Από έρευνες των τελευταίων ετών φαίνεται ότι το ελληνικό σχολείο παραμένει ακόμη και σήμερα αρκετά αυταρχικό, παραδοσιακό και συντηρητικό. Τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι η επιτήρηση του μαθητή, το σωφρονιστικό πνεύμα, η υπακοή, η πειθαρχία και η συμμόρφωση. Η συμπεριφορά των δασκάλων εξακολουθεί να είναι αυταρχική και καταπιεστική, η διδασκαλία λογοκοπική και οι κοινωνικές μορφές που δεσπόζουν η μετωπική και η ατομική.
Αν ήθελε να αναζητήσει κανείς τις πιθανές αιτίες, για τις οποίες -παρά την εσωτερική μεταρρύθμιση που συντελέστηκε στο ελληνικό σχολείο μετά το 1981 και την αισθητή βελτίωση της υλικοτεχνικής υποδομής των σχολείων σε πολλές περιπτώσεις- η διδασκαλία εμφανίζεται ακόμη σε μεγάλο βαθμό δασκαλοκεντρική και λογοκοπική, θα μπορούσε να αναφέρει τις ακόλουθες:
Τα νέα αναλυτικά προγράμματα και τα βιβλία του δασκάλου χαρακτηρίζονται από ένα μεγάλο βαθμό προγραμματισμού και λειτουργικής εξειδίκευσης των στόχων μάθησης, με αποτέλεσμα να περιορίζουν –πολλές φορές υπερβολικά– την πρωτοβουλία του δασκάλου και τη διάθεσή του για αυτοσχεδιασμό και εμπλοκή των μαθητών του στο σχεδιασμό και την υλοποίηση διδακτικών και μαθησιακών δραστηριοτήτων.
Τα ωρολόγια προγράμματα των σχολείων με τον κατακερματισμό των περιεχομένων της διδασκαλίας και της μάθησης σε χωριστά μαθήματα και τον αυστηρό χρονικό προγραμματισμό της διδασκαλίας των επιμέρους μαθημάτων λειτουργούν ως ασφυκτικός κλοιός για το δάσκαλο και τους μαθητές που τρέχουν ασθμαίνοντες να καλύψουν τη «διδακτέα ύλη».
Τα βιβλία του μαθητή πέρα από την υπερφόρτωσή τους με πολλά και ποικίλα περιεχόμενα διδασκαλίας, περιέχουν πληθώρα εμπεδωτικών ασκήσεων αντικειμενικού κυρίως τύπου. Αυτό οδηγεί τις περισσότερες φορές στον υπερτονισμό του αποτελέσματος και στην παραμέληση της διαδικασίας.
Το ένα και μοναδικό σχολικό βιβλίο για όλα τα σχολεία της επικράτειας σε όλα τα μαθήματα με την υπέρογκη ύλη και τον προγραμματισμένο χαρακτήρα του, έχει μετατρέψει τα σχολεία σε βιβλιοσχολεία και το δάσκαλο σε εφαρμοστή προεπιλεγμένων κειμένων και ασκήσεων και μάλιστα σε όλα τα σχολεία της επικράτειας με τον ίδιο περίπου τρόπο.
Οι περισσότεροι δάσκαλοι δε διαθέτουν την αναγκαία βασική κατάρτιση, αλλά ούτε και την κατάλληλη επιμόρφωση ή την ενημέρωση για τις εναλλακτικές μορφές διδασκαλίας και μάθησης και τις δυνατότητες της πρακτικής εφαρμογή τους. Άλλωστε οι ίδιοι ως μαθητές σε όλες τις βαθμίδες της γενικής εκπαίδευσης, ως φοιτητές στα Παν/μια, ως δάσκαλοι στα σχολεία και ως ακροατές διαλέξεων στα διάφορα επιμορφωτικά προγράμματα είχαν ελάχιστες ευκαιρίες να συνεργαστούν σε μικρές ομάδες για την οργάνωση δραστηριοτήτων ή να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν εναλλακτικές μορφές διδασκαλίας και μάθησης, επομένως στερούνται προσωπικών εμπειριών και βιωμάτων που θα τους έπειθαν για την αξία των μορφών αυτών και τη σκοπιμότητα της πρακτικής εφαρμογής τους.
Από την εισήγηση: «Οι σκοποί της διδασκαλίας σε μια ανοικτή κοινωνία και οι εναλλακτικές μορφές μάθησης»
του Ιωάννη Ν. ΚΑΝΑΚΗ, Καθηγητή του Π. Τ. Δ. Ε. Πανεπιστημίου Κρήτης
