Ελληνική Κοινότητα Καλαφάτ (Calafat)


Calafat: Monumentul I. C. Brãtianu si Liceul «Independenta»

Σύμφωνα με τον ιστορικό Nicolae Iorga, το τοπωνύμιο «Καλαφάτης» προέρχεται από τους Βυζαντινούς και σημαίνει «τόπος όπου πισσώνονται τα καράβια». Η ιστορία του τόπου συνδέεται στενά με το εμπόριο που οι Βυζαντινοί διεξήγαγαν στο Δούναβη.
Στην ευρύτερη περιοχή, η παρουσία των Ελλήνων εμπόρων αναφέρεται από παμπάλαιους χρόνους. Ακόμα από το 1424, έτος της πρώτης έγγραφης αναφοράς της πόλης του Καλαφάτη, φαίνεται ότι εκεί ζούσαν και Έλληνες.
Κατά το β’ μισό του 19ου αιώνα η Ελληνική Κοινότητα Καλαφάτη γνωρίζει το αποκορύφωμα της ανάπτυξής της. Αυτή είναι άλλωστε και η εποχή κατά την οποία στην πόλη εγκαθίστανται αρκετές οικογένειες Ελλήνων (κυρίως μετά το 1822). Στο τέλος του 19ου αιώνα, ο ελληνικός πληθυσμός της πόλης αριθμεί 165 άτομα.

Η ανέγερση του ελληνικού Ι.Ν. της Ζωοδόχου Πηγής ξεκίνησε το 1864 και ολοκληρώθηκε το 1874, με χρηματοδότηση του Έλληνα εμπόρου Χατζή Παναγιώτη Θεοδώρου (Hagi Panait Teodoris). Στην αυλή του ναού λειτούργησε από το 1879 δημοτικό σχολείο με γλώσσα διδασκαλίας την ελληνική, στο οποίο φοιτούσαν τα πολυάριθμα παιδιά των Ελλήνων της πόλης αλλά και παιδιά άλλων εθνικοτήτων…

(Ντίνας, Σούτσιου, Χατζηπαναγιωτίδη, Χρηστίδης, 2011:61-62)

Το 1892 τα οικονομικώς ευκατάστατα μέλη της διασποράς στην πόλη συγκέντρωσαν 18 χιλ. φράγκα, που τα κατέθεσαν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, ώστε από τους τόκους να λειτουργεί το σχολείο και η εκκλησία. Παρόμοιος έρανος έγινε υπέρ όλων των ιδρυμάτων της διασποράς το 1893, όπου συνέβαλλαν 70, περίπου, μέλη της διασποράς με 1.000 φράγκα. Δωρητές στο κοινοτικό σχολείο και στην εκκλησία το 1893 υπήρξαν τα ευκατάστατα μέλη της διασποράς Ιωάννης Γεωργιάδης (4.000 φράγκα) και Κων. Χριστοδούλου, γιατροί στο επάγγελμα.

 

Casa Ioan Gheorghiadis este una dintre cele mai importante clădiri istorice ale orașului Calafat. Aceasta a aparținut lui Ioan Gheorghiadis, grec stabilit în Calafat, până în 1893

 

Στην εμπορική δραστηριότητα της διασποράς στην πόλη καθοριστικό ρόλο διαδραμάτιζαν οι αδελφοί Κουμπάς από τη Λέσβο, που καλλιεργούσαν δημητριακά σε αγρόκτημα έκτασης 21.000 στρεμμάτων, καθώς και σε άλλα αγροκτήματα στα διπλανά χωριά Τσετάτ και Ρεσιπιτσίου και έκαναν εξαγωγές.

Τα λιμάνια και οι πόλεις που βρίσκονταν στο ρου του Άνω Δούναβη από το Γιούργεβο έως το Τούρνου Σεβερίν, δηλαδή Γιούργεβο, Ζιμνίτσεα, Τούρνου Μαγκουρέλε, Κοράμπια, Καλαφάτ και Τούρνου Σεβερίν, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό σε όλην αυτή την περίοδο. Συγκεκριμένα η οικονομική παρουσία της διασποράς στον Άνω Δούναβη ήταν μεν σημαντική, όμως η οικονομική δραστηριότητα της Αυστρίας ήταν κατά πολύ ισχυρότερη και σχετιζόταν τόσο με την επιλογή της για την επέκταση του εμπορίου της στην Ανατολή, όσο και με την αξιοποίηση των αγροτικών προϊόντων από την Ολτένια (Κραϊόβα και Τούρνου Σεβερίν).

(Φλώρος, 2017:353)

«Din cercetarea documentelor epocii, rezultă că în secolele XIV–XVII Calafatul constituia punctul terminus al unui drum comercial important, cunoscut şi sub numele de „Drumul sării”, poziţia lui geografică oferind condiţii optime pentru desfăşurarea unui activ comerţ de tranzit. De aici produsele excedentare ale Ţării Româneşti ajungeau în Peninsula Balcanică, până pe ţărmurile Adriaticii şi tot pe aici, mărfurile negustorilor turci şi greci pătrundeau în Muntenia şi mai departe, în Transilvania şi Ungaria. Prin vama de la Calafat se trimiteau în Imperiul Otoman mari cantităţi de cereale, vite, cai, oi, peşte, sare, vin, ceară, miere, cherestea. Prin acelaşi punct intrau în ţară obiecte de îmbrăcăminte şi podoaba, stafe orientale, covoare, mirodenii. Importanţa care se acorda Calafatului în secolele XVII–XVIII era determinată şi de faptul că, fiind aşezat în faţa Vidinului şi la răscruce de drumuri, prin el se scurgeau mărfurile ce veneau sau plecau din părţile de apus ale Bulgariei, Macedoniei, vestul Serbiei şi chiar de mai departe, ăn Ragusa şi Salmatia. Tot de la Calafat se putea face uşor legătura cu Craiova, pe unde trecea principalul drum comercial care străbătea Oltenia de la est la vest (Bucureşti – Piteşti – Slatina – Craiova – Cernet – Varciorova). Mărfurile pornite de la Calafat puteau astfel să ajungă fie la Târgru Jiu şi de aici prin pasul Vâlcan în Transilvania, sau, trecând prin Slatina, urmau drumul pe Valea Oltului până la Sibiu. Indiferent de una sau alta din ipoteze privind istoria oraşului Calafat, cert este că aşezarea datează din epoci străvechi, cumulând de-a lungul mileniilor paleolitice şi neolitice, în epoca fierului şi pretracică, valorile anticelor civilizaţii din spaţiul egeeano-carpatic.»

(https://municipiulcalafat.ro/calafat/istorie/)

 

Αφήστε μια απάντηση