Η ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΕΝΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ-ΕΜΠΟΡΟΥ

Νέος έμπορος

ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ…

Στις περισσότερες περιπτώσεις μετανάστευσης τα δίκτυα συγγενικών και φιλικών προσώπων, τα οποία βρίσκονται ήδη στο εξωτερικό, προσφέρουν στο άτομο, που σκέφτεται να μεταναστεύσει, τις αναγκαίες πληροφορίες για τον τόπο προορισμού, λειτουργούν ως κινητήρια δύναμη της μεταναστευτικής κίνησης, διευκολύνουν την απόφαση αναχώρησης των ατόμων και την ίδια τη μετακίνηση τους.

 

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ…

Τα περισσότερα από τα παιδιά αυτά ήταν ορφανά ή πολύ φτωχά, προέρχονταν από διάφορες περιοχές, κυρίως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κατέφευγαν με την ελπίδα να προσληφθούν από κάποιο έμπορο.

Τα πρώτα έξοδα που έκανε ο εργοδότης αφορούσαν το ρουχισμό του και το φαγητό. Όταν ένα παιδί άλλαζε στην πορεία εργοδότη, ο τελευταίος έπρεπε να καταβάλει στον παλιό τα έξοδα που είχε κάνει γι’ αυτό, που αφορούσαν ενδύματα ή μεταφορικά.

Η μετάβαση του από  τον έναν τόπο στον άλλο γινόταν με τη συνοδεία κάποιου εμπόρου, ο οποίος παραλάμβανε τα έγγραφα του-το διαβατήριο του, την άδεια εισόδου στη χώρα μαζί με το βεβαίωση του υγειονομικού σταθμού ότι είναι υγιές-καθώς το παιδί θεωρούνταν ατζαμίτικο (= αδέξιο), όρος που ενδεχομένως υποδείκνυε το νεαρό της ηλικίας του και την αδυναμία να φροντίσει τον εαυτό του. Επομένως ο κίνδυνος να χαθούν τα έγγραφα του στη διαδρομή έπρεπε να μειωθεί ή να αποσοβηθεί.

 

ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ…

Οι πιο τυχεροί πήγαιναν στο σχολείο, που έδινε τη δυνατότητα και την ευκαιρία στο νεαρό μετανάστη και μελλοντικό έμπορο να μάθει όσα θα του χρειάζονταν στο μέλλον…Η εκμάθηση της νέας γλώσσας ήταν απαραίτητο εφόδιο… κυρίως, η γλώσσα των γηγενών εμπόρων.

 

Εφόσον μάθαινε το γλωσσικό τους κώδικα, είχε ουσιαστικά τη δυνατότητα της επικοινωνίας, της συνεργασίας και της ένταξης στα τοπικά δίκτυα και πλαίσια, ήταν σε θέση να γνωρίζει τη θέληση της εξουσίας, όπως εκφραζόταν μέσα από διατάγματα, τις εντολές, τις δικαστικές αποφάσεις. Με την αποφοίτηση από το σχολείο ο νεαρός έμπαινε στον κόσμο του εμπορίου ξεκινώντας από τη θέση του βοηθού σε κάποιο εργαστήριο ή αποθήκη.

 

ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ…

Οι νεοαφιχθέντες μετανάστες έβρισκαν άφθονες θέσεις. Απασχολούνταν ως εργατικό προσωπικό, φόρτωναν το εμπόρευμα στα αμάξια, το συσκεύαζαν, το στέγνωναν. Η πλειοψηφία των νεαρών ατόμων, που ήλπιζαν να ασχοληθούν με το εμπόριο συνήθως έμπαιναν στην υπηρεσία κάποιου εμπόρου, ως βοηθοί στο εργαστήριο ή την αποθήκη, από νεαρή ηλικία, αλλά η εξέλιξη τους σε εμπόρους με δικό τους κεφάλαιο δεν ήταν ούτε εξασφαλισμένη ούτε προδιαγεγραμμένη σε πολλές περιπτώσεις η εργασία του βοηθού δεν τους προσέφερε τις απαραίτητες γνώσεις ούτε και τα κεφάλαια, για να ξεκινήσουν μια δική τους δραστηριότητα.

 

ΠΡΟΣΟΝΤΑ…

Η εργασία του παιδιού ήταν αποκλειστικά χειρωνακτική∙ για να προσληφθεί έπρεπε να είναι καλό παιδί και δυνατό διά σήκομα και άξιον. Ο χαρακτήρας αποτελούσε βασικό κριτήριο, το καλό επαναλαμβανόταν ως αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση και σήμαινε το ηθικά ακέραιο και πρόθυμο άτομο να εκτελεί τις εντολές και τις οδηγίες του εργοδότη του.

Σε δεύτερο επίπεδο θα έπρεπε να διαθέτει φυσική ρώμη, να είναι γερό, καθώς προοριζόταν για εργασίες, όπως φόρτωμα και ξεφόρτωμα αμαξιών, μεταφορά του εμπορεύματος -επεξεργασμένα δέρματα κυρίως- και τακτοποίηση του στο εργαστήριο.

Έπρεπε επιπλέον να έχει χαμηλές απαιτήσεις για μεροκάματο. Ένας υπάλληλος με υψηλές αποδοχές, σε σχέση με τις απαιτήσεις του εργοδότη, απολυόταν, επειδή ήταν πάντα εύκολο να αντικατασταθεί.

 

ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ…

Οι υπάλληλοι άλλαζαν συχνά εργοδότη, όταν τελείωνε ο χρόνος της σύμβασης, άλλοτε με δική τους πρωτοβουλία και άλλοτε του εργοδότη. Η εναλλαγή αυτή είχε πολλαπλές αιτίες: είτε ο εργοδότης θεωρούσε υψηλή την αμοιβή του υπαλλήλου του είτε η συνεργασία τους ήταν κακή. Σε μια τρίτη περίπτωση, ο υπάλληλος αποφάσιζε να αλλάξει εργοδότη, εάν ήταν περιορισμένες οι δυνατότητες που του προσέφερε η συγκεκριμένη εργασία να αναδειχθεί κάποια στιγμή σε έμπορο.

Η διαδικασία της μαθητείας, που θεωρούνταν ότι ξεκινούσε από το στάδιο του παιδιού ή δούλου, θα έπρεπε κάποια στιγμή να καταλήξει στην ανάδειξη του ατόμου σε ανεξάρτητο έμπορο με τις αναγκαίες γνώσεις και τα κεφάλαια για την αυτόνομη δραστηριοποίηση του. Όταν όμως οι συνθήκες εργασίες δεν υπόσχονταν μια τέτοια εξέλιξη, το νεαρό άτομο έπρεπε να αναζητήσει τις προϋποθέσεις εκείνες, που θα του προσέφεραν τουλάχιστον τις γνώσεις. Ο περιορισμός του στο χώρο του εργαστηρίου, της αποθήκης, του στερούσε τη δυνατότητα του παζαριού, της πώλησης και της ενασχόλησης με τις πρακτικές του εμπορίου, γεγονός που δεν ήθελε να αποδεχτεί. Η φράση με το στανιόν δούλος δεν γίνεται, που επαναλαμβανόταν και για άλλες περιπτώσεις, υποδήλωνε ότι το νεαρό άτομο δεν αποδεχόταν το ρόλο του βοηθού, όταν δεν συνοδευόταν από τις ανάλογες προοπτικές εξέλιξης.

Έπρεπε να γνωρίσει τους άλλους εμπόρους και όλα εκείνα τα άτομα, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συνδέονταν με το δικό τους εμπόριο

Η μετάβαση ενός νεαρού ατόμου από το στάδιο του βοηθού σ’ εκείνη του εμπόρου φαίνεται ότι δεν ήταν άμεση ή εύκολη ούτε όμως και επιθυμητή από τους εργοδότες του, καθόσον αυτοί θα έχαναν έναν βοηθό, που ως τότε εισέπραττε μικρή αμοιβή για τις υπηρεσίες του. Ωστόσο φαίνεται ότι δεν υπήρχε κάποιο χρονικό όριο, κατά το οποίο μπορούσε κανείς να περάσει τη διαχωριστική γραμμή και να αρχίσει να διακινεί εμπορεύματα ή να δανείζει χρήματα με τόκο.

 

ΕΜΠΟΔΙΑ…

 Εμπόδιο στην ενεργοποίηση του στο εμπόριο ήταν η έλλειψη χρημάτων. Η απουσία πατρικής κληρονομιάς ή άλλης περιουσίας εξαρτούσε τον υποψήφιο έμπορο από τις προθέσεις του εργοδότη. Πηγή εσόδων αποτελούσε η αμοιβή του ως υπαλλήλου και ως πιθανό κεφάλαιο έβλεπε την είσπραξη του συνόλου των αποδοχών των προηγούμενων χρόνων. Ωστόσο ο εργοδότης έδινε στον υπάλληλο ελάχιστα χρήματα για τις καθημερινές του ανάγκες και το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής το απέδιδε με τη λήξη της συνεργασίας και την αποχώρηση του υπαλλήλου.

Η εξέλιξη που μπορούσε να έχει ένας υπάλληλος φαίνεται στην περίπτωση του Αλεξίου Πόνδικα, ο οποίος ξεκίνησε ως βοηθός του Μιχάλη στην αποθήκη που διατηρούσε η οικογένεια στην Πέστη. Ο Αλέξιος Πόνδικας στην πρώτη επιστολή που υπέγραψε ως υπάλληλος του εξαδέλφου Μιχάλη και του αδελφού του Κωνσταντίνου Πόνδικα, τον Μάρτιο του 1768, παρουσιαζόταν ως άτομο που είχε πρωτοβουλίες και αναλάμβανε ευθύνες, που λειτουργούσε στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης επιχείρησης. Από τη θέση του βοηθού του Μιχάλη στην αποθήκη εμπορευμάτων που διατηρούσαν στην Πέστη φρόντιζε για τη διακίνηση νομισμάτων, την παραλαβή των εμπορευμάτων και το συντονισμό των εμπορικών κινήσεων. Στη συνέχεια, η θέση που ανέλαβε στη Ζέμονα, ως αντιπρόσωπος της οικογενειακής επιχείρησης, τον Μάιο του 1768, οχτώ χρόνια μετά την άφιξη του στην Πέστη, προσέφερε στον Αλέξιο πολλές προοπτικές, αλλά είχε και μεγάλες ευθύνες, που συχνά δεν συμβάδιζαν με την ιδιότητα του παιδιού, που εξακολουθούσε να φέρει ο ίδιος. Ο διορισμός του εκεί, ωστόσο, του δημιουργούσε ελπίδες και φιλοδοξίες, γιατί πίστευε, ότι θα έπρεπε από βοηθός να αναβαθμιστεί σε ανεξάρτητο έμπορο.

                               Παπακωνσταντίνου, 2005:83-96

Στις εδραιωμένες εμπορικές οικογένειες της Διασποράς η είσοδος των νέων μελών στο εμπόριο

Η μαθητεία και η εκπαίδευση στο εμπόριο άρχιζε σε πολύ νεαρή ηλικία για τους άνδρες των εμπορικών οικογενειών. Η κύρια εκπαίδευση τους ήταν
σε ξένες γλώσσες, ενώ μέσα στην οικογενειακή επιχείρηση μάθαιναν προηγμένες εμπορικές τεχνικές, όπως οι συναλλαγματικές και τα βιβλία διπλών εγγραφών. ‘Αναφέρει ο Δημήτριος Βικέλας σχετικά με την εκπαίδευση του στην Οδησσό:
«…Κυρία όμως φροντίς του πατρός μου ήτο ή εμπορική μου έκπαίδευσις.’Όσας ώρας της ημέρας δέν άπησχόλει ή έκμάθησις τών δύο γλωσσών, διηρχόμην εις το γραφεΐον, αντιγράφων έμπορικάς έπιστολάς. Ταυτοχρόνως ήρχισα να διδάσκομαι πρακτικώς και τήν διπλογραφίαν, κρατών τινά τών Κατάστιχων, υπό τάς οδηγίας και τήν έπίβλεψιν του συνεταίρου του πατρός μου, ειδικού περί τα τοιαύτα».

Η στελέχωση των εταιρειών και η επιλογή των συνεταίρων στις εταιρείες γινόταν από τα πιο ικανά μέλη των πολυάριθμων συγγενών και επιβαλλόταν
από τα αρχαιότερα μέλη της οικογένειας. Όπως αναφέρει πάλι  ο Δημήτριος Βικέλας, πού δούλευε για το υποκατάστημα του Λονδίνου της εταιρείας Μαύρου της Οδησσού:«Άνεχώρησα από τήν Κωνσταντινούπολη [για Λονδίνο] τήν 16 Μαίου 1852. Είχα μόλις συμπληρώσει προ τριών μηνών το 17ον έτος της ηλικίας μου… [Οί ‘Αδελφοί Μελά] έπροθυμοποιήθησαν να μέ προσλάβουν εις το κατάστημα των… να μέ χειραγωγήσουν εις τα του εμπορίου… Κατόπιν εννόησα πόσην εύγνωμοσύνην έχρεώστουν εις τον πάππον μου ό όποιος ύπηγόρευσε, καί εις τους θείους, οί όποιοι άδιστάκτως άπεδέχθησαν το μέτρον μεταβάσεως μου πλησίον των. ‘Αληθώς το σύστημα της συγγενικής αλληλοβοήθειας καί της οικογενειακής συνεργασίας έπεκράτει τότε, ακόμη περισσότερον ή σήμερον, χάρις δέ εις αύτο ευδοκίμησαν τόσον οί ελληνικοί εμπορικοί οίκοι, καί ιδίως οί των Χίων».

Χαρλαύτη, 1993:96

 

Αφήστε μια απάντηση