Προστατευόμαστε… δεν ξεχνιόμαστε

Ας το έχουμε στο μυαλό μας. Είναι αληθινός και επικίνδυνος

Δημοσιεύτηκε από Γκολας Βαγ. στις Κυριακή, 2 Αυγούστου 2020

ΠΗΓΗ: https://www.facebook.com/evangelos.golas?__tn__=%2CdC-R-R&eid=ARBhxcirZBu30ZKxBaBWVAezTtkX8ffVm6cShVKh-9oxvESU5W7wdYIhLhR_QCpBoI5zo-17wSphSiRL&hc_ref=ARSb9P1HfJk_zfU41sHLz9XVvKnqyM7NdPHDUbKFL6atsUggquirvErHQr9EkHoTw0w&fref=nf

«Αύγουστος»

Ο μεγάλος, νομπελίστας ποιητής, Οδυσσέας Ελύτης, έγραψε το τραγούδι ο «Αύγουστος», που μελοποίησε ο Λίνος Κόκοτος και ερμήνευσε η Ρένα Κουμιώτη (πρώτη εκτέλεση 1972).

Ο Αύγουστος ελούζονταν
μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.

Αύγουστε μήνα και Θεέ
σε σένανε ορκιζόμαστε
πάλι του χρόνου να μας βρεις
στο βράχο να φιλιόμαστε.

Ο Αύγουστος ελούζονταν
μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.

Απ’ την Παρθένο στο Σκορπιό
χρυσή κλωστή να ράψουμε
κι έναν θαλασσινό σταυρό
στη χάρη σου ν’ ανάψουμε.

(Τα Ρω του Έρωτα, Ο. Ελύτης, εκδ. Ίκαρος)

«Corto Ian»


Μια ταινία μικρού μήκους για τον Ian που γεννήθηκε με εγκεφαλική παράλυση. Όπως όλα τα παιδιά θέλει να έχει φίλους. Χρειάζεται να δουλέψει σκληρά για να το επιτύχει. Οι διακρίσεις, ο εκφοβισμός και η αδιαφορία τον κρατούν μακριά από την αγαπημένη του παιδική χαρά. Αλλά ο Ίαν δεν θα τα παρατήσει εύκολα και θα πετύχει κάτι καταπληκτικό.

Ο Ίαν δεν είναι μόνος. Στην Αργεντινή υπάρχουν πέντε εκατομμύρια άτομα με αναπηρία. Στον κόσμο, περισσότερα από ένα δισεκατομμύριο. Η ένταξη είναι ζωτικής σημασίας για την κοινωνία μας, μας κάνει πλουσιότερους, διαφορετικούς, πιο δίκαιους.

 

 

«Leaving home»

«Leaving Home» – Short Film by Joost Lieuwma  – Ένα παράλογο και κωμικό , συνάμα, δράμα με τρεις χαρακτηριστικούς χαρακτήρες. Σε όλους κάτι θα θυμίσουν…

Σε ένα παιδί – νέο άνθρωπο δεν μπορείς να ικανοποιείς όλες τις επιθυμίες, να του μαθαίνεις πως μπορεί να έχει ό,τι θέλει, όπως το θέλει, όταν το θέλει, γιατί τότε δεν προετοιμάζεται για την πραγματική ζωή και τις δυσκολίες της αλλά θα νομίζει πως πάντα η ζωή του θα είναι σαν ταξίδι αναψυχής.

Ο πατέρας Φιλόθεος Φάρος σε μία συνέντευξή του για την ανατροφή των παιδιών αναφέρει το εξής: «… Στην περίπτωση του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η μητέρα τον είχε στα μεταξωτά, ακολουθώντας μία διαδικασία ευνουχισμού. Ο πατέρας του τότε επενέβη, τον πήρε και τον παρέδωσε σε ένα Σπαρτιάτη παιδαγωγό. Ξέρετε, οι αρχαίοι Έλληνες δεν παιδαγωγούσαν οι ίδιοι τα παιδιά τους. Πολύ σοφή κίνηση. Προσλάμβαναν παιδαγωγό, ο οποίος διαμόρφωνε την προσωπικότητα του παιδιού. Αφού τον παρέδωσε στον παιδαγωγό, εκείνος τον έβαλε κάτω από πολύ σκληρές συνθήκες διαβίωσης. Χρόνια αργότερα, ο Δαρείος πήγε να συναντήσει τον Αλέξανδρο πάνω σε φορείο, γιατί ήταν ένας μπούλης. Και γι’ αυτό έχασε τη μάχη. Ο Αλέξανδρος ήταν προετοιμασμένος για τη μεγαλύτερη δυνατή δυσκολία και γι’ αυτό αναλάμβανε μέσα στο στράτευμά του τα πιο δύσκολα. Έτσι έγινε ο ηγέτης για τον οποίο οι στρατιώτες έδιναν τα πάντα…Είναι παρακμιακό ήθος μόνο να χαϊδεύεις τα παιδιά…»                                                                                                                                               ΠΗΓΗ: Parents24.gr

‘Το κομμάτι που λείπει συναντά το μεγάλο Ο’

Σύμφωνα με τον Τόλκιν τα καλύτερα παιδικά βιβλία δεν είναι γραμμένα για παιδιά. Μπορεί να τα απολαμβάνουν τα παιδιά, αλλά στην πραγματικότητα μιλούν για τις βαθύτερες επιθυμίες και φόβους μας. Ως εκ τούτου, μπορούν να μαγέψουν ανθρώπους όλων των ηλικιών.

Το 1976, ο Shel Silverstein δημοσίευσε το παραμύθι «Το κομμάτι που λείπει συναντά το μεγάλο Ο» για την ολοκλήρωση και την εύρεση της πραγματικής αγάπης και συνύπαρξης.

Η ιστορία μιλά για τη μοναξιά και την ανάγκη να ανήκεις. Την ανάγκη να βρεις αυτό που σε συμπληρώνει, ώστε να «κυλήσεις» στη ζωή μαζί του. Μιλά για την εναγώνια αναζήτηση αυτού του άλλου, που θα έρθει ως «από μηχανής θεός», να κλείσει το μέσα μας κενό, να δώσει νόημα στη ζωή μας. Αυτό το άλλο, που πιστεύουμε, ότι θα μας αναγνωρίσει και θα το αναγνωρίσουμε «μαγικά». Στη διάρκεια αυτής της αναζήτησης θα κάνουμε πολλά: θα μασκαρευτούμε, θα τρομάξουμε, θα μπερδευτούμε, θα γελοιοποιηθούμε, θα ελπίσουμε… Και τελικά, κάποτε, θα βρούμε το ιδανικό μας άλλο, αυτό που μας χωρά και το χωράμε. Και ευτυχώς θα αρχίσουμε επιτέλους να «κυλάμε»…να ζούμε…Τι κρίμα μόνο, που κανείς δεν μας είπε και εμείς ποτέ δεν σκεφτήκαμε, ότι κυλώντας…αλλάζεις! Και έτσι αυτό που ξεκίνησε σαν απόλυτο ταίριασμα, στην πορεία αρχίζει να μας στενεύει και να το στενεύουμε…Και μετά τι….Μετά πάλι από την αρχή: προσμονή και μοναξιά… Μέχρι τη στιγμή που θα εμφανιστεί κάτι, κάποιος, που τίποτα δεν ζητά και τίποτα δεν του λείπει, (ένα Μεγάλο, ολοστρόγγυλο, πλήρες Ο), για να μας κάνει την απλή ερώτηση:

«Γιατί δεν κυλάς μόνο σου;»

«Μόνο μου; ένα Κομμάτι-που-λείπει (τριγωνικής μορφής) δεν μπορεί να κυλήσει μόνο του».

«Αλήθεια, προσπάθησες ποτέ;» ρώτησε το Μεγάλο Ο.

«Οι γωνίες μου είναι πολύ μυτερές» είπε το Κομμάτι-που-λείπει.

«Δεν είμαι φτιαγμένο για να κυλάω μόνο μου!»

«Οι γωνίες και τα σχήματα αλλάζουν» είπε το Μεγάλο Ο…

«Αλλάζουν»;

Σιωπή…Περισυλλογή…Απόπειρα….Προσπάθεια….Κίνηση….

Και επιτέλους αρχίζει το ταξίδι…η μεταμόρφωση…η ζωή…

Η ολοκλήρωση και ευτυχία μας, είναι πρωτίστως μια προσωπική υπόθεση. Κανείς δεν μπορεί να μας την επιβάλει ή ακόμα και να μας τη χαρίσει «έξωθεν». Και ίσως δεν γίνεται αλλιώς: για να συν-υπάρξουμε κάποτε με κάποιον ή κάτι, πρέπει πρώτα να υπάρξουμε σαν αυτοκαθοριζόμενες οντότητες. Η συν-ύπαρξη χρειάζεται δυο…όχι δυο μισά, αλλά δυο ολόκληρα. Δυο Μεγάλα ολοστρόγγυλα Ο, που τίποτα δεν χρειάζονται και τίποτα δεν τους λείπει…Δύο ολόκληρα που συμπορεύονται από καθαρή αγάπη. Όχι από ανάγκη ούτε από συμφέρον. Δυο ολόκληρα που τα ενώνει η επιλογή. Όχι η ελπίδα, ούτε ο φόβος…. Αν έτσι αντικρίσουμε τη ζωή μας, ίσως πάψουμε να μεμψιμοιρούμε, να τα βάζουμε με τους άλλους, να είμαστε απαθείς ή μοιρολάτρες. Αν δεν περιμένουμε την ευτυχία να μας χτυπήσει την πόρτα αλλά τραβήξουμε εμείς κατά κει, αν μη τι άλλο, σίγουρα στο τέλος, όποιο κι αν είναι, θα έχουμε κάνει ένα πολύ ενδιαφέρον ταξίδι!

«O φάρος»

«The Lighthouse» by Po Chou Chi

Ο γονέας είναι πάντα το λιμάνι για το παιδί του και στέκεται κάθε φορά εκεί σαν ένας αληθινός Φάρος που φωτίζει την κάθε διαδρομή και το οδηγεί με ασφάλεια σε ήσυχα νερά. Όσο περνάει ο καιρός γίνεται λιγότερο χρήσιμος στο παιδί του.

Σταδιακά το παιδί μπορεί και μόνο του όλο και πιο πολύ.

Αυτό δε σημαίνει παρά τούτο – κάποιος έκανε καλή δουλειά…

Απάντηση στην ‘ελίτσα μου’ που χθες σκεφτόταν

πως το να είναι κανείς γονιός σημαίνει μόνιμα μία αγωνία για το καθετί

«Ένα μικρό βήμα»

Η Luna είναι ένα μικρό κορίτσι που ονειρεύεται να γίνει αστροναύτης. Ο μπαμπάς της είναι πάντα δίπλα της και την ενθαρρύνει να ονειρεύεται, παρέχοντας βοήθεια και στήριξη σε κάθε βήμα της. Όσο μεγαλώνει όμως η Luna βρίσκει συνέχεια εμπόδια, που την αποθαρρύνουν. Μέχρι που μια απρόσμενη εξέλιξη θα αλλάξει τη ζωή της.

Το animation των Andrew Chesworth και Bobby Pontillas  «One Small Step» αφηγείται το ταξίδι πραγματοποίησης των ονείρων μας…

…και μας υπενθυμίζει αυτό που και ο Μάνος Χατζιδάκις έλεγε:

«βλέπετε, μονάχα η ήττα προκαλεί την σκέψη, την αναθεώρηση και την περισυλλογή. Με την ήττα μόνο ξαναγεννιόμαστε…»

Είναι σημαντικό ως γονείς να δώσουμε στο παιδί μας τη δυνατότητα να πάρει τα δικά του ρίσκα και αποφάσεις, να το μάθουμε να ζει χωρίς να δέχεται ή να κάνει παρεμβάσεις στην ατομική ελευθερία τη δική του και των γύρω του, αποδεχόμενο την διαφορετικότητα και την μοναδικότητα καθενός, να το ενθαρρύνουμε να ανακαλύπτει εναλλακτικές λύσεις και να αποδέχεται τις συνέπειες των πράξεων του,  γνωρίζοντας ότι, για όλα αυτά, έχει την αμέριστη εμπιστοσύνη μας και πρωτίστως το δικαίωμα-προτροπή να κάνει πολλά λάθη, από πολύ μικρή ηλικία…

Έτσι, η οποιαδήποτε αποτυχία θα εκληφθεί ως ένα ακόμη βήμα προς την επιτυχία. Ένα αποτέλεσμα μπορεί να αλλάξει, ένα όνειρο όμως παραμένει στο μυαλό και την ψυχή του, όσο δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί. Αν κάτι δεν πάει καλά, απλά χρειάζεται ένας επαναπροσδιορισμός. Αρκεί  το παιδί μας να έχει ‘προετοιμαστεί’ , ώστε να ισορροπήσει την ανάγκη για επιτυχία με το ψυχικό κόστος της πιθανής αποτυχίας.

 

(Με αφορμή την ανακοίνωση των βαθμολογιών στις Πανελλήνιες εξετάσεις σε λίγες ώρες)

 

Κ … όπως κύριος…

«Ο κύριός μου» της Ζωρζ Σαρή, εκδόσεις Πατάκη

Ο Πασχάλης, μαθητής της πέμπτης δημοτικού, είναι ένα πανέξυπνο αλλά ατίθασο παιδί. Ταλαιπωρεί τη μητέρα και τους δασκάλους του. Μιλά άσχημα, δεν υπακούει, μπαίνει και βγαίνει από το σχολείο όποτε θέλει, τσακώνεται με τους συμμαθητές του. Η μητέρα του στενοχωριέται και δεν ξέρει πια πώς να τον αντιμετωπίσει. Ο Πασχάλης ωστόσο κρύβει και αρκετές ευαισθησίες, αφού όταν τον φωνάζουν «μπάσταρδο» πληγώνεται πολύ, αλλά δεν το δείχνει. Γιατί ο Πασχάλης δεν έχει πατέρα. Δεν τον έχει γνωρίσει ποτέ… Ώσπου στο σχολείο έρχεται ένας καινούριος δάσκαλος, ο κύριος Γιώργος. Και τότε όλα σιγά σιγά αλλάζουν… και ο Πασχάλης αλλάζει. Πρόσωπα και συναισθήματα συγκρούονται. Η αγάπη, η κατανόηση, η εκτίμηση … κάνουν το θαύμα τους.

«Ο κύριος Πιπ» του Lloyd James, εκδόσεις Λιβάνη

Όταν καταφθάνουν οι στρατιώτες στο τροπικό νησί της Ματίλντα, μόνο ένας λευκός μένει πίσω: ο κύριος Watts. Ο κύριος Watts φοράει κόκκινη μύτη κλόουν και σέρνει πίσω του τη γυναίκα του, την αγέρωχη Γκρέις, με ένα καροτσάκι. Όλοι τον φωνάζουν Γουρλομάτη. Είναι όμως ο μοναδικός άνθρωπος στην Μπουγκενβίλ που μπορεί να αντικαταστήσει τη δασκάλα της Ματίλντα και των άλλων παιδιών.

Το σπάσιμο της ρουτίνας και η αβεβαιότητα του μέλλοντός τους έχουν καταστήσει δύσκολο για οποιονδήποτε να αγνοήσει την επικίνδυνη κατάσταση στην οποία βρίσκονται όλοι παγιδευμένοι. Αλλά η ικανότητα εύρεσης απόδρασης και ανακούφισης στη φαντασία προέρχεται από μια απίθανη πηγή : ο κύριος Watts  εθελοντικά θα ανοίξει ξανά το σχολείο και θα διδάξει τα παιδιά.

Ένας μεγάλος άνθρωπος με μια μικρή φωνή, ο κ. Watts λέει στους μαθητές ότι θέλει η σχολική τους αίθουσα να είναι «ένας τόπος φωτός. Ό,τι και αν συμβεί’.    

Όταν ο κ. Watts λέει την πρόταση, «πιστεύω ότι […] μπορούμε να κάνουμε τη διαφορά στη ζωή μας», αναφέρεται στην τάξη συλλογικά. Ακόμα πιο σημαντικό, αυτό το συλλογικό περιλαμβάνει και τον ίδιο. Με αυτόν τον τρόπο, αποδεικνύει την πεποίθησή του ότι ο ίδιος μπορεί να μάθει από τους μαθητές, πλαισιώνοντας τη διαδικασία της εκπαίδευσης ως συνεργατική πράξη. Αντί να στέκεται στο μπροστινό μέρος της τάξης ως έγκυρος και ανώτερος λευκός εκπαιδευτής, επιδιώκει να δημιουργήσει μια σχέση ‘δωροδοκίας’ με τους μαθητές του, αναγνωρίζοντας ότι ο πολιτισμός τους είναι εξίσου σημαντικός με τον δικό του και ότι όλοι θα ωφεληθούν εάν μπορούν να υφαίνουν μαζί το διαφορετικό τους υπόβαθρο.

Σύντομα, ο ήρωας του Ντίκενς, ο Πιπ, παίρνει ζωή για τη Ματίλντα και για τα υπόλοιπα παιδιά, και γίνεται πιο αληθινός και πιο σημαντικός από την τρομακτική καθημερινότητά τους.
Κι όπως λέει ο κύριος Watts «Δεν μπορείς να προσποιηθείς ότι διαβάζεις ένα βιβλίο. Σε προδίδουν τα μάτια σου και η αναπνοή σου. Ένας άνθρωπος μαγεμένος από ένα βιβλίο απλώς ξεχνάει να αναπνεύσει… Μπορεί να πιάσει το σπίτι του φωτιά και δε θα σηκώσει το βλέμμα παρά αφού λαμπαδιάσει η ταπετσαρία».
Το θεματικό εύρος του Mister Pip είναι αντιστρόφως ανάλογο του μεγέθους του μυθιστορήματος…
Με τα δύο αυτά βιβλία μία μαμά θέλησε να δείξει τι αισθάνθηκε
ότι υπήρξε το σχολείο για την κόρη της αυτά τα δύο χρόνια.
Ευχαριστώ πολύ για την τιμή…

«Η πιο όμορφη καρδιά»

Μια φορά κι ένα καιρό, ένας νεαρός είχε σταθεί στη μέση της πόλης και φώναζε ότι είχε την ομορφότερη καρδιά σʼ όλη την περιοχή. Μεγάλο πλήθος μαζεύτηκε, κι όλοι θαύμαζαν την καρδιά του, που ήταν τέλεια. Δεν υπήρχε ούτε σημάδι, ούτε το παραμικρό ψεγάδι πάνω της. Κι όλοι τότε συμφώνησαν ότι αυτή ήταν η πιο όμορφη καρδιά που είχαν δει ποτέ τους.

Ο νεαρός μας ήταν πολύ περήφανος και κορδωνόταν φωνάζοντας για την ωραία του καρδιά. Ξάφνου ένας γέρος στάθηκε μπροστά στον κόσμο κι είπε, Όμως η καρδιά σου δεν πλησιάζει την ομορφιά της δικής μου καρδιάς.”

Ο κόσμος, αλλά και το παλικάρι, κοίταξαν την καρδιά του γέροντα. Χτυπούσε δυνατά, όμως ήταν γεμάτη ουλές. Υπήρχαν σημεία όπου φαινόταν ότι είχαν κοπεί κομμάτια και στη θέση τους είχαν τοποθετηθεί άλλα, που όμως δεν ταίριαζαν καλά με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές δαντελωτές άκρες. Κι αλλού υπήρχαν σημεία με βαθιά χάσματα, απʼόπου έλειπαν και ολόκληρα κομμάτια.

Οι άνθρωποι κοίταζαν ο ένας τον άλλο – πως είναι δυνατόν να ισχυρίζεται αυτός ότι η καρδιά του είναι ωραιότερη, σκέφτονταν ;

Ο νέος κοίταξε την καρδιά του γέρου, είδε τα χάλια της και γέλασε.

-”Πλάκα μας κάνεις ;” είπε. “Για κάνε σύγκριση ανάμεσα στη δικιά σου και στη δικιά μου καρδιά. Η δικιά μου είναι τέλεια, ενώ η δικιά σου είναι ένα μάτσο ουλές και δάκρυα.”

-”Μάλιστα” είπε ο γέροντας, “η δική σου δείχνει τέλεια, όμως δεν θʼ άλλαζα ποτέ μου τη δική μου καρδιά με τη δική σου. Κοίταξε, κάθε ουλή αντιπροσωπεύει κάποιον που του έδωσα την αγάπη μου – κόβω ένα κομμάτι της καρδιάς μου και του το δίνω, και συχνά μου δίνει ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς για να πάει στη θέση του άδειου μέρους της καρδιάς μου, αλλά επειδή τα κομμάτια δεν είναι ακριβώς ίδια, έχω μερικές αγκαθωτές άκρες, που όμως τις λατρεύω γιατί μου θυμίζουν την αγάπη που μοιραστήκαμε.”

“Μερικές άλλες φορές έχω δώσει κομμάτια της καρδιάς μου, και ο άλλος δεν μου έδωσε πίσω ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς. Αυτά είναι τα άδεια χάσματα – ξέρεις, το να προσφέρεις την αγάπη σου έχει και κάποιο ρίσκο. Παρʼ όλο που αυτά τα χάσματα πονούν, παραμένουν ανοιχτά και μου θυμίζουν την αγάπη που έχω και γι αυτούς τους ανθρώπους, κι ελπίζω πως κάποια μέρα θα γυρίσουν κοντά μου και θα γεμίσουν τους χώρους που τους έχω άδειους να περιμένουν. Βλέπεις λοιπόν τι θα πει πραγματική ομορφιά ;”

Ο νεαρός στάθηκε σιωπηλός, με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του. Προχώρησε προς τον γέροντα, άπλωσε το χέρι του μέσα στην τέλεια, νεανική και όμορφη καρδιά του, και ξέσκισε ένα κομμάτι της. Το πρόσφερε στο γέροντα με χέρια που έτρεμαν. Ο γέρος τότε πήρε αυτή την προσφορά, την έβαλε στην καρδιά του, και μετά πήρε λίγη από την κατακομματιασμένη του καρδιά και την έβαλε πάνω στην πληγή της καρδιάς του νέου. Ταίριαζε βέβαια, αλλά όχι και απόλυτα, κι έτσι έμειναν κάποιες άγριες άκρες.

Και το παλικάρι κοίταξε την καρδιά του, που δεν ήταν πια τέλεια, ήταν όμως ομορφότερη από οποιαδήποτε άλλη αφού η αγάπη από την καρδιά του γέροντα ξεχείλιζε τώρα και στη δική του καρδιά.                                                                  ΠΗΓΗ: https://philosophyreturns.gr/

Η πιο όμορφη καρδιά

«O ακροβάτης»… στάση ζωής

Στίχοι: Δημήτρης Αποστολάκης
Μουσική: Δημήτρης Αποστολάκης
(Πρώτη εκτέλεση: Χαΐνηδες)

Ερμηνεία: Γιάννης Χαρούλης

«Για ιδέστε όλοι τον ακροβάτη που τραμπαλίζεται
για ιδέστε όλοι τον ξενομπάτη πως δε ζαλίζεται.
Για ιδέστε τον ακροβάτη που κι όταν πέφτει γελά
και ποτέ δε κλαίει, ποτέ δεν κλαίει.

Για ιδέστε που χει το ερημοπούλι αίμα στο φτερό
πετά κι ας το βρε θανάτου βόλι, κόντρα στον καιρό.
Με τον καιρό να ναι κόντρα, έχει τιμή σαν πετάς
να μένεις μόνος, να μένεις μόνος.

Για ιδέστε όλοι δέστε και μένα άλλο δε ζητώ
που `χω στους ώμους φτερά σπασμένα και ακροβατώ
Γύρισε κάτω η μέρα κι ακόμη εσύ να φανείς
μην κλαις πουλί μου, μην κλαις πουλί μου.»

Το αγαπημένο μου τραγούδι – στιχουργικό αριστούργημα. Εκπληκτικά ποιητικό μα και εντυπωσιακά δομημένο, με τρεις στροφές -σχεδόν σαν κινηματογραφικές πράξεις- όπου η τελευταία λειτουργεί ταυτόχρονα ως ανατροπή και επεξήγηση…

Το να πέφτεις πού και πού, είναι ατύχημα.

Το να μείνεις κάτω όμως, είναι επιλογή.

Το να σηκώνεσαι και να στέκεσαι στα πόδια σου είναι μάθημα ζωής…

Καλοκαίρι με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι…

Καλοκαίρι
η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει
καλοκαίρι
καρεκλάκια, πετονιές μες στο πανέρι
μες στη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει
καλοκαίρι
πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ’ αγέρι
καλοκαίρι
με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει
την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι
την κοψιά μιας προτομής μες στο παρτέρι
καλοκαίρι
μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη

Καλοκαίρι
με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι
καλοκαίρι
καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει
στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι
καλοκαίρι
με τον κούκο μες στα πεύκα και στ’ αμπέλι
καλοκαίρι
στόμα υγρό, μικροί λαγώνες, καλοκαίρι
με τη φέτα το καρπούζι στο ‘να χέρι
με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι
καλοκαίρι
λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι

Καλοκαίρι
του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη
καλοκαίρι
με βαριά μοτοσικλέτα μες τα σκέλη
τους φακούς του ανάβει μέρα μεσημέρι
καλοκαίρι
όλο πίσσα και κατράμι καλοκαίρι
καλοκαίρι
με τον ρόγχο του air condition μεσημέρι
φαλακροί μες στις σακούλες μας σαν γέροι
εκεινού με τ’ άσπρο κράνος που μας ξέρει
καλοκαίρι
μια οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι

Καλοκαίρι
στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη
αλλά εν τέλει
με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι
την λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει
καλοκαίρι
στον χαμό του οδηγημένο και το ξέρει
καλοκαίρι
τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει
μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι
στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι
καλοκαίρι
μες στα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει

 
Άλμπουμ: Το κούρεμα
Συνθέτης & Στιχουργός: Σαββόπουλος Διονύσης
Έτος Κυκλοφορίας: 1989

«Μαμά/μπαμπά, βαριέμαι»

«Μαμά/μπαμπά, βαριέμαι».

Κι από την πλευρά του γονέα; Ενόχληση, τρόμος, ενοχή. Σκέφτεται: «Πώς μπορεί το παιδί να διατείνεται ότι βαριέται όταν γύρω του υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα για να ασχοληθεί; Μήπως απέτυχα να το συναρπάσω;»

Σύμφωνα με τον ψυχαναλυτή Άνταμ Φίλιπς «η ικανότητα του να βαριέται ένα παιδί αποτελεί στάδιο της ανάπτυξής του … Η πλήξη αποτελεί μία ευκαιρία ώστε να συλλογιστεί τη ζωή. Η άποψη των ενηλίκων ότι το παιδί θα πρέπει διαρκώς να απασχολείται είναι εντελώς λανθασμένη και απόλυτα καταπιεστική».

Η βαρεμάρα είναι εκεί για να τη ζούμε – μας κάνει καλό. Ούτως ή άλλως, η ζωή δεν είναι μια ατέλειωτη διασκέδαση.

Σε άρθρο στους Times,  «The Relentlessness of Modern Parenting», παρατίθεται μια πρόσφατη έρευνα που αποκάλυψε ότι, ανεξαρτήτως τάξης, εισοδήματος ή φυλής, οι γονείς πιστεύουν πως τα παιδιά που βαριούνται μετά το σχολείο πρέπει να εγγράφονται σε απογευματινές δραστηριότητες, και πως οι ίδιοι πρέπει να σταματούν οποιαδήποτε δική τους δραστηριότητα και να ζωγραφίζουν με τα παιδιά τους όταν αυτά τους το ζητάνε. Κάθε δευτερόλεπτο ελεύθερου χρόνου πρέπει να αξιοποιείται, να μεγιστοποιείται, να αφιερώνεται σε κάποιο στόχο.

Ξεχνούν το βασικό: συμβαίνουν πράγματα όταν βαριέσαι. Το μυαλό δεν έχει άλλη διέξοδο από το να βυθίζεται σε ένα περίπλοκο φαντασιακό σύμπαν. Όταν βαριέσαι σε επισκέπτεται η φαντασία. Είσαι έτοιμος για μεγάλες ανακαλύψεις. Αφήνεις το μυαλό σου να περιπλανιέται, κι εσύ το ακολουθείς.

(Οι πίνακες είναι έργα του Bob Byerley)

«Θεωρούµε την παιδική ηλικία πολύ σηµαντική για να την εγκαταλείψουµε στα χέρια των παιδιών! Έτσι ελέγχουµε κάθε λεπτό της ζωής τους». Ο Καναδός δηµοσιογράφος Καρλ Ονορέ, συγγραφέας του best seller «Το µανιφέστο της χαρούµενης παιδικής ηλικίας» (εκδόσεις Αερόστατο), που ταξίδεψε δύο χρόνια σε ολόκληρο τον δυτικό κόσµο ερευνώντας εις βάθος τη «βιοµηχανοποιηµένη» παιδική ηλικία της εποχής µας, µιλάει στο «Βήµα» (Παπαδημητρίου Λένα – 29/10/2011) για τον «υπεργονεϊσµό» που πλήττει τα τελευταία χρόνια και την ελληνική οικογένεια και για τις επιπτώσεις της οικονοµικής κρίσης στον γονεϊκό ρόλο.

Κύριε Ονορέ, από τι πάσχει σήμερα η παιδική ηλικία στις δυτικές κοινωνίες;

«Έχουµε µετατρέψει την παιδική ηλικία σε έναν αγώνα δρόµου προς την τελειότητα. Τα παιδιά δεν έχουν αρκετό χρόνο να παίξουν, να σκεφτούν και να πειραµατιστούν µόνα τους. Κάθε λεπτό της ζωής τους βρίσκεται υπό διαρκή προγραµµατισµό, έλεγχο, επίβλεψη και αξιολόγηση (εκτός από τα λεπτά που περνούν online ή παίζοντας videogames)».

Πώς θα περιγράφατε τη σύγχρονη οικογένεια;

«Κάθε κοινωνία καταλήγει να έχει την οικογένεια που αντανακλά τις δυνάµεις και τις αδυναµίες της. Ως ενήλικες είµαστε υπερδραστήριοι και υπεραγχωµένοι και από ένστικτο ζητούµε να το µεταδώσουµε αυτό και στα παιδιά µας. Η σύγχρονη οικογένεια λειτουργεί σαν εταιρεία, εστιάζοντας κυρίως στον τοµέα της παραγωγικότητας και των ικανοτήτων. Αποστολή της εταιρείας είναι να παράξει τέλεια παιδιά».

Αφηγηθείτε μας την προσωπική ιστορία που έδωσε το έναυσμα για «Το μανιφέστο της χαρούμενης παιδικής ηλικίας».

«Σε µια συγκέντρωση γονέων οι δάσκαλοι µίλησαν όλοι µε καλά λόγια για τον επτάχρονο γιο µου, η δασκάλα όµως των τεχνικών άγγιξε την ευαίσθητη χορδή: “Ο γιος σας ξεχωρίζει”. Και να τη λοιπόν η λέξη που κάνει την καρδιά κάθε ανταγωνιστικού µπαµπά να χτυπάει σαν τρελή: “Χαρισµατικός”. Εκείνο το βράδυ “χτένισα” το Google ψάχνοντας εργαστήρια και δασκάλους εικαστικών που θα αναδείξουν το ταλέντο του γιου µου. Φαντασιωνόµουν ότι µεγαλώνω τον επόµενο Πικάσο. Το επόµενο πρωί ο γιος µου µού ανακοίνωσε: “Μπαµπά, δεν θέλω δάσκαλο, το µόνο που θέλω είναι να ζωγραφίζω. Γιατί εσείς οι µεγάλοι θέλετε συνεχώς να ελέγχετε τα πάντα;”».

Στην Ελλάδα, ο υπεργονεϊσμός, όπως τον περιγράφετε, βρίσκεται στο αποκορύφωμά του. Ποιες είναι οι παρενέργειές του;

«Η πίεση που ασκούµε στα παιδιά λειτουργεί εις βάρος της δηµιουργικότητάς τους. ∆εν µαθαίνουν να σκέφτονται και να αποφασίζουν µόνα τους, απλά πράττουν αυτά που τους υπαγορεύουµε. Συχνά υποφέρουν από άγχος και εξάντληση. Και δεν µαθαίνουν να γεµίζουν µόνα τους τον χρόνο τους, µε αποτέλεσµα να βαριούνται εύκολα. Τα παιδιά θα δυσκολευτούν αργότερα να σταθούν στα πόδια τους. Με άλλα λόγια, δεν θα ενηλικιωθούν. Μεγάλα ποσοστά φοιτητών Πανεπιστηµίου πάσχουν από ψυχολογικά προβλήµατα. Στη διάρκεια συνεντεύξεων για την εισαγωγή τους σε κάποιο πανεπιστήµιο οι 19χρονοι υποψήφιοι λένε στους καθηγητές: “Γιατί δεν τηλεφωνείτε καλύτερα στη µητέρα µου;”. Ο οµφάλιος λώρος µένει ανέπαφος, ακόµη και µετά την αποφοίτηση. Για να προσλάβουν αποφοίτους πανεπιστηµίων, µεγάλες εταιρείες όπως η Merrill Lunch καθιερώνουν “ανοιχτές µέρες”, όπου η µαµά και ο µπαµπάς µπορούν να εξετάσουν τις εγκαταστάσεις τους. Γονείς συχνά συνοδεύουν τα τέκνα τους στις συνεντεύξεις για δουλειά προκειµένου να διαπραγµατευτούν τον µισθό και τις µέρες αδείας τους!».

Και οι Έληνες γονείς έχουν… ψύχωση με τις ακαδημαϊκές επιδόσεις. Γνωρίζω ένα τρίχρονο αγόρι που κάνει μαθήματα αρχαίων Ελληνικών! Την ίδια στιγμή η Ελλάδα έχει τα πιο παχύσαρκα παιδιά στην Ευρώπη. Οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος;

«Στη διάρκεια της έρευνας για το βιβλίο µου συνάντησα στη Νέα Υόρκη µια γυναίκα που προσέλαβε τρεις νταντάδες για το µωρό της: µία που µιλάει ισπανικά, µία που µιλάει κινεζικά και µια τρίτη που µιλάει ρωσικά. Ευελπιστεί ότι ώσπου να κλείσει τα πέντε της χρόνια, η κόρη της θα είναι τρίγλωσση. Αν θέλετε τη γνώµη µου, το πιο πιθανό είναι το παιδί να κάνει ψυχοθεραπεία. Την ίδια στιγµή ανατρέφουµε την παχύτερη γενιά παιδιών που έχει δει ποτέ ο πλανήτης. Αλλά και τα παιδιά που αθλούνται κινδυνεύουν σε αριθµούς ρεκόρ από σοβαρούς τραυµατισµούς γιατί έχουµε εισαγάγει τον επαγγελµατισµό στον παιδικό αθλητισµό. Αφοσιωνόµαστε µετά ζήλου να χτίσουµε το βιογραφικό και τα ακαδηµαϊκά διαπιστευτήρια του παιδιού µας ενώ ταυτόχρονα τρέµουµε να το αφήσουµε από τα µάτια µας (από τη δεκαετία του ’70 ως σήµερα, η απόσταση που µπορούν να διανύσουν µόνα τους τα παιδιά στη Βρετανία µειώθηκε σχεδόν κατά 90%) και τελικά του στερούµε αυτό που χρειάζεται: χρόνο και χώρο να χαλαρώσει και να παίξει µόνο του».

Το ότι οι γυναίκες γίνονται σήμερα μητέρες σε πολύ μεγαλύτερη ηλικία έχει συμβάλει στον υπεργονεϊσμό;

«Αναµφίβολα. Επειδή δηµιουργούµε µικρότερες οικογένειες, έχουµε στη διάθεσή µας περισσότερο χρόνο και χρήµα για κάθε παιδί. Οι γονείς είναι πιο στρεσαρισµένοι διότι η ολιγοµελής οικογένεια τούς προσφέρει λιγότερη γονεϊκή εµπειρία ενώ “αποθηκεύει” λιγότερα γονίδιά τους. Αν έχεις την πρώτη σου εγκυµοσύνη στα 39, είναι πολύ πιθανό να έχεις περάσει αρκετά χρόνια προσπαθώντας να αποκτήσεις παιδί. Εποµένως, ξεκινάς µε µια αγωνία. Επιπλέον, και τα δύο φύλα αποκτούµε παιδιά συχνά έπειτα από πολλά χρόνια στην αγορά εργασίας. Το αποτέλεσµα είναι να εισαγάγουµε τα εργασιακά ήθη στο σπίτι µας. Για να βελτιώσουµε την απόδοσή µας ως γονείς, κάνουµε ό,τι και στο γραφείο: φωνάζουµε τους ειδικούς, ξοδεύουµε πολλά λεφτά και δουλεύουµε νυχθηµερόν. Επαγγελµατικοποιούµε τον ρόλο του γονιού».

Οι σύγχρονοι γονείς φοβούνται να αφήσουν τα παιδιά τους να βαρεθούν και έτσι υπερπρογραμματίζουν τη ζωή τους. Μήπως πρόκειται για έναν ενήλικο φόβο;

«Οι ενήλικες φοβόµαστε τη σιωπή και την ανία διότι µας αναγκάζει να κοιτάξουµε µέσα µας, θέτοντας τα µεγάλα ερωτήµατα της ζωής. Αν αφήσουµε τα παιδιά να “βαρεθούν”, θα χρησιµοποιήσουν την ανία και τον ελεύθερο χρόνο σαν εφαλτήριο για να παίξουν, να εξερευνήσουν, να εφεύρουν. Το πρόβληµα είναι ότι εµείς µε το πρώτο σηµάδι ανίας στο πρόσωπο του παιδιού µας σπεύδουµε να λύσουµε το “πρόβληµα”, προσφέροντας καινούργια ερεθίσµατα ή ψυχαγωγία».

ΠΗΓΗ: «Βήµα»  29/10/2011

«Μ’ αγαπάς, μπαμπά;»

…του Βασίλη Κουτσιαρή από τις εκδόσεις Ελληνοεκδοτική

“Γεννηθήκαμε σε έναν πανέμορφο δρόμο.
Σε μια πεδιάδα μακριά από σπίτια και φασαρία.
Στο τέρμα αυτού του δρόμου βρισκόταν
το σπίτι του κυρ Σταύρου, του «μπαμπά» μας.
Άνθρωπος αυτός, δέντρα εμείς.

Εγώ δεν έμοιαζα με τα υπόλοιπα δέντρα.
Εκείνα είχαν ρίξει περισσότερο μπόι από μένα
και καμάρωναν με τον ψιλόλιγνο κορμό τους,
ενώ ο δικός μου κορμός παρέμενε κοντός με τα κλαδιά μου
να καλύπτουν ένα μεγάλο κομμάτι του δρόμου.

Μια μέρα ο μπαμπάς με πλησίασε και μου είπε:
–  Πώς μπερδεύτηκε σπόρος από άλλη ποικιλία στο σακούλι μου;
Δηλαδή, είχα φυτρώσει κατά λάθος εδώ;
Ο μπαμπάς μου, άραγε, μ’ αγαπούσε;…’

(Από το οπισθόφυλλο του παραμυθιού)

Το δεντράκι το διαφορετικό, που θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει το κάθε παιδί με τα ξεχωριστά του χαρίσματα, είναι χαρούμενο και ανέμελο και δεν καταλαβαίνει την διαφορετικότητά του παρά μόνο από το βλέμμα των άλλων και από τα λόγια που πληγώνουν…
– Τι λάθος έκανα με σένα, αναρωτιέται ο κυρ Σταύρος.

Στο πρόσωπο του κυρ Σταύρου – του μπαμπά, πατερούλη ή μπαμπάκα των δέντρων – θα μπορούσε να είναι εκείνοι οι γονείς που αναρωτιούνται τι λάθος έκαναν και το παιδί τους δεν είναι όπως το ονειρεύτηκαν – ευγενικό, υπάκουο, ο ‘πρώτος μαθητής’, αυτός που ξεχωρίζει στα αθλήματα και από όλους τους άλλους, πρόθυμος να διαβάζει τα μαθήματά του όποτε του ζητηθεί.

Και χωρίς να παραδεχτούν πως αυτοί έχουν το λάθος στον τρόπο που ‘βλέπουν’ τα πράγματα προσπαθώντας να βάλουν το παιδί τους σε ένα καλούπι -αυτό που αυτοί ονειρεύονται και επιθυμούν- καταλήγουν να «κόψουν τα φτερά του» με τον ίδιο τρόπο που ο κυρ Σταύρος με ένα πριόνι έκοψε τα κλαδιά της λεύκας ώστε να την αλλάξει και να μοιάζει με τις υπόλοιπες.

Το δέντρο κατόπιν θα αναρωτηθεί…

‘Δεν είμαι εγώ’
‘Γιατί σε μένα;’
‘Γιατί ο πατέρας μου δεν με θέλει;’

…γεμίζοντας απογοήτευση, στενοχώρια, πληγές ψυχής…
 
Το «Μ’ αγαπάς, μπαμπά;» είναι ένα παραμύθι για τον σεβασμό στη διαφορετικότητα και την αναγκαιότητα της ύπαρξής της στον κόσμο μας. Το πρόβλημα της αποδοχής της ξεκινά από τους μεγάλους   αυτοί πρέπει να σκεφτούν και αν χρειάζεται να αλλάξουν τρόπο σκέψης και στάση ζωής.

Είναι αναγκαίο οι γονείς να αναγνωρίσουν το παιδί ως ένα άτομο ξεχωριστό και διαφορετικό από εκείνους με διαφορετικά κίνητρα, ανάγκες και στόχους. Με αυτόν τον τρόπο δίνεται χώρος στο παιδί να αναπτύξει τις δικές του επιθυμίες, να κάνει όνειρα και να τα προβάλλει στο μέλλον βασισμένο στη δική του ιδιοσυγκρασία και προσωπικότητα. Αντίθετα, προβάλλοντας στο παιδί τους τις δικές τους προσδοκίες τι άμυνες του δίνουν; Θα καταφέρουν να το κάνουν να νιώθει ελεύθερο ή μήπως –αντίθετα- εγκλωβισμένο στα ‘θέλω’ άλλων;

Το μπαλόνι είναι σαν την ευτυχία…

«Ένας δάσκαλος έφερε μπαλόνια στο σχολείο και ζήτησε από τα παιδιά να τα φουσκώσουν όλα και στη συνέχεια να γράψει το κάθε παιδί στο μπαλόνι του το όνομά του.

Μάζεψαν όλα τα μπαλόνια στο διάδρομο και ο δάσκαλος τα ανακάτεψε από άκρη σε άκρη. Ο δάσκαλος έδωσε τότε 5 λεπτά για να βρει το κάθε παιδί το μπαλόνι που είχε πάνω του το όνομά του. Τα παιδιά έτρεξαν πάνω κάτω, κοιτάζοντας και ψάχνοντας ξέφρενα, αλλά καθώς έφτασε η ώρα και τα 5 λεπτά πέρασαν… κανένα δεν βρήκε το δικό του μπαλόνι.

Τότε ο δάσκαλος είπε στα παιδιά να πάρουν το μπαλόνι που είχαν πιο κοντά τους και να το δώσουν σε εκείνο το παιδί του οποίου το όνομα ήταν γραμμένο πάνω στο μπαλόνι. Σε λιγότερο από 2 λεπτά το κάθε παιδί είχε το δικό του μπαλόνι.

Τελικά, ο δάσκαλος είπε:
«Το μπαλόνι είναι σαν την ευτυχία. Κανείς δεν θα το βρει εάν ψάχνει μόνο για το δικό του. Αντ ‘αυτού, αν όλοι νοιάζονται και για τους άλλους, θα βρουν το δικό τους πολύ πιο γρήγορα.»

ΠΗΓΗ: parents24.gr

«Πατρίδα»

«Πατρίδα» της Ουαρσάν Σάιρ  (γεννήθηκε στην Κένυα και μεγάλωσε στην Αγγλία)

«Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις
ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη
οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα
με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους
το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου
που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου
κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του
αφήνεις την πατρίδα
μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.
κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά
φωτιά κάτω απ΄ τα πόδια σου
ζεστό αίμα στην κοιλιά σου
δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες
μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου
και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο
ανάμεσα στα δόντια σου
και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων
κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού
δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.
πρέπει να καταλάβεις
ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα
εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά
κανένας δεν καίει τις παλάμες του
κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια
κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού
τρώγοντας εφημερίδες
εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει
σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.
κανένας δε σέρνεται
κάτω από φράχτες
κανένας δε θέλει να τον δέρνουν
να τον λυπούνται
κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων
ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία
όπου το σώμα σου πονούσε
ή τη φυλακή,
επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη
από μια πόλη που φλέγεται
και ένας δεσμοφύλακας το βράδι
είναι προτιμότερα από ένα φορτηγό
γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου
κανένας δε θα το μπορούσε
κανένας δε θα το άντεχε
κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό
για να ακούσει τα:
γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι
πρόσφυγες
βρομομετανάστες
ζητιάνοι ασύλου
που ρουφάτε τη χώρα μας
αράπηδες με τα χέρια απλωμένα
μυρίζετε περίεργα
απολίτιστοι
κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε
να κάνετε και τη δική μας
πώς δε δίνουμε σημασία
στα λόγια
στα άγρια βλέμματα
ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά
από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού
ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά
από δεκατέσσερις άντρες
ανάμεσα στα πόδια σου
ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο
να καταπιείς
από τα χαλίκια
από τα κόκαλα
από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.
θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,
αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
πατρίδα είναι η κάνη ενός όπλου
και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα
εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές
εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα
να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου
να συρθείς στην έρημο
να κολυμπήσεις ωκεανούς
να πνιγείς
να σωθείς
να πεινάσεις
να εκλιπαρήσεις
να ξεχάσεις την υπερηφάνεια
η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.
κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι
μια ιδρωμένη φωνή στο αυτή σου
που λέει
φύγε,
τρέξε μακριά μου τώρα
δεν ξέρω τι έχω γίνει
αλλά ξέρω ότι οπουδήποτε αλλού
θα είσαι πιο ασφαλής απ΄ ό,τι εδώ»

«Το ελαφοκάραβο»

…της Dashka Slater από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

«Το ελαφοκάραβο » είναι ένα ταξιδιάρικο παραμύθι με πρωταγωνιστή τον Μάρκο, μια μικρή αλεπού, με πολλές απορίες και αναπάντητα ερωτήματα. Συλλογίζεται για τη ζωή και τη φύση προκαλώντας την αδιαφορία / περιφρόνηση των άλλων αλεπούδων που τα ενδιαφέροντά τους περιορίζονται στην κοτόσουπα που θα φάνε το μεσημέρι.

Γιατί μερικά τραγούδια σε κάνουν χαρούμενο και κάποια άλλα λυπημένο;
Πόσο βαθιά βουτάει ο ήλιος όταν δύει μέσα στη θάλασσα;
Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να βρεις έναν φίλο;

Ψάχνοντας για απαντήσεις αποφασίζει να σαλπάρει, μετά από πρόσκληση της καπετάνισσας Σίλβια που αναζητάει νέο, δυναμικό πλήρωμα, με το Ελαφοκάραβο. Μαζί του επιβιβάζονται  4 θαρραλέα περιστέρια και 3 όμορφα ελάφια. Κάπως έτσι ξεκινάει ένα ταξίδι αναζήτησης με την ελπίδα να φθάσουν σε ένα υπέροχο νησί με το ψηλό χορτάρι και δέντρα γεμάτα καρπούς. Ο Μάρκο δεν είναι χορτοφάγος – ελπίζει πως εκεί θα βρει αλεπούδες που να γνωρίζουν τις απαντήσεις στις ερωτήσεις του.

Το ταξίδι αποδεικνύεται δυσκολότερο από ό,τι αρχικά περίμεναν. Τα περιστέρια δεν είναι συνηθισμένα στη σκληρή δουλειά των ναυτικών, ενώ τα ευαίσθητα ελάφια φοβούνται. Ο Μάρκο είναι αυτός που θα καταφέρει να ενώσει και να εμψυχώσει την ομάδα. Παρά τις απογοητεύσεις, τις φουρτούνες και τις εμπόδια δεν παύει να τους υπενθυμίζει πως είναι μαζί σε αυτή την περιπέτεια.

Κι όταν τελικά φθάσουν και γευτούν όσα το νησί τους προσφέρει ένα από τα ερωτήματα που θα προκύψουν είναι το εξής:

Και τώρα γυρίζουμε πίσω ή ξεκινάμε μία καινούρια περιπέτεια;

Οι 8 συνταξιδιώτες θα πάρουν γρήγορα την απόφαση- ένας νέος προορισμός θα τους περιμένει. Το ταξίδι μπορεί να είναι δύσκολο, οι άνεμοι άλλοτε δυνατοί κι άλλοτε θα καταλαγιάζουν, αλλά αυτοί θα ταξιδεύουν παρέα …

Στην τάξη μας η πλειοψηφία αποφάσισε -επηρεασμένη από τον ενθουσιασμό του Αν…- πως θα έπρεπε να ξεκινήσουν ένα καινούριο ταξίδι. Η Κ… θα προτιμούσε να γυρίσει πίσω, ενώ ο Κ… πως θα ήθελε να παραμείνει στο νησί, αφού ήταν όμορφα εκεί….

Το βέβαιο είναι πως βοηθήσαμε τη Μ…, η οποία από το πρωί είχε δηλώσει συγκινημένη πως αντιμετώπιζε μία κατάσταση – αισθανόταν πολύ στενοχωρημένη, καθώς πλησιάζει ο καιρός για να αφήσει το σχολείο, τους φίλους της και τις κυρίες της που 2 χρόνια τώρα πέρασε μαζί τους. Δεν ήθελε να αλλάξει κάτι από αυτό , αν και ξέρει πως δε γίνεται αλλιώς.

Η τάξη μας λοιπόν υπήρξε το δικό μας ΕΛΑΦΟΚΑΡΑΒΟ. 22 διαφορετικά πρόσωπα – ξεχωριστά και μοναδικά- ακολουθήσαμε για 2 χρόνια μία κοινή πορεία, η οποία είχε από όλα. Γελάσαμε και θυμώσαμε, χαρήκαμε και λυπηθήκαμε, συγκρουστήκαμε αλλά και αγκαλιαστήκαμε, πεισμώσαμε αλλά προχωρήσαμε, σκοντάψαμε και σηκωθήκαμε. Άλλωστε το moto μας δεν έπαψε να είναι αυτό: «Λίγη χαρά, λίγη λύπη και μπόλικη αγάπη».

Το ταξίδι μας πλησιάζει στο τέλος του. Ένας κύκλος κλείνει, ένας άλλος ξεκινά. Είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε, να θαυμάσουμε το νέο, να αναρωτηθούμε για το δεδομένο, να δεχθούμε την πρόκληση και να φύγουμε από την ασφάλεια και τη σιγουριά του γνωστού. Έτσι κι αλλιώς , η αγάπη δε χάνεται και οι θύμησες δεν σβήνουν…

 

 

 

«και βγάζω το καπέλο μου…»

«και βγάζω το καπέλο μου…» του Μάκη Τσίτα από τις εκδόσεις Κόκκινη Κλωστή Δεμένη

Όπως λέει ο συγγραφέας…

“Είχα στο νου μου ένα βιβλίο που να απευθύνεται εξίσου στα παιδιά και τους γονείς. Με ενδιαφέρει η έννοια του κακού στην παιδική λογοτεχνία. Ότι το κακό υπάρχει και ο κόσμος δεν είναι αγγελικά φτιαγμένος. Οι μεγαλύτεροι το ξέρουμε καλά αυτό. Με αυτό δεν θέλω ασφαλώς να τρομάξω τα παιδιά. Δεν πρέπει να τα φορτώνουμε με επιπρόσθετα άγχη και φοβίες, ωστόσο ήθελα να τους επιστήσω την προσοχή, να τους πω ότι πρέπει να είναι προσεκτικά γιατί ο κίνδυνος υπάρχει. Δεν παύει να υπάρχει αν τον αγνοείς. Το ίδιο θα έλεγα και προς τους γονείς. Δεν πρέπει να τους πιάσει κάποιος πανικός, παρά μόνο να είναι προσεκτικοί με τα παιδιά τους. Στα παιδιά πρέπει να λέμε τα πάντα, να τα προετοιμάζουμε γι’ αυτά που θα αντιμετωπίσουν, χωρίς βέβαια, όπως είπα, να τα φορτώνουμε με ενοχές και με άγχη. Άλλο η αισιοδοξία, η όρεξη για ζωή και άλλο οι κίνδυνοι που υπάρχουν έτσι κι αλλιώς παντού. Γιατί είναι όπως λες στο παιδί “μη βάζεις το στυλό στην πρίζα”. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πάθει κάποια φοβία ή ότι το αγχώνεις, αλλά του λες να προσέχει, του μαθαίνεις τον κίνδυνο. Γιατί κίνδυνοι υπάρχουν παντού, ακόμα και μέσα στο σπίτι.”                                                                                                               

    ΠΗΓΗ: Elniplex

Πολλές φορές οι κακοί των παραμυθιών δεν βρίσκονται μόνο στα παραμύθια αλλά και στα πάρκα περιμένοντας να τους επιτρέψουν κάποια παιδιά να πλησιάσουν. Και τότε ανοίγουν τη στοματάρα τους και προσπαθούν να χορτάσουν την πείνα τους.

Ευτυχώς στο παραμύθι ο φύλακας του πάρκου βρισκόταν εκεί για να σώσει τα παιδιά και να στείλει τον κακό λύκο στη φυλακή.

«Είδες κυρία; Όλα μια χαρά» (Β…)

«Πάει, τελείωσε…» (Αν…)

Να όμως που στις ιστορίες μπορεί  να υπάρχει ένας κακός, στην πραγματικότητα όμως οι κακοί είναι πολλοί περισσότεροι. Κι αν ένας πάει στη φυλακή, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί κάποιος άλλος να φορέσει το πεταμένο καπέλο και τα γυαλιά και να καθίσει στο πάρκο να περιμένει τα επόμενα παιδιά που θα θελήσουν έναν ακόμη για να παίξουν.Το κακό μπορεί να καραδοκεί και πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι να το αντιμετωπίσουμε.

«Δηλαδή αυτός είναι άλλος; Μην ανησυχείς εμείς δε μιλάμε σε αγνώστους »  (Βί…)

«Η Κόκκινη και η πόλη»


«Η Κόκκινη και η πόλη» της Marie Voigt από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ – μία σύγχρονη εκδοχή ενός κλασικού παραμυθιού, αφιερωμένο σε όποιον κάπου, κάποτε ένιωσε πως μπορεί να έχασε για λίγο το δρόμο του…

Η μαμά στέλνει την Κόκκινη να πάει λίγο κέικ στη γιαγιά της.

“Πάρε μαζί σου και τον Γούντι και το νου σου: Να ακολουθείς τα λουλούδια-καρδούλες”, την παραίνεσε η μητέρα της. Της είπε ακόμα να προσέχει τους δρόμους, να μη ξεστρατίσει από τον δικό της δρόμο, να μη μιλά σε αγνώστους. Λίγο μετά, η Κόκκινη πεινά. Τρώει λίγο κέικ. Και πριν το καταλάβει το έφαγε όλο. Πάει να της πάρει λουλούδια, να επανορθώσει. Βγαίνει από τον δρόμο της. Η μεγάλη πόλη την ξεμυαλίζει. Ξεχνά και τα λουλούδια.

“Ω, πόλη, πόσο λαμπερά παιχνίδια έχεις!”
“Για να σε θαμπώνω καλύτερα”.

“Ω, πόλη, πόσο λαχταριστές λιχουδιές έχεις!”
“Για να βαρυστομαχιάζεις καλύτερα”.

“Ω, πόλη, πόσο συγκλονιστικά νέα έχεις!”
“Για να σε αγχώνω καλύτερα”.

Όλα αυτά μοιάζουν με τα δόντια ενός λύκου που σε καταπίνει αργά, δίχως να το καταλάβεις… Γιατί ο δρόμος έχει πάντα λύκους και οι λύκοι πάντα θα καραδοκούν κρυμμένοι πίσω από δέντρα ή πολυκατοικίες. Το θέμα είναι εμείς οι ίδιοι να γνωρίζουμε την ύπαρξή τους και να τους προσπερνάμε. Γιατί όταν ξέρεις την ύπαρξη του κινδύνου, ξέρεις και πως να τον προσπεράσεις!

«Κυρία, νομίζω πως όλα αυτά έχουν να κάνουν με το ‘θέλω’ – ‘θέλω’ που λέμε συνέχεια και με το χρήμα… »   !!! (Άλ…)

«Τελικά, δεν είναι ο πραγματικός λύκος, το ζώο. Λύκοι μπορούν να είναι και οι άνθρωποι…»  (Αν…)

«Αυτοί που θέλουν να μας ξεγελάσουν για να μας κάνουν κακό, αλλά φαίνονται καλοί»  (Ι…)

«Όπως έγινε με το κορίτσι στη Θεσσαλονίκη που το έψαχναν» (Ιω…)

Ένα υπέροχο παραμύθι που προβλημάτισε,  σύγχρονος αναγραμματισμός της διάσημης Κοκκινοσκουφίτσας που στάζει από παντού σκέψεις και ιδέες.

«I am Greek and I wanna go home…»

Πέρασαν ήδη, έξι έτη…  (10 June 2014)

Το Σάββατο 7 Ιουνίου η Ελληνίδα σοπράνο Σόνια Θεοδωρίδου συνοδευόμενη από έξι σύγχρονες Ελληνίδες Καρυάτιδες, ντυμένες με αρχαιοελληνικά φορέματα, μπήκαν στο Βρετανικό Μουσείο για να συναντήσουν την αρπαγμένη από τον Λόρδο Έλγιν Καρυάτιδα του Ερεχθείου της Ακρόπολης των Αθηνών.

Η Σόνια Θεοδωρίδου όσο και οι έξι Καρυάτιδες ταξίδεψαν αεροπορικώς  φορώντας τους χιτώνες τους και ενδεδυμένες με τα παραδοσιακά μας φορέματα έφτασαν στο Λονδίνο, πήραν το Μετρό κι έφτασαν στο Βρετανικό Μουσείο.

Πολλοί από τους ανθρώπους που βρίσκονταν στις αίθουσες του Βρετανικού Μουσείου έβαλαν τα κλάματα, ενώ η ασφάλεια του Βρετανικού Μουσείου που αρχικά ήταν εχθρική με τη διαμαρτυρία των Ελληνίδων στη συνέχεια άλλαξε στάση και έγινε φιλική.

Η σοπράνο Σόνια Θεοδωρίδου συνοδευόμενη από έξι πανέμορφες Ελληνίδες ντυμένες στα λευκά, ως άλλες Καρυάτιδες, μπήκαν στο Βρετανικό μουσείο αναζητώντας την χαμένη «αδερφή τους», προκαλώντας το ενδιαφέρον τόσο των τουριστών αλλά και όσων επισκέπτονταν εκείνη την ώρα το μουσείο.

Ο κόσμος έκανε στην άκρη για να περάσουν. Όλοι αναρωτιόνταν τι συμβαίνει. Ακόμη και οι υπεύθυνοι του μουσείου. Μόλις αντιλήφθηκαν πως έψαχναν μέσα στην σιωπή, την έκτη Καρυάτιδα, αφού δεν την έβρισκαν, οι ίδιοι τις οδήγησαν σε αυτήν.

Παράλληλα, ανήμερα της Πεντηκοστής έξω από την εκκλησία της Αγίας Σοφίας στο Λονδίνο παρουσιάστηκε, μια μικρή σε διάρκεια αλλά σημαντική σε ουσία, μουσικό-θεατρική παράσταση σε μουσική του συνθέτη Παντελή Παυλίδη και σκηνοθεσία της Έλντας Πανοπούλου.

Ήταν μια παράσταση βασισμένη σε μελωδίες του Παντελή Παυλίδη. Το πρώτο κομμάτι ήταν ποίηση από τον Αλκαίο και την Σαπφώ.
Το δεύτερο ήταν ένας Ορφικός ύμνος προς τον Απόλλωνα και η τρίτη σύνθεση ήταν ένα οργανικό κομμάτι- κάλεσμα προς την έβδομη Καρυάτιδα που βρίσκεται στο Βρετανικό μουσείο.

Σκοπός μας είναι να αφυπνιστούν οι συνειδήσεις ώστε κάποια στιγμή να γίνει αίτημα όλων η επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στο τόπο τους»

«Πρέπει δε να σας πω ότι οι «ειδήμονες» της εκκλησίας της Αγίας Σοφίας μας απαγόρευσαν να σταθούμε μπροστά στην εκκλησία.
Δεν μας έδωσαν ούτε ρεύμα. Ρεύμα πήραμε από μια Σέρβα γειτόνισσα. Καρέκλα από το καφενείο. Μας απαγόρευσαν να σταθούμε ακόμη και μπροστά στην πόρτα της. Μας απαγόρευσαν να κάνουμε οτιδήποτε. Τον λόγο τον ξέρουν αυτοί. Φυσικά ο κόσμος ήρθε. Οι άνθρωποι από την εκκλησία έβγαιναν πολύ διστακτικά αλλά στο τέλος όλοι μας χειροκροτούσαν και αυτό είναι πολύ σπουδαίο για μας».

ΠΗΓΗ: Sonia Theodoridou

«Η δική μου η ψυχή είναι που με κάνει τα βράδια να ονειρεύομαι ότι είμαι σπίτι μου. Ναι, ότι γύρισα και βρίσκομαι ξανά στο σπίτι μου με την οικογένειά μου. Ζούσαμε όλοι μαζί κάποτε, σε μια πόλη με ήλιο λαμπερό. Τώρα…» (Από το παραμύθι του Β. Ηλιόπουλου «Τα βράδια ονειρεύομαι ότι είμαι σπίτι μου»)