Ελληνική Κοινότητα Κραϊόβα (Craiova)

«Κατά τη διάρκεια των αιώνων, στην πόλη Κραϊόβα υπήρξε η πολυπληθέστερη ελληνική κοινότητα ολόκληρης της περιοχής…

Οι περισσότεροι Έλληνες της περιοχής κατάγονταν από τα ορεινά μέρη της Ελλάδας, και συγκεκριμένα από την Ήπειρο (Ιωάννινα), αλλά και από περιοχές όπως την Πάτρα Λαμία, Τρίκαλα κ.τ.λ. Ορισμένοι Ρουμάνοι μελετητές προσδιορίζουν τους Έλληνες που ζούσαν στην πόλη Κραϊόβα ως Βλάχους.

Μέρος των Ελλήνων της Κραϊόβα είχαν τις οικογένειές τους στην Ελλάδα, αλλά στην πλειοψηφία τους οι Έλληνες της περιοχής ήταν παντρεμένοι με ντόπιες Ρουμάνες. Οι Έλληνες της περιοχής ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο, αλλά υπήρχαν και αρκετοί σιμιτζήδες, μισθωτοί γης, επιστάτες τσιφλικιών, έμποροι οινοπνευματωδών ποτών, σαλεπιού, ιδιοκτήτες ψιλικατζίδικων, σαπουντζήδες, σιτέμποροι και καθηγητές. Από τις πλούσιες οικογένειες Ελλήνων της πόλης αναφέρουμε αυτή του Nicolache Mihail, ελληνικής καταγωγής ιδιοκτήτη τσιφλικιών στο νομό Dolj και οικιών στην πόλη Κραϊόβα, του Barbu Isvoranu, ευκατάστατου ντόπιου, του Gheorghe (Gogu) Vârvoreanu (ο τελευταίος ονομαζόταν Κωνσταντινίδης, αλλά προφανώς πήρε το επίθετό του από το τσιφλίκι του Vârvor ιδιοκτήτης του οποίου είναι), ιδιοκτήτη και έμπορου της Κραϊόβας.

Από ενημερωτικό έγγραφο απευθυνόμενο στον Έλληνα πρόξενο Α. Μπαρέλλη πληροφορούμαστε ότι στην Κραϊόβα ζούσαν, το 1872, περίπου 240 Έλληνες υπήκοοι οικογενειάρχες.

Πρώτη αναφορά για την ύπαρξη και τη λειτουργία ελληνικού σχολείου στην πόλη της Κραϊόβα χρονολογείται ακόμα από το 1838, με δαπάνες των μελών της ελληνικής κοινότητας.»

Ντίνας, Σούτσιου, Χατζηπαναγιωτίδη & Χρηστίδης, 2011:70-73

«Υπήρχε ελληνικό υποπροξενείο, όπου ο έμπορος Ιωακείμ Παπάζογλους πλήρωσε το διαμονητήριό του στον προξενικό υπάλληλο Φ. Λουλόπουλο και είχε αύξοντα αριθμό 547. Το 1872 λειτουργούσε ελληνικό σχολείο του Κωνσταντίνου Γλοβαρίδη.

Η παλαιότερη σημαντική διασπορά χάθηκε με την επανάσταση του 1821. Βογιάροι, όπως οι οικογένειες Σαμουρκάση, Σκαναβή, κ.ά, έμποροι και ενοικιαστές αγροκτημάτων, όπως οι Ποπ, Πολυχρόνης Χατζή Μάνθου, αδελφοί Χατζή Γιανούση, κ.ά, καθώς και οι Αναστάσιος Καλαϊτζής, Νικόλαος Μανουήλ, Νικόλαος Ι. Δούμπας, κ.ά, ενσωματώθηκαν και αφομοιώθηκαν στην τοπική κοινωνία. Η ίδια εξέλιξη υπήρξε και για τα μέλη της «παλαιάς κομπανίας» που αριθμούσε 349 ονόματα, όπως οι Πάνος ο Έλληνας, Χρήστος ο Έλληνας, Πανάς του Έλληνα Ιωάννη, Σπύρος Παύλου, Δημήτριος Μπικηνιώτης, Γιαννάκης ο Γουναράς, κ.ά. Αυτό μαρτυρούν, επίσης, δύο χειρόγραφα στα Κρατικά Αρχεία του Βουκουρεστίου, όπου στο ένα καταγράφεται η περιουσία των αδελφών Νάνου, ενώ στο δεύτερο οι δοσοληψίες ενός χονδρέμπορου της Κραϊόβας το 1841-1842 και όπου μεταξύ των συναλλασσομένων καταγράφονται τα μέλη της διασποράς Αναστάσιος Αρσένης, Χριστόδουλος Νικολάου, Ιωάννης Παναγιώτου, Παναγιώτης Μαργέτης, Γεώργιος Πέτροβιτς, κ.ά, καθώς και εμπορικές τους σχέσεις με τη Βραΐλα.

Ο γιατρός Παναγιώτης Νικολαΐδης από την Κραϊόβα εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι, ενώ, μετά το 1830, στον κατάλογο της Αρχοντολογίας της Ολτένια συναντούμε τους Αλέκος Αργυρόπουλος, Κωνσταντίνος Χαραλαμπής, Αλέκος Σαμουρκάσης, Ιωάννης Θεοχάρης, Κωνσταντίνος Παντιάς, κ.ά. Γιατρούς, μέλη της ελληνικής διασποράς συναντούμε, επίσης, τους Χρησταρής, Αντώνιος Τυπάλδος, Σέργιος ο Ιωαννίτης, Φ. Ευσταθίου. Τα αδέλφια Ιωάννης και Νικόλαος ο Έλληνας από τη Σίφνο εγκαταστάθηκαν στην Κραϊόβα το 1823, όντας δάσκαλοι κατ’ οίκον, «… είχαν σπίτι και ένα κατάστημα σε κεντρικό δρόμο… και από το 1833 δεν πλήρωναν φόρους».

Μετά το 1825 εγκαταστάθηκε στην Κραϊόβα ένας σημαντικός αριθμός Βλαχόφωνων, πολλοί από τους οποίους κατάγονταν από την Κλεισούρα της Ηπείρου. Μεταξύ αυτών σημειώνουμε τους Αλέξανδρος Γκούρας (Guran) γουναράς, Δημήτριος και Ιωάννης Στέφου, Stan Plesa, Theodor Coman, Gheorghe Coada, κ.ά. Ακολούθησαν και άλλες οικογένειες, όπως οι Κόττας, Γκόγκας, Σιμωνίδης, Κόκκος, Σαΐτας, Θεόδωρος και Νικόλαος Στέργιου, Πέτρος και Μάρκος Δημητρίου, Πάλης, Σίμου, Παπαχατζής, κ.ά, μέχρι το 1850 περίπου, από το Μοναστήρι, την Αβδέλλα και άλλα μέρη της Πίνδου και της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Πολλοί από τους παραπάνω Βλαχόφωνους είχαν λαμπρή οικονομική επιτυχία στην Ρουμανία, ενώ αρκετοί έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο «Μακεδονορωμουνικό Σύλλογο» και είχαν σχέσεις με τον γνωστό Απόστολο Μαργαρίτη. Αυτή την περίοδο εγκαταστάθηκε στην πόλη η οικογένεια του Θεόδωρου Δ. Θεοδωροπούλου (Theodorini)»

Φλώρος, 2013:181-183

 

Αφήστε μια απάντηση