ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Προετοιμασία της ελληνικής επανάστασης – Οι έμποροι στη ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Η συμβολή των εμπόρων των παροικιών του εξωτερικού στην Ελληνική Επανάσταση έχει αποτυπωθεί και σε λογοτεχνικά έργα

 

          1. Χρήστος Α. Παρμενίδης, «Ευγενία»

«….Εκ του ύφους όμως των συνερχομένων, εκ των προφυλακτικών τρόπων αυτών, και εκ του τόνου της φωνής, μεθ’ ης τινες εξ αυτών εξεφράζοντο περί πραγμάτων πολιτικών, δεν εβράδυνεν ο Έλλην την ψυχήν και το φρόνημα νέος ν’ ανακαλύψει, ότι η υπόθεσις των ομιλιών και σκοπός των συνεντεύξεων ήσαν άλλα τινά ή το εμπόριον. «Πατρίς, ανάστασις της Ελλάδος, ελευθερία», ιδού αι ιεραί λέξεις, αίτινες λεληθότως εισέδυσαν εις την ακοήν του, διήγειραν σφοδρούς κλονισμούς εις την καρδίαν του, και εξύπνησαν όλας τας αναμνήσεις και των προτέρων πατρικών νουθεσιών και των ιδίων σκέψεων εκ της αναγνώσεως της ιστορίας του ημετέρου έθνους. Εντός ολίγου κατενόησεν, ότι ήρξαντο οι ομογενείς να βουλεύονται περί υποθέσεως σπουδαιοτάτης, και εκ συμπτωμάτων τινών, μικρών μεν, ασυνδέτων και τυχαίων κατά το φαινόμενον, αλλ’ επιπολαζόντων προ χρόνων ήδη εις τους κόλπους της χριστιανικής κοινωνίας, ήτο αδύνατον να μη συναισθανθεί ότι εκυοφορείτο και προεμηνύετο μεταβολή αναπόφευκτος εις την υπάρχουσαν κατάστασιν της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Τωόντι, ουκ ολίγα περιστατικά εδήλουν, ότι κατά την εποχήν εκείνην διεσπείρετο γόνιμός τις ιδέα. Η εις πολλά μέρη του Τουρκικού κράτους σύστασις ελληνικών σχολείων, η τάσις προς τον φωτισμόν, η πολλαπλασίασις των βιβλίων, τα άσματα και ο τραγικός θάνατος Ρήγα του Φεραίου, και μυστηριώδης τις αναβρασμός των πνευμάτων, επέχυνον ασυνήθη φαιδρότητα εις την όψιν πολλών κατοίκων του Γαλατά και του Σταυροδρομίου. Ει δε ο Αλέξανδρος δεν εγίνωσκεν επί τινα καιρόν ουδέ την ύπαρξιν της Φιλικής Εταιρίας, ουδ’ ότι ο πατήρ του και ο Αναστάσιος μετά πολλών άλλων εμπόρων εν Κωνσταντινουπόλει ανήκον ψυχή τε και σώματι εις την εταιρίαν ταύτην, κατενόει τουλάχιστον σαφέστατα, ότι εξήλθον οι σπείροντες τον σπόρον, και ο σπόρος ερρίφθη εις γόνιμον άρουραν.»

 

 

        2. Ν. Θέμελης,  «Η Ανατροπή» (2002)

«Μονάχα που δεν ήταν πια όλοι οι πρωτεργάτες της ιδέας στις επάλξεις. Στα δεκατέσσερα, μπορεί και δεκαπέντε, χρόνια της προσπάθειάς τους άλλοι πέθαναν, άλλοι κουράστηκαν και αποσυρθήκαν. Ιδίως κάποιοι που πίστευαν πως η μεγάλη τους ιδέα θα ’πρεπε να είχε στόχο την ένοπλη εξέγερση και απογοητεύτηκαν μετά τον άτυχο ξεσηκωμό του ’78, όταν το κίνημα του Ολύμπου έσβησε άδοξα και συμπαρέσυρε και το δικό τους. Ζήτημα να είχαν απομείνει απ’ τους πρώτους μία χούφτα. Όμως καινούριο αίμα αβίαστα μεταγγιζότανε, δε χρειαζόταν να ψάξουν. Εκείνοι διάλεγαν ποιους θέλαν να μυήσουν και ούτε μία φορά δεν πέσαν έξω στις επιλογές τους. Ούτε για την αποδοχή της πρότασης, μήτε για το ήθος, τη σύνεση, την εχεμύθεια, το ποιόν εκείνου στον οποίο εμπιστεύονταν το έργο που επιτελούσαν.
Εκτός απ’ τον πυρήνα αυτόν που αριθμούσε γύρω στους είκοσι νοματαίους στο σαντζάκι των Σερβίων και την Καστοριά μ’ επίκεντρο τη Σιάτιστα, ένας ολόκληρος κόσμος Ρωμιών άρχισε να υφαίνεται σιγά σιγά από την Πόλη, τη Χερσώνα, την Οδησσό, την Μπράιλα, το Γαλάτσι και το Βουκουρέστι, μέχρι το Βελιγράδι, το Σεμλίνο, το Κέτσκεμετ, το Μπρασόβ, τη Βουδαπέστη, τη Βιέννη, την Τεργέστη. Πλέκανε όλοι μαζί διακριτικά ένα δίχτυ συνεννόησης και αλληλεγγύης με έργο πρωταρχικά κοινωνικό. Εύρωστοι οικονομικά, άνθρωποι μορφωμένοι, έμποροι οι πιο πολλοί, που πίστευαν στην προσπάθεια κι αυτό αρκούσε. Κι αν δεν μπορούσανε πάντοτε από τα πέρατα του Αίμου και της Μαύρης Θάλασσας να τρέξουν, να ’ναι παρόντες, να πάρουνε ευθύνες κι αποφάσεις, ξέρανε να τις σέβονται και να ’ναι απ’ τους πρώτους πληρωτάδες σαν ήτανε ανάγκη.»

 

 3. Άρης Φακίνος, «Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα» (1999)

«Μονάχα όταν γράφει σε μερικούς Έλληνες, σε κάτι παθιασμένους πατριώτες που ’ναι εγκαταστημένοι στην Αούστρια ή τη Βλαχιά, που ’χουν φτιάξει μυστικές επαναστατικές εταιρείες και δουλεύουνε κρυφά και παράνομα για να λευτερωθεί από τον τουρκικό ζυγό η Ελλάδα, ξανοίγεται και μιλάει αλλιώτικα, με την ίδια του την καρδιά. Ο τόπος, τους λέει, έχει μεγάλη ανάγκη από τέτοια έργα, για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα μετά την επανάσταση που θα ξεσπάσει κάποτε, αργά ή γρήγορα. Τι θ’ απογίνει τότε, ρωτάει, σε μια χώρα που θα ’ναι ρημαγμένη από μια τόσο μακρόχρονη σκλαβιά κι από τον σκληρό αγώνα για την ανεξαρτησία; Τι θα πρωτοκάνει το παντέρμο ελληνικό γκουβέρνο που δε θα ’χει μήτε γρόσι στον μπεζαχτά, με τι θα πρωτοασχοληθεί, για ποιο πράγμα θα πρωτοφροντίσει; Για σχολεία, για δημόσια κτήρια και για ιδρύματα ή για δρόμους, για γεφύρια και για λιμάνια; Θα κοιτάξει πώς θα τα βγάλει πέρα με την καθυστέρηση του τόπου και την αγραμματοσύνη ή θα φροντίσει να ετοιμαστεί για νέο πόλεμο με την Τουρκιά, που δε θα πάψει ποτέ να ξερογλείφεται για την Ελλάδα; Πού θα βρεθούν όλοι αυτοί οι παράδες, πώς θα γίνουν όλα μαζεμένα; Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν, οι Έλληνες θα πρέπει να προετοιμάζονται από σήμερα, από τώρα: ό,τι θα ’χουν φτιάξει κι ό,τι θα φτιάξουν με τα δικά τους χέρια, με τα δικά τους λεφτά, θα ’ναι μεγάλο κέρδος γι’ αργότερα, για πάντα. Αλλιώτικα, αμέσως μόλις φύγουν από τη χώρα οι εχθροί Οθωμανοί, θα πλακώσουν σαν την ακρίδα οι φίλοι Ευρωπαίοι, θα κάνουν στο γκουβέρνο δάνεια για να γίνουν όλα τα μεγάλα έργα, η Ελλάδα θα γλιτώσει από των Τούρκων τα σπαθιά και τα τουφέκια, αλλά θα βρεθεί σκλαβωμένη στης Ευρώπης το χρήμα.

Να λοιπόν γιατί σας παρακαλάω, γιατί προσπέφτω σήμερα σ’ εσάς, καταλήγει στα γράμματα που γράφει στους συμπατριώτες του ο μαστρο-Νικήτας. Για να μας βοηθήσετε από τώρα, για να μη σταματήσει η προσπάθεια για τούτη τη γέφυρα, για ν’ ανοίξουμε εμείς οι ίδιοι, με τα δικά μας μέσα, την πρώτη μεγάλη στράτα που θα μας φέρει σ’ επαφή, ύστερα από τόσους και τόσους αιώνες, με την Ευρώπη, για να ’χουμε εμείς κι όχι οι άλλοι την πρωτοβουλία, για να ’μαστε αφεντικά κι όχι αιώνιοι σκλάβοι στην ίδια μας την πατρίδα.»