Η Τεχνική των Εκθέσεων στο Δημοτικό Σχολείο

 Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 30 Απριλίου 2014

T.E2 Εισαγωγή

Το παρόν άρθρο είναι βγαλμένο από τη διδακτική πράξη και αναφέρεται στην Τεχνική των Εκθέσεων στο Δημοτικό Σχολείο.

 Το τελευταίο κεφάλαιο εμπεριέχει σχόλια και προτάσεις για την Έκθεση, η οποία εδώ και πολλά χρόνια εξοστρακίστηκε ως αυτοτελές μάθημα από το ωρολόγιο πρόγραμμα του Δημοτικού Σχολείου και αντικαταστάθηκε, στα πλαίσια της ενοποίησης του μαθήματος της Γλώσσας,  αρχικά με το «Σκέφτομαι και Γράφω» και στη συνέχεια  με κάποιες ασκήσεις γραπτού λόγου.

Η Τεχνική των Εκθέσεων στις μικρές τάξεις του Δημοτικού

Από τα τριάντα δύο χρόνια που εργάστηκα στη Δημοτική Εκπαίδευση, από συζητήσεις που είχα με συναδέλφους, αλλά και από τις εμπειρίες από τη μαθητική μου ζωή, διαπίστωσα ότι το να μάθουν τα παιδιά να αναπτύσσουν γραπτώς ένα θέμα, δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Όταν ήμουν μαθητής οι δάσκαλοι έγραφαν στον πίνακα το θέμα της Έκθεσης και μας ζητούσαν να το αναπτύξουμε.

Οι μαθητές, όμως, δεν είναι εύκολο να αναπτύξουν το θέμα, αν προηγουμένως ο δάσκαλος δεν έχει αναπτύξει μαζί τους κάποια θέματα στον πίνακα.

Το μάθημα της Έκθεσης στις μικρές τάξεις, αφού απέκτησα κάποιες διδακτικές εμπειρίες,  το δίδασκα ως εξής:

 Ζητούσα από κάποιον μαθητή να μου αφηγηθεί ένα γεγονός που του έκανε εντύπωση ή να μου περιγράψει κάτι ή να μου διηγηθεί πώς πέρασε το Σαββατοκύριακο ή τι έκανε την ώρα του διαλειμματος ή ό,τι άλλο ήθελε. Αφού τελείωνε, αμέσως έγραφα στον πίνακα με μικρές προτάσεις ό,τι μου είχε πει.

Οι μαθητές, λοιπόν, αντιλαμβάνονταν ότι τις σκέψεις μας που τις εκφράζουμε προφορικά, μπορούμε να τις γράψουμε και στο τετράδιο μας, βάζοντας εκεί που πρέπει τελεία.

Ανέπτυσσα 5-6 θέματα στον πίνακα με βιώματα των μαθητών, μέχρι να καταλάβουν όλοι πώς λειτουργεί το μάθημα της Έκθεσης.

Στη συνέχεια οι μαθητές προσπαθούσαν από μόνοι τους να αναπτύξουν το θέμα. Περνούσα, όμως, από τα θρανία τους και τους βοηθούσα να διατυπώνουν τις σκέψεις τους, να βάζουν τελεία εκεί που πρέπει και  να αρχίζουν με κεφαλαίο γράμμα. Τέλος, διάβαζα τις Εκθέσεις τους, επιβραβεύοντας την προσπάθεια όλων.

Στις επόμενες Εκθέσεις οι περισσότεροι μαθητές δεν περίμεναν τη βοήθειά μου. Εκείνο που έκανα πάντα, όταν τελείωναν την Έκθεσή τους, ήταν να τη διορθώνω μαζί τους και μάλιστα ο ίδιος ο μαθητής  έσβηνε  με την υπόδειξή μου το λάθος του και έγραφε το σωστό.

Μια άσκηση που την έκανα σε όλες τις τάξεις του Δημοτικού, ήταν να διαβάζω ένα κείμενο, χωρίς τα σημεία στίξης. Αμέσως, όλοι αντιλαμβάνονταν το λάθος. Το κείμενο αυτό στη συνέχεια το έγραφα στον πίνακα και οι μαθητές έβαζαν τα σημεία στίξης εκεί που έπρεπε.

Ακόμη μία άσκηση, που επίσης την έκανα σε όλες τις τάξεις, ήταν να μπερδεύω τις προτάσεις ενός κειμένου και μετά να τους ζητάω να τις βάλουν σε μια λογική σειρά. Οι μαθητές εύκολα αντιλαμβάνονταν την αλληλουχία των γεγονότων και τοποθετούσαν τις προτάσεις στη σωστή θέση.

Τα θέματα που τους έδινα να αναπτύξουν, ήταν πάντα του άμεσου ενδιαφέροντός τους ή προερχόταν από την ανάλυση κάποιου κειμένου της Γλώσσας, για να έχουν αρκετό υλικό στη διάθεσή τους.

Ακολουθώντας όλα αυτά που έγραψα πιο πάνω, οι μαθητές σιγά-σιγά βελτίωναν τη γραπτή έκφρασή τους και στην πορεία τούς άρεσε πολύ να γράφουν Εκθέσεις.

Πάντα φρόντιζα να βρίσκω κάποια καλά στοιχεία στις εκθέσεις όλων για να τους επαινώ δημόσια και να τους ενθαρρύνω. Είναι πολύ σημαντικό να μάθουν τα παιδιά από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού να γράφουν ελεύθερα αυτά που σκέφτονται.

Τελειώνοντας με τις μικρές τάξεις, θα ήθελα να τονίσω την υπομονή που πρέπει να έχουμε, όταν διδάσκουμε τους μικρούς μαθητές. Τα παιδιά δεν πρέπει να τα απογοητεύουμε με επιπλήξεις, που όχι μόνον δε φέρνουν κανένα αποτέλεσμα, αλλά τα δυσκολεύουν και στην ελεύθερη έκφραση. Κι εμείς οι εκπαιδευτικοί, αν κάνουμε μια αναδρομή στη μαθητική μας ζωή και φτάσουμε στα πρώτα χρόνια του Δημοτικού, θα διαπιστώσουμε ότι τις ίδιες δυσκολίες αντιμετωπίζαμε. Κατανόηση λοιπόν και υπομονή με τους μικρούς μαθητές.

Η Τεχνική των Εκθέσεων στις μεγάλες τάξεις του Δημοτικού

Τα πρώτα θέματα των Εκθέσεων οι μαθητές μου  τα ανέπτυσσαν με τη δική μου καθοδήγηση.

 Ήθελα από τα πρώτα μαθήματα να τους πείσω ότι μπορούν να γράφουν καλές Εκθέσεις, στηριζόμενοι στις δικές τους δυνάμεις, αρκεί να ακολουθήσουν τις οδηγίες μου.

Τα θέματα που τους έδινα για ανάπτυξη ήταν του άμεσου ενδιαφέροντός τους, όπως για παράδειγμα ένα ευχάριστο γεγονός από τη σχολική ζωή, τις εντυπώσεις από μια θεατρική παράσταση που παρακολουθήσαμε ή από την επίσκεψή μας σε κάποιο Μουσείο, κάποιο εντυπωσιακό αθλητικό γεγονός ή ένα γεγονός παγκοσμίου ενδιαφέροντος ή κάποιο θέμα που προέκυπτε από την ανάλυση κάποιου κειμένου της Γλώσσας. Απέφευγα μ’ αυτόν τον τρόπο τα τυποποιημένα «Σκέφτομαι και Γράφω», που έδιναν οι συγγραφείς των βιβλίων της Γλώσσας, τα οποία προετοίμαζαν αρκετοί μαθητές από το σπίτι με τους γονείς τους ή τα αντέγραφαν από εκθεσιολόγια που προμηθεύονταν από το εμπόριο.

Πρώτο μέλημά μου ήταν οι μαθητές να κατανοήσουν πλήρως το θέμα, ώστε να γράψουν μόνο γι’ αυτό και τίποτε περισσότερο.

Στη συνέχεια όλοι μαζί εντοπίζαμε τις βασικές παραμέτρους του θέματος, τις σημείωνα στον πίνακα με λέξεις ή μικρές φράσεις και τις αριθμούσα για να τις αναπτύξουν σε μια λογική σειρά.

Κάνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο το σκελετό της Έκθεσης στον πίνακα, δεν ήταν δύσκολο για τους περισσότερους μαθητές να σκεφτούνε μία έννοια ευρύτερη από το θέμα, για να τη χρησιμοποιήσουν ως πρόλογο και να ξεκινήσουν την Έκθεση. Βέβαια, υπήρχαν και κάποιοι που δυσκολεύονταν στον πρόλογο και πάντα έπαιρναν τη βοήθειά μου.

Έχοντας, λοιπόν, σαν οδηγό το σκελετό που ήταν γραμμένος στον πίνακα, ανέπτυσσαν το κυρίως θέμα στο τετράδιο,  εμπλουτίζοντάς το ο καθένας και με νέες ιδέες που προέκυπταν στην πορεία. Πάντα τους υπενθύμιζα να αλλάζουν παράγραφο εκεί που πρέπει.

Τελειώνοντας την ανάπτυξη του κυρίως θέματος, οι περισσότεροι δεν δυσκολεύονταν να γράψουν τον επίλογο,  κάνοντας μια σύντομη ανακεφαλαίωση ή βγάζοντας κάποιο γενικό συμπέρασμα, που αβίαστα προέκυπτε. Κι εδώ, οι μαθητές που δυσκολεύονταν να κλείσουν την Έκθεσή τους, έπαιρναν από εμένα τη σχετική βοήθεια.

Εκείνο που τους επισήμανα πάντα, όταν τελείωναν την Έκθεση, ήταν να τη διαβάζουν δύο φορές. Κατά την πρώτη ανάγνωση να διορθώνουν ό,τι έχει σχέση με την έκφραση και την πλοκή του λόγου και κατά τη δεύτερη ανάγνωση να διορθώνουν τα ορθογραφικά λάθη.

Αφού, λοιπόν, μαζί μου οι μαθητές ανέπτυσσαν 3-4 Εκθέσεις, μετά από μόνοι τους ανέπτυσσαν τα υπόλοιπα θέματα. Όλοι τους χρησιμοποιούσαν το Πρόχειρο τετράδιο για να φτιάξουν το σκελετό, ώστε να διευκολυνθούν στην ανάπτυξη του θέματος.

Τους επισήμανα πολλές φορές ότι οι Εκθέσεις τους θα βελτιωθούν σημαντικά, αν διαβάζουν λογοτεχνικά βιβλία από τη δανειστική βιβλιοθήκη της τάξης μας.

 Την Τεχνική αυτή των Εκθέσεων που δίδασκα, την έγραφαν στο «Τετράδιο Βασικών Σημειώσεων» για να τη συμβουλεύονται, όταν το είχαν ανάγκη.

Ο χρόνος που τους παραχωρούσα για να γράψουν την Έκθεση, ήταν αρκετά μεγαλύτερος απ’ αυτόν που έδιναν οι συγγραφείς των βιβλίων της Γλώσσας για το «Σκέφτομαι και Γράφω», για να μπορούν άνετα να διατυπώνουν τις σκέψεις τους και να τους μένει και χρόνος για να τη διορθώσουν. Οι μαθητές μου – σε όποια τάξη κι αν φοιτούσαν – πάντα την Έκθεση την έγραφαν με μολύβι για να τη διορθώνουν εύκολα.

Τις Εκθέσεις τις έπαιρνα στο σπίτι και τις διόρθωνα, όχι όμως με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους μαθητές. Σε αυτούς πουέκαναν λίγα λάθητα διόρθωνα όλα, ενώ στους αδύνατους τα πιο βασικά, για να αρχίσουν από εκεί την προσπάθειά τους.

Παρόλο που απαιτούσε πολύ χρόνο η διόρθωση των Εκθέσεων στο σπίτι, φρόντιζα να τιςεπιστρέφω  πολύ γρήγορα στους μαθητές, για να μη σβήσει από τη μνήμη τους η προσπάθεια που έκαναν και το αποτέλεσμα που είχαν.

Πριν ξεκινήσει η ανάγνωση και η κριτική των Εκθέσεων στην τάξη, πάντα έκανα μια γενική τοποθέτηση επί του συνόλου των γραπτών, αναλύοντας τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία που είχαν να κάνουν με την ανάπτυξη του θέματος, τη σύνταξη, τη στίξη, την ορθογραφία και την εμφάνιση των γραπτών.

Ακολουθούσε η ανάγνωση των Εκθέσεων, κυρίως αυτών που είχαν καλή σύνταξη, ελεύθερη έκφραση και ωραίες προτάσεις. Διάβαζα, όμως, ανώνυμα και κάποια αποσπάσματα από Εκθέσεις που δεν είχαν καλή διατύπωση ή ήταν εκτός θέματος για να διδαχθούν οι μαθητές από τα λάθη τους. Δεν επέτρεπα, όμως, ποτέ τη διακωμώδηση ή την ειρωνεία των λαθών.

Στις πολύ καλές Εκθέσεις, όταν τελείωνε η ευνοϊκή κριτική που είχε γίνει απ’ όλους μας, πάντα ψιθυρίζονταν το  όνομα του δημιουργού, πριν το ανακοινώσω, ο οποίος έλαμπε από χαρά και περίμενε με ανυπομονησία να απολαύσει και τη χειρόγραφη επιβράβευσή μου στο τέλος της Έκθεσής του. Και στους αδύνατους, όμως, μαθητές δεν παρέλειπα το δημόσιο έπαινο για κάποια καλά στοιχεία της Έκθεσης, όπως για παράδειγμα μία ωραία ιδέα, μία ωραία πρόταση ή μια πρωτότυπη σκέψη για να τους τονώνω την αυτοπεποίθηση.

Στην πορεία, από το σχολικό έτος 1993-1994, που είχα την ΣΤ` τάξη στο 10 Δημοτικό Σχολείο Παιανίας, ανακάλυψα έναν καλό τρόπο για να κάνω πιο ευχάριστα το μάθημα της Έκθεσης: Παράλληλα με τα παιδιά ανέπτυσσα κι εγώ το θέμα της Έκθεσης, χωρίς όμως να το ανακοινώνω στην τάξη. Όταν γινόταν η ανάγνωση και η κριτική των Εκθέσεων, διάβαζα και τη δική μου. Συνήθως την έγραφα με αρκετή δόση χιούμορ και εξέφραζα και κάποια παράπονα για τον κ. Βασίλη Τασινό, όταν το θέμα με ευνοούσε. Αμηχανία κατ’ αρχήν και κινητικότητα στη συνέχεια  στην τάξη, για να εντοπιστεί ο δημιουργός της παράξενης αυτής Έκθεσης. Απέφευγα την αποκάλυψη, λέγοντας ότι «παρόλο που εκφράζεται ελεύθερα ο δημιουργός,  έχω αντιληφθεί ότι δεν επιθυμεί να ανακοινώσω το όνομά του». Από ένα σημείο και μετά άρχιζαν να με υποψιάζονται και για το λόγο αυτό σταμάτησα να γράφω τις Εκθέσεις στην τάξη και τις έγραφα στο σπίτι.

 Κι όταν πλέον έσφιγγε ο κλοιός γύρω μου, έγραφα για το ίδιο θέμα δύο και καμιά φορά τρεις Εκθέσεις. Για αρκετό καιρό δεν τους είχα αποκαλύψει ότι εγώ έγραφα όλες αυτές τις Εκθέσεις, αν και ορισμένοι ευθέως αναφερόταν στο όνομά μου, όταν τελείωνα την ανάγνωση.

 Με μεγάλη αγωνία περίμεναν πάντα οι μαθητές μου να διαβάσω τις Εκθέσεις εκείνες, που θα τους έκαναν να γελάσουν, που θα είχαν καλή έκφραση και ωραίες προτάσεις. Έτσι η ώρα της κριτικής των Εκθέσεων ήταν απολαυστική και για τα παιδιά και για εμένα.

Σύντομα, υπήρξε βελτίωση στη γραπτή έκφραση των μαθητών, γιατί οι περισσότεροι άρχισαν να γράφουν πιο ελεύθερα και με χιούμορ τις Εκθέσεις τους. διαπίστωσα «ιδίοις όμμασι» πόσο γρήγορα μπορούν να ξεφύγουν από τις τυποποιημένες εκφράσεις και να αναπτύξουν ελεύθερα τις σκέψεις τους!

Τα επόμενα χρόνια δεν διανοήθηκα ποτέ να σταματήσω την απόλαυση να γράφω κι εγώ Εκθέσεις  και να τις παρουσιάζω για κάποιο χρονικό διάστημα ως μαθητικά δημιουργήματα.

Πολλές από τις Εκθέσεις των μαθητών μου, αλλά και δικές μου, τις έχω κρατήσει στο αρχείο μου κι όταν καμιά φορά τις διαβάζω, το διασκεδάζω ακόμη. Αλλά και οι παλιοί  μαθητές μου, αναπολούν με χαρά τις ωραίες στιγμές από το μάθημα της Έκθεσης. Είναι γεγονός ό,τι αντέχει στο χρόνο και μένει σαν γλυκιά ανάμνηση στους μαθητές, είναι τελικά αυτό που αξίζει.

Εν κατακλείδι, ο τρόπος που προσέγγιζα διδακτικά την Έκθεση, είχε θετικά αποτελέσματα στους μαθητές. Δυστυχώς, όμως, τον τρόπο αυτόν δεν τον δίδαξα από την αρχή, γιατί  δεν τον γνώριζα και προχωρούσα ψάχνοντας. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που αναρτώ σήμερα τις εμπειρίες μου στο Διαδίκτυο, γιατί ίσως να φανούν χρήσιμες στους νέους εκπαιδευτικούς. 

Σχόλια και προτάσεις για την Έκθεση

 Η απόκτηση της εκθετικής ικανότητας δεν αφορά μόνον τη σχολική ζωή των μαθητών, αλλά και τη μετέπειτα ενήλικη ζωή τους στον επαγγελματικό, στον κοινωνικό και στον επιστημονικό τομέα.

Ακόμη, αυτοί που εκφράζονται με σαφήνεια, συντομία και απλότητα, κατανοούν και εκτιμούν τα ωραία κείμενα, έρχονται πιο εύκολα σε επαφή με την πλούσια λογοτεχνική μας κληρονομιά και υπερασπίζονται καλύτερα τα δικαιώματά τους. 

Όμως, με την αντικατάσταση των σχολικών βιβλίων που έγινε (1982 – 1985), η Έκθεση, το πιο σπουδαίο μάθημα του Δημοτικού Σχολείου, αφαιρέθηκε από το ωρολόγιο πρόγραμμα ως αυτοτελές μάθημα (εν ονόματι της ενοποίησης του μαθήματος της Γλώσσας),  μεταλλάχτηκε σε «Σκέφτομαι και Γράφω» και εντάχτηκε ως μία ολιγόλεπτη άσκηση στο τέλος του μαθήματος. έτσι απαιτούσαν οι ξενόφερτες μεθοδολογίες που πέρασαν στα βιβλία της Γλώσσας, με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί ο γραπτός λόγος των μαθητών. 

  Οι μαθητές γνώριζαν εκ των προτέρων τα «Σκέφτομαι και Γράφω» που θα ανέπτυσσαν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και αρκετοί τα προετοίμαζαν από το σπίτι με τους γονείς τους ή τα αντέγραφαν από κακής ποιότητας βοηθήματα που κυκλοφορούσαν  στο εμπόριο. Τα βοηθήματα αυτά, ως γνωστόν, πλήττουν την αυτενέργεια και καθυστερούν την πνευματική ωρίμανση των μαθητών.

Ο χρόνος που έδιναν οι συγγραφείς για το «Σκέφτομαι και Γράφω» δεν επαρκούσε, γι’ αυτό οι μαθητές το έγραφαν τηλεγραφικά στο σχολείο (όσοι δεν το είχαν προετοιμάσει από το σπίτι) ή τους δινόταν ως κατ’ οίκον εργασία από το δάσκαλο.

Και σαν να μην έφτανε μόνο αυτό, οι συγγραφείς των βιβλίων αυτών, σχεδόν απαγόρευαν στους δασκάλους να διορθώνουν τα «Σκέφτομαι και Γράφω» με το επιχείρημα ότι πρέπει μόνοι τους οι μαθητές να διορθώνουν τα λάθη τους για να μην πληγώνονται από τη διόρθωση του δασκάλου. Ματαιοπονούμε, όμως, αν περιμένουμε από τους μαθητές να διορθώνουν τα λάθη τους χωρίς τη βοήθειά μας. Και ας έχουμε υπόψη ότι η διόρθωση του λάθους, όταν γίνεται με παιδαγωγικό τακτ, είναι η φυσική ενέργεια του δασκάλου, που την έχει ανάγκη ο μαθητής για να φτάσει στη μάθηση και σε καμιά περίπτωση δεν πληγώνει.

Η αφαίρεση της Έκθεσης από το ωρολόγιο πρόγραμμα, είχε και περεταίρω παρενέργειες και στα άλλα μαθήματα, γιατί η Έκθεση συνδέεται άμεσα με την πνευματική καλλιέργεια του μαθητή. Όταν ένας μαθητής προοδεύει στην Έκθεση, προοδεύει και στα άλλα μαθήματα, γιατί όλα τα μαθήματα καταλήγουν σε μια έκθεση γνώσεων προφορική ή γραπτή. Αυτή η αλληλοτροφοδότηση υπέστη μεγάλο πλήγμα με τον παραγκωνισμό της Έκθεσης.

Θα περίμενε κανείς, μετά τα αρνητικά αποτελέσματα που είχαμε από τη μακροχρόνια χρήση των συγκεκριμένων βιβλίων της Γλώσσας, το Υπουργείο  Παιδείας να πάρει τα μηνύματα και να επαναφέρει την Έκθεση στο ωρολόγιο πρόγραμμα. Δεν το έκανε όμως! Έτσι με τις τελευταίες εκπαιδευτικές αλλαγές και τα νέα βιβλία που εισήχθησαν το 2006, πάλι, το μάθημα της Έκθεσης το «αναπληρώνουν» ολιγόλεπτες ασκήσεις γραπτού λόγου.

Με το να επανέλθει η Έκθεση στο ωρολόγιο πρόγραμμα, για τους εκάστοτε αρμόδιους της εκπαιδευτικής πολιτικής, φαίνεται ότι είναι οπισθοδρόμηση. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω, γιατί η Έκθεση βγήκε από το Δημοτικό σχολείο! Τι το κακό έχει η Έκθεση; Να καλυτερεύσουμε τον τρόπο διδασκαλίας ναι! Όχι όμως να την καταργήσουμε!

Με το να γυρίσουμε πίσω σε κάτι δοκιμασμένο και μάλιστα βελτιώνοντάς το, δεν είναι σε καμιά περίπτωση οπισθοδρόμηση.

Εκείνο που βασικά περιμένω από μια νέα εκπαιδευτική πολιτική για το μάθημα των Ελληνικών, εκτός από την επιστροφή της Έκθεσης στο ωρολόγιο πρόγραμμα, είναι ένα νέο βιβλίο για το δάσκαλο, που θα αναλύει την Τεχνική των Εκθέσεων σε όλες τις τάξεις του Δημοτικού και θα περιέχει δειγματικά κάποια ανεπτυγμένα θέματα, καθώς και οδηγίες για τη διόρθωση των Εκθέσεων.

 Στην παγκοσμιοποιημένη εποχή που ζούμε, με την εισβολή ξένων γλωσσικών στοιχείων και την ευρεία χρήση του Διαδικτύου, που δεν ευνοεί τα Ελληνικά, πρέπει να επαναφέρουμε την Έκθεση με τις ώρες που απαιτούνται, για να προστατεύσουμε τη γλώσσα μας. Είναι χρέος όλων των δασκάλων, σε όποια βαθμίδα της εκπαίδευσης κι αν εργάζονται, να απαιτήσουν την επαναφορά της Έκθεσης στο ωρολόγιο πρόγραμμα του Δημοτικού Σχολείου. 

Η κατάργηση της Έκθεσης είναι βαρύ ατόπημα κι αν συνεχιστεί θα πλήξει ακόμη περισσότερο το μάθημα των Νέων Ελληνικών. Θα το ξαναγράψω και θα το υπογραμμίσω ότι η Έκθεση είναι ένα μάθημα πνευματικής καλλιέργειας και τα ευεργετικά αποτελέσματα δεν αφορούν μόνο τη σχολική ζωή, αλλά τη ζωή γενικότερα.

 Για το λόγο αυτό, από την Α’ Τάξη, μόλις μάθουν τα παιδιά ανάγνωση και γραφή, πρέπει η Έκθεση να έχει τη θέση της στο ωρολόγιο πρόγραμμα. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Έκθεση δεν είναι ζήτημα συγγραφικού ταλέντου, αλλά απαιτείται συστηματική προσπάθεια, συγκεκριμένη τεχνική, σωστή καθοδήγηση και υπομονή. Ύστερα, άλλο Έκθεση και άλλο Λογοτεχνία.

Θα ήθελα να γράψω και δυο λόγια για τη διόρθωση των Εκθέσεων, γιατί σίγουρα υπάρχουν ακόμη δάσκαλοι που «παρανομούν» και διδάσκουν την Έκθεση στο Δημοτικό Σχολείο.

 Η Έκθεση δεν απαιτεί μόνο άνεση χρόνου για να γραφεί από το μαθητή στο σχολείο, αλλά και αρκετό χρόνο από το δάσκαλο για να διορθωθεί στο σπίτι.

Οι μαθητές δεν προοδεύουν στην Έκθεση, αν ο δάσκαλος δε διορθώνει τα λάθη τους και δεν επισημαίνει τις ελλείψεις τους. Την  άποψη  ότι «η διόρθωση του λάθους πληγώνει» δεν την υιοθέτησα ποτέ. Εκείνο που σίγουρα πληγώνει,  είναι η υποτιμητική συμπεριφορά ορισμένων δασκάλων προς τους μαθητές, που κάνουν πολλά λάθη.

Γι’ αυτό τα διορθωτικά σχόλια του δασκάλου πρέπει να γίνονται πάντα με ευαισθησία και αγάπη προς τα μαθητικά δημιουργήματα και να μην περιέχουν ίχνος ειρωνείας και υποτίμησης.

 Όταν διαβάζονται οι Εκθέσεις στην τάξη, ο δάσκαλος πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός και να μην επιτρέπει τη διακωμώδηση και το σαρκασμό των δημιουργών, με το πρόσχημα ότι οι εργασίες διαβάζονται ανώνυμα, γιατί απογοητεύονται  οι μαθητές, χάνουν την εμπιστοσύνη προς το δάσκαλο, εμποδίζεται η ελεύθερη έκφρασή τους και φυσικά διαταράσσονται οι παιδαγωγικές σχέσεις.

 Στην κριτική των Εκθέσεων που γίνεται στην τάξη, πρέπει να παροτρύνονται όλοι οι μαθητές να συμμετέχουν, γιατί έτσι αποφεύγεται η μηχανιστική λειτουργία του μαθήματος.

 Θα ήθελα να αναφερθώ και σε κάποια αρνητικά σχόλια που έχω ακούσει αρκετές φορές από συναδέλφους της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για τους δασκάλους, λέγοντας ότι « δεν κάνουν αυτά που πρέπει για να μάθουν τα παιδιά να γράφουν σωστά, με αποτέλεσμα να έρχονται με σοβαρές ελλείψεις στο Γυμνάσιο». Βέβαια,  ένα μέρος της ευθύνης το έχουμε κι εμείς οι δάσκαλοι, αλλά τη μεγαλύτερη ευθύνη την έχουν αυτοί που απομάκρυναν το μάθημα της Έκθεσης, εδώ και πολλά χρόνια από το Δημοτικό Σχολείο και το αντικατέστησαν με ολιγόλεπτες ασκήσεις γραπτού λόγου, που σχεδόν απαγορεύεται να διορθωθούν.

Ύστερα, όλοι οι απόφοιτοι του Δημοτικού είτε έχουν την ικανότητα είτε όχι, ακόμη κι αυτοί που δεν γνωρίζουν ανάγνωση και γραφή, οδηγούνται στο Γυμνάσιο, ενώ θα έπρεπε να δημιουργηθεί ένα διαφορετικό εκπαιδευτικό πλαίσιο, που θα βοηθάει όλους τους μαθητές  να βρίσκουν έγκαιρα το δρόμο τους, όπως περιγράφω στο άρθρο μου « Πώς θα αναβαθμιστεί η Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση», που δημοσίευσα στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» τον Οκτώβριο του 1993.

Το μεγάλο πρόβλημα της Δημόσιας Εκπαίδευσης είναι ότι οι θέσεις ευθύνης, κατά κανόνα, δεν καταλαμβάνονται από εκπαιδευτικούς με προσόντα και πλούσια διδακτική εμπειρία, αλλά από εκπαιδευτικούς με «προσόντα» και πλούσια κομματική εμπειρία, οι οποίοι όχι μόνο δεν έχουν τίποτε το θετικό να δώσουν, αλλά αναστατώνουν και την εκπαίδευση.

 Είναι πραγματικά κρίμα το απόσταγμα της πνευματικής εργασίας των έμπειρων εκπαιδευτικών, που βγήκε από το καμίνι της διδακτικής πράξης, να μην αξιοποιείται στα σχολεία μας και να εισάγουμε διδακτικές πρακτικές από άλλες χώρες, που στην καλύτερη περίπτωση δεν ταιριάζουν στην ελληνική γλώσσα.

Σήμερα, με την πολύπλευρη κρίση που βιώνουμε, είναι επιτακτική η ανάγκη να αναβαθμίσουμε την παιδεία μας. Είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος που θα μας οδηγήσει στο ξέφωτο.

 Όμως, πρέπει όλοι μας να αντιληφθούμε ότι η αναβάθμιση της παιδείας περνάει υποχρεωτικά από την αξιοκρατία, που για να εφαρμοστεί, ευτυχώς, δεν χρειάζεται ούτε ένα ευρώ!

 Δεν ξέρω τι δεινά μας περιμένουν ακόμη, αν συνεχίσουμε να περιφρονούμε την αξιοκρατία και να έχουμε τους πιο ακατάλληλους ανθρώπους στις πιο υπεύθυνες θέσεις.    

 

Top
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων