ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ BLOG

6 Ιουλίου, 2011

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (28ο ΜΕΡΟΣ)

ΑΠΟ “ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ”


Η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου τελούσα ύπό τήν έπιρροήν του Αρχιεπίσκοπου Σπυρίδωνος προέβη εις τήν έξης άνακοίνωσιν έν σχέσει προς τους φοιτητάς τούς ακολουθούντας τό πάτριον έορτολόγιον.

«Φέρεται εις γνώσιν τών φοιτητών τής Σχολής ότι κατ’ άπόφασιν ομόφωνον τής Σχολής, ληφθείσαν κατά τήν Συνεδρίασιν τής 10ης ‘Οκτωβρίου 1950, δέν θά γίνωνται δεκτοί προς έξέτασιν, όσοι, έχόμενοι του παλαιού ημερολογίου, δέν ευρίσκονται εις κανονικάς σχέσεις προς τάς νομίμους εκκλησιαστικός αρχάς.
Οί τυχόν μέχρι τούδε εις κατάστασιν τοιαύτην διατελούντες, δέον να υποβάλλουν προς τήν Σχολήν τόν κανονικόν λίβελλον»

(Εκ της Θεολογικής Σχολής).

Ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων και ή ύπ’ αυτόν Σύνοδος ύπέβαλεν υπόμνημα είς τήν Κυβέρνησιν, δια τού οποίου υποδεικνύει σειράν μέτρων εναντίον τών άκολουθούντων τό πάτριον έορτολόγιον.
Ιδού τό απίστευτο αλλά και απαράδεκτο υπόμνημα τούτο

Ιούλιος 1950

Έξοχώτατε!

Ή Αγία και Ιερά Σύνοδος μετά μακράν μελέτην τού παλαιοημερολογιτικού ζητήματος, έχουσα ύπ’ όψιν μεταξύ άλλων και τά έξης:

1) Ότι ό παλαιοημερολογιτισμός είναι περισσότερον έπικίνδυνος πάσης προπαγάνδας και αυτής της κομμουνιστικής, διότι ευκόλως εύρίσκων οπαδούς ώς έκ τής γνωστής νοοτροπίας του Λαού μας, δημιουργεί καθ εκάστην νέα θρησκευτικά κόμματα, ατινα αλληλομαχόμενα προς αλλήλα, αποτελούσιν αυτοτελείς Όρθόδοξους Εκκλησίας, αίτινες, ώς έκ τής φύσεως τού ζητήματος πολλαπλασιαζόμεναι έπ’ αόριστον, θά διαιρέσωσι τήν Μίαν Όρθόδοξον Έκκλησίαν τής Ελλάδος εις πλήθος τοιούτων, αλληλομισουμένων και άλληλοπαραπονουμένων και θα συντελέσωσιν εις τήν θρησκευτικήν κοινωνικήν και έθνικήν άποσύνθεσιν και διάλυσιν τού Ελληνισμού.
Έάν τις ένθυμηθή, ότι μόνη ή θρησκευτική εμπάθεια του μονοφυσιτισμού διηυκόλυνε την κατάκτησιν της βυζαντινής Αυτοκρατορίας ύπό τών Μουσουλμάνων, δύναται νά κρίνη πόσον χείρονα δύναται νά διάπραξη ή μανία του παΛαιοημερολογιτισμού.
2) Ότι συνεπώς, καθώς και ό κομμουνισμός υπήρξε προγεφύρωμα τού Σλαυισμού διά τήν ύποδούλωσιν τής Ελλάδος, τοιουτοτρόπως και ό παλαιοημερολογιτισμός δύναται κάλλιστα νά χρησιμοποιηθεί ώς γέφυρα αυτού, ίνα εισδύση εις αυτήν ταύτην τήν καρδίαν τού Έθνους.
3) Ότι δέν πρόκειται απλώς περί λόγων και θεωριών, αλλά περί συνταρακτικών γεγονότων. Άρκεί νά ρίψη τις έν βλέμμα εις την πραγματικότητα…
4) Ότι τό κακόν έφθασεν εις τό μή περαιτέρω, ώς δεικνύει ή συνημμένη υπ’ αριθμ. 13 και άπό 26] 9 Μαΐου 1950 εγκύκλιος της Συνόδου τών παλαιοημερολογιτών δημοσιευθείσα έν τη «Φωνή τής Όρθοδοξίας», έπισήμω όργανο τής Εκκλησίας τών παλαιοημερολογιτών.
Ταύτα πάντα και πλείονα έτερα σχετικά έχουσα ύπ’ όψιν ή Ιερά Σύνοδος και πεποιθυία ότι πάσα περαιτέρω ανοχή τού παλαιοημερολογιτισμού τυγχάνει αδικαιολόγητος, απεφάσισε τήν δι’ όλων τών δυνάμεων τής Εκκλησίας δραστηρίαν και συστηματικήν αντιμέτωπισιν αυτού και προς τούτο συνέστησε μόνιμον Συνοδικήν έπιτροπήν, ήτις έν συνεργασία μετά τών Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών ήρξατο ήδη του έργου τούτου διά παντός νομου μέσου.
Επειδή δμως ό παλαιοημερολογιτισμός έξ ίσου ενδιαφέρει και τήν πολιτείαν, έχουσαν, όχι μόνον ύποχρέωσιν, αλλά και τήν δύναμιν, ίνα εξουδετέρωση αυτόν, διά τούτο ή Άγία καί Ιερά Σύνοδος έθεώρησε σκόπιμον, όπως έπικαλεσθεί και τήν συνεργασιαν υμών και προς τον σκοπον τούτον, το γε νυν, προτείνει τά έξης ληπτέα μέτρα:
1) Τήν διάλυσιν του Σωματείου ή Σωματείων τών παλαιοημερολογιτών, τήν άκύρωσιν τών καταστατικών αυτών και τήν παρεμπόδισιν έν τω μέλλοντι πάσης συστάσεως σωματείων, διότι ταύτα άποτελούσι νομιμοποίησιν τής εναντίον του κράτους και τής Εκκλησίας ανταρσίας και φαινομενικώς μέν είναι Σωματεία, έν τη πραγματικότητι όμως Έλληνικαί Αυτοκέφαλοι Ορθόδοξοι Έκκλησίαι.
2) Τήν έπίτευξιν διακομματικής συμφωνίας, καθ’ ήν άπαντα τά κόμματα θ’ άπόσχωσιν έν τω μέλλοντι πάσης κομματικής έκμεταλλεύσεως και υποστηρίξεως τού παλαιοημερολογιτισμού.
3) Τήν διάλυσιν τών Ναών αυτών, ώς ίδρυθέντων και λειτουργουντων παρανόμως, την υπαγωγήν αυτών εις τους γειτονικούς ενοριακούς Ναούς, και τήν αύστηράν έφαρμογήν του άρθρου 24 του περί Ιερών Ναών και εφημερίων Νόμου, δι ου απαγορεύεται ή άνευ αδείας τοϋ οικείου Μητροπολίτου και του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων άνέγερσις Ναού οίουδήποτε δόγματος, τών παραβατών τιμωρουμένων διά φυλακίσεως.
4) Τήν συστηματικήν δίωξιν τών καταχρήσεων του Μοναχικού βίου.
Προς τόν σκοπόν τούτον δύναται νά όρισθει διά Νόμου, ότι διαλύονται πάσαι αί Μοναί, αίτινες δέν έλειτούργησαν νομίμως άπό τής 1ης Ιανουαρίου 1920 και εντεύθεν, τών έν αύταίς διαιτωμένων αποστελλομένων, έπιμελεία τών κατά τόπους Άστυνομικών Άρχων, διατασσομένων νά έφαρμόσωσιν αμέσως και αυστηρώς τόν Νόμον, εις τά εστίας των, τής δέ περιουσίας αυτών περιερχομένης είς τόν Ο.Δ.Ε.Π. και ότι εφεξής Μοναί δύνανται νά ίδρύωνται μόνον ύπό τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, δι’ άποφάσεως τής Ιεράς Συνόδου.
ΕΊδικώτερον τόν άμεσον άποκλεισμόν τής Μονής Κερατέας, τόν έλεγχον και τήν διάλυσιν αυτής, διότι πολλά εγκλήματα διεπράχθησαν και διαπράττονται έν αύτή και τήν αμεσον έν αυτή έγκατάστασιν Όρφανοτροφείου.
5) ιην αύστηράν έφαρμογήν τών άρθρων 228 και 229 τού Ποινικού Ν μου. Κατά τό άρθρον 228 ό φέρων δημοσίαν στολήν ή άλλο διακριτικόν σημείον δημοσίου ύπαλλήλου τιμωρείται δια φυλακίσεως, κατά δέ τό άρθρον 229 τιμωρείται δι’ είρκτής ό μεταχειριζόμενος στολήν, τήν οποίαν δέν έχει τήν άδειαν νά φέρη, έπι σκοπώ του νά βλάψη ή άπατήση τό Κράτος ή ίδιώτην τίνα η νά έπιτύχη άθέμιτον κέρδος.
Προς έπιτυχίαν τού σκοπού τούτου δέον νά άσκηθή συστηματική δίωξις τών παραβατών μετά προηγουμένην σύστασιν προς τά Αστυνομικά όργανα, όπως ύποβάλλωσιν αμέσως τάς σχετικάς μηνύσεις προς τούς κ.κ. Εισαγγελείς νά εισάγωνται οί παραβάται δι’ άπ’ ευθείας κλήσεως και νά έκδικάζωνται ταχέως αί παραβάσεις.
Ή Εκκλησία τής Ελλάδος θά έφοδιάση τούς κληρικούς και μοναχούς αυτής δι’ ειδικής ταυτότητος, τής οποίας τόν τύπον θελει ανακοίνωση ύμίν έν καιρώ.
6) Τήν ύπό τών κατά τόπους Αστυνομικών Άρχων άσκησιν εποπτείας έπι τών ρασοφόρων και είδικώτερον τόν άναγκαστικόν έπαναπατρισμόν τών έξ Αγίου Όρους, άνευ αδείας τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, έκτος αυτού περιφερόμενων ρασοφόρων, και τήν λήψιν έν συνεννοήσει μετά τής έν Καρυαίς Πρωτεπιστασίας, Αστυνομικών μέτρων διά τήν έφ’ εξής έξ Αγίου Όρους άποδημίαν ρασοφόρων δι’ άδειων, καθοριζουσών τόν τόπον τής μεταβάσεως των, τόν σκοπόν και τόν χρόνον της μετακινήσεως αυτών. Δι’ αναλόγων αδειών δέον νά έφοδιάζωνται και οί εντός του Κράτους άπό τής μιας Μητροπολιτικής περιφερείας εις αλλην τοιαύτην ταξιδεύοντες κληρικοί και μοναχοί.Αί αστυνομικοί άρχαι δέον νά λαμβάνωσιν αύστηράς διάταγας, όπως εφαρμοζωνται ατέγκτως τα μέτρα ταύτα.
7) Τόν όρισμόν ειδικού αδικήματος διά τούς κληρικούς τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, οίτινες τιμωρούμενοι ή διωκόμενοι πειθαρχικώς προσχωρούν είς οίανδήποτε θρησκευτικήν όργάνωσιν τών παλαιοημερολογιτών και άσκούσι παρ’ αυτή τελετουργικά και άλλα εκκλησιαστικά καθήκοντα, ώς και τούς δεχομένους αυτούς θρησκευτικούς ή λαϊκούς προϊσταμένους της οίκείας θρησκευτικής Κοινότητος.
8. Τήν συστηματικήν δίωξιν τού δι αθεμίτων μέσων προσηλυτισμού έπι τη βάσει τής κειμένης νομοθεσίας ώς και πάσης παραβάσεως διατάξεων τού κοινού ποινικού νόμου έκ μέρους τών ρασοφόρων δι’ αναλόγου εφαρμογής των εν τέλει της παραγραφου 5 του παρόντος αναφερομένου, καί
9) Τήν έκδοσιν εγκυκλίων και διαταγών προς τάς αρμοδίας αρχάς καί υπηρεσίας τύ Κράτους, όπως ύποστηρίζωσι τόν αγώνα τής Εκκλησίας, συνεργαζόμενοι μετά τών Μητροπολιτών και δή α) Όπως έφαρμόζωσιν αυστηρώς τούς σχετικούς Νόμους, β) Όπως άπελαύνωσι τούς άνευ κανονικής αδείας ρασοφόρους, γ) Όπως παρεμποδίζωσι τήν άνέγερσιν Παλαιοημερολογιτικών Ναών καί Μονών καί όπως τά Ληξιαρχεία άποκλείωσι τάς πάλαιοημερολογιτικάς Ληξιαρχικάς πράξεις.
Τά ανωτέρω μέτρα έθεωρήσαμεν σκόπιμον όπως προτείνωμεν υμιν επί του παρόντος.

Δέν χρειάζονται κρίσεις έπί του ανωτέρω υπομνήματος διά νά πεισθή ό αναγνώστης περί του μεγέθους τής έμπαθείας, την έκτασιν τής κακότητος καί τήν έξαρσιν του μίσους άπό τούς συντάξαντας τό υπόμνημα τούτο.
Ή Ιερά Σύνοδος τών παλαιοημερολογιτών δι’ εγκυκλίου συνιστά έμμονήν, πειθαρχίαν καί προσευχήν, διά νά δυνηθή να άνθέξη ό διωκόμενος καί ταλαιπωρούμενος Ορθόδοξος Έλληνικός Λαός εις τά βίαια μέτρα τών «Αγίων Αρχιερέων» και δη του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος» καί του βοηθού του, εξ ίσου φανατικού Ρώγων Διονυσίου.
Η επίσημος Εκκλησία προσεπάθησε νά συσχετίση τά σκάνδαλα τής Μονής Κερατέας μετά τής Εκκλησίας τών Γνησίων Όρθοδόξων Χριστιανών. Ή Ιερά Σύνοδος τών Γνησίων Όρθοδόξων Χριστιανών προέβη εις τήν εξής δήλωσιν έν σχέσει μέ τά σκάνδαλα τής Γυναικείας Μονής Κερατέας

ΔΗΛΩΣΙΣ
Τής Ιεράς Συνόδου τής Εκκλησίας έν Ελλάδι
Γνησίων Όρθοδόξων Χριστιανών


Διά του παρόντος δηλούμεν ότι ούδεμίαν απολύτως πνευματικήν σχέσιν καί έπικοινωνίαν έχομεν μετά τής Γυναικείας Μονής Κερατέας, τής ανηκούσης είς τήν παρασυναγωγήν, ης προίσταται ό ιερεύς Ευγένιος Τόμπρος καί ή γνωστή Μαριάμ Σουλακιώτου άπό του έτους 1937. Κατά συνέπειαν δέ τας διαδιδομένος παρανόμους καί άτασθάλους αυτών πράξεις, ουχί μόνον άποδοκιμάζομεν, άλλα καί δηλούμεν ότι ή μητέρα Εκκλησία ούδεμίαν εύθύνην υπέχει διά πάν ό,τι συμβαίνει έν τη ώς άνω Μονή.

Ή Ιερά Σύνοδος τής Εκκλησίας τών Γνησίων Όρθοδόξων Χριστιανών
ο Πρόεδρος Ό πρώην Φλωρίνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ,

Τά Μέλη – Ό Κυκλάδων ΓΕΡΜΑΝΟΣ,

Ό Χριστιανουπόλεως ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ

Ό Διαυλείας ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ

Επίσης, τοιαύτας δηλώσεις καί ανακοινώσεις εναντίον τής Μονής τής Κερατέας έκαμαν καί ό Ιερός Σύνδεσμος τών Παλαιοημερολογιτών Κληρικών, ή Π.Θ.Ε.Ο.Κ., ή Ένωσις Νέων Γνησίων Όρθοδόξων Χριστιανών Ελλάδος.
Κατόπιν του υπομνήματος τής Διοικούσης Συνόδου τής Κρα:ούσης Εκκλησίας καί τής γνωματεύσεως τών κ. κ. Καθηγητών Σγουρίτσα, Τσάτσου καί Ράμμου έπί του παλαιοημερολογιτικού ζητήματος, ή Κυβέρνησις συνεζήτησε τό παλαιοημερολογιτικόν έν ‘Υπουργικώ Συμβουλίω, τη είσηγήσει του οργάνου τοϋ Αρχιεπισκόπου καί Υπουργού Εθνικής Παιδείας καί Θρησκευμάτων καί κατόπιν Εσωτερικών κ. Νικολάου Μπακοπούλου, καί εξέδωσε τήν ύπ’ αριθμ. 45 πράξιν αυτής.
Ιδού η απόφασις

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ

ΠΡΑΞΙΣ 45

Εν Αθήναις τη 3η Ίανουρίου 1951

Τό Υπουργικόν Συμβούλιον

Λαβόν ύπ’ δψιν τό ύπ’ αριθ. 3223]331]20-12-50 έγγραφον τής Ιεράς Συνόδου τής Εκκλησίας τής Ελλάδος προς τόν έπί τών Θρησκευμάτων καί Εθνικής Παιδείας ‘Υπουργόν, δι’ ου ή Εκκλησία ζητεί τήν έφαρμογήν τών κειμένων νόμων προς προστασίαν τής έν τω Κράτει Εκκλησιαστικής καί θρησκευτικής τάξεως καί ησυχίας, διαταρασσομένης ύπό κακόβουλων καί έκμεταλλευτών τού θρησκευτικού αισθήματος τών πολιτών.
2) Τήν του έγγραφου τούτου διαβιβασθείσαν έμπεριστατωμένην σχετικήν γνωμοδότησιν τών νομομαθών Γ. Ράμμου, καθηγητού του Πανεπιστημίου, Ζ. Σγουρίτσα, καθηγητού του Πανεπιστημίου καί Κων/νου Τσάτσου, τέως καθ/τού του Πανεπιστημίου καί 3) τήν δημιουργηθείσαν έξέγερσιν της κοινής γνώμης κατόπιν τής ύπό τών Δικαστικών ‘Αρχών άποκαλύψεως τών σκανδάλων του Παλαιοημερολογιτικού κέντρου τής Μονής Κερατέας.

Αποφασίζει

1) Νά εκτελεσθούν αί νομίμως έκδοθείσαι αποφάσεις ύπό τών αρμοδίων Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων καί ‘Αρχών κατά τών άντιποιουμένων τήν ιδιότητα του Κληρικού της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας Παλαιοημερολογιτών, νά έκτελεσθώσιν δέ αμέσως καί αί τυχόν εκδιδόμενοι νεώτεροι αποφάσεις.
2) Νά άποσχηματισθούν οί άνευ κανονικής καί νομίμου χειροτονίας έκ μέρους τών κανονικών αρχιερέων τής Όρθοδόξου ημών Εκκλησίας, φέροντες τό ίερατικόν σχήμα παλαιοημερολογίται δήθεν κληρικοί.
3) Νά διαταχθεί ή σύλληψις καί ή αποστολή εις τάς Μονάς τής μετανοίας των τών άκολουθούντων τό παλαιόν ήμερολόγιον μοναχών, ό άποσχηματισμός δέ καί ή παραπομπή εις τάς αρμοδίας δικαστικάς αρχάς τών έξ αυτών παρανόμως καί άντικανονικώς φερόντων το μοναχικον σχήμα.
4) Ν’ αποδοθούν εις τήν επίσημον Έκκλησίαν οί ύπό τών παλαιοημερολογιτών παρανόμως καί αυθαιρέτως καταληφθέντες κανονικοί ναοί καί αί ύπ’ αυτών παρανόμως καί αυθαιρέτως κα[εχομεναι κανονικοί μοναί.
5) Τήν έκτέλεσιν τών ανωτέρω αποφάσεων αναθέτει είς τούς Υπουργούς Δημοσίας Τάξεως, Δικαιοσύνης, Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας.

Έκδόσαν προς τούτο τήν υπ’ αριθ. 45 παρούσαν πράξιν του.

Ό Πρόεδρος Ό Αντιπρόεδρος Τά μέλη

Ακριβές Αντίγραφον Έν Αθήναις τη 10] 1] 51


Ό Γραμματεύς του Υπουργικού Συμβουλίου

Σ. Σπυριδάκης

Ακριβές Αντίγραφον
Ό Δ/ντής Θρησκευμάτων

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

http://entoytwnika.blogspot.com/2011/05/28.html

27 Ιουνίου, 2011

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (27ο ΜΕΡΟΣ)

ΑΠΟ “ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ”

Εν τω μεταξύ την σκυτάλη του Αρχιεπισκοπού θρόνου των Αθηνών ανέλαβε ο Σπυρίδων Βλάχος. Αναφερόμενος ο Αρχιεπ/πος Σπυρίδων, κατά την πρώτην συνεδρίαν της ΙΣΙ, της το παλαιοημερολογιτικόν ζήτημα, ως τούτο ενεφανίζετο κατά την εποχήν της αναρρήσεως αυτού εις τον Αρχιεπ/κόν θρόνον, έλεγεν ότι εύρεν ούτος τούτο «εις κατάστασιν αυτόχρημα γαγγραίνης».
Ιδού πώς εν επισήμω συνοδικώ ανακοινωθέντι περιγράφεται η κατάστασις αύτη απο τον ίδιο:

«Ουδείς νόμος ίσχυε και ουδεμία απαγορευτική διάταξις επεβάλλετο εις αυτούς (τους παλαιοημερολογίτας). Καθηρημένοι δι’ επαισχύντους πράξεις παρά της επισήμου Εκκλησίας εξηκολούθουν εμφανιζόμενοι ως ιερείς δι’ απλής προσχωρήσεως εις τον παλαιοημερολογιτισμόν, χοιροβοσκοί ετέλουν Επισκοπικά καθήκοντα και εξωμόται είχον το θράσος να κηρύττωσι σχισματικούς απαξάπαντας τους ορθοδόξους Έλληνας χριστιανούς και άκυρον το βάπτισμα αυτών, αξιούντες να χρίωσιν αυτούς εκ νέου δι’ «ορθοδόξου», κατ’ αυτούς, μύρου, αγνώστου προελεύσεως. Καθ’ ον χρόνον ναοί και παλαιαί ιστορικαί Μοναί, σεμνώματα της ορθοδόξου Ελληνοχριστιανικής παραδόσεως, έκλειον τας πύλας των και κατηρειπούντο λόγω των γνωστών συνθηκών, ως μύκητες εξεφύτρωνον και κατεσπίλουν το ιερόν εδάφιον της ενδόξου γης δήθεν «Ναοί» και «Μοναί» παλαιοημερολογιτικαί, εν τη πραγματικότητι δε καταγώγια και λησταρχεία, άνευ ουδενός ελέγχου και ουδεμιάς ουδαμόθεν αδείας» («Εκκλησία» 1953 σ. 49.).

Αυτά όμως λέγει ο Σπυρίδων Βλάχος. Ας δούμε όμως τα γεγονότα απο αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων της εποχής εκείνης.

«Ο Σπυρίδων επεσκέφθη τον πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον, μετά του οποίου συνεδέετο (παλαιότερα) απο μακρού χρόνου αδελφικής φιλίας, διότι εκτός των άλλων τους είχον συνδέσει κοινοί αγώνες δι΄ αδελφικής φιλίας, διότι εκτός των άλλων τους είχον συνδέσει κοινοί αγώνες εν Μακεδονία και αλλαχού κατά των βαρβάρων κατακτητών, και είπε προς αυτόν τα εξής
«Χρυσόστομε, η Εκκλησία μας έκαμε Πρίγκιπας, πρέπει να φροντίσωμεν να διαλύσωμεν την Μονήν της Κερατέας (εις την οποία εκείνην την εποχή έγιναν μεγάλα σκάνδαλα), η οποία δεν είναι κέντρον ευσεβείας, αλλά κέντρον εκμεταλλεύσεως… κατόπιν θα εύρωμεν λύσιν επι του παλαιοημερολογίτικου ζητήματος….»
Ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος και η παρ΄ αυτώ Ιερά Σύνοδος, επίστευσαν εις τους λόγους του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος, ότι πράγματι ενδιαφέρεται δια την ενότητα της πίστεως και την τήρησιν των Ιερών Κανόνων και ότι όντως επιθυμεί την διάλυσιν της παρατάξεως των αντικανονικών Επισκόπων, παρακινούμενος εξ΄ ενθέου ζήλου προς τους Θείους και Ιερούς Κανόνας, οίτινες παρεβιάσθησαν δια των αντικανονικών χειροτονιών.
Όμως άλλος ήτο ο πραγματικός του σκοπός, ως εκ των υστέρων αποδείχθει. Σκοπός του ήτο η δίωξις σύμπαντος του κόσμου των παλαιοημερολογιτών και δή της πνευματικής ηγεσίας αυτών. Τούτο κατεδηλώθη κατά τους σφοδρούς διωγμούς, συνισταμένους εις εξορίας, και εις κλείσιμον των ιερών Ναών των υπαγομένων εις τον πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομον».
(Καραμήτσου – Γαμβρούλια ”Η ΑΓΩΝΙΑ ΕΝ ΤΩ ΚΗΠΩ ΓΕΣΘΗΜΑΝΗ σελ. 235-236).

Το παράδοξον και περίεργον είναι ότι εκινήθη εντελώς αντίθετα απ΄ ότι υπεσχέσθη εις τον πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομο. Η μονή της Κερατέας υφίστατο και ελειτούργει ανενοχλήτως και μετά την αποκάλυψιν των τότε σκανδάλων! Τότε ο πρ. Φλωρίνης αντιλαμβανόμενος την κοροιδίαν υπό του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος και τους διωγμούς εις τους οποίους προέβη, ανακοίνωσε την έκδοσιν της ενωτικής 13/26-9-1950 Εγκυκλίου υπ΄ αριθ. 13 αναφέροντας τα εξής


ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΑΡ. 13,

«Προς τους ευλαβέστατους Ιερείς της καΘ’ ημάς
άγιωτάτης Εκκλησίας των Γνησίων ΌρΘοδ. Χριστιανών

Τέκνα έν Κυρίω αγαπητά

Χάρις ύμίν και ειρήνη παρά Θεού, παρ’ ημών δε ευχή και ευλογία

Ή Ιερά Σύνοδος της καθ’ ημάς Άγιωτάτης Εκκλησίας, Λαβούσα ύπ’ όψιν πληροφορίας, καθ’ ας τινές των ευλαβέστατων ιερέων ημών άμελούσι τήν έκπλήρωσιν τών καθηκόντων αυτών βάσει τών Θείων και Ιερών Κανόνων και της ύφ’ ημών δοθείσης ομολογίας κατά το σωτήριον έτος 1935, προαγόμεθα όπως υπόμνήσωμεν πάσιν αύτοίς τά ακόλουθα:

Κατά το σωτήριον έτος 1935 έκηρύξαμεν τήν Έκκλησίαν τών Καινοτόμων νεοημερολογιτών σχισματικήν. Έπαναλαμβάνομεν και αύθις τήν τοιαύτην διακήρυξιν και κατά συνέπειαν έντελλόμέθα τήν έφαρμογήν τοϋ Α’ Κανόνος του Μεγάλου Βασιλείου δεδομένου δτι τά υπό τών νεοημερολογιτών τελούμενα Μυστήρια, ως σχισματικών όντων τούτων, στερούνται της αγιαστικής χάριτος.

