Ελληνική Κοινότητα Γαλάτσι (Galaţi)

Το Γκαλάτσι το 1826 by Alois von Saar (1779–1861)

 

 

 

 

 

 

 

 

Κατά τον 14ο-16ο αιώνα οι Έλληνες διείσδυσαν μέσω του εμπορίου στα νερά του «γηραιού» Δούναβη, στον εμπορικό κόμβο του Γαλατσίου. Στις 21 Φεβρουαρίου 1821 στο Γαλάτσι συγκροτήθηκε σημαντικός πυρήνας της Εταιρείας, με ηγέτη τον Βασίλειο Καραβία, στρατιωτικό διοικητή του Γαλατσίου, ο οποίος πολέμησε τουςΤούρκους και τους υποχρέωσε να εγκαταλείψουν την πόλη. Το Γαλάτσι κατακτήθηκε
όμως ξανά από τους Τούρκους, οι οποίοι παρέμειναν στην πόλη ως το 1829.

Μετά το 1829 ακολούθησε περίοδος άνθισης του εμπορίου ελαιολάδου και ελληνικών προϊόντων. Επίσης τότε ιδρύθηκαν οι ελληνικοί εμπορικοί οίκοι, όπως εκείνοι των Παρασκευόπουλου, Πολάκη, Κουταβά, Πετρίδη κ.α., ναυτιλιακά πρακτορεία, όπως εκείνα των Ξιδιά, Λασκαρίδη, Ζαχαριάδη, Τροϊανού, Σωτηριάδη, Αυγερινού κλπ., καθώς και πολυάριθμα καταστήματα. Οι περισσότεροι Έλληνες του Γαλατσίου (ή Γαλαζίου) προέρχονταν από την Κεφαλλονιά και την Ιθάκη.

Στις 13 Απριλίου 1765 με το χρυσόβουλο του ηγεμόνα Γρηγορίου Αλ. Γκίκα τίθενται, για πρώτη φορά, οι βάσεις ενός σχολείου, όπου οι παραδόσεις μαθημάτων γίνονταν στα Ελληνικά, στο μοναστήρι Μαυρομόλου του Γαλατσίου. Εκατό χρόνια αργότερα στην πόλη ιδρύθηκαν περισσότερα ελληνικά ιδιωτικά σχολεία. Το 1857 ιδρύθηκε το λύκειο «Βενιέρης» του Γαλατσίου, με διευθυντή τον Αθανάσιο Βενιέρη. Πρόκειται για το καλύτερο λύκειο των ελληνικών κοινοτήτων της Ρουμανίας. Άλλα ελληνικά σχολεία του Γαλατσίου που λειτούργησαν αυτή την περίοδο είναι το Ελληνικό Ινστιτούτο Τέτζης και το Ελληνικό Ινστιτούτο Μητρόπουλος. Το 1859, με την υποστήριξη του Έλληνα πρόξενου στο Γαλάτσι, Στ.
Γκιώνη, ιδρύθηκε το Ελληνικό Εμπορικό Ινστιτούτο

(Ντίνας, Σούτσιου, Χατζηπαναγιωτίδη & Χρηστίδης, 2011:73-75)

 

Το Γαλάτσι (Galați) αποτελούσε το λιμάνι της Μολδοβλαχίας από το 18ο αιώνα, όμως η θεαματική ανάπτυξή του έγινε μετά το 1829 και τη Συνθήκη της Αδριανούπολης. Το λιμάνι του Γαλατσίου γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη μετά 1837 που λειτούργησε ως ελεύθερο λιμάνι. Στη διασπορά ανήκει η τιμή, ωστόσο, το ότι κατάστησε πλοηγήσιμο το ποταμό Προύθο σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δουνάβεως. Η ελληνική σημαία αποτελούσε την πλειοψηφία των πλοίων μετά το 1840, τόσο στις αφίξεις όσο και στις αναχωρήσεις. Οι έμποροι και πλοιοκτήτες της διασποράς εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και τα πλοία τους στο λιμάνι του Γαλατσίου από 400 το 1853 με 48.360 τόνους εμπορεύματα, αυξήθηκε σε 699 το 1855 με 158.155 τόνους. Τα κέρδη των εμπόρων, των πλοιοκτητών και των παραγωγών αγροτικών προϊόντων ήταν τεράστια.

Στη δεκαετία του 1850 συνέχισαν την ανάπτυξή τους οι επιτυχημένοι εμπορικοί οίκοι της διασποράς της δεκαετίας του 1840, όπως οι Παντιάς Αργέντης & Φ. Σεκιάρης, Επαμεινώντας Πανάς, Ιωάννης Σεκιάρης & Σια, κ.ά., ενώ προστέθηκαν οι μεγαλέμποροι Ζ. Βλαστός, Αλ. Πετροκόκκινος, κ.ά., μαζί με τους
εξαγωγείς δημητριακών Οδ. Νεγροπόντης, Ν. Νοταράς, Π. Εμμανουήλ, Ζ. Γεωργιάδης (Ρομάλο), κ.ά. Μεγαλέμποροι ήταν, επίσης, οι Νικόλαος Δούκας, Φατούρος, Γιάννης ο Έλληνας, Α. Κ. Ιωαννίδης, Μηλέσης, Βαλσαμάκης, Παντελής Ροδοκανάκης, Γ. Ζαφειρόπουλος. Το 1848 ο Ζαννής Εμμανουήλ Νεγρεπόντης ίδρυσε Τράπεζα παράλληλα με τον εμπορικό οίκο του, που γιγαντώθηκε το 1881 με τη συγχώνευσή του με την Τράπεζα Α. Καλέργη, ενώ τράπεζα στο Γαλάτσι διέθετε στη δεκαετία του 1850 και ο Γεώργιος Βλαστός, υπήκοος Αυστρίας.

Ιδιαίτερα σημαντική, τόσο αριθμητικά όσο και επαγγελματικά, θεωρούμε την απογραφή του 1859 και την οικονομική κατάταξη των 190 Ελλήνων από τα Επτάνησα στο Γαλάτσι, Βρετανών υπηκόων. Οι 133 ήταν Κεφαλλονίτες και οι 33 Ιθακήσιοι, που στην επαγγελματική τους δραστηριοποίηση κατατάσσονταν ως εξής:
68 ασχολούμενοι με το εμπόριο και οι οποίοι κατανέμονταν σε,
29 έμποροι, μεταξύ των οποίων οι Επαμεινώντας Πανάς, Ιωάννης Ιγγλέσης, Ανδρέας Κουλουμπής, Επαμεινώντας Καραβιάς, Ζαχαρίας Μαυρομάτης και άλλοι, κάτοχοι σημαντικών κεφαλαίων και μεγαλέμποροι δημητριακών (15 από τους παραπάνω ήταν από την Κεφαλονιά),
37 πωλητές, δηλαδή μικρότεροι έμποροι, μεταξύ των οποίων οι Διονύσιος και Αναστάσιος Δενδρινός, οι αδελφοί Παναγής, Γεώργιος, Γρηγόριος και Νικόλαος Ποταμιάνος, οι Αντώνιος, Ανδρέας και Γεράσιμος
Βασιλάτος, οι Οδυσσέας, Γεράσιμος και Θεοχάρης Πεταλάς, καθώς και οι μεσίτες (brokers) αδελφοί Δημήτριος, Γεράσιμος και Κωνσταντίνος Λειβαδάς, (32 από τους παραπάνω ήταν από την Κεφαλονιά),
49 εργάτες, μεταξύ των οποίων εννέα (9) ιδιοκτήτες καφενείων και καπηλειών, επτά (7) αρτοποιοί, τέσσερις (4) εκδοροσφαγείς, τέσσερις (4) υποδηματοποιοί, ένας (1) ξυλουργός, ένας (1) δικηγόρος, δύο (2) καθηγητές,
42 «ασχολούμενοι με τη ναυτιλία», δηλαδή 13 οδηγοί πλοίων, πέντε (5) καπετάνιοι πλοίων, ένας (1) ειδικός ναυτικών προμηθειών και 23 ναύτες, και
– 28 άλλα πρόσωπα, Βρετανοί υπήκοοι από παλαιότερα, όπως ο βαθύπλουτος έμπορος Παναγιώτης Παύλου.

Στην περίοδο 1867-1876 τα ιστιοφόρα που εξήλθαν από το λιμάνι του Γαλατσίου ανέρχονταν σε 17.648 πλοία, δυναμικότητας 3,3 εκατ. τόνων. Από αυτά 6.499 είχαν ελληνική. Από τους σημαντικότερους πλοιοκτήτες της διασποράς στο Γαλάτσι αυτή την περίοδο ήταν ο Νεγρεπόντης, που διέθετε επίσης σλέπια και ρυμουλκά, καθώς και οι Π. Κατσίγερας, Θεοφιλάτος και Σταθάτος, Π. Ροδοκανάκης, Ν.Ι. Δομεστίνης από τα Ψαρά, Κ. Πεταλάς, κ.ά.

 

(Φλώρος, 20172017:150-160)

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση