“Το να μην ξεχνάμε είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για ένα καλύτερο μέλλον”
Περί…καχυποψίας
Σε συνθήκες ρουτίνας κάθε ένας από εμάς ιεραρχεί τις προτεραιότητές του. Οι τελευταίοι 10 μήνες δεν αποτελούν σε καμιά περίπτωση συνθήκες ρουτίνας. Δεδομένου πως ό,τι συνιστούσε την καθημερινότητά μας δεν είναι πια το ίδιο, αναμενόμενο είναι να έχει αλλάξει και ο τρόπος που ιεραρχούμε τα πράγματα. Ή μήπως όχι;
Γιατί πολλές φορές αισθάνομαι πώς το να διαφοροποιώ τις μέχρι τώρα νόρμες μου – ως συνέπεια μιας δικής μου ‘σύγκρουσης’ με δεδομένες, μέχρι πρότινος, ευκολίες και κατακτήσεις μου – μπορεί να εκλαμβάνεται ως εθελοδουλία και συμμόρφωση;
Γιατί –αν και φύσει καχύποπτη- δεν αισθάνομαι την ανάγκη να ψάχνω για δεύτερες σκέψεις και προθέσεις σε κάθε ληφθέν μέτρο; Ενδεχομένως, απαντώ μόνη μου για να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, γιατί δε θέλω να υποτιμήσω την ιδιαιτερότητα της κατάστασης που βιώνουμε.
Κι εκεί που σκεφτόμουν πως ναι, δε θα επιτρέψω στον αρνητισμό των άλλων να καθορίσουν τον τρόπο που εγώ θα ενεργώ, ήρθε στη μνήμη μου ένα περιστατικό να μου δείξει πως πάντα κάπου γύρω μας –σίγουρα γύρω μου- υπάρχουν άνθρωποι που ακτινοβολούν…
…Πριν από 17 περίπου χρόνια ετοιμαζόταν να γεννηθεί το δεύτερο αντράκι μου. Μόνο που δε βιαζόταν ιδιαίτερα. Κι ενώ μπήκα πρώτη στην αίθουσα, μαζί με το οχτάωρο, άλλες πέντε γυναίκες πέρασαν, γέννησαν, επέστρεψαν στα δωμάτια κι εγώ ακόμη εκεί. Παρέμενε όμως ένα άτομο. Η κ. Ξ – δεν έμαθα το μικρό της όνομα- η οποία επέμενε να μου κρατά το χέρι, απαιτώντας να της το σφίγγω και να της το ματώνω και υπενθυμίζοντάς μου συνέχεια ‘πως όλα πάνε καλά’. Κι όντως πήγαν όλα καλά κι όταν πια ζήτησα να δω αυτή τη μαία, έμαθα πως είχε επιστρέψει σπίτι της. Έτσι κι αλλιώς η βάρδιά της είχε λήξει δυο ώρες πριν… απλά θεώρησε πως έπρεπε να παραμείνει μαζί μου, όχι γιατί περίμενε κάτι –αυτή την περίμεναν 4 παιδιά στο σπίτι – αλλά γιατί το ήθελε…
Ποια είναι τελικά τα πραγματικά μας προβλήματα;
“ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ”
“Οι εκλογές των ζώων” των Π. ΝΤΕΣΓΚΑΛΔΟ & Π. ΜΑΡΚΟΥΝ” από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
ΠΩΣ ΦΤΙΑΧΤΗΚΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ;
“Οι εκλογές των ζώων είναι ένα βιβλίο για την πολιτική γραμμένο από παιδιά για παιδιά. Είναι το αποτέλεσμα μιας ανοιχτής και συλλογικής διαδικασίας, στην οποία συμμετείχαν πολλοί άνθρωποι. Αρχικά, 220 συνεργάτες στήριξαν τη δημιουργία αυτού του βιβλίου στην ιστοσελίδα συλλογικής χρηματοδότησης www.juntos.com.vc. Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκαν πέντε εργαστήρια στο Σάο Πάολο και στην Φλοριανόπολις στη Βραζιλία, όπου τα παιδιά υποδύθηκαν τα ζώα του δάσους και οργάνωσαν εκλογές. Ο,τι συνέβη σε αυτές τις διασκεδαστικές και γεμάτες εκπλήξεις συναντήσεις αποτέλεσε την έμπνευση γι’ αυτό το βιβλίο.”
Έτσι προέκυψε ένα βιβλίο από παιδιά για παιδιά με θέμα τη δημοκρατία. Τι γίνεται όταν το λιοντάρι καταχράται την εξουσία και επιδεικνύει αλαζονεία; Θα διαμαρτυρηθούν ή όχι οι δυσαρεστημένοι; Θα καταφύγουν στο όπλο των πολλών έναντι της αυθαιρεσίας του ενός; Θα προχωρήσουν στη θέσπιση κανόνων της εκλογικής διαδικασίας; Πώς θα διαχειριστούν την προεκλογική εκστρατεία και θα παρουσιάσουν τα προγράμματά τους; Θα υπάρξουν δωροδοκίες; Θα αποδεχτούν το αποτέλεσμα; Μίλησε τελικά η φωνή του δάσους; Θα ακούσουν τι έχει να πει ο νικητής;
“… Ωστόσο, όλοι μαζεύτηκαν για να ακούσουν τι είχε να τους πει ο Βραδύπους…
ΕΜΑΘΑ ΠΟΛΛΑ ΑΠΟ ΟΛΑ ΤΑ ΖΩΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ.
Έμαθα ότι το Λιοντάρι το μόνο που θέλει είναι να του αναγνωρίσουν τη δουλειά που έχει κάνει . Ότι ο Μακάκος αυτό που θέλει στην ουσία είναι ένα μέρος για να παίζει. Ότι η Κόμπρα θέλει τα άλλα ζώα να ξέρουν πως έχει και καλά στοιχεία και όχι μόνο δηλητήριο. Ότι η Κουκουβάγια θέλει ένα σχολείο για να διδάσκει στα μικρά πουλιά πώς να πετάνε και ότι κάθε ζώο έχει τις δικές του ανάγκες κι επιθυμίες. Όλα τα ζώα είναι σημαντικά, το καθένα με τον τρόπο του. Η πρώτη πράξη της διακυβέρνησής μου θα είναι να δημιουργήσουμε ένα συμβούλιο ώστε να έχουν όλοι γνώμη για όσα θα γίνουν στο δάσος. Με ηρεμία, θα μείνουμε πάντα ενωμένοι!
Και αυτή ήταν η ιστορία για το πώς τα ζώα του δάσους εξέλεξαν τον νέο τους πρόεδρο… Μέχρι την επόμενη άνοιξη!”…
Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά
και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική
και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Ή μήπως θα έπρεπε; Ο Βενιζέλος είχε πει «Οι πολιτισμένοι λαοί κερδίζουν την εξουσία με την ψήφο των πολλών, κυβερνώνται με την ικανότητα των ολίγων και μεγαλουργούν με την πνοή του ενός».
(Με αφορμή τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου 2021)
2020 … “We Watched It All”
Το “We Watched It All” είναι το όνομα του βίντεο με το οποίο η πλατφόρμα του NETFLIX θέλησε να πει ένα μεγάλο αντίο στο 2020. (Συνθέτης του τραγουδιού ο κωμικός Matt Buechele)
Πόσο αντιπροσωπευτικός ο τίτλος!!! Ναι, πράγματι το 2020 τα είδα όλα – κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Είδα…
α…. ό,τι κυκλοφόρησε σε ισπανική, γαλλική, σκανδιναβική, αργεντίνικη, βραζιλιάνικη παραγωγή και έθεσα στόχους. Το 2021 σίγουρα θα επισκεφθώ οφθαλμίατρο… για ευνόητους λόγους αλλά οπωσδήποτε θα δρομολογήσω την εκμάθηση ισπανικών –ήδη προβάρω το /θ/ αντί του /σ/ και …όταν κάποτε όλο αυτό περάσει … ένα μηνιαίο road trip στην ισπανική επαρχία επιβάλλεται.
β. …γύρω μου πάρα πολλούς ειδικούς. Όλοι ήξεραν πάντα κάτι παραπάνω από εμένα. Ευτυχώς όμως μπόρεσα να δω και το ήθος και την αξιοπρέπεια του πραγματικού επιστήμονα.
γ. … πως παρά τη σχεδόν ‘αυτιστική’ μου εμμονή στο πρόγραμμα και στα κουτάκια μου μπόρεσα τελικά να τα ξεπεράσω. Δε συζητώ για τίποτε μέχρις ότου να γίνει. Το να ελέγξω το αύριο είναι αδύνατο, οπότε ας απολαμβάνω το τώρα με βάση τα δικά μου και μόνο κριτήρια και αισθητική. Κι όπως λέει και ο Γκάτσος «μονάχος βρες την άκρη της κλωστής κι αν είσαι τυχερός ξεκίνα πάλι…»
δ. … ότι η ανατροπή σε αυτό που θεωρούμε σίγουρο, ασφαλές, δεδομένο δεν είναι απαραίτητα κακό. Είναι ίσως μία ευκαιρία να μη φοβηθούμε να πάρουμε το ρίσκο. Στο κάτω κάτω και τα ‘μούτρα μου να φάω’ μόνο να εξελιχθώ μπορώ , αφού το τιμόνι της ζωής μου εγώ θα κρατώ. Οπότε έχω μπροστά μου αρκετούς μήνες να ετοιμαστώ για ήδη… καθορισμένες αλλαγές…
ε. …την πραγματική σημασία των ευχών για υγεία. Το πολυτιμότερο δώρο που έχουμε είναι η υγεία, όχι οι θέσεις, τα likes, τα χρήματα. Η ευτυχία βρίσκεται σε μικρές στιγμές της καθημερινότητας και προαπαιτούμενο είναι η υγεία η δική μου και η φροντίδα για την εξασφάλιση των συνθηκών ώστε να μη διακινδυνεύσουν οι γύρω μου.
στ. … τη δύναμη της συνήθειας. Η συνήθεια «κυβερνά την ανθρωπότητα». Οι συνήθειες που επιβλήθηκαν το τελευταίο διάστημα στις ζωές μας σίγουρα δεν είναι ευχάριστες αλλά δε σημαίνει πως θα τους επιτραπεί να παραμείνουν. Ευτυχώς καταφέρνω ακόμη να συνηθίζω μόνο τον δικό μου παράδεισο – και είμαι τυχερή που μπορώ να τον έχω.
“The Other Christmas Gift”
Τα παιδιά κλήθηκαν να διαλέξουν ανάμεσα στο δώρο που θα ήθελαν για τον εαυτό τους και σε ένα δώρο για το γονέα τους…
“-Είναι πραγματικά μία δύσκολη ερώτηση;
-Είναι εύκολο. Τα lego δε μετράνε. Αυτό που μετράει είναι η οικογένεια…”
Casper’s Magical Journey
Ένας δεσμός που μεγαλώνει μαζί με το παιδί είναι αυτός που δημιουργείται ανάμεσα στο παιδί και το κατοικίδιό του. Μία αληθινή ιστορία υπήρξε η αφορμή για τη δημιουργία αυτού του animation…
What would Christmas be without love?
Even when the road seems very long…
“From our family to yours”
Η ιστορία μιας γιαγιάς και μιας εγγονής κι ένα χριστουγεννιάτικο έθιμο που τις ενώνει στο πέρασμα των χρόνων. Η σημασία της οικογένειας στις γιορτές, γιατί ευτυχία είναι να περνάς αυτές τις μέρες με τους ανθρώπους που αγαπάς.
3 Δεκεμβρίου: Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία
Τα άτομα με αναπηρία δε ζητάνε να γίνει η ζωή τους ευκολότερη. Ζητάνε να γίνει η ζωή τους ΙΣΗ με τη δική μας. Αν τους δοθούν οι ευκαιρίες και τα εφόδια, μπορούν να πετύχουν ό,τι και οι υπόλοιποι απλά με τρόπο διαφορετικό.
Μ’ αρέσει να κοιτάω ψηλά…
Από το Σεπτέμβριο η επιστροφή στο σχολείο ήταν σαν ένας μαθηματικός γρίφος, στον οποίο κληθήκαμε ψύχραιμα και υπομονετικά να βρούμε μία λύση.
Οι μάσκες προβλημάτισαν- έπεφταν, τις σηκώναμε-τελικά, τα καταφέραμε… και σίγουρα αποδείξαμε πως δεν είναι ‘φίμωτρο’, γιατί δε μας έκλεισε το στόμα. Όλοι κληθήκαμε να πούμε τη γνώμη μας για το καθετί και σε καμιά περίπτωση το ίδιο με τον δίπλα μας…
Οι φωνές δεν ακούγονταν-«Τι είπες;», «Πες το πάλι, δεν κατάλαβα!» «Μπα! Μεγάλωσα και βαριακούω…», ενώ εγώ για να ακουστώ έπρεπε να μιλάω λες και τσακωνόμουν όλη την ώρα. Σιγά σιγά, πάει και αυτό, το βάλαμε σε μια σειρά…
Οι κανόνες πολλοί -και η ενέργεια για να τους τηρήσουμε πολλαπλάσια αυτής που είχα για την ‘παρεούλα’, αλλά λες ‘Άσε αξίζει τον κόπο’…
Δυο μήνες να λες και να δείχνεις πώς μπαίνουμε σε μια γραμμή και την Πέμπτη ακούω: «Είδες κυρία, η γραμμή της Δημοκρατίας είναι σαν και τη δική μας, ο καθένας κοιτάζει όπου θέλει»…!!! (Π.Πρ)
Η ευθύνη φέτος μεγαλύτερη από ποτέ αλλά η συνειδητοποίησή της και από τους γονείς πιο ισχυρή από κάθε άλλη φορά… Ένα συναχάκι ήταν αρκετό για το πρωινό τηλεφώνημα «Δε θα έρθουμε σήμερα, να σιγουρευτούμε πρώτα, μη σας δημιουργήσουμε πρόβλημα»…
Κι εκεί που νιώθεις πως βήμα βήμα κάτι πάει να γίνει, όλα πάλι σταματούν…
…Εκεί που τα παιδιά άρχιζαν να ξεδιπλώνουν σκέψεις και να κάνουν δειλά βηματάκια στα μονοπάτια της φαντασίας, έρχεται η οθόνη να ισοπεδώσει δημιουργικότητα, συνεργασία, γέλια, νοιάξιμο και επικοινωνία ουσιαστική – όχι πλασματική…
Πριν τρεις μόλις μέρες –στον κύκλο μας- χαϊδεύαμε και κάναμε μασάζ ο ένας στην πλάτη του άλλου, σχεδιάζαμε απαλά γραμμές και γράμματα στον μπροστινό μας προσέχοντας να μην τον πονέσουμε κι η τάξη ήταν περισσότερο ήσυχη από ποτέ. Το μόνο που ακουγόταν ήταν «ΜΜΜΜ!!!»
Ο Αριστοτέλης έλεγε «Η μόρφωση του μυαλού χωρίς τη μόρφωση της καρδιάς δεν είναι καθόλου μόρφωση».
Κρίμα που ενώ κάποιοι πραγματικά προσπαθήσαμε
να ξεπεράσουμε τα εμπόδια,
δεν καταφέραμε να πείσουμε αυτούς
που πίστευαν πως αποτελούμε πειραματόζωα…
Παρόλα αυτά…
“Μ’ αρέσει να μη λέω πολλά
μη λέω πολλά
μ’ αρέσει να κοιτάω ψηλά
κοιτάω ψηλά στ’ ατέλειωτα τραγούδια
με τη σκιά μου να πετώ, να πετώ
να πιάνω αστέρια στο βυθό…”
“Η βαλίτσα”
“Εκείνη τη μέρα, εμφανίστηκε ένα παράξενο ζώο. Ήταν βρόμικο κι έδειχνε κουρασμένο, λυπημένο και φοβισμένο. Έσερνε μια μεγάλη βαλίτσα…»
Όταν τα ζώα ρωτούν τι είναι μέσα, ο ξένος δίνει μια λίστα που θα προκαλέσει αμφιβολίες. Λέει ότι υπάρχει ένα σπασμένο φλιτζάνι τσαγιού, ένα τραπέζι και καρέκλα, και μια καλύβα στην πλαγιά του βουνού. Και καθώς είναι κουρασμένος από το ταξίδι του, κοιμάται.
Μα οι ντόπιοι, πολλοί από τους οποίους έχουν τη συνήθεια της καχυποψίας, της δυσπιστίας και της ξενοφοβίας, ζάρωσαν στο “ψέμα”. Η βαλίτσα είναι πολύ μεγάλη για να έχει μόνο ένα φλιτζάνι αλλά αποκλείεται να έχει και όλα τα υπόλοιπα.“Λοιπόν, εγώ δεν τον εμπιστεύομαι. Πώς είμαστε σίγουροι ότι μας λέει την αλήθεια; Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μάθουμε…”
Όταν βλέπουν τι είναι μέσα, αμφισβητούν τη συμπεριφορά τους, αναρωτιούνται «και τώρα τι θα σκεφτεί για μας;» και σκέφτονται τι πρέπει να κάνουν για να καλωσορίσουν τον εξαντλημένο ξένο, στο όνειρο του οποίου ξεπροβάλλει το παρελθόν του πρόσφυγα, η ζωή του στον παλιό τόπο και το ταξίδι του στη νέα γη. Μέσα από την αμφισβήτηση ανακαλύπτουν έναν εντελώς νέο τρόπο να σκεφτούν τη νέα άφιξη.
«Η Βαλίτσα» του Chris Naylor-Ballesteros (εκδ. Διόπτρα) είναι ένα βιβλίο για ενσυναίσθηση και συμπόνια, ανεκτικότητα και κατανόηση του διπλανού μας σε μία περίοδο που πολύ εύκολα μετατρεπόμαστε σε καχύποπτους και επιθετικούς κριτές. Είναι ένα βιβλίο για την ευγένεια σε μία εποχή που η αγένεια κυριαρχεί.
Η απλότητα και λιτότητα τόσο του κειμένου όσο και της εικονογράφησης μιλούν κατευθείαν στα παιδιά, τα οποία αντιλαμβάνονται αμέσως την κατάσταση χωρίς να τους δίνονται περιττές πληροφορίες. Δε χρειάζεται να καταλάβουν αμέσως από πού έρχεται ο ‘ξένος’ ή γιατί είναι τόσο κουρασμένος. Δίνουν εύκολα την απάντηση στην ερώτηση που διαφαίνεται «Πώς επιλέγουμε να ‘χαιρετίσουμε’ τον εξαντλημένο ξένο; Με εχθρότητα & υποψία ή με ένα φλιτζάνι τσάι και φιλία;»
Μια ιστορία γεμάτη ελπίδα και καλοσύνη, αγάπη και τρυφερότητα για όλα τα πλάσματα που έχουν την ανάγκη μας…
Σχολεία ανοιχτά
Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την απογοήτευση που τα νέα μέτρα μας προκαλούν, αλλά στο χέρι μας είναι να επιλέξουμε πώς θα ανταποκριθούμε.
Κι ενώ όλα γύρω κλείνουν και διακόπτουν τη λειτουργία τους περνώντας στη σφαίρα της αδράνειας, εμείς παραμένουμε ανοικτοί, τυχεροί που μπορούμε ο ένας να βλέπουμε τον άλλο, να μιλάμε μεταξύ μας –όχι από τηλέφωνα και οθόνες- και ακόμη κι αν δεν ακουγόμαστε καλά να ‘καλημεριζόμαστε’.
Κι ενώ ενοχλούμαστε από το θόρυβο που φέρνει το ορθάνοιχτο παράθυρο στην παρεούλα μας, όταν τα παιδιά του δημοτικού κάνουν το διάλειμμά τους, τελικά είμαστε ευγνώμονες γιατί τι άλλο από ζωντάνια και υγεία αυτή η φασαρία;
Η αίθουσα γίνεται για μας μια όαση μακριά από την αγωνία και το φόβο που κόβουν βόλτες πέρα από τα κάγκελα της αυλόπορτας. Η αίθουσα γίνεται το δικό μας κομμάτι βεβαιότητας – όλοι λαχταρούμε τη δομή και τη βεβαιότητα. Είναι μέρος της ανθρώπινης κατάστασης, αυτή που μας κάνει να νιώθουμε ασφαλείς.
Κι όσα παιχνίδια και να πιάσουμε, όσες επιφάνειες κι αν ακουμπήσουμε, εκεί περιμένουν ανοιχτές κι απλωμένες οι παλάμες να απολυμανθούν.
Αυτές οι παλαμίτσες φωνάζουν «εδώ είμαστε, κρατάμε τη ζωή» το ίδιο δυνατά, όπως κάποιες φωνούλες λένε «Κυρία, κυρία η μάσκα είναι κάτω από τη μύτη. Πες να τη σηκώσει…»
Αυτό το σκίτσο δημοσιεύτηκε στον γαλλικό τύπο για να δηλώσει την ανάγκη των παιδιών στο άγγιγμα και την κοινωνική επαφή.
Ο ΗΥ σίγουρα δεν μπορεί να πετύχει την προσομοίωση μιας αγκαλιάς. Τα παιδιά αυτή χρειάζονται περισσότερο απ΄ όλα.
«Το άγγιγμα είναι η πρώτη ουσιαστική αίσθηση που έχεις όταν γεννιέσαι και η τελευταία πριν πεθάνεις», υποστηρίζει η νευρολόγος Κάταλιν Γκόταρντ. «Το νεογέννητο αντιλαμβάνεται την επαφή καλύτερα από την όραση ή την ακοή.Οι ηλικιωμένοι χάνουν την όρασή τους, την ακοή τους, την ισορροπία τους, δεν χάνουν όμως την αφή τους » Πηγή: Guardian
Και σίγουρα εμείς έχουμε ανάγκη το μήνυμα που υπάρχει πίσω από αυτή… “Όλα θα πάνε καλά”…
Ουρές … και ουρές…
“Σύμφωνα με την DW, με τη συνεχή άνοδο κρουσμάτων στην περίοδο 12-17 Οκτωβρίου, οι πωλήσεις του χαρτιού υγείας στη Γερμανία σχεδόν διπλασιάστηκαν (+89,9%) σε σχέση με αντίστοιχες περιόδους πριν από την πανδημία. Αυτό επιβεβαιώνουν στοιχεία της Γερμανικής Στατιστικής Υπηρεσίας, που δόθηκαν στη δημοσιότητα την Πέμπτη. Σημαντική αύξηση καταγράφεται επίσης στις πωλήσεις αντισηπτικών (+72,5%), αλλά και στο σαπούνι (+62,3%). Μικρότερη, αλλά αισθητή, η αύξηση πωλήσεων σε συγκεκριμένα τρόφιμα, όπως το αλεύρι (+28,4%) και η διατροφική μαγιά (+34,8%)…” ΠΗΓΗ: https://politis.com.cy/politis-news
Αυτό βέβαια δεν το διαβάζουμε ή ακούμε πρώτη φορά. Τον περασμένο Μάρτιο & Απρίλιο συνέβη σε πολλές χώρες -πλην της Ολλανδίας καθώς η προτεραιότητα ήταν άλλη… Και σχετικά συγκρατημένοι υπήρξαν οι Έλληνες.
Οι φωτογραφίες που ακολουθούν δείχνουν “πολίτες να κάνουν ουρά έξω από το βιβλιοπωλείο «Le Furet du Nord» ενόψει του νέου lockdown που αποφασίστηκε στη Γαλλία. Οι Γάλλοι περιμένουν υπομονετικά υπό βροχή τη σειρά τους για να μπουν στο βιβλιοπωλείο και να προμηθευτούν βιβλία για να περάσουν την δεύτερη καραντίνα.” ΠΗΓΗ: https://www.iefimerida.gr/kosmos/
Οι φωτογραφίες είναι συμβολικές για το τι θεωρούμε είδος πρώτης ανάγκης την εποχή της πανδημίας…
Κενάν Μεσαρέ – έργα εμπνευσμένα από την εποποιία του ’40
Ο Κενάν Ταχσίν Μεσαρέ γεννήθηκε το 1889, στα Γιάννενα, καθώς η μητέρα του ταξίδευε, φιλοξενούμενη στο σπίτι του Μουσταφά πασά των Ιωαννίνων, μετέπειτα πεθερού του Κενάν. Γόνος επιφανούς οικογένειας αλβανικής καταγωγής, ήταν ο πρωτότοκος γιος του ικανού στρατηγού Χασάν Ταχσίν πασά, στρατιωτικού διοικητού Θεσσαλονίκης. Η μητέρα του Κενάν ήταν Ελληνίδα. Ο Ταχσίν Πασάς, γνωστός απο την Ιστορία, παρέδωσε στον Κωνσταντίνο την Θεσσαλονίκη την 26η Οκτωβρίου 1912, αφού είχε απορρίψει δελεαστικές προτάσεις και υπέρογκη χρηματική προσφορά των Βουλγάρων, για να τους παραδώσει τη Θεσσαλονίκη ή να συνυπογράψουν κι αυτοί το πρωτόκολλο παραδόσεως. Ο Ταχσίν, όπως και ο γιος του και υπασπιστής του Κενάν, όχι μόνο αρνήθηκε αλλά και θεώρησε την προσφορά προσβολή στην στρατιωτική του τιμή. “Από τους Έλληνες την πήραμε, σ’ αυτούς θα την παραδώσουμε, τους οποίους άλλωστε γνώρισα και στα πεδία των μαχών”.
Ο Κενάν με κίνδυνο της ζωής του, έφτασε με την επιστολή του πατέρα του στον Κωνσταντίνο. Συνυπόγραψε κι αυτός μια απο τις σημαντικότερες σελίδες της νεωτέρας ιστορίας της Μακεδονίας, της Ελλάδος.
Ο Κενάν Μπέης ήταν απόφοιτος της Σχολής Γαλατά Σεράϊ της Κωνσταντινούπολεως. Το 1934 παντρεύτηκε την Ραφέτ, κόρη του Μουσταφά πασά Ιωαννίνων και έκτοτε εγκαταστάθηκε στα Γιάννενα.
Ο Κενάν μπέης από μικρός έδειξε έφεση στη ζωγραφική και υπήρξε αυτοδίδακτος ζωγράφος. Ένα προσφιλές του θέμα ήταν η απεικόνιση θεμάτων του πολέμου του 1912, της Εποποιίας του 1940. Στη Στρατιωτική Λέσχη Θεσσαλονίκης δεσπόζει ένας μεγάλος πίνακας με θέμα την Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και φέρει την υπογραφή Κενάν Μεσαρέ. Στα Γιάννινα, στο Δημαρχείο, υπάρχει επίσης μεγάλος πίνακας του Κενάν Μεσαρέ με θέμα την Απελευθέρωση των Ιωαννίνων.
Πέθανε στα Γιάννενα το 1965 και ετάφη στον οικογενειακό του τάφο στη Θεσσαλονίκη στο αλβανικό νεκροταφείο Τριανδρίας, σύμφωνα με την επιθυμία του και εντολή του.
Συνήθιζε να χαρίζει έργα του και για το λόγο αυτό πολλά βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές ενώ πολλοί από τους πίνακές του χάθηκαν κατά τη διάρκεια της κατοχής και του Εμφυλίου.
ΠΗΓΗ: https://zsgiannina.gr/ & https://anemourion.blogspot.com/
Μερικά από τα έργα του (τα ασπρόμαυρα ανήκουν στην προσωπική συλλογή του Α. Δάλλα στον οποίο χαρίστηκαν από τον γυιό του ζωγράφου Σαχίν- Σέργιο (Ίνη))
Πορεία προς το μέτωπο…
Ο ποιητής κατέγραψε με τρόπο μοναδικό τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες φαντάροι.
«Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.
Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους — ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ’ναι.
Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ’χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ’97 ή του ’12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα — έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.
Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ’ τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε, απ’ τ’ άλλο μέρος να ’ρχονται, οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. «Όι, όι, μάνα μου», «όι, όι, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ’λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.
Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρωμούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες».
Τώρα κείτεται – 1968
“Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
μοιάζει μπαξές που το `φυγαν άξαφνα τα πουλιά
μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.”
(Άσμα ηρωϊκό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας)
…Ο Ελύτης είχε αρχικά υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών της Κέρκυρας «από τις 8 Ιανουαρίου ως τις 9 Σεπτεμβρίου 1937, οπότε “καμένος από τον ήλιο και με χρυσές επωμίδες”, επέστρεψε στην Αθήνα, χάρη στη βοήθεια και τη μεσολάβηση της Ελένης Βλάχου, και τοποθετήθηκε ως ανθυπασπιστής στον 6ο Λόχο του ΙΙ Τάγματος στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού, το οποίο έδρευε στο Πικέρμι».
Το 1940 στρατεύεται εκ νέου και πολύ γρήγορα βρίσκεται στο μέτωπο. Στις 29 Οκτωβρίου 1940 ο Ελύτης τοποθετείται στη Διλοχία Διοικήσεως του Στρατηγείου του Α΄ Σ.Σ. στο Ψυχικό και λίγες μέρες αργότερα, ξεκινά ένα διαφορετικό ταξίδι στην Ελλάδα.
«5-9 Νοεμβρίου 1940: Το Στρατηγείο του Α΄ Σ.Σ. και οι οργανικές μονάδες του μετακινούνται στην περιοχή Καλαμπάκας και αναλαμβάνει τη διεύθυνση των επιχειρήσεων για την απόκρουση των Ιταλών». Η μετακίνηση γίνεται με οχήματα της Διμοιρίας Αυτοκινήτων του Στρατηγείου ή με τον σιδηρόδρομο. Από ένα σημείο και μετά, το μέσον είναι η πεζοπορία. «Οι στρατιώτες, ύστερα από το Αγρίνιο, την Καλαμπάκα, τη Φλώρινα, όπου κυρίως με το τραίνο φτάνουν, πεζοπορούν για να φτάσουν στο μέτωπο – λίγοι αφικνούνται με αυτοκίνητο κι αυτοί, πάντως, όχι μέχρι την πρώτη γραμμή. Κάποιοι από τους επιστρατευμένους φαντάρους καλύπτουν ίσως και περισσότερα από 300 χλμ. πορείας για να φτάσουν στην πρώτη γραμμή. Λίγες μέρες αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου 1940, το Στρατηγείο του Α΄ Σ.Σ. μετακινείται στο χωριό Βοτονόσι, 5 χλμ. ανατολικά του Μετσόβου. Στις 14 Νοεμβρίου αρχίζει η ελληνική (αντ)επίθεση».
Τα ιταλικά στρατεύματα απωθούνται και «το Στρατηγείο του Α΄ Σ.Σ. προωθείται στο χωριό Ζίτσα, 3 χλμ. ΒΔ των Ιωαννίνων. “Πότε με τα πόδια, βαδίζοντας προσεχτικά και κρατώντας ένα χοντρό ραβδί στο χέρι, πότε καβάλα σ’ ένα πανύψηλο άλογο ανέβαινα ολοένα τις νύχτες ανάμεσα από τα μεγάλα σύδεντρα και τα τρομαχτικά φαράγγια της Πίνδου. Νύχτα πάντοτε”» εκμυστηρεύεται αργότερα σε επιστολή του ο Ελύτης. Αλλού γράφει: «Πρέπει να βρω το αντίσκηνό μου. Το ’χουνε στήσει μακριά, στην άκρη απ’ όλα τ’ άλλα, που ’ναι όλα τους περιποιημένα, στοιχημένα σ’ ευθείες γραμμές. Έτσι που τα φωτίζει το φεγγάρι κάτω από τα σύννεφα, μοιάζουνε με τάφους. Ωστόσο, εδώ, σ’ αυτή τη μικρή κοιλάδα, νιώθω καλύτερα, προπάντων που δεν υπάρχει ψυχή τριγύρω μου. Αρχινάω τις βόλτες επάνου κάτω καπνίζοντας. Άλλο ένα τσιγάρο. Κι άλλο ένα».
Ιανουάριος 1941. «Το Σύνταγμα μετασταθμεύει στην περιοχή Καλαράτι, όπου αντικαθιστά το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων (Αρτας), έχοντας μέτωπο το “νεκρό χωριό” Μπολένα. “Αργότερα”, θυμάται και γράφει ο Ελύτης, με ένα “φύλλο πορείας” στην τσέπη, κίνησα για να συναντήσω την καινούργια μονάδα μου που μαχόταν κάπου ανάμεσα στ’ Ακροκεραύνια και στο Τεπελένι. Άρχισα να εγκαταλείπω ένα-ένα όλα τα στοιχεία που συγκροτούσανε την υλική μου υπόσταση. Τα γένια μου μεγάλωναν ολοένα. Οι ψείρες πλήθαιναν. Το χιόνι σκέπαζε τα πάντα. […] Τη νύχτα εκείνη χρειάστηκε να περάσω από ένα μονοπάτι που το χρησιμοποιούσαν οι τραυματιοφορείς για να κουβαλήσουν στα μετόπισθεν τους βαριά τραυματισμένους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα βογγητά τους…”».
Στις 23 Φεβρουαρίου του 1941 ο Οδυσσέας Ελύτης είναι άρρωστος με υψηλό τυφοειδή πυρετό. «Από το Μπόρσι με υγειονομικό όχημα, μέσω Αγίων Σαράντα, ο ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Αλεπουδέλης μεταφέρεται στο Δέλβινο, έδρα του Α1 Ορεινού Νοσηλευτικού Τμήματος και του Α2 Ορεινού Χειρουργείου, ένας “Σωτήρας άγγελος της ζώνης των πρόσω”. Τελικά, στις 2 Φεβρουαρίου, μέσω της καροποίητης οδού Δέλβινο-Γεωργουτσάδες και κατόπιν της αμαξιτής οδού Μπουλαράτ-Ελαία (Καλπάκι)-Γιάννενα, ο Ελύτης μεταφέρεται στο Νοσοκομείο Αξιωματικών Ιωαννίνων, το λεγόμενο “Ρουμανικόν” όπου νοσηλεύεται μέχρι τον Απρίλιο του 1941. Εκεί, στο 406 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων “η ιδέα ενός βιβλίου” κρατούσε τον ποιητή, “όπως άλλους ένα εικόνισμα”, κι όταν επιτέλους ξύπνησε απύρετος, και “είχε περάσει η μεγάλη κρίση”, πίστεψε πως “το βιβλίο που ονειρευόμουνα θα μπορούσε ίσως να γίνει”».
Μετά την κατάρρευση του μετώπου, ο Οδυσσέας Ελύτης περιπλανήθηκε σε διάφορες περιοχές της χώρας, ανέβηκε σε καρότσες φορτηγών, ξάπλωσε σε πεζούλια δρόμων εξαντλημένος και στις 23 Απριλίου του 1941 «εισάγεται στο Β΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο που εδρεύει στον Ευαγγελισμό. Την επόμενη μέρα, το νοσοκομείο αδειάζει, ο Ελύτης παίρνει εξιτήριο για το σπίτι του και αναρρώνει. Τότε ήταν που συγκροτήθηκε μέσα του η ιδέα που είχε στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. “Δεν απέμενε παρά να κρατήσω τον όρκο μου και να δώσω υπόσταση στον Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, αυτόν που είχε δοκιμαστεί σ’ όλα τα ανεβοκατεβάσματα της ελληνικής ιστορίας και που προχωρούσε ολοένα για να φτάσει μέσα και πέρα από το θάνατο… […] Λίγοι ξέρουνε ότι το κύριο βάρος του πολέμου το σήκωσαν οι ανθυπολοχαγοί. Και συμβολικά αυτό θέλησα να δείξω ηρωοποιώντας έναν ανθυπολοχαγό, με το “Ασμα” που έγραψα. Από το άλλο μέρος, έγινε αιτία ο πόλεμος να συνειδητοποιήσω τι είναι ο αγώνας, ο ομαδικός πλέον και όχι ο προσωπικός. Θέλω να πω τι σημαίνει να μάχεσαι και συ γι’ αυτά. Χωρίς την εμπειρία αυτή, πιστεύω δεν θα μου είχε ανοιχτεί ο δρόμος για το “Αξιον Εστί”».
Αποσπάσματα από το βιβλίο του Ηλία Καφάογλου “Ελύτης εποχούμενος- Διαδρομές στην ειρήνη και στον πόλεμο”
ΠΗΓΗ: https://www.kathimerini.gr/culture/books/789225/o-vios-toy-efedroy-od-alepoydeli/
Τα κίτρινα καπέλα
«Τα κίτρινα καπέλα» της Κέλλυ Ματαθία Κόβο (Εκδ. Πατάκη) είναι ένα βιβλίο για αναγνώστες κάθε ηλικίας που μιλά για τις διώξεις, την αδικία, τον πόλεμο, αλλά και την ανθρωπιά, το μεγαλείο της ψυχής, την ανάγκη αντίστασης.
Όπως αναφέρει η συγγραφέας «το έγραψα με αφορμή την ιστορία και τις περιπέτειες της οικογένειάς μου που, μέσα στον παραλογισμό και την φρίκη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, κατάφερε να σωθεί στο σύνολό της από το Ολοκαύτωμα. Δεκατρείς άνθρωποι. Τι έκαναν, πού πήγαν, πώς τα κατάφεραν. Είναι οι ιστορίες με τις οποίες μεγάλωσα και ήταν το πιο σημαντικό θέμα συζήτησης στο σπίτι μας. Είναι μέρος της ταυτότητάς μου. Μιλάει για φόβο, για κουράγιο, για ελπίδα και για φιλία που δεν γνωρίζει όρια. Μιλάει για εκείνους που, εφόσον τους δόθηκαν οι ευκαιρίες, αντέδρασαν και κατάφεραν να επιβιώσουν. Μιλάει, όμως και για εκείνους που χωρίς την βοήθειά τους δεν θα τα είχαν καταφέρει. Για εκείνους τους απλούς και θαρραλέους ανθρώπους που υπερασπίστηκαν τις αξίες τους και αυτό που εκείνοι πίστευαν ότι ήταν σωστό και δίκαιο. Εκείνους που δεν παρέμειναν αμέτοχοι παρατηρητές.» (ΠΗΓΗ: https://www.oanagnostis.gr/)
Ευτυχισμένη ζούσε η οικογένεια Μπε σε ένα βοσκοτόπι
μέχρι που μαθαίνουν πως πλησιάζουν –τα διαισθανόμαστε αλλά δεν τα βλέπουμε-τα άγρια θηρία, τα οποία θέλουν να συλλάβουν τα πρόβατα. Απόγνωση κυριεύει τον κύριο Μπε, που πρέπει να βρει τρόπο να σώσει την οικογένειά του.
Τα υπόλοιπα πρόβατα της κοινότητας ζουν μέσα στην αγωνία κοιτώντας ανήσυχα προς τα πάνω, προς έναν μαύρο ουρανό. Κάτι περιμένουν μα κανείς δεν μπορεί να φανταστεί.
Τελικά τα θηρία έρχονται και τα πρόβατα αναγκάζονται να φορέσουν κίτρινα καπέλα, απομονώνονται από όλα τα άλλα ζώα και διαχωρίζονται πίσω από αγκαθωτά συρματοπλέγματα.
Οι απορίες των παιδιών εύλογες…
«Μα δεν έκαναν τίποτε κακό!»
«Έτσι τα πήραν; Γιατί;»
«Μήπως τα άγρια θεριά είναι λύκοι, αλλά είναι σαν εκείνους που παριστάνουν τους καλούς γιατί θέλουν να μας ξεγελάσουν και πρέπει όλους να τους προσέχουμε;»(Επηρεασμένος από το «…και βγάζω το καπέλο μου»)
Τότε είναι που η οικογένεια του κ. Μπε αποφάσισε να δραπετεύσει. Κατέστρωσαν σχέδια με τη βοήθεια αγαπημένων φίλων- του Ποντικού του Τρομερού και του Κόκορα του Πρωινού. Στέλνουν τηλεγράφημα- στο νησιώτη Λαγό αποκαλώντας τον Σωτήρη, ένα όνομα που δεν ήταν το δικό του. Μα ο Λαγός κατάλαβε και έτρεξε με βάρκα και τους πήρε. Λίγο πριν να είναι πολύ αργά. Κι έμειναν στο νησί του κρυμμένοι μέχρις ότου ο πόλεμος τελείωσε.
Τότε πήραν την ακριβώς αντίθετη πορεία. Επέστρεψαν.
Η ζωή ξανάρχισε αν και πέρα μακριά στα βουνά τα θεριά πάντα παραμονεύουν. Η οικογένεια έζησε και μεγάλωσε. Πολλοί χάθηκαν αλλά…
…αυτούς που χάθηκαν δεν τους ξέχασαν ποτέ.
Τη φράση συνεχίζουν πετραδάκια– αδιαμφισβήτητα αποσιωπητικά– ένδειξη ότι κάποιος πέρασε από εκεί και οι νεκροί δεν ξεχάστηκαν. Και σε αυτή τη μαυρόασπρη συνέχεια εμφανίζεται ένα λουλούδι – η παπαρούνα της μνήμης για τα θύματα του πολέμου- ως φόρος τιμής και μνήμης.
Αυτό μας φέρνει στο νου το μνημείο που δημιουργήθηκε από τον σκηνοθέτη Can Togay και τον γλύπτη Gyula Pauer στη Γέφυρα των Αλυσίδων στον Δούναβη στη Βουδαπέστη για τους 550.000 Ούγγρους Εβραίους που έχασαν τη ζωή τους το 1944 – 45. Χιλιάδες από αυτούς πυροβολήθηκαν δίπλα στην όχθη από συμπατριώτες τους, συνεργάτες των Ναζί. Πριν τους εκτελέσουν, τους ανάγκαζαν να βγάλουν το πιο πολύτιμο πράγμα που είχαν επάνω τους: τα παπούτσια τους.
Το μνημείο είναι μια διαδρομή με 40 μπρούντζινα αδειανά ζεύγη υποδημάτων, πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου, σαν τα τελευταία βήματα μιας χορογραφίας που οδηγούσε στην εξόντωση…
“Φυσικό χάπι”
Σε μία περίοδο θλίψης, μοναξιάς και άγχους για τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο –όπως η τρέχουσα περίοδος πανδημίας- έρχεται η φύση να μας παρηγορήσει και να μας αποφορτίσει.
Σύμφωνα με έρευνες, η φύση μας επηρεάζει από το κεφάλι έως τα δάχτυλα των ποδιών μας μέσω διαφορετικών οδών, ανακάμπτουμε από το άγχος πιο γρήγορα και πληρέστερα μετά την έκθεση στη φύση σε σύγκριση με τα δομημένα περιβάλλοντα και το ανοσοποιητικό μας σύστημα επωφελείται όταν είμαστε σε αυτήν τη χαλαρή κατάσταση.
Το περπάτημα σε έναν δεντρόφυτο δρόμο μειώνει τη δραστηριότητα στον εγκέφαλο που σχετίζεται με τη θλίψη, τη μελαγχολία.
Τι καλύτερο για τη διάθεσή μας λοιπόν από αυτό το “φυσικό χάπι”;
Ο Rousseau, κύριος εκπρόσωπος της αγωγής που εναρμονίζεται με τους νόμους της φύσης, θεωρούσε ύψιστη την προσφορά της στη διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου και υποστήριζε ότι «πρέπει να φέρουμε τα παιδιά μας στη φύση και να τα αφήσουμε εκεί ελεύθερα να διαβάσουν από μόνα τους το ανοιχτό βιβλίο της». Και τα παιδιά έχουν πολλά να διδαχτούν από το βιβλίο αυτό. Κι αφού η φύση δεν μπαίνει σε καραντίνα ούτε απειλείται με lockdown, είναι εκεί και μας περιμένει …
«H γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει»
O Νέλσον Μαντέλα έχει πει πως «κανείς δε γεννιέται, μισώντας κάποιον για το χρώμα του δέρματος, την καταγωγή ή τη θρησκεία του. Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να μισούν και αν μπορούν να διδαχθούν το μίσος, μπορούν να διδαχθούν και την αγάπη, γιατί η αγάπη έρχεται πιο φυσικά στην ανθρώπινη καρδιά, παρά το αντίθετο».
Αυτό δε διαφέρει από τα λόγια της Alice Miller (1923-2010), Ελβετίδα ψυχολόγο, ψυχαναλύτρια και φιλόσοφο εβραϊκής καταγωγής, η οποία στο πλούσιο συγγραφικό της έργο έχει ασχοληθεί με το φαινόμενο της παιδικής κακοποίησης, καθώς και το βαθύ «αποτύπωμα» των τραυματικών εμπειριών στους ενήλικες:
«Κάποτε θα γνωρίζει όλος ο κόσμος, ότι η ανθρώπινη βαναυσότητα δεν είναι έμφυτη αλλά παράγεται και διδάσκεται στην παιδική ηλικία. Η πρώτη εντολή θα έπρεπε να ορίζει: Τίμα τα παιδιά σου ώστε να μη χρειάζεται να κτίσουν μέσα τους τοίχους προστασίας απέναντι στον παιδικό πόνο και να αμύνονται αργότερα απέναντι σε φανταστικούς εχθρούς με φρικτά όπλα που μπορούν να καταστρέψουν τον κόσμο. Οι νέοι που επιτίθενται σε συμμαθητές τους με σωματική βία ή φθάνουν ακόμα και στο φόνο δεν το κάνουν γιατί κάποτε τους κακόμαθαν από υπερβολική αγάπη αλλά γιατί μεγάλωσαν σε συνθήκες εγκατάλειψης και κακοποιήθηκαν χωρίς να τους επιτραπεί να αντιδράσουν.»
Δεν υπάρχει μόνο η σωματική βία. Υπάρχει και η λεκτική μορφή βίας. Δύσκολα την προσδιορίζει κανείς και την αποδεικνύει, ακριβώς γιατί σε αντίθεση με τις υπόλοιπες μορφές βίας δεν είναι ορατή. Είναι ύπουλη, δεν αφήνει σημάδια και οι συνέπειές της φαίνονται πολύ αργότερα, ίσως πολλές φορές όταν είναι ήδη πολύ αργά πια. Η λεκτική κακοποίηση είναι καθαρά ψυχολογική, γιατί χτυπάει κατευθείαν στο συναίσθημα.
Αναρωτιέμαι πώς μπορεί να νιώθει ένα πεντάχρονο παιδί κάθε φορά που ακούει τη μαμά του να απειλεί θυμωμένη και εκτός ελέγχου πως “θα κόψει από τη ρίζα τα χέρια” ενός άλλου συνομίληκου επειδή το ακούμπησε με την τσάντα του όπως κουνιόταν στη ‘γραμμούλα’ ή διεκδίκησαν το ίδιο παιχνίδι.
Όταν ένας ενήλικας με σχεδόν μισό αιώνα στην πλάτη του ταράζεται στο άκουσμα αυτών των λέξεων και ψάχνει μέσα του τους τρόπους να το διαχειριστεί, ένα μικρό παιδί πόσο διχασμένο μπορεί να αισθάνεται ανάμεσα στους γονείς του/πρότυπα και τον άλλο – τον εκπαιδευτικό εν προκειμένω- που μιλά για ομάδα και το ‘εμείς’ άσχετα από χρώμα ή χώρα καταγωγής;





























