Οι αταίριαστοι

Του Αναστασίου Τασινού

LTas14

Στα σχολεία που εργάστηκα ως δάσκαλος και διευθυντής, πάντα συμμετείχα σε όλες τις εκδηλώσεις που οργάνωνε ο σύλλογος γονέων και κηδόμενων.  Σε τέτοιες εκδηλώσεις το σχολείο ενώνεται με την κοινωνία. Ένας δεσμός τόσο απαραίτητος, για την ολόπλευρη ανάπτυξη των μαθητών.

Σήμερα, γύρισα τη μηχανή του χρόνου 30 χρόνια πίσω, όταν ήμουν δάσκαλος στο Λόφο του Στρέφη, στο 43ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών, σε ένα τμήμα της Ε` τάξης. Πλησίαζαν οι Απόκριες και ο σύλλογος γονέων και κηδόμενων είχε οργανώσει έναν αποκριάτικο χορό, στο ξενοδοχείο Park, επί της οδού Λεωφόρου Αλεξάνδρας.

Με γοήτευε η ιδέα να εμφανιστώ στο χορό μεταμφιεσμένος, χωρίς όμως να φορέσω μάσκα. Ήθελα να πετύχω τη μεταμφίεσή μου μ` ένα καλό μακιγιάζ. Ανακοίνωσα την σκέψη μου αυτή, στο φίλο και συνάδελφο Παναγιώτη, που δίδασκε στην Δ` τάξη. Αμέσως έδειξε ενδιαφέρον, να εμφανιστούμε μαζί μεταμφιεσμένοι στο χορό. Δεν ανακοινώσαμε σε κανέναν άλλο δάσκαλο το σχέδιό μας, για να μη διαρρεύσει. Θέλαμε ένα καλό μακιγιάζ και μια καλή στολή. Η Λουκία, σύζυγος του Παναγιώτη, ανέλαβε τη μεταμόρφωσή μας· τον Παναγιώτη σε αναρχικό  κι  εμένα σε Άραβα!

Ο Παναγιώτης φόρεσε ένα ξεβαμμένο στενό μπλουτζίν, τα μπατζάκια μέσα σε μαύρες αρβύλες, λυτά κορδόνια, μαύρη μπλούζα με το γράμμα «Α» στο στήθος σε άσπρο χρώμα, μαλλιά δεμένα κοτσίδα και στο πρόσωπο κόκκινες ανταύγειες.

Εγώ φόρεσα ένα καλοσιδερωμένο μαύρο παντελόνι, μαύρα παπούτσια, άσπρο πουκάμισο, γκρι παλτό, μαντίλι άσπρο στο κεφάλι πιασμένο με δύο μαύρες στρογγυλές κορδέλες, κάλυψη των ματιών με μαύρα γυαλιά και στο πρόσωπο σοκολατί  ανταύγειες.

Τρομερή η Λουκία στο μακιγιάζ!!! Μεταμόρφωσε πειστικά τον άντρα της σε έξαλλο αναρχικό και μένα σε μελαμψό Άραβα! Ο ένας δίπλα στον άλλον, ήμασταν ένα αταίριαστο ντουέτο! Με τις ευχές της Λουκίας για επιτυχία του σχεδίου μας, ο Παναγιώτης έβαλε μπρος τη μηχανή. Απ` το Λυκαβηττό κατηφορίσαμε τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, με κατεύθυνση το πεδίο του Άρεως, όπου βρισκόταν το ξενοδοχείο Park.

Ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα μεταμφιεσμένος σε χορό κι ένιωθα λιγάκι άβολα. Στο δρόμο σκεφτόμουν ότι από το πρώτο βήμα στο ξενοδοχείο θα μας κάνουν τσακωτούς. Θεωρούσα απίθανο, μόνον με το μακιγιάζ, να περάσουμε απαρατήρητοι. Ο Παναγιώτης δε συμμεριζόταν τις δικές μου ανασφάλειες, παρόλο ότι ήταν πιο εκτεθειμένος στο πρόσωπο να αναγνωριστεί. Ήταν αεράτος! Φορούσε κι ένα μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπο και δεν καταλάβαινε τίποτε.

Φθάσαμε στο ξενοδοχείο Park με καθυστέρηση μιας ώρας, ώστε η αίθουσα να είναι γεμάτη κόσμο. Μας βόλευε η πολυκοσμία, για να μη γίνουμε εύκολος στόχος.

Στην είσοδο του ξενοδοχείου περάσαμε απαρατήρητοι, ανάμεσα σε μερικούς μαθητές και γονείς. Καλό σημάδι αυτό! Τόνωσε λιγάκι το ηθικό μας. Αποφύγαμε το ασανσέρ, για να μην βρεθούμε πολύ κοντά με μαθητές και γονείς. Ανεβήκαμε γρήγορα τα σκαλιά και φθάσαμε στο διάδρομο, που οδηγούσε στην αίθουσα της εκδήλωσης.  Κοντοσταθήκαμε λίγο να πάρουμε μια ανάσα. Από δω και πέρα άρχιζαν τα δύσκολα! Θα μας άφηναν να μπούμε μέσα; Θα μας αναγνώριζαν; Τι απ` τα δύο θα γινόταν;

Χωρίς χρονοτριβή και με αποφασιστικά βήματα μπήκαμε στην αίθουσα, που ήταν γεμάτη κόσμο. Παραδόξως, δεν μας πρόσεξε κανείς! Απίστευτο! Δεν μας αναγνώρισαν! Η αυτοπεποίθησή μας ανέβηκε στα ύψη! Στην πόρτα της εισόδου δεν μας ζήτησαν ούτε τις προσκλήσεις! Νόμισαν ότι είμαστε πελάτες του ξενοδοχείου, που κατά λάθος μπήκαμε στον παιδικό χορό, θα το καταλαβαίναμε και θα αποχωρούσαμε.

Αμ, δε! Προς έκπληξη όλων, στρογγυλοκαθίσαμε στο πιο κεντρικό τραπέζι, δίπλα απ` την ορχήστρα και δείχναμε να απολαμβάνουμε τον αποκριάτικο χορό. Από δω και πέρα άρχισαν οι ρόλοι να αντιστρέφονται. Η ανησυχία μεταφέρθηκε στους γονείς. Ήμασταν ανεπιθύμητοι και το έβλεπες στα μάτια τους. Ποιος όμως, θα έβρισκε το θάρρος να βγάλει τα κάστανα απ` τη φωτιά; Να απομακρύνει το έξαλλο φρικιό και τον μελαμψό Άραβα απ` το κεντρικό τραπέζι, τη στιγμή μάλιστα που απολάμβαναν τη βραδιά! Κανείς! Κάποια στιγμή ο Παναγιώτης ήθελε να χορέψει, αλλά τον συγκράτησα για να μην τον αναγνωρίσουν.

Με το πέρασμα του χρόνου η ατμόσφαιρα όλο και ηλεκτριζόταν!  Όλα τα μάτια πλέον, είχαν καρφωθεί πάνω μας. Η Λουκία με το εξαιρετικό μακιγιάζ, μας είχε κάνει αγνώριστους. Τα πηγαδάκια με τους γονείς όλο και πλήθαιναν, για το πως θα απομακρύνουν τους ανεπιθύμητους εισβολείς. Κάποιος γονέας συνομιλούσε έντονα μ` έναν σερβιτόρο. Ο πρόεδρος του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων μάς κοιτούσε επίμονα. Ξαφνικά, τον έχασα από τα μάτια μου. Υπέθεσα ότι θα πήγε στο διευθυντή του ξενοδοχείου για να ζητήσει την απομάκρυνσή μας. Από δω και πέρα, ο κλοιός άρχισε να σφίγγει. Η ανησυχία όλων μεγάλωνε! Η ορχήστρα σίγησε. Η ώρα της αποκάλυψης πλησίαζε! Η ατμόσφαιρα δεν έπαιρνε άλλα αρνητικά φορτία.

Συμφωνήσαμε με τον Παναγιώτη ότι ήρθε η κατάλληλη στιγμή για την αποκάλυψη. Σηκωθήκαμε απ` το τραπέζι και κατευθυνθήκαμε προς την ορχήστρα, με τα μάτια όλων να μας ακολουθούν. Ζήτησα το μικρόφωνο απ` τον τραγουδιστή, που με κοίταζε σαστισμένος. Μου το έδωσε. Σιγή ιχθύος, να ακούσουν όλοι, τι θα πει ο μελαμψός Άραβας. Μόνον μια πρόταση πρόλαβα να πω: «Ο κύριος Παναγιώτης (τον έδειξα) και ο κύριος Τάσος (έδειξα τον εαυτό μου), σας εύχονται καλές Αποκριές!» Έγινε «το έλα να δεις!» Ένα ουρλιαχτό, ανάμεικτο με φωνές, γέλια και φασαρία, από 400 περίπου μαθητές κι άλλους τόσους γονείς, τράνταξαν το ξενοδοχείο! Όλοι οι μαθητές όρμησαν προς το μέρος μας, να διαπιστώσουν, αν όντως το έξαλλο φρικιό ήταν ο κύριος Παναγιώτης και ο μελαμψός Άραβας ο κύριος Τάσος. Τα πρόσωπα των μαθητών έλαμπαν από χαρά! Έβλεπαν τους δασκάλους μεταμφιεσμένους στο χορό και τους φαινόταν πολύ παράξενο! Οι γονείς γελούσαν, που γίναμε παιδιά! Οι σκηνές ήταν μοναδικές! Το σχέδιο μεταμφίεσης στέφτηκε με απόλυτη επιτυχία!

Την άλλη μέρα στο σχολείο η πλάκα συνεχίστηκε. Δεν σταμάτησα να πειράζω τους μαθητές μου, που δεν μας αναγνώρισαν. Τους είπα μάλιστα, ότι και του χρόνου την ίδια πλάκα θα πάθουν. «Δεν πρόκειται να την πάθουμε άλλη φορά», μου έλεγαν όλοι μαζί. Έτσι για την ιστορία να γράψω, ότι την επόμενη χρονιά, χωρίς να έχω παρέα τον Παναγιώτη, μεταμφιέστηκα πειρατής. Δεν πρόλαβα να κάνω ούτε ένα βήμα στο ξενοδοχείο Park και με αναγνώρισαν.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι «οι αταίριαστοι» συμμετέχοντας σε αυτό το «μάθημα», καλυτέρευσαν τις παιδαγωγικές σχέσεις, κάτι πολύ σημαντικό για το εκπαιδευτικό έργο.

Ιωάννινα 23 Οκτωβρίου 2016

 

Καπνίζετε κύριε;

Του Αναστασίου Τασινού

LTas9

Πάντα ως δάσκαλος στην  Ε` και  στην ΣΤ` τάξη, παρουσίαζα θέματα που αφορούσαν τις βλαβερές συνέπειες του τσιγάρου, του αλκοολισμού και των ναρκωτικών, φροντίζοντας την ημέρα της παρουσίασης να είναι παρόντες όλοι οι μαθητές. Έντονα χαράχτηκε στη μνήμη μου η ένταση προσοχής των μαθητών  σε αυτές τις διδασκαλίες.

Πάντα είχα τη βαθιά πεποίθηση ότι όλοι οι μαθητές, πριν μπουν στην εφηβεία,  πρέπει να γνωρίζουν τους κινδύνους που τους παραμονεύουν στη γωνία, ώστε να είναι έτοιμοι να αντισταθούν, όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν.

Το παρακάτω περιστατικό είναι από την ημέρα που παρουσίασα το θέμα «Οι βλαβερές συνέπειες του τσιγάρου», το σχολικό έτος 1984-1985, στο 136ο  Δημοτικό Σχολείο Αθηνών, στην ΣΤ` τάξη.

Θυμάμαι ότι άρχισα τη διδασκαλία με την επισήμανση, ότι μερικά έργα στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση και στη λογοτεχνία, παρουσιάζουν με έναν ελκυστικό και τελετουργικό τρόπο τους ήρωες όταν καπνίζουν, γεγονός που παρακινεί τους νέους να γίνονται καπνιστές δίχως να το καταλάβουν.

Στη συνέχεια διάβασα μεγαλόφωνα στην τάξη από ένα ιατρικό βιβλίο, συγκλονιστικές αφηγήσεις γιατρών και ασθενών, για τις βλαβερές συνέπειες του τσιγάρου. Οι μαθητές συνειδητοποίησαν, ότι πίσω από τις λαμπερές και γοητευτικές εικόνες του καπνίσματος, παραμονεύει η εξάρτηση, η αρρώστια και ο θάνατος. Τόνισα ιδιαίτερα στους μαθητές, ότι και το παθητικό κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία.

Στο τέλος τους έδειξα και μια σκληρή φωτογραφία, που έδειχνε από τη μια μεριά υγιείς πνεύμονες ενός μη καπνιστή, που ήταν ανοιχτού κόκκινου χρώματος, και από την άλλη μεριά άρρωστους πνεύμονες ενός καπνιστή, που ήταν μαυρισμένοι από την πίσσα και τη νικοτίνη. Με τη φράση «εσείς θα επιλέξετε το χρώμα που θα έχουν οι πνεύμονές σας στο μέλλον», ολοκλήρωσα τη διδασκαλία. Το σοκ των μαθητών ήταν μεγάλο! Θυμάμαι την Ελένη να λέει: «Τώρα που θα πάω σπίτι, θα παρακαλέσω τον μπαμπά μου να κόψει το τσιγάρο!»

Ο Γιάννης όμως ένιωσε κι ένα δεύτερο σοκ, λίγες ημέρες μετά,  όταν με είδε στο γραφείο των δασκάλων με ένα τσιγάρο στο χέρι! Με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια, σαν να μην ήθελε να πιστέψει, αυτό που έβλεπε! «Καπνίζετε κύριε;» μου είπε. Ο συνάδελφος Παναγιώτης που ήταν δίπλα μου, καπνιστής κι αυτός, απόρησε με το ξάφνιασμα του Γιάννη και του είπε: «Καλά, τόσο περίεργο σου φαίνεται που καπνίζει ο κύριός σου;». Πού να ξέρει ο συνάδελφος, τι ειπώθηκε στην τάξη για το τσιγάρο!

Την αντίδραση του Γιάννη δεν την ξέχασα ποτέ! Με το δικό του τρόπο μού είπε το αρχαίο ρητό «Δάσκαλε, που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις!». Ένιωσα τόσο άσχημα, που δεν κάπνισα άλλη φορά στο σχολείο. Ύστερα από λίγους μήνες έκοψα δια παντός το τσιγάρο, προστατεύοντας την υγεία μου και αποκαθιστώντας τη συνέπεια λόγου και πράξης, όταν μιλούσα στους μαθητές για τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος. Ας μην ξεχνάμε ότι διαπαιδαγωγούμε σωστά, δια του καλού παραδείγματος. Το κακό παράδειγμα είναι μεταδοτικό και ακυρώνει τη δύναμη του λόγου.

Δεν μπορεί ο δάσκαλος να πείσει ότι το τσιγάρο βλάπτει την υγεία, όταν οι μαθητές του τον βλέπουν να καπνίζει!

Δεν μπορεί ο γιατρός να πείσει ότι το τσιγάρο ευθύνεται για συγκεκριμένες παθήσεις, όταν οι ασθενείς του τον βλέπουν να καπνίζει!

Δεν μπορεί ο γονέας να πείσει ότι το τσιγάρο είναι μια βλαβερή συνήθεια, όταν τα παιδιά του τον βλέπουν να καπνίζει!

Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι οι μαθητές στην Ε` και ΣΤ` Δημοτικού, είναι στην πιο κατάλληλη ηλικία, για μια πρώτη και εμπεριστατωμένη ενημέρωση από το δάσκαλο για τις βλαβερές συνέπειες του τσιγάρου, του αλκοολισμού και των ναρκωτικών. Μια ενημέρωση, που αν ριζώσει καλά μέσα τους, θα είναι ένα πολύτιμο εφόδιο για όλη τους τη ζωή!

Ιωάννινα 19 Μαρτίου  2017

Αχ! Ρε Διευθυντή!

Του Αναστασίου Τασινού

LTas26

Με τους μαθητές της Α` τάξης του Δημοτικού ως Διευθυντής, συνήθως, κρατούσα μια επικοινωνία στις ώρες της Αισθητικής Αγωγής. Άρεσε πολύ στα πρωτάκια να τους αφηγούμαι κάποιον μύθο του Αισώπου, μετά να τον δραματοποιούν και στο τέλος να τον ζωγραφίζουν. Και όλες αυτές οι δραστηριότητες γινόταν σε μια διδακτική ώρα. Από τις διδασκαλίες αυτές έχει χαραχθεί έντονα στη μνήμη μου ο Δημήτρης, ένα συμπαθητικό και πονετικό πρωτάκι, που όταν με έβλεπε στους διαδρόμους του σχολείου πάντα με χαιρετούσε χαμογελώντας. Μια ημέρα μπαίνοντας στην Α` τάξη για να τους αφηγηθώ κάποιο μύθο του Αισώπου,  αναστέναξα βαθιά, εξαιτίας κάποιου σοβαρού προβλήματος που μόλις είχα αντιμετωπίσει. Βλέποντας ο Δημήτρης τον αναστεναγμό μού είπε:

– «Αχ! ρε Διευθυντή!»

– «Γιατί το είπες αυτό Δημήτρη;» τον ρώτησα έκπληκτος.

– «Ε! να, με τόσα προβλήματα που έχεις, στεναχωριέσαι».

Ύστερα λέμε ότι οι μικροί μαθητές δε μας καταλαβαίνουν!

          Ιωάννινα 3 Μαρτίου 2013

Ο κύριος είναι καλός γιατί βαράει!

Του Αναστασίου Τασινού

LTas25

Το περιστατικό που θα σας αφηγηθώ ανάγεται στην εποχή που υπηρετούσα νέος δάσκαλος σε πολυθέσιο σχολείο των Αθηνών.

Μια μέρα ήρθε στο γραφείο του συλλόγου διδασκόντων ένας ψηλός και γεροδεμένος άντρας, πατέρας μαθητή Ε` τάξης, κατόπιν πρόσκλησης του δασκάλου, εξαιτίας των προβλημάτων που δημιουργούσε ο γιος του στο σχολείο. Μόλις συνάντησε το δάσκαλο – πριν καν τον ακούσει – του είπε: «Δάσκαλε, μη διστάσεις να εφαρμόσεις στο γιο μου οποιαδήποτε πειθαρχική μέθοδο θεωρείς σωστή για να τον επαναφέρεις στην τάξη». Επειδή ήταν τόσο απόλυτος στις απόψεις του, μου κίνησε την περιέργεια και παρακολουθούσα με ενδιαφέρον τη συζήτηση. Έμαθα ότι είχε υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία επί δικτατορίας στην ΕΣΑ (Ελληνική Στρατιωτική Αστυνομία), φημισμένη την εποχή εκείνη για τη σκληρότητά της. Από την εκπαίδευση αυτή φαίνεται ότι είχε διαμορφώσει μια σκληρή μέθοδο πειθαρχίας για το γιο του. Ίσως και να είχα λησμονήσει αυτό το περιστατικό, αν μια μέρα δεν έπεφτε στα χέρια μου μια έκθεση του μαθητή, όπου έγραφε για το δάσκαλό του: «Ο κύριος είναι καλός γιατί βαράει!»

Αυτή τη φράση δεν την ξέχασα ποτέ! Ο μαθητής όχι μόνον είχε αποδεχθεί τη σωματική βία, αλλά τη θεωρούσε και ως δείκτη καλού δασκάλου! Η αυταρχική αγωγή που βίωνε στο σπίτι και στο σχολείο καθόριζε και τον τρόπο σκέψης του.

Σε ένα τέτοιο αυταρχικό περιβάλλον, όμως, τα θύματα συνήθως μεταλλάσσονται σε θύτες αργότερα στη ζωή τους, ανακυκλώνοντας τη βία.

Ιωάννινα 3 Μαρτίου 2013

 

Σιγά, ο Παναγής κοιμάται!

Του Αναστασίου Τασινού

LTas17

Σεπτέμβριο του 1980 με μια βαλίτσα στο χέρι ξεκίνησα από την Αθήνα, όπου εργαζόμουν ως αναπληρωτής δάσκαλος, για να αναλάβω υπηρεσία στη νέα μου θέση στην Κεφαλονιά ως νεοδιόριστος δάσκαλος. Με περίμενε το μονοθέσιο Δημοτικό Σχολείο Τουλιάτων, βόρεια του νησιού, ένα παραδοσιακό πέτρινο κτίριο, χτισμένο σε ένα μικρό λόφο, που εξυπηρετούσε έξι μικρούς οικισμούς.

Μπαίνοντας στο εσωτερικό του κτιρίου αντίκρισα έναν ευρύχωρο διάδρομο, στο βάθος το γραφείο του δασκάλου και από την αριστερή μεριά δύο μεγάλες συνεχόμενες αίθουσες. Η πρώτη αίθουσα ήταν οργανωμένη για τη καθημερινή διδασκαλία, ενώ η δεύτερη διέθετε θεατρική σκηνή για τις γιορτές του σχολείου. Το σχολικό έτος 1980-1981 το σχολείο είχε 24 μαθητές σε όλες τις τάξεις. Η Α` τάξη είχε δύο μαθητές, την Ελένη και τον Παναγή, στους οποίους αναφέρεται και το παρόν άρθρο.

Η Ελένη ερχόταν με τα πόδια στο σχολείο από τον πιο μακρινό οικισμό. Φορούσε  μπλε ποδιά, τα μαλλιά της ήταν πλεγμένα κοτσίδα και τα εκφραστικά της μάτια ανυπομονούσαν την καινούργια γνώση. Όταν την έπιανε καμιά ξαφνική καταιγίδα στο δρόμο, έφθανε στο σχολείο βρεγμένη μέχρι το κόκαλο και το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο από το κρύο. Στο σπίτι, όμως, ποτέ δεν επέστρεφε, γιατί δεν ήθελε να χάσει το μάθημα της Γλώσσας, που άρχιζε από την Α` τάξη.  Βλέποντάς την σε αυτό το χάλι η Γερασιμούλα, μαθήτρια της ΣΤ` τάξης, την έπαιρνε στη διπλανή αίθουσα που ήταν άδεια, άναβε το ηλεκτρικό καλοριφέρ και της στέγνωνε τα ρούχα. Για να μην κρυώνει την έντυνε προσωρινά με μια δικιά της ζακέτα. Μέχρι να στεγνώσουν τα ρούχα της, αναλάμβανε και το ρόλο της δασκάλας. Η αλληλοδιδακτική μέθοδος (δηλαδή οι μεγάλοι μαθητές να διδάσκουν τους  μικρούς), όταν γίνεται με τους κατάλληλους μαθητές και την ώρα που πρέπει, προσφέρει πολλά στο μονοθέσιο σχολείο.

Ο Παναγής ήταν μια άλλη περίπτωση. Μελαχρινός, αδύνατος, σκληραγωγημένος, ζωηρός, πάντα χαμογελαστός, είχε κερδίσει τη συμπάθεια όλων. Ήταν κουρεμένος με την ψιλή μηχανή κι όταν χαμογελούσε γινόταν ιδιαίτερα συμπαθητικός. Την πρώτη ημέρα που τον γνώρισα με αιφνιδίασε, όταν του έδωσα ένα μολύβι για να ζωγραφίσει και το κράτησε σαν ακόντιο. Δεν είχε πάει στο Νηπιαγωγείο και από το σπίτι δεν είχε καμιά βοήθεια. Έτσι, τα πρώτα μαθήματα μαζί του ήταν να κρατάει το μολύβι με το σωστό τρόπο.

Από τον Παναγή αποτυπώθηκε έντονα στη μνήμη μου και μια πολύ χαριτωμένη σκηνή. Όταν τέλειωνα το μάθημα της Γλώσσας με την Α` τάξη, για να μην κάνει φασαρία, του έδινα ένα μεταλλικό κόκκινο αυτοκινητάκι για να παίζει στο θρανίο. Του άρεσε πάρα πολύ αυτό το αυτοκινητάκι, γιατί πρώτη φορά έπαιζε με τέτοιο παιχνίδι. Χαλάρωνε τόσο πολύ, όταν κυλούσε τις ρόδες πάνω στο θρανίο, που μερικές φορές τον έπιανε ο ύπνος. Ο καημένος ο Παναγής ξυπνούσε πολύ πρωί, γιατί ερχόταν κι αυτός με τα πόδια στο σχολείο  από έναν μακρινό οικισμό και ο ύπνος των ολίγων λεπτών μερικές φορές του είχε γίνει απαραίτητος. Όταν ακουγόταν ένα ελαφρύ ροχαλητό στην τάξη, συνήθως συνοδευόταν και από τη φράση κάποιου μαθητή: «Σιγά, ο Παναγής κοιμάται!» Τότε όλοι οι μαθητές μιλούσαν χαμηλόφωνα, δίχως ποτέ να το έχω ζητήσει. Ο Παναγής, για το διάστημα που κοιμόταν, μας είχε «επιβάλει» τη χαμηλόφωνη μέθοδο διδασκαλίας Montessori!

Ιωάννινα 24 Δεκεμβρίου 2013  

Είχα καλό φαΐ  κύριε!

Του Αναστασίου Τασινού

LTas41

Η ανάληψη μιας καινούργιας τάξης από το δάσκαλο, απαιτεί τις πρώτες δέκα ημέρες να εφαρμόσει μια συγκεκριμένη διαδικασία, ώστε να γνωρίσει σύντομα τους μαθητές του. Τη διαδικασία αυτή την έχω ονομάσει «διδασκαλικό τσεκ-απ» και την έχω περιγράψει λεπτομερώς στο άρθρο μου «Καλές πρακτικές για το δάσκαλο».

Ως δάσκαλος είχα ως αρχή, να αποφεύγω να παίρνω πληροφορίες από τους προηγούμενους συναδέλφους για τους νέους μαθητές μου. Διαμόρφωνα τη δική μου άποψη, με τις δικές μου μεθόδους ανίχνευσης του μαθησιακού τους επιπέδου και του χαρακτήρα τους. Με τους λεγόμενους «δύσκολους» μαθητές πάντα τα έβρισκα, γι` αυτό και δεν ήθελα να ακούω αρνητικά σχόλια για το χαρακτήρα τους. Καμιά φορά όμως, χωρίς να το θέλω, έφθαναν στα αυτιά μου μερικές πληροφορίες, που έπρεπε να αξιολογήσω. Η παρακάτω ιστορία που θα σας αφηγηθώ, έχει αφετηρία μια τέτοια πληροφορία.

Δίδασκα στις τάξεις Ε` και ΣΤ` σε ένα επαρχιακό Δημοτικό σχολείο. Μια μέρα ο δάσκαλος που είχαν την προηγούμενη χρονιά, μου είπε: «Τάσο, έχε υπόψη σου, ότι μερικοί  μαθητές σου στο μεσημεριανό τους φαγητό θέλουν και το κρασάκι τους». Ταυτόχρονα, δραματοποιούσε τα λόγια του, κατευθύνοντας τον  αντίχειρα του δεξιού χεριού του προς το στόμα του. Γέλασα με τον παραστατικό τρόπο ομιλίας και ταυτόχρονα προβληματίστηκα. Το χωριό παρήγαγε εκλεκτό κρασί και τα λεγόμενά του έπρεπε να ερευνηθούν.

Έτσι, μια μέρα αποφάσισα να μιλήσω στην τάξη για το αλκοόλ, δίχως φυσικά να τους αποκαλύψω την πληροφορία που είχα από το συνάδελφό μου. Χωρίς να  δαιμονοποιήσω το αλκοόλ  (εξάλλου τους είπα ότι κι εγώ πίνω κανένα ποτηράκι), επισήμανα ότι η χρήση του  πρέπει να γίνεται  με μέτρο και μόνον από ενήλικες. Τόνισα ότι η κατάχρηση οδηγεί στον αλκοολισμό, που βλάπτει σοβαρά την υγεία, την οικογένεια και την κοινωνία. Στη συνέχεια, εστίασα στις βλαβερές συνέπειες που έχει το αλκοόλ στην παιδική ηλικία και τους διάβασα και μερικές απόψεις γιατρών από ένα βιβλίο που είχα μαζί μου. Έτσι τα λεγόμενά μου ξέφυγαν από το κήρυγμα και απέκτησαν τεκμηρίωση και ενδιαφέρον. Από την ένταση προσοχής των μαθητών και τις αντιδράσεις τους, κατάλαβα ότι μερικοί το τσούζανε. Δεν έμεινα όμως στη διαίσθησή μου. Στο τέλος της διδακτικής ώρας ζήτησα από όλους τους μαθητές να μου πουν, αν στο σπίτι τους πίνουν και κανένα ποτηράκι. Από τις απαντήσεις που πήρα, επιβεβαίωσα την πληροφορία του συναδέλφου.

Ύστερα από λίγες ημέρες κάλεσα τους γονείς στο σχολείο και συζήτησα μαζί τους το θέμα του αλκοόλ. Μου έκανε εντύπωση ότι μερικοί θεωρούσαν φυσιολογικό, που το παιδί τους στο μεσημεριανό φαγητό έπινε και μια κούπα κρασί. Αντέκρουσα την αντίληψη αυτή, πείθοντας τους γονείς να μην επιτρέπουν στα παιδιά τους να πίνουν αλκοόλ.

Μερικοί γονείς, κυρίως πατεράδες, κάνουν το λάθος να καμαρώνουν τα παιδιά τους όταν πίνουν αλκοόλ ή ακόμη χειρότερα να τα ενθαρρύνουν, με αποτέλεσμα άθελά τους να ναρκοθετούν τη σωματική και ψυχική υγεία τους. Φανταστείτε αυτά τα παιδιά, πόσο ευάλωτα γίνονται στο αλκοόλ, όταν μπουν στην εφηβεία.

Αφού πέρασαν μερικές ημέρες, ξαναρώτησα τους «μερακλήδες» μαθητές να μου πουν, αν σταμάτησαν να πίνουν κρασί. Οι πολύ καλές παιδαγωγικές σχέσεις που είχα μαζί τους, μου έδωσαν ειλικρινείς απαντήσεις. Με ικανοποίηση άκουγα έναν-έναν να μου λέει ότι σταμάτησε. Όταν όμως έφτασα στον Τάκη, κάπου τον έβλεπα να δυσκολεύεται να μιλήσει. «Έλα Τάκη, πες μου και συ!» του λέω. Ύστερα από λίγο ο Τάκης έσπασε τη σιωπή του και μου είπε διστακτικά: «Κύριε, ήπια μια κούπα κρασί.» Τον κοίταζα στα μάτια και δυσκολευόμουν να του πω κάτι. Το κήρυγμα ενοχής ποτέ δε μου πήγαινε ως μέθοδος διαπαιδαγώγησης. Ο Τάκης προσπαθώντας να δικαιολογηθεί, πέρασε στην αντεπίθεση λέγοντας: «Είχα καλό φαΐ κύριε!» Έβαλα τα γέλια και μαζί μου όλη η τάξη. «Ποιο ήταν το καλό φαΐ Τάκη;» τον ρώτησα. «Κρέας κοκκινιστό με πατάτες τηγανιτές» μου απάντησε χαμογελαστά. «Καλό φαγητό» σχολίασα, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα γέλια, ώστε να μην καταλήξει η συζήτηση σε κωμωδία. «Δηλαδή Τάκη, όταν έχεις καλό φαγητό πάντα θα πίνεις;» τον ξαναρώτησα. «Όχι κύριε, δεν θα ξαναπιώ» μου απάντησε αποφασιστικά. Ολοκληρώνοντας την ιστορία να γράψω ότι ο Τάκης, όπως μου είπε η μητέρα του, δεν ξαναήπιε κρασί, ούτε κι όταν είχε καλό φαγητό στο τραπέζι. Τήρησε την υπόσχεσή του.

Η συζήτηση που έγινε στην τάξη για το αλκοόλ και τον αλκοολισμό, αποδείχτηκε σημαντική για όλους τους μαθητές.

Με την ευκαιρία αυτού του ενθυμήματος να επισημάνω, ότι ο δάσκαλος πρέπει να μιλάει στην τάξη για διάφορα κοινωνικά θέματα. Απαραιτήτως όμως, να είναι καλά προετοιμασμένος, να χρησιμοποιεί εποπτικό υλικό,  να κάνει διάλογο με τους μαθητές και να αποφεύγει το κήρυγμα.

Σήμερα, με την ύπαρξη της Ευέλικτης Ζώνης στο ωρολόγιο πρόγραμμα και με τη βοήθεια του Διαδικτύου, μπορούν και οι μαθητές να αναλαμβάνουν διάφορα κοινωνικά θέματα και να τα παρουσιάζουν από την έδρα της τάξης. Έτσι, εκπαιδεύονται να μιλούν σε ακροατήριο, ενώ παράλληλα ενισχύεται και η δημοκρατική λειτουργία της τάξης.

Ιωάννινα 14 Δεκεμβρίου 2018

Αναρχικός θα μου γίνει αυτό το παιδί !

Του Αναστασίου Τασινού

LTas19

Το περιστατικό που θα σας αφηγηθώ, έλαβε χώρα στο σπίτι ενός φιλικού μου  ζευγαριού, που είναι εκπαιδευτικοί και οι δύο.

Ήταν καλοκαίρι και καθόμασταν στην αυλή του σπιτιού τους, όταν ξαφνικά ο Λευτέρης, ο μεσαίος από τα τρία αδέλφια της οικογένειας, μαθητής της Γ` Δημοτικού, επεδίωξε να κάνει αισθητή την παρουσία του με έναν ασυνήθιστο τρόπο. Κάθισε δίπλα μας και άρχισε να χτυπά δυνατά με ένα σφυρί το τσιμέντο της αυλής, διεκδικώντας την προσοχή μας. Ο πατέρας του δεν έδινε καμιά σημασία στο θορυβώδη παιχνίδι του. Η μητέρα του, όμως, τον μάλωνε, γιατί ο θόρυβος που έκανε δυσκόλευε τη συζήτησή μας. Ο Λευτέρης, όμως, μετά την παρατήρηση άρχισε να χτυπά ακόμη δυνατότερα το σφυρί στο τσιμέντο. Εκνευρισμένη η μητέρα του γύρισε προς εμένα και μου είπε: «Αναρχικός θα μου γίνει αυτό το παιδί! Δεν καταλαβαίνει τίποτε! Και ξύλο του ρίχνω και πάλι τα ίδια!» Και για να με πειράξει συνέχισε χαριτολογώντας: «Για πες μας και συ που έχεις κάνει μετεκπαίδευση, τι να κάνουμε με αυτόν;» Ο Λευτέρης ακούγοντας τα λόγια της μητέρας του  έστρεψε ερευνητικά το βλέμμα προς το μέρος μου και περίμενε να ακούσει τι θα πω, ενώ παράλληλα εξακολουθούσε να χτυπά δυνατά το σφυρί στο τσιμέντο. Εκείνη τη στιγμή για να ανταποδώσω το πείραγμα στη μητέρα του, πήρα το μέρος του. Χαμηλόφωνα και με σοβαρό ύφος του είπα:  «Λευτέρη, συνέχισε να χτυπάς με το σφυρί, αλλά λίγο πιο σιγά για να μπορούμε να συζητάμε και εμείς.» Δεν περίμενε, ως φαίνεται, ο Λευτέρης να ακούσει αυτά τα λόγια. Ξαφνιάστηκε. Οι σφυριές έγιναν σιγανότερες και αραιότερες και ύστερα από λίγο σταμάτησαν. Ακολούθησε σιγή δευτερολέπτων και μετά ξέσπασμα όλων σε γέλια. Προς έκπληξη των γονιών του ο Λευτέρης πήρε πολύ σοβαρά την  πρότασή μου, που στην ουσία ήταν ένα αστείο που έκανα στη μητέρα του. Το αστείο αυτό όμως φανέρωσε ότι στην Παιδαγωγική, όπως εξάλλου και στη ζωή, δεν υπάρχει μόνον “μαύρο – άσπρο”. Υπάρχει και “γκρίζο”, που βρίσκουν διέξοδο οι αντιθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, το “γκρίζο” της υπόθεσης ήταν ότι ο Λευτέρης θα μπορούσε να παίζει δίπλα μας, όμως, με λιγότερο θόρυβο.

Με ευκαιρία αυτό το γεγονός, η συζήτηση οδηγήθηκε στη σωστή λειτουργία της σχολικής τάξης. Καταλήξαμε στο αυτονόητο συμπέρασμα ότι οι εκπαιδευτικοί που είναι δογματικοί και αυταρχικοί, δεν έχουν ουσιαστική επικοινωνία με τους μαθητές. Αντίθετα, οι εκπαιδευτικοί που είναι διαλεκτικοί και δημοκρατικοί, οικοδομούν τις καλύτερες παιδαγωγικές σχέσεις. Το “γκρίζο”, δυστυχώς, οι αυταρχικοί εκπαιδευτικοί δεν το αντιλαμβάνονται ως μέρος της σχολικής πραγματικότητας, καθώς λειτουργούν στη λογική του “μαύρου – άσπρου”.

Πολλά πράγματα στη ζωή είναι απλά και απαιτούν απλές λύσεις. Σύνθετα γίνονται, όταν βλέπουμε τη μία όψη του νομίσματος και θέλουμε να την επιβάλλουμε χωρίς εκπτώσεις.

Ποτέ δεν ξέχασα τη σκηνή με το Λευτέρη, γιατί ήταν χαριτωμένη και διδακτική!

Για την ολοκλήρωση της ιστορίας να γράψω ότι ο Λευτέρης σήμερα εργάζεται ως καθηγητής Φυσικών και δεν έγινε αναρχικός, όπως φοβόταν η μητέρα του.

Ιωάννινα 24 Δεκεμβρίου 2013

Στο τσαντίρι της Αγάπης

Του Αναστασίου Τασινού

LTas3

Το περιστατικό που θα σας αφηγηθώ έλαβε χώρα στο 64ο Δημοτικό Σχολείο Πατρών στο οποίο ήμουν διευθυντής την τριετία 1999-2002.

Ήταν Φθινόπωρο του 2001, όταν ήρθε στο γραφείο μου μια εγκύκλιος από τη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πατρών, που μου γνωστοποιούσε την ημερομηνία κατά την οποία θα γινόταν ο εμβολιασμός των μαθητών της Α` τάξης στο σχολείο μου. Ειδοποίησα εγγράφως τους γονείς, ώστε την ημέρα αυτή οι μαθητές να έχουν μαζί τους το βιβλιάριο  υγείας.

Την ημέρα του εμβολιασμού ήρθαν στο σχολείο μου ένας γιατρός και μια νοσοκόμα. Αφού έκαναν τα εμβόλια ο γιατρός με ρώτησε αν ήταν όλοι οι μαθητές παρόντες. Του απάντησα ότι απουσιάζει μια τσιγγάνα μαθήτρια, η Αγάπη. Αμέσως, ζήτησε να μάθει αν γνωρίζω που μένει ή αν έχω κάποιο τηλέφωνο. Τον πληροφόρησα ότι μένει δίπλα στο κολυμβητήριο της Αγυιάς σε τσαντίρι και ότι έχω το κινητό τηλέφωνο της μητέρας. Ακούγοντας ότι μένει σε τσαντίρι μού ζήτησε, αν μπορώ, να τον πάω εκεί για να κάνει το εμβόλιο. Με εξέπληξε η ευαισθησία και η ευθύνη του! Χωρίς δεύτερη σκέψη τού είπα ότι θα τον πάω. Τηλεφώνησα στη μητέρα της Αγάπης και την πληροφόρησα ότι σε δέκα λεπτά θα είμαστε στο τσαντίρι με το γιατρό και τη νοσοκόμα για να κάνουμε το εμβόλιο της κόρης της.

Καθ` οδόν για το τσαντίρι ο γιατρός μου εξήγησε ότι η τσιγγάνα μαθήτρια είχε τη μεγαλύτερη ανάγκη – σχετικά με τα άλλα παιδιά – να κάνει αυτό το εμβόλιο, λόγω των δύσκολων συνθηκών διαβίωσης. Όσην ώρα οδηγούσα, ο θαυμασμός μου για το ανθρωπιστή γιατρό μεγάλωνε! Έβλεπε τη δουλειά του ως λειτούργημα!

Η μητέρα της Αγάπης μάς περίμενε στο δημόσιο δρόμο και μας κατηύθυνε στο χωράφι, όπου ήταν στημένο το τσαντίρι της. Ήταν μια μεγάλη ορθογώνια σκηνή, στρατιωτικού τύπου, χρώματος μπεζ. Περιφερειακά η σκηνή ήταν τεντωμένη με χοντρά σκοινιά, τα οποία ήταν δεμένα σε μεταλλικούς πασσάλους που ήταν μπηγμένοι στη γη. Μόλις η Αγάπη είδε το αυτοκίνητο, ήρθε χαρούμενη προς το μέρος μας. Στο σχολείο ήταν πάντα συνεσταλμένη και μελαγχολική. Παρουσίαζε παρατεταμένη δυσκολία προσαρμογής, έκλαιγε διαρκώς και έκανε πολλές απουσίες. Στο τσαντίρι, όμως, τη βρήκα ζωηρή και χαρούμενη. Με θάρρος πλησίασε το αυτοκίνητο να μας προϋπαντήσει. Όταν όμως με είδε, ξαφνιάστηκε. Φοβήθηκε ότι θα την έπαιρνα στο σχολείο κι άρχισε να τρέχει προς την άκρη του χωραφιού. Από πίσω κι ο πατέρας της να της φωνάζει να σταματήσει. Η Αγάπη, όμως, διαρκώς έτρεχε. Έφθασε μέχρι το δημόσιο δρόμο. Εκεί την έπιασε ο πατέρας της και της έριξε μερικά χαστούκια. Στη συνέχεια τραβώντας την από το χέρι την έφερε κλαμένη προς το μέρος μας. Η Αγάπη μόλις αντίκρισε τη σύριγγα άρχισε να κλαίει ακόμη πιο δυνατά. Ο γιατρός της έπιασε το χέρι και η νοσοκόμα της έκανε το εμβόλιο. Στη συνέχεια ο πατέρας της μας πρότεινε να περάσουμε στο τσαντίρι για καφέ. Δεχτήκαμε την πρότασή του.

Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινα σε τσιγγάνικο τσαντίρι. Μπαίνοντας μέσα αντίκρισα έναν ενιαίο περιποιημένο χώρο. Η σκεπή στηριζόταν σε τρεις χοντρούς ορθοστάτες από κορμούς δέντρων, που ήταν τοποθετημένοι κατά μήκος του  χώρου. Το δάπεδο ήταν καλυμμένο με μια λεπτή στρώση τσιμέντου. Στην αριστερή γωνία υπήρχε μια γεννήτρια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος που τροφοδοτούσε έναν κεντρικό λαμπτήρα. Στη δεξιά γωνία υπήρχε ένας νεροχύτης, ένα πετρογκάζ και ένα τραπέζι με καρέκλες. Στην αριστερή πλευρά υπήρχαν δύο μεταλλικά κρεβάτια στη σειρά και άλλα δύο απ` τη δεξιά πλευρά, με τον ίδιο τρόπο τοποθετημένα. Ανάμεσα  στα κρεβάτια ήταν στρωμένο ένα πολύχρωμο χαλί και στο βάθος υπήρχε ένας μεγάλος μπόγος με στοιβαγμένα χαλιά και κουβέρτες.

Καθίσαμε στο μέσον της σκηνής γύρω από ένα μεταλλικό  βαρέλι, που λειτουργούσε ως ξυλόσομπα. Η γιαγιά της Αγάπης μάς έψησε καφέ στα κάρβουνα. Τους άρεσε πολύ που ήμασταν καταδεκτικοί και φιλικοί μαζί τους.

Πίνοντας τον καφέ μού δόθηκε η ευκαιρία να αναφερθώ στη δυσκολία προσαρμογής της Αγάπης στο σχολείο. Το γεγονός ότι η Αγάπη δεν είχε φοιτήσει στο Νηπιαγωγείο, δυσκόλευε την προσαρμογή της στο Δημοτικό. Τους επισήμανα ότι για ένα καλό ξεκίνημα, θα πρέπει η Αγάπη να έρχεται καθημερινά στο σχολείο και οι ίδιοι να συνεργάζονται με τη δασκάλα της τάξης. Έδειχναν να συμφωνούν μαζί μου.

Φεύγοντας όλη η οικογένεια μάς ξεπροβόδισε μέχρι το αυτοκίνητο. Ακόμη και η Αγάπη! Όταν μας αποχαιρέτησαν είδα στα μάτια τους την ευγνωμοσύνη.

Την άλλη ημέρα επαίνεσα στους συναδέλφους μου τον ανθρωπιστή γιατρό, που στο τσαντίρι της Αγάπης τίμησε τον όρκο του Ιπποκράτη! Ακόμη, επαίνεσα τη νοσοκόμα που ακολούθησε το γιατρό στο τσαντίρι. Λυπάμαι πολύ, που δεν κατέγραψα τα ονόματά τους για να τα αναφέρω.

Η εμπειρία που είχα ως διευθυντής σχετικά με τη φοίτηση των τσιγγάνων μαθητών, μου αποκάλυψε ότι η ένταξή τους στη σχολική ζωή είναι πολύ δύσκολη υπόθεση. Την τριετία 1999-2002, ήταν εγγεγραμμένοι στο σχολείο μου πέντε τσιγγάνοι μαθητές, οι οποίοι βάσει της ηλικίας τους έπρεπε να φοιτούν σε μεγαλύτερες τάξεις. Ο ένας μαθητής εξ αυτών δεν εμφανίστηκε ποτέ στο σχολείο. Οι άλλοι δύο φοίτησαν μόνον τρεις μήνες, με πολλές όμως απουσίες ενδιάμεσα. Η Αγάπη, που πίστεψα ότι ως μαθήτρια της Α` τάξης θα ενταχθεί στη σχολική ζωή, με διέψευσε. Έκανε πολλές απουσίες και μετά τα Χριστούγεννα δεν ξαναήρθε στο σχολείο. Και η πιο τραγική περίπτωση αφορά τη μαθήτρια που ερχόταν καθημερινά  στο σχολείο. Της άρεσε να παρακολουθεί όλα τα μαθήματα και ιδιαίτερα τα Μαθηματικά. Ξαφνικά, σταμάτησε να έρχεται. Προσπάθησα μέσω της οικογένειας να την επαναφέρω στο σχολείο, αλλά δεν τα κατάφερα. Μετά τρεις μήνες τη συνάντησα τυχαία σε μια καφετέρια στην πλατεία Τριών Συμμάχων να ζητιανεύει. Μόλις με αντιλήφθηκε, απομακρύνθηκε με γοργά βήματα. Χωρίς αμφιβολία, η φτώχεια της οικογένειας την είχε ωθήσει στην επαιτεία. Το γεγονός αυτό με προσγείωσε ξανά στη σκληρή πραγματικότητα αυτών των παιδιών.

Στο σχολείο μου, παρόλο ότι δεν υπήρξε κανένα φαινόμενο ρατσισμού, δεν στέριωσε κανένας τσιγγάνος μαθητής. Όλες οι προσπάθειές μου να πείσω τους μαθητές και τους γονείς τους για τη χρησιμότητα του σχολείου, απέβησαν άκαρπες. Τελικά, η φτώχεια αυτών των ανθρώπων καθορίζει τις επιλογές τους.

Ερευνώντας τα επαγγέλματα των τσιγγάνων γονιών, διαπίστωσα ότι όλοι τους ήταν μικροπωλητές χαλιών και αγροτικών προϊόντων στις λαϊκές αγορές των Πατρών. Αρκετοί από αυτούς μάλιστα, δεν είχαν μόνιμη κατοικία. Μετακινιόταν  διαρκώς σε διάφορες πόλεις και έπαιρναν μαζί τους και τα παιδιά.

Η συνεχόμενη ανέχεια σε συνδυασμό με τον τσιγγάνικο τρόπο ζωής, έχει ως επακόλουθο να ανακυκλώνεται ο αναλφαβητισμός στους καταυλισμούς από γενιά σε γενιά. Όταν η ζωή είναι τόσο σκληρή, τα κηρύγματα περί χρησιμότητας του σχολείου δεν πιάνουν στους τσιγγάνους.

Πιστεύω ότι το κράτος καλώς έπραξε, που άρχισε να δίνει ένα οικονομικό επίδομα στους τσιγγάνους γονείς, που στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Το επίδομα αυτό όμως, θα πρέπει να δίνεται στο τέλος της σχολικής χρονιάς κι όχι στην αρχή. Οι υπηρεσίες που χορηγούν αυτά τα επιδόματα, θα πρέπει να ενημερώνονται από τους διευθυντές των σχολείων για τη διαρκή φοίτηση των τσιγγάνων μαθητών. Έτσι, θα υπάρχει ένα διαρκές οικονομικό κίνητρο, ώστε τα παιδιά των τσιγγάνων να ολοκληρώνουν τη φοίτησή τους στο Δημοτικό Σχολείο. Ακόμη, το κράτος πρέπει να φροντίσει, ώστε να υπάρχουν καλές συνθήκες υγιεινής στους τσιγγάνικους καταυλισμούς.

Με λίγα λόγια χρειάζονται χρήματα για την καταπολέμηση του τσιγγάνικου αναλφαβητισμού. Με τα κηρύγματα και τα ευχολόγια το πρόβλημα δεν λύνεται. Οι τσιγγάνοι είναι μια ιδιαίτερη και ευάλωτη μειονότητα, που έχει άμεση ανάγκη τη φροντίδα του κράτους. Ας μην ξεχνάμε ότι η ακραία φτώχεια σε συνδυασμό με τον αναλφαβητισμό, είναι αιτίες που γεννούν την παραβατικότητα. Καταπολεμώντας τις αιτίες αυτές, προλαμβάνεις και την παραβατικότητα. Πιστεύω ότι το κράτος μπορεί να μειώσει τον τσιγγάνικο αναλφαβητισμό, με την εφαρμογή ενός καλού σχεδίου εκπαίδευσης.

Σήμερα, οι περισσότεροι τσιγγάνοι μαθητές αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στο κανονικό πρόγραμμα μαθημάτων. Γι` αυτούς θα πρέπει να υπάρχει ένα παράλληλο πρόγραμμα στήριξης, το οποίο να παρακολουθούν καθημερινά, ώστε να μη βρίσκονται εκτός τόπου και χρόνου. Στο εν λόγω πρόγραμμα να διδάσκονται τα βασικά μαθήματα, προσαρμοσμένα όμως στις δυνατότητές τους. Τα υπόλοιπα μαθήματα να τα διδάσκονται κανονικά, όπως και οι άλλοι μαθητές. Έτσι, η εκπαίδευσή τους θα ξεκινάει από μια ρεαλιστική βάση και δεν θα απογοητεύονται.

Κλείνοντας θα ήθελα να αφιερώσω το παρόν άρθρο στο γιατρό και τη νοσοκόμα, για την εξαίρετη πράξη τους στο τσαντίρι της Αγάπης!

Ιωάννινα 24 Νοεμβρίου 2019

Το «κόλπο grosso» στα Ψηλά Αλώνια

Του Αναστασίου Τασινού

LTas23

Στα Ψηλά Αλώνια της Πάτρας, στις 23 Μαρτίου 2013, ώρα 9 το βράδυ, στο μπαρ BBKing, έστησα το «κόλπο grosso», μια ωραία πλάκα στους παλιούς μαθητές μου. Με είχαν δάσκαλο στην Δ`, Ε` και ΣΤ` τάξη από το 1994 έως το 1997, στο 47ο Δημοτικό Σχολείο Πατρών. Ήταν η μοναδική φορά, που  κατ` εξαίρεση δίδαξα στην ίδια τάξη για τρία συνεχόμενα χρόνια.

Η συνάντηση στο BBKing είχε κανονιστεί από τους μαθητές μου και δε θα μπορούσα ποτέ να αρνηθώ την τιμητική πρόσκλησή τους. Το αντάμωμα αυτό εκ των πραγμάτων αποκτούσε μια ιδιαίτερη σημασία, γιατί γινόταν μετά 16 χρόνια. Από τη στιγμή που ορίστηκε η ημερομηνία της συνάντησης διάφορες σκέψεις διαρκώς περνούσαν από το μυαλό μου:

Άραγε θα τους γνώριζα όλους τους μαθητές; Τους άφησα 12 χρονών παιδιά και σήμερα είναι 28.

Άραγε οι μαθητές μου θα με γνώριζαν, αν έκανα μια μικρή παραλλαγή στο παρουσιαστικό μου; Από αυτή την ιδέα γεννήθηκε και το «κόλπο grosso». Συγκεκριμένα, σκέφτηκα να εμφανιστώ στο BBKing με ένα αδιάφορο και εσωστρεφές ύφος, φορώντας καπέλο τζόκεϊ και γυαλιά, ένα στυλ που ήταν άγνωστο στους μαθητές μου. Αν σκηνοθετούσα καλά την είσοδό μου στο μαγαζί, ίσως και να περνούσα απαρατήρητος για ένα χρονικό διάστημα ανάμεσά τους. Αυτή η πλάκα με γοήτευε και θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον, αν την κατάφερνα.

Ξεκίνησα με το αυτοκίνητό μου από τα Γιάννενα για την Πάτρα στις 23 Μαρτίου 2013, ώρα 12 το μεσημέρι, με συντροφιά τις σκέψεις και τις αναμνήσεις διαρκώς να εναλλάσσονται στο μυαλό μου. Ο καιρός ήταν πολύ καλός και με τις ευχάριστες αναμνήσεις να συνοδεύουν το ταξίδι, έφθασα μετά τρεις ώρες στην Πάτρα. Άφησα τα πράγματα στο ξενοδοχείο Δελφίνι, πήρα το αυτοκίνητο και κατ` ευθείαν για το κέντρο της πόλης.

Έκανα μια βόλτα στην πλατεία Τριών Συμμάχων και στη συνέχεια κατευθύνθηκα στον Άγιο Ανδρέα, όπου άναψα ένα κεράκι. Άφησα το αυτοκίνητο στον περίβολο της εκκλησίας και με τα πόδια ανηφόρισα για τα Ψηλά Αλώνια. Ήθελα να δω το μαγαζί, όπου θα συναντούσα το βράδυ τους μαθητές μου.

Με τις πληροφορίες που είχα, εύκολα εντόπισα το BBKing, γωνιακό μαγαζί στο επάνω μέρος της πλατείας. Εκείνη την ώρα ήταν κλειστό και απ` έξω προσπάθησα να δω τη διαρρύθμιση του χώρου. Παρατήρησα ότι είχε μια κεντρική είσοδο από την πλατεία και μια παράπλευρη είσοδο από τον άλλο δρόμο. Στο ισόγειο του μαγαζιού υπήρχε ένα μεγάλο μπαρ, απέναντι ψηλά τραπέζια με σκαμπό, στο βάθος χαμηλά τραπέζια με καρέκλες και στη γωνία μια σκάλα που οδηγούσε στο πατάρι.

Κάθισα σε μια καφετέρια στην πλατεία, παρήγγειλα έναν εσπρέσο και σκηνοθέτησα την είσοδό μου στο μαγαζί, με τα δεδομένα που είχα μπροστά μου. Το σενάριο ήταν απλό: Να αποβιβαστώ από το ταξί στο κάτω μέρος της πλατείας, να φοράω γυαλιά και καπέλο, να μπω από την παράπλευρη είσοδο στο μαγαζί με το βλέμμα στραμμένο προς τα κάτω, να πάω κατ` ευθείαν στο μπαρ, να παραγγείλω μία μπύρα και προπαντός να μη δείχνω ότι κάποιον ψάχνω να βρω. Απέκλεισα την κεντρική είσοδο, γιατί από εκεί υπέθεσα ότι θα έμπαιναν οι μαθητές και ίσως κάποιος να με περίμενε στην πόρτα. Επέλεξα να καθίσω στο μπαρ, γιατί οι μαθητές με την είσοδό τους στο μαγαζί θα έβλεπαν την πλάτη μου, ενώ εγώ με κλεφτές ματιές δεξιά κι αριστερά θα μπορούσα να ελέγχω την κατάσταση. Στο μαγαζί έπρεπε να πάω τουλάχιστον 15 λεπτά πριν τις 9. Με λίγη τύχη σκεφτόμουν ότι θα τα κατάφερνα. Η πρώτη φάση του σχεδίου να καθίσω στο μπαρ και να ελέγχω τον ερχομό των μαθητών, μου φαινόταν εύκολη υπόθεση. Η δεύτερη όμως φάση να καθίσω σε ένα τραπέζι δίπλα τους και να το παίζω αδιάφορος, μου φαινόταν δύσκολη υπόθεση. Παρόλα αυτά αισθανόμουν αισιόδοξος.

Αφού κατέστρωσα και τις λεπτομέρειες του σχεδίου για το βράδυ, κατέβηκα τις σκάλες της πλατείας, πήρα την οδό Τριών Ναυάρχων και κατευθύνθηκα στον Άγιο Ανδρέα, όπου είχα παρκαρισμένο το αυτοκίνητο. Είχα μπροστά μου ακόμη τρεις ώρες. Πήρα τηλέφωνο έναν φίλο από τα παλιά,  τον Αντρέα, πρόεδρο τότε του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων στο 64ο Δημοτικό Σχολείο Πατρών, στο οποίο ήμουν διευθυντής. Προς στιγμή σκέφτηκα να ζητήσω τη βοήθειά του και να πάμε μαζί στο BBKing, ώστε να διαφύγω εύκολα της προσοχής των μαθητών μου. Απέρριψα όμως αυτή την επιλογή, γιατί δεν ήθελα να καταχραστώ το χρόνο του, αλλά και γιατί διαισθανόμουν ότι οι μαθητές με ήθελαν μόνο σε αυτή τη συνάντηση. Με τον Αντρέα καθίσαμε σε μια καφετέρια στην περιοχή της Μαρίνας και θυμηθήκαμε την άριστη συνεργασία των τριών χρόνων που είχαμε. Μια συνεργασία που ευτύχησε να συμβάλει στην ανέγερση νέου διδακτηρίου για το 64ο Δημοτικό Σχολείο. Ο χρόνος πέρασε ευχάριστα, κι όταν πλησίασε η ώρα να πάω στα Ψηλά Αλώνια, πήρα ένα ταξί, γιατί δεν ήθελα τη βραδιά αυτή να έχω την ευθύνη του αυτοκινήτου μου. Σταμάτησα το ταξί σε απόσταση ασφαλείας από το BBKing, φόρεσα τα γυαλιά και το καπέλο και κατευθύνθηκα προς την παράπλευρη είσοδο του μαγαζιού. Εκείνη την ώρα το μαγαζί ήταν γεμάτο κόσμο. Αλλιώς, όμως, σχεδιάζεις μερικά πράγματα κι αλλιώς σου βγαίνουν στην πράξη. Μπαίνοντας στο μαγαζί από την παράπλευρη είσοδο, διασταυρώθηκα στον κεντρικό διάδρομο με μια ομάδα τριών μαθητών μου. Τους αναγνώρισα αμέσως και τους τρεις. Ανησύχησα ότι το «κόλπο grosso» θα τιναχτεί στον αέρα. Πρώτη ήταν η Γεωργία Συμεωνίδη, ακολουθούσε ο Νίκος Μπινιέρης και τελευταίος ο Βασίλης Τσακουλογιαννόπουλος, ο επονομαζόμενος και «Βιλάρας» ή «Τσάκο».  Η Γεωργία και ο Νίκος με προσπέρασαν δίχως να με κοιτάξουν. Ο Τσάκο, όμως, με κοίταξε στα μάτια και νόμισα προς στιγμή ότι με τσάκωσε. Με προσπέρασε όμως και αυτός και όλοι μαζί κατευθύνθηκαν στο πατάρι. Ανακουφίστηκα. Το καπέλο και τα γυαλιά είχαν κάνει σπουδαία δουλειά. Κατευθύνθηκα προς το μπαρ με ανεβασμένη αυτοπεποίθηση, κάθισα σε ένα σκαμπό και παρήγγειλα ένα μικρό ποτήρι μπύρα για να συνέλθω από το βλέμμα του  Τσάκο.

Ύστερα από λίγο εμφανίζεται η Μαριλία Κάνιστρα. Η φυσιογνωμία της ίδια ακριβώς, όπως ήταν και πριν από 16 χρόνια. Κοντοστάθηκε στον κεντρικό διάδρομο, μίλησε για λίγο στο κινητό της τηλέφωνο και κατευθύνθηκε προς το πατάρι.

Εν τω μεταξύ ο μπάρμαν, που πρώτη φορά με έβλεπε, με κοιτούσε με ένα ερευνητικό βλέμμα. Τον φώναξα προς το μέρος μου και του εξήγησα το λόγο για τον οποίο βρίσκομαι στο BBKing. Κέρδισα την εμπιστοσύνη του και μου έδωσε τις πληροφορίες που ήθελα. Συγκεκριμένα ότι η Γιώτα Παπασπηλίου έκλεισε τραπέζι για 10 άτομα και ότι αυτή τη στιγμή είναι όλοι στο πατάρι και με περιμένουν.

Από δω και πέρα αρχίζουν τα δύσκολα. Πώς να ξεφύγω από τόσα μάτια, που από το πρώτο βήμα στο πατάρι θα με περνούσαν ακτινογραφία;

Η συνταγή πάλι η ίδια. Το γείσο του καπέλου λίγο κατεβασμένο, γυαλιά στα μάτια και προπαντός περπάτημα αδιάφορο και βλέμμα στραμμένο στο πάτωμα. Τo περιφερειακό βλέμμα έπρεπε να το ξεχάσω. Λίγη τύχη χρειαζόμουν στα πρώτα βήματα στο πατάρι για να μη δεχθώ ομαδικά τα βλέμματά τους και λίγη τύχη στη συνέχεια, ώστε να  βρω ένα άδειο τραπέζι για να καθίσω. Πλήρωσα στον μπάρμαν την μπύρα, πήρα μια βαθιά ανάσα και «βουρ» για το πατάρι.

Από τη σκάλα και πριν ακόμη πατήσω το πόδι μου στο πατάρι, εντόπισα στη δεξιά μεριά τους μαθητές μου. Παραδόξως διέσχισα το μισό πατάρι και δεν αισθάνθηκα να γίνομαι στόχος. Στο μέσον του παταριού υπήρχε μια κολώνα και κοντοστάθηκα λίγο για να δω τι θα κάνω. Πήρα μια ανάσα και είδα μπροστά μου ότι είχα δύο επιλογές, όσα ήταν και τα άδεια τραπέζια εκείνη τη στιγμή στο πατάρι. Η πρώτη επιλογή ήταν να καθίσω στο τραπέζι πίσω από την κολώνα με πλάτη τους μαθητές, για να μην είμαι εκτεθειμένος. Η δεύτερη επιλογή ήταν να προσπεράσω την κολώνα και να καθίσω στο τραπέζι ακριβώς δίπλα τους με το προφίλ μου εκτεθειμένο σε όλους. Σε χρόνο μηδέν έπρεπε να αποφασίσω, για να μη γίνω ακίνητος στόχος. Η δεύτερη επιλογή – παρόλο ήταν η πιο δύσκολη –  με εξιτάριζε πιο πολύ, γιατί είχε περισσότερο σασπένς και αδρεναλίνη. Με δεδομένη την επιτυχία που είχα στο ισόγειο του μαγαζιού, αποφάσισα τη δεύτερη επιλογή. Κάθισα στο τραπέζι δίπλα τους προσπαθώντας να βγάλω προς τα έξω την εικόνα του μοναχικού πελάτη, που είναι κλεισμένος στον εαυτό του. Τα μάτια μου είχαν καρφωθεί στο τραπεζομάντηλο και δεν κουνιόταν ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Δεν το πίστευα ότι είχα γίνει κυρίαρχος του παιχνιδιού!

Απολάμβανα το «κόλπο grosso» και προσπαθούσα να ακούσω τι λένε. Κάποια στιγμή αντιλαμβάνομαι μια ανησυχία και μια κινητικότητα ψιθύρων, ενώ άρχισαν να έρχονται και μερικά βλέμματα προς το μέρος μου. Εγώ εξακολουθούσα να κάνω τον αδιάφορο, δείχνοντας ότι δεν περιμένω κανέναν στο μαγαζί. Η ταχτική αυτή τους απέτρεπε να πάρουν πρωτοβουλία και να με πλησιάσουν. Ήταν τζέντλεμαν και δεν ήθελαν να γίνουν αδιάκριτοι και να ενοχλήσουν έναν σοβαρό-μοναχικό κύριο.  Παρόλα αυτά, αισθανόμουν την ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη. Κάποιος φαίνεται έσπερνε «κοινά δαιμόνια» ότι ο τύπος που κάθισε δίπλα τους, ίσως και να είναι ο δάσκαλος. Εκτίμησα ότι αυτή η χρονική στιγμή, ήταν η κατάλληλη για την αποκάλυψη. Με μια ξαφνική κίνηση σηκώθηκα όρθιος, έβγαλα με το αριστερό χέρι τα γυαλιά, με το δεξί χέρι πέταξα στον αέρα το καπέλο και αναφώνησα: «Ξεχάσατε το δάσκαλό σας!»  Έγινε, το έλα να δεις! Γέλια, χαρά, ενθουσιασμός, εναγκαλισμοί, συγκίνηση! Πολλά συναισθήματα ξεπήδησαν και πλημύρισαν το πατάρι! Τα διπλανά τραπέζια σάστισαν από τα ξεφωνητά και τα γέλια και προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Οι μαθητές δεν περίμεναν να εμφανιστώ  δίπλα τους με αυτόν τον τρόπο. Ίσως να περίμεναν  να δουν κανέναν παππού να κοιτάει ένα-ένα τα τραπέζια και να ρωτάει για να τους βρει.

Αναγνώρισα με ευκολία τον Κώστα Βλασσόπουλο. Τον Αλέκο Κάντζαρη εκεί που τον έψαχνα με τα μάτια και ετοιμαζόμουν να του πω ποιος είναι, βιάστηκε και μου αποκάλυψε το όνομά του. Είπα σε όλους εκείνη τη στιγμή να μην αποκαλύπτονται, αν εγώ δεν τους το ζητήσω. Η Βικτωρία Φλιάτουρα με δυσκόλεψε λίγο, γιατί στο Δημοτικό φορούσε γυαλιά. Η Γιώτα Παπασπηλίου προδόθηκε από το χαμόγελό της. Ανακοίνωσα και τα ονόματα των υπολοίπων μαθητών που είχα δει στο ισόγειο του μαγαζιού και κάθισα στο τραπέζι ευχαριστημένος ότι δε μου ξέφυγε κανένας. Κι εκεί που έδρεπα τις δάφνες της επιτυχίας μου, σκάει μύτη ένας τύπος με ξυρισμένο κεφάλι και μαύρη πυκνή γενειάδα. «Για να δούμε δάσκαλε, θα τον γνωρίσεις αυτόν;» μου λέει ο Βιλάρας. Πράγματι μου φαινόταν δύσκολη περίπτωση, γιατί το πρόσωπό του ήταν καλυμμένο. Προσπάθησε να με βοηθήσει ο Νίκος, αλλά με μπέρδεψε ακόμη περισσότερο, όταν μου είπε ότι το μικρό του όνομα είναι Γιώργος και στο Δημοτικό ήταν ο πιο ψηλός της τάξης. Ο Γιώργος Τσαγγαράς είπα κατ` ευθείαν, αυτός ήταν ο πιο ψηλός. Όχι μου λέει ο Νίκος, δεν είναι αυτός και αναγνώρισε ότι μου είχε δώσει  λάθος πληροφορία. Ανέφερα και το όνομα του Σπύρου, που κι αυτός ήταν από τους ψηλούς της τάξης, αλλά απέτυχα για δεύτερη φορά. Αγχώθηκα, γιατί προηγουμένως – χαριτολογώντας – είχα κάνει και βαρύγδουπη δήλωση ότι αν δεν αναγνώριζα κάποιον μαθητή,  θα έφευγα για τα Γιάννενα. Αρνήθηκα να μου δοθεί άλλη βοήθεια και στηρίχτηκα στο ένστικτο μου. Συζητούσα με το μαθητή, τον κοιτούσα στα μάτια και κατά διαστήματα του έλεγα να μου χαμογελάει. Στο τέταρτο χαμόγελο τον συνέλαβα. Ήταν ο Γιώργος Μιχαλιός. Η γενειάδα του τελικά δεν μπόρεσε να κρύψει το χαμόγελό του, που είχε αποτυπωθεί στο μυαλό μου. Ήταν ο μοναδικός μαθητής στην τάξη που όλοι τον φωνάζανε με το επίθετό του, γιατί έμοιαζε με μικρό όνομα. Για το λόγο αυτό και η αρχική βοήθεια ότι λέγεται Γιώργος, δε μου έλεγε τίποτε.

 «Καλώς ανταμωθήκαμε νεμείς οι ντερτιλήδες», με αυτόν το ωραίο στίχο από τη Δημοτική ποίηση, αρκετές φορές υψώσαμε και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας. Ο καθένας έπινε το ποτό της αρεσκείας του, παίρνοντας μεζεδάκι από τις ποικιλίες, που είχαμε στο τραπέζι. Ακόμη  δεν ξεχάσαμε να ευχηθούμε και εις υγείαν των απόντων συμμαθητών. Εκείνο το βράδυ μίλησα στο κινητό τηλέφωνο και με δύο άλλους μαθητές μου, το Γιώργο Τσαγγαρά και το Νίκο Σκούρα, που βρισκόταν εκτός Πατρών.

Ήταν μια ξεχωριστή βραδιά. Οι μαθητές μού μίλησαν για τη ζωή τους αυτά τα 16 χρόνια κι εγώ για τη δική μου. Ανεπανάληπτες στιγμές, πολλές αναμνήσεις, ανείπωτες ομορφιές και δυνατές συγκινήσεις. Τα λόγια που σήμερα γράφω, είναι ανήμπορα να περιγράψουν τα συναισθήματα των στιγμών εκείνων! «Ωραία στιγμή στάσου!» η φράση αυτή  του Γκαίτε από το έργο του «Φάουστ», ήρθε στο μυαλό μου.

Αφού πέρασαν 4 περίπου ώρες, ο Νίκος έριξε την ιδέα να συνεχιστεί η βραδιά σε μπαρ με μουσική, στην πλατεία Γεωργίου. Υπήρχε μεγάλη διάθεση απ` όλους μας και η πρόταση έγινε αμέσως αποδεκτή , για το “plan B” της βραδιάς, όπως το ονομάσαμε.

Στις 01.30 ήμασταν στο νέο μπαρ, το οποίο  ήταν γεμάτο κόσμο. Οι νέοι όρθιοι με ένα ποτό στο χέρι, απολάμβαναν τη μουσική σε υψηλά ντεσιμπέλ. Ο Νίκος, όμως, με τις γνωριμίες που είχε, δεν μας άφησε όρθιους. Μας βρήκε μια ωραία γωνιά στο μαγαζί, που ήταν διαμορφωμένη σαν σαλόνι σπιτιού και βολευτήκαμε όλοι. Φρόντισε να μη μας λείψει τίποτε.

 Άφησα τους μαθητές να μου επιλέξουν μια μπύρα από αυτές που έλεγε η σερβιτόρα, γιατί όλες μου ήταν άγνωστες. Η επιλογή τους ήταν πολύ καλή.

Ακολούθησαν νέες συζητήσεις, νέες χαρές, νέες συγκινήσεις. Η ατμόσφαιρα ήταν τόσο ζεστή, που κανείς δεν ήθελε να αποχωριστεί τη συντροφιά. Με κρύα καρδιά σηκώθηκα για να φύγω, γιατί την άλλη μέρα είχα ταξίδι για τα Γιάννενα. Χαριτολογώντας είπα στη Παναγιώτα, αν μπορώ να εγκαταλείψω το “plan B”, γιατί η ώρα είχε πάει 02.30. Ενέκρινε την αποχώρηση χαμογελώντας, αφού πρώτα μου ανήγγειλε ότι αύριο υπάρχει και “plan C”, μεσημεριανός καφές στις 12, σε καφετέρια στην περιοχή της Μαρίνας. Δήλωσα συμμετοχή, τους καληνύχτισα και αναχώρησα για το ξενοδοχείο Δελφίνι. Ο Γιώργος επέμενε να με πάει με το αυτοκίνητό του. Εγώ, όμως,  επέμενα να πάρω ένα ταξί. Ανησυχούσα, μήπως είχε καταναλώσει αλκοόλ περισσότερο από το επιτρεπτό όριο, αλλά με διαβεβαίωσε ότι μόνον ένα ποτό είχε πιει σε διάστημα πέντε ωρών. Έτσι δέχτηκα την προσφορά του.

Το βράδυ δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι. Οι συγκινήσεις ήταν πολύ δυνατές!

Την άλλη μέρα, στις 12 το μεσημέρι, ήμασταν όλοι μαζί στο Θεατράκι της Μαρίνας. Στην παρέα προστέθηκαν ο Νίκος Σκούρας, τον οποίο αναγνώρισα αμέσως και ο σύζυγος της Παναγιώτας. Καθίσαμε στον επάνω όροφο μιας διώροφης καφετέριας με φόντο τη θάλασσα. Παρόλο που η θέα ήταν πολύ ωραία, ήταν το τελευταίο που με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή και για αυτό έβαλα πλάτη τη θάλασσα. Ήμασταν όλοι ξενυχτισμένοι, αλλά ευτυχισμένοι. Επειδή δεν είμαι μαρτυριάρης, δε θα γράψω ποιοι τράβηξαν το “plan B” μέχρι πρωίας. Παρόλα αυτά, ήταν συνεπείς στο “plan C”. Υπήρχε μεγάλη διάθεση για συζήτηση και για πλάκα. «Δάσκαλε, θυμάσαι εκείνο; δάσκαλε, θυμάσαι το άλλο;» μου έλεγαν συνέχεια. Χωρίς να θέλω να ευλογήσω τα γένια μου – μάρτυρες οι μαθητές μου – τα θυμόμουν όλα και υπερθεμάτιζα στις αναμνήσεις. Μου άρεσε πολύ που με προσφωνούσαν “δάσκαλε” και όχι “κύριε”, όπως στο Δημοτικό. Χωρίς να το καταλάβουμε πέρασαν άλλες τρεις ώρες. Σε αυτή τη χαριτωμένη συντροφιά δεν υπήρχε τίποτε το “δήθεν”. Όλες οι στιγμές ήταν αυθεντικές και όμορφες! Απέναντί μου καθόταν ένα ζευγάρι με το μικρό αγοράκι τους και μας παρακολουθούσαν διαρκώς. Έδειχναν  πολύ εντυπωσιασμένοι από την ατμόσφαιρα που έβλεπαν μπροστά τους.

Μετά τα ανταμώματα έρχονται τα ξεχωρίσματα, είπα συγκινημένος στους μαθητές. Όλοι εξέφρασαν την επιθυμία να ξανανταμώσουμε – πρώτα υγεία να υπάρχει – στα Γιάννενα. Το αντάμωμα έχει πάρει ήδη τον κωδικό “plan D”. Τους χαιρέτησα έναν-έναν και μετά  όλους μαζί και  απομακρύνθηκα. Τη στιγμή εκείνη ήρθε στο νου μου το τραγούδι του Σαββόπουλου  «όταν τα γεφύρια πίσω μας θα κόβονται, εγώ θα είμαι εκεί να σας θυμίζω τις μέρες τις παλιές».

Συνειδητοποίησα ότι από το τις 9 το βράδυ που συνάντησα τους μαθητές μου, μέχρι τις 3 το μεσημέρι που τους αποχαιρέτησα, είχαν περάσει 18 ώρες, εκ των οποίων τις μισές ώρες ήμασταν μαζί. Αυτό τα λέει όλα για την ποιότητα των παιδαγωγικών σχέσεων, που έλαβαν χώρα πριν 16 χρόνια. Ο χρόνος δεν στάθηκε ικανός να τις οξειδώσει, γιατί ήταν σωστές και αληθινές.

Στο δρόμο της επιστροφής, παρόλο το ξενύχτι, ένιωθα ξεκούραστος. Διαρκώς σκεφτόμουν τις όμορφες στιγμές, που είχαν προηγηθεί!

Ήταν μια ωραία συνάντηση, που έγραψε τη δική της ιστορία!

Αγαπητοί μου μαθητές, «πάλε καλαίς αντάμωσαις, πάλε ν` ανταμωθούμε».

Ιωάννινα 16 Απριλίου 2013

Στο σπίτι του Αχαιού

Του Αναστασίου Τασινού

LTas12

Στα σχολεία που εργάστηκα ως δάσκαλος και διευθυντής, πάντα είχα μια πολύ καλή επικοινωνία με τους γονείς, που αρκετές φορές ξέφευγε απ` τα στενά πλαίσια του σχολείου. Ήταν μια επικοινωνία ανιδιοτελής και καθαρή κι απ` τις δυο πλευρές, γι` αυτό και είχε τη δική της συμβολή στο εκπαιδευτικό μου έργο. Πολλές φορές βρέθηκα σε σπίτια μαθητών μου, σε γιορτές, γενέθλια και συμπόσια. Εκεί ένιωθα να συμμετέχω σ` ένα άλλο «μάθημα»!

Η ιστορία που θα σας αφηγηθώ, συνέβη στην Οβρυά Πατρών, στις 21 Μαΐου του 1993. Την ημέρα αυτή ήμουν καλεσμένος στη γιορτή του Κώστα, επονομαζόμενου και Αχαιού,  προέδρου  του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων, του 2ου Δημοτικού Σχολείου Οβρυάς Πατρών. Στο εν λόγω σχολείο, ήμουν δάσκαλος τη διετία 1992-1994. Με τον Κώστα είχαμε μια πολύ καλή επικοινωνία σε θέματα του σχολείου, αλλά γίναμε και καλοί φίλοι. Τον έλεγα Αχαιό και με αποκαλούσε Δωριέα εξαιτίας της ηπειρώτικης καταγωγής μου. Του άρεσαν πολύ αυτές οι προσφωνήσεις, ίσως επειδή δούλευε στην αρχαιολογική υπηρεσία. Πολλές φορές τον πείραζα, αναφέροντας το ιστορικό γεγονός, της καθόδου των Δωριέων στην Πελοπόννησο και την υποταγή των Αχαιών. Άρα και συ του έλεγα, μπορεί να είσαι Δωριέας και να μην το ξέρεις. «Αδύνατον!» μου έλεγε χαριτολογώντας, «εγώ είμαι γνήσιος Αχαιός!»  Από την Οβρυά πήρα μετάθεση το Σεπτέμβριο του 1994 για την πόλη των Πατρών. Ο Αχαιός όμως, εξακολουθούσε να με καλεί κάθε χρόνο στη γιορτή του. Σημάδι ανιδιοτελούς φιλίας και εκτίμησης!

Επανέρχομαι ξανά, στην εν λόγω γιορτή του Αχαιού, που έγραψε τη δική της ιστορία! Όχι, γιατί οι άλλες γιορτές στο σπίτι του υστερούσαν σε κέφι και γλέντι. Αλλά η πρώτη φορά, σε ό,τι ωραίο βιώνουμε, αποτυπώνεται πιο έντονα στο νου και την καρδιά.

Πήγα στο σπίτι του Αχαιού, λίγο πριν τη δύση του ηλίου, απ` τους πρώτους καλεσμένους. Του ευχήθηκα χρόνια πολλά, προσφέροντας ένα μπουκάλι τσίπουρο, που συνοδευόταν με μια ευχητήρια κάρτα, που την υπέγραφα ως Δωριέας. Στη συνέχεια ο Αχαιός με οδήγησε στην κουζίνα, όπου γινόταν το ζέσταμα (τσίπουρο με κοκορέτσι) για το μεγάλο γλέντι. Το όλο σκηνικό, μου θύμισε έντονα τις γιορτές των  παιδικών μου χρόνων στα Δολιανά Ιωαννίνων.

Οι καλεσμένοι σιγά – σιγά πλήθαιναν. Μεταξύ των καλεσμένων και μερικοί μαθητές μου με τους γονείς τους. Η κουζίνα γέμισε ασφυκτικά, το ίδιο και το σαλόνι. Οι τελευταίοι καλεσμένοι βρέθηκαν όρθιοι στη βεράντα του σπιτιού. Όπως λέει ο λαός μας, «όλοι οι καλοί χωράνε». Η εξωστρέφεια της οικογένειας Αχαιού με εντυπωσίασε!

Η μάζωξη τόσων πολλών ανθρώπων, σε τόσο μικρούς χώρους, έφκιανε τη διάθεση όλων. Έφερνε μια ζεστασιά, ένα πραγματικό κέφι! Ο οίνος του Αχαιού ήταν εκλεκτός! Το ίδιο οι μεζέδες, οι σαλάτες, το ψητό, το βραστό, όλα πρώτης ποιότητας!  Χαρά στο κουράγιο της γυναίκας του, για όλη αυτή την ετοιμασία!

Η βραδιά φαινόταν να έχει «άγριες» διαθέσεις! Μύριζε μπαρούτι! Το αισθανόσουν γύρω σου! Μερικοί καλεσμένοι άρχισαν τις «κρασομαχίες»! Ανά δύο, κρατώντας  από ένα ποτήρι γεμάτο κρασί, σταύρωναν τα χέρια τους, έλεγαν «άσπρο πάτο» και το έπιναν με τη μία. Μετά ακολουθούσε το ηπειρώτικο τραγούδι, «κρασί εγώ σε πίνω για καλό και συ με πας στον τοίχο». Οι μερακλήδες πλέον δεν κρατιόταν! Ήθελαν να χορέψουν!  Το κέφι είχε ανάψει για τα καλά! Μία γωνία του σαλονιού έγινε πίστα! Οι καλεσμένοι στο σαλόνι, στην κουζίνα, στη βεράντα, απολάμβαναν μια υπέροχη βραδιά! Περασμένα μεσάνυχτα και δεν έλεγε κανείς να εγκαταλείψει το πεδίο  «μάχης» του Αχαιού! Το καραούλι καλά βαστούσε! Όλοι επικοινωνούσαν με όλους! Ο Αχαιός ήταν η ψυχή του γλεντιού! Πρώτος στα τραγούδια της τάβλας, πρώτος στα τραγούδια του χορού, πρώτος και στις «κρασομαχίες»!

Ξαφνικά, βλέπω τον Αχαιό με το δίκαννο στο χέρι, να βγαίνει στη βεράντα και να φωνάζει: «Για το δάσκαλο!» και να ρίχνει δύο ντουφεκιές στον αέρα! Ήμουν πρώτος στη λίστα των προσφωνήσεων, γιατί ήμουν ο καινούργιος καλεσμένος της παρέας. Ο Αχαιός δεν κρατιόταν με τίποτε! Σταμάτησε τις ντουφεκιές μόνον, όταν ολοκλήρωσε τη λίστα! Εκείνο το βράδυ περίμενα στο γλέντι και την αστυνομία. Δεν ήρθε όμως. Κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε! Ο Αχαιός ήταν αγαπητός στη γειτονιά και απολάμβανε μιας προνομιακής ασυλίας. Μόνο ένα μικρό κουταβάκι διαμαρτυρήθηκε. Έσκουζε το καημένο απ` το φόβο του!

Κατά το ξημέρωμα άρχισαν να σερβίρονται σκέτοι καφέδες στους «κρασομάχους» για να συνέλθουν. Οι «κρασομαχίες» πάντα έχουν το τίμημα τους. Προσωπικά, κρατιόμουν πολύ καλά, γιατί αρνήθηκα να γίνω «κρασομάχος». Πάντα στα συμπόσια μου άρεσε να πίνω με μέτρο.

Η ανατολή του ηλίου, με βρήκε στο σπίτι του Αχαιού! Σημάδι ότι το μεγάλο γλέντι τελείωσε. Ήταν μια αξέχαστη βραδιά!

Κάθε χρόνο στη γιορτή του Αχαιού, ένιωθες την ίδια ζεστασιά, την ίδια διάθεση να το τραβήξεις μέχρι πρωίας! Θυμάμαι μια χρονιά, οι καλεσμένοι ήταν τόσοι πολλοί, που η γιορτή του Αχαιού  μεταφέρθηκε σε κέντρο διασκέδασης των Πατρών. Ο Αχαιός, όπως πάντα, διαρκώς ευδιάθετος επικοινωνούσε με όλους! Η ορχήστρα διαρκώς έπαιζε τραγούδια για όλα τα γούστα! Οι σερβιτόροι διαρκώς έτρεχαν να μας εξυπηρετήσουν! Διαρκώς όμως, έλειπε κάτι. Η ζεστασιά του σπιτιού, τα κοντινά βλέμματα των καλεσμένων, τα τραγούδια της τάβλας, τα τραγούδια του χορού, οι σπιτικοί μεζέδες, όλα αυτά τα απλά πράγματα, που κανένα κέντρο διασκέδασης δεν μπορεί να σου δώσει!

Κλείνοντας, θα ήθελα να πω, ότι τον Ιούνιο του 2016, με πήρε τηλέφωνο ο Αχαιός. Μου είπε ότι έχει κρατημένο ένα μπουκάλι τσίπουρο, απ` αυτά που του προσέφερα στη γιορτή του, για να το πιούμε όταν θα ανταμώσουμε. Κράτησε μάλιστα και την ευχητήρια κάρτα που υπέγραψα ως Δωριέας. Υγεία να έχουμε Αχαιέ και θα το πιούμε κι αυτό το ρημάδι! Αλλά με ρέγουλο ε! κι όχι με μπαταριές!

Σημείωση: Επισκέψεις στα σπίτια μαθητών μου και στο δικό μου, μπορείτε να δείτε στο κανάλι μου στο YouTube, σε τέσσερα βίντεο: 1) Ένα άλλο μάθημα 2) Φιλαράκια γεια σας 3) Ωραία στιγμή στάσου!, 4) Στο σπίτι του δασκάλου.

Ιωάννινα 2 Νοεμβρίου 2016

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς