριά στα Ζαγόρια, στα Τζουμέρκα και αλλού, και η πόλη των Ιωαννίνων. Εν ολίγοις, η συνάντησή σας ως εξελισσόμενες οντότητες με άλλες εξελισσόμενες οντότητες (ανθρώπινες και μη) –η σχέση σας ως ένσαρκα όντα με τη σάρκα του κόσμου– συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωσή σας.

Τα νιάτα είναι περισσότερο μια κατάκτηση παρά μια κατάσταση. Τα νιάτα δεν είναι ένα άμεσο δεδομένο, που το διαθέτει αυτόματα ένας εικοσάχρονος, ενώ το χάνει σταδιακά όσο μεγαλώνει. Καθώς κάθε κατάσταση που ζούμε είναι, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, ένα μείγμα ενεργητικότητας και παθητικότητας (αφενός μια τάση προς το θαρραλέο άνοιγμα της ύπαρξής μας στην πραγματικότητα, αφετέρου μια άλλη προς την αναδίπλωση και την περιχαράκωση σε έναν φοβισμένο εαυτούλη) με διαφορετική δοσολογία σε κάθε άτομο (και μάλιστα σε κάθε άτομο εκάστοτε), συχνά αφηνόμαστε να μας καθηλώνει η πλευρά μας που χαρακτηρίζεται από την παθητικότητα (οκνηρία, συνήθειες, άκριτη υιοθέτηση κοινωνικών συμβάσεων, κ.λπ.). Δεν αντιστεκόμαστε επαρκώς σε αυτή την καθήλωση – ενίοτε μάλιστα δεν νιώθουμε καν την ανάγκη να αντισταθούμε σε ό,τι δεν αντιλαμβανόμαστε ως καθήλωση.

Ενώ, λοιπόν, εξωτερικά είναι κανείς νέος, συχνά ενεργεί, με περισσή μάλιστα άνεση και ανυπόκριτη ικανοποίηση, ως νεόγερος. Τολμήστε, ή μάλλον ας τολμήσουμε όλοι, να αποτινάξουμε ό,τι το μικροπρεπές κατσικώνεται στον ψυχισμό και στη ζωή μας, έτσι ώστε να αφήσουμε χώρο και ανάσα στην όσο γίνεται πιο απρόσκοπτη εκδίπλωση της ζωτικότητάς μας και δη, όχι μόνο της εργατικότητας, αλλά των δημιουργικών ικανοτήτων μας σε οποιονδήποτε τομέα. Δεν είναι αναγκαία, εν προκειμένω, η πίστη σε υπερβατικούς σκοπούς. Η ζωή ως αυταξία, η ύπαρξη ως δύναμη – επ’ ουδενί όμως ως εξουσία με την αρνητική σημασία του όρου, τουτέστιν ως δύναμη εις βάρος των άλλων, ως επιβολή της ιδιαίτερης θέλησής μας ως ιδιαίτερης.

Το όργανο-εμπόδιο. Είμαστε περατά και θνητά όντα. Eνας βασικός νόμος της περατότητάς μας έγκειται στη διαρκή, αναπότρεπτη, συνάντηση εμποδίων στον δρόμο μας. Αυτά που αλλάζουν είναι ο τύπος και η συχνότητα των εμποδίων, αλλά είναι αδύνατη μια ανθρώπινη ζωή χωρίς εμπόδια.

Τα εμπόδια αυτά, ακόμη και τα σοβαρότερα, μπορούμε να τα μετατρέπουμε σε όργανα, σε εργαλεία, σε ευκαιρίες. Δεν είναι εύκολο. Συχνά, μάλιστα, είναι πολύ, ενίοτε εξαιρετικά, δύσκολο. Απαιτεί προσπάθεια και κόπος. Αναλογιστείτε το περίφημο ερώτημα: «Γιατί να τύχει αυτό σε εμένα;». Πολύ συχνά νιώθουμε ότι δεν θα τα καταφέρουμε. Ωστόσο, η αξία μιας ανθρώπινης ζωής δεν έγκειται στη διαχείριση των εύκολων, αλλά στην ενδόμυχη αίσθηση των αποτελεσμάτων που θα επιφέρει ο διαρκής αγώνας αντιμετώπισης ποικίλων εμποδίων, αρκεί να το κάνουμε με αυτεπίγνωση.

Προφανώς φαντάζει πιο επιθυμητή μια ζωή χωρίς δυσκολίες, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Πέραν όμως της βαρεμάρας που συνεπάγεται το διαδεδομένο ιδεολόγημα του «χαλαρά», η αντιμετώπιση και η υπερνίκηση των δυσκολιών (κάτι που προϋποθέτει ότι κατανοούμε επαρκώς σε τι ακριβώς συνίστανται και γιατί εμφανίζονται μπροστά μας εδώ και τώρα), χαλυβδώνουν την αυτοπεποίθησή μας, μας βοηθούν να πατάμε πιο γερά στα πόδια μας. Μάλιστα, εν προκειμένω, η γείωση δεν έχει αρνητική σημασία, εφόσον είναι η αναγκαία προϋπόθεση για κάθε τύπου εγχειρήματα απογειώσεων.

Διδαχθείτε από τα λάθη μας. Εμείς οι διδάσκοντές σας, είμαστε άνθρωποι και, όπως όλα τα ανθρώπινα όντα, έχουμε αρετές και, φευ, ελαττώματα. Συχνά μάλιστα, ένας ορισμένος τρόπος αντίληψης των σπουδών και της ζωής καθιστά τα ελαττώματά μας πιο έντονα και ενοχλητικά για τους άλλους. Ενίοτε, τυφλωμένοι από τις επιδόσεις μας στο νοητικό επίπεδο, χάνουμε την ισορροπία. Αλλες φορές, αποδίδουμε υπέρμετρη σημασία στα δευτερεύοντα και μας διαφεύγουν τα ουσιώδη. Ελπίζω να προσπαθήσατε να εντοπίσετε –ολικά, όχι μόνο νοησιαρχικά– και να αξιοποιήσατε τις αρετές μας και να αποκρούσατε διακριτικά τα ελαττώματά μας: «Ευχαριστώ, δεν θα πάρω».

Δεν χρειάζεται απαραιτήτως να τα στηλιτεύσετε και να αφεθείτε στην ευκολία του καταγγελτικού λόγου. Συχνά, άλλωστε, οι καταγγέλλοντες δεν είναι καλύτεροι από τους καταγγελλόμενους· το αντιεξουσιαστικό προσωπείο τους δεν κατορθώνει να κρύψει ότι είναι του ίδιου φυράματος με αυτούς. Οσοι προσπαθούν να σκέφτονται υπό το πρίσμα της αιωνιότητας –sub specie aeternitatis, σύμφωνα με τη γλυκιά προτροπή του Σπινόζα– δεν έχουν ανάγκη να δουν τα αποτελέσματα του κομπορρήμονος κουτσαβακισμού για να τον αναγνωρίσουν. Η αίσθηση και μόνο των ελαττωμάτων μας μπορεί να σας βοηθήσει να μην αφεθείτε κι εσείς σε αυτά.

* Ο κ. Γιάννης Πρελορέντζος είναι καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Φιλοσοφίας, κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και συγγραφέας του βιβλίου «Γνώση και Μέθοδος στον Bergson» (Ευρασία, 2012). Το άρθρο αυτό αποτελεί σύνοψη σκέψεων που μοιράστηκε με τις φοιτήτριες και τους φοιτητές (καθώς και με τους συγγενείς και φίλους τους) στη διάρκεια της ορκωμοσίας των πτυχιούχων των τριών τμημάτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Επιμέλεια: ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ htsoukas@gmail.com

Εικόνα σου είμαι…

ΘΕΟΔΩΡΑ ΤΣΩΛΗ
ΤΟ ΒΗΜΑ
Η επιστημονική επιβεβαίωση ήρθε πριν από μερικές ημέρες: βρετανοί ερευνητές απέδειξαν πως όταν γυναίκες φυσιολογικού βάρους (προσέξτε, όχι υπέρβαρες ή παχύσαρκες, αλλά φυσιολογικού βάρους) κοιτάζουν φωτογραφίες γυναικών που είναι πιο αδύνατες χάνουν κάθε αυτοπεποίθηση και αποκτούν αμέσως πολύ λιγότερο θετική εικόνα για το δικό τους σώμα.
Οι ερευνητές περιγράφουν στο επιστημονικό έντυπο «Royal Society Open Science» πώς επαλήθευσαν αυτό που όλοι βλέπουμε γύρω μας αλλά δεν είχε λάβει τη «βούλα» μιας επιστημονικής δημοσίευσης: ότι δηλαδή η αρνητική εικόνα του σώματος γίνεται πολύ πιο έντονη όταν μια γυναίκα συγκρίνει τον εαυτό της με άλλες, πιο λεπτές γυναίκες.
Το πείραμα των… κιλών ήταν το εξής: οι επιστήμονες ζήτησαν από 90 εθελόντριες με Δείκτη Μάζας Σώματος 22-23 (αυτό σε απλά ελληνικά σημαίνει εντός των φυσιολογικών ορίων βάρους) να βαθμολογήσουν το σώμα τους και μετά να κοιτάξουν φωτογραφίες άλλων γυναικών. Από την ανάλυση προέκυψε ότι οι συμμετέχουσες ήταν πολύ πιο επικριτικές με το σώμα τους αφού είχαν δει φωτογραφίες πιο αδύνατων γυναικών, όχι όμως και όταν είχαν δει εικόνες γυναικών με αντίστοιχο ή και μεγαλύτερο βάρος.
Αναμενόμενο, θα πείτε. Ναι, πράγματι, η μελέτη έδειξε αυτό που όλοι λίγο-πολύ έχουμε βιώσει στον κύκλο μας ή έχουμε ακούσει: έφηβα κορίτσια – αλλά και αγόρια – που ζουν όλη μέρα με ένα ποτήρι νερό ή στραγγίζουν ακόμα και τα χόρτα στο πιάτο τους από την (αυστηρά) μία κουταλιά λάδι που έχουν βάλει μέσα, με αποτέλεσμα να μετατρέπονται σε σκιά του εαυτού τους και να παλεύουν με την υγεία τους (σωματική και ψυχική) πολλές φορές για ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή τους – πρόκειται για έναν πόλεμο που ουκ ολίγες φορές δεν έχει αίσιο τέλος.
Μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες, χωρίς πρόβλημα βάρους, που ακολουθούν οποιαδήποτε δίαιτα τους είπε η φίλη τους ή είδαν στο Διαδίκτυο ή σε κάποια εκπομπή από κάποιες πανελίστριες που την ακολούθησαν με μεγάλη επιτυχία. Και όταν η επιτυχία δεν έρχεται, όπως ήλθε στην εκάστοτε πανελίστρια με το… φιδίσιο κορμί, η γυναίκα πέφτει ακόμα και σε κατάθλιψη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Κατάθλιψη για την οποία ο «ηθικός αυτουργός» σφυροκοπά τον εγκέφαλό μας καθημερινά με χιλιάδες αφορμές: από τη διαφήμιση στην τηλεόραση όπου οτιδήποτε ξεφύγει από τις διαστάσεις μοντέλου είναι ανεπίτρεπτο, από τις εικόνες στα περιοδικά, από τις πασαρέλες με μοντέλα από… τα κόκαλα βγαλμένα. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια τάση – τουλάχιστον σε κάποιες περιπτώσεις – να επανέλθει όλος αυτός ο λαμπερός κόσμος που μας βομβαρδίζει από τα ΜΜΕ (και όχι μόνο) σε… ανθρώπινες διαστάσεις, ωστόσο ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς.
Και αυτό αποδεικνύεται από τους σκληρούς αριθμούς:
  • Σύμφωνα με στοιχεία, η ψυχογενής ανορεξία είναι μια από τις πιο επικίνδυνες ψυχιατρικές καταστάσεις, αφού το 5%-20% των ασθενών θα πεθάνει λόγω των επιπλοκών της – εκτιμάται ότι 0,5%-3,7% των γυναικών εμφανίζουν ψυχογενή ανορεξία κάποια στιγμή στη ζωή τους.
  • Το ποσοστό θνησιμότητας που σχετίζεται με την ψυχογενή ανορεξία σε γυναίκες ηλικίας 15-24 ετών είναι 12 φορές υψηλότερο από το ποσοστό θνησιμότητας εξαιτίας όλων των υπόλοιπων αιτίων θανάτου.
  • Το 51% των εννιάχρονων και δεκάχρονων κοριτσιών νιώθουν καλύτερα με το σώμα τους όταν βρίσκονται σε δίαιτα.
  •  Μελέτη στις ΗΠΑ έδειξε ότι το 19% των 15χρονων κοριτσιών με φυσιολογικό βάρος δήλωναν ότι είναι πολύ χοντρές και το 12% ότι βρίσκονταν σε διαδικασία δίαιτας για την απώλεια βάρους.
Στον ρατσιστικό σε πολλά επίπεδα κόσμο που ζούμε, με τα πολλές φορές λανθασμένα πρότυπα, μάλλον συχνά χάνουμε την ίδια την εικόνα μας και μαζί της την ουσία. Κυνηγώντας το (αδύνατο) αδύνατο προσπαθούμε, για να γίνουμε αρεστοί, να ενσωματωθούμε πλήρως στην εικόνα των άλλων (πιο λεπτών, πιο όμορφων, πιο επιτυχημένων, πιο ποθητών, όπως τουλάχιστον μάς φαντάζουν) και ξεχνάμε το σημαντικότερο: να είμαστε ο εαυτός μας. Εικόνα σου είμαι (αδύνατη) κοινωνία και… θέλω να σου μοιάσω – και τελικώς δεν μοιάζω πλέον με εμένα.

Χάλασαν; Πέταμα!