Ωσαύτως ούδένα νεοημερολογίτην δέον νά δέχησθε εις τους κόλπους της καθ’ ημάς Άγιωτάτης Εκκλησίας και κατά συνέπειαν νά έξυπηρετήτε τούτον, άνευ προηγουμένης ομολογίας δι’ ής νά καταδικάζη ούτος τήν καινοτομίαν τών νεοημερολογιτών και νά κηρύσση τήν Έκκλησίαν τούτων σχισματικήν. Προκειμένου δε περί βαπτισθέντων υπό τών καινοτόμων νά μυρώνωνται δι’ Αγίου Μύρου, ορθοδόξου προελεύσεως, τό όποιον ευρίσκεται έν άφθονία παρ’ ημίν.

‘Επι ταύτη δε την εύκαιρία, άπευθύνομεν προς πάντας τους Γνησίους Όρθοδόξους Χριστιανούς υστάτην έκκλησιν καλούντες αυτούς πατρικώς, όπως προσέλθωσιν είς ένωσιν μεθ’ ημών, ην επιβάλλει τό συμφέρον του ίερού υπέρ της πατρώας εύσεβείας ημών αγώνος και αποτελεί τόν διακαή πόθον πάντων ημών.

Προσκαλούντες δε υμάς, αίρομεν τά έξ υπαιτιότητας ημών δημιουργηθέντα σκάνδαλα και προς τούτο άνακαλούμεν και άποκηρύσσομεν πάν ό, τι άπό του έτους 1937 έως σήμερον έγράφη και ελέχθη ύφ’ ημών, διά κηρυγμάτων, διασαφήσεων, δήμοσιευμάτων, και εγκυκλίων, άπάδον και άντιστρατευόμενον προς τάς αρχάς της Όρθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας του Χριστού και ύφ’ ημών διεξαγόμενου Ίερού Αγώνος υπέρ της Όρθοδοξίας, ούτινος τό κήρυγμα περιλαμβάνεται έν τη έκδοθείση έγκυκλίω υπό της Ιεράς Συνόδου κατά τό έτος 1935 άνευ ουδεμιάς προσθήκης και αφαιρέσεως και αυτόν τόν έπιστημονικόν όρον «Δυνάμει και ενεργεία».

Ταύτα πάντα δηλούμεν δι΄ ύστάτην φοράν, χάριν τών σκανδαλισθέντων χριστιανών, ων έπιθυμούμεν τήν ψυχικήν σωτηρίαν και έπ’ εύκαιρίας διακηρύσσομεν, ότι πάντες ήμείς δέον νά φυλάσσωμεν τήν ύφ’ ημών δοθείσαν όμολογίαν έν έτει 1935 άκεραίαν μέχρι τέλους της ζωής ημών επικαλούμενοι τό έλεος του Θεού διά πάσαν παρέκκλισιν.

Στώμεν όθεν καλώς
Μετ’ ευχών Διαπύρων
Ή Ιερά Σύνοδος
Ό Πρόεδρος Ό πρώην Φλωρίνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
τά μέλη Ό Κυκλάδων ΓΕΡΜΑΝΟΣ,
Ό Χριστιανουπόλεως ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ,
Ό Διαυλείας ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ»


Η Εγκύκλιος αυτή ήταν ενωτική. Διό εγράφη εν πνεύματι οικονομίας και συγκαταβάσεως προς ένωσιν, ο δε λόγος ταύτης εμφανίζεται αμφίνοος και αναιρών τα πρόδηλα δι΄ υποδηλουμένων. Η εν αυτή δήλωσις εμμονής εις την ομολογίαν του 1935 και εις τας «αρχάς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας του Χριστού», βεβαίως, αναιρεί τα εν τη Εγκυκλιώ ορθοδόξως απάδοντα. Δηλαδή το ότι «τα υπό των νεοημερολογιτών τελούμενα Μυστήρια» «στερούνται της αγιαστικής Χάριτος», το ότι οι προσερχομένοι εις την ένστασιν καινοτόμοι δέον όπως αναμυρώνωνται και την ανάκλησιν του όρου «δυνάμει και ενεργεία». Εφ΄ όσον το κήρυγμα της Εγκυκλίου του 1935 όπως λαμβάνεται «άνευ ουδεμίας προσθήκης και αφαιρέσεως», έπεται ότι ισχύει η ομολογία ταύτης, η κηρύττουσα «την Εκκλησίαν των καινοτόμων νεοημερολογιτών σχισματικήν» δυνάμει. Δηλαδή ότι η Εκκλησία αύτη, ήγουν η καινοτόμος Ιεραρχία, εκηρύχθη σχισματική αφ΄ εαυτής και υπό των Ορθοδόξων ενισταμένων, όχι όμως εισέτι και παρά του αρμοδίου πρός τούτο εκκλησιαστικού οργάνου, ήτοι της πανορθοδόξου Συνόδου, ή των απανταχού κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών δι΄ αποφάσεων αυτών εν ομονοία Ορθοδοξίας.
Συνεπώς το πνεύμα της Εγκυκλίου του 1950 συμφωνεί βασικώς προς τα κείμενα της Διαμαρτυρίας και Δηλώσεως του 1935. Ούτω τα εν τη Εγκυκλίω του 1950 λεγόμενα αορίστως «σκάνδαλα» προδήλως δεν αναφέρονται εις την πίστιν, αλλά εις την οικονομίαν του λόγου των γραφέντων και λεχθέντων «απο του έτους 1937 εως σήμερον», ήτοι του 1950. Διο και το νέον στοιχείον περί αναμυρώσεως των προσερχομένων εκ της καινοτομίας, εν τη πράξει παρέμεινεν ανενέργητον, όσον αφορά εις τον πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον.
Αυτό βεβαίως ομολογούν και οι ίδιοι οι αντικείμενοι προς τον πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομον. Ομολογούν οι ίδιοι ότι ο πρ. Φλωρίνης «αυτήν την Εγκύκλιον του 1950» «ποτέ δεν την εφάρμοσε». Ούτος, λέγουν, «ποτέ δεν επίστευσεν» εις αυτήν ως και οι προς τούτον αντιλέγοντες, ήτοι εν τω πνεύματι του ενεργεία, «αλλά και επανήλθε» κατ΄αυτούς «εις την προτέραν» «κατάστασιν» του δυνάμει. Ο Φλωρίνης, τονίζουν, «δεν επίστευσεν» ότι οι ΓΟΧ «είναι ιδιαιτέρα Εκκλησία» αλλά υποστήριζεν, ότι ούτοι αποτελούσι την αλύμαντον (αβλαβή και σώα) πλευρά και φρουρά πίστεως εντός της εν Ελλάδι Εκκλησίας (Ιερομονάχου Αμφιλοχίου «Γνώσεσθαι την αλήθειαν» Αθήναι 1984 σ. 20-23). Διό τον Δεκέμβριον του ιδίου έτους, 1950, ο πρώην Φλωρίνης δηλώνει και εις την Φωνήν της Ορθοδοξίας και εις την εφημερίδα Βραδυνή, ότι αμυνόμενος έπραξε τούτο, δηλαδή υπέγραψε την Εγκύκλιον του 1950. Το αυτό δέ επανέλαβε και εν έτει 1953. Ο σκοπός του ήτο όπως ενώση τούτους (ΓΟΧ) όντας διηρημένους. Ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος και οι λοιποί μετ΄ αυτού Αρχιερείς προέβησαν εις την έκδοσιν της ανωτέρω Εγκυκλίου, αγωνιώντες δια την ενότητα του παλαιοημερολογίτικου κόσμου και ενδιαφερόμενοι δια την ακρίβεια της πίστεως, εν΄ όψει δέ και των προβλεπομένων διωγμών, τους οποίους έπρεπε να αντιμετωπίση σθεναρώς και ηνωμένος ο κόσμος των ΓΟΧ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

http://entoytwnika.blogspot.com/2011/05/27.html

24 Ιουνίου, 2011

Ἔκδηλα σημάδια κοπώσεως, ἐνῶ ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μαίνεται

Κουράστηκαν ἢ ἀδιαφοροῦν οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ

καὶ σιωπηλὰ παραδίδονται στὸν Οἰκουμενισμό;

……

Ἡ κόπωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος εἶναι ἐμφανὴς σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμε:

1. Ἀσφαλῶς καὶ δὲν εἶναι εὔκολο στὸν καθένα νὰ κρίνει τὸ ἔργο τῶν πνευματικῶν. Παλεύουν καὶ κονταριοχτυπιοῦνται μὲ «τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας» γιὰ νὰ βοηθήσουν καὶ νὰ νεκραναστήσουν κάθε πεπτωκότα. Ὅμως, ἡ ἀδράνεια τῶν πνευματικῶν στὸ θέμα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ —ποὺ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ἀδιαφορία τῶν πιστῶν γιὰ τὴν καταπολέμηση τῆς αἱρέσεως, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ἄγνοια τοῦ τί ἀκριβῶς εἶναι ὁ Οἰκουμενισμὸς— δίνει τὸ στίγμα μιᾶς «καινοτομίας» στο πνευματικὸ ργο τῆς καθοδηγήσεως τῶν πιστῶν γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως. Ὅπως δι’ ὀλίγων ἐπισημάνθηκε παραπάνω, οὐδέποτε οἱ ποιμένες (ἐπίσκοποι καὶ πνευματικοὶ) ἔδειχναν τόση καὶ τέτοια ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἐκδίωξη τῆς αἱρέσεως, ἡ ὁποία ὡς μολυσματικὴ ἀσθένεια ἔχει μολύνει ὄχι μόνο τοὺς εὐσεβεῖς πιστούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς ποιμένες!

Ἔχουν, ἄραγε, τόσο μεγάλη πεποίθηση στὸν ἑαυτό τους οἱ σημερινοὶ πνευματικοὶ πατέρες, ὥστε νὰ πιστεύουν ὅτι τὰ πνευματικά τους παιδιά, ὑπὸ τὴν καθοδήγησή τους, δὲν ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν αἵρεση; Ἔδειξαν γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὸ ἓν δέκατο τοῦ ἐνδιαφέροντος ποὺ δείχνουν γιὰ τὰ οἰκονομικὰ καὶ ἐθνικὰ θέματα, γιὰ τὴν Κάρτα τοῦ Πολίτη καὶ τόσα ἄλλα θέματα λιγότερο ἢ περισσότερο ἐπουσιώδη; Ἢ μήπως, ἡ ἀδιάφορη καὶ ἐφεκτικὴ στάση τους ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δηλοῖ προσωπικὸ φόβο καὶ ἐπαγγελματικὴ ἰδιοτέλεια, ἐφ’ ὅσον ἡ καταπολέμησή του συνεπάγεται ρήξη καὶ σύγκρουση μὲ τὸ ἐξουσιαστικὸ καθεστὼς τῆς δεσποτοκρατίας; Τὸ καθεστὼς ποὺ ἀρνεῖται πεισμόνως καὶ σκανδαλωδῶς νὰ ἀπαντήσει ἂν ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι αἵρεση, τὸ καθεστὼς ποὺ ἔχει σιωπηρὰ ἀποδεχθεῖ ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι «ἐκκλησία» καὶ ἔχει ἐντάξει τὴν Ὀρθοδόξη Ἐκκλησία στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, αὐτὴ τὴν αἱρετικὴ σφηκοφωλιὰ τοῦ Προτεσταντισμοῦ;

2. Ἐπίσης, εἶναι ἐμφανὴς ἡ κόπωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ πρωτοσελίδες διαμαρτυρίες τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Τύπου κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔχουν ἐλαττωθεῖ. Παρατηρεῖται τὸ φαινόμενο, ὅσο περισσότερες συμπροσευχὲς γίνονται, τόσο χλιαρότερες νὰ εἶναι καὶ οἱ ἀντιδράσεις τῶν πιστῶν. Ἡ τελευταία συμπροσευχὴ μετὰ τῶν Παπικὼν στο Ρέθυμνο, φαίνεται πὼς δὲν ἔκανε πιὰ καὶ τόση ἐντύπωση, δὲν σχολιάστηκε ὡς συμπροσευχή. Τὸ μικρόβιο-δηλητήριο τοῦ οἰκουμενιστικοῦ μιθριδατισμοῦ ἔχει παραλύσει τὸ ἀνοσοποιητικὸ σύστημα τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.

Τὰ παραπάνω γράφονται μὲ ἀφορμὴ τὴν πρόσφατη συνάντηση μελῶν τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων–Ρωμαιοκαθολικῶν στὸ Ρέθυμνο Κρήτης (15-17 Ἰουνίου).

Στὴ συνάντηση αὐτὴ συνεχίστηκε συνειδητὰ καὶ προκλητικὰ ἡ παράβαση τῶν Ἱερῶν Κανόνων περὶ συμπροσευχῶν, ἀφοῦ ἀγνοήθηκαν οἱ διαμαρτυρίες τῶν πιστῶν ἀπὸ τοὺς αὐθαιρετοῦντας «ὀρθοδόξους» συνέδρους. Ἐπανέλαβε ὁ καρδινάλιος Kurt Koch τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ Βατικανοῦ περὶ «δύο πνευμόνων», χωρὶς νὰ ἀντιδράσουν οἱ πνευματικοὶ ποιμένες καὶ οἱ ἐπίσκοποί μας. Καὶ δὲν ἐννοοῦμε τοὺς συμμετέχοντες στὸν διάλογο «ὀρθοδόξους» ἐπισκόπους, (ἀπὸ αὐτοὺς πλέον τίποτα δὲν περιμένουμε, ἀφοῦ κάθε φορὰ ἐπιβεβαιώνουν καὶ ἀναβαθμίζουν τὸ αἱρετικὸ προφίλ τους), ἀλλὰ τοὺς ὑπολοίπους ποιμένες μας.

Τὰ ἱστολόγια, ἐπίσης, αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν ἐπεσήμαναν καὶ δὲν διαμαρτυρήθηκαν —ὅπως ἔπραξαν γιὰ ἄλλες συμπροσευχὲς στὸ ἐγγὺς καὶ ἀπώτερο παρελθὸν— γιὰ τὶς τελευταῖες συμπροσευχὲς κατὰ τὴν διεξαγωγὴ τοῦ Διαλόγου στο Ρέθυμνο Κρήτης. Κι αὐτὸ εἶναι ἄλλο ἕνα σαφὲς δεῖγμα τῆς ἐξοικείωσης μὲ τὴν αἵρεση. Τὰ δὲ σχόλια τῶν πιστῶν στὰ ἐκκλησιαστικὰ ἱστολόγια, τώρα ἔχουν σχεδὸν μηδενισθεῖ. Κι ὅμως, πρὶν μερικοὺς μόλις μῆνες οἱ σχολιογράφοι ἀντιδροῦσαν ἔντονα, κι ἔτσι ἔδιναν τὸ μήνυμα στὶς ἡγεσίες τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν ὅτι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ἀκόμα ἀντιστέκεται καὶ παραμένει φρουρὸς ἄγρυπνος, καὶ αὐτὸ τοὺς ἔκανε διστακτικοὺς στὰ βήματα-ἀνοίγματα ποὺ ἐπιχειροῦσαν.

Ὁ ὅποιος, λοιπόν, ἀγῶνας τῶν λίγων ἀποτελματώθηκε, ἐξ αἰτίας τῆς διστακτικότητας καὶ τῆς ἀναβλητικότητας ἐκείνων ποὺ ἔπρεπε νὰ εἶναι πρωτοπόροι. Καὶ αὐτὸ τὸ τέλμα σὲ λίγο θὰ ἀρχίσει (ἔχει ἤδη ἀρχίσει) νὰ ἀναδίδει δυσωδία.

Διοργανώνουν οἱ ἡγέτες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τὴν μία οἰκουμενιστικὴ συνάντηση πίσω ἀπὸ τὴν ἄλλη, πραγματοποιοῦν δεκάδες συνέδρια τῶν εἴκοσι καὶ τριάντα ἀτόμων (καὶ αὐτοὶ οἱ ἐλάχιστοι καὶ ὀλίγιστοι διαμορφώνουν τὶς συνειδήσεις), ἐπαναλαμβάνουν τὶς ἴδιες αἱρετικὲς θέσεις (καὶ ἄλλες ἀκόμα πιὸ προωθημένες), οἱ ὁποῖες πρὶν μερικὰ χρόνια εἶχαν ξεσηκώσει θύελλα ἀντιδράσεων· καὶ ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων καμιὰ σθεναρὴ ἀντίδραση δὲν ἀκούγεται, δὲν προγραμματίζεται, δὲν ἐκδηλώνεται.

Ὁ καρδινάλιος Kurt Koch στὸ Ρέθυμνο (πρὸς χαρὰν τοῦ συμπροέδρου μητροπολίτου Περγάμου), ἐπανέλαβε ὅτι προχωροῦν στὴν ἕνωση τῶν «ἐκκλησιῶν», χωρὶς οἱ αἱρετικοὶ παπικοὶ νὰ διαγράψουν τὶς αἱρέσεις τους καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στην ὀρθὴ Πίστη. Εἶπε: «θὰ πρέπει νὰ ἐπιστρέψουμε πίσω στὴν πραγματικὴ ἔννοια τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας ὅπως ἦταν στοὺς πρώτους αἰῶνες. Οἱ διάφορες παραδόσεις μποροῦν νὰ συνεχίσουν νὰ μένουν μέσα στὴν διαφοροποίηση…»!

Ἄρα, κατὰ τὸν καρδινάλιο (συνευδοκοῦντος τοῦ Περγάμου κ. Ἰωάννη Ζηζιούλα καὶ ἀποδεχομένου τὴν «σοφία» τοῦ Koch) σήμερα δὲν ὑπάρχει ὡς πραγματικότητα ἡ ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ! Αὐτὴ θὰ ὑπάρξει, ὅταν ἀποδεχθοῦμε καὶ τὶς αἱρέσεις τῶν Παπικῶν ὡς ἐκκλησιαστικὲς Παραδόσεις(!), ὅταν ἑνωθοῦμε ὑπὸ τὸν Πάπα καὶ ἔτσι συνεχίσει ἡ κάθε «πλευρὰ» νὰ ἔχει τὶς διαφοροποιημένες θέσεις της. Ἐμεῖς τὴν παρεφθαρμένη πλέον «Ὀρθοδοξία» καὶ οἱ Παπικοὶ τὴν ὀρθοδοξοποιημένη αἵρεση!

Καὶ συνεχίζοντας ὁ καρδινάλιος εἶπε βλάσφημα πώς, ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἐγωϊστικοὶ καὶ αἱρετικοὶ σχεδιασμοὶ γιὰ μία παρὰ «φύσιν» καὶ παρὰ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες «ἕνωση», εναι θέλημα το Χριστο! «Ἡ θέλησή μας εἶναι ἡ θέληση τοῦ Κυρίου, ὥστε ὅλοι νὰ ἑνωθοῦν. Ἕνας σημαντικὸς παράγοντας γιὰ τὴν ὑλοποίηση αὐτῆς τῆς θείας ἐντολῆς εἶναι ὁ θεολογικὸς διάλογος μεταξὺ τῶν δύο ἐκκλησιῶν. Εἴχαμε μία χιλιετία ὅπου ζήσαμε μαζὶ καὶ εἴχαμε κοινὰ πράγματα καὶ μία δεύτερη χιλιετία στὴν ὁποία οἱ δύο ἐκκλησίες εἶναι διαλυμένες».

Σὲ ἄλλο σημεῖο ἡ αὐτοῦ ἐξοχότης καρδινάλιος Koch χαρακτήρισε τὶς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ ὡς «διαφορετικὴ παράδοση», ἐξίσωσε τὴν Πίστη μὲ τὸν «πολιτισμὸ» καὶ ὀνόμασε τὶς κακοδοξίες «ἄνθη» τοῦ κήπου τῆς Ἐκκλησίας! Θαυμάστε τὸν «εὐώδη» λόγο τοῦ καρδινάλιου: «Οἱ διάφορες παραδόσεις μποροῦν νὰ συνεχίσουν νὰ ὑπάρχουν. Ὁ οἰκουμενισμὸς δὲ σημαίνει ὅτι θὰ δημιουργήσει κανεὶς ἕναν μονοπολιτισμό, ἀλλὰ εἶναι ἕνας κῆπος μὲ πολλὰ ἄνθη καὶ τὰ ἄνθη πρέπει μεταξύ τους νὰ σέβονται τὸ ἕνα τὸ ἄλλο παρότι βρίσκονται στὸν ἴδιο κῆπο».

Τὰ «ἄνθη τοῦ κακοῦ», λοιπόν, ἐξαγιάζονται καὶ ἀπαιτοῦν ἀναγνώριση ἀπὸ τὰ φαναριώτικα «ἄνθη τοῦ καλοῦ», ποὺ ὅπως φαίνεται, ἤδη τὴν ἔχουν λάβει.

Μόνο, ποὺ τὰ «μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου, τὰ πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου», δηλαδὴ οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ ὅσοι τοὺς ἀκολουθοῦν, δὲν θὰ δώσουν ποτὲ αὐτὴ τὴν ἀναγνώριση στὰ κακόδοξα σχήματα τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

……

Αποσπάσματα από ενημερωτικό δελτίο τῆς Φιλορθοδόξου Ενώσεως «Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος»

Υ.Γ. Αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Βατικανό

Αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με επικεφαλής τον Σεβ. Μητροπολίτη Γαλλίας κ. Εμμανουήλ, θα φθάσει στο Βατικανό για να συμμετάσχουν στον εορτασμό των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, που εορτάζεται από στις 29 Ιουνίου.

Να σημειωθεί ότι ο Πάπας Βενέδικτος θα συναντηθεί με την Αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την παραμονή της εορτής την Τρίτη 28 Ιουνίου.

Επίσης τα μέλη της Αντιπροσωπείας θα συναντηθούν επίσης με τον Καρδινάλιο Kurt Koch, Πρόεδρο του Ποντιφικού Συμβουλίου για την Προώθηση της Χριστιανικής Ενότητας.

Σύμφωνα με την πράδοση των τελευταίων δέκα ετών, η Αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου θα παραστεί στην πανηγυρική Θεία Λειτουργία στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου.

http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=8466:2011-06-23-13-46-05&catid=33:2009-12-18-08-37-34

19 Ιουνίου, 2011

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (25ο ΚΑΙ 26ο ΜΕΡΟΣ)

ΑΠΟ “ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ”

25ο ΜΕΡΟΣ:

Ό Επίσκοπος Βρεσθένης Ματθαίος, προέβη έν ετει 1948 μόνος του, άντικανονικώς, εις χειροτονίας ‘Αρχιερέων. Την πράξιν του ταύτην την άντικανονικήν ή Ιερά Σύνοδος των Γνησίων ‘Ορθοδόξων Χριστιανών άπεκήρυξε δι’ άνακοινωθέντος έχοντος οΰτως:

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

Της ‘Ιεράς Συνόδου των Γνησίων Όρθοδόξων Χριστιανών Ελλάδος

«Μετά βαθύτατης θλίψεως έπληροφορήθημεν και ημείς το Έκκλησιαστικόν πραξικόπημα, εις δ προέβη ό ‘Επίσκοπος Βρεσθένης, χειροτονήσας ‘Επισκόπους άντικανονικώς, άνευ ούδεμιας εκκλησιαστικής ανάγκης, άλλα μόνον προς έκμετάλλευσιν και εξυπηρέτησιν των προσωπικών και ατομικών αυτού συμφερόντων. Την τοιαύτην πραξικοπηματικήν και έξωφρενικήν πράξιν αποκηρύττοντες με ολην την δύναμιν της ψυχής μας, μετά βδελυγμίας δηλούμεν, δτι ήμείς ούδεμίαν εύθύνην ύπέχομεν διά την τοιαύτην άντικανονικήν πράξιν, γνωστού όντος δτι ό έν λόγω Επίσκοπος εις ούδεμίαν Εκκλησιαστικήν έπικοινωνίαν έρχεται μεθ’ ημών, αποκηρυχθείς ως παρασυνάγωγος λόγω των πολλών και αλλεπαλλήλων αύτοΰ αντικανονικών πράξεων είς ας εξωθείται ύπό τοϋ περιβάλλοντος του.

Πάντα ταύτα θλίβουν ημάς βαθύτατα δι’ ο και εύχόμεθα δπως αί άρμόδιαι εκκλησιαστικοί αρχαί άρθώσιν εις το ύψος των περίστάσεων και θεραπεύσωσι την χαίνουσαν πληγήν του ημερολογιακού ζητήματος.

Η Ιερά Σύνοδος των Γνησίων ‘Ορθοδόξων Χριστιανών

Ό πρώην Φλωρίνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Τά Μέλη

Ό Μεγαρίδος ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ

Ό Διαυλείας ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ

Εις την ιδίαν περίπου άποκήρυξιν των αντικανονικών τούτων χειροτονιών προήλθε και ή Π.Θ.Ε.Ο.Κ.

Οi περί τον Έπίσκοπον Βρεσθένης Ματθαίον έξέδωκαν διαφόρους κατά καιρούς πραγματείας δι’ ων προσπαθούσι να δικαιολογήσωσι την άντικανονικήν ταύτην πράξιν, ή οποία ως Σινικόν τείχος έχώρισε και χωρίζει τους έν Ελλάδι παλαιοημερολογίτας.

Για τη δημιουργία της «εκκλησίας» του Ματθαίου συνεργάσθηκαν συντόνως ό Ιερέας Ευγένιος Τόμπρος και ή μοναχή – γερόντισσα της Κερατέας Μαριάμ Σουλακιώτου.

Ό Ευγένιος Τόμπρος ήταν άπό την Κέρκυρα, Ιερέας του νέου ημερολογίου, εφημέριος στο χωριό Ευρωπούλοι, οι κάτοικοι του οποίου στην πλειοψηφία τους ακολουθούσαν το πάτριον έορτολόγιον και πίεζαν τον Τόμπρον να γυρίση και αυτός. Το 1936 ό Τόμπρος ίκανε προσπάθειες αλλά απέτυχε να μετατεθή άπό τον τότε «μητροπολίτη» Κερκύρας ‘Αλέξανδρο στον ενοριακό Ναό ‘Αγίων Πάντων στην πόλι της Κερκύρας, και ενώπιον του αδιεξόδου, άπεφάσισε να στραφή υπέρ των κατοίκων του χωρίου του και στις 30 Ίουλίου 1936 αποκηρύσσει τον ‘Αλέξανδρο και προσχωρεί στους Παλαιοεορτολογίτας. Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1936 το πρωτοβάθμιο συνοδικό δικαστήριο τον κατεδίκασε σε πενταετή αργία, άπό κάθε ιεροπραξία και στις 23 Φεβρουαρίου 1938 τo αυτό πρωτοβάθμιο συνοδικό δικαστήριο καταδικάζει τον Ευγένιον Τόμπρον στην ποινή της καθαιρέσεως. Συνεχίζοντας ο Τόμπρος να ιερουργεί παραπέμπεται άπό το Συμβούλιο των Πλημμελειοδικών βάσει του άρθρου 229 του Ποινικού Νόμου έπί άντιποιήσει αρχής, και φυλακίζεται στις επανορθωτικές φυλακές Κερκύρας. Όμως ο ίδιος δειλίασε και απέστειλε το εξής έγγραφον

Έν Κέρκυρα την 10 Ιουλίου 1938
Προς τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην
Κερκύρας και Παξών
Κον κ. Άλέξανδρον ‘Αθήνας

Σεβασμιότατε

Παραπλανηθείς άπό διετίας περίπου ηκολούθησα το παλαιόν ημερολόγιον διά την έπαναφοράν τοϋ όποιου ηγωνίσθην. Τά άποτελέσματα της αφ’ Υμών άποσχίσεως είναι γνωστά Ύμίν, ήδη δε ευρίσκομαι, ως κοινός εγκληματίας προφυλακισμένος έν ταις ενταύθα έπανορθωτικαίς φυλακαϊς, παραπεμφθείς ύπό του ένταύθα Συμβουλίου των πλημμελειοδικών βάσει του άρθρου 229 του Ποιν. Νόμου, τουτέστιν έπί άντιποιήσει άρχης. Άπό πολλού ήδη καιρού Σεβασμιώτατε πεισθείς περί της πλάνης μου όσον αφορά το παλαιόν ημερολόγιον, και μεταμεληθείς είλικρινώς ήσθανόμην την άνάγκην να ομολογήσω την πλάνην μου και να αιτήσωμαι την είς τους κόλπους κόλπους της ‘Επισήμου του Κράτους Εκκλησίας έπαναφοράν μου.

‘Ατυχώς όμως με έπρόλαβεν ή σύλληψίς μου και ή έν ταίς ένταύθα φυλακαΐς έγκάθειρξίς μου, έκ των οποίων και υπέβαλα δι’ Υμών την άπό 28 ‘Ιουνίου έ.ε. αιτησίν μου Μετανοίας προς την Ίεράν Σύνοδον ημών, ήτις ως πληροφορούμαι αρμοδίως διεβιβάσθη.

‘Ήδη αισθάνομαι την ανάγκην, όπως υποβάλλω Ύμίν εύσεβάστως την παρουσάν μου δι’ ης να αίτήσωμαι παρ’ Υμών πρωτίστως, όπως συγχωρηθή είς έμέ το έπί τοϋ παλαιού ημερολογίου παράπτωμά μου, παράπτωμα ατυχώς είς το όποιον υπέπεσαν και ανώτεροι κληρικοί.

Θλίβομαι είλικρινώς διά την ως ανωτέρω πλάνην μου, ετι δε πλέον θλίβομαι διότι, χάρις εις την πλάνην μου ταύτην, έλύπησα εκείνον όστις με κατέταξεν είς την χωρίαν των λειτουργών του ύψιστου, τουτέστιν την Σεβασμιώτητα Υμών.

Έλύπησα Ύμας ιδιαιτέρως, και τω λόγω τούτω αισθάνομαι την ανάγκην ιδιαιτέρως και πρωτίστως να αίτήσωμαι παρ’ Υμών όπως συγχωρήσητε παν παράπτωμα μου και να ξεχάσητε πασαν προξενηθεϊσαν Ύμίν παρ’έμού λύπην κατά το παρελθόν, ελπίζω δε ότι θα τύχω της μακροθυμίας και της επιεικείας Σας, τοσούτω μάλλον καθ’ όσον κατέφυγον είς την ύποβολήν της ως άνω προς την Ίεράν Σύνοδον αιτήσεως μου, ορμηθείς έκ της είλικρινούς μεταμελείας και μόνον και ουχί έξ οιουδήποτε ετέρου λόγου, μη προσήκοντος κατ’ έμέ, εις ένα τοϋ ύψιστου λειτουργόν. Πέποιθα πανιερώτατε ότι, Ύμείς όστις με κατεξιώσατε είς την χωρίαν των λειτουργών τοϋ ύψιστου, θα με άξιώσητε και πάλιν της χάριτος όπως επανέλθω και πάλιν είς το ύψηλόν της Ίερωσύνης αξίωμα.

Κατασπαζόμενος την άγίαν Σας δεξιάν

Διατελώ αφοσιωμένος.

Ιερεύς Ευγένιος Τόμπρος

( Υπογραφή)

Ο Ευγένιος Τόμπρος, έστειλε και άλλες συγχωρητικές επιστολές αρνούμενος την Όμολογίαν του και παρακαλούσε τον Κερκύρας Άλέξανδρον να τον συγχώρηση, να τον άποφυλακίση και να του… έπιστρέψη την… ιερωσύνην του.

Μετά άπό τις επιστολές του και κυρίως την δήλωσι μετανοίας και την πλήρη υποταγή του, δ Κερκύρας ‘Αλέξανδρος τον άποφυλάκισε, ζήτησε άπό την Ί. Σύνοδον να τον συγχώρηση, και αυτή του ξαναέδωσε την… ιερωσύνην του, ζητώντας άπό τον Άνώτατον «Αρχοντα να έκδώση σχετικό Βασιλικό Διάταγμα, πού εκδόθηκε στις 7/10/1938 και δημοσιεύθηκε στις 14/10/1938 στην Έφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Μετά την «άποκατάστασίν» του ό Τόμπρος και με την δήλωσί του προς τον Κερκύρας Άλέξανδρον ότι τίθεται στις διαταγές του για οιοδήποτε έκκλησιαστικόν ζήτημα ήθελε διαταχθή, άνεχώρησε είς ‘Αθήνας και προσεχώρησε στην Κερατέα, το έπόμενον έτος δε 1939 ο Γερμανός Βαρυκόπουλος και ο Ματθαίος Καρπαθάκης τον έκαναν Πρωτοσύγγελο της άποσχισθείσης άπό το 1937 παρατάξεώς τους. ‘Από τότε ξεκίνησε κυρίως το διαλυτικό και καταστροφικό του έργο. Άρχισε να σπέρνη την διχόνοια ανάμεσα στον Ματθαίο και τον Γερμανό, καταφέροντας ν’ άπομακρυνθή ο Βαρυκόπουλος. Ό κύριος σκοπός του ήταν να καταστή μονοκράτωρ και να κατευθύνη αυτός τις έξελίξεις στα ανακύπτοντα εκκλησιαστικής φύσεως ζητήματα. Ξεκίνησε λοιπόν έναν αγώνα συκοφαντίας και λάσπης κατά του Βαρυκόπουλου, σε σημείο να τον υβρίζει ως αρνητή της ομολογίας του! Αυτός επίσης στάθηκε ή αιτία να μην προχωρήσουν σε «χειροτονίες» νέων «επισκόπων» άπό κοινού ο Γερμανός και ο Ματθαίος, πείθοντας τον Ματθαίον να ξεκινήσουν οι χειροτονίες άπό τους έγγαμους!» Έτσι κατόρθωσε ν’ άπομακρύνη τον μοναδικό αντίπαλο του για να διαδραματίση τά επόμενα χρόνια ηγετικό ρόλο στους Ματθαιϊκούς κύκλους και να τους οδηγήση σε τραγικά αδιέξοδα.

http://entoytwnika.blogspot.com/2011/05/25.html

26ο ΜΕΡΟΣ:

Μόνο ο Τόμπρος ήταν ικανός να τους παρασύρει εις αυτά τα ευτράπελα των χειροτονιών των Ματθαικών! Προσπάθησε επίσης δια τινων πραγματειών του να αποδείξη (δικαιολογήση) το κανονικόν των απαραδέκτων χειροτονιών, δικαιολογούμενος ότι υπήρξε διωγμός. Ο ίδιος όμως εν υπομνήματί του δημοσιευθέντι εν τη εν Αθήναις εκδιδομένη ημερησία εφημερίδι «Εθνικός Κήρυξ» της 6 Ιουλίου 1948, ανέγραψε (και ανεγνώριζε) ότι υπήρχαν πέντε Ορθόδοξοι Επίσκοποι, πως λοιπόν δικαιολογείται η περίπτωσις του διωγμού;

Και δια ποιόν λόγον προέβη εις τοιαύτην αντικανονικήν πράξιν (των χειροτονιών), ενω θα έπρεπε να επιχειρησθή πρότερον η απο κοινού συνεννόησις μετά των λοιπών Επισκόπων; Είναι ηλίου φαεινότερον (αλλά και απο τις επιστολές του τις οποίες θα δημοσιεύσουμε) ότι εξυπηρετούσε τα κελεύσματα των ”Νεοημερολογιτών”, που έτριβαν τα χέρια τους απο χαρά βλέποντας ότι δεν πήγε χαμένη η απονομή χάριτος που του έδωσαν, αλλά και ποιός ξέρει μετά την αποφυλάκισίν του τι εντολές του έδωσαν!!!

Εν τω μεταξύ ο Επίσκοπος Κυκλάδων Γερμανός Βαρυκόπουλος εύρίσκεται κατά τάς ψυχράς ημέρας του χειμώνος του έτους 1948 έν ταίς φυλακαίς Χατζηκώστα τής οδού Πειραιώς.
Το έγκλημά του ήτο ότι έχειροτόνησεν Ιερείς παλαιοημερολογίτας.
Μετά την αποφυλάκισίν του ό Επίσκοπος Κυκλάδων Γερμανός προσεχώρησεν εις την Σύνοδον του πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου και αποτέλεσε μέλος αυτής.

Την 14ην Μαίου 1950 απέθανεν ο Επίσκοπος Βρεσθένης Ματθαίος Καρπαθάκης. Η αλήθεια είναι ότι ο Επίσκοπος Βρεσθένης ειργάσθη δια την Ορθοδοξίαν και την καλλιέργειαν του Μοναχικού ιδεώδους. Όμως το περιβάλλον αυτού ήτο το οποίο εδημιούργει (σκοπίμως;;) την διέγερσιν κοινού μεταξύ των πολλών μίσους, ως και μίσους κατά παντός μη ανήκοντος εις το περιβάλλον αυτών! Ποιό ήτο το περιβάλλον του; Ο Ευγένιος Τόμπρος και η Μαριάμ Σουλακιώτου! Λίγο πριν την κοίμηση του Βρεσθένης, ο πρ. Φλωρίνης προσπάθησε πολλάκις να τον συναντήσει εις την Μονήν της Κερατέας, αλλά η ηγούμενη Μαριάμ Σουλακιώτου και ο διαμόνιος Ευγένιος Τόμπρος, έμπαιναν συνεχώς εμπόδιο ακόμη και σε προσπάθειες καταλλαγής και ένωσης που είχαν προηγηθεί. Τελικά ο πρ. Φλωρίνης τα κατάφερε ολίγο διάστημα προ της κοιμήσεως του Βρεσθένης (14 Μαΐου 1950), να τον συναντήσει στην επιθανάτια κλίνη όπου και συγχωρέθηκαν αμφότεροι. Σε εκείνη την ιερή στιγμή επενέβει δια ακόμη μία φορά η ηγουμένη και τους εχώρισε βιαίως δείχνοντας εις τον πρ. Φλωρίνης την έξοδο, μη σεβόμενη ούτε καν την Αρχιερωσύνη του.
Μετά και τον θάνατο της Μαριάμ, ο Τόμπρος έγινε ο ηγέτης των Ματθαικών προσλαμβάνοντας εξ΄ ιδίων κριτηρίων ”’Νεοημερολογίτας” «Θεολόγους» και τους εξεπαίδευε στις συκοφαντίες κατά των «Φλωριναίων».

Πρίν συνεχίσουμε όμως την μελέτη μας ας δούμε τα κείμενα της «μετανοίας», του όποτε ήθελε Νεοημερολογίτη και όποτε πάλιν ήθελε παλαιοημερολογίτη Ευγένιου Τόμπρου. Σημειωτέον ότι μετά απο αυτές τις δηλώσεις μετανοίας, άγνωστον πως, ανεχώρησεν εις Αθήνας και προσεχώρησε στην Κερατέα πλησιάζοντας τον Ματθαίο Καρπαθάκη. Τα υπόλοιπα ήδη τα προαναφέραμε.
Ας δει ο αναγνώστης το ποιός ήτο ο κύριος υποκινητής, αλλά και αίτιος της σπιλώσεως του δικαίου αγώνος των παλαιοημερολογιτών.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΔΙΑ ΝΑ ΤΙΣ ΔΕΙΤΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ




ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

http://entoytwnika.blogspot.com/2011/05/26.html

14 Ιουνίου, 2011

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (24ο ΜΕΡΟΣ)

ΑΠΟ “ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ”

Οι δυο Αρχερείς κατηγορήθηκαν επίσης ότι εζήτησαν ποινάς δια τους ετέρους Επισκόπους Κυκλάδων Γερμανού και Βρεσθένης Ματθαίου. Εδημοσίευσαν διάψευση εν τω υπ΄ αριθμ. 84 φύλλω της «Φωνής της Ορθοδοξίας» δηλώσαντες τα εξής

«ΜΙΑ ΔΙΑΨΕΥΣΙΣ

Διαψεύδομεν την αναγραφείσαν είδησιν εν τω τελευταίω φύλλω της «Φωνής της Εκκλησίας» καθ΄ ήν εζητήσαμεν την τιμωρίαν των αποκηρυξάντων ημάς Επισκόπων Βρεσθένης και Κυκλάδων.
Ημείς μετά την ακαταλόγιστον και αντικανονικήν αποκήρυξιν ημών υπ΄ αυτών, εδηλώσαμεν, ως είχομεν χρέος απέναντι του αγώνος, ότι δεν συμμεριζόμεθα τας υπ΄ αυτών δι΄ εντύπων εγκυκλίων διατυπωθείσας γνώμας και εκτοξευθείσας αράς και αναθέματα καθ΄ ημών και κατά πάντων των ακολουθούντων ημάς, ως και κατά πάντων των ακολουθούντων το νέον εορτολόγιον και παραπέμπομεν αυτούς εις την δικαίαν κρίσιν του Θεού και της Εκκλησίας» (Εκ του Γραφείου).

Το ειδύλιο των αποσχισθέντων Γερμανού Βαρυκοπούλου και Ματθαίου δεν κράτησε πολύ διάστημα. Όταν απεφάσισαν το 1942 να χειροτονήσουν νέους Επισκόπους, ο μεν Γερμανός ήθελε να χειροτονήσουν εκ των Αγιορειτών Ιερομονάχων, ο δέ Ματθαίος να ξεκινήσουν απο τους εγγάμους. Έτσι εχώρισαν και ο μεν Γερμανός έμεινε επι μια οκταετία μόνος του και στις αρχές του 1950 ενώθηκε με τον πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομο και ενα έτος αργότερα απέθανε, κατά την διάρκεια ενός μεγάλου διωγμού που είχε κινήσει η κρατούσα Εκκλησία (θα αναφερθούμε αργότερα).
Ο δέ επίσκοπος Ματθαίος Καρπαθάκης παρέμεινε στην γυναικεία Μονή του στην Κερατέα Αττικής, έχοντας εις το πλευρό του την ηγουμένη Μαριάμ Σουλακιώτου και τον ιερέα Ευγένιον Τόμπρον (δια τον Ευγένιο Τόμπρο θα αναφερθούμε αργότερα).
Κατά το έτος 1945 οι δυο Αρχερείς Διαυλείας Πολύκαρπος και Μεγαρίδος Χριστόφορος προσεχώρησαν και πάλιν εις την Σύνοδον του πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομου.
Εις Χίον εγείρεται μέγας διωγμός υπο του εκεί Μητροπολίτου Παντελεήμονος Φωστίνη. Μοναστήρια κλείονται, ιερείς διώκονται. Ούτω δέ προκαλείται γενική αναστάτωσις εις τους κύκλους των ΓΟΧ ολοκλήρου της Νήσου.
Η Πανελλήνιος Θρησκευτική και Εθνική Ορθόδοξος Κοινωνία ωργάνωσε το πρώτον Πανελλαδικόν Συνέδριον την 4ην Απριλίου του έτους 1947.
Αί εργασίαι του Συνεδρίου τούτου παρετάθησαν επι τριήμερον, έλαβον δέ μέρος κατ΄ αυτό 500 περίπου αντιπρόσωποι των διαφόρων εν Ελλάδι Παραρτημάτων της Εκκλησίας των ΓΟΧ. Την πρώτην ημέραν μετά τον Αγιασμόν ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος ανέγνωσεν ευχήν και κατόπιν εκήρυξε την έναρξιν των εργασιών του Συνεδρίου.
Μεταξύ των άλλων είπεν, ότι το Συνέδριον τούτο ορμάται απο Θρησκευτικά και Εθνικά ελατήρια και ως σκοπόν έχει να καταδείξη οποίαν πραγματικήν ζημίαν υφίσταται η Εκκλησία και το Έθνος, όταν εκκλίνωσι ταύτα εκ του θριγγού των Εκκλησιαστικών και Εθνικών παραδόσεων.
Τον Χρυσόστομον διεδέχθη εις το βήμα, παρακληθείς, ο Υπουργός της Δικαιοσύνης κ. Θεοφανόπουλος, ομιλήσας επι τους εξής θέματος

«Θέσις του Εορτολογικού ζητήματος απο απόψεως Συνταγματικής και Νομικής»

Ούτος είπεν μεταξύ άλλων

«Ήκουσα με αδιάπτωτον προσοχήν και βαθύτατον σεβασμόν όσα ανεκοίνωσε προς ημάς ο Σεβασμιώτατος Ελληνομαθής και σοφός Ιεράρχης πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος και θα είμαι εξαιρετικά ευτυχής εαν δυνηθώ και συμβάλλω, όπως το πνεύμα της αληθείας, της Χριστιανικής ομονοίας και Εκκλησιαστικής παραδόσεως, κατισχύση ανα μέσον όλων των Ορθοδόξων, των οποίων την θρησκευτική γαλήνην και αρμονίαν διετάραξεν η αδόκητος καινοτομία επί του αιώνος κρατούντος Εκκλησιαστικού ημερολογίου.
Μια τοιαύτη προσπάθεια προς άρσιν εκ του μέσου της προκληθείσας διχοστασίας αποτελεί δι΄ όλους τους καλούς Χριστιανούς Έλληνας ενα καθήκον επιτακτικόν προς κραταίωσιν της Αγίας ημών Εκκλησίας, ήτις υπήρξε δι΄ ημάς τους Έλληνας όχι μόνον το φώς, όπερ απο αιώνων φωτίζει τας ψυχάς ημών, αλλά και η κιβωτός των Ιερών Παραδόσεων τη βοηθεία των οποίων η Ελληνική ψυχή ηδυνήθη να διατηρήση σταθεράν την πίστιν και ακμαίον εν ειρήνη και εν πολέμοις το φρόνημα.
Ασφαλίζοντες την ελευθερίαν της θρησκευτικής συνειδήσεως, κατά λογικήν ανάγκην ασφαλίζομεν και την εκδήλωσίν της και την δημοσίαν άσκησίν της δια μέσου της λατρείας. Το παραχωρείν την πρώτην και αρνείσθαι την δευτέραν, ισοδυναμεί προς φυλάκισιν αυτής ταύτης της συνειδήσεως. Είναι δέ αυτονόητον, ότι κατά το ημέτερον Σύνταγμα η ελευθερία του θρησκεύεσθαι και η εκδήλωσις της τοιαύτης ελευθερίας δια της ακωλύτου λατρείας παύουν να υπάρχουν, όταν η Πολιτεία φέρεται ανομοίως, ανίσως και δυσμενώς, έναντι των κατά διάφορον τρόπον θρησκευομένων. Δια ταύτα, κατά την σαφή έννοιαν των σχετικών Συνταγματικών διατάξεων, ως και εκείνης του άρθρου 3, καθ΄ ήν οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου, είναι απηγορευμένη όχι μόνον πάσα άμεσος προσβολή, αλλά και πάσα έμμεσος τοιαύτη, οιασδήποτε φύσεως και μορφής θέτουσα εις μοίραν δυσμενεστέραν ή κατωτέραν τον θρησκευόμενον, και λατρεύοντα κατά διάφορον τρόπον, έστω και πεπλανημένων, εκείνου, όστις θρησκεύεται και λατρεύει σύμφωνα με την επικρατούσαν εν τω Κράτει Θρησκείαν….»

Τον κ. Θεοφανόπουλον διεδέχθη εις το βήμα ο κ. Βαμβέτσος, όστις αφού ανέπτυξε το ζήτημα κανονικώς και ανεφέρθη εις την επί Υπουργού κ. Χατζίσκου γνωμάτευσιν της επί τούτω επιτροπής, ής μέλος απετέλει και ο ίδιος, ανέφερε και το εξής επεισόδιον.

«… Θα ήθελα, πρίν εγκαταλείψω το βήμα, να σας αναφέρω εν επεισόδιον που είχα κατά την τελευταίαν μου προεκλογικήν περιοδείαν. Έφθασα μια νύκτα σκοτεινήν λασπωμένος εως το γόνυ εις την πλατεία ενός χωρίου, όπου οι κάτοικοι συγκεντρωμένοι με επερίμεναν. Αφού τους ανέπτυξα την γενικήν πολιτικήν κατάστασιν, τους ηρώτησα τι έχουν να ζητήσουν. Μου απήντησαν· «βλέπεις τα χάλια μας, δρόμους δεν έχουμε, στις λάσπες βουτάμε, στο σκοτάδι σε ακούμε και τι δεν μας λείπει· δεν σου ζητάμε ούτε δρόμους, ούτε νερό, ούτε γεφύρια, ένα μόνον θέλομεν, να μπορούμε ελεύθερα να γιορτάζουμε τις γιορτές μας, να έχουμε την εκκλησίαν μας, τον παπά μας».
Δεν θα λησμονήσω ποτέ την σκηνήν αυτήν, η οποία με συνεκίνησεν βαθύτατα. Η πίστις των, ο φανατισμός των μου έδειξαν ότι δια την Κοινότητά σας, αί πεποιθήσεις σας είναι ανώτεραι απο τα γήινα αγαθά· τους υπεσχέθην με όλην την δύναμιν της ψυχής μου ότι θα τους βοηθήσω…»

Τον κ. Βαμβέτσον διεδέχθη ο Πρόεδρος της Συνόδου πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος ομιλήσας επι του εξής θέματος «Θέσις του Εορτολογικού ζητήματος απο απόψεως Κανονικής, Εκκλησιαστικής και Εθνικής» (θα την παραθέσουμε εις το τέλος της μελέτης μας)
Την δεύτερην ημέραν του Συνεδρίου ωμίλησαν οι εξής
Α) Ο Επίσκοπος Διαυλείας Πολύκαρπος με θέμα «Δικαιοδοσία της Εκκλησίας επί των αρνουμένων Ορθοδόξων Κληρικών και Λαικών να συμμορφωθώσιν εις τας αντικανονικάς αποφάσεις αυτής και δή εις την απόφασιν της αλλαγής του Εκκλησιαστικού Ημερολογίου».
Ο εκπρόσωπος του παραρτήματος Ηρακλείου κ. Αντώνιος Κανδάκης κατήγγειλεν, ότι την Μεγάλην Πέμπτην εις τον Ναόν της Αγίας Βαρβάρας Ηρακλείου-Κρήτης εισήλθον αί Αρχαί με πρωτοφανή, ανήκουστον και βάρβαρον τρόπον και συνέλαβον τον ιερουργούντα ιερέα αναγιγνώσκοντα το τέταρτον Ευαγγέλιον.
Ο κ. Αργύριος Κόλλιας, εκπρόσωπος του παραρτήματος Καρύστου, ανέφερεν ότι «Η ασκουμένη δίωξις των ιερέων μας και ημών αυτών είναι αφάνταστος.
Τόση είναι η μανία των, ώστε δια την κατακρήμνησιν ενός Ναού μας οι Ιερόσυλοι μετεχειρίσθησαν και δυναμίτιδα».
Ο εκπρόσωπος του παραρτήματος Χίου κ. Σ. Μαυρογιάννης εξιστόρησε με τα μελανωτέρα χρώματα τον υπό του Μητροπολίτου Χίου Παντελεήμονος Φωστίνη ασκούμενον διωγμόν. Τη διαταγή του συνελήφθησαν με όπλα, ως οι τελευταίοι των κακούργων, οι Ιερείς εφυλακίσθησαν και εξωρίσθησαν μετ΄ αυθαιρεσίας και σκληρότητος μεγίστης. Έκλεισε ησυχαστήριον και εσφράγισε Ιερόν Ναόν Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Τελευταίος ωμίλησεν ο Γενικός Γραμματεύς της Π.Θ.Ε.Ο.Κ. κ. Σπυρίδων Ταυτόπουλος υποστηρίξας την αρχήν της ελευθέρας ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων.
Μετά το πέρας των ομιλιών των συνέδρων εξεδόθη το κάτωθι ψήφισμα

ΨΗΦΙΣΜΑ

Εν Αθήναις την 16/29 Απριλίου 1947 ημέραν Τρίτην και ώραν 2 μ.μ. εν τη αιθούση της Αρχαιολογικής Εταιρείας το συνελθόν Α΄ Πανελλαδικόν Συνέδριον των πιστών του Ιουλιανού εορτολογίου, συνεδριάσαν δημοσία και συνεχώς απο της 27ης τρέχοντος μέχρι σήμερον….κ.λπ

ΔΙΑΔΗΛΟΙ

Ότι ακούσαν την ανάπτυξιν των θεμάτων της Ημερησίας Διατάξεως, τας υφ΄ ενός εκάστου σαφώς αναπτυχθείσας απόψεις περί του εορτολογίου ζητήματος απο Κανονικής, Συνταγματικής, Νομικής και Εθνικής πλευράς και συζήτησαν επ΄ αυτών

ΟΜΟΦΩΝΩΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΕΙ

1) Ότι η μεταβολή του Ιουλιανού εορτολογίου εγένετο αντικανονικώς και παρά το σχετικόν Νομοθετικόν Διάταγμα του 1923.
2) Ότι δια της μεταβολής ταύτης θίγεται η αιωνόβιος παράδοσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας και διασπάται η ενότης κατά το Σύμβολον της Πίστεως.
3) Ότι την εορτολογικήν μεταβολήν μερίς του Ελληνικού Λαού δεν απεδέχθη και ηρνήθη να συμμορφωθή με την Εκκλησιαστικήν αυτήν απόφασιν ως ανικειμένην εις την θρησκευτικήν αυτής συνείδησιν.
4) Ότι συνεπεία των ανωτέρω οι εμμένοντες εις το Ιουλιανόν Εορτολόγιον εν ιδίοις Ιεροίς Ναοίς και δι΄ ιδίων Κληρικών, διακοψάντων πάσαν σχέσιν και επικοινωνίαν μετά της κρατούσης Εκκλησίας λειτουργούσιν.
5) Ότι το δικαίωμα τούτο είναι αναφαίρετον και Συνταγματικώς κατοχυρωμένον δια τους αρνουμένους να υποταχθώσιν εις τας Εκκλησιαστικάς αυτών αποφάσεις, ούσας αντικανονικάς και αντικειμένας εις την συνείδησίν των.
Κατόπιν τούτων

ΟΜΟΦΩΝΩΣ ΨΗΦΙΖΕΙ

1) Και δημοσία διακηρύσσει, ότι οι ακολουθούντες το Ιουλιανόν εορτολόγιον διακόψαντες πάσαν σχέσιν και επικοινωνίαν μετά της Κρατούσης Εκκλησίας, δεν ευρίσκονται εις τον περίβολον του ποιμνίου αυτής.
2) Αρνείται οιασδήποτε και οθενδήποτε άμεσον ή έμμεσον ενέργειαν αποσκοπούσαν εις βίαιον εξαναγκασμόν επί της συνειδήσεως ως καταφόρως αντισυνταγματικήν.
3) Αξιοί την επέμβασιν και την προστασίαν της Πολιτείας πρός παρεμπόδισιν πάσης κατά των δικαιωμάτων τούτων επιβουλής.
4) Αναγνώρισιν της πλήρους ελευθερίας πρός άσκησιν των θρησκευτικών καθηκόντων εν ιδίοις Ναοίς και δια Κληρικών παντός βαθμού, μη υπαγομένων εις την δικαιοδοσίαν της επισήμου Εκκλησίας.
5) Υποχρεωτικήν καταχώρησιν εν τοίς Ληξιαρχικοίς Βιβλίοις του Κράτους των μυστηριακών Πράξεων.
6) Απαλλαγήν απο οιασδήποτε εισφοράς, φόρου ή ενοριακού δικαιώματος υπέρ του Κλήρου της Κρατούσης Εκκλησίας.
7) Παύσιν των διωγμών
8. Άμεσον έκδοσιν αυστηρών διαταγών προς τας κατά τόπους Διοικητικάς-Δικαστικάς και Αστυνομικάς Αρχάς περί της Συνταγματικώς παρεχομένης ελευθερίας του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι και οριστικήν άρσιν των αντιθέτων ερμηνειών δι΄ ών εισάγονται και καταδικάζονται επι αντιποιήσει Αρχής Κληρικοί..
9) Εις την εκλεγείσαν, κατά τον κανονισμόν, Εκτελεστικήν Επιτροπήν δίδεται εν λευκώ η πληρεξουσιότης όπως εν συμπράξει μετά της Κεντρικής Επιτροπής της Π.Θ.Ε.Ο.Κ. και μετά της υπό τον Πανιερώτατον πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον πνευματικής ηγεσίας παρακολούθηση την εκτέλεσιν των ανωτέρω.
10) Εντέλλεται την επίδοσιν του παρόντος προς την Α.Μ. Τον Βασιλέα, την Σεβαστήν Κυβέρνησιν και την Βουλήν.

ΤΟ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟΝ
(Ακολουθούν τα ονόματα)

http://entoytwnika.blogspot.com/2011/05/24.html

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

6 Ιουνίου, 2011

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (23ο ΜΕΡΟΣ)

ΑΠΟ “ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ”

Οι παρασυναγωγοί όμως Επίσκοποι Βρεσθένης και Κυκλάδων, Ματθαίος Καρπαθάκης και Γερμανός Βαρυκόπουλος, εν γνώσει των Κανόνων τούτων, μη αρκεσθέντες εις την διακοπήν της Εκκλησιαστικής επικοινωνίας μετά της καινοτόμου Ιεραρχίας της Ελλάδος, εκήρυξον ου μόνον τους καινοτόμους Ιεράρχας Σχισματικούς άνευ ουδεμίας δίκης και απολογίας, αλλά και την όλην Εκκλησίαν της Ελλάδος Σχισματικήν, σφετερισθέντες οι δείλαιο, ουδέν ήττον, ουδέν έλαττον δικαίωμα Οικουμενικής ή Τοπικής Συνόδου. Εις δέ την άρνησιν ημών να ακολουθήσωμεν τούτους εις την ολισθηράν και επικίνδυνον ταύτην κατωφέρειαν την ανατρέπουσαν Κανονικούς θεσμούς, αιωνοβίους και βασικούς και εις τας ματαίας προσπαθείας ημών, όπως αποτρέψωμεν αυτούς απο τον αβυσσαλέον και ψυχόλεθρον τούτον κρημνόν, προέβησαν ούτοι και εις την κήρυξιν ημών ως Σχισματικών, χωρίς να έλθωσι προηγουμένως εις ουδεμίαν συννενόησιν μεθ΄ ημών αρνηθέντες και πάσαν πρόσκλησιν ημών προς διαφωτισμόν. Και πρός διαπίστωσιν του απιστεύτου τούτου παραλογισμού των, παραθέτομεν αυτολέξει την απάντησιν τούτων εις την πρόσκλησιν ημών προς σύσκεψιν.

«ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΟΧ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Αθήναι 27 Ιανουαρίου 1942
Προς τον Σεβασμιώτατον Αρχιεπίσκοπον Φλωρίνης

Κον ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ

Ενταύθα

Σεβασμιώτατε,
Προ ημερών, και όταν ελάβωμεν πρόσκλησίν σας, όπως έλθωμεν και συσκεφθώμεν κατά την 15/28 Ιανουαρίου 1942 περί σοβαρών ζητημάτων του ιερού ημών αγώνος εις τα υμέτερα Γραφεία Χαλκοκονδύλη 7, ενταύθα σας απεστείλαμεν επιστολήν δια του κυρίου Σταυριανού, εις ήν σας εγνωρίζομεν ότι δια να έλθωμεν εις επαφήν μεθ΄ ημών και του Αγίου Δημητριάδος, πρέπει πρώτον να αρθούν οι λόγοι του διχασμού οι πνευματικοί, οίτινες μας ηνάγκασαν να σας αποκηρύξωμεν. Επειδή ως πληροφορούμεθα επιθυμείτε την ένωσιν καθώς τουλάχιστον δηλώνετε προφορικώς ενώπιον του λαού, δια τούτο δηλούμεν σαφέστατα δια της επιστολής μας ταύτης, ότι περιττεύουν αί συνεδριάσεις και συσκέψεις όταν δεχθήτε τα κάτωθι ζητήματα πίστεως, τα οποία προυκάλεσαν και τον διχασμόν ημών και ότι απο της στιγμής ταύτης είμεθα πλέον ηνωμένοι και δυνάμεθα τότε πλέον να συνερχώμεθα και να συνεδριάζωμεν.
1) Ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δια της παραδοχής του Παπικού Εορτολογίου κατέστη Σχισματική.
2) Τα Μυστήριά της είναι άκυρα.
3) Το μύρον της δεν έχει την αγιαστικήν χάριν και

4) Τα παιδία των κακοδόξων ερχόμενα εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν πρέπει να αναμυρώνωνται.
Αφού δέ ταύτα κοινοποιήσετε εις την κακόδοξον Εκκλησίαν δια δικαστικού κλητήρος, του οποίου το επιδοτήριον μας επιδείξητε, επίσης δέ δια του αυτού τρόπου αναιρέσητε και τα προς το Υπουργείον Θρησκευμάτων έγγραφα Σας, και διακηρύξετε όλα ταύτα επ΄ Εκκλησίας, τότε λέγομεν η ένωσις ημών αυτομάτως επέρχεται άνευ συνεδριάσεων και λογοτριβών, θα αναμένωμεν δέ γραπτήν απάντησίν Σας επί των ερωτημάτων μας τούτων επί 8 ημέρας απο σήμερον.

Μετά αδελφικών ασπασμών.
Ο ΚΥΚΛΑΔΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΣ

Ο ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ»

Εκ του εγγράφου τούτου κατάφωροι γίνονται οι γράψαντες, ου μόνον ως οφλισκάνοντες τελείαν άγνοιαν Κανονικού Δικαίου και του πνεύματος των θείων και ιερών Κανόνων δι΄ ων καθορίζονται σαφώς και κατοχυρούνται τα δίκαια της Εκκλησίας, των Διοικούντων ταύτην Ιεραρχών και άπαντος του ορθοδόξου χριστεπωνύμου πληρώματος, αλλά και ως ασεβούντες προς αυτήν την θείαν χάριν, την ενυπάρχουσαν εις την έννοιαν των θείων Μυστηρίων, δι΄ ων αγιάζονται οι πιστοί, των ιερέων χρησιμευόντων, ουχί ως ποιητικών αιτίων της αγιαστικής Χάριτος, αλλά ως μέσον μεταδόσεως ταύτης εις τους πιστούς. Όθεν εφ΄ όσον την θείαν Χάριν την δια των Αγίων Μυστηρίων μεταδιδομένην εις τους πιστούς παρέχει, ουχί μια μερίς κληρικών η λαικών αλλ΄ η θεία υπόστασις και έννοια της Εκκλησίας, οίκοθεν εννοείται ότι ασεβούν και ιεροσυλούν ου μόνον προς αυτήν την θείαν υπόστασιν της Εκκλησίας, αλλά και προς την ιερότητα των Μυστηρίων, τα άτομα εκείνα άτινα αφαιρούν απο μεν της Εκκλησίας το θείον και αναφαίρετον δικαίωμα και κύρος Αυτής, απο δέ των Μυστηρίων την αγιαστικήν δύναμιν και ψυχοσωτήριον χάριν δια μιάς παντόλμου μονοκονδυλιάς. Ότι δέ οι παρασυνάγωγοι ούτοι Επίσκοποι ουκ οίδασι τι λέγουσι, και περί τίνων διαβεβαιούνται απόδειξις είναι ότι, ουδέ ούτοι εφαρμόζουσιν εις εαυτούς τα όσα διδάσκουσι, μη τολμώντες οι τάλαινες να επαναλάβωσι τα Μυστήρια δια τους προσερχομένους εκ του Παπικού εορτολογίου εις το ορθόδοξον, δεχόμενοι ούτω εις τους κόλπους αυτών αβαπτίστους, αστεφανώτους και εν γένει ανιέρους και αμυρώτους κατά την γνώμην και την αντίληψιν αυτών.
Ο παραλογισμός και το ακαταλόγιστον της τοιαύτης αυτών γνώμης και διδασκαλίας γίνεται μάλλον καταφανής και εξώφθαλμος, εαν λάβωμεν υπ΄ όψιν, ότι ούτοι περιορίζονται μόνον εις την αναμύρωσιν των βρεφών των όλως αναιτίων εις την καινοτομίαν του νέου εορτολογίου και απαλάττουσι τους Γονείς τους αιτίους της τοιαύτης ποινής προσερχομένους άνευ αναμυρώσεως εις την ορθοδοξίαν αυτών…. Τοιαύτην γνώμην ακυρώσεως Μυστηρίων και επαναλήψεως τούτων δεν δικαιούνται να έχωσι και αποφαίνωνται, ου μόνον μεμονωμένα άτομα Επισκόπων, μηδεμίαν αρμοδιότητα και μηδέν κύρος εχόντων προς τούτο, αλλ΄ ακόμη και μια επι μέρους ορθόδοξος Εκκλησία δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρή την εγκυρότητα των Μυστηρίων άνευ της γνώμης της όλης Εκκλησίας, ής και μόνον αποκλειστικό δικαίωμα είναι να αφαιρή απο τους κληρικούς τους περιπίπτοντας εις αίρεσιν και μη μετανοούντας και αποτύοντας αυτήν, το δικαίωμα του εγκύρως και ανυσίμως τελείν τα Μυστήρια, διότι όστις δεν έχει την δύναμιν να δίδη μια θείαν δωρεάν, δεν έχει συνεπώς το δικαίωμα να αφαιρή ταύτην. Δι’ ο και τους νοσφιζομένους το ιερόν τούτον δικαίωμα κατατάσσουν οι Κανόνες εις την τάξιν των ιεροσύλων. «Επίσκοπον εις Πρεσβυτέρου βαθμόν φέρων ιεροσυλία εστίν» (29 της Δης Οικ. Συνόδου). Και αν οι Κανόνες θεωρούν ιεροσυλίαν τον υποβιβασμόν του Μυστηρίου της Ιερωσύνης, πόσω μάλλον θεωρούνται ιερόσυλοι οι τολμώντες άνευ ουδεμίας αρμοδιότητος και Εκκλησιαστικού κύρους να κηρύττωσιν άκυρα τα Μυστήρια μιας ανεγνωρισμένης Εκκλησίας έστω και υποδίκου απέναντι της όλης Εκκλησίας, δια την αυθαίρετον εισαγωγήν μιας καινοτομίας; Ιδού ο λόγος δι΄ ον ημείς απέχομεν να αποφανθώμεν περί κύρους Μυστηρίων, ομολογούντες ότι προς τούτο ουδεμίαν αρμοδιότητα και δικαίωμα έχομεν υπό των θείων και ιερών Κανόνων και συναισθανόμενοι την μηδαμινότητα και την αμαρτωλόν ημών κατάστασιν απέναντι της ιερότητος και της αγιαστικής χάριτος και δυνάμεως των θείων και ιερών Μυστηρίων, επαφίομεν τούτο εις την γνώμην και την κρίσιν της όλης Εκκλησίας, ής αποκλειστικόν δικαίωμα είναι ως φθάντες είπομεν η προίκισις μιας Εκκλησίας δια της Χάριτος των Μυστηρίων της μεταδιδομένης δια των λειτουργών Αυτής και η επίσχεσις της Χάριτος ταύτης εκ μέρους Αυτής αποσχιζούσης δια λόγους Κανονικούς και μετά δίκην και απολογίαν καθαιρούσης τους Κληρικούς της Αρχιερείς τε και Ιερείς Αυτής….
Ούτω και απο Κανονικής απόψεως ισχύει το βασικόν νομικόν αξίωμα και απόφθεγμα «ουδείς δικάζεται αναπολόγητος». Όθεν ίνα κηρύξωμεν και ημείς τους καινοτομήσαντας Αρχιερείς Σχισματικούς και εν ενεργεία, όπως έπραξαν αυθαιρέτως και αντικανονικώς οι Παρασυνάγωγοι Επίσκοποι, έδει να δικάσωμεν αυτούς, αλλ΄ ίνα δικάσωμεν έδει να έχωμεν πάντα τα Κανονικά στοιχεία, τα απαιτούμενα προς συγκρότησιν Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, όπερ δε δύναται να συγκροτήση παρά μια Εκκλησία, ανεγνωρισμένη υφ΄ όλων των επι μέρους Ορθοδόξων Εκκλησιών, ως Αυτοκέφαλος έχουσα το δικαίωμα να δικάζη εγκύρως τους, είτε εις την πίστιν είτε εις την ηθικήν αμαρτάνοντας Κληρικούς της. Αλλ΄ ημείς οι παλαιοημερολογίται δεν αποτελούμεν ιδιαιτέραν και ανεξάρτητον Ορθόδοξον Εκκλησίαν εν Ελλάδι, διότι ουδεμία Εκκλησία μας ανεγνώρισεν ως τοιαύτην, αλλ΄ είμεθα εντός της ανεγνωρισμένης Αυτοκεφάλου Ελληνικής Εκκλησίας, ως μια φρουρά, ήτις φρουρεί τον θεσμόν του ορθοδόξου εορτολογίου, ον ηθέτησεν ως μη ώφειλεν η πλειοψηφία της Ιεραρχίας και ημείς ως αποτελούντες την φαεινήν και αλύμαντον πλευράν της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, συνεχίζομεν την ιστορίαν Αυτής υπό την ορθόδοξον έννοιαν.
Την εσφαλμένην και αντικανονικήν ταύτην ιδέαν ότι ημείς αποτελούμεν ιδιαιτέραν Εκκλησίαν, έρριψεν εις το μέσον και εισηγήθη και εις την Πολιτείαν ο εκλιπών Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος σκοπίμως και κακοβούλως, όπως παραστήση ημάς εις τα όμματα της Πολιτείας και της Ελληνικής κοινωνίας ως επαναστάτας και ως κινήσαντας πτέρναν κατά της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας και την κοινήν περιφρόνησιν της κοινωνίας…. Κατά ταύτα ημείς οι παλαιοημερολογίται, όσω και αν παρουσιαζώμεθα κατά το φαινόμενον και την εξωτερικήν εκδήλωσιν της πίστεως ως έχοντες ιδίους ευκτηρίους οίκους και ιδίους λειτουργούς, ουχ΄ ήττον όμως, καίτοι διατελούμεν εν πνευματική ακοινωνησία προς την καινοτομήσασα Ιεραρχίαν, άτε εχόμενοι στερρώς των θείων Κανόνων και των σεπτών παραδόσεων, αποτελούμεν εν τη Κανονικότητι, ουχ΄ ιδιαιτέραν Εκκλησίαν εκείνης, μεθ΄ ης διεκόψαμεν δια λόγους Κανονικούς την Εκκλησιαστικήν επικοινωνίαν, αλλά την ανύστακτον φρουράν, ως έφθην ειπών, την αγρύπνως φρυκταρούσαν επι των αδαμαντίνων επάλξεων της μιας Αυτοκεφάλου Ελληνικής Εκκλησίας, εν ονόματι της οποία συνεχίζομεν την ιστορίαν αυτής υπο την αλύμαντον και ορθόδοξον αρχικήν έννοιαν. Οι αλλοίαν γνώμην περί τούτου έχοντες Παρασυνάγωγοι Επίσκοποι, περιπίπτουσιν εις την αίρεσιν του Προτεσταντισμού και τελούντες τα Μυστήρια εν ονόματι ανυπάρκτου Εκκλησίας, κάλλιον ειπείν της ατομικής των Εκκλησίας, στερούνται πάσης Χάριτος, ής ταμειούχος τυγχάνει πάσα ανεγνωρισμένη Ορθόδοξος Εκκλησία.
Διότι ας μας είπωσιν ούτοι εις ποίαν Εκκλησίαν ανήκουσιν, αφού εκήρυξαν και εν ενεργεία Σχισματικην. νοσφισάμενοι παντόλμιον δικαίωμα Συνόδου ως άλλοι Πάπαι της Ανατολής, την Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν της Ελλάδος, εν ονόματι της οποίας έτυχον παρ΄ ημών του Επισκοπικού βαθμού τη επιφοιτήσει του Παναγίου και τελεταρχικού Πνεύματος;
Γνωστού δέ όντος ότι ουδεμία των επί μέρους Ορθοδόξων Εκκλησιών των ισταμένων επί του εδάφους του Πατρίου και ορθοδόξου Εορτολογίου ανεγνώρισεν αυτούς, ως αποτελούντας Αυτοκέφαλον και ανεξάρτητον Εκκλησίαν, οίκοθεν εννοείται ότι ούτοι δεν ανήκουσιν εις ορθόδοξον Εκκλησίαν, ανεγνωρισμένην αλλ΄ εις Εκκλησίαν των οπαδών των και συνεπώς δεν δύνανται να έχωσι ιδιότητα ορθόδοξον αλλά Προτεσταντικήν, διότι αντλούν το κύρος και την χάριν των Εκκλησιαστικών πράξεών των, ουχί απο την προσωπικότητα αυτών και των οπαδών των, ως φρονούσιν και πιστεύουσιν οι Προτεστάνται οι υποκαταστήσαντες την θείαν έννοιαν και υπόστασιν της Εκκλησίας δια της προσωπικής και ατομικής των ιδιότητος και αυθεντίας…..

Αθήναι 1 Ιουνίου 1944
Ο Π. Φλωρίνης Χρυσόστομος


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

http://entoytwnika.blogspot.com/2011/05/23.html

2 Ιουνίου, 2011

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (22ο ΜΕΡΟΣ)

ΑΠΟ “ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ”

22ο ΜΕΡΟΣ:

(Σ.Σ. ΕΠΕΙΔΗ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ-ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΑ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΙΣ ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ, ΔΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΚΟΨΟΥΜΕ ΚΑΙ ΔΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΟΥΡΑΖΕΤΑΙ Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ, ΘΑ ΤΑ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΜΕ ΕΙΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΜΑΣ, ΟΠΟΥ ΘΑ ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΑ. ΘΑ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΜΕΛΕΤΗ ΜΑΣ ΕΚΕΙ ΑΠ ΟΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ ΒΛ. 16ο ΜΕΡΟΣ)


Μετά την εκ της εξορίας επάνοδον των Αρχιερέων ανασυγκροτείται και πάλιν η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών απαρτισθείσα εκ των 1) Μητροπολίτου Δημητριάδος Γερμανού ως Προέδρου, 2) πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, 3) Επισκόπου Κυκλαδων Γερμανού και 4) Επισκόπου Βρεσθένης Ματθαίου. Επίσημον όργανον της Εκκλησίας των ΓΟΧ ήτο η «Φωνή της Ορθοδοξίας».
Εις τας αρχάς του 1936 ανεμένετο το πόρισμα απο το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους επί της καταδικαστικής αποφάσεως του Συνοδικού δικαστηρίου, που είχε επιβάλλει ως γνωστόν καθαιρετικάς ποινάς εις τους Αρχιερείς.
Ο Υπουργός Θρησκευμάτων συνέστησε στους Αρχιερείς να μη προβούν σε ιεροπραξίες, εαν δεν βγή το πόρισμα, διότι θα έχουν αντιμέτωπη την ίδια την Κυβέρνηση.
Παραλλήλως ο «πρ. Φλωρίνης» επεχείρησε τότε ταξίδιον ανά τα ορθόδοξα Πατριαρχεία της Ανατολής προς επαναφοράν του παλαιού ημερολογίου εν τη Εκκλησία της Ελλάδος.
Εν τω μεταξύ η Ελληνική Θρησκευτική Κοινότης των ΓΟΧ δια του προέδρου της και 38 μελών άρχισαν να συκοφαντούν τους Αρχιερείς ως προδότας και να τους αποκηρύττουν, διότι δήθεν ζήτησαν μετάνοια για να επιστρέψουν εις την επίσημη Εκκλησία.
Μετά τις συκοφαντίες αυτές, ο Πρόεδρος της Κοινότητος Κων. Μάνεσης με τα 38 μέλη, ξεκίνησαν να επισκέπτωνται τα παραρτήματα και να γράφουν στην εφημερίδα «Κήρυξ των Ορθοδόξων» ότι οι αρχιερείς επρόδωσαν τον αγώνα.
Το σχίσμα αυτό της Κοινότητος και οι κατηγορίες εναντίον των Αρχιερέων περί προδοσίας, έδωσαν την ευκαιρία εις την επίσημη Εκκλησία, να χρησιμοποιήσει αυτή την προπαγάνδα για να πλήξει τις προσπάθειες των Παλαιοημερολογιτών. Άρχισαν να γράφουν στον πολιτικό και θρησκευτικό τύπο ότι οι Αρχιερείς των Παλαιοημερολογιτών ζητούν μετάνοια και συγνώμη για να επιστρέψουν εις την επίσημη Εκκλησία. Ο Δημητριάδος Γερμανός διαψεύδων τα γραφόμενα στον τύπο, απέστειλε επιστολή στην εφημερίδα «Εθνική» σημειώνοντας τ΄ ακόλουθα

«Πρός την αξιότιμον Διεύθυνσιν της εφημερίδος «Εθνική»

Παρακαλώ όπως λάβητε την ευγενή καλωσύνην και διαψεύσητε τα δημοσιευθέντα εις τας εφημερίδας «Ακρόπολις» και «Νέον Φώς» της 6ης τρεχόντος μηνός περί της δήθεν μετανοίας μου κ.λπ. Διαψεύδω με όλην την δύναμιν της ψυχής μου την είδησιν, ότι θα δηλώσω μετάνοιαν και θα ζητήσω συγγνώμην παρά της Συνόδου, διότι ετέθημεν επί κεφαλής των ακολουθούντων το Πάτριον εορτολόγιον και τας ιεράς παραδόσεις της Εκκλησίας, αρκεί να με αποκαταστήσει η Σύνοδος εις την επαρχίαν μου.
Η αποκατάστασίς μου επιβάλλεται προς ικανοποιήσιν του Δικαίου και του κύρους των Θείων και Ιερών Κανόνων, οίτινες κατεστρατηγήθησαν δια της παύσεως και της καθαιρέσεως ημών, μηδέν κακόν διαπραξάντων, αλλ΄ αμυνθέντων υπέρ μιάς αιωνοβίου εκκλησιαστικής παραδόσεως. Τηρώ τας παραδόσεις της Εκκλησίας, ούτε μετάνοιαν δεικνύω, ούτε συγγνώμην ζητώ παρά των αθετούντων τας παραδόσεις.

Μετ΄ ευχών και ευχαριστιών
ο Δημητριάδος Γερμανός
Αθήναι τη 12η Ιανουαρίου 1936 ».

Έπίσης και ο πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος έστειλε και αυτός επιστολή στην ίδια εφημερίδα ως ακολούθως

«Προς την αξιότιμον Διεύθυνσιν της εφημερίδος «Εθνική»

Κύριε Διευθυντά
Διαψεύδω με όλην την δύναμιν της ψυχής μου την αναγραφείσαν εις την «Φωνήν της Εκκλησίας» είδησιν ότι σκέπτομαι να υποβάλλω εις τον Σχισματικόν Αρχιεπίσκοπον Αθηνών αίτησιν μετανοίας.
Αποστρέφω μετά βδελυγμίας το πρόσωπόν μου απο την συκοφαντικήν ταύτην είδησιν, χαλκευθείσαν πρός τον σκοπόν να διαβληθή η σταθερότης του χαρακτήρος και της πίστεώς μου πρός την Ορθοδοξίαν και τας Ιεράς παραδόσεις της Εκκλησίας, υπέρ ων ετοίμως έχω να θυσιάσω και αυτήν την ψυχήν μου

ο πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος»

Ο Μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος εις τα κηρύγματά του μεταχειρίζεται τον Θεολογούμενον όρον «δυνάμει και ενεργεία» υπό την έννοιαν, ότι η Εκκλησία η επίσημος είναι μεν δυνάμει Σχισματική ουχί όμως εν ενεργεία, διότι δια να καταστή εν ενεργεία απαραιτήτως πρέπει να την κηρύξει τοιαύτην μια Πανορθόδοξος Σύνοδος.

Έγραφε ο ίδιος

«Την ‘Εκκλησίαν τού Χριστού ίδρυσαν επι της γης οί θείοι Απόστολοι εφοδιάσαντες και οπλίσαντες Αυτήν με την δύναμιν του Θεού και την χάριν του Παναγίου Πνεύματος, την μεταδιδομένην εις τους πιστούς δια τών Aγίων Μυστηρίων. Συνεπώς μόνον ούτοι δικαιούνται να συστήσουν η να καταργήσουν ητοι να κηρύξουν αιρετικήν, η σχισματικήν μιαν εκκλησίαν εκτρεπομενήν της Ορθοδόξου πίστεως και να καταστήσωσιν άκυρον, ήτοι ανενέργητον την χάριν τού Χριστού και την αγιαστικήν δύναμιν και ενέργειαν των Μυστηρίων αυτής. Το δικαίωμα τούτο, ήτοι τού ίδρύειν και καταλύειν μίαν ‘Εκκλησίαν οι Θείοι ‘Απόστολοι μετέδωκαν εις τους μαθητάς αυτών, και ούτοι εις τους διαδόχους των, και ούτω δια τής αλληλoδιαδoχίας το δικαίωμα τούτο περιήλθεν εις την εξουσίαν τής Μιας Aγίας Καθολικής και Αποστολικής ‘Εκκλησίας. Κατα την θεμελιώδη ταύτην τής ‘Ορθοδόξου Ανατολικής ‘Εκκλησίας αρχήν, μία ‘Εκκλησία τότε μόνον έχει κύρος και τα μυστήρια αυτής άγιαστικήν χάριν και ενέργειαν, όταν αύτη συστηθή η αναγνωρισθή υπό της καθόλου ‘Ορθοδόξου ‘Εκκλησίας και τότε μόνον αύτη απόλλυσι το κύρος αυτής και την αγιαστικήν δύναμιν και ενέργειαν τα Μυστήρια Αυτής, όταν Αύτη δια μίαν κακοδοξίαν κηρυχθή αιρετική ή Σχισματική υπό της όλης ‘Εκκλησίας, ης την έγκυρον γνώμην και τελεσίδικον απόφασιν διερμηνεύει ή Οικουμενική και Πανορθόδοξος Σύνοδος. Τούτων ούτως εχόντων προτεσταντίζει η λατινίζει πάς η πάσα επι μέρους Εκκλησία όταν οικειοποιείται ή σφετερίζεται το δικαίωμα τής πανορθοδόξου συνόδου και προβαίνει δια μίαν αντικανονικήν απόφασιν της Δ. Συνόδου μιας εκκλησίας εις την κήρυξιν ταύτης ώς σχισματικής και την ακύρωσιν των μυστηρίων αυτής! Εις την προκειμένην περίπτωσιν οί κανόνες δίδουν εις τα άτομα το δικαίωμα μόνον ν’ αποκηρύξουν τον πρώτον εξερχόμενον των όρίων των παραδόσεων και να διακόψωσι πάσαν εκκλησιαστικήν επικοινωνίαν μετ’ αυτού και προ συνοδικής διαγνώμης και να καταγγείλωσιν αυτόν εις πανορθόδοξοιν Σύνοδον, μόνην αρμοδίαν να δικάση και να καταδικάση αυτόν και να κηρύξη αιρετικόν η σχισματικόν. Τούτο επράξαμεν και ημείς στοιχούντες τοίς θείοις και ιεροίς κανόσι και δη τώ 15ω της ΑΒ’ Οικουμενικής. “Αν δε ημείς απερχόμενοι εις εξορίαν (ονομάσαμεν τον αρχιεπίσκοπον ‘Αθηνων σχισματικόν και την Έκκλησίαν τής Έλλάδος σχισματικήν, την λέξιν σχίσμα μετεχειρίσθημεν ο υ χ ι υπό την έννοιαν ύφ’ ην μεταχειρίζεται ταύτην η ‘Εκκλησία ϊνα σημάνη την απόσχισιν εκ της ‘Ορθοδόξου ‘Εκκλησίας και την συνεπεία ταύτης αποξένωσιν της χάριτος τού Χριστού και τών μυστηρίων, αλλ’ υπό την έννοιαν δτι ο αρχιεπίσκοπος ‘Αθηνών δια της εορτολογικής καινοτομίας απέσχισεν εαυτόν και την ακολουθούσαν αυτώ Ιεραρχίαν των λοιπών ορθοδόξων ‘Εκκλησιων εις τον εορτασμόν των εορτών και την τήρησιν των νηστειών. H απόσχισις αύτη του Μακαριωτάτου και της ακολουθούσης Αυτώ Iεραρχίας παρέχει εις ημάς το δικαίωμα να διατυπώσωμεν την προσωπικήν και όλως ατομικήν ημών γνώμην, ότι ο Μακαριώτατος και οι ακολουθούντες αυτώ αρχιερείς ως διασπάσαντες εν επιγνώσει την ενότητα της καθόλου ‘Ορθοδόξου ‘Εκκλησίας εις τον ταυτόχρονον εορτασμόν των εορτών και την ταυτόχρονον τήρησιν των νηστειών, κατέστησαν δ υ ν ά μ ε ι μόνον ουχί δε και ενεργεία έκπτωτοι της θείας Χάριτος, ως διατελούντες ύπο τας αράς και τα αναθέματα ατινά εξετόξευσαν οι θείοι πατέρες των 7 ΟΙκ. Συνόδων εναντίον τών αθετούντων τας παραδόσεις και των μετακινούντων τα αιώνια όρια άτινα έθηκαν οι πατέρες ημών. ‘Αλλ’ ο Μακαριώτατος και οι ομόφρονες αυτώ αρχιερείς τότε μόνον θα καταστώσιν και ενεργεία έκπτωτοι της θείας χάριτος και αλλότριοι τού ορθοδόξου πνεύματος των μυστηρίων, όταν ούτοι κηρυχθώσι τοιούτοι και ενεργεία σχισματικοί υπό πανορθοδόξου Συνόδου, μόνης δικαιουμένης προς τούτο κατά τα θέσμια της Ορθοδόξου Ανατολικής ‘Εκκλησίας. Τούτου ένεκα και οι θείοι ‘Απόστολοι και οι θεοφόροι πατέρες προμηθούμενοι της ψυχικής σωτηρίας των πιστών, των εξ αγνοίας και καλή τη πίστει ακολουθούντων την πλάνην του αρχηγού της ‘Εκκλησίας, δεν εξήρτησαν εκ της άποφάσεως του πρώτου, αλλ’ εκ της αποφάσεως πανορθοδόξου συνόδου το πνευματικόν συμφέρον των πιστών οίτινες, τότε μόνον καταδικάζονται εις την στέρησιν της Θείας Χάριτος των Μυστηρίων και τον πνευματικόν θάνατον, όταν και μετα την κήρυξιν τού αρχηγού ως αιρετικού η σχισματικού υπό πανορθοδόξου συνόδου, εξακολουθώσι την μετ’ αυτού επικοινωνίαν, δεχόμενοι την ευλογίαν αυτού ως αληθούς και ‘Ορθοδόξου ποιμένος» .

Τούτο προεκάλεσε αναστάτωσιν και οι δυο επίσκοποι Κυκλάδων Γερμανός και Βρεσθένης Ματθαίος έπαυσαν να έχουν μετά των άλλων δυο πνευματικάς σχέσεις, ήτοι του Δημητριάδος Γερμανού και του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου. Ξεκίνησαν οι δυο αυτοί Επίσκοποι να υβρίζουν και να κατηγορούν τον Δημητριάδος Γερμανόν και τον πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομον. Προς ειρήνευσιν οι δυο Αρχιερείς έκαμον εις την «Φωνή της Ορθοδοξίας» της εξής δήλωσιν

«Επειδή τινές κακοβούλως και ανυποστάτως εξ’ ιδιοτελών ελατηρίων ορμώμενοι, διέδωσαν φήμας ως προς την κατεύθυνσιν την οποίαν ακολουθούμεν εν τη διαχειρίσει του Ιερού ημών αγώνος, δηλούμεν, ότι παραμένομεν πάντοτε συνεπείς εις όσα διεκηρύξαμεν τον Ιούνιον 1935 άμα τη αναλήψει της ηγεσίας του αγώνος.
Εγκύκλιος διασαφηστική πρός άπαντα τα μέλη μας εξεδόθη, δια της οποίας καταρρίπτονται πάσαι αι συκοφαντίαι.

Εντολή των Αρχιερέων
Ο Πρωτοσύγκελλος
Αρχ. ΑΛΕΞΑΝΔ. ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ »

Η προαναφερομένη Εγκύκλιος έγραφε τα εξής

«…. Ωσεί μη αρκούν οι ποικίλοι πειρασμοί και οι περιστοιχούντες ημάς κίνδυνοι, οι απειλούντες να διαφθείρωσι και να δηλητηριάσωσι τα ήθη και την χριστιανικήν ζωήν και πολιτείαν, ηγέρθησαν ως μη ώφειλον και άλλου είδους πειρασμοί εκ μέρους εκείνων, οίτινες εξελθόντες εξ΄ αυτών των σπλάχνων της Εκκλησίας, προσπαθούσι να διαφθείρωσι τα υγιά και ορθόδοξα φρονήματα υμών και να σκανδαλίσωσι τας ψυχάς και συνειδήσεις των πιστών δια κενών λόγων και συζητήσεις μωρών, επιτηδευόμενοι τους Κανονολόγους και νομοδιδασκάλους και μη εννοούντες ελλείψει κανονικής συγκροτήσεως και θεολογικής μορφώσεως μήτε α λέγουσι, μήτε περί τίνων διαβεβαιούνται. Και μ΄ όλα αυτά αξιούσιν να επιβάλωσι τας λελανθασμένας γνώμας και πεπλανημένας δοξασίας αυτών, ου μόνον εις τους λαικούς, οίτινες τυγχάνουσιν άγνωστοι θρησκευτικής παιδεύσεως, αλλά και εις τους Κληρικούς της ορθοδόξου παρατάξεως ημών και δή εις τον ηγέτην και Πρόεδρον ταύτης, τον καταρτισθέντα Κανονικώς και παιδευθέντα θεολογικώς εις Ανωτάτην Θεολογικήν Σχολήν και τρανά δείγματα παρασχόντα όχι μόνον λόγοις, αλλά και έργοις δια την ορθοδοξίαν των φρονημάτων και την εμμονήν του εις τας Εκκλησιαστικάς παραδόσεις…. Τούτους ημείς ανεδείξαμεν εις Επισκόπους τη Χάριτι του Παναγίου και τελεταρχικού πνεύματος, όπως μεθ΄ ημών εξυπηρετήσωσι τον ιερόν αγώνα του ορθοδόξου εορτολογίου.
Αλλ΄ ούτοι γενόμενοι Επίσκοποι ου μόνον δεν αντελήφθησαν και δεν εξετίμησαν το Επισκοπικό αξίωμα και την σοβαρότητα και ιερότητα του εορτολογικού αγώνος, αλλά και παρεξετράπησαν εις πλείστας όσας αντικανονικότητας, μη δειλιάσαντες μηδ΄ απορριγήσαντες οι δείλαιοι άνευ λόγων Εκκλησιαστικών και Κανονικών να διακόψωσι την πνευματικήν εξάρτησιν και Εκκλησιαστικήν επικοινωνίαν μεθ΄ ημών, πήξαντες ίδιον θυσιαστήριον και σχίσαντες ούτω τον άρραφον χιτώνα του Χριστού δια λόγους προσωπικής κενοδοξίας και φιλαρχίας, εδημιούργησαν πραγματικό Σχίσμα εις τους κόλπους της ορθοδόξου παρατάξεως ημών…. Οι παρασυναγωγοί ούτοι Επίσκοποι Βρεσθένης και Κυκλαδων, Ματθαίος Καρπαθάκης και Γερμανός Βαρυκόπουλος, αφ΄ής στιγμής απεσχίσθησαν εξ΄ ημών παρ΄ων έλαβον τον Επισκοπικόν βαθμόν, παρέμειναν μεν ως Επίσκοποι δια το ανεξάλειπτον της ιερωσύνης, αλλ΄ ως άτομα απλά και όχι ως εκπρόσωποι Εκκλησίας, εξ΄ ης να αρύωνται την χάριν και την εξουσίαν του τελείν εγκύρως πάσαν Εκκλησιαστικήν πράξιν και τελετουργίαν…. Ίσως αντιτάξωσι ούτοι ότι δεν απεσχίσθησαν παρ΄ ημών άνευ λόγων Εκκλησιαστικών, προβάλλοντες ούτοι ως τοιούτους το, ότι ηρνήθημεν να κηρύξωμεν ως Εκκ/σία ιδιαιτέρα και ανεξάρτητος της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος τους καινοτομήσαντες Αρχιερείς, τους αποδεχθέντας το Παπικόν ημερολόγιον ως Σχισματικούς. Άλλ΄ ερωτώμεν αυτούς, δικαιούται κατά το Κανονικόν δίκαιον και τους θείους και ιερούς Κανόνας και την αιωνόβιον πράξιν της ορθοδόξου Εκκλησίας να κηρύττη Σχισματικούς τους Αρχιερείς μία μερίς Κληρικών και Λαικών διαφωνούντων προς αυτούς εις έν ζήτημα Εκκλησιαστικόν, ιάσιμον κατά τον Μέγα ουρανοφάντορα Βασίλειον, δεδομένου, ότι το δικαίωμα τούτο εχορήγησαν αί Άγιαι επτά Οικουμενικαί Σύνοδοι, τα αλάθητα ταύτα πυξία της θείας αληθείας και η ακριβής στάθμη της ορθοδοξίας εις την όλην Εκκλησίαν συνερχομένην εν Αγίω Πνεύματι, εις Οικουμενικήν ή Μεγάλην Τοπικήν Σύνοδον, ήτις μετά την εξάντλησιν πάντων των ειρηνικών μέσων του διαφωτισμού και της υποδείξεως του ψυχικού ολέθρου και του φοβερού κρημνού, εις όν ωθούσιν αι πεπλανημένοι θρησκευτικαί ιδέαι, προβαίνει μετά λύπης εις την απόσχισιν αυτών εκ του θεοπαγούς και αιωνοβίου κορμού της ορθοδοξίας, καθαιρούσα αυτούς του Αρχιερατικού δικαιώματος του τελείν εγκύρως τα Μυστήρια και πάσαν Εκκλησιαστικήν πράξιν;
Ουδείς ποτέ εκ των παλαιών ή των νέων αιρετικών και αιρεσιαρχών εκηρύχθη σχισματικός και καθηρέθη υπό διαφωνούντων Ιεραρχών μεμονωμένων άνευ δίκης και απολογίας, αλλ΄ υπό Συνόδων και Κανονικώς συγκεκροτουμένων Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων, ενώπιον των οποίων καλούνται ούτοι εις απολογίαν και τότε μόνον καθαιρούνται του Αρχιερατικού δικαιώματος και της εξουσίας του διοικείν Εκκλησίαν, και τελείν εγκύρως πάσαν Εκκλησιαστικήν ιεροτελεστίαν, όταν μετά επαρκή διαφωτισμόν υπό του Συνοδικού Δικαστηρίου δεν θελήσωσι ννα αποπτύσωσι την πλάνη των, εμμένοντες σκληροτραχήλως και αμεταπείστως εις τας αιρετικάς ιδέας και πεπλανημένας δοξασίας αυτών.
Κατά το πνεύμα των σχετικών θείων και ιερών Κανόνων, όταν ο Προιστάμενος ή το πλείστον των Αρχιερέων μιας ανεγνωρισμένης Ορθοδόξου Εκκλησίας, εισαγάγωσιν εις την Εκκλησίαν μίαν καινοτομίαν αντικειμένην προς τους θείους και ιερούς Κανόνας και την ορθόδοξον θείαν λατρείαν, δικαιούνται μεν οι Ορθοδοξούντες Αρχιερείς της Εκκλησίας ταύτης να διακόψωσι την Εκκλησιαστικήν επικοινωνίαν μετά των καινοτόμων και πρό Συνοδικής διαγνώμης, ίνα μη ώσι και ούτοι συνυπεύθυνοι ενώπιον της όλης Εκκλησίας δια την κακώς και αντικανονικώς εισαχθείσαν καινοτομίαν, αλλά δεν δικαιούνται να κηρύξωσι τους καινοτομήσαντας Αρχιερείς Σχισματικούς και εις καθαίρεσιν να υποβάλωσιν αυτούς, τουθ΄ όπερ είναι αποκλειστικόν δικαίωμα της όλης Εκκλησίας εις Σύνοδον συνερχομένης εν Αγίω Πνεύματι αποφαινομένης και την ετυμηγορίαν αυτής εκδικούσης μετά λιπαρόν διαφωτισμόν και την εμπεριστατωμένην απολογίαν των υπό κρίσιν καινοτόμων Αρχιερέων.
Η δέ διακοπής της Εκκλησιαστικής επικοινωνίας μετά της διοικούσης Συνόδου και η παύσις του μνημοσύνου αυτής εκ μέρους των ορθοδοξούντων, ου μόνον δεν κατακρίνεται αλλά και επαινείται ως μη δημιουργούσα Σχίσμα αλλ΄ ως σώζουσα την Εκκλησίαν απο Σχίσματος συμφώνως προς τον 15ον Κανόνα της ΑΒ΄ Οικ. Συνόδου, διαγορεύοντα τάδε…. Βλέπε και τον 3ον Κανόνα της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου επιτάσσοντα τάδε…. Οι Κανόνες ούτοι ως πας τις καλός και ειλικρινής συζητητής εννοεί, παρέχουν εις τους Ορθοδοξούντας Κληρικούς και αποστέργοντας την καινοτομίαν της προισταμένης Εκκλησιαστικής Αρχής, το δικαίωμα μόνον της διακοπής της Εκκλησιαστικής επικοινωνίας μετά της Διοικούσας Αρχής και της κατά μηδένα τρόπον υπακοής και πειθαρχίας εις Αυτήν, του δικαιώματος της κηρύξεως ταύτης ως αιρετικής και αποσχίσεως αυτής εκ της καθόλου της Ορθοδοξίας κορμού επιφυλαχθέντος εις την Κανονικήν Σύνοδον. Οι παρασυναγωγοί όμως Επίσκοποι Βρεσθένης και Κυκλάδων, Ματθαίος Καρπαθάκης και Γερμανός Βαρυκόπουλος, εν γνώσει των Κανόνων τούτων, μη αρκεσθέντες εις την διακοπήν της Εκκλησιαστικής επικοινωνίας μετά της καινοτόμου Ιεραρχίας της Ελλάδος, εκήρυξον ου μόνον τους καινοτόμους Ιεράρχας Σχισματικούς άνευ ουδεμίας δίκης και απολογίας, αλλά και την όλην Εκκλησίαν της Ελλάδος Σχισματικήν, σφετερισθέντες οι δείλαιο, ουδέν ήττον, ουδέν έλαττον δικαίωμα Οικουμενικής ή Τοπικής Συνόδου. Εις δέ την άρνησιν ημών να ακολουθήσωμεν τούτους εις την ολισθηράν και επικίνδυνον ταύτην κατωφέρειαν την ανατρέπουσαν Κανονικούς θεσμούς, αιωνοβίους και βασικούς και εις τας ματαίας προσπαθείας ημών, όπως αποτρέψωμεν αυτούς απο τον αβυσσαλέον και ψυχόλεθρον τούτον κρημνόν, προέβησαν ούτοι και εις την κήρυξιν ημών ως Σχισματικών, χωρίς να έλθωσι προηγουμένως εις ουδεμίαν συννενόησιν μεθ΄ ημών αρνηθέντες και πάσαν πρόσκλησιν ημών προς διαφωτισμόν. Και πρός διαπίστωσιν του απιστεύτου τούτου παραλογισμού των, παραθέτομεν αυτολέξει την απάντησιν τούτων εις την πρόσκλησιν ημών προς σύσκεψιν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

http://entoytwnika.blogspot.com/2011/05/22.html

29 Μαΐου, 2011

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (20ο ΚΑΙ 21ο ΜΕΡΟΣ)

ΑΠΟ “ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ”

20ο ΜΕΡΟΣ:

«Το Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον ως κριτήριον της Ορθοδοξίας» (Δ΄ΜΕΡΟΣ)

Είναι δέ γνωστή εις τους Εκκλησιαστικούς κύκλους η εκκλησιαστική δράσις των πρωτεργατών της ημερολογιακής καινοτομίας οίοι είναι ο Μελέτιος Μεταξάκης , και ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, αρχηγοί κρίμασιν οίς οίδε Κύριος, ο μεν της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων, ο δέ της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ούτοι εκδιωχθέντες ως εξεδιώχθησαν εκ της γειναμένης και θρεψαμένην αυτούς Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, επεκάθησαν επι των θρόνων των Ελληνικών Εκκλησιών με τον απροκάλυπτον σκοπόν να οδηγήσωσιν αυτάς εις τον συγχρονισμόν, δηλαδή εις τον Καθολικισμόν και τον προτεσταντισμόν.
Διότι εις τίνα άλλον σκοπόν αποβλέπουσιν αί Εκκλησιαστικαί μεταρρυθμίσεις ας εισηγήθησαν εν τω κακώς ονομασθέντι Πανορθοδόξω Συνεδρίω της Κωνσταντινουπόλεως οι δυο ούτοι μεταρρυθμισταί, περί της ενδυμασίας των Κληρικών, της αγαμίας των Αρχιερέων, μη δευτερογαμίας των χηρευόντων Ιερέων, της τροποποιήσεως των νηστειών, της συντομίας των ακολουθιών, της διαρρυθμίσεως του Πασχαλίου Κανόνος, της προσαρμογής του Ιουλιανού ημερολογίου, και της αναθεωρήσεως της όλης Εκκλησιαστικής νομοθεσίας και της προσαρμογής ταύτης προς τας συγχρόνους ανάγκας της ορθοδόξου χριστιανικής κοινωνίας; Ταύτα πάντα τι άλλο σημαίνουσιν, παρά το νεωτεριστικόν πνεύμα των δυο τούτων Εκκλησιαστικών ανδρών, οίτινες εν τη επιπολαίω αντιλήψει της Εκκλησιαστικής αυτών αποστολής, ενόμισαν ότι δύνανται να μετακινήσωσι τα αιώνια όρια α έθεντο οι Άγιοι και θεοφόροι Πατέρες ημών;
Τους ρηξικελεύθους και κενοδόξους τούτους μεταρρυθμιστάς άριστα χαρακτηρίζει ο μέγας εν Πατριάρχαις και Αγίοις Νικηφόρος ο ομολογητής, λέγων τα εξής «ούτοι τους οσίους Πατέρας ημών και Διδασκάλους της Εκκλησίας κατευτελίζουσι και φαυλίζουσι κατά μηδέν των άλλων ανθρώπων προς τε αρετήν και την εις Θεόν οικείωσιν διενηνυχέναι, αλλ΄ ωσεί τινα και των πολλών ένα αυτών έκαστον είναι περιθρυλούντες… Σοφούς δέ χειροτονούσιν εαυτούς οι σαρκοφιλόσοφοι και παρά των σπουδαστών εξιούσι καλείσθαι θεολόγοι οι κενολόγοι και Χρυσόστομοι οι αισχρόστομοι… ούτω πάντα της Εκκλησίας κατασείοντες έθη τε νόμους, και Μυστήρια, τας οδούς Κυρίου τας ευθείας διαστρέφουσι» (Απολογητ. Μινις Τ. 100).
Όντως ο έχων βαθύ Εκκλησιαστικόν πνεύμα και συνειδητήν Ορθόδοξον αντίληψιν Ιεράρχης ποτέ δεν σκέπτεται μεταρρυθμίσεις και τροποποιήσεις ορθοδόξων θεσμών και Κανόνων Εκκλησιαστικών, καθιερωθέντων υπο των Αποστόλων και θεσπισθέντων υπο των Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων των 7 Οικουμενικών Συνόδων, αίτινες αποτελούσι την στάθμη της θείας αληθείας και την λυδίαν λίθον της ορθοδοξίας. Άλλως τε αν η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία έχει απαράθραυστον κύρος και ασκεί απόλυτον σεβασμόν εις την παγκόσμιον χριστιανικήν συνείδησιν τούτο οφείλει εις την Αποστολικότητα Αυτής, και την συντηρητικότητα ήν δεικνύει Αύτη εις την πίστιν και τας παραδόσεις, άτινα φυλάττει αναλλοίωτα και απαραχάρακτα ως ταύτα παρέλαβε παρά των Αποστόλων και Αποστολικών Πατέρων, εν αντιθέσει προς την Καθολικήν και Προτεσταντικήν Εκκλησία, αίτινες απεμακρύνθησαν των Αποστολικών και Συνοδικών Διατάξεων. Καθ΄ όσον δέ μια Χριστιανική Εκκλησία απομακρύνεται απο την στάθμην της ορθής πίστεως των δογμάτων και των παραδόσεων, ήν μας έδωκαν οι Θείοι Απόστολοι και θεοφόροι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων, επι τοσούτον απόλλυσι αύτη το κύρος και την αυθεντίαν υπό έποψιν της θείας αληθείας και της ακραιφνούς ορθοδοξίας. Εκ της τάσεως δέ ταύτης του συγχρονισμού και της προσαρμογής των δογματικών και ηθικών διδασκαλιών της Εκκλησίας προς την απαίτησιν των επιστημονικών πορισμάτων και θεωριών, προήλθον αί διάφοροι Αιρέσεις και τα Σχίσματα εις την Εκκλησίαν του Χριστού. Ιδού διατί πάς νεωτεριστής εν τη Εκκλησία δικαίως χαρακτηρίζεται ως εστερημένος βαθέως εκκλησιαστικού πνεύματος, και βαθείας ορθοδόξου πίστεως και συνειδήσεως.
Φέρε εξετάσωμεν αν και κατα πόσο οι νεωτερισταί ούτοι της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας εμπνέονται εις τας καινοτομίας αυτών υπό μιάς τουλάχιστον εθνικής ιδεολογίας. Άν και η άποψις αύτη κατ΄ αρχήν δεν συμβιβάζεται προς το πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ήτις καταδικάζει τον φυλετισμόν, ουχ΄ ήττον πρός απογύμνωσιν των αντιπάλων ημών εκ παντός ευγενούς, ελατηρίου δια τας καινοτομίας αυτών, επιτραπήτω μοι η εξέτασις και της εθνικής ταύτης πλευράς.
Η χριστιανική πίστις και λατρεία, απλή και στοιχειώδη εις τους πρώτους χρόνους του Χριστιανισμού διετηρήθη απλή και ενιαία εις την διατύπωσιν και την εκδήλωσιν αυτής υπό των Αποστόλων. Μετ΄ αυτούς ήλθον ως διάδοχοι οι Αποστολικοί Πατέρες, οίτινες εις την διατύπωσιν και την ανάπτυξιν των Δογμάτων και την διατύπωσιν της Θείας Λατρείας ενεφορούντο μεν υπό του Αγίου Πνεύματος, αλλά και δεν εξηφανίζετο τελείως και η προσωπική αυτών αντίληψις και ο εθνικός χαρακτήρ, όν απετύπωσαν κατά την ανάπτυξιν της χριστιανικής διδασκαλίας εις τε τα δόγματα και τον τύπο της Θείας Λατρείας.
Ούτω παρήχθη το Ανατολικόν και το Δυτικόν πνεύμα του Χριστιανισμού, όπερ εχώρισεν την μίαν Χριστιανικήν Εκκλησίαν εις Ανατολικήν και Δυτικήν τοιαύτην.
Της Ανατολικής Εκκλησίας τον τύπον και την σφραγίδα έδωκε το Δογματικόν και θεωρητικόν Ελληνικόν πνεύμα, της δέ Δυτικής τον τύπον και την σφραγίδα έδωκε το κοσμοπολίτικον και το νομικόν Ρωμαικόν πνεύμα. Ούτω εκ των πρώτων Αποστολικών Πατέρων της Εκκλησίας και ομολογητών της πίστεως, όσοι ήσαν Έλληνες ούτοι, ως μύσται και των ιδεών της Ελληνικής φιλοσοφίας, ήτις είναι απαύγασμα της θείας αληθείας εις την διατύπωσιν των Δογμάτων και την ανάπτυξιν της χριστιανικής διδασκαλίας, δεν ηδύναντο παρά να συνδυάσωσι το πνεύμα της Ελληνικής φιλοσοφίας προς το πνεύμα της Χριστιανικής θρησκείας, ούτως ώστε εκ του συνδυασμού και εναρμονισμού αμφοτέρων τούτων των πνευματικών, ήτοι του θείου και του ανθρωπίνου να παραχθή, εν και το αυτό ενιαίον και αδιαίρετον το Ελληνοχριστιανικόν καλούμενον πνεύμα, όπερ εξεπροσώπησε την ορθοδοξίαν εν τη Εκκλησία του Θεανθρώπου Χριστού.
Όσοι δέ πάλιν εκ των Αποστολικών Πατέρων και ομολογητών της πίστεως ήσαν Ρωμαίοι την εθνικότητα, έδωκαν εις την διατύπωσιν των Δογμάτων και την ανάπτυξιν της Χριστιανικής διδασκαλίας τον τύπον του κοσμοπολίτικου και απολυταρχικού Ρωμαικού πνεύματος, όπερ εις τους μετά ταύτα χρόνους παρήγαγε την αίρεσιν και την κακοδοξίαν εις την χριστιανικήν Εκκλησίαν. Εντεύθεν παρήχθησαν αί δύο αύται θεμελιώδεις αρχαί και αντιλήψεις της Χριστιανικής θρησκείας, καθ΄ άς εις μεν την πρώτην, την θεωρητικήν και την φιλελευθέραν επεκράτησεν η ιδέα του θείου νόμου και του φιλελευθέρου Ελληνικού πνεύματος, εξ΄ών η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως, εις δέ την δευτέραν την κοσμοπολίτικην και την νομικήν επεκράτησεν η ιδέα του ανθρωπίνου νόμου και το απολυταρχικόν Ρωμαικόν πνεύμα, εξ΄ών η υποδούλωσις της θρησκευτικής συνειδήσεως. Ούτω εκατέρα των Εκκλησιών τούτων διαμορφωθείσα εν τω οικείω εθνικώ περιβάλλοντι , και εν τω πλαισίω των ιδίων πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών, απετέλεσε και ίδιον τύπον της αντιλήψεως της πίστεως και της εκδηλώσεως της θείας λατρείας, καθιερωθέντος δι΄ εκατέραν των Εκκλησιών και αναλόγου Εκκλησιαστικού πολιτεύματος και διοικητικού συστήματος, Συνταγματικού μεν και κοινοβουλευτικού δια την Ανατολικήν Εκκλησίαν, Μοναρχικού δέ και αριστοκρατικού δια την Δυτικήν Εκκλησίαν.
Εντεύθεν ο αδιάρρηκτος και αδιάσπαστος σύνδεσμος της ορθοδοξίας και της Ελληνικής ιδεολογίας ούτως ώστε, να μη δύναται τις να λογισθή ακραιφνής Έλλην εάν δεν είναι και ορθόδοξος χριστιανός. Τούτων ούτως εχόντων, πως δύναται Έλλην Ιεράρχης γαλουχηθείς με τα ζωογόνα νάματα της ορθοδοξίας και φερέσβια ρείθρα της εθνικής μυσταγωγίας να ρέπη εις Εκκλησιαστικάς μεταρρυθμίσεις και καινοτομίας εξυπηρετούσας σκανδαλωδώς τους μυχίους και ανομολογήτους πόθους των προαιωνίων και ασπόνδων της ορθοδοξίας εχθρών;
Μόνον όσοι των Ελλήνων Ιεραρχών επιψαύδην και επιπολαίως εμυήθησαν της μυσταγωγίας της ορθοδοξίας και ερραντίσθησαν μόνον χωρίς να βαπτισθώσιν εις τα ζείδωρα και φερέζωα νάματα της Ελληνικής Κασταλίας, μόνον ούτοι δύνανται να διισχυρίζωνται ότι εξυπηρετούσι την εθνικήν ιδέαν, προσεγγίζοντες την ορθόδοξον ομολογίαν προς την αιρετικήν κακοδοξίαν ουχί δια της προσχωρήσεως ταύτης προς εκείνην, αλλά δια τας θυσίας του ελευθέρου πνεύματος της ορθοδοξίας εις το κοσμοπολίτικον και απολυταρχικόν ή και το άκρως δημοκρατικόν πνεύμα της Καθολικής και Προτεσταντικής Εκκλησίας.
Ιδού οι βαθύτεροι λόγοι, δι΄ ούς δεν δύναται τις να πιστεύση ότι οι εν λόγω Έλληνες Ιεράρχαι, ο Μελέτιος Μεταξάκης και ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ορμώνται τουλάχιστον εξ΄ εθνικής ιδεολογίας όταν δια νεωτερισμών και καινοτομιών αυτών υποσκάπτωσιν αυτά τα θεμέλεια τα αρραγή και Θεοπαγή της ορθοδοξίας, μεθ΄ ής απ΄ αιωνίων αδιαρρήκτως και αναποσπάστως συνεδέθη το ζωογόνον πνεύμα της Ελληνικής Εκκλησίας.

http://entoytwnika.blogspot.com/2011/05/20.html


21ο ΜΕΡΟΣ:

«Το Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον ως κριτήριον της Ορθοδοξίας» (Ε΄ ΜΕΡΟΣ)

Ερχόμεθα εις την εξέτασιν του τρίτου λόγου, όστις είναι το αλληλέγγυον και συνυπεύθυνον του οικουμενικού Πατριαρχείου μετά της Αυτοκεφάλου Ελληνικής Εκκλησίας εις το ζήτημα της ημερολογιακής καινοτομίας. Εις το σημείον τούτο εκ πρώτης όψεως φαίνεται έχων δίκιο ο Μακαριώτατος, αλλ΄ όταν υποβάλωμεν τούτο εις την βάσανον της αναλυτικής ερεύνης και της αιτιολογικής εξετάσεως θα εύρωμεν αυτόν και μόνον υπαίτιον της καινοτομίας ταύτης εις ήν κατώρθωσε δια της ψευδολογίας και της επιρροής της επαναστατικής τότε Κυβερνήσεως να παρασύρη και την Σύνοδον του Οικουμ. Πατριαρχείου, και ούτω να καταστήση και ταύτην αλληλέγγυον και συνυπεύθυνον δια το Εκκλησιαστικόν τούτο πραξικόπημα της αλλαγής του ημερολογίου. Και εξηγούμεθα. Ο Μακαριώτατος κατά την ιστορική Συνεδρίαν της Ιεραρχίας της Ελλάδος της 27 Δεκεμβρίου 1923 επέτυχε μεν να υφαρπάση την γνώμην της πλειοψηφίας της Ιεραρχίας, μειοψηφισάντων τεσσάρων μόνον, όπως θέση ούτος εις εφαρμογήν το νέον ημερολόγιον , αλλ΄ υπο την προυπόθεσιν να έχη προς τούτο και την συμφωνίαν των λοιπών Εκκλησιών απαραιτήτως δέ του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η μεθ΄ού συμφωνία ήτο εκ των ών ουκ άνευ και δια το πρωτεύον κύρος Αυτού, αλλά και διότι αί Εκκλησίαι των νέων χωρών της Ελλάδος εξηρτώντο τότε εξ Αυτού. Εφ΄ ώ και ο Μακαριώτατος κατέβαλε όπως προσελκύση πρός τας απόψεις αυτού την Ιεράν Σύνοδον του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Είναι δέ γνωστόν εξ επισήμων εγγράφων ότι η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν απεδέχθη ευμενώς κατ΄ αρχήν την υπό του Μακαριωτάτου προταθείσα γνώμην περί μεταρρυθμίσεως του Εκκλησιαστικού ημερολογίου
Ιδού τι έγραφεν ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ο αείμνηστος Γρηγόριος προς τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών κ. Χρυσόστομον Παπαδόπουλον.

«Η μεταρρύθμισις την οποίαν πρόκειται να κάμωμεν δεν πρέπει να επιφέρη σκανδαλισμόν εις το χριστεπώνυμον πλήρωμα· λαμβάνομεν σοβαρώς υπ΄όψιν, ότι δεν είναι τι αδιάφορον το πως θα διατεθώσιν αί μάζαι των χριστιανών μας απέναντι μεταρρυθμίσεως αποδεχομένης το Γρηγοριανόν σύστημα»
.

Είναι δέ επίσης, γνωστόν ότι η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου παρεπείσθη υπό του Μακαριωτάτου, όστις δι΄ επανειλημμένων γραμμάτων παρίστα την μεταβολήν του ημερολογίου ως μέλλουσαν να εξυπηρετήση ύψιστα εθνικά συμφέροντα και ούτω απεφάσισε να δεχθή κατ΄ αρχήν την πρότασιν αυτού, αλλ΄ υπό τον όρον της κοινής συμφωνίας απασών των ορθοδόξων Εκκλησιών. Ούτω εκ της απαντήσεως ταύτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου αριδήλως καταφαίνεται ότι τούτο εθεώρει απαραίτητον την συμφωνίαν πασών των αδελφών Εκκλησιών δια την μεταβολή του ημερολογίου. Άλλ΄ επειδή ο Μακαριώτατος εγνώριζεν ότι όλαι αί άλλαι ορθόδοξοι Εκκλησίαι ηρνήθησαν διαρρήδην να προσχωρήσωσιν εις την μεταρρυθμιστικήν άποψιν Αυτού και θέλων να προκαταλάβη και να εξασφαλίση πρός εφαρμογήν του νέου ημερολογίου την γνώμην μόνον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ήτις τω ήτο απαραίτητος κατά την σχετική απόφασιν της Ιεραρχίας της Ελλάδος, απηύθυνε προς τον αοίδιμο Οικουμενικόν Πατριάρχην Γρηγόριον το εξής έγγραφον υπ΄ αρ. 70 και χρονολογίαν 3 Ιανουαρίου 1924.

«Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος επί του ημερολογιακού έκρινε χάριν του Ορθοδόξου Ελληνικού λαού την προσαρμογήν του Εκκλησιαστικού προς το πολιτικόν ημερολόγιον. Επειδή δέ δυσεπίτευκτος εν γε τω παρόντι φαίνεται η συμφωνία πασών των ορθοδόξων Εκκλησιών φρονεί, ότι μετά την αφομοίωσιν των ημερολογίων και μέχρι της επιτεύξεως τοιαύτης ποθητής συμφωνίας και της οριστικής διαρρυθμίσεως του πασχαλίου, το Πάσχα, και αί μετ΄ αυτού συνδεόμεναι εορταί δύνανται να εξακολουθήσωσι, τελούμεναι κατά το Ιουλιανόν ημερολόγιον εν ταίς αντιστοίχοις ημέραις του πολιτικού ημερολογίου. Ούτω δέ το Πάσχα του 1924, συμπίπτον κατά το Εκκλησιαστικόν ημερολόγιον τη 14η Απριλίου εορτασθήσεται τη 27η του αυτού μηνός. Και τούτο ίνα μηδεμία απολύτως εν τω Πασχαλίω επέλθη μεταβολή ως πρός τας κινητάς εορτάς εκτός της ονομασίας των ημερομηνιών… Την μέσην ταύτην λύσιν μέχρι της οριστικής προτείνουσα η Ιερά Σύνοδος, παρακαλεί την Υμετέραν Παναγιότητα, όπως αποδέξηται αυτήν… Ου διαφεύγει πάντως την σύνεσιν της Υμετέρας Παναγιότητος ή τε σπουδαιότης του ζητήματος και η ανάγκη της καθ΄ οιονδήποτε τρόπον επιλύσεως αυτού. Καίτοι δέ απαραίτητον και επιβεβλημένην θεωρούμεν την μεταβολήν του ημερολογίου, όμως απαραίτητον ωσαύτως και επιβεβλημένην κρίνομεν και την συμφωνίαν της Υμετέρας Παναγιότητος δια τε το τη καθόλου Εκκλησία μέγα κύρος Οικουμενικού Θρόνου, και διά την εν τω θεοσώστω Βασιλείω της Ελλάδος ύπαρξιν Μητροπόλεων εχουσών έτι την αναφοράν αυτών προς τον Οικουμενικόν θρόνον. Λυπηρόν ότι οι λοιποί Πατριάρχαι της Ανατολής ουδαμώς απεδέχθησαν την μεταβολήν του ημερολογίου, ως αύτη ιδίως προυτάθη υπό του εν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου. Η Ιερά Σύνοδος τςη Εκκλησίας της Ελλάδος θερμήν υποβάλλουσα παράκλησιν πρός την Υμετέραν Παναγιότητα,
πως σπουδαίως μεριμνήση περί του ημερολογίου απεκδέχεται, είτε την συμφωνίαν πρός την προταθείσα υπ΄ Αυτής λύσιν, είτε νέαν ενέργειαν πρός οριστικωτέραν διευθέτησιν του σοβαρού τούτου ζητήματος. Πόθω δέ Αυτήν κατασπαζόμενοι…».

Τις αναγινώσκων την επιστολήν ταύτην δεν πείθεται περί του ηθικού εκβιασμού, όν ήσκησε ο Μακαριώτατος επί του πνεύματος της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως υφαρπάση την γνώμην αυτής δια την ποθεινήν υπ΄ Αυτού μεταβολήν του Εκκλησιαστικού ημερολογίου; Αλλ΄ επίσης χαρακτηριστική είναι και η σχετική προς τον Μακαριώτατον απάντησις του Οικουμενικού Πατριάρχου έχουσα ούτω

«Αριθ. 221-20 Ιανουαρίου 1924

Μακαριώτατε,

Ληφθείσα, μετά προσηκούσης, ανεγνώσθη προσοχής ή απο 3ης λήγοντος μηνός επιστολής της Υμετέρας Μακαριότητος, εν ή ανακοινοί της υπό της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος ληφθείσαν απόφασιν και διατυπωθείσαν πρότασιν και παράκλησιν περί του ημερολογίου… Έγνωμεν αποδέξασθαι την υπό της αδελφής Εκκλησίας της Ελλάδος εισηγούμενην γνώμην…. και προτείνομεν ως ημέραν κοινής υπό πάντων των αδελφών Εκκλησιών εφαρμογής του νέου ημερολογίου την 10ην του μηνός Μαρτίου του αρξαμένου έτους 1924… Ταύτα ούν τα ούτως υφ΄ ημών Συνοδικώς της Ελλάδος εγκριθέντα και αποφασισθέντα γνωρίζοντες την απάντησιν, παρακαλούμεν την Υμετέραν Μακαριότητα, εί που νομίζει πρόσφορον, ενεργήση, ίνα και υπό άλλων Εκκλησιών ομοία εξενέχθη απόφασις και ταχέως φθάση πρός ημάς η αναγκαία δήλωσις της συναινέσεως αυτών.
Επί τούτοις και αύθις εν Κυρίω κατασπαζόμενοι Αυτήν διατελούμεν… Της υμετέρας Σεβασμίας Μακαριότητος αγαπητός εν Χριστώ αδελφός και όλως πρόθυμος».

Εκ του απαντητικού τούτου γράμματος του Πατριάρχου τις δεν πείθεται, ότι την πρωτοβουλίαν εν τω ζητήματι τούτω είχεν ο Μακαριώτατος και η Εκκλησίας της Ελλάδος, και όχι ο Πατριάρχης και η Σύνοδος του Πατριαρχείου, μετά πολλού κόπου ενδώσασα εις την παράκλησιν του Μακαριωτάτου και προσχωρήσασα εις την πρότασιν της Εκκλησίας της Ελλάδος; Και όμως ο Μακαριώτατος είχε την τόλμην, ίνα μη τι άλλο είπω να δηλώση δημοσία ότι την έμπνευσιν και την πρωτοβουλίαν εις το ζήτημα της διορθώσεως του Εκκλησιαστικού ημερολογίου είχεν ο Οικ. Πατριάρχης και το Πατριαρχείου και όχι ο ίδιος και η Εκκλησίας της Ελλάδος. Άλλωστε τούτο μοι επεβεβαίωσεν προφορικώς και ο αοίδιμος Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντίνος, όν επισκεφθείς εν νέα Φιλαδελφεία ένθα εφησύχαζε μετά την παραίτησιν του εκ του θρόνου και ερωτήσας έλαβον της εξής απάντησιν παρ΄ Αυτού απάντησιν

ερώτησις

«Πως Παναγιώτατε το Οικουμενικόν Πατριαρχείον το Πρυτάνειον τούτο και ο Άρειος Πάγος της Ορθοδοξίας έσπευσε πρώτον εις την Εκκλησιαστικήν ταύτην μεταρρύθμισιν άνευ της συναινέσεως μάλιστα των λοιπών ορθοδόξων Εκκλησιών, και δή των τριών πατριαρχείων της Ανατολής»;

απάντησις

«Η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου παρεπείσθη υπό του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών, όστις δι΄ επανειλημμένων γραμμάτων παρίστα εις την Σύνοδον την διόρθωσιν του ημερολογίου ως πάγκοινον πόθον του Ελληνικού λαού, και ως επιβεβλημένην υπό υψίστων εθνικών συμφερόντων και αναγκών», προσθέσας μάλιστα ότι ούτος, ως Μητροπολίτης Δέρκων τότε, εμειοψήφισε κατ΄ αρχήν εις την σχετικήν απόφασιν.

Ούτω ο Μακαριώτατος αποσπάσας κατ΄ αρχήν την γνώμην του Οικουμενικού Πατριάρχου και της Συνόδου δια την μεταβολήν του ημερολογίου και θέλων να προκαταλάβη ενεδεχομένην αναθεώρησιν της αποφάσεως ταύτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου εξ΄ αιτίας της μη συναινέσεως των λοιπών Εκκλησιών, και της διαμαρτυρίας μάλιστα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, έσπευσε να τηλεγραφήση προς τον Οικ. Πατριάρχη τα εξής

Αριθ. 320-14 Φεβρουαρίου 1934 Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως

«Συμφώνως εγγράφω νέου ημερολογίου 10η μηνός Μαρτίου ονομασθήσεται 23η Μαρτίου και παρακαλούμεν αναγγείλατε Μητροπολίταις Νέων χωρών Ελλάδος σχετικήν αποφάσιν Οικουμενικού Πατριαρχείο και γνωρίσατε ημίν αμέσως τούτο προς συμμόρφωσιν και ενέργειαν δεόντων!! Αθηνών Χρυσόστομος».

Συγχρόνως δέ ο Μακαριώτατος θέλων αφ΄ ενός μέν να κατοχυρώση την ουτωσεί εκμαιευθείσαν απόφασιν της εφαρμογής του νέου ημερολογίου και δια του Κυβερνητικού κύρους απέναντι του Πατριαρχείου και αφ΄ ετέρου να πείση τας άλλας Εκκλησίας, ότι εις την μεταρρύθμισιν ταύτην του ημερολογίου ηγείται το Οικουμενικόν Πατριαρχείον επ΄ ελπίδι να παρασύρη και αυτάς εν τέλει εις την καινοτομίαν ταύτην, απηύθυνε τα εξής εις το Υπουργείον των Εξωτερικών εν τη 4η Μαρτίου 1924

«Παρακαλούμεν ειδοποιήσατε επειγόντως τηλεγραφικώς τους Μακαριωτάτους Πατριάρχας Ιεροσολύμων, Αντιοχείας, Αλεξανδρείας, Σερβίας, και τους Αρχιεπισκόπους Ρουμανίας και Κύπρου ότι Εκκλησία Ελλάδος απεδέχθη απόφασιν Οικουμενικού Πατριαρχείου περί συνταυτισμού εκκλησιαστικού ημερολογίου και πολιτικού τοιούτου, οριζομένης 10ης Μαρτίου ως 23ης. Τον δέ Οικουμενικόν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως ότι έθηκεν εις εφαρμογήν την περί ημερολογίου σχετικήν απόφασιν Αυτού. Ο Αθηνών Χρυσόστομος».

Ούτω ο Μακαριώτατος παρενέβαλεν εις καθαρώς Εκκλησιαστικόν ζήτημα και την Κυβερνητικήν μεσολάβησιν, το μεν ίνα θέση την Ιεραρχίαν της Ελλάδος προ τετελεσμένου γεγονότος εγκριθέντος και υπό της Κυβερνήσεως, το δέ ίνα αποκλείση πάσαν ενδεχομένην αναβολήν της εφαρμογής εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, λόγω της μη συναινέσεως των λοιπών Εκκλησιών, και της διαμαρτυρίας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας αποστείλαντος εις τον Οικουμενικόν Πατριάρχην το εξής τηλεγράφημα

Αριθ. 23. Πατριάρχη Γρηγορίω Κωνσταντινούπολιν

«Συνεπεία τηλεγραφήματος Υμετέρας Παναγιότητος συνελθούσα σήμερον η Ιερά καθ΄ ημάς Σύνοδος έγνω τα εξής
Έχοντες υπ΄ όψει γράμματα των Εκκλησιών Ρουμανίας, και Σερβίας εμμένομεν εν προδεδογμένοις εν προτέραις Συνοδικαίς Συνεδριάσεσι και αποκρούομεν πάσαν προσθήκην ή πάσαν μεταρρύθμισιν ημερολογίου πρό συγκλήσεως μόνης αρμοδίας εις συζήτησιν αυτού Οικουμενικής Συνόδου ής σύγκλησιν προτείνομεν ταχίστην». Κάιρον 15 Ιανουαρίου (παλαιά ημερομηνία) 1924 Πατριάρχης Φώτιος».

Σημειωτέον δ΄ ότι την απάντησιν ταύτην ο Πατριάρχης Φώτιος ανεκοίνωσε και προς τους Πατριάρχας Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, και τον Αρχιεπίσκοπον Κύπρου, οίτινες και απήντησαν πρός τον Πατριάρχην Φώτιον, αποκρούοντες και ούτοι την μεταρρύθμισιν. Κατόπιν πάντων τούτων τις λογικός και αμερόληπτος Κριτής δύναται να αμφισβητήση ότι ο Μακαριώτατος εξεβίασε την ερμαφρόδιτον ταύτην, ήν εκείνος απεκάλει μέσην λύσιν του ημερολογιακού ζητήματος, επωφεληθείς της ψυχολογικής καταστάσεως του Πατριαρχείου και χρησιμοποιήσας όλως ακαίρως και ανοήτως και την επιρροή της Ελληνικής Κυβερνήσεως;
Εκ πάντων τούτων, νομίζομεν επαρκώς κατεδείχθη, ότι ο Μακαριώτατος κατώρθωσε να θέση ως επικάλυμμα και προμετωπίδα της αρχεβούλου εισηγήσεως αυτού περί της μεταβολής του ημερολογίου, οιχί βεβαίως την έννοιαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Παλλαδίου τούτου της ορθοδοξίας, αλλά την δωδεκαμελή Σύνοδον Αυτού, ήν εξεβίασε ηθικώς εις την αντορθόδοξον ταύτην Εκκλησιαστικήν μεταρρύθμισιν. Εποιησάμεθα δέ την διαστολήν ταύτην της εννοίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου απο την διαρκή δωδεκαμελή Σύνοδον Αυτού, διότι δεν είναι ούτε ορθόν, αλλ΄ ούτε κανονικόν και δίκαιον να αποδώσωμεν την πράξιν ταύτην της Συνόδου εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, όπερ αποτελεί, ου μόνον η δωδεκαμελής, ήτις εκλέγεται δια την τρέχουσα διοικητικήν υπηρεσίαν , αλλ΄ η υπερεβδομηκοντάριθμος χορεία της Ιεραρχίας του Οικουμενικού θρόνου, ής η γνώμη, ου μόνον δεν ελήφθη πρός τούτο, αλλ΄ ουδέ καν ηρωτήθη.
Τούτου ένεκα η μεταβολή του Εκκλησιαστικού ημερολογίου εν τω οικουμενικώ Πατριαρχείω δεν φέρει την σφραγίδα και το Εκκλησιαστικόν κύρος του Πατριαρχείου, διότι αύτη εγένετο υπό μόνης της δωδεκαμελούς Συνόδου αρμοδίας μόνον δια την τρέχουσαν διοικητικήν υπηρεσίαν του θρόνου, και ουχί υφ΄ όλης της Ιεραρχίας του θρόνου μόνης δικαιουμένης να επιλαμβάνηται εγκύρως της λύσεως ζητημάτων γενικής Εκκλησιαστικής φύσεως, οίον είναι και το ζήτημα του Εκκλησιαστικού ημερολογίου.

http://entoytwnika.blogspot.com/2011/05/21.html

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


23 Μαΐου, 2011

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (19ο ΜΕΡΟΣ)

ΑΠΟ “ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ”

«Το Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον ως κριτήριον της Ορθοδοξίας» (Γ΄ΜΕΡΟΣ)

«Απέναντι της αυθαιρεσίας τούτων ωρθώθημεν ημείς οι τρείς Ιεράρχαι, ήτοι ο Δημητριάδος Γερμανός, ο γράφων πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος, και ο Ζακύνθου Χρυσόστομος οίτινες εμφορούμενοι βαθέως Εκκλησιαστικού πνεύματος, και αισθανόμενοι τον αδιάρρηκτον σύνδεσμον της Ορθοδοξίας μετά της Ελληνικής Εκκλησίας, ανεπετάσαμεν ευθαρσώς και μεγαλοφρόνως, ουχί την σημαίαν της ανταρσίας κατά της Ορθοδοξίας και της διαιρέσεως των Χριστιανών, όπως εκείνοι, αλλά το ένδοξον και τετιμημένον λάβαρον της ενώσεως της διασπασθείσης Ορθοδοξίας και της ειρηνεύσεως της Εκκλησίας εν τω εδάφει των σεπτών παραδόσεων και των θείων και Ιερών Κανόνων.
Εφ΄ώ και δια του αποκηρυκτικού ημών εγγράφου προς την Διοικούσαν Σύνοδον εκαλούμεν Αυτήν, όπως επανέλθη επι του εδάφους της ορθοδοξίας δια της επαναφοράς του ορθοδόξου εορτολογίου εν τη θεία Λατρεία.
Συγχρόνως δέ απεφύγομεν επι δεκαήμερον να τελέσωμεν λειτουργικήν τινα πράξιν ίνα μη αποκλείσωμεν και εν τη υστάτη στιγμή την ελπίδα της προσεγγίσεως και της συνεννοήσεως μετά της Διοικούσης Συνόδου προς πρόληψιν των συνεπειών του επισήμου πλέον Σχίσματος, αλλ΄ εις μάτην. Διό και ότε επείσθημεν ότι η Διοικούσα Σύνοδος επέκλεισε πάσα ελπίδα συνεννοήσεως μεθ΄ ημών δια της πράξεως της παύσεως του Αγίου Δημητριάδος και του Αγίου Ζακύνθου εκ των θρόνων, και της παραπομπής πάντων ημών εις Δίκην, προέβημεν και ημείς εις τον καταρτισμόν ημών, ως Συνόδου της Εκκλησίας των παλαιοημερολογιτών αριθμούντων τότε υπερ το εν εκατομμύριον πιστών.
Εκ των πρώτων μελημάτων ημών εθεωρήσαμεν επείγον και απαραίτητον να συμπληρώσωμεν την Σύνοδον ημών ψηφίσαντες και χειροτονήσαντες κατά τους θείους και ιερούς Κανόνας τέσσαρας νέους Επισκόπους εν τω προσώπω τεσσάρων Κληρικών φερόντων όλα τα προσόντα, και ακολουθούντων το πάτριον εορτολόγιον. Και ούτω, ενω εσκεπτόμεθα δια τον καταρτισμόν και άλλων ανωτέρω στελεχών και την λοιπήν οργάνωσιν της Εκκλησίας ημών, είδομεν παρά πάσαν πρροσδοκίαν ημάς αυτούς πολιορκημένους εν τω Αρχιεπισκοπή της Εκκλησίας ημών υπό δυνάμεως Αστυνομικής, και στερουμένους, ου μόνον της προσωπικής ελευθερίας αλλά και της επικοινωνίας μετά του ποιμνίου ημών, και αυτών ακόμη των συγγενών.
Διεμαρτυρήθημεν, ως εικός, κατά της αυθαιρέτου και μεσαιωνικής ταύτης πράξεως της Κυβερνήσεως, προβάσης εις τον περιορισμόν και την στέρησιν της Ελευθερίας και αυτού του Συντάγματος, αλλά η πολιορκία και η απομόνωσις ημών εν τη εν τη Αρχιεπισκοπή κατ΄ απαίτησιν της Διοικούσης επισήμου Συνόδου εξηκολούθησε μέχρι της ερήμην δίκης και καταδίκης ημών υπό Συνοδικού Δικαστηρίου, εις καθαίρεσιν και πενταετή σωματικόν περιορισμόν εις διαφόρους του Κράτους Μονάς, ως εις φυλακάς. Μάτην διεμαρτυρήθημεν εις την Κυβέρνησιν, δια την όλως παράνομον, αντικανονικήν, και άδικον ταύτην καταδίκη ημών υπό Εκκλησίας, ήν απεκηρύξαμεν ως Σχισματικήν και μεθ΄ ής προηγουμένως απεκόψαμεν πάσαν σχέσιν και πάσαν επομένως δοσιδικίαν μετ΄ Αυτής.
Εις μάτην επίσης εφεστήσαμεν την προσοχή της Κυβερνήσεως όπως μη θελήση να εκτελέση μίαν τοιαύτην εξωφρενικήν και μεσαιωνικήν απόφασιν, αντιστρατευομένην, ου μόνον προς τους ιερούς Κανόνας, και τον Καταστατικόν Χάρτην της Εκκλησίας, αλλά και προς αυτό το Σύνταγμα, όπερ σέβεται την θρησκευτικήν ελευθερίαν του Έλληνος πολίτου. Δυστυχώς η Κυβέρνησις, ταχθείσα αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με την Δ. Σύνοδον δια της προηγουμένης υποσχέσεως, ότι θα εγκρίνη και θα εκτελέση την απόφασιν αυτής, οιαδήποτε και αν ή αυτή, ευρέθη εις την ανάγκη να εκτελέση ταύτην, και να απαγάγη ημάς εις την εξορίαν παρά πάντα θείον και ανθρώπινον νόμον. Το παράνομον και αντικανονικόν της αποφάσεως ταύτης θα απασχολήσει ημάς εν τω μέλλοντι, νύν επειγόμεθα να εξετάσωμεν τους λόγους, οίτινες ηνάγκασαν την Κυβέρνησιν να ταχθή με το μέρος της Συνόδου, και να εκτελέση την εμπαθή ταύτην και ασυνείδητον απόφασιν του Συνοδικού Δικαστηρίου, και μάλιστα με τον κίνδυνον να ίδη διασαλευομένην την δημοσίαν τάξιν μη ανεχομένης της Ελληνικής συνειδήσεως μίαν τόσω κατάφωρον αδικίαν και ασεβή βιαιοπραγία εις βάρος σεβαστών και επιλέκτων Ιεραρχών.
Δια την τοιαύτην στάσιν της Κυβερνήσεως πολλά ελέχθησαν αλλ΄ ημείς, αφίνοντες τας αδεσπότους φήμας εις τους ευφαντάστους και φυλυπόπτους, θα κρίνωμεν ταύτην εξετάζοντες τα βαθύτερα αίτια και την πολιτικήν σκοπιμότητα της Κυβερνήσεως. Δυστυχώς η Κυβέρνησις, ούτε εμελέτησε την έντυπον διαμαρτυρίαν ημών και την διασάφησιν του ημερολογιακού ζητήματος, αλλ΄ ούτε και ηθέλησε να μας εννοήση, ότε και προφορικώς ανεπτύξαμεν εις αυτήν τους λόγους και τα ευγενή ελατήρια, άτινα ώθησαν ημάς εις το μέγα τούτο διάβημα.
Σημειωτέον δ΄ ότι προ πάσης ημών ενεργείας μετέβημεν 5 Αρχιερείς, ήτοι ο Δημητριάδος, ο γράφων, ο Δράμας, ο Σάμου, και ο Ακαρνανίας παρά τω Υπουργώ της Παιδείας και των Θρησκευμάτων, και εκθέσαντες εις αυτόν την οικτράν κατάστασιν, εις ήν περιήλθεν απο διοικητικής και ηθικής απόψεως η διοικούσα Σύνοδος, φθάσασα και μέχρι του κακουργοδικείου Πειραιώς εξ αιτίας της διοικητικής και ηθικής ανεπαρκείας του προκαθημένου, παρακαλέσαμεν Αυτόν όπως προβή εις την υπό της Εκκλησιαστικής Δικονομίας προβλεπομένην σύγκλησιν εκτάκτου Συνοδικού Δικαστηρίου, επί τω τέλει να δικάση την Διοικούσαν Σύνοδον, καταγγελθείσαν υπό του Αγίου Δημητριάδος επί παραβάσει του Καταστατικού χάρτου, και των θείων και ιερών Κανόνων, κατά την παράνομον και αντικανονικήν προαγωγήν του πρωτοσυγκέλλου του Μακαριωτάτου Ιακώβου Βαβανάτσου εις βοηθόν Επίσκοπον. Συγχρόνως δε παρεκαλέσαμεν αυτόν, όπως εις το Συνοδικόν τούτο Δικαστήριον δοθή και το δικαίωμα να εκκαθαρίση και τον Κλήρον παντός βαθμού εκ των φαύλων και ανηθίκων στοιχείων, άτινα εισεχώρησαν εις τον περίβολον της Εκκλησίας υπό την εγκληματικήν όντως ανοχήν και υποστήριξιν του προκαθημένου. Έν τέλει εδηλώσαμεν εις τον Κύριον Υπουργόν, ότι εαν η Κυβέρνησις δι΄ ένα ή δι΄ άλλον λόγον ολιγωρήση να λάβη τα μέτρα ταύτα δια την εκκαθάρισιν της Εκκλησιαστικής καταστάσεως, θα επιχειρήσωμεν ταύτην ημείς δι΄ όλων των Κανονικών μέσων, διότι η αρχιερατική ημών συνείδησις και η συναίσθησις των ευθυνών, ας υπέχομεν ενώπιον του Θεού και Εκκλησίας, δεν μας επιτρέπει της επί πλεόν ανοχήν της Εκκλησιαστικής ταύτης ακαταστασίας και αθλιότητος.
Ο Κύριος Υπουργός είναι αληθές, ότι δεν ηρνήθη την ανάγκην της εκκαθαρίσεως των Εκκλησιαστικών πραγμάτων, και μας υπεσχέθη, ότι θα συνεννοηθή μετά του Κυρίου Πρωθυπουργού δια την λήψιν των ενδεδειγμένων μέτρων, αλλ΄ αί υποσχέσεις αυτού εμείναν ανεκπλήρωτοι. Ούτω, αφού εις μάτην ανεμείναμεν την σχετικήν ενέργειαν του Κυρίου Υπουργού, βαυκαλίζοντος ημάς εις υποσχέσεις, μετέβημεν 3 Αρχιερείς ήτοι ο γράφων, ο Δράμας και ο Ζακύνθου και παρά τω κυρίω Πρωθυπουργώ υποδείξαντες και εις αυτόν την επείγουσαν ανάγκην της εκκαθαρίσεως της Εκκλησιαστικής καταστάσεως.
Και ο κύριος Πρωθυπουργός όντως ευρέθη σύμφωνος εις όσα τω είπομεν περί της Διοικητικής ανεπάρκειας του Αρχιεπισκόπου, προσθέσας μάλιστα ο ίδιος και την κομματικήν αυτού χροιάν, και μας υπεσχέθη, ότι θα συνεννοηθή μετά του αρμοδίου Υπουργού δια την αποκατάστασιν των Εκκλησιαστικών πραγμάτων. Παρ΄ όλας τας υποσχέσεις αμφοτέρων η Κυβέρνησις εις ουδέν σχετικόν μέτρον προέβη προφασιζομένη τας εκλογικάς απασχολήσεις της, καθ΄ όν χρόνον αύται ουδαμώς ημπόδιζον Αυτήν να προβαίνη εις την εκκαθάρισιν των διαφόρων κλάδων της Διοικήσεως και της Εθνικής Οικονομίας. Διό και ότε πλέον επείσθημεν περί της αδιαφορίας και ασυγγνώστου ολιγωρίας της Κυβερνήσεως δια την Εκκλησιαστικήν εκκαθάρισιν, απεφασίσαμεν να προβώμεν ημείς εις ταύτην, ως άλλως τε είχομεν δηλώσει και εις τον αρμόδιον Υπουργόν.

Τα ζητήματα άτινα ώθησαν ημάς εις την Εκκλησιαστικήν εκκαθάρισιν, ήσαν τρία

a) η ένωσις του ορθοδόξου Ελληνικού λαού, όν εχώρησεν εις δυο αντιθέτους θρησκευτικάς μερίδας η υπό της Ιεραρχίας μονομερής και αντικανονική εισαγωγή του Γρηγοριανού ημερολογίου εν τη Εκκλησία

β) η απομάκρυνσις εκ του θρόνου του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου του εμπνευστού και πρωτεργάτου της ημερορολογιακής ταύτης καινοτομίας, και πρώτου αίτιου της Εκκλησιαστικής εν γένει κακοδαιμονίας

γ) η εκκαθάρισις του Κλήρου παντός βαθμού εκ των αναπήρων και αναξίων λειτουργών της Εκκλησίας.
Τα τρία ταύτα υπήρξαν τα μόνα ελατήρια των περαιτέρω ενεργειών ημών.

Το πρώτο ζήτημα, ήτοι η ένωσις των δυο αντιθέτων θρησκευτικών μερίδων είμεθα βέβαιοι ότι δεν θα επιτυγχάνετο, παρά δια της επαναφοράς εις την Εκκλησία του πατρίου και Ορθοδόξου εορτολογίου. Αλλά την επαναφοράν ταύτην η Διοικούσα Σύνοδος υπό την έμπνευσιν του Μακαριωτάτου διαρρήδην ηρνείτο και ηπείλει δια της καθαιρέσεως ως είδομεν εν τοίς πρόσθεν πάντα Ιεράρχην, όστις θα επέμενεν εις ταύτην. Τούτου ένεκα ευρέθημεν εις την ανάγκην να αποκηρύξωμεν την Διοικούσαν Σύνοδον ως αποσχίσασαν εαυτήν εκ του κορμού της καθόλου Εκκλησίας δια της ημερολογιακής καινοτομίας. Ο λόγος ούτος παρείχεν εις την ενέργειαν ημών βάσιν Κανονικήν, δυναμένην να εξουδετερώση ή και να καταστήση άκυραν πάσαν καθ΄ ημών πράξιν και αντίδρασιν της Διοικούσης Συνόδου, μη δικαιουμένης πλέον να ασκήση εφ΄ ημάς ως μη υπαγομένους υπό την δοσιδοκίαν Αυτής, την πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν της Εκκλησίας. Ενω τα δυο άλλα ζητήματα ως προσωπικά και ηθικά δεν παρείχον ημίν βάσιν Κανονικήν δια την άμεσον δράσιν και ενέργειαν πρός εκκαθάρισιν της Εκκλησίας, δεδομένου ότι ταύτα έχρηζον πρωτίστως δικαστικής διαδικασίας, ήν θα εξετέλει βεβαίως η Διοικούσα Σύνοδος δια των δικαστικών οργάνων της, και θα εκήρυττεν πάντα ένοχον και αθωότερον περιστεράς. Διό και πρός εξασφάλισιν και επιτυχίαν του ιερού ημών αγώνος ηρχίσαμεν τούτον δια της αποκηρύξεως της Διοικούσης Συνόδου, ως Σχισματικής, και της ανακηρύξεως ημών ως Συνόδου της Ελληνικής Εκκλησίας της ακολουθούσης τα πάτρια, και συνεχιζούσης την παράδοσιν της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας.
Κατά του διαβήματος ημών τούτου είπομεν προηγουμένως πως αντέδρασεν η Διοικούσα Σύνοδος, έχουσα δια την εκτέλεσιν των αποφάσεων Αυτής σύμφωνον και σύμμαχον και την Κυβέρνησιν. Και ούτω ερχόμεθα μετά την παρέκβασιν ταύτην εις εξέτασιν των λόγων, οίτινες ώθησαν την Κυβέρνησιν Τσαλδάρη να ταχθή παρά το πλευρόν της Διοικούσης Συνόδου σκανδαλωδώς και καθ΄ ημών. Τους λόγους τούτους δυνάμεθα να συνοψίσωμεν εις πέντε· είναι δέ ούτοι οι εξής

Α) Ότι ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος, το ευθαρσές και Ορθόδοξον τούτο διάβημα ημών παρουσίασε εις τα όμματα της Κυβερνήσεως ως ανταρσίαν κατά της επισήμου Εκκλησίας του Κράτους.

Β) Ότι ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος ειδικός περί την εξύφανσιν συκοφαντιών, παρέστησε το καθαρώς Ορθόδοξον διάβημα ημών ως υποκινούμενον υπό ξένης θρησκευτικής προπαγάνδας.

Γ) Ότι ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος, παρέστησεν εις την Κυβέρνησιν την αλληλεγγύην και το συνυπεύθυνον της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος μετά του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις το ζήτημα της μεταβολής του ημερολογίου.

Δ) Ότι ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος με την ειδικότητα, ήν έχει περί του ραδιουργείν, κατώρθωσε να πείση την Κυβέρνησιν, ότι το Κίνημα ημών ορμάται και εκ προσωπικών λόγων και συμφεροντολογικών ελατηρίων.

Ε) Και τελευταίον ότι το Εκκλησιαστικόν ημερολόγιον δεν έχει καμμίαν σχέσιν ούτε με την πίστιν ούτε με την Εκκλησιαστικήν παράδοσιν. Όθεν προβαίνοντες εις την ανασκευή των 5 τούτων λόγων λέγομεν τα εξής

Α) Το ιστορικόν τούτο διάβημα ημών δεν δύναται να λογισθή ως ανταρσία κατά της Εκκλησίας αλλά παν τουναντίον ως υπεράσπισις και ενίσχυσις Αυτής εν τη εννοία της ορθοδοξίας, μεθ΄ής αναποσπάστως είναι συνδεδεμένη απ΄ αιώνων η έννοια της Ελληνικής Εκκλησίας και εξηγούμεθα. Την έννοιαν της ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας, δεν αποτελεί ο αριθμός των Ιεραρχών αλλά τα Δόγματα και αί παραδόσεις ας παρελάβομεν ημείς παρά των 7 Οικουμενικών Συνόδων, αίτινες αποτελούσι το αλάνθαστον της ορθοδοξίας Κριτήριον. Διό και πάσα παρέκκλισις εκ των παραδεδομένων υπό των 7 Οικουμενικών Συνόδων, αποτελεί δια πάσαν Ορθόδοξον Εκκλησίαν, επομένως και δια την Αυτοκέφαλον Ελληνικήν Εκκλησίαν, και μίαν ανταρσίαν ανεξαρτήτως όλως του αριθμού της μερίδος, ήτις επιχειρεί την παρέκκλισιν ταύτην και της μερίδος ήτις μένει πιστή εις τας παραδόσεις. Και ερωτώμεν νυν τον αμερόληπτον Κριτήν, ποίοι αποτελούν την ανταρσία της Εκκλησίας, ημείς οίτινες δια του διαβήματος της αποκηρύξεως των καινοτόμων Ιεραρχών επιδιώκομεν να επανορθώσωμεν μίαν παρέκκλισιν της Ιεραρχίας εκ των παραδόσεων και των Θείων και Ιερών Κανόνων και να ενώσωμεν την ορθοδοξίαν μετά της Ελληνικής Εκκλησίας, ως και το διαιρεθέν Χριστεπώνυμον πλήρωμα Αυτής ή εκείνοι οίτινες δια της μονομερούς και αντικανονικής εισσαγωγής του ημερολογίου ου μόνον εξετροχίασαν την Εκκλησίαν εκ της τροχιάς των 7 Οικουμενικών Συνόδων και των αιωνοβίων Εκκλησιαστικών παραδόσεων, εφ΄ ών εδράζεται η έννοια και η κυριαρχία τςη ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά και προς τη διασπάσει της ενότητος Αυτής, διήρεσαν τους Χριστιανούς εις δυο αντιθέτους θρησκευτικάς μερίδας; Τι σημαίνει δια την πραγματικήν και ορθόδοξον έννοιαν της Εκκλησίας ο πολύς αριθμός των Αρχιερέων οίτινες έρχονται και παρέρχονται απέναντι των απαρασαλεύτων και αναλλοιώτων Θείων Δογμάτων και των αιωνοβίων Εκκλησιαστικών Παραδόσεων της ορθοδόξου πίστεως ημών; Υπήρξεν εποχή εν τη ιστορία της ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, καθ΄ ήν την μυσαράν αίρεσιν του Αρείου ησπάσθησαν, εκτός του επισήμου Κράτους, και τα εννενήκοντα περίπου εκατοστά της Ιεραρχίας, ελαχίστων ιεραρχών εμμεινάντων εν τη ορθοδοξία, και όμως δεν εκλήθησαν υπό της Εκκλησίας ως αντάρται οι ολίγοι Ιεράρχαι, οίτινες έμειναν πιστοί εις την ορθοδοξίαν, αλλ΄ οι πλείστοι οπαδοί του Αρείου οίτινες εξέκλιναν ταύτης.
Ώστε κατά ταύτα επαναστάσται της πραγματικής και ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας δεν είμεθα ημείς οι ολίγοι οι μένοντες εις τα Δόγματα και τας σεπτάς παραδόσεις των 7 Οικουμενικών Συνόδων, εξ΄ ών αρύεται η Εκκλησία την ορθόδοξον έννοιαν και Κυριαρχικήν αυτής υπόστασιν, αλλ΄ ο Μακαριώτατος και οι ομόφρονες τούτω Αρχιερείς οι εκκλίναντες εκ του θριγγού της ορθοδοξίας δια της ημερολογιακής καινοτομίας. Ότι δέ πράγματι ούτοι απεμάκρυναν την Ελληνικήν Εκκλησίαν απο της ορθοδοξίας δια της ημερολογιακής καινοτομίας, τούτο θα αναπτύξωμεν και θα αποδείξωμεν εν των οικείω κεφαλαίω της απολογίας ημών.

Β) Ο δεύτερος λόγος αφορά την ξενικήν δήθεν θρησκευτικήν προπαγάνδαν, ήτις ώθησε ημάς εις το εγχείρημα τούτο, όπως εκ τούτου καρπωθή αύτη ωφέλη. Βεβαίως κατ΄ αρχήν μια ξένη θρησκευτική προπαγάνδα έχει πάντα λόγον να υποθάλψη και να ενισχύση εκείνον εξ΄ ημών των ορθοδόξων όστις παρίσταται εύθετος εις την αθέτησιν των ορθοδόξων θεσμών και την καταπάτησιν των Εκκλησιαστικών παραδόσεων, ίνα εαν μεν η ξενική αύτη προπαγάνδα τυγχάνη ετερόδοξος καρπωθή ωφέλη εις την πίστιν, εαν δέ ομόδοξος καρπωθή ωφέλη όσον αφορά την διεκδίκηση πρωτείων επι του πνευματικού εδάφους. Και ερωτώμεν νυν, ποίον λόγον θα είχεν η ξενική αύτη θρησκευτική προπαγάνδα να υποκινήση και βοηθήση ημάς εις το διάβημα ημών τούτο όπερ εσκόπει να επαναφέρη την Ελληνικήν Εκκλησίαν εις την εξ΄ ης εξετροχιάσθη ορθόδοξον ημερολογιακήν τροχιάν και να ενώση και ταύτην μετά της καθόλου ορθοδοξίας και τους διαιρεθέντας χριστιανούς της εξ΄ αιτίας της ημερολογιακής καινοτομίας; Διό αύτη είτε είναι ετερόδοξος είτε ομόδοξος, τότε μόνον θα είχε καρπωθή ωφέλη, όταν δια της επιδράσεως και της βοηθείας αυτής κατώρθου να εξασθενήση το κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ελληνικής Εκκλησίας, απομακρύνουσα αυτάς εκ της ορθοδοξίας και των παραδόσεων των 7 Οικουμενικών Συνόδων, εξ΄ ών αρύονται αύται την εκκλησιαστικήν δύναμιν και την ορθόδοξον υπόστασιν αυτών.
Τούτων ούτως εχόντων, λογικώτερον και δικαιότερον θα ηδύνατο τις να πιστεύση παν τουναντίον, ότι δηλ. ο Μακαριώτατος και οι συν Αυτώ έπεσαν εις την ενέδραν της ξενικής ταύτης θρησκευτικής προπαγάνδας, εν γνώσει ή εν αγνοία, ουκ οίδα αυτοί ίσασιν, καθ΄ όσον είναι και τυφλώ φανερά η ωφέλεια, ήν εκαρπώθη η Δυτική Εκκλησία εκ της εισαγωγής του Γρηγοριανού ημερολογίου εν τη Εκκλησία της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τουθ΄ όπερ επεδίωξε κατά τους χρόνους της δουλείας, και δεν επέτυχε, παρ΄ όλας τας προσπαθείας και τας θυσίας της η Καθολική Εκκλησία. Εις το δίκαιον και λογικόν τούτο συμπέρασμα συντρέχει και η προσωπική φυσιογνωμία των αντιπάλων ημών, ως και η Αρχιερατική δράσις αυτών εις το παρελθόν.

http://entoytwnika.blogspot.com/2011/05/19.html

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

20 Μαΐου, 2011

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (17ο ΚΑΙ 18ο ΜΕΡΟΣ)

ΑΠΟ “ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ”

17ο ΜΕΡΟΣ:

Στο προηγούμενο άρθρο μας, είχαμε αναφέρει ότι δια να έχει ο αναγνώστης μια ολικήν γνώσιν των ζητημάτων που αναλύονται, θα δημοσιεύσουμε τις πραγματείες υπο τον τίτλον «Το Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον ως κριτήριον της Ορθοδοξίας» και πρός τους «Διανοουμένους Ορθοδόξους Έλληνας».
Επίσης θα δημοσιεύσουμε και τις απαντήσεις -απολογίες των κατηγορούμενων Αρχιερέων. Συνεχίζουμε λοιπόν δημοσιεύοντας την πρώτη πραγματεία.

«Το Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον ως κριτήριον της Ορθοδοξίας»

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Υπάρχουσιν εις την ιστορικήν σταδιοδρομίαν του Έθνους και της Εκκλησίας μερικοί σταθμοί, οίτινες δύνανται να χρησιμεύσωσιν ως γνώμων και αφετηρία κρίσεων περί της γενικής εθνικής και Εκκλησιαστικής καταστάσεως αυτών.
Τα γεγονότα άτινα σημειούσιν αυτούς τους κεντρικούς σταθμούς του Έθνους και της Εκκλησίας, είναι όντως απόρροια της εθνικής και ηθικής αυτών ευεξίας ή καχεξίας, εις ήν περιπίπτουσι ταύτα, μετά μακράν και περιπετειώδη ιστορικήν σταδιοδρομίαν, κατά την διαρκεία της οποίας αναπτύσσουσιν όλας αυτών τας δυνάμεις, όπως ούτως ή άλλως αφιχθώσιν εις ένα κεντρικόν του βίου σταθμόν, προς σφυγμομέτρησιν της αντοχής δια την περαιτέρω ανάλογον πορείαν των αγώνος αυτών.
Και όπως απο εθνικής απόψεως τα διάφορα ιστορικά και πολεμικά γεγονότα παρέχουσι το μέτρο της εθνικής ευρωστίας ή καχεξίας του Έθνους, ούτω και απο θρησκευτικής απόψεως Εκκλησιαστικά τινα γεγονότα παρέχουσι τον γνώμονα της υγιούς περί την πίστιν αντιλήψεως, και της ηθικής καταστάσεως της Εκκλησίας. Τα Έθνη βεβαίως ως και αί Εκκλησίαι, ως οργανισμοί καθολικοί, έχουσι την ακμήν και την παρακμήν και τας μεσαζούσας καταστάσεις και μεταπτώσεις, οίτινες έχουσιν ως κέντρον και αφετηρία αυτών έκτακτα τινά γεγονότα άτινα ως της γενικής, και πολυμερούς σημασίας αυτών αποτελούσι κεντρικούς σταθμούς δια την ζωήν και την δράσιν εν τη ιστορική σταδιοδρομία αυτών.
Εις την Αρχαίαν Ελλάδα π.χ. τοιαύτα έκτακτα ιστορικά γεγονότα υπήρξαν οι Μηδικοί πόλεμοι, οίτινες ανέδειξαν την Ελληνική Φυλήν, αναβιβάσαντες αυτήν εις τον κολόφωνα της δόξης και του πολιτισμού. Και κατ΄ αντίστροφον λόγον είναι ο τριακονταετής πελοποννησιακός πόλεμος, όστις συνέτριψε και εξουθένωσε τον Ελληνισμόν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε ωδήγησε αυτόν εν τέλει και εις τον Ρωμαικόν ζυγόν.
Επίσης και η Εκκλησία εις την ιστορική σταδιοδρομίαν της εσημείωσε και ενδόξους σταθμούς, αναδείξασα τους εις το στερέωμα αυτής διαλάμψαντας φαεινούς και τηλαυγείς αστέρας της θεολογίας, ως και ασήμους και ταπεινωτικάς περιόδους, καθ΄ άς ανεφάνησαν οι την ταπεινώσιν και την αφάνειαν αυτής κατειργασθέντες εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί, ούτω η ακμή και η άνθησις της Θεολογίας και της Εκκλησιαστικής Φιλολογίας συμπίπτει με την εμφάνισιν εις τον ορίζοντα της Εκκλησίας των αγίων και θεοφόρων Πατέρων και μεγάλων Ιεραρχών, οίτινες εδαδούχησαν την οικουμένην δια του φωτός της αληθινής θεογνωσίας και κατήρδευσαν τας καρδίας των πιστών δια των ζωογόνων και φερεσβίων ναμάτων της διδασκαλίας αυτών.
Οι άγιοι ούτοι Πατέρες και θεόπνευστοι Ιεράρχαι, συγκροτήσαντες κατά διαφόρους καιρούς και πόλεις Οικουμενικάς και Τοπικάς Συνόδους, ανέπτυξαν και δια Θεολογικών Συμβόλων και δογματικών όρων απεκρυστάλλωσαν εσαεί το αγνόν και ακραιφνές πνεύμα των Δογμάτων της πίστεως, και καθώρισαν δια των θείων και ιερών Κανόνων το πολίτευμα της Εκκλησίας και το σύστημα της θείας λατρείας, περιχαρακώσαντες άμα την τήρησιν και την φυλακήν τούτων δι΄ αρών και αναθεμάτων.
Αλλά διατί οι Άγιοι και Θεοφόροι ούτοι Πατέρες της Εκκλησίας απέκλεισαν πάσαν αλλοίωσιν και μεταβολήν των Δογματικών και των Συνοδικών Κανόνων, ούς ούτοι εθέσπισαν και επέβαλον εις αράς και αναθέματα τους τυχόν τολμήσαντας να θίξωσι, και μέρος τι εκ των Δογματικών και Συνοδικών τούτων Κανόνων της Εκκλησίας; Τούτο έπραξαν πάντως κατά θείαν οικονομίαν, ίνα μη η Δογματική Ηθική κξαι Διοικητική υπόστασις, απομακρυνομένη της αρχικής θείας βάσεως και προελεύσεως, εκληφθή ως ανθρώπινον τι κατασκεύασμα, και καταστή ούτω παίγνιο και άθυρμα της αεί εξελισσομένης και μεταβαλλομένης ανθρωπίνου διανοίας και θελήσεως. Σημειωτέον πρός τούτοις ότι οι πατέρες της Εκκλησίας δεν εδέσμευσαν το ανθρώπινον πνεύμα εις την ανάπτυξιν της δογματικής και ηθικής διδασκαλίας, αλλ΄ αφήκαν αυτό ελεύθερον πρός διασάφησιν και διαλεύκανσιν των δυσνοήτων Δογματικών, ηθικών και Κανονικών ζητημάτων της Εκκλησίας και τούτο όμως εντός του πλαισίου, του διαχαραχθέντος υπό των 7 Οικουμ. Συνόδων. Διότι πάσα γενική ή μερική μεταβολή και τροποποίησις των καθορισθέντων κατ΄ αρχάς εν είδει πυρήνος υπό του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και είτα υπό των Αποστόλων και Αποστολικών Πατέρων αναπτυχθέντων, και κατ΄ έμπνευσιν του παναγίου Πνεύματος διατυπωθέντων, θεωρείται ασέβεια πρός την θείαν αλήθειαν και σοφίαν, και ύβρις προς αυτό το Πανάγιον Πνεύμα, το λαλήσαν δια των μαθητών και Αποστόλων του Ουρανίου και Θείου Διδασκάλου Θεανθρώπου Χριστού.
Ούτω, ενω εις την σφαίραν των επιστημών και των τεχνών επαφίεται ελεύθερον το ανθρώπινον πνεύμα, εις την έρευνα και την ζήτησιν της αληθείας, δυνάμενον να μεταβάλη ού μόνον τον ρούν, αλλά και την αυτήν την κοίτην των επιστημονικών θεωριών, εις την σφαίραν όμως της αληθείας των Δογμάτων και των Κανόνων της Εκκλησίας, το ανθρώπινον πνεύμα έχει περιορισμούς, ούς δεν δύναται να υπερπηδήση αποινεί, ως ασεβούν πρός διατάξεις θείας και κατ΄ έμπνευσιν του Παναγίου Πνεύματος διατυπωθείσας και εσαεί αποκρυσταλλωθείσας εν τη ζωή και τη πράξει της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Και είναι μεν αληθές ότι κατά διαφόρους καιρούς υπήρξαν εν τη Εκκλησία και πνεύματα ρηξικέλευθα και υπερφίαλα, άτινα ετόλμησαν να θίξωσι με την βέβηλον και πεφυσιωμένην διάνοια αυτών τα θεία Δόγματα και τας σεπτάς παραδόσεις των 7 Οικουμενικών Συνόδων, αλλ΄ η νηφάλιος και συντηρητική Ορθόδοξος Εκκλησία απέκοπτεν αυτά εκ του Σώματος Αυτής, και απετείχιζε ταύτα κατά την έκφρασιν των Πατέρων εκ του θεοσυστάτου Κορμού της καθόλου Ορθοδοξίας πρός αποφυγήν της προσβολής και λυμάνσεως του όλου Σώματός της.
Μια παρόμοια περίπτωσις παρουσιάσθη και κατά τους τελευταίους τούτους χρόνους εις την Ορθόδοξον Ανατολικήν Εκκλησίαν, εξ αφορμής της μεταβολής του Εκκλησιαστικού ημερολογίου υπό τινών ρηξικελεύθων και εξημμένων πνευμάτων, αναφανέντων δυστυχώς εις την Ορθόδοξων Ελληνικήν Εκκλησίαν.
Τα πρωταγωνιστήσαντα πρόσωπα εις την σκηνήν του Εκκλησιαστικού τούτου ζητήματος είναι κυρίως δύο, και αμφότερα δυστυχώς Έλληνες Ιεράρχαι· ο μέν, Πατριάρχης Αλεξανδρείας με την ονοματεπωνυμίαν Μελέτιος Μεταξάκης, ο δέ Αρχιεπίσκοπος Αθηνών με την ονοματεπωνυμίαν Χρυσόστομος Παπαδόπουλος. Οι δύο ούτοι μεγαλόσχημοι Ιεράρχαι, επιλαθόμενοι της εκκλησιαστικής αυτών αποστολής και αμνήμονες των οφειλομένων τροφείων πρός την γειναμένην και θρεψαμένην αυτούς Εκκλησίαν γενόμενοι, ετόλμησαν να θέσωσι βέβηλον χείρα επί του Εκκλησιαστικού εορτολογίου, του αποτελέσαντος δια μέσου των αιώνων ένα των συνδετικών κρίκων απασών των Ορθοδόξων Εκκλησιών, και την αλάνθαστον πυξίδα της Ορθοδόξου θεία λατρείας.
Το τόλμημα τούτο εκμαιευθέν και κυοφορηθέν εις την υπερφίαλον διάνοιαν των δύο τούτων Ιεραρχών, των ζηλωσάντων δόξα μεταρρυθμιστού, ετολμήθη υπ΄ αυτών αυθαιρέτως άνευ της συναινέσεως απασών των Ορθοδόξων Εκκλησιών, οπότε λαμβάνει μορφήν πραξικοπήματος, όπερ έδει να παταχθή ευθύς αμέσως υπό της καθόλου Ορθοδόξου Εκκλησίας, πρός πρόληψιν της διασπάσεως της ενότητος Αυτής, και της διαιρέσεως των Χριστιανών εις δύο αντιθέτους μερίδας.
Δυστυχώς όμως αφ΄ ενός ο διωγμός, όν υφίσταται η ορθόδοξος Ρωσσική Εκκλησία υπό των αθέων και αντιχρίστων Μπολσεβίκων και αφ΄ ετέρου αί κρίσιμοι εθνικαί περιστάσεις και συνθήκαι, υφ΄ άς διατελούσιν αί λοιπαί ορθόδοξοι Εκκλησίαι, δεν επέτρεψαν άχρι τούδε εις την καθόλου ορθόδοξον Εκκλησίαν να επιληφθή σοβαρώς υπό του Εκκλησιαστικού τούτου ζητήματος, του συνταράξαντος την αρμονική ενότητα των ορθοδόξων Εκκλησιών και σκανδαλίσαντος δωρεάν τας ορθοδόξους συνειδήσεις των ευσεβών χριστιανών.
Εν πάση δέ περιπτώσει, άν και επισήμως δεν ετέθη εισέτι επί του τάπητος το σοβαρόν και σκανδαλώδες τούτο Εκκλησιαστικόν ζήτημα υπό της καθόλου ορθοδόξου Εκκλησίας, δι΄ ούς λόγους ανωτέρω είπομεν, οι Ιεράρχαι όμως των Εκκλησιών των εμμενουσών εις το πάτριον και ορθόδοξον εορτολόγιον, θεωρούσι κατ΄ ουσίαν Σχισματικούς τους Ιεράρχας, τους αποδεχθέντας το Δυτικόν εορτολόγιον, αν και επισήμως αί Εκκλησίαι αμφοτέρων διατηρούσι τυπικώς τας φιλικάς σχέσεις αυτών δια την χαλεπότητα των καιρών.
Είς πίστωσιν δέ τούτου αναφέρω την στάσιν ήν ετήρησαν οι αντιπρόσωποι της Σερβικής και Πολωνικής ορθοδόξου Εκκλησίας εις την Προσύνοδον του Αγίου Όρους, απαιτήσαντες να γράφωνται τα πρακτικά της Συνόδου με την παλαιάν Εκκλησιαστικήν χρονολογίαν και υπό το πρόσχημα της ξενογλωσσίας αξιώσαντες να προσεύχωνται ούτοι ιδιαιτέρως εις το παρεκκλήσιον της Παραμυθίας, και όχι ομού μετά των αντιπροσώπων των καινοτομησασών Εκκλησιών επ΄ αθετήσει της αιωνοβίου ημερολογιακής ορθοδόξου παραδόσεως.
Εις μίαν μάλιστα ανεπίσημον συζήτησιν, ως εξωδίκως επληροφορήθημεν, ο αντιπρόσωπος της Σερβικής Εκκλησίας ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αχριδών κύριος Νικόλαος κατέστησε, και πολυ δικαίως προσωπικώς υπευθύνους δια την ημερολογιακήν καινοτομίαν τους εμπνευστάς και πρωτεργάτας αυτής, ήτοι τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελέτιον Μεταξάκην, και τον Αρχιεπίσκοπον Χρυσόστομο Παπαδόπουλον. Ώστε εις το πνεύμα των ορθοδόξων Ιεραρχών παρ΄ όλην την μη διακοπήν των επισήμων σχέσεων των ορθοδόξων Εκκλησιών αμφοτέρων των παρατάξεων, υπάρχει η ιδέα ότι αί εφαρμόσασαι το νέον εορτολόγιον Εκκλησίαι, κατ΄ ουσίαν απετείχισαν εαυτάς του Καθολικού Κορμού της Ορθοδοξίας χωρισθείσαι ταύτης, συνεορτάζουσαι και συννηστεύουσι μετά της Καθολικής και Προτεσταντικής Εκκλησία. Διό και αιρομένων των πολιτικών λόγων, των κωλυόντων την συγκρότησιν Οικουμενικής Συνόδου πάντως εις πρώτην μέλλουσαν τοιαύτην θα κηρυχθώσιν αί καινοτομήσασαι Εκκλησίαι επισήμως ως Σχισματικαί, εαν βεβαίως δεν στέρξωσι να αποκηρύξωσι την ημερολογιακήν καινοτομίαν αυτών. Και τότε κατ΄ ανάγκην θα ευρεθώσι παρά το πλευρόν των Σλαυικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, των εμμενουσών εις το ορθόδοξον εορτολόγιον, και τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία των Ιεροσολύμων και της Αντιοχείας, ως και αί Εκκλησίαι του Αγίου Όρους του Άθω και του Θεοβαδίστου Όρους Σινά.
Δια τούτο κατεδικάσθη εις τας πανορθοδόξους Συνόδους 1583, 1587, και 1593 επί Οικουμενικού Πατριάρχου Ιερεμίου του Βου, χαρακτηρίσαντος αυτό ως μίαν καινοτομίαν της πρεσβυτέρας Ρώμης, ως παγκόσμιον σκάνδαλον και αυθαίρετον καταπάτησιν των Ιερών Κανόνων. Ακριβώς τον κίνδυνον τούτου του Σχίσματος επιθυμούντες να αποσοβήσωμεν, αφού μάτην επί δωδεκαετίαν όλη προσεπαθήσαμε να επαναφέρωμεν την πλειοψηφίαν της Ιεραρχίας της Ελλάδος εις την εξ’ ή εξετροχιάσθη ορθόδοξον ημερολογιακή τροχιάν, προβάλλοντες την διάσπασιν των ορθοδόξων Εκκλησιών και το δημιουργηθέν εις τους κόλπους της Εκκλησίας Σχίσμα υπό του Ορθοδόξου Ελληνικού Λαού, απεφασίσαμεν προς πρόληψιν μειζόνων κακών να αποκηρύξωμεν Αυτήν, εμμένουσαν εις την πλάνην την ημερολογιακήν και να αναλάβωμεν την ποιμαντορίαν της πολυπληθούς ήδη μερίδος του Ελληνικού Λαού, του ακολουθούντος το πάτριον και ορθόδοξον εορτολόγιον πρός ένωσιν του λαού και ειρήνευσιν της Εκκλησίας. Τούτο δέ θα εγίνετο πάντως, αν η Κυβέρνησις δε ετάσσετο σκανδαλωδώς πρός το μέρος της Διοικούσης Συνόδου, ήτις κακώς, ως θα ιδώμεν, παρέστησαν ημάς ως επαναστατήσαντας κατά του νομίμου Εκκλησιαστικού Καθεστώτος.

Έγγραφον εν τω τόπω της εξορίας
τη Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου Ολύμπου

Τη 1η Ιουλίου 1935

http://www.entoytwnika.blogspot.com/


18ο ΜΕΡΟΣ:

«Το Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον ως κριτήριον της Ορθοδοξίας» (Β΄ΜΕΡΟΣ)

Η Αυτοκέφαλος Ελληνική Εκκλησία υπό την έμπνευσιν και ηγεσίαν του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Χρυσοστόμου εισήγαγεν εν συνεννοήσει μόνον μετά της Διοικούσης Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και άνευ συναινέσεως των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών το Γρηγοριανόν εορτολόγιον εν τη Ορθοδόξω θεία λατρεία.

Τούτο, ως ήν επόμενον, γενόμενον άνευ της συναινέσεως όλων των ορθοδόξων Εκκλησιών και άνευ προπαρασκευής και διαφωτίσεως του ορθοδόξου Ελληνικού λαού, εσκανδάλισε τας συνειδήσεις αυτού, και μία μερίς ολιγάριθμος μεν κατ΄ αρχήν, αλλ΄ είτα πολυπληθής απεσπάσθη εξ΄ αιτίας τούτου της Διοικούσης Εκκλησίας και απετέλεσεν ιδιαιτέραν θρησκευτικήν Κοινότητα αναγνωρισθείσα και υπό της Κυβερνήσεως υπό την επωνυμίαν «Ελληνική θρησκευτική Κοινότης των γνησίων ορθοδόξων Χριστιανών». Πρός εξυπηρέτησιν δέ των θρησκευτικών αναγκών η Κοινότης αύτη εκάλεσε ιερείς εξ΄ Αγίου Όρους, του ακολουθούντος το πάτριον εορτολόγιον, οίτινες προθύμως έσπευσαν να εξυπηρετήσωσι τας θρησκευτικάς και πνευματικάς ανάγκας Αυτής. Συν τω χρόνω δέ, πολλαπλασιαζομένων των πιστών εις το πάτριον και ορθόδοξον εορτολόγιον απεσκίρτησαν εκ της επισήμου Εκκλησίας και εντόπιοι ιερείς, οίτινες προσήλθον εις την Εκκλησίαν, την ακολουθούσαν το πάτριον εορτολόγιον.
Την καθημερινήν απόσπασιν ταύτην των χριστιανών και ιερέων η επίσημος Εκκλησία, ου μόνον έβλεπε μετ΄ απαθείας και αναλγησίας, αλλά και κατεδίωκεν αυτούς δια των Αστυνομικών Αρχών, τιμωρούσα τους αποσκίρτωντας ιερείς δια καθαιρέσεως και σωματικού πεεριορισμού εις τας Μονάς.

Πλήν και δια των μέσων τούτων, των απαδόντων εις την ειρηνικήν Αυτής αποστολήν, ου μόνον δεν κατόρθωσε ουδέ έναν χριστιανόν εκ των ακολουθούντων το πάτριον εορτολόγιον να πείση όπως συμμορφωθή πρός τας διατάξεις της Εκκλησίας, αλλά και ενίσχυσε την εμμονή αυτών εις τα πάτρια, πυκνωθείσης έτι μάλλον της φάλαγγος των παλαιοημερολογιτών.

Την θλιβεράν ταύτην κατάστασιν μετά δικαίας αγανακτήσεως επί δωδεκαετίαν όλην παρακολουθούμεν ημείς, οι κατ΄ αρχήν μη εγκρίναντες την μεταβολή του ημερολογίου και μάτην εις πάσαν Σύνοδον της Ιεραρχίας υπεδεικνύομεν την ανάγκην της επαναφοράς του ορθοδόξου εορτολογίου δια την ένωσιν των χριστιανών και την ειρήνευσιν των Εκκλησιών.

Εις μίαν μάλιστα Συνεδρίαν του 1933 ηπειλήθησαν δια καθαιρέσεως τέσσαρες Αρχιερείς, ήτοι ο Δημητριάδος Γερμανός, ο Δρυινουπόλεως Βασίλειος, ο Κασσανδρείας Ειρηναίος, και ο Δράμας Βασίλειος, εμού τότε μη παραστάντος εις την Σύνοδον της Ιεραρχίας, οίτινες έσχον την ευτολμίαν να καταγγείλωσι δι΄ υπομνήματος την ημερολογιακήν καινοτομίαν, ως αντιβαίνουσαν προς αποφάσεις πανορθοδόξων Συνόδων (1583, 1587 και 1593) συγκροτηθείσων εν Κωνσταντινουπόλει επί Οικ. Πατριάρχου Ιερεμίου του Β΄.
Αλλ΄ οι ειρημένοι Αρχιερείς τότε δεν ηθέλησαν να επιμείνωσιν εις την καταγγελία αυτών, και ούτω αφέθη και πάλιν η αυτή κατάστασις. Εντεύθεν πεισθέντες πλέον, ότι η πλειοψηφία της Ιεραρχίας υπό την έμπνευσιν του Μακαριωτάτου Προέδρου δεν προτίθεται να επαναφέρη το πάτριον εορτολόγιον αφ΄ ενός, και αφ΄ ετέρου ιδόντες ότι το Σχίσμα εδημιουργήθη εις τους κόλπους της Εκκλησίας και μάλιστα ότι εξετρέπετο τούτο εις ακρότητας, θιγούσας το κύρος το Εκκλησιαστικόν, απεφασίσαμεν τρείς Ιεράρχαι, ήτοι ο Δημητριάδος Γερμανός, ο Γράφων πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος και ο Ζακύνθου Χρυσόστομος να δηλώσωμεν δι΄ ενός εγγράφου υπό ημερομηνίαν 27 Μαίου 1935 εις την Διοικούσα Σύνοδον, ότι αποκηρύττομεν Αυτήν, εφ΄ όσον εμμένει εις την πλάνην την ημερολογιακήν και αναλαμβάνομεν την ποιμαντορίαν της μερίδος του ορθοδόξου Ελληνικού λαού, της ακολουθούσης το πάτριον εορτολόγιον. Εξεφράζομεν δέ εις το τέλος του εγγράφου τούτου και την ελπίδα, ότι η Διοικούσα Εκκλησία, σταθμίζουσα τας κολοσσιαίας ευθύνας, ας υπέχει ενώπιον της Εκκλησίας δια την πράξιν της ημερολογιακής καινοτομίας, θα ηυδόκει να επανορθώση ταύτην πρός αποσόβησιν του Σχίσματος δια τςη επαναφοράς του ορθοδόξου εορτολογίου. Και τούτο διότι δεν επιθυμούμεν και εν τη υστάτη στιγμή να αποκλείσωμεν πάσαν απόπειραν συζητήσεως και συνεννοήσεως μετά της Διοικούσης Εκκλησίας.
Αλλ΄ η Διοικούσα Εκκλησία, χωρίς να δώση ουδεμίαν απάντησιν εις το έγγραφον ημών, προέβη εις την παύσιν του Δημητριάδος και του Ζακύνθου εκ των θρόνων αυτών και τον διορισμόν Τοποτηρητών, εν ταίς επαρχίαις αυτών. Συγχρόνως δέ κατήρτισε και Συνοδικόν Δικαστήριον, όπερ δικάσας ημάς ερήμην, κατεδίκασεν εις καθαίρεσιν και πενταετή σωματικόν περιορισμόν εις διαφόρους Μονάς, εις ας και απήχθημεν βία υπό της Αστυνομίας.
Το ζήτημα του Εκκλησιαστικού ημερολογίου έχει βαθύτερα τα αίτια και ελατήριά του. Οι εμπνευσταί και πρωτεργάται τούτου, οίοι ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος, στερούμενοι δυστυχώς βαθέως ορθοδόξου πνεύματος, εγένεντο εν γνώσει ή ανεπιγνώστως όργανα ξένων επιθυμιών και σκοπών, δι ων επιδιώκεται η διάσπασις της ενότητος των Ορθοδόξων Εκκλησιών και της Ελληνικής ιδεολογίας απο της Ορθοδοξίας. Οι δύο ούτοι Ταγοί των Ορθοδόξων Εκκλησιών του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και της Ελλάδος αμιλλώμενοι εις δόξαν μεταρρυθμιστού και συγχρονισμένου Κληρικού, ανεπετάσαν ελαφρά τη συνειδήσει την σημαίαν των Εκκλησιαστικών μεταρρυθμίσεων, αρχήν ποιησάμενοι απο της μεταβολής του Εκκλησιαστικού ημερολογίου, όπερ αποτελεί ένα των ενωτικών κρίκων των Ορθοδόξων Εκκλησιών και την πυξίδα της θείας λατρείας και των έργων της πατρώας πίστεως και ευσεβείας.
Η ιδέα της εισαγωγής του Γρηγοριανού ημερολογίου και εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία ως δήθεν τελειοτέρου, συνεζητήθη προ τινών ετών και εις το Εκκλησιαστικόν Συνέδριον, όπερ συνεκάλεσεν εν Κωνσταντινουπόλει ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος και όπερ κακώς απεκλήθη πανορθόδοξον, διότι δεν αντεπροσωπεύθησαν εν αυτώ παρά μόνον τρείς αυτοκεφάλοι ορθόδοξοι Εκκλησίαι….
Εκείνο όπερ καθιστά ύποπτον την σύγκλησιν του Εκκλησιαστικού τούτου Συνεδρίου είναι ότι παρεκάθισαν εν αυτώ και δύο Κληρικοί ετεροδόξου Εκκλησίας, καθ΄άς έχομεν εξωδίκους πληροφορίας, ως και η αντορθόδοξος και προτεσταντισμού όζουσα απόφασις αυτού, να μη θεωρηθή η αποδοχή του Γρηγοριανού ημερολογίου υπό τινών Εκκλησιών ως λόγος Σχίσματος υπό των άλλων, των εμμενουσών εις το πάτριον Ιουλιανόν ημερολόγιον.
Είπομεν δέ, ότι η αρχή αύτη είναι αντορθόδοξος και προτεσταντική, διότι αφίνουσα ελευθερίαν εις τας επί μέρους ορθοδόξους Εκκλησίας να κανονίζωσι ζητήματα γενικής Εκκλησιαστικής φύσεως και σημασίας κατά το δοκούν αυταίς, υποθάλπει την διάσπασιν των ορθοδόξων Εκκλησιών και την διαίρεσιν των χριστιανών. Καθ΄ όσον πως δύναται να τηρηθή η ενότης των ορθοδόξων Εκκλησιών εν τη προκειμένη περιπτώσει, όταν τινές εκ τούτων εορτάζωσι την εορτήν των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, καθ΄ όν χρόνον αι άλλαι διατρέχουσιν εισέτι το στάδιον της μετανοίας και τεσσαρακοστής δι΄ ων προετοιμάζονται δια τον εορτασμόν των μεγάλων τούτων εορτών; Έπειτα πως δύναται η εκκλησιαστική αύτη καινοτομία να μην αποτελή λόγον Σχίσματος αφού πραγματικώς αποσχίζει τας καινοτομησάσας Εκκλησίας των άλλων και κάμνει αυτάς να εορτάζωσιν και να νηστεύσωσιν, ουχί μετά των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αλλά μετά των ετεροδόξων και αιρετικών Δυτικών Εκκλησιών;
Πρός αποφυγήν δ΄ ακριβώς της διασπάσεως της ενότητος των ορθοδόξων Εκκλησιών οι Άγιοι και Θεοφόροι Πατέρες, όπως ώρισαν δια των θείων και ιερών Κανόνων (ΝΓ΄ Αποσ. 52,56,79 της ΣΤ΄ Οικ. Συνόδου, 19,20 της εν Γάγγρα, 37,51 της εν Λαοδικεία) τας διατάξεις των εορτών και των νηστειών σεβαστάς δι΄ όλας τας Εκκλησίας, ούτω καθώρισαν δια Κανόνων (56 της ΣΤ΄ Οικ. και 19 της εν Γάγγρα) όπως επικρατή η αυτη τάξις, ως πρός τον χρόνον των εορτών και των νηστειών δι΄ όλας τας Εκκλησίας επί απειλή μάλιστα καθαιρέσεως των Κληρικών και αφορισμού και αναθέματος των Λαικών….
Είναι λοιπόν δυνατόν να υποθέσωμεν, ότι ο Οικουμενικός τότε Πατριάρχης Μελέτιος και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος ηγνόουν τους θείους και ιερούς τούτους Κανόνας, τους κατοχυρούντας επί ποινή καθαιρέσεως, αφορισμού , και αναθέματος, τον ταυτόχρονον εορτασμόν των εορτών και την ταυτόχρονην τέλεσιν των νηστειών υφ΄ όλων των ορθοδόξων Εκκλησιών δια την ενότητα του χριστιανικού πνεύματος και τον σύνδεσμον της ειρήνης των πιστών;
Ιδού που έγκειται η αχίλλειος ξενική πτέρνα του Πατριάρχου Μελετίου και του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, οίτινες εισάγοντες μίαν αρχήν προτεσταντικήν εις την ορθόδοξον Εκκλησίαν, προάγουν αυτήν εις την οδόν του Προτεσταντισμού, όστις αφήνει πλήρην ελευθερίαν εις τους οπαδούς αυτού, ου μόνον εις τας λιτάς διατάξεις της λατρείας, αλλά και εις αυτήν την πίστιν και την αντίληψιν των Δογμάτων, μη έχων δια την εξήγησιν τούτων Κριτήριον Εκκλησιαστικόν.
Τοιαύτα όντως κατετόλμησαν ο Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, οι δύο ούτοι Λούθηροι της ορθοδόξου Εκκλησίας, οίτινες υπο το πρόσχημα του συγχρονισμού δεν εδειλίασαν ουδ΄ απερρίγησαν να καταπατήσωσιν αποφάσεις πανορθοδόξων Συνόδων και Αποστολικούς και Συνοδικούς Κανόνας, ίνα προσεγγίσωσι πρός τας Εκκλησίας της Δύσεως δια της ημερολογιακής καινοτομίας επί διασπάσει της Ορθοδοξίας και επ΄ αθετήσει της αιωνοβίου πράξεως της Μιάς Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

http://entoytwnika.blogspot.com/2011/05/18.html

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

© 2026 ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ BLOG   Φιλοξενείται από Blogs.sch.gr

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση