ΤΕΧΝΕΣ

ΘΕΑΤΡΟ

Ο Κωνσταντίνος Κυριάκος Αριστίας, (Κωνσταντινούπολη 1800 – Βουκουρέστι 18 Απριλίου 1880). Άνθρωπος των γραμμάτων και της δράσης, ήταν ο πρώτος Έλληνας και Ρουμάνος επαγγελματίας ηθοποιός, ιδρυτής του Ρουμανικού Εθνικού Θεάτρου, συγγραφέας και μεταφραστής. Ο Κυριάκος, γίνεται το δεξί χέρι της «δομνίτσας» Ραλλού Καρατζά στο θέατρο της Ερυθράς Κρήνης.  Η Φιλική Εταιρεία κατόρθωσε έμμεσα να το επηρεάσει. Έγινε όμως Ιερολοχίτης, πληγώθηκε στη μάχη του Δραγατσανίου και αναγκάστηκε να φύγει από τη Βλαχία. Χωρίς να απαρνηθεί ποτέ ότι ήταν Έλληνας, δεν θέλησε να πολιτογραφηθεί στο νέο ελληνικό κράτος, αλλά επέλεξε να ζήσει και να εργαστεί στη Βλαχία και να υπηρετήσει τελικά το Ρουμάνικο κράτος. 

Stefan Petrescu, Οι Έλληνες ως «άλλοι» στη Ρουμανία (Η εσωτερική οικοδόμηση του ρουμανικού έθνους – κράτους κατά τον δέκατο ένατο αιώνα και οι Έλληνες, Πρόλογος: Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2014, σ. 192-3.

Νικόλαος Πίκκολος,  Έλληνας γιατρός, φιλόλογος και συγγραφέας από το Βέλικο Τίρνοβο της Βουλγαρίας. Ανήκει στους κορυφαίους εκπροσώπους των νεοελληνικών γραμμάτων του α’ μισού του 19ου αιώνα εξαιτίας των πρωτότυπων μελετών του για αρχαίους συγγραφείς και των σχολιασμένων εκδόσεων του αρχαίων και βυζαντινών κειμένων. Γεννήθηκε το 1792 και στις αρχές του 19ου αιώνα εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι όπου σπούδασε στην Ηγεμονική Ακαδημία με καθηγητές τον Λάμπρο Φωτιάδη και τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο. Στην Ηγεμονική Ακαδημία δίδαξε και ο ίδιος. Έγραψε θεατρικά έργα που ανέβαιναν στη σκηνή και μετέφραζε αρχαίο δράμα. (Σοφοκλέους Φιλοκτήτης (μετάφραση, θεατρική διασκευή), 1818 -η πρώτη φορά που αρχαία ελληνική τραγωδία ανεβαίνει στο νεοελληνικό θέατρο, στην Οδησσό, τον Φλεβάρη του 1818 -Ο θάνατος του Δημοσθένους (θεατρικό δράμα) που παρουσιάστηκε πρώτη φορά και πάλι στην Οδησσό, τον Σεπτέμβρη του 1818). Στο Παρίσι όπου σπούδασε ιατρική, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον Κοραή και γνωρίστηκε με τον φιλέλληνα M.Fauriel με τον οποίο συνεργάστηκε για τη συλλογή ελληνικών δημοτικών τραγουδιών.

https://web.archive.org/web/20131111165335/http://195.134.75.14/hellinomnimon/authors//Pikkolos.htm

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΔΟΥΝΑΒΙΕΣ ΗΓΕΜΟΝΙΕΣ

Φαναριώτικη ποίηση

«… μακριά από τα ψυχωφελή αναγνώσματα της έμμετρης πολυλογίας του Δαπόντε, ή νέα γενεά, στις όχθες του Βοσπόρου και του Δούναβη, στα μεγάλα κέντρα του Ελλαδικού και απόδημου Ελληνισμού, καλλιεργεί την εύρυθμη ερωτική στιχοπλοκία και διαμορφώνει τη Φαναριώτικη ποίηση, αυτήν που ιδιαίτερα αγάπησε ή λόγια Μούσα των τελευταίων δεκάδων τού 18ου αιώνα και των πρώτων μετά το 1800 χρόνων. Άβαθη αίσθηματολογία, εξεζητημένη επίδειξη πάθους, στιχουργικά παιγνιδίσματα, ικανά και σε μικρή μονάχα δόση να φέρουν αφόρητη πλησμονή στο σημερινό αναγνώστη, βρήκαν πρόθυμη θεραπαινίδα την καινούργια τάξη των λογίων, πού παραγκώνιζε τη μεσαιωνική φοβία της αμαρτίας, για να τραγουδήση τα ξένοιαστα νιάτα, τα πάθη της καρδιάς και τις χαρές της ζωής με το ερωτικό τραγούδι. Σπάνιο να βρή κανείς στα στιχουργικά αυτά κατασκευάσματα ειλικρινές το πηγαίο αίσθημα. Οι χαμηλόφωνες εκμυστηρεύσεις άργησαν να βρουν την έκφραση τους. Εύκολα όμως κ’ εντυπωσιακά είναι τα κραυγαλέα αναστενάγματα». Λ. Ι. Βρανούση, Οι Πρόδρομοι, Βασική Βιβλιοθήκη «Αετού», αρ. 11, ‘Αθήναι [1955].

Δείγματα στιχουργημάτων:

Ω Αφροδίτη, άκουσον τους θρήνους τους δικούς μου,

τα πάθη και τα βάσανα, τους αναστεναγμούς μου.

Αχ! πόνος υπερβολικός τώρα με εσυνέβη,

από αιτία έρωτος φθείρομαι ή καημένη.

Αγάπη όπου μονάχη τα πάντα υποτάζεις

και με μεγάλην δύναμιν όλα τα ξουσιάζεις·

αγάπη αρχιστράτηγε και πολεμικωτάτη,

δύναμις απολέμητος και ανικητοτάτη.

Τα φαναριώτικα στιχουργήματα, ανώνυμα και άτιτλα, απετέλεσαν ως γνωστό, την κύρια ποιητική παραγωγή των προεπαναστατικών χρονών του 18ου και 19ου αιώνα και αποτελούν έκφραση της αστικής κοινωνίας των μεγάλων κέντρων του τότε Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολης (Φαναριού κυρίως), Σμύρνης, καθώς και πόλεων των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, Ιασίου και Βουκουρεστίου, όπου κυριαρχικό ρόλο ασκούσε σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής το ελληνικό στοιχείο. Αναφερόμαστε στα στιχουργήματα αισθηματικού και ηθολογικού περιεχομένου, καθώς άλλα δείγματα, που τοποθετούνται κάτω από τη συμβατική κατηγορία της «φαναριώτικης ποίησης». Τραγουδιόνταν με τη μουσική τους στα φαναριώτικα σαλόνια και με την προσποιητή αμεριμνησία και την κομψή τους εκζήτηση συγκινούσαν και έτερπαν το ελληνικό κοινό των προεπαναστατικών χρόνων, ενώ ήδη είχαν φθάσει και στον ελληνικό χώρο τα ριζοσπαστικά και φιλελεύθερα μηνύματα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και ορθολογισμού.

Σοφιανός Ζ.,  Δημήτριος, Συλλογή Φαναριώτικων Στιχουργημάτων σε κώδικα των μέσων του IH’ αιώνα, Ο Ερανιστής , 21 (1997) σ. 43-71.

https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/eranistis/article/viewFile/1572/1563.pdf

Η πρωτοβουλία να αξιοποιηθεί η τυπογραφία για την ευρύτερη δημοσιοποίηση μιας ημιλόγιας και ημιλαϊκής παραγωγής, που είχε πετύχει ήδη επί δέκα και πλέον χρόνια ικανοποιητική προφορική και χειρόγραφη διάδοση στις αστικές περιοχές του υπό οθωμανική κυριαρχία Ελληνισμού (φαναριώτικος χώρος), προήλθε από τον πιο δυναμικό ίσως κύκλο της δεκαετίας: τον Ρήγα Βελεστινλή και τους ομοϊδεάτες του, Ιωάννη Καρατζά τον Κύπριο και Αντώνιο Κορωνιό τον Χίο (και οι δύο μαρτύρησαν μαζί με τον Ρήγα). Πολλά στιχουργήματα επίσης παρεμβάλλονταν ανάμεσα στα πεζά αφηγήματα, στιχουργήματα τα οποία προέρχονταν από την χειρόγραφη φαναριώτικη παράδοση είτε μεταφρασμένα μέσα από τα ξενόγλωσσα άμεσα πρότυπα για την περίπτωση του Ρήγα και του Κορωνιού. Το κλίμα αισιοδοξίας για τη μελλοντική πολιτιστική ανάταση που εξέτρεφαν κύκλοι του Βουκουρεστίου, περιβάλλον στο οποίο είχε ζυμωθεί ο Ρήγας, ενδέχεται να είχε ενθαρρύνει την ιδέα.

 Μισμαγιά: Λέξη που προέρχεται από την τουρκική και σημαίνει ανθολογία και γενικά συλλογή. Οι μισμαγιές καταρτίζονται, κυκλοφορούν και διαδίδονται στην Πόλη, τη Σμύρνη και τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και εν γένει σε όλα τα αστικά κέντρα όπου άνθισαν οι ελληνικές κοινότητες  στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Πρόκειται για χειρόγραφα τετράδια με διάρθρωση ανθολογιών ποικίλης ποιητικής ύλης, στα οποία, τις περισσότερες φορές, τηρείται ο κανόνας της ανωνυμίας. Περιλαμβάνουν αφενός εκτενή στιχουργήματα και αφετέρου φαναριώρικα τραγούδια. Περισσότερα από είκοσι χρόνια φαίνεται ότι είχαν περάσει από τότε που συγκέντρωσε στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες το υλικό της ανθολογίας του ο Ζήσης Δαούτης, από τον Τύρναβο Θεσσαλίας, εγκατεστημένος στη Βιέννη από το 1790. Την τελική απόφαση να τυπώσει τα κείμενα στα 1818 την απέδωσε στην παρακίνηση των φίλων: «Εις Ιάσιον και Βουκουρέστιον ευρισκόμενος προ χρόνων ήδη ικανών, εσύναξα από διάφορα καταστιχάκια (κοινώς Μισμαγιά λεγόμενα) των φίλων μου διάφορα στιχουργήματα, από τα οποία απεφάσισα, διά παρακινήσεως τινών φίλων μου να τυπώσω όσα βλέπετε εις το παρόν βιβλιάριον […] Αν έξευρα τίνων φιλογενών είναι τα παρόντα στιχουργήματα, ήθελ’ αφεύκτως αναφέρει ενταύθα και τα τίμια αυτών ονόματα· με το να μου είναι όμως άγνωστα, τα αποσιωπώ μεν εις την είδησήν μου ταύτην, ευχαριστώ δε άλλως αυτούς πολλά ευγνωμόνως και από μέρος μου, και από μέρος άλλων πολλών διά τον κόπον ον κατέβαλον διά να στιχουργήσοσι ταύτα.»

 Η αρχαιόγλωσση ποίηση καλλιεργήθηκε ήδη από Λάμπρο Φωτιάδη στο Βουκουρέστι και τον ιατροφιλόσοφος Δημήτριο Καρακάσσης, Ποιημάτια ιατρικά, Βιέννη 1795. Ο Δημήτριος Καταρτζής, προβληματισμένος για τη διάδοση της περσικής και της αραβικής ποίησης ανάμεσα στους νέους, προέβαλε ως άμεσα διαθέσιμο αντίδοτο περί το 1783 την αρχαία ελληνική παρακαταθήκη, εναποθέτοντας παράλληλα τις ελπίδες του στην καλλιέργεια μιας ποίησης στην ομιλουμένη, που θα στηριζόταν πάντως στα πρότυπα της αρχαίας. Και όπως καταγράφεται στο Δανιήλ Φιλιππίδης – Γρηγόριος Κωνσταντάς, Γεωγραφία Νεωτερική, «Το πλέο κουριόζικο είναι οπού μερικοί εδικοί μας κάμνουν στίχους θαυμαστούς, ως τόσο στερημένοι τρόπον τινά από αισθητική δύναμη, θαυμάζουν κάποιες κακορίζικες στιχουργίες ξένες και μάλιστα Φραντσέζικες. Δεν ηξεύρω πότε θα εύγομεν από αυτή τη γεροντική αναισθησία, πότε θα αποτινάξομεν τα πρεσβυτικά πτερά και να ξανανεωθούμεν.» και ο Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας, 1985 σημείωνε σχετικά: «Οι Φαναριώτες σ’ αυτή την περίοδο εκαλλιεργούσαν με την γαλλική ελαφράδα, που έβρισκε ανταπόκριση στην δική τους διάθεση, ένα ελαφρό ποιητικό είδος: ερωτικά ποιήματα με πολλή μελαγχολία και θλίψη, όπου σμίγουν ο δυτικός προρωμαντισμος με το λάγγεμα το ανατολίτικο. Η γλώσσα τους, πιστή απεικόνιση της λαλουμένης μέσα στους φαναριώτικους κύκλους, έχει συχνά αφόρητο ποσοστό από τούρκικες λέξεις. Κάποτε οι καλύτεροι άπα τους στιχοπλόκους αυτούς κατορθώνουν να φθάσουν σε κάποιες επιτεύξεις».

Προς αναζήτηση της νεοελληνικής ποίησης

Στο Γραμματικών ή Εγκυκλίων παιδευμάτων βιβλία Δ΄ (Βιέννη 1817) ο Κωνσταντίνου Οικονόμου φαίνεται ότι είχε συνείδηση της απουσίας του μεγάλου ποιητή γλωσσοπλάστη, που θα συνέβαλε στη διαμόρφωση της νεοελληνικής γλώσσας· εναπόθετε την ελπίδα για την εμφάνισή του στην καλλιέργεια της ποίησης, στην ποιητική άσκηση, καθώς και στην πολιτισμική νομοτέλεια που του υποδείκνυε το ευρωπαϊκό παράδειγμα: «ο Ποιητής μας ακόμη δεν εφάνη! Πολλά και καλά ποιήματα γράφονται εις την λαλουμένην ημών γλώσσαν· το δημιουργικόν όμως εκείνο πνεύμα, το οποίον μέλλει και την γλώσσαν με άμαχον δυναστείαν να κανονίσει και να ανανεώσει εις την Ελλάδα των Ομήρων, και Πινδάρων και Σοφοκλέων την δόξαν, τοιούτον, λέγω, πνεύμα ακόμη δεν εγεννήθη…»

Μπορεί στη υψηλότερη θέση στην ιεραρχία της λυρικής ποίησης να τοποθετούσε τον Αθανάσιο Χριστόπουλο και τον Ιωάννη Βηλαρά, δεν υποτιμούσε όμως και άλλα δείγματα ανακρεόντειας [= λυρικής] ποίησης. Τα εκδοτικά εγχειρήματα που επιχείρησαν να κατοχυρώσουν τη λυρική έμμετρη παραγωγή, ανώνυμη, κρυπτώνυμη ή ασαφούς πατρότητας, αλλά και την επώνυμη που καλλιεργήθηκε στον φαναριώτικο χώρο και στο περιβάλλον της ελληνικής Διασποράς, υπήρξαν υπόθεση των λογίων· αναδύθηκαν μέσα από τα δυναμικά δίκτυα που υπηρετούσαν τη διακίνηση των ιδεών και της παιδείας ανάμεσα στον υπό οθωμανική κυριαρχία Ελληνισμό (Κωνσταντινούπολη, αστικά κέντρα του βορειοελλαδικού χώρου), τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και την ελληνική Διασπορά.

Ο μόνος που αναδείχτηκε σε «ονομαστό ποιητή» και εισέπραξε «τον προσήκοντα έπαινον από τους συγχρόνους και τους μεταγενεστέρους» ήταν ο Αθανάσιος Χριστόπουλος. Τα ονόματα του Κωνσταντίνου Μάνου, του Γεώργιου Ν. Σούτσου, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου του Φιραρή, του Γεώργιου Σακελλάριου και του Διονύσιου Φωτεινού είτε παραλείφθηκαν από τις ιστορίες του, είτε αποδοκιμάστηκαν. Πολύ πρόσφατα πάντως το φαναριώτικο τραγούδι, «μερικά ανατολίτικο, μερικά φράγκικο», με ανιχνεύσιμα ίχνη της ελληνορουμανικής συνύπαρξης, αποτιμήθηκε θετικά για τα «σεβάσμια» στιχουργικά του παιχνίδια.

Αθήνη, Στέση, «Η φαναριώτικη λυρική ποίηση και το τυπωμένο βιβλίο: 1790-τέλος 19ου αιώνα», Φαναριώτικα και αστικά στιχουργήματα στην εποχή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, Αθήνα, Παν. Κύπρου , Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών, Ακαδημία Αθηνών , 2013, σ. 325-356 https://www.academia.edu/8934761

Χατζηπαναγιώτη, Ίλια, Χοτζάκογλου, Χαράλαμπος Γ. Καρανάσιος, Χαρίτων Kappler, Matthias, Φαναριώτικα και αστικά στιχουργήματα στην εποχή του νεοελληνικού διαφωτισμού / επιστημονική επιμέλεια Ίλια Χατζηπαναγιώτη-Sangmeister, Χαρίτων Καρανάσιος, Mathias Kappler, Χαράλαμπος Χοτζάκογλου, Διεθνές Συμπόσιο «Φαναριώτικα στιχουργήματα» 2012 : Λευκωσία, Κύπρος

Ο πρώτος νεοέλληνας ποιητής εκτός Ελλάδας -Αθανάσιος Χριστόπουλος

Ο Αθανάσιος Χριστόπουλος γεννήθηκε το Μάιο 1772 στην Καστοριά και πέθανε στο Βουκουρέστι αρχές του 1847. Συνδέεται με την αρχή της καλλιέργειας της νέας ελληνικής, της δημοτικής γλώσσας, στην ποίηση.  Τα Λυρικά του Χριστόπουλου ήταν κάποια από τα ποιήματα που μελέτησε ο Διονύσιος Σολωμός στην προσπάθειά του να διαμορφώσει την ποιητική του γλώσσα, σύμφωνα με τον Λίνο Πολίτη. Ο πατέρας του, φτωχός ιερέας, μετανάστευσε στο Βουκουρέστι, ακολουθώντας το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα της εποχής εκείνης από τη Μακεδονία και την Ήπειρο στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες που γνωρίζουν μεγάλη ακμή και την Κεντρική Ευρώπη. Μακριά από τον καταθλιπτικό ζυγό των Τούρκων, μεταξύ πλούσιων Ελλήνων εμπόρων και λογίων ανατρέφεται και εκπαιδεύεται ο Χριστόπουλος. Μαθήτευσε στο Λύκειο Βουκουρεστίου με δάσκαλο τον Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη και τον Λάμπρο Φωτιάδη. Άρχισε να επιχειρεί μεταφράσεις αρχαίων. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές στο Βουκουρέστι, έφυγε για τη Δύση, όπου σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Βούδας λατινική φιλολογία, φιλοσοφία και ιατρική την οποία συνέχισε, παράλληλα με νομικά στην Πάντοβα. Δίψαγε και ρούφαγε γνώση! Όταν επέστρεψε στο Βουκουρέστι ήταν οπλισμένος με μια γενική περισσότερο μόρφωση παρά ειδικά καταρτισμένος σε κάποιον επιστημονικό κλάδο. Δεν ήταν ίσως μόνο τα πλατιά ενδιαφέροντα του νεαρού Χριστόπουλου που τον οδήγησαν σ’ έναν τέτοιο κατατεμαχισμό των σπουδών του. Το παιδευτικό ιδανικό της εποχής δεν ήταν ο άρτιος επιστήμονας, αλλά ο φωτισμένος λόγιος, ο homo universalis. Και αυτός ο τύπος του μορφωμένου έβρισκε το πιο πρόσφορο κλίμα για την ανάπτυξή του μέσα στο αυλικό περιβάλλον. Μπήκε στην αυλή του ηγεμόνα της Βλαχίας (και αργότερα της Μολδαβίας) Αλέξανδρου Μουρούζη, έγινε οικοδιδάσκαλος στα παιδιά του ηγεμόνα και αργότερα έγινε δικαστής και τιμήθηκε με τον τίτλο του «καμινάρη», (1799) ενώ παράλληλα ανέπτυξε και συγγραφική δραστηριότητα. Το δράμα ηρωϊκόν Ο Αχιλλεύς, πρώτο νεοελληνικό θεατρικό έργο, εμπνευσμένο από την Ιλιάδα, ηρωικό και πατριωτικό, το πρώτο στην νέα ελληνική, παίζεται παντού στις Ηγεμονίες. Μετά το ξεκλήρισμα του οίκου Μουρούζη, υπηρέτησε στην αυλή του ηγεμόνα Ιωάννη Καρατζά που του ανέθεσε να συντάξει νέα νομοθεσία για την Ηγεμονία της Βλαχίας. Ο Χριστόπουλος ασχολήθηκε συστηματικά με το έργο αυτό έως το 1816 συντάσσοντας τον προοδευτικότατο κώδικα Καρατζά και μάλιστα στη δημοτική γλώσσα. (και ρουμάνικη μετάφραση). Εξαιτίας της φυγής του Καρατζά το 1818, καταφεύγει στην Τρανσυλβανία, όπου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Έδειξε σχετική επαναστατική δραστηριότητα η οποία όμως μετά την ήττα του Υψηλάντη, υποχώρησε. Ούτε η επίσκεψή του στην Ελλάδα το 1836 ευόδωσε στην παραμονή του εκεί. Το τέλος της ζωής του μέγα λογοθέτη Χριστόπουλου χάθηκε στη λησμοσύνη. Στην πολύπλευρη προσωπικότητα του συγγραφέα, νομικού, γιατρού και λόγιου Αθανασίου Χριστόπουλου (1772-1847), είναι αφιερωμένο το βιβλίο του Ελληνορουμάνου ιστορικού Nestor Camariano, που κυκλοφόρησε στη Ρουμανία από τον εκδοτικό οίκο «Ομόνια».

Ο Χριστόπουλος πέτυχε την ευρεία αναγνώριση και διάδοση των εκδόσεων του έργου του όσο κανένας άλλος εν ζωή, της εποχής αν και μακριά από το κλίμα του Ρήγα, μέσα σε ένα διαφορετικό κλίμα προσωπικό και ποιητικό, χωρίς να υπολείπεται σε φιλελευθερισμό και πατριωτισμό.

 (από το δράμα Αχιλλεύς)

Αθανάσιος Χριστόπουλος – Ένας λησμονημένος ποιητής https://www.youtube.com/watch?v=xYRjD8AvtVw

Αθανάσιος Χριστόπουλος, Ποιήματα. Φιλολογική επιμέλεια: Γιώργος Ανδρειωμένος, Αθήνα: ΄Ιδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη 2001.https://www.academia.edu

Λέανδρος Βρανούσης, Οι Πρόδρομοι, Αθήνα, 1955.

Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, Αρχείο Συγγραφέων, http://www.ekebi.gr/

Έργα του στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού http://www.snhell.gr/anthology/writer.asp?id=83 και Ο Αχιλλεύς : Δράμα ηρωϊκόν,  https://anemi.lib.uoc.gr/