Ν.Ε ΓΛΩΣΣΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ : Δευτερεύουσες Ονοματικές προτάσεις (Ασκήσεις)

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ

Α. Ονοματικές προτάσεις

α. Ειδικές προτάσεις

1) Στα παρακάτω παραδείγματα ν’ αναγνωριστούν οι ειδικές προτάσείς σύμφωνα με το παράδειγμα.
π.χ. Πίστευε πάντα | πως θα ήταν ο νικητής.
Ρήμα εξάρτησης Σύνδεσμος Συντακτική θέση Εκφέρεται με
πίστευε πως αντικείμενο δυνητική ορι¬στική

1. Μου φάνηκε πως έβλεπα τ’ αθάνατο νερό.
2. Τρέμει στην ιδέα πως δε θα πετύχει στις εξετάσεις.
3. Μ ία μέρα της ήρθε η είδηση, πως ο άνδρας της πέθανε στις θάλασσες της Κίνας.
4. Ήξερε από πριν ότι ο αγώνας θα ‘ταν πολύ δύσκολος.
5. Φαίνεται πως όλες οι προσπάθειες απέτυχαν.
6. Του θύμισε τη συμφωνία τους, ότι πρέπει να ενημερώνει ο ένας τον άλλον.
7. Ότι η γη περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο δεν αμφισβητείται πια.
8. Έβαλε με το νου του πως κάποιοι περαστικοί θα κάθισαν για λίγο εκεί και θα τα ξέχασαν.
9. Υπολογίζεται πως το έργο θα κάνει τρεις μήνες να τελειώσει.
10. Ένα μονάχα με σκάζει, που εσύ δεν μπορείς να δεις τη θάλασσα.
11. Το λάθος του ήταν ότι δε με πίστεψε.
12. Δεν πιστεύω να λησμόνησα ένα από τα στιχάκια της.
13. Είναι αλήθεια ότι θα σπουδάσεις στο εξωτερικό;
14. Δε βλέπεις τον πατέρα σου που ύπνος δεν τον πιάνει;
15. Λες και δεν ήμουν κι εγώ νιος, δεν ήμουν παλικάρι.
16. Δε θυμάται να ξανάγινε τέτοιος χαλασμός.
17. Παθολογική φαίνεται να ήταν η αγάπη του Θεόφιλου για τη ζωγρα¬φική.

β. Βουλητικές προτάσεις

1) Στα παρακάτω παραδείγματα ν’ αναγνωριστούν οι βουλητικές προ¬τάσεις σύμφωνα με το παράδειγμα. π.χ. θέλει να σπουδάσει γιατρός.
Ρήμα εξάρτησης Συντακτική θέση Εκφέρεται με
θέλει αντικείμενο υποτακτική

1. Μην προσπαθείς να πείσεις.
2. Βάλθηκε ν’ ανακαλύψει και το έσχατο μυστικό των πραγμάτων.
3. Δεν πρέπει να συλλογίζεσαι τόσο πολύ, πρέπει να αισθάνεσαι.
.4. Αρκέστηκα να του γράψω δυο λέξεις.
5. Τη Δευτέρα και την Παρασκευή συνέβαινε το σοβαρό γεγονός, να ‘ρθουν οι εφημερίδες.
6. Εγώ θα ‘θελα να ‘νοιγε η γη και να με κατάπινε.
7. Φρόνιμο είναι ο καθένας να πάρει τη θέση του.
8. Έχουμε χρέος οι γονείς να θυσιάζουμε τα αισθήματα μας στην ευτυ¬χία των παιδιών μας.
9. Το θεώρησε προσβολή, να ‘ρθει μια γυναίκα, να τον μαλώσει.
10. Αμέσως φίλοι εγίναμε χωρίς να ειπούμε λέξη.
11. θα πρέπει να κοιμόμουν βαριά, για να μην ακούσω τίποτα.
12. Καλύτερα θα ‘ταν να ‘παιρνες μέρος στη συνεδρία του συλλόγου.
13. Τον έπιασε μεγάλος πόθος να ιδεί το χωριό του.

γ. Ενδοιαστικές προτάσεις

1) Στα παρακάτω παραδείγματα .ν’ αναγνωριστούν οι ενδοιαστικές προτάσεις.
1. Τρόμος μ’ έπιανε εμένα, μήπως φανερώσει τί¬ποτε στο παραλήρημα της.
2. Φοβάται μην πάθει κά¬ποιο κακό.
3. Πρόσεχε μη σου πέσει το πιάτο.
4. Ένα και μόνο- φοβό¬τανε, μην τύχει και βρέ¬ξει.
5. Ανησυχούσε μήπως δεν πρόφταινε το αερο¬πλάνο.
6. Ζούσε με το φόβο μή¬πως η αρρώστια του εί¬ναι αθεράπευτη.
7. Ανησυχώ πολύ και γι’ αυτό, μήπως κοντά στ’ άλλα τσακωθεί και με κανέναν.
8. Η αγωνία μας μήπως έπαθε τίποτα το παιδί ήταν μεγάλη.
9. Κοίτα μην πεις τίποτα στον πατέρα.
10. Η σκέψη μην τον γε¬λάσουν τον κάνει πολύ προσεκτικό.

δ. Πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις

1) Στα πιο κάτω παραδείγματα να αναγνωριστούν οι πλάγιες ερωτή¬σεις και να υπογραμμιστεί το ρήμα εξάρτησης τους. π.χ. Με ρώτησε [τι θέλω να πιω].

1. Έλα πες μου πού πήγες χτες.

2. Αμφιβάλλω αν θα πετύχει το πείραμα σου.
3. Αναρωτιόταν πώς ο ίδιος θ’ αντιδρούσε.
4. Δεν είμαι και εντελώς βέβαιος αν άρχισε να λειτουργεί το σχολείο.
5. Ένιωθε πόσο δύσκολη θα ήταν μια νέα συνάντηση.
6. Είναι παράξενο πώς κυκλοφόρησε αυτή η φήμη.
7. θέλω να μ’ απαντήσεις στην ερώτηση, ποιος σ’ οδήγησε εδώ.
8. Δεν ήξερε πού να τόνε πάει το φίλο του.
9. Εγώ ξέρω γιατί γέλασε αυτός.
10. Απορούσε αν είναι στα συγκαλά του ή τον χτύπησε κανένα αερικό.
11. Ασφαλώς δε σκέφτεσαι ποιες συνέπειες θα έχει η ενέργεια σου.
12. Δεν ξέρω σε ποιον ν’ απευθυνθώ.
13. Στο ερώτημα αυτό, ποιος προκάλεσε τα επεισόδια, η έκθεση δεν έδινε απάντηση.
14. Το τι είδαν τα μάτια μου δεν μπορώ να πω.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/920

Μέτσοβο: Το διαμάντι της Πίνδου

Κτισμένο σε υψόμετρο 1.100 μέτρων, το Μέτσοβο παραμένει ένα ζωντανό γραφικό χωριό. «E» 9/3

Είναι το μεγαλύτερο βλαχοχώρι της χώρας μας και ένα από τα μεγαλύτερα των Βαλκανίων. Κτίστηκε από κτηνοτρόφους σε μια πολύ προνομιακή θέση, καθώς βρισκόταν πάνω στο κύριο πέρασμα μεταξύ Ηπείρου και Θεσσαλίας. Το 1430 απέκτησε προνόμια από τον Σουλτάνο Μουράτ τον Β΄ προκειμένου οι κάτοικοι να διατηρούν τα περάσματα ανοικτά από τους ληστές και να εξυπηρετούν τα τουρκικά στρατεύματα.

Το Μέτσοβο, κτισμένο αμφιθεατρικά στην πλαγιά του βουνού, είναι το μεγαλύτερο βλαχοχώρι της Ελλάδας.
Το Μέτσοβο, κτισμένο αμφιθεατρικά στην πλαγιά του βουνού, είναι το μεγαλύτερο βλαχοχώρι της Ελλάδας.

Τα προνόμια αυτά διατηρήθηκαν για χρόνια, επιτρέποντας την ανάπτυξη και την οικονομική ακμή του Μετσόβου, ωστόσο το 1795 το καθεστώς άλλαξε καθώς ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων αφαίρεσε τα προνόμια από τους κατοίκους του Μετσόβου.

Μέτσοβο: Το διαμάντι της Πίνδου

Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που πολλοί Μετσοβίτες μετακόμισαν στο εξωτερικό και ανέπτυξαν εμπορικές δραστηριότητες στην Αίγυπτο και σε πόλεις της Ευρώπης. Εντούτοις ποτέ δεν ξέχασαν την πατρίδα τους και φρόντισαν να την ευεργετήσουν.

Ο μεγαλύτερος ευεργέτης του Μετσόβου είναι ο βαρόνος Μιχαήλ Τοσίτσας ο οποίος έστελνε χρήματα στο χωριό ώστε να κατασκευάζονται σημαντικά κτίρια, να δημιουργούνται θέσεις εργασίας και να βελτιώνεται η ζωή των κατοίκων. Ο βαρόνος, επίσης, έχρισε κληρονόμο και εκτελεστή της περιουσίας του τον Ευάγγελο Αβέρωφ με την προτροπή του οποίου ιδρύθηκε το Ιδρυμα Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα.

Το Ιδρυμα ευεργετεί μέχρι σήμερα το Μέτσοβο και εξασφαλίζει το λαμπρό μέλλον του. Μεταξύ των σπουδαιότερων έργων του είναι το φημισμένο τυροκομείο, το υδραγωγείο, το νοσοκομείο, σχολεία σε όλη την Ηπειρο, δίκτυο φωτισμού και αποχέτευσης, ακόμη και το τελεφερίκ το οποίο επέτρεψε την κατασκευή του χιονοδρομικού κέντρου. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, από τη μεριά του, ίδρυσε το 1987 το ομώνυμο ίδρυμα.

Τα αξιοθέατα του χωριού
Κέντρο του χωριού είναι η πλατεία (από τις διασημότερες της ορεινής Ελλάδας), η οποία τα Σαββατοκύριακα γεμίζει ασφυκτικά από επισκέπτες και αυτοκίνητα που παρκάρουν δίπλα στο άγαλμα με τις δυο αρκούδες της Πίνδου.

Λίγο ψηλότερα βρίσκεται η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, με το μεγάλο προαύλιο και το κιόσκι, όπου συναντιούνται οι ηλικιωμένοι κάτοικοι του χωριού και συζητούν στη βλάχικη διάλεκτο.

Η Αγία Παρασκευή είναι ο μητροπολιτικός ναός του χωριού, χτισμένος τον 15ο αι., με περίτεχνο ξύλινο τέμπλο, ανεκτίμητα ιερά σκεύη και σπάνιες εικόνες. Ακριβώς απέναντι βρίσκεται το ύψωμα με το κάστρο το οποίο κτίστηκε το 1668 και καταστράφηκε το 1854 μαζί με όλο το χωριό.

Ακολουθώντας το καλντερίμι που ανηφορίζει πλάι από το δημαρχείο θα οδηγηθείτε στις πιο γραφικές γειτονιές του Μετσόβου, θα συναντήσετε τις Μετσοβίτισσες που τριγυρίζουν στα σοκάκια του χωριού, φορώντας τις παραδοσιακές φορεσιές τους, κουβεντιάζοντας πάντα στα βλάχικα, και θα δείτε το αρχοντικό Αβέρωφ που υπήρξε το πατρικό σπίτι της βασιλοαρχόντισσας Ευδοκίας Στεργίου – Τζουανοπούλου, ηρωίδας πολλών δημοτικών τραγουδιών του Μετσόβου. Σύμφωνα με την παράδοση, η βασιλοαρχόντισσα έπεσε θύμα απαγωγής από τους ληστές Θύμιο Γάκη, Τάκο Βαγγέλη και Φλέγγα, και απελευθερώθηκε 17 ημέρες αργότερα αφού καταβλήθηκαν 10.000 χρυσές λίρες κι ένα φόρτωμα ασημένια μετζίτια ως λύτρα.

Ελάχιστα μέτρα παραπάνω θα θαυμάσετε το περίφημο αρχοντικό Τοσίτσα, ένα από τα ομορφότερα κτίσματα της Ηπείρου. Κτίστηκε το 1661, όμως τη σημερινή του μορφή απέκτησε έπειτα από πολλές μετατροπές και μία επιτυχημένη ανακαίνιση του 1955.

Στις μέρες μας λειτουργεί ως μουσείο Ηπειρωτικής Λαϊκής Τέχνης υπό το Ιδρυμα Τοσίτσα και φιλοξενεί μια αξιόλογη συλλογή λαογραφικού υλικού, όπλα αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης, σημαντικά έργα τέχνης καθώς και θρησκευτικές εικόνες ανυπολόγιστης αξίας (Ανοικτό: 09:00-13:00 και 15:00-17:00, καθημερινά εκτός Πέμπτης, τηλ. 26560 41084).

Κοντά βρίσκεται και η Πινακοθήκη Αβέρωφ (του Ιδρύματος Ευαγγέλου Αβέρωφ-Τοσίτσα) που λειτουργεί από το 1988. Στεγάζεται σε ένα υπέροχο κτίσμα με τρεις ορόφους το οποίο επεκτάθηκε και εκσυγχρονίστηκε το 1994. Τόσο το κτίριο όσο και η συλλογή, η οποία περιλαμβάνει περίπου 250 έργα μεγάλων Ελλήνων ζωγράφων του 19ου και του 20ού αι., αποτελούν δωρεά του Ευάγγελου Αβέρωφ.

Στην Πινακοθήκη υπάρχει επίσης αίθουσα Χαρακτών, αίθουσα Σύγχρονων Καλλιτεχνών και Παιδικό Εργαστήρι. Εκτός από τη μόνιμη έκθεση γίνονται και περιοδικές, διοργανώνονται επιστημονικά συμπόσια και εκπαιδευτικά προγράμματα.

(Ωρες λειτουργίας 10:00- 16:00 εκτός Τρίτης, τηλ. 26560 41210.) Στις επάνω γειτονίες του Μετσόβου θα δείτε και άλλα αρχοντικά όπως του Τσιπούρη, του Τσαλμάνη, του Παπαζήση, του Πούτσαρη, καθώς και πολλές κρήνες με παγωμένο νερό χτισμένες τον 18ο και 19ο αιώνα.

FAST INFO

Ο ΑΒΕΡΩΦΕΙΟΣ ΚΗΠΟΣ
Πολύ κοντά στην πλατεία του Μετσόβου βρίσκεται μια πανέμορφη έκταση γης, φυτεμένη με όλα τα δέντρα που ευδοκιμούν στην Πίνδο, στο κέντρο της οποίας δεσπόζει ο ναός του Αγίου Γεωργίου. Στην περιοχή υπήρχε το 1840 ένα εικονοστάσι του Αϊ-Γιώργη στο οποίο προσευχήθηκε φεύγοντας από το Μέτσοβο ο άλλος μεγάλος ευεργέτης, ο Γεώργιος Αβέρωφ λέγοντας χαρακτηριστικά: «Βοήθα με Αηγιώργη να σταθώ εκεί που πάω και να δεις πώς θα σε κάνω?». Αν και δεν επέστρεψε ποτέ, επισκεύασε την παλιά εκκλησία και έστειλε κηπουρό από τη Αλεξάνδρεια για να φτιάξει τον κήπο όπως είναι σήμερα. Κάποτε υπήρχαν και ζώα στον κήπο – λένε μάλιστα πως τη δεκαετία του 1960 δύο φορές κατέβηκαν στον Αβερώφειο κήπο αρκούδες από την Πίνδο και έφαγαν τα ελάφια που ζούσαν εδώ!

Ο ΚΑΤΩ ΜΑΧΑΛΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ

Αν κατηφορίσετε το σοκάκι που ξεκινάει από την πλατεία θα φτάσετε στον κάτω μαχαλά του Μετσόβου. Η παράδοση λέει πως από εδώ ξεκίνησε η κατοίκηση του χωριού και ο πρώτος πυρήνας δημιουργήθηκε το 1008. Οι γειτονιές του είναι κτισμένες σε σημεία με μεγάλη κλίση. Ακόμη χαμηλότερα, κοντά στις όχθες του Μετσοβίτικου ποταμού, βρίσκονται δυο παλιά και σημαντικά μοναστήρια. Το πρώτο είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου και η χρονολογία ίδρυσής του δεν είναι γνωστή.

Στο μοναστήρι ξεχωρίζουν τα διώροφα κελιά, οι ξενώνες, οι πλακοστρωμένες αυλές σε επίπεδα, το ξύλινο καμπαναριό, οι τοιχογραφίες του 1754 και το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο του 18ου αιώνα με την εικόνα της Παναγίας που χρονολογείται στα 1728. Λέγεται πως η καμπάνα του κατασκευάστηκε στα Γιάννενα το 1870. Στο μοναστήρι κατοικεί μια μοναχή που το περιποιείται και το μεγάλο πανηγύρι γίνεται κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου. Ακριβώς κάτω από το μοναστήρι, στην κοίτη του ποταμού, υπάρχει ο αναστηλωμένος παλιός νερόμυλος του Γκίνα. (Ανοιχτά 12:00-15:00, τηλ. 26560 41342.)

Το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου βρίσκεται επίσης κάτω από το Μέτσοβο και μνημονεύεται από τον 13ο αιώνα. Σύμφωνα με την επιγραφή του καθολικού ανακαινίστηκε το 1700 από τους ευσεβείς Μετσοβίτες Μιχαήλ και Στάμω.

Το μοναστήρι και οι τοιχογραφίες του βρίσκονται σε εξαιρετική κατάσταση χάρη στις ενέργειες και την ανακαίνιση που έκανε το Ιδρυμα Τοσίτσα το 1960. Οι τοιχογραφίες των αρχών του 18ου αιώνα είναι έργο του Ηπειρώτη ζωγράφου Ευστάθιου και ξεχωρίζουν οι μορφές των τριών οπλαρχηγών χαμηλά στην Πρόθεση. Στην είσοδο του καθολικού υπάρχουν οι αλυσίδες και οι λαιμαργίες όπου έδεναν παλιότερα τους ψυχοπαθείς που έρχονταν εδώ για θεραπεία.

Στο ιερό υπάρχει ένα εξαιρετικό τέμπλο με εικόνες του μοναχού Ιωαννίκιου του 17ου αιώνα. Στον γυναικωνίτη του καθολικού έχει δημιουργηθεί μια μικρή συλλογή με εκκλησιαστικά αντικείμενα και στο αρχονταρίκι φυλάσσονται σκεύη και προσωπικά αντικείμενα των παλιών μοναχών και άλλα ενδιαφέροντα κειμήλια της μονής.

Ως το 1930 ζούσαν εδώ 12 μοναχοί, σήμερα όμως που δεν κατοικείται την ξενάγησή σας θα αναλάβει ο φύλακας Κώστας Σταχούλης. Στη μονή περιλαμβάνεται και ένα παρεκκλήσι του 1800 του Αγίου Νικολάου εκ Μετσόβου ο οποίος μαρτύρησε στα Τρίκαλα το 1617. (Πληροφορίες στο τηλ. 26560 41390, ανοικτά καθημερινά τις πρωινές ώρες.)

