ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ

ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ

Η άνθηση της ελληνικής επιχειρηματικής Διασποράς, διεθνικά προσανατολισμένης, εντοπίζεται στα μέσα του 18ου αιώνα, και η ανάπτυξή της διακρίνεται σε τρεις περιόδους.

Η πρώτη περίοδος περιλαμβάνει το χρονικό διάστημα από τα μέσα του 18ου αιώνα μέχρι τη δεκαετία του 1820.

Η δεύτερη περιλαμβάνει το διάστημα από τη δεκαετία του 1830 μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η τρίτη περίοδος περιλαμβάνει το Μεσοπόλεμο και τα μεταπολεμικά χρόνια. σελ. 55

ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Η ανάπτυξη της εμπορικής και ναυτιλιακής δραστηριότητας των Ελλήνων κινήθηκε στα ίχνη του διεθνούς εμπορίου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία προς την Κεντρική Ευρώπη και τα ιταλικά λιμάνια. Διακρίθηκε κυρίως στο χερσαίο εμπόριο, τις ποτάμιες και θαλάσσιες μεταφορές των Βαλκανίων. Παρόλο που η πρώτη διάκριση στο διεθνές εμπόριο εντοπίζεται στον ηπειρωτικό χώρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στο τελευταίο τρίτο του 18ου αιώνα η διεθνής συγκυρία δίνει το έναυσμα για τη μεγάλη ανάπτυξη των Ελλήνων στο θαλάσσιο εμπόριο και τη ναυτιλία. Κατά τη δεκαετία του 1790, στη διάρκεια των ναπολεόντειων πολέμων και του ηπειρωτικού αποκλεισμού μετά το 1806, σημαντικό μέρος του διεθνούς θαλάσσιου εμπορίου περιήλθε στα χέρια των Ελλήνων, οι οποίοι μετέφεραν σιτηρά από την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα στη Δυτική Μεσόγειο. Η άνευ προηγουμένου εμπορική κίνηση στα μαυροθαλασσίτικα και μεσογειακά λιμάνια δημιούργησε ελληνικές κοινότητες και εμπορικές παροικίες από την Οδησσό μέχρι την Αλεξάνδρεια, την Τύνιδα, τη Μάλτα και τη Μασσαλία, που συγκροτούνταν, κατά κανόνα, από ένα ανθρώπινο δυναμικό που ασχολούνταν με μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, με το θαλάσσιο εμπόριο, τη ναυτιλία και τις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες. Ως τη δεκαετία του 1820, τη δεκαετία της Ελληνικής Επανάστασης, είχε ήδη διαμορφωθεί ένα διεθνές επιχειρηματικό δίκτυο της ελληνικής εμπορικής και ναυτιλιακής Διασποράς. Σ.55

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1830-1914)

Η δεύτερη φάση της “επιχειρηματικής Διασποράς” καλύπτει την περίοδο από το 1830 μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εγκατάσταση των ηγετικών εμπορικών, εφοπλιστικών ναυτιλιακών ελληνικών οικογενειών στα κύρια λιμάνια της Μεσογείου, της Μαύρης Θάλασσας και της Bόρειας Ευρώπης δημιούργησε οικονομικά εύρωστες παροικίες. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου διακρίνουμε τη διαμόρφωση επιχειρηματικών δικτύων σε δύο φάσεις: τη “χιώτικη” και την “ιόνιο” φάση. Το χιώτικο επιχειρηματικό δίκτυο, εκείνο δηλαδή του οποίου το βασικό δυναμικό προερχόταν από τις πιο ισχυρές, οικονομικά, οικογένειες της Χίου, είχε τη μεγαλύτερή του ακμή στη διάρκεια των δεκαετιών 1830-1860, ενώ το ιόνιο επιχειρηματικό δίκτυο, με ηγετικές οικογένειες κυρίως από την Κεφαλονιά και την Ιθάκη, μεσουράνησε από τη δεκαετία του 1870 μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.
Το χιώτικο δίκτυο αποτελείτο από μέλη περίπου εξήντα οικογενειών και διακινούσε σιτηρά, βαμβάκι και μαλλί από την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα προς τη Δυτική Ευρώπη, και υφάσματα και νήματα από την Αγγλία προς την Ανατολική Μεσόγειο. Σ.55

Κυρίως Χιώτες, κατάφεραν να εισχωρήσουν και να εκμεταλλευτούν την αγορά σιτηρών των παραδουνάβιων περιοχών κατά τη διάρκεια της περιόδου 1829-1856. Ο Π. Αργέντης και ο Φ. Σεκιάρης ήταν από τους πρώτους Χιώτες που εγκαταστάθηκαν εκεί αυτή την περίοδο, και αναδείχθηκαν στους μεγαλύτερους εξαγωγείς σιτηρών, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τις ποσότητες που παρελάμβανε ο οίκος Αργέντη στο άλλο καταληκτικό σημείο του εμπορίου αυτού, τη Μασσαλία. Μέλη των οικογενειών Ράλλη, Βούρου, Μελά, καθώς και ένας πράκτορας του οίκου Ξένου στην Αγγλία, είχαν επίσης εγκατασταθεί στο λιμάνι της Βραΐλας και έστελναν φορτία στα υποκαταστήματα της Μασσαλίας και των λιμανιών της Βρετανίας. Στην ίδια ρουμανική πόλη δημιούργησε σημαντική Τράπεζα ένας άλλος Έλληνας επιχειρηματίας, ο Χρυσοβελώνης. σ.60

Filitti,G. (2013). Bucurestiul grecesc Το ελληνικό Βουκουρέστι

«…τα φορτία έφταναν από το Γαλάτσι και τη Βραΐλα τις περισσότερες φορές σε σιδερένιες μεγάλες μαούνες, τα “σλέπια”. Οι μεγαλύτεροι ιδιοκτήτες σλεπιών, που ήταν παράλληλα και ιδιοκτήτες ποντοπόρων ιστιοφόρων πλοίων, κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1880, άρχισαν σταδιακά να αγοράζουν ατμόπλοια. Στο τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα, παράλληλα με την Αζοφική, τα λιμάνια του Δούναβη αποτέλεσαν κομβικό σημείο του “ιονίου δικτύου”, με μέλη 75 οικογενειών να απασχολούνται σε επιχειρηματικές δραστηριότητες στο εμπόριο, τη ναυτιλία και τα τραπεζικά. Οι επιφανέστερες οικογένειες στην περιοχή ήταν οι αδελφοί Θεοφιλάτου, Σταθάτου, Λυκιαρδόπουλου, Εμπειρίκου και Βαλεριάνου.» σ. 61

 

ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΟΥ ΕΥΝΟΗΣΑΝ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΜΠΟΡΟΥΣ ΣΤΙΣ ΡΟΥΜΑΝΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ (17ος-19ος αι.) – ΧΡΟΝΟΓΡΑΜΜΗ