Του Αναστασίου Τασινού
Σεπτέμβριο του 1980 με μια βαλίτσα στο χέρι ξεκίνησα από την Αθήνα, όπου εργαζόμουν ως αναπληρωτής δάσκαλος, για να αναλάβω υπηρεσία στη νέα μου θέση στην Κεφαλονιά ως νεοδιόριστος δάσκαλος. Με περίμενε το μονοθέσιο Δημοτικό Σχολείο Τουλιάτων, βόρεια του νησιού, ένα παραδοσιακό πέτρινο κτίριο, χτισμένο σε ένα μικρό λόφο, που εξυπηρετούσε έξι μικρούς οικισμούς.
Μπαίνοντας στο εσωτερικό του κτιρίου αντίκρισα έναν ευρύχωρο διάδρομο, στο βάθος το γραφείο του δασκάλου και από την αριστερή μεριά δύο μεγάλες συνεχόμενες αίθουσες. Η πρώτη αίθουσα ήταν οργανωμένη για τη καθημερινή διδασκαλία, ενώ η δεύτερη διέθετε θεατρική σκηνή για τις γιορτές του σχολείου. Το σχολικό έτος 1980-1981 το σχολείο είχε 24 μαθητές σε όλες τις τάξεις. Η Α` τάξη είχε δύο μαθητές, την Ελένη και τον Παναγή, στους οποίους αναφέρεται και το παρόν άρθρο.
Η Ελένη ερχόταν με τα πόδια στο σχολείο από τον πιο μακρινό οικισμό. Φορούσε μπλε ποδιά, τα μαλλιά της ήταν πλεγμένα κοτσίδα και τα εκφραστικά της μάτια ανυπομονούσαν την καινούργια γνώση. Όταν την έπιανε καμιά ξαφνική καταιγίδα στο δρόμο, έφθανε στο σχολείο βρεγμένη μέχρι το κόκαλο και το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο από το κρύο. Στο σπίτι, όμως, ποτέ δεν επέστρεφε, γιατί δεν ήθελε να χάσει το μάθημα της Γλώσσας, που άρχιζε από την Α` τάξη. Βλέποντάς την σε αυτό το χάλι η Γερασιμούλα, μαθήτρια της ΣΤ` τάξης, την έπαιρνε στη διπλανή αίθουσα που ήταν άδεια, άναβε το ηλεκτρικό καλοριφέρ και της στέγνωνε τα ρούχα. Για να μην κρυώνει την έντυνε προσωρινά με μια δικιά της ζακέτα. Μέχρι να στεγνώσουν τα ρούχα της, αναλάμβανε και το ρόλο της δασκάλας. Η αλληλοδιδακτική μέθοδος (δηλαδή οι μεγάλοι μαθητές να διδάσκουν τους μικρούς), όταν γίνεται με τους κατάλληλους μαθητές και την ώρα που πρέπει, προσφέρει πολλά στο μονοθέσιο σχολείο.
Ο Παναγής ήταν μια άλλη περίπτωση. Μελαχρινός, αδύνατος, σκληραγωγημένος, ζωηρός, πάντα χαμογελαστός, είχε κερδίσει τη συμπάθεια όλων. Ήταν κουρεμένος με την ψιλή μηχανή κι όταν χαμογελούσε γινόταν ιδιαίτερα συμπαθητικός. Την πρώτη ημέρα που τον γνώρισα με αιφνιδίασε, όταν του έδωσα ένα μολύβι για να ζωγραφίσει και το κράτησε σαν ακόντιο. Δεν είχε πάει στο Νηπιαγωγείο και από το σπίτι δεν είχε καμιά βοήθεια. Έτσι, τα πρώτα μαθήματα μαζί του ήταν να κρατάει το μολύβι με το σωστό τρόπο.
Από τον Παναγή αποτυπώθηκε έντονα στη μνήμη μου και μια πολύ χαριτωμένη σκηνή. Όταν τέλειωνα το μάθημα της Γλώσσας με την Α` τάξη, για να μην κάνει φασαρία, του έδινα ένα μεταλλικό κόκκινο αυτοκινητάκι για να παίζει στο θρανίο. Του άρεσε πάρα πολύ αυτό το αυτοκινητάκι, γιατί πρώτη φορά έπαιζε με τέτοιο παιχνίδι. Χαλάρωνε τόσο πολύ, όταν κυλούσε τις ρόδες πάνω στο θρανίο, που μερικές φορές τον έπιανε ο ύπνος. Ο καημένος ο Παναγής ξυπνούσε πολύ πρωί, γιατί ερχόταν κι αυτός με τα πόδια στο σχολείο από έναν μακρινό οικισμό και ο ύπνος των ολίγων λεπτών μερικές φορές του είχε γίνει απαραίτητος. Όταν ακουγόταν ένα ελαφρύ ροχαλητό στην τάξη, συνήθως συνοδευόταν και από τη φράση κάποιου μαθητή: «Σιγά, ο Παναγής κοιμάται!» Τότε όλοι οι μαθητές μιλούσαν χαμηλόφωνα, δίχως ποτέ να το έχω ζητήσει. Ο Παναγής, για το διάστημα που κοιμόταν, μας είχε «επιβάλει» τη χαμηλόφωνη μέθοδο διδασκαλίας Montessori!
Ιωάννινα 24 Δεκεμβρίου 2013

Αφήστε μια απάντηση