Η ΛΙΜΝΗ ΑΩΟΥ, Η ΜΟΝΗ ΒΟΥΤΣΑΣ, ΤΟ ΑΝΗΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΘΟΧΩΡΙ

Το πιο όμορφο τοπίο στα περίχωρα του Μετσόβου είναι η τεχνητή λίμνη των πηγών Αώου. Δημιουργήθηκε το 1987 σε υψόμετρο 1.340 μ. για να τροφοδοτήσει με το νερό της το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο της ΔΕΗ, όμως σύντομα εξελίχθηκε σε σημαντικό βιότοπο και χώρο αναψυχής για τους επισκέπτες. Η έκτασή της είναι περίπου 12 τετραγωνικά χιλιόμετρα και η επιφάνειά της διακόπτεται από μικρές νησίδες με μεγάλα μαυρόπευκα και ρόμπολα που δημιουργούν εικόνες μοναδικής ομορφιάς.

Μπορείτε να κάνετε τον κύκλο της λίμνης ακολουθώντας τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο 32 χλμ. που την περικυκλώνει. Η διαδρομή είναι εύκολη και προσφέρει μαγευτικές εικόνες της λίμνης και των βουνών που τη στεφανώνουν, ιδιαίτερα το απόγευμα κατά τη διάρκεια του ονειρεμένου ηλιοβασιλέματος.

Μία παράκαμψη από την κυκλική διαδρομή της λίμνης, στον δρόμο προς Γρεβενίτι, θα σας οδηγήσει στη Μονή Βουτσάς. Βρίσκεται σε ένα καταπληκτικό φυσικό τοπίο και ιδρύθηκε το 672 από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ’ Πωγωνάτο όπως και οι μονές Μολυβδοσκέπαστης και Κουτσούφλιανης. Πυρπολήθηκε το 1430 από το Σινάν Πασά και το 1943 από τους Γερμανούς, αλλά και στις δύο καταστροφές το βυζαντινό, σταυροειδές με τρούλο αλλά και τρίκογχο αγιορείτικου τύπου, καθολικό της, διασώθηκε.

Στο εσωτερικό σώζονται το τέμπλο και οι αγιογραφίες του 1680 φιλοτεχνημένες από τον ιερομόναχο Αθανάσιο, σύμφωνα με την τεχνοτροπία της κρητικής σχολής. Στο μοναστήρι κατοικούν 7 μοναχοί. (Ανοικτά από νωρίς το πρωί έως τις 13:00 και από τις 15:00 έως τις 17:00, τηλ. 26560 31121).

Στην πλαγιά απέναντι από το Μέτσοβο βρίσκεται το Ανήλιο, ένα ακόμη βλαχοχώρι με μεγάλη παράδοση στην επεξεργασία του ξύλου και φημισμένο κυρίως για την κατασκευή βαρελιών και κυψελών. Νοτιοδυτικά του Μετσόβου και σε μικρή απόσταση από αυτό βρίσκεται το Ανθοχώρι, οι κάτοικοι του οποίου, σε αντίθεση με τα περισσότερα χωριά της περιοχής, δεν είναι βλαχόφωνοι.

Το χωριό διατρέχει το ρέμα Ρόνα, τα νερά του οποίου κατηφορίζουν ορμητικά από το βουνό Περιστέρι. Το ρέμα δίνει κίνηση σε μια νεροτριβή, έναν νερόμυλο και ένα μαντάνι (ή ντριστέλα) – το σύστημα των ξύλινων κόπανων δηλαδή με τους οποίους καθαρίζονταν μάλλινες κουβέρτες, φλοκάτες κ.λπ.

Οι τρεις μονάδες έχουν αναστηλωθεί και οι μηχανισμοί τους έχουν αντιγραφεί με πιστότητα συγκροτώντας ένα μουσείο υδροκίνησης που αξίζει να δείτε.

ΤΑ ΧΙΟΝΟΔΡΟΜΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ

Το χιονοδρομικό στη θέση Καρακόλι δημιουργήθηκε το 1966 με την τοποθέτηση του τελεφερίκ από το Ιδρυμα Τοσίτσα. Βρίσκεται σε υψόμετρο 1.340-1.520 μ. (Πληροφορίες: Ιδρυμα Τοσίτσα, τηλ. 26560 41205.) Λίγο βορειότερα, στη θέση Προφήτης Ηλίας δίπλα στο οροπέδιο Πολιτσιές, λειτουργεί το χιονοδρομικό Κέντρο «Πολιτσιές». Βρίσκεται σε υψόμετρο 1.430-1.600 μ. και έχει τρεις αναβατήρες συρόμενους και έξι πίστες που καλύπτουν όλα τα επίπεδα δυσκολίας. Λειτουργούν σχολές σκι, εγκαταστάσεις για ενοικίαση εξοπλισμού σκι και σνόουμπορντ, ενώ υπάρχει δυνατότητα για πραγματοποίηση διαδρομών στις Πολιτσιές και στη λίμνη Πηγών Αώου με snowmobile. Απέναντι από το χιονοδρομικό υπάρχει σαλέ με καφέ μπαρ και εστιατόριο. (Πληροφορίες: 26560 42772, www.metsovo-ski.gr ).

ΔΙΑΜΟΝΗ

«Κατώγι Αβέρωφ» (26560 42505, www.katogihotel.gr ). Το καλύτερο ξενοδοχείο του Μετσόβου είναι διακοσμημένο με πίνακες του Μανόλη Χάρου, κτιστά μπάνια, φωτεινά χρώματα και υπέροχα υφάσματα. Στο εστιατόριο του ξενώνα διοργανώνονται οινογνωσίες στη διάρκεια των οποίων οι συμμετέχοντες δοκιμάζουν τα κρασιά του οινοποιείου μαζί με τα περίφημα μετσοβίτικα τυριά. «Απόλλων» (26560 41844, www.metsovo-hotels.com). Μεγάλο, παλιό ξενοδοχείο που θεωρείται κλασική αξία στο Μέτσοβο. «Αρχοντικό Μετσόβου» (26560 29100, www.metsovohotels.com ). Πολύ καλό, κλασικό παραδοσιακό μετσοβίτικο ξενοδοχείο. «Αρωμα Δρυός» (26560 29008). Μεγάλο, πετρόκτιστο ξενοδοχείο με πολύ ιδιαίτερο λόμπι και τεράστια μπαλκόνια με θέα τις κορφές του Ζυγού. «Γαλαξίας» (26560 41202). Διάσημο ξενοδοχείο στην πλατεία του Μετσόβου. «Βικτόρια» (26560 41771, www.victoriahotel.gr ). Βρίσκεται στη βόρεια άκρη του χωριού και προσφέρει ωραία θέα και σύγχρονες ανέσεις. «Αστέρι Μετσόβου» (26560 42222, www.asterime-tsovo.com). Μεγάλο ξενοδοχείο πάνω στον κεντρικό δρόμο, κτισμένο στο ύφος των παραδοσιακών σπιτιών του χωριού.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

Μπορεί το Μέτσοβο να δημιουργήθηκε σαν χωριό βοσκών και κτηνοτρόφων, όμως οι κάτοικοί του διακρίθηκαν και σε άλλα επαγγέλματα. Το κορυφαίο προϊόν της περιοχής είναι βεβαίως τα τυριά, τα οποία πωλούνται σε όλα τα μαγαζιά και αποτελούν πλέον το δημοφιλέστερο… σουβενίρ.

Ολα ξεκίνησαν το 1958 χάρη στο τυροκομείο που έφτιαξε το Ιδρυμα Τοσίτσα. Με ενέργειες και έξοδα του Ιδρύματος οι τυροκόμοι σπούδασαν στην Ιταλία και πάντρεψαν την ιταλική τέχνη με τη μετσοβίτικη παράδοση.

Διασημότερο όλων είναι το νοστιμότατο καπνιστό μετσοβόνε (παρασκευάζεται από 90-100% αγελαδινό γάλα και 0-10% γιδίσιο). Ακολουθούν η ημίσκληρη μετσοβέλλα (από 80% πρόβειο γάλα, 10% αγελαδινό και 10% γιδίσιο), η γραβιέρα (από 100% πρόβειο γάλα), το γιδίσιο τύπου σεβρ (από 100% γιδίσιο γάλα) και η παρμεζάνα την οποία οι Ιταλοί θεωρούν κορυφαία (από 100% αγελαδινό γάλα).

Στο τυροκομείο του Ιδρύματος (επισκέψιμο κάθε Παρασκευή, 08:30-12:30) μπορείτε να δείτε τη διαδικασία παραγωγής και να προμηθευτείτε τα τυριά (θα τα βρείτε και στα περισσότερα καταστήματα του χωριού).

Μία ακόμη τέχνη που έκανε διάσημο το Μέτσοβο είναι η ξυλογλυπτική. Από τα χρόνια της τουρκοκρατίας οι Μετσοβίτες ταλιαδόροι όργωναν τα Βαλκάνια με τ’ άλλα σινάφια των μαστόρων στολίζοντας με τα έργα τους σπίτια και εκκλησίες.

Αρκετοί είναι εκείνοι που συνεχίζουν την παράδοση φτιάχνοντας κυρίως εκκλησιαστικά είδη και έπιπλα – μεταξύ τους είναι ο Κώστας Μπλέτσος ο οποίος υποδέχεται με χαρά τους επισκέπτες στο εργαστήριό του. (Πληροφορίες: 26560 41286, www.bletsos.gr ).

Πάνω από την πλατεία βρίσκεται το εργαστήρι του ελληνοράπτη (τερζή) Γιώργου Μπούμπα, ο οποίος ράβει ελληνικές στολές τα τελευταία 51 χρόνια. Από τα χέρια του έχουν «γεννηθεί» αμέτρητες προίκες, καθώς και παραδοσιακά μετσοβίτικα ρούχα, ενώ ο ίδιος έχει διδάξει την τέχνη της παραδοσιακής φορεσιάς με τη συνεργασία του Ιδρύματος Τοσίτσα. Στο εργαστήριό του λειτουργεί και ένας αξιόλογος χώρος με αυθεντικές αντίκες και ωραία κοσμήματα. (Τηλ. 26560 42580)

ΤΟ ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΟ ΚΑΤΩΓΙ ΑΒΕΡΩΦ

Στο Μέτσοβο παράγεται ένα από τα πιο γνωστά κρασιά της χώρας μας, το «Κατώγι Αβέρωφ». Η οινοποιία της περιοχής ήταν γνωστή από πολύ παλιά, όμως ξαναζωντάνεψε από τον Ευάγγελο Αβέρωφ όταν ανακάλυψε σε ένα παλιό κατάστιχο του 1723 ότι οι αμπελώνες του Μετσόβου έδιναν 50.000 μπουκάλια κρασί. Μετά το 1950 ζωντάνεψε τον αμπελώνα στη θέση Γινιέτς, καλλιεργώντας, για πρώτη φόρα στην Ελλάδα, την ποικιλία cabernet sauvignon. Χρησιμοποιώντας αρχικά το κατώγι του αρχοντικού Τοσίτσα και στη συνέχεια το σύγχρονο οινοποιείο, κατάφερε να κάνει γνωστή παγκοσμίως τη μετσοβίτικη οινοποιία. Σήμερα στο οινοποιείο εμφιαλώνονται περισσότερες από 15 ετικέτες από αγιωργίτικο, ξινόμαυρο, εσχάτως την παλιά ποικιλία βλάχικο και διάφορες γαλλικές ποικιλίες. Το οινοποιείο βρίσκεται στα υπόγεια του ξενώνα «Κατώγι Αβέρωφ» και κατά την ξενάγησή σας θα δείτε μια μικρή έκθεση προσωπικών αντικειμένων και φωτογραφιών του Ε. Αβέρωφ, δρύινα βαρέλια ιδιαίτερης αισθητικής, κινηματογραφικές προβολές για την ιστορία του αμπελώνα στο Μέτσοβο, προβολές σε διάφανες οθόνες και ένα ατμοσφαιρικό wine bar. Θα καταλήξετε στο εκθετήριο του οινοποιείου όπου υπάρχουν εκτός από κρασιά και πολλά αντικείμενα σχετικά με το κρασί. (Ανοικτό: 09:00-15:00, πληροφορίες στο τηλ. 26560 42505, www.katogihotel.gr ).

ΦΑΓΗΤΟ

«Γαλαξίας» (26560 41202). Θεωρείται εδώ και χρόνια το «καλό» εστιατόριο του Μετσόβου, με μαγειρευτά, νόστιμες σούπες, σαλάτες με μετσοβέλλα και βλάχικες πίτες. «Μπες στο ψητό» (26560 42340). Για εξαιρετικό κοντοσούβλι προβατίνα και χοιρινό, γίδα βραστή, κοτομπουκιές, κρασάτο μοσχάρι. «Απόκεντρο» (26560 41801). Από τα καλύτερα εστιατόρια του χωριού με κορυφαίο κοντοσούβλι, χορτόσουπα και γίδα βραστή. «Παραδοσιακό» (26560 42773). Για κοντοσούβλια (πρόβεια και χοιρινά), πίτες πισπιλίτες, κεφτέδες με πράσο, φασολάδα, άγρια χόρτα και μοσχάρι με σάλτσα τυριών. «Το κουτούκι του Νικόλα» (26560 41732). Ταβερνάκι με αυθεντικό σπιτικό μετσοβίτικο φαγητό και πολύ φιλικό σέρβις.

Κείμενα: Λεωνίδας Τηνιακός
Φωτογραφίες: Ηρακλής Μήλας

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/918

ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΘΕΑΤΡΟΥ

Εισαγωγική διάλεξη σε ακροατήριο εκπαιδευτικών στο σεμινάριο του
ΙΝ.ΠΑΙ.ΘΕ.ΘΕ. σε συνεργασία με τον Δήμο Καισαριανής με θέμα “το
θέατρο ως παιδαγωγικό εργαλείο” τον Δεκέμβριο 2002.
Εισηγητής Τάκης Χρυσούλης

Μέρος Α΄
Ξεκινώντας την επαφή μας σε αυτό το σεμινάριο, με θέμα «το θέατρο σαν παιδαγωγικό εργαλείο», θεωρώ σημαντικό το να σας υπενθυμίσω σύντομα τις βασικές αρχές και την πορεία του θεάτρου. Για να μιλάμε μια κοινή γλώσσα ως προς τον σκοπό και την αξία του θεάτρου, πρέπει να εξετάσουμε τα ιστορικά δεδομένα που το γέννησαν. Να εξετάσουμε συνοπτικά, στοιχεία από τη γέννησή του. Να ερευνήσουμε αρχικά πώς δημιουργήθηκε, κατόπιν πώς εξελίχθηκε και ακόμα πώς φτάνει σήμερα στα χέρια μας. Τέλος να δούμε πώς μπορούμε να το χειριστούμε και να το αξιοποιήσουμε σήμερα. Τι εννοούμε όταν λέμε θέατρο; Από πρώτη άποψη θέατρο είναι ό,τι “παρίσταται” ως γεγονός, μέσα σε μια σύμβαση, της οποίας είτε γνωρίζουμε τους κανόνες της, είτε δεν τους γνωρίζουμε και συμμετέχουμε, από ένστικτο, οπότε τους δημιουργούμε ως θεώμενα και θεατές. Και στις δυο περιπτώσεις βασιζόμαστε στην ύπαρξη μιας υπόγειας διαδρομής την οποία ας ονομάσουμε γενικότερα “σύμβαση αποδοχής”. Δηλαδή, μια κοινή αναγνωρίσιμη αίσθηση επαφής, όμοια μ’ αυτή που υπάρχει σε βασικά στοιχεία της καθημερινότητάς, όπως ο πόνος κι η χαρά μας. Συμπάσχουμε δηλαδή με τα παθήματα των άλλων με βάση έναν κοινό κώδικα λειτουργιών. Υπάρχει μία υπόγεια σχέση μεταξύ μας, η οποία εξελίσσεται πολλές φορές σε έκφραση συμπάθειας ή αντιπάθειας. Αυτό συμβαίνει απ’ ό,τι καταγράφεται εδώ και χιλιάδες χρόνια και χαρακτηρίζεται ως βαθύτερη και παλαιότερη επικοινωνιακή μέθοδος.
Το θέατρο όμως αποτελεί παράλληλα και ένα τμήμα, ένα κομμάτι της ζωής. Δηλαδή, σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας είμαστε θεατές και θεώμενα. Αυτομάτως, συμμετέχουμε με τις δύο αυτές ιδιότητες. Η δράση μας κάτω απ’ αυτές τις έννοιες καταλήγει σε “θεατό” και εξ’ αυτού μέσα από τεχνικούς κανόνες σε “θέατρο”.
Ας εξετάσουμε το επάγγελμά σας ή σωστότερα λειτούργημα σας, κάτω από αυτή τη σκοπιά. Ο δάσκαλος όταν μπαίνει στην τάξη καθίσταται “θεατής” καθώς βλέπει τους μαθητές και τις αντιδράσεις τους στα θρανία, αλλά συνάμα και “θεώμενο” αφού παραδίδει και τον “θεώνται” οι μαθητές. Αυτή η διαλεκτική, της δια του βιώματος μάθησης είναι θεμελιακή ανταλλαγή. Στην εξέλιξή της με επιβεβαίωση της αρτιότητας της μέσω της εμπειρίας καταλήγει στην δια του “ήθους” μάθηση. Με αυτό το δεδομένο αντιλαμβανόμαστε την όλη ανταλλακτική διεργασία του μαθήματος και ανατρέχουμε συγχρόνως και σε μια βασική “σύμβαση αποδοχής”. Απ’ αυτό λοιπόν αρχίζει μια πολυεπίπεδη σύμβαση συμπεριφοράς τους κώδικες της οποίας θα εξερευνήσουμε κι εμείς σε τούτο το σεμινάριο «Το Θέατρο σαν Παιδαγωγικό Εργαλείο» και ειδικά στο μάθημα: «Γέννηση και σκοπός του θεάτρου».
Σε μια εποχή που είναι “εικονοκρατική”, όπου δηλαδή η εικόνα πάει να υποτάξει το λόγο και εξ’ αυτού και τη λογική των πραγμάτων, ερχόμαστε εμείς να δούμε τι μπορεί να μας προσφέρει σήμερα το θέατρο. Το σύνθετο είδος αυτό της τέχνης που υπηρετεί και υπηρετείται συνάμα, από το λόγο και την εικόνα. Θα προσπαθήσουμε να αναστηλώσουμε δηλαδή το ένα παθητικό του σκέλος, στον τρέχοντα καιρό, να θεραπεύσουμε το λαβωμένο σήμερα πόδι του… τον λόγο. Αναζητάμε μέσα απ’ το παιχνίδι της εικόνας και της ουσιαστικής βίωσης και αναβίωσής της, τη “λογική” επικοινωνία.
Το θέατρο (με προαισθητική μορφή) ξεκινάει από τα πρωτόγονα χρόνια όπως όλες οι τέχνες. Εκεί αρθρώνει τον πρώτο του λόγο, κι απλώνει το πρώτο του βήμα. Από τη στιγμή που στέκεται ο άνθρωπος στα δύο του πόδια, αρχίζει να θέτει το ερώτημα «ποιος είμαι». Συγχρόνως του γεννιέται η ανάγκη τόσο να μοιραστεί την απορία του με τους γύρω του όσο και ν’ απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα. Αυτό συντελείται αυθόρμητα. Αυτή η εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου για έκφραση της απορίας του, υποδηλώνει την παρουσία του και είναι σύμφυτη με την δράση του. Όπως ποτέ δεν ρώτησε γιατί τρώω. Ίσως, κατά βάθος, γιατί το νιώθει σαν απαραίτητο για να ζήσει. Έτσι δεν ρώτησε ποτέ γιατί ζωγραφίζω, γιατί τραγουδώ, γιατί παριστάνω! Ίσως το νιώθει σαν εξίσου απαραίτητο για να επιβιώνει.
Έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι από τα πρώτα χρόνια, καθώς ο πρωτόγονος άνθρωπος μαζεύεται γύρω από τη φωτιά- όταν ησυχάζει και δεν τον κυνηγάνε τα θηρία, και έχει φάει- αρχίζει και αναρωτιέται, από που έρχεται, που πάει; Αυτά λοιπόν τα βασικά του ερωτήματα, που τα έχει από την πολύ πρώιμη εμφάνισή του στον κόσμο, τον ακολουθούν μέχρι σήμερα και ανεξαρτήτως συνθηκών διαβίωσης, κατά το μάλλον ή ήττον τον προβληματίζουν ουσιαστικά.
Μ’ αυτές λοιπόν τις βασικές ερωτήσεις ξεκίνησε -και τον βλέπουμε ακόμα και μέχρι σήμερα να συνεχίζει αποκρινόμενος στις ίδιες. Αυτό που λέω μπορεί να γίνει φανερότερο αν εξετάσουμε στις μέρες μας λαούς που βρίσκονται ακόμα σε “πρωτόγονο” στάδιο. Κάθονται πάλι γύρω από μια φωτιά, κάτω από κάποιο τοτέμ ή κάποια σύμβολά τους και ψάχνουν μέσα από τελετές να βρούνε τον Θεό τους. Που σημαίνει τον σκοπό, τον προορισμό τους. Και τέλος να δώσουν απάντηση στη μέγιστη απορία·τι γίνεται όταν πεθάνουν! Έτσι έχουμε, όπως στο παρελθόν, σαν απόρροια αυτού τις τελετές. Τελετές γέννας, διαιώνισης, γάμου και ταφής. Μέσα απ’ αυτές τις ίδιες τελετές, όταν προ αιώνων άρχισε ο άνθρωπος να τις τελεί και να τις καλλιεργεί, αναζητώντας συγχρόνως και τον καλύτερο τρόπο τέλεσής τους, ξεκίνησε και το πρώτο σπέρμα του θεάτρου. Γι’ αυτό πέρα απ’ την εξέλιξη των κοινωνιών η ερώτηση και η ανάγκη απάντησης παραμένει το ίδιο θεμελιώδης. Μ’ αυτήν το κάθε πρόσωπο «άνω-θρώσκει». Αναζητά δηλαδή τον προορισμό του. Επιδιώκει την πρώτη σύνδεση με τους
προγόνους. Η προσωπικότητά του αναζητά τη σύνθεση της, ανατρέχοντας στους θεμελιωτές της φυλής, στις ρίζες. Αναμετρά το “χρόνο”, την ομοιότητα, την εναλλαγή και την επανάληψη του όποιου ιστορικού ή μυθικού γεγονότος. Αυτό αποτελεί και το κλειδί της αναγνώρισης της ταυτότητας και συνάμα ανάλυσης της ιδιοσυστασίας του προσώπου.
Πρωταρχικός σκοπός του θεάτρου παράλληλα με την εξέλιξη αυτού του ίδιου του προσώπου, μέσα απ’ την ερώτηση και η προσπάθεια απάντησης στο: Ποιος είμαι; Από πού έρχομαι; Πού πάω; Κι η αναζήτηση αυτή δεν έχει πάψει να απασχολεί συνεχώς και αδιαλλείπτως την τέχνη αυτή καθαυτή, ως πρωταρχικό ερώτημα. Δηλαδή εν’ σπέρματι, έτσι όπως ξεκινάει η έντεχνη έκφραση δεν παύει να περικλείει μέσα της αυτά τα ερωτηματικά: ποιος είμαι, τι θέλω και που πάω. Και η προσπάθεια απάντησης σ’ αυτά αποτελεί τον πρώτο υπαρξιακό, θεατρικό, “καλλιτεχνικό διάλογο» του ανθρώπου.

Μέρος Β΄
Ανέκαθεν ο άνθρωπος μ’ έναν τρόπο αντιμετωπίζει το άγνωστο. Με την προσπάθεια να διατυπώσει πειστική απάντηση στο ερώτημα «Ποιος είμαι». Στο ίδιο βασικό ερώτημα καλείται να δώσει απάντηση και σήμερα. Πάνω λοιπόν σ’ αυτή τη γραμμή κινείται, κατά συνέπεια, από τα πρώτα δειλά βήματα της μέχρι σήμερα, η οργανωμένη κοινωνία. Σκοπός μου δεν είναι εδώ να σας διδάξω ιστορία ή κοινωνιολογία, μα να αποδείξω πώς γεννιέται και εξελίσσεται το θέατρο παράλληλα με την όλη πορεία της ανθρωπότητας και τι υπηρέτησε αυτή η εξέλιξή του.
Ανατρέχουμε λοιπόν στην πρώιμη ιστορική εποχή όπου όσο αναπτύσσεται ο άνθρωπος τόσο αρχίζει σιγά-σιγά, να μας αφήνει και μαρτυρίες. Τότε, στα πρώτα ιστορικά βήματα, κάποιοι άνθρωποι ξεχωρίζουν. Κάποιοι ήρωες, κάποιοι ιερείς-μάντεις. Τέλος κάποιοι εκλεκτοί μεταξύ Θεού και ανθρώπου, οι λεγόμενοι “ημίθεοι”, κυρίως συμβάλουν στην κατάθεση “πειστικών απαντήσεων”. Ξεχωρίζει λοιπόν απ’ τη μία ο ήρωας ο οποίος σώζει μια ομάδα (π.χ. Οιδίπους) ή ηγείται μιας δράσης ακραίας που πηγάζει απ’ τον συγκρουσιακό χώρο, ατομικό ή συλλογικό-κοινωνικό (Αντιγόνη-Ορέστης). Απ’ την άλλη ξεχωρίζει ο ιερέας ή ο άρχοντας (στους παλαιότερους χρόνους ταυτίζονται οι δύο αυτοί ρόλοι). Τους μύθους και την ερμηνεία της θέσης των ηρώων χειρίζονται σαν συστηματική γνώση και την συγκεντρώνουν, τα ιερατεία.
Έτσι αρχίζει, μία συσσώρευση σχετικής γνώσης παράλληλα με την εξέλιξη των Μυστηριακών Τελετών που την κατοχυρώνουν στους ολίγους, εκλεκτούς των ναών. Όταν λοιπόν έχουμε τους ήρωες, τους βασιλιάδες και τους ιερείς, τους ιεροφάντες, τους μύστες, αρχίζει με αυτούς πια να υπάρχει συσσωρευμένη γνώση σε σχέση με τις απαντήσεις στα μεγάλα ερωτηματικά και τα λοιπά προβλήματα του ανθρώπου. Από τα απλά ερωτηματικά, μέχρι τα βαθύτερα τα διαχειρίζονται κάστες. Δηλαδή από τη γνώση του πώς ο άνθρωπος θα κρατήσει ένα σφυρί ή ένα εργαλείο απλό, μέχρι το πώς πρέπει να τον θάψουνε για να πάει άνετα και ήρεμα στον κάτω κόσμο και μέχρι το πώς θα θυσιάσει σωστά για να τον ευνοήσουν οι θεοί.
Μέσα απ’ αυτές λοιπόν τις πρωταρχικές γνώσεις-δοξασίες, αρχίζουν οι ομάδες και δημιουργούν τελετές, δηλαδή ομαδικές εκδηλώσεις. Και στις τελετές αυτές αρχίζει ναυπάρχει μια πίστη και μια  γνώση, ότι αν γίνει αυτό, θα έχουμε αποτέλεσμα αυτό. Προσπαθούν να κυριαρχούν λοιπόν κοινωνικά οι ομάδες αυτές, με φυσικό τους αρχηγό, έναν ήρωα, έναν βασιλιά, και με το ιερατείο παράλληλα. Εκεί ακριβώς που συγκεντρώνεται όλη η γνώση (Δελφοί, Δωδώνη, Σαμοθράκη) είναι το στεγανό πιο ισχυρό. Τώρα ξέρουμε ότι μεταφέρθηκε γνώση και από πολλά αρχαιότερα βασίλεια, έξω απ’ την Ελλάδα, δηλαδή Αίγυπτο, Ασσυρία, κ.λπ. και η μεταφορά και προστασία της από τα ιερατεία τα ισχυροποιεί ακόμα περισσότερο. Δημιουργούνται δε από τα στεγανά αυτά της γνώσης, κάστες
ηγεμόνων, και κάστες ιερέων που άρχουν-κυβερνούν.

Επιστρέφουμε στον περίφημο 7ο και 6ο π.Χ. αιώνα εδώ στην Ελλάδα, όπου για πρώτη φορά δημιουργείται το φαινόμενο η ισχύς-γνώση και η διοίκηση να ξεφεύγουν σιγά-σιγά από τα χέρια των ελαχίστων και να περνάνε στα χέρια του λαού. Αρχίζουνε οι πρώτοι νόμοι της δημοκρατίας να θεμελιώνονται.
Μην ξεχνάμε ότι πριν εμφανιστεί εδώ η δημοκρατία, έχουμε εξίσου ισχυρά ιερατεία και ισχυρούς βασιλείς που οδηγούν σε πολέμους για τη διεύρυνση της κυριαρχίας τους στην Ελλάδα. Από πλευράς ιερατείου έχουμε κυρίως το Μαντείο των Δελφών που ήταν για την εποχή του η διεθνής οικονομική τράπεζα και το διεθνές θησαυροφυλάκιο της γνώσης παράλληλα. Γιατί έστελναν απεσταλμένους στο μαντείο των Δελφών; Δεν είναι τυχαίο. Γιατί πίστευαν ότι διαχειρίζονται εκεί κάποια στοιχεία προορατικότητας ή και ακόμα γνώσης και ότι οι ιερείς και Σίβυλλες είναι οι διαχειριστές αυτών των πραγμάτων μέσα από το Θείο. Αυτό το μοντέλο διαφοροποιείται με τα χρόνια, κυρίως μετά τους νόμους τους Σόλωνα. Η διαχείριση του Κράτους ευρύνεται. Περνά σε περισσότερα χέρια χάρη στην οικονομική άνοδο των χαμηλότερων τάξεων. Έτσι φτάνουμε στην εποχή όπου αρχίζει να ανοίγεται η
εξουσία και σπάνε σιγά-σιγά τα στεγανά. Αυτό είναι μια μεγάλη και μοναδική κίνηση στην ανθρωπότητα όπου τα θέματα εξουσίας και παράλληλα τα συνδεόμενα με την εξουσία θέματα γνώσης, φεύγουν από τις μικρές κάστες και απλώνονται και γίνονται κτήματα όλου του λαού. Παράλληλα διευρύνεται και η μύηση στα Ελευσίνια Μυστήρια.
Κατά ευτυχή συγκυρία μετά τον Σόλωνα έχουμε τους Μηδικούς πολέμους όπου αυτό το άνοιγμα επιβεβαιώνεται και ως ικανό και αναγκαίο να συντηρήσει και να εξελίξει μια Πολιτεία. Αυτό το εισπράττουν οι Αθηναίοι πολίτες με τις νίκες τους. Η διαχείριση της εξουσίας και της γνώσης έχει φύγει από 3-10 ανθρώπους και αρχίζει η συμμετοχή του λαού.
Αυτή αποδεικνύεται εξαιρετικά σωστή κίνηση για την πόλη-κράτος. Γίνονται περήφανοι για τη Δημοκρατία και μετατρέπονται πια και αυτοί σε κυρίαρχο κράτος. (Θαλασσοκρατορία, κ.λπ.). Τι ανταπόκριση έχει αυτό το πράγμα μέσα στην γενικότερη κοινωνική δομή; Βλέπουμε ότι αρχίζει το ιερατείο να αποδυναμώνεται ή να προσαρμόζεται. Όπως το γνωρίζουμε, σε μια καίρια ανανέωση, μπαίνουν νέα στοιχεία στη λατρεία των παλαιών θεών (Βάκχες). Γίνεται μια κίνηση, θα έλεγα, αποκέντρωσης της εξουσίας και της γνώσης. Ακόμα και η εξουσία του ενός, παρόλες τις παρενθέσεις των Τυράννων, περνά για λίγο μέσα από την εξουσία των ολίγων ή αρίστων και μετά στον Δήμο, στο σύνολο των Πολιτών. Ακόμα και στην «ενός ανδρός αρχή» αυτόν τον ένα τον εκλέγει ή τον οστρακίζει ο Λαός.
Κατόπιν αυτό θεμελιώνεται και επίσημα μέσα από τη διεύρυνση των τελετουργιών. Από τις αγροτικές, πρωτόγονες και μη εξελιγμένες τελετές από τα Εν Αγροίς Διονύσια, καταλήγουμε στα Εν Άστυ. Κουβαλούν από τους αγρούς γύρω από την Αθήνα – από Βραυρώνα, Αφίδνες, Ωρωπό, κ.λπ.- τις τελετές και τις φέρνουν μέσα στο Άστυ. Γίνεται μεγάλος θεός ο Διόνυσος και αρχίζει σιγά-σιγά αυτό που λέμε φανερός διάλογος των τελετουργών. Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο που θα εισαγάγει, η νέα λατρεία, σαν κύριο στοιχείο εξέλιξης και προχωρήματος των ανθρώπων. Ο διάλογος πλέον συντελεί καθοριστικά και στην εξέλιξη των κοινωνιών. Πριν που δεν τον είχαμε αποφάσιζε ο -ελέω θεώ- βασιλεύς ή ο κλήρος που είχε τη φώτιση από πάνω. Εδώ τι νέο έχουμε; Εδώ αρχίζει ένας ανοιχτός διάλογος όπου ο εξάρχων (κορυφαίος) διαλέγεται με τον χορό. Τι θα πει ανοιχτός διάλογος; Η ανταλλαγή γνώμης όπου εκφράζεται και η άλλη άποψη δημόσια. Πάνω πάντα σε θεσμοθετημένους
κανόνες (νόμους).

Αιτία και αποτέλεσμα αυτού του διαλόγου είναι και το θέατρο. Ξεκινάει όπως το εξηγήσαμε με μια πορεία από την αρχική λατρευτική-θρησκευτική αναζήτηση του και εξελίσσεται όσο αναπτύσσεται κοινωνικά και πνευματικά ο άνθρωπος. Τότε αρχίζει ο διάλογος του να διατυπώνεται δυνατά. “Ακροαματικά”. Δεν φεύγουν βέβαια οι θεοί. Απλώς πάνε κάπως στην άκρη οι ιερείς-μεσολαβητές και αναλαμβάνει ο ίδιος ο άνθρωπος, ως ηθοποιός πια, να διαλέγεται με τους Θεούς του. Κατεβάζει επί σκηνής τα ιερά και όσιά του και διαλέγεται με θάρρος και παρησσία απέναντι στο θείο.
Αυτό είναι το σπουδαιότερο βήμα που έκανε ο άνθρωπος στην πορεία του. Από την εσωστρέφεια, και την κάστα των κρατούντων, των κατεχόντων τη γνώση και την εξουσία, φέρει δυναμικά προς τα έξω αυτή τη γνώση. Ακόμα και η ανάγκη πια για εξουσία γίνεται θέμα διαλόγου πάνω στη θεατρική σκηνή μαζί με τα λοιπά ερωτηματικά που βασάνιζαν τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Πιστεύω ότι αυτή η δημόσια κοινωνία και θέαση των σπουδαίων ερωτημάτων υπήρξε από τα μεγαλύτερα γεγονότα που συνέβησαν στην ανθρωπότητα. Δεν δίνουν τέτοιες διαστάσεις σήμερα σ’ αυτό το γεγονός και δεν ξέρω γιατί. Σε αυτή τη διάσταση της πράξης που ρωτάει και απαντά στο ποια είναι η γέννηση, ο σκοπός και η πορεία του ανθρώπου και που είναι η κύρια λειτουργία του θεάτρου. Στην Αθήνα, όπου γεννήθηκε το θέατρο, όπως πολύ καλά ξέρετε, είχε παιδευτικό- εκπαιδευτικό σκοπό. Ήταν η δια βίου εκπαίδευση των πολιτών της. Η δια βίου εκπαίδευσή τους, στην Δημοκρατία, στους Νόμους, στην Τέχνη, στη θρησκεία.

Ναι, ναι, γι ’αυτό χρησιμοποιούσαν το ρήμα διδάσκω στο αρχαίο δράμα. Αυτό λοιπόν το μοναδικό στον κόσμο γεγονός που παρουσιάζει τον διάλογο πάνω στα ουσιώδη θέματα που απασχολούν διαχρονικά τον άνθρωπο, το πρωτοαντικρίζουμε στο θέατρο. Αλλά συγχρόνως βέβαια, μην το παραγνωρίσουμε έχει εμφανιστεί στη βουλή της Αθήνας, στο δήμο, στα δικαστήριά της, κ.λπ.
Έχει αρχίσει δηλαδή να μοιράζεται το παιχνίδι εξουσίας και γνώσης με τη νέα του μορφή. Τι γίνεται τώρα. Βλέπουμε ξαφνικά, μία τελετή που γινότανε μεταξύ παγανισμού και χαράς της
ζωής, απευθυνόμενη σε όλους και βιωνώμενη απ’ όλους, στα Διονύσια στους αγρούς, και την πόλη. Αποκτά αστικά γνωρίσματα και χαρακτηριστικά και εξελίσσεται.

Αρχίζει λοιπόν τα πρώτα βήματα με τον Θέσπη, σιγά-σιγά καταλήγει στους τρεις μεγάλους τραγικούς, (δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε τώρα ανάλυση εδώ). Από τον Αισχύλο, στον
Σοφοκλή, στον Ευριπίδη, στον Αριστοφάνη και βλέπουμε τι; Όσο εξελίσσεται το θέατρο,
ανοίγει ο διάλογος. Δηλαδή γίνονται περισσότεροι οι ηθοποιοί, γίνονται περισσότερα τα
δρώντα πρόσωπα. Αυτό έχει πάντα μια αναλογία, όπως βλέπετε, σύμφωνα με την κοινωνική
εξέλιξη των ανθρώπων. Έχει περισσότερους συμμετέχοντες, όπως η ζωή και η κοινωνία,
έχει όλο και περισσότερους συμμετέχοντες, τους ενεργούς πολίτες. Γιατί όπως καλά θα
ξέρετε, δεν υπήρχε ανενεργός πολίτης στην Αθήνα. Έτσι και στο θέατρο από τον χορό
ξεφεύγουν πρόσωπα και σιγά-σιγά γίνονται όλο και περισσότεροι οι ενεργοί, οι πρωταγωνιστές. Ξεκινάνε λιγότεροι στον Αισχύλο περισσότεροι στον Σοφοκλή κι ακόμα πιο πολλοί στον Ευριπίδη που είναι και πιο εξελιγμένοι και ζωντανοί και φτάνουμε έτσι στην κορύφωση του είδους.
Αυτά λοιπόν είναι τα πρώτα στοιχεία για να δούμε πώς ακολουθεί το θέατρο την κοινωνική
εξέλιξη και το αντίστροφο. Καθώς και ποιος υπήρξε ο πρώτος στόχος του.
Συνοπτικά να πούμε, ότι ο πρώτος στόχος του είναι να εκφράσει μέσα από τα δεδομένα της εποχής του τη γνώση απέναντι στο αγωνιώδες ερώτημα «Ποιος είμαι». Η αγωνία του να αρθρώσει την όποια πειστική απάντηση, πάνω στο ποιος είναι ο άνθρωπος και που πάει και δεύτερον να διαλεχθεί με το Θείο. Λέει στην Ελένη ο Ευριπίδης. «Τι είναι θεός, τι άνθρωπος και τι ανάμεσό τους». Από ανάγκη απόκρισης σ’ αυτό ξεκινάει το θέατρο. Τώρα, σας είπα ότι κι αυτό το ίδιο το ερώτημα γίνεται ανάγκη κοινωνική, ανάγκη προσωπική, ανάγκη έκφρασης, ανάγκη ολοκλήρωσης. Γεννήθηκε όμως παράλληλα με αυτές τις κοινωνικές αιτίες που άνθησε και η ιδέα της συλλογικής συνείδησης (πόλις).
Οι βασικές ρίζες τους όμως αν ψάξουμε βρίσκονται σε όλα αυτά τα πράγματα. Πιστεύω, αν και αυτό πιθανόν είναι λάθος από επιστημονική άποψη, ότι αν δεν υπήρχε δημοκρατία στην Αθήνα, δεν θα είχαμε θέατρο. Δηλαδή κάνω έναν συλλογισμό. Αν δεν μπορούσαν να διαλεχθούν οι άνθρωποι, θα μπορούσε να γίνει θέατρο χωρίς διάλογο; Δεν θα μπορούσε να γίνει πιστεύω. Είχαμε ποίηση, ζωγραφική, φιλοσοφία, είχαμε το μια, τη άλλη μορφή τέχνης σε όλες τις κοινωνίες. Όμως δεν μπορούσε να γίνει θέατρο. Και μην ξεχνάτε ακόμα και στα Ομηρικά έπη, τι έχουμε; Έχουμε τα πρώτα σπέρματα του διαλόγου. Ο Όμηρος ξεκινάει και λέει, «τραγούδησέ μου την έχθρητα, Μούσα, ανάμεσα στον Αγαμέμνονα και στον Αχιλλέα».
Έχουμε λοιπόν αυτομάτως ακόμα και στο έπος του Ομήρου, το συγκρουσιακό στοιχείο όπου πάνω του διαλέγονται οι αντίπαλοι άρχοντες. Έχει δηλαδή τον διάλογο… αυτό το βασικό στοιχείο του θεάτρου που καλλιεργήθηκε στην Αθηναϊκή Δημοκρατία. Αυτό το βασικό στοιχείο της εξέλιξης και της πορείας του ανθρώπινου γένους.
Τώρα γνωρίζετε παρακάτω –για να φτάσουμε να κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο της ιστορίας του θεάτρου εν γένει- ότι όσο ο πολιτισμός μέσα στους σπειροειδείς κύκλους του ανέβαινε ή κατέβαίνε την ανάλογη πορεία ακολουθούσαν όλες οι μορφές της τέχνης και μαζί τους το θέατρο.

Δηλαδή προχωράει στους Ρωμαϊκούς χρόνους, με την ηγεμονία της Ρώμης πριν από τον Χριστό, προσπαθώντας να μιμηθεί το αρχαίο ελληνικό κλασικό θέατρο, μέχρι που φτάνει στην έκπτωση του στα κολοσσαία και στα στάδια όπου και αποδομείται και σχεδόν ξαναγυρίζει πάλι στην ανθρωποθυσία.
Να ένα άλλο στοιχείο κοινό σε όλες τις θρησκείες. Βλέπουμε όπως και στην αρχαία ελληνική μυθολογία-θρησκεία στην «Ιφιγένεια», την ανθρωποθυσία και πώς αυτή μεταλλάσσεται σε ζωοθυσία στην εξέλιξη. Θεωρούν σε όλες σχεδόν τις παλαιότερες θρησκείες ότι αν δεν θυσιαστεί άνθρωπος δεν εξελισσόταν η ανθρωπότητα, δεν εξευμενιζόταν το θείο. Και μόνο με το πέρασμα των αιώνων φτάνουμε στις αναίμακτες θυσίες πια. Μια από αυτές είναι και η θυμέλη, ο βωμός του θεάτρου.
Όσο υπάρχουν αυτά τα πρωταρχικά στοιχεία που συγκρουόμενα συγκροτούν τον άνθρωπο, κι όσο θα βυθίζεται μέσα τους για να τα αποκαλύψει, θα υπάρχει η ανάγκη του θεάτρου. Τώρα θέλω να διατυπώσω ακόμα λίγα θεμελιώδη ερωτήματα για την εν γένει εξέλιξή του θεάτρου. Δηλαδή, τι γίνεται και μένει ζωντανό το θέατρο τόσους αιώνες; Γιατί βλέπουμε ότι και στους δύσκολους καιρούς, δηλαδή, μεσαίωνα, βυζαντινοί χρόνοι κ.λπ. μπορεί να γίνεται μια προσπάθεια να απαληφθεί το θέατρο αλλά αυτό αποβαίνει μάταιο. Γιατί κι αυτό είναι σαν τις κοινωνικές, τις ανθρώπινες δυνάμεις τις οποίες αν πιέσεις από την μια πλευρά – το ξέρουμε κι από τους νόμους της φυσικής- βγαίνουν από κάπου αλλού. Δηλαδή είτε ο χριστιανισμός ο οποίος μέσα από τους διοικούντες τα εκκλησιαστικά – κακώς- δεν μπόρεσε έπειτα από τις πρώτες συγκρούσεις να ενσωματώσει μέσα του στοιχεία ουσιαστικά του θεατρικού δρώμενου. Κατόπιν βέβαια ανακάλυψε τον σπερματικό λόγο όπως λέμε σήμερα οι χριστιανοί. Ναι, δεν μπόρεσαν από την αρχή να τον ενσωματώσουν σωστά. Και τι έκαναν;
Δίωξαν, την παλιά θρησκεία και ό,τι θύμιζε την παλιά θρησκεία και μέσα από αυτά και το θέατρο και τη ζωγραφική, γλυπτική, κ.λπ. Αυτά είναι τα μεγάλα λάθη. Κι όχι του χριστιανισμού, για να είμαστε εξηγημένοι. Είναι των χειριστών της δύναμης που απέκτησε ο χριστιανισμός μετά το 330 μ.Χ. και μετά τον μέγα Κωνσταντίνο. Τι έγινε; Όπως και οι άλλες τέχνες, το θέατρο άντλησε απ’ την ουσία της χριστιανικής διδασκαλίας και δημιούργησε εκ νέου. Το θέατρο δρα, όπως όλα τα μεγάλα φυσικά φαινόμενα, αν πέσει στο νερό αλάτι θα διαλυθεί αλλά δεν θα εξαφανιστεί.
Αυτοί που το διώκουν παίρνουν τα στοιχεία της οικονομίας του κι αυτόν τον ίδιο κώδικά επικοινωνίας και τι τον κάνουν; Τον φέρουν ακόμα και στο τελετουργικό όπου γίνεται μια Θεία θυσία. Με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιήσανε οι Πατέρες της Εκκλησίας, το σπερματικό λόγο, όπως λέμε τη σοφία των αρχαίων Ελλήνων. Αυτό αποτέλεσε μια από τις πολύ σωστές κινήσεις στην εξέλιξη, της ιστορίας του ατόμου και στην Ανατολική και στη Δυτική Εκκλησία. Επιπλέον εν μέρει χρησιμοποιήσανε το “στήσιμο” του δράματος στο τελετουργικό της Ανατολικής αλλά και εν μέρει της Δυτικής Εκκλησίας.
Τι συμβαίνει κι η ουσία μένει αναλλοίωτη; Τα σπέρματα υπάρχουν όσοι αιώνες κι αν πέρασαν. Δεν έπαψαν οι άνθρωποι να προσπαθούν να τα καλλιεργήσουν σε διάφορα είδη, από τους μίμους στη Ρώμη και τη Βασιλεύουσα, μέχρι τα ιπποδρόμια, κυρίως με μικτά δρώμενα, τα οποία ήτανε μεταξύ λόγου και δράσεως, μεταξύ θαυμάτων και μπαλαφάρας, μεταξύ πολλών ανόμοιων ενίοτε πραγμάτων. Δοκίμαζε επί αιώνες ο άνθρωπος και κοιτάξτε να δείτε, τον μεσαίωνα που έχουμε τις πρώτες ενδείξεις, πάλι μέσα από την εκκλησία, μέσα από την επίσημη θρησκεία, ξαναγεννιέται το θέατρο. (Υπάρχουν για αυτά που λέμε, δύο πολύ ωραία βιβλία. Του Μάριου Πλωρίτη, «το Θέατρο στο Βυζάντιο» και του Αλέξη Σολωμού «ο Άγιος Βάκχος, όπου φαίνεται η συνέχεια του θεάτρου στο Βυζάντιο).
Το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται στην αναγέννηση και μετά, πάλι –όπως στην αρχαία Αθηναϊκή κοινωνία- όταν αρχίζει και αποκτάει ελευθερία ο κόσμος, έκφρασης κυρίως, σιγά- σιγά, ξεκινάει ο διάλογος, από τα δρώμενα στη Δυτική Εκκλησία, όπου βγαίνει κάποιος και μιλάει και κάποιος του απαντάει. Η ίδια δηλαδή διαδρομή που ακολούθησε το θέατρο μέσα από τα Διονύσια ως την αρχαία τραγωδία. Έτσι ξαναγεννιέται το θέατρο μέσα απ’ τη θρησκεία σαν παιδί της και φτάνει στις μέρες μας. Πάντα απ’ τις ίδιες διαδρομές, από τον παγανισμό και την επίσημη θρησκεία ως την σύγχρονη ανάπλασή του και την αναβάπτισή του στην ουσία της Χριστιανικής Πίστης.
Μετά την αναγέννηση και έως σήμερα, το θέατρο απέκτησε πολλαπλές μορφές, έκφρασης σε όλα τα επίπεδα (λόγου, εικαστικό, κ.λπ.) αλλά ένας είναι ο στόχος και η πορεία του, να ακολουθεί και να εκφράζει την απορία και τον πολιτισμό του ανθρώπου. Ακόμα και να χαράζει πορεία προς τα κει. Δηλαδή το θέατρο πέρα από τα δεδομένα, που αφομοιώνει, καταθέτει και προτάσεις. Κάθε μορφή τέχνης καταθέτει βέβαια προτάσεις. Προτάσεις πάνω σ’ αυτό τον βασικό ρόλο του σκεπτόμενου ανθρώπου. («Ποιος είμαι;», «Που πάω;»)

Τα τελευταία χρόνια το θέατρο αποκτά μαζί με όλα τα άλλα πράγματα, τις νέες διαστάσεις και πλευρές του. Τάχιστα ας αναφέρουμε τον 20ο αιώνα, όπου ξεκινά από κοινωνικό ή ρεαλιστικό θέατρο, περνάει από διάφορες φόρμες και με διαφόρους τρόπους καταλήγει μέχρι το μπρεχτικό αποστασιοποιημένο, και μετά το σουρεαλιστικό που σημαίνει το θέατρο του παραλόγου, που εκφράζει τάσεις και αναζητήσεις της μη ισορροπίας τόσο των αναζητήσεων όσο και των κοινωνιών. Δηλαδή από τους Ρώσους μετεπαναστατικούς, μέχρι τον Ζενέ, από τον Μπέκετ, μέχρι τον Ιονέσκο, το θέατρο και η τέχνη γενικότερα εκφράζει τους προβληματισμούς και τις αναζητήσεις της κοινωνίας μέσα από την οποία δημιουργείται.
Τι βάζει ο Πικάσσο μέσα στους πίνακές του; Τη νέα ματιά πάνω σε παλιά θέματα. Μιλάω πάντα και για το παράλογο. Εκφράζει ο Πικάσσο την τραγικότητα μιας βομβαρδισμένης πόλης, μέσα από την φόρμα αυτή. Αλλά μην ξεχνάμε και το θέατρο τα ακολουθεί αυτά. Σπάει τις φόρμες της λογικής, και προχωρεί πιο πέρα, φτάνει στο μοντέρνο θέατρο. Άρα λοιπόν το θέατρο περνώντας από όλες τις φάσεις αυτές μέχρι σήμερα, είναι σαν το εργαλείο που έχει περάσει δια πυρός και σιδήρου ανάμεσα στους αιώνες, και άντεξε. Επιβίωσε λοιπόν, κατά πρώτον με την αξιοπιστία του και κατά δεύτερον με τη διάσταση του διαλόγου του.
Αυτού του ανοιχτού διαλόγου που να μπορεί να απαντήσει τόσο στα καίρια προσωπικά μας ερωτήματα όσο και στα ευρύτερα ευχολόγια.
Ευχαριστώ πολύ!
***************
ΠΗΓΗ: Περιοδικό ΘΕΑΤΡΟμάθεια. Τεύχοi 7o (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2003) & 8ο.
(Μάρτιος-Απρίλιος 2003).

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/915

The American Dream

Ένα εκπληκτικό καρτούν για να κατανοήσουμε όσα βιώνουμε σήμερα και όσα μας επιφυλάσσει το μέλλον…

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/914

Τσαγκαράδα: Παντός καιρού

Το Πήλιο έχει κάτι όμορφο να δώσει σε κάθε επισκέπτη του. Και η Τσαγκαράδα είναι ένα από τα πανέμορφα σημεία που μπορούν να γίνουν ορμητήρια για την εξερεύνηση του βουνού των Κενταύρων

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΑΝΤΩΝΗΣ ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Θάλασσα θες; Εχει. Ορεινές διαδρομές; Παραδεισένιες. Ωραία χωριά; Είκοσι τέσσερα. Παραδοσιακή κουζίνα θες; Πεντανόστιμη. Και μονοπάτια διάσημα και πανέμορφα, και ξενώνες με χρώμα και άποψη. Το Πήλιο δύσκολα θα αφήσει παραπονεμένο ταξιδιώτη. Γι’ αυτό το αγαπούν όλοι. Η Τσαγκαράδα και η γειτονιά της είναι από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια της πηλιορείτικης πολυμορφίας. Εχει εξαιρετικές παραλίες, γραφικότατους όρμους, καλοδιατηρημένα καλντερίμια, σπουδαία αρχιτεκτονική και μαγευτικά δάση. Αχ, αυτά τα δάση της… Οταν ο καλός Θεός έφτιαχνε το Πήλιο είχε φαίνεται μεγάλο περίσσευμα και σκόρπισε χωρίς φειδώ καστανιές και οξιές και βελανιδιές και φλαμουριές στην ανατολική πλευρά του βουνού. Και όταν ήρθαν εδώ οι άνθρωποι τον 16ο αιώνα, ανηφορίζοντας από τις ακτές της Φακίστρας και της Καραβοστασιάς για να φτιάξουν την Τσαγκαράδα, έχτισαν εκκλησίες για να δοξάζουν το όνομα του Θεού, αλλά, μεταξύ μας, μάλλον τους βγήκε η πίστη να κάνουν κατοικήσιμο το άγριο δάσος.

Η Τσαγκαράδα είναι το πιο αραιοκατοικημένο χωριό του Πηλίου. Είναι τέσσερις γειτονιές: οι Ταξιάρχες, η Αγία Κυριακή, ο Αγιος Στέφανος και η -ανέκαθεν κεντρικότερη- Αγία Παρασκευή. Μια ερμηνεία για το σκόρπισμα λέει ότι οι Τσαγκαραδιώτες επιχειρηματίες γυρίζοντας από την Αίγυπτο -όπου δραστηριοποιήθηκαν επιτυχώς στο εμπόριο καπνού και βαμβακιού από τον 19ο αιώνα- αγόραζαν μεγάλες ιδιοκτησίες και έχτιζαν τα αρχοντικά τους. Αργότερα, ολόγυρα δημιουργούνταν μικρότερα σπίτια και μετά ολόκληρες γειτονιές. Ετσι είναι και σήμερα. Εκεί που πας και βλέπεις μόνο καστανιές, τσουπ ξεφυτρώνει μια κρυμμένη γειτονιά. Τα περισσότερα είναι θαυμάσια σπίτια και συνδυάζουν νεοκλασικά στοιχεία με ανατολίτικα, αφού οι Αιγυπτιώτες κτήτορές τους αγαπούσαν τον εκλεκτικιστικό ρυθμό της εποχής.

Η χαρά του πεζοπόρου

Ο φίλος Δημήτρης μας είχε φάει τα αυτιά για τα όμορφα μονοπάτια της περιοχής. Ακολουθήσαμε το πιο διάσημο, από την Αγία Παρασκευή ώς την Νταμούχαρη. Υπέροχη και εύκολη διαδρομή (ευτυχώς μας μάζεψε ένα αυτοκίνητο και δεν κάναμε τη φρικτή ανηφόρα!) ώς τον γραφικότατο όρμο με τις πέτρινες φολιδωτές στέγες που ξεπηδούν μέσα από τον ελαιώνα.

Η Νταμούχαρη είναι το μοναδικό φυσικό και ασφαλές λιμάνι της ανατολικής ακτής του Πηλίου. Από εδώ γινόταν το εμπόριο των γύρω χωριών τα παλιά χρόνια. Και άλλες όμορφες παραλίες όμως έχει η περιοχή: τον κοσμοπολίτικο Αη Γιάννη, τη Φακίστρα, του Παπά Νερό, τον Μυλοπόταμο κι ένα σωρό ακόμη νόστιμους ορμίσκους.

Το χωριό Μούρεσι είναι και αυτό κάπως σκόρπιο, χαμένο μέσα στην πυκνή βλάστηση. Ο Κισσός όμως είναι το πιο συμπαγές χωριό της γειτονιάς. Και τι όμορφη πλατεία, ε; Γαργαλιστικές μυρωδιές από τα ταβερνεία μάς καλούν – ας δούμε πρώτα όμως την Αγία Μαρίνα, την πιο εντυπωσιακή εκκλησία της περιοχής. Οι τοιχογραφίες είναι του Κωνσταντίνου Παγώνη από τους Χιονάδες Ηπείρου. Σε έναν από τους ξύλινους τρούλους (είναι σκαλισμένοι εσωτερικά, αφού οι Τούρκοι τότε απαγόρευαν τρούλους στην περιοχή) υπάρχει ζωγραφισμένος ο Θεός! Το τέμπλο, από ξύλο φλαμουριάς, είναι ντυμένο με καθαρό χρυσό. Ντόπιο χρυσό, απ’ τον οποίο πήρε το όνομά του το χωριό. Χρυσός = Κ’σός, Κισσός. Τα μεταλλεία λειτουργούσαν ώς το 1890, όταν οι εργάτες ανατίναξαν τις στοές γιατί έμειναν απλήρωτοι.

Χορτάσαμε βόλτες στην Τσαγκαράδα και τη γειτονιά της. Οι πιο δραστήριοι της παρέας ανέβηκαν στα Χάνια για να κάνουν σνόουμπορντ (είχε ακόμη κάμποσο χιόνι), κάποιοι πιο θαρραλέοι πλατσούριζαν στο νερό και μάζευαν κοχύλια, όσο ο Σταύρος βουτούσε για ψαροτούφεκο νότια από τον Μυλοπόταμο. Δύο φίλες έψαχναν άλογα για να πάνε βόλτα σε παλιό πηλιορείτικο καλντερίμι. Το βράδυ, όλοι μαζί πίναμε κόκκινο κρασί, βλέπαμε φωτογραφίες και αφήναμε για λίγο τα σπετζοφάγια και τις πίτες για να δοκιμάσουμε ψαρονέφρι με σύκο και παγωτό κανταΐφι. Μόνο ένα μας στενοχώρησε: πώς να τα προλάβεις όλα στην Τσαγκαράδα σε ένα τετραήμερο;

Μη χάσετε…

Αγία Μαρίνα Κισσού: Αν δείτε μια εκκλησία στο Πήλιο πρέπει να είναι αυτή! Εξαιρετικές τοιχογραφίες και ένα από τα ομορφότερα τέμπλα που έχει απάνω του από τον Νώε και τα ζώα της κιβωτού ώς την γοργόνα Τηθύ με τις δύο ουρές. Ναός του 1650.
Νταμούχαρη on foot: Από τους γραφικότερους όρμους του Αιγαίου και η εικόνα του ψηλά από το καλντερίμι, μοναδική! Δυστυχώς, το χειμώνα όλα είναι νεκρά (να έρθετε καλοκαίρι και για το ξενοδοχείο Cleopatra’s Miramare: όλα τα λεφτά!).
Φαγητό στο Αγνάντι: Ο σεφ Κωνσταντίνος Πάνος δημιουργεί μικρά θαύματα στο μικρό εστιατόριο στην πλατεία Ταξιαρχών της Τσαγκαράδας: ψαρονέφρι με σύκο και πράσο, κουνέλι με μανιτάρια τρομπέτες, πράσα με πλιγούρι και αρμπαρόριζα και άλλα πολλά.
Πλατείες: Ολα τα χωριά και όλες οι γειτονιές έχουν μερικές από τις ομορφότερες πλατείες του Πηλίου, με μοναδική ατμόσφαιρα. Τοπ 5: Ταξιάρχες, Αγία Παρασκευή, Αγία Τριάδα Μούρεσι, Αγία Κυριακή, Κισσός.

ΠΩΣ ΝΑ ΠΑΤΕ

Η Τσαγκαράδα απέχει 47 χλμ. από τον Βόλο (54 χλμ. αν έρθετε από Χάνια). Αν έρθετε μόνο για περπάτημα: ΚΤΕΛ Μαγνησίας, τηλ.: 24210-33.253.

ΠΟΥ ΝΑ ΜΕΙΝΕΤΕ

Στην Τσαγκαράδα
12 (T/ 24260-48.894, www.12hotel.gr): Το ολοκαίνουργιο υπερπολυτελές ξενοδοχείο της Τσαγκαράδας. € € € .
Χαμένος Μονόκερως (T/ 24260-49.930, www.lostunicorn.com): Από τα πιο παλιά ξενοδοχεία, βρίσκεται στην πλατεία Αγίας Παρασκευής, είναι καλαίσθητο με πολύ καλό σέρβις.€ € € .
Ξενώνας της Ελλης (T/24260-49.278, www.elishouse.com): Με δύο σουίτες και τρία δωμάτια, είναι ιδανικό σπίτι για μεγάλες παρέες.
Αγλαΐδα (T/24260-49.097, www.aglaida-apartments.gr): Μεγάλο συγκρότημα χαμένο στη βλάστηση στη γειτονιά της Αγίας Κυριακής. € € € ..
Καστανιές (T/ 24260-49.135, www.kastanies.com): Εξαιρετική φιλοξενία σε αιγυπτιώτικο σπίτι του 1899.€ € € .
Αμανίτα (T/: 24260-49.707, www.amanita.gr): Ομορφα αναστηλωμένο αρχοντόσπιτο του 19ου αιώνα. € € .
Θαλλώ (T/: 24260-49.314): Ωραίο μικρό συγκρότημα με καταπράσινες αυλές. € € .

Στο Μούρεσι
Εινοσύφιλλον (T/: 24260-48.898, 24260-49.068): Υψηλής αισθητικής ξενώνας σε κτίριο του 1870, με θαυμάσια αυλή και πραγματικά σπουδαία φιλοξενία.

– έως 60 €
€ € – έως 110 €
€ € € – έως 200 €
€ € € € – από 200 € και άνω

ΠΟΥ ΝΑ ΦΑΤΕ

Στην Τσαγκαράδα
Αγνάντι: Κορυφαία δημιουργική κουζίνα.
Χαμένος Μονόκερως: Σπουδαίο εστιατόριο με δημιουργικές γεύσεις στον ομώνυμου ξενώνα.
Αλέκα: Στην κεντρική διασταύρωση της Αγίας Παρασκευής. Θαυμάσια ελληνική κουζίνα αλλά και πιο «πειραγμένα» πιάτα.

Στον Κισσό
Του Σοφοκλή η Κληματαριά: Εξαιρετικό ταβερνάκι, διάσημο για την κλασική πηλιορείτικη κουζίνα του (πίτες, σπετζοφάι, γίδα βραστή κ.λπ.).

Στο Μούρεσι
Βαγγέλης: Κλασικό στέκι των ντόπιων με φανατικούς θαμώνες. Εχει και μαγειρευτά, αλλά είναι περισσότερο γνωστό για τα ζουμερά κρεατικά του.

ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΣΤΟ ΠΗΛΙΟ

Τσαγκαράδα – Νταμούχαρη (μιάμιση ώρα), Κισσός – Μούρεσι (μιάμιση ώρα) και Νταμούχαρη – Φακίστρα (περίπου μία ώρα). Για πιο μεγάλες διασχίσεις, Χάνια – Κισσός (σχεδόν τρεις ώρες) και Μηλιές – Τσαγκαράδα (περίπου πέντε ώρες). Η σηματοδότηση γενικώς δεν είναι προσεγμένη και αν θέλετε μια ολοκληρωμένη εμπειρία επικοινωνήστε με τον οδηγό βουνού Δημήτρη Βαραλή, έναν από τους μεγαλύτερους γνώστες του Πηλίου (τηλ.: 24210-72.540, www.hellassmile.com).

ΑΛΛΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Βόλτες με άλογα στην περιοχή της Τσαγκαράδας (σε παλιά μονοπάτια) οργανώνει ο Γιώργος Ρηγάκης (τηλ.: 6942060478).




ΤΙ ΝΑ ΨΩΝΙΣΕΤΕ

Στην Τσαγκαράδα, στη γειτονιά των Ταξιαρχών, θα βρείτε το εξαιρετικό εργαστήρι τέχνης Εροτέρρα, με μοναδικά κεραμικά της Λίτσας Μαρίνου και γλυπτά και ζωγραφική του συγγραφέα Δημήτρη Μανίνη. Λίγο πιο κάτω, στην Ισκα, ο Νικόλας Μέλης δημιουργεί με υλικά από το βουνό πολλά νόστιμα αντικείμενα. Γλυκά, μαρμελάδες, βότανα και τα σχετικά θα πάρετε από το μαγαζάκι της Ομάδας Γυναικών Αγροτικού Συνεταιρισμού Ανηλίου και για λουλούδια θα πάτε στον Απόστολο Παπουτσή (πάνω στον κεντρικό δρόμο, έξω από το Μούρεσι).

ΧΡΗΣΙΜΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ

Κωδικός κλήσης: 24260
Δήμος Μουρεσίου: 49.238
Αστυνομία Τσαγκαράδας: 49.222
Αγροτικό Ιατρείο Τσαγκαράδας: 49.208

* Σημείωση: Οι τιμές διαμονής, ναύλων κτλ. που αναφέρονται στον εκάστοτε προορισμό, είναι αυτές που ίσχυαν κατά την χρονική περίοδο συγγραφής και δημοσίευσης του άρθρου και ενδέχεται να έχουν αλλάξει.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/912

Η ποίηση: ως ανάγκη παραμυθίας


Ηλίας Κεφάλας

Η ποίηση συνεχίζει να είναι στη χώρα μας και σήμερα μία απόμερη, απόκρυφη και, σχεδόν, αποκλεισμένη πραγματικότητα. Το τελευταίο προσιδιάζει στην κατάσταση της μη εκδηλώσεως ενός αναφανδόν σημαντικού ενδιαφέροντος τού κοινού γι’ αυτήν ή, τουλάχιστον, της εκδηλώσεως ενός συγκροτημένου και, πολλές φορές, μη κοινοποιήσιμου ενδιαφέροντος, παρότι η ιδία κρατάει πάντα ανοικτές τις πόρτες προς κάθε προσερχόμενο.
Η ποίηση συνεχίζει να είναι και σήμερα μια αναγκαιότητα παραμυθίας, ένα παιχνίδι αναγνώσεων, μια συνεχής αναζήτηση τρόπων της γλώσσας και του βλέμματος. Η ποίηση εξακολουθεί να συνδιαλέγεται και να επικοινωνεί με τα δικά της κλειδιά και από τούς δικούς της μονάχα τόπους.
Η ελληνική ποίηση σήμερα εγείρεται ομοθυμαδόν από τρεις και τέσσερις γενιές ταυτόχρονα, λαξεύοντας την ιστορικότητα, την κοινωνικότητα και την ατομικότητα της σύγχρονης ανθρωπολογικής φυσιογνωμίας, φωτίζοντας τα πράγματα του παρόντος με αντίστιξη το εσώτερο τοπίο και αντιστρόφως.
Η ποίηση συνεχίζει να στέκεται και να αντιστέκεται σθεναρά, παρόλο που υπολείπεται της πεζογραφίας σε αναγνωστική προτίμηση και εκδοτική προβολή. Στο στήσιμο και το χτίσιμο της πολλαπλής μορφολογίας της -μια οντοφάνεια της ασύλληπτης φαινομενολογίας- χρησιμοποιεί τα δικά της ακόρεστα υλικά, μετεξελιγμένα και μη, και ποτέ μεταποιημένα. Πορείες και στάσεις, χειρονομίες και σιωπές, αισθηματικές υπογραμμίσεις και αθέατες διακηρύξεις επανέρχονται με όλους τους δυνατούς τρόπους για να καταδείξουν το δέον ή το ήδη της τοποθέτησης του ανθρώπου μέσα στα πράγματα. Με τον τρόπο αυτόν η ποίηση εξακολουθεί να είναι μια δυνατή κραυγή, παρόλο πού δεν ακούγεται και δεν εισακούεται.
Αλλά, μη έχοντας ανάγκη από τα εξωτερικά αυτά αντιστηρίγματα, η ποίηση προχωρά στις μέρες μας, ωθουμένη από το πνεύμα και τη διάθεση μιας βαθιάς και αναστοχαστικής δύναμης. Παράλληλα, ως αιθέριο προϊόν της αδιάπτωτης θλίψης μας, εξέρχεται σημαδεμένη από το πνεύμα και τη συνείδηση μιας απροσδιόριστης έλλειψης. Η ποίηση έρχεται να συμπληρώσει και να προσθέσει αυτό το ανεξιχνίαστο εν τι που μας λείπει. Γι’ αυτό και ψάχνει τρόπους και τόπους να το βρει, τρόπους και τόπους να το πει και να μας το προσδιορίσει.
Οι τόποι θέασής της άλλοτε ευρύνονται και άλλοτε σμικρύνονται. Υπάρχουν δρόμοι που αποκλείονται επιδεικτικά και δρόμοι που ακολουθούνται επαναληπτικά. Η φθορά μέσα στις κοινωνικές ομάδες, η έλξη της μοναχικότητας, η προσήλωση στην ατομικότητα, η δοξαστική μαγεία του έρωτα, το δέος του θανάτου, ο μεταφυσικός φόβος και η λαγνεία της γλωσσοκεντρικής δημιουργίας είναι οι συχνότερες αγκιστρώσεις που επιβάλλουν και την ομόλογη ποιητική θεματογραφία.
Η μορφολογία της δόμησης παραμένει παγιωμένη στη χρήση του ελεύθερου στίχου, χωρίς να λείπουν, ωστόσο, και οι πολλαπλές εξακτινώσεις προς τις παραδοσιακές μορφές της παραδεδεγμένης μετρικής και ειδολογίας ή προς ξενόφερτες αγαπημένες ενσταλάξεις, όπως π.χ. το χάι-κάι.
Η γλώσσα κατασταλάζεται συνεχώς και ολονέν, πλησιάζοντας την ευπρέπεια της καθημερινής ευγένειας και της παραδοσιακής καλαισθησίας. Η ροπή προς τις κλασικές φόρμες γίνεται πλέον αβιάστως φανερή. Η εκφραστική πυκνότητα διαθέτει το βάρος του είναι και του σημαίνειν. Η γνωσιολογία, προαπαιτούμενη και μη, αποβαίνει εφαρμοσμένη δύναμη που επισημαίνει το ιστορικό παρόν και ομολόγως σημασιολογεί. Η αισθηματική καθαρότητα παραμένει το αδιάπτωτο υπόβαθρο του λόγου και η επαναφορά της λυρικής καταφυγής υπακούει σε ένα αίτημα που δεν αποσύρθηκε ποτέ.
Το βλέμμα, βεβαίως, παραμένει εγκλωβισμένο στις εσωτερικές ατραπούς κατά το πλείστον και εκδηλώνεται ως γνώρισμα του σύγχρονου ανθρώπου, συλλήβδην πλέον, και όχι μόνον του καλλιτέχνη. Ο δημιουργός των ημερών μας ή εστιάζει μονίμως μέσα του το βλέμμα ή ανιχνεύει τον εξωτερικό κόσμο κατά μικρές εστιάσεις, για να μεταφέρει στη συνέχεια τις εντυπώσεις μέσα του και να τις επεξεργαστεί εν κρυπτώ.
Η τέχνη της ποίησης απαντά στη χλεύη, την ασυναρτησία και την αταξία του οργανωμένου κόσμου, στην υποκρισία και την έλλειψη κατανόησης των θεσμικών συστημάτων, στην απρονοησία, την αδιακρισία και τη σκληρότητα του κοινωνικού ιστού. Πότε με κοινωνική φωνή η ιδία, πότε με σωματικό ψίθυρο και πότε με επεξεργασμένη σκέψη και νοητική πλησμονή, αντιδρά απέναντι στους σύγχρονους προβληματισμούς για το δέον και την ιδέα του ανθρωπισμού. Με ειρωνεία και αυτο-σαρκασμούς, με αγωνία που δεν απαλείφει τη χάρη και τα εκφραστικά παιχνιδίσματα, επιβαρυμένη πάντα με τη μελαγχολία της τριβής του χρόνου και της διάβρωσης των ιδεολογημάτων, διατυπώνει και προτείνει στάσεις ζωής οι οποίες, και μέσα στην πλήρη κατήφειά τους, παραμένουν ενεργά εποικοδομητικές.
Οι ιδεολογικές και αισθητικές αποτιμήσεις παρελαύνουν παράλληλα με την ποιητική ροή, η οποία ανιχνεύει ακούραστα τις μικρές όψεις της καθημερινότητας και όλες τις ψυχολογικές μεταπτώσεις της ατομικότητας. Ανάμεσά τους οι αφανείς υπαρκτικές αδυναμίες επιτείνουν την ατελέσφορη δίψα του επι-ζην, που γίνεται η σκοτεινή δίψα της καλλιτεχνικής αναγκαιότητας για έκφραση. Η αναγκαιότητα αυτή, πολλές φορές αυτοφυής και ανεξιχνίαστη, εδράζεται στην ενατένιση και τη σύλληψη της συμπαντικής μας προοπτικής.
Η ελληνική ποίηση δρα σήμερα και, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, μέσα από μια ταυτολογία δημιουργού και δημιουργήματος και, με τη δέσμευση αυτή, ανακαλεί κάθε πιθανή υπαρξιακή αντίστιξη και στήριξη της τέχνης προς τη ζωή. Η ποίηση, τόσο μέσα από τον συγκεκριμένο της λόγο όσο και μέσα από τον καθ’ υπέρβαση αφασικό, εξέρχεται στις μέρες μας σαν μια ακαθόριστη και υπό συνεχή αίρεση σειρά από διάφορες προσδιοριστικότητες επί αναπάντητων ερωτημάτων. Έτσι, μέσα από μια διαρκή υπονόμευση των εννοιολογικών ορίων και μέσα από διάλληλους διακειμενισμούς και λυρικούς συσχετισμούς, επιχειρεί την απόδοση ορισμών. Με τον τρόπο αυτόν απαντά στην αναγκαιότητα καταδείξεως του εαυτού της για το τι εστί η ίδια η ποίηση και, κατ’ επέκταση, το τι εστί η ίδια η ύπαρξη.
Η ποίηση των ημερών μας, τόσο αυτή που εξέρχεται ολοκληρωμένη από τους πρεσβύτερους ποιητές όσο και αυτή που περαιώνεται από τους νεότερους, ακόμα και εν απουσία των ογκολίθων, προβάλλει μιαν αναντίρρητη ποιοτική πειθαρχία και μιαν υψηλή αισθητική εγκυρότητα. Χαμένη μέσα στην αχλή της αυτοαναφορικότητάς της, λαξεύει το σύγχρονο ανθρωπολογικό περιβάλλον με όρους του σήμερα και με αιχμή την πηγαία και απαράβατη δύναμη της έμπνευσης. Ίσως ποτέ δεν είχαμε τόσους -πολλούς μαζί- καλούς ποιητές.

Ηλίας Κεφάλας

*****

Τα στοιχεία του περιοδικού για συνδρομές και πληροφορίες είναι :

ΔΙΑΒΑΖΩ, ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΤΡΙΚΟΥΠΗ 38, ΑΘΗΝΑ 106 80
Τηλ. 210 33 88 008   κα Μάρω Γαλικίδου

Πηγή : www.lexima.gr

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/910

Eφτά σημειώσεις για την ποίηση

Mιχάλης Πιερής
1
Για να γράψεις ποίηση (και όχι στιχουργήματα) σίγουρα δεν αρκεί το αυθόρμητο ρήμα. H ποιητική διεργασία είναι μια πολύ σύνθετη λειτουργία ―η πιο σύνθετη που υπάρχει. Γιατί κάθε ποιητική φράση πρέπει να συγκρατεί το απόσταγμα πολλών ταυτόχρονα υλικών: της ευαισθησίας, της αισθαντικότητας (όπως έλεγαν παλαιότερα), αλλά και της γνώσης και της νόησης (όπως το γνωρίζουμε σήμερα)· της ισχυρής συγκίνησης, του θυμού και του φόβου, του πάθους και της ενέργειας, που ο γνήσιος ποιητής παίρνει από τις εμπειρίες του βίου (μέσα στις οποίες συγκαταλέγω και τις φαντασιακές) και τις εκπέμπει μέσω του έργου του. Aυτά είναι ζητήματα που εκφράζονται με κάποια δυσκολία, θέλω να πω ότι για την πραγματική μεταποίησή τους χρειάζονται αργοί ρυθμοί εσωτερικής και κειμενικής επεξεργασίας. Ώστε, μπορούμε να μιλούμε για μετάπλαση και μεταβολισμό του βιώματος και όχι για άμεση, απευθείας χρήση του, έστω και αν κάποτε η πρώτη μορφή ενός τέτοιου ποιήματος αποτελεί θερμή άμεση καταγραφή του βιώματος.
2
H ποίηση δεν μπορεί παρά να είναι βιωματική (επομένως και εν πολλοίς αυτοβιογραφική). Όχι μόνο το κάθε ποίημα ως σύνολο, αλλά και κάθε μεμονωμένη ποιητική φράση ή και κάθε λέξη μέσα στο ποίημα, οφείλει να προϋποθέτει μιαν ισχυρή συγκίνηση (διαφορετικά θα είναι, ως υλικό στοιχείο του κειμένου, ανενεργή). Συγκίνηση σωματική, εμπειρική, αναγνωστική, διανοητική, αισθησιακή, πνευματική, ατομική, συλλογική. Eίναι αυτονόητο, βέβαια, ότι όλα αυτά τα βιώματα δεν μπορούν να μεταφέρονται αυτούσια και μηχανικά στο έργο τέχνης. O αναγνώστης όταν διαβάζει ένα έργο, πρέπει να έχει μιαν ηδονική εμπειρία κυρίως μέσω της επαφής με την κειμενική του υπόσταση.  Eννοώ, ότι το ποίημα πρέπει να έχει, ως κείμενο, την αυτάρκειά του, όσο καταλυτικό και αν ήταν το βίωμα που το προκάλεσε.  Όσο έντονα βιωματικός και αν είναι ένας ποιητής, αν είναι συνειδητός τεχνίτης του λόγου, τότε θεωρεί απαραίτητη συνθήκη την κατχύρωση της κειμενικής αυτονομίας των ποιημάτων του.  Διασφαλίζοντας έτσι ότι ο αναγνώστης θα έχει μια δική του προσωπική ηδονή από τη σχέση του με το κείμενο. Hδονή ανάλογη ενδεχομένως με την ηδονή (ή την οδύνη) της εμπειρίας συγγραφής του κειμένου, μα πάντως ανεξάρτητης από τα αισθήματα που είχε βιώσει ο δημιουργός πριν από (ή και κατά) τη διαδικασία της συγγραφής του ποιήματος.

3

O ποιητής, όσο και αν πατά στην πραγματικότητα (και πρέπει να πατά, από αυτήν αντλεί τα πάντα), θα πρέπει ταυτόχρονα «ν’ ανυψώνεται κατακόρυφα» (καθώς μας το δίδαξε ο Σολωμός). Bέβαια, η έννοια της «ανύψωσης» (που όντως είναι το παν για την τέχνη της ποίησης από την εποχή του Λογγίνου), δεν μπορεί να γίνει συνταγή για κοινή χρήση από τον καθένα. O κάθε νέος ποιητής οφείλει να επιδιώκει, με τα δικά του μέσα να φανεί «εις μικρόν», έστω,  «γενναίος», όπως το είπε ο Kαβάφης. Oφείλει να ανακαλύψει τί είναι γι’ αυτόν, για το έργο του, η εμπειρία και η λειτουργία της «ανύψωσης». Πώς ο ίδιος, με τον δικό του, τον κατάδικό του τρόπο, θα κατορθώσει να ανυψωθεί πάνω από τη μιζέρια της ρουτίνας και της καθημερινότητας (περιλαμβάνω σε αυτή και τις συνθήκες του βολέματος κάποτε μέσα σε μιαν καθ’ όλα ασφαλή συγγραφική εμπειρία). Γιατί, αν επιτύχει αυτή την ανύψωση, τότε θα περιχαρακώσει στο έργο του, πέρα από τις συγκινήσεις και τα βιώματά του, πέρα από το πάθος και την ένταση, τον φόβο και τον πανικό, θα περιχαρακώσει και το «θαύμα». Εκείνη την οριακή κατάσταση που, εφόσον επιτευχθεί, κατοχυρώνει το γνήσιο έργο τέχνης.
Mε την έννοια του θαύματος δεν εννοώ εδώ υποχρεωτικά το μεγάλο «θαύμα», ή το με θεολογική έννοια «θαύμα» και σίγουρα όχι το με θεολογική έννοια «θαύμα» Eννοώ το μικρό καθημερινό «θαύμα». Tο αίσθημα ότι έχει συμβεί κάτι το οποίο σε έχει αναστατώσει ή σε έχει ξεβολέψει από τη γλυκειά ρουτίνα της καθημερινότητας (περιλαμβάνω εδώ και τη συγγραφική ρουτίνα). Kαι ούτε περιορίζω την έννοια του «θαύματος», σε αυτό που συχνά θεματοποιείται σε μεγάλες και φιλόδοξες ποιητικές συνθέσεις. Kάθε γνήσιο έργο τέχνης προϋποθέτει ή εμπεριέχει την έννοια του «θαύματος», ανεξαρτήτως από το μέγεθος ή τη φιλοδοξία του δημιουργού. Έτσι, την έννοια του «θαύματος», όπως την ορίζω εδώ, δεν χρειάζεται να την αναζητήσει κανείς μόνο σε έργα όπως για παράδειγμα το Άξιον Eστί του Eλύτη ή το …Kύπρον ου μ’ εθέσπισεν… του Σεφέρη. Mπορεί να την ανιχνεύσει και σ’ ένα μικρό ποίημα του Aσλάνογλου, για παράδειγμα, του Kαββαδία, ή του Γιώργη Παυλόπουλου. Kάθε δηλαδή γνήσιο ποίημα (μικρό ή μεγάλο) περιέχει αυτή την αίσθηση της λειτουργίας ενός μικρού θαύματος, περιέχει την έννοια της “ανύψωσης”, όπως την περιέγραψα εδώ.

4
H βάση μέσω της οποίας αντιλαμβάνεται ο ποιητής και κατανοεί το χώρο που τον περιβάλλει, είναι το ανθρώπινο σώμα του.  Tο σώμα, ως ύλη, μορφή, στάση απέναντι στον κόσμο.  Tο σώμα πρώτα κι ύστερα η σκέψη, η διάνοια, η νόηση.  Στην τέχνη της ποίησης αυτό είναι κάτι παραπάνω από αξίωμα.  Tο ανθρώπινο σώμα μου και η συγκεκριμένη μορφή μου, είναι η πρωτογενής πηγή, η βάση από την οποία ελέγχονται όλα τα σχήματα και αισθήματα, οι διαστάσεις και το μέγεθος, το μέτρο και η κλίμακα που συναρτά τις αισθήσεις και τα αισθήματά μου προς τον έξω κόσμο. Έτσι, η σχέση μου με το «άλλο», είτε είναι ανθρώπινη μορφή, είτε άψυχα αντικείμενα και σχήματα (φυσικά, είτε φτιαγμένα από την επιστήμη ή την τέχνη του ανθρώπου), είναι σχέση κατ’ αρχήν σωματική.  Eπομένως και η ποίησή μου είναι, εν πολλοίς, υπόθεση σωματική.  Φυσικά, σε κάποιο στάδιο αντίληψης και επεξεργασίας αυτών των σωματικών αντιδράσεων, εντυπώσεων και αισθήσεων, υπεισέρχεται αποφασιστικά και η νόηση, ο κριτικός νους, αλλά και το αίσθημα.  Όπως, βέβαια, αποφασιστικός παράγοντας είναι και η καλή πίστη που πρέπει να έχει ο ποιητής στον τρόπο που προσεγγίζει και απολαμβάνει, γεύεται και αφομοιώνει αλλότριες εμπειρίες, ξένες αντιδράσεις, τις μορφές και τα έργα των άλλων.

5
H ποίηση φτιάχνεται από λέξεις, συντάγματα λέξεων και φράσεων και από σημεία στίξεως.  Aυτό είναι το υλικό της: έντεχνα στοιχισμένες αράδες από λέξεις, φράσεις και παύσεις που δίνουν μιαν αρμονία, ακόμη και όταν πρόθεση του ποιητή είναι να υπονομεύσει μια παλαιότερη αντίληψη για την έννοια της αρμονίας. Ποίηση που είναι κατασκευασμένη από ιδέες και πεποιθήσεις, ρητορικές εικόνες, κυρήγματα και συμπεράσματα δεν είναι άξια του ονόματός της. Γιατί δεν είναι «άδολη» λειτουργία, αλλά προγραμματισμένη (για να μην πω εντεταλμένη) αποστολή ―κι ο ποιητής δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ούτε μηχάνημα που κατασκευάζει ωραιολογικά ποιήματα, αλλά ούτε και ιεραπόστολος ούτε προφήτης.  O ποιητής είναι ένα πολύ προσγειωμένο ανθρώπινο πλάσμα με βασανισμένη σκέψη και αναλωμένο σώμα σε λογής ηδονικές καταχρήσεις. Mε πολύ δυνατά πάθη, έντονες συγκινήσεις και με αυστηρούς κώδικες ηθικής ως προς την καλλιτεχνική του εργασία και ως προς τις αρχές του.  Aυτή η αυστηρότητα, πρωτίστως με τον εαυτό του, είναι που τον δείχνει καμιά φορά στα μάτια των άλλων στριφνό ή στριμμένο, δύσκολο, εμπαθή, μανιακό, φιλέρημο.  Aυτό φυσικά το τόσο γήινο άτομο «ανυψώνεται», καθώς είπαμε, μέσα στο έργο του. Mέσα στα κείμενά του είναι που κατορθώνεται εκείνη η λυρική ανύψωση που εξαγνίζει και εξαγιάζει το περιβάλλον (στο οποίο κινείται), τις εμπειρίες (τις οποίες βιώνει), τα αισθήματα (που τον κυριαρχούν). O χώρος του ποιητικού κειμένου, είναι ο μόνος πραγματικός χώρος του ποιητή.
6
H τέχνη δεν είναι το μέσο για να διαφύγει ο ποιητής από την πραγματικότητα.  Tρόπος για να διαστρέψει την πραγματικότητα, ναι.  Tρόπος για να βιώσει δυνατά, έστω και ανάστροφα, πηγαίνοντας «πάνω νερά» όπως το υπέδειξε ο Σεφέρης ή «κόντρα στο καιρό», όπως το τραγούδησαν οι Xαΐνηδες, ναι. Όχι όμως για να αποφύγει την πραγματικότητα.  Γιατί από αυτήν αρμέγει, από εκεί αρδεύεται η ποιητική του ενδοχώρα.  H τέχνη επιβάλλει, βέβαια, έναν ιδιόμορφο, προσωπικό τρόπο βίου, όχι αποκομμένου από την πραγματική εμπειρία ζωής, αλλά μέσω αισθαντικών, πρωτόγνωρων, δυνατών εμπειριών, που μπορούν να υπάρξουν μόνον όταν βίος και τέχνη γίνονται το ίδιο και το αυτό. Όταν το ένα εφάπτεται στο άλλο καθολικά.  Oπότε ούτε διάσταση, ούτε προδοσία υπάρχει από το ένα στο άλλο.  H ποιητική τέχνη υποχρεώνει τον ποιητή σε έναν ορισμένο τρόπο ζωής.  Kαι ο συγκεκριμένος τρόπος ζωής, επιβάλλει μια συγκεκριμένη ποιητική στάση.

7
Yπάρχει ένας κώδικας ηθικής μέσα στη διεφθαρμένη, για τη συμβατική ηθική, ζωή του καλλιτέχνη εν γένει ή ειδικότερα του ποιητή. Άλλωστε, η ζωή ενός πραγματικού δημιουργού, όπως και κάθε γνήσιο έργο τέχνης, δεν μπορεί παρά να υπονομεύει τη διαφθορά που περικλείνει ο δήθεν ηθικός βίος της οργανωμένης υποκρισίας, της θρησκοληψίας, της πατριδοκαπηλείας και της σκηνοθετημένης σεμνότητας, που είναι σεμνοτυφία, της νόμιμης απάτης, της κρατικής βίας και της εξουσίας των λογής θεματοφυλάκων της κατεστημένης ηθικής.  Mιλώ φυσικά για την εντιμότητα του τεχνίτη που είναι πραγματικά δοσμένος στο έργο που δημιουργεί. Oπότε, ό,τι και αν είναι ο ίδιος στα μάτια και τα μέτρα της συμβατικής ηθικής (ακόμη και ανήθικος ή διεφθαρμένος, για να το πω έτσι προκλητικά), δεν παύει η ζωή του να είναι έντιμη, δεν παύει ο βίος του να είναι αδιάφθορος, εφόσον υπηρετεί με τιμιότητα την τέχνη του.


[Α’ δημοσίευση, περ. Ύλαντρον, τχ 6-7 (Χριστούγεννα 2005) 84-88.
Τυπώθηκε και σε πλακέτα, εκδόσεις Ύλαντρον, Λευκωσία, 2006

Πηγή : http://www.lexima.gr/lxm/read-1196.html

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/909

Το αδιαπέραστο της Μορφής από τον Διονύσιο Σολωμό έως σήμερα

Γιάννης Νικ. Μανιάτης

Καθώς στις μέρες μας όλο και συχνότερα εκδίδονται ποιητικές συλλογές με πεζόμορφα ποιήματα ή με ποιήματα που έχουν σύνθεση στοιχείων, στοχεύοντας στην ανίχνευση νέων μορφών ένταξης του ποιητικού λόγου θα επιχειρήσουμε μια ανάδρομη πορεία για να διαπιστώσουμε εάν αυτές οι απόπειρες είναι πρωτοπόρες ή απλά επαναλήψεις «γνωστών συνταγών».

Ο Γ. Π. Σαββίδης σε άρθρο του το 1960 για το Άξιον Εστί, στην προσπάθειά του να αναδείξει τον Οδυσσέα Ελύτη ως εθνικό ποιητή, επιχείρησε μια συσχέτιση του έργου με συγγενικά έργα της εθνικής ποίησής μας, μεταξύ αυτών και με τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, του Σολωμού, αναφέροντας σε κάποιο σημείο :
“Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για μια σύνθεση σε τέτοια κλίμακα είναι, θέλοντας ν’ αγκαλιάσει ένα κόσμο ολόκληρο, να καταλήξει στο χάος – όπως Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, στην απελπισμένη τους αναζήτηση ενός «είδους μιχτού, αλλά νόμιμου» ”   (1)

Φυσικά, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν θα είχε την ίδια άποψη και σήμερα ο Σαββίδης και εάν θα επαναλάμβανε τον χαρακτηρισμό «απελπισμένη αναζήτηση», μετά τη στροφή όλο και περισσοτέρων ποιητών σε μικτά είδη αλλά και σε πεζόμορφα ποιήματα κι όσο για μια πιθανή ερμηνεία αυτής της θέσης του είναι κάτι που θα το εξετάσουμε αργότερα κι αφού  πρώτα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, θέτοντας ένα κοινό πλαίσιο κατανόησης του όρου «μορφή», που παρατηρούνται αντιφατικές ερμηνείες.
Διαβάζουμε στο Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων (2) – που διδάσκεται στα σχολεία και ως εκ τούτου θεωρούμε ότι τυχαίνει ευρύτερης αποδοχής :
“Συνήθως ταυτίζουμε τη μορφή με την εξωτερική όψη ενός καλλιτεχνήματος ∙ στη λογοτεχνία, για παράδειγμα, μορφή μπορούν να θεωρηθούν η γλώσσα και τα κάθε είδους εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας.” (3)

Επειδή όμως, εκτός από την αντιφατικότητα της ερμηνείας, αφού από τη μια αναφέρεται στην εξωτερική όψη κι απ’ την άλλη σε επί μέρους στοιχεία της, κάτι φαίνεται να απουσιάζει, οπότε ας δούμε τι αναφέρει το ίδιο βιβλίο για τον όρο «πεζόμορφο ποίημα» – που όπως όλοι παρατηρούμε εμπεριέχει τον όρο «μορφή» :
“Πολύ σπάνια, όμως, ο νεοτερικός ποιητής ακολουθεί ένα διαφορετικό τρόπο διάταξης του ποιητικού κειμένου. Συγκεκριμένα, δεν το κατανέμει σε «στιχοποιημένες» στροφικές ενότητες αλλά το αναπτύσσει σε συνεχή λόγο, δίνοντάς του εξωτερικά τη μορφή και την εικόνα που έχει ο πεζός λόγος. Αυτά, ακριβώς, τα ποιήματα που η εξωτερική τους τουλάχιστον μορφή θυμίζει και δίνει την εντύπωση πεζού λόγου, τα ονομάζουμε πεζόμορφα ποιήματα.” (4)

Δηλαδή, από τον προηγούμενο ορισμό της «μορφής», ουσιαστικά απουσίαζε η ίδια η «μορφή», όπως καταδεικνύεται από τον ορισμό του πεζόμορφου ποιήματος, στο ίδιο βιβλίο, οπότε θα πρέπει να δεχτούμε ως πληρέστερο τον ορισμό ότι : «Μορφή» είναι η εξωτερική όψη – εικόνα, της (διά-) τάξης του κειμένου και επιμέρους στοιχεία της μορφής είναι η γλώσσα και τα εκφραστικά μέσα. (5)

Με την ευκαιρία θεωρώ χρήσιμο να αφιερώσουμε λίγο από το χρόνο και την προσοχή μας για να κατανοήσουμε τη φράση “ διάταξη (-ς)  του ποιητικού κειμένου”,  που αναφέρθηκε στον ορισμό του πεζόμορφου ποιήματος – και αυτό γιατί η λέξη «διάταξη» μας αποκαλύπτει ότι έργο του ποιητή είναι να αποδίδει με τάξη τον λόγο του στο ποιητικό κείμενο. Αυτό άλλωστε μας υποδεικνύεται και από την ερμηνεία της λέξης «διάταξη» (= τακτοποίηση, διευθέτηση).

Έχοντας, λοιπόν, εντοπίσει έναν κοινό τόπο κατανόησης και ερμηνείας του όρου «μορφή» ας κάνουμε μια αναδρομή στην εξελικτική πορεία της «μορφής», σαν εξωτερική εικόνα, σαν σχήμα, της (διά-) τάξης του ποιητικού κειμένου, από την παραδοσιακή ποίηση του δημοτικού τραγουδιού, έως τις μέρες μας

Παραδοσιακή – δημοτική ποίηση, με κύριο χαρακτηριστικό τους έμμετρους και ισοσύλλαβους στίχους, ομοιοκατάληκτους ή και ανομοιοκατάληκτους, ενίοτε χωρισμένους σε στροφικά μέρη, στροφές.
Έμμετρη Ομοιοκατάληκτη ποίηση, με κύριο χαρακτηριστικό την δόμησή της σε αυστηρώς προκαθορισμένες μορφές (φόρμες) και στροφικά μέρη, με εξειδικευμένους κανόνες ως προς την μετρική των στίχων και την ομοιοκαταληξία, ενώ και σε αυτή την περίπτωση οι στίχοι του ποιήματος είναι ισοσύλλαβοι.
Στην εποχή μας συχνά αναφέρεται ως παραδοσιακή ποίηση – αν και καταχρηστικά αφού παραδοσιακή ποίηση είναι μόνο η δημοτική ποίηση, καθώς ο όρος παράδοση(6)  αναφερόμενος σε είδος τέχνης, ως παραδοσιακή τέχνη, προϋποθέτει κοινούς τόπους αναφοράς, δηλαδή συλλογικά κριτήρια, κανόνες και νοήματα, κάτι που ίσχυε μόνο στην δημοτική ποίηση. (7)
Αν δεχτούμε ότι ο αποτυπωμένος ποιητικός λόγος είναι η απόπειρα σχηματοποίησης μιας πνευματικής κατάστασης, με εργαλείο του ποιητή την γλώσσα, διαπιστώνουμε ότι η ποίηση στις δύο προαναφερόμενες κατηγορίες αποτυπώνει παραλληλόγραμμα σχήματα, με στοιχεία συμμετρίας∙ άρα σύμμετρα και ως προς την ύπαρξη μέτρου στους στίχους (σύμμετρο:από το συν + μέτρο = με μέτρο) αλλά και ως προς την συμμετρία των σχημάτων που απεικονίζονται και ανεξάρτητα από την όποια διαφοροποίηση στην έκτασή τους.

Μέχρι εδώ παρατηρούμε ότι η διαφορά εντοπίζεται κυρίως στη «γραμμική μορφική μονάδα», δηλαδή στον στίχο, ανάλογα με το μέτρο που επιλέγει να χρησιμοποιήσει ο κάθε ποιητής. Οι μετρικές διαφορές, δηλαδή οι διαφορές μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέτρων, σε σχέση με τη μονάδα, τον στίχο, είχαν σαν εξελικτικό αποτέλεσμα την δημιουργία της ποίησης του Ελευθερωμένου στίχου (8) και  εν συνεχεία της ποίησης του Ελεύθερου στίχου, με κοινό χαρακτηριστικό την χρήση ανισοσύλλαβων, μεταξύ τους, στίχων∙ ενώ στο σύνολό της η «μορφή» εξακολούθησε να δομείται, να χωρίζεται σε στροφικά μέρη, σύμφωνα όμως με την κρίση του εκάστοτε δημιουργού, απεξαρτημένη από συγκεκριμένους κανόνες.
Σε αυτές τις δύο «κατηγορίες» – και κυρίως στον Ελεύθερο στίχο, παρατηρούμε το σύνολο της «μορφής», ως σχήμα, να απομακρύνεται από την έως πρότινος συμμετρία, με μικρές ίσως εξαιρέσεις, παρουσιάζοντας ποικίλα σχήματα. (9)

Τέλος, έχουμε τα Πεζόμορφα ποιήματα (poeme en prose, verset), που μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν το εξελικτικό αποτέλεσμα του ελεύθερου στίχου, ως «γραμμική μονάδα» της «μορφής», αλλά και σαν εξέλιξη της «μορφής» στο σύνολό της, εμπεριέχοντας όλες τις προηγούμενες «μορφές» ως προς την «γραμμική μονάδα», τον στίχο.
Και φυσικά τα Μικτά ποιήματα, ως προς την εξωτερική εικόνα τους, συνθέτοντας στοιχεία από τις διάφορες «κατηγορίες» που προαναφέρθηκαν και όπως είναι προφανές επίσης εμπεριέχουν τις προγενέστερες «μορφικές κατηγορίες» – με παράδειγμα μικτού ποιήματος το Άξιον Εστί, του Οδυσσέα Ελύτη, με την αναφορά του οποίου ξεκινήσαμε – και στα μεν Πεζόμορφα ποιήματα έχουμε και πάλι συμμετρικά παραλληλόγραμμα σχήματα ενώ στα Μικτά ποιήματα τα σχήματα ποικίλουν και η συμμετρία εξαρτάται από τα «μορφικά στοιχεία» που χρησιμοποιούνται σε κάθε ποίημα.

Συνοπτικά, η «μορφή», ως σχήμα της εξωτερικής εικόνας, περίγραμμα, στις προηγούμενες κατηγορίες εμφανίζει τα εξής : Στην Παραδοσιακή – δημοτική ποίηση και στην Έμμετρη Ομοιοκατάληκτη, τα σχήματα που αποτυπώνονται είναι ορθογώνια παραλληλόγραμμα – όπως και στα Πεζόμορφα ποιήματα, οπότε έχουμε συμμετρία ως προς τους άξονες (οριζόντιο, κάθετο , διαγώνιους) αλλά και ως προς σημείο (κέντρο). Η απομάκρυνση από την προαναφερόμενη συμμετρία ξεκινά  με τον Ελευθερωμένο στίχο και ολοκληρώνεται με τον Ελεύθερο στίχο, όπου η συμμετρία περιορίζεται μόνο ως προς τον κάθετο άξονα των αποτυπωμένων σχημάτων, με μικρές εξαιρέσεις, ενώ στα Μικτά ποιήματα, σχήματα και συμμετρία ποικίλουν.

Σε αυτό το σημείο, ανοίγοντας μια μικρή παρένθεση, ας αναφέρουμε λίγα λόγια για τη συμμετρία : “Ονομάζουμε συμμετρία την αρμονία που παρατηρείται, είτε ανάμεσα στα μέρη που αποτελούν ένα αντικείμενο, είτε ανάμεσα στα διαφορετικά πράγματα, και πηγάζει από κανονικές αναλογίες. Όταν λέμε αρμονία, εννοούμε τη σωστή κατανομή και κατάταξη και τις κανονικές αναλογίες των αντικειμένων. Στη Φυσική η συμμετρία είναι μία σειρά χωροχρονικών μετασχηματισμών που αφήνουν μια φυσική ποσότητα σταθερή. Σε κοσμολογικό επίπεδο αυτό συνεπάγεται ότι στο πρωταρχικό σύμπαν, που βρισκόταν σε κατάσταση απόλυτης συμμετρίας, κυριαρχούσε μία μόνο επίδραση η Ενιαία Επίδραση και οι υπόλοιπες εμφανίστηκαν με το πέρασμα του χρόνου καθώς το σύμπαν διαστελλόταν.”

Ας επανέλθουμε στο άρθρο του Σαββίδη παραθέτοντας μερικά ακόμα αποσπάσματά του για να κατανοήσουμε το γιατί επέλεξε το συγκεκριμένο έργο του Σολωμού και όχι κάποιο άλλο :   “Καιρός να κοιτάξουμε Το Άξιον Εστί και να επιχειρήσουμε μια πρώτη περιγραφή του. Ένας τρόπος -από τα γνωστά στο άγνωστο- είναι η συσχέτιση με συγγενικά έργα της ποίησής μας : με τους Ελεύθερους Πολιορκισμένους, […]  Δεν είναι ίσως άστοχο να παρατηρήσω εδώ πως ο συμβολικός αριθμός επτά (που τριαδικά εκφράζεται ως 3+1+3) είναι ένα είδος μόνιμου διαιρέτη στην ποίηση του Ελύτη […]   Το δεύτερο και κεντρικό μέρος του Άξιον Εστί, που αναπτύσσει το παράλληλο θέμα των παθών του Ποιητή και του Ελληνισμού ως την κάθαρσή τους, ακολουθεί την τριαδική διαίρεση του όλου έργου […]    Η τριαδική συμμετρία είναι εξ ίσου έκδηλη στο τρίτο μέρος, όπως φανερή -και από τον ίδιο του τον τίτλο: «Δοξαστικόν» – είναι και η βυζαντινή εκκλησιαστική σφραγίδα”

Βλέπουμε, λοιπόν,  ότι ξεκινά τη “συσχέτιση με συγγενικά έργα” κι ενώ αρχικά χρησιμοποιεί λογοτεχνικούς όρους, στη συνέχεια του κειμένου, εμπλουτίζει τη γλώσσα του με μαθηματικούς όρους και φτάνουμε στην αναφορά του για “τριαδική συμμετρία”. Αυτή η εξέλιξη εκτός του ότι αναδεικνύει τις πολυεπίπεδες γνώσεις του, καθώς αυτές από την λογοτεχνία επεκτείνονται στα μαθηματικά και την γεωμετρία, σιωπηρά μας υποδεικνύει ότι εκτός των άλλων είχε παρατηρήσει πως το Σχεδίασμα Α΄ των Ελεύθερων Πολιορκημένων είναι  μια σύνθεση συμμετρικών «μορφών», άρα Μικτό ποίημα ως προς τη «μορφή», καθώς ξεκινά με Πεζόμορφο ποίημα και συνεχίζει με Έμμετρο Ομοιοκατάληκτο.
Μικτό ως προς τη «μορφή» όπως και το Άξιον Εστί που παρουσίαζε.

Δηλαδή είχε παρατηρήσει την πρωτοπορία του Σολωμού στη «μορφή» του έργου.
Είχε παρατηρήσει πως τη «μορφή» του πεζόμορφου και του μικτού ποιήματος, που χρειάστηκαν αιώνες για να φτάσουμε, ο Σολωμός τις είχε ήδη αποτυπώσει στο έργο του, κάνοντας ένα τεράστιο άλμα μπροστά από την εποχή του – αλλά και από την εποχή μας, με τη φωτισμένη σημείωσή του “είδος μιχτό, αλλά νόμιμο”.

Το γιατί όμως επέλεξε να το υποδείξει σιωπηρά ο Σαββίδης, του οποίου η  προσφορά δεν αμφισβητείται, θα πρέπει να το αναζητήσουμε στο γενικότερο κλίμα της μεταπολεμικής μας κριτικής και φιλολογίας που προσπάθησαν και σε σημαντικό βαθμό το πέτυχαν, να περάσουν στη λήθη τα προγενέστερα ποιητικά έργα, σε μια προσπάθεια επανίδρυσης της ποίησης με τη γενιά του 30, πρακτική που σε σημαντικό βαθμό υπέθαλψε τόσο η γενιά του 30, για ευνόητους λόγους, όσο και τα πολιτικοκοινωνικά δρώμενα του τόπου μας. Για τους ίδιους πιθανώς λόγους και οι συγγραφείς του Λεξικού Λογοτεχνικών Όρων στην ερμηνεία του όρου «πεζόμορφο ποίημα» αναφέρονται στον νεοτερικό ποιητή και σαν παράδειγμα έχουν ποίημα του Σεφέρη, αποσιωπώντας τα πεζόμορφα ποιήματα του Σολωμού και άλλων (πχ του Γιάννη Καμπύση) που προηγήθηκαν κατά πολύ.

Και φυσικά είναι ώρα να μιλήσουμε για ένα ακόμα έργο του Σολωμού, τη Γυναίκα της Ζάκυθος που έως πρότινος χαρακτηριζόταν πεζό, παρά τα κοινά του με το Α΄ Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων.
Η Γυναίκα της Ζάκυθος παρατηρούμε ότι δομείται πάνω στην επανάληψη ορισμένων λέξεων (και , μήτε), κάτι που συμβαίνει και στο πεζόμορφο πρώτο μέρος του ποιήματος των Ελεύθερων Πολιορκημένων. Εκτός από το κλίμα υποβολής, το υποβλητικό περιβάλλον που δημιουργεί αυτή η σύνταξη, δημιουργεί κι ένα ύφος, κοινό επίσης και στα δύο κείμενα – τα ίδια στοιχεία παρατηρούνται και σε πεζόμορφα μέρη του Άξιον Εστί. (9)   Όμως εκτός από τα κοινά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, Η Γυναίκα της Ζάκυθος στο πέμπτο κεφάλαιο, ουσιαστικά εμπεριέχει το πρώτο μέρος από το Α΄ Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων, δηλαδή σχεδόν όλη την πεζόμορφη εισαγωγή, με μικρές παραλλαγές, έως και το έμμετρο : Το χάραμα επήρα […] κι ως όπου βυθά.
Το γιατί οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι και το Άξιον Εστί είχαν χαρακτηριστεί ποιήματα και πεζό Η Γυναίκα της Ζάκυθος, όταν υπάρχουν τέτοια κοινά στοιχεία, είναι κάτι που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί κι ευτυχώς τα τελευταία χρόνια καταγράφεται μια στροφή και χαρακτηρίζεται ποίημα από αρκετούς μελετητές – ή ποιητικό αφήγημα, όπως σημείωσε ο Παναγιώτης Καρματζός. (10)
Εκτός των άλλων, η μελέτη των νεώτερων πεζόμορφων ποιημάτων μας έδειξε ότι δεν είναι η «μορφή» που θέτει τα όρια, ανάμεσα στην ποίηση και στον πεζό λόγο, αλλά στοιχεία όπως ο ρυθμός, η χρήση της γλώσσας και η ποιητική λειτουργία του κειμένου (σαν αναγνωστικό βίωμα).  Στοιχεία που συνηγορούν στο ότι Η Γυναίκα της Ζάκυθος είναι πεζόμορφο ποίημα.

Εάν μάλιστα διαβάσουμε τον Σολωμό μέσα από τις σημειώσεις του, δηλαδή όπως διαβάσαμε και τον Σεφέρη και παρά το γεγονός ότι του δεύτερου δεν ήσαν απλά σημειώσεις, αλλά τόμοι δοκιμίων (11), έχω την αίσθηση ότι το Σολωμικό έργο αναδύεται άρτιο και εξακολουθητικά πρωτοποριακό∙ γι’ αυτό και ο Ελύτης γράφει στο Άξιον Εστί :

Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,
όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα
θ’ αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου
με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.

Σημειώσεις :

1)  Άξιον εστί” το ποίημα του Ελύτη!, περ. Ο Ταχυδρόμος (10.12.1960) 14-15
Το πλήρες άρθρο αναδημοσιεύεται στο διαδίκτυο, στη διεύθυνση : http://www.snhell.gr/archive/content.asp?id=3394&author_id=2

2)  Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων – επίσημος φορέας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας & Θρησκευμάτων,
Συγγραφείς : Ιωάννης Παρίσης και Νικήτας Παρίσης.

3)  βλ. σημ. 2 – σελ. 118

4)  βλ. σημ. 2 – σελ. 144

5)   Κι ευτυχώς δηλαδή γιατί, αντίστοιχα, ένα οικοδόμημα που εξωτερικά χρησιμοποιεί διακοσμητικό τούβλο θα κινδύνευε να χαρακτηριστεί από το υλικό, όπως και κάθε γυναίκα που φοράει γούνα να χαρακτηριστεί από το, ενδυματολογικά, εκφραστικό της μέσον.

6)  Σχετικά με τον όρο παράδοση, με την έννοια των ήδη παραδεδομένων κειμένων, ενδιαφέρουσα είναι η θεώρηση του Θανάση Κωσταβάρα, ο οποίος σε συνέντευξή του αναφέρει σχετικά :
“Κι όταν λέω παράδοση, εννοώ όλο το φάσμα, αρχίζοντας από την προηγούμενη γενιά και φτάνοντας ως τον Όμηρο.”
Η συνέντευξη είναι δημοσιευμένη στο ηλεκτρονικό περιοδικό Λέξημα ( www.lexima.gr ).
Στη διεύθυνση : http://www.lexima.gr/lxm/main.php?s=synenteuxeis&i=18

7)  Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, Γ. Μ. Σηφάκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

8)  Στην Ελλάδα η χρήση του ελευθερωμένου στίχου (vers libere) παρατηρείται καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου 1890-1920. Ορόσημο μεταξύ ελευθερωμένου και ελεύθερου στίχου αποτέλεσαν ο Καβάφης, ο Παλαμάς, ο Βάρναλης, ο Καρυωτάκης και ο Σικελιανός, η ποίηση των οποίων είναι ο προάγγελος του ελεύθερου στίχου (vers libre) της γενιάς του 30.

9)  Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι προδρομικό ανάλογο κείμενο είναι η Αποκάλυψη του Ιωάννη.

10)  Η Γυναίκα της Ζάκυθος και Η Τρίχα, Παναγιώτης Καρματζός, Εκδ. Εκάτη, 2006

11)  Όσο καλοπροαίρετα και αν προσπαθήσει κάποιος ποιητής να περιγράψει τι είναι Ποίηση – έστω και αποφατικά, δηλαδή περιγράφοντας τι δεν είναι ποίηση, ώστε να υπονοείται τι είναι – αυτό που θα περιγράψει δεν είναι άλλο απ’ ότι ο ίδιος θεωρεί πως είναι ποίηση. Δηλαδή θα περιγράψει την προσωπική του αντίληψη για την ποίηση, με άλλα λόγια, το δικό του ποιητικό έργο.
Αυτός είναι ο λόγος που εδώ και τόσους αιώνες κανένας ορισμός για την Ποίηση δεν κατάφερε να επιβιώσει πέραν της εποχής που διατυπώθηκε.

http://www.lexima.gr/lxm/read-1542.html

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/908

Ο ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΚΑΙ Η «ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ» (1935)

Είναι ποίημα ποιητικής, ανήκει στα «Ορφικά» ποιήματα των Απάντων του, στην ποιητική ενότητα  «Λυρικά Β».

Έχει δραματικό και φιλοσοφικό αφηγηματικό χαρακτήρα.

Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο ενικό πρόσωπο, ο ποιητής – αφηγητής  συμμετέχει στη δράση, η εστίαση είναι εσωτερική.


Ο τίτλος του είναι ένας σαφής υπομνηματισμός του ιερού για το Σικελιανό αρχαίου παρελθόντος,  είναι τίτλος συμβολικός. Ο ποιητής εμφανίζεται ως περιπατητής της Ιεράς Οδού, κι οδεύει προς τον προσφιλή του τόπο των Ελευσίνιων Μυστηρίων.

Στην διάρκεια της πλοκής μεταφέρεται έξω από το χρόνο της αφήγησης,  τεχνική που  ο Σικελιανός χρησιμοποιεί για να θίξει τη διαχρονικότητα των ιδεών που θα αναπτύξει (στ. 26-27 και 68-72).


Το ποίημα διακρίνεται για τον πυκνότατο συμβολισμό του.

Το πρόσωπο του «Ατσίγγανου» ή «γύφτου», που κακομεταχειρίζεται τις αρκούδες, συμβολίζει το πρόσωπο του κάθε δυνάστη και καταπιεστή.

Η αρκούδα εμφανίζεται αρχικά ως σύμβολο της μητρότητας, σύμβολο της μάνας – γης και ως αιώνιας μάνας  που υποφέρει για το μαρτύριο του παιδιού της. (στ. 45 και 61-65)

Ύστερα γίνεται το διαχρονικό – μαρτυρικό σύμβολο όλου του σκλαβωμένου κόσμου που πονάει και υποφέρει ( στίχος 76-79).


Στο βασανιστικό για τον ποιητή ερώτημα : αν κάποτε οι άνθρωποι θα ελευθερωθούν από τα δεσμά  τους, τίθεται ως απάντηση το θέμα της συμφιλίωσης και της ενότητας (στ. 93-96). Ο τρόπος που αυτή αναβλύζει από το βαθύτερο «εγώ» του ποιητή (σαν «μούρμουρο») (στ. 104,105) καθρεφτίζει τον χαμηλότονο λυρισμό του, ο οποίος είναι  χαρακτηριστικός στην περίοδο που έγραψε το ποίημα.

Στο ποιητικό σύμπαν του Σικελιανού κυριαρχεί απόλυτη αρμονία και πρυτανεύει το στοιχείο της ενότητας. Το πρόβλημα του πόνου και της ανελευθερίας εκφρασμένο σε παγκόσμια διάσταση και η αισιόδοξη στο μέλλον λύση του συνάδουν με την κοσμοθεωρία του, για την οποία αγωνίστηκε με ολόκληρο το έργο του.


Η αισιοδοξία δεν εμφανίζεται στο ποίημα σαν μια δεδομένη εξαρχής ψυχική κατάσταση του ποιητή, αλλά ως αποτέλεσμα μιας επίπονης διαδικασίας μύησής του. Η κεντρική θέση που αυτός κατέχει στο ποίημα, ως ο εκλεκτός, εμπνευσμένος και μυημένος δημιουργός, απηχεί τις αρχές του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, της αντιλογοκρατίας (ιρρασιοναλισμός),αλλά και εκείνες της αρχαϊκής περιόδου του ελληνισμού, με κύριο πρότυπο τον Πίνδαρο. Πρόκειται για μια βαθιά αριστοκρατική αντίληψη για την ποίηση και τον ποιητή, ο οποίος συνδυάζει στο πρόσωπό του τις ιδιότητες του οραματιστή, του προφήτη, του ιερέα και του μύστη, και  παίζει με το έργο του ζωτικό κοινωνικό ρόλο.


Διακρίνουμε επίσης το χαρακτηριστικό στην ποίηση του Σικελιανού   θρησκευτικό συγκρητισμό: «ξάφνου τρανή […] Παναγία» (στ. 44-50). Το μαρτυρικό πανανθρώπινο σύμβολο της Μάνας εμφανίζεται τόσο στην αρχαιοελληνική του εκδοχή, με τις αναφορές στη Δήμητρα και στην Αλκμήνη, όσο και στη χριστιανική του εκδοχή, με την αναφορά στη μητέρα του θεανθρώπου Παναγία.


Εντοπίζουμε την δεξιοτεχνική αφηγηματική οργάνωση του ποιήματος, την περίπλοκη και μακροπερίοδη συντακτική του ανάπτυξη, τον μεγάλο πλούτο των εκφραστικών μέσων: πολλές μεταφορές, μεγάλες παρομοιώσεις, πλούσιους επιθετικούς προσδιορισμούς, ζωντανές εικόνες, επαναλήψεις.


Γλώσσα του ποιήματος είναι η δημοτική με πολλά παλαιοδημοτικά στοιχεία: λ.χ. αβασκαντήρα, κάματον, οκνούσε, πιδέξιο, ρείπια, αθεμωνιές, θρονί, αγνάντια, ακλούθααν, πλάγι, ανασκώθηκε, κοίτααν, μούχρωμα κλπ.


Το μέτρο του είναι ο ανομοιοκάταληκτος ιαμβικός εντεκασύλλαβος, εκτός του πρώτου στίχου που είναι δεκατρισύλλαβος.

Το ύφος του είναι λυρικό, έντονο, δραματικό, φιλοσοφικό.

Με το δρώμενο και τους συμβολισμούς του ο Σικελιανός αποκαλύπτει το κοινωνικό έργο της ποίησής του, της οποίας στόχος είναι να περάσει στον αναγνώστη ιδέες, συναισθήματα,  μηνύματα.

Πηγή : http://www.lexima.gr/lxm/read-1398.html

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/905

Αγγελος Σικελιανός: Ενας Ελληνας λυρικός

Εντελώς ιδιόρρυθμη μπορεί να παρουσιάζεται σήμερα η εικόνα του Αγγελου Σικελιανού στα μάτια του σύγχρονου Ελληνα αναγνώστη καθώς το έργο του και η ζωή του κινήθηκαν πάντα γύρω από τον ίδιο άξονα, δεν διαχωρίστηκαν ποτέ, πράγμα που του έδωσε συγκεκριμένη ταυτότητα και έκανε αμέσως αναγνωρίσιμη την ποίηση του.

1884-1951

Από τη Νατάσα Ρουχωτά.

Στα ίχνη της αρχαίας Ελλάδας
«Πέτρα που ανάβρυσες νερό και γλυκομουρμουρίζεις που ακούμπησα στα χείλη σου σαν μια υδρία τη σκέψη».

Ο Σικελιανός ονειρευόταν μια Ελλάδα γνήσια απόγονο του αρχαίου πνεύματος, στα ίδια τοπία της παλιάς της δόξας, σα μια γη που φυλάει μέσα της τα ίδια πανανθρώπινα μυστικά και τους ίδιους χυμούς και γεύσεις. Αυτήν την Ελλάδα προσπάθησε να αναστήσει με το έργο και τη ζωή του ο Σικελιανός, από αυτό το υπέροχο όραμα τράφηκε από την αρχή ως το τέλος των ημερών του. Ο Σικελιανός ήταν αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα ένας πνευματικός άνθρωπος με πλήρη επίγνωση της αποστολής του, μιας αποστολής, που αφορούσε ολόκληρη την οικουμένη, καθώς η Ελλάδα της ψυχής του, των ονείρων του, έπρεπε να ανοίξει το δρόμο πάνω στον οποίο θα βάδιζαν όλοι οι λαοί. Η γλώσσα του είναι ίσως στομφώδης και το περιεχόμενο των ποιημάτων του ηχεί ίσως ξεπερασμένο, όμως κανείς δεν θα μπορούσε να μην αναγνωρίσει στον Σικελιανό το ότι αφιέρωσε ολόψυχα τη ζωή του στο όραμά του.

Γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1884, όπου πέρασε τα παιδικά και γυμνασιακά του χρόνια. Οι γονείς του, άνθρωποι καλλιεργημένοι και γλωσσομαθείς θα μεταδώσουν στα παιδιά τους αγάπη και σεβασμό για τους ήρωες της ελληνικής Επανάστασης. Πρόγονοι της οικογένειας δεν είχαν διστάσει να διαθέσουν την περιουσία τους στον Αγώνα, και αυτοί θα γίνουν φωτεινό παράδειγμα για όλη τη ζωή του Αγγελου, ο οποίος δεν θα πάψει ποτέ να τους μνημονεύει με θαυμασμό. Σημαντικό ρόλο στην ανατροφή του θα παίξει και η παραμάνα του, θεία Μαρία. Αυτή η απλοϊκή γυναίκα με τη θέρμη της αγάπης της και του λόγου της θα ποτίσει τον Αγγελο με γεύσεις, αρώματα και λέξεις, που ο ποιητής θα τα κρατήσει για πάντα φυλαγμένα μέσα του. Πολύ αργότερα, θα της αφιερώσει κάποιες σελίδες από το ημερολόγιό του ενώ θα βρίσκεται στο Αγιον Ορος («Κόλλυβα για τη θεία Μαρία»). Αξέχαστοι και καθοριστικοί για την ανάπτυξη και τον μετέπειτα προσανατολισμό του ήταν και οι περίπατοι με τον πατέρα του στους λευκαδίτικους ελαιώνες. Εδώ ο πατέρας θα τον μυήσει στην αρχαία ελληνική μυθολογία, στην απόλυτη σχέση της με την ελληνική φύση και θα τον εισαγάγει με πολύ φυσικό τρόπο στην Ιστορία και τον πολιτισμό της αρχαιότητας. Το 1901 ο Αγγελος Σικελιανός έρχεται στην Αθήνα για να φοιτήσει στη Νομική Σχολή, αλλά δεν θα ολοκληρώσει τις σπουδές του. Τον ενδιαφέρουν το θέατρο, η ποίηση, τα ταξίδια. Θα μείνει αυτοδίδακτος. Διαβάζει Νίτσε και τον Ιταλό ποιητή Ντ Αννούντσιο (στον οποίο θα αναγνωρίσει μια συγγένεια ύφους). Δημοσιεύει ποιήματα στα περιοδικά Νουμάς και Παναθήναια. Το 1906 θα γνωρισθεί με την Αμερικανίδα αρχαιολόγο και χορογράφο Εύα Πάλμερ, πράγμα που θα έχει μεγάλο αντίκτυπο στη ζωή του και στην εκπλήρωση των πόθων του. Η συνάντηση με την αρχαιολάτρη Αμερικανίδα γίνεται στο σπίτι της Ισιδώρας Ντάνκαν, στον Κοπανά. Η ένωση είναι άμεση και ενδιαφέρουσα, μια που και οι δύο τρέφονται από την ίδια αγάπη για τον ελληνικό πολιτισμό. Ομως ο γάμος αναβάλλεται, γιατί ο Αγγελος έχει ήδη προγραμματίσει ένα ταξίδι στην Αίγυπτο. Ο Σικελιανός αγαπούσε τα ταξίδια και στην Αίγυπτο σε μια έξαρση νοσταλγίας για την πατρίδα θα γράψει το 1907 το πρώτο του αριστούργημα, τον Αλαφροϊσκιωτο. Σε πλήρη απομόνωση, νηστικός, σε έκσταση σχεδόν, όπως εξάλλου συνήθιζε να εργάζεται, θα συνθέσει αυτό το μεγάλο ποίημα σαν να επρόκειτο για μια λυρική αυτοβιογραφία. Ποτισμένος από την αρχαία ελληνική παράδοση, αναζητά τη λύτρωση μέσα στο μύθο, τα μυστήρια, τον ορφισμό και τη φύση.

«Ο άρχοντας της λαλιάς μας»
«Τον στίχο άπλωσα ηχηρό, πολύθροο σαν πλατάνι»

Ο Κ. Θ. Δημαράς μιλά για «ρουμελιώτικη αίσθηση του γλωσσικού οργάνου, άνεση, ωριμότητα, δύναμη, αισθητική αφομοίωση της παράδοσης Σολωμού». Στον Αλαφροϊσκιωτο ο ποιητής είναι θαμπωμένος από τις ομορφιές της φύσης, τη χαρά των αισθήσεων, τη γοητεία της λέξης. Διακατέχεται κυριολεκτικά από το πάθος της ένωσης με τη φύση αιώνια και απέραντα φυσιολάτρης. Μαζί με τη φύση, ο ποιητής υμνεί και το ανθρώπινο κορμί. Μέσα από τις λέξεις του, αναζητά την ουσία των πραγμάτων και επιδιώκει τη μυστική κοινωνία μαζί τους. Στο μεταξύ, η Εύα περιμένει τον αγαπημένο της στο πατρικό του σπίτι, στη Λευκάδα. Οταν αυτός επιστρέφει, θα ορίσουν το γάμο τους, ο οποίος θα τελεστεί το 1907 στην Αμερική. Το 1909, έτος έκδοσης του Αλαφροϊσκιωτου θα γεννηθεί και ο γιος τους, ο Γλαύκος.

Σημαντικός σταθμός στη ζωή και το έργο του ποιητή είναι η γνωριμία του με τον Νίκο Καζαντζάκη, το 1914, στο στρατό. Εμειναν μαζί 40 μέρες στο Αγιον Ορος, επισκέφθηκαν τις μονές, έζησαν όπως οι μοναχοί. Ηδη από το 1910, ο Σικελιανός είχε συλλάβει την ιδέα των Συνειδήσεων, του τετράτομου έργου που θα πραγματοποιήσει αργότερα (Η συνείδηση της Γης μου, Η συνείδηση της Φυλής μου, Η συνείδηση της γυναίκας, Η συνείδηση της πίστης). Η γνωριμία με τον Καζαντζάκη, η κοινή τους αναζήτηση, η περιπλάνησή τους στην Ελλάδα από το 1914-1917 με σκοπό να συνειδητοποιήσουν τη Γη και τη φυλή τους, θα συμβάλει σημαντικά στην πραγματοποίηση του έργου του ποιητή που αφορά τις συνειδήσεις. Η θρησκευτικότητα του Αγίου Ορους θα βρει εύφορο έδαφος στην ψυχή του. Μετά την παραμονή του εκεί θα γράψει ένα από τα πιο σημαντικά του ποιήματα, το «Μήτηρ Θεού».

«Συ, που θωρείς τους ύπνους μου, πρώτη, αδερφή, μαρτύρα / Αν της φωνής σου στ όνειρο δεν άκουσα τη λύρα! / Κι ως σου είδα στη μετάδοση το χείλι να μην τρέμει / Σαν την καρδιά σου δέρνανε οι τέσσερις οι ανέμοι / Κι ως είδα ετοιμοθάνατη την όψη σου να μένει, / Σε τρίσβαθο χαμόγελο λουσμένη, βυθισμένη, / Κι ως σταύρωσες τα χέρια σου στα στήθη απάνω μόνη / Κι ώρα την ώρα ο θάνατος σε σκέπαζε ωσά χιόνι, / Γλυκά κι αν δε με διάταξες της πίκρας μου να αφήσω / Τον πέπλον, ολοζώντανη για να σε ζωγραφίσω!»

Η μορφή της μητέρας είναι ένα από τα βασικά θέματα στην ποίησή του, όπως και η μορφή της γυναίκας, γενικώς.

Η ερωτική της εκδοχή κορυφώνεται στο ποίημα «Θαλερό» και στη φιγούρα της αρχοντοθυγατέρας, μιας κόρης που πραγματικά γνώρισε ο ποιητής, σε ένα ταξίδι του στη Σικυώνα, το 1915. Αρχοντοθυγατέρα είναι η νεαρή Μαρία Παύλου που έβλεπε συχνά τον Σικελιανό και τη γυναίκα του Εύα, να φτάνουν στο Θαλερό, ένα μικρό χωριό της Κορινθίας, συνοδευόμενοι και από άλλες κοπέλες των καλύτερων οικογενειών της περιοχής. Οταν η μικρή, δεκαεξάχρονη τότε, Μαρία θα λάβει από κάποιον γνωστό την τοπική εφημερίδα με το ποίημα του Σικελιανού και τους στίχους που την αφορούν σπεύδει να σκίσει τη σελίδα, κυριευμένη από φόβο μήπως ο πατέρας της διαβάσει την τολμηρή αναφορά.

Δελφική Ιδέα
Ο πόνος για τη Μικρασιατική καταστροφή εμπνέει στον Σικελιανό την ιδέα της αναβίωσης των Δελφικών Εορτών, με σκοπό τη συνέχιση των μεγάλων διδαγμάτων που η Ελλάδα έλαβε μέσω του θεάτρου και της φιλοσοφίας. Φυσικά τα διδάγματα αυτά δεν απευθύνονταν μόνο στους Ελληνες, αλλά σε κάθε άνθρωπο που επιθυμούσε την ανάταση μέσω του πολιτισμού. Ο ποιητής με την ιδέα των Δελφικών Εορτών, στην οποία αφιερώθηκε ολοκληρωτικά για πάνω από δέκα χρόνια, απέβλεπε σε μια παγκόσμια πανανθρώπινη ένωση σε μια κοινή πίστη στον πολιτισμό. Η ιδέα ήταν υψηλή και ευγενής, η δουλειά του Αγγελου και της Εύας αδιάκοπη και αξιοθαύμαστη, όμως οι δυσκολίες τεράστιες και οι καιροί ανάδρομοι, σκληροί. Ο ποιητής δούλεψε όσο και όπως μπορούσε, με άρθρα, μελέτες και διαλέξεις, αλλά μόνο δύο παραστάσεις (Προμηθέας Δεσμώτης και Ικέτιδες του Αισχύλου) κατάφερε να πραγματοποιήσει, το 1927 και το 1930. Από την πλευρά της η πατρίδα, μέσω της Ακαδημίας Αθηνών τίμησε το ζεύγος Σικελιανού με αργυρά μετάλλια «δια την γενναίαν προσπάθειαν…». Το ζεύγος καταστρέφεται οικονομικά. Από το 1932 ο Σικελιανός ασχολείται και με τη συγγραφή τραγωδίας. Ομως ας σταθούμε στο ποίημά του «Ιερά Οδός» (1935), όπου περιγράφει το χορό μιας αρκούδας, από εκείνες που επιδεικνύουν οι γύφτοι, με το μικρό της:

«Κι η καρδιά μου ως εβάδιζα βογκούσε / Θάρτει τάχα ποτέ, θε να ρτει η ώρα / Που η ψυχή της αρκούδας και του γύφτου / Κι η ψυχή μου, που Μυημένη τήνε κράζω, / Θα γιορτάσουν μαζί; / Κι ως προχωρούσα / Κι εβράδιζε, ξανάνιωσα απ την ίδια / Πληγή, που η μοίρα μ άνοιξε, το σκότος / Να μπαίνει ορμητικά μέσα στην καρδιά μου, / Καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει / Το κόμα σε καράβι που ολοένα / Βουλιάζει… Κι όμως τέτοια ως να διψούσε / Πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη / Ως να πνίγηκε κεριά στα σκοτάδια / Ενα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου, / Ενα μούρμουρο κι έμοιαζε έλεε θα ρτει».

Το 1934 η Βουλή αποφασίζει την ανάθεση των Δελφικών Εορτών σε είκοσι δύο μέλη, εξοστρακίζοντας το ζεύγος Σικελιανού από την ιδέα που οι ίδιοι είχαν συλλάβει. Ο ποιητής θα αναρτήσει έξω από την πόρτα του γραφείου του μια φράση του Νίτσε: «Εκεί που τελειώνει το κράτος εκεί αρχίζει ο άνθρωπος».

Το ποίημά του «Ιερά Οδός» γράφεται πριν ακριβώς από αυτό το επεισόδιο. Γύρω στο 1938, ο ποιητής γνωρίζει την Αννα που θα γίνει η δεύτερη γυναίκα του. Ο γάμος του στην Αμερική θεωρείται άκυρος από τον ελληνικό νόμο, όμως η Αννα είναι παντρεμένη και θα χρειαστεί να περάσει αρκετός καιρός και να χυθούν πολλά δάκρυα πριν το ζευγάρι μπορέσει τελικά να ενωθεί. Η Αννα Σικελιανού περιγράφει πολύ όμορφα και τρυφερά την ιστορία τους στο βιβλίο Ο ποιητής Αγγελος Σικελιανός (εκδ. Ικαρος): «Μείναμε λίγες μέρες στο άσπρο σπιτάκι να ετοιμάσουμε το ταξίδι για τη Φτέρη Αιγίου, που μας το είχε συστήσει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος καθώς και το σπιτάκι. Κι όπως πάντα μικρό και φτωχικό χωρίς φως, χωρίς νερό αλλά που αγνάντευες μέσα από τα έλατα όλο τον κόσμο. Το αγαπήσαμε και ετοίμασα ένα βασιλικό κελί για τον Αγγελο με μπλε υφάσματα και ασημένια καντηλέρια.

Εκεί έγραψε για πρώτη φορά την τραγωδία του Σιβύλλα που την είχε ήδη αναγγείλει στον Ed. Shure το 1926. Μου έδινε τόση ευτυχία να περιμένω ώρες έξω από το πορτάκι του κελιού ότι θα γράψει για να μου το διαβάσει. Και το απόβραδο πηγαίναμε στο ξάγναντο του ξενοδοχείου και βλέπαμε τα φώτα της πόλεως».

Κατοχή
«Αχ, πως το πάθαν τούτο τα παιδιά μας; / Αδέλφια να σκοτώνουν αδέλφια!»

Οι μέρες της Κατοχής είναι δραματικές για όλους. Ο ποιητής γίνεται πηγή έμπνευσης και αναφοράς για τους συμπατριώτες του. Στην κηδεία του Κωστή Παλαμά θα απαγγείλει το γνωστό στίχο: «Σε αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα». Ο Σικελιανός απευθύνει και γραπτή έκκληση μέσω του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού για την απελευθέρωση των Ελλήνων Εβραίων. Η επιστολή υπογράφεται και από άλλους επιφανείς Ελληνες πολίτες. Καθ όλη τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ο Σικελιανός δίνει διαλέξεις με κεντρικό θέμα τη λευτεριά, ενώ το 1943, βλέποντας την επικείμενη τραγωδία του εμφύλιου αλληλοσπαραγμού γράφει το ποίημα «Το μήνυμά της».

Το 1946 η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών προτείνει τον Σικελιανό για το βραβείο Νόμπελ εκείνης της χρονιάς. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στο βιβλίο της Αννας Σικελιανού: «Αλλά η κυβέρνηση του Ντίνου Τσαλδάρη έκανε ό,τι μπορούσε με τον Ελληνα πρέσβη της Σουηδίας και τον Σπύρο Μελά να ματαιωθεί η βράβευση». Στις 19 Ιουνίου 1951, μετά από μακρόχρονη ασθένεια, ο ποιητής φεύγει από τη ζωή. Κυριότερα έργα του είναι: Ο Αλαφροϊσκιωτος (1909), Το Πάσχα των Ελλήνων (1922), Μήτηρ Θεού (1917), Δελφικός λόγος (1927), Διθύραμβος του Ρόδου (1932), Ο Δαίδαλος στην Κρήτη (1943), Σιβύλλα (1944), Ο Χριστός στη Ρώμη (1946), Ο θάνατος του Διγενή (1944).

Το ποίημά του «Πνευματικό εμβατήριο» μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη και τραγουδήθηκε από τους Ελληνες στον καιρό της δικτατορίας.

«Θαλερό» (1915)

«Εκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο,
κρύο νερό η αρχοντοθυγατέρα,
οπούχε από τη δύναμη
στον πετρωτό της το λαιμό
χαράκι ως περιστέρα,
που η όψη της σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτη της Παρθενιάς τη φλόγα,
Κι απ τη σφιχτή της ντυμασιά
στα στήθη της τα αμάλαγα
Χωριζ ολόρτη η ρόγα,
Που ομπρός από το μέτωπο
σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά
Πλεμένα είχε σηκώσει»

Πηγή : http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=13774&subid=2&pubid=326999

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/902

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση