Ο Μανωλιός είναι αλλιώς: το χνουδωτό χελωνάκι

Σε μια χώρα μακρινή, την Ολαΐδια, η Νόρα η χελώνα γέννησε το δικό της χελωνάκι. Το μικρό χελωνάκι ήταν πολύ όμορφο και χαριτωμένο, μόνο που είχε τρίχωμα! Η μαμά Νόρα όμως ήταν τόσο χαρούμενη, που κρατούσε στα χέρια της το μικρό της χελωνάκι και δεν την ένοιαζε τίποτε άλλο. Ο μπαμπάς χελώνος, ο Απόλλων, παρόλη του τη χαρά προβληματίστηκε. Μα όλους τους ίδιους! Δεν είχε αντικρίσει ποτέ του κάτι τέτοιο. Με την πρώτη ευκαιρία έτρεξε να ρωτήσει τους γιατρούς.

«Δεν έχουμε ξαναδεί κάτι τέτοιο», του είπαν, «αλλά μην ανησυχείτε, είναι απλώς τρίχες!».

Όταν η μαμά Νόρα επέστρεψε στο σπίτι με το μικρό της χελωνάκι κι ήρθαν να το δουν φίλοι και συγγενείς, όλοι έμειναν άφωνοι. Το κοιτούσαν, το ξανακοιτούσαν και αδυνατούσαν να καταλάβουν αν ήταν όντως χελωνάκι. Μια κοιτούσαν το Μανωλιό, μια κοιτιόντουσαν μεταξύ τους αινιγματικά. Αλλά κανείς δεν είπε τίποτα μπροστά στη μαμά Νόρα.

Παρά μόνο όταν ήρθε η ώρα να φύγουν άρχισαν τα σχόλια: «Μα το είδες πως ήταν;»

«Πραγματικά δεν έχω δει ποτέ μου κάτι αντίστοιχο», «Καημένη μαμά Νόρα τι σου ‘τυχε..»

«Και είναι πράγματι χελωνάκι; Πώς γίνεται αυτό;», έλεγαν και έλεγαν και τελειωμό δεν είχαν.

Τα χρόνια πέρασαν και μέσα σ’ όλα αυτά χρόνια η μαμά Νόρα και ο μπαμπάς Απόλλων έβλεπαν τον κόσμο να τους κοιτά συχνά περίεργα και να σιγομουρμουρίζουν μεταξύ τους. Ο Μανωλιός καθόταν πολλές φορές μόνος του δίχως φίλους, για αυτό η μαμά Νόρα και ο μπαμπάς Απόλλων προσπαθούσαν να βρουν τρόπο για να βοηθήσουν το μικρό Μανωλιό να μη στεναχωριέται. Αποφάσισαν λοιπόν να πάνε στο κουρείο και να ζητήσουν από τον κομμωτή να ξυρίσει όλο το τρίχωμα του Μανωλιού. Έτσι, θα ήταν ίδιο με όλα τα άλλα χελωνάκια. Ο Μανωλιός, όταν είδε τον εαυτό του στον καθρέφτη ενθουσιάστηκε! Επιτέλους! Ήταν όπως όλα τα άλλα χελωνάκια.

Την επόμενη μέρα, γεμάτος χαρά ο Μανωλιός πήγε στο σχολείο, όμως μόλις τον είδαν οι συμμαθητές του ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια. «Αχαχαχαχαχαχαχαχα! Τι έγινε με σένα; Πού πήγαν οι τρίχες σου;», «Με γεια το νέο σου κούρεμα! Χαχαχαχα!». Δεν το περίμενε αυτό ο Μανωλιός, πίστευε πως τώρα που δε διέφερε από τα άλλα χελωνάκια θα τελείωναν μια για πάντα τα πειράγματα. Απογοητευμένος, αφού τέλειωσε το σχολείο, πήρε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι. Στο δρόμο του έρχονταν στο νου όλα όσα του έλεγαν οι συμμαθητές του και τον έπιασαν κλάματα γοερά.

«Επ! Τι έγινε; Γιατί κλαις εσύ;», άκουσε να του λέει μια φωνή. Ξαφνιασμένος ο Μανωλιός σήκωσε το κεφάλι του και αντίκρισε κάτι που έμοιαζε με κλαράκι. «Ποια είσαι εσύ;» της είπε. «Εγώ είμαι η Ρίτα, η μαργαρίτα». Την στραβοκοίταξε για λίγο ο Μανωλιός κι έπειτα σχολίασε διστακτικά. «Ξέρεις… δε μοιάζεις με μαργαρίτα… Εσύ δεν έχεις πέταλα!» κι αμέσως δάγκωσε τη γλώσσα του. «Συγγνώμη» ψέλλισε. «Δεν πειράζει», του είπε η Ρίτα, «Το ‘χω συνηθίσει. Δεν ήμουν πάντα έτσι… Κάποτε, είχα τα πιο όμορφα και μεγάλα πέταλα από κάθε άλλη μαργαρίτα. Όμως μια μέρα, ένα κοριτσάκι, που περνούσε από εδώ, με άρπαξε κι άρχισε να μαδάει ένα- ένα τα πέταλά μου λέγοντας «Μ’ αγαπάει, δε μ’ αγαπάει, μ’ αγαπάει, δε μ’ αγαπάει…», ώσπου δε μου άφησε κανένα». «Λυπάμαι πολύ», απάντησε ο Μανωλιός. «Το ξέρω ότι πια δεν είμαι τόσο όμορφη όσο οι άλλες μαργαρίτες και στην αρχή ήμουν πολύ στεναχωρημένη. Όμως να σου πω κάτι; Όταν σταμάτησα να κλαίω και στέγνωσαν όλα τα δάκρυα στα μάτια μου, τότε… τότε είδα καθαρά! Είδα ό,τι δεν μπορούσα να δω μέχρι εκείνη τη στιγμή με τα πέταλα, που μου έκρυβαν τη θέα. Είδα πως απέναντι υπάρχει μια καταγάλανη θάλασσα, είδα πως ο ουρανός δεν τελειώνει πουθενά και πλέον μπορώ να βλέπω το φεγγάρι κάθε βράδυ οπουδήποτε κι αν είναι… είναι τόσα πολλά αυτά που είδα κι έμαθα».

Ο Μανωλιός παρακολουθούσε τόση ώρα τη Ρίτα με θαυμασμό και συνάμα με απορία. «Τι ωραία που τα λέει!», σκεφτόταν. «Θα μου πεις τώρα γατί κλαις εσύ;». επέμενε η Ρίτα. «Γιατί… γιατί τα παιδιά στο σχολείο με κοροϊδεύουν, επειδή είμαι γεμάτος τρίχωμα και δε μοιάζω με χελωνάκι». Με το που το ακούει αυτό η Ρίτα γουρλώνει διάπλατα τα μάτια της. «Μα τι είναι αυτά που λες;! Που στο καλό είναι οι τρίχες σου και δε βλέπω ούτε μία; Ωχ! Αμάν! Δε βλέπω καλά!», αναφώνησε τρομαγμένη κι άρχισε ευθύς να ψάχνεται μήπως και ξανάβγαλε πέταλα.
«Ουφ!», είπε ανακουφισμένη. «Τότε γιατί δε βλέπω το τρίχωμά σου;». Ο Μανωλιός της εξήγησε και της αφηγήθηκε την ιστορία του. «Δηλαδή για να καταλάβω… οι συμμαθητές σου τόσο καιρό σε κοροϊδεύουν γιατί δε μοιάζεις με τα άλλα χελωνάκια και τώρα που είσαι ίδιο με τα υπόλοιπα συνεχίζουν τα πειράγματα; Άρα ποιο είναι το πρόβλημα; Στην αρχή ήταν το τρίχωμά σου και διέφερες και τώρα η αλλαγή κι ας μη διαφέρεις. Άρα το πρόβλημα είναι δικό τους, όχι δικό σου! Κάνουνε την τρίχα τριχιά!». Καθώς περπατούσε για να φτάσει σπίτι του ο Μανωλιός, σκεφτόταν τα λόγια της Ρίτας. Μήπως τελικά δεν είχε ο Μανωλιός το πρόβλημα, αλλά οι συμμαθητές του;

Ο Μανωλιός και η Ρίτα έγιναν φίλοι κολλητοί και κάθε μεσημέρι μετά το σχολείο περνούσε από κει για να πουν τα νέα τους. Ο Μανωλιός ήταν τόσο χαρούμενος που είχε κι αυτός ένα φίλο. Τώρα πια τον ενοχλούσαν ολοένα και λιγότερο τα πειράγματα των συμμαθητών του. Κοντά στη Ρίτα μάθαινε να δέχεται τον εαυτό του όπως είναι και να αδιαφορεί για τις ειρωνείες των άλλων.

Καθώς οι μέρες περνούσαν, το τρίχωμα του Μανωλιού άρχισε να μεγαλώνει και πάλι, όμως τώρα είχε γίνει πιο τραχύ και άγριο από το ξύρισμα. Αυτή τη φορά οι γονείς του αποφάσισαν να δοκιμάσουν κάτι πιο αποτελεσματικό. «Ακούσαμε για τη μέθοδο λέιζερ». Ο Μανωλιός απάντησε αγανακτισμένος «ΌΧΙ! Βαρέθηκα πια! Δε θέλω ούτε ξύρισμα, ούτε αποτρίχωση, ούτε λέιζερ. Ούτε εμένα μ’ αρέσουν οι τρίχες, αλλά έτσι είμαι. Αυτός είμαι και δε θέλω να το αλλάξω.»

Την άλλη μέρα στο σχολείο άρχισαν ξανά τα πειράγματα. «Α! Πολύ περιποιημένος είσαι σήμερα, στην τρίχα!», «Πρόσεχε! Θα χτυπούσες… παρά τρίχα!». Ο Μανωλιός τους άκουγε και τους άκουγε, ώσπου κάποια στιγμή γύρισε ήρεμα και αποφασιστικά και τους είπε «Ως εδώ! Τέλος! Νομίζετε πως είστε όλοι ίδιοι και εγώ διαφορετικός, επειδή έτυχε απλώς να έχω τρίχωμα. Ε και; Εσύ Λέων που κάνεις συνέχεια τον αρχηγό και με κοροϊδεύεις για το τρίχωμά μου απ’ ό,τι βλέπω είσαι και συ γεμάτος τρίχες. Και συ Λαγέ που περηφανεύεσαι για το πόσο γρήγορα τρέχεις, έχασες από μια χελώνα. Όσο για σένα Ελέφαντα που μου πετάς συνέχεια νερό και κάνεις τον καμπόσο σε έχω δει πως τρέμεις από το φόβο σου, όταν περνάει από δίπλα σου ποντίκι. Δε μοιάζετε τελικά και τόσο πολύ με τους άλλους. Όλοι διαφορετικοί είμαστε. Μάλλον δε διαφέρω μόνο εγώ.», τους είπε και συνέχισε να περπατάει. Όλοι σώπασαν, μόνο το λιοντάρι πήγε να πει κάτι, αλλά άκουσε το Μανωλιό να του λέει βαριεστημένα χωρίς να σταματήσει ή να γυρίσει «Ωχ! Μωρέ πια, βαρέθηκα να σ’ ακούω!» κι έφυγε. Κι έμειναν όλοι πίσω να κοιτάζονται απορημένοι. Κάποιοι έμειναν με το κεφάλι σκυφτό, άλλοι συζητούσαν όσα τους είπε ο Μανωλιός και κατάλαβαν το λάθος τους. Την επόμενη μέρα αποφάσισαν να ζητήσουν συγνώμη από το Μανωλιό. Το λιοντάρι μόνο πάλι κορόιδευε, αλλά τώρα η απάντηση ήρθε από τους νέους φίλους του Μανωλιού. Το μεσημέρι ο Μανωλιός έτρεχε σαν τρελός από τη χαρά του και τη λαχτάρα του να πει τα καθέκαστα στη Ρίτα. Η Ρίτα με ένα πλατύ χαμόγελο γύρισε και του είπε γεμάτη περηφάνια για το φίλο της «Εμ! Είδες;;; Τζάμπα τόση στεναχώρα! Τρίχες!» και ξέσπασαν και οι δύο σε δυνατά γέλια.

ΠΗΓΗ: parents24.gr

Μία ιστορία για την αξία του να είμαστε διαφορετικοί και την πίστη στον εαυτό μας

«Ένας δάσκαλος φέρνει την άνοιξη» της Άλκης Ζέη

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ – ΜΠΕ 

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ: επιμέλεια Νατάσσα Δομνάκη

“Όταν ήμουνα μικρή, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, τα σχολεία άνοιγαν την πρώτη Οκτωβρίου. Τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη που γυρίζαμε από την εξοχή περίμενα με ανυπομονησία ν’ αρχίσει το σχολείο. Το αγαπούσα πολύ. Η μυρωδιά των καινούργιων βιβλίων, η διαδικασία του ντυσίματος με μπλε κόλλα και η άσπρη ετικέτα που κολλούσαμε για να γράψουμε όσο πιο καλλιγραφικά μπορούσαμε τον τίτλο του βιβλίου και το όνομά μας. Θυμάμαι με τι καμάρι έγραφα… Κοσμά και Δαμιανού, Κύρου Ανάβασις, της μαθητρίας Α΄ γυμνασίου Άλκης Ζέη. Δεν το πίστευα πως θα πήγαινα στο γυμνάσιο. Άσε που νόμιζα πως ο Κοσμάς και Δαμιανός είχανε γράψει την Κύρου Ανάβαση!

Στο γυμνάσιο! Ένιωθα μεγάλη πια. Η αδελφή μου που ήδη πήγαινε στο γυμνάσιο, μου έλεγε με πολλή περηφάνια πως είχανε πολλούς καθηγητές, έναν για κάθε μάθημα κι όχι μια δασκάλα για όλα όπως στο δημοτικό.

Εκεί, στην πρώτη γυμνασίου εκτός από τα τόσα θαυμαστά που συνέβαιναν γνώρισα και τη Ζώρζ Σαρή που γίναμε φίλες για μια ολόκληρη ζωή.

Το ίδιο το σχολείο που πήγαινα δεν το αγαπούσα. Η διευθύντρια ήτανε θαυμάστρια του Μεταξά και σε όλες τις τάξεις πλάι στον Χριστό κρεμόταν μια μεγάλη φωτογραφία του, που μας κοίταζε με γουρλωμένα μάτια μέσα από τα τεράστια γυαλιά του. Όμως, μαζί με τη Ζωρζ κι άλλα τρία κορίτσια είχαμε κάνει μια τόσο στενή παρέα που τίποτε δεν μπορούσε να τη διαλύσει. Ούτε καν ότι η Ζωρζ αγαπούσε τον Μεταξά γιατί της άρεσε η στολή νεολαίας και τα χρυσά αστέρια που της είχανε κολλήσει στους ώμους. Ήτανε πολύ όμορφη η Ζωρζ, είχε μια δυνατή φωνή και πολύ θάρρος. Έπαιρνε μέρος σε όλες τις γιορτές του σχολείου και πότε παρίστανε τον Ρήγα Φεραίο και πότε τον Ερμή. Με προστάτευε από τα μαλώματα της διευθύντριας επειδή στις εκθέσεις έγραφα τα δικά μου κι όχι τις τυποποιημένες φράσεις που μας έλεγε εκείνη σχετικά με την αποταμίευση και την αστυφιλία και άλλα τέτοια συγκλονιστικά.

Μια μικρή παρένθεση. Στην κατοχή η Ζωρζ ξέχασε τα χρυσά αστέρια, τον Μεταξά και τους βασιλιάδες και ήμασταν μαζί στην Αντίσταση.

Είχαμε δύο καθηγήτριες, μια στα Αρχαία και μια στα Νέα Ελληνικά, που τις λατρεύαμε κι εύρισκαν τον μπελά τους από τη διευθύντρια γιατί μας φέρονταν φιλικά και δεν μας κρατούσαν σε απόσταση. Ώσπου τη μια, την πιο νέα, την έδιωξε γιατί μας υπερασπίστηκε όταν εκείνη μας κατσάδιασε άδικα. Παρ’ όλα αυτά το αγαπούσαμε το σχολείο επειδή η φιλία μας ήταν τόσο δυνατή που δεν την αλλάζαμε με τίποτα.

Όταν οι γονείς μας, που ήταν πολύ δημοκρατικοί, θέλησαν να μας αλλάξουν σχολείο και σε μια διαφωνία με τη διευθύντρια μάς πήραν στη μέση της χρονιάς για να πάμε στη σχολή Αηδονοπούλου που για κείνα τα χρόνια ήταν -μα ακόμα και για σήμερα μπορούσε να είναι – ένα προοδευτικό, ελεύθερο σχολείο.

Η απελπισία μου δεν περιγράφεται. Είπα πως άρχιζε η πιο δυστυχισμένη μέρα της ζωής μου. Άφηνα τις φίλες μου που για μένα, ακόμα και τώρα, η φιλία είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στη ζωή μου.

Πήγα με κατεβασμένα μούτρα, το σχολείο όμως εκείνο δεν ήθελε κανένα παιδί που να μην χαμογελάει. Σ’ έσπρωχναν να κάνεις κάτι που αγαπούσες, να ζωγραφίσεις, να παίξεις θέατρο, κουκλοθέατρο, να γράψεις. Εκεί έμαθα πως μ’ αρέσει να γράφω. Την πρώτη έκθεση που έγραψα χωρίς τον φόβο της διευθύντριας του άλλου σχολείου την δημοσίευσαν στο περιοδικό του σχολείου. Κι ύστερα, μια επιτροπή από τις μεγάλες μαθήτριες που έβγαζαν μια φορά τη βδομάδα την εφημερίδα του τοίχου- την κολλούσαν στον τοίχο στους διαδρόμους του σχολείου-, μου ανέθεσαν να γράψω το χρονογράφημα γιατί βρήκαν από την πρώτη εκείνη έκθεση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό πως είχα χιούμορ. Έγραψα το πρώτο χρονογράφημα κι από τότε το έγραφα σχεδόν κάθε βδομάδα ώσπου τελείωσα το σχολείο. Δεν ξέρω αν θα γινόμουν συγγραφέας, αν δεν είχα αλλάξει σχολείο.

Έκανα καινούριες φίλες χωρίς όμως να ξεχάσω τις παλιές που κάθε μεσημέρι όταν σχολούσαμε με περίμεναν στη γωνιά ενός δρόμου ν’ αγκαλιαστούμε και να πούμε τα νέα μας.

Ήρθε ο πόλεμος. Ήτανε μια Δευτέρα και η πιο μεγάλη μου λύπη ήτανε ότι έκλεισε το σχολείο. Κι αργότερα, στην κατοχή, το σχολείο ήτανε σαν ένας φωτεινός φάρος μέσα στη μαυρίλα. Ας συναντούσαμε στο δρόμο ανθρώπους σωριασμένους κάτω από την πείνα, ας βλέπαμε άλλους να ψάχνουν στα σκουπίδια για να βρουν κάτι να φάνε, κι ας είχαμε δει ένα πρωί δυο κρεμασμένους από ένα φανάρι της πλατείας. Μόλις έκλεινε η πόρτα του σχολείου τα ξεχνούσαμε όλα, κι οι δάσκαλοί μας αδυνατισμένοι από την πείνα, με το κολάρο του πουκαμίσου τους να χάσκει στον λαιμό, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να ξεχνάμε τη φρίκη και να έχουμε ενδιαφέρον για τη ζωή.

Παρ’ όλο που το σχολείο μας το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και στριμωχτήκαμε σε ένα άλλο κτήριο τρεις τρεις στα θρανία, τότε κάναμε τις παραστάσεις του κουκλοθέατρου που εγώ έγραφα τα έργα, άλλες έπαιζαν τους ρόλους κι άλλες έφτιαχναν σκηνικά και κοστούμια. Δουλεύαμε με πάθος, τα ξεχνούσαμε όλα. Κι αυτό, το οφείλαμε στην καθηγήτρια των τεχνικών, την Ελένη Περράκη, που κράτησε μετά την κατοχή για ολόκληρα τριάντα χρόνια το κουκλοθέατρο με το όνομα». Τότε που ήταν σχεδόν το μοναδικό θέαμα για παιδιά.

Και δεν ήτανε μόνο αυτή. Ο καθηγητής των αρχαίων ελληνικών ο Μιχάλης Αναστασίου-ξάδελφος του Καζαντζάκη- δεν μας άφηνε μόνο με τα εις μι ρήματα και δυο σελίδες από την Αντιγόνη να μάθουμε απ’ έξω. Μας διάβαζε από μετάφραση όλη την τραγωδία και ξέκλεβε λίγη ώρα πριν χτυπήσει το κουδούνι για να μας διαβάσει τη μεγάλη του αγάπη, τον Πέερ Γκυντ του Ίψεν.

Οι δάσκαλοι, αυτοί είναι το παν για το σχολείο. Τώρα περιμένω με ανυπομονησία να χτυπήσει το πρώτο κουδούνι για ν’ αρχίσω να επισκέπτομαι τα σχολεία, όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και σε όλη την Ελλάδα, να κουβεντιάσω με τα παιδιά.

Kι όλα αυτά τα χρόνια που πηγαίνω από σχολείο σε σχολείο, κατέληξα στο συμπέρασμα πως όλα εξαρτώνται από τον δάσκαλο. Είτε το σχολείο βρίσκεται σε μεγάλη πόλη είτε σε μικρή ή και σε χωριό ακόμα, εντυπωσιάζομαι από τα παιδιά που κάνουν τόσα δημιουργικά πράγματα, που ξέρουν να συνομιλούν κι έχουν διαβάσει τόσα βιβλία που απορείς πώς βρίσκουν τον χρόνο. Κι όλα αυτά γιατί υπάρχει ένας δάσκαλος που κλέβει ώρες από μαθήματα και από τη ζωή του για να κάνει τα παιδιά -δύσκολο πράγμα σήμερα -να αγαπήσουν το βιβλίο και να ξεφύγουν από το βαρετό πρόγραμμα του σχολείου .Τους θαυμάζω αυτούς τους δασκάλους. Μέσα στις δύσκολες και άχαρες μέρες που ζούμε, αυτοί είναι μια αχτίδα ελπίδας. Σ΄ ένα νησί, είχα επισκεφτεί ένα σχολείο, την έκτη τάξη Δημοτικού. Και τι δεν έκαναν αυτά τα παιδιά. Έπαιζαν σκηνές ολόκληρες από τα βιβλία μου, είχαν γράψει δικές τους σκέψεις, ως και τραγούδια είχαν γράψει σχετικά με τα βιβλία, τα τραγουδούσε μια μικρή χορωδία που μαέστρος ήταν ο δάσκαλος.

Ένας πολύ χαρούμενος δάσκαλος με ολοφάνερη την αγάπη του για τα παιδιά. Πριν αποχαιρετήσω τα παιδιά τα συγχάρηκα για τη δουλειά που είχανε κάνει μα είπα ακόμα πως τους συγχαίρω και για τον εξαίσιο δάσκαλό τους. Τότε σηκώθηκε ένα αγόρι και μου λέει: Μας άξιζε όμως. Όταν βγήκαμε από την τάξη ρώτησα το παιδί. Γιατί είπες πως σας άξιζε ένας τέτοιος δάσκαλος; Και τότε εκείνο, μου διηγήθηκε μια απίστευτη ιστορία. Από την αρχή του χρόνου ως τις γιορτές, είχαν έναν δάσκαλο που φοβόταν τα μικρόβια, δεν άγγιζε την κιμωλία να γράψει στο πίνακα, ούτε τα τετράδιά τους, κι έβαζε τα ίδια τα παιδιά να γυρίζουν τα φύλλα κι αν κάποιο τον άγγιζε κατά λάθος, έβαζε τις φωνές κι έφευγε από την τάξη. Τα παιδιά είχαν πέσει όλα σε κατάθλιψη κι όταν ήρθε ο καινούργιος δάσκαλος, έκανε μέσα σ’ ένα μήνα όλη την τάξη χαρούμενη και τα παιδιά με χαρά έκαναν χίλια δυο πράγματα μαζί του.

Ας αλλάζουν οι υπουργοί Παιδείας, ας αλλάζουν κάθε τόσο τους νόμους. Όταν υπάρχει ένας δάσκαλος με όρεξη και κέφι, τα παιδιά αποκτούν κι’ αυτά όρεξη και κέφι για δουλειά. Είτε σε καινούριο σχολείο βρίσκονται είτε σε λυόμενο ή σε τάξεις με ξεχαρβαλωμένα θρανία. Βλέπεις τα μάτια τους να λάμπουν.

Δεν θ’ άξιζε λοιπόν ένα φωτοστέφανο για τον δάσκαλο; Άραγε θα βρεθεί ποτέ χέρι να του το φορέσει;”

 

Γιατί ο εκπαιδευτικός δεν πρέπει να νοείται ως διεκπεραιωτής – κινείται από αγάπη και πάθος για αυτό που κάνει.

Είναι αυτός που μεταφέρει στάσεις ζωής και έναν κόσμο ολόκληρο στο μαθητή του,

αλλά στη διάρκεια του ‘ταξιδιού’ τους κάνει στάσεις για να δει στα μάτια του παιδιού εάν όλο αυτό τον αφορά.

Με άλλα λόγια, είναι νοιάξιμο και αφοσίωση.

Mom – A Mother, Missing Home

Ένα animation από την Kορέα που δείχνει τον κύκλο της ζωής μίας γυναίκας, η οποία πριν φέρει στον κόσμο το δικό της παιδί, υπήρξε η ίδια παιδί,  ενηλικιώθηκε, ερωτεύτηκε, αγάπησε, παντρεύτηκε και ήρθε η στιγμή να φύγει από το σπίτι της, Μέχρι εκείνη τη στιγμή αποτέλεσε το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο για τη δική της μητέρα.

Έχοντας αποκτήσει πια το δικό της μωρό, ο κύκλος επαναλαμβάνεται, η ίδια βρίσκεται σε νέο ρόλο και χρόνια μετά θυμάται το σπίτι της και τις γλυκιές αναμνήσεις που το πλαισιώνουν.

Κι αυτές οι αναμνήσεις είναι ένας θησαυρός. Δεν κοστίζουν χρήματα – μόνο χρόνο. Και αυτό είναι που τις κάνει πολύτιμες.

Σήμερα  20 χρόνια αναμνήσεων…

“The eyes of a child”

Στόχος του Noemi association είναι να βλέπουμε το διαφορετικό με τον ίδιο τρόπο που το βλέπουν τα παιδικά μάτια. Όσοι εργαζόμαστε με μικρά παιδιά ξέρουμε πως για αυτά οι ‘ταμπέλες’ και συμβάσεις δεν υπάρχουν. Μπαίνοντας σε μια τάξη νηπιαγωγείου αυτό που διαπιστώνει κάποιος είναι πως όσο πιο μικρά είναι τα παιδιά τόσο πιο μεγάλη είναι η αποδοχή την οποία επιδεικνύουν στο διαφορετικό. Για τα μικρά παιδιά δεν έχει διαφορά  αν ένα άλλο παιδί  δεν μπορεί να επικοινωνήσει λεκτικά τις ανάγκες του, αν είναι άσπρο ή μαύρο, αν είναι Χριστιανός ή έχει κάποιο άλλο θρήσκευμα. Μόνο και μόνο ότι είναι παιδί είναι αρκετό για να κάνει τα παιδιά να πουν -απλά, φυσικά και αβίαστα- τη φράση «είναι φίλος μου».

Ας μην προβάλλουμε στα παιδιά τις δικές μας προκαταλήψεις…

“Το μόλεμα”

Τον Ιούνιο με την επιστροφή μας διαβάσαμε “Το μόλεμα” του Φίλιππου Μανδηλαρά από τις εκδ. Παπαδόπουλος.

Προβλημάτισε αρχικά ο τίτλος του παραμυθιού. Τι θα μπορούσε να σημαίνει; Το σίγουρο ήταν πως τη λέξη δεν την είχαμε ξανακούσει αλλά κάτι θα μπορούσε να μας θυμίζει…

“Κυρία μήπως σημαίνει αίμα;” ή “μήπως πόλεμο”;

…Ήταν ξέγνοιαστη η ζωή στη φάρμα ώσπου μια μέρα το περιστέρι έφερε τα κακά μαντάτα. Μόλεμα. Οδηγίες προστασίας: σχολαστικό πλύσιμο των φτερών, κάλυψη ράμφους και άλλα τέτοια ακατανόητα. “Σιγά μη στεγνώνουμε και τα φτερά με φυσερό”, είπε μια χήνα. Αδιαφόρησαν και συνέχισαν τη ζωή τους.

Το περιστέρι ξανάρθε. “Το μόλεμα χτύπησε πίσω από το δάσος”. Μα ούτε τότε έδειξαν να συγκινούνται. Ώσπου το μόλεμα ήρθε δίπλα τους. Κι άρχισαν να τρώγονται, καχύποπτα να κοιτούν άλλα ζώα ώσπου έγινε αναγκαστικός ο εγκλεισμός στις φωλιές τους.

“Κυρία το βρήκαμε – το μόλεμα είναι ο κορονοϊός”

Πράγματι “με θαυμαστά αντανακλαστικά ο Φίλιππος Μανδηλαράς, η Ναταλία Καπατσούλια και οι εκδόσεις Παπαδόπουλος έβγαλαν μέσα στον Απρίλιο του υποχρεωτικού εγκλεισμού “Το Μόλεμα” αναδιατάσσοντας την πραγματικότητα που έζησε και ζει η ανθρωπότητα και τοποθετώντας την σε ένα βιβλίο για παιδιά με πρωταγωνιστές κότες, χήνες και άλλα πτηνά. Η ιστορία, τα μαθήματα και τα μηνύματά της είναι εύληπτα και βοηθούν τα παιδιά να αντιληφθούν καλύτερα την κατάσταση, τις δυσκολίες της καθώς και τις ενέργειες που απαιτούνται για τη διαφύλαξη της ατομικής και δημόσιας υγείας.”                                                                   ΠΗΓΗ: Elniplex

Ένα παραμύθι για την υπευθυνότητα (ή αλλιώς ατομική ευθύνη για την οποία πολύς λόγος γίνεται από όσους επιλέγουν τα λόγια και όχι τις πράξεις) που χρειάζεται να δείχνουμε απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους όταν παρουσιάζεται μια δυσκολία.

 

 

Με αφορμή έναν νεαρό κύριο στην είσοδο φούρνου σε γειτονιά της Θεσσαλονίκης,

ο οποίος δεν ήθελε (!!!) να βάλει μάσκα -φέρνοντας σε πολύ δύσκολη θέση

και την υπάλληλο του καταστήματος- γιατί τον ενοχλεί και δε θέλει να πιστεύει αυτά που λέγονται στην τηλεόραση...

Κάποιες φορές δεν χρειάζεται να μένουμε στο πόσο μεγάλος ή μικρός είναι ο κίνδυνος. Και μόνο οι υποψίες αρκούν. Και μόνο λίγες ενδείξεις είναι υπεραρκετές. Και η μάσκα είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε -όχι γιατί μας το επιβάλλει ο νόμος αλλά γιατί μας το επιβάλλει η συνείδησή μας. Στην τρέχουσα φάση, αυτή η στάση είναι η μόνη που μπορεί να κάνει τη διαφορά.

“Αύγουστος”

Ο μεγάλος, νομπελίστας ποιητής, Οδυσσέας Ελύτης, έγραψε το τραγούδι ο “Αύγουστος”, που μελοποίησε ο Λίνος Κόκοτος και ερμήνευσε η Ρένα Κουμιώτη (πρώτη εκτέλεση 1972).

Ο Αύγουστος ελούζονταν
μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.

Αύγουστε μήνα και Θεέ
σε σένανε ορκιζόμαστε
πάλι του χρόνου να μας βρεις
στο βράχο να φιλιόμαστε.

Ο Αύγουστος ελούζονταν
μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.

Απ’ την Παρθένο στο Σκορπιό
χρυσή κλωστή να ράψουμε
κι έναν θαλασσινό σταυρό
στη χάρη σου ν’ ανάψουμε.

(Τα Ρω του Έρωτα, Ο. Ελύτης, εκδ. Ίκαρος)

“Corto Ian”


Μια ταινία μικρού μήκους για τον Ian που γεννήθηκε με εγκεφαλική παράλυση. Όπως όλα τα παιδιά θέλει να έχει φίλους. Χρειάζεται να δουλέψει σκληρά για να το επιτύχει. Οι διακρίσεις, ο εκφοβισμός και η αδιαφορία τον κρατούν μακριά από την αγαπημένη του παιδική χαρά. Αλλά ο Ίαν δεν θα τα παρατήσει εύκολα και θα πετύχει κάτι καταπληκτικό.

Ο Ίαν δεν είναι μόνος. Στην Αργεντινή υπάρχουν πέντε εκατομμύρια άτομα με αναπηρία. Στον κόσμο, περισσότερα από ένα δισεκατομμύριο. Η ένταξη είναι ζωτικής σημασίας για την κοινωνία μας, μας κάνει πλουσιότερους, διαφορετικούς, πιο δίκαιους.

 

 

“Leaving home”

“Leaving Home” – Short Film by Joost Lieuwma  – Ένα παράλογο και κωμικό , συνάμα, δράμα με τρεις χαρακτηριστικούς χαρακτήρες. Σε όλους κάτι θα θυμίσουν…

Σε ένα παιδί – νέο άνθρωπο δεν μπορείς να ικανοποιείς όλες τις επιθυμίες, να του μαθαίνεις πως μπορεί να έχει ό,τι θέλει, όπως το θέλει, όταν το θέλει, γιατί τότε δεν προετοιμάζεται για την πραγματική ζωή και τις δυσκολίες της αλλά θα νομίζει πως πάντα η ζωή του θα είναι σαν ταξίδι αναψυχής.

Ο πατέρας Φιλόθεος Φάρος σε μία συνέντευξή του για την ανατροφή των παιδιών αναφέρει το εξής: “… Στην περίπτωση του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η μητέρα τον είχε στα μεταξωτά, ακολουθώντας μία διαδικασία ευνουχισμού. Ο πατέρας του τότε επενέβη, τον πήρε και τον παρέδωσε σε ένα Σπαρτιάτη παιδαγωγό. Ξέρετε, οι αρχαίοι Έλληνες δεν παιδαγωγούσαν οι ίδιοι τα παιδιά τους. Πολύ σοφή κίνηση. Προσλάμβαναν παιδαγωγό, ο οποίος διαμόρφωνε την προσωπικότητα του παιδιού. Αφού τον παρέδωσε στον παιδαγωγό, εκείνος τον έβαλε κάτω από πολύ σκληρές συνθήκες διαβίωσης. Χρόνια αργότερα, ο Δαρείος πήγε να συναντήσει τον Αλέξανδρο πάνω σε φορείο, γιατί ήταν ένας μπούλης. Και γι’ αυτό έχασε τη μάχη. Ο Αλέξανδρος ήταν προετοιμασμένος για τη μεγαλύτερη δυνατή δυσκολία και γι’ αυτό αναλάμβανε μέσα στο στράτευμά του τα πιο δύσκολα. Έτσι έγινε ο ηγέτης για τον οποίο οι στρατιώτες έδιναν τα πάντα…Είναι παρακμιακό ήθος μόνο να χαϊδεύεις τα παιδιά…”                                                                                                                                               ΠΗΓΗ: Parents24.gr

“O φάρος”

“The Lighthouse” by Po Chou Chi

Ο γονέας είναι πάντα το λιμάνι για το παιδί του και στέκεται κάθε φορά εκεί σαν ένας αληθινός Φάρος που φωτίζει την κάθε διαδρομή και το οδηγεί με ασφάλεια σε ήσυχα νερά. Όσο περνάει ο καιρός γίνεται λιγότερο χρήσιμος στο παιδί του.

Σταδιακά το παιδί μπορεί και μόνο του όλο και πιο πολύ.

Αυτό δε σημαίνει παρά τούτο – κάποιος έκανε καλή δουλειά…

Απάντηση στην ‘ελίτσα μου’ που χθες σκεφτόταν

πως το να είναι κανείς γονιός σημαίνει μόνιμα μία αγωνία για το καθετί

“Ένα μικρό βήμα”

Η Luna είναι ένα μικρό κορίτσι που ονειρεύεται να γίνει αστροναύτης. Ο μπαμπάς της είναι πάντα δίπλα της και την ενθαρρύνει να ονειρεύεται, παρέχοντας βοήθεια και στήριξη σε κάθε βήμα της. Όσο μεγαλώνει όμως η Luna βρίσκει συνέχεια εμπόδια, που την αποθαρρύνουν. Μέχρι που μια απρόσμενη εξέλιξη θα αλλάξει τη ζωή της.

Το animation των Andrew Chesworth και Bobby Pontillas  “One Small Step” αφηγείται το ταξίδι πραγματοποίησης των ονείρων μας…

…και μας υπενθυμίζει αυτό που και ο Μάνος Χατζιδάκις έλεγε:

«βλέπετε, μονάχα η ήττα προκαλεί την σκέψη, την αναθεώρηση και την περισυλλογή. Με την ήττα μόνο ξαναγεννιόμαστε…»

Είναι σημαντικό ως γονείς να δώσουμε στο παιδί μας τη δυνατότητα να πάρει τα δικά του ρίσκα και αποφάσεις, να το μάθουμε να ζει χωρίς να δέχεται ή να κάνει παρεμβάσεις στην ατομική ελευθερία τη δική του και των γύρω του, αποδεχόμενο την διαφορετικότητα και την μοναδικότητα καθενός, να το ενθαρρύνουμε να ανακαλύπτει εναλλακτικές λύσεις και να αποδέχεται τις συνέπειες των πράξεων του,  γνωρίζοντας ότι, για όλα αυτά, έχει την αμέριστη εμπιστοσύνη μας και πρωτίστως το δικαίωμα-προτροπή να κάνει πολλά λάθη, από πολύ μικρή ηλικία…

Έτσι, η οποιαδήποτε αποτυχία θα εκληφθεί ως ένα ακόμη βήμα προς την επιτυχία. Ένα αποτέλεσμα μπορεί να αλλάξει, ένα όνειρο όμως παραμένει στο μυαλό και την ψυχή του, όσο δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί. Αν κάτι δεν πάει καλά, απλά χρειάζεται ένας επαναπροσδιορισμός. Αρκεί  το παιδί μας να έχει ‘προετοιμαστεί’ , ώστε να ισορροπήσει την ανάγκη για επιτυχία με το ψυχικό κόστος της πιθανής αποτυχίας.

 

(Με αφορμή την ανακοίνωση των βαθμολογιών στις Πανελλήνιες εξετάσεις σε λίγες ώρες)

 

Κ … όπως κύριος…

“Ο κύριός μου” της Ζωρζ Σαρή, εκδόσεις Πατάκη

Ο Πασχάλης, μαθητής της πέμπτης δημοτικού, είναι ένα πανέξυπνο αλλά ατίθασο παιδί. Ταλαιπωρεί τη μητέρα και τους δασκάλους του. Μιλά άσχημα, δεν υπακούει, μπαίνει και βγαίνει από το σχολείο όποτε θέλει, τσακώνεται με τους συμμαθητές του. Η μητέρα του στενοχωριέται και δεν ξέρει πια πώς να τον αντιμετωπίσει. Ο Πασχάλης ωστόσο κρύβει και αρκετές ευαισθησίες, αφού όταν τον φωνάζουν «μπάσταρδο» πληγώνεται πολύ, αλλά δεν το δείχνει. Γιατί ο Πασχάλης δεν έχει πατέρα. Δεν τον έχει γνωρίσει ποτέ… Ώσπου στο σχολείο έρχεται ένας καινούριος δάσκαλος, ο κύριος Γιώργος. Και τότε όλα σιγά σιγά αλλάζουν… και ο Πασχάλης αλλάζει. Πρόσωπα και συναισθήματα συγκρούονται. Η αγάπη, η κατανόηση, η εκτίμηση … κάνουν το θαύμα τους.

“Ο κύριος Πιπ” του Lloyd James, εκδόσεις Λιβάνη

Όταν καταφθάνουν οι στρατιώτες στο τροπικό νησί της Ματίλντα, μόνο ένας λευκός μένει πίσω: ο κύριος Watts. Ο κύριος Watts φοράει κόκκινη μύτη κλόουν και σέρνει πίσω του τη γυναίκα του, την αγέρωχη Γκρέις, με ένα καροτσάκι. Όλοι τον φωνάζουν Γουρλομάτη. Είναι όμως ο μοναδικός άνθρωπος στην Μπουγκενβίλ που μπορεί να αντικαταστήσει τη δασκάλα της Ματίλντα και των άλλων παιδιών.

Το σπάσιμο της ρουτίνας και η αβεβαιότητα του μέλλοντός τους έχουν καταστήσει δύσκολο για οποιονδήποτε να αγνοήσει την επικίνδυνη κατάσταση στην οποία βρίσκονται όλοι παγιδευμένοι. Αλλά η ικανότητα εύρεσης απόδρασης και ανακούφισης στη φαντασία προέρχεται από μια απίθανη πηγή : ο κύριος Watts  εθελοντικά θα ανοίξει ξανά το σχολείο και θα διδάξει τα παιδιά.

Ένας μεγάλος άνθρωπος με μια μικρή φωνή, ο κ. Watts λέει στους μαθητές ότι θέλει η σχολική τους αίθουσα να είναι «ένας τόπος φωτός. Ό,τι και αν συμβεί’.    

Όταν ο κ. Watts λέει την πρόταση, «πιστεύω ότι […] μπορούμε να κάνουμε τη διαφορά στη ζωή μας», αναφέρεται στην τάξη συλλογικά. Ακόμα πιο σημαντικό, αυτό το συλλογικό περιλαμβάνει και τον ίδιο. Με αυτόν τον τρόπο, αποδεικνύει την πεποίθησή του ότι ο ίδιος μπορεί να μάθει από τους μαθητές, πλαισιώνοντας τη διαδικασία της εκπαίδευσης ως συνεργατική πράξη. Αντί να στέκεται στο μπροστινό μέρος της τάξης ως έγκυρος και ανώτερος λευκός εκπαιδευτής, επιδιώκει να δημιουργήσει μια σχέση ‘δωροδοκίας’ με τους μαθητές του, αναγνωρίζοντας ότι ο πολιτισμός τους είναι εξίσου σημαντικός με τον δικό του και ότι όλοι θα ωφεληθούν εάν μπορούν να υφαίνουν μαζί το διαφορετικό τους υπόβαθρο.

Σύντομα, ο ήρωας του Ντίκενς, ο Πιπ, παίρνει ζωή για τη Ματίλντα και για τα υπόλοιπα παιδιά, και γίνεται πιο αληθινός και πιο σημαντικός από την τρομακτική καθημερινότητά τους.
Κι όπως λέει ο κύριος Watts «Δεν μπορείς να προσποιηθείς ότι διαβάζεις ένα βιβλίο. Σε προδίδουν τα μάτια σου και η αναπνοή σου. Ένας άνθρωπος μαγεμένος από ένα βιβλίο απλώς ξεχνάει να αναπνεύσει… Μπορεί να πιάσει το σπίτι του φωτιά και δε θα σηκώσει το βλέμμα παρά αφού λαμπαδιάσει η ταπετσαρία».
Το θεματικό εύρος του Mister Pip είναι αντιστρόφως ανάλογο του μεγέθους του μυθιστορήματος…
Με τα δύο αυτά βιβλία μία μαμά θέλησε να δείξει τι αισθάνθηκε
ότι υπήρξε το σχολείο για την κόρη της αυτά τα δύο χρόνια.
Ευχαριστώ πολύ για την τιμή…

“O ακροβάτης”… στάση ζωής

Στίχοι: Δημήτρης Αποστολάκης
Μουσική: Δημήτρης Αποστολάκης
(Πρώτη εκτέλεση: Χαΐνηδες)

Ερμηνεία: Γιάννης Χαρούλης

“Για ιδέστε όλοι τον ακροβάτη που τραμπαλίζεται
για ιδέστε όλοι τον ξενομπάτη πως δε ζαλίζεται.
Για ιδέστε τον ακροβάτη που κι όταν πέφτει γελά
και ποτέ δε κλαίει, ποτέ δεν κλαίει.

Για ιδέστε που χει το ερημοπούλι αίμα στο φτερό
πετά κι ας το βρε θανάτου βόλι, κόντρα στον καιρό.
Με τον καιρό να ναι κόντρα, έχει τιμή σαν πετάς
να μένεις μόνος, να μένεις μόνος.

Για ιδέστε όλοι δέστε και μένα άλλο δε ζητώ
που `χω στους ώμους φτερά σπασμένα και ακροβατώ
Γύρισε κάτω η μέρα κι ακόμη εσύ να φανείς
μην κλαις πουλί μου, μην κλαις πουλί μου.”

Το αγαπημένο μου τραγούδι – στιχουργικό αριστούργημα. Εκπληκτικά ποιητικό μα και εντυπωσιακά δομημένο, με τρεις στροφές -σχεδόν σαν κινηματογραφικές πράξεις- όπου η τελευταία λειτουργεί ταυτόχρονα ως ανατροπή και επεξήγηση…

Το να πέφτεις πού και πού, είναι ατύχημα.

Το να μείνεις κάτω όμως, είναι επιλογή.

Το να σηκώνεσαι και να στέκεσαι στα πόδια σου είναι μάθημα ζωής…

Καλοκαίρι με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι…

Καλοκαίρι
η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει
καλοκαίρι
καρεκλάκια, πετονιές μες στο πανέρι
μες στη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει
καλοκαίρι
πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ’ αγέρι
καλοκαίρι
με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει
την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι
την κοψιά μιας προτομής μες στο παρτέρι
καλοκαίρι
μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη

Καλοκαίρι
με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι
καλοκαίρι
καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει
στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι
καλοκαίρι
με τον κούκο μες στα πεύκα και στ’ αμπέλι
καλοκαίρι
στόμα υγρό, μικροί λαγώνες, καλοκαίρι
με τη φέτα το καρπούζι στο ‘να χέρι
με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι
καλοκαίρι
λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι

Καλοκαίρι
του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη
καλοκαίρι
με βαριά μοτοσικλέτα μες τα σκέλη
τους φακούς του ανάβει μέρα μεσημέρι
καλοκαίρι
όλο πίσσα και κατράμι καλοκαίρι
καλοκαίρι
με τον ρόγχο του air condition μεσημέρι
φαλακροί μες στις σακούλες μας σαν γέροι
εκεινού με τ’ άσπρο κράνος που μας ξέρει
καλοκαίρι
μια οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι

Καλοκαίρι
στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη
αλλά εν τέλει
με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι
την λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει
καλοκαίρι
στον χαμό του οδηγημένο και το ξέρει
καλοκαίρι
τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει
μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι
στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι
καλοκαίρι
μες στα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει

 
Άλμπουμ: Το κούρεμα
Συνθέτης & Στιχουργός: Σαββόπουλος Διονύσης
Έτος Κυκλοφορίας: 1989

“Μ’ αγαπάς, μπαμπά;”

…του Βασίλη Κουτσιαρή από τις εκδόσεις Ελληνοεκδοτική

“Γεννηθήκαμε σε έναν πανέμορφο δρόμο.
Σε μια πεδιάδα μακριά από σπίτια και φασαρία.
Στο τέρμα αυτού του δρόμου βρισκόταν
το σπίτι του κυρ Σταύρου, του «μπαμπά» μας.
Άνθρωπος αυτός, δέντρα εμείς.

Εγώ δεν έμοιαζα με τα υπόλοιπα δέντρα.
Εκείνα είχαν ρίξει περισσότερο μπόι από μένα
και καμάρωναν με τον ψιλόλιγνο κορμό τους,
ενώ ο δικός μου κορμός παρέμενε κοντός με τα κλαδιά μου
να καλύπτουν ένα μεγάλο κομμάτι του δρόμου.

Μια μέρα ο μπαμπάς με πλησίασε και μου είπε:
–  Πώς μπερδεύτηκε σπόρος από άλλη ποικιλία στο σακούλι μου;
Δηλαδή, είχα φυτρώσει κατά λάθος εδώ;
Ο μπαμπάς μου, άραγε, μ’ αγαπούσε;…’

(Από το οπισθόφυλλο του παραμυθιού)

Το δεντράκι το διαφορετικό, που θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει το κάθε παιδί με τα ξεχωριστά του χαρίσματα, είναι χαρούμενο και ανέμελο και δεν καταλαβαίνει την διαφορετικότητά του παρά μόνο από το βλέμμα των άλλων και από τα λόγια που πληγώνουν…
– Τι λάθος έκανα με σένα, αναρωτιέται ο κυρ Σταύρος.

Στο πρόσωπο του κυρ Σταύρου – του μπαμπά, πατερούλη ή μπαμπάκα των δέντρων – θα μπορούσε να είναι εκείνοι οι γονείς που αναρωτιούνται τι λάθος έκαναν και το παιδί τους δεν είναι όπως το ονειρεύτηκαν – ευγενικό, υπάκουο, ο ‘πρώτος μαθητής’, αυτός που ξεχωρίζει στα αθλήματα και από όλους τους άλλους, πρόθυμος να διαβάζει τα μαθήματά του όποτε του ζητηθεί.

Και χωρίς να παραδεχτούν πως αυτοί έχουν το λάθος στον τρόπο που ‘βλέπουν’ τα πράγματα προσπαθώντας να βάλουν το παιδί τους σε ένα καλούπι -αυτό που αυτοί ονειρεύονται και επιθυμούν- καταλήγουν να «κόψουν τα φτερά του» με τον ίδιο τρόπο που ο κυρ Σταύρος με ένα πριόνι έκοψε τα κλαδιά της λεύκας ώστε να την αλλάξει και να μοιάζει με τις υπόλοιπες.

Το δέντρο κατόπιν θα αναρωτηθεί…

‘Δεν είμαι εγώ’
‘Γιατί σε μένα;’
‘Γιατί ο πατέρας μου δεν με θέλει;’

…γεμίζοντας απογοήτευση, στενοχώρια, πληγές ψυχής…
 
Το «Μ’ αγαπάς, μπαμπά;» είναι ένα παραμύθι για τον σεβασμό στη διαφορετικότητα και την αναγκαιότητα της ύπαρξής της στον κόσμο μας. Το πρόβλημα της αποδοχής της ξεκινά από τους μεγάλους   αυτοί πρέπει να σκεφτούν και αν χρειάζεται να αλλάξουν τρόπο σκέψης και στάση ζωής.

Είναι αναγκαίο οι γονείς να αναγνωρίσουν το παιδί ως ένα άτομο ξεχωριστό και διαφορετικό από εκείνους με διαφορετικά κίνητρα, ανάγκες και στόχους. Με αυτόν τον τρόπο δίνεται χώρος στο παιδί να αναπτύξει τις δικές του επιθυμίες, να κάνει όνειρα και να τα προβάλλει στο μέλλον βασισμένο στη δική του ιδιοσυγκρασία και προσωπικότητα. Αντίθετα, προβάλλοντας στο παιδί τους τις δικές τους προσδοκίες τι άμυνες του δίνουν; Θα καταφέρουν να το κάνουν να νιώθει ελεύθερο ή μήπως –αντίθετα- εγκλωβισμένο στα ‘θέλω’ άλλων;

Το μπαλόνι είναι σαν την ευτυχία…

“Ένας δάσκαλος έφερε μπαλόνια στο σχολείο και ζήτησε από τα παιδιά να τα φουσκώσουν όλα και στη συνέχεια να γράψει το κάθε παιδί στο μπαλόνι του το όνομά του.

Μάζεψαν όλα τα μπαλόνια στο διάδρομο και ο δάσκαλος τα ανακάτεψε από άκρη σε άκρη. Ο δάσκαλος έδωσε τότε 5 λεπτά για να βρει το κάθε παιδί το μπαλόνι που είχε πάνω του το όνομά του. Τα παιδιά έτρεξαν πάνω κάτω, κοιτάζοντας και ψάχνοντας ξέφρενα, αλλά καθώς έφτασε η ώρα και τα 5 λεπτά πέρασαν… κανένα δεν βρήκε το δικό του μπαλόνι.

Τότε ο δάσκαλος είπε στα παιδιά να πάρουν το μπαλόνι που είχαν πιο κοντά τους και να το δώσουν σε εκείνο το παιδί του οποίου το όνομα ήταν γραμμένο πάνω στο μπαλόνι. Σε λιγότερο από 2 λεπτά το κάθε παιδί είχε το δικό του μπαλόνι.

Τελικά, ο δάσκαλος είπε:
“Το μπαλόνι είναι σαν την ευτυχία. Κανείς δεν θα το βρει εάν ψάχνει μόνο για το δικό του. Αντ ‘αυτού, αν όλοι νοιάζονται και για τους άλλους, θα βρουν το δικό τους πολύ πιο γρήγορα.”

ΠΗΓΗ: parents24.gr

“Το ελαφοκάραβο”

…της Dashka Slater από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

“Το ελαφοκάραβο ” είναι ένα ταξιδιάρικο παραμύθι με πρωταγωνιστή τον Μάρκο, μια μικρή αλεπού, με πολλές απορίες και αναπάντητα ερωτήματα. Συλλογίζεται για τη ζωή και τη φύση προκαλώντας την αδιαφορία / περιφρόνηση των άλλων αλεπούδων που τα ενδιαφέροντά τους περιορίζονται στην κοτόσουπα που θα φάνε το μεσημέρι.

Γιατί μερικά τραγούδια σε κάνουν χαρούμενο και κάποια άλλα λυπημένο;
Πόσο βαθιά βουτάει ο ήλιος όταν δύει μέσα στη θάλασσα;
Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να βρεις έναν φίλο;

Ψάχνοντας για απαντήσεις αποφασίζει να σαλπάρει, μετά από πρόσκληση της καπετάνισσας Σίλβια που αναζητάει νέο, δυναμικό πλήρωμα, με το Ελαφοκάραβο. Μαζί του επιβιβάζονται  4 θαρραλέα περιστέρια και 3 όμορφα ελάφια. Κάπως έτσι ξεκινάει ένα ταξίδι αναζήτησης με την ελπίδα να φθάσουν σε ένα υπέροχο νησί με το ψηλό χορτάρι και δέντρα γεμάτα καρπούς. Ο Μάρκο δεν είναι χορτοφάγος – ελπίζει πως εκεί θα βρει αλεπούδες που να γνωρίζουν τις απαντήσεις στις ερωτήσεις του.

Το ταξίδι αποδεικνύεται δυσκολότερο από ό,τι αρχικά περίμεναν. Τα περιστέρια δεν είναι συνηθισμένα στη σκληρή δουλειά των ναυτικών, ενώ τα ευαίσθητα ελάφια φοβούνται. Ο Μάρκο είναι αυτός που θα καταφέρει να ενώσει και να εμψυχώσει την ομάδα. Παρά τις απογοητεύσεις, τις φουρτούνες και τις εμπόδια δεν παύει να τους υπενθυμίζει πως είναι μαζί σε αυτή την περιπέτεια.

Κι όταν τελικά φθάσουν και γευτούν όσα το νησί τους προσφέρει ένα από τα ερωτήματα που θα προκύψουν είναι το εξής:

Και τώρα γυρίζουμε πίσω ή ξεκινάμε μία καινούρια περιπέτεια;

Οι 8 συνταξιδιώτες θα πάρουν γρήγορα την απόφαση- ένας νέος προορισμός θα τους περιμένει. Το ταξίδι μπορεί να είναι δύσκολο, οι άνεμοι άλλοτε δυνατοί κι άλλοτε θα καταλαγιάζουν, αλλά αυτοί θα ταξιδεύουν παρέα …

Στην τάξη μας η πλειοψηφία αποφάσισε -επηρεασμένη από τον ενθουσιασμό του Αν…- πως θα έπρεπε να ξεκινήσουν ένα καινούριο ταξίδι. Η Κ… θα προτιμούσε να γυρίσει πίσω, ενώ ο Κ… πως θα ήθελε να παραμείνει στο νησί, αφού ήταν όμορφα εκεί….

Το βέβαιο είναι πως βοηθήσαμε τη Μ…, η οποία από το πρωί είχε δηλώσει συγκινημένη πως αντιμετώπιζε μία κατάσταση – αισθανόταν πολύ στενοχωρημένη, καθώς πλησιάζει ο καιρός για να αφήσει το σχολείο, τους φίλους της και τις κυρίες της που 2 χρόνια τώρα πέρασε μαζί τους. Δεν ήθελε να αλλάξει κάτι από αυτό , αν και ξέρει πως δε γίνεται αλλιώς.

Η τάξη μας λοιπόν υπήρξε το δικό μας ΕΛΑΦΟΚΑΡΑΒΟ. 22 διαφορετικά πρόσωπα – ξεχωριστά και μοναδικά- ακολουθήσαμε για 2 χρόνια μία κοινή πορεία, η οποία είχε από όλα. Γελάσαμε και θυμώσαμε, χαρήκαμε και λυπηθήκαμε, συγκρουστήκαμε αλλά και αγκαλιαστήκαμε, πεισμώσαμε αλλά προχωρήσαμε, σκοντάψαμε και σηκωθήκαμε. Άλλωστε το moto μας δεν έπαψε να είναι αυτό: “Λίγη χαρά, λίγη λύπη και μπόλικη αγάπη”.

Το ταξίδι μας πλησιάζει στο τέλος του. Ένας κύκλος κλείνει, ένας άλλος ξεκινά. Είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε, να θαυμάσουμε το νέο, να αναρωτηθούμε για το δεδομένο, να δεχθούμε την πρόκληση και να φύγουμε από την ασφάλεια και τη σιγουριά του γνωστού. Έτσι κι αλλιώς , η αγάπη δε χάνεται και οι θύμησες δεν σβήνουν…

 

 

 

“και βγάζω το καπέλο μου…”

“και βγάζω το καπέλο μου…” του Μάκη Τσίτα από τις εκδόσεις Κόκκινη Κλωστή Δεμένη

Όπως λέει ο συγγραφέας…

“Είχα στο νου μου ένα βιβλίο που να απευθύνεται εξίσου στα παιδιά και τους γονείς. Με ενδιαφέρει η έννοια του κακού στην παιδική λογοτεχνία. Ότι το κακό υπάρχει και ο κόσμος δεν είναι αγγελικά φτιαγμένος. Οι μεγαλύτεροι το ξέρουμε καλά αυτό. Με αυτό δεν θέλω ασφαλώς να τρομάξω τα παιδιά. Δεν πρέπει να τα φορτώνουμε με επιπρόσθετα άγχη και φοβίες, ωστόσο ήθελα να τους επιστήσω την προσοχή, να τους πω ότι πρέπει να είναι προσεκτικά γιατί ο κίνδυνος υπάρχει. Δεν παύει να υπάρχει αν τον αγνοείς. Το ίδιο θα έλεγα και προς τους γονείς. Δεν πρέπει να τους πιάσει κάποιος πανικός, παρά μόνο να είναι προσεκτικοί με τα παιδιά τους. Στα παιδιά πρέπει να λέμε τα πάντα, να τα προετοιμάζουμε γι’ αυτά που θα αντιμετωπίσουν, χωρίς βέβαια, όπως είπα, να τα φορτώνουμε με ενοχές και με άγχη. Άλλο η αισιοδοξία, η όρεξη για ζωή και άλλο οι κίνδυνοι που υπάρχουν έτσι κι αλλιώς παντού. Γιατί είναι όπως λες στο παιδί “μη βάζεις το στυλό στην πρίζα”. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πάθει κάποια φοβία ή ότι το αγχώνεις, αλλά του λες να προσέχει, του μαθαίνεις τον κίνδυνο. Γιατί κίνδυνοι υπάρχουν παντού, ακόμα και μέσα στο σπίτι.”                                                                                                               

    ΠΗΓΗ: Elniplex

Πολλές φορές οι κακοί των παραμυθιών δεν βρίσκονται μόνο στα παραμύθια αλλά και στα πάρκα περιμένοντας να τους επιτρέψουν κάποια παιδιά να πλησιάσουν. Και τότε ανοίγουν τη στοματάρα τους και προσπαθούν να χορτάσουν την πείνα τους.

Ευτυχώς στο παραμύθι ο φύλακας του πάρκου βρισκόταν εκεί για να σώσει τα παιδιά και να στείλει τον κακό λύκο στη φυλακή.

“Είδες κυρία; Όλα μια χαρά” (Β…)

“Πάει, τελείωσε…” (Αν…)

Να όμως που στις ιστορίες μπορεί  να υπάρχει ένας κακός, στην πραγματικότητα όμως οι κακοί είναι πολλοί περισσότεροι. Κι αν ένας πάει στη φυλακή, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί κάποιος άλλος να φορέσει το πεταμένο καπέλο και τα γυαλιά και να καθίσει στο πάρκο να περιμένει τα επόμενα παιδιά που θα θελήσουν έναν ακόμη για να παίξουν.Το κακό μπορεί να καραδοκεί και πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι να το αντιμετωπίσουμε.

“Δηλαδή αυτός είναι άλλος; Μην ανησυχείς εμείς δε μιλάμε σε αγνώστους ”  (Βί…)

“Η Κόκκινη και η πόλη”


“Η Κόκκινη και η πόλη” της Marie Voigt από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ – μία σύγχρονη εκδοχή ενός κλασικού παραμυθιού, αφιερωμένο σε όποιον κάπου, κάποτε ένιωσε πως μπορεί να έχασε για λίγο το δρόμο του…

Η μαμά στέλνει την Κόκκινη να πάει λίγο κέικ στη γιαγιά της.

“Πάρε μαζί σου και τον Γούντι και το νου σου: Να ακολουθείς τα λουλούδια-καρδούλες”, την παραίνεσε η μητέρα της. Της είπε ακόμα να προσέχει τους δρόμους, να μη ξεστρατίσει από τον δικό της δρόμο, να μη μιλά σε αγνώστους. Λίγο μετά, η Κόκκινη πεινά. Τρώει λίγο κέικ. Και πριν το καταλάβει το έφαγε όλο. Πάει να της πάρει λουλούδια, να επανορθώσει. Βγαίνει από τον δρόμο της. Η μεγάλη πόλη την ξεμυαλίζει. Ξεχνά και τα λουλούδια.

“Ω, πόλη, πόσο λαμπερά παιχνίδια έχεις!”
“Για να σε θαμπώνω καλύτερα”.

“Ω, πόλη, πόσο λαχταριστές λιχουδιές έχεις!”
“Για να βαρυστομαχιάζεις καλύτερα”.

“Ω, πόλη, πόσο συγκλονιστικά νέα έχεις!”
“Για να σε αγχώνω καλύτερα”.

Όλα αυτά μοιάζουν με τα δόντια ενός λύκου που σε καταπίνει αργά, δίχως να το καταλάβεις… Γιατί ο δρόμος έχει πάντα λύκους και οι λύκοι πάντα θα καραδοκούν κρυμμένοι πίσω από δέντρα ή πολυκατοικίες. Το θέμα είναι εμείς οι ίδιοι να γνωρίζουμε την ύπαρξή τους και να τους προσπερνάμε. Γιατί όταν ξέρεις την ύπαρξη του κινδύνου, ξέρεις και πως να τον προσπεράσεις!

“Κυρία, νομίζω πως όλα αυτά έχουν να κάνουν με το ‘θέλω’ – ‘θέλω’ που λέμε συνέχεια και με το χρήμα… ”   !!! (Άλ…)

“Τελικά, δεν είναι ο πραγματικός λύκος, το ζώο. Λύκοι μπορούν να είναι και οι άνθρωποι…”  (Αν…)

“Αυτοί που θέλουν να μας ξεγελάσουν για να μας κάνουν κακό, αλλά φαίνονται καλοί”  (Ι…)

“Όπως έγινε με το κορίτσι στη Θεσσαλονίκη που το έψαχναν” (Ιω…)

Ένα υπέροχο παραμύθι που προβλημάτισε,  σύγχρονος αναγραμματισμός της διάσημης Κοκκινοσκουφίτσας που στάζει από παντού σκέψεις και ιδέες.

“Η Χαρά χορεύει”

 του Luciano Lozano  από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος

Τα όνειρα ήταν πάντα η βάση όλων των επιτευγμάτων στην ανθρωπότητα. Είναι το απαραίτητο συστατικό για την επίτευξη των στόχων μας στη ζωή. Όταν σταματάμε να ονειρευόμαστε, αρχίζουμε να χάνουμε το παιδί που κουβαλάμε μέσα μας.

Η Χαρά, πρωταγωνίστρια της ιστορίας μας, είναι ένα μικρό, παχουλό κορίτσι που δεν του αρέσει να μελετά καθόλου, ειδικά μαθηματικά, και για  αυτό βαριέται στο σχολείο και παίρνει κακούς βαθμούς. Ανεξάρτητα από το πόσο σκληρά προσπαθούν, οι γονείς της δεν κάνουν την κόρη της να μπορεί να επικεντρωθεί στις σπουδές της. Έτσι, ένας γιατρός συνιστά να επισκεφτεί έναν ψυχολόγο. «Μπερδεμένη και λυπημένη» είναι αυτό που αισθάνεται…
Ο Luciano Lozano με τη γλυκιά αυτή ιστορία μας κάνει να δούμε πώς ο καθένας μας είναι διαφορετικός, έχει τα δικά του ενδιαφέροντα και κίνητρα και ανάγκες και κάνει τα πράγματα με τον δικό του τρόπο.

Ο χαρακτήρας γεννήθηκε όταν ο Ισπανός συγγραφέας, γραφίστας και εικονογράφος Luciano Lozano “είδε  ένα χαριτωμένο, παχουλό κορίτσι να χορεύει και το σχεδίασε – Αυτή η πρώτη σκηνή είναι αυτή που ήταν το εξώφυλλο του βιβλίου” . Σε ένα βιβλίο με τίτλο «The Element» διάβασε για τη ζωή της αγγλικής χορεύτριας Gillian Lynne και πήρε το περιστατικό με τον ψυχολόγο για να εξελίξει την ιστορία…