Καρπετόπουλος Αντώνης 

 

Χώρισε πρόσφατα, αλλά σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση. Το παράξενο πλέον είναι να βλέπεις ζευγάρια που έχουν πολύ καιρό μαζί. Οι χωρισμοί δεν είναι ούτε καν θέμα συζήτησης, αρκεί να δει κανείς τι γίνεται γύρω του: παρέα χωρίς χωρισμένο δεν υπάρχει. Τα τελευταία χρόνια σταμάτησαν να γίνονται και στατιστικές έρευνες – είναι δεδομένο ότι οι χωρισμοί αυξάνονται. Ο φίλος μου δεν είχε παντρευτεί, αλλά χώρισε. Τον ρώτησα τον λόγο, όχι από περιέργεια, αλλά γιατί ξέρω ότι όλοι θέλουν να εξηγούν ποιο ήταν το πρόβλημα. Συνήθως τα ρίχνουν στους άλλους. Ο φίλος μου δεν ήθελε να μου πει τίποτε για εκείνη. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.
Εβγαλε και καθάρισε τα γυαλιά ηλίου του. «Επειδή τα μάτια μου ήταν προβληματικά από τότε που ήμουν μικρός, κυκλοφορούσα πάντα με γυαλιά ηλίου. Ο οφθαλμίατρος μού είχε εξηγήσει πως αυτό που για τους άλλους είναι αξεσουάρ για εμένα είναι υποχρέωση. Εχω δυο-τρία ζευγάρια γυαλιά ηλίου, αλλά μου αρέσουν κυρίως τα μπλε μου. Τα έχω κάμποσα χρόνια. Ο σκελετός δεν είναι φίνος – είναι μάλλον σκληρά. Ενίοτε τα κακομεταχειρίζομαι και μετανιώνω. Τα ξεχνάω στο αμάξι ή στο γραφείο ή σε διάφορα café και μετά προσεύχομαι να τα ξαναβρώ» μου είπε.
Ηθελα να του πω ότι αν δεν έχει όρεξη να μου πει γιατί χώρισε, θα μπορούσαμε να συζητήσουμε κάτι πιο ενδιαφέρον, αλλά δεν πρόλαβα. «Δεν τα προσέχω όσο θα έπρεπε τα μπλε γυαλιά μου, ενώ μου αρέσουν – ίσως να φταίει η ρουτίνα. Τρελαίνομαι μόνο όταν δεν τα βρίσκω και ξέρω ότι αν τα χάσω ή τα σπάσω δεν πρόκειται να τα αντικαταστήσω με όμοια γιατί δεν κυκλοφορούν πια. Εχω σπάσει δύο φορές τους βραχίονες. Ευτυχώς ξέρω έναν οπτικό ο οποίος έχει έναν εξαιρετικό τεχνίτη που μου τα ξαναφτιάχνει».
Τρόμαξα στην ιδέα ότι θα άρχιζε να μου γκρινιάζει για το πόσα πλήρωσε, για το πόσες μέρες περίμενε, για το πόσο μετάνιωσε που τα έδωσε για επισκευή. Συνέχισε να μονολογεί σαν να μην υπάρχω. «Αν έχουν μειωθεί οι συγκεκριμένοι τεχνίτες είναι γιατί οι πιο πολλοί από εμάς, όταν τα γυαλιά μας παθαίνουν κάτι, τα παρατάμε στην άκρη και πάμε κι αγοράζουμε άλλα. Δεν ψάχνουμε να βρούμε πώς θα τα διορθώσουμε – δεν ασχολούμαστε καν. Πάμε, βιαστικά και επιπόλαια, για άλλα» μου είπε.
Τότε μόνο κατάλαβα ότι μιλούσε για τον χωρισμό του. Είναι ωραίο να αλλάζεις γυαλιά. Στην αρχή καμαρώνεις. Εξηγείς το γούστο και την επιλογή σου. Πιστεύεις πως αυτό που τώρα έχεις είναι αυτό που πιο πολύ σου ταιριάζει. Ρωτάς τους φίλους σου τι ακριβώς πιστεύουν και τρέμεις μη σου πουν ότι δεν ενθουσιάζονται με αυτό που βλέπουν. Δίνεις και συμβουλές – νιώθεις ότι προστέθηκε στη ζωή σου κάτι το καταπληκτικό. Αλλά, δυστυχώς, όλα αυτά δεν κρατάνε πολύ και όσο μεγαλώνεις ο χρόνος αυτής της προσοχής περνάει όλο και πιο γρήγορα. Τα καινούργια γυαλιά, όταν δεις ότι χάνουν την αρχική γυαλάδα τους, σε προβληματίζουν. Μήπως σου στοίχισαν πολύ χωρίς λόγο; Μήπως μόνο εσύ νομίζεις ότι σου ταιριάζουν; Μήπως δεν τα είχες ανάγκη; Μήπως έπρεπε να κρατήσεις κάτι άλλα που δοκίμασες;
Ο φόβος µην τα χάσεις, έτσι καινούργια και λαμπερά που είναι, γεννά καταπίεση – ενώ με τα άλλα, τα παλιά, δεν είχες κανένα τέτοιο πρόβλημα. Κάποια στιγμή το καταλαβαίνεις ότι θα ήταν προτιμότερο να έχεις βρει έναν τεχνίτη να σου τα διορθώσει. Η επιδιόρθωση δεν φαίνεται σχεδόν ποτέ: για γυαλιά μιλάμε. Το vintage είναι της μόδας και είναι σχεδόν πάντα χαριτωμένο. Και έχεις κι ένα σωρό ιστορίες να πεις γι’ αυτά, ενώ για τα καινούργια δεν έχεις να πεις τίποτα. Ωραία είναι. Ε, και; Το ίδιο ισχύει και για τα παπούτσια, τα πουκάμισα, τα παντελόνια, τις σχέσεις μας, φυσικά. Για να τα σώσουμε όλα αυτά κάνουμε λίγα. Προτιμάμε να τα αλλάζουμε.
«Τι σκέφτεσαι;» με ρώτησε. «Οτι από τότε που χάθηκαν οι επιδιορθωτές αυξήθηκαν οι χωρισμοί» του απάντησα. Εγνεψε καταφατικά. Κάτι ξέρει…
* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 8 Μαϊου 2018.

Η ελληνική οικογένεια και οι εχθροί της

Βασίλης Καραποστόλης Το Βήμα

Για μία ακόμη φορά η ελληνική οικογένεια καταμετρά τις δυνάμεις της. Καλείται στα γρήγορα να στεριώσει το σπίτι της που τρίζει παντού. Εξω μαίνεται η καταιγίδα και κάποιοι χτυπάνε νευρικά την πόρτα. Είναι τα παιδιά που επιστρέφουν κακήν κακώς. Η ανεργία και η αβεβαιότητα για το παραμικρό τα υποχρεώνει να ξαναγίνουν οικόσιτα και να κλειστούν εκεί απ’ όπου θέλησαν να απομακρυνθούν. Τους είχαν δοθεί υποσχέσεις ότι θα υπάρξουν ευκαιρίες, ότι οι σταδιοδρομίες τους θα πλησίαζαν τις κορυφές, ότι και στην περίπτωση ακόμα που μια επιλογή τους πήγαινε στραβά θα υπήρχαν τόσες άλλες για να διορθώσουν τη ζημιά. Ωσπου όλα αυτά έλαβαν τέλος με τον γνωστό παγκόσμιο πάταγο.

Ο κόσμος απεδείχθη αφερέγγυος και μάλιστα για εκείνους που είχαν περισσότερο ανάγκη να τον πιστέψουν. Οι νέοι ανοιγόκλεισαν αποσβολωμένοι τα μάτια τους. Υστερα τα χαμήλωσαν μέχρι να χωνέψουν το τι τους συνέβαινε. Κι έπειτα έριξαν πάλι το βλέμμα τους προς τα πίσω. Είδαν ότι το σπίτι μέσα στο οποίο μεγάλωσαν και έθρεψαν τις προσδοκίες τους ήταν πάντα εκεί κι ήταν σαν να τους περίμενε. Φαινόταν παρήγορο αυτό και από μιαν άποψη ήταν πράγματι. Από την άλλη, όμως, ακριβώς το ότι η οικογενειακή εστία έδειχνε να τους περιμένει τούς ενοχλούσε πολύ. Ηταν μια μορφή ταπείνωσης. Δεν θα ‘θελαν να ξαναπάρουν βοηθήματα από τους γονείς, να ξαναπέσουν στο χαρτζιλίκι μιας εφηβείας που νόμισαν ότι θα τερματιζόταν θριαμβευτικά με τον πρώτο μισθό μες στην τσέπη τους. Οι περιστάσεις τούς διέψευσαν. Οι μισθοί περικόπηκαν ή κόπηκαν εντελώς και οι ενήλικοι γόνοι υποχρεώνονται πλέον να παίξουν και πάλι τον ρόλο παιδιών. Με μία διαφορά όμως, πολύ σημαντική: ότι τώρα τα παιδιά, αν και μεγαλύτερα, φέρονται σαν πολύ μικρότερα. Γίνονται νήπια και εκπλήσσουν δυσάρεστα τους κηδεμόνες τους. Τι κάνουν τα νήπια; Το είχε συνοψίσει πριν από αιώνες ο Πλούταρχος: χαλάνε τον κόσμο όταν χάσουν ένα παιχνίδι γιατί τους φαίνεται πως άμα κάτι χαθεί τα πάντα χάνονται.

Ετσι και με τους στραπατσαρισμένους νεοσσούς του καιρού μας. Το ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα τους σημαδεύει σε όλη τους την ύπαρξη. Δεν είναι όμως άδικο για τη νιότη τους να την παραδίδουν ολόκληρη σε μια συγκυρία; Ούτε συζήτηση, βέβαια, ότι το φάσμα της φτώχειας τους κόβει τα γόνατα, είναι φυσικό και κατανοητό αυτό. Εκτός όμως από τα γόνατα υπάρχουν και οι κνήμες και οι μηροί και πιο πάνω ο εγκέφαλος με το βέλος της θέλησης μέσα του. Εκεί είναι το ζήτημα. Μήπως το βέλος είναι σπασμένο από πριν και το κουράγιο για να αρχίσει μια καινούργια προσπάθεια παραμένει λειψό;

Πράγματι οι ενδείξεις μαρτυρούν μια τέτοια τροπή. Ασφαλισμένη για μεγάλο διάστημα μέσα στο οικογενειακό κατάλυμα η νέα γενιά υπέστη μια ατροφία της θέλησης, ό,τι χειρότερο για τις σημερινές συνθήκες. Νιώθει δυσκολία στο να αντιδράσει εγκαίρως και ταυτόχρονα μια κρυφή ντροπή για την αβουλία της. Αυτή η ενδόμυχη σύγκρουση θα βρει τελικά μια διέξοδο: θα εξαπολυθεί επίθεση κατά των πιο κοντινών, των πιο οικείων, των πιο ανεκτικών. Οι γονείς θα δεχθούν απροσδόκητα πυρά: θα κατηγορηθούν από τα ίδια τα παιδιά τους ότι τα άφησαν μες στις ψευδαισθήσεις τους. Το φαινόμενο είναι συχνό. Την ίδια στιγμή που η νεολαία εισπράττει το επίδομά της ξεσπά εναντίον του πατέρα και της μάνας, αυτού του δικέφαλου ταμία που δεν παύει να πληρώνει. Καταλογίζουν στους προστάτες τους ότι δεν τους «προετοίμασαν» αρκετά. Ετσι λένε και μερικοί το φωνάζουν και πιο δυνατά σάμπως να κατήγγειλαν μια παλιά αμαρτία στην ανατροφή τους.

Εδώ όμως προκύπτει μια αντίφαση πολύ χτυπητή. Οταν κάποιοι γονείς επιχείρησαν να ειδοποιήσουν τους βλαστούς τους για τις πιθανές κακοτοπιές και να δώσουν οδηγίες που απέρρεαν από την προσωπική τους πείρα, η παρέμβασή τους απορρίφθηκε περιφρονητικά από τους μικρούς αρχάριους. Το θεώρησαν δείγμα απαράδεκτου πατερναλισμού. Προτιμούσαν να κινηθούν πιο ελεύθερα, πιο ακανόνιστα, έστω και με τίμημα κάποια σφάλματα. Αλλο πράγμα όμως το απλό σφάλμα και άλλο το στραβοπάτημα με κίνδυνο την κατακόρυφη πτώση. Εχοντας αποκρούσει την καθοδήγηση, ακόμη και την πιο διακριτική, οι νέοι έπεσαν απότομα στα πολύ χαμηλά. Αλλά θα πρέπει να πούμε πως δεν είναι οι κύριοι φταίχτες γι’ αυτό. Πολύ μεγαλύτερο μερίδιο στην ευθύνη έχουν οι ίδιοι οι γονείς που έφθασαν στο σημείο να βρουν στο καθήκον τους (μιμούμενοι τα παιδιά τους) στοιχεία ενός εξουσιαστικού ελαττώματος. Το να ασκούν έλεγχο και πραγματική διεύθυνση το είδαν σαν υπόλειμμα αυταρχισμού από τα χρόνια του παππού και της γιαγιάς. Νόμισαν ότι για να αρέσουν στα παιδιά τους (δηλαδή, στην εποχή τους) έπρεπε να μην υποδεικνύουν τίποτα με επιμονή, να μην επεμβαίνουν παρά μόνο όταν το ποτήρι το γεμάτο με αταξίες και καπρίτσια θα ξεχείλιζε. Τώρα όμως δεν πρόκειται απλώς για ξεχείλισμα. Τα εξωτερικά τραντάγματα ήταν τόσο βίαια που τα ποτήρια έσπασαν και τα γυαλιά τινάχτηκαν ολόγυρα.

Η δουλειά που πρέπει να γίνει στο εξής είναι η παλιά και στερεότυπη: σκούπισμα, συγύρισμα, σταθερές κουβέντες, η συνεννόηση της ύστατης ώρας. Το να καθίσει και πάλι η φαμίλια γύρω από το τραπέζι είναι ένα δύσκολο τελετουργικό. Το κάνει ακόμη δυσκολότερο το γεγονός ότι δεν υπάρχει καρέκλα για να καθίσει κάποιος αρχηγός. Πώς όμως θα δοθεί η μάχη κατά του κοινού εχθρού όταν κανείς δεν δίνει το πρόσταγμα και όταν κανείς δεν ξέρει σε ποιον να υπακούσει;

Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Σε διπλανές ξαπλώστρες χωρίς χάσμα γενεών

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΗ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Είναι πολλά τα συμπεράσματα που μπορεί να βγάλει κανείς παρατηρώντας τους Έλληνες στην παραλία το καλοκαίρι. Άπειρα τα θέματα προς συζήτηση. Τα παχύσαρκα παιδάκια. Η χρήση του δημόσιου χώρου. Τα τατουάζ. Εδώ θα μιλήσουμε για κάτι άλλο.

Την αγία, αδιαίρετη, πανίσχυρη ελληνική οικογένεια.

Ειδικά σε παραλίες που βρίσκονται σε τοποθεσίες με πολλές (κατά κανόνα αυθαίρετες) εξοχικές κατοικίες, το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο: Πολλές γενιές οικογενειών, όλες μαζί σε διπλανές ξαπλώστρες, με κοινά ταπεράκια, σε αξιοθαύμαστη κατάσταση ειρηνικής και ομαλής συμβίωσης.

Κανένα χάσμα γενεών δεν φαίνεται πουθενά.

Παππούδες, γονείς και παιδιά μιλάνε την ίδια γλώσσα, χρησιμοποιούν παρόμοιο ιδίωμα, περνούν πολύ χρόνο μαζί, έχουν κοινές ασχολίες, παρόμοια ενδιαφέροντα, συχνά ακούνε την ίδια μουσική, βλέπουν μαζί τηλεόραση, συζητούν τα ίδια πράγματα και μοιράζονται στον στενό τους κύκλο τα ίδια επιχειρήματα και τις ίδιες ιδέες. Λόγω εμπειρίας και οικογενειακής διάρθρωσης, τον ηγετικό ρόλο και τον έλεγχο τον έχουν συνήθως οι παππούδες (όταν δεν είναι υπερήλικες), οι οποίοι σχεδόν πάντα είναι και αυτοί που χορηγούν το εξοχικό, προσφέρουν τη φιλοξενία και, κατά κανόνα, προσφέρουν και άλλων ειδών στήριξη στις από κάτω γενιές και κατά την υπόλοιπη διάρκεια του χρόνου.

Αυτό είναι άλλωστε το νόμισμα της κοινωνικής σύμβασης που υπάρχει στον πυρήνα της ελληνικής οικογένειας: Το χρήμα. Θα πάρουμε αυτοκίνητο στο παιδί που μπήκε στο πανεπιστήμιο για να κάνει τις βόλτες του και να εκτονώσει την ανάγκη του για ανεξαρτησία, με αντάλλαγμα να μείνει στο πατρικό σπίτι. Όταν χρειαστεί περισσότερο χώρο (για φτιάξει τη δικιά του οικογένεια, για παράδειγμα) ή ζητήσει ακόμα περισσότερη ανεξαρτησία, θα του χτίσουμε έναν όροφο πάνω απ’ τον δικό μας στο οικογενειακό τριώροφο. Έτσι θα γλιτώσει την ανάγκη να χρησιμοποιεί μεγάλο μέρος του εισοδήματός του για τις οικιστικές του ανάγκες, με αντάλλαγμα να μένει δίπλα μας. Μπορεί να γλιτώσει την ανάγκη για έξοδα διακοπών με το να έρχεται μαζί μας διακοπές στο εξοχικό στο χωριό, και μπορεί να συμπληρώνει και το εισόδημά του με χαρτζιλίκι από τη σύνταξη των γονέων, μέχρι να πατήσει στα πόδια του, που στην Ελλάδα σημαίνει “μέχρι να πάρει κι αυτό σύνταξη”. Αρκεί να μένει μέσα στην οικογένεια. Μαζί.

Το “δούναι” σε κάθε περίπτωση είναι υλικά ανταλλάγματα, και το “λαβείν” η παραμονή των παιδιών στη σφαίρα επιρροής των γονιών, η αέναη αναστολή της αναχώρησης, της ανεξαρτησίας τους.

Αυτό το αλισβερίσι έχει χτίσει τον μόνο αληθινά ισχυρό και ακλόνητο θεσμό της ελληνικής κοινωνίας, αυτόν που, καθώς όλοι οι υπόλοιποι καταρρέουν, κρατά την τοξική μας συνύπαρξη απ’ το να καταρρεύσει σε έναν εξοντωτικό αυτοκτονικό εμφύλιο με εννέα εκατομμύρια στρατόπεδα. Την οικογένεια.

Αλλά με τι κόστος.

Πρώτον, όλοι οι άλλοι θεσμοί ατροφούν. Η οικογένεια είναι ένα πανίσχυρο κουκούλι ασφαλείας, αλλά παραέξω δεν υπάρχει τίποτε. Μηδέν. Χάος. Τελευταίοι οι Έλληνες σε εθελοντισμό, αιμοδοσία, συμμετοχή σε οργανώσεις αλληλεγγύης και κοινωνικής δράσης από όλους τους Ευρωπαίους. Τελευταίοι σε εμπιστοσύνη απέναντι στο κράτος, σε κάθε είδους ευρύτερη δομή, ακόμα και μεταξύ τους. Μόνο η οικογένεια υπάρχει. Οι Έλληνες από αυτή την άποψη έχουν φτάσει μια κοινωνία πιο κατακερματισμένη και πρωτόγονη κι από τους προϊστορικούς νομαδικούς πληθυσμούς που ζούσαν 12.000 χρόνια πριν.

Η δεύτερη συνέπεια είναι, φυσικά, η στασιμότητα. Το βλέπουμε γύρω μάς όλο το χρόνο, το βλέπουμε στις παραλίες το καλοκαίρι: Καμία σύγκρουση, κανένα χάσμα ανάμεσα στις γενεές. Άρα καμία εξέλιξη των ιδεών, καμία πρόοδος. Οι νέοι, καθώς εισπράττουν το αυτοκίνητο, το διαμέρισμα, το εξοχικό, την ασφάλεια και τη στοργή μέχρι τη βαθιά μέση ηλικία, δεν απορρίπτουν σχεδόν τίποτε και από τα υπόλοιπα που τους παραδίδουν οι παλαιότεροι, τα υιοθετούν, τα ενστερνίζονται και τα υπηρετούν σχεδόν όλα. Το βλέπουμε, καθώς μεγαλώνουμε, σε φίλους και γνωστούς. Δίπλα στους γονείς τους, γίνονται οι γονείς τους, και τα παιδιά τους, που θα μεγαλώσουν δίπλα στους παππούδες τους, θα γίνουνε κι αυτά το ίδιο. Γι’ αυτό οι γενιές του 2016 συζητάνε με λεξιλόγιο του 1960, επειδή το μετεμφυλιακό αφήγημα είναι το ιδεολογικό υπόβαθρο των παππούδων τους στη διπλανή ξαπλώστρα, και άρα αυτό είναι και το δικό τους. Μ’ αυτό το ρυθμό, να περιμένετε στις παραλίες του 2036 να ακούτε για “Αλλαγή” και “Τσοβόλα δως τα όλα”.

Αυτή η χρονοκαθυστέρηση, όμως, δεν είναι εξέλιξη. Η ελληνική οικογένεια στο όνομα της ασφάλειας και της αυτάρκειάς της, θυσιάζει την εξέλιξη. Η κοινωνία, αποτελούμενη από εκατομμύρια αυτόνομες και αναλλοίωτες οικογενειακές μερίδες, δεν έχει καύσιμα για να πάει παρακάτω. Από πού θα έρθει η εξέλιξη; Ποιος θα εισάγει ιδέες, ποιος θα αλλάξει αντιλήψεις του βαλτώνουν; Μέσα από ποιο μηχανισμό θα διαχυθούν αυτές οι ιδέες στον πληθυσμό, πώς θα τον διαποτίσουν; Οι μαζικοί κοινωνικοί θεσμοί παίζουν αυτό το ρόλο στις κανονικές κοινωνίες, η παιδεία, οι οργανώσεις, οι φορείς, οι δομές που άνθρωποι φτιάχνουν για να συνυπάρχουν με τους άλλους ανθρώπους. Τη μόνη τέτοια δομή που λειτουργεί στην Ελλάδα τη βλέπετε γύρω από το τραπεζάκι όπου η γιαγιά καθαρίζει το καρπούζι για να μη φάει καμια κόρη ή κανά εγγόνι κανένα κουκούτσι.

Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία δεν εξελίσσεται ή δεν εξελίχθηκε ποτέ. Ίσα ίσα, από πολλές σημαντικές απόψεις και σε πολλά θέματα η προβληματική και κατακερματισμένη ελληνική κοινωνία υπήρξε διαχρονικά προοδευτική και ενίοτε και πρωτοπόρα. Το πρόβλημα είναι ότι η ανάγκη εξέλιξης και προσαρμοστικότητας για τις κοινωνίες αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου. Και ειδικά σήμερα, με τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες, με τις δεδομένες εξωτερικές πιέσεις, και με την διαφαινόμενη αμείλικτη και μη-αναστρέψιμη δημογραφική προοπτική της χώρας, η ανάγκη για εξέλιξη και προσαρμοστικότητα στη δικιά μας κοινωνία είναι μεγαλύτερη από ποτέ.

Δυστυχώς, η δομή της είναι εμπόδιο ανυπέρβλητο. Η ελληνική οικογένεια είναι ένας παράγοντας συντήρησης, ακινησίας, στασιμότητας. Εξ’ ορισμού κι από τη φύση της απεχθάνεται την εντροπία, θέλει να μένει κλειστή, ελεγχόμενη, ασφαλής και σταθερή. Θέλει μόνο να αυξάνει τον αριθμό των μελών της (όσο μπορεί να αντέξει η σύνταξη του παππού, έστω) και θέλει την αποκλειστικότητά τους, απαιτεί αυτά να μην συμμετέχουν σε άλλους, ευρύτερους θεσμούς ή, αν συμμετέχουν, να επιστρέφουν το βράδυ στο διαμέρισμα πάνω από το πατρικό, όπου θα τους περιμένει ένα πιάτο φαΐ φτιαγμένο με στοργή κι οι λογαριασμοί των ΔΕΚΟ πληρωμένοι. Α, και όσο λείπουν, να παίρνουν και μια ζακέτα μαζί.

Έχει αλλάξει ο καιρός, τα βράδια σηκώνει αέρα.

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων