ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ BLOG

6 Μαΐου, 2014

Η ΑΙΡΕΤΙΚΗ-ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΒΟΛΟΥ ΠΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΚΡΕΜΟ

Συντονισμένο κανονιοβολισμό εναντίων τν Ιερν Κανόνων τς Εκκλησίας το Χριστο, όπως αναφέρει ο π. Ιωάννης Φωτόπουλος σε άρθρο που παραθέτω, ετοιμάζει η αποστατημένη από την Ορθοδοξία και τους Αγίους Πατέρας Ακαδημία Βόλου στις 8-11 Μαου, στο Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας με Θέμα «Κανόνες τς Εκκλησίας και σύγχρονες προκλήσεις».  

Η ετεροδιδασκαλία, η ψευδώνυμος γνώσι, κατά τον Απόστολον Παύλον το Δημητριάδος Ιγνατίου προχωρε έτι περαιτέρω. Τυφλωμένος από υπερηφάνεια επρόδωσε την παρακαταθήκη πού υπεσχέθη κατά την χειροτονία του, και διδάσκει διαφορετικά από το Ευαγγέλιον, και ακολουθεί τους μολυσμένους από την αρρώστεια τς πλάνης τς Δύσεως, και κατά τς ευσεβείας στην αιρετική Ακαδημία του. Αποδεικνύεται υποκριτής ορθόδοξος, με αναίσθητον καυτηριασμένην συνείδησιν (Τιμόθ. Α, Κεφ. Δ.). Συνεδριάζει με αποστατημένους από την ορθόδοξον πίστην οικουμενιστάς,  που κατέχονται από πνεύματα πλάνης, και διδασκάλους που εμπνέωνται από δαιμόνια. Φωνές αδειανές από ουσιαστικόν περιεχόμενον πού βεβηλώνουν την απλότητα, με ανοήτους ερεύνας και συζητήσεις και εξωτερικόν σχήμα ευσεβείας, χωρίς την δύναμίν της. Είναι απειθείς και άχρηστοι διά κάθε έργον αγαθόν οι συνεδροί του. Σχετικό άρθρο έγραψε ο Καθηγητής Δογματικς κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης με τίτλο «Η υπεροψία και η θεολογική εκτροπή τν επιδόξων «μεταπατερικν» θεολόγων» (βλ. http://katanixis.blogspot.gr/2014/05/blog-post_8796.html), που αποσκοπε στην εξαφάνιση τς συγχύσεως και πλάνης τς μεταπατερικς θεολογίας.

Ενδεικτικά αποσπάσματα Ιερν Κανόνων, μετά τς ερμηνείας το ΙεροΠηδαλίου, για τις επιβαλλόμενες ποινές σε όσους κληρικούς και λαïκούς δεν δέχονται ή παραχαράζουν ή διεφθείρουν τους Ιερούς Κανόνες είναι:

Κανν α’ τς Πενθέκτης Οικουμενικς Συνόδου Περ τηρήσεως τν προτέρων ερν κανόνων:ντεθεν νέπαφον τηροσα τ κοινν σμα Χριστο το Θεοῦ ἡμν, κα συνελόντι φάναι, πάντων τν ν τῇ ἐκκλησί το Θεο διαπρεψάντων νδρν, ο γεγόνασι φωστρες ν κόσμ, «λόγον ζως πέχοντες,» [Φιλιπ. β’. 16] τν πίστιν κρατεν βεβαίαν, κα μέχρι συντελείας το αἰῶνος σάλευτον διαμένειν θεσπίζομεν, κα τ ατν θεοπαράδοτα συγγράμματά τε κα δόγματα, πάντας ποβαλλόμενοί τε καὶ ἀναθεματίζοντες, ος πέβαλον καὶ ἀνεθεμάτισαν, ς τς ληθείας χθρούς, κα κατ Θεο φρυαξαμένους κενά, καὶ ἀδικίαν ες ψος κμελετήσαντας. Ε δέ τις τν πάντων μ τ προειρημένα τς εσεβείας δόγματα κρατο καὶ ἀσπάζοιτο, κα οτω δοξάζοι τε κα κηρύττοι, λλ’ ξ ναντίας έναι τούτων πιχειρο, στω νάθεμα, κατ τν δη προεκτεθέντα ρον π τν προδηλωθέντων γίων κα μακαρίων Πατέρων, κα το χριστιανικο καταλόγου, ς λλότριος ξωθείσθω καὶ ἐκπιπτέτω. μες γρ οτε προστιθέναι τι, οτε μν φαιρεν, κατ τα προορισθέντα, παντελς διεγνώκαμεν, καθ᾿ὁντιναον δεδυνήμεθα λόγον.

Ερμηνεία:  …και συντόμως ειπεν, οι Πατέρες τς παρούσης Συνόδου θεσπίζουσι να διαμένουν βέβαια, και μέχρι συντελείας αινος ασάλευτα, η πίστις, και τα θεοπαράδοτα δόγματα όλων τν Αγίων οπο έλαμψαν εις την το Θεο Εκκλησίαν, και εστάθησαν εις τον κόσμον ωσάν φωστήρες ζωοπάροχοι. Και συναναθεματίζουσι και αυτοί όλους εκείνους τους εχθρούς τς αληθείας, τους αιρετικούς δηλ. οπο εκενοι ανεθεμάτισαν, ορίζοντες και τοτο, ότι ούτε ηξεύρουν, αλλ’ ούτε ημπορούν κατ’ ουδένα τρόπον να προσθέσουν τι, ή να αφαιρέσουν από τα εκείνων δόγματα. Αλλά και όποιος δεν κρατε τα τν προειρημένων αγίων Πατέρων δόγματα τς ευσεβείας, μήτε φρονε τατα με τον νον, μήτε κηρύττει με την γλσσαν, αλλ’ επιχειρε να εναντιώνεται εις αυτά, οτος, λέγουσι, να ναι ανάθεμα και από τν Χριστιανν τον κατάλογον να αποβάλλεται και να αποκόπτεται, ως αλλότριος και μέλος σεσηπός.

Κανν β’ τς Πενθέκτης Οικουμενικς Συνόδου Τίνες ο δεκτο κανόνες, κα περ τν δι Κλημέντος διαταγν: … Ε δέ τις λ Κανόνα τιν τν ερημένων καινοτομν, ἤ ἀνατρέπειν πιχειρν, πεύθυνος σται κατ τν τοιοτον Κανόνα, ς ατς διαγορεύει τν πιτιμίαν δεχόμενος, κα δι’ ατοῦ ἐν περ πταίει θεραπευόμενος.

Ερμηνεία: …Ει δέ τινας ήθελε φαν ότι επιχειρε να παραφθείρη, ή να αναιρ κανένα Κανόνα από αυτούς, ούτος να λαμβάνη το επιτίμιον οπο περιέχει ο Κανών εκείνος, τον οποον παραφθείρει, ή αναιρε. Ήτοι αν ο Κανών περιέχη και ορίζη αφορισμόν, ή καθαίρεσιν, ή αναθέμα, τατα να λαμβάνη και ο τούτον διαφθείρων και αναιρν, ίνα θεραπεύση το σφάλμα του από εκενον τον ίδιον Κανόνα, εις τον οποον έσφαλε.  

Κανν α’ τς Ζ΄ Οικουμενικς Συνόδου Περ φυλακς τν ρχαίων κανόνων: … Καὶ ὁ θεος απόστολος εν αυτος εγκαυχώμενος βο «…ει γγελος εαγγελίζεται μν παρ’ παρελάβετε, νάθεμα στω.» [Γαλάτ. ά. 8.] … καὶ ἀσάλευτον κρατύνομεν, τν κτεθέντων π τν γίων και σαλπίγγων το Πνεύματος πανευφήμων ποστόλων, τν τε ξ γίων Οκουμενικν Συνόδων, κα τν τοπικς συναθροισθεισν πὶ ἐκδόσει τοιούτων δογμάτων, κα τν γίων Πατέρων μν• ξ νς γρ παντες κα το ατο Πνεύματος αγασθέντες, ρισαν τ συμφέροντα·κα ος μν τῷ ἀναθέματι παραπέμπουσι, καὶ ἡμες ναθεματίζομεν· ος δ καθαιρέσει, καὶ ἡμες καθαιρομεν. ος δ τῷ ἀφορμισμ, καὶ ἡμες φορίζομεν. ος δὲ ἐπιτιμίω παραδιδόασι, καὶ ἡμες σαύτως ποβάλλομεν. …

Ερμηνεία: …και ο Παλος αναθεματίζει, κάν Άγγελος ναι, εκείνος οπο ευαγγελίζεται έξω από τα παραδεδομένα. … και κρατύνομεν, και επικυρομεν, τόσον τους υπό τν αγίων Αποστόλων εκτεθέντας, όσον και τους τν έξ οικουμενικν συνόδων, και τν τοπικν, και τν κατα μέρος Πατέρων, αναθεματίζοντες μεν εκείνους, οπο και εκενοι αναθεματίζουσι, καθαιροντες δε εκείνους, οπο και εκενοι καθαίρουν· και αφορίζοντες εκείνους, οπο και εκενοι αφορίζουσι. Και απλς ειπεν, επιτιμντες εκείνους, οπο και εκενοι επιτιμσι. …

Νικόλαος Γ. Σαββόπουλος

 

Μιά δελφική πληροφόρηση: Συντονισμένος κανονιοβολισμός ναντίον τν ερν Κανόνων
τ
ς κκλησίας το Χριστο.

Πρωτοπρ. ωάννης Φωτόπουλος

δελφοί μου ρθόδοξοι Χριστιανοί,

Χριστός νέστη!

Θά θελα μέσα στήν πασχαλινή περίοδο, κατά τήν ποία δέν παύει ὁ ἐχθρός τοῦ ἀνθρωπίνου γένους νά βυσσοδομε κατά τς κκλησίας μας νά σς νημερώσω γιά τά νέα ντορθόδοξα σχέδια τς καδημίας Θεολογικν Σπουδν.

 

Οἱ ἐν Βόλῳ ἀνανεωτές μετά τόν καταιγισμό κακοδιδασκαλιν σχετικν μέ τήν τς ρθόδοξη πίστη καί τήν Παράδοση, πιδίδονται τελευταα στήν κρίζωση τν ερν Κανόνων πό τόν μπελνα το Κυρίου, τήν ρθόδοξη κκλησία μας.

δελφοί μου,

Πρέπει νά γνωρίζουμε καί πάντοτε νά θυμόμαστε τι οἱ ἅγιοι καί θεοφόροι Πατέρες Πνεύματι γί συνελθόντες στίς Οκουμενικές Συνόδους χι μόνο διετράνωσαν τά ρθόδοξα δόγματα, λλά καί ρρύθμισαν μέ τούς ερούς Κανόνες λόκληρη τή ζωή τς κκλησίας, λλά καί τήν ν Χριστ ζωή το καθενός μας. Φροντίζοντας πατρικς γιά τήν μετά το Χριστοῦ ἕνωσή μας καί γνωρίζοντας τήν σθένειά μας καί τίς πολλαπλές πτώσεις μας μς φησαν ατούς τούς δοδεκτες, τούς . Κανόνες ς παρακαταθήκη γιά νά μή χάνουμε γιά νά ξαναβρίσκουμε τήν δό, τήν λήθεια τή Ζωή, δηλ. τόν Χριστό.

Γι΄ατό ο Πατέρες δεχόμενοι σέ κάθε Οκουμενική Σύνοδο μέ χαρά τούς Κανόνες τν προγενεστέρων Συνόδων ς πλοτο τς κκλησίας, τούς πικύρωσαν καί παγόρευσαν κάθε παραχάραξή τους, θέτησή διαστροφή τους. τσι στόν Α΄ Κανόνα τς Ζ΄Οκουμ. Συνόδου διαβάζουμε τούς κολούθους λόγους τν Πατέρων : «…πως κάποιος πού βρίσκει πλούσια λάφυρα, τσι καί μες γαλλόμεθα καί μέ πολλή χαρά ναγκαλιζόμαστε τούς θείους Κανόνες…  ….Τό σύνολο τν Κανόνων τόσο τν Οκουμενικν Συνόδων, σο καί τν Τοπικν Συνόδων καί τν γίων Πατέρων τό πικυρώνουμε», εν στό Β΄τς ΣΤ΄ διαβάζουμε :«σέ κανένα δέν πιτρέπεται νά κάνει παραχάραξη τν . Κανόνων, νά τούς θετήσει νά βάλει λλους στή θέση τους». Τέλος πείλησαν μέ φρικτά πιτίμια  ποιονδήποτε γγίζει τόσο τό γράμμα σο καί τό πνεμα τν . Κανόνων.  

λοι μως οἱ ἐμπλεκόμενοι στόν Οκουμενισμό βλέπουν τούς . Κανόνες, ατό τό θεοΐδρυτο τεχος πού σφαλίζει τούς πιστούς πό κάθε κπτωση στήν πίστη καί τήν ν Χριστ ζωή, ς μπόδιο γιά τήν παγκοσμιοποίηση, τήν προώθηση νός «παγκοσμίου ψυχισμο»  καί τήν μβλυνση τς δογματικς καί θικς συνειδήσεως τν νθρώπων.

λεγόμενη καδημία Θεολογικν Σπουδν, μπροσθοφυλακή τν άντορθοδόξων πρωτοβουλιν, συστράτευσε σχεδόν λα τά μέλη το Δ.Σ. της καί μέρος το οκουμενιστικο δυναμικο τν Θεολογικν Σχολν, το περιοδικο «Σύναξη», το «Καιρο» καί λλους ντός καί κτός εσαγωγικν διανοουμένους γιά νά συμμετάσχουν σέ τετραήμερο διεθνές συνέδριο (8-11 Μαΐου) στό Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας μέ θέμα «Κανόνες τς κκλησίας καί σύγχρονες προκλήσεις».

Παραθέτουμε λίγα δικά μας σχόλια στά σα γράφησαν στήν στοσελίδα τς καδημίας γιά νά ντιληφθομε τί κακοποίηση τν ερν Κανόνων θά κολουθήσει.

Στό σημεο ατό θά θελα λόγ τς σοβαρότητος το ζητήματος τήν αξημένη προσοχή σας.

Α΄Θέση τς καδημίας: πως κάθε πατερικό κείμενο που αποτελεί στοιχείο της εκκλησιαστικής παράδοσης, έτσι και ο κάθε κανόνας προέρχεται από μια συγκεκριμένη εποχή και απηχεί, εκτός από τη διαχρονική σωτηριώδη εμπειρία της Εκκλησίας, και τα συγχρονικά χαρακτηριστικά του τόπου και χρόνου διαμόρφωσής του.

Σχόλιο : Κάθε ερός Κανόνας εναι να ποιοδήποτε πατερικό  κείμενο; Πλήρης σύγχυση τν μεταπατερικν σοφιστν!   κάθε Κανόνας ς συγγραφείς μέ τήν πιστασία το Αγίου Πνεύματος χει πρωταρχικά περιεχόμενο γιοπνευματικό, πως καί τά πατερικά κείμενα, λλά πιπλέον, λόγ τς φύσεώς του εναι ρυθμιστικο χαρακτήρα καί χει στ συνείδηση τς κκλησίας καθολική καί ποχρεωτική σχύ γιά κάθε συλλογική κφραση τς κκλησίας καί γιά κάθε μέλος  τηςκόμη κι ν χωρε οκονομία στήν φαρμογή κάποιου Κανόνος, φόσον ατός «πηχε τή διαχρονική μπειρία τς κκλησίας» διαχρονική ξία καί φαρμογή του παραμένει διαμφισβήτητη καί μετακίνητη. σο γιά τάσυγχρονιστικά χαρακτηριστικάεναι εκολα ναγνωρίσιμα καί δέν πηρεάζουν τό πνεμα καί τό μήνυμα το  Κανόνος.  ταν κάθε πιστός, λαϊκός κληρικός καί κάθε τοπική κκλησία χει βαθύ σεβασμό στόν κάθε Κανόνα, ς μπνεόμενο πό τήν θεία Χάρη, θά κατανοήσει μέ τήν βοήθεια ατς ταύτης τς Χάριτος τί ζητεῖὁ Χριστός μέσα πό τόν συγκεκριμένο Κανόνα καί δέν θά θελήσει νά «διορθώσει» τόν Χριστό καί τούς θεράποντές του γίους Πατέρες.

Β΄Θέση:  Το κεντρικό ζήτημα που τίθεται για μια ακόμη φορά είναι εάν υπάρχει η δυνατότητα η Ορθόδοξη θεολογία, όσον αφορά ειδικά στην κανονική της παράδοση, να κατανοηθεί και να λειτουργήσει όχι μόνο ως «παραδοσιακή», μένοντας αμετακίνητα πιστή στο γράμμα μιας υποτιθέμενης «παράδοσης», αλλά και ως συναφειακή, υπερβαίνοντας τις συντεταγμένες ενός προ-νεωτερικού κοσμοειδώλου,το οποίο αποτελεί τελεσίδικα παρελθόν για τον χρόνο της Εκκλησίας.

Σχόλιο : Ζητον δ ο νεοεποχτες σοφιστές μιάν λλη θεολογία πού θά ποτελε  να μεταμοντέρνο ργαλεο κατεδαφιστικν λλαγν μέσα στό χρο τς κκλησίας. Μιλον μέ περιφρόνηση γιά τήν Παράδοση τς κκλησίας, ἡ ὁποία ς τώρα ποτελεῖ ἀσφαλ βάση ρμηνείας τν . Κανόνων, νομάζοντάς την «ποτιθέμενη» καί βάζοντας τή λέξη παράδοση καί παραδοσιακή  σέ εσαγωγικά.   

δ, δελφοί μου, εναι φανερό το ντορθόδοξο πνεμα τν μετανεωτερικν παραδοσιομάχων, φο κατά τόν μέγα Βασίλειο περιφρόνηση τς Παραδόσεως, «τό παραιτεσθαι»,  γκυμονε τόν κίνδυνο νά ζημιώσουμε «ες ατά τά καίρια τό Εαγγέλιον», δηλ. διατρέχουμε τόν κίνδυνο νά πομακρυνθομε πό τή σωτηρία.

σφυκτιον μέσα στά στενά, κατ΄ατούς, πλαίσια τς Παραδόσεως καί στίς χωρο-χρονικές συντεταγμένες τς συγγραφς τν Κανόνων, πού δθεν δημιουργον πρόβλημα στήν ρμηνεία τους, καί ζητον «συναφειακή»  ρμηνεία τν Κανόνων. Δέν μς λένε δ μέ ποιούς χώρους, νθρώπους, θρησκεες, αρέσεις,  δεολογίες, νοιώθουν τι χουν συνάφεια, δηλ. παφή καί συνείδηση γγύτητος, στε νά ρμηνεύσουν τσι τούς Κανόνες καί νά ρίξουν γέφυρες πικοινωνίας καί κοινωνίας μέ λους καί μέ λα.  πό τήν πρόσκληση πάντως στό Βόλο ποικιλωνύμων αρετικν, πό τίς πόψεις τς καδημίας γιά τό μάθημα τν Θρησκευτικν καί τήν ν γένει δράση της ντιλαμβάνεται κανείς τί εδους συναφειακή ρμηνεία τν Κανόνων φαντάζονται ο μεταπατερικοί νειροπόλοι.

ρα διακήρυξη τν γίων Πατέρων περί μή παραχαράξεως καί θετήσεως τν . Κανόνων νήκει κατά τούς μετανεωτερικούς θεολογοντες σέ μιά προνεωτερική ντίληψη τήν ποία πρέπει νά ξεπεράσουμε.  Σκέπτονται καί λένε μέ λλα λόγια τι τά σύγχρονα κοσμοθεωριακά δεδομένα  καλον τήν θεολογία και τήν παράδοση, τούς . Κανόνες ν προκειμέν σέ μιά  διαλεκτική σύνθεση. Στήν πραγματικότητα τό πιδιωκόμενο εναι μιά μίξη παράδεκτη τν κανονικν νταλμάτων τν Συνόδων μέ τίς καινούργιες δέες πόψεις καί νοοτροπίες. Οἱ ἰδέες ατές γινόμενες ποδεκτές τελικά θά διαστρέψουν καί θά καταστρέψουν τόν κριβό γιοπνευματικό θησαυρό τς κανονικς παραδόσεως καί θά δηγήσει τούς ρθοδόξους σέ σύγχυση καί ποστασία πό τό Εαγγέλιο.

λλά μήπως καί Χριστός, ὁ ὁποος εναι «χθές καί σήμερον ατός καί είς τούς αἰῶνας» πρέπει καί Ατός ς ζήσας στό «προ-νεωτερικό κοσμοείδωλο» κατά τό νθρώπινο, νά νταχθε στό σημερινό μετανεωτερικό κοσμοείδωλο καί νά ρμηνευθε σύμφωνα μέ ατό; Μήπως τό διο πρέπει νά γίνει καί μέ τή διδασκαλία Του;

Σύμφωνα μ΄ατή τήν τοποθέτηση τς καδημίας τό «προ-νεωτερικό κοσμοείδωλο» καί συνακόλουθη σήμερα βιουμένη Παράδοσις τς κκλησίας ταυτίζεται μέ τό παρελθόν, χι βέβαια «γιά τό χρόνο τς κκλησίας», πως διατείνονται ο μεταπατερικοί ρασιτέχνες το θεολογικο λόγου, λλά γιά τήν κατεδαφιστική τους προοπτική.

Γ΄Θέση: Τίθεται, λοιπόν, το αγωνιώδες ερώτημα κατά πόσο, μέσα στο αναμφισβήτητο κύρος που τους περιβάλλει, οι κανόνες αυτοί διατηρούν την υπαρκτική δυναμική τους, για να ανταποκρίνονται στα αιτήματα του ολοένα και περισσότερο μεταβαλλόμενου κόσμου.

Μέ τά νωτέρω ο κενολογοντες μεταπατερικοί σχυρίζονται τι ναγνωρίζουν ς ναμφισβήτητο τό κρος τν . Κανόνων. Κρος εδ σημαίνει τή σοβαρότητα καί βαρύτητα το  περιεχομένου τν . Κανόνων πού πιβάλλει στή συνείδηση λων να σεβασμό πρός ατούς, λόγ τς στορικότητος καί τς παλαιότητός τους.

Κρος διαθέτουν λα τά μνημεα, λες οἱ ἱστορικές πηγές κλπ. καί κανείς χέφρων δέν μπορε νά τό μφισβητήσει.

λλά τί γνώμη χουν ο μεταπατερικοί ταχυδακτυλουργοί γιά τήν, δ καί τώρα, «παρκτική δυναμική» τν Κανόνων, δηλ. γιά τή  δύναμη πού διαθέτει τό περιεχόμενό τους γιά νά συμβάλει καθοριστικά στήν κυβέρνηση τς κκλησίας καί τήν κατά Θεόν ρύθμιση  τς πάρξεως καί τς καθόλου ζως τν Χριστιανν;

φο πιστεύουν τι ο Κανόνες καί παραδοσιακή ρμηνευτική τους πηχον τό παρελθόν, μέ τό ρητορικό τους ρώτημα σαφς πονοον τι ἡ ὑπαρκτική δυνατότητα τν Κανόνων εναι…νύπαρκτη γιατί δέν μπορον νά νωτισθον τά …γωνιώδη ρωτήματα το τρελλά, ναρχα καί ντίχριστα μεταβαλλόμενου κόσμου.

δελφοί μου χριστιανοί,

στό σημεο ατό χρειάζεται να τοποθετηθομε σέ ρθόδοξη βάση γιά νά φανον καί οἱ ἀληθινές προθέσεις τν καδημαϊκν το Βόλου.

σο κι ν μεταβάλλεται κόσμος λόγ τν τεχνολογικν ξελιξεων τς λλαγς νοοτροπιν, δεν καί πρακτικν ἡ Ἐκκλησία χει τήν πολύτιμη θεολογία της δηλ. τήν εαγγελική διδασκαλία, πως ξηγεται πό τούς γίους Πατέρες καί τούς . Κανόνες, ς πάντηση.  

σο κι ν εναι ρευστή ἡ ἐπιστήμη, σο κι  ν τά θη το κόσμου μεταβάλλονται, ἡ ἀνθρώπινη φύση δέν μεταβάλλεται καί ς κ τούτου ἡ ὀρθόδοξη περί νθρώπου διδασκαλία ἤ ἀλλις ἡ ὀρθόδοξη νθρωπολογία σέ λες τίς κφάνσεις της, ς θεόπνευστη, παραμένει μετακίνητη. Τό διο συμβαίνει καί μέ τούς . Κανόνες, οἱ ὁποοι χι αθαιρέτως, νομικς καί καιρικς, λλά παξ καί διαπαντός ρυθμίζουν θεοπνεύστως τά τς κκλησίας μέ βάση τήν ρθόδοξη διδασκαλία. 

Μήπως παυσαν τά πάθη νά καταδυναστεύουν τόν νθρωπο καί πρέπει νά καταργηθον τά πό τν Κανόνων προβλεπόμενα πιτίμια γιά τά σαρκικά μαρτήματα;

Μήπως πειδή ἡ ἀχαλίνωτη σαρκολατρία κυριαρχε στόν «μεταβαλλόμενο κόσμο», θά  καταργήσουμε τά κωλύματα ερωσύνης πού προβλέπουν οἱ ἱεροί Κανόνες;

Μήπως θά νεχθομε ς φυσιολογική τήν μοφυλοφιλία, τίς λεύθερες συμβιώσεις ;

Μήπως καί τίς λεσβίες παπαδίνες στά πλαίσια τς φεμινιστικς λαίλαπας; 

Μπως θά πρέπει νά καταργήσουμε νά μειώσουμε τίς προβλεπόμενες πό τν Κανόνων νηστεες, πειδή «κανείς δέν νηστεύει», πως επε φελς κάποτε στό Σαμπεζύ νας ταλαίπωρος πίσκοπος;

Μήπως πειδή ο μεγαλόσχημοι οκουμενιστές τρνε, πίνουν καί συμπροσεύχονται μέ τούς αρετικούς θά καταργήσουμε τήν προβλεπόμενη πό τν Κανόνων παγόρευση τν συμπροσευχν;

Νομίζω, ἡ ἀπάντηση λων μας ς ρθοδόξων εναι, «χι, βέβαια!»

λλά δυστυχς ο μεταπατερικοί κατεδαφιστές δέν θέλουν νά κολουθον τήν κκλησιαστική λήθεια «σύν πσι τς γίοις». χουν τό διον θέλημα ς δόγμα τους καί τούς δικούς τους νόμους σχεδιασμούς ς νεκπλήρωτο νειρο. Φοβομαι λοιπόν χι βάσιμα, τι  μετά τό Συνέδριο «Κανόνες τς κκλησίας καί σύγχρονες προκλήσεις» θά βρεθομε μπροστά σέ σνολο προτεινομένων καινοτομιν ντιθέτων χι μόνο μέ τό πνεμα καί τό γράμμα τν ερν Κανόνων, λλά καί μέ τήν ρθόδοξη διδασκαλία.

Ἡ ὑπερβολικά μεγάλη συστράτευση μιλητν (27 εσηγητές), σως καί ν ψει τς σχεδιαζομένης Πανορθοδόξου Συνόδου, φείλεται  στή σημασία πού δίνουν δηλα καί κρύφια κέντρα στή μελετωμένη παραχάραξη τν . Κανόνων.  Πιθανόν  πίσης νά πιδιώκονται παρόμοιες συμμαζώξεις στε ο συμμετέχοντες νά νοιώθουν σφάλεια μαντρωμένοι στή νοοτροπία καί τούς στόχους  τοῦ ἰσοπεδωτικο Οκουμενισμο. καθένας πάντως γι΄ ατή καθ΄ατή τή συμμετοχή του στό Συνέδριο ατό καί τίς τυχόν ντορθόδοξες πόψεις του διατηρεῖ ἀκέραιες τίς εθνες του νώπιον το Χριστο καί τς γίας του κκλησίας.

σο γιά μς δελφοί μου,

Χριστός πού μένει ες τόν αἰῶνα χει δώσει διά τς Θείας Του Οκονομίας καί το κηρύγματός Του μετακίνητες καί σφαλες βάσεις στήν πορεία το Σώματός Του. 

Οἱ ἱεροί Κανόνες εναι, πως επαμε, πολύτιμοι δοδεκτες γιά τή ζωή τς κκλησίας καί τή ζωή νός κάστου μν.

Δέν θετομε, δέν «διορθώνουμε», δέν καταργομε σα οἱἍγιοι Πατέρες θέσπισαν στίς Οκουμενικές Συνόδους ετε φορ τήν πίστη (ροι) ετε φορ τή ζωή καί τό θος τς κκλησίας (. Κανόνες).

ς μένουμε δραοι στήν ρθόδοξη Πίστη καί Παράδοσή μας καί ς παρακαλομε τόν Κύριό μας νά φυλάττει λώβητη τήν Μία Αγία Καθολική κκλησία Του, πό κάθε πιβουλή καί πλάνη τν ρατν καί οράτων χθρν το Σταυρο.

http://thriskeftika.blogspot.gr/2014/05/blogpost_1.html

28 Απριλίου, 2014

“Μη κλίνετε γόνυ εις τον αντίχριστον Πάπα”

p_filoueos

Οσίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου

* …Πιστεύω και ελπίζω ότι ο ιδρυτής της Εκκλησίας, ο Αρχηγός της σωτηρίας ημών, ο κραταιός και δυνατός εν πολέμοις, πάντας τους πολεμούντας την Νύμφην Αυτού Εκκλησίαν, την καθαράν και άσπιλον, την οποίαν περιποιήσατο με το Τίμιον Αίμα Του, θα τους σύντριψη ως σκεύη κεραμέως και θα διαφύλαξη και διάσωση Αυ­τήν καθαράν. Υμείς δε οι εναπολειφθέντες στήτε καλώς, στήτε μετά φόβου, στήτε ανδρείως και μη κλίνετε γόνυ εις τον αντίχριστον Πάπα και εις τους οπαδούς αυτού φιλοπαπιστάς οικουμενιστάς, και λοιπούς δειλούς και προδότας. Στήτε μέχρι τέλους, μέχρι θανάτου, δια να λά­βετε τον άφθαρτον στέφανον εις τους ουρανούς….

Κρατείτε την πίστιν στερεάν

* Αφήνω συμβουλήν εις τους πιστούς και πνευματικά μου τέκνα να ακολουθούν την Εκκλησίαν… Εάν ενω­θούν, τότε, να χωρήσουν, να αποχωρήσουν τελείως ακολουθούντες εκείνο το οποίον παρελάβομεν και τους α­γίους Πατέρας.

* Εάν ο ποιμήν είναι αληθής, οφείλετε να ακολουθήτε τον αληθή ποιμένα. Εάν δεν είναι αληθής, ακολουθήτε τον Χριστόν, ο Οποίος είναι αληθής.

* Οι Άγιοι Πατέρες δεν επλανήθησαν διότι είχον ταπείνωσιν, είχον το Πνεύμα το Άγιον, το οποίον τους ωδήγει και δεν τους άφηνε να πλανηθούν.

* Πως είναι δυνατόν, να τιμήση κάποιος τους τοιού­τους (νεωτεριστάς Αρχιερείς), οι οποίοι συνετάραξαν την Εκκλησίαν, εκλόνισαν τας πεποιθήσεις των Ορθοδόξων Χριστιανών, και να υπακούση εις αυτούς, όταν αυτοί με πλατύ το στόμα κηρύττουν εναντίον των Αγίων Αποστόλων;….

* Ως γέρων πνευματικός λέγω εις τα πρόβατα του Χριστού προσέξατε, μη δεχθήτε φιλίαν και ένωσιν με τον Πάπαν, διότι ο Πάπας, εάν και την όψιν του προσώ­που του άλλαξε εναντίον της εντολής του Θεού (Λευϊτ. Α’9)…, εάν και ήλλαξε την μορφήν του σώματος και μετεμορφώθη εις γυναίκα, την γνώμην του δεν την άλλαξε.

* Δια να γίνη ένωσις με τους παπιστάς και τον Πάπα, πρέπει ο Πάπας να μετανοήση και να επιστρέψη εις την μίαν αγίαν καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν, την οποίαν μας παρέδωκε ο Χριστός, δια των Αγίων Απο­στόλων και των Αγίων Πατέρων των επτά Οικουμενι­κών Αγίων Συνόδων. Ο Πάπας απεσχίσθη και οφείλει να επιστρέψη εις την μίαν πίστιν, την οποίαν παραχάρα­ξαν εις το εν βάπτισμα, το όποιον κατήργησαν και το α­ντικατέστησαν με ράντισμα και επίχυσιν ύδατος, και εις τα δόγματα και ιεράς παραδόσεις, τας οποίας τελείως κατεφρόνησαν. Και εάν θέλουν διάλογους και συζητή­σεις αυτά πρέπει να γίνουν επάνω εις το σύμβολον της πίστεως εις δέκα λεπτά της ώρας. Συμφωνείτε; αποπτύετε την πλάνην και τας αιρέσεις σας; επιστρέφετε εις τον Θεόν και την Αγίαν Εκκλησίαν; Σας δεχόμαστε. Δεν δέχεσθε; πηγαίνετε εκεί που σας στέλλουν οι Άγιοι Από­στολοι, οι Άγιοι Πατέρες και αι επτά Οικουμ. Σύνοδοι, εις το ανάθεμα….

* * *

* Εάν ημείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί εφυλάττωμεν ό­σα η πίστις ημών υπαγορεύει, όλα τα έθνη, ως λέγει ο θείος Χρυσόστομος, θα εγένοντο Χριστιανοί. Διότι ο­ποία πίστις ανέδειξεν Αποστόλους, Μάρτυρας, Ομολογητάς, Οσίους και δικαίους; Η Ορθόδοξος. Οποία πίστις ετέλεσε μεγάλα ένδοξα και θαυμαστά σημεία; Η Ορθόδοξος. Δίκαιον είναι να είπωμεν τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών και οποία πίστις ως η ημετέρα πίστις, η Ορθόδοξος;….

Τίποτε δεν είναι ισάξιο της Ορθοδοξίας

*  Η Ορθόδοξος Εκκλησία οφείλει να διακρατή απα­ραχάρακτα όσα ο Κύριος έδωσε, οι Απόστολοι εκήρυξαν και οι Πατέρες εφύλαξαν. Όποιος αποκόπτεται από αυτά δεν μπορεί να λέγεται Χριστιανός.

*  Είναι προδοσία της αληθείας το να αποδεχόμεθα αι­ρετικές διδασκαλίες και να μη ομολογούμε με ακρίβεια όσα διδαχθήκαμε από τους θεοφόρους Αγίους Πατέρας της Εκκλησίας μας. Καλούμεθα να αρέσουμε όχι εις τον κόσμον αλλά εις τον Κύριον και να συμφωνούμε με τις άγιες Γραφές και με όσους δεν αντιμάχονται με όσα μας λέγουν οι Πατέρες.

*  Ο Χριστός, δεν θα αφήση την Εκκλησίαν Του, αλ­λά και εμείς ότι μπορούμε να κάνουμε. Μακάριοι εκεί­νοι οι όποιοι μέχρι θανάτου θα μείνουν πιστοί εις την ορθόδοξον πίστιν και ομολογίαν… Να αγωνισθήτε κατά των θεοκαπήλων προδοτών της Ορθοδοξίας και των πα­τρικών παραδόσεων.

Γνώρισε  το μεγαλείο της Ορθοδοξίας
Αγιογραφικές και Πατερικές μαρτυρίες
Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”
Θεσσαλονίκη

Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/f_zervako-papas.el.aspx

21 Απριλίου, 2014

Φώτης Κόντογλου – Ἀνέστη Χριστός, Ἡ δοκιμασία τοῦ λογικοῦ

 

anastas570

πίστη το χριστιανο δοκιμάζεται μ τν νάσταση το Χριστο σν τ χρυσάφι στ χωνευτήρι. π᾿λο τ Εαγγέλιο νάσταση το Χριστο εναι τ πλέον πίστευτο πράγμα, λότελα παράδεκτο π τ λογικό μας, ληθιν μαρτύριο γι δατο. Μσια-σια, πειδ εναι να πράγμα λότελα πίστευτο, γι τοτο χρειάζεται λόκληρη πίστη μας γι ν τ πιστέψουμε. μες ονθρωποι λέμε συχν πς χουμε πίστη, λλ τν χουμε μονάχα γισα εναι πιστευτπ᾿ τ μυαλό μας. λλ τότε, δν χρειάζεται πίστη, φο φτάνει λογική. πίστη χρειάζεται γι τπίστευτα.

Ο πολλονθρωποι εναι πιστοι. Οδιοι ο μαθητάδες το Χριστο δν δίνανε πίστη στ λόγια το δασκάλου τους ποτε τος λεγε πς θ᾿ναστηθ, μ᾿λο τ σεβασμ κα τν φοσίωση πο εχαν σ᾿ Ατν κα τν μπιστοσύνη στ λόγια του. Κα σν πήγανε ο Μυροφόρες τν αγ στ μνμα το Χριστο, κ᾿ εδανε τος δυγγέλους πο τς μιλήσανε, λέγοντας σ᾿ ατς πς ναστήθηκε, τρέξανε ν ποῦνε τ χαροποι τν εδηση στος μαθητές, κενοι δν πιστέψανε τ λόγια τους, χοντας τν δέα πς τανε φαντασίες: «Καφάνησαν νώπιον ατν σε λρος (τρέλα) τήματα ατν, καπίστουν ατας»…

Βλέπεις καταπάνω σ πόση πιστία γωνίσθηκε διος Χριστός; Κα στος διους τος μαθητάδες του. Εδες μ πόση μακροθυμία τπόμεινε λα; …Κα μ᾿λα ατ, σαμε σήμερα ο περισσότεροι π μς εμαστε χωρισμένοι π τν Χριστ μ᾿να τοχο παγωμένον, τν τοχο τς πιστίας. κενος νοίγει τν γκάλη του κα μς καλε κ᾿μες τν ρνιόμαστε. Μς δείχνει τ τρυπημένα χέρια του κα τ πόδια του, κ᾿μες λέμε πς δν τ βλέπουμε. μες ψάχνουμε ν βρομε στηρίγματα στν πιστία μας γι νκανοποιήσουμε τν γωϊσμό μας, πο τν λέμε Φιλοσοφία καπιστήμη. λέξη νάσταση δν χωρ μέσα στ βιβλία τς γνώσης μας… Γιατ « γνώση τούτου το κόσμου, δ μπορε ν γνωρίσει λλο τίποτα, παρεκτς πνα πλθος λογισμούς, χι μως κενο πο γνωρίζεται μ τν πλότητα τς διάνοιας».

Ναί, κείνους ποχουνε ατ τν ελογημένη πλότητα τς διάνοιας, τος μακάρισε Κύριος, λέγοντας: «Μακάριοι ο πτωχο τ πνεύματι, τι ατν στι βασιλεία τν ορανν. Μακάριοι ο καθαροί τ καρδί, τι ατο τν Θεν ψονται». Κα στν Θωμ, πο γύρευε ν τν ψηλαφήσ γι ν πιστέψ, επε: «Γιατ μ εδες Θωμ, γι τοτο πίστεψες; Μακάριοι εναι κενοι πο δν εδανε κα πιστέψανε».

ς παρακαλέσουμε τν Κύριο ν μς δώσει ατ τν πλούσια φτώχεια, κα τν καθαρ καρδιά, στε ν τν δομε ν᾿ναστήνεται γι νναστηθομε κ᾿μες μαζί του.

Ατνηξερι (γνοια) εναι νώτερη π τ γνώση: «Ατη στν γνοια περτέρα τς γνώσεως». Καλότυχοι κα τρισκαλότυχοι κενοι πο τν χουνε.

Χριστς νέστη!

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/fwths_kontogloy/anesth_xristos.htm

13 Απριλίου, 2014

Η ΔΟΛΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΩΝ ΦΑΝΑΡΙΩΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ


Στα Ευαγγέλια βλέπουμε μια συνεχή προσπάθεια τ
ν αρχόντων να διαστρέφουν την Αλήθεια και να πλανούν τον λαό. Ήθελαν να τον κρατούν στην πλάνη. Έκαναν τα πάντα για να συκοφαντήσουν το πραγματικό έργο το Χριστο. Ο Χριστός πολέμησε με την Αγάπη Του και το Σταυρό το πολιτικό και θρησκευτικό κατεστημένο τς εποχς Του. Είναι ο «ποιμήν ο καλός» που ελευθέρωσε τον άνθρωπο και από άβουλο όχλο, που ήταν το θύμα τν επιγείων αρχόντων, τον έκανε με όλο Του το έργο λαό του Θεου, άγιο Σώμα Του. Εσπλαχνίσθηκε τον λαό, τον δίδαξε, τον θεράπευσε, απέθανε γι’ αυτόν. Επίσης στους μαθητάς Του (σημ. και στους σημερινούς επισκόπους) είπε να μην τον κατεξουσιάζουν, όπως το κάνουν οι «άρχοντες τν Εθνν», αλλά να τον διευθύνουν με ταπείνωση ως δούλοι του. Έτσι το πρόβλημα το λαο για τον Χριστό είναι πρόβλημα ποιμένων-αρχόντων.

Μεγάλος φθορεύς τς Ορθοδόξου Εκκλησίας απεκαλύφθη πλέον και ο δεξιός βραχίων το αιρετικο Πατριάρχου Βαρθολομαίου, π. Γεώργιος Τσέτσης. Στο άρθρο του «Τι είναι η Πρεσβυτέρα Ρώμη; «Μόρφωμα» ή Εκκλησία;» ο π. Γεώργιος εκμεταλλεύεται πονηρά τις πρό τς Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας εκφράσεις οικονομίας και συγκαταβάσεως του Αγίου Μάρκου Ευγενικο προς τους Λατίνους και προς τον Πάπα, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Ο οικουμενιστής Τσέτσης κατακρίνει τους αντιπαπικούς για τις διάφορες γραπτές και προφορικές αντιδράσεις των που γίνονται «…προκειμένου όπως αμφισβητηθεί η Εκκλησιακή υπόσταση της Πρεσβυτέρας Ρώμης και η εγκυρότητα της Αποστολικής διαδοχής του Προκαθημένου της.»!

Επίσης διαφωνεί με την αντίληψη «ουκ ολίγων Εκκλησιαστικών και Ακαδημαϊκών παραγόντων, σύμφωνα με την οποία, μετά το Σχίσμα του 1054 η Παλαιά Ρώμη εξέπεσε του θεσμού της Πενταρχίας, ότι ευρίσκεται εστερημένη χάριτος, ότι είναι άκυρα τα Μυστήριά της, ως εκ τούτου δε τυγχάνουν «αχειροτόνητοι» οι κληρικοί και «αβάπτιστοι» οι πιστοί της, και συνεπώς, απάδει να την θεωρούν οι Ορθόδοξοι ως Εκκλησία, μάλιστα δε ως «αδελφή Εκκλησία».»!

Ενώ ο π. Γεώργιος αναφέρεται στην ««καινοτόμον προσθήκην» του filioque», στην «περί του Πρωτείου εν τη Εκκλησία αντίληψη» και στις «ανορθόδοξες Θεολογικές και Εκκλησιολογικές εκτροπές» τν Παπικν, και ενώ ο παπισμός έχει καταδικασθή από πλήθος συνόδων, εν τούτοις πιστεύει ότι υπάρχει εκκλησιαστική υπόσταση στο κράτος το Βατικανο, έγκυρη αποστολική διαδοχή το πάπα, χάρι και έγκυρα μυστήρια!!! Αυτό είναι μια πλήρη διαστρέβλωση τς ορθοδόξου θεολογίας.

Ο π. Γεώργιος αναφέρεται και στα λόγια του Αγίου Μάρκου: «ου γαρ ανέχεται η κεφαλή, Χριστός ο Θεός, εφιστάναι διηρημένω τω σώματι» και συμπληρώνει «(Ακουέτωσαν οι στιγματίζοντες σήμερα πολλούς Ιεράρχες και καθηγητές, κατηγορώντας τους επί αιρέσει, όταν αυτοί κάμουν λόγο περί «διηρημένης Εκκλησίας»).» Εδώ ο π. Γεώργιος επαναφέρει την αίρεση που εξεστόμισε ο μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος Σαββάτος.

Για να κατανοήσουμε γιατί ο π. Γεώργιος και ο μητροπολίτης Μεσσηνίας κ.λπ κηρύσσουν αίρεση και όχι ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, παραθέτω απόσπασμα από την Εγκύκλιο το Ιερο Μάρκου επιστολή προς το Ορθόδοξο Πλήρωμα εις την οποία ο Άγιος μς εξηγεί γιατί χρησιμοποίησε στην αρχή λόγους οικονομίας και συγκαταβάσεως προς τους Λατίνους. Λέγει ο Άγιος:

«Εντεθεν  την αρχήν λαμβάνει τα τς οικονομίας και συγκαταβάσεως ρήματα, και τις τν ημετέρων επεχείρησε λέγειν ως καλόν έστι την ειρήνην ασπάσασθαι, και τους Αγίους συμφώνους αποδεξαι προς εαυτούς, ίνα μη δοκσιν οι δυτικοί τος Ανατολικος αντιφθέγγεσθαι.» (Καλλίστου Βλαστού, Δοκίμιον Ιστορικόν περί το σχίσματος τς Δυτικς Εκκλησίας από τς Ορθοδόξου Ανατολικς, σελ. 200).

Αυτή την πολύ σπουδαία εξήγηση του Αγίου προς το Ορθόδοξο Πλήρωμα, δεν την αναφέρει ο π. Γεώργιος Τσέτσης! Οι φράσεις ευγενείας του μεγάλου Ομολογητο λοιπόν δεν ανταποκρίνονται στις αυστηρές, εκκλησιολογικές του απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες οι Λατίνοι ήταν απερίφραστα «αιρετικοί» (Mansi 31A, 885D), και μάλιστα «εκ πολλών χρόνων αποκεκομμένοι (εκ τς Εκκλησίας) και σεσηπομένοι και μυρίοις αναθέμασιν υποκείμενοι» (Ανδρ. Δημητρακοπούλου, Ορθόδοξος Ελλάς, σελ. 106).

Στο τέλος το άρθρου του ο π. Γεώργιος αναρωτιέται «Πώς εξηγείται ότι δεν εξέλεξε στο Θρόνο της Ρώμης ένα Ορθόδοξο Πατριάρχη;» και καταλήγει: «Τούτο δεν σημαίνει άραγε, ότι παρά τις ανορθόδοξες Θεολογικές και Εκκλησιολογικές εκτροπές τού Ρωμαιοκαθολικισμού και τις εξ αιτίας αυτών οξείες προστριβές και διενέξεις διά μέσου των αιώνων, η Ορθόδοξος Ανατολή ουδέποτε αμφισβήτησε την Εκκλησιακή υπόσταση της Δυτικής Εκκλησίας;»

Απορούμεν και εξιστάμεθα πώς ο π. Γεώργιος Τσέτσης δεν έμαθε τίποτα από την Εκκλησίαστκή Ιστορία; Πώς δεν έμαθε για τις τόσες σταυροφορίες, την ουνία, τις γενοκτονίες κ.λπ; Μά δεν υπάρχει ούτε ένας ορθόδοξος στο Φανάρι;

Εν όψει τς συναντήσεως στα Ιεροσόλυμα λοιπόν το αιρεσιάρχου πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου και το πάπα φαίνεται ξεκάθαρα η αποκάλυψις τς μυστηριακς ενώσεως από το 1964 (Άρση Αναθεμάτων) τς Ορθοδοξίας με την Αίρεση και πορεία συνειδητς αναγνώρισης το παπισμο ως Εκκλησίας. Το Σύμβολο τς Πίστεως (Εις Μίαν Αγίαν Αποστολική…) έχει καταργηθε ως εκκλησιολογικό άρθρο Πίστεως.

Άς δούμε πώς διαψεύδει θεολογικά και ιστορικά τον π. Γεώργιο ο Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος στα κατωτέρω παρατιθέμενα αποσπάσματα άρθρων του:

«Τι σημαίνει Αποστολική Διαδοχή; Γιατί μόνο οι Ορθόδοξοι έχουμε Αποστολική Διαδοχή; …Μιλώντας για αποστολική παράδοση εννο­ούμε την ορθόδοξη πίστη και ως δόγμα και ως ζωή, και μιλώντας για αποστολική διαδοχή εννοούμε την μετάδοση της Ιερωσύνης από τους Αποστόλους μέχρις ημών. Εφ’ όσον λοι­πόν στον Παπισμό έχουμε αλλοίωση τς απο­στολικής παραδόσεως και αποκοπή από την Εκκλησία, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για αποστολική διαδοχή.» (απο το βιβλίο «Γέννημα και θρέμμα Ρωμηοί»)

«Αποστολική διαδοχή και Παπισμός
…Επειδή εκτός τ
ς Εκκλησίας δεν υπάρχουν μυστήρια, γι’ αυτό και οι Κληρικοί τν Παπικν και αυτός ο Πάπας, για μας τους Ορθοδόξους, δεν έχουν ιερωσύνη, δηλαδή έχει διακοπή σε αυτούς η Αποστολική Διαδοχή. Αυτό, βέβαια, μπορεί να ακούγεται λίγο παράξενα, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα, βάσει τς Ορθοδόξου Θεολογίας.
Η αποστολική διαδοχή δεν είναι απλώς μια σειρά χειροτονι
ν, αλλά συγχρόνως και μετοχή στην αποκαλυπτική αλήθεια.» (Εκκλησιαστική Παρέμβαση Μάρτιος 2001)

Όπως αναφέρει ο Μητρ. Ναυπάκτου εις το άρθρο «Η ιστορική σχέση τς Ορθοδοξίας με τον παπισμό» δεν υπάρχει κάν σειρά χειροτονιν εις τον Παπισμό:
«Έτσι στην Δύση μέχρι τον 8ο αιώνα μ.Χ. υπήρχαν από την μια πλευρά οι Ρωμαίοι, με έδρα την Παλαιά Ρώμη, που ήταν Ορθόδοξοι και ενωμένοι με την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία, και από την άλλη οι Φράγκοι, που είχαν δική τους Ιεραρχία και επεδίωκαν να κυριαρχήσουν στο δυτικό μέρος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
… Το γεγονός, πάντως, είναι ότι ο χωρισμός της Παλαιάς από την Νέα Ρώμη έγινε με την κατάληψη του παπικού θρόνου από τους Φρά­γκους. Γι’ αυτό λέμε ότι ο σύγχρονος Παπι­σμός δεν είναι η Παλαιά Ορθόδοξη Ρωμαϊκή Εκκλησία, με έδρα την αρχαία Ρώμη, αλλά οι αιρετικοί Φράγκοι που μισούσαν και μισούν ακόμη την Ορθόδοξη Εκκλησία.» («Η ιστορική σχέση τ
ς Ορθοδοξίας με τον παπισμό»)

«…Όταν μια Εκκλησία αποκόπτεται από τον κορμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, λόγω δογματικών διαφορών, αυτό σημαίνει ότι υπολείπεται και στο μυστήριο τς ιερωσύνης. Δηλαδή, όταν χάνεται η αποκαλυπτική αλήθεια και υιοθετούνται αιρετικές απόψεις, αυτό έχει συνέπειες και στην αποστολική διαδοχή. Διότι οι άγιοι Απόστολοι μετέδιδαν το χάρισμα τς ιερωσύνης, αλλά ταυτόχρονα παρέδιδαν, δια τς αναγεννήσεως, και όλη την αποκαλυπτική παράδοση.
Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσουμε την διδασκαλία του αγίου Ειρηναίου Επισκόπου Λυώνος, στην οποία φαίνεται καθαρά ότι η Εκκλησία συνδέεται στενώτατα με την Ορθοδοξία και την θεία Ευχαριστία, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι όταν χάνεται η Ορθόδοξη πίστη, τότε δεν υπάρχει ούτε Εκκλησία ούτε και θεία Ευχαριστία….
Επειδή, λοιπόν, δεν υπάρχει ιερωσύνη στους Παπικούς, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν μυστήρια, και όσα τελούνται δεν είναι αγιαστικά μυστήρια. Εάν όμως, όπως ισχυρίζονται μερικοί, ο Πάπας έχει ιερωσύνη, τότε το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι έγκυρο και ο άρτος ο ευρισκόμενος στην Αγία Τράπεζα είναι ο Χριστός, οπότε περιπίπτουν σε δύο σφάλματα, ή να κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων, παραβαίνοντας πληθώρα ιερ
ν Κανόνων ή να αποστρέφωνται τον Ίδιο τον Χριστό, ευρισκόμενον κατ’ αυτούς πάνω στην Αγία Τράπεζα. (Η οντολογία του Παπισμού, Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ.κ. Ιεροθέου)


Στη συνέχεια παραθέτω δύο αποσπάσματα επιστολ
ν το Σεβ. Μητροπολίτου Γόρτυνος κ. Ιερεμία:

«Σέ μία λοιπόν μικρά περικοπή τής ομιλίας του αυτής λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμας: «Αυτός ο έπάρατος όφις (δηλαδή ο Διάβολος) εισάγει διά τών πειθηνίων του Λατίνων (φοβερός ο λόγος του· δηλαδή, λέγει ο άγιος οτι οι Παπικοί είναι πειθήνια όργανα του Διαβόλου!…) νέους περί Θεοΰ ορους, οι οποίοι φαίνονται μέν νά εχουν μικράν παραλλαγήν, άλλά γίνονται άφορμές μεγάλων κακών, φέρουν πολλά δεινά έκφυ- λιστικά τής ευσεβείας καί άτοπα καί δεικνύουν εις ολους φανερά οτι καί τό μικρότερον εις τά σχετικά μέ τόν Θεόν δέν είναι μικρόν».» Επιστολή προς τον παπικό  «Αρχιεπίσκοπο» κ. Νικόλαο του Μητρ. Γόρτυνος κ. Ιερεμία, http://www.impantokratoros.gr/EF5BF29B.el.aspx

«μες ορθόδοξοι στά σοβαρά θέματα, πως εναι τό θέμα τς νότητός μας μέ τούς Παπικούς, καταφεύγουμε στό τί επαν καί τί πραξαν ο κεκηρυγμένοι γιοι τς κκλησίας μας καί χι στό τί επε τάδε πίσκοπος τάδε Πατριάρχης. Κεκηρυγμένοι γιοι τς κκησίας μας, γιά τό θέμα τς μεταξύ μας σχέσεως, μεταξύ τν λλων πολλν γίων πατέρων, εναι γιος Γρηγόριος Παλαμς καί γιος Μρκος Εγενικός. Σ ατούς θά καταφύγω γώ πίσκοπος γιά νά μαθητευθ τί πρέπει νά φρον καί πς πρέπει νά φέρομαι πρός τούς Παπικούς. Καί ατοί ογιοι σέ πάρα-πάρα πολλά χωρία τν ργων τους, σέ πάμπολλες περικοπές, Σς νομάζουν «αρετικούς».» Μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας, Β΄ επιστολή προς τον παπικό «Αρχιεπίσκοπο» κ. Νικόλαο http://aktines.blogspot.gr/2013/12/blog-post_2248.html

 

Κατακλείοντας παρουσιάζω μερικές προφητείες/διδαχές:

1. Αγίου Ιωάννου τς Κλίμακος: Είναι ακατόρθωτο να προέλθη από το χιόνι φλόγα. Περισσότερο όμως ακατόρθωτο είναι να ευρεθή ταπείνωσης στους ετερόδοξους, διότι το κατόρθωμα αυτό ανήκει μόνο στους πιστούς και ορθοδόξους και μάλιστα σε όσους εξ αυτν έχουν καθαρθή από τα πάθη. ΚΛΙΜΑΞ ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ http://img.pathfinder.gr/clubs/files_3/83325/25.html

2. Αγίου Κοσμά: “Τόν Πάπαν νά καταράσθε, διότι αυτός θά είναι η αιτία”. Από το βιβλίο “Κοσμάς ο Αιτωλός” το Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγ. Καντιώτη

3. π. Παïσίου: «…Όσο για την κατάσταση στην πρώην Γιουγκοσλαβία, αυτή είναι προϊόν το Βατικανο. Είναι οι «ευλογίες » το Πάπα,  το «μεγάλου χριστιανο». Τα νοήματα όλων αυτν συλλαμβάνει ο διεθνής σιωνισμός, το διεθνές χρηματιστήριο που ονομάζεται Αμερική. Αμερική δεν υπάρχει. Οι σιωνιστές είναι η Αμερική. Αυτοί λοιπόν αφού λάβουν τα μηνύματα τα σατανικά, το προωθούν στο Βατικανό, αυτό τα μετατρέπει σε σχέδια και στην συνέχεια καλεί το Ισλάμ να τα εφαρμόσει. Αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργούν σήμερα τα σατανικά σχέδια. Αυτοί κατόρθωσαν και αιχμαλώτισαν τους ηγέτες μας…» (“Λόγοι χάριτος και Σοφίας” π. Μακαρίου).


Νικόλαος Γ. Σαββόπουλος

25 Μαρτίου, 2014

ΙΝΑ ΠΑΝΤΕΣ ΕΝ ΩΣΙΝ (Ιωάν. ιζ’, 11)

πεντηκοστήΤο ενωτικό συλλείτουργο την Κυριακή τς Σταυροπροσκυνήσεως το πατρώου εορτολογικο χώρου μς φέρνει εις τον νον το 17ο κεφάλαιο το κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Στο στίχο 11 (ίνα σιν έν καθώς ημείς) παρακαλε ο Κύριος για την ενότητα «εν τ δόξη το Χριστο», πού δίδεται στους αγίους και είναι παροσα πραγματικότητα μέσα στην Εκκλησία, και όχι για την μελλοντική ενότητα τν διαφόρων ομολογιν με την Ορθοδοξία. Κατ’ αρχάς ο λόγος για την ένωσι τν «Εκκλησιν» είναι θεολογικά αδόκιμος, αφο η Εκκλησία, ως Σμα Χριστο, δεν έχει ποτέ σχισθ. Μόνον οι άνθρωποι έχουν αποσχισθή από την Εκκλησία, που είναι η Αλήθεια.

Η φρσι «ίνα σιν έν», παρατηρε κανείς ότι συνδέεται αμέσως με το «καθώς ημες», με το «εν ημν», με την δόξα το Πατρός, το Υιο και το Αγίου Πνεύματος. Η σύνδεσι αυτή μς δίδει την πραγματική ερμηνεία το χωρίου. Συγκεκριμένα, η ενότητα τν πιστν είναι αληθινή όταν συνδέεται με το «καθώς ημες», όταν δηλ. είναι Τριαδική. Ο Κύριος το είπε ξεκάθαρα: «ίνα πάντες έν σιν, καθώς Σύ πάτερ, εν εμοί καγώ εν Σοί». Στην αρχιερατική προσευχή δεν γίνεται λόγος για μια εξωτερική ενότητα, πού είναι αποτέλεσμα εξωτερικν προσπαθειν και γνωρισμάτων και πού είναι προσδοκία το μέλλοντος, αλλά για ενότητα στο Σμα το Χριστο πού δόθηκε την ημέρα τς Πεντηκοστς και είναι παροσα πραγματικότητα. Αυτή την ενότητα εβίωσαν οι Άγιοι Πατέρες. Γι’ αυτό η διδασκαλία τους δεν είναι φιλοσοφικός στοχασμός, αλλά αποκάλυψι το Αγίου Πνεύματος. Αυτή είναι η βασική διαφορά μεταξύ τν αιρετικν και τν Αγίων Πατέρων. Η εμπειρία τς Εκκλησίας διατυπώνεται σε κάθε χρονική περίοδο από τους αγίους, χωρίς να αλλοιώνεται και χωρίς να διαφοροποιεται από όλη την διδασκαλία τν προηγουμένων πατέρων. Όταν έχουμε διαφοροποίηση, τότε έχουμε παρέκκλισι. Άρα αίρεσι.

Τέλος στο διάλογο για την ένωσι πρέπει να συμμετέχουν σύγχρονοι άγιοι πατέρες, πού θεωρούν την δόξα το Θεο, πού έχουν προσωπικές εμπειρίες θεώσεως, πού έχουν έτσι κοινωνία με όλους τους Αγίους Πατέρας και επομένως εκφράζουν αλάνθαστα την συνείδησι τς Εκκλησίας.

Παραθέτω προς ενημέρωση την Διακήρυξι τς ενότητος το πατρώου εορτολογικο χώρου πού εχε αποτέλεσμα το Ενωτικό Συλλείτουργο Ρουμάνων – Ρώσσων – Ελλήνων επισκόπων.

Νικόλαος Γ. Σαββόπουλος

Υ.Γ. Ζητούμεν να καταδικασθ η παναίρεσι το Οικουμενισμο από την Σύνοδο τς Ιεραρχίας τς Εκκλησίας τς Ελλάδος το νέου εορτολογίου, διά να επιτευχθ η ενότητα τν πιστν.

 

ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΝΩΣΕΩΣ ΤΩΝ Γ.Ο.Χ.

Γνησία ρθόδοξος κκλησία ναντι τς Αρέσεως το Οκουμενισμο, Θέματα Δογματικ κα Κανονικ


Α’. Βασικαὶ Ἐκκλησιολογικαὶ Ἀρχαὶ

Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος εἰκοστοῦ αἰῶνος ἀγωνίζεται στερρῶς καὶ ὁμολογιακῶς κατὰ τῆς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐπίσης δὲ κατὰ τῆς προελθούσης ἐξ αὐτοῦ Ἡμερολογιακῆς-Ἑορτολογικῆς Καινοτομίας, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει κατὰ τοῦ Δογματικοῦ Συγκρητισμοῦ, ὁ ὁποῖος καλλιεργῶν σταθερῶς καὶ μεθοδευμένως, ποικιλοτρόπως καὶ ἀντι-ευαγγελικῶς, εἰς ἐπίπεδον Διαχριστιανικὸν καὶ Διαθρησκειακόν, τὴν σχέσιν, συνύπαρξιν, ἀνάμειξιν καὶ συνεργασίαν Ἀληθείας καὶ πλάνης, Φωτὸς καὶ σκότους, Ἐκκλησίας καὶ αἱρέσεως, ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀνάδειξιν μιᾶς νέας ὀντότητος, ἤτοι μιᾶς Κοινότητος ἄνευ ταυτότητος πίστεως, τοῦ λεγομένου σώματος τῶν Πιστευόντων.

Εἰς τὸν Ὁμολογιακὸν Ἀγῶνα Αὐτῆς, ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐφήρμοσε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀποδέχεται καὶ ἐφαρμόζῃ τὰς ἑξῆς Βασικὰς Ἀρχὰς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας:

            1. Τὸ κύριον κριτήριον διὰ τὴν ἰδιότητα Μέλους τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ «Ὀρθὴ καὶ Σωτήριος τῆς Πίστεως Ὁµολογία» (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής), ἤτοι ἡ Ἀληθής, Ἀκριβὴς καὶ Ἀκαινοτόμητος Ὀρθόδοξος Πίστις, «ἐπὶ ταύτῃ» δὲ «τῇ πέτρᾳ» (Ὀρθῇ Ὁμολογίᾳ) ὁ Κύριος ἔχει οἰκοδομήσει τὴν Ἁγίαν Αὐτοῦ Ἐκκλησίαν.

            2. Τὸ κριτήριον τοῦτο ἰσχύει τόσον διὰ µεµονωµένα πρόσωπα-πιστούς, ὅσον καὶ δι’ ὁλοκλήρους Τοπικὰς Ἐκκλησίας.

            3.Καθολικότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἐν σχέσει πάντοτε μὲ τὴν Μοναδικότητα, τὴν Ἁγιότητα καὶ τὴν Ἀποστολικότητα Αὐτῆς, εἶναι ποιοτικὸν καὶ ἐσωτερικόν, ὄχι δὲ ποσοτικὸν καὶ ἐξωτερικὸν γνώρισμα Αὐτῆς· εἶναι ἡ θεμελιώδης Αὐτῆς ἰδιότης, ἡ ὁποία ἐκφράζει ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν πληρότητα τῆς ὑπ’ Αὐτῆς κηρυττομένης Ἀληθείας, ἀνεξαρτήτως τῆς πληθυσμιακῆς καὶ γεωγραφικῆς διαστάσεως Αὐτῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν γνησιότητα καὶ ὁλοκληρίαν τῶν παρεχομένων μέσων πρὸς θεραπείαν καὶ θέωσιν τῆς πεσούσης ἀνθρωπίνης φύσεως.

            4. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης τῆς Ὀρθῆς Ὁμολογίας θεμελιώνεται ἡ Μυστηριακὴ Κοινωνία τῶν Πιστῶν μετὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ μεταξὺ ἀλλήλων, ὡς τελείωσις τῆς ὑφισταμένης ἐν τῇ πίστει Ἑνότητος, ὡς σκοπὸς καὶ τέλος καὶ ὄχι ὡς μέσον πρὸς ἐπίτευξιν τῆς Ἑνότητος αὐτῆς∙ δηλαδὴ προηγεῖται ἡ Ἑνότης ἐν τῇ Ὀρθῇ Ὁμολογίᾳ καὶ ἕπεται ἡ Κοινωνία ἐν τοῖς Μυστηρίοις.

            5. Ἅπαντες οἱ εὐσεβεῖς Χριστιανοί, οἱ ἔχοντες Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν, προκειμένου νὰ ἀποτελοῦν ζῶντα Μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλουν νὰ διατελοῦν ὁπωσδήποτε ἐν Μυστηριακῇ Κοινωνίᾳ μεταξὺ ἀλλήλων, ἐφ’ ὅσον Κοινωνία Πίστεως καὶ Κοινωνία Μυστηρίων, ἀλληλοπεριχωρούμενα ἐν τοῖς Πιστοῖς, πραγματώνουν καὶ ἀναδεικνύουν τὸ Ἕνα καὶ Μοναδικὸν Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

            6. Ἡ ἀσάλευτος ἐμμονὴ εἰς τὴν Ὀρθὴν Ὁμολογίαν, ὡς καὶ ἡ ὑπεράσπισις Αὐτῆς πάσῃ θυσίᾳ, εἶναι θέμα ὑψίστης σωτηριολογικῆς σημασίας, διὰ τοῦτο δὲ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἡμῶν ὡµολόγησαν καὶ ὑπερασπίσθησαν γενναίως, ἐν λόγῳ, ἔργῳ καὶ αἵματι, τὴν Ἁγίαν Ὀρθόδοξον ἡμῶν Πίστιν, πράττοντες τοῦτο ἐκ µέρους τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐν ὀνόµατι τῆς ὑπάρξεως Αὐτῆς.

            7. Ἅπαντες οἱ κηρύττοντες ἢ πράττοντες ἀντιθέτως πρὸς τὴν Ὀρθὴν Ὁμολογίαν, ὡς αἱρετικοί, χωρίζονται ἀπὸ τὴν Ἀλήθειαν τῆς Πίστεως καὶ ἐκπίπτουν τῆς Κοινωνίας μετὰ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, εἴτε αὐτοὶ εἶναι μεμονωμένα πρόσωπα εἴτε Κοινότητες, ἔστω καὶ ἄν αὗται συνεχίζουν λειτουργοῦσαι τυπικῶς-θεσμικῶς ὡς δῆθεν Ἐκκλησίαι καὶ προσαγορεύωνται ὡς τοιαῦται:

«Οἱ µὴ τῆς Ἀληθείας ὄντες οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί· καὶ τοσοῦτο µᾶλλον, ὅσον ἄν καὶ σφῶν αὐτῶν καταψεύδοιντο, ποιµένας καὶ ἀρχιποιµένας ἱεροὺς ἑαυτοὺς καλοῦντες καὶ ὑπ’ ἀλλήλων καλούµενοι· µηδὲ γὰρ προσώποις τὸν Χριστιανισµόν, ἀλλ’ ἀληθείᾳ καὶ ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι» (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς).

            8. Ἡ παρεχομένη ἄνωθεν ἐκ τοῦ Πατρός, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι Ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Ἀληθείᾳ τῆς Πίστεως καὶ τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Μυστηρίων εἶναι βεβαίως Χριστοκεντρικὴ καὶ Εὐχαριστιακή, βιοῦται δὲ ὡς διαχρονικὴ σύνοδος καὶ συλλειτουργία ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις», ἐφ’ ὅσον ἔχει ὡς ἐγγυητὴν Αὐτῆς τὸν Ὀρθόδοξον Ἐπίσκοπον, ὄντα – θείᾳ Χάριτι – φορέα τῆς «Παραδόσεως τῆς Ἀληθείας» (Ἅγιος Εἰρηναῖος Λουγδούνου).

            9. Ἕκαστος Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος, ὡς «τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος» τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὡς Πατὴρ τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως, ὡς Διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἀληθείας καὶ ὡς Διάκονος τῆς Ἀγάπης ἐν Ἀληθείᾳ, εἶναι εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐνσαρκώνει, ἐκφράζει καὶ διασφαλίζει τὴν διαχρονικὴν Καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι τὴν Ἑνότητα Αὐτῆς μετὰ τοῦ Χριστοῦ, ταυτοχρόνως δὲ τὴν Ἑνότητα ἐν Χριστῷ μετὰ πασῶν τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, αἱ Ὁποῖαι ὑπῆρξαν, ὑπάρχουν καὶ θὰ ὑπάρξουν ὡς τὸ Ἕν Σῶμα Χριστοῦ.

            «Τί δέ ἔστιν ”ἕν σῶμα“; Οἱ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης πιστοὶ καὶ ὄντες καὶ γενόμενοι καὶ ἐσόμενοι» (Ἱερὸς Χρυσόστομος).

            10. Πᾶς Ἐπίσκοπος, κηρύττων «αἵρεσιν δημoσίᾳ» καὶ «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ Ἐκκλησίας» καὶ διδάσκων «ἕτερον εὐαγγέλιον παρ’ ὅ παρελάβομεν» ἢ εὑρίσκεται εἰς συγκρητιστικὴν κοινωνίαν μὲ ἀλλοδόξους καὶ ἀλλοθρήσκους, πράττων μάλιστα τοῦτο ἐπιμόνως καὶ συνεχῶς, καθίσταται «ψευδεπίσκοπος» καὶ «ψευδοδιδάσκαλος» (ΙΕ’ Κανὼν τῆς Πρωτοδευτέρας)· οἱ δὲ κοινωνοῦντες μετ’ αὐτοῦ Ἐπίσκοποι, ἀδιαφοροῦντες ἢ ἀνεχόμενοι ἢ ἀποδεχόμενοι τὸ φρόνημα καὶ τὰς πρακτικὰς αὐτοῦ ἐκφράσεις, «συνόλλυνται» (Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης), παύοντες οὕτω νὰ εἶναι Κανονικοὶ καὶ Κοινωνικοί, ἐφ’ ὅσον ἡ Καθολικότης τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἑνότης Αὐτῆς καὶ ἡ γνησία Ἀποστολικὴ Διαδοχή, ἐγγυώμεναι ἀσφαλῶς τὸ Κανονικὸν καὶ Κοινωνικὸν τοῦ Ἐπισκόπου, ἑδράζονται, ἀπορρέουν καὶ διασφαλίζονται ἀπὸ τὴν «Ὀρθὴν καὶ Σωτήριον τῆς Πίστεως Ὁμολογίαν».

 

Β’. Οἰκουμενισμός: Συγκρητιστικὴ Παναίρεσις

 1. Ὁ Οἰκουµενισµός, ὡς θεολογικὴ ἔννοια, ὡς ὠργανωµένον κοινωνικὸν κίνηµα καὶ ὡς θρησκευτικὴ πρᾶξις, εἶναι καὶ ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν αἵρεσιν τῶν αἰώνων καὶ τὴν περιεκτικωτέραν παναίρεσιν· αἵρεσιν ἐξ αἱρέσεων καὶ παναίρεσιν ἐκ παναιρέσεων· ἀμνήστευσιν πασῶν τῶν αἱρέσεων, ὄντως καὶ ἀληθῶς Παναίρεσιν· τὸν ὑπουλότερον ἀντίπαλον τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὡς καὶ τὸν πλέον ἐπικίνδυνον ἐχθρὸν τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἐφ’ ὅσον ἐντὸς τῶν συγκρητιστικῶν ὁρίων αὐτοῦ ἀδυνατοῦν νὰ ὑπάρξουν ἐν ἀρρήκτῳ σωτηριολογικῇ ἑνότητι ἡ ἐν Χριστῷ Ἀλήθεια καὶ Ζωή.

      2. Ὁ Οἰκουμενισμὸς προέρχεται ἀπὸ τὸν προτεσταντικὸν κόσμον (ΙΘ’ αἰ. κ.ἑ.) καὶ καλλιεργεῖ τὴν σχετικοποίησιν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀληθείας, Ζωῆς καὶ Σωτηρίας, ἀρνούμενος κατ’ οὐσίαν τὴν Καθολικότητα καὶ Μοναδικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν βάσιν αὐτοῦ κεῖται ἡ πεπλανημένη θεωρία περὶ «Ἀοράτου Ἐκκλησίας» μὲ ἀσαφῆ ὅρια, μέλη τῆς ὁποίας δῆθεν δύνανται νὰ ἀνήκουν εἰς διαφόρους «Ὁμολογίας», ὡς καὶ ἡ παραλλαγὴ ταύτης, ἤτοι ἡ λεγομένη «Θεωρία τῶν Κλάδων», κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ διάφοροι χριστιανικαί «Ὁμολογίαι» εἶναι δῆθεν κλάδοι τοῦ αὐτοῦ δένδρου τῆς Ἐκκλησίας, ἕκαστος δὲ κλάδος κατέχει μέρος τῆς Ἀληθείας καὶ οὕτω συναπαρτίζουν δῆθεν τὸ ὅλον τῆς Ἐκκλησίας.

3. Παρὰ τὴν ποικιλίαν τῶν θεωριῶν, τὰς ὁποίας παρήγαγεν ὁ Οἰκουμενισμός, ὁ βασικὸς στόχος αὐτοῦ εἶναι ἡ καλλιέργεια μιᾶς συγκρητιστικῆς συνυπάρξεως καὶ συνεργασίας, ἀλλὰ καὶ περαιτέρω μιᾶς συγχωνεύσεως κατ’ ἀρχὰς πασῶν τῶν χριστιανικῶν Κοινοτήτων (Διαχριστιανικὸς Οἰκουμενισμός), ἀκολούθως δὲ πασῶν τῶν θρησκειῶν (Διαθρησκειακὸς Οἰκουμενισμός), τοῦτ’ ἔστιν (ἡ καλλιέργεια) μιᾶς ἀντι-ευαγγελικῆς διαδικασίας, ὁδηγούσης ἀφεύκτως εἰς τὴν ἀνάδειξιν ἑνὸς σώματος τῶν Πιστευόντων, μιᾶς τρόπον τινὰ Πανθρησκείας, ἡ ὁποία θὰ προλειάνῃ τὸ ἔδαφος διὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ πειρασμοῦ τῶν Ἐσχάτων, ἤτοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀνόμου – Ἀντιχρίστου.

4. Λόγῳ τοῦ συγκρητιστικοῦ αὐτοῦ χαρακτῆρος, ὁ Οἰκουμενισμὸς συγγενεύει στενῶς πρὸς τὸν Ἐλευθεροτεκτονισμὸν (Μασωνίαν), ὁ ὁποῖος αὐτοδιαφημιζόμενος ὡς ἀνεξίθρησκος, συγχρωτιστικὸς καὶ ἀνεκτικὸς ἔναντι τῶν αἱρέσεων καὶ θρησκειῶν, ἔχει ἀναδειχθῆ ἐν τῇ πράξει εἰς Θρησκείαν καὶ Ὑπερθρησκείαν, συμβάλλουσα ἀμέσως καὶ ἐμμέσως εἰς τὴν προώθησιν τοῦ Οἰκουμενιστικοῦ Ὁράματος, δηλαδὴ εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς περιεκτικῆς βάσεως ἁπάντων τῶν Δογμάτων καὶ Θρησκειῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Ἀποκεκαλυμμένη Ἀλήθεια θὰ ἔχῃ πλήρως σχετικοποιηθῆ καὶ ἐξισωθῆ μὲ πᾶσαν ἀνθρωπίνην καὶ δαιμονικὴν πλάνην καὶ δοξασίαν.

5. Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἤρχισε νὰ προσβάλλῃ τὴν Ὀρθόδοξον Καθολικὴν Ἐκκλησίαν φθίνοντος τοῦ ΙΘ’ αἰῶνος, διὰ δὲ τοῦ Συνοδικοῦ Διαγγέλματος «Πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ» τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἐν ἔτει 1920, ἀποτελοῦντος ὁμολογουμένως τὸν «Καταστατικὸν Χάρτην τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», ἐκηρύχθη οὗτος «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», ἐφ’ ὅσον χαρακτηρίζει τὰς αἱρέσεις τῆς Δύσεως καὶ ἁπανταχοῦ ὡς δῆθεν «σεβασμίας Χριστιανικὰς Ἐκκλησίας», οὐχὶ πλέον «ὡς ξένας καὶ ἀλλοτρίας», ἀλλ’ ὡς «συγγενεῖς καὶ οἰκείας ἐν Χριστῷ καὶ ”συγκληρονόμους καὶ συσσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ“», προτείνων μάλιστα ὡς πρῶτον μέτρον ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τὴν χρῆσιν κοινοῦ ἡμερολογίου, πρὸς ταυτόχρονον συνεορτασμὸν ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων.

            6. Κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ οἰκουμενιστικοῦ Διαγγέλματος τούτου καὶ κατόπιν τῶν ἀντικανονικῶν Ἀποφάσεων τοῦ ἀντορθοδόξου Συνεδρίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐν ἔτει 1923, υἱοθετήθη κατ’ οὐσίαν τὸ λεγόμενον Γρηγοριανὸν Ἡμερολόγιον ὡς δῆθεν Διωρθωμένον Ἰουλιανόν, καίτοι ἅμα τῇ ἐμφανίσει αὐτοῦ ἐν τῇ Δύσει (1582) κατεκρίθη καὶ κατεδικάσθη ὡς σοβαρὰ Παπικὴ Καινοτομία ὑπὸ τριῶν Πανορθοδόξων Συνόδων ἐν τῇ Ἀνατολῇ (1583, 1587, 1593),  τῶν Ὁποίων αἱ ἀποφάσεις ἐξακολουθοῦν ἰσχύουσαι καὶ βαρύνουν τοὺς ἐν σχίσματι εὑρισκομένους Καινοτόμους.

            7. Ἡμερολογιακὴ-Ἑορτολογικὴ Καινοτομία, εἰσαχθεῖσα ἐν ἔτει 1924 εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, τὸ Πατριαρχεῖον τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ρουμανίας, κατόπιν δὲ σταδιακῶς καὶ εἰς ἄλλας Τοπικὰς Ἐκκλησίας, προσκρούει εἰς τὴν Καθολικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ κατὰ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς (μονομερῆ καὶ ἀντικανονικόν), ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν σκοπὸν αὐτῆς (οἰκουμενιστικὸν-συγκρητιστικόν), προσβάλλουσα τοιουτοτρόπως διὰ πλήγματος δεινοῦ τὴν ἐξωτερικὴν ἔκφανσιν καὶ ἐκδήλωσιν τοῦ Ἑνὸς Σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἀνὰ τὸν κόσμον, πραγματοποιουμένην καὶ διὰ τοῦ ἑνιαίου Ἡμερολογίου-Ἑορτολογίου.

            8. Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Καθολικὴ Ἐκκλησία, μέσῳ τοῦ ὑψίστου συνοδικοῦ κύρους Αὐτῆς, ἔχει ἐκφράσει τὴν σταθερὰν καὶ ἀμετακίνητον βούλησιν Αὐτῆς, ὅπως ἐκδηλώνεται ἡ Ἑνότης Αὐτῆς καὶ διὰ τῆς ἀπὸ κοινοῦ ὑφ’ ὅλων τῶν Χριστιανῶν τελέσεως τῆς μεγίστης τῶν Ἑορτῶν, ἤτοι τοῦ Ἁγίου Πάσχα, καθορίσασα ὁριστικῶς εἰς τὴν Α’ Ἁγίαν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον ἐν ἔτει 325 τὸ αἰώνιον Κανόνιον τοῦ Πάσχα, τὸν Πασχάλιον Κανόνα.

            9. Ἡ Συνοδικὴ Πρᾶξις αὕτη, κατ’ οὐσίαν βαθύτατα ἐκκλησιολογικὴ καὶ δογματική, προϋπέθετεν ὡς βάσιν τῶν λεγομένων Διορισμῶν τοῦ Ἁγίου Πάσχα τὴν Ἐαρινὴν Ἰσημερίαν, ἡ ὁποία ὡς σταθερὰ ἡμερομηνία ἐκκλησιαστικῶς θὰ ἦτο πλέον θετῶς/συμβατικῶς21ηΜαρτίου τοῦ ἐν χρήσει τότε Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, τὸ ὁποῖον τοιουτοτρόπως καθιερώθη ὡς Ἐκκλησιαστικὸν Ἡμερολόγιον καὶ ὡς ἄξων τοῦ ἐνιαυσίου Ὀρθοδόξου Ἑορτολογίου, βάσει δὲ τούτου ἡ ἡμερολογιακὴ ἐναρμόνισις τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τῶν εὑρισκομένων εἰς διάφορα ἡμερολογιακὰ περιβάλλοντα, συνετελέσθη σταδιακῶς ἕως καὶ τὸν ΣΤ’ αἰῶνα.            

            10. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς ἐν Νικαίᾳ Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐξέφρασαν θεοπνεύστως, ἀλλὰ καὶ προφητικῶς, τὸ ἀντι-συγκρητιστικὸν πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας: τὸ «μὴ μετ’ Ἰουδαίων συνεορτάζειν», κατ’ ἐπέκτασιν δὲ τὸ μὴ ἐπιδιώκειν μετὰ τῶν αἱρετικῶν ἑορτάζειν, διησφάλιζε τὴν ἐξωτερικὴν-ὁρατὴν Ἑνότητα τοῦ Ἑνὸς Σώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔθετε τὰ ὅρια μεταξὺ Ἀληθείας καὶ Αἱρέσεως, ὅλως δηλαδὴ ἀντιθέτως πρὸς τὴν κατάκριτον Ἡμερολογιακὴν  Μεταρρύθμισιν τοῦ 1924, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν εἰς τὸ συνεορτάζειν μετὰ τῶν ἑτεροδόξων τοῦ παναιρετικοῦ Παπισμοῦ καὶ Προτεσταντισμοῦ, προκειμένου νὰ καταστῇ ὁρατὴ ἡ δῆθεν ὑπάρχουσα ἀόρατος ἑνότης μετ’ αὐτῶν καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας.

            11. Οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταί, μάλιστα δὲ οἱ πλέον ἀκραῖοι ἐξ αὐτῶν, ἔχοντες ὑποστῆ τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τοῦ διαβρωτικοῦ Συγκρητισμοῦ, φρονοῦν ὅτι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἔχει δῆθεν ἀπολέσει τὴν Καθολικότητα Αὐτῆς, λόγῳ θεολογικῶν καὶ πολιτισμικῶν διαμαχῶν καὶ διαιρέσεων· προτείνουν δὲ καὶ ἐπιδιώκουν τὴν δῆθεν ἀνασυγκρότησιν ταύτης, μέσῳ μιᾶς συμβατικῆς ἑνώσεως τῶν διεστώτων, ὀρθοδόξων καὶ αἱρετικῶν, ἡ ὁποία δῆθεν θὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν εὐχαριστιακὴν κοινωνίαν, ἄνευ βεβαίως κοινῆς Ὁμολογίας Πίστεως, κατὰ τὰ πρότυπα προφανῶς τῆς Οὐνίας· ἕτεροι, πλέον μετριοπαθεῖς Οἰκουμενισταί, ἀρκοῦνται εἰς τὴν συναρίθμησιν τῶν ἑτεροδόξων μετὰ τῶν ὀρθοδόξων, ὁμιλοῦντες «ὑπὲρ τοῦ ὅλου τῆς Ἐκκλησίας σώματος», ὡς δῆθεν εὑρισκομένων αὐτῶν (τῶν ἑτεροδόξων) ἐντὸς τῶν Ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, διότι οὗτοι δὲν ταυτίζουν τὰ Χαρισματικὰ καὶ τὰ Κανονικὰ Ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ὑποστηρικταὶ τῆς «Διευρυμένης Ἐκκλησίας» ἢ τῆς «Ἐκκλησίας ἐν διευρυμένῃ ἢ εὐρυτάτῃ ἐννοίᾳ», ἐφ’ ὅσον ἀνακαλύπτουνἀναγνωρίζουν τὴν ὕπαρξιν Ἐκκλησιῶν καὶ Θείας Χάριτος/Σωτηρίας καὶ ἐκτὸς τῶν Ὁρίων τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς Ἀληθοῦς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (ecclesiaextraecclesiam, extramuros).

            12. συμμετοχὴ τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν εἰς τὸ λεγόμενον «Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν» (1948 κ.ἑ.), ὡς καὶ εἰς ἑτέρους Οἰκουμενιστικοὺς Ὀργανισμούς, ἀποτελεῖ μίαν ἐν τῇ πράξει ἄρνησιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ Ἀληθείας καὶ Σωτηρίας, ἐφ’ ὅσον βασικὴ προϋπόθεσις ὀργανικῆς συμμετοχῆς εἰς τοιαῦτα Διομολογιακὰ Σώματα εἶναι κατ’ οὐσίαν ἡ ἔστω καὶ σιωπηλὴ ἄρνησις τῆς ὑπάρξεως αὐθεντικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Καθολικότητος σήμερον, ὡς καὶ ἡ αἴσθησις τῆς ἀνάγκης ἀνα-συγκροτήσεως μιᾶς δῆθεν αὐθεντικῆς Καθολικότητος, τοῦτ’ ἔστι τῆς ἀνάγκης μιᾶς δῆθεν ἐπανιδρύσεως τῆς Ἐκκλησίας.

            13. Εἰς τὴν βάσιν τῶν ἀντορθοδόξων καὶ πλήρως καινοφανῶν τούτων ἀντιλήψεων, εὑρίσκεται ἡ λεγομένη «Βαπτισματικὴ Θεολογία»,Δογματικὸς Συγκρητισμός,κατάργησις τῶν «Ὁρίων» τῆς Ἐκκλησίας,αἴσθησις τῆς «Οἰκουμενικῆς Ἀδελφοσύνης», ἡ θεωρία τῶν «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», ἡ λεγομένη «Θεολογία τῶν Δύο Πνευμόνων», ἡ θεωρία τῆς «Μιᾶς καὶ Διῃρημένης Ἐκκλησίας», ἡ «ὑπέρβασις τῆς παλαιᾶς αἱρεσιολογίας», ὡς καὶ ἄλλαι ποικίλαι κακοδοξίαι ἔχουσαι ὁδηγήσει σταδιακῶς τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστὰς εἰς τὴν ἄρνησιν τῆς ἐκκλησιολογικῆς καὶ σωτηριολογικῆς ἀποκλειστικότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μάλιστα δὲ καὶ εἰς τὴν συνοδικὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἑτεροδόξων Κοινοτήτων καὶ τῶν μυστηρίων αὐτῶν, εἰς τὴν συμπροσευχὴν μετ’ αὐτῶν καὶ δὴ εἰς ἐπίπεδον κορυφῶν, εἰς τὴν παροχὴν μυστηρίων εἰς αὐτούς, εἰς τὴν συνυπογραφὴν Κοινῶν Δηλώσεων καὶ Διακηρύξεων πρὸς κοινὴν δῆθεν μαρτυρίαν μετ’ αὐτῶν, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς τὴν αἴσθησιν τοῦ χρέους τῆς συνδιακονίας τοῦ κόσμου, ὡς δῆθεν συνυπευθύνων (Ὀρθοδοξίας καὶ Αἱρέσεως) διὰ τὴν σωτηρίαν αὐτοῦ.

            14. Μέσῳ πάντων τούτων, ἔχει διαστρεβλωθῆ πλήρως ἡ ἔννοια τῆς εὐαγγελικῆς Ἀγάπης, ἀσκουμένης ἐν τῇ Ἀληθείᾳ καὶ διὰ τῆς Ἀληθείας· ἔχει παγιωθῆ ἕνας βαθὺς καὶ ὁλονὲν ἐμβαθυνόμενος συγκρητιστικὸς συγχρωτισμός· τηρεῖται, ἐν ὀνόματι μιᾶς νενοθευμένης οἰκονομίας, μία στάσις περιεκτικὴ καὶ περιχωρητικὴ ἔναντι τῆς ἑτεροδοξίας· ἔχει προέλθει μία ἄμεικτος μεῖξις· καὶ ἔχει ἀναδυθῆ μία ὄντως ὑφισταμένη ἕνωσις μεταξὺ τῶν πάσης προελεύσεως Οἰκουμενιστῶν, ἑνὸς Σώματος Πιστευόντων, ὄχι βεβαίως ἐν τῇ Μοναδικῇ Ἀληθείᾳ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς νεφελώδους ἀνθρωπιστικοῦ ὁράματος, χωρὶς ἱεραποστολικὴν διάστασιν καὶ κλῆσιν τῶν πεπλανημένων εἰς Ἐπιστροφὴν ἐν Μετανοίᾳ εἰς τὸν Οἶκον τοῦ Πατρός, τ.ἔ. εἰς τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν.

 

 Γ’. Σεργιανισμός: Ἀλλοίωσις τῆς Κανονικότητος

 1. Ἕν ἕτερον συγγενὲς πρὸς τὸν Οἰκουμενισμὸν φαινόµενον καὶ κίνημα, ἔχον ἐπίσης ἐκκλησιολογικὴν διάστασιν, εἶναι ὁ λεγόµενος Σεργιανισµός, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς πρωτοφανεῖς περιστάσεις τοῦ διωγµοῦ  τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν πρώην Σοβιετικὴν Ἕνωσιν παρέδωσε, μέσῳ τοῦ πεπτωκότος καὶ συμβιβασθέντος ἀρχικῶς μητροπολίτου καὶ μετέπειτα πατριάρχου Μόσχας, Σεργίου Στραγκορόντσκυ (+ 1944),  εἰς τοὺς ἀθέους καὶ θεομάχους Μπολσεβίκους ἕνα φαινοµενικῶς  ἄρτιον ἐκκλησιαστικὸν ὀργανισμόν, προκειμένου νὰ καταστῇ οὗτος εἰς χεῖρας αὐτῶν ἄβουλον ὄργανον κατὰ τὴν ἀδυσώπητον αὐτῶν πολεµικὴν ἐναντίον Αὐτῆς τῆς ἰδίας τῆς Ἐκκλησίας ὡς φορέως τοῦ πληρώµατος τῆς Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.

            2.Σεργιανισµὸς δὲν εἶναι μόνον σοβιετικὸν φαινόµενον, διότι ἔπληξε δεινῶς καὶ τὰς Τοπικὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας τῶν χωρῶν τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, ἔνθα ἐπεκράτησαν, µετὰ τὸν Β’ Παγκόσµιον Πόλεµον, ἀθεϊστικὰ καὶ ἀντιχριστιανικὰ κοµµουνιστικὰ Καθεστῶτα.

            3. Ἡ πεμπτουσία τοῦ Σεργιανισμοῦ εἶναι ἡ υἱοθέτησις τῆς πλάνης ὅτι ἐξαπάτησις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιµοποιηθῇ δῆθεν ὡς µέσον διασώσεως τῆς Ἀληθείας, ἐπίσης δὲ ὅτι ἡ συνεργασία µετὰ τῶν ἐχθρῶν καὶ διωκτῶν τῆς Ἐκκλησίας ἦτο δῆθεν ὁ τρόπος ἐπιβιώσεως Αὐτῆς· ἀλλ’ ὅμως, ἐν τῇ πράξει συνέβη ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον: οἱ σεργιανισταὶ ἐπίσκοποι κατεστάθησαν ὄργανα τῶν ἀθέων Κοµµουνιστῶν, προκειμένου νὰ ἀσκοῦν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας, µὲ σκοπὸν τὴν ἠθικὴν καὶ πνευµατικὴν Αὐτῆς ἐξασθένησιν, ἕως τῆς τελικῆς ἀποδομήσεως καὶ τοῦ ἐξαφανισμοῦ Αὐτῆς.

            4. Εἰς τὸ ἐκκλησιολογικὸν πεδίον, ὁ Σεργιανισμὸς διεστρέβλωσε πλήρως τὴν ἔννοιαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικῆς Κανονικότητος, ἐφ’ ὅσον εἰς τὰ ὅρια τοῦ σεργιανισμοῦ,Κανονικότης ἦτο οὐσιαστικῶς ἀποκεκοµµένη ἀπὸ τὸ Πνεῦµα καὶ τὴν Ἀλήθειαν τῆς αὐθεντικῆς Κανονικῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, λαβοῦσα τοιουτοτρόπως µίαν τυπικὴν προσαρµογὴν εἰς τὴν νοµιµότητα, δυναμένη νὰ χρησιμοποιηθῇ, προκειμένου νὰ δικαιολογήσῃ πᾶσαν ἀνοµίαν τῆς διοικούσης Ἱεραρχίας· ἐν τέλει δέ, ἡ τοιαύτη κατ’ ἐπίφασιν Κανονικότης κατέστη µία διοικητικὴ τεχνική, διὰ τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν σεργιανιστικὴν ἱεραρχίαν, ἀσχέτως τῆς κατευθύνσεως πρὸς τὴν ὁποίαν αὕτη ὡδήγει τοὺς πιστούς.

            5. Μετὰ τὴν κατάρρευσιν τῶν ἀντιχριστιανικῶν Καθεστώτων, περὶ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος εἰκοστοῦ αἰῶνος, ἡ βαρυτάτη ἐκκλησιολογικὴ ἐκτροπὴ τοῦ Σεργιανισμοῦ, ὑπὸ τὰς νέας συνθήκας τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας, διετηρήθη ὡς κληρονοµία τοῦ παρελθόντος καὶ συγχρόνως µετεσχηµατίσθη.

            6. Ὁ ἐκκλησιομάχος Σεργιανισμός, ἔχων πρὸ πολλοῦ ἐνσωµατώσει εἰς τὸ ἐνδότερον αὐτοῦ εἶναι τὸ κοσμικὸν πνεῦμα, τὴν ἀσυνειδησίαν, τὴν ἐξαπάτησιν καὶ τὴν παθολογικὴν δουλικότητα ἔναντι τῶν ἰσχυρῶν τοῦ κόσµου τούτου, συνεχίζει νὰ προδίδῃ τὴν Ἐκκλησίαν, ὄχι πλέον ἐξ αἰτίας δῆθεν τοῦ φόβου τῶν ἀντιποίνων ἐκ μέρους τῶν ἀθέων Κρατούντων, ἀλλὰ χάριν ἰδιοτελῶν καὶ ἐγκοσμιοκρατικῶν κινήτρων, ὑπὸ τὸ πέπλον δὲ δῆθεν τῆς Κανονικότητος, ἐκποιεῖ πλέον τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἐκκλησίας, µὲ ἀντάλλαγµα τὸ κέρδος τῆς φιλίας μετὰ τῶν ἰσχυρῶν τοῦ κόσµου τούτου, µεθ’ ὅλων βεβαίως τῶν συναφῶν ὑλικῶν συµφερόντων καὶ τῆς περιόπτου κοινωνικῆς θέσεως.

            7. Εἰς τὴν µεταλλαγµένην ταύτην µορφὴν σήµερον, ὁ ἰὸς τοῦ Σεργιανισµοῦ, ὡς νεο-Σεργιανισµὸςµετα-Σεργιανισµός, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ μὲ ἄλλας πολιτειοκρατικὰς μορφάς, προσβάλλει ἔν τινι βαθμῷ μέγα µέρος τῆς Ἱεραρχίας τῶν τοπικῶν ἐπισήμων ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀνὰ τὸν κόσµον, συμβάλλων τοιουτοτρόπως εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ ἐπίσης ἐγκοσμιοκρατικοῦ καὶ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὑπὸ τὴν σκέπην μιᾶς ψευδοῦς Κανονικότητος.

*  *  *

            8. Οἱ ἔχοντες ὑγιᾶ Δογματικὴν καὶ Κανονικὴν Συνείδησιν εὐσεβεῖς, Κλῆρος καὶ Λαός, ἔναντι φαινομένων καὶ κινήσεων ἐχόντων ἐκκλησιολογικὴν καὶ σωτηριολογικὴν σημασίαν, ὡς ὁ Οἰκουμενισμὸς καὶ Σεργιανισμός, ὀφείλουν νὰ τηρήσουν μίαν γνησίαν Πατερικὴν στάσιν, ὅταν μάλιστα αὐτὰ ἑδραιώνωνται συστηµατικῶς καὶ διαδίδωνται εὐρέως, ἔστω καὶ ἄν δὲν ἐπιδιώκουν πάντοτε µίαν σαφῆ δογµατικὴν ἔκφρασιν, ἀλλ’ εἰσχωροῦν καὶ ἐνσπείρονται εἰς τὸ Σῶµα τῆς Ἐκκλησίας µὲ ὕπουλον καὶ διαβρωτικὸν τρόπον, δηλαδὴ υἱοθετοῦνται ἐνεργῶς ἢ ἐπιτρέπονται παθητικῶς ὑφ’ ὅλων τῶν Ἐπισκόπων µιᾶς ἢ περισσοτέρων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.

9. Εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, ἡ οὐσία τοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τῶν ἀντι-ευαγγελικῶν, ἀντορθοδόξων καὶ ἐκφυλιστικῶν αὐτῶν φαινοµένων δὲν εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον μία δυνητικὴ στάσις ἐν τῷ πλαισίῳ μιᾶς δῆθεν οἰκονομίας, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται πάραυτα ἡ παῦσις τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας µὲ τὸν Ἐπίσκοπον καὶ τὴν Ἱεραρχίαν, ἡ ὁποία εἰσάγει μάλιστα συνοδικῶς τὴν αἵρεσιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, εἴτε κηρύττουσα αὐτήν, εἴτε συµβάλλουσα εἰς τὴν διάδοσιν αὐτῆς διὰ µέσου τῆς σιωπῆς, τῆς παθητικότητος ἢ τῆς ἀδιαφορίας (ΙΕ’ Κανὼν τῆς Πρωτο-δευτέρας).

10.Ἀποτείχισις ἀπὸ τοὺς ἐκπεσόντας ποιμένας, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονται πλέον ὡς «ψευδεπίσκοποι» καὶ «ψευδοδιδάσκαλοι», ἀποτελεῖ ἀναγκαιοτάτην ὑποχρέωσιν τῶν γνησίων Ὀρθοδόξων ἐν καιρῷ αἱρέσεως, πρὸς διαφύλαξιν τῆς Μοναδικότητος, τῆς Ἑνότητος καὶ τῆς Καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας, πρὸς ὁμολογιακὴν Μαρτυρίαν Πίστεως, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἱεραποστολικὴν σωτήριον Κλῆσιν Μετανοίας πρὸς τοὺς ἐκτρεπομένους καὶ τοὺς κοινωνοῦντας μετ’ αὐτῶν.  

 

Δ’. Ἡ λεγομένη ἐπίσημος Ὀρθοδοξία

            1. Τὸ νόημα τοῦ ὅρου «ἐπίσηµος Ὀρθοδοξία» εἶναι στενὰ συνδεδεµένον µὲ τοὺς ὅρους «ἐπίσηµος Ἐκκλησία» καὶ «ἐπίσηµοι τοπικαὶ Ἐκκλησίαι».

2. Ἡ «ἐπίσηµος Ὀρθοδοξία» εἶναι τὸ ἰδιαίτερον ἐκεῖνο ἰδεολόγημα τῶν λεγομένων ἐπισήµων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, τὸ ἀντιπροσωπεῦον µίαν Ὀρθοδοξίαν ὁλονὲν καὶ περισσότερον χλιαράν (βλ. Ἀποκ. γ’ 16), ἡ ὁποία, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν Ἐκκλησιολογικῶν καὶ Κανονικῶν Καινοτομιῶν, τῶν προβλεπομένων ἀπὸ τὸ προαναφερθὲν Πατριαρχικὸν Διάγγελμα τοῦ 1920, ὡδηγήθη εἰς τὴν σταδιακὴν ἀποξένωσιν αὐτῆς ἀπὸ τῆς αὐθεντικῆς Ὀρθοδοξίας.

3. Τό 1924 ἐγένετο τὸ πρῶτον καί μέγα βῆμα πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῆς τῆς προσχεδιασμένης καὶ μεθοδευμένης ἀλλοτριώσεως ἀπὸ τὴν γνησιότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου εἴς τινας Τοπικὰς Ἐκκλησίας, αὐξηθείσας ἐν καιρῷ, ἕως σημείου ἀποδοχῆς εἰς περιπτώσεις τινὰς ἀκόμη καὶ τοῦ Παπικοῦ Πασχαλίου, πρὸς καταφανῆ παραβίασιν τοῦ Ὅρου τῆς Α’ Ἁγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

            4. «Ἐπίσηµος Ἐκκλησία» εἶναι τὸ ὄνοµα, τὸ ὁποῖον προσέδωσαν οἱ Ῥῶσοι πιστοὶ τῶν Κατακοµβῶν εἰς τὴν κρατικὴν Ἐκκλησίαν, δηλαδὴ τὴν ἀναγνωριζομένην καὶ ἐντελῶς ἐξαρτωμένην ἀπὸ τὸ ἄθεον Σοβιετικὸν Καθεστώς, τὴν καὶ ἐξελιχθεῖσαν εἰς τὸ γνωστὸν σεργιανιστικὸν καὶ οἰκουμενιστικὸν Πατριαρχεῖον Μόσχας.

