Αρχείο για "Ιούλιος, 2026"

Ο κύριος είναι καλός γιατί βαράει!

Του Αναστασίου Τασινού

LTas25

Το περιστατικό που θα σας αφηγηθώ ανάγεται στην εποχή που υπηρετούσα νέος δάσκαλος σε πολυθέσιο σχολείο των Αθηνών.

Μια μέρα ήρθε στο γραφείο του συλλόγου διδασκόντων ένας ψηλός και γεροδεμένος άντρας, πατέρας μαθητή Ε` τάξης, κατόπιν πρόσκλησης του δασκάλου, εξαιτίας των προβλημάτων που δημιουργούσε ο γιος του στο σχολείο. Μόλις συνάντησε το δάσκαλο – πριν καν τον ακούσει – του είπε: «Δάσκαλε, μη διστάσεις να εφαρμόσεις στο γιο μου οποιαδήποτε πειθαρχική μέθοδο θεωρείς σωστή για να τον επαναφέρεις στην τάξη». Επειδή ήταν τόσο απόλυτος στις απόψεις του, μου κίνησε την περιέργεια και παρακολουθούσα με ενδιαφέρον τη συζήτηση. Έμαθα ότι είχε υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία επί δικτατορίας στην ΕΣΑ (Ελληνική Στρατιωτική Αστυνομία), φημισμένη την εποχή εκείνη για τη σκληρότητά της. Από την εκπαίδευση αυτή φαίνεται ότι είχε διαμορφώσει μια σκληρή μέθοδο πειθαρχίας για το γιο του. Ίσως και να είχα λησμονήσει αυτό το περιστατικό, αν μια μέρα δεν έπεφτε στα χέρια μου μια έκθεση του μαθητή, όπου έγραφε για το δάσκαλό του: «Ο κύριος είναι καλός γιατί βαράει!»

Αυτή τη φράση δεν την ξέχασα ποτέ! Ο μαθητής όχι μόνον είχε αποδεχθεί τη σωματική βία, αλλά τη θεωρούσε και ως δείκτη καλού δασκάλου! Η αυταρχική αγωγή που βίωνε στο σπίτι και στο σχολείο καθόριζε και τον τρόπο σκέψης του.

Σε ένα τέτοιο αυταρχικό περιβάλλον, όμως, τα θύματα συνήθως μεταλλάσσονται σε θύτες αργότερα στη ζωή τους, ανακυκλώνοντας τη βία.

Ιωάννινα 3 Μαρτίου 2013

 

Σιγά, ο Παναγής κοιμάται!

Του Αναστασίου Τασινού

LTas17

Σεπτέμβριο του 1980 με μια βαλίτσα στο χέρι ξεκίνησα από την Αθήνα, όπου εργαζόμουν ως αναπληρωτής δάσκαλος, για να αναλάβω υπηρεσία στη νέα μου θέση στην Κεφαλονιά ως νεοδιόριστος δάσκαλος. Με περίμενε το μονοθέσιο Δημοτικό Σχολείο Τουλιάτων, βόρεια του νησιού, ένα παραδοσιακό πέτρινο κτίριο, χτισμένο σε ένα μικρό λόφο, που εξυπηρετούσε έξι μικρούς οικισμούς.

Μπαίνοντας στο εσωτερικό του κτιρίου αντίκρισα έναν ευρύχωρο διάδρομο, στο βάθος το γραφείο του δασκάλου και από την αριστερή μεριά δύο μεγάλες συνεχόμενες αίθουσες. Η πρώτη αίθουσα ήταν οργανωμένη για τη καθημερινή διδασκαλία, ενώ η δεύτερη διέθετε θεατρική σκηνή για τις γιορτές του σχολείου. Το σχολικό έτος 1980-1981 το σχολείο είχε 24 μαθητές σε όλες τις τάξεις. Η Α` τάξη είχε δύο μαθητές, την Ελένη και τον Παναγή, στους οποίους αναφέρεται και το παρόν άρθρο.

Η Ελένη ερχόταν με τα πόδια στο σχολείο από τον πιο μακρινό οικισμό. Φορούσε  μπλε ποδιά, τα μαλλιά της ήταν πλεγμένα κοτσίδα και τα εκφραστικά της μάτια ανυπομονούσαν την καινούργια γνώση. Όταν την έπιανε καμιά ξαφνική καταιγίδα στο δρόμο, έφθανε στο σχολείο βρεγμένη μέχρι το κόκαλο και το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο από το κρύο. Στο σπίτι, όμως, ποτέ δεν επέστρεφε, γιατί δεν ήθελε να χάσει το μάθημα της Γλώσσας, που άρχιζε από την Α` τάξη.  Βλέποντάς την σε αυτό το χάλι η Γερασιμούλα, μαθήτρια της ΣΤ` τάξης, την έπαιρνε στη διπλανή αίθουσα που ήταν άδεια, άναβε το ηλεκτρικό καλοριφέρ και της στέγνωνε τα ρούχα. Για να μην κρυώνει την έντυνε προσωρινά με μια δικιά της ζακέτα. Μέχρι να στεγνώσουν τα ρούχα της, αναλάμβανε και το ρόλο της δασκάλας. Η αλληλοδιδακτική μέθοδος (δηλαδή οι μεγάλοι μαθητές να διδάσκουν τους  μικρούς), όταν γίνεται με τους κατάλληλους μαθητές και την ώρα που πρέπει, προσφέρει πολλά στο μονοθέσιο σχολείο.

Ο Παναγής ήταν μια άλλη περίπτωση. Μελαχρινός, αδύνατος, σκληραγωγημένος, ζωηρός, πάντα χαμογελαστός, είχε κερδίσει τη συμπάθεια όλων. Ήταν κουρεμένος με την ψιλή μηχανή κι όταν χαμογελούσε γινόταν ιδιαίτερα συμπαθητικός. Την πρώτη ημέρα που τον γνώρισα με αιφνιδίασε, όταν του έδωσα ένα μολύβι για να ζωγραφίσει και το κράτησε σαν ακόντιο. Δεν είχε πάει στο Νηπιαγωγείο και από το σπίτι δεν είχε καμιά βοήθεια. Έτσι, τα πρώτα μαθήματα μαζί του ήταν να κρατάει το μολύβι με το σωστό τρόπο.

Από τον Παναγή αποτυπώθηκε έντονα στη μνήμη μου και μια πολύ χαριτωμένη σκηνή. Όταν τέλειωνα το μάθημα της Γλώσσας με την Α` τάξη, για να μην κάνει φασαρία, του έδινα ένα μεταλλικό κόκκινο αυτοκινητάκι για να παίζει στο θρανίο. Του άρεσε πάρα πολύ αυτό το αυτοκινητάκι, γιατί πρώτη φορά έπαιζε με τέτοιο παιχνίδι. Χαλάρωνε τόσο πολύ, όταν κυλούσε τις ρόδες πάνω στο θρανίο, που μερικές φορές τον έπιανε ο ύπνος. Ο καημένος ο Παναγής ξυπνούσε πολύ πρωί, γιατί ερχόταν κι αυτός με τα πόδια στο σχολείο  από έναν μακρινό οικισμό και ο ύπνος των ολίγων λεπτών μερικές φορές του είχε γίνει απαραίτητος. Όταν ακουγόταν ένα ελαφρύ ροχαλητό στην τάξη, συνήθως συνοδευόταν και από τη φράση κάποιου μαθητή: «Σιγά, ο Παναγής κοιμάται!» Τότε όλοι οι μαθητές μιλούσαν χαμηλόφωνα, δίχως ποτέ να το έχω ζητήσει. Ο Παναγής, για το διάστημα που κοιμόταν, μας είχε «επιβάλει» τη χαμηλόφωνη μέθοδο διδασκαλίας Montessori!

Ιωάννινα 24 Δεκεμβρίου 2013  

Είχα καλό φαΐ  κύριε!

Του Αναστασίου Τασινού

LTas41

Η ανάληψη μιας καινούργιας τάξης από το δάσκαλο, απαιτεί τις πρώτες δέκα ημέρες να εφαρμόσει μια συγκεκριμένη διαδικασία, ώστε να γνωρίσει σύντομα τους μαθητές του. Τη διαδικασία αυτή την έχω ονομάσει «διδασκαλικό τσεκ-απ» και την έχω περιγράψει λεπτομερώς στο άρθρο μου «Καλές πρακτικές για το δάσκαλο».

Ως δάσκαλος είχα ως αρχή, να αποφεύγω να παίρνω πληροφορίες από τους προηγούμενους συναδέλφους για τους νέους μαθητές μου. Διαμόρφωνα τη δική μου άποψη, με τις δικές μου μεθόδους ανίχνευσης του μαθησιακού τους επιπέδου και του χαρακτήρα τους. Με τους λεγόμενους «δύσκολους» μαθητές πάντα τα έβρισκα, γι` αυτό και δεν ήθελα να ακούω αρνητικά σχόλια για το χαρακτήρα τους. Καμιά φορά όμως, χωρίς να το θέλω, έφθαναν στα αυτιά μου μερικές πληροφορίες, που έπρεπε να αξιολογήσω. Η παρακάτω ιστορία που θα σας αφηγηθώ, έχει αφετηρία μια τέτοια πληροφορία.

Δίδασκα στις τάξεις Ε` και ΣΤ` σε ένα επαρχιακό Δημοτικό σχολείο. Μια μέρα ο δάσκαλος που είχαν την προηγούμενη χρονιά, μου είπε: «Τάσο, έχε υπόψη σου, ότι μερικοί  μαθητές σου στο μεσημεριανό τους φαγητό θέλουν και το κρασάκι τους». Ταυτόχρονα, δραματοποιούσε τα λόγια του, κατευθύνοντας τον  αντίχειρα του δεξιού χεριού του προς το στόμα του. Γέλασα με τον παραστατικό τρόπο ομιλίας και ταυτόχρονα προβληματίστηκα. Το χωριό παρήγαγε εκλεκτό κρασί και τα λεγόμενά του έπρεπε να ερευνηθούν.

Έτσι, μια μέρα αποφάσισα να μιλήσω στην τάξη για το αλκοόλ, δίχως φυσικά να τους αποκαλύψω την πληροφορία που είχα από το συνάδελφό μου. Χωρίς να  δαιμονοποιήσω το αλκοόλ  (εξάλλου τους είπα ότι κι εγώ πίνω κανένα ποτηράκι), επισήμανα ότι η χρήση του  πρέπει να γίνεται  με μέτρο και μόνον από ενήλικες. Τόνισα ότι η κατάχρηση οδηγεί στον αλκοολισμό, που βλάπτει σοβαρά την υγεία, την οικογένεια και την κοινωνία. Στη συνέχεια, εστίασα στις βλαβερές συνέπειες που έχει το αλκοόλ στην παιδική ηλικία και τους διάβασα και μερικές απόψεις γιατρών από ένα βιβλίο που είχα μαζί μου. Έτσι τα λεγόμενά μου ξέφυγαν από το κήρυγμα και απέκτησαν τεκμηρίωση και ενδιαφέρον. Από την ένταση προσοχής των μαθητών και τις αντιδράσεις τους, κατάλαβα ότι μερικοί το τσούζανε. Δεν έμεινα όμως στη διαίσθησή μου. Στο τέλος της διδακτικής ώρας ζήτησα από όλους τους μαθητές να μου πουν, αν στο σπίτι τους πίνουν και κανένα ποτηράκι. Από τις απαντήσεις που πήρα, επιβεβαίωσα την πληροφορία του συναδέλφου.

Ύστερα από λίγες ημέρες κάλεσα τους γονείς στο σχολείο και συζήτησα μαζί τους το θέμα του αλκοόλ. Μου έκανε εντύπωση ότι μερικοί θεωρούσαν φυσιολογικό, που το παιδί τους στο μεσημεριανό φαγητό έπινε και μια κούπα κρασί. Αντέκρουσα την αντίληψη αυτή, πείθοντας τους γονείς να μην επιτρέπουν στα παιδιά τους να πίνουν αλκοόλ.

Μερικοί γονείς, κυρίως πατεράδες, κάνουν το λάθος να καμαρώνουν τα παιδιά τους όταν πίνουν αλκοόλ ή ακόμη χειρότερα να τα ενθαρρύνουν, με αποτέλεσμα άθελά τους να ναρκοθετούν τη σωματική και ψυχική υγεία τους. Φανταστείτε αυτά τα παιδιά, πόσο ευάλωτα γίνονται στο αλκοόλ, όταν μπουν στην εφηβεία.

Αφού πέρασαν μερικές ημέρες, ξαναρώτησα τους «μερακλήδες» μαθητές να μου πουν, αν σταμάτησαν να πίνουν κρασί. Οι πολύ καλές παιδαγωγικές σχέσεις που είχα μαζί τους, μου έδωσαν ειλικρινείς απαντήσεις. Με ικανοποίηση άκουγα έναν-έναν να μου λέει ότι σταμάτησε. Όταν όμως έφτασα στον Τάκη, κάπου τον έβλεπα να δυσκολεύεται να μιλήσει. «Έλα Τάκη, πες μου και συ!» του λέω. Ύστερα από λίγο ο Τάκης έσπασε τη σιωπή του και μου είπε διστακτικά: «Κύριε, ήπια μια κούπα κρασί.» Τον κοίταζα στα μάτια και δυσκολευόμουν να του πω κάτι. Το κήρυγμα ενοχής ποτέ δε μου πήγαινε ως μέθοδος διαπαιδαγώγησης. Ο Τάκης προσπαθώντας να δικαιολογηθεί, πέρασε στην αντεπίθεση λέγοντας: «Είχα καλό φαΐ κύριε!» Έβαλα τα γέλια και μαζί μου όλη η τάξη. «Ποιο ήταν το καλό φαΐ Τάκη;» τον ρώτησα. «Κρέας κοκκινιστό με πατάτες τηγανιτές» μου απάντησε χαμογελαστά. «Καλό φαγητό» σχολίασα, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα γέλια, ώστε να μην καταλήξει η συζήτηση σε κωμωδία. «Δηλαδή Τάκη, όταν έχεις καλό φαγητό πάντα θα πίνεις;» τον ξαναρώτησα. «Όχι κύριε, δεν θα ξαναπιώ» μου απάντησε αποφασιστικά. Ολοκληρώνοντας την ιστορία να γράψω ότι ο Τάκης, όπως μου είπε η μητέρα του, δεν ξαναήπιε κρασί, ούτε κι όταν είχε καλό φαγητό στο τραπέζι. Τήρησε την υπόσχεσή του.

Η συζήτηση που έγινε στην τάξη για το αλκοόλ και τον αλκοολισμό, αποδείχτηκε σημαντική για όλους τους μαθητές.

Με την ευκαιρία αυτού του ενθυμήματος να επισημάνω, ότι ο δάσκαλος πρέπει να μιλάει στην τάξη για διάφορα κοινωνικά θέματα. Απαραιτήτως όμως, να είναι καλά προετοιμασμένος, να χρησιμοποιεί εποπτικό υλικό,  να κάνει διάλογο με τους μαθητές και να αποφεύγει το κήρυγμα.

Σήμερα, με την ύπαρξη της Ευέλικτης Ζώνης στο ωρολόγιο πρόγραμμα και με τη βοήθεια του Διαδικτύου, μπορούν και οι μαθητές να αναλαμβάνουν διάφορα κοινωνικά θέματα και να τα παρουσιάζουν από την έδρα της τάξης. Έτσι, εκπαιδεύονται να μιλούν σε ακροατήριο, ενώ παράλληλα ενισχύεται και η δημοκρατική λειτουργία της τάξης.

Ιωάννινα 14 Δεκεμβρίου 2018

Αναρχικός θα μου γίνει αυτό το παιδί !

Του Αναστασίου Τασινού

LTas19

Το περιστατικό που θα σας αφηγηθώ, έλαβε χώρα στο σπίτι ενός φιλικού μου  ζευγαριού, που είναι εκπαιδευτικοί και οι δύο.

Ήταν καλοκαίρι και καθόμασταν στην αυλή του σπιτιού τους, όταν ξαφνικά ο Λευτέρης, ο μεσαίος από τα τρία αδέλφια της οικογένειας, μαθητής της Γ` Δημοτικού, επεδίωξε να κάνει αισθητή την παρουσία του με έναν ασυνήθιστο τρόπο. Κάθισε δίπλα μας και άρχισε να χτυπά δυνατά με ένα σφυρί το τσιμέντο της αυλής, διεκδικώντας την προσοχή μας. Ο πατέρας του δεν έδινε καμιά σημασία στο θορυβώδη παιχνίδι του. Η μητέρα του, όμως, τον μάλωνε, γιατί ο θόρυβος που έκανε δυσκόλευε τη συζήτησή μας. Ο Λευτέρης, όμως, μετά την παρατήρηση άρχισε να χτυπά ακόμη δυνατότερα το σφυρί στο τσιμέντο. Εκνευρισμένη η μητέρα του γύρισε προς εμένα και μου είπε: «Αναρχικός θα μου γίνει αυτό το παιδί! Δεν καταλαβαίνει τίποτε! Και ξύλο του ρίχνω και πάλι τα ίδια!» Και για να με πειράξει συνέχισε χαριτολογώντας: «Για πες μας και συ που έχεις κάνει μετεκπαίδευση, τι να κάνουμε με αυτόν;» Ο Λευτέρης ακούγοντας τα λόγια της μητέρας του  έστρεψε ερευνητικά το βλέμμα προς το μέρος μου και περίμενε να ακούσει τι θα πω, ενώ παράλληλα εξακολουθούσε να χτυπά δυνατά το σφυρί στο τσιμέντο. Εκείνη τη στιγμή για να ανταποδώσω το πείραγμα στη μητέρα του, πήρα το μέρος του. Χαμηλόφωνα και με σοβαρό ύφος του είπα:  «Λευτέρη, συνέχισε να χτυπάς με το σφυρί, αλλά λίγο πιο σιγά για να μπορούμε να συζητάμε και εμείς.» Δεν περίμενε, ως φαίνεται, ο Λευτέρης να ακούσει αυτά τα λόγια. Ξαφνιάστηκε. Οι σφυριές έγιναν σιγανότερες και αραιότερες και ύστερα από λίγο σταμάτησαν. Ακολούθησε σιγή δευτερολέπτων και μετά ξέσπασμα όλων σε γέλια. Προς έκπληξη των γονιών του ο Λευτέρης πήρε πολύ σοβαρά την  πρότασή μου, που στην ουσία ήταν ένα αστείο που έκανα στη μητέρα του. Το αστείο αυτό όμως φανέρωσε ότι στην Παιδαγωγική, όπως εξάλλου και στη ζωή, δεν υπάρχει μόνον “μαύρο – άσπρο”. Υπάρχει και “γκρίζο”, που βρίσκουν διέξοδο οι αντιθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, το “γκρίζο” της υπόθεσης ήταν ότι ο Λευτέρης θα μπορούσε να παίζει δίπλα μας, όμως, με λιγότερο θόρυβο.

Με ευκαιρία αυτό το γεγονός, η συζήτηση οδηγήθηκε στη σωστή λειτουργία της σχολικής τάξης. Καταλήξαμε στο αυτονόητο συμπέρασμα ότι οι εκπαιδευτικοί που είναι δογματικοί και αυταρχικοί, δεν έχουν ουσιαστική επικοινωνία με τους μαθητές. Αντίθετα, οι εκπαιδευτικοί που είναι διαλεκτικοί και δημοκρατικοί, οικοδομούν τις καλύτερες παιδαγωγικές σχέσεις. Το “γκρίζο”, δυστυχώς, οι αυταρχικοί εκπαιδευτικοί δεν το αντιλαμβάνονται ως μέρος της σχολικής πραγματικότητας, καθώς λειτουργούν στη λογική του “μαύρου – άσπρου”.

Πολλά πράγματα στη ζωή είναι απλά και απαιτούν απλές λύσεις. Σύνθετα γίνονται, όταν βλέπουμε τη μία όψη του νομίσματος και θέλουμε να την επιβάλλουμε χωρίς εκπτώσεις.

Ποτέ δεν ξέχασα τη σκηνή με το Λευτέρη, γιατί ήταν χαριτωμένη και διδακτική!

Για την ολοκλήρωση της ιστορίας να γράψω ότι ο Λευτέρης σήμερα εργάζεται ως καθηγητής Φυσικών και δεν έγινε αναρχικός, όπως φοβόταν η μητέρα του.

Ιωάννινα 24 Δεκεμβρίου 2013

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς