Δάσκαλε, να καθίσω με το Μιχάλη στο τελευταίο θρανίο;

Του Αναστασίου Τασινού

LM

Εισαγωγή

Το παρόν άρθρο αναφέρεται στη μοναξιά του τελευταίου θρανίου και  στη μεγάλη σημασία που έχει για την ποιοτική λειτουργία της τάξης η τοποθέτηση των μαθητών στα θρανία με βάση παιδαγωγικά και διδακτικά κριτήρια. Έτσι δημιουργείται καλή παιδαγωγική ατμόσφαιρα στην τάξη, αναπτύσσονται αλληλοβοήθειες μεταξύ των μαθητών και ανοίγει ο δρόμος για όσους δασκάλους θα ήθελαν να εφαρμόσουν περισσότερες μορφές διδασκαλίας.

Επιπροσθέτως,  γίνεται λόγος και στην αρετή του δασκάλου να διαπαιδαγωγεί διά του παραδείγματος και όχι διά του κηρύγματος.

Η μοναξιά του τελευταίου θρανίου

Το τελευταίο θρανίο στα δικά μου μαθητικά χρόνια είχε μεγάλη μοναξιά. Πήγαινε πακέτο με τον αδύνατο και μερικές φορές επιθετικό μαθητή, που ούτε ο δάσκαλος ούτε και οι συμμαθητές ασχολούνταν μαζί του. Πολλές φορές η μοναξιά του μαθητή μεταφερόταν και στην αυλή του σχολείου, εφόσον κανείς δεν ήθελε να παίξει μαζί του. Ο μαθητής άλλοτε αντιδρούσε επιθετικά και άλλοτε κλεινόταν περισσότερο στον εαυτό του.

Την ίδια κατάσταση παρατηρούσα και ως δάσκαλος στην αρχή της σχολικής χρονιάς, όταν οι μαθητές επέλεγαν τις θέσεις τους στα θρανία. Φρόντιζαν, συνήθως, να παίρνουν αποστάσεις από «το μαύρο πρόβατο» της τάξης, που καθόταν στο τελευταίο θρανίο. Μερικές φορές και οι γονείς διαμαρτύρονταν, όταν το παιδί τους καθόταν στο τελευταίο θρανίο με τον ανεπιθύμητο μαθητή.

Από τα παλιά χρόνια, έως και σήμερα, το τελευταίο θρανίο ήταν και είναι παρεξηγημένο, γι` αυτό και μερικές φορές χρησιμοποιείται για να «φιλοξενεί» τιμωρημένους μαθητές. Ο δάσκαλος αν αφήσει τους μαθητές να καθίσουν όπου αυτοί θέλουν, παρατηρούμε συνήθως ότι οι άριστοι κάθονται μαζί, οι μέτριοι μαζί και οι αδύνατοι πάλι μαζί. Αν υπάρχει ανεπιθύμητος μαθητής στην τάξη, τον βλέπουμε μόνο του στο τελευταίο θρανίο. Αυτήν, όμως, την αυθόρμητη επιλογή των θέσεων από τους μαθητές, δε σημαίνει ότι ο δάσκαλος αμέσως θα πρέπει να την αντικαταστήσει, δίχως πρώτα να γίνουν μερικές απαραίτητες ενέργειες, που θα αναφερθούν πιο κάτω.

Τοποθέτηση των μαθητών στα θρανία

Η σταθεροποίηση των θέσεων των μαθητών στα θρανία, απαιτεί να έχει προηγηθεί μια συγκεκριμένη παιδαγωγική και διδακτική διαδικασία διάρκειας δέκα περίπου ημερών. Αρχικά ο δάσκαλος θα πρέπει να κάνει το «κοινωνιογράφημα της τάξης» και αμέσως μετά το «διδασκαλικό τσεκ-απ», ώστε να γνωρίζει από τις πρώτες ημέρες της σχολικής χρονιάς το επίπεδο των μαθητών του. (Το κοινωνιογράφημα της τάξης και το διδασκαλικό τσεκ-απ τα περιγράφω αναλυτικά στο εκπαιδευτικό μου άρθρο «Καλές πρακτικές για το δάσκαλο»). Κυρίως, όμως, θα πρέπει να συζητήσει με όλους τους μαθητές, ώστε να είναι έτοιμοι να αποδεχτούν το ενδεχόμενο να καθίσουν στο ίδιο θρανίο με κάποιον συμμαθητή τους, που δεν είναι δική τους επιλογή. Η συζήτηση αυτή σημαίνει πολλά για την ποιοτική λειτουργία της τάξης. Εννοείται, όμως, ότι ο δάσκαλος θα λάβει υπόψη – όσο μπορεί – και  τις προτιμήσεις των μαθητών, όπως αυτές εκδηλώθηκαν τις πρώτες δέκα ημέρες.

Μέχρι, όμως, να ολοκληρωθεί η παραπάνω διαδικασία οι μαθητές κάθονται στα θρανία, όπως οι ίδιοι επιθυμούν.

Γνώρισα αρκετούς δασκάλους, που ουδέποτε ενδιαφερόταν για την τοποθέτηση των μαθητών τους στα θρανία με βάση παιδαγωγικά και διδακτικά κριτήρια, ενώ άλλους που αυταρχικά όριζαν που θα καθίσει ο κάθε μαθητής. Και οι δύο αυτές περιπτώσεις δημιουργούν προβλήματα στην ποιοτική λειτουργία της τάξης. Εδικά, όταν ο δάσκαλος έχει συμπεριλάβει στη διδακτική του πρακτική και  την ομαδοκεντρική μορφή διδασκαλίας ή όταν οι μαθητές υλοποιούν σχέδια εργασίας (projects), η σωστή τοποθέτησή τους στα θρανία είναι βασική προϋπόθεση για την επιτυχία των στόχων.

Ο δάσκαλος ποτέ δεν πρέπει να ξεχνά ότι το μονοπώλιο δεν ανήκει σε καμία μέθοδο διδασκαλίας, όσο καλή και να είναι. (Περισσότερα γι` αυτό το θέμα γράφω στο εκπαιδευτικό μου άρθρο «Άκου όταν μιλάς δάσκαλε!») Η εναλλαγή των μεθόδων διδασκαλίας αναζωογονεί την τάξη και δημιουργεί νέα κίνητρα και νέα ενδιαφέροντα στους μαθητές. Αυτή, όμως, η εναλλαγή των μεθόδων διδασκαλίας περνάει μέσα από τη σωστή τοποθέτηση των μαθητών στα θρανία.

Ο Μιχάλης του τελευταίου θρανίου

Θυμάμαι το Μιχάλη, μαθητή της Γ` Δημοτικού, που «απολάμβανε» τη μοναξιά του τελευταίου θρανίου, όταν ως νέος δάσκαλος ανέλαβα την τάξη του στα μέσα της σχολικής χρονιάς. Το κοινωνιογράφημα που αργότερα έκανα στην τάξη, απλώς επιβεβαίωσε τη μοναξιά του μαθητή, που από την πρώτη ματιά ήταν ολοφάνερη. Ο Μιχάλης ήταν ντροπαλός, ήσυχος, λιγάκι ψευδός και είχε μαθησιακές δυσκολίες. Φορούσε, συνήθως, ρούχα  μεγαλύτερα από το νούμερό του και τα μανίκια του μερικές φορές σκέπαζαν τα δάκτυλα, ενώ τα μπατζάκια του σερνόταν στο δάπεδο. Κανείς δεν ήθελε να καθίσει μαζί του στο θρανίο, ούτε και να τον κάνει παρέα.  Στα διαλείμματα περιφερόταν μόνος στην αυλή του σχολείου, παρόλο που δεν ήταν επιθετικός μαθητής.

Με ενοχλούσε αυτή η κατάσταση, γι` αυτό και μέριμνά μου ήταν με κατάλληλες παιδαγωγικές ταχτικές και όχι με κηρύγματα να σπάσω την απομόνωση του μαθητή. Συγκεκριμένα, όταν γινόταν η εξέταση του προηγούμενου μαθήματος με βασικές ερωτήσεις, καθόμουν στο θρανίο του Μιχάλη. Με αυτή την ταχτική έστρεφα όλα τα βλέμματα των μαθητών στο τελευταίο θρανίο. Ο Μιχάλης χαιρόταν πολύ και  απολάμβανε το γεγονός ότι ο δάσκαλος καθόταν δίπλα του. Στα διαλείμματα πάλι η ίδια ταχτική. Επέλεγα να πηγαίνω εκεί που βρισκόταν ο Μιχάλης, συμπαρασύροντας – με έμμεσο τρόπο – και αρκετούς συμμαθητές του, που ήθελαν εκείνη τη στιγμή να μιλήσουν μαζί μου. Το κυριότερο, όμως, ήταν ότι ποτέ δεν τον εγκατέλειψα στα μαθήματα. Πάντα του ανέθετα τη δική του ύλη, που ήταν ανάλογη των δυνατοτήτων του, εφόσον αδυνατούσε να συμπορευτεί στο ρυθμό της τάξης. Και για να μη τα πολυλογώ, όταν ακούστηκε η φράση στην τάξη από έναν συμμαθητή του, «δάσκαλε, να καθίσω με το Μιχάλη στο τελευταίο θρανίο;» ένιωσα να εισπράττω την πιο καλή αμοιβή  των προσπαθειών μου.

Αλληλοβοήθειες μαθητών

Ο δάσκαλος, όταν διαπαιδαγωγεί δια του παραδείγματος και όχι δια του κηρύγματος, πολλά θετικά πράγματα μπορεί να καταφέρει στην τάξη. Τα λόγια δίχως πράξη θυμίζουν αυτό που λέει ο λαός, «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις».

Πάντα ως δάσκαλος αξιοποιούσα τους ηγέτες-μαθητές, οι οποίοι οικειοθελώς δεχόταν να βοηθήσουν στην ένταξη των απομονωμένων συμμαθητών τους. Επίσης αξιοποιούσα και τους άριστους μαθητές, οι οποίοι και αυτοί οικειοθελώς συνεργαζόταν και βοηθούσαν όσους είχαν μαθησιακές δυσκολίες. Και οι αλληλοβοήθειες αυτές προσφερόταν πολύ εύκολα, γιατί υπήρχε καλή παιδαγωγική ατμόσφαιρα στην τάξη.

Με τις ανάλογες παιδαγωγικές ενέργειες του δασκάλου οι άριστοι μαθητές σύντομα καταλαβαίνουν ότι πρέπει να κάθονται στο θρανίο με αδύνατους μαθητές, ώστε να γίνονται «μικροί δάσκαλοι», όταν οι ανάγκες το απαιτούν. Οι βοήθειες αυτές έχουν θετικές επιδράσεις όχι μόνον στους  αδύνατους μαθητές, αλλά και στους «μικρούς δασκάλους», που εμπεδώνουν καλύτερα τη διδακτέα ύλη, νιώθοντας ταυτόχρονα και τη χαρά της προσφοράς. Επιπλέον, επιτυγχάνεται και η καλυτέρευση των διαμαθητικών σχέσεων, που είναι και το ζητούμενο για τη δημιουργία μιας καλής παιδαγωγικής ατμόσφαιρας στην τάξη.

Επιτρέψτε μου να γράψω ότι οι καλές παιδαγωγικές και διαμαθητικές σχέσεις, που υπήρχαν στις τάξεις που εργάστηκα, γινόταν ο καταλύτης για τη βελτίωση της αρνητικής συμπεριφοράς δύσκολων μαθητών. Μια επιτυχία που με γέμιζε με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση!

Ιωάννινα 17 Ιουνίου 2013

Να μη χάσουμε άλλο χρόνο!

Του Αναστασίου Τασινού

LK

Στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία στις 12 Σεπτεμβρίου 1999, η δημοσιογράφος Ολυμπία Λιάτσου, στο άρθρο της “Πολιτικέ, που δίδασκες”, έγραψε: «Από τα έδρανα της Βουλής βγάζουν “μαχαίρια” για το καλό της δημόσιας εκπαίδευσης. Στην πράξη όμως αυτοδιαψεύδονται, αφού δεν εμπιστεύονται οι ίδιοι το δημόσιο σχολείο: Ανεξαρτήτως παράταξης, οι πολιτικοί, κατά παράδοση, όταν πρόκειται για το μέλλον των παιδιών τους ψηφίζουν χωρίς δεύτερη σκέψη ναι στα ιδιωτικά σχολεία…..»

Στη συνέχεια του άρθρου αναφέρονται οι πολιτικοί των τεσσάρων κομμάτων  της εποχής εκείνης (μηδέ εξαιρουμένου και του τότε Υπουργού Παιδείας), που για την εκπαίδευση των  παιδιών τους  είχαν επιλέξει το Ιδιωτικό Σχολείο. Στο τέλος του άρθρου αναφέρεται και η μειοψηφία των πολιτικών, που είχαν επιλέξει το Δημόσιο Σχολείο.

Θα ήθελα παρακάμπτοντας την ονοματολογία να σχολιάσω την ουσία αυτού του άρθρου. Πιστεύω ότι οι πολιτικοί, ανεξαρτήτως αν ανήκουν στην κυβερνητική παράταξη ή στην αντιπολίτευση, θα έπρεπε να σέβονται έναν άγραφο νόμο, που θέλει τα παιδιά τους να βρίσκονται στη Δημόσια Εκπαίδευση από το Νηπιαγωγείο έως το Πανεπιστήμιο. Η τήρηση αυτού του άγραφου νόμου προσδίδει στη Δημόσια Εκπαίδευση μεγαλύτερο κύρος και επιπλέον καλυτερεύουν και οι σχέσεις των πολιτικών με τους πολίτες.

Η αντίφαση ότι αγωνίζομαι ως πολιτικός για το Δημόσιο Σχολείο, αλλά το παιδί μου το στέλνω ως γονέας στο Ιδιωτικό Σχολείο, δεν περνάει απαρατήρητη από τους πολίτες. Σε μια τέτοια περίπτωση ο λόγος των πολιτικών γίνεται αδύναμος, πλήττεται η αξιοπιστία του, ανεξαρτήτως των καλών προθέσεων που μπορεί να έχει.

Αν όλοι οι πολιτικοί επέλεγαν το Δημόσιο Σχολείο για τα παιδιά τους, πιστεύω ότι η Δημόσια Εκπαίδευση σήμερα θα ήταν σε καλύτερο δρόμο. Θα βίωναν και οι ίδιοι από πρώτο χέρι τα κακώς κείμενα και θα είχαν κι ένα λόγο παραπάνω να ενδιαφερθούν για τη διόρθωσή τους. Διαχρονικά, όμως, οι περισσότεροι πολιτικοί προτιμούν τα Ιδιωτικά Σχολεία για τα παιδιά τους.

Σε καμιά περίπτωση δεν τάσσομαι κατά της Ιδιωτικής Εκπαίδευσης. Τη θεωρώ, όμως, λαθεμένη οικογενειακή επιλογή για τους πολιτικούς, οι οποίοι πρέπει να διδάσκουν τους πολίτες διά του παραδείγματος. Το δρόμο που οι ίδιοι χαράσσουν στη Δημόσια Εκπαίδευση, πρέπει πρωτίστως να τον εμπιστεύονται για τα παιδιά τους.

Το μέλλον της πατρίδας μας ακουμπά στην Εκπαίδευση και η ενδυνάμωσή της αποτελεί την καλύτερη επένδυση για το έθνος μας. Μετά, όπως λέει ο λαός,  «το νερό θα μπει στ` αυλάκι».

Η σημερινή πολύπλευρη κρίση βαραίνει λίγο-πολύ τους περισσότερους της γενιάς της μεταπολίτευσης, που είχαν θέσεις ευθύνης στο δημόσιο βίο. Σε συνδυασμό βέβαια και με άλλες συγκυρίες, που δεν είναι του παρόντος άρθρου να αναφερθούν, μας έφεραν στη σημερινή δύσκολη κατάσταση.  Το μάρμαρο όμως της κρίσης το  πληρώνουν, ως συνήθως, αυτοί που δε φταίνε.

Είναι ολοφάνερο ότι οι χρόνιες παθογένειες της Δημόσιας Εκπαίδευσης, όπως ο κομματισμός, ο παραταξιακός συνδικαλισμός, η αναξιοκρατία, το μονοπώλιο του ενός βιβλίου (πολλές φορές κακογραμμένου) και οι καταλήψεις, την έχουν οδηγήσει στο σημερινό αδιέξοδο. Η συντεχνιακή αυτή λογική κυριάρχησε για δεκαετίες σε όλο το δημόσιο τομέα, πλήττοντας τη συνοχή του κοινωνικού ιστού. Είναι ανεπίτρεπτο τα στελέχη των δημόσιων οργανισμών  να επιλέγονται με πελατειακές σχέσεις!!! Καιρός να εκσυγχρονίσουμε το κράτος μας. Δεν πάει άλλο!

Επιτέλους τα πολιτικά κόμματα πρέπει να αφήσουν τη Δημόσια Εκπαίδευση έξω από το πεδίο των κομματικών αντιπαραθέσεων. Από κοινού να επεξεργαστούν ένα εθνικό σχέδιο ανόρθωσής της, που απαραιτήτως να περνάει μέσα από την αξιολόγηση και την αξιοκρατία. Διαφορετικά δεν πρόκειται να δούμε άσπρη μέρα στη Δημόσια Εκπαίδευση. Γνωρίζω πολύ καλά ότι η υπερκομματική αυτή πρόταση ακούγεται για τη σημερινή πραγματικότητα ανεδαφική και ρομαντική. Για το όραμα, όμως, μιας καλύτερης αυριανής Ελλάδας ακούγεται ρεαλιστική και απαραίτητη.

Αργήσαμε πολύ να υλοποιήσουμε τις αυτονόητες μεταρρυθμίσεις, που απαιτεί η Δημόσια Εκπαίδευση. Το τρένο της Ευρώπης προχωρά και εμείς αμπελοφιλοσοφούμε στον παλαιοκομματικό σταθμό. Τουλάχιστον να μη χάσουμε άλλο χρόνο! Μας αξίζει μια καλύτερη Δημόσια Εκπαίδευση! Μπορούμε να την οικοδομήσουμε όλοι μαζί!

Ιωάννινα 1 Νοεμβρίου 2013

Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών

Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 17 Δεκεμβρίου 2014

LZAjpg

Ένα θέμα που εκκρεμεί εδώ και δεκαετίες στη Δημόσια Εκπαίδευση ή ακριβέστερα ένα θέμα που δεν έχει αντιμετωπιστεί ποτέ στις σωστές του διαστάσεις, είναι η αξιολόγηση. Από την τρομοκράτηση των εκπαιδευτικών για πολλά χρόνια από τους Επιθεωρητές, περάσαμε στην απραξία των Σχολικών Συμβούλων και τον μηδενικό έλεγχο όλων. Σήμερα επανερχόμαστε ξανά στην τρομοκράτηση των εκπαιδευτικών (ίσως και να αποδειχθεί χειρότερη και απ` αυτήν των Επιθεωρητών, αν δεν ανατραπεί) με τη μόνη διαφορά που τώρα αυτοί που θα βαθμολογούν δεν θα αποκαλούνται Επιθεωρητές… Η αξιολόγηση, λοιπόν, από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους κινείται στα δύο άκρα. Έτσι το θέλανε και έτσι το θέλουν, καθώς φαίνεται, αυτοί που χαράσσουν την εκπαιδευτική πολιτική.

Είναι πιστεύω, πέραν κάθε αμφισβήτησης, αναγκαία η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, όπως και όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, για να προχωρήσει μπροστά η κοινωνία. Πολλοί εκπαιδευτικοί έχουν συνειδητοποιήσει εδώ και πολλά χρόνια – εν αντιθέσει με τους πολιτικούς – ότι δεν τραβάει άλλο αυτή η κατάσταση και πρέπει να αντιμετωπιστεί το χρόνιο πρόβλημα της αξιολόγησης, προς όφελος όλων.

Όμως, προσφέρεται το Προεδρικό Διάταγμα 152/2013 που τέθηκε σε ισχύ να αντιμετωπίσει με ορθό τρόπο την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών; Σίγουρα όχι! Είναι ένα νομοθέτημα, χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες για τον εκπαιδευτικό, που διακρίνεται για τη θολούρα των κριτηρίων αξιολόγησης και την έλλειψη σαφήνειας στο μεγαλύτερο μέρος του. αλλά, είναι σαφέστατο, όσον αφορά την τρομοκράτηση των εκπαιδευτικών! Κι αυτό φαίνεται καθαρά από τον τρόπο που θα αξιολογούνται οι εκπαιδευτικοί. δηλαδή, θα υπόκεινται στην κρίση του Σχολικού Συμβούλου, ο οποίος κατά το δοκούν θα εφαρμόζει τα ασαφή κριτήρια αξιολόγησης και θα συντάσσει την αξιολογική έκθεση. Και η «προστασία» που παρέχει το Προεδρικό Διάταγμα για τους εκπαιδευτικούς που αδικούνται, είναι η υποβολή ένστασης η οποία, όμως, κατά το άρθρο 20 θα «πρέπει να περιλαμβάνει αναλυτικά τα συγκεκριμένα στοιχεία και τα πραγματικά περιστατικά  στα οποία ο αξιολογούμενος θεμελιώνει τους ισχυρισμούς του καθώς και τα στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν την ανακρίβεια του περιεχομένου της έκθεσης». Πώς θα τα αποδείξει όλα αυτά ο εκπαιδευτικός, όταν ο Σχολικός Σύμβουλος θα ισχυρίζεται τα αντίθετα; Και την ένταση ποιος θα την εξετάσει τελικά; Ένας άλλος Σχολικός  Σύμβουλος που θα οριστεί από τον Περιφερειακό Διευθυντή!! Όμως, έχει και άλλη ανάγνωση το θέμα της ένστασης: Αν κάποιες αξιολογικές εκθέσεις δεν είναι ικανοποιητικές για τους ημέτερους της εξουσίας, πολύ εύκολα ανατρέπονται με τη διαδικασία της ένστασης, στέλνοντας παράλληλα και το μήνυμα στους Σχολικούς Συμβούλους να είναι πιο προσεκτικοί!! Η ένσταση, δυστυχώς, είναι ασφαλιστική δικλείδα μόνο γι` αυτούς που το σύστημα θέλει να προστατέψει και όχι για τους υπολοίπους!!!

Είναι φανερό ότι το Υπουργείο Παιδείας δεν θέλει ένα αξιόπιστο αξιολογικό σύστημα που θα βγάζει στην κορυφή της πυραμίδας τους άξιους εκπαιδευτικούς, αλλά ένα σύστημα χειραγώγησης και τρομοκράτησης των εκπαιδευτικών. γι` αυτό, αυτοί που θα επιλέγονται στη θέση των αξιολογητών θα έχουν  κατά κανόνα και τα ανάλογα κομματικά «προσόντα». Κι αν τους ξεφύγουν και κάποιοι Σχολικοί Σύμβουλοι από τον κόσκινο της επιλογής και δεν θα ενεργούν  «συμφώνως προς τας υποδείξεις», θα υφίστανται κι αυτοί τις συνέπειες. Ήδη άρχισαν και βαράνε τα βιολιά και για τους «ανυπάκουους» Σχολικούς Συμβούλους, όπως διαβάζουμε στον τύπο. τρομοκρατία προς πάσα κατεύθυνση! Αυτό φαίνεται ότι είναι το νέο δόγμα που πάει να υλοποιηθεί με το Προεδρικό Διάταγμα 152/2013, που μάλιστα είναι περιτυλιγμένο και με μεγάλα λόγια περί αναβάθμισης της Εκπαίδευσης.

Αν ήθελαν ουσιαστική αξιολόγηση θα έφτιαχναν με τη συνδρομή των μάχιμων εκπαιδευτικών έναν Νόμο λιτό, σαφή, λειτουργικό και με ασφαλιστικές δικλείδες που δεν θα προστάτευε μόνο τους εκπαιδευτικούς από ενδεχόμενες αυθαιρεσίες αλλά γενικότερα το Δημόσιο Σχολείο.

Τι κάνουμε στην Ελλάδα για τη Δημόσια Εκπαίδευση εδώ και πολλές δεκαετίες; Δυστυχώς, αντιγράφουμε από ξένες χώρες τη μεθοδολογία των σχολικών τους εγχειριδίων, τα εκπαιδευτικά τους προγράμματα και τώρα και τον τρόπο αξιολόγησης! Σταματήσαμε πλέον σαν Έλληνες να παράγουμε Παιδεία και εισάγουμε ό,τι το χειρότερο κυκλοφορεί στην «αγορά».

Το Προεδρικό Διάταγμα 152/2013 προσωπικά πιστεύω ότι δεν έχει πολλή ζωή. Σύντομα θα καταπέσει! Αν όμως, υπήρχε ένας υγιής και ακομμάτιστος συνδικαλισμός, ποτέ δεν θα τολμούσε το Υπουργείο Παιδείας να το θέσει σε ισχύ. Την ευθύνη, όμως, για τη σημερινή κατάσταση  την έχει και ένα μεγάλο μέρος των εκπαιδευτικών το οποίο εδώ και πολλές δεκαετίες όχι μόνο ανέχεται αλλά και στηρίζει τον κομματικό συνδικαλισμό!

Οι απορίες υπό τη μορφή ερωτήσεων που άκουγα από πολλούς εκπαιδευτικούς όλα τα χρόνια που εργαζόμουν στη Δημόσια Εκπαίδευση, που είναι βεβαίως και δικές μου ερωτήσεις, είναι: «ποιοι είναι αυτοί που θα μας αξιολογήσουν;», «ποια είναι τα προσόντα τους;», «ως δάσκαλοι ήταν επιτυχημένοι;», «έχουν πλούσια διδακτική εμπειρία;», «μπορούν να κάνουν δειγματικές διδασκαλίες στους νέους εκπαιδευτικούς;» κ.τ.λ. Οι ίδιες απορίες εκφράζονται και σήμερα στα σχολεία, γιατί  είναι γεγονός ότι  οι επιλογές των στελεχών της Εκπαίδευσης, διαχρονικά, γίνονται από ένα μη αξιόπιστο σύστημα. Αρκετοί από τους εκπαιδευτικούς που αναλαμβάνουν θέσεις ευθύνης στη Δημόσια Εκπαίδευση, είναι παιδιά του κομματικού σωλήνα και των πανεπιστημιακών διασυνδέσεων και έχουν πολλά χρόνια να ιδρώσουν στην αίθουσα διδασκαλίας. Πώς μπορεί σήμερα ο δάσκαλος να δεχθεί να αξιολογηθεί από τέτοιους εκπαιδευτικούς και να νιώθει ασφαλής για την κρίση τους; Για το λόγο αυτό οι εκπαιδευτικοί δικαιολογημένα προβάλλουν διαφωνίες και σ` αυτόν τον τομέα της αξιολόγησης και δέχονται άδικες επιθέσεις – καλόπιστες θα έλεγα – από μέρος της ελληνικής κοινωνίας, που επηρεάζεται από την κυβερνητική προπαγάνδα και δεν αντιλαμβάνεται ότι η αξιολόγηση αυτής της μορφής, δεν συνιστά πρόοδο και αναβάθμιση του Δημόσιου Σχολείου. Εκείνοι τελικά που δεν κινδυνεύουν από την αξιολόγηση αυτή, είναι μόνον οι ανεπαρκείς εκπαιδευτικοί οι οποίοι και σαν προνοητικοί που είναι, σηκώνουν ψηλά τα κομματικά λάβαρα… Αντιθέτως, οι εκπαιδευτικοί που δεν θα σκύβουν το κεφάλι στην αυθαιρεσία και θα λένε με παρρησία τη γνώμη τους για τα κακώς κείμενα της Εκπαίδευσης – ακόμη κι αν είναι στελέχη της Εκπαίδευσης – θα κρέμεται πάνω από το κεφάλι τους η δαμόκλειος σπάθη της «αξιολόγησης».

Εκείνο, λοιπόν, που είναι το ζητούμενο και επιθυμεί η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών, είναι η αντικειμενική αξιολόγηση που θα αναβαθμίσει την ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου και θα αναδείξει τους άξιους δασκάλους στις θέσεις ευθύνης.

Αν στο μέλλον εφαρμοστεί αξιοκρατία στο χώρο της Εκπαίδευσης, ίσως να φανούν χρήσιμες μερικές από τις παρακάτω σκέψεις μου για την αξιολόγηση και για τα προσόντα που πρέπει να έχουν οι υποψήφιοι Σχολικοί Σύμβουλοι – Αξιολογητές.

Κατ` αρχήν οι υποψήφιοι Σχολικοί Σύμβουλοι θα πρέπει να έχουν τουλάχιστον είκοσι ατόφια διδακτικά χρόνια υπηρεσίας (ακόμη και τα χρόνια τού Διευθυντή να υπολογίζονται διδακτικά μόνο ως προς το ποσοστό των ωρών που διδάσκουν, ενώ οι υπόλοιπες ώρες να προσμετρούνται στα διοικητικά τους προσόντα). Σήμερα παρατηρείται το θλιβερό φαινόμενο δάσκαλοι που δεν έχουν επαρκή διδακτική εμπειρία, γιατί ο νόμος το επιτρέπει,  να έχουν αναλάβει τη θέση του Σχολικού Συμβούλου. Είναι δυνατόν με άπειρους εκπαιδευτικούς να λειτουργήσει σωστά η αξιολόγηση; Φανερά, λοιπόν, στο Διαδίκτυο για τον υποψήφιο Σχολικό Σύμβουλο τα μάχιμα εκπαιδευτικά του χρόνια και σε ποια σχολεία τα υπηρέτησε!

Αφού λοιπόν ο υποψήφιος έχει τα είκοσι διδακτικά χρόνια υπηρεσίας, στη συνέχεια να κρίνεται από τις αξιολογικές εκθέσεις που θα έχει στον προσωπικό του φάκελο, που θα είναι βεβαίως προϊόν αξιοκρατίας. Έτσι θα βρίσκονται οι καλύτεροι εκπαιδευτικοί που θα στελεχώνουν τη Δημόσια Εκπαίδευση. (Από το 1981 μέχρι και σήμερα δεν υπάρχουν αξιολογικές εκθέσεις εκπαιδευτικών!!!)

Ακόμη, να υπολογίζονται στα προσόντα τους τα διδακτορικά και τα μεταπτυχιακά εκείνα, που το θέμα τους είναι σχετικό με  την Παιδαγωγική και τη Διδακτική επιστήμη, καθώς και η μετεκπαίδευση και η γνώση μιας ξένης γλώσσας. Όλα τα άλλα να είναι το πολύ συνεκτιμώμενα. Δεν είναι δυνατόν ένας δάσκαλος που συλλέγει πτυχία ξένων γλωσσών ή άσχετα πτυχία με την Παιδαγωγική και τη Διδακτική επιστήμη (δικαίωμά του βέβαια) να πριμοδοτείται γι` αυτό!!! Πότε αυτός ο άνθρωπος ασχολείται με την προετοιμασία της τάξης του;;; Γνώρισα περιπτώσεις εκπαιδευτικών που έκλεβαν μέρος της διδακτικής ώρας των μαθητών τους για να προετοιμάζονται για τις εξετάσεις που έδιναν για την απόκτηση των πτυχίων αυτών!

Το νομικό πλαίσιο που θα καθορίζει τα καθήκοντα των Σχολικών Συμβούλων πρέπει κατά τη γνώμη μου να λάβει υπόψη και τα παρακάτω:

α) Να αναιρούνται οι αξιολογικές εκθέσεις των Σχολικών Συμβούλων, όταν  δεν είναι δίκαιες. Γι` αυτό θα πρέπει να θεσμοθετηθεί σε κάθε νομό μία ανεξάρτητη τριμελής επιτροπή από πολύ έμπειρους και ικανούς δασκάλους (όχι Σχολικούς Συμβούλους) στην οποία θα προσφεύγουν όσοι αισθάνονται αδικημένοι. Η επιτροπή αυτή θα εξετάζει τις ενστάσεις και παρακολουθώντας τους δασκάλους στην αίθουσα διδασκαλίας θα επικυρώνει ή θα διορθώνει τη βαθμολογία των Σχολικών Συμβούλων.

β) Να μπορούν να εξαιρούνται οι Σχολικοί Σύμβουλοι με πρωτοβουλία τους ή με πρωτοβουλία της υπηρεσίας από τη σύνταξη αξιολογικών εκθέσεων συγγενών και φίλων για να μην έρχεται κανείς σε δύσκολη θέση και να μην υπάρχει φυσικά καχυποψία και αμφισβήτηση.

γ) Να κάνουν υποχρεωτικά δειγματικές διδασκαλίες οι Σχολικοί Σύμβουλοι στους νέους εκπαιδευτικούς. Δεν υπάρχει πιο σημαντική βοήθεια για έναν νεοδιόριστο από το να παρακολουθήσει στην τάξη του έναν έμπειρο εκπαιδευτικό να διδάσκει! (Αλήθεια, γιατί κανένα νομοθέτημα μέχρι σήμερα δεν προβλέπει μια διάταξη που να επιβάλει στους Σχολικούς Συμβούλους να διδάσκουν στις τάξεις των νέων εκπαιδευτικών;)

δ) Να οργανώνουν οι Σχολικοί Σύμβουλοι στην αρχή και το τέλος του διδακτικού έτους σεμινάρια απ` το πεδίο της σχολικής πράξης, με τη βοήθεια των έμπειρων εκπαιδευτικών.

Τελειώνοντας θα ήθελα να επισημάνω και στο άρθρο τούτο ότι αν δεν χαραχθεί μια εθνική πολιτική για την Παιδεία με κεντρικό άξονα την αξιοκρατία, ημέρες καλύτερες δεν μας περιμένουν. Όλα τα θέματα που αφορούν την αξιολόγηση μπορούν εύκολα να λυθούν, αρκεί να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους οι άξιοι εκπαιδευτικοί. Σήμερα, ένα μεγάλο μέρος των στελεχών της Εκπαίδευσης κατέχουν τις θέσεις ευθύνης όχι με την αξία τους, αλλά αναρριχόμενοι σαν «του κισσού το πλάνο ψήλωμα σε ξένα αναστηλώματα δεμένο», όπως λέει ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης. και να θέλουν να προσφέρουν, δεν μπορούν…

Είσαι βλάκας!

Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 15 Δεκεμβρίου 2014

LL1

Πριν τρεις ημέρες συνάντησα το Βαγγέλη – καλό φίλο, καλό συνάδελφο, κοντοχωριανό και δύο χρόνια μεγαλύτερό μου – στο καφεζαχαροπλαστείο  «Διεθνές» και πίνοντας το καφεδάκι θυμηθήκαμε τα πρώτα διδασκαλικά μας χρόνια, τον ενθουσιασμό μας, τις ωραίες μας στιγμές, τα λάθη μας και χωρίς να το καταλάβουμε φτάσαμε και στα μαθητικά μας χρόνια. Είχαμε κοινούς καθηγητές στο Γυμνάσιο και θυμηθήκαμε αρκετά σκληρά περιστατικά από τα πέτρινα χρόνια που σίγουρα σημάδεψαν την παιδική μας ψυχή. Ο χρόνος όμως είναι γιατρός και έχει την ικανότητα να μετατρέπει και τα τραγικά γεγονότα σε κωμικά! Γελάσαμε πολύ με τα παθήματά μας! Ο Βαγγέλης προχώρησε μερικά χρόνια πιο πίσω και έφτασε στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού του. Μου αφηγήθηκε ένα περιστατικό από την ΣΤ` τάξη που αξίζει να το αναφέρω! Ο δάσκαλός τους στο μάθημα της Αριθμητικής έλυνε στον πίνακα ένα πρόβλημα με την «Απλή μέθοδο των τριών». Το πρόβλημα αναφερόταν  σε ένα έργο που είχε αναλάβει συγκεκριμένος αριθμός εργατών το οποίο θα το τελείωνε σε συγκεκριμένες ημέρες εργασίας. Οι εργάτες, όμως, αυξήθηκαν και ζητούμενο του προβλήματος ήταν σε πόσες ημέρες θα τελείωνε το έργο. Ο δάσκαλος κάνοντας λάθος, έβγαλε ως αποτέλεσμα ότι οι περισσότεροι εργάτες θα τελείωναν  το έργο σε περισσότερες ημέρες! Οι μαθητές αντιλήφθηκαν το λάθος αλλά πολύ επικίνδυνο εκείνη την εποχή να το επισημάνουν στο δάσκαλο… Ένας όμως συμμαθητής του Βαγγέλη τόλμησε να ψελλίσει: «Μα πώς είναι δυνατόν, κύριε, αφού δούλευαν περισσότεροι εργάτες να κάνουν περισσότερες ημέρες να τελειώσουν το έργο;» για να πάρει την οργισμένη απάντηση του δασκάλου: «Είσαι βλάκας και δεν καταλαβαίνεις ότι οι περισσότεροι εργάτες κουβέντιαζαν μεταξύ τους και δεν δούλευαν όπως θα έπρεπε , γι` αυτό έκαναν και περισσότερες ημέρες για να τελειώσουν το έργο»!!!

Το “επάγγελμα” του δασκάλου

Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 11 Δεκεμβρίου 2014

 LED

Ο δάσκαλος σε οποιαδήποτε εποχή, όσα χρόνια κι αν πέρασαν, όσα χρόνια κι αν περάσουν, πάντα είχε και πάντα θα έχει τον πρώτο λόγο στη μάθηση των μαθητών. ακόμη, πάντα συνέβαλε και πάντα θα συμβάλει στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους. Κι αυτό, γιατί η δυνατή σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ δασκάλου και μαθητή κατά τη ζωντανή διδασκαλία, είναι πάρα πολύ δημιουργική! Κανένα τεχνολογικό -εκπαιδευτικό εύρημα δεν μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο του δασκάλου. Ή να το διατυπώσω διαφορετικά: Ο παιδαγωγικός έρως (κατά την αρχαιοελληνική γραμματεία) θα είναι εσαεί αναντικατάστατος!

Βέβαια, όλα τα παραπάνω αφορούν το δάσκαλο που είναι ερωτευμένος με την εκπαίδευση και όχι τον αδιάφορο και στυγνό επαγγελματία. Όμως, αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, πρέπει να παραδεχτούμε ότι στη σύγχρονη Ελλάδα με το «ενδιαφέρον» των πολιτικών για την Παιδεία και τις ευλογίες του συνδικαλιστών, όλο και πληθαίνουν οι αδιάφοροι και στυγνοί επαγγελματίες εκπαιδευτικοί.

Χωρίς να θέλω σε καμιά περίπτωση να υποτιμήσω τις σοβαρές σπουδές που έχει ανάγκη ο εκκολαπτόμενος δάσκαλος αλλά και τη διά βίου επιμόρφωσή του, θα ήθελα να επισημάνω ότι όποιος ασκεί το «επάγγελμα» του δασκάλου, είναι αναγκαίο να έχει και κάποια προτερήματα στο χαρακτήρα του. όπως για παράδειγμα να αγαπάει και να σέβεται το συνάνθρωπο, καθώς και να είναι υπομονετικός, ειλικρινής και δίκαιος. Τα προτερήματα όμως αυτά, δυστυχώς, δεν αποκτώνται με το διάβασμα. Ή τα έχεις στο χαρακτήρα σου ή δεν τα έχεις. Και είναι αυτά, που κατά κύριο λόγο, κάνουν τη μεγάλη διαφορά στην ποιότητα των δασκάλων.

Πολύ εύκολα μπορείς να διαπιστώσεις αν ο δάσκαλος είναι αποδεκτός από τους μαθητές του, κάνοντάς τους μόνο μία γενική ερώτηση: «Πώς περνάτε στο σχολείο;» Τα παιδιά που έχουν τον καλό δάσκαλο θα μιλάνε ασταμάτητα γι` αυτόν, αν και η ερώτηση δεν απευθύνεται άμεσα στο δάσκαλό τους, ενώ τα παιδιά που δεν έχουν καλό δάσκαλο, αν δεν κάνουν παράπονα, θα λένε μόνο για τους φίλους που έχουν στο σχολείο.

Στην πολύχρονη εκπαιδευτική μου διαδρομή, όπως και στη μαθητική μου ζωή, γνώρισα δασκάλους όλων των ειδών. Οι δάσκαλοι που είχαν τη μεγάλη αγάπη και εκτίμηση των μαθητών τους, ήταν εκείνοι που ήταν δίπλα στις ανάγκες τους, ήταν δίκαιοι απέναντί τους και δεν ενεργούσαν με αυταρχισμό, αλλά με αγάπη, σεβασμό και κατανόηση.

Είναι γνωστό ότι τα παιδιά έχουν ένα ανεπτυγμένο κριτήριο, όσον αφορά τη γνώμη τους για το ποιόν του δασκάλου τους. Και θα έλεγα ότι όσο πιο μικρά είναι, τόσο πιο αλάθητο κριτήριο διαθέτουν. Όταν δεν τους αρέσει η συμπεριφορά του δασκάλου και ο τρόπος που κάνει το μάθημα, τον τιμωρούν με την ποινή της αφηρημάδας ή με την ποινή της φασαρίας. Αντιθέτως, όταν αγαπούν το δάσκαλο, απελευθερώνουν τεράστιες δυνάμεις, οι οποίες καθορίζουν και τη συμπεριφορά τους και την επίδοσή τους στα μαθήματα.

Σε κάτι που θα ήθελα να μείνω, αν και φαίνεται αυτονόητο, είναι η καλή προετοιμασία που πρέπει να κάνει ο δάσκαλος, πριν μπει στην τάξη να διδάξει. Δεν θα ξεχάσω ποτέ από τα φοιτητικά μου χρόνια τη μεγάλη αγωνία και το τρακ που είχα στην  πρώτη μου επαφή με τους μαθητές της ΣΤ` τάξης, το 1975. Δίδαξα στο μάθημα  της Αριθμητικής τη «Σύνθετη μέθοδο των τριών», παρουσία του δασκάλου της τάξης, του καθηγητή των Παιδαγωγικών και περίπου δεκαπέντε συμφοιτητών μου. Τα πήγα αρκετά καλά, χάριν στην πολύ καλή προετοιμασία που έκανα. Κατάλαβα από την πρώτη μου διδασκαλία ότι το κλειδί της επιτυχίας είναι η σωστή προετοιμασία. Και με την πείρα πλέον που έχω, θα έλεγα ότι όσο πιο μικρή είναι η τάξη, τόσο μεγαλύτερη προετοιμασία χρειάζεται από το δάσκαλο. Έχω ακούσει δασκάλους να λένε ότι «εγώ διάβασα τα μαθήματα τα πρώτα χρόνια και τώρα δεν χρειάζομαι προετοιμασία». Λάθος! Και κάθε χρόνο να διδάσκεις στην ΣΤ` τάξη, πάλι θα χρειάζεσαι προετοιμασία. λιγότερο χρόνο βέβαια, αλλά θα χρειάζεσαι, γιατί η διδακτέα ύλη είναι μεν η ίδια, αλλά οι μαθητές είναι διαφορετικοί. Ύστερα μια επανάληψη στην ύλη θα σε βοηθήσει να κάνεις μια πιο επιτυχημένη διδασκαλία από τα προηγούμενα χρόνια.

Είναι βέβαιο ότι ο απροετοίμαστος δάσκαλος κουράζεται πολύ, φθείρεται πολύ, εκνευρίζεται πολύ, μιλάει περισσότερο απ` όσο πρέπει και δεν συνειδητοποιεί, δυστυχώς, ότι η γενεσιουργός αιτία όλης αυτής της δυσάρεστης κατάστασης, είναι η ελλιπής προετοιμασία στα μαθήματα που διδάσκει! Κάποτε είχα ένα κενό στο πρόγραμμά μου και περνώντας έξω από την αίθουσα ενός συναδέλφου μου, τον άκουσα να διδάσκει με τέτοια ένταση φωνής και εκνευρισμό, που ακουγόταν σε όλο το σχολείο. Μάλιστα επίπληττε τους μαθητές του, γιατί δεν πρόσεχαν και δεν κατάλαβαν το μάθημα που τους είχε κάνει! Ήταν ένας από τους συναδέλφους που καυχιόταν ότι ήξερε την ύλη και δεν είχε ανάγκη την προετοιμασία στο σπίτι! Δεν βγαίνουν όλες οι διδακτικές ώρες το ίδιο ευχάριστα, όταν δεν είσαι καλά προετοιμασμένος σε όλα τα μαθήματα.

Η αποτελεσματικότητα ενός δασκάλου έχει να κάνει και με το κατά πόσον συμβαδίζουν τα λόγια του με τα έργα του. Θυμάμαι έναν καθηγητή που είχα ως φοιτητής στην Παιδαγωγική Ακαδημία, που η καθημερινή του συμπεριφορά απέναντί μας ήταν απαράδεκτη και σε πλήρη αντίθεση με αυτά που έγραφε στα παιδαγωγικά του συγγράμματα. λες και ήταν άλλος άνθρωπος. Η υποκρισία κλονίζει ανεπανόρθωτα τη σχέση διδάσκοντος και διδασκομένου, πολλώ δε μάλλον, όταν οι διδασκόμενοι είναι παιδιά του Δημοτικού. Δάσκαλε που δίδασκες… όπως λέει και ο λαός.

Σε ένα ακόμη σημαντικό θέμα που ήθελα να αναφερθώ, είναι η αμοιβή του δασκάλου. Είναι, πιστεύω, παραδεκτό από όλη την κοινωνία ότι οι αποδοχές των εκπαιδευτικών είναι απαράδεκτα χαμηλές και δεν περιποιούν τιμή για τους υπεύθυνους της κατάστασης αυτής. Όμως, ο χαμηλός μισθός δεν μπορεί να είναι δικαιολογία για να προκηρύσσονται αλλεπάλληλες απεργίες στο χώρο της εκπαίδευσης. Το έχω γράψει και σε άλλα άρθρα μου ότι οι απεργίες των εκπαιδευτικών δεν έχουν σχέση με τις απεργίες των εργατών, γιατί δεν πλήττουν κανένα βιομήχανο, αλλά τα φτωχά παιδιά του λαού! Εξάλλου, οι απεργίες στο χώρο μας αποδείχτηκαν αναποτελεσματικές, γιατί όχι μόνο δεν πέτυχαν αύξηση των αποδοχών μας, αλλά μειώθηκαν και περαιτέρω! Αλλά πολύ φοβούμαι ότι αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις να κλείνουν τόσο εύκολα τα σχολεία, δεν διαφέρουν και πολύ από εκείνους που είναι υπεύθυνοι για την οικονομική εξαθλίωση των εκπαιδευτικών! Οι συνδικαλιστές της ποιότητας αυτής, και πολλαπλάσιο μισθό να πάρουν οι εκπαιδευτικοί, πάντα θα ανακαλύπτουν κάποιους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να προκηρύσσουν απεργίες!

Ακόμη, ο χαμηλός μισθός των δασκάλων δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να δικαιολογεί τις «λευκές απεργίες» ως μορφή πάλης, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι συνδικαλιστές! Πιστεύω ότι αυτοί που με τον έναν ή άλλο τρόπο προσπαθούν να συνδέσουν την προσφορά τους στην τάξη με τις αποδοχές που παίρνουν, είναι σίγουρο ότι δεν είναι καλοί εκπαιδευτικοί. Είναι αυτοί που βρέθηκαν σε ένα χώρο που δεν τους ταιριάζει και στην ουσία είναι απογοητευμένοι από τη δουλειά που επέλεξαν να κάνουν. Γνώρισα τέτοιους δασκάλους. Όταν τους πλησίαζε κάποιος μαθητής στο διάλειμμα για κάποιο πρόβλημα που αντιμετώπιζε, τον έδιωχναν πριν καν τον ακούσουν τι έχει να τους πει! Φανταστείτε την απογοήτευση των παιδιών αυτών!!! Έτσι οξύνονται και τα θέματα απειθαρχίας, αυτοδικίας και διαπληκτισμών μεταξύ των μαθητών.

Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι το πιο σημαντικό για ένα δάσκαλο είναι να βλέπει τη δουλειά του ως λειτούργημα. Τότε θα έχει επιτυχία στο έργο του και θα ζήσει ανεπανάληπτες στιγμές με τους μαθητές του!!! Γι` αυτό, ας μου επιτραπεί να γράψω, όταν σε κάποιον δεν του ταιριάζει το «επάγγελμα» του δασκάλου, γιατί είναι λίγα τα χρήματα, γιατί είναι μεγάλη η κούραση, γιατί δεν έχει την υπομονή να ασχολείται με τα μικρά παιδιά κ.τ.λ. είναι καλύτερα να κοιτάξει να κάνει κάτι άλλο στη ζωή του, γιατί δεν θα είναι ευτυχισμένος άνθρωπος και ούτε θα μπορέσει να προσφέρει ευτυχία στους γύρω του, που είναι οι μικροί μαθητές. Συγγνώμη, αλλά δεν μπορώ να το γράψω πιο κομψά…

Απ` την αίθουσα διδασκαλίας

Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 9 Δεκεμβρίου 2014

L33

Με το παρόν άρθρο αναφέρομαι στις απαραίτητες ενέργειες που πρέπει να κάνει ο δάσκαλος στην αρχή του διδακτικού έτους, όταν αναλαμβάνει για πρώτη φορά την τάξη του. Αυτά που γράφω έχουν εφαρμογή από τη Β` έως και την ΣΤ` τάξη του Δημοτικού. Για την Α` τάξη αναφέρομαι, σχετικά, στο τελευταίο κεφάλαιο του άρθρου μου «Ενημέρωση γονέων». Όμως, κάποιες από τις παρακάτω ενέργειες αφορούν και την Α` τάξη, όπως θα διαπιστώσετε.

Μπορεί για τους έμπειρους δασκάλους αυτά που γράφω να είναι αυτονόητα. δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τους νεοδιόριστους.

Δεν μπορώ ποτέ να ξεχάσω το ψάξιμο που έκανα στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας το 1979, όταν διορίστηκα αναπληρωτής δάσκαλος, για να βρω κάποια βιβλία τα οποία θα μου έδιναν πρακτικά εφόδια στο καθημερινό μου έργο. Μάταια όμως… τέτοια βιβλία δεν υπήρχαν! Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που σήμερα καταγράφω, ως απόμαχος πλέον της εκπαίδευσης, ό,τι έζησα και ό,τι πέρασα μέσα στις τάξεις με τους αγαπημένους μου μαθητές.

Μπαίνοντας λοιπόν στην τάξη που αναλάμβανα για πρώτη φορά, αφού είχα πλέον αποκτήσει κάποιες διδακτικές εμπειρίες και είχα «κλέψει» κάποιες καλές πρακτικές από έμπειρους και καλούς δασκάλους, λειτουργούσα με τον εξής τρόπο:

Ξεκινούσα λέγοντας στους μαθητές το ονοματεπώνυμό μου, τον τόπο καταγωγής μου, τα ενδιαφέροντά μου, κάποιες βασικές απαιτήσεις που θα είχα κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους κ.τ.λ. και μετά δεχόμουν ερωτήσεις σχετικές με αυτά που τους είχα πει. Έτσι «έσπαγε ο πάγος» και άρχιζε η γνωριμία με τα παιδιά.

Ζητούσα στη συνέχεια από τον κάθε μαθητή να μου λέει το ονοματεπώνυμό του και ό,τι ήθελε από την προσωπική και οικογενειακή του ζωή ( για την καταγωγή του, τα ενδιαφέροντά του, τα χόμπι του, τα αγαπημένα βιβλία του, τα αδέλφια του, τους φίλους του, τις εξωσχολικές δραστηριότητές του κ.τ.λ.). Κάνοντας τη συζήτηση αυτή, σημείωνα σε μια κόλλα τα ονοματεπώνυμα, τα οποία τα τοποθετούσα μέσα σε ορθογώνια σχήματα που παρίσταναν τα θρανία τους. Ακόμη σημείωνα και κάποια άλλα στοιχεία που έκρινα απαραίτητα και που αυθόρμητα μου έλεγαν οι μαθητές. Έτσι τελειώνοντας τις προσωπικές συνεντεύξεις, είχα μπροστά μου σε μια κόλλα αναφοράς τη βασική εικόνα της τάξης. Πολύ σημαντικό από την πρώτη κιόλας ημέρα να έχεις μάθει τα ονόματα των μαθητών, τα ενδιαφέροντά τους και πολλά άλλα στοιχεία για την προσωπική τους ζωή. Αλλά εξίσου σημαντικό είναι και το να διαπιστώνουν οι μαθητές ότι ο δάσκαλός τους ενδιαφέρεται πολύ για αυτούς! Κερδίζεις λοιπόν την εμπιστοσύνη των παιδιών με το καλημέρα!

Αφού τελείωνα τη γνωριμία μαζί τους, η επόμενη κίνησή μου ήταν να γνωρίσω το μαθησιακό επίπεδο του κάθε μαθητή.

Ξεκινούσα βάζοντας τους μαθητές να αναγνώσουν ένα κείμενο  και χωρίς να τους διακόπτω, σημείωνα στο τετράδιό μου τα λάθη που γινόντουσαν για να τα συζητήσουμε αργότερα. (Στο τετράδιο αυτό κρατούσα βασικές σημειώσεις για κάθε μαθητή καθ` όλη τη διάρκεια του έτους και το είχα καθημερινά μαζί μου, ειδικά, όταν ενημέρωνα τους γονείς.) Στη συνέχεια έβαζα ένα γενικό τεστ που είχε βασικές ασκήσεις απ` όλα τα μαθήματα και αφορούσε την ύλη που είχαν διδαχθεί στις προηγούμενες τάξεις (αριθμητικές πράξεις, προπαίδεια, απλά προβλήματα, σύνθετα  προβλήματα, ορθογραφία κλιτών λέξεων, γραπτή έκφραση, τι γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου κ.τ.λ.). Τα τεστ αυτά τα διόρθωνα στο σπίτι, σημειώνοντας στο τετράδιό μου τις αδυναμίες του κάθε μαθητή.

Έχοντας λοιπόν ακτινογραφήσει το επίπεδο της τάξης, προσάρμοζα από την αρχή του διδακτικού έτους τις απαιτήσεις που θα είχα από κάθε μαθητή κι αν χρειαζόταν καταρτούσα εξειδικευμένες παρεμβάσεις για κάποιους αδύνατους μαθητές. Ο σχεδιασμός αυτός με βοηθούσε να έχω συγκεκριμένες απαιτήσεις από τον κάθε μαθητή και έτσι να τον «αναγκάζω» να συμμετέχει καθημερινά στα μαθήματα, νιώθοντας τη φροντίδα μου και παίρνοντας τον έπαινο την κατάλληλη στιγμή.

Δεν επιτρέπεται ο δάσκαλος, και ούτε έχει το δικαίωμα να αφήνει στην τύχη τους κάποιους μαθητές, σε οποιοδήποτε επίπεδο μάθησης κι αν βρίσκονται. Και ούτε είναι δυνατόν να έχουμε τις ίδιες απαιτήσεις και από τον άριστο και από τον αδύνατο μαθητή. Δικαίωμα, όμως, στην πρόοδο έχουν όλοι οι μαθητές. Γι` αυτό ο δάσκαλος από την αρχή, μόλις πάρει στα χέρια του τα τεστ, πρέπει να καταρτίσει ένα πλάνο για κάθε μαθητή για να τον πάει ένα βήμα παραπέρα. Στο ίδιο επίπεδο δεν πρέπει να μείνει ουδείς μαθητής με τη λήξη του διδακτικού έτους!

Θα ήθελα ακόμη να αναφέρω ότι ποτέ δεν βιαζόμουν να ξεκινήσω την ύλη της τρέχουσας τάξης, αν δεν αφιέρωνα τουλάχιστον ένα δεκαήμερο για την επανάληψη της ύλης των προηγούμενων τάξεων.

Πάντα ήμουν πρόθυμος να συζητάω με τους μαθητές μου διάφορα θέματα που επιθυμούσαν ή επίκαιρα θέματα και αυτό το γνωστοποιούσα από την πρώτη ημέρα που γνωριζόμουν μαζί τους.

Ένα ακόμη σημαντικό πράγμα που έκανα από την αρχή της σχολικής χρονιάς είναι το κοινωνιόγραμμα με το οποίο προσπαθούσα να εντοπίσω, αν υπάρχουν απομονωμένοι μαθητές στην τάξη για να κάνω εγκαίρως τις κατάλληλες παρεμβάσεις (ομαδικά παιχνίδια, ομαδικές εργασίες κ.τ.λ.). Είναι πολύ επώδυνο για κάποιους μαθητές να διαπιστώνουν ότι δεν τους θέλουν στην παρέα τους οι συμμαθητές τους!

Στη συνέχεια συγκέντρωνα τους γονείς (μετά από δέκα ημέρες περίπου) και τους ενημέρωνα σχετικά με τον τρόπο δουλειάς μου, τις απαιτήσεις μου από κάθε μαθητή και τις ειδικές βοήθειες που θα πρέπει να δώσουν κάποιοι στα παιδιά τους.

Ο νέος δάσκαλος που ξεκινάει την εκπαιδευτική του διαδρομή εκ των πραγμάτων, λόγω απειρίας και έλλειψης (ακόμη!) καθοδήγησης, θα βρίσκεται συχνά σε διλήμματα. Θα ήθελα, λοιπόν, να επισημάνω στους νέους εκπαιδευτικούς ότι κάποιες δυσκολίες αναπόφευκτα θα τις βρουν μπροστά τους, όπως τις βρήκαν και όλες οι προηγούμενες γενιές των εκπαιδευτικών. Να μην αποθαρρύνονται, να μην απογοητεύονται και να συμβουλεύονται τους έμπειρους και καλούς δασκάλους κι αν δεν τους βρίσκουν στο σχολείο τους, να τους αναζητούν σε άλλα σχολεία. Πολλοί Σχολικοί Σύμβουλοι, δυστυχώς, δεν έχουν την πολύχρονη διδακτική εμπειρία για να ανταποκριθούν στις ανάγκες των εκπαιδευτικών. μπορεί να έχουν αρκετά χρόνια υπηρεσίας δεν είναι, όμως, διδακτικά χρόνια κι αυτό είναι  που, κυρίως, μετράει στη θέση αυτή.

Κλείνοντας θα ήθελα να τονίσω, ότι ο δάσκαλος που αγαπάει πραγματικά τη δουλειά του και είναι γνώστης της διδακτέας ύλης, όλα τα εμπόδια που θα εμφανίζονται μπροστά του θα τα ξεπερνάει! Και για ένα να είναι σίγουρος: Η αγάπη που θα δίνει στους μαθητές του, θα του επιστρέφει πολλαπλάσια και θα είναι καθοριστική σε όλες τις πτυχές της ζωής του!!!

Γιατί η Δημόσια Εκπαίδευση είναι απαξιωμένη;

Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 1 Δεκεμβρίου 2014

LIP

Από το 1979 που ξεκίνησα τη θητεία μου ως δάσκαλος στη Δημόσια Εκπαίδευση, πολλά ερωτήματα με βασανίζουν ακόμη, όπως:

Γιατί αυτονόητα και εύκολα πράγματα που μπορούν να αναβαθμίσουν την Εκπαίδευση, χωρίς μάλιστα οικονομικό κόστος, δεν υλοποιούνται από το Υπουργείο Παιδείας;

Γιατί ποτέ δεν υπήρξε ουσιαστική αξιολόγηση σε όλο το φάσμα της Εκπαίδευσης;

Γιατί εδώ και πολλές δεκαετίες τα σχολικά εγχειρίδια είναι κακής ποιότητας;

Γιατί αυτοί που επιλέγονται να στελεχώσουν τη Δημόσια  Εκπαίδευση σε όλα τα επίπεδα δεν είναι – κατά κανόνα – οι καλύτεροι εκπαιδευτικοί;

Γιατί αυτοί που καλούνται να εκπροσωπήσουν τα συμφέροντα των εκπαιδευτικών δεν είναι – κατά κανόνα – οι καλύτεροι συνδικαλιστές;

Γιατί αυτοί που χαράσσουν την εκπαιδευτική πολιτική στο Υπουργείο Παιδείας δεν είναι – κατά κανόνα – οι καλύτεροι πολιτικοί;

Γιατί ο κομματισμός έχει απλωθεί σε όλα τα πλάτη και μήκη της Εκπαίδευσης;

Γιατί τα κόμματα δεν συνεννοούνται για την εθνική υπόθεση της Παιδείας, αλλά αντιθέτως την εντάσσουν στο παλαιοκομματικό τους παιχνίδι;

Γιατί η Δημόσια  Εκπαίδευση είναι μονίμως ασθενής;

Και πολλά άλλα γιατί;;;

Πάντως, εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι διαχρονικά οι κυβερνώντες δεν ενδιαφέρονται για την Παιδεία, και για το λόγο αυτό δεν δημιουργούν το κατάλληλο αξιοκρατικό πλαίσιο που θα προωθεί τους άξιους εκπαιδευτικούς στις καίριες θέσεις της εκπαιδευτικής ιεραρχίας.

Η παγίωση της αναξιοκρατίας σε όλα τα επίπεδα της Δημόσιας Εκπαίδευσης, είναι το «μεγάλο επίτευγμα» αυτών που χαράσσουν εδώ και πολλές δεκαετίες την εκπαιδευτική πολιτική. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι την Εκπαίδευση που έφτιαξαν οι πολιτικοί με τα ίδια τους τα χεράκια, δεν την εμπιστεύονται για τα παιδιά τους, τα οποία τα στέλνουν στα ιδιωτικά σχολεία!!! Είναι σαν να βλέπουμε το φούρναρη που παράγει και πουλάει ψωμί, να αγοράζει από άλλον φούρνο ψωμί για το δικό του σπίτι!

Σήμερα το Υπουργείο Παιδείας με τα νομοθετήματα που έθεσε σε ισχύ, υποβαθμίζει και απαξιώνει περαιτέρω τη Δημόσια Εκπαίδευση. έχει βαπτίσει μάλιστα «αξιολόγηση», την χειραγώγηση και την τρομοκράτηση των εκπαιδευτικών! Εκείνοι που δεν κινδυνεύουν απ` την «αξιολόγηση» αυτή, είναι μόνο οι κομματικοί τους εγκάθετοι που κατά κανόνα είναι και οι χειρότεροι εκπαιδευτικοί. είναι αυτοί που αδυνατούν να ανταποκριθούν στα εκπαιδευτικά τους καθήκοντα και βρήκαν άλλο τρόπο να βγάζουν το ψωμάκι τους, τρυπώνοντας στα πολιτικά γραφεία των βουλευτών ή ακόμη χειρότερα αναλαμβάνοντας θέσεις ευθύνης στην Εκπαίδευση με ό,τι αυτό συνεπάγεται! Αντιθέτως, όποιοι θα σηκώνουν το ανάστημά τους στα κακώς κείμενα της Εκπαίδευσης, θα κινδυνεύουν από τους «επαρκείς» αξιολογητές να χαρακτηρίζονται ως «ανεπαρκείς» εκπαιδευτικοί… Θέλουν με λίγα λόγια υποταγμένους και φοβισμένους εκπαιδευτικούς!

Εκείνο, όμως, που είναι πολύ ελπιδοφόρο σε όλη αυτή τη ζοφερή κατάσταση, είναι η υπευθυνότητα των περισσοτέρων μάχιμων εκπαιδευτικών. αυτοί είναι που κρατούν ακόμη όρθια τη Δημόσια Εκπαίδευση, γιατί, παρ` όλες τις αντίξοες συνθήκες και τους μισθούς πείνας που παίρνουν, δίνουν καθημερινά τον αγώνα τους στις αίθουσες διδασκαλίας, ακολουθώντας  το δρόμο του χρέους! Γνώρισα εξαίρετους εκπαιδευτικούς στην 32χρονη θητεία μου στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, που ανεξάρτητα από το «ενδιαφέρον» της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας για το Δημόσιο Σχολείο, έδιναν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους για να προσφέρουν ό,τι το καλύτερο μπορούσαν στους μαθητές που είναι το μέλλον αυτού του τόπου!

Τελειώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι φτάσαμε στο τέλος της κατηφόρας και πιο κάτω δεν πάει. Καιρός να ανασυνταχθούμε! Είναι τόσο δύσκολο να πράξουμε τα αυτονόητα και να αναστρέψουμε την υπάρχουσα θλιβερή κατάσταση;;;!!! Γιατί μέχρι σήμερα  δεν έχουμε καταφέρει  μια εθνική συνεννόηση  για την Παιδεία;;;

Γιατί;;;

Μια καλή πρακτική για την πειθαρχία των μαθητών

Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 17 Νοεμβρίου 2014

L22

Εισαγωγή

Και το άρθρο τούτο, όπως και τα προηγούμενα, είναι βγαλμένο από τη σχολική πράξη. αναφέρεται στην πειθαρχία των μαθητών των μικρών τάξεων του Δημοτικού Σχολείου, κυρίως, κατά την ώρα του μαθήματος.

Είναι αυτονόητο ότι η πειθαρχία στην τάξη έχει να κάνει και με τον τρόπο που γίνεται το μάθημα, το πώς παρουσιάζεται η διδακτέα ύλη από το δάσκαλο, την προετοιμασία που κάνει καθημερινά για τη διδασκαλία του, καθώς και στο πώς συμπεριφέρεται στους μαθητές του.

Όμως, και όλα να γίνονται σωστά από την πλευρά του δασκάλου, θέματα πειθαρχίας θα προκύπτουν και στην αίθουσα διδασκαλίας και στο διάλειμμα. Να εξαλείψεις εντελώς τους διαπληκτισμούς και τις απειθαρχίες των μαθητών είναι αδύνατον. Αυτό δε γίνεται, όποια μέθοδο κι αν χρησιμοποιήσεις. Και δε γίνεται, γιατί έτσι είναι η φύση του παιδιού. ειδικά σήμερα, που η βία προβάλλεται με τόση αφθονία από την τηλεόραση και τα βιντεοπαιχνίδια! Μπορείς, όμως, να περιορίσεις σημαντικά τα αρνητικά αυτά φαινόμενα, αν πρώτα κερδίσεις το σεβασμό και την αγάπη των μαθητών σου και στη συνέχεια καταρτίσεις μαζί τους έναν εσωτερικό κανονισμό με αμοιβές και ποινές.

Τον εσωτερικό κανονισμό που θα παρουσιάσω παρακάτω, τον έχω δουλέψει στις μικρές τάξεις του Δημοτικού. Στις μεγάλες τάξεις μού ήταν πιο εύκολο να αντιμετωπίζω τα διάφορα θέματα πειθαρχίας με μια σύντομη συζήτηση που έκανα στην τάξη ή κατ` ιδίαν με το μαθητή που δημιουργούσε το πρόβλημα, πράγμα που δεν ήταν το ίδιο αποτελεσματικό με τα παιδιά των μικρών τάξεων. Για το λόγο αυτό επινόησα την  κατάρτιση του εσωτερικού κανονισμού.

 Κατάρτιση και λειτουργία του εσωτερικού κανονισμού

Εντελώς αβίαστα και όχι από τις πρώτες ημέρες λειτουργίας του σχολείου, συζητούσα με τα παιδιά τα προβλήματα που παρουσιάζονται, όταν τσακώνονται μεταξύ τους, όταν λένε ψέματα στους δασκάλους και στους γονείς τους, όταν παίρνουν  ξένα πράγματα χωρίς να ρωτήσουν το συμμαθητή τους, όταν εμποδίζουν με τη συμπεριφορά τους το δάσκαλο και τους συμμαθητές τους την ώρα του μαθήματος, όταν δεν διατηρείται η αίθουσα καθαρή κτλ.

Έτσι προχωρώντας τη συζήτηση τους οδηγούσα σ` αυτό που είχα κατά νου. να συνδιαμορφώσω, δηλαδή, κάποιες βασικές αρχές, βάσει των οποίων οι πράξεις τους, θετικές ή αρνητικές, να έχουν και τις αντίστοιχες  αμοιβές ή ποινές. Με τη συζήτηση οι μαθητές αντιλαμβάνονταν – ειδικά εκείνοι που δημιουργούσαν προβλήματα – ότι δεν μπορεί ο καθένας να κάνει ό,τι θέλει και να μην έχει καμία συνέπεια για τις πράξεις του. Έτσι λοιπόν, στηνόταν ο εσωτερικός κανονισμός στην τάξη, ο οποίος έδινε θετικούς ή αρνητικούς πόντους στο μαθητή ανάλογα με τις πράξεις του. Τους πόντους τους σημείωνα σε μία ονομαστική κατάσταση που είχα πάντα μαζί μου. Κι όταν ο μαθητής συγκέντρωνε πέντε θετικούς πόντους, η αμοιβή του ήταν ένα αυτοκόλλητο αστεράκι με την υπογραφή μου στο τετράδιό του (δεν μπορείτε να φανταστείτε τη χαρά του εκείνη τη στιγμή), ενώ όταν συγκέντρωνε πέντε αρνητικούς πόντους, δεν έβγαινε έξω την ώρα του διαλείμματος. Αν ο μαθητής δημιουργούσε κατ` εξακολούθηση παραπτώματα, γνώριζε από τον κανονισμό τις επόμενες συνέπειες για κάθε αρνητική πεντάδα πόντων που συμπλήρωνε (αποκλεισμός από κάποιο ομαδικό παιχνίδι ή από κάποιες  άλλες δραστηριότητες, κάλεσμα των γονέων στο σχολείο για ενημέρωση κτλ).

Ο μαθητής που συγκέντρωνε κάτω από πέντε αρνητικούς πόντους, μπορούσε να τους διαγράψει, αν προέβαινε σε πράξεις, που έπαιρναν θετικούς πόντους και έτσι να αποφύγει την ποινή. Ο συμψηφισμός, λοιπόν, των θετικών και των αρνητικών πόντων έκανε πιο εύκαμπτο τον κανονισμό και αποδεκτό  από όλους τους μαθητές.

Αξιοσημείωτο είναι ότι κατά την κατάρτιση του κανονισμού, οι ποινές που πρότειναν οι μαθητές για τα παραπτώματά τους, ήταν πολύ σκληρές και εκείνο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση είναι ότι τις πρότειναν και εκείνοι, που έκαναν τις περισσότερες αταξίες! Οι ποινές, όμως, που συμπεριελάμβανε ο κανονισμός, δεν μείωναν σε καμία περίπτωση την προσωπικότητά τους, έστω κι αν είχαν κάποιο κόστος για τους κατ` εξακολούθηση απείθαρχους μαθητές.

Σε όλες τις τάξεις που χρησιμοποίησα τον εσωτερικό κανονισμό, μόνο η πρώτη ποινή χρειάστηκε να επιβληθεί σε μερικούς μαθητές μου, που ήταν η στέρηση ενός διαλείμματος. Η εκτέλεση της ποινής γινόταν πάντα παρουσία μου. δηλαδή, καθόμουν κι εγώ μέσα στην αίθουσα καθ` όλη τη διάρκεια του διαλείμματος, που ο τιμωρούμενος μαθητής καθόταν στο θρανίο του.

Η επαπειλούμενη ενεργοποίηση της δεύτερης ποινής, που ήταν ο αποκλεισμός από κάποιο ομαδικό παιχνίδι, λειτουργούσε ανασταλτικά σε κάθε είδους παραπτώματα και ήταν προς όφελος της τάξης, αλλά και ατομικά των μαθητών που βελτίωναν ημέρα με την ημέρα τη συμπεριφορά τους. Συνεπώς, οι αρνητικοί πόντοι που έπαιρναν οι μαθητές, δεν ήταν συχνό φαινόμενο. Αντιθέτως, οι θετικοί πόντοι και τα αστεράκια αποτελούσαν μέρος της καθημερινότητας και έδιναν ιδιαίτερη χαρά στους μαθητές.

Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι και το γεγονός της άμιλλας που δημιουργούνταν στην τάξη, για το ποιος θα συγκεντρώσει τα περισσότερα αστεράκια.

Αμοιβές και ποινές βάσει του κανονισμού

Οι επιμελητές πάντα είχαν την ευκαιρία να πάρουν το θετικό πόντο, αρκεί να είχαν ανοιχτά τα παράθυρα την ώρα του διαλείμματος. Αρνητικούς πόντους στον τομέα της καθαριότητας έπαιρναν οι μαθητές εκείνοι, οι οποίοι δεν χρησιμοποιούσαν το καλάθι για να ξύσουν το μολύβι τους ή για να αποθέσουν ό,τι άχρηστο είχαν.

Θετικούς πόντους εισέπρατταν οι μαθητές εκείνοι, που παρέδιδαν κάποια χρήματα που έβρισκαν ή κάποια άλλα αντικείμενα, ενώ αρνητικούς πόντους οι μαθητές που έπαιρναν ξένα πράγματα χωρίς τη συγκατάθεση των συμμαθητών τους.

Παράγοντες ακόμη που συντελούσαν στην αυξομείωση των πόντων των μαθητών ήταν η αλήθεια, το ψέμα, η συνεργασία, οι διαπληκτισμοί, η παρεμπόδιση του δασκάλου κατά την παράδοση, η διευκόλυνση του δασκάλου κατά την παράδοση, η παρενόχληση των συμμαθητών κατά την ώρα του μαθήματος, η αλληλοβοήθεια κατά τη ώρα του μαθήματος και οποιαδήποτε άλλα θετικά ή αρνητικά γεγονότα συνέβαιναν μέσα και έξω από την αίθουσα διδασκαλίας.

Ο συμψηφισμός θετικών και αρνητικών πόντων, ας μου επιτραπεί να γράψω, ήταν ένα σημαντικό εύρημα, γιατί έδινε τη δυνατότητα στο μαθητή που είχε διαπράξει κάποια παραπτώματα να ακυρώσει την επερχόμενη ποινή και να προσπαθήσει για την αμοιβή.

Δε θα ξεχάσω ποτέ το Δημήτρη, ένα υπερκινητικό παιδί της Β` τάξης, που έκανε μεγάλη προσπάθεια για να μην ενοχλεί τους συμμαθητές του την ώρα του μαθήματος! Και την προσπάθειά του αυτή, την ενθάρρυνα, δίνοντάς του με απλοχεριά  κάποιους θετικούς πόντους, όταν πλησίαζε την επικίνδυνη ζώνη.

Οι μαθητές αντιλαμβάνονταν ότι ο κανονισμός είναι εκείνος που επιβάλλει τις ποινές και όχι ο δάσκαλος και για το λόγο αυτό τις δεχόταν αδιαμαρτύρητα. εξάλλου και οι ίδιοι συμμετείχαν στην κατάρτιση του κανονισμού και μάλιστα είχαν προτείνει αυστηρότερες ποινές.

Ο δάσκαλος στην πορεία του διδακτικού έτους θα βρίσκει πάντα την ευκαιρία, μέσα από απρόοπτα γεγονότα, να δίνει πολλούς θετικούς πόντους στους μαθητές του, περνώντας συγχρόνως και τα μηνύματα που θέλει. Θυμάμαι έναν θετικό πόντο που είχα δώσει στον Ορέστη, μαθητή της Β` τάξης, γιατί προσπαθούσε να εντάξει στην παρέα του το συμμαθητή του το Φάνη, που μόλις είχε έρθει με μετεγγραφή από άλλο σχολείο.

Εν κατακλείδι, το «παιχνίδι» με τους πόντους θα παίζεται καθ` όλη τη διάρκεια του διδακτικού έτους και στο τέλος θα ανακηρύσσονται νικητές, οι μαθητές εκείνοι που επιβραβεύτηκαν με τα περισσότερα αστεράκια.

Παρεμπιπτόντως, θα ήθελα να αναφερθώ και σε κάποιες στιγμές χαλάρωσης και παιχνιδιού που πρέπει να εντάσσει ο δάσκαλος στη διδακτική ώρα, καθώς και σε κάποιες συζητήσεις που πρέπει να κάνει με τα παιδιά για θέματα που τα ενδιαφέρουν. Δεν μπορεί να έχουμε την απαίτηση από τους μικρούς μαθητές να παραμένουν σαν κουκλάκια στα θρανία τους από το πρωί μέχρι το μεσημέρι! Ενδεικτικά αναφέρω κάποιες «απρογραμμάτιστες» δραστηριότητες: Να συζητά μαζί τους κάποια αθλητικά θέματα που επιθυμούν, να παίζει το παιχνίδι της ησυχίας και του θορύβου (κάποια δευτερόλεπτα απόλυτης ησυχίας και κάποια δευτερόλεπτα θορύβου με την ξαφνική εναλλαγή από την ησυχία στο θόρυβο και τανάπαλιν, ανάλογα με το παράγγελμά του) και να κάνει συχνά δραματοποίηση του μαθήματος. Ο δάσκαλος ακόμη, πρέπει να βάζει ποικιλία, πρωτοτυπία και χιούμορ στη διδασκαλία του, αιφνιδιάζοντας τους μαθητές του  και κεντρίζοντας το ενδιαφέρον τους. Η μονοτονία στη διδασκαλία φέρνει την πλήξη, η πλήξη την αφηρημάδα και η αφηρημάδα τη φασαρία.

 Ο αυταρχισμός δεν είναι λύση

Το έχω γράψει και σε άλλα άρθρα. ο αυταρχισμός δεν οδηγεί πουθενά.  δεν είναι λύση. τον ένιωσα στην κυριολεξία στο πετσί μου ως μαθητής στα χρόνια της αυταρχικής αγωγής και μάλιστα σε μεγάλες δόσεις και γνωρίζω τα «καλά του», όπως και άλλοι μαθητές της εποχής εκείνης, και δεν είναι ανάγκη να τον υφίστανται και τώρα οι μαθητές. Μπορεί με τον αυταρχισμό φαινομενικά να έχεις ένα γρήγορο αποτέλεσμα και να νομίζεις ότι αντιμετώπισες μια δυσάρεστη κατάσταση, αλλά επί της ουσίας δεν έχεις καταφέρει τίποτε, γιατί, όταν στρέψεις αλλού την προσοχή σου, το πρόβλημα θα εξακολουθήσει να υπάρχει και μάλιστα εντονότερο.

Εκείνο που πρέπει να επιτύχει ο δάσκαλος είναι η αυτοπειθαρχία των μαθητών κι αυτό δεν είναι εύκολη υπόθεση. απαιτεί μεγάλη προσπάθεια, κατανόηση, υπομονή και επιμονή και προπάντων αγάπη για τα παιδιά. Όταν οι μαθητές νιώθουν κοντά τους το δάσκαλο, απελευθερώνουν τεράστιες δυνάμεις, οι οποίες καθορίζουν και τη συμπεριφορά τους και την επίδοσή τους στα μαθήματα.

Τελειώνοντας θα ήθελα να τονίσω ότι η απειθαρχία δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να περνάει απαρατήρητη από το δάσκαλο. Πρέπει να αντιμετωπίζεται. Όχι όμως με τον αυταρχισμό. Τρόποι αντιμετώπισης υπάρχουν πολλοί. κι ένας από τους πολλούς είναι και η καλή πρακτική που μόλις ανέπτυξα.

Ευχαριστώ για τα καλά λόγια!

Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 18 Οκτωβρίου 2014

LY5

Πόσο μεγάλη είναι η δύναμη του Διαδικτύου στον τομέα της επικοινωνίας και πόσο ευχάριστες εκπλήξεις επιφυλάσσει!

Δεν περίμενα ότι τα γραφόμενά μου θα είχαν τόσο θετική απήχηση σε παλιούς μαθητές μου, συναδέλφους, φίλους, γνωστούς και αγνώστους! Τους ευχαριστώ πολύ όλους για τα καλά τους λόγια!

Ακόμη, δεν περίμενα να δω στο Διαδίκτυο, Facebook με τίτλο: «Η τάξη του κ. Βασίλη Τασινού»!

Να είστε πάντα καλά αγαπημένοι μου μαθητές! Δεν ξεχνώ ότι υπήρξατε πηγή έμπνευσης και δημιουργίας στo εκπαιδευτικό μου ταξίδι!

Απ` το εκπαιδευτικό μου ταξίδι

LE

.

.

Απ` το εκπαιδευτικό μου ταξίδι

Βασίλειος Αγγ. Τασινός

Ιωάννινα  2014

Για να διαβάσετε το βιβλίο πατήστε ΕΔΩ

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς