«Χιώτικο εμπορικό δίκτυο»

Το εμπορικό δίκτυο πέρασε από δύο φάσεις: τη «χιώτικη» φάση και την «ιόνιο» φάση. Οι έμποροι και εφοπλιστές από το νησί της Χίου, πού γνώρισαν τη μεγαλύτερη τους ευημερία από τα 1830 μέχρι τα 1860, σχημάτισαν το «χιώτικο» δίκτυο, το όποιο παρήκμασε τη δεκαετία του 1860 και αντικαταστάθηκε από το «ιόνιο» δίκτυο πού άνθησε από εφοπλιστές και έμπορους κυρίως των Ιονίων νήσων από τα 1870 μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.

Το εμπόριο πού διεξαγόταν ήταν κατά κύριο λόγο μεταφορά χύδην φθηνών φορτίων, όπως δημητριακά, μαλλί, μπαμπάκι, λιναρόσπορος και ζωικό λίπος και δευτερευόντως αποικιακών προϊόντων και προϊόντων, όπως κρασί, ξερά φρούτα και λάδι από τις χώρες της ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας προς τις χώρες της Δυτικής Μεσογείου και της Βορείου Ευρώπης· από τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες γινόταν κυρίως μεταφορά νημάτων και υφασμάτων.

Το 31 % το 1850 και το 57% το 1860 της συνολικής χωρητικότητας των πλοίων πού αφίχθησαν στα βρετανικά λιμάνια προερχόμενα από τα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας, ελέγχονταν από Έλληνες εμπόρους.

Το 1840, ο εμπορικός οίκος των αδελφών Ροδοκανάκη ξεπερνούσε κατά πολύ σε οικονομική δύναμη τους υπόλοιπους ελληνικούς και γαλλικούς εμπορικούς οίκους, αφού τη συγκεκριμένη αυτή χρονιά είχε ναυλώσει τον απίστευτο αριθμό των 48 πλοίων, πού ήταν όλα φορτωμένα σχεδόν αποκλειστικά με σιτηρά από την ‘Οδησσό, το Μπερντιάνσκ, το Ταϊγάνιο, τήν Βραΐλα και το Γαλάτσι.

Ο οίκος των Αδελφών Ζιζίνια ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός οίκος και εισήγε βαμβάκι, σιτάρι, αραβόσιτο, λιναρόσπορο και κριθάρι από την Αλεξάνδρεια.

Ακολουθεί ο οίκος των Ράλλη, Σκυλίτση και Αργέντη, το υποκατάστημα των Αδελφών Ράλλη του Λονδίνου, ο όποιος εισήγε κυρίως σιτάρι και λιναρόσπορο από την ‘Οδησσό και το Ταϊγάνιο.

Ο οίκος Αργέντη ήταν τέταρτος στη σειρά και εισήγε σιτάρι, αραβόσιτο και λιναρόσπορο από το Γαλάτσι και τη Βραΐλα, ενώ πέμπτος την ίδια χρονιά ήταν ο οίκος Δρομοκαΐτη, ό όποιος εισήγε βαμβάκι, λιναρόσπορο, δέρματα και αποικιακά προϊόντα από τη Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη.

Τα πριγκιπάτα του Δουνάβεως υπήρξαν για αιώνες οι αποκλειστικοί προμηθευτές σιτηρών της Κωνσταντινούπολης. Η αγορά σιτηρών των Πριγκιπάτων άνοιξε για τις άλλες χώρες μόνο μετά τη Συνθήκη της Αδριανουπόλεως το 1829, και τότε ήταν πού οι κάτοικοι, κυρίως, των Ιονίων νήσων άρχισαν να εγκαθίστανται στα λιμάνια του Δούναβη και να εργάζονται εκεί, κάτω από την προστασία της Βρετανίας. Μαζί με αυτούς όμως και μέχρι τον πόλεμο της Κριμαίας, μέλη του «χιώτικου» δικτύου κατάφεραν να εισχωρήσουν και να εκμεταλλευτούν την αγορά σιτηρών των παραδουνάβιων περιοχών κατά τη διάρκεια της περιόδου 1829-1856.

Ο Π. Αργέντης και ο Φ. Σεκιάρης ήταν από τους πρώτους Χιώτες πού εγκαταστάθηκαν στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες αυτήν την περίοδο και ήταν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς σιτηρών, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τις ποσότητες πού παρελάμβανε ο οίκος Αργέντη στο άλλο καταληκτικό σημείο του εμπορίου, τη Μασσαλία.

Μέλη των οικογενειών Ράλλη, Βούρου, Μελά, καθώς και ένας πράκτορας του οίκου Ξένου στην ‘Αγγλία, είχαν επίσης εγκατασταθεί στο λιμάνι της Βραΐλας και έστελναν φορτία στα υποκαταστήματα της Μασσαλίας και των λιμένων της Βρετανίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία πού έχουμε από την Semaphore de Marseille, το 1/3 έως 1/4 του αριθμού των πλοίων και της χωρητικότητας τους, πού ναυλώνονταν από Έλληνες έμπορους και έφθανε από τη Μαύρη Θάλασσα στη Μασσαλία, προέρχονταν από τα λιμάνια του Δούναβη.

 Χαρλαύτη, 1993:76-87

 

Αφήστε μια απάντηση