Ελληνική Κοινότητα Σουλινά

Ο Σουλινάς βρίσκεται στο κεντρικό από τα τρία στόμια του Δούναβη, στο δέλτα του μεγάλου ποταμού. Βρέχεται στα βόρεια και ανατολικά από τη Μαύρη Θάλασσα, στα νότια από απέραντα τέλματα και στα δυτικά από το Δούναβη. Κατά το 19ο αιώνα, η πόλη συνδεόταν με το εσωτερικό της Ρουμανίας μόνο μέσω του ποταμού.

Ο οικισμός υπήρχε από τα Μεσοβυζαντινά χρόνια, αλλά ουσιαστικές πληροφορίες έχουμε από τα μέσα του 19ου αιώνα. Τότε o Σουλινάς ήταν ένα μικρό χωριό Ελλήνων κυρίως από τα Ιόνια νησιά, Ρώσων (Κοζάκων) και λίγων Μαλτέζων. Χάρη στην ανάπτυξη που γνώρισε το λιμάνι μετά τη συνθήκη των Παρισίων (1856), ο πληθυσμός αυξήθηκε σημαντικά. Το 1880 ο πληθυσμός της ανερχόταν στους 1.800 μόνιμους κατοίκους, από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν Έλληνες (1.065), ενώ ακολουθούσαν οι «Οθωμανοί» (312) και οι Ρώσοι (72). Στις περιόδους μεγάλης κίνησης του λιμανιού, ο αριθμός των κατοίκων αυξανόταν στους 6.000, εκ των οποίων τα ¾ ήταν Έλληνες, ναυτικοί και λιμενεργάτες. Μετά την ενσωμάτωση της πόλης στη Ρουμανία, το 1878, ο αριθμός των Ρουμάνων αυξήθηκε σημαντικά, χάρη και στην εγκατάσταση πολλών διοικητικών υπαλλήλων. Οι Έλληνες πάντως συνέχισαν να συνιστούν σταθερά τη σημαντικότερη εθνότητα στην πόλη (περίπου το 60% του πληθυσμού). Οι περισσότεροι Έλληνες κατάγονταν από την Κεφαλλονιά και την Ιθάκη, λιγότεροι από τη Μύκονο, ενώ αρκετοί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία (Ανατολική Θράκη). Κυρίαρχη γλώσσα ήταν η ελληνική, που τη μιλούσαν ακόμα και οι Ρουμάνοι και οι Δυτικοευρωπαίοι, ενώ γενικότερα η πόλη χαρακτηριζόταν από έντονη ελληνική παρουσία σε όλους τους τομείς.

Χάρη στην υπογραφή της συνθήκης της Αδριανούπολης (2 Σεπτεμβρίου 1829), που απελευθέρωσε το εμπόριο των δημητριακών στο Δούναβη, ο Σουλινάς, υπό ρωσικό έλεγχο πια, απέκτησε μεγαλύτερη σημασία. Τα μεγάλα ιστιοφόρα δεν μπορούσαν, λόγω της χαμηλής στάθμης των νερών του ποταμού, να ταξιδέψουν με πλήρες φορτίο προς τη Βραϊλα και το Γαλάτσι, που ήταν και τα μεγάλα εξαγωγικά κέντρα της Βλαχίας και της Μολδαβίας, και γι’ αυτό αναγκάζονταν να μεταφορτώνουν σε μικρότερα ποταμόπλοια (σλέπια) μέρος τουλάχιστον του φορτίου τους. Οι ιδιοκτήτες και το πλήρωμα αυτών των πλοίων ήταν σχεδόν πάντα Έλληνες. 

Η μεγάλη σημασία του Σουλινά οφειλόταν αποκλειστικά και μόνο στη μεταφορά, με ποταμόπλοια, των σιτηρών, του καλαμποκιού, της σίκαλης και του κριθαριού, από τις άλλες επαρχίες της Ρουμανίας και στη φόρτωσή τους στα ατμόπλοια και ιστιοφόρα που περίμεναν στο λιμάνι. Για πολλά πλοία θαλάσσης μεγάλης χωρητικότητας ο Σουλινάς ήταν το μόνο λιμάνι στο Δούναβη που μπορούσαν να αγκυροβολήσουν, λόγω του σχετικά μεγάλου βάθους των νερών εκεί, χάρη και στα έργα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Όμως ελάχιστοι Έλληνες μεγαλέμποροι και πλοιοκτήτες είχαν την έδρα των επιχειρήσεών τους εκεί, καθώς ήταν προσφορότερο να διαμένουν στη Βραΐλα ή στο Γαλάτσι προκειμένου να βρίσκονται πιο κοντά στις σιτοπαραγωγές περιοχές της Ρουμανίας. Διατηρούσαν βέβαια ναυτιλιακά και εμπορικά γραφεία και πρακτορεία στην πόλη.

Χαρακτηριστική περίπτωση ναυτιλιακού πράκτορα και εφοπλιστή της πόλης ήταν ο γεννημένος στην Προκόννησο του Μαρμαρά Νικόλαος Κυριακίδης (1869-1935), που αντιπροσώπευε πολλούς αγγλικούς ασφαλιστικούς οίκους.  Έλληνες που είχαν τις επιχειρήσεις τους, όπως ο  Όθων Σταθάτος , οι ναυλομεσίτες και εφοπλιστές Γεώργιος, Κωνσταντίνος και Στέφανος Μπέζης κ.ά.                                                                                                                                                      (Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού)

 

H συνθήκη των Παρισίων (1856) έθεσε τις βάσεις για τη διεθνοποίηση της ναυτιλίας στον Δούναβη με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δουνάβεως, δημιουργώντας παράλληλα νέες συνθήκες για τους Έλληνες εμπόρους και εφοπλιστές στην περιοχή, καθώς διευκόλυνε, χάρη στα τεχνικά έργα στο στόμιο τού Σουλινά, τη ναυτιλία και ενέτεινε ουσιαστικά τον οικονομικό ανταγωνισμό. Οι Έλληνες έμποροι, ωστόσο, κατάφεραν να ανταποκριθούν κατάλληλα, χάρη στον εκσυγχρονισμό των πλοίων και την ίδρυση ασφαλιστικών εταιρειών. Άλλωστε, ή δεκαετία μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο ήταν περίοδος αύξησης των εξαγωγών σιτηρών και, κατά συνέπεια, των κερδών των Ελλήνων πλοιοκτητών.

Αφήστε μια απάντηση