5. Σήμερον, οἱ ὅροι «ἐπίσηµος Ἐκκλησία» καὶ «ἐπίσηµοι τοπικαὶ Ἐκκλησίαι», ἀναφέρονται εἰς τὰς γνωστὰς ἱστορικῶς διαμεµορφωµένας Τοπικὰς Ἐκκλησίας, τῶν ὁποίων ἡ ἱεραρχικὴ Ἡγεσία ἀποδέχεται ἐπισήμως καὶ μετέχει συνοδικῶς εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν, προωθεῖ, ἐπιτρέπει ἢ ἀνέχεται αὐτὴν ὡς θεολογικὴν ἔννοιαν καὶ ὡς θρησκευτικὴν πρᾶξιν, καλύπτεται ὑπὸ τὸ πέπλον τῆς δῆθεν Κανονικότητος, ὡς ἐννοεῖ ταύτην ὁ Σεργιανισµός, υἱοθετεῖ δὲ -ἀμέσως ἢ ἐμμέσως- καὶ πολλὰς ἄλλας µορφὰς τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξίαν (βλ. διαβρωτικὰ φαινόμενα, ὡς τὴν νόθευσιν τῶν Μυστηρίων καὶ δὴ τοῦ τύπου τοῦ Βαπτίσματος, λειτουργικὰς μεταρρυθμίσεις ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς «λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως», τὴν νεόκοπον «μεταπατερικὴν θεολογίαν», τὴν ἐπισήμως καὶ δὴ εἰς τὰς πανεπιστημιακὰς θεολογικὰς Σχολὰς ἐπιτελουμένην βαθεῖαν διείσδυσιν τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὴν ἀπώλειαν τῶν ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων πρὸς Διακήρυξιν Ἁγίων, ποικίλας μορφὰς ἐκκοσμικεύσεως καὶ ἀλλοιώσεως τοῦ αὐθεντικοῦ Ἐκκλη-σιαστικοῦ Ἤθους, τὴν υἱοθέτησιν μιᾶς ἀντιπατερικῆς ἑρμηνείας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας κ.λπ.).

6. Ἅπασαι αἱ λεγόμεναι αὗται ἐπίσημοι Ἐκκλησίαι ἔχουν πλέον προσχωρήσει ἀποφασιστικῶς, σταθερῶς καὶ ἀμετανοήτως εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς συγκρητιστικῆς Ἀποστασίας, σεργιανιστικοῦ καὶ οἰκουμενιστικοῦ τύπου, µίαν ἀντιεκκλησιαστικὴν καὶ ἀντικανονικὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἔχει προωθηθῆ ἢ ἐπιτραπῆ συνοδικῶς ἀπὸ τὰς Ἱεραρχίας αὐτῶν, μετὰ τῶν ὁποίων ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀδυνατεῖ νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε προσευχητικήν, μυστηριακὴν καὶ διοικητικὴν κοινωνίαν, συνεπὴς οὖσα πρὸς τὰς Ἐκκλησιολογικὰς Ἀρχὰς Αὐτῆς ἔναντι τῶν «ψευδεπισκόπων» καὶ «ψευδοδιδασκάλων».

 

Ε’. Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία      

1.Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία περιλαμβάνει εἰς τοὺς κόλπους Αὐτῆς καὶ συνενώνει ἐν τῷ Πατρί, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τὴν μεγάλην ἐκείνην μερίδα τοῦ εὐσεβοῦς Κλήρου καὶ Λαοῦ τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία ἀντέδρασε σθεναρῶς εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς ἐκκλησιοκτόνου αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τὰς ἀμέσους πρακτικὰς ἐφαρμογὰς αὐτοῦ, ὡς καὶ τοῦ ἐκκλη-σιομάχου Σεργιανισμοῦ, διακόψασα πᾶσαν κοινωνίαν μετὰ τῶν Καινοτόμων Οἰκουμενιστῶν, ὡς καὶ τῶν Σεργιανιστῶν.

2. Οἱ ἐν Ῥωσίᾳ πιστοὶ τηρηταὶ τῆς Παρακαταθήκης τοῦ Ἁγιωτάτου Πατριάρχου Τύχωνος (+1925), δὲν ἀνεγνώρισαν τὴν καθεστωτικὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὸν Σεργιανισμὸν (1927 ἑ.), προτιμήσαντες μέρος μὲν ἐξ αὐτῶν νὰ ὑποστῇ διωγμοὺς καὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὰς Κατακόμβας, ἀναδεῖξαν οὕτω Μάρτυρας καὶ Ὁμολογητὰς τῆς Πίστεως, μέρος δὲ ἕτερον ἐξελθὼν τῆς Ρωσίας, συνεκροτήθη ἐκκλησιαστικῶς-διοικητικῶς εἰς τὴν Διασποράν, ἀναδεῖξαν ἐπίσης λαμπρὰς Ὁμολογιακὰς καὶ Ἁγίας Μορφάς, παγκοσμίου μάλιστα φήμης καὶ περιωπῆς.

3. Ἐν Ἑλλάδι, ἐν Ῥουμανίᾳ, ἐν Κύπρῳ, ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, συμπαγεῖς πληθυσμοὶ ἀπέρριψαν τὴν Ἡμερολογιακὴν-Ἑορτολογικὴν Καινοτομίαν τοῦ 1924 καὶ τὴν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,  προτιμήσαντες ὡσαύτως τὰς διώξεις καὶ ἀναδείξαντες Μάρτυρας καὶ Ὁμολογητὰς τῆς Πίστεως, προκειμένου νὰ φανοῦν συνεπεῖς εἰς τὰς ἱερὰς Παραδόσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, διὰ δὲ ἐντυπωσιακῶν καὶ θαυμαστῶν Θεοσημειῶν, ὡς τῆς ἐμφανείας τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ ἐν Ἀθήναις (14.9.1925), ὁ Κύριος ἡμῶν ἐνεθάρρυνε καὶ ἐπεβράβευε τὸν κατὰ Θεὸν ζῆλον τῶν γνησίων Αὐτοῦ τέκνων.

            4. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς Καινοτομίας τοῦ 1924 εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἱ ἐμμεί-ναντες εἰς τὰς Πατρώας Παραδόσεις ἤρχισαν χρησιμοποιοῦντες τὴν ὀνομασίαν «Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί», τὸ αὐτὸ δὲ ἔπραξαν καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τῶν Κατακομβῶν τῆς Ῥωσίας, οἱ λεγόμενοι Τυχωνῖται.

5. Κατὰ τόπους ὅμως καὶ κατὰ διαστήματα ἔχουν χρησιμοποιηθῆ καὶ ἕτεραι ποικίλαι ὀνομασίαι διὰ τοὺς ἀπορρίψαντας μὲν τὴν Καινοτομίαν τοῦ 1924 καὶ τὴν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ εὑρισκομένους πάντοτε ἐν τοῖς ὁρίοις τοῦ γνησίου ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος καὶ εὐαγγελικοῦ ἤθους, ὡς καὶ τῆς νομίμου καὶ κανονικῆς τάξεως, καὶ ἔχοντας γνησίαν καὶ ἀδιάκοπον Ἀποστολικὴν Διαδοχὴν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως συγκροτοῦν ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν τὴν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, Ἥτις ἀποτελεῖ, μετὰ τὴν συνεχῶς καὶ μεγαλυτέραν ἀπομάκρυνσιν τῶν Οἰκουμενιστῶν ἀπὸ τῆς ὁδοῦ τῆς Ἀληθείας, τὴν αὐθεντικὴν συνέχειαν τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν σύγχρονον ἡμῶν ἐποχήν.

            6. Ἡ δογματικῶς ἀναγκαία Ἐπισκοπικὴ Δομή, πρὸς συγκρότησιν καὶ συνέχειαν τῶν κατὰ τόπους Γνησίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἐξησφαλίσθη, χάριτι Θεοῦ, εἴτε διὰ προσχωρήσεως ἐκ τῆς Καινοτομίας Ἀρχιερέων εἰς Αὐτάς κατόπιν βεβαίως Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας, εἴτε διὰ χειροτονίας Ἐπισκόπων ἐκ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς ἐν τῇ Διασπορᾷ, ἐχούσης ἀναμφισβήτητον Ἀποστολικὴν Διαδοχήν, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἡ Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ καὶ ἡ Κανονικότης τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἀποδεδειγμένη καὶ βεβαιουμένη, ἀπρόσβλητος καὶ ἀναντίρρητος, θεοσημείαις δὲ ἐπικεκυρωμένη.

 

ΣΤ’. Ἡ Ἐπιστροφὴ εἰς τὴν Γνησίαν Ὀρθοδοξίαν           

1. Εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῶν µετανοούντων αἱρετικῶν καὶ σχισµατικῶν, αἱ Οἰκουµενικαὶ καὶ Τοπικαὶ Σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας, ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς τῆς Ἀκριβείας, ἐφήρµοσαν κατὰ καιροὺς καὶ τὴν λεγομένην ἀρχὴν τῆς Οἰκονοµίας, μίαν δηλαδὴ Κανονικὴν καὶ Ποιµαντικὴν πρᾶξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται πρόσκαιρος ἀπόκλισις ἀπὸ τοῦ γράμματος τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἄνευ παραβιάσεως τοῦ πνεύµατος Αὐτῶν.

2. Ἐν τούτοις, ἡ Οἰκονοµία δὲν δύναται ποτὲ βεβαίως καὶ εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀμνήστευσιν οἱασδήποτε ἁµαρτίας ἢ οἱουδήποτε συµβιβασµοῦ σχετικῶς µὲ τὴν «Ὀρθὴν καὶ Σωτήριον τῆς Πίστεως Ὁμολογίαν», ἐφ’ ὅσον ἡ Οἰκονοµία ἀποβλέπει καθαρῶς καὶ μοναδικῶς, ἐν πνεύματι φιλανθρώπου συγκαταβάσεως, εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῆς σωτηρίας ψυχῶν, ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανεν.

            3. Ἡ ἐφαρµογὴ τῆς Οἰκονοµίας κατὰ τὴν εἰσδοχὴν τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισµατικῶν εἰς Ἐκκλησιαστικὴν Κοινωνίαν, οὐδόλως σηµαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴν ἐγκυρότητα καὶ τὸ ὑπαρκτὸν τῶν μυστηρίων αὐτῶν, τῶν τελεσθέντων ἐκτὸς τῶν Κανονικῶν καὶ Χαρισματικῶν Ὁρίων Αὐτῆς.

4. Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐδέποτε ἀνεγνώρισεν, οὔτε κατ’ Ἀκρίβειαν, οὔτε κατ’ Οἰκονομίαν, τὰ ἐκτὸς Αὐτῆς τελούμενα μυστήρια ἀπολύτως καὶ ἐξ ἀποστάσεως, ἐφ’ ὅσον δηλαδὴ οἱ τελοῦντες ἢ οἱ μετέχοντες τῶν μυστηρίων τούτων παραμένουν ἐν τοῖς κόλποις τῆς ἰδίας αὐτῶν αἱρετικῆς ἢ σχισματικῆς Κοινότητος.

5. Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Οἰκονομίας ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον κατὰ τὴν εἰσδοχὴν ἐν μετανοίᾳ τῶν ἐκτὸς Αὐτῆς, μεμονωμένων προσώπων ἢ Κοινοτήτων, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται μὲν μόνον τὸν τύπον τοῦ ἐξ αἱρετικῶν ἢ σχισματικῶν μυστηρίου, ἐὰν βεβαίως οὗτος ἔχῃ τηρηθῆ ἀνόθευτος, εἰδικῶς μάλιστα ἐν σχέσει πρὸς τὸ βάπτισμα, ζωοποιεῖ δὲ τοῦτον τὸν τύπον διὰ τῆς ἐνυπαρχούσης εἰς Αὐτὴν Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέσῳ τῶν φορέων τῆς ἐν Ἀληθείᾳ Χριστοῦ πληρότητος Αὐτῆς, ἤτοι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων.

6. Εἰδικώτερον περὶ τῶν Μυστηρίων τῶν τελουμένων εἰς τὰς λεγομένας ἐπισήμους ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, δὲν διαβεβαιοῖ περὶ τοῦ κύρους αὐτῶν, οὔτε καὶ περὶ τῆς σωτηριολογικῆς ἀποτελεσματικότητος τούτων, ἰδίως εἰς ὅσους κοινωνοῦν «ἐν γνώσει» μετὰ τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὡς καὶ τοῦ Σεργιανισμοῦ, ἔστω καὶ ἂν Αὕτη δὲν ἐπαναλαμβάνῃ ὁπωσδήποτε τὸν τύπον αὐτῶν εἰς τοὺς ἐν μετανοίᾳ εἰσερχομένους εἰς κοινωνίαν μετ’ Αὐτῆς, ἐν ὄψει μάλιστα τῆς συγκλήσεως μιᾶς Μεγάλης Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας, εἰς ἐπισφράγισιν τῶν ἤδη γενομένων εἰς τοπικὸν ἐπίπεδον.

7. Εἶναι βέβαιον πάντως ὅτι, ὅταν πλήττεται ἡ καθαρότης τοῦ Δόγματος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐξασθενῇ ὁ ἀρραγὴς σύνδεσμος Ὁμολογίας-Καθολικότητος-Κοινωνίας ἢ καὶ διαρρηγνύεται ἐντελῶς, τότε αἱ μυστηριολογικαὶ καὶ σωτηριολογικαὶ συνέπειαι εἶναι σοβαρώταται καὶ βαρύταται, προβλεπόμεναι σαφῶς ἀπὸ τὴν Ἀποστολικήν, Πατερικὴν καὶ Συνοδικὴν Παράδοσιν.

            8. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος, ἄν καὶ τάσσεται ὑπὲρ τῆς Ἀκριβείας, ἀποδέχεται ὅμως καὶ τὴν χρῆσιν τῆς Οἰκονομίας ἔναντι αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν τινων (Ἱερὸς Κανὼν Α’), εἶναι σημαντικὸν νὰ ἀναφέρωμεν ὅτι ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει καθιερώσει καὶ συνοδικῶς τὴν χρῆσιν καὶ τῆς Οἰκονομίας εἰς «τοὺς προστιθεμένους τῇ Ὀρθοδοξίᾳ καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων», ὡς ἐμφαίνεται μάλιστα εἰς τὸν περίφημον 95ον Κανόνα τῆς Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Πενθέκτης Συνόδου, διὰ τοῦ ὁποίου γίνονται δεκτοὶ ποικιλοτρόπως διάφοροι σχισματικοὶ καὶ αἱρετικοί, εἴτε μόνον διὰ Μετανοίας, Λιβέλλου καὶ Ὁμολογίας, ὡς οἱ καταδεδικασμένοι πρὸ αἰώνων Νεστοριανοὶ καὶ Μονοφυσῖται, εἴτε διὰ Χρίσματος, εἴτε διὰ Βαπτίσματος.

* * *

            9. Ἐν γνώσει πάντων τῶν ἀνωτέρω,  ὡς καὶ τῶν ἰδιαιτέρων καταστάσεων εἰς ἑκάστην Τοπικὴν Ἐκκλησίαν, ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει µετὰ ἰδιαιτέρας προσοχῆς ὅσους Κληρικοὺς καὶ Λαϊκοὺς ἐκ τῶν λεγομένων ἐπισήμων ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἐπιθυµοῦν νὰ εἰσέλθουν εἰς κοινωνίαν μετ’ Αὐτῆς, φροντίζουσα -κατὰ τὴν ἄσκησιν ὑπ’ Αὐτῆς τῆς ποιµαντικῆς προνοίας δι’ αὐτοὺς- διὰ τὸ λίαν οὐσιῶδες, ἤτοι νὰ προβοῦν οὗτοι εἰς τὴν ἐπιλογὴν αὐτῶν ἐλευθέρως, συνειδητῶς καὶ ὑπευθύνως.

            10. Κατὰ γενικὸν κανόνα, οἱ Μοναχοὶ καὶ οἱ Λαϊκοὶ ἐκ τούτων, οἱ ἔχοντες βεβαίως βαπτισθῆ κατὰ τὸν ὀρθόδοξον τύπον, γίνονται δεκτοὶ εἰς Κοινωνίαν διὰ Χρίσματος, μέσῳ μιᾶς εἰδικῆς Τάξεως, συνδεδεμένης πάντοτε πρὸς τὸ Μυστήριον τῆς ἱερᾶς Ἐξοµολογήσεως, οἱ δὲ Κληρικοὶ ὑποβάλλουν γραπτὴν αἴτησιν καὶ ἐφ’ ὅσον αὕτη ἐγκριθῇ, γίνονται δεκτοὶ εἰς Κοινωνίαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ὡς καὶ διὰ µιᾶς εἰδικῆς Τάξεως Χειροθεσίας, συντεταγµένης πρὸς τοῦτο, εἰδικῶς διὰ τοιαύτας περιπτώσεις.

11. Εἶναι κατανοητὸν ὅτι, ἀναλόγως τῶν κατὰ τόπους καὶ κατὰ περίπτωσιν ἰδιομορφιῶν, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἐπιεικεστέρας ἢ αὐστηροτέρας Τάξεως, ἀποφαίνεται ὁ ἐπιχώριος Ἐπίσκοπος ἐπὶ τῇ βάσει ὁρισθέντων συνοδικῶς κριτηρίων ἢ ἡ ἁρμοδία Σύνοδος, κατά τὸν λόγον τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ Καρχηδόνος:

            «Εἰς τὸ θέµα τοῦτο οὐδένα ἐξαναγκάζοµεν οὐδὲ ἐπιβάλλοµεν νόµον, ἐφ’ ὅσον ἕκαστος Ἱεράρχης ἔχει τὴν ἐλευθερίαν τῆς βουλήσεως εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, θὰ ἔχῃ δὲ νὰ ἀπολογηθῇ διὰ τὰς πράξεις αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου».

            12. Μία Μείζων Γενικὴ Σύνοδος, πανορθοδόξου κύρους, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεσπίσῃ τὰ γενικὰ κριτήρια καὶ τὰς προϋποθέσεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀσκῆται ἡ πρακτικὴ τῆς εἰσδοχῆς τῶν ἐπιστρεφόντων ἐκ διαφόρων νεοφανῶν σχισματικῶν καὶ αἱρετικῶν Κοινοτήτων εἰς τὴν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.

 

Ζ’. Πρὸς σύγκλησιν Μεγάλης Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας           

1. Κατὰ τὸν παρελθόντα εἰκοστὸν αἰῶνα, γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς προέβησαν τοπικῶς, ὅτε τοῦτο ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῆ, εἰς συνοδικὰς καταδίκας τόσον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅσον καὶ τοῦ Σεργιανισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἐλευθεροτεκτονισμοῦ (Μασωνίας).

2. Ἐνδεικτικῶς, ἀναφέρονται αἱ καταδίκαι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπὸ τὴν Σύνοδον τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν Διασπορᾷ ἐν ἔτει 1983, ὡς καὶ ἀπὸ τὴν ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἐν ἔτει 1998· ἐπίσης, ἡ καταδίκη τοῦ Σεργιανισμοῦ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Κατακομβῶν ἐν Ῥωσίᾳ, ὡς καὶ ἐπίσης ἀπὸ τὴν Ῥωσικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἐν Διασπορᾷ κατὰ διαφόρους καιρούς, τέλος δὲ καὶ ἡ καταδίκη τοῦ Ἐλευθεροτεκτονισμοῦ (Μασωνίας) ἀπό τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος ἐν ἔτει 1988.

            3. Αἱ Συνοδικαὶ αὗται ἐπικρίσεις, ἰδίως μάλιστα τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀποτελοῦν σημαντικοὺς σταθμοὺς πρὸς τὴν ὀρθὴν κατεύθυνσιν, διὰ τὴν σύγκλησιν μιᾶς Γενικῆς Συνόδου Γνησίων Ὀρθοδόξων, Ἥτις θὰ ἀποφανθῇ μετ’ ηὐξημένου κύρους περὶ τῆς Ἡμερολογιακῆς-Ἑορτολογικῆς Καινοτομίας καὶ τοῦ ἀντι-ευαγγελικοῦ καὶ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

            4. Τὸ ἀναγκαῖον σήμερον εἶναι, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κοινῆς καὶ Ὀρθῆς Ὁμολογίας τῆς Πίστεως, ἡ ἕνωσις εἰς ἕν κοινὸν Σῶμα πασῶν τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Γνησίας Όρθοδοξίας, προκειμένου νὰ δηµιουργηθοῦν αἱ προϋποθέσεις πρὸς συγκρότησιν/σύγκλησιν Μείζονος Γενικῆς Συνόδου Αὐτῶν, πανορθοδόξου ἐμβελείας καὶ κύρους, διὰ τὴν δραστικὴν ἀντιμετώπισιν τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουµενισµοῦ, ὡς καὶ τοῦ ποικιλομόρφου Συγκρητισμοῦ, ἐπίσης δὲ καὶ διὰ τὴν ἐπίλυσιν ποικίλων προβλημάτων καὶ ζητημάτων πρακτικῆς καὶ ποιμαντικῆς φύ-σεως, ἅτινα ἀπορρέουν ἐκ τούτων καὶ ἀπασχολοῦν τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας γενικῶς, ἀλλὰ καὶ τῶν πιστῶν εἰδικῶς, ὥστε νὰ διασφαλισθῆ ὁ σύνδεσμος τῆς ἐν Χριστῷ Εἰρήνης καὶ Ἀγάπης.

            5. Ἡ ἀνάγκη αὕτη καθίσταται κατανοητὴ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ἀληθὴς Ἐκκλησία, ὡς τὸ πραγματικὸν Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὡς ἐκ τῆς φύσεως Αὐτῆς Καθολικὴ ἐν τῇ πληρότητι τῆς Ἀληθείας, τῆς Χάριτος καὶ τῆς Σωτηρίας, ἀποφαίνεται δὲ Συνοδικῶς διὰ τῶν Ἐπισκόπων Αὐτῆς ἔναντι ἑτεροδιδασκαλιῶν καὶ τοῦ ἐξ αὐτῶν παγκοσμίου σκανδάλου· ὡς ἐκ τούτου, ὀφείλει νὰ ἐπιδιώκῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν διατύπωσιν τῶν Ἀληθειῶν τῆς Πίστεως, πρὸς ὁριοθέτησιν τῆς Ἀληθείας ἔναντι τοῦ ψεύδους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν στηλίτευσιν καὶ καταδίκην τῆς πλάνης καὶ τῆς φθορᾶς ἐκ  τῆς αἱρέσεως καὶ τῶν αἱρετικῶν, διὰ τὴν προστασίαν τοῦ Ποιμνίου, διαπιστώνουσα καὶ διακηρύττουσα τὴν ἤδη ὑφισταμένην ἔκπτωσιν τῶν αἱρετικῶν.

            6. Οὕτως, ἐν Συνόδῳ Μεγάλῃ καὶ Γενικῇ τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δέον ὅπως διακηρυχθῇ πάσῃ τῇ κτίσει, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἐν ἡμῖν Μοναδικὴ Ἐλπὶς, ὡς μόνη διέξοδος ἐξ ὅλων τῶν ἀδιεξόδων «διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν», ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ πλήρης καὶ ὁριστικὴ ἀντίθεσις, ὡς ἀλληλο-αποκλειομένων, Ὀρθοδοξίας καὶ Συγκρητισμοῦ, οἰκουμενιστικῆς καὶ σεργιανιστικῆς κατευθύνσεως, πρὸς δόξαν τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Θεομητορικαῖς,  Ἀποστολικαῖς, καὶ Πατερικαῖς πρεσβείαις.

            7. Εἴθε νὰ ἀξιωθῶμεν εἰς τὸ ἐγγὺς μέλλον, ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι καὶ ταῖς Ἁγίαις Συνόδοις, διαφυλάσσοντες δὲ ἀκαινοτόμητον τὴν ἅπαξ Παραδοθεῖσαν Πίστιν εἰς ἡμᾶς, νὰ συνδιακηρύξωμεν μὲ τοὺς Πατέρας τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου τοῦ 1848:

«“Κρατῶμεν τῆς Ὁμολογίας”, ἣν παρελάβομεν ἄδολον…, ἀποστρεφόμενοι πάντα νεωτερισμὸν ὡς ὑπαγόρευμα τοῦ διαβόλου· ὁ δεχόμενος νεωτερισμόν, κατελέγχει ἐλλιπῆ τὴν κεκηρυγμένην Ὀρθόδοξον Πίστιν. Ἀλλ’ Αὕτη πεπληρωμένη ἤδη ἐσφράγισται, μὴ ἐπιδεχομένη μήτε μείωσιν, μήτε αὔξησιν, μήτε ἀλλοίωσιν ἡντιναοῦν, καὶ ὁ τολμῶν ἢ πρᾶξαι ἢ συμβουλεῦσαι ἢ διανοηθῆναι τοῦτο, ἤδη ἠρνήθη τὴν Πίστιν τοῦ Χριστοῦ».

+

Ἀρχῆς Χορηγῷ καὶ Τέλους,
τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι,
τῇ μιᾷ τῶν Πάντων Θεότητι,
ἔστω Δόξα· ἔστω Κράτος· ἔστω Τιμή·
νῦν καὶ ἀεί,
καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν!

 

Πηγή: http://krufosxoleio.blogspot.gr/2014/03/blogpost_22.html

 

12 Μαρτίου, 2014

ΤΟ 1821 ΚΑΙ Η ΓΕΝΙΑ ΜΑΣ

 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ

 

Στήν διπλή γιορτή τοῦ Μάρτη γονατίζουµε εὐλαβικά µπροστά στήν ταπεινή κόρη τῆς Ναζαρέτ καί ταὐτόχρονα µέ συγκίνηση ἀντικρύζουµε ἐλεύθερα τά µατοβαµµένα καί ἁγιασµένα χώµατα τῆς Πατρίδας µας.

 Κάτι σάν πίκρα ὅµως σκιάζει τή χαρά τῆς ἑορτῆς: Εἶναι ἡ διαπίστωση ὅτι ἀπεµπολήσαµε ἤ ἀπεµπολοῦµε τήν κληρονοµιά πού παραλάβαµε, ἐµεῖς, οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί.

Παραλάβαµε Πίστη ἀληθινή, διότι «εἴδοµεν τό Φῶς τό ἀληθινόν καί ἐλάβοµεν Πνεῦµα ἐπουράνιον».

Παραλάβαµε Παράδοση ἁγία.

Παραλάβαµε νέφος Ἁγίων, ὁδηγῶν στήν πορεία µας καί µεσιτῶν ὑπέρ ἡµῶν στόν Θεό.

Παραλάβαµε τρόπους καί ἦθος καί ἀξίες ζωῆς δοκιµασµένα στόν χρόνο καί ζυµωµένα µέ τό προζύµι τοῦ Θείου Νόµου.

Παραλάβαµε Πατρίδα ἐλεύθερη, χάρη στούς κόπους, τίς θυσίες, τό δάκρυ καί τό αἷµα τῶν πατέρων µας.

Παραλάβαµε… καί τί δέν παραλάβαµε!… Ὅ,τι ὄµορφο, ἀληθινό, ἅγιο, ὑψηλό µπορεῖ νά ἐπιθυµήσει κανείς καί πού περικλείεται µέσα στίς ἔννοιες: Πίστη καί Πατρίδα, Χριστός καί Ἑλλάδα.

Καί τώρα;

Τώρα, ἐν ὀνόµατι τῆς “ἐλευθερίας”, τῆς ἰσότητας, τῆς ἀνοχῆς καί ἀποδοχῆς τῆς ὁποιασδήποτε διαφορετικότητας, τώρα, στό βωµό τῆς ἀναπόφευκτης(;) πολυπολιτισµικότητας θυσιάζουµε “τά Σεµνότατα καί Τιµιώτατα καί Ἁγιώτατα”. Ὑπερβολή; Γιά νά δοῦµε…

● Χλευάζουµε –καί µάλιστα δηµοσίως– τά Θεῖα καί δή τό ἱερώτατο Μυστήριο τῆς Θ. Μεταλήψεως.

●  Ἀδιαφοροῦµε γιά τούς ὑπαρκτούς καί σοβαρούς κινδύνους πού ἀπειλοῦν τή Χώρα µας (Μακεδονικό, Θρακικό, Κυπριακό, ΑΟΖ κλπ. zητήµατα).

● Καταργοῦµε τήν ἀργία τῆς Κυριακῆς, παραβλέποντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ γιά µιά ἠµέρα τῆς ἑβδοµάδος ἀφιερωµένη σ’ Ἐκεῖνον, καί ἴσως βρισκόµαστε κοντά στήν κατάργηση καί ἄλλων ἀργιῶν, πού σχετίζονται µέ τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας µας.

● Νοµοθετοῦµε γιά τήν “συµφωνία συµβίωσης”, πού ἀντιβαίνουν στόν Νόµο τοῦ Θεοῦ, εὐτελίζουν τό ἀνθρώπινο πρόσωπο καί καταρρακώνουν τόν εὐλογηµένο θεσµό τῆς οἰκογένειας.

● Τσαλαπατοῦµε τίς ἀνθρώπινες σχέσεις καί τά εὐγενῆ συναισθήµατα τῆς ἀγάπης, τῆς τρυφερότητας, τῆς στοργῆς, τῆς ἀµοιβαιότητας ἐν εὐθύνη, γιά χάρη τῆς ἀτοµιστικῆς ἀπόλαυσης καί ἀπάνθρωπης ἐκµετάλλευσης, πού δέν διστάζει νά κακοποιήσει ἀκόµη καί βρέφη ἡλικίας ἕξι µηνῶν.

● Μεθοδεύουµε ἀλλαγές στή διδασκαλία τοῦ µαθήµατος τῶν Θρησκευτικῶν στή Δηµόσια Ἐκπαίδευση, τέτοιες, πού, µαζί µέ τίς ἀλλαγές στό περιεχόµενο διαφόρων µαθηµάτων, θέτουν σέ κίνδυνο τήν ψυχή ἀλλά καί τό σῶµα τῶν παιδιῶν µας, ἀφοῦ δέν διδάσκονται ὅπως ἔπρεπε τόν σεβασµό καί τίς ἀξίες.

● Ὁρίσαµε ὡς ἁπλῆ σχολική ἀργία –καί ὄχι σχολική ἑορτή– τήν 30η Ἰανουαρίου, ξεχνῶντας ὅτι ὡς µεγάλων Διδασκάλων καί προστατῶν τῆς Παιδείας καί τῶν γραµµάτων θέσπισαν οἱ πρόγονοί µας –ἀµέσως µέ τήν ἵδρυση τοῦ Νεοελληνικοῦ Κράτους– τόν ἐτήσιο πανηγυρικό ἑορτασµό τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.

● Ἔχουµε ἐκπαιδευτικούς µέ τόσο “ἐλεύθερη” σκέψη, ἠθική καί ἰδεολογία, πού δέν διστάζουν καθόλου νά σπέρνουν στίς ἄπλαστες καί εὔπλαστες ψυχές τῶν παιδιῶν, σέ κάθε ἐκπαιδευτική βαθµίδα, τήν ἀθεΐα, τόν ἀµοραλισµό, τήν ἀµφισβήτηση τῶν ἀξιῶν τοῦ πολιτισµοῦ µας, χλευάζοντας µάλιστα ἐκείνους ἀπό τούς µαθητές, πού µέ παρρησία ὁµολογοῦν καί ἡρωϊκά ἀγωνίζονται νά κρατήσουν τήν πίστη τους, ζῶντας σέ τόσο ἀντίξοες συνθῆκες, πού θα λύγιζαν κι ἕναν µεγάλο στήν ἡλικία.

Εἶµαι σε θέση, ὡς προσφάτως ἀποχωρήσασα ἀπό την Δηµόσια Δευτεροβάθµια Ἐκπαίδευση ἐκπαιδευτικός, να γνωρίζω τί γίνεται µέσα στά σχολεῖα, ὄχι µόνο τήν ὥρα τοῦ διαλείµµατος στά προαύλια τῶν διδακτηρίων ἀλλά καί µέσα στίς αἴθουσες διδασκαλίας, τήν ὥρα τοῦ µαθήµατος, ὅπου ἔχει καταργηθῆ κάθε ἔννοια πειθαρχίας καί ἀλληλοσεβασµοῦ, ὅπου ὁ καθηγητής δέν ἀφήνεται ἀπό τούς µαθητές νά κάνει τό µάθηµά του, ὅπου δέν ὑπάρχει ἐνδιαφέρον γιά µάθηση ἀλλά γιά “χαβαλέ”, ὅπου κάτω ἀπό τό θρανίο ἀλλά καί φανερά πάνω σ’ αὐτό ὁ µαθητής ἔχει και διαβάζει ἀποκρυφιστικά βιβλία ἤ παίζει χαρτιά ὅπου κυριαρχοῦν ἡ χυδαιότητα, ἡ αἰσχρολογία, ἡ σεξολογία, ἤ µέ τό κινητό καί ὅπου ἐµπαίζεται ὁ δάσκαλος, πού θά τολµήσει νά ἐναντιωθῆ σ’ αὐτό τό γενικό ξεχαρβάλωµα καί νά προτείνει κάτι ὑγιέστερο, ἀνώτερο, ἤ, ἔστω, ἁπλᾶ ἀνθρώπινο: τόν σεβασµό στήν ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου µέσα στήν τάξη, ἀνεξαρτήτως φυλῆς, χρώµατος, ἐθνικότητος, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικῶν πεποιθήσεων κλπ.

Αὐτά κι ἄλλα πολλά ἀκόµη γεµίζουν τήν καρδιά µας µέ πίκρα «και διη¬γῶντας τα νά κλαῖς», κατά τόν στίχο τοῦ Σολωµοῦ. Ναί, νά κλαῖς. Γιατί ὅλα αὐτά δέν θά συνέβαιναν ἄν οἱ Ἕλληνες ἐξακολουθοῦσαν στήν πλειοψηφία τους νά νιώθουν Ἕλληνες καί µαζί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Δέν θά εἴχαµε πέσει τόσο χαµηλά, ἄν ἡ πίστη καί τό φρόνηµα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δέν εἶχαν ἀλλοιωθῆ, µέσα ἀπό τήν ὕπουλη καί συνεχῆ προσπάθεια κέντρων καί προσώπων, πού συστηµατικά ἐπιδιώκουν νά ξεριζώσουν ἀπό τήν ψυχή µας ὅλα ἐκεῖνα, πού ἀποτελοῦν τήν ἰδιαίτερη φυσιογνωµία µας ὡς λαοῦ, ὅλα ἐκεῖνα γιά τά ὁποῖα κάποτε χαιρόµαστε, νιώθαµε εὐλογηµένοι καί προσφέραµε καί σ’ ἄλλους λαούς.

Γι’ αὐτό, τούτη τήν ὥρα, ὅσοι ἀποµείναµε πιστοί στόν αἰώνιο καί ἅγιο Νόµο τοῦ Θεοῦ, ὅσοι ἀγαπᾶµε τήν Πατρίδα µας καί ἀνησυχοῦµε γιά τό µέλλον της, ὅσοι βλέπουµε “τά χάλια µας” καί ὄχι µόνο τήν οἰκονοµική κρίση, θά πρέπει νά ἀντισταθοῦµε. Ὁ λαός µας πρέπει νά ἀφυπνισθῆ. Ἀρκετά µᾶς προπαγάνδισαν τήν ἄνευ ὅρων καί προϋποθέσεων ἀνοχή, ἤ, τήν ἐλευθερία. Ποιά ἐλευθερία; Ἐλευθερία πού φιµώνει τήν ἀλήθεια, πού παρουσιάζει τό κακό γιά καλό, πού διαστρεβλώνει τό καλό γιά νά τό ἐξοστρακίσει, ἐλευθερία πού ὑποδουλώνει σέ ξένα συµφέροντα, σέ ὕποπτα κέντρα, σέ ἀνεξέλεγκτα πάθη, δέν εἶναι πραγµατική ἐλευθερία. Δέν ἀγωνίσθηκαν γι’ αὐτήν οἱ πρόγονοί µας τό 1821, ἀλλά γιά τήν ὄντως ἐλευθερία. Ἄς µή µᾶς ἐξαπατοῦν, λοιπόν, µέ ὡραῖες λέξεις καί ὕπουλα συνθήµατα.

Στό σηµεῖο αὐτό διαφαίνεται, νοµίζω, τό χρέος τῆς Ἐκκλησίας µας: Νά ἐλέγξει τούς πολιτικούς µας καί ὅσους παίρνουν κρίσιµες ἀποφάσεις γιά τόν τόπο καί τήν Παιδεία µας. Ἀλλά καί νά διαφωτίσει, νά φροντίσει γιά τόν ἐπανευαγγελισµό τοῦ λαοῦ µας καί νά προτείνει λύσεις στά ἑκάστοτε ἀναφυόµενα ζητήµατα, δίνοντας ἰδιαίτερη ἔµφαση στήν δηµόσια ἐκπαίδευση. Μέσα ἀπό τά σχολεῖα βγαίνουν τά κακά ἀλλά µποροῦν νά βγοῦν καί τά καλά. Ἄς πάψει τό Ὑπουργεῖο Παιδείας νά ἀποδέχεται εὔκολα εἰσηγήσεις γιά ρυθµίσεις, οἱ ὁποῖες ἐφαρµοζόµενες µᾶς ὁδήγησαν καί µᾶς ὁδηγοῦν σέ κατάντηµα. Ὁ καλός δάσκαλος δέν εἶναι ἁπλῶς αὐτός πού ξέρει καί ἑτοιµάζει ἕνα “τέλειο” “powerpoint”. Ἄλλο χρειάζονται τά παιδιά µας. Τό νά µάθουν νά ἐργάζονται ὡς “µικροί ἐρευνητές” στά διάφορα projects δέν ἀποτελεῖ πανάκεια. Τά παιδιά πρέπει νά βρίσκουν στά σχολικά βιβλία, στά ἀναλυτικά προγράµµατα, στήν προσωπικότητα τῶν δασκάλων τους, τά οὐσιώδη γιά τή ζωή καί γιά τή διάπλαση τοῦ χαρακτῆρα καί τῆς προσωπικότητός τους.

Ἡ Ἐκκλησιαστική καί ἡ Ἐθνική µας Ἱστορία προσφέρουν πλῆθος προτύπων. Ἄς ἀποτινάξουµε τόν ἐκ τοῦ πονηροῦ φόβο µήπως εἶναι ρατσισµός ἄν τά διδάξουµε, καί ἄς τά προβάλουµε στά παιδιά καί στούς νέους µας τώρα, σήµερα, γιά νά ἔχουµε ἕνα λεῖµµα –ἔστω– ὑγιῶς σκεπτοµένων καί ἐνεργούντων ἀνθρώπων αὔριο καί γιά τά ἑπόµενα χρόνια. Ἄς ξαναρχίσουµε νά διδάσκουµε, µέ λόγο καί ἔργο, τό σωστό, τό ἠθικό, τό δίκαιο, τό ἀληθές, τό ἅγιο καί ἄς ἀφήσουµε τούς µαθητές µας νά κάνουν τίς ἐπιλογές τους. Ὁ Χριστιανισµός εἶναι ἐλευθερία, ὄχι ἐξαναγκασµός καί φασισµός.

Αὐτός ὁ τόπος δέν πρέπει νά ἀφεθῆ νά χαθῆ. Ἡ Ὀρθόδοξη πίστη µας πρέπει νά µεταλαµπαδευθῆ, οἱ ἀξίες  τῆς παράδοσής µας νά διασωθοῦν. Θά χρειασθῆ κόπος καί χρόνος καί ἴσως καί θυσίες. «Γιά νά γυρίσει ὁ ἥλιος θέλει δουλειά πολλή». Ἄς ἐπιστρέψουµε, λοιπόν, γιά ἄλλη µιά φορά στίς ρίζες µας, µέ µετάνοια γιά τά σφάλµατα καί τήν ὀλιγωρία µας καί µέ ταπείνωση ψυχῆς, πού ἑλκύει τό ἔλεος καί τή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Τό χρωστᾶµε στό Θεό µας, στόν ἑαυτό µας, στά παιδιά µας, στό παρελθόν, στό παρόν καί στό µέλλον µας.

Θεοδώρα Στ. Ζύγουρα

Φιλόλογος

 
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 139, Ἔτος 2014

24 Δεκεμβρίου, 2013

Χριστούγεννα στο Άγιο Όρος


+Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης

Στις ψυχές των τελείων τέκνων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, οι Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές μετουσιώνονται σε μεγάλες πνευματικές χαρές, γιατί γίνονται ανεξάντλητες πηγές ύμνων θείων ερώτων, θερμότατης ευγνωμοσύνης και απείρου ευχαριστίας, για όσα ο Θεός εδωροφόρησεν αγαθά στους ανθρώπους από τότε που «εφανερώθη εν σαρκί».

Συγκεκριμένα οι Μοναχοί γενικά και ειδικά στο Άγιον Όρος του Άθω, εορτάζουν την Γέννηση του Θεού Λόγου σχεδόν κάθε ημέρα, δηλαδή σε όλον τον κύκλο του λεγομένου θεολογικώς λειτουργικού χρόνου, χάρις στις νυχθήμερες ιερές Ακολουθίες.

Πράγματι, στις αδιάλειπτες λατρείες που επιτελούνται στις βυζαντινές Μονές, στις Σκήτες, στα Καλύβια και τα ιερά Ησυχαστήρια, κατά τις θειες λειτουργίες, τους μυσταγωγικά ιλαρούς Εσπερινούς και τα κατανυκτικά Απόδειπνα, αλλά και στις ατομικές προσευχές των Μοναχών, ψάλλονται τροπάρια, Απολυτίκια και Κοντάκια και διαβάζονται θεολογικές Ευχές, που ως κέντρο έχουν την Σάρκωση του Θεού και την σωτηρία του κόσμου.

Και οι Μοναχοί, σε ένα ποικίλο μέτρο δεκτικότητας, κατά αναλογία με τις προσωπικές προϋποθέσεις και την άθλησή τους, ανανεώνουν συνεχώς στις ψυχές τους την μνήμη του υπερφυούς γεγονότος της Ενανθρωπήσεως. Και η μνήμη αυτή μεταποιείται σε πνευματική αίσθηση σε όσους έφθασαν στο μέτρο αυτό. Γι’ αυτό και μελετούν το βάθος και την άπειρη αγάπη του Θεού προς τους «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» πλασθέντας ανθρώπους και «εν συνοχή καρδίας» υμνολογούν, ευγνωμονούντες την υπερύμνητη αγαθότητά Του.

Κατά την ήμερα των Χριστουγέννων λοιπόν οι μονάζοντες είναι προετοιμασμένοι για την υποδοχή του Θείου Βρέφους, ώστε με μέθεξη ψυχική, με νουν μετατάρσιο και με «καιομένας τας καρδίας» να ψάλλουν ενθέως την δόξα του εν υψίστοις Θεού, ορώντες «θεωρητικώς» ή εκστατι­κά το «Μυστήριον το ξένον και παράδοξον» και, συνεπαρμένοι από την μυστική θέα των αθεάτων και νοητών κόσμων, να βλέπουν νοητά και εν πίστει σαν «θρόνον χερουβικόν την Παρθένον» και την Φάτνη ως «χωρίον εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος. Χριστός ο Θεός…».

Για όλα αυτά, δεν θα ήταν μια απλή έκφραση, εάν ελέγαμε ότι ο Χριστός γεννάται αχρόνως στις καρδιές εκείνων των χριστιανών, Μοναχών και λαϊκών και κληρικών, «όσοις έπνευσεν η θεόρρυτος χάρις» και είναι «λάμποντες, αστράπτοντες, ηλλοιωμένοι, πάσχοντες οθνείαν αλλοίωσιν ευπρεπέστατην», ανεξάρτητα από την κυριώνυμη εορτή της Γεννήσεως Του.

Πόσο ωραία και πόσο θελκτική είναι εκείνη η πνευματική εμπειρία, που αναφέρει ο μεγάλος εκείνος Μυστικός θεολόγος άγιος Διάδοχος, Επίσκοπος Φωτικής, ότι αισθανόμεθα μέσα στις καρδιές μας «σκιρτήματα βρεφοπρεπή», κατά τον καιρό της επικλήσεως του ονόματος του Κυρίου Ιησού, με την ενέργεια της «νοεράς προσευχής»! Αλλά το ίδιο δεν συμβαίνει και όταν μεταλαμβάνωμεν ακατακρίτως σχετικά, γεγονός που τεκμηριώνει «εν πληροφορία», ότι ελάβαμε Πνεύμα άγιον, «αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον»;

Αληθινά, λοιπόν, Χριστούγεννα επιτελούν, κατά τρόπον ουσιαστικό και πνευματικό, όσοι αισθάνονται στις καρδιές τους την Γέννηση του Κυρίου Ιησού. Αλλοίμονο όμως σ’ εκείνους που περιμένουν την 25ην του Δεκεμβρίου για να συνειδητοποιήσουν τη Σάρκωση του Θεού Λόγου. Αλλά είτε κλητοί είμεθα, είτε εκλεκτοί -Κύριος οίδε – σαν Ορθόδοξοι χριστιανοί έχουμε, με τη χάρη και το έλεος του Χριστού, ενσωματωθεί στην αγία Εκκλησία Του, που είναι οντολογικά και πραγματικά αυτό τούτο το θεανθρώπινο Σώμα του Ιησού Χριστού.

Επομένως όλες τις Δεσποτικές εορτές τις αισθανόμε­θα σαν επί μέρους φάσεις του ενός ακεραίου Απολυτρωτικού έργου, σαν συντελεσθείσα αιώνια σωτηρία και σαν δυνατότητα μετοχής σ’ ολόκληρη την μεταμορφωθείσα φύση και κτίση. Γι’ αυτό και την Γέννηση του Κυρίου την εννοούμε και την αινούμεν ως μέρος του όλου και σαν όλον. Και σαν απαρχή της λυτρώσεως, αλλά και ως τελειωθείσα λύτρωση.

Άλλωστε είναι γνωστόν, ότι η μεγίστη των Δεσποτικών εορτών στην Ορθοδοξία δεν είναι η Γέννηση, όπως συμβαίνει στη Δύση, αλλά το Πάσχα, η αγία Ανάσταση του Χριστού, μέσα στο φως της οποίας καταλάμπονται τα σύμπαντα, «ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια», ως «της αναστάσεως την πείραν ειληφότα».

Όπως σ’ ολόκληρη την Ορθοδοξία έτσι και στο Άγιον Όρος, η προετοιμασία των Μοναχών αρχίζει με αγνιστικές νηστείες από τις 15 Νοεμβρίου. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, οι ψυχές των μονοτρόπων μυσταγωγούνται στο Μυστήριο της Γεννήσεως με τους εισαγωγικούς Ύμνους, με τα Καθίσματα, τα Τριώδια των Αποδείπνων, τις μελίρρυτες Καταβασίες και με τους εξαίσιους Ασματικούς Κανόνες, που κορυφώνονται στις Μεγάλες Ώρες της προπαραμονής. Έτσι, με όλα τα υμνολογικά αριστουργήματα της ποιητικής γραμματείας της Ορθοδοξίας. που καλύπτουν τις θείες διαστάσεις της Ενανθρωπήσεως του Θεού, οι μονάζοντες ζουν σε ένα κλίμα λειτουργικής συμμετοχής ως ιερουργούμενοι στο ανήκουστο Μυστήριο, ουρανοφάντορες, μυούμενοι στην υπέρ φύση Αποκάλυψη. Αυτά όλα, βέβαια, όπως ήδη είπαμε βιούνται σε ένα διάφορο μέτρο γνώσεως και εφέσεως, κατά τη δεκτικότητα και το σκεύος εκάστου, αλλά και το μέτρο που χορηγεί η άκτιστη χάρις.

Σε όλες τις βυζαντινές Μονές, τις ιερές Σκήτες, τα Ερημητήρια και τις θεόκτιστες Καλύβες η τυπική τάξη φυσικά διαφέρει, αφού οι δύο τελευταίες μορφές ασκητικής ακολουθούν μεθόδους που υπερβαίνουν τον τύπο και την τάξη. Αλλά στις δύο πρώτες, κατά την παραμονή των Χριστουγέννων τελείται το καθιερωμένο άγιον Ευχέλαιο «εις ίασιν ψυχής και σώματος» και ακολουθεί ο Μέγας Εσπερινός με τη θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, όπου διαβάζονται οι δεκαπέντε Προφητείες, που αναφέρονται με σύμβολα και άλλες με σαφείς προφητικές υποτυπώσεις στην ενανθρώπηση του Θεού.

Στη συνέχεια, αφού όλοι, με λειτουργική τάξη, μεταλάβουν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, που σαρκώθηκε ακριβώς για να ενωθεί ασυγχύτως και αδιαιρέτως με «των χειρών του το πλαστούργημα» και να το θεώσει, απέρχονται στην απέριττη κοινή Τράπεζα. Και μετά τρίωρη ανάπαυση, οι έκτος κόσμου Μοναχοί, επανέρχονται στον ιερό Ναό για την ολονύχτια αγρυπνία, που αρχίζει από την Λιτή, όπου ψάλλονται «μετά μέλους» οι θεολογικώτατοι Ύμνοι της Δεσποτικής εορτής.

Η ατμόσφαιρα που δημιουργείται από την «εν πνεύματι και αληθεία» λατρεία, αποβαίνει αληθινή μυσταγωγία των πιο υψηλών θεολογικών και πνευματικών εμπειριών. Νομίζει κανείς, ότι Άγγελοι Κυρίου επεδήμησαν εξ ουρανού και συμψάλλουν εναρμόνια μελωδήματα με τους αποδήμους του κόσμου ορεσιτρόφους Μοναχούς και ότι η θριαμβεύουσα στον ουράνιο κόσμον Εκκλησία, σε μια λειτουργική Σύναξη με τους ερημικούς και αρνησικόσμους χριστιανούς, υμνολογούν κατά την ιερή νύχτα της Γεννήσεως του Χριστού: «Ο ουρανός και η γη, σήμερον ηνώθησαν, τεχθέντος του Χριστού. Σήμερον Θεός επί γης παραγέγονε και άνθρωπος εις ουρανούς αναβέβηκε…».

Και πραγματικά, μέσα στον λαμπρότατο, υποβλητικότητα και κατανυκτικό βυζαντινό διάκοσμο και υπό τις ποικιλόχρωμες ανταύγειες, που διαχέουν τα ακτινοβολούντα πολύφωτα των στιλβωμένων πολυελαίων, τα τοιχογραφημένα πρόσωπα των Αγίων – που «ιστόρησεν» ο εμπνευσμένος χρωστήρας της Κρητικής ή Μακεδονικής Σχολής – παίρνουν μια τέτοια έκφραση, που οι θεώμενοι Μοναχοί να αισθάνονται ότι είναι ζωντανά μαζί τους. Και, όπως διατελούν στην μεταρσίωση αυτή, να βλέπουν εκστατικοί μπροστά τους, όπως στέκονται στο στασίδι τους με μεταστοιχειωμένη την ψυχή, Αποστόλους, Προφήτες, Μάρτυρες, Ιεράρχες, Οσίους Ασκητές και Ησυχαστές, αυτήν την Θεοτόκον μέσα στο πάνσεπτο Σπήλαιο πλησίον του Θείου Βρέφους Της, που έχει η ίδια ανακλίνει ως Λόγο σαρκωμένο στη Φάτνη των αλόγων ζώων και που πλαισιώνονται από τους Αγγέλους και τους ποιμένες – όπως αποδίδει η βυζαντινή Αγιογραφία τη Γέννηση του Χριστού – με έκφραση απείρου αγαλλιάσεως, όλους συμμετέχοντας με την παρουσία τους στους θείους ύμνους…

Οι υμνολογίες συνεχίζονται, οι προσευχές διάπυρες ανεβαίνουν προς τον Κύριον, τα πρόσωπα των μοναστών αστράφτουν από μυστική χαρά για την ελπιζομένη και επιδιωκόμενη θέωσή τους. Τις μεστές δογματικού και θεολογικού περιεχομένου Ωδές, ακολουθούν τα πνευματικότατα Μεγαλυνάρια και η γλυκύτατη Εννάτη Ωδή της Θεοτόκου – μια Ωδή Χαράς αρρήτου, μπροστά στην οποία – ας μου επιτραπεί η βέβηλη σύγκριση – η περίφημη «Εννάτη» του Μπετόβεν, που τόσο συγκινεί τους αγεύστους από ορθόδοξες εμπειρίες με τον έντεχνο νατουραλισμό της – κυριολεκτικά εξαφανίζεται.

Τους θείους Αίνους διαδέχεται η αγγελική δοξολογία, για να επακολουθήσει το ουσιαστικό άνοιγμα των ουρανίων Πυλών με το υπερφυέστατο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Και οι Μοναχοί αλλοιωμένοι «την καλήν αλλοίωσιν» – πάλιν αναλογικά – κοινωνούν με κατάνυξη και γίνονται «θείας φύσεως κοινωνοί» από το «τεθεωμένον» Σώμα και Αίμα του Χριστού.

Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, εορτάζονται στον Άθω με Ορθόδοξη μέθεξη στο Μυστήριο. Και κατανοείται η δογματική και πνευματική σημασία της Σαρκώσεως κατά το μέτρο της θεώσεως εκάστου, που επέτυχε με την θεία αγάπη, «Τοσούτον τω ανθρώπω τον Θεόν δια φιλανθρωπίαν ανθρωπίζεσθαι,  όσον ο άνθρωπος εαυτόν τω Θεώ δι’ αγάπης δυνηθείς απεθέωσε».

Με πλαίσιο μια απαράμιλλη, σε ομορφιά και ποικιλία χειμερινών φυσικών εικόνων, φύση, με την βαθύτατη αγιορείτικη ησυχία, μέσα στη γεμάτη μυστήριο και διαφάνεια Βηθλεεμική νύχτα, οι ολονύχτιες θεοτερπείς ψαλμωδίες των Μοναχών σ’ ολόκληρη την Αθωνική χερσόνησο, με δεσπόζοντα τον λαμπρό Αστέρα, που μαρμαίρει κατά Ανατολάς, ζωντανεύουν την Γέννηση του Θεού Λόγου στο αιδέσιμο Σπήλαιο και μεταφέρουν τους Μοναχούς στην αγία εκείνη νύχτα, που φωτεινός Άγγελος Κυρίου ανήγγειλε στους απλοϊκούς «αγραυλούντας» ποιμένες: «ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ. Ότι ετέχθη υμίν σήμε­ρον σωτήρ, ος εστί Χριστός Κύριος, εν πόλει Δαβίδ». Γι’ αυτό και, κατά την αναλογία της καθαρότητας τους, οι Μοναχοί συντηρούν στο διηνεκές μέσα στις καρδιές τους αυτή τήν ίδια λευκή νύχτα, που «πλήθος στρατιάς ουρανίου» έψαλλε «δια την των πάντων θέωσιν», το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».

(Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτη, Χριστούγεννα στο Άγιον Όρος του Άθω,-αποσπάσματα από τον τόμο «Χριστούγεννα», Εκδόσεις «Ακρίτας» Αθήνα 1982)

http://www.diakonima.gr/2009/12/26/%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%BD-%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82/

Υ.Γ. Ευχόμεθα σύντομα να εορτάζουμε μαζί με τά 250.000.000 Ορθοδόξων ανά τον κόσμον (Ρωσία, Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, Άγιον Όρος κ.λπ) πού δεν συμφωνον με την οικουμενιστική Εγκύκλιο (1920) το αιρετικο καί μασώνου Πατριάρχου Κων/λεως Μελετίου Μεταξάκη.

Νικόλαος Γ. Σαββόπουλος

 

27 Νοεμβρίου, 2013

ΣΕΒ. ΓΟΡΤΥΝΟΣ: Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

«Όλες αι πίστες είνε ψεύτικες· τοΰτο κατάλαβα άληθινόν, οτι μόνη ή πίστις τών ορθοδόξων χρστιανών είνε καλή καί αγία. Νά ευφραίνεσθε οπού είσθε ορθόδοξοι χριστιανοί καί νά κλαίετε διά τούς άσεβείς καί αιρε­τικούς οπού περιπατοΰν εις τό σκότος.»


Μέσα στη σύγχυση τ
ς παναιρέσεως το Οικουμενισμο και τς πορείας το Παπισμο πού δεν είναι Εκκλησία αλλά Κράτος, έρχεται η επιστολή το Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ.κ. Ιερεμία να φανερώση με το φωτισμό τν Αγίων Πατέρων τις αιρέσεις του, και να αποδείξη θεολογικά το θανάσιμο κίνδυνο. Ακολουθοντες τάς Οικουμενικάς Συνόδους και επόμενοι τοίς Αγίοις Πατράσι, θεωρούμεν ως ευλογία το Θεο αυτήν την ομολογίαν το Σεβασμιωτάτου προκειμένου ο Βύθιος Δράκων εξοβελισθκαι παύση να θεωρε τον εαυτόν του ως Εκκλησία.

Νικόλαος Γ. Σαββόπουλος

Αριθμ. Πρωτ. 935

Εντιμότατε κ. Νικόλαε,
Καθολικέ Αρχιεπίσκοπε Νάξου, Τήνου, Άνδρου και Μυκόνου
Χαίρετε και υγιαίνετε!
1.      Είμαι ένας Αρχιερεύς τής Ορθοδόξου Εκκλησίας καί διακονώ ποιμαντικά τόν λαό τοῦ Θεοῦ στήν Ιερά Μητρόπολη Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως. Ευχαριστώ τόν Κύριον ήμών [ησούν Χριστόν, διότι γεννήθηκα καί άνατράφηκα στήν αγκαλιά τής Μάνας Όρθοδόξου Εκκλησίας.
Ο άγιος ημών των Ορθοδόξων Κοσμάς ο Αιτωλός, στον όποιον οι Έλληνες πρέπει να είμεθα ευγνώμονες, διότι αν δεν υπήρχε αυτός, δεν θα υπήρχε πατρίδα ελευθέρα, έλεγε στό κήρυγμά του στούς υποδούλους Έλληνες:«Όλες αι πίστες είνε ψεύτικες· τούτο κατάλαβα αληθινόν, ότι μόνη η πίστις τών ὀρθοδόξων χριστιανών είνε καλή και ἁγία. Νά ευφραίνεσθε όπου είσθε ορθόδοξοι χριστιανοί καί νά κλαίετε διά τούς άσεβείς καί αιρετικούς όπου περιπατούν εις τό σκότος».
Αιτία τής έπιστολής μου πρός Σάς είναι τό κείμενο τής άπαντήσεως Σας πρός τόν Συλλειτουργόν Άδελφόν Μητροπολίτην Πειραιώς κ. Σεραφείμ καί τό όποιο κείμενο έγινε εις πάντας γνωστό διά τού Διαδικτύου. Επειδή τά θιγόμενα εις αυτήν τήν έπι- στολή άπτονται θεμάτων ορθοδόξου θεολογίας, παρακαλώ νά δεχθείτε καί νά άνα- γνωσετε τήν έπιστολή μου, τήν όποία μού έπέβαλε ή άρχιερατική μου συνείδηση νά Σάς γράψω, ως έγω τουλάχιστον τό αισθάνθηκα.
2.   Κατά πρώτον, Εντιμότατε Αρχιεπίσκοπε τών Καθολικών, ήθελα νά Σάς έξη – γήσω γιατί δέν Σάς προσφωνώ ως «άδελφόν», άλλά Σάς προσφωνώ μέ τόν τίτλο «Εντιμότατε». Μέ μία γενική βέβαια εννοια ολοι οι ανθρωποι τής γής ειμεθα άδελφοί, διότι ολοι καταγόμεθα άπό τήν μητέρα γή. Τήν εννοια αυτή τήν εχουμε καί ήμείς οι Όρθόδοξοι στήν λατρεία μας, λέγοντες εις τινα Αναβαθμόν τού πλ. δ’ ήχου: «Επί τήν μητέρα αυτού γήν δύνων πας αύθις αναλύσει». Άλλά μέ τήν αλλη, τήν έκκλησιολογική εννοια τής λέξεως «άδελφός», λυπούμαι, Εντιμότατε κ. Νικόλαε, διότι δέν μπορώ νά Σάς προσφωνήσω καί έξηγούμαι διατί: Ή λέξη «άδελφός» συντίθεται άπό τό ουσια­στικό «δελφύς» (= κοιλία) καί τό «α» ως άθροιστικόν καί όχι στερητικόν. «Άδελφοί» λοιπόν μέ τήν ερμηνεία αυτή είναι έκείνοι οι όποίοι προέρχονται άπό τήν Ιδια κοιλία, εχουν τό Ιδιο αιμα στίς φλέβες τους καί άνήκουν στήν Ιδια οικογένεια. Ή κοιλία, ή όποία «γεννά» τόν ανθρωπο καί τόν κάνει τέκνο Θεού είναι τό άγιο Βάπτισμα. Τό αιμα μέ τό όποίο τρέφονται τά τέκνα τού Θεού είναι τού Χριστού τό Αιμα, τό χυθέν κατά
τόν Σταυρικό Του θάνατο στον Γολγοθά καί τό Όποιο Αιμα είναι στό άγιο Ποτήριο τής θείας Λειτουργίας. Καί ή Οικογένεια στήν οποία άνήκουν τά τέκνα τού Θεού είναι ή Εκκλησία. Δέν μπορώ λοιπόν, Εντιμότατε Αρχιεπίσκοπε των Καθολικών, νά Σας προσφωνήσω «άδελφόν», διότι δέν έξήλθαμε άπό τήν ιδια μήτρα. Ημείς οι Όρθόδοξοι ειμεθα βαπτισμένοι στήν αγία Κολυμβήθρα μέ τρεις καταδύσεις, ένώ Σείς οι Καθολικοί εχετε απλό ράντισμα. Δέν κοινωνοΰμε μαζί Σας τό Αιμα τοΰ Χριστού καί δέν άνήκετε μαζί μας στήν Οικογένεια του Θεού, τις έστίν ή ’Ορθόδοξη Εκκλησία. Άφοΰ δέν ειμεθα Συλλειτουργοί, δέν μπορεί νά λεγόμεθα καί «άδελφοί» μέ τήν έκκλησιολογική έννοια της λέξεως. 
Πρός στηριγμό τών άνωτέρω Σας γράφω ενα σχετικό χωρίο τοΰ αγίου Ιωάννου τοΰ Χρυσοστόμου: «Άδελφόν τό βάπτισμα εργάζεται καί ή τών θείων μυστηρίων κοινωνία»! (εις MPG 58,718). Καί ενα άλλο άκόμη χωρίο τοΰ ιδίου πατρός: «Τί γάρ έστι τό ποιούν τήν άδελφότητα; Τό λουτρόν τής παλιγγενεσίας», δηλαδή τό ιερόν Βάπτισμα (MPG 63,177). Άλλά ο άλλος πάλι άγιος πατέρας καί μέγας θεολόγος, ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, τόν οποίο ήμείς ονομάζουμε «συνισταμένη τών αγίων Πατέρων» διά σας τούς Παπικούς λέγει οτι είστε άβάπτιστοι. Δέν μποροΰμε λοιπόν νά σας καλοΰμε άδελφούς.
3.     Άλλά ούτε, ως ορθόδοξος έγώ θεολόγος, μπορώ νά πώ γιά Σας τούς Παπικούς οτι άποτελείτε Εκκλησία. Σείς βέβαια στήν έπιστολή Σας πρός τόν Μητροπολίτην Πειραιώς κ. Σεραφείμ γράφετε καί λέγετε μέ ισχύ οτι άποτελείτε τήν «Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν καί Άποστολικήν Εκκλησίαν» μέ τήν προσθήκη μάλιστα «οσο καί άν αυτό κοστίζει εις σας», δηλαδή εις ήμας τούς ’Ορθοδόξους. 
Έγώ ομως Σας λέγω, μετά άπό θεολογική μελέτη καί σπουδή, οτι Σείς οι Παπικοί δέν είστε Εκκλησία. Καί έξηγοΰμαι πάλι διατί. Είναι έντυπωσιακό, Εντιμότατε, οτι στά πατερικά κείμενα δέν εχουμε ορισμό περί Εκκλησίας. Οι φερόμενοι σέ μερικά έγχειρίδια ορισμοί περί Εκκλησίας στηρίζονται, λίγο ή πολύ, έπί έσφαλμένων βάσεων. Κατά τήν ορθόδοξη θεολογία, ή Εκκλησία είναι Μυστήριο καί δέν καθορίζεται μέ ορους. Όσο δέ κανείς καθαίρεται καί φωτίζεται μέ τήν Χάρη τοΰ Θεοΰ, τόσο περισσότερο νοεί τό Μυστήριο αυτό τής Εκκλησίας. Άλλά εχουμε καί ενα σύντομο λόγο τοΰ άποστολικοΰ πατρός αγίου Ιγνατίου τοΰ θεοφόρου, τόν οποίο μποροΰμε νά θεωρήσουμε, οπως καί θεωρή­θηκε πράγματι, ως ορισμός τί είναι Εκκλησία. Κατά τόν άγιον αυτόν πατέρα Εκκλη­σία είναι τό «Θυσιαστήριον», ή Αγία Τράπεζα δηλαδή, πάνω στήν οποία οι ιερείς τελοΰν τήν θεία Λειτουργία.[1] €στε «Εκκλησία», κατά τόν άγιο Ιγνάτιο, είναι τό Μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας. Πραγματικά, σ’ αυτό τό Μυστήριο, στήν θεία Λει­τουργία, γευόμεθα έμείς οι Όρθόδοξοι καρδιακά τό τί είναι Εκκλησία. Άλλά θέλω νά δώσω καί βιβλική άπόδειξη εις τά παραπάνω, στό οτι δηλαδή Εκκλησία είναι ή τέ­λεση τής θείας Ευχαριστίας. Ώς άπόδειξη φέρω τό κεφ. 11 τής Α’ πρός Κορινθίους Επιστολής τού άποστόλου Παύλου. Είναι φανερό στό κεφάλαιο αυτό οτι ό Άπόστολος όμιλεί γιά τήν σύναξη τών πιστών πρός τέλεση τής θείας Ευχαριστίας. Καί τήν σύ­ναξη αυτή τήν ονομάζει «Εκκλησία», γιατί λέγει:«Συνερχόμενων υμών εν Εκκλησία άκούω σχίσματα έν υμίν υπάρχειν» (στίχ. 18).[2] Άφού λοιπόν «Εκκλησία» είναι ή σύναξη τού λαού γιά τήν τέλεση τής θείας Ευχαριστίας — καί τό Μυστήριο αυτό γί­νεται βέβαια γιά τήν Θεία Κοινωνία τού Σώματος καί Αίματος τού Χριστού — καί άφού μέ Σάς τούς Παπικούς δέν μπορούμε νά συλλειτουργήσουμε καί νά κοινωνήσουμε μαζί τήν Θεία Τροφή, εύκολα έξάγεται τό συμπέρασμα οτι δέν άποτελείτε Εκκλησία. Ταύτα λέγω κατά τήν πίστη ήμών τών Όρθοδόξων οτι ή Εκκλησία, τήν Όποία ίδρυσε ό Χριστός, είναι ή Όρθόδοξη Εκκλησία.
4.        Εννοώ οτι Σας ένόχλησε, Εντιμότατε, αυτό τό τελευταίο πού ειπα οτι ήμείς οι Όρθόδοξοι άποτελούμε τήν μόνην καί άληθή Εκκλησίαν, τήν Όποίαν ίδρυσε ό Χρι­στός, καί όχι Σείς οι Παπικοί. Είναι βέβαια ακρως άντίθετο αυτό πού Σας λέγω πρός αυτό τό όποίο Σείς μετά πυγμής ισχυρίζεσθε στήν έπιστολή Σας πρός τόν άγιο Άδελφό κ. Σεραφείμ, «νά μάθουμε» ήμείς οι Όρθόδοξοι «μιά γιά πάντα» οτι «ειτε τό θέλουμε ειτε όχι» Σείς οι Παπικοί είσθε «ή Μία, Αγία, Καθολική καί Άποστολική Εκκλησία», μέ τόν περισσότερο άκόμη προκλητικό λόγο Σας, « οσο καί αν αυτό μάς στοιχίζει». Όχι, Άρχιεπίσκοπε τών Καθολικών κ. Νικόλαε! Ή Όρθόδοξη Εκκλησία αυτή είναι ή μόνη άληθής Εκκλησία τού Χριστού. Καί είναι ετσι, διότι ήμείς οι Όρθόδοξοι κρα­τούμε τήν διδασκαλία τού Ιησού Χριστού καί τών αγίων Άποστόλων καί τίς παρα­δόσεις τών Οικουμενικών Συνόδων, ένώ Σείς οι Καθολικοί τίς παραλλάξατε.
Δέν μού λέτε, Σας παρακαλώ, ήταν σέ πλάνη ή Εκκλησία γιά τόσους αιώνες καί ήρθατε Σείς οι Παπικοί τόν 9ο αι. καί βάλατε «αφοβα» τό χέρι Σας στό Σύμβολο τής Πίστεως μέ τό Filioque πού προσθέσατε σ’ αυτό; ’Έγραψα τήν έκφραση«αφοβα», διότι πραγματικά ήταν πολύ τολμηρό καί άσεβέστατο αυτό πού κάνατε. Διότι υπήρχε προηγούμενη έντολή Οικουμενικής Συνόδου κανείς νά μήν τολμήσει νά παραλλάξει τό ιερό Σύμβολο προσθέτοντας ή άφαιρώντας τι άπό αυτό. Αυτήν τήν έντολή τήν σεβάστηκαν οι άγιοι Πατέρες τής Γ’ Οικουμενικής Συνόδου καί δέν προ­σέθεσαν στό Σύμβολο τής Πίστεως διά τήν Παναγία τόν ορο «Θεοτόκος». Σείς, οι Παπικοί, άντίθετα πρός τήν ρητή έντολή καί άντίθετα πρός τό παράδειγμα αυτό τών αγίων Πατέρων Οικουμενικής Συνόδου, βάλατε άσεβή χείρα — πώς δέν φοβηθήκατε; – στό ιερό Κείμενο τής Πίστεως καί τό άλλοιώσατε. Καί μόνο άπό τό Filioque άπο- δεικνύεσθε οτι δέν φυλάξατε άκεραία τήν πίστη τών Πατέρων καί άλλοιώσατε τό δόγμα τής Εκκλησίας. Άκοΰστε τώρα τί Σας λέγει ο άγιός μας, μέγας θεολόγος, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς:
«Ποτέ δέν πρόκειται νά Σας δεχθούμε ως κοινωνούς, οσον χρόνον ομολογείτε οτι τό Πνεύμα προέρχεται καί έκ του Θεού»![3] 
Σας συνιστώ κ. Νικόλαε νά διαβάσετε ολη τήν σχετική ομιλία του ιερού Πατέρα.
Είναι φοβερή, είναι «βόμβα» έναντίον Σας, οπως μοΰ τήν χαρακτήρισε ενα ιερό πρό­σωπο! Διαβάσατέ την, παρακαλώ. Ούτε λίγο ούτε πολύ στήν ομιλία του αυτή ο μέγας θεολόγος άγιος Γρηγόριος ο Παλαμας λέγει, καί όχι μόνο λέγει άλλά καί τό άποδεικνύει, οτι οι Παπικοί είναι σατανοκίνητοι αιρετικοί!
Συγγνώμην, Τιμιώτατε, άλλά άγιος τών Όρθοδόξων τό λέγει αυτό καί ήμείς βεβαίως δεχόμεθα τόν λόγον του, διότι τόν λέγει άγιος καί μέγας θεολόγος. Σέ μία λοιπόν μικρά περικοπή τής ομιλίας του αυτής λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμας:
«Αυτός ο έπάρατος όφις (δηλαδή ο Διάβολος) εισάγει διά τών πειθηνίων του Λατίνων (φοβερός ο λόγος του· δηλαδή, λέγει ο άγιος οτι οι Παπικοί είναι πειθήνια όργανα του Διαβόλου!…) νέους περί Θεοΰ ορους, οι οποίοι φαίνονται μέν νά εχουν μικράν παραλλαγήν, άλλά γίνονται άφορμές μεγάλων κακών, φέρουν πολλά δεινά έκφυ- λιστικά τής ευσεβείας καί άτοπα καί δεικνύουν εις ολους φανερά οτι καί τό μικρότερον εις τά σχετικά μέ τόν Θεόν δέν είναι μικρόν».[4]
Προηγουμένως μάλιστα ο άγιος λέγει οτι ή αίρεση τών Λατίνων (Γμών τών Πα­πικών) ερχεται ως συνέχεια τών παλαιών αιρέσεων του Άρείου, τοΰ Άπολιναρίου, του Ευνομίου, του Μακεδονίου κ.ά.
Διαβάστε ακόμη, παρακαλώ, κ. Καθολικέ Επίσκοπε, τί σάς λέει ο άγιος γιά τό Filioque Σας καί σέ μία άλλη περικοπή τοΰ λόγου του. Παρακαλώ νά προσέξετε ιδι­αίτερα τήν περικοπή αυτή:
«Πώς τολμάτε σεις νά δέχεσθε αυτό (τό Filioque), τό οποίον δέν εχει λεχθεί άπό αυτούς οι οποίοι διεκήρυζαν τήν άλήθεια(δηλαδή άπό τούς αγίους Άποστόλους), τό οποίο δέν άνήγγειλε τό “Άγιο Πνεΰμα, πού άπήγγειλε ολη τήν άλήθεια; (Πώς τολμάτε νά δέχεσθε τό Filioque) τό οποίο δέν μαρτύρησε ούτε γνωστοποίησε στούς άγαπητούς Αυτός (δηλαδή ο Ιησούς Χριστός) ο γνωστοποιήσας ολα οσα άκουσε παρά του Πατρός καί ήλθε γι ’ αυτόν άκριβώς τόν λόγο, γιά νά μαρτυρήσει υπέρτής άληθείας; ([ω. 18,37).  Πώς τολμάτε νά εισαγάγετε τόσο έκφυλιστική προσθήκη στόν ορο τής πίστεως, τόν όποιο οι εγκριτοι Πατέρες συνέγραψαν πνευματοκινήτως σέ κοινή Σύνοδο καί παρέδωσαν;»[5]
Παρατηρήστε, παρακαλώ, πώς λέγει ό άγιος τήν προσθήκη τού Filioque πού έκάνατε στό Σύμβολο τής Πίστεως. Τήν λέγει«έκφυλον»!…Ό Παπισμός, κύριε Αρχιε­πίσκοπε τών Καθολικών Νάξου, Τήνου, Άνδρου καί Μυκόνου, είναι αίρεση καί μάλιστα, οπως μας τά είπε παραπάνω ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμας, καί τό λέγουν καί πολλοί άλλοι άγιοι Πατέρες, ειναι μεγάλη αίρεση. Διά τούτο καί έξέστην, όμού μετ αλλων κληρικών άδελφών καί πολλών ευσεβών χριστιανών, εις τόν λόγον Άδελφού Άρχιερέως, τόν όποίον διαβάσαμε έσχάτως στό Διαδίκτυο (αν άληθεύει ό λόγος αυτός, άλλά δέν είδαμε τήν διάψευσή του) οτι «δέν συμπεριλαμβάνονται στίς αιρέσεις οι Καθολικοί άδελ­φοί, ούτε ή Καθολική Εκκλησία». 
Ή γνωμάτευση αυτή ορθοδόξου Άρχιερέως (αν άληθεύει, έπαναλαμβάνω) ερχεται ακρως άντίθετη πρός τήν πατερική θεολογία, ή όποία όμόφωνα καταδικάζει τούς Παπικούς ως αιρετικούς, ως καί θά άποδείξω αυτό εις σειράν μελετών μου. Άλλ’ ας διαβάσει ό έν λόγω Άδελφός τά οσα ολίγα τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμα παραθέτω έδώ περί τών «άδελφών» του Παπικών, τούς όποί- ους, ως λίαν άγαπητούς του, τούς έναγκαλίζεται χαιρετώντας τους!….
5.     Άφού, Εντιμότατε, οι Παπικοί δέν άνήκετε εις τήν τήν Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν καί Άποστολικήν Εκκλησίαν, ή όποία είναι ή Όρθόδοξη Εκκλησία, στερείσθε καί τού ορου «άγιος», διότι εξω άπό τήν Εκκλησία τού Χριστού δέν μπορεί νά υπάρξει αγιότητα ο~τε καί σωτηρία. «Extra Ecclesia nulla salus», είπε άπό παλαιά ό μέγας εκκλησιολόγος πατήρ άγιος Κυπριανός, Επίσκοπος Καρχηδόνος. Ή αγιότητα είναι μοσχοβολητό ανθος, πού φύεται μόνο στήν Όρθόδοξη Εκκλησία, διότι εις αυτήν μόνο υπάρχουν τά ορθά δόγματα τής πίστεως, καί δέν νοείται αγιότητα εξω άπό αυτήν. «Αγίους — λέγει κάπου ό άγιος Χρυστόστομος — διά τής τού Πνεύματος δόσεως καί τών ορθών δογμάτων» καλούμεν (MPG 59,443).
Καί αλλος πατέρας, ό Μέγας Βα­σίλειος, λέγει: «Οι άγιοι, έν οις οικεία γιότης διά τόν ενα του βαπτίσματος αγιασμόν». (MPG29,761). Άλλά οι Παπικοί Καθολικοί είναι άβάπτιστοι! Επομένως, οι έκφρά- σεις «άγιος» καί «αγιώτατος» διά τόν Πάπα ή γιά κάποιον καθολικό έπίσκοπο, μή βαπτισμένους καί εξω λοιπόν άπό τήν Εκκλησία ευρισκομένους, είναι ήμαρτημένες έκφράσεις κατά τήν ορθόδοξη πατερική θεολογία. Γι’ αυτό καί, Εντιμότατε κ. Νι­κόλαε, δέν σας προσφωνώ ως «άγιον» στήν έπιστολή μου. Μού είπε όμως κάποιος ήμέτερος οτι καί στά πατερικά κείμενα συναντοΰμε τιμητικές έκφράσεις πρός τούς αιρετικούς. Ναί, λέγω καί έγώ, άκόμη καί πρός αυτόν τόν αιρετικό Νεστόριο εχουμε τήν προσφώνηση τοΰ αγίου Κυρίλλου «ή σή ευλάβεια» καί «σή ευσέβεια»! 
Άς γνω­ρίζουμε ομως οτι αυτές οι έκφράσεις πρός τούς αιρετικούς λέγονται τιμητικώς πρίν άπό τήν καταδίκη τους, πρίν άπό τήν άποβολή τους άπό τήν Εκκλησία, διά νά δοθεί εις αυτούς ή ευκαιρία νά μετανοήσουν άπαρνούμενοι τήν πλάνη τους. Άλλά μετά τήν καταδίκη τους ως αιρετικών δέν συναντοΰμε στά πατερικά κείμενα προσφωνήσεις πρός αυτούς «άγιος» καί «αγιώτατος». Διά δέ τούς Παπικούς εχουμε άποφάσεις Συνόδων, ου μήν άλλά καί άναθέματα κατ αυτών. Δέν χωρούν λοιπόν οι προσφωνήσεις πρός αυτούς «άγιος» καί «αγιώτατος». Δέν μπορεί νά υπάρξει αγιότητα εξω άπό τήν Εκκλησία. Αυτό άποτελεί δόγμα πίστεως.
‘Έτερος Άδελφός μοΰ είπε πάλι τήν άντίρρηση, πώς προσφωνοΰμε τιμητικώς εναν άρχοντα ως «Έντιμότατον», ένώ δυνατόν νά είναι καί σκανδαλοποιός; Έτσι, τιμη­τικώς μόνο, μοΰ είπε, προσφωνοΰμε καί τόν Πάπα ως «αγιώτατο». Σαθρόν τό έπιχείρημα! Τόν άρχοντα τόν προσφωνώ «έντιμότατο», καί άς μήν είναι τίμιος, διότι εχει, άν θέλει, τήν δυνατότητα, στήν θέση πού βρίσκεται, νά γίνει καλός καί εντιμος καί έντιμότατος. Ό Πάπας ομως καί οι παπικοί του, στήν πλάνη καί τήν αίρεση ευρι­σκόμενοι, δέν δύνανται ποτέ νά γίνουν άγιοι καί αγιώτατοι! «Extra Ecclesia nulla salus» καί ομοίως nulla sanctitas (= αγιότητα) δι’ αυτούς!
6.     Τέλος, διά νά παραλείψω τά πολλά καί πάμπολλα τά χωρίζοντα ήμας, κ. Νικό­λαε, ως παλαιοδιαθηκολόγος καθηγητής στό Πανεπιστήμιο Άθηνών, στήν εδρα τής Εισαγωγής εις τήν Παλαιάν Διαθήκην καί Ερμηνείας τοΰ κειμένου τών Ο ‘, εχω νά έκφράσω τήν βαθυτάτη μου πικρία καί θλίψη διά τήν έσφαλμένη ερμηνεία τών Πα­πικών περί τής έκφράσεως «Άγγελος Κυρίου» (hUT ^alQ, «Μαλάχ Γιαχβέ»), τήν συναντωμένην συχνά – πυκνά στά κείμενα τής Παλαιας Διαθήκης. Κατά τήν ερμηνεία τών ορθοδόξων Πατέρων ο «Άγγελος Κυρίου», ο έμφανιζόμενος στούς δικαίους τής Παλαιας Διαθήκης, Πατριάρχες καί Προφήτες, είναι τό Δεύτερο Πρόσωπο τής Αγίας Τριάδος, ο ιός τοΰ Θεοΰ, άσαρκος ετι ών, ο Όποίος έβιάζετο (!) πότε νά σαρκωθεί καί οι αυτό ένεφανίζετο μέ μορφήν Αγγέλου καί πρίν άκόμη άπό τήν σάρκωσή Του. Κατ’ αυτήν τήν ερμηνεία τών Όρθοδόξων Πατέρων, άλλά καί τωρινών Όρθοδόξων ερμηνευτών, ή Παλαιά Διαθήκη είναι βιβλίο θεοφανειών τοΰ άσάρκου —ιοΰ τοΰ Θεοΰ καί ετσι είναι ο,τι είναι καί ή Καινή Διαθήκη! Παλαιά καί Καινή Διαθήκη εχουν τό Ιδιο περιεχόμενο! «Δύο διαθήκαι καί δύο παιδίσκαι καί δύο άδελφαί τόν ενα Δεσπότην δορυφοροΰσι» (Χρυστόστομος)! Ή Παλαιά Διαθήκη είναι βιβλίο τοΰ άσάρκου Ιησοΰ Χριστοΰ καί ή Καινή Διαθήκη είναι βιβλίο τοΰ σαρκωθέντος Ιησοΰ Χριστοΰ.
Σείς οι Παπικοί, Έντιμότατε κ. Νικόλαε, ερμηνεύσατε τόν «Άγγελο Κυρίου» ως κτιστόν άγγελο καί αυτό εφερε τήν υποτίμηση τής Παλαιας Διαθήκης στόν χώρο μας. Τήν άλήθεια αυτή, μαζί μέ τήν πικρία μου, έξέφραζα συχνά άπό τήν Πανεπι- στημιακήν Έδρα, διά νά παγιώσω εις τούς φοιτητάς τήν πατερική ερμηνεία καί νά παρουσιάσω τήν Παλαιά Διαθήκη ως βιβλίο θεοφανειών τοΰ Ιησοΰ Χριστοΰ.
7.     Σας ευχαριστώ διότι είχατε τήν υπομονή νά διαβάσετε τό κείμενο τής έπιστολής μου. Σας ζητώ συγγνώμη γιά τήν λύπη πού Σας προξένησα, άλλά ή έκκλησιαστική ιστορία καί ο βίος τών αγίων Πατέρων τής Έκκλησίας μας διδάσκουν οτι σέ θέματα πίστεως πρέπει νά είμαστε ειλικρινείς καί ευθείς. Ή άρχιερατική μου συνείδηση, έπα- ναλαμβάνω, μοΰ τό έπέβαλε, Έντιμότατε, νά γράψω τήν παροΰσα μου έπιστολήν. Θά ειμεθα προδότες του ιερού μας ορκου κατά τήν χειροτονία μας ήμείς οι Άρχιερείς καί θά είμεθα άνάξιοι διάδοχοι τών Αγίων Πατέρων μας, άν άπό μίαν κακώς έννοουμένη ευγένεια καί άγάπη ή καί άκόμη καί προσωπική υποχρέωση πρός τινας νά μήν μιλάμε καί νά μήν διαμαρτυρόμεθα, οταν βλέπουμε νά προσβάλλεται τό ορθόδοξο δόγμα καί ήθος.
Μέ πολλή-πολλή χαρά θά ήθελα νά εχουμε εναν άνοικτό θεολογικό διάλογο έπί τών διαφορών τής Όρθοδόξου πίστεως καί τοΰ Παπισμοΰ καί νά άναρτώμε μάλιστα τά κείμενά μας στό Διαδίκτυο, διά νά εχουμε καί τήν παρακολούθηση τών ενδιαφερομένων. Σας παρακαλώ διά τούτο. Γνωρίζω οτι θά περιγελάσετε τό κείμενόν μου αυτό, άφοΰ στήν έπιστολή Σας πρός τόν Συλλειτουργό μου Άδελφό Μητροπολίτη Πειραιώς κ.Σεραφείμ χαρακτηρίζετε τά γραπτά Του ως «φαιδρά άναγνώσματα», τά οποία «κάπως Σας ξεκουράζουν» εις τόν κόπο Σας. Άναμένω καί έγώ τόν ίδιο χαρα­κτηρισμό διά τήν έπιστολή μου αυτήν. Πλήν ομως, άφοΰ πιστεύετε τήν άλήθεια τοΰ δόγματός Σας, μή φοβάστε τόν διάλογο μαζί μας.
Έγώ, Έντιμότατε, μαζί μέ τούς άλλους πατέρες καί άδελφούς χριστιανούς τής Όρθοδόξου Έκκλησίας, θά άναπαυόμεθα καί θά ευφραινόμεθα στούς λόγους τοΰ αγίου Κοσμά τοΰ Αιτωλοΰ, μέ τούς οποίους άρχισα τήν έπιστολή μου πρός Σας. Τούς έπα- ναλαμβάνω διά τό μεγαλείον τους:
«Όλες αι πίστες είνε ψεύτικες · τοΰτο κατάλαβα άληθινόν, οτι μόνη ή πίστις τών ορθοδόξων χρστιανών είνε καλή καί αγία. Νά ευφραίνεσθε οπού είσθε ορθόδοξοι χριστιανοί καί νά κλαίετε διά τούς άσεβείς καί αιρε­τικούς οπού περιπατοΰν εις τό σκότος»!!!
Έν Δημητσάνη 25 Νοεμβρίου 2013

Με αγάπη Χριστού καί τιμή
____________________
1. Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου, ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ, εκδ. ΛΑ’, σελ. 132.
2.             Πρός Έφεσ. 5,2. Πρός Τραλλ. 7,2. Έπί τών χωρίων τούτων έρειδόμενος καί ο δικός Σας  παατρολόγος Altaner λέγει: Die Kirche nennt er (ο ’Ιγνάτιος) «θυσιαστήριον» (Έφ. 5,2. Τραλ. 7,2. Φιλ.4) und erinnert so an das Wort «θυσία» der Didache. B. Altaner A. Stuiber, Patrologie, Leben, Schriftenund Lehre der Kirchenvater,7 Basel, Wien, 1966, σελ. 49.
3.       Καί ή εκφραση τής Καινής Διαθήκης «κατ’ οικον Εκκλησία» άναφέρεται στήν σύναξη τών αστών γιά τήν τέλεση τής θείας Ευχαριστίας καί όχι γιά μιά απλή διδασκαλία.
4.       Έπί λέξει λέγει τό κείμενο: «Ουδέποτ’ άν υμάς κοινωνούς δεξαίμεθα μέχρις άν καί έκ τοΰ ιοΰ τό Πνεΰμα λέγητε», Περί τής έκπορεύεσεως τοΰ Αγίου Πνεύματος, Λόγος Α, ΕΠΕ Γρηγορίου του Παλαμά ’Έργα 1, σελ. 74.
5.        «Ουτος τοίνυν ο έπάρατος όφις… διά τών αυτω πειθηνίων Λατίνων περί Θεοΰ καινάς εισφέρει φωνάς, μικράς μέν δοκούσας εχειν υπαλλαγήν, μεγάλων δέ κακών άφορμάς καί πολλά καί δεινά φερούσας, τής ευσεβείας εκφυλά τε καί άτοπα καί τοίς πάσι φανερώς δεικνύσας, ως ου μικρόν έν τοίς περί Θεοΰ τό παραμικρόν», Περί τής έκπορεύεσεως τοΰ Αγίου Πνεύματος, Λόγος Α, ΕΠΕ Γρηγορίου τοΰ Παλαμα Έργα 1, σελ. 68-70.
6.      Ή περικοπή εις τό κείμενον: «… Ο μή τούτοις ειρηται τοίς παρρησιασαμένοις τήν άλήθειαν, ο μή άνήγγελε το Πνεύμα το πάσαν άπαγγελαν τήν άλήθειαν, ο μή έμαρτύρησεν ή έγνώρισεν ό πάντα οσα ήκουσε παρά τού Πατρός τοίς άγαπητοίς γνωρίσας, καί διά τούτο έ)λ)ών, ινα μαρτυρήσω τη άλτβεία, πώς υμείς τούτο τολμάτε λέγειν ούτως εκφυλον εισάγοντες προσθήκην έν τω τής πίστεως ορω, ον οι πρόκριτοι πατέρες κοινη συνειλεγμένοι πνευματοκινήτως… συνεγράψαντό τε καί παραδεδώκασιν;» Περί τής ίκπορεύεσεως τού Αγίου Πνεύματος, Λόγος Α, ΕΠΕ Γρηγορίου τού Παλαμα Έργα 1, σελ. 76.

 

9 Νοεμβρίου, 2013

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΝΕΚΤΑΡΙΑ – ΡΟΔΟΣ

gerontissa Nektaria

Φῶς μοναχοῖς Άγγελοι, φῶς λαïκοῖς μοναχοί.

Μεγάλη ευλογία για τον Λαό τοῦ Θεοῦ η γερόντισσα Νεκταρία τῆς Ρόδου. Αυτό προκύπτει από τον βίον της πού αναδημοσιεύουμε από το ιστολόγιο http://agioritikopelagos.blogspot.gr/.

Άς έχουμε την ευχήν της και την μεσιτείαν της προς τον Κύριον και Θεόν μας.

Νικόλαος Γ. Σαββόπουλος


ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΝΕΚΤΑΡΙΑ Α’ ΜΕΡΟΣ

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΝΕΚΤΑΡΙΑ Β’ ΜΕΡΟΣ

 

24 Οκτωβρίου, 2013

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΠΟΥ ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΑΝ ΠΟΝΗΡΑ ΣΧΕΔΙΑ

Γεγονότα πορείας της παναιρέσεως του Οικουμενισμού και του status quo αυτής, συνέβησαν στο Σαμπεζύ στις 19 Οκτωβρίου 2013 όπου επαναβεβαιώθηκε η άρση του σχίσματος μεταξύ της Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας και της αιρέσεως του Παπισμού. Επειδή ο εχθρός της Πίστεώς μας είναι πρό των πυλών, παραθέτω αποσπάσματα κειμένων και δύο σχόλια σημαντικά πού αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.

Νικόλαος Γ. Σαββόπουλος


Διαβάζουμε στη
ROMFEA.GR:

«Ο Πρύτανις του πανεπιστημίου του Φριβούργου κ. Guido Vergauwen …εχαιρέτισε την εποικοδομητικήν συμβολήν των δύο θεσμών εις το από κοινού οργανωθέν Συνέδριον, με θέμα « Η Β  Βατικανή Σύνοδος και η Ορθόδοξος Εκκλησία», δια τον διάλογον και δια την προσέγγισιν των δύο Εκκλησιών, αι οποίαι, από της άρσεως των αναθεμάτων το 1965, δεν ευρίσκονται πλέον υπό καθεστώς οριστικού σχίσματος, αλλά διακοπής της εκκλησιαστικής κοινωνίας.»
http://romfea.gr/oikoumeniko-patriarxeio/mitropoleis-exoterikou/19770-2013-10-20-22-30-01

 

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ

Στο βιβλίο του Αθ. Σακαρέλλου ” Έγινε η Ένωση των Εκκλησιών ” Αθήνα 2007 στις σελίδες 83-87 αναφέρεται το Γαλλικό κείμενο της συμφωνίας ” Κοινή Δήλωσις ” του 1965, όπου στη παράγραφο 4 της συμφωνίας χρησιμοποιείται η λέξη excommunication, αυτό σημαίνει, ότι με τη συμφωνία αυτή έχει αρθεί η ” ακοινωνησία ” , το ” σχίσμα ” δηλαδή μεταξύ των δύο Εκκλησιών, σε αντίθεση με την επίσημη Ελληνική μετάφραση, που ομιλεί, δήθεν, για άρση Αναθεμάτων, προς καθησυχασμό των Ορθοδόξων. Η ένωση δυστυχώς μερικώς έχει γίνει, απλά πραγματώνεται και παρουσιάζεται, τοπικά και χρονικά, σταδιακά, ανάλογα με τις αντιδράσεις. Και για να μην υπάρχει αμφιβολία, ότι η Γαλλική λέξη excommunication σημαίνει “ακοινωνησία” τούτο αποδεικνύεται και από το ίδιο το Γαλλικό κείμενο της συμφωνίας, που χρησιμοποιήθηκε δύο φορές η έκφραση la communion ecclesiastique και σημαίνει ” εκκλησιαστική κοινωνία “, όπως ορθά αποδίδει η επίσημη ελληνική μετάφραση και όχι ” εκκλησιαστικό ανάθεμα”.

Στην πραγματικότητα η κοινή δήλωση το 1965, στο Γαλλικό κείμενο, ομιλεί για άρση της ακοινωνησίας και όχι για απλή άρση του Αναθέματος μεταξύ των Εκκλησιών. Το γεγονός αυτό εξηγεί όλα τα μεταγενέστερα γεγονότα, όπως συμπροσευχές, συλλείτουργα, μετάδοση της Θείας Κοινωνίας σε παπικούς λαϊκούς σε τόπους που δεν υπήρχε αξιόλογη αντίδραση, νεώτερες κοινές δηλώσεις και συμφωνίες, μνημόσυνο του ονόματος του Πάπα Ρώμης στην Αγία Πρόθεση, γεγονός που παραδέχθηκε ότι έπραττε ο ίδιος ο Αθηναγόρας , μνημόσυνο δημόσιο του Πάπα στο Φανάρι στην τελευταία του επίσημη επίσκεψη και άλλες παρόμοιες πράξεις. Και σε όλα αυτά πρωτοστατούσε το Φανάρι και ακολουθούσαν με παρόμοιες πράξεις και άλλες τοπικές Εκκλησίες. Αυτό αποτελεί , εκ των πραγμάτων, μερική ένωση και έμπρακτη εφαρμογή όχι απλά της άρσεως του Οριστικού Σχίσματος, αλλά και της Ακοινωνησίας, του προσωρινού δηλαδή Σχίσματος. Η μερική αυτή ένωση εφαρμόζεται σταδιακά, τοπικά και χρονικά, όπως ορθά επισημάνθηκε, ανάλογα με τις αντιδράσεις και κάποια κατάλληλη στιγμή θα καταστεί η ένωση πλήρης, επισφραγίζοντας το ήδη υφιστάμενο από ετών πραγματικό καθεστώς. (Απόσπασμα από άρθρο της Φιλορθοδόξου Ενώσεως Κοσμάς Φλαμιάτος)

Η Κοινή δήλωση του
Πάπα Παύλου ΣΤ’και του Πατριάρχου Αθηναγόρου στα Γαλλικά:
http://www.vatican.va/roman_curia/pontifical_councils/chrstuni/ch_orthodox_docs/rc_pc_chrstuni_doc_19650107_athenagorasipaulvi_fr.html

 

ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ:  Η ΑΡΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΘΕΜΑΤΩΝ

Του Αρχιμ. Αθανασίου, Προηγουμένου του Μεγάλου Μετεώρου

 

Αυτή η «ένωση στο κοινό Ποτήριο» επιχειρήθηκε με την περίφημη «άρση των αναθεμάτων» μεταξύ Βατικανού και Φαναρίου, που πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 1965, με μονομερή απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Χαρακτηριστική ήταν η αντίδραση της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία «με πολλήν δυσμένειαν επληροφορήθη την πρωτοβουλίαν του Οικουμενικού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Παν. Αθηναγόρα. Ουδείς έχει το δικαίωμα να προβαίνη εις παρομοίας πράξεις. Το δικαίωμα έχει μόνον ολόκληρος η Ορθοδοξία». (Δήλωση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου, εφημ. Ορθόδοξος Τύπος, Νοέμβριος 1965).

 

Με την άρση των αναθεμάτων οι δύο πλευρές εννοούσαν την άρση του Σχίσματος. Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος, επίσημος απεσταλμένος εκείνη την περίοδο του Πατριάρχη Αθηναγόρα προς τους Ρωμαιοκαθολικούς, αποκαλύπτει το περιεχόμενο των μηνυμάτων που αντέλλασσαν Φανάρι και Βατικανό «μέχρι του τολμηρού επίσης μηνύματος που μου ανέθεσε ο Πατριάρχης να μεταβιβάσω στον πρόεδρο της Επιτροπής Σχέσεων Δύσης και Ανατολής, που ήταν ένας Γερμανός σεβάσμιος καρδινάλιος, ο Αυγουστίνος Μπέα».

 

Και συνεχίζει ο Αρχιεπίσκοπος: «Λίγο καιρό μετά, επισκέπτομαι τον Μπέα στη Νέα Υόρκη. Τον ρώτησα: ‘Τι λέτε, σεβασμιότατε, μπορούμε να φέρουμε τις Εκκλησίες μας πιο κοντά με την άρση του Σχίσματος;’ Μου λέει: ‘Καλή ιδέα, δεν ξέρω πως θα τη δεχτούν στη Ρώμη, αλλά εγώ νομίζω ότι πρέπει να γίνει η άρση του Σχίσματος. Έτσι, δεν θα έχουμε λόγο κανέναν να μην πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο’.

 

Ερώτηση Γ. Μαλούχου: «Την άρση του Σχίσματος ή του αναθέματος;».

 

Απάντηση Αρχιεπισκόπου: «Και τα δύο αυτά μαζί πηγαίνουνε, γιατί όταν κατέθεσαν οι αντιπρόσωποι του Πάπα το ανάθεμα, τρόπον τινά, με το οποίο αναθεμάτιζε ο Πάπας Νικόλαος τον Μιχαήλ Κηρουλάριο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ήταν το οριστικό Σχίσμα πια. Δεν έγινε άλλη επίσημος πράξις που να καθιερώσει το Σχίσμα ως μία διαιρετική γραμμή μεταξύ Ανατολής και Δύσεως» (Γ. Μαλούχου, Εγώ ο Ιάκωβος, σελ. 196-197).

 

Η άρση του σχίσματος εντάσσεται, άλλωστε, και στην λογική των αποφάσεων της Β Βατικανς Συνόδου, που πραγματοποιείτο εκείνο το διάστημα, για άρση της ακοινωνησίας και αναγνώριση των μυστηρίων των Ορθοδόξων.

 

Στο λατινικό μάλιστα κείμενο της «άρσεως των αναθεμάτων» υπάρχει ο όρος excommunicatio=ακοινωνησία, ο οποίος στην επίσημη μετάφραση του Οικουμενικού Πατριαρχείου μεταφράζεται ως «αναθέματα» (βλ. σχ. Τόμος Αγάπης, Vatican-Phanar (1958-1970), Rome- Istanbul 1971, σελ. 286-287).

 

Το κείμενο, δηλαδή μιλούσε για «άρση της ακοινωνησίας». «Οι New York Times μετέδωσαν την από κοινού αγγελίαν του Βατικανού και του Φαναρίου της 7ης Δεκεμβρίου 1965 δια την άρσιν του excommunicatio (της ακοινωνησίας του Λατινικού κειμένου) εις την πρώτην σελίδα, ως το τέλος του σχίσματος του 1054 και ως την επανέναρξιν της μυστηριακής κοινωνίας που είχε τότε δήθεν διακοπεί. Φαίνεται πλέον σαφώς ότι το Ελληνικόν κείμενον που αναγγέλει την ‘άρσιν των αναθεμάτων’ ήτο τεχνηέντως παραπλανητικόν. Φαίνεται είχε σκοπόν να αμβλύνη ενδεχομένας αρνητικάς αντιδράσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών» (π. Ιω. Ρωμανίδου, Ορθόδοξος και βατικάνειος συμφωνία περί Ουνίας,http://www.romanity.org/htm/rom.e.14.orthodoxi_kai_vatikania_sumfonia_peri_ounias.01.htm).

 

Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι ότι «ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ πρίν επισκεφθεί το Φανάρι (30-11-1979)… εξέφρασε τη βεβαιότητά του ότι η ενότητα έχει αποκατασταθεί στην πράξη (In Tat war derwiederhesteung der Einheit der Christen)» (Αντ. Παπαδόπουλου, Θεολογικός Διάλογος Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών (Ιστορία-Κείμενα-Προβλήματα), εκδ. οίκος αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη-Αθήνα 1996, σελ. 40).
….

Πατριάρχης Αθηναγόρας: «…είχομεν το ίδιον μυστήριον. Το ίδιον βάπτισμα, τα ίδια μυστήρια και ιδιαιτέρως το ίδιο Άγιον Ποτήριον. Τώρα που ξαναγυρίσαμεν εις το 1054, διατί δεν ξαναγυρίζομεν και εις το Άγιον Ποτήριον;». (Η προσλαλιά του Αθηναγόρου, Πρωτοπρεσβυτέρου Γ. Μεταλληνού, Οι διάλογοι χωρίς προσωπείον, σελ. 4-5). http://orthodoxia-pateriki.blogspot.gr/2009/06/blog-post_24.html

© 2026 ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ BLOG   Φιλοξενείται από Blogs.sch.gr

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση