Ηθικά Νικομάχεια : Ενότητες 7-8

ΕΝΟΤΗΤΑ 7η

“Η ΑΡΕΤΗ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗ ΜΕΣΟΤΗΤΑ. ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ “ΜΕΣΟΤΗΤΑ”. – ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Το περιεχόμενο της έννοιας «μεσότητα».     Ἐν παντὶ δὴ συνεχεῖ καὶ διαιρετῷ ἔστι λαβεῖν τὸ μὲν πλεῖον τὸ δ’ ἔλαττον τὸ δ’ ἴσον, καὶ ταῦτα ἢ κατ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἢ πρὸς ἡμᾶς…
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο 1: Το περιεχόμενο της έννοιας «μεσότητα»]

Τα κριτήρια προσδιορισμού της έννοιας «μεσότητα».

Αντικειμενικά κριτήρια: «κατ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα»     Λέγω δὲ τοῦ μὲν πράγματος μέσον τὸ ἴσον ἀπέχον ἀφ’ ἑκατέρου τῶν ἄκρων, ὅπερ ἐστὶν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πᾶσιν,
Υποκειμενικά κριτήρια: «πρὸς ἡμᾶς»     πρὸς ἡμᾶς δὲ ὃ μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει˙ τοῦτο δ’ οὐχ ἕν, οὐδὲ ταὐτὸν πᾶσιν.
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο 2: Τα κριτήρια προσδιορισμού της έννοιας «μεσότητα»]

Παραδείγματα που συμβάλλουν στην κατανόηση του αντικειμενικού και του υποκειμενικού μέσου.     Οἷον εἰ τὰ δέκα πολλὰ τὰ δὲ δύο ὀλίγα, τὰ ἓξ μέσα λαμβάνουσι κατὰ τὸ πρᾶγμα˙ ἴσῳ γὰρ ὑπερέχει τε καὶ ὑπερέχεται˙ τοῦτο δὲ μέσον ἐστὶ κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν. Τὸ δὲ πρὸς ἡμᾶς οὐχ οὕτω ληπτέον˙ οὐ γὰρ εἴ τῳ δέκα μναῖ φαγεῖν πολὺ δύο δὲ ὀλίγον, ὁ ἀλείπτης ἓξ μνᾶς προστάξει˙ ἔστι γὰρ ἴσως καὶ τοῦτο πολὺ τῷ ληψομένῳ ἢ ὀλίγον˙ Μίλωνι μὲν γὰρ ὀλίγον, τῷ δὲ ἀρχομένῳ τῶν γυμνασίων πολύ. Ὁμοίως ἐπὶ δρόμου καὶ πάλης.
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο 3: Παραδείγματα που συμβάλλουν στην κατανόηση του αντικειμενικού και του υποκειμενικού μέσου]

Συμπέρασμα: συσχετισμός του υποκειμενικού μέσου με τις ηθικές αρετές.     Οὕτω δὴ πᾶς ἐπιστήμων τὴν ὑπερβολὴν μὲν καὶ τὴν ἔλλειψιν φεύγει, τὸ δὲ μέσον ζητεῖ καὶ τοῦθ’ αἱρεῖται, μέσον δὲ οὐ τὸ τοῦ πράγματος ἀλλὰ τὸ πρὸς ἡμᾶς.
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο 5: Συμπέρασμα: συσχετισμός του υποκειμενικού μέσου με τις ηθικές αρετές]

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Σε καθετί λοιπόν που παρουσιάζει συνέχεια και μπορεί να διαιρεθεί είναι δυνατό να πάρουμε από τη μια ένα κομμάτι μεγαλύτερο, από την άλλη ένα κομμάτι μικρότερο ή ένα κομμάτι ίσο, και αυτά σε σχέση είτε με το ίδιο το πράγμα είτε σε σχέση με εμάς… Και ονομάζω μέσον σε σχέση με το πράγμα, αυτό που απέχει εξίσου από καθένα από τα δύο άκρα (του), το οποίο είναι ένα και το ίδιο για όλους, ενώ (μέσον) σε σχέση με εμάς, αυτό που δεν είναι ούτε πάρα πολύ ούτε πολύ λίγο˙ και αυτό δεν είναι ένα ούτε το ίδιο για όλους. Για παράδειγμα, εάν τα δέκα είναι πολλά και τα δύο λίγα, μέσο σε σχέση με το πράγμα παίρνουν (ή: θεωρούν) το έξι˙ γιατί αυτό υπερέχει και υπερέχεται κατά τον ίδιο αριθμό μονάδων˙ και αυτό είναι μέσον σύμφωνα με τις διδασκαλίες της αριθμητικής. Το μέσον όμως σε σχέση με εμάς δεν πρέπει να το προσδιορίζουμε έτσι˙ γιατί, αν για κάποιον είναι πολύ το φαγητό των δέκα μνων και λίγο των δύο, ο προπονητής δεν θα ορίσει έξι μερίδες˙ γιατί και αυτή η ποσότητα ίσως είναι μεγάλη γι’ αυτόν που θα την πάρει ή μικρή˙ δηλαδή για ένα Μίλωνα είναι μικρή, ενώ γι’ αυτόν που αρχίζει τις γυμναστικές ασκήσεις, μεγάλη. Το ίδιο ισχύει και στο τρέξιμο και στην πάλη. Έτσι λοιπόν κάθε ειδικός αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη, και επιζητεί το μέσον και αυτό επιλέγει˙ και το μέσον όχι σε σχέση με το πράγμα αλλά με εμάς.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
(Εκτός από το λεξιλόγιο του σχολικού βιβλίου στη σελίδα 168 – 169)
Διαιρετῷ = μπορεί να διαιρεθεί (ρηματικό επίθετο σε -τὸς = μπορεί να …)
ἔστι = είναι δυνατόν (απρόσωπη έκφραση)
ἑκατέρου = καθένα από τα δύο
ταὐτὸν = το ίδιο (< τὸ αὐτόν -> κράση)
ληπτέον = πρέπει να (το) προσδιορίζουμε (ρηματικό επίθετο σε -τέος = πρέπει να …)
τῳ = για κάποιον (δεύτερος τύπος δοτικής ενικού της αόριστης αντωνυμίας τις, τινός: τινὶ / τῳ)

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
συνεχεῖ, ἀπέχον, ὑπερέχει, ὑπερέχεται < ἔχω: εχεμύθεια, έξη, εξής, ανέχεια, συνέχεια, ανεκτικός, περιεκτικός, περιέκτης, προσεκτικός, καχεξία, καχεκτικός, ευεξία, ακάθεκτος, σχήμα, σχέση, σχεδόν, σχετικός, άσχετος, σχέδιο, σχολείο, ανοχή, συνοχή, κατοχή, εποχή, εξοχή, παροχή, προεξοχή, οχυρός, οχύρωση, τροπαιούχος, διπλωματούχος, συμβασιούχος, προνομιούχος, πτυχιούχος, ζαχαρούχος, σοκολατούχος, αλληλουχία, κληρουχία, ευωχία, ανακωχή
λαβεῖν, λαμβάνουσι, ληπτέον, ληψομένῳ < λαμβάνω: λαβή, απολαβή, παραλαβή, συλλαβή, αντιλαβή, χειρολαβή, λήψη, μετάληψη, σύλληψη, πρόσληψη, επανάληψη, κατάληψη, προκατάληψη, περίληψη, αντίληψη, υπόληψη, επιληψία, θρησκοληψία, μεροληψία, αμεροληψία, ηχοληψία, παραλήπτης, ηχολήπτης, εικονολήπτης, ανεπανάληπτος, ακατάληπτος, ασύλληπτος, ευυπόληπτος, εργολάβος, δικολάβος, λήμμα, λάφυρο
πλεῖον, πλεονάζει < ὁ, ἡ πλέων/πλείων, τὸ πλέον/πλεῖον: πλέον, πλεονασμός, πλεονεξία, πλεονέκτημα, πλειονότητα, πλειοψηφία, πλειοδότης, πλειοδοσία
ἐλλείπει, ἔλλειψιν < λείπω: λείψανο, λειψός, λειψυδρία, λειψανδρία, έκλειψη, παράλειψη, διάλειψη, εγκατάλειψη, έλλειψη, διάλειμμα, έλλειμμα, ελλειπτικός, ελλιπής, λιποβαρής, λιπόψυχος, λιποθυμία, λιπόσαρκος, λιποτάκτης, λιποταξία, λοιπός, λοιπόν, κατάλοιπος, υπόλοιπος
ἀλείπτης < ἀλείφω: άλειμμα, πασάλειμμα, επάλειψη, εξάλειψη, αλοιφή, απαλοιφή
προστάξει < πρὸς + τάττ(σσ)ω: τάγμα, σύνταγμα, διάταγμα, πρόσταγμα, διαταγή, επιταγή, προσταγή, συνταγή, υποταγή, νομοταγής, άτακτος, απότακτος, ανυπότακτος, ανάταξη, παράταξη, σύνταξη, ένταξη, πρόταξη, επίταξη, μετάταξη, ανακατάταξη, αταξία, (αρχι)συντάκτης, συντακτικό, επιτακτικός
ἐπιστήμων < ἐπίσταμαι: επιστήμη, επιστήμονας, επιστημονικός, επιστημοσύνη, επιστημονισμός, επιστημολογία, επιστητό
ὑπερβολὴν < ὑπὲρ + βάλλω: βαλτός, βαλβίδα, βαλλιστικός, περιβάλλον, βέλος, βελόνα, βεληνεκές, βλήμα, έμβλημα, πρόβλημα, απόβλητος, διαβλητός, αναβλητικός, υποβλητικός, επιβλητικός, βόλος, βολίδα, βολή, αναβολή, υπερβολή, συμβολή, ευμετάβολος, κεραυνοβόλος, σύμβολο, παράβολο, έμβολο, αμφιβολία, σφαιροβολία, λιθοβολισμός, πυροβολισμός

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
Από κάθε πράγμα που παρουσιάζει μια συνέχεια και μπορεί να διαιρεθεί μπορούμε να χωρίσουμε είτε ένα μεγαλύτερο από τα άλλα κομμάτι είτε ένα μικρότερο από τα άλλα είτε ίσα κομμάτια. Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει πρώτα να βρούμε ποιο είναι το μέσον, το οποίο προσδιορίζεται είτε με αντικειμενικά είτε με υποκειμενικά κριτήρια. Το αντικειμενικό μέσον σχετίζεται με το πράγμα και είναι αυτό που απέχει το ίδιο από καθένα από τα δύο άκρα του πράγματος. Αυτό δεν μεταβάλλεται, αλλά είναι ένα και το ίδιο για όλους. Αντίθετα, το υποκειμενικό μέσον είναι σχετικό για τον καθένα από εμάς. Δεν είναι ούτε πάρα πολύ ούτε πολύ λίγο ούτε ένα, αλλά διαφέρει για τον καθένα από εμάς. Το αντικειμενικό μέσο μπορεί να γίνει κατανοητό με το ακόλουθο παράδειγμα: αν το δύο είναι λίγο και το δέκα πολύ, τότε το αντικειμενικό μέσον είναι το έξι, γιατί, σύμφωνα με τους κανόνες της αριθμητικής, απέχει κι από το δύο και από το έξι τέσσερις μονάδες. Για να γίνει κατανοητό το υποκειμενικό μέσον, δίνεται το εξής παράδειγμα: αν για κάποιον αθλητή το φαγητό των δύο μνων είναι λίγο και το φαγητό των δέκα μνων είναι πολύ, τότε ο προπονητής δεν θα επιλέξει αναγκαστικά το φαγητό των έξι μνων, που αντικειμενικά είναι η μεσότητα, γιατί γι’ αυτόν τον αθλητή μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη μερίδα ή μικρή. Για τον Μίλωνα, που ήταν μεγαλόσωμος και έτρωγε μεγάλες ποσότητες φαγητού, είναι λίγο, ενώ για κάποιον που τώρα ξεκινάει να γυμνάζεται, είναι πολύ. Το ίδιο ισχύει και για τους αθλητές του δρόμου ή της πάλης. Επομένως, κάθε ειδικός-λογικός άνθρωπος αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη και επιλέγει το μέσον, με βάση όχι τα αντικειμενικά, αλλά με βάση τα υποκειμενικά κριτήρια.

1. ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ «μεσότητα»: «Ἐν παντὶ δὴ … πρὸς ἡμᾶς»

Ο Αριστοτέλης ξεκινάει σ’ αυτή την ενότητα να απαντάει στο ερώτημα που έθεσε στην προηγούμενη, ποια δηλαδή είναι η φύση της αρετής. Στόχος του είναι να αποδείξει ότι η αρετή είναι ένα είδος μεσότητας (κάτι στο οποίο έμμεσα αναφέρθηκε στην 4η ενότητα). Γι’ αυτό, λοιπόν, πρέπει πρώτα να προσδιορίσει την έννοια της μεσότητας, για να καταλήξει έπειτα στον συσχετισμό της με την ηθική αρετή.
Αν, λοιπόν, πάρουμε ένα μέγεθος αβ που μπορεί να διαιρείται επ’ άπειρον, μπορούμε, όπως διδάσκει ο Αριστοτέλης, να χωρίσουμε ένα κομμάτι γβ, ένα κομμάτι αγ και ένα κομμάτι αδ. Το γβ είναι κομμάτι μεγαλύτερο από το αγ («τὸ μὲν πλεῖον»), το αγ είναι μικρότερο από το γβ («τὸ δ’ ἔλαττον») και το αδ είναι ένα κομμάτι ίσο με το δβ («τὸ δ’ ἴσον»). Μέσον, λοιπόν, δεν είναι ούτε το μεγαλύτερο ούτε το μικρότερο κομμάτι, αλλά το σημείο που χωρίζει δύο ίσα μέρη. Σχηματικά το μέσον μπορεί να αποδοθεί ως εξής:

2. ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ «μεσότητα»: «Λέγω δὲ … οὐδὲ ταὐτὸν πᾶσιν».

Το μέσον, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, μπορεί να προσδιοριστεί με βάση δύο κριτήρια: τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά.
α) Μέσον με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια («κατ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα»): το μέσο αυτό σχετίζεται με τα ίδια τα πράγματα. Είναι αυτό που ισαπέχει από τα δύο άκρα του πράγματος. Θεωρείται αντικειμενικό, γιατί απορρέει από παρατηρήσεις και μετρήσεις, από επιστημονική δηλαδή γνώση, και γι’ αυτό είναι ένα και αποδεκτό από όλους.
β) Μέσον με βάση τα υποκειμενικά κριτήρια («πρὸς ἡμᾶς»): το μέσον αυτό δεν είναι ούτε πάρα πολύ ούτε πολύ λίγο ούτε είναι ένα για όλους. Είναι σχετικό και ο προσδιορισμός του εξαρτάται από τον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος με τη χρήση της λογικής μπορεί να συνεκτιμά διάφορους αστάθμητους και μεταβλητούς παράγοντες, όπως τις ιδιαίτερες ανάγκες του, τις περιστάσεις, την εποχή, τον τόπο, τα κοινωνικά πρότυπα κτλ.
Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να επισημάνουμε ότι οι όροι «αντικειμενικός» και «υποκειμενικός» δεν υπήρχαν την εποχή του Αριστοτέλη και ήταν δικές του επινοήσεις. Είναι αλήθεια ότι πολύ συχνά οι επιστήμονες κατά τη διάρκεια της επιστημονικής έρευνας βρίσκονται αντιμέτωποι με την ανάγκη να εκφράσουν με τις κατάλληλες λέξεις τις νέες ιδέες ή επιστημονικές τους συλλήψεις. Αυτό αποτελεί μια δύσκολη διαδικασία και οι επιλογές τους είναι δύο: ή να επινοήσουν καινούριες λέξεις ή να χρησιμοποιήσουν ήδη υπάρχουσες με διαφορετικό νοηματικό περιεχόμενο. Έτσι, βλέπουμε ότι και ο Αριστοτέλης, για να πλησιάσει στον προσδιορισμό των εννοιών αυτών, χρησιμοποίησε τον όρο «κατ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα» για την έννοια της αντικειμενικότητας και τον όρο «πρὸς ἡμᾶς» για τον όρο της υποκειμενικότητας.

3. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΛΛΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΜΕΣΟΥ: «Οἷον … ἐπὶ δρόμου καὶ πάλης»

Ο Αριστοτέλης, προκειμένου να στηρίξει τις παραπάνω θέσεις του, θα δώσει δύο παραδείγματα ακολουθώντας επαγωγικό συλλογισμό.
α) Το παράδειγμα που αναφέρεται στο αντικειμενικό μέσο είναι αριθμητικό. Αν πάρουμε μια σειρά αριθμών από το 2 έως το 10, το δύο είναι το λίγο, το 10 είναι το πολύ, ενώ μέσο είναι το 6, γιατί, σύμφωνα με τις διδασκαλίες της αριθμητικής, απέχει ίση απόσταση, 4 δηλαδή μονάδες, τόσο από το 2 όσο και από το 10, από τα δύο δηλαδή άκρα. Σ’ αυτή δηλαδή την περίπτωση το κριτήριο προσδιορισμού του μέσου είναι ποσοτικό.

β) Το παράδειγμα που αναφέρεται στο υποκειμενικό μέσο αντλείται από τον χώρο του αθλητισμού. Αν για κάποιον αθλητή το φαγητό των δύο μνων είναι λίγο και το φαγητό των δέκα μνων είναι πολύ, τότε ο προπονητής δεν θα επιλέξει αναγκαστικά το φαγητό των έξι μνων, που αντικειμενικά είναι η μεσότητα, γιατί γι’ αυτόν τον αθλητή μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη μερίδα ή μικρή. Για το Μίλωνα, που ήταν μεγαλόσωμος και έτρωγε μεγάλες ποσότητες φαγητού, είναι λίγο, ενώ για κάποιον που τώρα ξεκινάει να γυμνάζεται, είναι πολύ. Το ίδιο ισχύει και για τους αθλητές του δρόμου ή της πάλης. Παρατηρούμε δηλαδή ότι ο προσδιορισμός του μέσου σχετίζεται με ποιοτικά κριτήρια και μεταβλητούς παράγοντες, όπως η σωματική διάπλαση του αθλητή, ο χρόνος εκγύμνασης και το είδος του αθλήματος.

4. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΕΙΨΗΣ: «μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει»
Ο Αριστοτέλης, στην προσπάθειά του να προσδιορίσει την έννοια της «μεσότητας», αναφέρεται και στις έννοιες της «ὑπερβολῆς» και της «ἐλλείψεως». Ήδη στην 4η ενότητα εμμέσως πλην σαφώς διατύπωσε την άποψη ότι κάθε αρετή είναι «μεσότης» που βρίσκεται ανάμεσα στα δύο άκρα, την υπερβολή και την έλλειψη. Μέσα από τα αντιθετικά ζεύγη που παρέθεσε, έγινε κατανοητό ότι η μεσότητα αποτελεί τη σωστή, την ενδεδειγμένη συμπεριφορά, η οποία επαινείται, γιατί οδηγεί στην κατάκτηση των ηθικών αρετών, ενώ η υπερβολή και η έλλειψη αποτελούν τη λανθασμένη, τη μη ενδεδειγμένη συμπεριφορά, η οποία επικρίνεται, γιατί μας απομακρύνει από τις ηθικές αρετές. Ο συσχετισμός των αρετών που αναφέρθηκαν εκεί με τις έννοιες της υπερβολής και της έλλειψης σχηματικά μπορεί να αποδοθεί με τον ακόλουθο πίνακα:
ἔλλειψις    μέσον    ὑπερβολὴ
δειλία    ἀνδρεία    θρασύτης
ἀναισθησία    σωφροσύνη    ἀκολασία
ἀοργησία    πραότης    ὀργιλότης

Ο Αριστοτέλης, βέβαια, στην 4η ενότητα δεν αναφέρει καν το άκρο της έλλειψης σχετικά με τις αρετές αυτές, επειδή συναντάται πολύ πιο σπάνια από το άκρο της υπερβολής.
Να επισημάνουμε, επίσης, ότι σε άλλα σημεία των «Ηθικών Νικομαχείων» αναφέρει και πολλά άλλα παραδείγματα αρετών, για να κάνει πλήρως κατανοητές τις παραπάνω έννοιες.

5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΜΕΣΟΥ ΜΕ ΤΙΣ ΗΘΙΚΕΣ ΑΡΕΤΕΣ: «Οὕτω δὴ … τὸ πρὸς ἡμᾶς»

Με το «οὕτω δὴ» ο Αριστοτέλης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κάθε ειδικός («ἐπιστήμων»), κάθε άνθρωπος δηλαδή που διαθέτει ένα λογικό κριτήριο, αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη και επιδιώκει και προτιμά («αἱρεῖται») το μέσον που προσδιορίζεται με υποκειμενικά και όχι με αντικειμενικά κριτήρια. Έτσι, αφού η αρετή είναι μεσότητα και αφού αυτή σχετίζεται με τον ίδιο τον άνθρωπο και τις επιλογές του (όπως έχει ήδη αναφερθεί και σε προηγούμενες ενότητες), οι οποίες ρυθμίζονται από εξωγενείς και μεταβλητούς παράγοντες (βλέπε σχόλιο 2β), αποδεικνύεται ότι η αρετή αποτελεί μεσότητα που προσδιορίζεται με υποκειμενικά κριτήρια και επιλέγεται με τη λογική.

6. ΝΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗ

Στις ενότητες που μελετήσαμε μέχρι τώρα, ο Αριστοτέλης έδωσε κάποια βασικά γνωρίσματα της ηθικής αρετής. Είδαμε, δηλαδή, ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως, αφού συνδέονται με τον εθισμό σε ηθικές πράξεις. Είναι, λοιπόν, η αρετή «ἕξις» που αποκτιέται με μακροχρόνια άσκηση σε ηθικές πράξεις και καθοριστικό ρόλο σ’ αυτό παίζει η διδασκαλία. Δεν είναι, όμως, μια οποιαδήποτε «ἕξις», αφού μεγάλη σημασία έχει η ποιότητα των έξεών μας. Επίσης, η αρετή συνδέεται με τα ευχάριστα συναισθήματα που νιώθουμε, όταν τηρούμε το μέτρο κατά την εκτέλεση μιας ηθικής πράξης. Έτσι, ο φιλόσοφος κατέληξε ότι η αρετή είναι «ἕξις» με την οποία ο άνθρωπος φτάνει στην ολοκλήρωσή του και στην ολοκλήρωση του έργου του. Σ’ αυτή την ενότητα προστίθενται κάποια νέα γνωρίσματα της αρετής:
α) Η αρετή βρίσκεται στο μέσον, ανάμεσα δηλαδή στα δύο άκρα, την υπερβολή και την έλλειψη.
β) Η αρετή βρίσκεται στο μέσον που προσδιορίζεται με κριτήρια υποκειμενικά («πρὸς ἡμᾶς»).
Εδώ, παρατηρούμε ότι ο Αριστοτέλης πλησιάζει τη σχετικοκρατική στάση των σοφιστών απέναντι στα πράγματα, η οποία εκφράζεται με τη φράση του Πρωταγόρα: «Πάντων χρημάτων μέτρον ἐστὶν ἄνθρωπος, τῶν μὲν ὄντων ὡς ἔστιν, τῶν δὲ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν» (= Μέτρο όλων των πραγμάτων είναι ο άνθρωπος, αυτών που υπάρχουν πως υπάρχουν και αυτών που δεν υπάρχουν πως δεν υπάρχουν). Υπάρχει, δηλαδή, ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι το κάθε άτομο προσδιορίζει όπως θέλει, αυθαίρετα την αρετή. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν ισχύει, όπως θα δούμε και στη 10η ενότητα, γιατί υπεισέρχεται το κριτήριο του «ὀρθοῦ λόγου», της λογικής, δηλαδή, και μάλιστα της λογικής του φρόνιμου ανθρώπου, η οποία διασφαλίζει την αντικειμενικότητα στον προσδιορισμό του μέσου.
γ) Η αρετή είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου («τοῦθ’ αἱρεῖται»).
δ) Η αρετή προσδιορίζεται με βάση τη λογική, τον «ὀρθὸν λόγον» (η άποψη αυτή θα αναλυθεί περαιτέρω στη 10η ενότητα). Το στοιχείο αυτό προκύπτει από την αναφορά της λέξης «ἐπιστήμων», ο οποίος επιζητά («ζητεῖ») και επιλέγει («αἱρεῖται») τη μεσότητα ακολουθώντας μια λογική διεργασία.

7. ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΑ ΝΕΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ.
•    Αφού η αρετή είναι μεσότητα που προσδιορίζεται με υποκειμενικά κριτήρια, προκύπτει ότι δεν υπάρχει μέσα μας εκ φύσεως. Αν συνέβαινε αυτό, δεν θα ίσχυαν όσα αναφέρονται στις ενότητες 1, 2 και 3. Αν, δηλαδή, ήταν έμφυτο χαρακτηριστικό, δεν θα μεταβαλλόταν, όπως αμετάβλητοι είναι και οι νόμοι της φύσης, και, επομένως, θα προσδιοριζόταν με αντικειμενικά κριτήρια. Επίσης, δεν θα χρειαζόταν ο εθισμός σε ηθικές πράξεις για την κατάκτησή της και οι προσπάθειες των νομοθετών να κάνουν τους πολίτες καλούς μέσω του εθισμού θα ήταν άσκοπες, αφού όλοι θα γεννιόμασταν εκ φύσεως με ή χωρίς την αρετή χωρίς αυτό να μπορεί να μεταβληθεί.
•    Είδαμε παραπάνω ότι η αρετή είναι μεσότητα υποκειμενική και προσδιορίζεται από τον ίδιο τον άνθρωπο με μέτρο τον εαυτό του. Επομένως, απαραίτητη προϋπόθεση για τον προσδιορισμό αυτής της μεσότητας είναι η αυτογνωσία, το σωκρατικό δηλαδή «γνῶθι σαυτόν». Μόνο αν κάποιος γνωρίζει καλά τον εαυτό του και μπορεί να εκτιμήσει τα όριά του, τα θετικά και τα αρνητικά χαρακτηριστικά του, μπορεί να φτάσει στην αρετή και στον προσδιορισμό του μέσου της. Αυτή η διαδικασία, βέβαια, είναι εξαιρετικά δύσκολη και επίπονη.


8. ΠΡΑΓΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
«μναῖ»: η «μνᾶ» ήταν νομισματική μονάδα, ισοδύναμη με 100 δραχμές. Όμως, αποτελούσε και μονάδα βάρους και μ’ αυτή τη σημασία χρησιμοποιείται στο κείμενό μας. Γενικά, ισοδυναμούσε με περίπου 435 γραμμάρια, αλλά από εποχή σε εποχή και από πόλη σε πόλη το βάρος της διαφοροποιούνταν. Εδώ πρόκειται για την «ἀττικὴ μνᾶ» της εποχής του Αριστοτέλη.
«Μίλων»: ήταν μεγάλος αθλητής από τον Κρότωνα, τη γνωστή ελληνική αποικία της Κάτω Ιταλίας. Έζησε τον 6ο π.Χ. αιώνα. Η αρχαιότητα μιλούσε με θαυμασμό για τη μεγάλη του δύναμη και τις ποσότητες φαγητού που κατανάλωνε.
«ἐπὶ δρόμου καὶ πάλης»: εννοούνται συνεκδοχικά οι δρομείς και οι παλαιστές.
«πᾶς ἐπιστήμων»: ο όρος έχει παρόμοια σημασία με τον όρο «τεχνῖται» που θα δούμε στην επόμενη ενότητα. Δεν εννοούνται δηλαδή εδώ αυτοί που ασχολούνται με κάποια επιστήμη, όπως τα μαθηματικά, γιατί αυτοί εξετάζουν το αντικειμενικό μέσο. Αντίθετα, εδώ εννοούνται αυτοί που έχοντας κάποιο λογικό κριτήριο επιδιώκουν το υποκειμενικό μέσον.

ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
Πολυσύνδετα σχήματα:
•    «τὸ μὲν πλεῖον τὸ δ’ ἔλαττον τὸ δ’ ἴσον, καὶ ταῦτα ἢ κατ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἢ πρὸς ἡμᾶς»:
χρησιμοποιούνται στην προσπάθεια του Αριστοτέλη να προσδιορίσει την έννοια της μεσότητας και να διακρίνει τα δύο διαφορετικά κριτήρια προσδιορισμού της.
•    «μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει»: τονίζονται τα χαρακτηριστικά του υποκειμενικού μέσου.
Αντιθέσεις:
•    «Λέγω δὲ τοῦ μὲν πράγματος μέσον …, πρὸς ἡμᾶς δὲ …»:
τονίζονται τα αντίθετα χαρακτηριστικά του αντικειμενικού και υποκειμενικού μέσου.
•    «πλεονάζει ≠ ἐλλείπει», «πολλὰ ≠ ὀλίγα», «πολύ ≠ ὀλίγον»:
τονίζονται οι αντιθετικές έννοιες της υπερβολής και της έλλειψης, των δύο άκρων ανάμεσα στα οποία βρίσκεται η μεσότητα.
•    «ὑπερβολὴν – ἔλλειψιν ≠ μέσον», «φεύγει ≠ ζητεῖ, αἱρεῖται»:
αντιπαρατίθεται η μεσότητα με την υπερβολή και την έλλειψη, οι οποίες αποτελούν τα δύο άκρα της και πρέπει να αποφεύγονται, γιατί μας απομακρύνουν από την ηθική αρετή. Αντίθετα, μόνο αν επιδιώκουμε τη μεσότητα μπορούμε να κατακτήσουμε την αρετή.

ΕΝΟΤΗΤΑ 8η

ΟΠΩΣ Η ΤΕΧΝΗ, ΕΤΣΙ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ ΑΡΕΤΗ ΣΤΟΧΕΥΕΙ ΣΤΟ ΜΕΣΟΝ – ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Η μεσότητα στην τέχνη και ο ορισμός των ολοκληρωμένων έργων     Εἰ δὴ πᾶσα ἐπιστήμη οὕτω τὸ ἔργον εὖ ἐπιτελεῖ, πρὸς τὸ μέσον βλέπουσα καὶ εἰς τοῦτο ἄγουσα τὰ ἔργα (ὅθεν εἰώθασιν ἐπιλέγειν τοῖς εὖ ἔχουσιν ἔργοις ὅτι οὔτ’ ἀφελεῖν ἔστιν οὔτε προσθεῖναι, ὡς τῆς μὲν ὑπερβολῆς καὶ τῆς ἐλλείψεως φθειρούσης τὸ εὖ, τῆς δὲ μεσότητος σῳζούσης, οἱ δ’ ἀγαθοὶ τεχνῖται, ὡς λέγομεν, πρὸς τοῦτο βλέποντες ἐργάζονται),
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο: 1. Η μεσότητα στην τέχνη και ο ορισμός των ολοκληρωμένων έργων: «Εἰ δὴ πᾶσα ἐπιστήμη … ἐργάζονται»]

Συσχετισμός αρετής – τέχνης – φύσης     ἡ δ’ ἀρετὴ πάσης τέχνης ἀκριβεστέρα καὶ ἀμείνων ἐστὶν ὥσπερ καὶ ἡ φύσις, τοῦ μέσου ἂν εἴη στοχαστική.
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο: 2. Συσχετισμός τέχνης – φύσης – αρετής: «ἡ δ’ ἀρετὴ … στοχαστική.»]

Σύνδεση της ηθικής αρετής, και όχι της διανοητικής, με τη μεσότητα     Λέγω δὲ τὴν ἠθικήν˙ αὕτη γάρ ἐστι περὶ πάθη καὶ πράξεις, ἐν δὲ τούτοις ἔστιν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις καὶ τὸ μέσον.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Αν λοιπόν κάθε τέχνη εκπληρώνει σωστά το έργο της με αυτόν τον τρόπο, έχοντας δηλαδή στραμμένο το βλέμμα της προς το μέσον και κατευθύνοντας προς αυτό τα έργα της (γι’ αυτό και συνηθίζουν να λένε στο τέλος για τα ολοκληρωμένα έργα ότι δεν είναι δυνατόν ούτε να αφαιρέσουμε ούτε να (τους) προσθέσουμε τίποτα, γιατί η υπερβολή και η έλλειψη φθείρουν την τελειότητα, ενώ η μεσότητα τη διασώζει, και οι καλοί τεχνίτες εργάζονται, όπως λέμε, έχοντας το βλέμμα τους στραμμένο προς αυτό), αν λοιπόν η αρετή είναι ακριβέστερη και ανώτερη από κάθε τέχνη, όπως ακριβώς και η φύση, (τότε) θα μπορούσε να έχει για στόχο της το μέσον. Και εννοώ την ηθική (αρετή)˙ γιατί αυτή σχετίζεται με τα συναισθήματα και τις πράξεις και σ’ αυτά υπάρχει υπερβολή και έλλειψη και το μέσον.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
(Εκτός από το λεξιλόγιο του σχολικού βιβλίου στη σελίδα 171.)
Οὕτω = με αυτόν τον τρόπο
τοῖς εὖ ἔχουσιν ἔργοις = για τα ολοκληρωμένα έργα
ἔστιν = είναι δυνατόν (απρόσωπο ρήμα)
ὡς φθειρούσης – ὡς σῳζούσης = γιατί … φθείρουν – (γιατί) … διασώζει (γενικές απόλυτες αιτιολογικές μετοχές υποκειμενικής αιτιολογίας. Την υποκειμενική αιτιολογία δηλώνει το μόριο «ὡς» που τις συνοδεύει)

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ἐπιτελεῖ < ἐπὶ + τέλος: τέλος, τελικός, τελειωτικός, τέλειος, τελείωση, τελειοποίηση, τελετή, τέλεση, τελώνης, τελωνείο, τελωνειακός, ατελής, ημιτελής, ιδιοτελής, αυτοτελής, ευτελής, υποτελής, πολυτελής, ατέλεια, πολυτέλεια, συντέλεια, εντέλεια, ισοτέλεια, νομοτέλεια, επιτέλεση, εκτέλεση, συντελεστής, εκτελεστής, επιτελείο
ἄγουσα < ἄγω: αγωγή, αγωγός, παραγωγός, δημαγωγός, προσαγωγός, νηπιαγωγός, αγώνας, άγημα, άξονας, απαγωγή, συναγωγή, διαγωγή, εισαγωγέας, αρχηγός, στρατηγός, λοχαγός, ξεναγός
ἀφελεῖν < ἀπὸ + αἱρέομαι –οῦμαι: αίρεση, αιρετικός, αφαίρεση, διαίρεση, συναίρεση, καθαίρεση, αναίρεση, προαίρεση, προαιρετικός, διαιρέτης, εξαίρετος, αναφαίρετος, αυθαίρετος, αρχαιρεσίες (εκλογές αρχόντων)
προσθεῖναι < πρὸς + τίθημι: θεσμός, θέση, διάθεση, παράθεση, έκθεση, επίθεση, σύνθεση, θέμα, απόθεμα, παράθεμα, έκθεμα, θετός, πρόσθετος, εμπρόθετος, σύνθετος, έκθετος, αντίθετος, εκθέτης, καταθέτης, υιοθεσία, αδιαθεσία, τοποθεσία, νουθεσία, θήκη, διαθήκη, παρακαταθήκη, συνθήκη, αποθήκη, αποθηκάριος, υποθετικός, επιθετικός, συνθετικός, υπερθετικός, θεμέλιο, θεμελιώδης
σῳζούσης < σῴζω: σώσιμο, σωστικός, διασωστικός, ναυαγοσωστικός, διάσωση, ναυαγοσώστης, διασώστης, σωσίβιο, σωτηρία, σωτήριος, σώος, σώμα, σώφρων, σωστός, σωσίας, άσωτος
πάθη < πάσχω: πάθος, πάθημα, πάθηση, παθητικός, συμπαθητικός, αντιπαθητικός, παθητικότητα, συμπάθεια, αντιπάθεια, ηδυπάθεια, απάθεια, προσπάθεια, ευπάθεια, αδενοπάθεια, καρδιοπάθεια, μετριοπάθεια, εμπάθεια, μυστικοπάθεια, απαθής, συμπαθής, αντιπαθής, ωραιοπαθής, μετριοπαθής, εμπαθής, σεισμοπαθής, πλημμυροπαθής, παθογένεια, παθογόνος, παθολογία, παθολογικός, παθιάρης, πένθος, πένθιμος
πράξεις < πράττω: πράγμα, πραγματεία, πραγματικός, πραγματικότητα, πραγματισμός, πράγματι, πραγματοποίηση, πραγματογνώμων, πραμάτεια, πράξη, πρακτικός, πράκτορας, πρακτορείο, σύμπραξη, διάπραξη, αντίπραξη, είσπραξη, απραξία, κοινοπραξία, έμπρακτος, άπρακτος, πραξικόπημα, πραξικοπηματίας

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
Ο Αριστοτέλης ενισχύει τη θέση στην οποία κατέληξε στην προηγούμενη ενότητα, ότι η αρετή είναι μεσότητα που προσδιορίζεται με βάση τα υποκειμενικά κριτήρια. Για να το πετύχει αυτό συσχετίζει την αρετή με τις τέχνες. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι οι τεχνίτες επιδιώκουν τη μεσότητα, με την οποία δημιουργούν ολοκληρωμένα έργα. Από αυτά δεν μπορούμε ούτε να αφαιρέσουμε κάτι, γιατί θα τα οδηγήσουμε στην έλλειψη, ούτε να προσθέσουμε κάτι, γιατί θα τα οδηγήσουμε στην υπερβολή. Η υπερβολή και η έλλειψη φθείρουν την τελειότητά τους, ενώ η μεσότητα τη διαφυλάσσει.
Αν λοιπόν η τέχνη έχει ως στόχο της τη μεσότητα, τότε αυτός είναι ο στόχος και της αρετής –όπως και της φύσης– αφού αυτή είναι ακριβέστερη και ανώτερη από κάθε μορφή τέχνης. Ωστόσο, ο φιλόσοφος διευκρινίζει ότι, όταν μιλάει για την αρετή, εννοεί την ηθική αρετή, γιατί μόνο αυτή σχετίζεται με τα συναισθήματα και τις πράξεις, στα οποία υπάρχει υπερβολή, έλλειψη και μεσότητα.

1. Η ΜΕΣΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΩΝ ΕΡΓΩΝ: «Εἰ δὴ πᾶσα ἐπιστήμη … ἐργάζονται»

Ο Αριστοτέλης επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της προηγούμενης ενότητας, ότι οι ηθικές αρετές στοχεύουν στη μεσότητα (η οποία προσδιορίζεται με βάση τα υποκειμενικά κριτήρια). Για να καταλήξει όμως στη θέση αυτή, πρώτα θα αναφερθεί στη μεσότητα που υπάρχει στις τέχνες. Εδώ, είναι χρήσιμο να επισημανθεί ότι οι όροι επιστήμη και τέχνη έχουν σχεδόν το ίδιο σημασιολογικό περιεχόμενο στην ενότητα και δεν έχουν καμία σχέση με τους ίδιους όρους, όταν χρησιμοποιούνται από τον Αριστοτέλη ως «διανοητικές αρετές». Όταν λοιπόν η τέχνη – επιστήμη λειτουργεί σωστά, επιδιώκει τη μεσότητα και γι’ αυτό τα έργα που δημιουργεί είναι τέλεια, ολοκληρωμένα («τοῖς εὖ ἔχουσιν ἔργοις»). Με τον όρο «ολοκληρωμένο έργο» εννοούμε αυτό που βρίσκεται στη μεσότητα, που τηρεί το μέτρο και την αρμονία και εξισορροπεί τις αντιθέσεις ανάμεσα στην υπερβολή και στην έλλειψη. Γι’ αυτό από αυτό δεν μπορούμε ούτε να αφαιρέσουμε κάτι («οὔτ’ ἀφελεῖν»), γιατί δεν έχει κάτι περιττό και με την αφαίρεση θα το οδηγήσουμε στην έλλειψη, ούτε να προσθέσουμε κάτι («οὔτε προσθεῖναι»), γιατί δεν του λείπει κάτι και με την πρόσθεση θα το οδηγήσουμε στην υπερβολή. Επομένως, γίνεται κατανοητό ότι η υπερβολή και η έλλειψη διαταράσσουν την ισορροπία και καταστρέφουν την τελειότητά του («φθειρούσης»), ενώ η μεσότητα τη διαφυλάσσει («σῳζούσης»). Συγκεκριμένα ο Αριστοτέλης αλλού αναφέρει ότι ένα έργο τέχνης δεν πρέπει να είναι ούτε «παμμέγεθες» ούτε «πάμμικρον» (Ποιητική, 1450b, 37-39). Υπέρ της τήρησης του μέτρου τασσόταν και ο Πλάτων, ο οποίος στον «Φίληβο» αναφέρει: «μετριότης γὰρ καὶ συμμετρία κάλλος δήπου καὶ ἀρετὴ πανταχοῦ συμβαίνει γίγνεσθαι» (= το μέτρο και η συμμετρία συμβαίνει να μεταβάλλονται σε ομορφιά και αρετή, Φίληβος, 64e, 6).

2. ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΗΣ – ΦΥΣΗΣ – ΑΡΕΤΗΣ: «ἡ δ’ ἀρετὴ … στοχαστική.»
Στο χωρίο αυτό ο Αριστοτέλης συσχετίζει τις έννοιες τέχνη (η οποία εδώ ταυτίζεται με τον όρο «ἐπιστήμη»), φύση και αρετή και διαπιστώνει ότι έχουν ένα κοινό γνώρισμα, αλλά και διαφορές. Το κοινό τους γνώρισμα είναι ότι και οι τρεις έχουν τη δυνατότητα να δημιουργούν μορφές. Η διαφορά τους έγκειται σε τι δίνει μορφή η καθεμιά. Έτσι, λοιπόν:
α) η τέχνη μορφοποιεί το υλικό της,
β) η αρετή δίνει μορφή στην προσωπικότητα του ανθρώπου και
γ) η φύση δημιουργεί κι αυτή τις δικές της μορφές.
Παράλληλα, ο φιλόσοφος επιχειρεί να ιεραρχήσει τις τρεις αυτές έννοιες. Έτσι, κατ’ αυτόν, η φύση είναι ανώτερη από την τέχνη, γιατί κάθε φυσικό ον έχει τάση προς την τελειότητα. Από τη στιγμή δηλαδή που γεννιέται και αυξάνεται, οδηγείται, ανεξάρτητα από τη θέλησή του, στο «τέλος», στην τελειότερη μορφή του. Αντίθετα, τα έργα τέχνης είναι σταθερά και αμετάβλητα και δεν τείνουν πουθενά. Ο Αριστοτέλης αναφέρει : «ο σκοπός και το ωραίο είναι σε μεγαλύτερο βαθμό παρόντα στη φύση, παρά στα έργα της τέχνης» (Περὶ ζώων μορίων, 639b, 19-21). Εξάλλου, όπως διαπιστώνει και ο Ασπάσιος, ο σχολιαστής του Αριστοτέλη, «μιμεῖται γὰρ τέχνη τὴν φύσιν» (= η τέχνη μιμείται τη φύση), γι’ αυτό και είναι κατώτερη αυτής. Από την άλλη, η αρετή είναι ανώτερη και από τη φύση και από την τέχνη, γιατί μορφοποιεί στην ουσία του τον άνθρωπο και αποτελεί ύψιστη έκφανση της μεσότητας. Όπως, μάλιστα, αναφέρει και ο Ασπάσιος, η αρετή είναι ανώτερη από την τέχνη, γιατί η αρετή είναι «τελειότης φύσεως καὶ κατωρθωμένη φύσις», δηλαδή μια φυσική ιδιότητα με επιτυχία οδηγημένη στοn σκοπό της. Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι, για τον Αριστοτέλη, ανώτερη όλων είναι η αρετή, ακολουθεί η φύση και τελευταία στην ιεράρχηση έρχεται η τέχνη:
Αρετή -> φύση -> τέχνη

3. Ο ΥΠΟΘΕΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΟΤΙ Η ΑΡΕΤΗ ΣΤΟΧΕΥΕΙ ΣΤΟ ΜΕΣΟΝ.

Για να αποδείξει ο Αριστοτέλης ότι η αρετή έχει ως στόχο της το μέσον, διατυπώνει τον εξής υποθετικό συλλογισμό:

1η προκείμενη: αν η τέχνη στοχεύει στο μέσον («Εἰ δὴ πᾶσα ἐπιστήμη … ἄγουσα τὰ ἔργα») και
2η προκείμενη: αν η αρετή είναι ακριβέστερη και ανώτερη από την τέχνη («ἡ δ’ ἀρετὴ πάσης τέχνης ἀκριβεστέρα καὶ ἀμείνων ἐστὶν»)
Συμπέρασμα: η αρετή έχει ως στόχο της το μέσον («τοῦ μέσου ἂν εἴη στοχαστική»).

Καλό είναι να επισημανθεί εδώ ότι η χρήση υποθετικού συλλογισμού, ο οποίος βασίζεται σε προκείμενες από τις οποίες η μία τουλάχιστον είναι υποθετική πρόταση, προσιδιάζει στο ύφος του επιστημονικού λόγου, γιατί υποδηλώνει μετριοπάθεια, διαλλακτικότητα και έλλειψη δογματισμού. Άλλωστε, μέσα στο πλαίσιο της επιστημονικής έρευνας εντάσσεται και η διατύπωση υποθέσεων, οι οποίες αργότερα επαληθεύονται ή διαψεύδονται. Τη μετριοπάθεια και τη διαλλακτικότητα υποδηλώνει και η χρήση της δυνητικής ευκτικής στο χωρίο «τοῦ μέσου ἂν εἴη στοχαστική», η οποία δηλώνει αυτό που είναι δυνατό να γίνει στο παρόν και το μέλλον, δηλαδή το πιθανό και ενδεχόμενο. Η αρχική αυτή υπόθεση θα πάρει τη μορφή συμπεράσματος διατυπωμένου σε οριστική έγκλιση στην αμέσως επόμενη ενότητα. Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι ο Αριστοτέλης συνέγραψε τα «Ηθικά Νικομάχεια» (όπως πληροφορούμαστε και από την εισαγωγή του σχολικού εγχειριδίου) σε ώριμη πια ηλικία, την οποία χαρακτήριζε η ηρεμία, η νηφαλιότητα, η ώριμη σκέψη και η έλλειψη δογματισμού.

4. Η ΑΡΕΤΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ, ΤΗΣ ΜΕΣΟΤΗΤΑΣ: «…τοῦ μέσου ἂν εἴη στοχαστική.»
Η αρετή της μεσότητας, του μέτρου, αποτελούσε γνώρισμα της αρχαιοελληνικής σκέψης και συναντάται σε πολλές εκφάνσεις της ζωής τους. Συγκεκριμένα:
α) Στην καθημερινή ζωή τους: αρκεί να θυμηθούμε τις γνωστές φράσεις «μηδὲν ἄγαν» και «μέτρον ἄριστον», που υποδεικνύουν την τήρηση του μέτρου. Επιπλέον, η «ὕβρις» προς τους θεούς αποτελούσε υπέρβαση του μέτρου και επέφερε την τιμωρία.
β) Στην τέχνη: τα κλασικά έργα τέχνης των αρχαίων Ελλήνων είχαν ως γνώρισμα τη μεσότητα. Οι αρχαίοι Έλληνες, σε αντίθεση με τους ανατολικούς λαούς, απέφευγαν και αποδοκίμαζαν την υπερβολή στα έργα τους.
γ) Στη φιλοσοφία: την τήρηση του μέτρου εξυμνούσε τόσο ο Δημόκριτος όσο και ο Πλάτων. Ο Δημόκριτος έλεγε: «καλὸν ἐν παντὶ τὸ ἴσον, ὑπερβολὴ δὲ καὶ ἔλλειψις οὔ μοι δοκέει» (= σε κάθε πράγμα καλό είναι το ίσιο (δηλαδή το μέτρο)˙ η υπερβολή και η έλλειψη δεν μου αρέσει). Ο Πλάτων πάλι αναφέρει στον «Φίληβο»: «μετριότης γὰρ καὶ συμμετρία κάλλος δήπου καὶ ἀρετὴ πανταχοῦ συμβαίνει γίγνεσθαι» (= το μέτρο και η συμμετρία συμβαίνει να μεταβάλλονται σε ομορφιά και αρετή). Επίσης, ο Πυθαγόρας και οι Πυθαγόρειοι, καθώς και ο Ιπποκράτης στην ιατρική του, τόνιζαν την αξία του μέτρου για τη διατήρηση της υγείας.

5. Η ΜΕΣΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΑΡΕΤΗΣ: «Λέγω δὲ τὴν ἠθικήν˙»
Σ’ αυτό το σημείο ο Αριστοτέλης διευκρινίζει ότι η μεσότητα αφορά τις ηθικές και όχι τις διανοητικές αρετές. Κι αυτό, γιατί οι ηθικές αρετές σχετίζονται με τα συναισθήματα και τις πράξεις και σ’ αυτά υπάρχει υπερβολή, έλλειψη και μεσότητα. Αντίθετα, οι διανοητικές αρετές δεν είναι μεσότητες, γιατί είναι ασυμβίβαστες με τις έννοιες της υπερβολής και της έλλειψης και ή τις έχει κάποιος ή δεν τις έχει. Σχετικά με τη διανοητική αρετή της σοφίας ο Ασπάσιος γράφει: «φανερὸν δὲ ποιεῖ διὰ τούτων ὅτι ἡ διανοητικὴ ἀρετὴ οὐκ ἔστι μεσότης˙ οὐ γὰρ δεῖ μέσως μὲν εἰδέναι, ὑπερβαλλόντως δὲ μή, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον οἷόν τε εἰδέναι ἄριστα ἂν ἔχοι» (= με αυτά (ο Αριστοτέλης) κάνει φανερό ότι η διανοητική αρετή δεν είναι μεσότητα˙ γιατί δεν πρέπει να έχει κανείς γνώσεις μεσαίας ποιότητας και όχι υπερβολικά πολλές, αλλά θα ήταν άριστο να έχει όσο το δυνατόν πιο πολλές γνώσεις). Δηλαδή στην αρετή της σοφίας θεωρείται πολύ καλό να έχει κανείς πάρα πολλές γνώσεις, να βρίσκεται δηλαδή στην υπερβολή.

6. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΡΑΣΗΣ: «Περὶ πάθη»
Στην αριστοτελική έννοια «πάθη» αναφερθήκαμε και στην 6η ενότητα των «Ηθικών Νικομαχείων». Είδαμε λοιπόν ότι για τον Αριστοτέλη πάθη είναι η επιθυμία, η οργή, ο φόβος, το θάρρος, ο φθόνος, η χαρά, η φιλία, το μίσος, ο πόθος, η ζήλεια, η λύπη, δηλαδή αυτά που σήμερα θα λέγαμε συναισθήματα. Μάλιστα, ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι τα «πάθη» είναι άλογες παρορμήσεις της ψυχής και βιολογικές ιδιότητες του ανθρώπινου είδους.

ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
Αντιθέσεις
«ἀφελεῖν ≠ προσθεῖναι»
«φθειρούσης ≠ σῳζούσης»
«ἐλλείψεως, ὑπερβολῆς ≠ μεσότητος»

Επανάληψη
«οὔτε – οὔτε»
Οι παραπάνω αντιθέσεις και η επανάληψη των «οὔτε – οὔτε» τονίζουν την κρίσιμη διαφορά της έλλειψης και της υπερβολής από τη μεσότητα, καθώς και την άποψη ότι η υπερβολή και η έλλειψη ανατρέπουν την ισορροπία που υπάρχει στα έργα τέχνης, ενώ η μεσότητα τη διαφυλάττει.
Επίσης, μία σημαντική διαφορά στην συντακτική δομή του κειμένου αυτού σε σχέση με τα προηγούμενα είναι, ότι ενώ στις προηγούμενες ενότητες κυριαρχούσε η σύνδεση κατά παράταξη, εδώ έχουμε υποταγμένο λόγο, περισσότερο συνειρμικό και επιστημονικό.

Πηγή : http://www.study4exams.gr/

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1946

Ηθικά Νικομάχεια : Ενότητες 5-6

ΕΝΟΤΗΤΑ 5η

Η ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΣΥΝΕΠΑΓΕΤΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ – ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Τα συναισθήματα που ακολουθούν τις πράξεις μας αποτελούν το κριτήριο ότι έχουν διαμορφωθεί τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας («ἕξεις») – Παραδείγματα.     Σημεῖον δὲ δεῖ ποιεῖσθαι τῶν ἕξεων τὴν ἐπιγινομένην ἡδονὴν ἢ λύπην τοῖς ἔργοις˙ ὁ μὲν γὰρ ἀπεχόμενος τῶν σωματικῶν ἡδονῶν καὶ αὐτῷ τούτῳ χαίρων σώφρων, ὁ δ’ ἀχθόμενος ἀκόλαστος, καὶ ὁ μὲν ὑπομένων τὰ δεινὰ καὶ χαίρων ἢ μὴ λυπούμενός γε ἀνδρεῖος, ὁ δὲ λυπούμενος δειλός.

Συσχετισμός της ηθικής αρετής με τα συναισθήματα – Συμπέρασμα.     Περὶ ἡδονὰς γὰρ καὶ λύπας ἐστὶν ἡ ἠθικὴ ἀρετή˙ διὰ μὲν γὰρ τὴν ἡδονὴν τὰ φαῦλα πράττομεν, διὰ δὲ τὴν λύπην τῶν καλῶν ἀπεχόμεθα.

Απόψεις του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη για το ρόλο της αγωγής στη διαμόρφωση των μόνιμων στοιχείων του χαρακτήρα μας.     Διὸ δεῖ ἦχθαί πως εὐθὺς ἐκ νέων, ὡς ὁ Πλάτων φησίν, ὥστε χαίρειν τε καὶ λυπεῖσθαι οἷς δεῖ˙ ἡ γὰρ ὀρθὴ παιδεία αὕτη ἐστίν.
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο: 7. Ο ρόλος της αγωγής, κατά τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, στη διαμόρφωση των μόνιμων στοιχείων του χαρακτήρα μας : «Διὸ δεῖ … αὕτη ἐστίν»]

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Πρέπει όμως να θεωρούμε αποδεικτικό σημάδι ότι έχουν διαμορφωθεί τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας την ευχαρίστηση ή τη δυσαρέσκεια που συνοδεύει τις πράξεις μας˙ γιατί αυτός που μένει μακριά από τις σωματικές ηδονές και αυτό ακριβώς του προκαλεί ευχαρίστηση, είναι σώφρων, ενώ αυτός που δυσανασχετεί (με αυτό), (είναι) ακόλαστος και αυτός που υπομένει τους κινδύνους και χαίρεται ή τουλάχιστον δεν δυσαρεστείται, είναι ανδρείος, ενώ αυτός που δυσαρεστείται (είναι) δειλός. Γιατί η ηθική αρετή σχετίζεται με την ευχαρίστηση και τη δυσαρέσκεια˙ γιατί εξαιτίας της ευχαρίστησης κάνουμε τιποτένια πράγματα, ενώ εξαιτίας της δυσαρέσκειας μένουμε μακριά από τα ωραία πράγματα. Γι’ αυτό πρέπει να έχουμε διαπαιδαγωγηθεί από την πιο μικρή ηλικία με τέτοιο τρόπο, όπως λέει ο Πλάτωνας, ώστε να ευχαριστιόμαστε και να δυσαρεστούμαστε με αυτά που πρέπει˙ γιατί αυτή είναι η σωστή παιδεία.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
(Εκτός από το λεξιλόγιο του σχολικού βιβλίου στη σελίδα 164)
χαίρων = νιώθω ευχάριστα, προκαλώ ευχάριστα συναισθήματα
ἀχθόμενος < ἄχθομαι = δυσανασχετώ, δυσαρεστούμαι
ἦχθαι < απαρέμφατο παρακειμένου του «ἄγομαι» = διαπαιδαγωγούμαι
πως = με τέτοιο τρόπο

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
σημεῖον < σημαίνω: σήμα, σημείο, σημάδι, σημαδιακός, σημαία, σήμανση, σήμαντρο, σημασία, σημασιολογία, σημείωση, σημείωμα, σημειολογία, αξιοσημείωτος, πρόσημο, παράσημο, ένσημο, γραμματόσημο, χαρτόσημο, βιβλιόσημο, επίσημος, άσημος, διάσημος, δίσημος, αμφίσημος, πολύσημος, σηματοδότης, σηματοδότηση, σημαδιακός, επισήμανση, προσήμανση, σημαντικός, ασήμαντος
ἡδονὴν < ἥδομαι (= ευχαριστιέμαι): ηδονή, ηδονικός, ηδονιστής, ηδονοβλεψίας, ηδυπάθεια, ηδύποτο (= λικέρ), αηδία
λύπην < λυπέομαι –οῦμαι: λυπηρός, λυπητερός, λύπηση, περίλυπος, συλλυπητήριος, αλύπητα, αξιολύπητος
ἀχθόμενος < ἄχθομαι: άχθος, αχθοφόρος, επαχθής, σεισάχθεια, άγχος, αγχόνη
ὑπομένων < ὑπὸ + μένω: υπομονή, διαμονή, επιμονή, εμμονή, παραμονή, προσμονή, επίμονος, ανυπόμονος, έμμονος, υπομονετικός, μόνιμος, μονιμότητα, μοναχός
ἦχθαι < ἄγομαι: αγωγή, διαγωγή, αναγωγή, παραγωγή, εξαγωγή, εισαγωγή, συναγωγή, απαγωγή, καταγωγή, προαγωγή, προσαγωγή, επαγωγή, αγωγός, παράγωγος, παραγωγός, νηπιαγωγός, ανάγωγος, εισαγωγέας, εξαγωγέας, υδραγωγείο, αγώγι, αγωγιάτης, αγώγιμος, αρχηγός, κυνηγός, χορηγός, λοχαγός, στρατηγός, οδηγός, ξεναγός, αγώνας, αγωνιστικός, αγωνία, αγρός, αγρότης, άγημα, αγέλη, άξιος, αξία, αξιόμαχος, άξονας, αξονικός, ακτίνα
ὀρθὴ < (επίθ.) ὀρθός: όρθιος, ορθώνω, κατορθώνω, επανορθώνω, διορθώνω, διόρθωση, επιδιόρθωση, επανόρθωση, παλινόρθωση, κατόρθωμα, αδιόρθωτος, ακατόρθωτος, διορθωτής, ορθολογισμός, ορθολογιστής

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
Όταν εκτελούμε μια πράξη, δοκιμάζουμε είτε ευχάριστα είτε δυσάρεστα συναισθήματα και αυτό αποδεικνύει ότι έχουν διαμορφωθεί μέσα μας τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας («αἱ ἕξεις»). Η θέση αυτή αποδεικνύεται με τα ακόλουθα παραδείγματα: αν κάποιος απέχει από τις βλαπτικές σωματικές ηδονές και αυτό τον ευχαριστεί, τότε αυτό σημαίνει ότι έχει αποκτήσει το μόνιμο χαρακτηριστικό της εγκράτειας˙ αν όμως απέχοντας από αυτές νιώθει δυσάρεστα συναισθήματα, τότε είναι «ἀκόλαστος». Αν πάλι κάποιος υπομένει τις επικίνδυνες πράξεις και αυτό του προκαλεί ευχαρίστηση ή τουλάχιστον όχι δυσαρέσκεια, τότε είναι ανδρείος, ενώ, αν τις υπομένει με δυσαρέσκεια, τότε είναι δειλός. Επομένως, για να θεωρηθεί ότι κάποιος έχει κατακτήσει τις ηθικές αρετές, δεν αρκεί να κάνει ηθικές πράξεις, αλλά και να βιώνει ευχάριστα συναισθήματα μέσα από αυτές. Και παρατηρούμε ότι, όταν ένας άνθρωπος δεν κατέχει την αρετή, κάνει τιποτένιες πράξεις, επειδή αυτές τον ευχαριστούν, ενώ κρατιέται μακριά από τις καλές πράξεις, επειδή μ’ αυτές θα νιώσει δυσάρεστα συναισθήματα. Αφού, λοιπόν, τις πράξεις μας τις συνοδεύουν συναισθήματα, πρέπει, για να κατακτήσουμε την αρετή, να συνηθίσουμε να νιώθουμε ευχάριστα συναισθήματα με την εκτέλεση ηθικών πράξεων και το αντίθετο. Αυτό πρέπει να γίνεται με την αγωγή από την παιδική μας κιόλας ηλικία. Αυτή την άποψη συμμερίζεται και ο Πλάτωνας.

1. «Σημεῖον δὲ … τοῖς ἔργοις•» ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΝ ΤΗ ΘΕΣΗ.

Ο Αριστοτέλης διατυπώνει τη θέση ότι τα ευχάριστα ή δυσάρεστα συναισθήματα που συνοδεύουν τις πράξεις μας αποτελούν το κριτήριο ότι έχουν διαμορφωθεί μέσα μας τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας. Όταν, λοιπόν, κάνουμε ενάρετες πράξεις και, εξαιτίας αυτών, αισθανόμαστε ευχαρίστηση, αυτό σημαίνει ότι η αρετή αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό μας. Γι’ αυτό η τέτοιου είδους ηδονή αποτελεί αγαθό για το οποίο δεν πρέπει να αδιαφορούμε. Άλλωστε, αυτή είναι και η επιβράβευση για τις ηθικές πράξεις μας. Από την άλλη, η λύπη που αισθανόμαστε, όταν πράττουμε ενάρετα, αποδεικνύει ότι δεν έχουμε κάνει κτήμα μας την αρετή, δεν είμαστε ενάρετοι, αλλά ακόλαστοι. Για να αποδείξει τη θέση αυτή ο φιλόσοφος χρησιμοποιεί τα ακόλουθα παραδείγματα:

1ο παράδειγμα («ὁ μὲν γὰρ ἀπεχόμενος … ἀκόλαστος»): αν κάποιος κρατιέται μακριά από τις σωματικές ηδονές και αυτό του προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα, τότε έχει αποκτήσει ένα μόνιμο στοιχείο του χαρακτήρα του και είναι σώφρων, ενώ αν σε κάποιον η αποχή αυτή προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα, τότε έχει διαμορφώσει ένα άλλο μόνιμο στοιχείο του χαρακτήρα του και είναι ακόλαστος. Επομένως, δεν αρκεί να απέχει κανείς από τις σωματικές ηδονές για να χαρακτηρίζεται σώφρων. Τον χαρακτηρισμό αυτό τον δικαιούται μόνο εάν η αποχή αυτή του προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα.

Για να γίνει πιο κατανοητό το παράδειγμα, καλό είναι να διευκρινιστούν τα εξής:
•    «ἡδονή»: είναι το ευχάριστο συναίσθημα, η ηθική ικανοποίηση, η ανώτερη ηδονή που ολοκληρώνει τον άνθρωπο και δεν προκαλείται από σωματικό ερέθισμα. Για το ευχάριστο συναίσθημα που προκαλείται από σωματικό ερέθισμα, ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τον όρο «σωματικαὶ ἡδοναί»,
•    όταν ο Αριστοτέλης μιλά για αποχή από τις σωματικές ηδονές («ἀπεχόμενος τῶν σωματικῶν ἡδονῶν»), δεν εννοεί την πλήρη αποχή από αυτές, αλλά την αποχή από τις υπερβολικές σωματικές ηδονές, την έμμετρη απόλαυσή τους. Η πλήρης αποχή είναι κατά τον φιλόσοφο κακία και αναίσθητος αυτός που απέχει πλήρως από αυτές.
•    «λύπη»: είναι το δυσάρεστο συναίσθημα,
•    «σώφρων»: είναι αυτός που χρησιμοποιεί τη σκέψη του ώστε να ενεργεί σωστά, ο εγκρατής, αυτός που τηρεί το μέτρο. Η αποχή από τις σωματικές ηδονές τού προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα, γιατί μπορεί και επιβάλλεται πάνω σ’ αυτές και αποδεικνύει στον εαυτό του την ισχυρή του θέληση,
•    «ἀκόλαστος»: είναι αυτός που απέχει από τις σωματικές ηδονές, επιβάλλεται πάνω σ’ αυτές, αλλά η αποχή αυτή του δημιουργεί δυσάρεστα συναισθήματα. Λυπάται, όταν δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του για απόλαυση των σωματικών ηδονών.
2ο παράδειγμα («καὶ ὁ μὲν ὑπομένων … δειλός»): αν κάποιος υπομένει τους κινδύνους της μάχης ή τις αντιξοότητες της ζωής και αυτό του προκαλεί ευχάριστα ή τουλάχιστον όχι δυσάρεστα συναισθήματα, τότε έχει αποκτήσει ένα μόνιμο στοιχείο του χαρακτήρα του και είναι ανδρείος. Αν όμως υπομένει τους κινδύνους με δυσαρέσκεια, τότε έχει διαμορφώσει ένα άλλο μόνιμο στοιχείο του χαρακτήρα του και είναι δειλός.

Ας διευκρινίσουμε τώρα τους εξής όρους:
•    «ἀνδρεῖος»: αισθάνεται ικανοποίηση, χαρά, όταν αντιμετωπίζει τα δεινά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν νιώθει το συναίσθημα του φόβου, αλλά μπορεί και επιβάλλεται πάνω σ’ αυτό και το ξεπερνά κι αυτό είναι στοιχείο της αρετής,
•    «δειλός»: λυπάται, όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τις δυσκολίες, και νιώθει υπερβολικό φόβο στην αντιμετώπιση των κινδύνων. Ο φόβος του υπερβαίνει τα όρια του μέτρου και δεν μπορεί να τον ξεπεράσει. Αυτό είναι στοιχείο της κακίας.


2. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: «Περὶ ἡδονὰς γὰρ καὶ λύπας ἐστὶν ἡ ἠθικὴ ἀρετή•»

Τα παραδείγματα που αναφέρθηκαν προηγουμένως οδηγούν τον Αριστοτέλη στη διατύπωση του συμπεράσματός του, ότι η ηθική αρετή συνδέεται με τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα συναισθήματα. Δεν αρκεί, λοιπόν, να κάνει κάποιος ηθικές πράξεις για να θεωρηθεί ότι έχει κατακτήσει τις ηθικές αρετές, αλλά και να βιώνει ευχάριστα συναισθήματα μέσα από αυτές. Αν οι πράξεις αυτές δεν προκαλούν χαρά αλλά είναι αποτέλεσμα επιβολής και καταναγκασμού και προκαλούν δυσάρεστα συναισθήματα, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ηθικά ενάρετος αυτός που τις πράττει. Ο Αριστοτέλης, λοιπόν, δεν αναφέρεται στο συνεχή εσωτερικό αγώνα που απαιτείται για την κατάκτηση των ηθικών αρετών, αλλά τονίζει ότι αυτές δημιουργούν ευχάριστα συναισθήματα στον ηθικό άνθρωπο. Η αρετή δηλαδή ρυθμίζει τα συναισθήματα της ηδονής και της λύπης στην ψυχή του ανθρώπου και θέτει μέτρο σε αυτά.

Σ’ αυτό το σημείο, μάλιστα, με τη σύνδεση ηθικής και συναισθημάτων, διαφαίνονται και κάποια στοιχεία ψυχολογίας, της οποίας ο Αριστοτέλης έθεσε τις βάσεις και θεωρείται θεμελιωτής της.

3. ΣΤΑΣΗ ΟΣΩΝ ΔΕΝ ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΤΙΣ ΗΘΙΚΕΣ ΑΡΕΤΕΣ:
«διὰ μὲν γὰρ τὴν ἡδονὴν … τῶν καλῶν ἀπεχομέθα.»

Ο Αριστοτέλης αιτιολογεί στο σημείο αυτό το προηγούμενο συμπέρασμα. Εδώ χρησιμοποιεί τον όρο «ἡδονὴ» με την αρνητική σημασία της. Σημαίνει, δηλαδή, την άμετρη επιθυμία, τον ακόρεστο πόθο. Όσοι έχουν διαμορφώσει κακές «ἕξεις» και, επομένως, δεν έχουν κατακτήσει τις ηθικές αρετές, πράττουν τιποτένιες και ασήμαντες πράξεις, γιατί αυτές τους δημιουργούν ευχάριστα συναισθήματα. Αντίθετα, αποφεύγουν τις ηθικές πράξεις, για να αποφύγουν να βιώσουν δυσάρεστα συναισθήματα.

4. ΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΒΙΩΝΟΥΝ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΤΙΣ ΗΘΙΚΕΣ ΑΡΕΤΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΜΙΑΣ ΗΘΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ:

•    Όσοι κατέχουν τις ηθικές αρετές
o    βιώνουν ευχάριστα συναισθήματα με την εκτέλεση μιας ηθικής πράξης και γι’ αυτό τις επιδιώκουν,
o    βιώνουν δυσάρεστα συναισθήματα με την εκτέλεση μιας μη ηθικής πράξης (η άποψη αυτή αφήνεται να εννοηθεί από τα συμφραζόμενα).
•    Όσοι δεν κατέχουν τις ηθικές αρετές
o    βιώνουν δυσάρεστα συναισθήματα με την εκτέλεση μιας ηθικής πράξης και γι’ αυτό την αποφεύγουν,
o    βιώνουν ευχάριστα συναισθήματα με την εκτέλεση μιας μη ηθικής πράξης.
5. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ «ἡδονὴ» ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

Στο κείμενο η λέξη «ἡδονὴ» αναφέρεται σε δύο σημεία με δύο διαφορετικές σημασίες. Στην αρχή του κειμένου («… τὴν ἐπιγινομένην ἡδονὴν ἢ λύπην τοῖς ἔργοις») αποκτά τη σημασία των «καλών» ηδονών, οι οποίες επιφέρουν έλλογη χαρά και ικανοποίηση στον άνθρωπο εξαιτίας των ηθικών του πράξεων και συντείνουν στη διατήρηση της μεσότητας και του ορθού λόγου. Στο τέλος του κειμένου («διὰ μὲν γὰρ τὴν ἡδονὴν τὰ φαῦλα πράττομεν») η ηδονή ανήκει στην κατηγορία των «κακών» ηδονών, που ξεπερνούν τα όρια του μέτρου, βρίσκονται στην υπερβολή της απόλαυσης των παθών, κυριαρχούν στη λογική του ανθρώπου και τον απομακρύνουν από την αρετή.
Για τον Αριστοτέλη έχει τεράστια σημασία η «ἡδονὴ» στη ζωή του ανθρώπου. Επειδή, λοιπόν, αυτή ακολουθεί τις πράξεις μας και αποτελεί την επιβράβευσή μας γι’ αυτές, πρέπει να αισθανόμαστε την «καλή», την ανώτερη ηδονή και να την επιλέγουμε, για να οδηγηθούμε στην ηθική αρετή. Ικανοί να τη διακρίνουμε και να την επιλέξουμε από τις «κακές» ηδονές θα γίνουμε μόνο με την ορθή παιδεία.

6. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ: ΟΙ ΗΘΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΥΝΟΔΕΥΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΝΟΔΕΥΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΑΠΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ;
Μας προβληματίζει η θέση του Αριστοτέλη ότι οι ηθικές πράξεις πρέπει να συνοδεύονται από ευχάριστα συναισθήματα κι αυτό, γιατί υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Πρέπει, λοιπόν, να θεωρήσουμε ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν κατέχουμε τις ηθικές αρετές; Για παράδειγμα, όταν δείχνουμε τη συμπαράστασή μας στις συμφορές των άλλων, είναι λογικό να επηρεαστούμε από αυτές και να νιώσουμε δυσάρεστα συναισθήματα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν διαπνεόμαστε από την αρετή της φιλανθρωπίας. Επίσης, όταν κάνουμε μια δίκαιη πράξη, είναι δυνατό να νιώσουμε ένα δυσάρεστο συναίσθημα, γιατί είμαστε υποχρεωμένοι να βλάψουμε κάποιον στην προσπάθειά μας να απονείμουμε δικαιοσύνη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε δίκαιοι. Τον ίδιο προβληματισμό είχε και ο Αριστοτέλης, ο οποίος γράφει γι’ αυτό το θέμα στα «Ηθικά Νικομάχεια»: «οὐ δὴ ἐν ἁπάσαις ταῖς ἀρεταῖς τὸ ἡδέως ἐνεργεῖν ὑπάρχει, πλὴν ἐφ’ ὅσον τοῦ τέλους ἐφάπτεται» (= δεν είναι δυνατόν σε όλες γενικά τις αρετές η ενέργεια να συνοδεύεται από ευχάριστο συναίσθημα παρά μόνο όταν η ενέργεια πετυχαίνει τον σκοπό της). Βέβαια, η διευκρίνιση αυτή του φιλοσόφου δεν μας δίνει μια ικανοποιητική απάντηση στον παραπάνω προβληματισμό.

7. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ, ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ, ΣΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΜΟΝΙΜΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΜΑΣ:
«Διὸ δεῖ … αὕτη ἐστίν.»

Ο Αριστοτέλης συμφωνεί με τον Πλάτωνα (στους «Νόμους») και διατυπώνει κι ο ίδιος τη θέση ότι στη διαμόρφωση των μόνιμων στοιχείων του χαρακτήρα μας σημαντικό ρόλο παίζει η ορθή αγωγή και ιδιαίτερα από πολύ μικρή ηλικία. Το ανθρώπινο περιβάλλον του παιδιού (γονείς και δάσκαλοι), πρέπει από νωρίς να επεμβαίνει, να καθοδηγεί, να του υποδεικνύει τις πράξεις για τις οποίες πρέπει να νιώθει ευχάριστα συναισθήματα και να το βοηθήσει να ασκηθεί σ’ αυτές. Με την επιβράβευση των ηθικών πράξεων και την αποδοκιμασία των μη ηθικών πράξεων θα το βοηθήσει να επιδιώκει μόνο τις πρώτες, αφού μόνο αυτές θα του προσφέρουν τη χαρά της επιβράβευσης, συναίσθημα που προτιμά να αισθάνεται κάθε άνθρωπος. Έτσι, θα επέλθει ο εθισμός σε ενάρετες-ηθικές πράξεις, ο οποίος θα συνεχιστεί και σε μεγαλύτερες ηλικίες, μέχρι να διαμορφωθούν τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα.
8. ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΩΝ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΝ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΜΕ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ

Η σύγχρονη παιδαγωγική αποδέχεται την άποψη ότι ο άνθρωπος πρέπει να διαπαιδαγωγείται από πολύ μικρή ηλικία. Επίσης, αναγνωρίζει την αξία και τη συμβολή της ηθικής επιβράβευσης.
Διάσταση απόψεων μπορούμε να παρατηρήσουμε ως προς τον χαρακτήρα της αγωγής: η πλατωνική αγωγή έχει χαρακτήρα περισσότερο αυταρχικό. Οι φορείς αγωγής προσπαθούν να επιβάλλουν στο παιδί τις δικές τους επιλογές και δεν το αφήνουν να ενεργήσει ελεύθερα. Αντίθετα, η σύγχρονη παιδαγωγική προωθεί την ελεύθερη και ενεργητική συμμετοχή του παιδιού στη διαδικασία της αγωγής. Αυτό πρέπει να αφήνεται να αναπτύξει ελεύθερα την προσωπικότητά του, να κάνει τις επιλογές του, να αναλαμβάνει την ευθύνη τους και να μαθαίνει μέσα από τα λάθη του. Ο ρόλος των φορέων αγωγής είναι να το καθοδηγήσουν και να το προστατέψουν από σημαντικές παρεκτροπές χωρίς να επιβάλλουν συμπεριφορές.
9. Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ

Για άλλη μια φορά στο κείμενο του Αριστοτέλη διαφαίνεται η κοινωνική διάσταση της αρετής, καθώς η πόλη (μέσω των νομοθετών), αλλά και η οικογένεια και το στενό κοινωνικό περιβάλλον είναι αυτοί που έχουν την ευθύνη για την κατάκτηση της ηθικής αρετής από τους ανθρώπους. Η αρετή, λοιπόν, έχει κοινωνικό χαρακτήρα, επειδή:
•    οι πράξεις μας συντελούνται μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον και έχουν αντίκτυπο στον κοινωνικό περίγυρο,
•    ο κοινωνικός περίγυρος προσδιορίζει το πόσο ηθικές είναι οι πράξεις μας και μας αποδίδει ηθικούς χαρακτηρισμούς σύμφωνα με αυτές,
•    κάθε κοινωνία – πολιτεία αξιολογεί ποιες πράξεις είναι ηθικές και μας υποχρεώνει με την παιδεία και την αγωγή να τις ακολουθήσουμε.

ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
Προκειμένου ο Αριστοτέλης να τονίσει τα ευχάριστα και δυσάρεστα συναισθήματα που ακολουθούν τις ηθικές και μη ηθικές πράξεις και για να διαφοροποιήσει τα χαρακτηριστικά που αντιστοιχούν σε όσους διαθέτουν και σε όσους δεν διαθέτουν τις ηθικές αρετές, συσσωρεύει ζεύγη αντιθετικών εννοιών:
-ἡδονὴ ≠ λύπη
– χαίρων ≠ ἀχθόμενος
– σώφρων ≠ ἀκόλαστος
– ἀνδρεῖος ≠ δειλὸς
– φαῦλα ≠ καλὰ
– χαίρω ≠ λυποῦμαι

ΕΝΟΤΗΤΑ 6η

Η ΑΡΕΤΗ ΚΑΘΙΣΤΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΙΚΑΝΟ ΝΑ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙ ΤΟ ΠΡΟΟΡΙΣΜΕΝΟ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΕΡΓΟ – ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ


Ο ορισμός της έννοιας της αρετής, απαιτεί να προσδιοριστεί η ειδοποιός διαφορά της.     Δεῖ δὲ μὴ μόνον οὕτως εἰπεῖν, ὅτι ἕξις, ἀλλὰ καὶ ποία τις. Ῥητέον οὖν ὅτι πᾶσα ἀρετή, οὗ ἂν ᾖ ἀρετή, αὐτό τε εὖ ἔχον ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ εὖ ἀποδίδωσιν,
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο: 1. Ο προσδιορισμός της ειδοποιού διαφοράς του όρου «ἀρετή»: «Δεῖ δὲ … εὖ ἀποδίδωσιν»]

Διεύρυνση του περιεχομένου της αρετής για όλα τα όντα, όπως φαίνεται από δύο παραδείγματα: της αρετής του ματιού και του αλόγου.     οἷον ἡ τοῦ ὀφθαλμοῦ ἀρετὴ τόν τε ὀφθαλμὸν σπουδαῖον ποιεῖ καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ˙ τῇ γὰρ τοῦ ὀφθαλμοῦ ἀρετῇ εὖ ὁρῶμεν. Ὁμοίως ἡ τοῦ ἵππου ἀρετὴ ἵππον τε σπουδαῖον ποιεῖ καὶ ἀγαθὸν δραμεῖν καὶ ἐνεγκεῖν τὸν ἐπιβάτην καὶ μεῖναι τοὺς πολεμίους.
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο: 3. Παραδείγματα που συντελούν στην κατανόηση των δύο γνωρισμάτων της αρετής: «οἷον … τοὺς πολεμίους»]

Κριτήριο ποιότητας της αρετής κάθε πράγματος, άρα και του ανθρώπου, είναι η αποτελεσματικότητά της στην ολοκλήρωση του έργου του.     Εἰ δὴ τοῦτ’ ἐπὶ πάντων οὕτως ἔχει, καὶ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ἀρετὴ εἴη ἂν ἡ ἕξις ἀφ’ ἧς ἀγαθὸς ἄνθρωπος γίνεται καὶ ἀφ’ ἧς εὖ τὸ ἑαυτοῦ ἔργον ἀποδώσει.
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο: 4. Συμπέρασμα: «Εἰ δὴ … ἀποδώσει»]

Εισάγεται με ερώτημα ένα νέο θέμα προς διερεύνηση που αφορά τη φύση της αρετής.     Πῶς δὲ τοῦτ’ ἔσται, … ὧδ’ ἔσται φανερόν, ἐὰν θεωρήσομεν ποία τίς ἐστιν ἡ φύσις αὐτῆς.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Δεν πρέπει όμως να το πούμε μόνο έτσι, ότι δηλαδή (η αρετή) είναι συνήθεια, αλλά και τι είδους συνήθεια (είναι). Πρέπει λοιπόν να πούμε ότι κάθε αρετή, όποιου πράγματος είναι αρετή, και το ίδιο το πράγμα το κάνει να φτάσει στην τέλεια κατάστασή του και το βοηθάει να εκτελέσει με τον πιο σωστό τρόπο το έργο που είναι προορισμένο γι’ αυτό, όπως για παράδειγμα, η αρετή του ματιού κάνει αξιόλογο και το μάτι και το έργο του˙ γιατί με την αρετή του ματιού βλέπουμε καλά. Με τον ίδιο τρόπο η αρετή του αλόγου κάνει και το άλογο αξιόλογο και ικανό να τρέξει και να κρατήσει τον αναβάτη και να μείνει να αντιμετωπίσει τους εχθρούς. Αν λοιπόν έτσι συμβαίνει με όλα τα πράγματα, (τότε) και η αρετή του ανθρώπου θα μπορούσε να είναι η συνήθεια, από την οποία ο άνθρωπος γίνεται καλός και από την οποία θα βοηθηθεί να εκτελέσει σωστά το έργο του. Πώς όμως θα γίνει αυτό … με αυτό τον τρόπο θα γίνει φανερό, αν δηλαδή εξετάσουμε τι λογής είναι η φύση της (δηλαδή της αρετής).

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
(Εκτός από το λεξιλόγιο του σχολικού βιβλίου στη σελίδα 166)
ῥητέον = πρέπει να πούμε (< λέγω: ρηματικό επίθετο σε –τέος που μεταφράζεται με το «πρέπει να»)
δραμεῖν = τρέχω (απαρέμφατο αορίστου β’ του ρήματος «τρέχω»)
ἐνεγκεῖν = μεταφέρω, κρατώ (απαρέμφατο αορίστου β’ του ρήματος «φέρω»)
μεῖναι < μένω = μένω να αντιμετωπίσω, μένω σταθερός στη θέση μου στην μάχη
ἂν εἴη = θα μπορούσε να είναι (δυνητική ευκτική, η οποία μεταφράζεται με «θα + παρατατικό»)

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
Ἀποτελεῖ < ἀπὸ + τέλος: τέλος, τελικός, τελειωτικός, τέλειος, τελείωση, τελειοποίηση, τελετή, τέλεση, τελώνης, τελωνείο, τελωνειακός, ατελής, ημιτελής, ιδιοτελής, αυτοτελής, ευτελής, υποτελής, πολυτελής, ατέλεια, πολυτέλεια, συντέλεια, εντέλεια, ισοτέλεια, επιτέλεση, εκτέλεση, συντελεστής, εκτελεστής.
ὀφθαλμοῦ < ὁράω -ῶ: όραση, όραμα, ορατός, παρόραμα, πανόραμα, ενόραση, τηλεόραση, αόρατος, αδιόρατος, θεόρατος, διορατικός, οπή, όψη, οπτικός, συνοπτικός, εποπτικός, κάτοπτρο, αντικατοπτρισμός, μέτωπο, πρόσωπο, προσωπίδα, παρωπίδα, ιδέα, ιδανικός, θυρωρός.
ἵππου: ιππασία, ιππικός, ιππότης, ιπποτικός, ιπποτισμός, ιππέας, ιππευτικός, ιπποκόμος, ιππόκαμπος, ιπποδρομία, ιππομαχία, ιπποδύναμη, ιπποπόταμος, ιπποτροφείο, έφιππος.
δραμεῖν < τρέχω: δρόμος, δρομέας, καταδρομέας, διάδρομος, περίδρομος, πεζόδρομος, ιππόδρομος, μονόδρομος, αμφίδρομος, αυτοκινητόδρομος, χωματόδρομος, ταχυδρόμος, διαδρομή, συνδρομή, παραδρομή, αναδρομή, εκδρομή, επιδρομή, παγοδρομία, ιπποδρομία, σκυταλοδρομία, παλινδρόμηση, πεζοδρόμηση.
ἐνεγκεῖν < φέρω: φερέφωνο, φερέγγυος, φέρετρο, φορά, φόρτος, φορέας, φόρος, παράφορος, φορείο, ασθενοφόρο, μαρσιποφόρο, φόρεμα, οισοφάγος, διένεξη, διηνεκής, αυτόφωρος, κατάφωρος, φαρέτρα.
ἐπιβάτην < ἐπὶ + βαίνω: βάση, ανάβαση, κατάβαση, πρόσβαση, διάβαση, έμβασμα, βήμα, βηματοδότης, βάθρο, βωμός, βατός, δύσβατος, βάδην, βαθμός, βατήρας, αναβάτης, διαβάτης, επιβάτης, παραβάτης, ακροβάτης.
ἀποδίδωσιν, ἀποδώσει < ἀπὸ + δίδωμι: δόση, παράδοση, έκδοση, μετάδοση, δοσολογία, δοσίλογος, μισθοδοσία, λογοδοσία, ηλεκτροδότηση, σηματοδότης, δότης, αιμοδότης, καταδότης, εκδοτικός, αποδοτικός, ενδοτικός, μεταδοτικός, δώρο, δωροθέτης, δωρεά, δωροδοκία.
φανερόν < φαίνομαι: φάσμα, φαινόμενο, φαινομενικός, φανάρι, φανός, φανερός, φάντασμα, φαντασία, φανταστικός, φαντασίωση, φαντασμαγορικός, άφαντος, αφάνεια, διαφάνεια, επιφάνεια, διαφανής, αφανής, περιφανής, καταφανής, φως, φαεινός.

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
Σε προηγούμενη ενότητα έχει αναφερθεί ότι η αρετή είναι «ἕξις». Δεν είναι όμως αρκετός αυτός ο όρος για τον προσδιορισμό της, πρέπει να προσδιοριστεί και η ποιότητά της, καθώς υπάρχουν καλές και κακές έξεις. Πρέπει λοιπόν, να διευκρινιστεί σε ποια από τις δύο κατηγορίες ανήκει. Έτσι κατά τον Αριστοτέλη, η αρετή είναι η θετική ιδιότητα που κάνει τον άνθρωπο, το ζώο ή το πράγμα που την έχει να βρίσκεται στην τέλεια κατάστασή του και να επιτελεί με σωστό τρόπο το έργο για το οποίο είναι προορισμένο από τη φύση. Για παράδειγμα, η αρετή του ματιού είναι η ιδιότητα που κάνει και το μάτι τέλειο και το βοηθά να εκτελεί σωστά το έργο για το οποίο είναι προορισμένο από τη φύση, δηλαδή να βλέπει καλά. Το ίδιο ισχύει και με την αρετή του αλόγου: είναι η ιδιότητα που και το άλογο το κάνει σπουδαίο και το βοηθά να εκτελεί σωστά το έργο για το οποίο είναι προορισμένο από τη φύση, δηλαδή το κάνει ικανό να τρέχει, να κουβαλά τον αναβάτη και να αντιμετωπίζει τους εχθρούς. Ό,τι λοιπόν συμβαίνει με τα ζώα και με τα άψυχα αντικείμενα, το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο. Συνεπώς η αρετή του ανθρώπου, σύμφωνα με τον συλλογισμό του, θα μπορούσε να είναι η έξη με την οποία ο άνθρωπος γίνεται καλός και με την οποία εκτελεί με σωστό τρόπο το έργο για το οποίο είναι προορισμένος από τη φύση. Για να εξετάσουμε όμως, ποιος είναι αυτός ο σωστός τρόπος, πρέπει πρώτα να διερευνήσουμε τη φύση της αρετής.

1. Ο ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΙΔΟΠΟΙΟΥ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΟΡΟΥ «ἀρετή»: «Δεῖ δὲ … εὖ ἀποδίδωσιν»
Προκειμένου να προσδιοριστεί το περιεχόμενο του όρου «ἀρετή», όπως έχει διδάξει σε άλλο έργο του ο Αριστοτέλης, πρέπει να καθοριστεί:
α) το προσεχές γένος της (genus proximum), δηλαδή το πλησιέστερο σύνολο στο οποίο εντάσσεται και
β) η ειδοποιός διαφορά της (specifica differentia), δηλαδή το ιδιαίτερο γνώρισμα με το οποίο η αρετή διακρίνεται από τις ομογενείς της έννοιες.
Έτσι, για να φτάσει στον καθορισμό του προσεχούς γένους αναφέρει, όπως ήδη έχουμε δει και στην προηγούμενη ενότητα, ότι η αρετή ανήκει στα «ἐν τῇ ψυχῇ γινόμενα, πάθη, δυνάμεις, ἕξεις». Πάθη ονομάζει την επιθυμία, την οργή, τον φόβο, το θάρρος, τον φθόνο, τη χαρά, τη φιλία, το μίσος, τον πόθο, τη ζήλεια, την ευσπλαχνία, όσα δηλαδή ακολουθούνται από ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια. Η αρετή δεν ανήκει στα πάθη, διότι αυτά αποτελούν:
α) βιολογικές ιδιότητες του ανθρώπου, που υπάρχουν ήδη μέσα μας από τη φύση. Επομένως, δεν μπορεί κανείς να μας επαινέσει ή να μας κατηγορήσει, επειδή τα έχουμε και τα αισθανόμαστε.
β) «άλογες παρορμήσεις της ψυχής», που δεν χαρακτηρίζουν ακόμα τον άνθρωπο καλό ή κακό, ενώ η αρετή είναι αποτέλεσμα θέλησης και συνειδητής επιλογής που προκύπτει έπειτα από ώριμη σκέψη. Τα πάθη θα ήταν ασήμαντα, αν κάθε άτομο δεν ήταν επίσης προικισμένο από τη φύση, με τη δυνατότητα (δύναμη) συμμετοχής σε αυτά.
Η αρετή δεν ανήκει ούτε στις δυνάμεις, που είναι η δυνατότητα, η ικανότητα να αισθανόμαστε τα πάθη. Δεν μπορεί ούτε και σ’ αυτή την περίπτωση να μας χαρακτηρίσει κάποιος καλούς ή κακούς, επειδή μπορούμε να τα αισθανόμαστε. Μπορούμε να χαρακτηριστούμε καλοί ή κακοί ανάλογα με το αν κρατάμε σωστή ή όχι στάση απέναντι στα πάθη, αν δηλαδή ακολουθούμε τον δρόμο της μεσότητας (σ’ αυτό τον όρο, όμως, θα γίνει αναφορά στις επόμενες ενότητες). Από τα παραπάνω λοιπόν, προκύπτει ότι το προσεχές γένος της αρετής είναι οι έξεις – δηλαδή ο χαρακτήρας που διαμορφώνει ο άνθρωπος με την στάση που επιλέγει απέναντι στα πάθη – οι οποίες, όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενες ενότητες, είναι αποτέλεσμα επαναλαμβανόμενων ενεργειών και η ποιότητά τους εξαρτάται από την ποιότητα των ενεργειών μας. Άρα δεν αρκεί να χαρακτηρίζουμε τις αρετές έξεις, αφού αυτές διακρίνονται σε καλές και κακές, αλλά να βρούμε το ιδιαίτερο εκείνο γνώρισμα, την ειδοποιό διαφορά που τις διαφοροποιεί από τις άλλες έξεις.
Για τον Αριστοτέλη, λοιπόν, η ειδοποιός διαφορά που κάνει μια έξη αρετή είναι:
α) να κάνει κάθε πράγμα που την έχει («αὐτό»), είτε αυτό είναι άνθρωπος είτε ζώο είτε πράγμα, να βρίσκεται στην τέλεια κατάστασή του και
β) να το βοηθά να εκτελεί με σωστό τρόπο το έργο για το οποίο είναι προορισμένο από τη φύση.
Οι θετικές συνέπειες της αρετής στον χαρακτήρα και στο έργο όλων των όντων, που τη διαφοροποιούν ποιοτικά από τις άλλες έξεις, υπογραμμίζονται με την επαναλαμβανόμενη χρήση του επιρρήματος «εὖ» και του επιθέτου «ἀγαθός».
Σκόπιμο κρίνεται σ’ αυτό το σημείο να μιλήσουμε για την έννοια με την οποία χρησιμοποιείται εδώ ο όρος «ἀρετή». Ο Αριστοτέλης δεν της αποδίδει καθαρά ηθικό περιεχόμενο, αλλά τη θεωρεί ως οποιαδήποτε θετική ικανότητα ή ιδιότητα που υπάρχει σε μεγάλο βαθμό. Συνώνυμά της μπορούν να θεωρηθούν η υπεροχή, η ανωτερότητα, το προτέρημα.

2. Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΟΣ ΟΡΟΣ «τέλος» ΚΑΙ Η «τελεολογική αντίληψη»
«αὐτό τε εὖ ἔχον ἀποτελεῖ»: το ρήμα «ἀποτελῶ» προέρχεται από τη λέξη «τέλος», που υπάρχει και στην «εντελέχεια», έναν από τους βασικούς όρους της αριστοτελικής φιλοσοφίας. «Τέλος» λοιπόν είναι κατά τον Αριστοτέλη, ο σκοπός για τον οποίο δημιουργήθηκε ένα όν, και εντελέχεια είναι η εκπλήρωση του τελικού στόχου, του σκοπού, η ανώτατη φάση εξέλιξης του όντος, η τελειοποίησή του, που συμπίπτει με τον σκοπό για τον οποίο είναι πλασμένο.
«τὸ ἔργον αὐτοῦ»: βασική αντίληψη του Αριστοτέλη είναι ότι «ἡ φύσις οὐδὲν ποιεῖ μάτην» (= η φύση τίποτα δεν κάνει μάταια, χωρίς λόγο). Αυτό σημαίνει ότι η «φύσις» ανέθεσε, κατά τον Αριστοτέλη, σε καθετί σ’ αυτό τον κόσμο ένα «ἔργον», έναν συγκεκριμένο προορισμό. Όταν επιτελεστεί αυτό το έργο, τότε το ον φτάνει στο τέλος, στην τελειοποίησή του, στην επίτευξη του στόχου του (τελεολογική αντίληψη). Υπάρχει, λοιπόν «ἔργον» του οφθαλμού, «ἔργον» του ίππου, «ἔργον» του ανθρώπου, «ἔργον» του χεριού και «ἔργον» του ποδιού. Σε άλλο σημείο στα «Ἠθικὰ Νικομάχεια» ο Αριστοτέλης θα μιλήσει για το «ἔργον» που επιτελεί ο κάθε επιμέρους «τεχνίτης» (αθλητής, αγαλματοποιός, κιθαριστής), παράλληλα με το «ἔργον» του ανθρώπου, που είναι «ψυχῆς ἐνέργεια κατὰ λόγον ἢ μὴ ἄνευ λόγου», όπως αναφέρεται και σε σχόλιο του σχολικού μας βιβλίου.

3. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΥΝΤΕΛΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ: «οἷον … τοὺς πολεμίους»
Για να αποδείξει ο Αριστοτέλης τη θέση του που αφορά τα γνωρίσματα που διαφοροποιούν την αρετή από τις άλλες έξεις, θα στηριχτεί για άλλη μια φορά στην επαγωγή. Έτσι θα χρησιμοποιήσει δύο παραδείγματα˙ το ένα σχετίζεται με τα όργανα του σώματος και το άλλο με τα ζώα.
1ο παράδειγμα: η αρετή του ματιού είναι η ιδιότητα που κάνει και το μάτι τέλειο και το βοηθά να εκτελεί σωστά το έργο για το οποίο είναι προορισμένο από τη φύση, δηλαδή να βλέπει καλά.
2ο παράδειγμα: η αρετή του αλόγου είναι η ιδιότητα που και το άλογο το κάνει σπουδαίο και το βοηθά να εκτελεί σωστά το έργο για το οποίο είναι προορισμένο από τη φύση, δηλαδή το κάνει ικανό να τρέχει, να κουβαλά τον αναβάτη και να αντιμετωπίζει τους εχθρούς.

Το παράδειγμα του ματιού στη 2η και 6η ενότητα
Ο Αριστοτέλης χρησιμοποίησε το παράδειγμα του ματιού διαφορετικά στη 2η και διαφορετικά στην 6η ενότητα. Πιο συγκεκριμένα, στη 2η ενότητα το παρουσίασε ως κάτι αντίθετο των ηθικών αρετών, αφού την ιδιότητα της όρασης την έχουμε εκ φύσεως, ενώ τις ηθικές αρετές τις αποκτούμε έπειτα από επανάληψη. Φαινομενικά λοιπόν, έχουμε μια αντίφαση, η οποία όμως αίρεται, αν σκεφτούμε το εξής: στη 2η ενότητα, η αρετή έχει καθαρά ηθικό περιεχόμενο, ενώ στην 6η αναφέρεται με πιο γενική σημασία, με την έννοια της ικανότητας, της ιδιότητας που υπάρχει σε μεγάλο βαθμό. Επιπλέον, στη 2η ενότητα ο Αριστοτέλης μιλά για το αισθητήριο της όρασης, το οποίο υπάρχει εκ φύσεως και δεν αποκτιέται με την επανάληψη, ενώ στην 6η αναφέρεται σε μια ιδιότητα της όρασης, την οξύτητα, η οποία επιδέχεται βελτίωση μέσω της άσκησης και μπορεί να φτάσει στην τελειότητα.

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: «Εἰ δὴ … ἀποδώσει»
Αφού ο Αριστοτέλης είδε πώς εφαρμόζονται τα γνωρίσματα της αρετής στα άψυχα και στα ζώα, οδηγείται τώρα συμπερασματικά (με τη λέξη «δὴ») και στον άνθρωπο. Η αρετή λοιπόν, του ανθρώπου κάνει τον άνθρωπο αγαθό και τον βοηθά να επιτελέσει σωστά το έργο για το οποίο είναι προορισμένος από τη φύση. Για την περίπτωση του ανθρώπου το επίθετο «ἀγαθὸς» παίρνει τη θέση του «σπουδαῖος», γιατί εδώ πια έχουμε να κάνουμε με την ηθική αρετή. Μάλιστα ο Αριστοτέλης επιλέγει να αναφερθεί στην περίπτωση του ανθρώπου κάνοντας χρήση μιας υποθετικής πρότασης («Εἰ δὴ …») που έχει ως απόδοση τη δυνητική ευκτική «ἂν εἴη». Τα δύο αυτά στοιχεία προδίδουν μετριοπάθεια, διαλλακτικότητα και λόγο επιστημονικό. Ο φιλόσοφος δεν έχει διάθεση να επιβάλει τις θέσεις του˙ αντίθετα, φαίνεται να είναι πρόθυμος να τις συζητήσει περαιτέρω, να τις συμπληρώσει ή ακόμα και να τις αναθεωρήσει.
5. «Πῶς δὲ τοῦτ’ ἔσται …»
Ο Αριστοτέλης έχει ήδη αναφέρει ότι την αρετή την αποκτούμε με την επανάληψη καλών ενεργειών, με τον εθισμό. Με αυτή τη φράση λοιπόν, προαναγγέλλει ότι στη συνέχεια θα διερευνήσει ένα νέο ερώτημα: ποια είναι η φύση της αρετής. Έτσι θα καταλήξει στην ενότητα 10 στον ορισμό της αρετής.
ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Επιδοτική αντίθεση, με την οποία θέλει να τονίσει το δεύτερο μέρος του συλλογισμού του («ποία τις») ως πιο σημαντικό από το πρώτο.
«Δεῖ δὲ μὴ μόνον οὕτως εἰπεῖν, ὅτι ἕξις, ἀλλὰ καὶ ποία τις.»
Πολυσύνδετα σχήματα, τα οποία τονίζουν τα δύο γνωρίσματα της αρετής.
«αὐτό τε εὖ ἔχον ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ εὖ ἀποδίδωσιν»
«οἷον … τόν τε ὀφθαλμὸν σπουδαῖον ποιεῖ καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ»
«ὁμοίως … ἵππον τε σπουδαῖον ποιεῖ καὶ ἀγαθὸν δραμεῖν καὶ ἐνεγκεῖν τὸν ἐπιβάτην καὶ
μεῖναι τοὺς πολεμίους»
Επανάληψη του επιρρήματος «εὖ».
Έτσι τονίζονται οι συνέπειες της αρετής στο υποκείμενο και στο έργο που αυτό είναι προορισμένο από τη φύση να επιτελέσει.


Πηγή : http://www.study4exams.gr/

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1944

Ηθικά Νικομάχεια : Ενότητες 3-4

ΕΝΟΤΗΤΑ 3η

“ΑΛΛΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΗΘΙΚΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ” – ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Η συμβολή του νομοθέτη στην κατάκτηση των ηθικών αρετών     Μαρτυρεῖ δὲ καὶ τὸ γινόμενον ἐν ταῖς πόλεσιν˙ οἱ γὰρ νομοθέται τοὺς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς, καὶ τὸ μὲν βούλημα παντὸς νομοθέτου τοῦτ’ ἐστίν, ὅσοι δὲ μὴ εὖ αὐτὸ ποιοῦσιν ἁμαρτάνουσιν, καὶ διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ φαύλης.
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο: 1. Το παράδειγμα των νομοθετών: “Μαρτυρεῖ δὲ … ἀγαθὴ φαύλης”]

Η σημασία του εθισμού σε σωστές ενέργειες για την κατάκτηση των ηθικών αρετών     Ἔτι ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ διὰ τῶν αὐτῶν καὶ γίνεται πᾶσα ἀρετὴ καὶ φθείρεται, ὁμοίως δὲ καὶ τέχνη˙ ἐκ γὰρ τοῦ κιθαρίζειν καὶ οἱ ἀγαθοὶ καὶ κακοὶ γίνονται κιθαρισταί. Ἀνάλογον δὲ καὶ οἰκοδόμοι καὶ οἱ λοιποὶ πάντες˙ ἐκ μὲν γὰρ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν ἀγαθοὶ οἰκοδόμοι ἔσονται, ἐκ δὲ τοῦ κακῶς κακοί.
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο: 4. Τα παραδείγματα των κιθαριστών και των οικοδόμων: “ἐκ γὰρ τοῦ κιθαρίζειν … ἐκ δὲ τοῦ κακῶς κακοί.”]

Η αναγκαιότητα του δασκάλου     Εἰ γὰρ μὴ οὕτως εἶχεν, οὐδὲν ἂν ἔδει τοῦ διδάξοντος, ἀλλὰ πάντες ἂν ἐγίνοντο ἀγαθοὶ ἢ κακοί.
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο: 5. Η σημασία της διδασκαλίας για την κατάκτηση των ηθικών αρετών: “Εἰ γὰρ μὴ οὕτως εἶχεν … ἀγαθοὶ ἢ κακοί.”]

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Τα παραπάνω τα επιβεβαιώνει κι αυτό που συμβαίνει στις πολιτείες˙ οι νομοθέτες δηλαδή κάνουν τους πολίτες καλούς με τον εθισμό, και αυτή είναι η θέληση κάθε νομοθέτη, ενώ όσοι δεν κάνουν αυτό σωστά δεν πετυχαίνουν αυτό που επιδιώκουν, και σ’ αυτό διαφέρει το καλό πολίτευμα από το λιγότερο καλό πολίτευμα. Ακόμα, για τους ίδιους λόγους και με τους ίδιους τρόπους και γεννιέται κάθε αρετή και φθείρεται, το ίδιο και κάθε τέχνη˙ γιατί με το παίξιμο της κιθάρας γίνονται και οι καλοί και οι κακοί κιθαριστές˙ με ανάλογο τρόπο και οι οικοδόμοι και όλοι οι άλλοι (τεχνίτες). Δηλαδή χτίζοντας με καλό τρόπο σπίτια θα γίνουν καλοί οικοδόμοι, όμως χτίζοντας με κακό τρόπο, κακοί. Γιατί, αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα, καθόλου δεν θα χρειαζόταν ο δάσκαλος, αλλά όλοι θα ήταν καλοί ή κακοί από τη γέννησή τους.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
πόλεσιν < πόλις: πόλη, κωμόπολη, πολιτεία, κοινοπολιτεία, πολίτης, συμπολίτης, πολιτικός, πολιτειακός, πολιτικάντης, πολιούχος, πολιτευτής, πολιτικοποίηση, πολιτικολογία, αντιπολίτευση, μεταπολίτευση, πολιτισμός, πολιτισμικός, απολίτιστος, διαπολιτισμικός.
νομοθέται < νόμος + τίθημι: θεσμός, θέση, διάθεση, παράθεση, έκθεση, επίθεση, σύνθεση, θέμα, απόθεμα, παράθεμα, έκθεμα, θετός, πρόσθετος, εμπρόθετος, σύνθετος, έκθετος, αντίθετος, εκθέτης, καταθέτης, υιοθεσία, αδιαθεσία, τοποθεσία, νουθεσία, θήκη, διαθήκη, παρακαταθήκη, συνθήκη, αποθήκη, αποθηκάριος, υποθετικός, επιθετικός, συνθετικός, υπερθετικός, θεμέλιο, θεμελιώδης.
ποιοῦσιν < ποιέω -ῶ: ποίηση, ποίημα, ποιητής, ποιητικός, παραποίηση, αποποίηση, μεταποίηση, προσποίηση, εκποίηση, κοινοποίηση, πολιτικοποίηση, εντατικοποίηση, αξιοποίηση, ηθοποιός, αρτοποιός, ειρηνοποιός, γελωτοποιός, ειδοποιός, κακοποιός, οδοποιία, αρτοποιία, χαρτοποιία, επιπλοποιείο, υποδηματοποιείο.

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
Ο Αριστοτέλης θα χρησιμοποιήσει το παράδειγμα των νομοθετών, για να αποδείξει ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως, αλλά τις αποκτούμε μέσω της άσκησης και του εθισμού σε ηθικές πράξεις. Αυτοί προσπαθούν να κάνουν τους πολίτες να αποκτήσουν την ηθική αρετή με τον εθισμό. Όμως, αυτό δεν το πετυχαίνουν πάντα και γι’ αυτό διαχωρίζονται τα πολιτεύματα σε καλά και λιγότερο καλά. Επομένως, για την κατάκτηση των ηθικών αρετών δεν αρκεί ο εθισμός σε μια οποιαδήποτε ενέργεια, αλλά ο εθισμός στις σωστές ενέργειες. Αυτό συμβαίνει στις τέχνες: αν κάποιος χτίζει με σωστό τρόπο, θα γίνει καλός οικοδόμος˙ αν όμως δεν εξασκηθεί σωστά, θα γίνει κακός. Αν, πάλι, κάποιος παίζει σωστά κιθάρα, θα γίνει καλός κιθαριστής˙ αν δεν εξασκηθεί στο σωστό παίξιμο, θα γίνει κακός κιθαριστής. Το ίδιο, λοιπόν, συμβαίνει και με τις αρετές. Άρα, προκύπτει ότι τις αρετές δεν τις έχουμε εκ φύσεως, αλλά τις αποκτούμε με τον σωστό εθισμό, όπως συμβαίνει και στις τέχνες. Αν οι τεχνίτες ήταν καλοί ή κακοί από τη γέννησή τους, δεν θα χρειαζόταν ο δάσκαλος, για να καθοδηγεί και να εξασκεί κάποιον σωστά.

1. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΤΩΝ: “Μαρτυρεῖ δὲ … ἀγαθὴ φαύλης.”
Ο Αριστοτέλης παραθέτει ένα επιπλέον επιχείρημα για το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε στην προηγούμενη ενότητα, ότι δηλαδή οι δίκαιοι γίνονται δίκαιοι πράττοντας μόνο δίκαιες πράξεις. Όμοια και οι σώφρονες και οι ανδρείοι. Με άλλα λόγια γίνεται κανείς ηθικός μόνο όταν πράττει ηθικά.

Το επιχείρημα το αντλεί από τον χώρο της πόλης, καθώς για τον φιλόσοφο υπάρχει στενή σχέση μεταξύ ηθικής και πολιτικής. Άλλωστε, μόνο αν ένας άνθρωπος διέπεται από ηθικές αρετές μπορεί να λειτουργήσει σωστά μέσα στην πόλη και ως πολίτης και ως πολιτικός.

Το επιχείρημα που φέρνει ως μαρτυρία («μαρτυρεῖ δὲ») εισάγεται με τον προσθετικό «καὶ» («καὶ τὸ γινόμενον») και αφορά το έργο των νομοθετών. Βασικός στόχος και επιδίωξή τους είναι να κάνουν τους πολίτες να αποκτήσουν την ηθική αρετή μέσω του εθισμού σε ανάλογες πράξεις και συμπεριφορές («οἱ γὰρ νομοθέται τοὺς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς, …»). Στο επιχείρημα αυτό εντοπίζεται και η γενικότερη αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων ότι το άτομο δεν λειτουργεί για χάρη του εαυτού του, αλλά για χάρη του κοινού καλού. Έτσι και οι νομοθέτες λειτουργούν με βάση τον γνώμονα αυτό. Στην ουσία το επιχείρημα αυτό έχει ως εξής: αν οι ηθικές αρετές ήταν έμφυτες, όλες οι ενέργειες των νομοθετών να κάνουν τους πολίτες καλούς θα ήταν μάταιες, αφού όλοι θα γεννιόντουσαν με ή χωρίς αυτές και οποιαδήποτε προσπάθεια δεν θα μπορούσε να μεταβάλει αυτά τα χαρακτηριστικά. Έτσι αποδεικνύεται αφενός ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως και αφετέρου ότι αυτές δεν αποκτώνται αλλιώς παρά μόνο με τη διαρκή άσκηση και την επανάληψη ηθικών πράξεων.

Ωστόσο, ο Αριστοτέλης επισημαίνει ότι κάποιοι νομοθέτες πετυχαίνουν τον στόχο τους και κατορθώνουν να βοηθήσουν τους πολίτες στην άσκηση της αρετής με τον τρόπο που πρέπει, ενώ κάποιοι άλλοι αποτυγχάνουν να ασκήσουν σωστά τους πολίτες στην αρετή. Γι’ αυτό, άλλωστε, και τα πολιτεύματα διακρίνονται σε καλά και λιγότερο καλά.

2. Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ: “καὶ διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ φαύλης.”
Ο Αριστοτέλης διακρίνει τα πολιτεύματα σε καλά και λιγότερο καλά και όχι σε καλά και κακά. Παρατηρείται, λοιπόν, ότι η λέξη «φαύλης» (που κανονικά «φαῦλος» σημαίνει κακός, ευτελής, ασήμαντος) χρησιμοποιείται εδώ με διαφορετική σημασία, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις αντιλήψεις του φιλοσόφου. Η αναφορά αυτή στη διάκριση των πολιτευμάτων φαίνεται, με την πρώτη ματιά, να μη σχετίζεται με το θέμα του κειμένου και να αποτελεί μια παρέκβαση. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν ισχύει, καθώς στόχος του φιλοσόφου είναι να συνδέσει την αξία των πολιτευμάτων με την αρετή των πολιτών.

Συγκεκριμένα, ο Αριστοτέλης δεν πιστεύει ότι υπάρχουν κακά πολιτεύματα, αφού πρωταρχικός στόχος όλων των νομοθετών, και άρα και των πολιτευμάτων μέσα στα οποία δρουν, είναι να κάνουν τους πολίτες ενάρετους ασκώντας τους στην ηθική αρετή, προκειμένου να φτάσουν στον ύψιστο στόχο, την ευδαιμονία. Το κριτήριο διάκρισης των πολιτευμάτων σε καλά και λιγότερο καλά αφορά τον βαθμό επιτυχίας του έργου των νομοθετών: όσο δηλαδή πιο κοντά στον στόχο τους φτάνουν, να οδηγήσουν τους πολίτες στην ηθική αρετή, και άρα στην ευδαιμονία, τόσο πιο καλό θεωρείται και το πολίτευμα. Κύριο έργο των νομοθετών είναι να κάνουν, με τους νόμους, τους πολίτες ηθικούς, ενάρετους, να τους σταθεροποιήσουν στον δρόμο της αρετής για να είναι και η πολιτεία αγαθή.
Εντύπωση μας προκαλεί η σειρά των λέξεων στη φράση αυτή. Η κανονική σειρά θα ήταν: «διαφέρει τούτῳ πολιτεία ἀγαθὴ πολιτείας φαύλης». Η ανωμαλία αυτή ίσως να οφείλεται και πάλι στο γεγονός ότι τα κείμενα του Αριστοτέλη αποτελούν προσωπικές σημειώσεις, που λειτουργούσαν βοηθητικά στο έργο της διδασκαλίας. Είναι, λοιπόν, εύλογο να εντοπίζουμε κάποια χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου.

3. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΡΑΣΗΣ: “Ἔτι ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ διὰ τῶν αὐτῶν καὶ γίνεται πᾶσα ἀρετὴ καὶ φθείρεται”
Τα ρήματα «γίνεται – φθείρεται» μας παραπέμπουν στο θεμελιώδες αντιθετικό ζεύγος της φιλοσοφικής σκέψης «γένεσις – φθορά». Για τον Αριστοτέλη, αυτή ήταν μια φυσική διαδικασία μονόδρομη: γένεση -> αύξηση -> τελείωση -> παρακμή -> φθορά. Αυτή, λοιπόν, η διαδικασία ακολουθείται και στις ηθικές αρετές. Κάθε αρετή για τους ίδιους λόγους και χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα γεννιέται και με την καλή εξάσκηση κατακτιέται, ενώ με την κακή εξάσκηση χάνεται.

4. ΤΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΙΘΑΡΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ: “ἐκ γὰρ τοῦ κιθαρίζειν … ἐκ δὲ τοῦ κακῶς κακοί.”
Στην προηγούμενη ενότητα ο Αριστοτέλης χρησιμοποιώντας τα παραδείγματα των οικοδόμων και των κιθαριστών είχε υποστηρίξει ότι οι ηθικές αρετές κατακτώνται με τον εθισμό. Σ’ αυτή την ενότητα χρησιμοποιώντας τα ίδια παραδείγματα προσθέτει ένα νέο στοιχείο – επιχείρημα: τη σημασία της καλής («εὖ») και της κακής («κακῶς») άσκησης στην απόκτηση ή την απομάκρυνση από την ηθική αρετή. Δεν αρκεί, λοιπόν, απλώς να εξασκούμαστε σε μια οποιαδήποτε πράξη, αλλά να εξασκούμαστε σε καλές και σωστές πράξεις. Αυτό το βλέπουμε και στις τέχνες, αλλά και στις ηθικές αρετές. Θα γίνουμε καλοί οικοδόμοι, όχι αν οικοδομούμε συνεχώς, αλλά μόνο αν εξασκηθούμε στο σωστό χτίσιμο, και καλοί κιθαριστές, όχι αν παίζουμε συνεχώς κιθάρα, αλλά μόνο αν εξασκηθούμε στο σωστό παίξιμο της κιθάρας. Θα γίνουμε λοιπόν ηθικά ενάρετοι, μόνο αν εξασκηθούμε σε ηθικά ενάρετες πράξεις σύμφωνα με τους κανόνες της τέλειας αρετής.

5. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΩΝ ΗΘΙΚΩΝ ΑΡΕΤΩΝ: “Εἰ γὰρ μὴ οὕτως εἶχεν … ἀγαθοὶ ἢ κακοί.”

Η ενότητα κλείνει με την επισήμανση του Αριστοτέλη ότι για την καλλιέργεια της ηθικής αρετής απαραίτητη κρίνεται η συμβολή του διδάσκοντος και της διδασκαλίας, της εκπαίδευσης γενικότερα. Ο δάσκαλος θα διδάξει τους κανόνες της αρετής, τους τρόπους εφαρμογής αυτών και θα εκπαιδεύσει στην ορθή άσκηση. Ο δάσκαλος είναι αυτός που θα παρακολουθεί και θα καθοδηγεί τους ανθρώπους στον σωστό εθισμό. Το ίδιο απαραίτητος είναι ο δάσκαλος και στις τέχνες, διότι αυτός θα διδάξει τον ασκούμενο σε μια τέχνη τους κανόνες της και τον σωστό τρόπο εφαρμογής τους.

Αυτός ακριβώς είναι και ο ρόλος του νομοθέτη στην πόλη: αποτελεί τον δάσκαλο των πολιτών, ο οποίος χρησιμοποιώντας τα σωστά μέσα, δηλαδή τους σωστούς νόμους, θα διδάξει τους πολίτες τι είναι δίκαιο και τι άδικο, θα ορίσει τους κανόνες της δίκαιης και ηθικής συμπεριφοράς μέσα στην πόλη και θα τους οδηγήσει στην κατάκτηση των ηθικών αρετών και, άρα, στην ευδαιμονία. Επομένως, καταλήγουμε και πάλι στο συμπέρασμα ότι οι ηθικές αρετές δεν είναι έμφυτες, αφού στην αντίθετη περίπτωση ο ρόλος του δασκάλου θα ήταν μάταιος. Αντίθετα, οι ηθικές αρετές κατακτώνται με τη σωστή άσκηση, με τη διαρκή επανάληψη ηθικών πράξεων.

ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
Πολυσύνδετα σχήματα:
«καὶ γίνεται πᾶσα ἀρετὴ καὶ φθείρεται»
«καὶ οἱ ἀγαθοὶ καὶ οἱ κακοὶ γίνονται κιθαρισταί.»
«Ἀνάλογον δὲ καὶ οἰκοδόμοι καὶ οἱ λοιποὶ πάντες.»
Αντιθέσεις:
«πολιτεία ἀγαθὴ ≠ πολιτείας φαύλης»
«γίνεται ≠ φθείρεται»
«ἀγαθοὶ ≠ κακοὶ»
«ἐκ μὲν γὰρ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν ἀγαθοὶ οἰκοδόμοι ἔσονται ≠ ἐκ δὲ τοῦ κακῶς κακοί»
«εὖ ≠ κακῶς»

Οι παραπάνω αντιθέσεις τονίζουν τη σημασία της ηθικής πράξης στην απόκτηση της ηθικής αρετής τόσο στην προσωπική όσο και στην πολιτική ζωή. Οι χωρίς ηθικούς κανόνες συμπεριφορές και πράξεις απομακρύνουν από αυτή. Συγκεκριμένα, με την αντίθεση «γίνεται ≠ φθείρεται» τονίζεται ότι μόνο η διαρκής άσκηση οδηγεί και διατηρεί την ηθική αρετή, αλλιώς αυτή φθείρεται.
Σχήμα από κοινού:
«ἐκ μὲν γὰρ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν ἀγαθοὶ οἰκοδόμοι ἔσονται, ἐκ δὲ τοῦ κακῶς (οἰκοδομεῖν) κακοί (οἰκοδόμοι ἔσονται)»

ΕΝΟΤΗΤΑ 4η

“ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ) ΖΩΗΣ ΜΑΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΕΤΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΑΡΕΤΗΣ.” – ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Παραδείγματα που επιβεβαιώνουν ότι οι ενέργειες οδηγούν στη διαμόρφωση των μόνιμων στοιχείων του χαρακτήρα     Οὕτω δὴ καὶ ἐπὶ τῶν ἀρετῶν ἔχει˙ πράττοντες γὰρ τὰ ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους γινόμεθα οἳ μὲν δίκαιοι οἳ δὲ ἄδικοι, πράττοντες δὲ τὰ ἐν τοῖς δεινοῖς καὶ ἐθιζόμενοι φοβεῖσθαι ἢ θαρρεῖν οἳ μὲν ἀνδρεῖοι οἳ δὲ δειλοί. Ὁμοίως δὲ καὶ τὰ περὶ τὰς ἐπιθυμίας ἔχει καὶ τὰ περὶ τὰς ὀργάς˙ οἳ μὲν γὰρ σώφρονες καὶ πρᾶοι γίνονται, οἳ δ’ ἀκόλαστοι καὶ ὀργίλοι, οἳ μὲν ἐκ τοῦ οὑτωσὶ ἐν αὐτοῖς ἀναστρέφεσθαι, οἳ δὲ ἐκ τοῦ οὑτωσί.
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο 3: Παραδείγματα]

Συσχετισμός των πράξεων με τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα – Αποδεικτέα θέση     Καὶ ἑνὶ δὴ λόγῳ ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν αἱ ἕξεις γίνονται. Διὸ δεῖ τὰς ἐνεργείας ποιὰς ἀποδιδόναι˙ κατὰ γὰρ τὰς τούτων διαφορὰς ἀκολουθοῦσιν αἱ ἕξεις.

Η παιδαγωγική αξία του εθισμού     Οὐ μικρὸν οὖν διαφέρει τὸ οὕτως ἢ οὕτως εὐθὺς ἐκ νέων ἐθίζεσθαι, ἀλλὰ πάμπολυ, μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν.
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο 9: Η παιδαγωγική αξία του εθισμού]

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Το ίδιο λοιπόν συμβαίνει και με τις αρετές˙ δηλαδή κάνοντας όσα συμβαίνουν στις συναλλαγές μας με τους άλλους ανθρώπους γινόμαστε άλλοι δίκαιοι και άλλοι άδικοι, ενώ, κάνοντας όσα έχουν μέσα τους το στοιχείο του φόβου και συνηθίζοντας να αισθανόμαστε φόβο παρά θάρρος, άλλοι γινόμαστε ανδρείοι και άλλοι δειλοί. Το ίδιο συμβαίνει και με όσα έχουν σχέση με τις επιθυμίες και με την οργή (μας)˙ άλλοι δηλαδή γίνονται σώφρονες και πράοι, ενώ άλλοι ακόλαστοι και οργίλοι, άλλοι με το να συμπεριφέρονται σ’ αυτά με αυτόν το συγκεκριμένο τρόπο και άλλοι με τον αντίθετο. Και με έναν λόγο λοιπόν από όμοιες ενέργειες διαμορφώνονται τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας. Γι’ αυτό πρέπει να προσδίδουμε μια ορισμένη ποιότητα στις ενέργειές μας˙ σύμφωνα με τις διαφορές αυτών ακολουθούν και τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας. Δεν έχει λοιπόν μικρή σημασία το να συνηθίζουμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από την πιο μικρή μας ηλικία, αλλά έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία ή μάλλον σημαίνει το παν.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
Ἔχει < ἔχω: έξη, εξής, σχέση, σχήμα, σχεδόν, άσχετος, σχετικός, οχυρός, εξοχή, εσοχή, αποχή, κατοχή, συνοχή, εποχή, περιοχή, παροχή, πάροχος, ηνίοχος, διπλωματούχος, δικαιούχος, συνταξιούχος, προνομιούχος, περιέκτης, περιεκτικός, καχεκτικός, καχεξία, ευεξία, πλεονεξία, μειονεξία, εχεμύθεια, ανακωχή
συναλλάγμασι < σὺν + ἀλλάττω: αλλαγή, άλλαγμα, αλλαξιά, συνδιαλλαγή, συναλλαγή, παραλλαγή, εναλλαγή, απαλλαγή, συνάλλαγμα, αλλαξοπιστία, μισαλλόδοξο
δειλοὶ < δειλιάω -ῶ: δειλία, δειλός, δείλιασμα, δειλά
ἐπιθυμίας < επὶ + θυμῶ: θυμός, θυμικός, θυμοειδής, θυμηδία, επιθυμία, απροθυμία, προθυμία, λιποθυμία, πρόθυμος, απρόθυμος, εύθυμος, θυμόσοφος, οξύθυμος
ὀργὰς < ὀργή: όργιο, οργιαστικός, οργασμός, οργασμικός, εξοργιστικός
ἀναστρέφεσθαι < ἀνὰ + στρέφομαι: στροφή, αποστροφή, διαστροφή, καταστροφή, μεταστροφή, περιστροφή, αποστροφή, αναστροφή, αντιστροφή, ανάστροφος, περίστροφο, απόστροφος, εύστροφος, ευστροφία, αντίστροφος, διάστρεμμα, στρόβιλος, στροβίλισμα, στραβός, στρίψιμο, στριφτός, στρεψόδικος στριφογύρισμα, στρίφωμα
νέων < νέος: νεαρός, νεοσσός, νεότητα, νιότη, νεολαία, νεόκοπος, νεόπλουτος, νεόδμητος, νεοελληνικός, νεογέννητος, νεογνό

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
Όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη ενότητα ότι συμβαίνουν στην εκμάθηση των τεχνών, τα ίδια συμβαίνουν και στην κατάκτηση των ηθικών αρετών. Αυτό αποδεικνύεται και από παραδείγματα που σχετίζονται με τους τομείς συμπεριφοράς των ανθρώπων. Συγκεκριμένα, στη συναναστροφή μας με τους άλλους ανθρώπους άλλοι γίνονται δίκαιοι και άλλοι άδικοι˙ σε όσα προξενούν φόβο άλλοι συνηθίζουν να δείχνουν θάρρος και γίνονται ανδρείοι, ενώ άλλοι συνηθίζουν να φοβούνται και γίνονται δειλοί˙ όσον αφορά τις επιθυμίες άλλοι παρουσιάζονται εγκρατείς και σώφρονες, ενώ άλλοι ακόλαστοι˙ τέλος, όσες πράξεις ή γεγονότα προκαλούν οργή άλλοι τις αντιμετωπίζουν με πραότητα, ενώ άλλοι γίνονται οργίλοι. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η επανάληψη ίδιων ενεργειών διαμορφώνει τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας. Γι’ αυτό και η ποιότητα των ενεργειών μας θα διαφοροποιήσει ποιοτικά και τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας. Αφού λοιπόν τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας διαμορφώνονται βάσει της ποιότητας των ενεργειών μας, έχει πολύ μεγάλη σημασία να εθίζουμε τα παιδιά από πολύ νεαρή ηλικία στον έναν ή στον άλλο τρόπο συμεριφοράς. Μάλιστα, αυτό είναι το παν.

1. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΡΑΣΗΣ: «Οὕτω δὴ καὶ»
Ο ρόλος των τριών αυτών λέξεων είναι εισαγωγικός στο νέο επιχείρημα του Αριστοτέλη. Συγκεκριμένα, το τροπικό επίρρημα «οὕτω», είναι ομοιωματικό προς τα προηγούμενα και δηλώνει αναλογική θεώρηση του θέματος που ακολουθεί. Ο φιλόσοφος χρησιμοποιεί δηλαδή σ’ αυτή την ενότητα αναλογικό συλλογισμό: όπως για την εκμάθηση των τεχνών είναι απαραίτητος ο εθισμός σε κατάλληλες ενέργειες, έτσι και για την κατάκτηση των ηθικών αρετών έχει σημασία η επανάληψη ίδιων πράξεων («ὁμοίων ἐνεργειῶν»). Με τον συμπερασματικό σύνδεσμο «δὴ» ανακεφαλαιώνονται τα προηγούμενα, ενώ ο μεταβατικός σύνδεσμος «καὶ» εισάγει το νέο επιχείρημα.

2. Η ΑΠΟΔΕΙΚΤΕΑ ΘΕΣΗ: «Καὶ ἑνὶ δὴ λόγῳ ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν αἱ ἕξεις γίνονται.»
Η αποδεικτέα θέση που παρουσιάζεται σ’ αυτή την ενότητα μετά την παράθεση κατά ζεύγη των αντίθετων φιλοσοφικών εννοιών, είναι ότι τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας, είτε αυτά είναι καλά είτε κακά, διαμορφώνονται μέσα από τη συστηματική επανάληψη ομοίων ενεργειών. Γι’ αυτό και πρέπει οι ενέργειές μας να έχουν συγκεκριμένη ποιότητα. Επομένως, καταλαβαίνουμε ότι η στάση, η συμπεριφορά μας, οι πράξεις μας και γενικότερα οι επιλογές μας καθορίζουν το αν θα αποκτήσουμε ή όχι τις ηθικές αρετές. Σ’ αυτό το συμπέρασμα κατέληξε ο Αριστοτέλης με την αναλογική μέθοδο, στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως, και με τη χρήση μιας σειράς παραδειγμάτων που θα μελετήσουμε στη συνέχεια.
3. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ: «πράττοντες … ἐκ τοῦ οὑτωσί.»
Ο Αριστοτέλης παραθέτει μια σειρά παραδειγμάτων από διάφορους τομείς συμπεριφοράς του ανθρώπου, τα οποία στηρίζουν τη θέση στην οποία θα καταλήξει, ότι οι ηθικές αρετές και γενικά τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας αποκτώνται από την επανάληψη όμοιων ενεργειών. Ειδικότερα, παρατηρούμε ότι ο φιλόσοφος διακρίνει δύο αντίθετους τρόπους συμπεριφοράς: ο ένας οδηγεί στην κατάκτηση των ηθικών αρετών, ενώ ο άλλος όχι. Τα παραδείγματα αυτά έχουν ως εξής:

α) Στη συναναστροφή μας με τους άλλους ανθρώπους («τὰ ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους»), αν ακολουθήσουμε τον έναν τρόπο συμπεριφοράς, γινόμαστε δίκαιοι, ενώ αν ακολουθήσουμε τον άλλον, γινόμαστε άδικοι («οἳ μὲν δίκαιοι οἳ δὲ ἄδικοι»),
β) Σε όσα προξενούν φόβο («τὰ ἐν τοῖς δεινοῖς»), άλλοι συνηθίζοντας να δείχνουν θάρρος γίνονται ανδρείοι, ενώ άλλοι συνηθίζοντας να φοβούνται γίνονται δειλοί («ἐθιζόμενοι φοβεῖσθαι ἢ θαρρεῖν οἳ μὲν ἀνδρεῖοι οἳ δὲ δειλοί»),
γ) Σχετικά με τις επιθυμίες («τὰ περὶ τὰς ἐπιθυμίας»), άλλοι ακολουθώντας τον έναν τρόπο συμπεριφοράς τις αντιμετωπίζουν με σύνεση και εγκράτεια, ενώ άλλοι ακολουθώντας τον άλλο τρόπο συμπεριφοράς ξεφεύγουν από τα όρια του μέτρου και γίνονται ακόλαστοι («οἳ μὲν γὰρ σώφρονες οἳ δὲ ἀκόλαστοι»),
δ) Σχετικά με όσα προξενούν οργή («τὰ περὶ τὰς ὀργάς»), άλλοι ακολουθώντας τον έναν τρόπο συμπεριφοράς τα αντιμετωπίζουν με πραότητα, ενώ άλλοι ακολουθώντας την αντίθετη συμπεριφορά γίνονται οργίλοι και ξεσπούν («(οἳ μὲν) πρᾶοι (οἳ δὲ) ὀργίλοι»).

Συνοπτικά τα παραδείγματα μπορούν να παρουσιαστούν με τον ακόλουθο πίνακα:
τομείς συμπεριφοράς    μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα
συναναστροφή με άλλους ανθρώπους    δίκαιοι ≠ άδικοι
όσα προξενούν φόβο    ανδρείοι ≠ δειλοί
επιθυμίες    σώφρονες ≠ ακόλαστοι
όσα προξενούν οργή    πράοι ≠ οργίλοι

Καλό είναι να επισημανθεί ότι ο Αριστοτέλης με το «ἐν αὐτοῖς», το οποίο είναι ουδετέρου γένους, αναφέρεται στους τομείς συμπεριφοράς των ανθρώπων και όχι στους ίδιους τους ανθρώπους. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στο «ἐν τοῖς συναλλάγμασι», στο «ἐν τοῖς δεινοῖς», στο «περὶ τὰς ἐπιθυμίας» και στο «περὶ τὰς ὀργάς».

4. ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ ΤΩΝ ΟΡΩΝ: «σώφρονες – ἀκόλαστοι, πρᾶοι – ὀργίλοι»
«Σώφρονες»: είναι αυτοί που δείχνουν εγκράτεια και αντιστέκονται στις επιθυμίες τους, ενώ κρατιούνται συστηματικά μακριά από τις σωματικές ηδονές.

«Ἀκόλαστοι»: αυτοί αντίθετα, αφήνονται στις επιθυμίες και στις σωματικές ηδονές ξεπερνώντας τα όρια του μέτρου.

«Πρᾶοι»: είναι οι άνθρωποι που αντιδρούν συγκρατημένα και με ηρεμία στα συναισθήματα οργής.

«Ὀργίλοι»: αυτοί αντίθετα, δεν μπορούν να χαλιναγωγήσουν την οργή τους, ξεσπούν και αντιδρούν με βίαιο πολλές φορές τρόπο.

5. Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ
Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι ο Αριστοτέλης δίνει κοινωνικό χαρακτήρα στην αρετή. Αυτό προκύπτει απ’ το ότι τόσο η αρετή της δικαιοσύνης όσο και της σωφροσύνης και της πραότητας σχετίζονται με τις καθημερινές δραστηριότητες του ανθρώπου, αντανακλούν στον κοινωνικό περίγυρο και ρυθμίζουν τις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Η κοινωνία είναι άλλωστε αυτή που θα κρίνει και θα αξιολογήσει ποια πράξη ή ποιος άνθρωπος είναι ηθικός.

6. Ο ΟΡΟΣ «ἕξις»
Στην ενότητα αυτή εμφανίζεται μια νέα έννοια, η έννοια της λέξης «ἕξις». Η λέξη αυτή ετυμολογικά ερμηνεύεται ως εξής: παράγεται από το θέμα του μέλλοντα του ρήματος «ἔχω» και συγκεκριμένα από το σεχ- < hεχ- < ἑχ + την παραγωγική κατάληξη –σις, η οποία δηλώνει ενέργεια.
Αρχική σημασία της λέξης είναι το να κατέχει κανείς συνέχεια κάτι που έχει αποκτήσει.
Για τον Αριστοτέλη η λέξη απέκτησε ηθικό περιεχόμενο: είναι τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας, που αποκτιούνται με την επίμονη άσκηση και επανάληψη κάποιων ενεργειών. Οι «ἕξεις» είναι ένα από τα «γινόμενα ἐν τῇ ψυχῇ». Τα άλλα δύο είναι τα πάθη και οι δυνάμεις. Πάθη (πχ. επιθυμία, οργή, φόβος, χαρά, φιλία, μίσος) είναι όσα έχουν ως αποτέλεσμα την ευχαρίστηση ή τη δυσαρέσκεια. Οι δυνάμεις είναι οι δυνατότητες συμμετοχής στα πάθη, οι οποίες δεν αρκούν από μόνες τους για να χαρακτηριστεί κάποιος καλός ή κακός. Τα μόνιμα αυτά στοιχεία αποκτιούνται με την επανάληψη μιας πράξης, που συνιστά την έξη.

Σήμερα η λέξη έχει αποκτήσει ψυχολογικό περιεχόμενο και είναι η συνήθεια ως αποτέλεσμα επανάληψης, μάθησης ή συνεχούς επίδρασης του ίδιου παράγοντα.

7. Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΤΥΠΩΝ «γινόμεθα – γίνονται – πράττοντες – ἐθιζόμενοι»
Με τη χρήση των ρηματικών τύπων που αναφέρονται σε πράξεις, «γινόμεθα – γίνονται – πράττοντες – ἐθιζόμενοι» δηλώνεται ενέργεια, ενώ ο ενεστώτας δηλώνει την επανάληψη. Έτσι, δίνεται η ευκαιρία στον Αριστοτέλη να αποδείξει τον βαθμιαίο τρόπο κατάκτησης της αρετής, καθώς και ότι και οι έξεις, όπως και οι αρετές, δεν υπάρχουν εκ φύσεως, αλλά είναι αποτελέσματα κάποιων ενεργειών.

8. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΜΑΣ: «Διὸ δεῖ τὰς ἐνεργείας ποιὰς ἀποδιδόναι.»
Και σ’ αυτό το σημείο καθοριστικός είναι ο ρόλος της επανάληψης, που πρέπει να γίνεται με ποιότητα, ώστε να προσδίδει την ανάλογη ποιότητα και στα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας. Ο φιλόσοφος επανέρχεται στην άποψή του ότι ενάρετες πράξεις λέγονται όχι μόνον αυτές που μοιάζουν με τις πράξεις των ενάρετων ανθρώπων, αλλά αυτές που γίνονται και με τον τρόπο που τις κάνουν οι ενάρετοι άνθρωποι. (Για τους αναγκαίους όρους ώστε να χαρακτηριστεί μία πράξη ενάρετη βλέπε Ενότητα 2η, Ενότητα 6η και Ενότητα 10η των «Ηθικών Νικομαχείων».)

9. Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΕΘΙΣΜΟΥ: «οὐ μικρὸν οὖν … μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν.»
Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι ο εθισμός και η απόκτηση μόνιμων στοιχείων του χαρακτήρα μας έχει πολύ μεγάλη παιδαγωγική αξία. Γι΄ αυτό και εισάγει στην ενότητα αυτή το παιδαγωγικό του σχόλιο. Θεωρεί λοιπόν, ότι ο άνθρωπος πρέπει να συνηθίζει από μικρός σε ηθικές ενέργειες, για να φτάσει στην κατάκτηση των ηθικών αρετών. Μάλιστα, αυτή η διαδικασία πρέπει να ξεκινήσει από πολύ μικρή ηλικία, γιατί τότε συντελείται η διαμόρφωση της ηθικής του συνείδησης. Το φυσικό, οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του παιδιού παίζει καθοριστικό ρόλο στη σωματική, συναισθηματική, ψυχική και πνευματική ανάπτυξή του. Επιπλέον, επειδή η διαδικασία αυτή απαιτεί πολύ χρόνο, κρίνεται σωστό να ξεκινήσει όσο γίνεται πιο γρήγορα. Οι παιδαγωγικές αυτές αντιλήψεις του Αριστοτέλη συμφωνούν με τις σύγχρονες και φαίνεται ότι έπαιξαν και παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της σύγχρονης αντίληψης για την αγωγή.

ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Αναλογίες
«οὕτω δὴ καὶ»
«ὁμοίως δὲ»
Αντιθέσεις: τονίζουν τους δύο αντίθετους τρόπους συμπεριφοράς
«οἳ μὲν δίκαιοι οἳ δὲ ἄδικοι»
«φοβεῖσθαι ἢ θαρρεῖν»
«οἳ μὲν ἀνδρεῖοι οἳ δὲ δειλοὶ»
«οἳ μὲν σώφρονες … οἳ δ’ ἀκόλαστοι»
«οἳ μὲν πρᾶοι … οἳ δ’ ὀργίλοι»
«οἳ μὲν ἐκ τοῦ οὑτωσὶ ≠ οἳ δὲ ἐκ τοῦ οὑτωσὶ»
Χιαστό σχήμα
«ἐθιζόμενοι φοβεῖσθαι ἢ θαρρεῖν οἳ μὲν ἀνδρεῖοι οἳ δὲ δειλοὶ»

Σχήμα από κοινού
«γινόμεθα οἳ μὲν δίκαιοι … οἳ δὲ δειλοὶ (γινόμεθα)»
«οἳ μὲν γὰρ σώφρονες καὶ πρᾶοι γίνονται, οἳ δ’ ἀκόλαστοι καὶ ὀργίλοι (γίνονται)»
«οἳ μὲν ἐκ τοῦ οὑτωσὶ ἐν αὐτοῖς ἀναστρέφεσθαι, οἳ δὲ ἐκ τοῦ οὑτωσὶ (ἀναστρέφεσθαι)»

Σχήμα υπερβατό
«ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τὰς ἐπιθυμίας ἔχει»

Παρόλο που ο λόγος του Αριστοτέλη είναι γενικά λιτός, στην τελευταία περίοδο του κειμένου («οὐ μικρὸν οὖν … μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν») επιλέγει να συσσωρεύσει μια σειρά εκφραστικών μέσων, προκειμένου να καταδείξει την εξαιρετικά μεγάλη σημασία του εθισμού στην ηθική διαπαιδαγώγηση των παιδιών:
•    σχήμα επιδιόρθωσης: «οὐ μικρὸν οὖν … μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν»
•    σχήμα λιτότητας: «οὐ μικρὸν»
•    σχήμα άρσης – θέσης: «οὐ μικρὸν … ἀλλὰ πάμπολυ»
•    υπερβολή:«τὸ πᾶν»
•    ανιούσα κλιμάκωση: «οὐ μικρὸν -> πάμπολυ -> τὸ πᾶν»

Πηγή : http://www.study4exams.gr/

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1943

Ηθικά Νικομάχεια : Ενότητες 1-2

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ «ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ»

ΕΝΟΤΗΤΑ 1η

ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΑΡΕΤΗ.ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΜΑΣ Η ΗΘΙΚΗ ΑΡΕΤΗ; –
ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

[ΕΝΟΤΗΤΑ 1η (B1, 1-3), σελ. 156 του σχολικού βιβλίου]

Η διανοητική αρετή και οι παράγοντες που συντελούν στην κατάκτησή της.     Διττῆς δὴ τῆς ἀρετῆς οὔσης, τῆς μὲν διανοητικῆς τῆς δὲ ἠθικῆς, ἡ μὲν διανοητικὴ τὸ πλεῖον ἐκ διδασκαλίας ἔχει καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὴν αὔξησιν, διόπερ ἐμπειρίας δεῖται καὶ χρόνου,

Η ηθική αρετή

Συσχετισμός της με το «ἔθος»     ἡ δ’ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται, ὅθεν καὶ τοὔνομα ἔσχηκε μικρὸν παρεκκλῖνον ἀπὸ τοῦ ἔθους.

Η αποδεικτέα θέση: οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως     Ἐξ οὗ καὶ δῆλον ὅτι οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται˙

Παραδείγματα που στηρίζουν την αποδεικτέα θέση     οὐθὲν γὰρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται, οἷον ὁ λίθος φύσει κάτω φερόμενος οὐκ ἂν ἐθισθείη ἄνω φέρεσθαι, οὐδ’ ἂν μυριάκις αὐτὸν ἐθίζῃ τις ἄνω ῥιπτῶν, οὐδὲ τὸ πῦρ κάτω, οὐδ’ ἄλλο οὐδὲν τῶν ἄλλως πεφυκότων ἄλλως ἂν ἐθισθείη.

Γενικό συμπέρασμα     Οὔτ’ ἄρα φύσει οὔτε παρὰ φύσιν ἐγγίνονται αἱ ἀρεταί, ἀλλὰ πεφυκόσι μὲν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς, τελειουμένοις δὲ διὰ τοῦ ἔθους.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Αφού λοιπόν η αρετή είναι δύο ειδών, η μια διανοητική και η άλλη ηθική, από τη μια η διανοητική χρωστάει κατά κύριο λόγο και τη γένεση και την επαύξησή της στη διδασκαλία, γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται πείρα και χρόνο, από την άλλη η ηθική είναι αποτέλεσμα της συνήθειας, απ’ όπου έχει πάρει και το όνομα, το οποίο παρουσιάζει μικρή διαφορά από τη λέξη έθος. Από αυτό ακριβώς γίνεται φανερό ότι καμία από τις ηθικές αρετές δεν υπάρχει μέσα μας εκ φύσεως˙ πραγματικά, κανένα πράγμα που έχει από τη φύση μια ορισμένη ιδιότητα δεν μπορεί να αποκτήσει με εθισμό μια άλλη ιδιότητα, όπως για παράδειγμα η πέτρα, που από τη φύση της πηγαίνει προς τα κάτω, δεν θα μπορούσε να συνηθίσει να πηγαίνει προς τα πάνω, ακόμα κι αν κάποιος προσπαθήσει να τη συνηθίσει (σ’ αυτό), ρίχνοντάς την προς τα πάνω χιλιάδες φορές, ούτε η φωτιά (θα μπορούσε να συνηθίσει να πηγαίνει) προς τα κάτω, ούτε τίποτα άλλο από τα πράγματα που από τη φύση τους γεννιούνται με μια συγκεκριμένη ιδιότητα θα μπορούσε να συνηθίσει σε κάτι διαφορετικό. Επομένως, ούτε εκ φύσεως, αλλά ούτε και αντίθετα προς τη φύση μας υπάρχουν μέσα μας οι αρετές, αλλά έχουμε από τη φύση την ιδιότητα να τις δεχτούμε και να τελειοποιούμαστε με τον εθισμό.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
(Εκτός από το λεξιλόγιο του σχολικού βιβλίου στη σελίδα 156)
οὔσης = αφού είναι (αιτιολογική μετοχή, γενική απόλυτη
οὐκ ἂν ἐθισθείη = δεν θα μπορούσε να συνηθίσει (δυνητική ευκτική = θα + παρατατικός)
οἷον = για παράδειγμα

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

διανοητικῆς < διὰ + νοῦς: νοητός, νόημα, νόηση, νοητικός, νοερός, άνοια, παράνοια, διάνοια, ομόνοια, διχόνοια, έννοια, πρόνοια, μετάνοια, υπόνοια, διανόηση, κατανόηση, παρανόηση, επινόηση, συνεννόηση
ἠθικῆς < ἦθος < ἔθος: ηθικός, ηθικότητα, ηθοπλαστικός, ηθοποιός, ηθογραφία
ἐμπειρίας < ἐν + πειράομαι -ῶμαι: πείρα, απειρία, εμπειρία, απόπειρα, άπειρος, έμπειρος, αποπειρατικός, πολύπειρος, πείραμα, πειραματόζωο, πειραματιστής, πειραματόζωο, πείραγμα, πειρακτικός, πειρασμός, πειρατής
παρεκκλῖνον < παρὰ + ἐκ + κλίνω: κλίση, κλιτός, άκλιτος, κλίμα, ανάκλιντρο, απόκλιση, παρέκκλιση, απαρέγκλιτος, έγκλιση, υπόκλιση, κατάκλιση, σύγκλιση
δῆλον < δηλόω -ῶ: δήλωση, διαδήλωση, εκδήλωση, συνυποδήλωση, δηλωτικός, εκδηλωτικός
ἀρετῶν < ἀραρίσκω (= τακτοποιώ, προετοιμάζω, συνδέω): ενάρετος, πανάρετος, αρέσκεια, φιλαρέσκεια, δυσαρέσκεια, αρεστός, αριθμός, άρθρο, άρμα, αρμός, αρμονία, άριστος, αριστείο, αριστοκρατία
πεφυκότων < φύομαι: φύση, φυσικότητα, φυσιολογικός, φυτό, φυτικός, φυλή, φύλο, φυσικοθεραπευτής, φυσιολάτρης, φυσιογνώστης, φυσιογνωμία, αυτοφυής, ιδιοφυής, ευφυής, μεγαλοφυής, ευφυΐα, μεγαλοφυΐα, τριχοφυΐα
δέξασθαι < δέχομαι: δεκτός, αποδεκτός, παραδεκτός, ακατάδεκτος, ευπρόσδεκτος, αποδοχή, παραδοχή, συνεκδοχή, υποδοχή, δέκτης, αποδέκτης, διάδοχος, ανάδοχος, δοχείο, δεξαμενή, δοκιμή, δοκιμάζω

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
Ο Αριστοτέλης διακρίνει δύο είδη αρετής: τη διανοητική και την ηθική. Η διανοητική κατακτάται μέσω της διδασκαλίας, γι’ αυτό απαιτείται πείρα και χρόνος. Αντίθετα, η ηθική είναι αποτέλεσμα συνήθειας – εθισμού και, επομένως, δεν είναι κάτι που έχουμε μέσα μας εκ φύσεως. Για να ενισχύσει τη θέση του αυτή, θα χρησιμοποιήσει τα παραδείγματα της πέτρας και της φωτιάς: αυτά έχουν εκ φύσεως την ιδιότητα να ακολουθούν μια συγκεκριμένη πορεία, η οποία δεν μπορεί να μεταβληθεί, γιατί υπακούει σ’ έναν φυσικό νόμο. Έτσι, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ηθικές αρετές δεν είναι έμφυτες στον άνθρωπο, αλλά δεν είναι και άσχετες προς την ανθρώπινη φύση, γιατί ο άνθρωπος έχει από τη φύση την προδιάθεση να τις δεχτεί και να τελειοποιηθεί μέσω του εθισμού.

1. Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΣΕ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΕΣ

α. Οι διανοητικές αρετές
Οι διανοητικές αρετές (π.χ. σοφία, φρόνηση, σύνεση) σχετίζονται με τη λογική και ανήκουν, σύμφωνα με τον χωρισμό του Αριστοτέλη, στο καθαρά λογικό μέρος της ψυχής, το «λόγον ἔχον» μέρος. Παράγοντες που συμβάλλουν στη γένεση και την επαύξησή τους είναι κατά κύριο λόγο η διδασκαλία, η οποία απαιτεί εμπειρία και χρόνο. Η φράση «τὸ πλεῖον» (= κατά κύριο λόγο) υποδηλώνει την ύπαρξη κι άλλων παραγόντων που δεν αναφέρονται στο κείμενο. Την κύρια, λοιπόν, ευθύνη για τη μετάδοσή τους (πέρα από άλλους παράγοντες και το ίδιο το άτομο) την έχει ο δάσκαλος.

Η τόσο σύντομη αναφορά στις διανοητικές αρετές οφείλεται στο ότι ο Αριστοτέλης θέλει απλώς να διακρίνει τα δύο είδη αρετής και να τονίσει τις διαφορές τους. Θα αναφερθεί διεξοδικά σ’ αυτές στο έκτο βιβλίο.

β. Οι ηθικές αρετές

Οι ηθικές αρετές (π.χ. η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, η ανδρεία) ανήκουν, σύμφωνα με τον χωρισμό του Αριστοτέλη, στο «ἐπιθυμητικόν», στο μέρος δηλαδή της ψυχής που μετέχει και στο «λόγον ἔχον» και στο «ἄλογον» μέρος. Αυτές περιγράφουν τον χαρακτήρα του ανθρώπου. Η κατάκτησή τους οφείλεται στον εθισμό («ἔθος»), δηλαδή στη συνήθεια που δημιουργείται με την επανάληψη μιας ενέργειας. Μάλιστα ο Αριστοτέλης, για να στηρίξει αυτή του την άποψη, συνδέει ετυμολογικά τη λέξη «ἠθικὴ», όρο τον οποίο δημιούργησε ο ίδιος, με τη λέξη «ἔθος». Παρατηρούμε ότι συσχετίζει την πραγματική σημασία των λέξεων με τα πράγματα ή τις ιδιότητες που δηλώνουν, για να κατανοήσει και να επιβεβαιώσει τη μεταξύ τους σχέση. Έτσι, καταλήγει να μας πείσει ότι οι δύο λέξεις δεν συνδέονται μόνο ετυμολογικά, αλλά και σημασιολογικά. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι την ευθύνη για την κατάκτηση των ηθικών αρετών την έχει ο ίδιος ο άνθρωπος. Εξαρτάται μάλιστα σε απόλυτο βαθμό από αυτόν αν θα φτάσει στον στόχο του, αν θα αποκτήσει ήθος «εὐγενὲς καὶ φιλόκαλον». Και για να το κατορθώσει, πρέπει να καταβάλει επίπονη προσπάθεια και αγώνα, να εθίσει την ψυχή του σε πράξεις ενάρετες, να την καλλιεργήσει «διὰ τοῦ ἔθους». Τέτοιες απόψεις υποστήριζε και ο Πλάτωνας (Νόμοι 792). Σοφός λοιπόν γίνεται κανείς κατά κύριο λόγο με τη βοήθεια του δασκάλου, ενώ αγαθός γίνεται με τη θέληση και την επιμονή του στην άσκηση της αρετής. Βέβαια, για να φτάσει στον στόχο του, πρέπει να καταβάλει επίπονη προσπάθεια και αγώνα.
Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο της λέξης «ἀρετή», για να γίνει περισσότερο κατανοητή. Στην αρχαία ελληνική σήμαινε τη θετική ικανότητα, την υπεροχή, την ανωτερότητα. Έτσι, μιλάμε για την αρετή του πολεμιστή, του ρήτορα, του αλόγου, του ματιού (όλα αυτά θα αναφερθούν από τον Αριστοτέλη σε επόμενες ενότητες). Δεν είχε, επομένως, καθαρά ηθικό περιεχόμενο, όπως σήμερα, γι’ αυτό και στο κείμενο τοποθετείται δίπλα της ο προσδιορισμός «ἠθική».

2. Ο ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ / ΣΤΗΝ ΑΠΟΔΕΙΚΤΕΑ ΘΕΣΗ ΤΟΥ

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη:  Η λέξη «ἠθικὴ» συνδέεται ετυμολογικά και σημασιολογικά με τη λέξη «ἔθος».
«Ἔθος» είναι ο εθισμός, η συνήθεια που προέρχεται από την επανάληψη.
Αφού, λοιπόν, η «ἠθικὴ» συνδέεται σημασιολογικά με το «ἔθος», αυτό σημαίνει ότι η ηθική, δηλαδή οι ηθικές αρετές, σχετίζονται με τον εθισμό, τη συνήθεια που προέρχεται από την επανάληψη μιας ηθικής ενέργειας.
Ό,τι, όμως, σχετίζεται με τον εθισμό, τη συνήθεια και την επανάληψη είναι επίκτητο χαρακτηριστικό.
Άρα, οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως (αποδεικτέα θέση: «οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται»). Ωστόσο, έχουμε εν δυνάμει την ικανότητα να τις κατακτήσουμε και να φτάσουμε στο τέλειο, στον σκοπό της ύπαρξής μας.

3. ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΨΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ

Η θέση του Αριστοτέλη, ότι η αρετή δεν είναι έμφυτη, αλλά είναι αποτέλεσμα συνήθειας, έρχεται σε αντίθεση με την παλιά αριστοκρατική αντίληψη. Σύμφωνα μ’ αυτή, η αρετή είναι δώρο της φύσης ή των θεών, το οποίο τελεσίδικα δίνεται ή δεν δίνεται στον άνθρωπο τη στιγμή της γέννησής του και είναι προνόμιο των ευγενών («τῶν ἀρίστων»). Φυσικά, κληροδοτείται και στους απογόνους τους, αλλά δεν δίνεται στους πολλούς.

Την άποψη αυτή τη συναντάμε σε πολλούς ποιητές (στον Όμηρο, τον Τυρταίο, τον Θέογνη, τον Πίνδαρο), ενώ χαρακτηριστικά είναι τα λόγια της Αντιγόνης προς την Ισμήνη στο έργο «Αντιγόνη» του Σοφοκλή: «δείξεις τάχα εἴτε εὐγενὴς πέφυκας, εἴτ’ ἐσθλῶν κακή». Επίσης, ο Ξενοφώντας στο έργο του «Ἀγησίλαος» αποδίδει την αρετή του Αγησίλαου στην ευγενική του καταγωγή.

4. ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΚΤΕΑΣ ΘΕΣΗΣ

Προκειμένου να στηρίξει ο Αριστοτέλης τη θέση του, ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως («οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται»), θα χρησιμοποιήσει δύο παραδείγματα παρμένα από τον χώρο της φύσης: την πέτρα και τη φωτιά. Η πέτρα πάντοτε θα κινείται με πορεία προς τα κάτω, διότι υπακούει στον φυσικό νόμο της βαρύτητας, που είναι σταθερός και αμετάβλητος. Η φωτιά πάντοτε θα έχει πορεία προς τα πάνω λόγω της φυσικής ιδιότητας των θερμών αερίων, που επίσης είναι σταθερή και δεν μεταβάλλεται. Άρα, από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι φυσικοί νόμοι δεν μεταβάλλονται, όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος.

Από την άλλη, ο άνθρωπος με τις ενέργειες και τις επιλογές του μπορεί να μεταβάλει τη συμπεριφορά του, να καλλιεργήσει και να αναπτύξει κάποιες ιδιότητες του χαρακτήρα του.

Επομένως, εφόσον οι ηθικές αρετές μεταβάλλονται και δεν μένουν σταθερές, όπως τα πράγματα που γεννιούνται με μια ιδιότητα εκ φύσεως, αποδεικνύεται ότι δεν είναι έμφυτες. Έτσι, ο Αριστοτέλης καταφέρνει να αποδείξει τη θέση του μέσα από έναν επαγωγικό συλλογισμό, που συνοπτικά έχει ως εξής:

1η προκείμενη: όσα υπάρχουν εκ φύσεως έχουν κάποιες ιδιότητες που δεν μπορούν να αλλάξουν με τον εθισμό, όσο κι αν κανείς προσπαθήσει («οὐθὲν τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται»)

2η προκείμενη: η ανθρώπινη συμπεριφορά, τα ηθικά μας χαρακτηριστικά μεταβάλλονται και καλλιεργούνται με τον εθισμό, όπως αποδεικνύει και η ετυμολογία της λέξης «ἠθικὴ» («ἡ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται»)

Συμπέρασμα: καμία ηθική αρετή δεν υπάρχει εκ φύσεως («οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται»)

Συγκεκριμένα, παρατηρούμε ότι στην αρχή διατυπώνει καταφατικά τη θέση του, ότι η ηθική αρετή είναι αποτέλεσμα συνήθειας, εθισμού («ἡ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται»), ενώ στη συνέχεια εξάγει το συμπέρασμά του με άρνηση («οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται»). Προσπαθεί, δηλαδή, να ενισχύσει τη θέση του ανατρέποντας την αντίθετη. Γι’ αυτό ακριβώς στο συγκεκριμένο χωρίο συσσωρεύονται εννέα λέξεις και φράσεις με αρνητική σημασία: «οὐδεμία», «οὐθέν», «οὐκ ἂν ἐθισθείη», «οὐδ’ ἂν ἐθίζῃ», «οὐδὲ τὸ πῦρ», «οὐδ’ ἄλλο», «οὐδέν», «οὔτ’ ἄρα …», «οὔτε παρὰ φύσιν». Έτσι, υπογραμμίζεται έντονα η αντίθεση μεταξύ του «ἐξ ἔθους» και του «φύσει».

5. ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Το κείμενο ολοκληρώνεται με ένα γενικό συμπέρασμα που μοιάζει, αλλά δεν είναι, αντιφατικό, ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως, αλλά ούτε και αντίθετα προς αυτή. Ο Αριστοτέλης εννοεί ότι ο άνθρωπος έχει «δυνάμει», από τη φύση του, την προδιάθεση να δεχτεί την αρετή και να την ολοκληρώσει, δηλαδή να την καλλιεργήσει, μέσω του εθισμού. Κατά τον φιλόσοφο, η άσκηση της αρετής είναι δυνατότητα και όχι χαρακτηριστικό, δοσμένη στον άνθρωπο από τη φύση. Επομένως, ο ίδιος είναι ο μόνος υπεύθυνος για το αν θα φτάσει στην αρετή βελτιώνοντας αδιάλειπτα τη συμπεριφορά του, διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα του, το ήθος του.
Συγκεκριμένα, με τη λέξη «τελειουμένοις» ο Αριστοτέλης μας παραπέμπει σ’ έναν χαρακτηριστικό όρο της φιλοσοφίας του, το «τέλος», που σημαίνει την ολοκλήρωση, την επίτευξη του ύψιστου στόχου. Θεωρεί, δηλαδή, τις ηθικές αρετές το μέσο, με το οποίο ο άνθρωπος θα φτάσει στην ολοκλήρωσή του, στο ξεπέρασμα της ζωώδους φύσης του και στην κατάκτηση της ευδαιμονίας.

6. ΟΡΟΙ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Στο κείμενο αυτό μπορούμε να εντοπίσουμε πολλούς όρους χαρακτηριστικούς της αριστοτελικής φιλοσοφίας:
γένεσις: η δημιουργία
αὔξησις: η διαμόρφωση και εξέλιξη
ἔθος: ο εθισμός, η συνήθεια, ο τρόπος συμπεριφοράς, που καθιερώνεται με την επανάληψη
φύσις: ο κόσμος και οι νόμοι που τον διέπουν
φύσει: ο εκ φύσεως, ο έμφυτος, τα εγγενή χαρακτηριστικά του ανθρώπου
ἀρετή: η διαρκής διάθεση να θέλουμε να επιτελέσουμε ένα ορισμένο είδος ηθικών πράξεων
διανοητικὴ ἀρετή: η αρετή που σχετίζεται με το «λόγον ἔχον» μέρος της ψυχής (πχ. η φρονηση, η σοφία, η σύνεση)
ἠθικὴ αρετή: η αρετή που ανήκει στο «ἐπιθυμητικὸν» μέρος της ψυχής και περιγράφει τον χαρακτήρα του ανθρώπου
τελειουμένοις: η τελείωση, η ολοκλήρωση, η επίτευξη του ύψιστου στόχου, της ευδαιμονίας.

ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
Στο κείμενο αυτό παρατηρούμε ότι το ύφος του Αριστοτέλη είναι στοχαστικό, λιτό, σαφές και ακριβές. Κυριαρχεί η αντικειμενική και εναργής επιχειρηματολογία και ο επιστημονικός λόγος. Αποφεύγει σκόπιμα τον ποιητικό λόγο, διότι πίστευε ότι η αναζήτηση της αλήθειας υπηρετείται αυστηρά από τη λιτότητα και τη σαφήνεια. Έτσι, τα σχήματα λόγου δεν είναι ιδιαίτερα συχνά. Εδώ, εντοπίζουμε τα εξής:

Αντιθέσεις:
«ἡ μὲν διανοητικὴ ≠ ἡ δ’ ἠθική», «ἐξ ἔθους ≠ φύσει»

Πολυσύνδετα σχήματα:
«καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὴν αὔξησιν»,
«οὔτ’ ἄρα φύσει οὔτε παρὰ φύσιν»

Συσσώρευση αρνήσεων:
«οὐδεμία»,
«οὐθέν»,
«οὐκ ἂν ἐθισθείη»,
«οὐδ’ ἂν ἐθίζῃ»,
«οὐδὲ τὸ πῦρ»,
«οὐδ’ ἄλλο»,
«οὐδέν»,
«οὔτ’ ἄρα …»,
«οὔτε παρὰ φύσιν»

Παραδείγματα:
πέτρα – φωτιά

Αραιή είναι η χρήση επιθέτων, ενώ κυριαρχούν τα ρήματα και τα ουσιαστικά.

ΕΝΟΤΗΤΑ 2η

Η ΗΘΙΚΗ ΑΡΕΤΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΗΘΙΚΗ ΠΡΑΞΗ – ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

[ΕΝΟΤΗΤΑ 2η (B1,4), σελ. 158 του σχολικού βιβλίου]

Σχετικά με όσα έχουμε μέσα μας εκ φύσεως.

Διατύπωση θέσης     Ἔτι ὅσα μὲν φύσει ἡμῖν παραγίνεται, τὰς δυνάμεις τούτων πρότερον κομιζόμεθα, ὕστερον δὲ τὰς ἐνεργείας ἀποδίδομεν

Παραδείγματα     (ὅπερ ἐπὶ τῶν αἰσθήσεων δῆλον˙ οὐ γὰρ ἐκ τοῦ πολλάκις ἰδεῖν ἢ πολλάκις ἀκοῦσαι τὰς αἰσθήσεις ἐλάβομεν, ἀλλ’ ἀνάπαλιν ἔχοντες ἐχρησάμεθα, οὐ χρησάμενοι ἔσχομεν)˙

Σχετικά με τις ηθικές αρετές.

Διατύπωση θέσης     τὰς δ’ ἀρετὰς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον,

ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεχνῶν˙

Επεξήγηση της θέσης     ἃ γὰρ δεῖ μαθόντας ποιεῖν, ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν,

Παραδείγματα     οἷον οἰκοδομοῦντες οἰκοδόμοι γίνονται καὶ κιθαρίζοντες κιθαρισταί˙

Συμπέρασμα     οὕτω δὴ καὶ τὰ μὲν δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα, τὰ δὲ σώφρονα σώφρονες, τὰ δ’ ἀνδρεῖα ἀνδρεῖοι.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Ακόμα, όσες ιδιότητες έχουμε από τη φύση, πρώτα αποκτούμε τις δυνατότητες αυτών και ύστερα προχωρούμε στις αντίστοιχες ενέργειες (πράγμα που φαίνεται στις αισθήσεις μας˙ γιατί δεν αποκτήσαμε τις αισθήσεις (της όρασης και της ακοής) έχοντας δει πολλές φορές ή έχοντας ακούσει πολλές φορές, αλλά αντίθετα τις χρησιμοποιήσαμε έχοντάς τες και δεν τις αποκτήσαμε έχοντας κάνει και ξανακάνει χρήση τους)˙ τις (ηθικές) αρετές όμως αποκτούμε, αφού πρώτα τις εφαρμόσουμε στην πράξη, όπως ακριβώς συμβαίνει και στις άλλες τέχνες˙ γιατί όσα πρέπει να κάνουμε αφού τα μάθουμε, αυτά τα μαθαίνουμε κάνοντάς τα˙ για παράδειγμα, οικοδόμοι γίνονται με το να κτίζουν σπίτια και κιθαριστές με το να παίζουν κιθάρα˙ με τον ίδιο τρόπο λοιπόν γινόμαστε και δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις, σώφρονες κάνοντας σώφρονες πράξεις, ανδρείοι κάνοντας ανδρείες πράξεις.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
κομιζόμεθα < κομίζομαι: κομιστής, διακομιστής, κόμιστρο, μετακόμιση, προσκόμιση, αποκόμιση, διακομιδή, ανακομιδή, συγκομιδή, αποκομιδή
ἐνεργείας < ἐν + ἔργον < ἐργάζομαι: εργασία, διεργασία, επεξεργασία, προεργασία, εργασιοθεραπεία, εργασιομανής, εργαστήριο, εργαλείο, εργάτης, εργατικός, εργατικότητα, εργατοπατέρας, εργατοϋπάλληλος, εργατοώρα, έργο, εργοδηγός, εργοδότης, άεργος, άνεργος, περίεργος, πάρεργο, εργόχειρο, ανενεργός, ραδιενεργός, απεργός, συνεργός, απεργία, ανεργία, κωλυσιεργία, καλλιέργεια, ενέργεια, περιέργεια, πανούργος, κακούργος, ραδιούργος, χειρουργός, δημιουργός, ξυλουργός, μουσουργός, στιχουργός, υφαντουργία, μεταλλουργία, μεταξουργία, δημιούργημα, κακούργημα, όργανο, όργιο
ἐλάβομεν < λαμβάνω: λαβή, απολαβή, παραλαβή, συλλαβή, αντιλαβή, χειρολαβή, λήψη, μετάληψη, σύλληψη, πρόσληψη, επανάληψη, κατάληψη, προκατάληψη, περίληψη, αντίληψη, υπόληψη, επιληψία, θρησκοληψία, μεροληψία, αμεροληψία, ηχοληψία, παραλήπτης, ηχολήπτης, εικονολήπτης, ανεπανάληπτος, ακατάληπτος, ασύλληπτος, ευυπόληπτος, εργολάβος, δικολάβος, λήμμα, λάφυρο
ἐχρησάμεθα < χρήομαι -ῶμαι: χρήση, χρήστης, χρήσιμος, χρησιμοθήρας, χρηστικός, χρησιμότητα, χρησιμοποίηση, αχρησιμοποίητος, χρηστός, εύχρηστος, δύσχρηστος, άχρηστος, ιδιοχρησία, χρήμα, χρηματικός, χρησμός
τεχνῶν < τίκτω: τόκος, επίτοκος, επιτόκιο, απότοκος, τοκετός, τεκνοποίηση, άτεκνος, τέκτονας, αρχιτέκτονας, τεχνική, τεχνοκράτης, τεχνολογία, έντεχνος, άτεχνος, περίτεχνος
οἰκοδόμοι < οἶκος + δόμος: οίκημα, οίκηση, ιδιοκατοίκηση, διοίκηση, συγκατοίκηση, μετοίκηση, οικία, κατοικία, μονοκατοικία, πολυκατοικία, συνοικία, αποικία, παροικία, ένοικος, περίοικος, κάτοικος, συγκάτοικος, μέτοικος, οικισμός, οικιστικός, αποικισμός, αποικιστικός, οικοδεσπότης, οικογένεια, οικότροφος, οικόπεδο, οικοσκευή, οικόσημο, οικονομία, οικόσιτος, οικουμένη, οικολογία
σώφρονες < σῶος + φρὴν (γεν. φρενός): φρενίτιδα, φρενοκομείο, φρενοβλαβής, παράφρων, μετριόφρων, εχέφρων, εθνικόφρων, ευφροσύνη, παραφροσύνη, μετριοφροσύνη, σωφροσύνη, νομιμοφροσύνη, φρόνιμος
ἀνδρεία < ἀνὴρ (γεν. ἀνδρός): ανδρικός, ανδρισμός, ανδροπρεπής, ανδροκρατία, ανδρόγυνο, ανδροπρεπής, άνανδρος, εύανδρος, ανδράποδο, εξανδραποδισμός, ανδραγαθία, ανδρείκελο, ανδριάντας

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
Ο Αριστοτέλης θα επιχειρήσει με ένα ακόμα επιχείρημα να στηρίξει τη θέση του ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως: όσα έχουμε μέσα μας από τη φύση μας έχουν ήδη μέσα τους τη δυνατότητα και περνούν αμέσως στην πράξη, την εφαρμογή αυτής της δυνατότητας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των αισθήσεων, οι οποίες είναι ήδη έτοιμες τη στιγμή που γεννιόμαστε και αμέσως ενεργοποιούνται. Αντίθετα, τις ηθικές αρετές τις αποκτούμε αφού πρώτα ενεργήσουμε και ασκηθούμε σ’ αυτές. Συμβαίνει δηλαδή ό,τι και με τις πρακτικές τέχνες: για να γίνει, για παράδειγμα, κάποιος οικοδόμος ή κιθαριστής, πρέπει πρώτα να ασκηθεί στο χτίσιμο ή στο παίξιμο κιθάρας και ύστερα θα αποκτήσει την ικανότητα του οικοδόμου ή του κιθαριστή αντίστοιχα. Το ίδιο γίνεται και στις ηθικές αρετές: θα γίνουμε δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις, σώφρονες κάνοντας σώφρονες πράξεις και ανδρείοι κάνοντας ανδρείες πράξεις. Έτσι, αποδεικνύεται ότι τις ηθικές αρετές δεν τις έχουμε μέσα μας εκ φύσεως, αλλά τις αποκτούμε με την πράξη.

1. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ: «Ἔτι»
Στο προηγούμενο κείμενο ο Αριστοτέλης απέδειξε ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως, αλλά είναι αποτέλεσμα εθισμού. Σ’ αυτό το κείμενο θα στηρίξει την ίδια θέση χρησιμοποιώντας ένα νέο επιχείρημα, που εισάγεται με τη λέξη «ἔτι». Το «ἔτι» αποκτά εδώ μεταβατική και προσθετική σημασία.

2. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΡΩΝ: «δύναμις – ἐνέργεια»
Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι κάθε ον αποτελείται από δύο αχώριστα στοιχεία: την ύλη και τη μορφή. Η ύλη περιέχει μέσα της τη μορφή αρχικά «δυνάμει» και, αν υπάρξουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, θα την αποκτήσει και «ἐνεργείᾳ». Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του μάρμαρου, που «δυνάμει» είναι άγαλμα. Αν, όμως, το σμιλέψει ο γλύπτης, θα γίνει άγαλμα «ἐνεργείᾳ». Έτσι, λοιπόν, καταλαβαίνουμε ότι ο φιλόσοφος ορίζει τη «δύναμιν» και την «ἐνέργειαν», τις δύο θεμελιώδεις έννοιες της φιλοσοφίας του, ως εξής: «δύναμις» είναι η δυνατότητα που έχει ένα πράγμα ή ένα ον να γίνει ή να κάνει κάτι φτάνοντας στο τέλος του, στην τελειοποίησή του, ενώ «ἐνέργεια» είναι η πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας, η δραστηριότητα που απαιτείται για να γίνονται πράξη οι δυνατότητες. Για εκείνον, η «ἐνέργεια» έχει μεγαλύτερη σημασία από τη «δύναμιν», αφού η πρώτη εξαρτάται από την προσπάθεια που καταβάλλει κάθε άνθρωπος, την προσωπική ευθύνη και προαίρεση, ενώ η δεύτερη σχετίζεται με τη φύση και υπάρχει ανεξάρτητα από τον άνθρωπο. Στο κείμενο συνδέει «τὰς δυνάμεις» με το «πρότερον» και «τὰς ἐνεργείας» με το «ὕστερον» εννοώντας ότι οι «δυνάμεις» έχουν χρονική προτεραιότητα – και όχι λογική και οντολογική – έναντι των «ἐνεργειῶν»
Στη συνέχεια, θα προσπαθήσει να αποδείξει τη θέση του, ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως, χρησιμοποιώντας αυτές τις δύο βασικές έννοιες.

3. ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
Στο έργο του «Μετὰ τὰ Φυσικά» (Θ5.1047b 31-35): «Ἁπασῶν δὲ τῶν δυνάμεων οὐσῶν τῶν μὲν συγγενῶν οἷον τῶν αἰσθήσεων, τῶν δὲ ἔθει οἷον τῆς τοῦ αὐλεῖν, τῶν δὲ μαθήσει οἷον τῆς τῶν τεχνῶν», ο Αριστοτέλης διακρίνει τρία είδη δυνάμεων:
α. «εγγενείς», αυτές που υπάρχουν στον άνθρωπο από τη γέννησή του (πχ. οι αισθήσεις) και συνδέονται με το άλογο μέρος της ψυχής
β. «εξ’ έθους», αυτές που τις αποκτά ο άνθρωπος με την άσκηση, τον εθισμό (πχ. οι πρακτικές τέχνες, το παίξιμο ενός μουσικού οργάνου) και συνδέονται με το άλογο και με το λογικό μέρος της ψυχής κα
γ. «εκ μαθήσεως», τις δυνάμεις που τις αποκτά ο άνθρωπος με τη μάθηση (πχ. οι επιστημονικές γνώσεις) και συνδέονται και αυτές με το λογικό μέρος της ψυχής.

4. ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΝΔΥΝΑΜΩΝΕΙ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ, ΟΤΙ ΚΑΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΗΘΙΚΕΣ ΑΡΕΤΕΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΕΚ ΦΥΣΕΩΣ
α. Όσα έχουμε μέσα μας εκ φύσεως («ὅσα μὲν φύσει ἡμῖν παραγίνεται»)
Ο Αριστοτέλης ξεκινάει το συλλογισμό του διερευνώντας πρώτα τι συμβαίνει σε όσα χαρακτηριστικά έχουμε μέσα μας εκ φύσεως. Αυτά έχουν εκ των προτέρων μέσα τους τη δυνατότητα να πραγματωθούν, αλλά η πραγμάτωσή τους έρχεται ύστερα χωρίς να χρειάζεται ο εθισμός, η επανάληψη μιας ενέργειας. Για να αποδείξει τα λεγόμενά του ο φιλόσοφος, χρησιμοποιεί το παράδειγμα των αισθήσεων: την όραση και την ακοή δεν τις αναπτύξαμε μέσα από την εξάσκηση, αντιθέτως υπάρχουν ήδη αναπτυγμένες μέσα μας και περνάμε αμέσως στη χρησιμοποίησή τους.
Εδώ, ο Αριστοτέλης, για να παρουσιάσει τη θέση του χρησιμοποιεί αναλογικό συλλογισμό, με αντιθετική παρουσίαση των λειτουργιών των αισθήσεων.

5. Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΩΝ «πρότερον – ὕστερον» ΚΑΙ «πολλάκις»
Προκειμένου ο Αριστοτέλης να αποδώσει τη χρονική προτεραιότητα των δυνάμεων έναντι των ενεργειών (δύναμις -> ἐνέργεια) σε όσα χαρακτηριστικά υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως, συνδέει τις δυνάμεις με το «πρότερον» και με απαρέμφατα ή μετοχές αορίστου που δηλώνουν το προτερόχρονο («ἰδεῖν», «ἀκοῦσαι», «χρησάμενοι»). Αντίθετα, για να αποδώσει την αντίθετη πορεία που ακολουθείται στις ηθικές αρετές (ἐνέργεια -> δύναμις), συνδέει τη μετοχή «ἐνεργήσαντες» με το «πρότερον», για να δηλώσει το προτερόχρονο, ή τις μετοχές ενεστώτα «ποιοῦντες» και «πράττοντες», για να δηλώσει το σύγχρονο. Έτσι, αν προσπαθήσουμε να συσχετίσουμε τα παραπάνω με τα παραδείγματα που δίνονται στο κείμενο (αισθήσεις – τέχνες – αρετές) και με τα δύο ζεύγη των αριστοτελικών όρων «πρότερον – ὕστερον» και «δυνάμει – ἐνεργείᾳ», προκύπτει το εξής διάγραμμα:
φύσει (αισθήσεις)
πρότερον δυνάμει -> ὕστερον ἐνεργείᾳ
ἐξ ἔθους (τέχνες)
πρότερον ἐνεργείᾳ -> ὕστερον δυνάμει
ἐξ ἔθους (αρετές)
πρότερον ἐνεργείᾳ -> ὕστερον δυνάμει

Χαρακτηριστική είναι η χρήση του επιρρήματος «πολλάκις». Παρόλο που αναφέρεται σε όσα χαρακτηριστικά έχουμε εκ φύσεως, η χρήση του υποδηλώνει ότι για την κατάκτηση των ηθικών αρετών είναι απαραίτητη η άσκηση και η επανάληψη.

6. ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΗ, ΑΦΟΥ, ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΜΙΑ ΕΝΑΡΕΤΗ ΠΡΑΞΗ (Π.Χ. ΔΙΚΑΙΗ ΠΡΑΞΗ), ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΕΝΑΡΕΤΟΣ (Π.Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ);
Για να λυθεί αυτή η απορία, πρέπει να σταθούμε σε κάποιες επισημάνσεις που ο Αριστοτέλης θα θίξει σε επόμενη ενότητα. Οι πράξεις, λοιπόν, που προηγούνται και επαναλαμβάνονται δεν είναι τυχαίες ούτε γίνονται κατόπιν υποδείξεως, αλλά αυτός που τις κάνει, πρέπει:
α. να έχει συνείδηση των πράξεών του,
β. να τις έχει επιλέξει ενσυνείδητα και να έχει δηλώσει με σαφήνεια την προτίμησή του γι’ αυτές,
γ. να έχει κάνει τις πράξεις αυτές μόνιμο, σταθερό και αμετάβλητο τρόπο συμπεριφοράς του.
Οι πράξεις, όμως, λέγονται δίκαιες και σώφρονες, αν αυτός που τις κάνει, τις κάνει και με τον τρόπο που τις κάνουν οι δίκαιοι και σώφρονες άνθρωποι. Σωστά, λοιπόν, λέμε ότι ο άνθρωπος γίνεται δίκαιος με τις επανειλημμένες πράξεις δικαιοσύνης.

ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τα παρακάτω εκφραστικά μέσα, προκειμένου να ενισχύσει το επιχείρημά του:
α.Αντιθέσεις: «ὅσα μὲν φύσει … ≠ τὰς δ’ ἀρετὰς λαμβάνομεν»
«τὰς δυνάμεις τούτων πρότερον κομιζόμεθα ≠ ὕστερον δὲ τὰς ἐνεργείας ἀποδίδομεν»
«οὐ γὰρ ἐκ τοῦ πολλάκις ἰδεῖν … ἀλλ’ ἀνάπαλιν ἔχοντες ἐχρησάμεθα»
β. Αναλογίες: «τὰς δ’ ἀρετὰς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεχνῶν» «ἃ γὰρ δεῖ μαθόντας ποιεῖν, ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν … – οὕτω δὴ καὶ τὰ μὲν δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα …»
γ. Παραδείγματα: Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί δύο ζευγάρια παραδειγμάτων: όραση – ακοή / οικοδόμοι – κιθαριστές Επιπλέον, παρατηρούμε και τη χρήση άλλων εκφραστικών μέσων:
α. Σχήμα κατ’ άρση και θέση: «οὐ γὰρ ἐκ τοῦ πολλάκις ἰδεῖν … ἀλλ’ ἀνάπαλιν ἔχοντες ἐχρησάμεθα»
β. Σχήμα εξ αναλόγου:«τὰς δ’ ἀρετὰς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεχνῶν»(εννοείται : ἐνεργοῦμεν πρότερον)
γ. Σχήμα από κοινού:«οἰκοδομοῦντες οἰκοδόμοι γίνονται καὶ κιθαρίζοντες κιθαρισταὶ (γίνονται)» «τὰ μὲν δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα, τὰ δὲ σώφρονα (πράττοντες) σώφρονες(γινόμεθα), τὰ δ’ ἀνδρεῖα (πράττοντες) ἀνδρεῖοι (γινόμεθα)»
δ. Πολυσύνδετο σχήμα:«τὰ μὲν δίκαια …, τὰ δὲ σώφρονα …, τὰ δ’ ἀνδρεῖα …»
ε. Εναλλαγή πρώτου και τρίτου πληθυντικού προσώπου:
Παρατηρούμε και σ’ αυτή, αλλά και σε επόμενες ενότητες ότι, όταν ο Αριστοτέλης αναφέρεται σε ανθρώπους (στους οποίους συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό του), χρησιμοποιεί το α’ πληθυντικό πρόσωπο. Συγκεκριμένα, στο κείμενο αυτό χρησιμοποιεί οχτώ ρήματα σε αυτό το πρόσωπο: «κομιζόμεθα», «ἀποδίδομεν», «ἐλάβομεν», «ἐχρησάμεθα», «ἔσχομεν», «λαμβάνομεν», «μανθάνομεν», «γινόμεθα». Όταν, πάλι, αναφέρεται στους οικοδόμους ή τους κιθαριστές, χρησιμοποιεί το γ’ πληθυντικό πρόσωπο. Η αλλαγή αυτή ίσως να οφείλεται στο ότι ο φιλόσοφος δεν είχε προσωπική επαφή με τις τέχνες και τους τεχνίτες. Ωστόσο, μας προβληματίζει ότι σε επόμενες ενότητες (πχ. 4η και 6η) εναλλάσσει τα πρόσωπα («γινόμεθα οἳ μὲν δίκαιοι οἳ δὲ ἄδικοι», «οἳ μὲν γὰρ σώφρονες καὶ πρᾶοι γίνονται») ή χρησιμοποιεί γ’ πληθυντικό εκεί που θα περιμέναμε α’ πληθυντικό («ἀγαθὸς ἄνθρωπος γίνεται», ενώ θα περιμέναμε «ἀγαθοὶ ἄνθρωποι γινόμεθα»).
Από τα παραπάνω, λοιπόν, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η χρήση γ’ προσώπου δεν αποτελεί συνειδητή επιλογή, αλλά χρησιμοποιείται μάλλον ασυναίσθητα και προσδίδεται μ’ αυτόν τον τρόπο ποικιλία στον λόγο. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι τα κείμενα του Αριστοτέλη προέρχονται από προσωπικές του σημειώσεις, που χρησιμοποιούσε στις παραδόσεις των μαθημάτων του. Είναι, λοιπόν, εύλογο σ’ αυτές τις σημειώσεις να έχουν παρεισφρήσει και στοιχεία του προφορικού λόγου.
στ. «ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεχνῶν»
Άλλο ένα στοιχείο αυθόρμητου και προφορικού λόγου συναντάμε στη φράση «ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεχνῶν». Ο προσθετικός «καὶ» εδώ είναι περιττός, ενώ ο προσδιορισμός «ἄλλων» υποδηλώνει ότι οι αρετές είναι και αυτές τέχνες, κάτι βέβαια που δεν ισχύει. Κανονικά, λοιπόν, η παραβολική φράση θα έπρεπε να είναι ως εξής: «ὥσπερ ἐπὶ τῶν τεχνῶν». Υπενθυμίζουμε και πάλι ότι τα κείμενα του Αριστοτέλη προέρχονται από προσωπικές του σημειώσεις, που χρησιμοποιούσε στις παραδόσεις των μαθημάτων του. Είναι, λοιπόν, εύλογο σ’ αυτές τις σημειώσεις να έχουν παρεισφρήσει και στοιχεία του προφορικού λόγου.

Πηγή : http://www.study4exams.gr

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1941

ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ η υποχρεωτική τριετία των νεοδιόριστων εκπαιδευτικών. Δικαίωμα μετάθεσης σε όσους διορίστηκαν το 2010, του αιρετού Δ. Μπράτη

ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ η υποχρεωτική τριετία των νεοδιόριστων εκπαιδευτικών. Δικαίωμα μετάθεσης σε όσους διορίστηκαν το 2010, του αιρετού Δ. Μπράτη.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1940

Paul Eluard [Πωλ Ελυάρ]

Picture

Ο Πωλ Ελυάρ (πραγματικό όνομα Eugène Grindel, 14 Δεκεμβρίου 189518 Νοεμβρίου 1952) ήταν Γάλλος ποιητής που δραστηριοποιήθηκε στα καλλιτεχνικά ρεύματα του ντανταϊσμού και του υπερρεαλισμού. Γεννήθηκε στην πόλη Σαιν-Ντενί, κοντά στο Παρίσι όπου πέρασε τα πρώτα του χρόνια. Στο διάστημα 19071911 γράφτηκε στη Σχολή Κολμπέρ όπου πραγματοποίησε σπουδές, ωστόσο σε ηλικία περίπου 17 ετών προσβλήθηκε από φυματίωση και αναγκάστηκε να τις διακόψει. Για δύο χρόνια, διέμεινε σε σανατόριο στο Νταβός της Ελβετίας όπου τελικά θεραπεύτηκε και αμέσως μετά, το 1914 κατατάχθηκε στον στρατό.

Το 1917 παντρεύτηκε την Helena Deluvina Diarkinoff, περισσότερο γνωστή ως Γκαλά, με την οποία απέκτησε και μία κόρη. Την ίδια περίοδο δημοσίευε τα πρώτα του ποιήματα, αρχικά με τη συλλογή Το Χρέος και η Ανησυχία και αργότερα με τα Ποιήματα για την Ειρήνη (1918), τα οποία προκάλεσαν και το ενδιαφέρον του Ζαν Πωλάν, εκδότη της επιθεώρησης Spectateur. Παράλληλα, ο Ελυάρ γνωρίστηκε με τους Αντρέ Μπρετόν, Λουί Αραγκόν και Τριστάν Τζαρά, με τους οποίους συμμετείχε αρχικά στο κίνημα του ντανταϊσμού και αργότερα του υπερρεαλισμού. Αποτέλεσε έναν από τους ιδρυτές της επιθεώρησης των υπερρεαλιστών Litterature καθώς και της μεταγενέστερης έκδοσης La Revolution Surrealiste. Παρέμεινε στις τάξεις της υπερρεαλιστικής ομάδας του Παρισιού μέχρι το 1938.

Κατά τη διαρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση, ως μέλος του κομμουνιστικού κόμματος.

Πέθανε το 1952 από καρδιακή προσβολή. Θεωρείται μέχρι σήμερα ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του υπερρεαλισμού.

Ενδεικτικά έργα του ….
1922 Η Δυστυχία των αθανάτων
1924 Θάνατος δεν είναι θάνατος
1926 Η πρωτεύουσα του πόνου
1929 Ο έρωτας η ποίηση
1931 Υπνος
1932 Αμεση Ζωή
1934 Το λαικό τριαντάφυλλο
1935 Νύχτες χωριστές
1939 Τραγούδι ολοκληρωμένο
1944 Τα όπλα του πόνου
1945 Ποίηση Αδιάκοπη Ι
1951 Φοίνικας
1952 Το πρόσωπο της ειρήνης
1952 Ποίηση αδιάκοπη ΙΙ

ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

Μια πλατια αλλοτρίωση σκεπάζει τον ορίζοντα
μερικοί άνθρωποι κουρελιαζουν την ελευθερία
οι ομοιότητες δεν έχουν σχέσεις
είναι διχασμένες

Ολες οι πληγές μες στο φως
όλα τα χτυπήματα των βλεφάρων
και η καρδιά μου που χτυπαει
καινούρια διαιώνιση των αρνησεων
οι αγαναχτισμένοι ετοιμάζουν όρκους
θα διαβάζω σε λίγο μες στις φλέβες σου
το αίμα σου σε διαπερνάει και σε φωτίζει
ένα νέο άστρο του έρωτα σηκώνεται παντού

ΟΙ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΙ

Οι φυλακισμένοι έχουν ζηλέψει το γέλιο
έχουνε χάσει τα κλειδιά της περιέργειας
έχουν φορτώσει την επιθυμία της ζωής
σ ελαφρές αλυσίδες
από παλιές κατηγόριες είναι βεβαρημένοι ακόμη
η οκνηρία δεν είναι πια ένα μυστήριο
η ανεξαρτησία είναι στη φυλακή

ΔΙΑΡΚΕΙΑ

Μια καταιγίδα μία μόνο
από ορίζοντα σε ορίζοντα
κα πάνω σ΄ όλη τη γη
για να σκουπίσει τη σκόνη
τις μυριάδες τα ξερά φύλλα
για να απογυμνώσει όλα τα δέντρα
για να ερημώσει τις καλλιέργειες
για να καταρρίψει τα πουλιά
για να διασκορπίσει τα κύματα
να καθαρίσει τις αναθυμιάσεις
για να καταστρέψει την ισορροπία
του ήλιου του πιο ζεστού
διώχνοντας μάζες αδυναμίας
κόσμος που δεν ζυγίζει τίποτα
κόσμος αρχαίος που μ αγνοεί
ίσκιος ξετρελλαμένος
δεν θα είμαι πια ελέυθερος παρά μέσα στ άλλα χέρια .

Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

Είναι όρθια πάνω στα ματόκλαδά μου
και τα μαλλιά της είναι μέσα στα δικά μου
έχει το σχήμα των χεριών μου
έχει το χρώμα των ματιών μου
καταποντίζεται μες στον ίσκιο μου
όπως μια πέτρα στον ουρανό

Αυτή έχει πάντοτε τα μάτια ανοιχτά
και δεν μ αφήνει να κοιμηθώ
Τα όνειρά της πλημμυρισμένα φως
κάνουν να εξατμίζονται οι ήλιοι
με κάνει και γελάω , κλαίω και γελάω
μιλάω χωρίς να έχω τίποτα να πω

ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΗ (αποσπασματα)

Ι

Στην ψηλή φωνή
Ευκίνητα ο έρωτας άναβε
με τοσες ακτινοβολίες λαμπερές
που μες στη λειτουργία του εγκεφάλου
αρνιόταν όλες τις ομολογίες

Στην ψηλή φωνή
όλοι οι κόρακες του αίματος θα σκεπάσουν
την μνήμη άλλων γεννήσεων
έπειτα θα ξαναχύσουν μες στο φως
το μέλλον συνθλιμένο από φιλιά

Απίστευτη αδικία μι μόνη ύπαρξη είναι ο κόσμος
ο έρωτας διαλέγει τον έρωτα χωρίς να αλλάζει πρόσωπο

ΙΙ

Τα μάτια της είναι πύργοι φωτισμένοι
κάτω απ΄το γυμνό της μέτωπο

Στο διάφανο λουλούδι
οι γυρισμοί της σκέψης
ακυρωνουν τις λέξεις που είναι κούφιες

Αυτή διαλύει όλες τις εικόνες
θαμπώνει τον έρωτα και τους δύστροπους ίσκιους του
αυτή αγαπάει – αγαπάει να ξεχαστεί

ΙV

Σου λεγα για τα σύννεφα
σου λεγα για το δέντρο το θαλασσινό
για κάθε κύμα για τα πουλιά στη φυλλωσιά
για τα χαλίκια το θόρυβο
για τα οικογενειακα χέρια
για το μάτι που γίνεται πρόσωπο ή τοπίο
και ο ύπνος του γυρίζει το χρώμα τ ουρανού
για όλη τη νοτισμένη νύχτα
για τη σκισμή του δρόμου
για το ανοιχτό παράθυρο για ένα ξέσκεπο μέτωπο
σου λεγα για τις σκέψεις για τις λέξεις σου
παραχαιδεμένη όλη η εμπιστοσύνη ξαναζεί

V

Περισσότερα ήταν ένα φιλί
λιγότερο τα χέρια πάνω στα μάτια
το φωτοστεφανο του φωτός
τα χείλη του ορίζοντα
και οι ανεμοστρόβιλοι του αίματος
που παραδινόταν η σιωπή

VIII

Αγάπη μου για να φουντώσουν οι πόθοι μου
βάλε τα χείλη σου στον ουρανό τις λέξεις σου σαν αστρο
τα φιλιά σου μες στη νύχτα φλογερά
και σφίξε τα μπράτσα σου γύρω μου
όπως μια φλόγα στο σημείο που λμπαδιάζει
τα όνειρά μου είναι στον κόσμο
καθαρά και διαιωνισμένα

Κι όταν δεν έισαι δίπλα μου
ονειρεύομαι ότι κοιμάμαι , ονειρεύομαι ότι ονειρεύομαι

XIV

Ο ύπνος έχει πάρει τ αποτύπωμά σου
και το χρώμα από τα μάτια σου

XV

Ακουμπάει πάνω μου
η καρδιά αγνοεί
που κοιτάζει πόσο την αγαπώ
αυτή έχει εμπιστοσύνη αυτή ξέχασε
τα σύννεφα κάτω από τα ματόκλαδά της
το κεφάλι της αποκοιμισμένο στα χέρια μου
που είμαστε εμείς
μαζί αχώριστοι
ζωντανοί , ζωντανοί
ζωντανός ζωντανή
και το κεφάλι μου κυλάει στα όνειρά της

ΧΧ

Την αυγή σ αγαπώ σε έιχα όλη νύχτα μες στις φλέβες
όλη τη νύχτα σε κοιτούσα
σε έιχα όλη ψηλαφίσει είμαι σίγουρος των σκοταδιών
αυτά μου δίνουν τη δύναμη
που σ αγκαλιάζω
που σε κουναω ποθώντας τη ζωη
στο στήθος μου τ ακίνητο
τη δύναμη που σε σηκώνω
που ελευθερώνεσαι που χάνεσαι
φλόγα αθέατη μες στην ημέρα

Αν εσύ φύγεις η πόρτα ανοίγει πάνω στη μέρα
αν εσύ φυγεις η πόρτα ανοίγει πάνω σε μένα

ΧΧΙ

Τα μάτια της ξαναχύνουν το φως
και το φως τη σιωπή
για να μην ξαναγνωριστούν
να ξαναζήσουν στην αφάνεια

ΑΛΛΟΥ ΕΔΩ ΠΑΝΤΟΥ ( αποσπάσματα )

Ψηλό τριαντάφυλλο της παλίρροιας
όλες μου οι επιθυμίες ποτίστηκαν
τριαντάφυλλο αναγνωρισμένο στο κλάμα

Μαθαίνω όλα που μου λες μπορώ να τα καταλάβω
η σκέψη σου είναι χωρίς ντροπή σκέψη στην ψηλή φωνή

Σιωπα το αφελές θαύμα
και η κλωστή στη βελόνα
όλη ήταν διαχυμένη
ο σκοτεινός άνεμος καθαρίζει
τη θάλσσα και τον ήλιο

Η αναπνοή σου ετοιμάζει τις απανήσεις μου
ακούω τον άνεμο ξέρω αυτό που λες
και συνδέω τους θορύβουςπου σου δίνουν ζωή
πάνω σε ένα δρόμο που η ηχώ χτυπάει σε όλες τις καρδιές
αν και η πόρτα και τα παραθυρόφυλλα κλείσανε
η ατολμία μου ακούει τη βροντή των θορύβων
και οι μουγγοί ζητάνε να διλύσω τη νύχτα τους
ακούμε αυτό που κοιμάται σε μας ανέκφραστο

Θα διασχιστούν οι περιορισμοί μας

Ημουνα μακριά πεινούσα διψούσα για μια επαφή

Η αφή σου μοιάζει των καρπερών χωμάτων
των χωμάτων των εξαντλημένων
από τ όργωμα των αρότρων των βροχών και των καλοκαιριών
η αφή σου δημιουργεί ένα πρόσωπο από φύλλα
ένα σώμα χορταρένιο ένα σώμα πεσμένο σε ένα θάμνο
το χέρι σου με προστατεύει από τσουκνίδες κι από βάτους

Τα χάδια μου θεμελιώνουν τα όνεριά μου σε ένα μόνο
οξυδερκή και πιστό ένα όνειρο της διάρκειας

Γιατί σε αισθανόμουν καλύτερα τη νύχτα

Είχα ελευθερωθεί

Είχα γευτει τον ουρανό , τη γή και την παλίρροια
αισθάνθηκα το αίμα το δέρμα την παγωνιά και το άχυρο
τα είχα όλα καταλάβει τ άγγιζα αναδειχνόμουν
ανάπνεα χρωματιζόμουν βάδιζα μλούσα
και αναδημιουργόμουν

Είδα καθαρά μεσημεριάτικα παραδεχόμουνα τον ίσκιο
ήερα χωριστά και ομαδικά τ αστερια
και τα έργα των ανθρώπων
ήξερα να υπάρχω λιγότερο και πιο πολύ απ τον εαυτό μου
οι πέντε αισθήσεις μου κάνανε θέση στη φαντασία

Η φαντασία έμεινε στη σκέψη
κ ιεμείς κατέχουμε μια έκτη αίσθηση

ΧΩΡΙΣ ΗΛΙΚΙΑ

Πλησιάζουμε
Μέσα στα δάση πάρε το δρόμο του πρωινού
ανέβα τα σκαλιά της πάχνης
Πλησιάζουμε
Είναι η καρδιά της γη σφιγμένη
να ‘ρθει στον κόσμο μια μέρα ακόμη, θα πλατύνει ο ουρανός
Είχαμε βαρεθεί να κατοικούμε στα ερείπια του ύπνου ,
στη χαμηλή σκιά της ανάπαυσης ,της κούρασης και της εγκατάλειψης

Η γης θα ξαναπάρει τη μορφή των ζωντανών σωμάτων μας
ο άνεμος θα μας υπομείνει
ο ήλιος και η νύχτα θα περάσουν μες στα μάτια μας
χωρίς ποτέ να τ’ αλλάξουν

Το σίγουρο μας διάστημα ο αγνός μας αέρας
φτάνει για να γεμίσει την αργοπορία που έσκαψε η συνήθεια
όλοι μαζί θ’ αράξουμε σε μια καινούργια μνήμη
και θα μιλήσουμε μαζί μια ευαίσθητη λαλιά

Ω! αδερφοί μου αντίμαχοι
που κρατάτε στα μάτια τη νύχτα αναλυμένη και τη φρίκη της
που να σας έχω αφήσει
με τα βαριά σας χέρια μες το λάδι το νωθρό,
μες στις παλιές σας πράξεις με τόση λίγη ελπίδα
που κι ο θάνατος φαίνεται ν ‘χει δίκιο

Χαμένοι μου αδερφοί , εγώ πηγαίνω προς τη ζωή
έχω την όψη ανθρώπου για ν’ αποδείξω
πως ο κόσμος έγινε στ’ ανάστημα μου
και δεν είμαι μόνος

χίλιες εικόνες από μένα πληθαίνουν το φως μου
χίλιες ματιές πανόμοιες ισοπεδώνουν τη σάρκα να το πουλί το παιδί κι ο βράχος κι ο κάμπος σμίγουν μαζί μας
Γελά το χρυσάφι που έμεινε από την άβυσσο έξω
γυμνό νερό, γυμνή φωτιά για μια εποχή μονάχα,
έκλειψη δεν υπάρχει πια στο μέτωπο του κόσμου

Χέρια από τα χέρια μας αναγνωρισμένα
Χείλια με τα χείλια μας ενωμένα
οι πρώτες ανθισμένες ζέστες .
Παραστέκουνται το αίμα δροσερό
το πρίσμα ανασαίνει μαζί μας
Εύφορη αυγή,
στην κορφή κάθε χόρτου βασίλισσα
στην κορφή των μούσκλων στην αιχμή του χιονιού
του κυμάτου , της ταραγμένης άμμου ,της επίμονης παιδικής ζωής
Έξω από όλες τις σπηλιές μας
Έξω από τον εαυτό μας.

Ο,ΤΙ ΝΕΕΙ Ο ΠΟΝΕΜΕΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΑΚΑΙΡΟ

Όλος κλαδιά ο χειμώνας κι αλύγιστος σαν πτώμα
Κάποιος σ’ ένα παγκάκι δρόμου ερημικού που τον δέρν’ η μοναξιά
Ώρα να ‘ρθει η απελπισία με τα καθημερινά της σύνεργα ,
μολυβένιους καθρέφτες βοτσαλένια νερά
κι αποτελματωμένα αγάλματα
Να ξεγραφτεί κάθε καλό
να φανούν της αλήθειας οι ρακένδυτες θύμησες
Φως μελανό αρχαία πυρκαγιά,
με μαλλιά που χάνονται σ’ ένα λαβύρινθο

Άνθρωπος που λαθεύτηκε σε κλειδί σε πόρτα σε όροφο
Να μπορέσει να νιώσει πιο βαθιά ,
πιο βαθιά ν’ αγαπήσει

Πού αρχινάει ένα τοπίο , ποίαν ώρα ,
Πού λοιπόν τερματίζεται η γυναίκα
Γέρνει η βραδιά πάνω στην πολιτεία ,
βρίσκει τον οδοιπόρο ξαπλωμένον χάμου,
οδοιπόρο γυμνό,
που απ το στήθος μιας παρθένας πιότερο ποθεί
το αστέρι το άμορφο που συντηρεί τη νύχτα

Είναι κάτι ερείπια που να σου σφίγγεται η καρδιά ,
δύσκολα να τα περιγράψεις και όμως
από μέσα τους ο ήλιος δραπετεύει ψάλλοντας
την ώρα που ο ουρανός κάνει το μέλι του χορεύοντας
Είναι κάτι πεζούλια όπου ανθούνε οι έρωτες
κι όπου ο γύψος όλος ξέφτια κανακεύει δυό σκιές που σμίξανε ,
φωτιά στις φλέβες ανυπόταχτη φωτιά,
στο κύμα το ένα των χειλιών

Πιαστείτε από τα χέρια κοιταχτείτε κατάματα
αιφνιδιαστικά αιχμαλωτίστε τ’ όραμα
πίσω απ’ τα παλάτια πίσω απ’ τα ερείπια
πίσω απ’ τα τζάκια κι απ’ τις στέρνες
μπρος στον άνθρωπο,
στο πλάτωμα που ξεσηκώνει έναν μανδύα σκόνης
Πυρετός που σέρνεται
εισβολή ωραίων ημερών , μια φυτεία γαλανών σπαθιών.
Κάτω απ’ τα βλέφαρα που ανοίγονται μες στα βαθιά φυλλώματα
είναι η βαριά συγκομιδή της ηδονής,
τ’ άνθος του λιναριού που σπάει τις προσωπίδες
Όλα τα πρόσωπα έχουν ξεπλυθεί,
μέσα στο χώμα που κάλυψε τα πάντα.

Οι φωτεινές των περασμένων μέρες,
τα λιοντάρια τους τα καγκελόφραχτα
κι οι διαφανείς υδάτινοι αετοί τους
η βροντή τους η αλαζονική δίνοντας δύναμη στις ώρες τις αιμάτινες των δέσμιων όρθρων
πέρα ως πέρα μες στον ουρανό το διάδημά τους συσπασμένο,
πάνω στον όγκο ενός μόνον καθρέφτη ,
μιας μονάχα καρδιάς

Μα πιο κάτου τώρα πιο βαθιά ολοένα
στους δρόμους που τους έφαε το σκοτάδι,
το τραγούδι αυτό που βαστά όλη νύχτα,
που κάνει τον κουφό που κάνει τον αόμματο,
που ευγενικά συνοδεύει τα φαντάσματα ,
ο έρωτας αυτός ο απαρνητής ,
που χτυπιέται μες στις έγνοιες, χύνοντας δάκρυα ποτάμι.
Τ’ όνειρο αυτό που κατάντησε κουρέλι ,
το γελοίο το στραπατσαρισμένο
η χέρσα τούτη αρμονία, η ορδή που ζητιανεύει

επειδή στ’ αλήθεια δε λαχτάρησε
παρεχτός το χρυσάφι τίποτε άλλο
τη ζωή της την άθιχτη και την εντέλεια του έρωτα

ΖΩΓΡΑΦΙΣΤΑ ΛΟΓΙΑ

Για να νιώσεις το παν ,
Ακόμη και το δέντρο με την πρωραία ματιά
της σαύρας και της κληματίδας
το δέντρο τ’ αξιολάτρευτο ,
τη φωτιά τ’ αδιέξοδο

Για να σμίξεις δρόσο και φτερούγα ,
σύννεφο και καρδιά, νύχτα και μέρα
παράθυρο κι όποια να ‘ναι χώρα

Γiα να καταργήσεις του μηδενικού τον μορφασμό
που θα κυλήσει μεθαύριο στο χρυσάφι
Για να ξεκόψεις ,
με τις μικροπρέπειες των θρεμμένων
απ’ τους ίδιους των εαυτούς γιγάντων

Για να δεις όλα τα μάτια έτσι ωραία
Όσο κι εκείνα που ατενίζουνε
θάλασσα που τα πάντ’ αφομοιώνει

Για να δεις τα μάτια ν’ αντικαθρεφτίζουνε
μέσα τους πάλι όλα τα μάτια

Για να γελάς που κάποτε ιδροκόπησες ,
ξεπάγιασες και πείνασες και δίψασες

Για να ‘ναι και το να μιλάς όσο και να φιλάς
γενναιόδωρο

για ν’ αναδέψεις κολυμβήτρια και ποτάμι,
κρύσταλλο και χορεύτρια θύελλας
Χαραυγή και καρδιάς Άνοιξη
φρονιμάδες και πόθους παιδιάστικους

Για να δώσεις στη γυναίκα
τη μοναχική και τη συλλογισμένη
τη μορφή των χαδιών
που ονειρεύτηκε

Για να ‘ναι η έρημος μες στη σκιά
Κι όχι διόλου μες στη σκιά Μου
Όλα ορίστε
Δίνω
Τ’ αγαθά μου
Όλα τα Δικαιώματά μου.

Πωλ Ελυάρ (1895-1952), Ένα μόνο κορμί

Η ζέστη λύτρωσε
Το γυμνό δάσος
Δάσος πια δεν υπάρχει
Ούτε ταξίδια πλέον στο νερό
Μήτε ίσκιος ελαφρύς στις πλάτες μας
Ο ουρανός μας έγινε αχθός

Το σώμα μας είναι βορά
Ντυμένη μεστωμένα δάκρυα
Τα δάχτυλα είναι αιματηρά καρφιά
Τα στήθη αναδιπλώνονται
Το στόμα έχει μόνο αδέλφια

Δεν υπάρχει πια παράθυρο να ανοίξεις
Δεν υπάρχει τοπίο πια
Αέρας καθαρός μήτε αέρας μολυσμένος
Τα μάτια μας επιστρέφουν στην πηγή τους
Κάτω από τη γυμνή σάρκα της γενέθλιας ομορφιάς τους.

μτφ. Ελένη Κόλλια, εκδ. Ηριδανός

ΣΟΥ ΤΟ ’ΠΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Σου το ’πα για το δέντρο το θαλασσινό

Για κάθε κύμα και για τα πουλιά μέσα στα φύλλα

Για του ρόχθου τα βότσαλα

Τα χέρια τα ζεστά και γνώριμα

Για το μάτι που γίνεται πρόσωπο ή τοπίο

Και του δίνει ο ύπνος πάλι το χρώμα τ’ ουρανού του

Για τη νύχτα που την ήπιανε όλη

Για της δημοσιάς την καγκελόπορτα

Για τ’ ανοιχτό παράθυρο για το ξέσκεπο μέτωπο

Σου το ’πα για τους στοχασμούς σου για τα λόγια σου

Κάθε χάδι κάθε πίστη μες στο μέλλον επιβιούν.

[Ρόχθος: (ο) ουσ. πάταγος κυμάτων ή νερών καταρράχτη]

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1939

Νίκος Καββαδίας

Picture

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο Νίκολσκι Ουσουρίσκι, μια επαρχιακή πόλη της περιοχής του Χαρμπίν στη Μαντζουρία, από γονείς Κεφαλλονίτες, το Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου της γνωστής οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλλονιάς. Σ’ αυτή τη μικρή Ρωσική πόλη, γεννιούνται και άλλα δυο παιδιά: η Τζένια (Ευγενία) κι ο Μήκιας (Δημήτρης). Ο πατέρας Χαρίλαος Καββαδίας διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό.

Το 1914, με την έκρηξη του Πολέμου, η οικογένεια έρχεται στην Ελλάδα κι εγκαθίσταται στο Αργοστόλι, ενώ ο πατέρας επιστρέφει στις επιχειρήσεις του στη Ρωσία, όπου καταστρέφεται οικονομικά. Το 1917, κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, φυλακίζεται. Γυρίζει και πάλι στην Ελλάδα το 1921, τσακισμένος και ανίκανος να προσαρμοσθεί στην ελληνική πραγματικότητα.

Μετά το Αργοστόλι, η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά. Ο Καββαδίας πηγαίνει στο Δημοτικό κι είναι συμμαθητής με το Γιάννη Τσαρούχη. Διαβάζει Ιούλιο Βερν και διάφορα βιβλία περιπέτειας. Στο Γυμνάσιο γνωρίζεται με το συγγραφέα και ιατρό του Πολεμικού Ναυτικού Παύλο Νιρβάνα. Δεκαοκτώ ετών, αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας.

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή. Όμως την ίδια περίοδο πεθαίνει ο πατέρας του και αναγκάζεται να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο. Συνεχίζει όμως να συνεργάζεται με διάφορα φιλολογικά περιοδικά. Το Νοέμβριο του 1928, ο Καββαδίας βγάζει ναυτικό φυλλάδιο και μπαρκάρει ως “ναυτόπαις” τον επόμενο χρόνο στο φορτηγό “Άγιος Νικόλαος”.

Το 1934, η οικογένεια μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα. Το σπίτι της γίνεται τόπος συγκέντρωσης λογοτεχνών, ζωγράφων και ποιητών. Ο Καββαδίας την εποχή εκείνη περιγράφεται ως ένας λιγομίλητος απλός άνθρωπος, ατημέλητος, χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες. Το 1938 στρατεύεται και υπηρετεί στηνΞάνθη με την ειδικότητα του ημιονηγού, ενώ το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή κατωτέρας τάξεως. Στον πόλεμο του ’40 φεύγει για την Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα λόγω της ειδικότητάς που είχε ως ασυρματιστής χρησιμοποιείται στο σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας.

Με τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, ο ποιητής μπαρκάρει και πάλι αφού έχει εξασφαλίσει την άδεια της ασφάλειας, που τον θεωρεί “κομμουνιστή άνευ δράσεως” και του χορηγεί ειδικά διαβατήρια περιορισμένης χρονικής ισχύος. Έπειτα, από το 1954 μέχρι και το 1974, ταξιδεύει διαρκώς με πολύ μικρά διαλείμματα. Μέσα στη χρονική αυτή περίοδο, τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν το θάνατο του πιο μικρού του αδερφού, Αργύρη, το 1957, την κυκλοφορία της «Βάρδιας» στα γαλλικά το 1959, την επανέκδοση του «Μαραμπού» και του «Πούσι» το 1961 από τις εκδόσεις Γαλαξίας, το θάνατο της μητέρας του το 1965 και τη γέννηση του Φίλιππου το 1966, γιου της ανιψιάς του Έλγκας.

Το 1975, στην Αθήνα, στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι», αφήνει την τελευταία του πνοή ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο.

]Εργογραφία]Ποίηση

  • Μαραμπού (1933)
  • Πούσι (1947)
  • Τραβέρσο (1975)
  • Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη: Αθησαύριστα πεζογραφήματα και ποιήματα, επιμέλεια Guy (Michel) Saunier. Αθήνα: Άγρα, 2005]

Πεζογραφία

  • Βάρδια (1954)
  • Λι (1987)
  • Του πολέμου/Στ’ άλογό μου (1987)

Το μικρό πεζό “Λι” γυρίστηκε σε κινηματογραφική ταινία το 1995 με τίτλο “Between the devil and the deep blue sea”.

]Εξωτερικοί σύνδεσμοι


ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Μαραμπού
Λένε γιὰ μένα οἱ ναυτικοὶ ποὺ ἐζήσαμε μαζὶ
πὼς εἶμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πὼς τὶς γυναῖκες μ᾿ ἕνα τρόπον ὕπουλο μισῶ
κι ὅτι μ᾿ αὐτὲς νὰ κοιμηθῶ ποτέ μου δὲν πηγαίνω.

Ἀκόμα, λένε πὼς τραβῶ χασίσι καὶ κοκό,
πὼς κάποιο πάθος μὲ κρατεῖ φριχτὸ καὶ σιχαμένο,
κι ὁλόκληρο ἔχω τὸ κορμὶ μὲ ζωγραφιὲς αἰσχρές,
σιχαμερὰ παράξενες, βαθιὰ στιγματισμένο.

Ἀκόμα, λένε πράματα φριχτὰ πάρα πολύ,
ποὺ εἶν᾿ ὅμως ψέματα χοντρὰ καὶ κατασκευασμένα,
κι αὐτὸ ποὺ ἐστοίχισε σὲ μὲ πληγὲς θανατερὲς
κανεὶς δὲν τό ῾μαθε, γιατὶ δὲν τό ῾πα σὲ κανένα.

Μ᾿ ἀπόψε, τώρα ποὺ ἔπεσεν ἡ τροπικὴ βραδιά,
καὶ φεύγουν πρὸς τὰ δυτικὰ τῶν Μαραμποὺ τὰ σμήνη,
κάτι μὲ σπρώχνει ἐπίμονα νὰ γράψω στὸ χαρτί,
ἐκεῖνο, ποὺ παντοτινὴ κρυφὴ πληγή μου ἐγίνη.

Ἤμουνα τότε δόκιμος σ᾿ ἕνα λαμπρὸ ποστάλ
καὶ ταξιδεύαμε Αἴγυπτο γραμμὴ Νότιο Γαλλία.
Τότε τὴ γνώρισα -σὰν ἄνθος ἐμοίαζε ἀλπικὸ-
καὶ μία στενὴ μᾶς ἔδεσεν ἀδελφικὴ φιλία.

Ἀριστοκρατική, λεπτὴ καὶ μελαγχολική,
κόρη ἑνὸς πλούσιου Αἰγύπτιου ὁπού ῾χε αὐτοκτονήσει,
ταξίδευε τὴ λύπη της σὲ χῶρες μακρινές,
μήπως ἐκεῖ γινότανε νὰ τήνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδὸν τῆς Μπασκιρτσὲφ κρατοῦσε τὸ Ζουρνάλ,
καὶ τὴν Ἁγία της Ἄβιλας παράφορα ἀγαποῦσε,
συχνὰ στίχους ἀπάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ὧρες πολλὲς πρὸς τὴ γαλάζιαν ἔκταση ἐκοιτοῦσε.

Κι ἐγώ, ποὺ μόνον ἑταιρῶν ἐγνώριζα κορμιά,
κι εἶχα μίαν ἄβουλη ψυχὴ δαρμένη ἀπ᾿ τὰ πελάη,
μπροστά της ἑξανάβρισκα τὴν παιδικὴ χαρὰ
καί, σὰν προφήτη, ἐκστατικὸς τὴν ἄκουα νὰ μιλάει.

Ἕνα μικρὸ τῆς πέρασα σταυρὸν ἀπ᾿ τὸ λαιμὸ
κι ἐκείνη ἕνα μοῦ χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ἤμουν ὁ πιὸ δυστυχισμένος ἄνθρωπος τῆς γής,
ὅταν ἐφθάσαμε σ᾿ αὐτὴν ποὺ θά ῾φευγε, τὴν πόλη.

Τὴν ἐσκεφτόμουνα πολλὲς φορὲς στὰ φορτηγά,
ὡς ἕνα παραστάτη μου κι ἄγγελο φύλακά μου,
καὶ μία φωτογραφία της στὴν πλώρη ἦταν γιὰ μὲ
ὄαση, ποὺ ἕνας συναντᾶ μὲς στὴν καρδιὰ τῆς Ἄμμου.

Νομίζω πὼς θὲ νά ῾πρεπε νὰ σταματήσω ἐδῶ.
Τρέμει τὸ χέρι μου, ὁ θερμὸς ἀγέρας μὲ φλογίζει.
Κάτι ἄνθη ἐξαίσια τροπικὰ τοῦ ποταμοῦ βρωμοῦν,
κι ἕνα βλακῶδες Μαραμποὺ παράμερα γρυλίζει.

Θὰ προχωρήσω!… Μία βραδιὰ σὲ πόρτο ξενικὸ
εἶχα μεθύσει τρομερὰ μὲ οὐίσκυ, τζὶν καὶ μπύρα,
καὶ κατὰ τὰ μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
τὸ δρόμο πρὸς τὰ βρωμερά, χαμένα σπίτια ἐπῆρα.

Αἰσχρὲς γυναῖκες τράβαγαν ἐκεῖ τους ναυτικούς,
κάποια μ᾿ ἅρπαξ᾿ ἀπότομα, γελώντας, τὸ καπέλο
(παλιὰ συνήθεια γαλλικὴ τοῦ δρόμου τῶν πορνῶν)
κι ἐγὼ τὴν ἀκολούθησα σχεδὸν χωρὶς νὰ θέλω.

Μία κάμαρα στενή, μικρή, σὰν ὅλες βρωμερή,
οἱ ἀσβέστες ἀπ᾿ τοὺς τοίχους της ἐπέφτανε κομμάτια,
κι αὐτὴ ράκος ἀνθρώπινο ποὺ ἐμίλαγε βραχνά,
μὲ σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Τῆς εἶπα κι ἔσβησε τὸ φῶς. Ἐπέσαμε μαζί.
Τὰ δάχτυλά μου καθαρὰ μέτρααν τὰ κόκαλά της.
Βρωμοῦσε ἀψέντι. Ἐξύπνησα, ὡς λένε οἱ ποιητές,
«μόλις ἐσκόρπιζεν ἡ αὐγὴ τὰ ροδοπέταλά της».

Ὅταν τὴν εἶδα καὶ στὸ φῶς τ᾿ ἀχνὸ τὸ πρωινό,
μοῦ φάνηκε λυπητερή, μὰ κολασμένη τόσο,
ποὺ μ᾿ ἕνα δέος ἀλλόκοτο, σὰ νά ῾χα φοβηθεῖ,
τὸ πορτοφόλι μου ἔβγαλα γοργὰ νὰ τὴν πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά… Μὰ ἔβγαλε μία φωνή,
κι εἶδα μία ἐμένα νὰ κοιτᾶ μὲ μάτι ἀγριεμένο,
καὶ μία τὸ πορτοφόλι μου… Μ᾿ ἀπόμεινα κι ἐγὼ
ἕνα σταυρὸν ἀπάνω της σὰν εἶδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας τὸ καπέλο μου βγῆκα σὰν τὸν τρελό,
σὰν τὸν τρελὸ ποὺ ἀδιάκοπα τρικλίζει καὶ χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στὸ αἷμα μου μία ἀρρώστια τρομερή,
ποὺ ἀκόμα βασανιστικὰ τὸ σῶμα μου παιδεύει.

Λένε γιὰ μένα οἱ ναυτικοὶ ποὺ ἐκάμαμε μαζὶ
πὼς χρόνια τώρα μὲ γυναίκα ἐγὼ δὲν ἔχω πέσει,
πῶς εἶμαι παλιοτόμαρο καὶ πὼς τραβάω κοκό.
Μ᾿ ἂν ἤξεραν οἱ δύστυχοι, θὰ μ᾿ εἶχαν συχωρέσει…

Τὸ χέρι τρέμει… Ὁ πυρετός… Ξεχάστηκα πολύ,
ἀσάλευτο ἕνα Μαραμποὺ στὴν ὄχθη νὰ κοιτάζω.
Κι ἔτσι καθὼς ἐπίμονα κι ἐκεῖνο μὲ κοιτᾶ,
νομίζω πὼς στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ βλακεία τοῦ μοιάζω …

Ἕνας δόκιμος στὴ γέφυρα ἐν ὥρᾳ κινδύνου

Στὸ ἡμερολόγιο γράψαμε: «Κυκλὼν καὶ καταιγίς».
Ἐστείλαμε τὸ S.O.S μακριὰ σὲ ἄλλα καράβια,
κι ἐγὼ κοιτάζοντας χλωμὸς τὸν ἄγριον Ἰνδικὸ
πολὺ ἀμφιβάλλω ἂν φτάσουμε μία μέρα στὴ Μπατάβια.

Μὰ δὲ λυπᾶμαι μία σταλιὰν – Ἐμεῖς οἱ ναυτικοὶ
ἔχουμε, λένε, τὴν ψυχὴ στὸ διάολο πουλημένη.
Μία μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνὴ καὶ σκυθρωπή,
ποὺ χρόνια τώρα καὶ καιροὺς τὸ γιό της περιμένει.

Τὸ ξέρω πὼς ἡ θέση μας εἶναι ἄσχημη πολύ.
Ἡ θάλασσα τὴ γέφυρα μὲ κύματα γεμίζει,
κι ἐγὼ λυπᾶμαι μοναχὰ ποὺ δὲν μπορῶ νὰ πῶ
σὲ κάποιον, κάτι ποὺ πολὺ φριχτὰ μὲ βασανίζει.

Θεέ μου! Εἶμαι μοναχὰ δεκαεννιὰ χρονῶν,
κι ἔχω σὲ μέρη μακρινὰ πολλὲς φορὲς γυρίσει.
Θεέ μου! Ἔχω μίαν ἄκακη, μία παιδικὴ καρδιά,
ἀλλὰ πολὺ ἔχω πλανηθεῖ, κι ἔχω πολὺ ἁμαρτήσει.

Συχώρεσέ με … Κάποτες ὁπού ῾χα πιεῖ πολὺ
καὶ δὲν ἐκαταλάβαινα τὸ τί ἔκανα, στὸ Ἀλγέρι,
γιὰ μίαν μικρὴν Ἀράπισσα, ποὺ ἐχόρευε γυμνή,
ἐπέταξα κατάστηθα σὲ κάποιον τὸ μαχαίρι.

Συχώρεσέ με… Μία βραδιὰ θολὴ στὸ Σάντα Φέ,
καθὼς κάποια μὲ κράταγε σφιχτὰ στὴν ἀγκαλιά της,
ἐτράβηξα ἀπ᾿ τὴν κάλτσα της μία δέσμη ἀπὸ λεφτὰ
ποὺ ὅλη τὴ μέρα ἐμάζευεν ἀπ᾿ τὴν αἰσχρὴ δουλειά της.

Κι ἀκόμα, Κύριε… ντρέπομαι νὰ τὸ συλλογιστῶ,
(μὰ ἤτανε τόσο κόκκινα κι ὑγρὰ τὰ ὡραῖα του χείλια
καὶ κάποια κάπου ὁλόλυζε κιθάρα ἱσπανική…)
κοιμήθηκα μ᾿ ἕνα μικρὸν ἑβραῖο στὴ Σεβίλλια.

Κύριε… ἐτοῦτο τὸ κορμὶ τὸ τόσο ἁμαρτωλὸ
σὲ λίγο στὶς ὑδάτινες εἱρκτὲς νεκρὸ θὰ πέσει…
Μὰ τέσσερα ὅμως σκέφτομαι γαλόνια ἐγὼ χρυσὰ
κι ἕνα θλιμμένο δόκιμο, ποὺ δὲ θὰ τὰ φορέσει …

Οἱ γάτες τῶν φορτηγῶνfor Runrun

Οἱ ναυτικοὶ στὰ φορτηγὰ πάντα μία γάτα τρέφουν,
ποὺ τὴν λατρεύουνε, χωρὶς νὰ ξέρουν τὸ γιατί,
κι αὐτή, σὰν ἀπ᾿ τὴν βάρδια τους σχολᾶνε κουρασμένοι,
περήφανη στὰ πόδια τους θὰ τρέξει νὰ τριφτεῖ.

Τὰ βράδια, ὅταν ἡ θάλασσα χτυπάει τὶς λαμαρίνες,
καὶ πολεμάει μὲ δύναμη νὰ σπάσει τὰ καρφιά,
μέσα στῆς πλώρης τὴ βαριὰ σιγή, ποὺ βασανίζει,
εἶναι γι᾿ αὐτοὺς σὰ μία γλυκιὰ γυναίκεια συντροφιά.

Εἶναι περήφανη κι ὀκνή, καθὼς ὅλες οἱ γάτες,
κι εἶναι τὰ γκρίζα μάτια της γιομάτα ἠλεκτρισμὸ
κι ὅπως χαϊδεύουν ἁπαλὰ τὴ ράχη της, νομίζεις
πὼς ἀναλύεται σ᾿ ἕνα ἀργὸ καὶ ἡδονικὸ σπασμό.

Στὸ ρεμβασμὸ καὶ στὸ θυμὸ μὲ τὴ γυναίκα μοιάζει
κι οἱ ναῦτες περισσότερο τὴν ἀγαποῦν γι᾿ αὐτὸ
κι ὅταν ἀργὰ καὶ ράθυμα στὰ μάτια τοὺς κοιτάζει,
θαρρεῖς ἕναν παράξενο πὼς φέρνει πυρετό.

Τῆς ἔχουν πάντα στὸ λαιμὸ μία μπακιρένια γύρα,
γιὰ τοῦ σιδέρου τὴν κακὴν ἀρρώστια φυλαχτό,
χωρὶς ὅμως, ἀλίμονο, ποτὲ νὰ κατορθώνουν
νὰ τὴν φυλάξουν ἀπ᾿ τὸ μαῦρο θάνατο μ᾿ αὐτό.

Γιατὶ εἶναι τ᾿ ἄγρια μάτια της ὑγρὰ κι ἠλεκτρισμένα
κι ἔτσι ἄθελα τὸ σίδερο τὸ μαῦρο τὸ τραβᾶ,
κι οὐρλιάζοντας τρελαίνεται σ᾿ ἕνα σημεῖο κοιτώνας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινὰ στοὺς ναῦτες καὶ βουβά.

Λίγο πρὶν ἀπ᾿ τὸν θάνατον, ἀπὸ τοὺς ναῦτες ἕνας,
-αὐτὸς ὁπού ῾δε πράματα στὴ ζήση του φρικτὰ-
χαϊδεύοντας τὴν μία στιγμὴ στὰ μάτια τὴν κοιτάζει
κι ὕστερα μὲς στὴν θάλασσα τὴν ἄγρια τὴν πετᾶ.

Καὶ τότε οἱ ναῦτες ποὺ πολὺ σπάνια λυγάει ἡ καρδιά τους,
πᾶνε στὴν πλώρη νὰ κρυφτοῦν μὲ τὴν καρδιὰ σφιχτή,
γεμάτη μία παράξενη πικρία ποὺ ὅλο δαγκώνει,
σὰν ὅταν χάνουνε θερμή, γυναίκα ἀγαπητή.

* This is for the luckiest cat I know, Runrun, which I want to assure him
that he has nothing to fear from me when he sometimes sees me around his lady…

Ἕνα μαχαίρι
Ἀπάνω μου ἔχω πάντοτε στὴ ζώνη μου σφιγμένο
ἕνα μικρὸ ἀφρικανικὸν ἀτσάλινο μαχαίρι
-ὅπως αὐτὰ ποὺ συνηθοῦν καὶ παίζουν οἱ Ἀραπάδες-
ποὺ ἀπὸ ἕναν γέρο ἔμπορο τ᾿ ἀγόρασα στ᾿ Ἀλγέρι.

Θυμᾶμαι, ὡς τώρα νἀ ῾τανε, τὸν γέρο παλαιοπώλη,
ὅπου ἐμοίαζε μὲ μίαν παλιὰ ἐλαιογραφία τοῦ Γκόγια,
ὀρθὸν πλάι σὲ μακριὰ σπαθιὰ καὶ σὲ στολὲς σχισμένες,
νὰ λέει μὲ μία βραχνὴ φωνὴ τὰ παρακάτου λόγια.

«Ἐτοῦτο τὸ μαχαίρι ἐδῶ ποὺ θέλεις ν᾿ ἀγοράσεις
μὲ ἱστορίες ἀλλόκοτες ὁ θρύλος τό ῾χει ζώσει,
κι ὅλοι τὸ ξέρουν πὼς αὐτοὶ ποὺ κάποια φορὰ τό ῾χαν,
καθένας κάποιον ἄνθρωπο δικό του ἔχει σκοτώσει.

Ὁ Δὸν Μπαζίλιο σκότωσε μ᾿ αὐτὸ τὴ Δόνα Τζούλια
τὴν ὄμορφη γυναίκα του γιατὶ τὸν ἀπατοῦσε.
Ὁ Κόντε Ἀντόνιο μία βραδιὰ τὸ δύστυχο ἀδερφό του
μὲ τὸ μαχαίρι τοῦτο ἐδῶ κρυφὰ δολοφονοῦσε.

Ἕνας Ἀράπης τὴ μικρὴ ἐρωμένη του ἀπὸ ζήλια
καὶ κάποιος ναύτης Ἰταλὸς ἕναν Γραικὸ λοστρόμο.
Χέρι σὲ χέρι ξέπεσε καὶ στὰ δικά μου χέρια.
Πολλὰ ἔχουν δεῖ τὰ μάτια μου, μ᾿ αὐτὸ μοῦ φέρνει τρόμο.

Σκύψε καὶ δές το, μι᾿ ἄγκυρα κι ἕνα οἰκόσημο ἔχει,
εἰν᾿ ἁλαφρύ, γιὰ πιάσε το, δὲν πάει οὔτε ἕνα κουάρτο,
μὰ ἐγὼ θὰ σὲ συμβούλευα κάτι ἄλλο ν᾿ ἀγοράσεις»
-Πόσο ἔχει; -Μόνο φράγκα ἑφτά. Ἀφοῦ τὸ θέλεις πᾶρ᾿ το.

Ἕνα στιλέτο ἔχω μικρὸ στὴ ζώνη μου σφιγμένο,
ποὺ ἰδιοτροπία μ᾿ ἔκαμε καὶ τό ῾καμα δικό μου
κι ἀφοῦ κανέναν δὲν μισῶ στὸν κόσμο νὰ σκοτώσω
φοβᾶμαι μὴ καμιὰ φορὰ τὸ στρέψω στὸν ἑαυτό μου…

Γράμμα στὸν ποιητὴ Καίσαρα Ἐμμανουήλ

«Φαίνεται πιὰ πὼς τίποτα –
τίποτα δὲν μᾶς σώζει…»
ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Ξέρω ἐγὼ κάτι ποὺ μποροῦσε, Καῖσαρ, νὰ σᾶς σώσει.
Κάτι ποὺ πάντα βρίσκεται σ᾿ αἰώνια ἐναλλαγή,
κάτι ποὺ σχίζει τὶς θολὲς γραμμὲς τῶν ὁριζόντων,
καὶ ταξιδεύει ἀδιάκοπα τὴν ἀτέλειωτη γῆ.

Κάτι ποὺ θά ῾κανε γοργὰ νὰ φύγει τὸ κοράκι,
ποὺ τοῦ γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τὰ χαρτιά·
νὰ φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τὰ φτερά του,
πρὸς κάποιαν ἀκατοίκητη κοιλάδα τοῦ Νοτιᾶ.

Κάτι ποὺ θά ῾κανε τὰ ὑγρά, παράδοξά σας μάτια,
ποὺ ἁβρὲς μαθήτριες τ᾿ ἀγαποῦν καὶ σιωπηροὶ ποιηταί,
χαρούμενα καὶ προσδοκία γεμάτα νὰ γελάσουν
μὲ κάποιον τρόπο πού, ὅπως λέν, δὲ γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, ποὺ μποροῦσε, βέβαια, νὰ σᾶς σώσει.
Ἐγὼ ποὺ δὲ σᾶς γνώρισα ποτέ… Σκεφτεῖτε… Ἐγώ.
Ἕνα καράβι… Νὰ σᾶς πάρει, Καῖσαρ… Νὰ μᾶς πάρει…
Ἕνα καράβι ποὺ πολὺ μακριὰ θὰ τ᾿ ὁδηγῶ.

Μία μέρα χειμωνιάτικη θὰ φεύγαμε.
– Τὰ ρυμουλκὰ περνώντας θὰ σφυρίζαν,
τὰ βρωμερὰ νερὰ ἡ βροχὴ θὰ ράντιζε,
κι οἱ γερανοὶ στοὺς ντόκους θὰ γυρίζαν.

Οἱ πολιτεῖες οἱ ξένες θὰ μᾶς δέχονταν,
οἱ πολιτεῖες οἱ πιὸ ἀπομακρυσμένες
κι ἐγὼ σ᾿ αὐτὲς ἁβρὰ θὰ σᾶς ἐσύσταινα
σὰν σὲ παλιές, θερμές μου ἀγαπημένες.

Τὰ βράδια, βάρδια κάνοντας, θὰ λέγαμε
παράξενες στὴ γέφυρα ἱστορίες,
γιὰ τοὺς ἀστερισμοὺς ἢ γιὰ τὰ κύματα,
γιὰ τοὺς καιρούς, τὶς ἄπνοιες, τὶς πορεῖες.

Ὅταν πυκνὴ ἡ ὁμίχλη θὰ μᾶς σκέπαζε,
τοὺς φάρους θὲ ν᾿ ἀκούγαμε νὰ κλαῖνε
καὶ τὰ καράβια ἀθέατα θὰ τ᾿ ἀκούγαμε,
περνώντας νὰ σφυρίζουν καὶ νὰ πλένε.

Μακριά, πολὺ μακριὰ νὰ ταξιδεύουμε,
κι ὁ ἥλιος πάντα μόνους νὰ μᾶς βρίσκει·
ἐσεῖς τσιγάρα «Κάμελ» νὰ καπνίζετε,
κι ἐγὼ σὲ μία γωνιὰ νὰ πίνω οὐΐσκυ.

Καὶ μία γριὰ στὸ Ἀννάμ, κεντήστρα στίγματος,
– μία γριὰ σ᾿ ἕνα πολύβοο καφενεῖο –
μία αἱμάσσουσα καρδιὰ θὰ μοῦ στιγμάτιζε,
κι ἕνα γυμνό, στὸ στῆθος σας, κρανίο.

Καὶ μία βραδιὰ στὴ Μπούρμα, ἢ στὴ Μπατάβια
στὰ μάτια μίας Ἰνδῆς ποὺ θὰ χορέψει
γυμνὴ στὰ δεκαεφτὰ στιλέτα ἀνάμεσα,
θὰ δεῖτε – ἴσως – τὴ Γκρέτα νὰ ἐπιστρέψει.

Καῖσαρ, ἀπὸ ἕνα θάνατο σὲ κάμαρα,
κι ἀπὸ ἕνα χωματένιο πεζὸ μνῆμα,
δὲ θά ῾ναι ποιητικότερο καὶ πι᾿ ὄμορφο,
ὁ διαφέγγος βυθὸς καὶ τ᾿ ἄγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ἀνεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνὸς κι ἀθάλη»,
ποὺ ἴσως διαβάζοντας τὰ νὰ μὲ οἰκτίρετε,
γελώντας καὶ κουνώντας τὸ κεφάλι.

Ἡ μόνη μου παράκληση ὅμως θά ῾τανε,
τοὺς στίχους μου νὰ μὴν εἰρωνευθεῖτε.
Κι ὅπως ἐγὼ γιὰ ἕν᾿ ἀδερφὸ ἐδεήθηκα,
γιὰ ἕναν τρελὸν ἐσεῖς προσευχηθεῖτε.

Ὁ πιλότος NagelΣτὸν ποιητὴ Ν. Ράντο

Ὁ Νάγκελ Χάρμπορ, Νορβηγὸς πιλότος στὸ Κολόμπο,
ἅμα ἔδινε κανονικὴ πορεία στὰ καράβια
ποὺ ἔφευγαν γιὰ τοὺς ἄγνωστους καὶ μακρινοὺς λιμένες,
κατέβαινε στὴ βάρκα του βαρύς, συλλογισμένος
μὲ τὰ χοντρὰ τὰ χέρια του στὸ στῆθος σταυρωμένα,
καπνίζοντας ἕνα παλιὸ χωμάτινο τσιμπούκι,
καὶ σὲ μία γλώσσα βορινὴ σιγὰ μονολογώντας
ἔφευγε μόλις χάνονταν ὁλότελα τὰ πλοῖα.

Ὁ Νάγκελ Χάρμπορ, πλοίαρχος σὲ φορτηγὰ καράβια,
ἀφοῦ τὸν κόσμο γύρισαν ὁλόκληρο, μία μέρα
κουράστηκε κι ἀπόμεινε πιλότος στὸ Κολόμπο.
Μὰ πάντα συλλογίζονταν τὴν μακρινή του χώρα
καὶ τὰ νησιὰ πού ῾ναι γεμάτα θρύλους, τὰ Λοφοῦτεν.
Ὅμως μία μέρα πέθανε στὴν πιλοτίνα μέσα
ξάφνου σὰν ξεπροβόδισε τὸ Steamer Tank «Fjord Folden»
ὅπου ἔφευγε καπνίζοντας γιὰ τὰ νησιὰ Λοφοῦτεν…

Ἔχω μία πίπαΣτὸν ποιητὴ Ἀπ. Μελαχρινό

Ἔχω μία πίπα ὀλλανδικὴ ἀπὸ ἕνα μαῦρο ξύλο,
ὁποὺ πολὺ παράξενα τὴν ἔχουν σκαλισμένη.
Ἔχει τὸ σχῆμα κεφαλιοῦ Γοργόνας μὲ πλουμίδια.
Κι ἕνας σ᾿ ἐμὲ ναύτης Δανὸς τὴν ἔχει χαρισμένη.

Καὶ μοῦ ῾πε αὐτὸς πὼς μία φορὰ τοῦ τὴν ἐπούλησε ἕνας,
στὴν Ἀλεξάντρεια, ἔμπορος ναρκωτικῶν, Ἀράπης,
καὶ στὸν Ἀράπη – λέει – αὐτόν, τὴν εἶχε δώσει κάποια,
σὲ κάποιο πόρτο μακρινό, γυναίκα τῆς ἀγάπης.

Πολλὲς φορές, τὶς βραδινὲς σκοτεινιασμένες ὧρες,
ἀνάβοντας τὴν πίπα αὐτή, σὲ μία γωνιὰ καπνίζω,
κι ὁ γκρίζος βγαίνοντας καπνὸς σιγὰ μὲ περιβάλλει,
κάνοντας ἕνα γύρω μου κενό, μαβὶ καὶ γκρίζο.

Καὶ πότε μία ψηλή, ὁ καπνός, γυναίκα σχηματίζει,
πότε ἕνα πόρτο ξενικὸ πολὺ καὶ μακρυσμένο.
Καὶ βλέπω μεσ᾿ στοὺς δρόμους του τοὺς κρύους καὶ βραδιασμένους
νὰ περπατᾶ ἕναν ὕποπτον Ἀράπη μεθυσμένο.

Καὶ βλέπω πάλι, ἄλλες φορές, μία γρήγορη γαλέρα
μὲ τὰ πανιά της ἀνοιχτὰ στὸ ἀβέβαιο ν᾿ ἀρμενίζει
κι ἀπάνω στὸ μπαστούνι της νὰ κάθεται ἕνας ναύτης,
νά ῾χει μία πίπα – ὅπως αὐτὴν ἐγὼ – καὶ νὰ καπνίζει.

Ἔχω μία πίπα ξύλινη παράξενα γλυμμένη.
Βλέπω καπνίζοντας τὰ πιὸ παράδοξα ὄνειρά μου.
Σκέφτομαι: «Θά ῾ναι μαγική». Μὰ πάλι λέω: μὴ φταίει
ὁ ἐγγλέζικος βαρὺς καπνὸς καὶ ἡ νευρασθένειά μου;

Ἡ μαϊμοὺ τοῦ ἰνδικοῦ λιμανιοῦΚάποτε, σ᾿ ἕνα μακρινὸ λιμάνι τοῦ Ἰνδικοῦ,
δίνοντας μία πολύχρωμη μεταξωτὴ γραβάτα
σ᾿ ἕναν ἀράπη, μία μικρὴν ἀγόρασα μαϊμοὺ
μὲ μάτια γκρίζα, σκοτεινὰ καὶ πονηρία γεμᾶτα.

Ἕνα τσιμπούκι δάγκωνε στὸ στόμα της χοντρὸ
καὶ τό ῾βγαζε ὅταν ἤθελε μονάχα νὰ φυσήσει
ἕναν καπνὸ πολὺ βαρύ, πού, ὡς μοῦ ῾πε ὁ πουλητής,
ἦταν ὀπίου, ποὺ ἀπὸ μικρὴ τὴν εἶχε συνηθίσει.

Τὶς πρῶτες μέρες μοναχὴ στῆς πλώρης μία γωνιά,
ξερνοῦσε καὶ μὲ κοίταζε βουβὴ καὶ λυπημένη,
μὰ σὰν ἐπέρασε καιρός, ἐρχόταν μοναχὴ
κι ὧρες πολλὲς στὸν ὦμο μου ξεχνιόταν καθισμένη.

Ὅταν στὴ γέφυρα ἔκανα τὴ βάρδια τῆς νυχτὸς
κι ἡ νύστα βασανιστικὰ τὰ μάτια μου ἐτρυποῦσε,
στὸν ὦμο μου κρυώνοντας στεκόταν σκυθρωπὴ
καὶ σοβαρὰ μαζὶ μ᾿ ἐμὲ τὸν μπούσουλα ἐκοιτοῦσε.

Στὰ πόρτα τῆς ἀγόραζα μπανάνες καὶ γλυκὰ
κι ἔξω μὲ μι᾿ ἅλυσο μικρὴ τὴν ἔβγαζα δεμένη
κι ἀφοῦ σ᾿ ὅλα καθόμαστε κι ἐπίναμε τὰ μπάρ,
στὸ φορτηγὸ γυρίζαμε κι οἱ δυό μας μεθυσμένοι.

Δὲ θύμωνε καὶ μοῦ ῾δειχνε πολὺ πὼς μ᾿ ἀγαπᾶ,
οὔτε κακὰ τὴν ἄκουσα ποτὲ νὰ μοῦ γρυλίσει.
Φαινόταν πὼς συνήθισε τὶς κακουχίες κι ἐμέ,
κι ἐγὼ σὰν ἕναν ἄνθρωπο τὴν εἶχα συνηθίσει.

Κάποια φορὰ ποὺ ἐπήγαινα μαζί της σκεφτικὸς
ἐξέφυγ᾿ ἀπ᾿ τὰ χέρια μου χαρούμενη καὶ πάει.
Εἶχε προτέρημα πολὺ μεγάλο: νὰ σιωπάει.
Μὰ κάτι εἶχε ἀπ᾿ τὴν ὕπουλη καρδιὰ τῆς γυναικός.

Ἕνας νέγρος θερμαστὴς ἀπὸ τὸ Τζιμπουτί
Τοῦ Ἰ. Πικραμένου

Ὁ Γουίλλη, ὁ μαῦρος θερμαστὴς ἀπὸ τὸ Τζιμπουτί,
ὅταν ἀπ᾿ τὴν βάρδια τοῦ τὴ βραδινὴ σχολοῦσε,
στὴν κάμαρά μου ἐρχότανε, γελώντας νὰ μὲ βρεῖ,
κι ὧρες πολλὲς γιὰ πράματα περίεργα μοῦ μιλοῦσε.

Μοῦ ῾λεγε πῶς καπνίζουνε στ᾿ Ἀλγέρι τὸ χασὶς
καὶ στὸ Ἄντεν πῶς χορεύοντας πίνουν τὴν ἄσπρη σκόνη,
κι ἔπειτα πῶς φωνάζουνε καὶ πῶς μονολογοῦν,
ὅταν ἡ ζάλη μ᾿ ὄνειρα περίεργα τοὺς κυκλώνει.

Μοῦ λέγ᾿ ἀκόμα ὅτ᾿ εἶδ᾿ αὐτός, μία νύχτα πού ῾χε πιεῖ,
πὼς πάνω σ᾿ ἄτι κάλπαζε στὴν πλάτη τῆς θαλάσσης,
καὶ πίσωθέ του τρέχανε γοργόνες μὲ φτερά.
-Σὰν πᾶμε στὸ Ἄντεν, μοῦ ῾λεγε, κι ἐσὺ θὰ δοκιμάσεις.

Ἐγὼ γλυκὰ τοῦ χάριζα καὶ λάμες ξουραφιῶν
καὶ τοῦ ῾λεγα πὼς τὸ χασὶς τὸν ἄνθρωπο σκοτώνει,
καὶ τότε αὐτὸς συνήθιζε γελώντας τρανταχτά,
μὲ τό ῾να χέρι του ψηλὰ πολὺ νὰ μὲ σηκώνει.

Μὲς στὸ τεράστιο σῶμα του εἶχε μι᾿ ἀθώα καρδιά.
Κάποια νυχτιά, μέσα στὸ μπὰρ Ρετζίνα – στὴ Μαρσίλια
γιὰ νὰ φυλάξει ἐμένα ἀπὸ ἕναν Ἰσπανό,
ἔφαγε αὐτὸς μίαν ἀδειανὴ στὴν κεφαλὴ μποτίλια.

Μία μέρα τὸν ἀφήσαμε στεγνὸ ἀπ᾿ τον πυρετό,
πέρα στὴν Ἄπω Ἀνατολή, νὰ φλέγεται, νὰ λιώνει.
Θεὲ τῶν μαύρων, τὸν καλὸ συγχώρεσε Γουὶλ
καὶ δῶσ᾿ του ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται, λίγη ἀπ᾿ τὴν ἄσπρη σκόνη.

Gabrielle Didot
Τὸ βράδυ ἐτοῦτο κάρφωσε μ᾿ ἐπιμονὴ τὸ νοῦ μου
κάποια γυναίκα ποὺ ἄλλοτες ἐγνώρισα, κοινὴ
ποὺ ὡστόσο αὐτὴ ξεχώριζεν ἀπὸ τὶς ἀδελφές της,
γιατὶ ἦταν πάντα σοβαρή, θλιμμένη καὶ στυγνή.

Θυμᾶμαι ποὺ τὴν πείραζαν συχνὰ τ᾿ ἄλλα κορίτσια,
γελώντας την γιὰ τὸ ὕφος της τὸ τόσο σοβαρό,
καὶ μεταξύ τους ἔλεγαν, αἰσχρὸ κάνοντας σχῆμα,
πὼς θὰ συνήθιζε κι αὐτὴ σιγὰ μὲ τὸν καιρό.

Κι αὐτή, ψυχρὴ καὶ σιωπηλή, καθόταν στὴ γωνιά της,
ἐνῶ μία γάτα χάϊδευε μὲ αὐτάκια μυτερὰ
κι ἕνα σκυλὶ ποὺ δίπλα της στεκόταν λυπημένο –
ἕνα σκυλὶ ὁποὺ ποτὲ δὲν κούναε τὴν οὐρά.

Κι ἔμοιαζ᾿ ἡ γάτα, ποὺ αὐστηρὴ τὴν κοίταζε στὰ μάτια,
ἡ πλήξη ὡς νά ῾ταν, ποὺ μὲ μάτια κοίταε ζοφερά,
καὶ τὸ σκυλὶ ποὺ ἐδάγκωνε τὸ κάτασπρό της χέρι,
ἡ τύψη ὡς νά ῾ταν ἔμοιαζε, ποὺ ἐδάγκωνε σκληρά.

Πολλὲς φορὲς περίεργες τὴν ἐκυκλῶναν σκέψεις
καὶ προσπαθοῦσε – μοῦ ῾λεγε – συχνὰ νὰ θυμηθεῖ,
τὸ νοῦ τῆς βασανίζοντας τὶς ὧρες τῆς ἀνίας,
ὅσους μαζί της εἴχανε μία νύχτα κοιμηθεῖ.

Ὧρες πολλὲς ἐκοίταζα τὰ σκοτεινά της μάτια
κι ἐνόμιζα πὼς ἔβλεπα βαθιὰ μέσα σ᾿ αὐτὰ
τρικυμισμένες θάλασσες, νησιὰ τοῦ ἀρχιπελάγους
καὶ καραβάκια ποὺ ἔφευγαν μὲ τὰ πανιὰ ἀνοιχτά.

Ἀπόψε ἀναθυμήθηκα κάποια κοινὴ γυναίκα
κι ἕνα τραγούδι ἐσκάρωσα σὲ στὺλ μπωντλαιρικό,
ποὺ ὡς τὸ διαβάζεις, σιωπηλέ, παράξενε ἀναγνώστη,
γελᾶς γι᾿ αὐτὸν ποὺ τό ῾γραψε, μὲ γέλιο εἰρωνικό.

Οἱ προσευχὲς τῶν ναυτικῶν
Στὸν Θανάση Καραβία

Οἱ Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτοῦ νὰ κοιμηθοῦν,
βρίσκουν στὴν πλώρη μία γωνιὰ ποὺ δὲν πηγαίνουν ἄλλοι
κι ὥρα πολλὴ προσεύχονται, βουβοί, γονατιστοὶ
μπρὸς σ᾿ ἕνα Βούδα κίτρινο ποὺ σκύβει τὸ κεφάλι.

Κάτι μακριὰ ὡς τὰ πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οἱ ὠχροκίτρινοι μικροὶ κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε μὲ τὴν ψιλὴ φωνή τους προσευχὲς
κοιτάζοντας μία χάλκινη παγόδα ποὺ καπνίζει.

Οἱ Κούληδες μὲ τὴ βαριὰ ὠχροκίτρινη μορφὴ
βαστᾶν σκυφτοὶ τὰ γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οἱ Ἀράπηδες σιγοκουνᾶν τὸ σῶμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ἐνάντια τοῦ θανάτου.

Οἱ Εὐρωπαῖοι τὰ χέρια τους κρατώντας ἀνοιχτά,
ἐκστατικὰ προσεύχονται γεμάτοι ἀπὸ ἱκεσία,
καὶ ψάλλουνε καθολικὲς ᾠδὲς μουρμουριστά,
ποὺ ἐμάθαν ὅταν πήγαιναν μικροὶ στὴν ἐκκλησία.

Καὶ οἱ Ἕλληνες, μὲ τὴ μορφὴ τὴ βασανιστική,
ἀπὸ συνήθεια κάνουνε, πρὶν πέσουν, τὸ σταυρό τους
κι ἀρχίζοντας μὲ σιγανὴ φωνὴ «Πάτερ ἡμῶν…»
τὸ μακρουλὸ σταυρώνουνε λερὸ προσκέφαλό τους.

A bord de l᾿ «Aspasia»

Ταξίδευες κυνηγημένη ἀπὸ τὴ μοίρα σου
γιὰ τὴ κατάλευκη μὰ πένθιμη Ἑλβετία,
πάντα στὸ deck, σὲ μία σαὶζ-λὸγκ πεσμένη, κάτωχρη
ἀπ᾿ τὴ γνωστὴ καὶ θλιβερότατη αἰτία.

Πάντοτε ἀνήσυχα οἱ δικοί σου σὲ τριγύριζαν,
μὰ ἐσὺ κοιτάζοντας τὰ μάκρη ἀδιαφοροῦσες.
Σ᾿ ὅτι σοῦ ῾λεγαν πικρογέλαγες, γιατ᾿ ἔνιωθες
πὼς γιὰ τὴ χώρα τοῦ θανάτου ὁδοιποροῦσες.

Κάποια βραδιά, ποὺ ἀπὸ τὸ Στρόμπολι περνούσαμε
εἶπες σὲ κάποιον γελαστή, σὲ τόνο ἀστείου:
«Πῶς μοιάζει τ᾿ ἄρρωστο κορμί μου, καθὼς καίγεται,
μὲ τὴν κορφὴ τὴ φλεγόμενη τοῦ ἡφαιστείου!»

Ὕστερα σ᾿ εἶδα στὴν Μαρσίλια σὰν ἐχάθηκες
μέσα στὸ θόρυβο χωρὶς νὰ στρέψεις πίσω.
Κι ἐγώ, ποὺ μόνο τὴν ὑγρὴ ἔκταση ἀγάπησα,
λέω πὼς ἐσένα θὰ μποροῦσα ν᾿ ἀγαπήσω.

Γράμμα ἀπ᾿ τὴ ΜαρσίλλιαἜσχισα, φίλε μου, πολλὰ χαρτιὰ γιὰ νὰ σοῦ γράψω.
Ἐδῶ ἡ Μαρσίλλια μ᾿ ἔκαμε πολὺ νὰ ζαλιστῶ,
κι ὅμως δὲν πέρασε στιγμή, πιστέφτε, ἀγαπητέ μου,
χωρὶς καὶ μὲς στὴ ζάλη μου νὰ σᾶς συλλογιστῶ.

Σᾶς ἐσκεφτόμουν στὸ Μπουλβὰρ ντὲ Ντὰμ σὰν περπατοῦσα
ἀνάμεσα σὲ δυὸ τροτὲζ ποὺ ἐκάναν σὰν τρελές,
ἐνῶ μιλώντας δυνατὰ τριγύρω μας περνοῦσαν
ἀνθρῶποι ἀπ᾿ ὅλες, θά ῾λεγες, τοῦ κόσμου τὶς φυλές.

Κι ἔπειτα πάλι στὴ μεστὴ ἀπὸ κόσμο Κανναμπιέρα,
στὸ Πόρτο Βέκκιο, στὴν τεφρὴν ὁδὸ Σαὶντ Ὁνορέ,
κι ἀκόμα, συγχωρῆστε με, σᾶς ἔνιωθα μαζί μου
στὰ θορυβώδη καὶ γιομᾶτα κόσμο καμπαρέ.

Βορινοὶ ναῦτες μπλέκονται μὲ θερμαστὲς τοῦ Νότου,
στὰ γόνατά τους κάθονται κορίτσια τῆς δουλειᾶς,
παίζει τὸ πιάνο μοναχὸ καὶ μία μικρὴ σφυρίζει
ἕναν παράταιρο σκοπὸ μία μελωδίας παλιᾶς.

Κι ὕστερα σὰν ἀπ᾿ τὸ Ταρτὰν ἐβγῆκα μεθυσμένος
καὶ νόμιζα τὸ σῶμα μου ἀνάξιο καὶ μικρό,
πολὺ κοντὰ σᾶς ἔνιωθα νὰ μοῦ χαμογελᾶτε
μ᾿ ἐκεῖνο τὸ παράξενο τὸ γέλιο, τὸ πικρό.

Καὶ μόνον ὅταν στὴν Κορνίς, σὲ κάποιο γκρίζο σπίτι,
γύρω ἀπὸ ἑβραίους πού ῾χανε μὲ γυναικεῖα ντυθεῖ,
σᾶς ἔχασα γιὰ μία στιγμὴ ἀπ᾿ τὰ μάτια μου, μοῦ ἐφάνη
ὁ φύλακάς μου ὁ ἄγγελος πὼς εἶχε πιὰ χαθεῖ.

Αὔριο φεύγω καὶ μαζί μου φέρνω στὴν Ἀθήνα
ἀναμνησες παράξενες, πολλές, μὲ τὸ σωρὸ
καὶ κάποιο δῶρο θλιβερό, προϊὸν τῆς Μασσαλίας
ποὺ μία Πωλὶν μοῦ χάρισε προχθὲς στὰ Numeros…

Ὁ πλοίαρχος Φλέτσερ*
Ὁ Γερμανὸς ἐμποροπλοίαρχος Χένρυ Φλέτσερ ἐξώκειλε
στὸν Ματαπᾶ μὲ τὸ φορτηγὸ «Σχέλδ», γιατὶ λόγῳ ὁμίχλης
δὲν μπόρεσε ἐπὶ μέρες νὰ κατεβάσει τὸν ἥλιο μὲ τὸν ἑξάντα.
Τρελάθηκε καὶ πέθανε στὸν Πειραιᾶ ἀπὸ ἡλίαση.

Στὸν ποιητὴ Κώστα Οὐράνη

Ὁ πλοίαρχος Φλέτσερ ἔριξε τὸ «Σχὲλδ» στὸν Ματαπᾶ
μία μέρα ποὺ τῶν θαλασσῶν παλεῦαν τὰ στοιχεῖα,
γιατὶ ἥλιος δὲν φαινότανε τὸ στίγμα του νὰ βρεῖ
οὔτε μποροῦσε ἀπ᾿ τὶς στεριὲς νὰ πάρει ἀντιστοιχία.

Κι αὐτὸ στὸ μέρος ποὺ ἔπεσεν ἐσφήνωσε βαθιά,
τόσο ποὺ οἱ βράχοι οἱ μυτεροὶ μεμιᾶς τὸ καταστρέψαν,
μὰ τίποτ᾿ ἀπ᾿ τὸ πλήρωμα δὲν ἔπαθε κανεὶς
κι ὅλοι μὲ κάποιο ρυμουλκὸ στὸν Πειραιᾶ ἐπιστρέψαν.

Σὲ λίγες μέρες φύγανε, τρισάθλιοι ναυαγοί,
μία μελαγχολική, στυγνὰ θλιμμένη συνοδεία,
κι ἔμεινε ὁ Φλέτσερ μοναχά, ζητώντας στὸ πιοτὸ
τὴν πίκρα του στὰ βρωμερὰ νὰ πνίξει καφωδεῖα.

Κοντός, μὲ τὸ πηλίκιο του, τὸ γεῖσο τὸ χρυσό,
καὶ μὲ τὰ τέσσερα χρυσὰ γαλόνια του, τ᾿ ἀστέρια,
ἔμπαινε μόλις ἄρχιζε ν᾿ ἁπλώνεται ἡ νυχτιά,
καὶ τὴν αὐγὴν ἀναίσθητο τὸν βγάνανε στὰ χέρια.

Μὰ τὰ γαλόνια ξέφτισαν καὶ σχίστηκε ἡ στολή,
τὰ ὡραῖα του ροῦχα ἐπούλησε, τὴν πέτσινή του τσάντα,
κι ἕνα ἐργαλεῖον ἐκράτησε μονάχα, ναυτικό,
τ᾿ ὄργανο ἐκεῖνο ποὺ μετρᾶν τὸν ἥλιο, τὸν ἑξάντα.

Ἡ στεναχώρια καὶ τὸ ἀλκοὸλ δουλεύοντας σιγά,
μέρα τὴ μέρα σ᾿ ἕνα χαῖνον χάσμα τὸν ὠθοῦσαν.
Τρελάθηκε. Τὸν πείραζαν στοὺς δρόμους τὰ παιδιά,
κι οἱ ψεῖρες πάνω στὰ ξανθά του γένια ἐπερπατοῦσαν.

Ὅταν ὁ ἥλιος φλόγιζε τὸν ἀττικὸ οὐρανό,
αὐτὸς μὲ τὸν ἑξάντα του στὸ χέρι ἐξεκινοῦσε,
τὸ ὕψος γοργὰ ὑπολόγιζε σὲ μία μαούνα ὀρθός,
κι ὕστερα αἰσχρὰ μουντζώνοντας τὸν ἥλιο, ἐβλαστημοῦσε.

Μὰ κάποια μέρα βλέποντας μὲ τ᾿ ὄργανο ψηλά,
ἔφυγε γιὰ τὸ σκοτεινὸ λιμάνι τοῦ θανάτου,
ἐνῶ σιγὰ σὰν πάντοτε, φαιδρὸς καὶ φλογερός,
ὁ ἥλιος τὴν κανονικὴ διέσχιζε τροχιά του.

Γράμμα ἑνὸς ἀρρώστουΦίλε μου Ἀλέξη, τό ῾λαβα τὸ γράμμα σου
καὶ μὲ ρωτᾶς τί γίνομαι, τί κάνω;
Μάθε, ὁ γιατρὸς πὼς εἶπε στὴ μητέρα μου
ὅτι σὲ λίγες μέρες θὰ πεθάνω…

Εἶναι καιρὸς ὅπου ἔπληξα, διαβάζοντας
ὅλο τὰ ἴδια ποὺ ἔχω ἐδῶ βιβλία,
κι ὅλο ἐποθοῦσα κάτι νέο νὰ μάθαινα
ποὺ νὰ μοῦ φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ἦρθεν ἐχθὲς τὸ νέο ἔτσι ἀπροσδόκητα
-σιγὰ ὁ γιατρὸς στὸ διάδρομο ἐμιλοῦσε-
καὶ τ᾿ ἄκουσα. Στὴν κάμαρα ἐσκοτείνιαζε
κι ὁ θόρυβος τοῦ δρόμου ἐσταματοῦσε.

Ἔκλαψα βέβαια, κάτω ἀπ᾿ τὴν κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Γιὰ σκέψου, τόσο νέος!
Μὰ στὸν ἑαυτό μου ἀμέσως ὑποσχέθηκα
πὼς θὰ φανῶ, σὰν πάντοτε, γενναῖος.

Θυμᾶσαι, ποὺ ταξίδια ὀνειρευόμουνα
κι εἶχα ἕνα διαβήτη κι ἕνα χάρτη
καὶ πάντα γιὰ νὰ φύγω ἑτοιμαζόμουνα
κι ὅλο ἡ μητέρα μοῦ ῾λεγε: Τὸ Μάρτη…

Τώρα στὸ τζάμι ἕνα καράβι ἐσκάρωσα
κι ἕνα τοῦ Μὰγκρ στιχάκι ἔχω σκαλίσει:
«Τί θλίψη στὰ ταξίδια κρύβεται ἄπειρη!»
Κι ἐγὼ γιὰ ἕνα ταξίδι ἔχω κινήσει.

Νὰ πεῖς στοὺς φίλους χαιρετίσματα,
κι ἂν τύχει κι ἀνταμώσεις τὴν Ἑλένη,
πὼς μ᾿ ἕνα φορτηγὸ -πές της- μπαρκάρισα
καὶ τώρα πιὰ νὰ μὴ μὲ περιμένει…

Ἀλήθεια! Ὁ Χάρος ἤθελα νὰ ῾ρχότανε
σὰν ἕνας καπετάνιος νὰ μὲ πάρει
χτυπώντας τὶς βαριὲς πέτσινες μπότες του
κι ἕνα μακρὺ τσιμπούκι νὰ φουμάρει.

Ἀλέξη, νιώθω τώρα πὼς σ᾿ ἐκούρασα.
Μπορεῖ κιόλας νὰ σ᾿ ἔκαμα νὰ κλάψεις.
Δὲ θά ῾βρεις, βέβαια, λόγια γιὰ μι᾿ ἀπάντηση.
Μὰ δὲ θὰ λάβεις κόπο νὰ μοῦ γράψεις…

Mal Du DepartΣτὴν ἀδερφή μου Ζένια

Θὰ μείνω πάντα ἰδανικὸς κι ἀνάξιος ἐραστὴς
τῶν μακρυσμένων ταξιδιῶν καὶ τῶν γαλάζιων πόντων,
καὶ θὰ πεθάνω μία βραδιά, σὰν ὅλες τὶς βραδιές,
χωρὶς νὰ σχίσω τὴ θολὴ γραμμὴ τῶν ὁριζόντων.

Γιὰ τὸ Μαδράς, τὴ Σιγγαπούρ, τ᾿ Ἀλγέρι καὶ τὸ Σφὰξ
θ᾿ ἀναχωροῦν σὰν πάντοτε περήφανα τὰ πλοῖα,
κι ἐγώ, σκυφτὸς σ᾿ ἕνα γραφεῖο μὲ χάρτες ναυτικούς,
θὰ κάνω ἀθροίσεις σὲ χοντρὰ λογιστικὰ βιβλία.

Θὰ πάψω πιὰ γιὰ μακρινὰ ταξίδια νὰ μιλῶ
οἱ φίλοι θὰ νομίζουνε πὼς τά ῾χω πιὰ ξεχάσει,
κι ἡ μάνα μου, χαρούμενη, θὰ λέει σ᾿ ὅποιον ρωτᾶ
«Ἦταν μία λόξα νεανική, μὰ τώρα ἔχει περάσει…»

Μὰ ὁ ἐαυτός μου μία βραδιὰν ἐμπρός μου θὰ ὑψωθεῖ
καὶ λόγο, ὡς ἕνας δικαστὴς στυγνός, θὰ μοῦ ζητήσει,
κι αὐτὸ τὸ ἀνάξιο χέρι μου ποὺ τρέμει θὰ ὁπλιστεῖ,
θὰ σημαδέψει, κι ἄφοβα τὸ φταίχτη θὰ χτυπήσει.

Κι ἐγώ, ποὺ τόσο ἐπόθησα μία μέρα νὰ ταφῶ
σὲ κάποια θάλασσα βαθιὰ στὶς μακρινὲς Ἰνδίες,
θά ῾χω ἕνα θάνατο κοινὸ καὶ θλιβερὸ πολὺ
καὶ μιὰ κηδεία σὰν τῶν πολλῶν ἀνθρώπων τὶς κηδεῖες.

Ἡ πλώρη μαςΣτὸν Θ. Λιαροῦτσο

Ἦταν ἡ πλώρη μας καθὼς τῶν φορτηγῶν οἱ πλῶρες.
Γιομάτη πράγματα παλιά, ποὺ ἐμύριζαν βαριά,
μ᾿ ἕνα τραπέζι ξύλινο στὴ μέση, λερωμένο
καὶ σκαλισμένο σὲ πολλὲς μεριὲς μὲ τὸ σουγιᾶ.

Εἶχε δεξιὰ κι ἀριστερά, ἀπάνω τό ῾να στ᾿ ἄλλο,
τὰ ξύλινα κρεβάτια μας στὰ πλάγια κολλητά,
ποὺ ἔμοιαζαν, μέσα στὸ θαμπόν, ἀνάλαφρο σκοτάδι,
φέρετρα ποὺ ξεχάστηκαν καὶ μείναν ἀνοιχτά.

Σὲ μία γωνιὰ τὸ ἁρμάρι μας, ἀπ᾿ ἔξω στολισμένο
μὲ ζωγραφιὲς χρωματιστὲς ἀπὸ περιοδικὸ
ἢ γαλλικὲς φωτογραφίες αἰσχρές, ποὺ παρασταίνουν
τὸ ἁμάρτημα τῆς ἡδονῆς τὸ προπατορικό.

Πάντα βασίλευε σιγὴ θανατερὴ ἐκεῖ μέσα
καὶ περπατούσαμε ὅλοι μας στὶς μύτες τῶν ποδιῶν,
κι ἦταν στιγμὲς ποὺ νόμιζες πὼς ἄκουες νὰ χτυποῦνε
σὰν τὸ ρολόι, μὲς στὴ σιγή, οἱ χτύποι τῶν καρδιῶν.

Κι ἔκοβε μόνο τὴ σιγὴν ὁ χτύπος τῆς καμπάνας
ποὺ ἀπάνω στὸ καμπούνι, ἀργά, χτυποῦσε τῶν ὡρῶν
τὸ πέρασμα, μ᾿ ἕνα βαρὺ μὰ λυπημένο ἦχο,
ποὺ πνίγονταν μὲς στὴ βοὴ τοῦ ἀγέρα ἢ τῶν νερῶν.

Τὶς Κυριακές, σὰν εἴχανε δουλειὰ μονάχα οἱ βάρδιες,
σ᾿ αὐτὴν ἐμαζευόμαστε κι ἀνάβαμε φωτιὰ
κι ἢ αἰσχρές, σιγά, γιὰ τὶς γυναῖκες λέγαμε ἱστορίες
ἢ τὸ φαΐ μας παίζαμε μὲ πεῖσμα στὰ χαρτιά.

Στὴν πλώρη αὐτὴ κατάστρεψα τὸν ἤρεμο ἑαυτό μου
καὶ σκότωσα τὴν τρυφερὴ παιδιάτικη ψυχή.
Ὅμως ποτὲ δὲ μ᾿ ἄφησε τὸ ἐπίμονο ὄνειρό μου
καὶ πάντα ἡ θάλασσα πολλὰ μοῦ λέει, ὅταν ἀχεῖ.

William George Allum
Ἐγνώρισα κάποια φορὰ σ᾿ ἕνα καράβι ξένο
ἕναν πολὺ παράξενο Ἐγγλέζο θερμαστή,
ὅπου δὲν μίλαγε ποτὲ κι οὔτε ποτὲ εἶχε φίλους
καὶ μόνο πάντα ἐκάπνιζε μία πίπα σκαλιστή.

Ὅλοι ἔλεγαν μία θλιβερὴ πὼς εἶχε ἱστορία
κι ὅσοι εἶχαν στὸ στόκολο μὲ δαῦτον ἐργαστεῖ
ἔλεγαν ὅτι κάποτες, ἀπ᾿ τὸ λαιμὸ ὡς τὰ νύχια,
εἶχε σὲ κάποιο μακρινὸ τόπο στιγματιστεῖ.

Εἶχε στὰ μπράτσα του σταυρούς, σπαθιὰ ζωγραφισμένα,
μία μπαλαρίνα στὴν κοιλιά, ποὺ ἐχόρευε γυμνὴ
κι ἀπὰ στὸ μέρος τῆς καρδιᾶς στιγματισμένη εἶχε
μὲ στίγματ᾿ ἀνεξάλειπτα μίαν ἄγρια καλλονὴ …

Κι ἔλεγαν ὅτι τὴ γυναίκα αὐτὴ εἶχε ἀγαπήσει
μ᾿ ἄγριαν ἀγάπη, ἀκράτητη, βαθιὰ κι ἀληθινὴ
κι αὐτὴ πὼς τὸν ἀπάτησε μὲ κάποιο ναύτη Ἀράπη
γιατὶ ἤτανε μία ἀναίσθητη γυναίκα καὶ κοινή.

Τότε προσπάθησε αὐτὸς νὰ διώξει ἀπὸ τὸ νοῦ του
τὴν ξωτικὴ ποὺ ἀγάπησε, τόσο βαθιά, ὀμορφιὰ
κι ἀπὸ κοντά του ἑξάλειψεν ὅ,τι δικό της εἶχε,
ἔμεινεν ὅμως στῆς καρδιᾶς τὴ θέση ἡ ζωγραφιά.

Πολλὲς φορὲς στὰ σκοτεινὰ τὸν εἴδανε τὰ βράδια
μὲ βότανα στὸ στῆθος του νὰ τρίβει, οἱ θερμαστὲς …
Τοῦ κάκου, γνώριζε αὐτὸς – καθὼς τὸ ξέρουμ᾿ ὅλοι –
ὅτι τοῦ Ἀννὰμ τὰ στίγματα δὲν βγαίνουνε ποτὲς …

Κάποια βραδιὰ ὡς περνούσαμε ἀπὸ τὸ Bay of Bisky
μ᾿ ἕνα μικρὸ τὸν βρήκανε στὰ στήθια τοῦ σπαθί.
Ὁ πλοίαρχος εἶπε: «Θέλησε τὸ στίγμα του νὰ σβήσει»
καὶ διάταξε στὴ θάλασσα τὴν κρύα νὰ κηδευτεῖ.

Καφάρ
Στὸ Γιῶργο Παπᾶ

Νὰ ζεῖς στὴν ἴδια πολιτεία παντοτινὰ
καὶ νά ῾χεις τῶν ἀναχωρήσεων τὴ μανία,
μὰ φεύγοντας ἀπ᾿ τὸ γραφεῖο τὰ βραδινὰ
νὰ κάνεις ὀφθαλμοπορνεῖα στὰ καφενεῖα.

Ἄλλοτες εἴχαμε τὰ πλοῖα κρυφὸ σκοπό,
μὰ ὁ κόσμος ἔγινε σὰν ἀδειανὴ φυλλάδα,
εἶναι τί ἴδιο πιὰ νὰ μένεις στὴν Ἑλλάδα
μὲ τὸ νὰ ταξιδεύεις στὸ Fernando Po.

Τὰ φορτηγὰ εἶναι κακοτάξιδα κι ἀργοῦν,
μὲς στὰ ποστάλια πλήττεις βλέποντας τουρίστες,
τὸ νὰ φορτώνεις μῆνες ρύζια στὸ Ραγκοῦν
εἶν᾿ ἕνα πράγμα ποὺ σκοτώνει τοὺς ἀρτίστες.

Οἱ πόλοι γίνανε σὲ μᾶς πολὺ γνωστοί,
θαυμάσαμε πολλὲς φορὲς τὸ Βόρειο Σέλας
κι ἔχουν οἱ πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστεῖ
ἀπὸ ἀδειανὰ κουτιὰ σπανιόλικης σαρδέλλας.

Στὴν Ταϊτὴ ἔζησε μῆνες κι ὁ Λοτί,
ἂν πᾶς λιγάκι παρακάτου, στὶς Μαρκίζες,
ποὺ ἄλλοτες τρώγανε μπανάνες κι ἄγριες ρίζες,
καλλυντικὰ τώρα πουλᾶνε τοῦ Coty.

Οἱ Γιαπωνέζες, τὰ κορίτσια στὴ Χιλή,
κι οἱ μαῦρες του Μαρόκου ποὺ πουλᾶνε μέλι,
ἔχουν σὰν ὅλες τὶς γυναῖκες τὰ ἴδια σκέλη
καὶ δίνουν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τὸ φιλί.

Ἡ αὐτοκτονία, προνόμιο πιὰ στὰ θηλυκά-
κάποτε κάναμε κι ἐμεῖς αὐτὴ τὴ σκέψη.
Πεθαίνεις πιὸ σιγὰ μὲ τὰ ναρκωτικά,
μὰ τελευταία κι αὐτὰ τἄχουν νοθέψει.

Coaliers
Στὸ Ν. Φαμελιάρη

Σὲ πολιτεῖες τοῦ Καναλιοῦ, στὸ Λίβερπουλ, στὸ Σουὰνς
βλέπει κανεὶς πρωὶ πρωί, στοὺς ντόκους μὲ τὰ κρένια,
κάποιους ποὺ ἐνῷ δὲ μοιάζουνε πολὺ γιὰ ναυτικοί,
πρὸς τὰ καράβια ὁδεύουνε γελώντας δίχως ἔννοια.

Πέντ᾿ ἕξι ὀργιὲς τὰ μπάρκα τους κι ὅμοια τόσο πολύ,
ποὺ ὡς νὰ τὰ βροῦν κουράζονται πολλὲς φορὲς στὴ ράδα.
Πλώρη ψηλὴ ψαράδικη, φουγάρο μυτερό,
κι εἶναι τὸ πιὸ μεγάλο τους ταξίδι μία βδομάδα.

Ἕνα βρακὶ ἀσιδέρωτο φορᾶνε βρωμερὸ
καὶ μία φανέλα ἀπὸ φιλὲ χειμώνα καλοκαίρι,
ἕνα μαντίλι τῆς φωτιᾶς δεμένο στὸ λαιμὸ
καὶ περπατᾶν τρεκλίζοντας πιασμένοι ἀπὸ τὸ χέρι.

Ὅμως περνοῦν τὸ τρομερὸ κανάλι τοῦ Saint George
κι ὀρθοπλωρίζουνε γιὰ κεῖ ποὺ κυβερνάει πούσι,
ποὺ τὰ καραβοφάναρα, βογγώντας τρομερά,
τρελαίνουνε τὸν ἄμαθο ποὺ θὰ τὰ πρωτακούσει.

Περήφανα τοῦ Ἀτλαντικοῦ διαβαίνουν τὰ νερά,
τῶν φαναριῶν ἀκολουθώντας πάντα τὶς σειρῆνες,
χορεύοντας ἕνα χορὸ στὰ κύματ᾿ ἀλαφρό,
ποὺ οἱ ναυτικοὶ τῶν φορτηγῶν τὰ λέμε μπαλαρίνες.

Οἱ Φλαμαντέζοι ναυτικοὶ γελᾶν καὶ λένε πὼς
οἱ Ἐγγλέζοι τοὺς πνιγμένους τοὺς κλαῖνε μία μέρα μόνο
μ᾿ ἂν ἤθελαν περισσότερο δὲ θά ῾χανε καιρό:
δέκα ἀπ᾿ αὐτὰ σὰν φύγουνε, γυρνᾶνε πέντε μόνο.

Ἀπὸ συνήθεια παίρνουνε σὲ χρῆμα τὴν τροφή,
ψωνίζουνε λιγάκι χὰμ κι ἕνα κουτὶ μὲ βρώμη
μὰ τό ῾χουν προτιμότερο νὰ πιοῦνε τὰ λεφτά,
πρὶν φύγουν καὶ νὰ τοὺς τραβοῦν στερνὴ στιγμὴ οἱ λοστρόμοι.

Μὰ εἶναι τὰ πιὸ καλύτερα ποὺ γνώρισα παιδιὰ
μπαρκάρουνε τρεκλίζοντας, πάντα δυὸ δυὸ πιασμένοι,
καὶ δίχως νὰ τὸ νιώσουνε καλά, πολλὲς φορὲς
βουλιάζουν μὲ τὰ μπάρκα τους γελώντας μεθυσμένοι.

Μαύρη λίστα
Στὸν Π. Τζόανο

Εἶναι κάτι μεσόκοποι καπεταναῖοι Ἐγγλέζοι,
ποὺ φάγανε τὰ νιάτα τους στὶς γέφυρες ἀπάνω,
σὲ βάρδιες ἐξαντλητικές, κοιτώντας τὰ φανάρια,
σὲ θεωρίες παράξενες γιὰ στίγματα, γιὰ μήκη,
ποὺ ὅλη στὸ νοῦ τους κλείσανε τὴ ναυτικὴ ἐπιστήμη.
Μὰ θὲς ἀπὸ τὴν κούραση ἢ ἀπ᾿ τὸ πολὺ ποὺ ἐπίναν
ἔπεσαν ἔξω, τὸ μεγάλο δίπλωμα τοὺς πῆραν,
στὴ «Μαύρη Λίστα» γράφτηκαν κι ἕνα χαρτὶ τοὺς δώσαν,
ἕνα χαρτὶ ποὺ δίνουνε μονάχα στοὺς λοστρόμους.
Καὶ τότε αὐτοί, ἀπὸ κούραση κι ἀπὸ πικρία γιομάτοι,
στὶς πολιτεῖες τους μείνανε καὶ δὲν ἑξαναφύγαν.

Ξέρω κάτι μεσόκοπους Ἐγγλέζους καπετάνιους,
ἀλκολικούς, μὲ τὶς χρυσὲς ποὺ σχίστηκαν στολές τους,
ποὺ ὅλη τὴ μέρα μὲς στὰ μπὰρ γυρίζουνε καὶ πίνουν,
τσίκλα μασᾶν, αἰσχρολογοῦν, φωνάζουν, φτύνουν χάμω,
μὰ σὰν βραδιάσει κι ἀρχινᾶν νὰ φεύγουν τὰ καράβια,
κάνοντας μέσα στὰ νερὰ τοῦ λιμανιοῦ μπρὸς πίσω,
βγαίνουν αὐτοὶ καὶ κρίνουνε μὲ πεῖσμα τὶς μανοῦβρες.
Πολλὲς φορὲς μαλώνουνε, παίζουν γροθιὲς καὶ βγάζουν
κάτι μαχαίρια ναυτικὰ τοῦ Σέφιλντ σκουριασμένα.
χτυπιοῦνται καὶ πεθαίνουνε πάνω σὲ μπάλες κάμποτ
ἢ σὲ τσουβάλια ἀπ᾿ τὸ Penang μπαχαρικὰ γιομάτα.

Παραλληλισμοί
Τρία πράματα στὸν κόσμο αὐτό, πολὺ νὰ μοιάζουν εἶδα.
Τὰ ὁλόλευκα μὰ πένθιμα σχολεῖα τῶν Δυτικῶν,
τῶν φορτηγῶν οἱ βρώμικες σκοτεινιασμένες πλῶρες
καὶ οἱ κατοικίες τῶν κοινῶν, χαμένων γυναικών.

Ἔχουνε μία παράξενη συγγένεια καὶ τὰ τρία
παρ᾿ ὅλη τὴ μεγάλη τους στὸ βάθος διαφορά,
μὰ μεταξύ τους μοιάζουνε πολύ, γιατὶ τοὺς λείπει
ἡ κίνηση, ἡ ἄνεση τοῦ χώρου καὶ ἡ χαρά.

Πούσι
Στὴν Ἑλένη Χαλκιούση

Ἔπεσε τὸ πούσι ἀποβραδὶς
-τὸ καραβοφάναρο χαμένο-
κ᾿ ἔφτασες χωρὶς νὰ σὲ προσμένω
μὲς στὴν τιμονιέρα νὰ μὲ δεῖς.

Κάτασπρα φορᾶς κ᾿ ἔχεις βραχεῖ,
πλέκω σαλαμάστρα τὰ μαλλιά σου.
Κάτου στὰ νερὰ τοῦ Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν ἐποχή.

Μᾶς παραμονεύει ὁ θερμαστὴς
μὲ τὰ δυό του πόδια στὶς καδένες.
Μὴν κοιτᾶς ποτέ σου τὶς ἀντένες
μὲ τὴν τρικυμία· θὰ ζαλιστεῖς.

Βλαστημᾶ ὁ λοστρόμος τὸν καιρὸ
κ᾿ εἶν᾿ ἀλάργα τόσο ἡ Τοκοπίλλα.
Ἀπὸ νὰ φοβᾶμαι καὶ νὰ καρτερῶ
κάλλιο περισκόπιο καὶ τορπίλλα.

Φύγε! Ἐσὲ σοῦ πρέπει στέρεα γῆ.
Ἦρθες νὰ μὲ δεῖς κι ὅμως δὲ μ᾿ εἶδες
ἔχω ἀπ᾿ τὰ μεσάνυχτα πνιγεῖ
χίλια μίλια πέρ᾿ ἀπ᾿ τὶς Ἐβρίδες.

Kuro Siwo
Στὸ Γιῶργο Παπᾶ

Πρῶτο ταξίδι ἔτυχε ναῦλος γιὰ τὸ Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακὸς ὕπνος καὶ μαλάρια.
Εἶναι παράξενα τῆς Ἴντιας τὰ φανάρια
καὶ δὲν τὰ βλέπεις καθὼς λένε μὲ τὸ πρῶτο.

Πέρ᾿ ἀπ᾿ τὴ γέφυρα τοῦ Ἀδάμ, στὴ Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μὰ οὔτε στιγμὴ δὲν ἐλησμόνησες τὰ λόγια
ποὺ σοῦ ῾πανε μία κούφιαν ὥρα στὴν Ἀθήνα.

Στὰ νύχια μπαίνει τὸ κατράμι καὶ τ᾿ ἀνάβει,
χρόνια στὰ ροῦχα τὸ ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ὁ λόγος της μὲς στὸ μυαλό σου νὰ σφυρίζει,
«ὁ μπούσουλας εἶναι ποὺ στρέφει ἢ τὸ καράβι;»

Νωρὶς μπατάρισε ὁ καιρὸς κι ἔχει χαλάσει.
Σκαντζάρισες μὰ σὲ κρατᾶ λύπη μεγάλη.
Ἀπόψε ψόφησαν οἱ δυό μου παπαγάλοι
κι ὁ πίθηκος πού ῾χα μὲ κούραση γυμνάσει.

Ἡ λαμαρίνα!… Ἡ λαμαρίνα ὅλα τὰ σβήνει.
Μᾶς ἕσφιξε τὸ Kuro Siwo σὰ μία ζώνη
κι ἐσὺ κοιτᾶς ἀκόμη πάνω ἀπ᾿ τὸ τιμόνι,
πῶς παίζει ὁ μπούσουλας καρντίνι μὲ καρντίνι.

Στεριανὴ ζάλη
Στὸ Νίκο Τουτουντζάκη

Ὁ λοστρόμος κρατᾶ μία καραβέλα,
μισῆ μποτίλια τζὶν καὶ δυὸ μιγάδες,
τὴ νύχτα μετοικοῦν οἱ Συμπληγάδες
στὰ μπὰρ τοῦ λιμανιοῦ καὶ στὰ μπορντέλα.

Πηχτὸ πούσι σκεπάζει τὰ καρνάγια.
West End – Thame’s Street καὶ διπλὸς ἔρως.
Ἂς φυσᾶνε στὸ Πλάτα τὰ Παμπέρος,
ἂς ρολάρει τὸ κύμα στὴ Μπισκάγια.

Χαμηλὸς οὐρανὸς γιομάτος ἄστρα,
μὰ δὲ μοιάζει μ᾿ αὐτὸν ποὺ σὲ γνωρίζει.
Ἡ μπαρκέτα γυρίζει; Δὲ γυρίζει.
Τὸ κορίτσι νυστάζει στὴν Καράστρα.

Βαρέθηκαν οἱ ναῦτες τὸ τιμόνι,
τό ῾να μάτι σου γέρνει καὶ κοιμᾶται,
ἀγρυπνᾶ τὸ δεξὶ καὶ θυμᾶται
τὸ φανὸ ποὺ χτυπᾶ μὰ δὲ ζυγώνει.

Ὁ λοστρόμος ξυπνάει καὶ καταριέται
μία μιγάδα ποὺ κλαίει καὶ μία μποτίλια.
Ἀνοιχτὰ κάπου ἐννιὰ χιλιάδες μίλια
τὸ σκυλόψαρο προσμένει καὶ βαριέται.

Cambay’s water
Στὸν Π.Π. Παναγιώτου

Φουντάραμε καραμοσάλι στὸ ποτάμι.
Εἶχε ὁ πιλότος μας τὸ κούτελο βαμμένο
«κι ἂν λείψεις χίλια χρόνια θὰ σὲ περιμένω»
ὡστόσο οἱ κάβοι σου σκληρύναν τὴν παλάμη.

Θολὰ νερὰ καὶ μίλια τέσσερα τὸ ρέμα,
οἱ κούληδες τρῶνε σκυφτοὶ ρύζι μὲ κάρι,
ὁ καπετάνιος μας κοιτάζει τὸ φεγγάρι,
πού ῾ναι θολὸ καὶ κατακόκκινο σὰν αἷμα.

Τὸ ρυμουλκὸ σφύριξε τρεῖς καὶ πάει γιὰ πέρα,
σαράντα μέρες ὅλο ἐμέτραγες τὰ μίλια,
μ᾿ ἀπόψε -λέω- φαρμάκι κόμπρα εἶχες στὰ χείλια,
τὴν ὥρα πού ῾πες μὲ θυμό: «Θά ῾βγω ἄλλη μέρα…»

Τὴ νύχτα σοῦ ῾πα στὸ καμπούνι μία ἱστορία,
τὴν ἴδια ποὺ ὅλοι οἱ ναυτικοὶ λένε στὴ ράδα,
τὰ μάτια σου τὰ κυβερνοῦσε σοροκάδα
κι ὅλο μουρμούριζες βραχνά: «Φάλτσο ἡ πορεία…»

Ξημέρωσε κ᾿ ἦρθε ὁ φακίρης μὲ τὰ φίδια,
ἡ Μαχαράνα τοῦ Μαζὸρ δὲ φάνηκε ὅμως!…
Μ᾿ αἰσχρὲς κουβέντες τὸν ἐπείραζε ὁ λοστρόμος
καὶ τοῦ πετοῦσε ἀπὰ στὰ φίδια του σκουπίδια.

Σαλπάρουμε! Μᾶς περιμένουν στὸ Μπραζίλι.
Τὸ πρόσωπό σου θὰ τὸ μούσκεψε τὸ ἀγιάζι.
Ζεστὸν ἀγέρα κατεβάζει τὸ μπουγάζι
μὰ οὔτε φουστάνι στὴ στεριὰ κι οὔτε μαντήλι.

Ἀρμίδα
Στὸν Κώστα Βάρναλη

Τὸ πειρατικὸ τοῦ Captain Jimmy,
ποὺ μ᾿ αὐτὸ θὰ φύγετε καὶ σεῖς,
εἶναι φορτωμένο μὲ χασὶς
κ᾿ ἔχει τὰ φανάρια του στὴν πρύμη.

Μῆνες τώρα πού ῾χουμε κινήσει
καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ καιροῦ
ὅσο ποὺ νὰ πᾶμε στὸ Περοὺ
τὸ φορτίο θὰ τό ῾χουμε καπνίσει.

Πλέμε σὲ μία θάλασσα γιομάτη
μὲ λογῆς παράξενα φυτά,
ἕνα γέρος ἥλιος μᾶς κοιτᾶ
καὶ μᾶς κλείνει ποῦ καὶ ποῦ τὸ μάτι.

Μπουκαπόρτες ἄδειες σκοτεινές,
-ποῦ νὰ ξοδεύτηκαν τόνοι χίλιοι;
μᾶς προσμένουν πίπες ἀδειανὲς
καὶ τελωνοφύλακες στὸ Τσίλι.

Ξεχασμένο τ᾿ ἄστρο τοῦ Βορρᾶ,
οἱ ἄγκυρες στὸ πέλαγο χαμένες.
Πάνω στὶς σκαλιέρες σὲ σειρὰ
δώδεκα σειρῆνες κρεμασμένες.

Ἡ πλωριὰ Γοργόνα μία βραδιὰ
πήδησε στὸν πόντο μεθυσμένη,
δίπλα της γλιστροῦσαν συνοδιὰ
τοῦ Κολόμβου οἱ πέντε κολασμένοι.

Κι ἔπειτα στὶς ξερές τοῦ Ἀκορᾶ
τσοῦρμο τ᾿ ἄγριο κύμα νὰ μᾶς βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρὰ
μὲ φτεροῦγες γλάρων στὸ κεφάλι.

Black and White
Στὸν Μ. Καραγάτση

Τοῦ Ἄλμπορ τὸ φανάρι πότε θὰ φανεῖ;
Οἱ μαθήτριες σχολάσανε τοῦ ὠδείου.
Φωτεινὲς ρεκλάμες τῆς ὁδοῦ Σταδίου.
Γέφυρα βρεγμένη σκοτεινή.

Μάτι ταραγμένο μάταια σὲ κρατῶ
στὸν καιρὸν ἀπάνω του Σιρόκου.
Δούλευε τὸ φτυάρι, μαῦρε τοῦ Μαρόκου
ποὺ μασᾶς βοτάνια γιὰ τὸν πυρετό.

Φεμινά!… Χορὸς τῶν κεφαλῶν.
Κ᾿ οἱ Ναγκὸ χορεύουν στὴν Ἀσία.
Σὲ πειράζει -μοῦ ῾πες- ἡ ὑγρασία
κ᾿ ἡ παλιά σου ἀρρώστια τῆς Τουλών.

Τζίντζερ, ποὺ κοιτᾶς μὲ τὸ γυαλί,
τὸ φανάρι τοῦ Ἄλμπορ δὲν ἐφάνη.
Βλέπω στὸ Λονδίνο ἐγὼ τὴ Fanny
στὸ κρεβάτι σου ἄλλον νὰ φιλεῖ.

Κρέας ἁλατισμένο τοῦ κουτιοῦ.
Μύωπα καπετάνιο μου καὶ γέρο,
ἕνα μαγικὸ σκονάκι ξέρω
τέλειο γιὰ τὴν κόρη τοῦ ματιοῦ.

Ἄναψε στὴ γέφυρα τὸ φῶς.
Μέσα μου μιλεῖ ἕνας παπαγάλος
γέρος στραβομύτης καὶ μεγάλος
μὰ γιομάτος πείρα καὶ σοφός.

Μέσα μου βαθιὲς ἀναπνοές.
Τοῦ Κολόμβου ξύπνησαν οἱ ναῦτες.
Ὅλες τὶς ρουκέτες τώρα κάφ᾿ τες
καὶ Marconi στεῖλε τὸ S.O.S.

Ἐσμεράλδα
Στὸ Γιῶργο Σεφέρη

Ὁλονυχτιὲς τὸν πότισες μὲ τὸ κρασὶ τοῦ Μίδα
κι ὁ φάρος τὸν ἐλίκνιζε μὲ τρεῖς ἀναλαμπές.
Δίπλα ὁ λοστρόμος μὲ μακριὰ πειρατικὴ πλεξίδα
κι ἀλάργα μας τὸ σκοτεινὸ λιμάνι τοῦ Gabes.

Ἀπὰ στὸ γλυκοχάραμα σὲ φίλησε ὁ πνιγμένος
κι ὅταν ξυπνήσεις μὲ διπλὴ καμπάνα θὰ πνιγεῖς.
Στὸ κάθε χάδι κι ἕνας κόμπος φεύγει ματωμένος
ἀπ᾿ τὸ σημάδι τῆς παλιᾶς κινεζικῆς πληγῆς.

Ὁ παπαγάλος σοῦ ῾στειλε στερνὴ φορὰ τὸ «γειά σου»
κι ἀπάντησε ἀπ᾿ τὸ στόκολο σπασμένα ὁ θερμαστὴς
πέτα στὸ κύμα τὸν παλιὸ ποὺ ἐσκούριασε σουγιᾶ σου
κι ἄντε μονάχη στὸν πρωραῖον ἱστὸ νὰ κρεμαστεῖς.

Γράφει ἡ προπέλα φεύγοντας ξοπίσω: «σὲ προδίνω»
κι ὁ γρύλος τὸ ξανασφυράει στριγγὰ τοῦ τιμονιοῦ.
Μὴ φεύγεις. Πές μου, τό ῾πνιξες μία νύχτα στὸ Λονδίνο
ἢ στὰ βρομιάρικα νερὰ κάποιου ἄλλου λιμανιοῦ;

Ξυπνᾶν οἱ ναῦτες τοῦ βυθοῦ ρισάλτο νὰ βαρέσουν
κι ἀπὲ νὰ σοὺ χτενίσουνε γιὰ πάντα τὰ μαλλιά.
Τρόχισε κεῖνα τὰ σπαθιὰ τοῦ λόγου ποὺ μ᾿ ἀρέσουν
καὶ ξαναγύρνα μὲ τὶς φώκιες πέρα στὴ σπηλιά.

Τρεῖς μέρες σπάγαν τὰ καρφιὰ καὶ τρεῖς ποὺ σὲ κάρφωναν
καὶ σὺ μὲ τὶς παλάμες σου πεισματικὰ κλειστὲς
στερνὴ φορὰ κι ἀνώφελα ξορκίζεις τὸν τυφώνα
ποὺ μᾶς τραβάει γιὰ τὴ στεριὰ μὲ τοὺς ναυαγιστές.

Καραντί
Στὸ κορίτσι ἀπὸ τὸ Βόλο

Μπάσσες στεριές, ἥλιος πυρρὸς καὶ φοινικιές,
ἕνα πούλι ποὺ ἀκροβατεῖ στὰ παταράτσα.
Γνέφουνε δυὸ στιγματισμένα μαῦρα μπράτσα,
ποὺ ἀρρώστιες τά ῾χουνε τσακίσει τροπικές.

Παντιέρα κιτρίνη – σινιάλο τοῦ νεροῦ.
Φοῦντο τὶς δυὸ καὶ πρίμα βρέξε τὸ πινέλο.
Τὰ δύο φανάρια τῆς νυχτός. Κι ὁ Pisanello
ξεθωριασμένος ἀπ᾿ τὸ κύμα τοῦ καιροῦ.

Τὸ καραντί … Τὸ καραντὶ θὰ μᾶς μπατάρει.
Σάπια βρεχάμενα, τσιμέντο καὶ σκουριά.
Ἀπὸ νωρίς, δεξιὰ στὴν μάσκα τὴν πλωριά,
κοιμήθηκεν ὁ καρχαρίας ποὺ πιλοτάρει.

Ὄρντινα δίνει ὁ παπαγάλος στὸν ἱστό,
ὅπως καὶ τότε ἀπ᾿ τοῦ Κολόμπου τὴν κουκέτα.
Χρόνια προσμένω νὰ τυλίξεις τὴν μπαρκέτα,
χρόνια προσμένω τὴ στεριά, νὰ ζαλιστῶ.

Φωτιὲς ἀνάβουνε στὴν ἄμμο ἰθαγενεῖς
κι ἀχὸς μᾶς φτάνει καθὼς παίζουν τὰ ὄργανά τους.
Τῆς θάλασσας κατανικώντας τοὺς θανάτους
στὴν ἀνεμόσκαλα σὲ θέλω νὰ φανεῖς.

Φύκια μπλεγμένα στὰ μαλλιά, στὸ στόμα φύκια.
Ἔτσι ὡς κοιμήθηκες γιὰ πάντα στὰ βαθιὰ
κατάστιχτη, πελεκημένη ἀπὸ σπαθιά,
διπλὰ φορώντας τῶν Ἰνκᾶς τὰ σκουλαρίκια.

Θαλασσία πανίς
Στὸν Αἰμίλιο Βεάκη

Ἕνα κοχύλι σκουλαρίκι ἔχεις στ᾿ αὐτὶ
καὶ στὰ μαλλιὰ θαλασσινὸ πράσινο ἀστέρα.
Tropical stormy-In Madras area cholera,
καὶ στὰ νησιὰ τοῦ Lakha-diwa πυρετοί.

Τό ῾να ἀνάλαφρα φύκια κρατᾶ
καὶ τὸ ζερβί σου τὸ λειψὸ σάπια καβίλλια.
Η Katherin τούτη τὴ στιγμή, χιλιάδες μίλια…
βγαίνει τὴ ντάμα μὲ τὸ ρήγα σταυρωτά.

Τὸ «Union Jack» καὶ τὸ σπασμένο τουρκετὶ
κι᾿ ὁ Γιαπωνέζος στὴν παντιέρα-μαύρη μπάλα.
Ἡ ἁφή της ὅμοια μὲ τὸ περσικὸ γατὶ
πού ῾χες ψωνίσει πρὶν τρεῖς μῆνες στὴν Bomballa.

Περαστικὴ τώρα ἡ Γοργόνα ἡ τροπικὴ
σὲ βλέπει ἀδιάφορη κι᾿ ἀπὲ σὲ φέρνει βόρτα.
Ἀλλιώτικες ὅσες σταμπάρουν ὠαυτικοὶ
κι᾿ ἄλλες αὐτὲς ποὺ σὲ τραβούσανε στὰ πόρτα.

Ὁ κατασκότεινος βρέχει νερένιος οὐρανὸς
μολύβι, ἐγγλέζικες κονσέρβες, porridge, νάρκες.
Παίζει τερπνό, παράξενο παιγνίδι μὲ τὶς σάρκες
καθὼς διαβαίνει ὁ σκύλος ὁ θαλασσινός.

Τοπίο σκωτσέζικο-σκυλιὰ καὶ κυνηγοί,
πύργος μὲ φάντασμα-παλιὸ Johnnie Walker whisky.
Ἀπόψε οἱ δύο χαλύβδινοι πρωραῖοι πυργίσκοι
προσμένουν Τρίτωνες γιὰ βάρδιας ἀλλαγή.

Γουίλιαμ !… Γέλα στὸ βυθὸ φλεγματικά,
ἀφοῦ πιὰ τίποτα δὲ μέλει νὰ προδώσεις.
Ἂς παίξουν κι᾿ ἄλλοι μὲ παιγνίδια ναυτικὰ
κι᾿ ἄλλοι ἂς φορέσουνε φανέλα μὲ ραβδώσεις.

Federico Garcia Lorca
Στὸ Θανάση Καραβία

Ἀνέμισες γιὰ μία στιγμὴ τὸ μπολερὸ
καὶ τὸ βαθὺ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αὔγουστος ἤτανε δὲν ἤτανε θαρρῶ,
τότε ποὺ φεύγανε μπουλούκια οἱ Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν τοῦ ἀνέμου συνοδιὰ
καὶ ξεκινοῦσαν οἱ γαλέρες τοῦ θανάτου.
Στὸ ρωγοβύζι ἀνατριχιάζαν τὰ παιδιὰ
κι ὁ γέρος ἔλιαζε ἀκαμάτης τ᾿ ἀχαμνά του.

Τοῦ ταύρου ὁ Πικάσσο ρουθούνιζε βαριὰ
καὶ στὰ κουβέλια τότε σάπιζε τὸ μέλι.
Τραβέρσο ἀνάποδο – πορεία πρὸς τὸ Βοριᾶ.
Τράβα μπροστὰ -ξοπίσω ἐμεῖς- καὶ μὴ σὲ μέλλει.

Κάτου ἀπ᾿ τὸν ἥλιο ἀναγαλλιάζαν οἱ ἐλιὲς
καὶ φύτρωναν μικροὶ σταυροὶ στὰ περιβόλια.
Τὶς νύχτες στέρφες ἀπομέναν οἱ ἀγκαλιὲς
τότες ποὺ σ᾿ ἔφεραν, κατσίβελε, στὴ μπόλια.

Ἀτσίγγανε κι Ἀφέντη μου, μὲ τί νὰ σὲ στολίσω;
Φέρτε τὸ μαυριτάνικο σκουτὶ τὸ πορφυρό.
Στὸν τοῖχο τῆς Καισαριανῆς μᾶς φέραν ἀπὸ πίσω
κ᾿ ἴσα ἕν᾿ ἀντρίκιο ἀνάστημα ψηλῶσαν τὸ σωρό.

Κοπέλες ἀπ᾿ τὸ Δίστομο φέρτε νερὸ καὶ ξίδι.
Κι ἀπάνω στὴ φοράδα σου δεμένος σταυρωτὰ
σύρε γιὰ κεῖνο τὸ στερνὸ στὴν Κόρδοβα ταξίδι,
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ διψασμένα της χωράφια τ᾿ ἀνοιχτά.

Βάρκα τοῦ βάλτου ἀνάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα ποὺ σκουριάζουνε σὲ γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια νὰ πετᾶν στὴν ἔρημην ἀρένα
καὶ στὸ χωριὸ ν᾿ οὐρλιάζουνε τὴ νύχτα ἑφτὰ σκυλιά.

* Δημοσιεύτηκε στὶς 19 Μαΐου 1945,
στὸ ὑπ᾿ ἀριθμὸν 3 φύλλο τῶν «Ἐλεύθερων Γραμμάτων».

Θεσσαλονίκη
Στὸ Γιῶργο Κουμβακάλη

Ἤτανε κείνη τὴ νυχτιὰ ποὺ φύσαγε ὁ Βαρδάρης,
τὸ κύμα ἡ πλώρη ἐκέρδιζεν ὀργιὰ μὲ τὴν ὀργιά.
Σ᾿ ἔστειλε ὁ πρῶτος τὰ νερὰ νὰ πᾶς γιὰ νὰ γραδάρεις,
μὰ ἐσὺ θυμᾶσαι τὴ Σμαρὼ καὶ τὴν Καλαμαριά.

Ξέχασες κεῖνο τὸ σκοπὸ ποὺ λέγανε οἱ Χιλιάνοι
-Ἅγιε Νικόλα φύλαγε κι Ἅγια Θαλασσινή.-
Τυφλὸ κορίτσι σ᾿ ὁδηγάει, παιδὶ τοῦ Modigliani,
ποὺ τ᾿ ἀγαποῦσε ὁ δόκιμος κι οἱ δύο Μαρμαρινοί.

Νερὸ καλάρει τὸ Fore Peak, νερὸ καὶ τὰ πανιόλα
μὰ ἐσένα μία παράξενη ζαλάδα σὲ κινεῖ.
Μὲ στάμπα ποὺ δὲν φαίνεται σὲ κέντησε ἡ Σπανιόλα
ἢ τὸ κορίτσι ποὺ χορεύει ἀπάνω στὸ σκοινί;

Ἀπάνω στὸ γιατάκι σου φίδι νωθρὸ κοιμᾶται
καὶ φέρνει βόλτες ψάχνοντας τὰ ροῦχα σου ἡ μαϊμού.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μάνα σου κανεὶς δὲν σὲ θυμᾶται
σὲ τοῦτο τὸ τρομακτικὸ ταξίδι τοῦ χαμοῦ.

Ὁ ναύτης ρίχνει τὰ χαρτιὰ κι ὁ θερμαστὴς τὸ ζάρι
κι αὐτὸς ποὺ φταίει καὶ δὲ νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κεῖνο τὸ στενὸ κινέζικο παζάρι
καὶ τὸ κορίτσι πού ῾κλαιγε πνιχτὰ μὲς στὸ ρικσά.

Κάτω ἀπὸ φῶτα κόκκινα κοιμᾶται ἡ Σαλονίκη.
Πρὶν δέκα χρόνια μεθυσμένη μοῦ ῾πες «σ᾿ ἀγαπῶ».
Αὔριο, σὰν τότε, καὶ χωρὶς χρυσάφι στὸ μανίκι,
μάταια θὰ ψάχνεις τὸ στρατὶ ποὺ πάει γιὰ τὸ Depot.

Σταυρὸς τοῦ Νότου
Στὸ Γιῶργο Θεοτοκᾶ

Ἔβραζε τὸ κύμα τοῦ Γαρμπῆ.
Ἤμαστε σκυφτοὶ κι οἱ δυὸ στὸ χάρτη
γύρισες καὶ μοῦ ῾πες πὼς τὸ Μάρτη
σ᾿ ἄλλους παραλλήλους θά ῾χεις μπεῖ.

Κούλικο στὸ στῆθος σου τατού,
ποὺ ὅσο κι ἂν τὸ καῖς δὲν λέει νὰ σβήσει.
Εἶπαν πὼς τὴν εἶχες ἀγαπήσει
σὲ μία κρίση μαύρου πυρετοῦ.

Βάρδια πλάι σὲ κάβο φαλακρὸ
κι ὁ Σταυρὸς τοῦ Νότου μὲ τὰ στράλια.
Κομπολόι κρατᾶς ἀπὸ κοράλλια
κι ἄκοπο μασᾶς καφὲ πικρό.

Τὸ Ἄλφα τοῦ Κενταύρου μία νυχτιὰ
μὲ τὸ παλλινώριο πῆρα κάτου.
Μοῦ ῾πες μὲ φωνὴ ἑτοιμοθανάτου:
«Νὰ φοβᾶσαι τ᾿ ἄστρα τοῦ Νοτιᾶ».

Ἄλλοτε ἀπ᾿ τὸν ἴδιο οὐρανὸ
ἔπαιρνες τρεῖς μῆνες στὴν ἀράδα,
μὲ τοῦ καπετάνιου τὴ μιγάδα,
μάθημα πορείας νυχτερινό.

Σ᾿ ἕνα μαγαζὶ τοῦ Nossi Be
πῆρες τὸ μαχαίρι, δύο σελίνια
μέρα μεσημέρι ἀπὰ στὴ λίνια
ἄστραψες σὰ φάρου ἀναλαμπή.

Κάτου στὶς ἀχτὲς τῆς Ἀφρικῆς
πᾶνε χρόνια τώρα ποὺ κοιμᾶσαι.
Τὰ φανάρια πιὰ δὲν τὰ θυμᾶσαι
καὶ τ᾿ ὡραῖο γλυκὸ τῆς Κυριακῆς.

Μαρέα
Στὸ Γιακουμῆ Βαλάση

Ὁ Ἀλτεμπαρὰν ψάχνει νὰ βρεῖ μὲς στὰ νερὰ
τὸ παλινώριο ποὺ τὸν γέλασε δυὸ κάρτες.
Στῆς προβολῆς νὰ τρέχουν βλέπαμε τοὺς χάρτες
τοῦ Chagall ἄλογα – τσίρκο τοῦ Seurat.

Πυξίδα γέρικη – ataxie locomotrice –
καὶ στοιχειωμένη ἀπὸ τὰ χείλια σου σφυρίχτρα.
Στὴν κόντρα γέφυρα προσμένατε κ᾿ οἱ τρεῖς
νὰ λύσει τ᾿ ἄστρο τοῦ Ἀλμπορᾶν ἡ χαρτορίχτρα.

Τῆς τραμουντάνας τ᾿ ἄστρο, τ᾿ ἄστρα τοῦ Νοτιᾶ
παντρεύονται μὲ πορφυρόχρωμους κομῆτες.
Τοῦ Mazagan οἱ θερμαστὲς οἱ Σοδομίτες
παῖξαν τοῦ Σέσωστρη τὴν κόρη στὰ χαρτιά.

Ἡ ξύλινη ποὺ ὅλοι ἀγαπήσαμε Γοργόνα,
καθὼς βουτᾶ παίρνει παράξενες ἀνάσες.
Προτοῦ κολλήσουμε γιὰ πάντα στὶς Σαργάσσες,
μᾶς πρόδωσε μ᾿ ἕνα πνιγμένο τοῦ Νορόνα.

Πουλιὰ στὰ ξάρτια – καραντὶ – στεργιανὴ ζάλη
χελιδονόψαρα – πνιγμένου δαχτυλίδι.
Τοῦ ναυτικοῦ τὸ δυσκολότερο ταξίδι
τὸ κυβερνᾶν τοῦ Μαγελάνου οἱ παπαγάλοι.

Ἡ καραβίσια σκύλα ὀσμίζεται ρεστία
καὶ τὸ κορμί σου τὸ νερὸ ποὺ θὰ καλάρει.
Τὴ νύχτα οἱ ναῦτες κυνηγᾶνε τὸ φεγγάρι
καὶ τὴν ἡμέρα ταξιδεύουνε στ᾿ ἀστεῖα.

Ὁ λύχνος τοῦ Ἀλλαδίνου
Στὸ Ν. Χατζηκυριάκο – Γκίκα

Τὴν ἀνεξήγητη γραφὴ νὰ λύσω πολεμῶ
ποὺ σοῦ χαράξαν πειρατὲς Κινέζοι στὶς λαγόνες.
Γυμνοὶ μὲ ξύλινους φαλλοὺς τριγύρω στὸ λαιμό,
μᾶς σπρώχναν πρὸς τὴ θάλασσα μὲ τόξα οἱ Παταγόνες.

Κόκκαλο ρίξε στὸ σκυλὶ τὸ μαῦρο ποὺ ἀλυχτᾶ
καὶ στεῖλε τὴ «φιγούρα» μας στὸν πειρατὴ ρεγάλο.
Πές μου, ποῦ βρέθηκε ἡ στεριὰ στοῦ πέλαου τ᾿ ἀνοιχτὰ
καὶ τὸ δεντρὶ μὲ τὸ πουλὶ ποὺ κρώζει τὸ μεγάλο;

Γιὰ τὸ ἄστρο τῆς Ἀνατολῆς κινήσαμε μικροί.
Πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δὲ σοῦ πρέπει!
Καὶ σὲ ποὺ σὲ φυτέψαμε, παιδί, στὸ Κονακρί,
μὲ γράμμα συμβουλευτικό της μάνας σου στὴν τσέπη.

Τοῦ ναύτη δῶσ᾿ του στὴ στεριὰ κρεβάτι, καὶ νὰ πιεῖ.
-Ὅλο τὸν κόσμο γύρισες, μὰ τίποτα δὲν εἶδες…-
Μὲς στὸ μετάξι κρύβονταν τῆς Ἴντιας οἱ σκορπιοὶ
κ᾿ ἔφερνε ὁ ἀγέρας τῆς νοτιᾶς στὴν πλώρη ἄμμο κι ἀκρίδες.

Σημάδι μαῦρο ἀπόμεινε κι ἂς ἔσπασε ὁ χαλκᾶς.
-Στὴν ἀγoρὰ τοῦ Ἀλιτζεριοῦ δεμένη νὰ σὲ σύρω.-
Καὶ πήδηξ᾿ ὁ μικρὸς θεὸς μία νύχτα, τῶν Ἰνκᾶς,
στοῦ Αἰγαίου τὰ γαλανὰ νερά, δύο μίλια ὄξω ἀπ᾿ τὴ Σκύρο.

Μεσάνυχτα καὶ ταξιδεύεις δίχως πλευρικά!
Σκιάζεσαι μήπως στὸ γιαλὸ τὰ φῶτα σὲ προδίνουν,
μὰ πρύμα πλώρα μόνο ἐσὺ πατᾶς στοχαστικά,
κρατώντας στὰ χεράκια σου τὸ λύχνο τοῦ Ἀλαδδίνου.

ΜουσώναςΤρελὸς μουσώνας ράγισε μεσονυχτὶς τὰ ρέλια.
Στὸ χέρι σου χλωρὸ κλαρί, χαρτὶ κι ἕνα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροὶ τὰ ροῦχα σου κουρέλια.
Νὰ σὲ σκεπάσω θέλησα, γλιστρᾶς καὶ δὲ μπορῶ.

Κοράλλι ὁ κατραμόκωλος βαστάει νὰ σὲ φιλέψει.
Γιατί μπήγεις τὰ νύχια σου στὴ σάπια κουπαστή;
Εἶν᾿ ἕνα φάδι ἀθώρητο καὶ μοῦ μποδάει τὴ βλέψη.
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο καὶ σταχτί.

Παρακαλῶ σε κάθησε νὰ ξημερώσει κάπως.
Χρῶμα νὰ βρῶ, τὸ πράσινο καὶ τίντες μυστικές.
Κι ἀπέ, τὸ θρύλο νὰ σοῦ πῶ ποὺ μοῦ ῾πε μαῦρος κάπος
τὴ νύχτα ποὺ μᾶς ἔγλειφε φωτιὰ στὸ Μαρακές.

Ἀκόμα ξέρω τὸν ἀρχαῖο σκοπὸ τοῦ Μινικάπε,
τὴ φοινικιὰ ποὺ ζωντανὴ θρηνεῖ στὸ Παραμέ.
Μὰ ἕνα πουλὶ μοῦ μήνυσε πὼς κάποιος ἄλλος στά ῾πὲ
κάποιος, ποὺ ξέρει νὰ ἱστορᾶ καλύτερα ἀπὸ μέ.

Κάματος εἶναι ποὺ μιλᾶ στενόχωρα καὶ κάψα.
Πεισματική, καὶ πέταξες χαρτί, φτερό, κλαδί,
ὅμως δὲν εἴμαστε παιδιὰ νὰ πιάσουμε τὴν κλάψα.
Τί θά ῾δινα – «Πάψε, Σεβάχ» – γιὰ νά ῾μουνα παιδί!

Αὐγή, ποιὸς δαίμονας Ἰνδὸς σοῦ μόλεψε τὸ χρῶμα;
Γυρίζει ὁ ναύτης τὸν τροχὸ κι ὁ γύφτος τὴ φωτιά.
Καὶ μεῖς, ποὺ κάμαμε πετσὶ τὴν καραβίσια βρόμα,
στὸ πόρτο θὰ κερδίσουμε καὶ πάλι στὰ χαρτιά.

Ἰνδικὸς Ὠκεανὸς 1951

FrescoὉ Fra Giovanni σιωπηλὸς ὁδήγαε τὴ γραφίδα.
Τὸ ἀγγελικό σου πρόσωπο χυμένο στὴ σπουδή.
Ὀρθὸς ὁ δοῦλος δίπλα σας, μακρὺς σὰ νεροφίδα,
ἔτριβε τ᾿ ἅγια χρώματα σὲ πέτρινο γουδί.

Ὄργανο, σὲ ξεχάσανε σὲ ποιὰ κλειστὴ ροτόντα,
ποὺ δὲν τὴν ἐλειτούργησε λιβάνι καὶ παπᾶς;
Ἀπὸ νωρὶς ξεχάστηκες τοὺς βιαστικοὺς ρωτώντας.
Ὅθε ἀγαπᾶς νυχτώθηκες, μπαίνεις καὶ δὲ χτυπᾶς.

Σκουφί, σωκάρδι βυσσινὶ φορῶ, μακρὺ στιλέτο.
Χρυσόβουλη βαστάω γραφὴ κι ἕνα πουγγὶ φλουριά.
Σκύβεις, κοιτάζεις τὸ νερὸ ποὺ ρέει στὸ καναλέτο,
γυρνᾶς, διώχνεις τὸ δοῦλο σου καὶ σβήνεις τὰ κεριά.

Ἄσχημος εἶμαι. Ἁμαρτωλὸς σὲ φρέσκο τοῦ Ἀνωνύμου,
χυμένο εἶναι τὸ μάτι μου μὲ χτύπημα σφυριοῦ,
τὸ αὐτὶ κομμένο, κι ἔχασα μία νύχτα τὴ φωνή μου
στὴ ναυμαχία τοῦ Μισιριοῦ.

Κι αὐτός, ὡραῖος ὅπως ἐσύ, ψηλός, porca miseria !
τὸ σχῆμα του κρύβει λαμπρὴ πολεμικὴ στολή.
Χαϊδεύει τὰ δυὸ χέρια σου, τὰ εὐλογημένα χέρια,
πέφτει τὸ ράσο του, ὁ σταυρὸς γλιστράει καὶ σὲ φιλεῖ.

~

Μὲ τὸ καράβι τοῦ Θησέα σ᾿ ἀφήσαμε στὴ Νάξο.
Γυμνή, μ᾿ ἕνα στὰ πόδια σου θαλασσινὸ σκουτί.
Σὲ ποιὲς σπηλιὲς ἐκρύφτηκες καὶ πῶς νὰ σὲ φωνάξω;
Κοστάρω κι ὅλο μὲ τραβάει μακριὰ τὸ καραντί.

~

Ἕνα κοπάδι ἐλέφαντες, μαϊμοῦδες καὶ καμῆλες
σοῦ κουβαλοῦσαν σὲ μακρὺ ποντόνι τὰ προικιά.
Μὰ τά ῾πιε ἀνεμορούφουλας ἀπέξω ἀπὸ τὶς Μύλες
καὶ ξέστρωσες τὸ νυφικὸ κρεβάτι σου, Θιακιά.

Sydney 1955

ΓυναίκαΣτὸν Ἀντώνη Μωραΐτη

Χόρεψε πάνω στὸ φτερὸ τοῦ καρχαρία.
Παῖξτε στὸν ἄνεμο τὴ γλώσσα σου καὶ πέρνα.
Ἀλλοῦ σὲ λέγανε Γιουδήθ, ἐδῶ Μαρία.
Τὸ φίδι σκίζεται στὸ βράχο μὲ τὴ σμέρνα.

Ἀπὸ παιδὶ βιαζόμουνα, μὰ τώρα πάω καλιά μου.
Μία τσιμινιέρα στὸν κόσμο καὶ σφυρίζει.
Τὸ χέρι σου, ποὺ χάιδεψε τὰ λιγοστὰ μαλλιά μου
γιὰ μία στιγμὴ ἂν μὲ λύγισε, σήμερα δὲ μὲ ὁρίζει.

Τὸ μετζαρόλι ράγισε καὶ τὸ τεσσαροχάλι.
Τὴν τάβλα πάρε, τζόβενο, νὰ ξανάπαμε ἀρόδο.
Ποιὸς σκύλας γιὸς μᾶς μούτζωσε κι ἔχουμε τέτοιο χάλι
ποὺ γέροι καὶ μικρὰ παιδιὰ μᾶς πῆραν στὸ κορόϊδο;

Βαμμένη. Νὰ σὲ φέγγει κόκκινο φεγγάρι.
Γιομάτη φύκια καὶ ροδάνθη, ἀμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ἀσέλωτο μὲ δίχως χαλινάρι
πρώτη φορά, σὲ μία σπηλιά, στὴν Ἀλταμίρα.

Σαλτάρει ὁ γλάρος τὸ δελφίνι νὰ στραβώσει.
Τί μὲ κοιτᾶς; Θὰ σοῦ θυμίσω ἐγὼ ποῦ μ᾿ εἶδες.
Στὴν ἄμμο πάνω σ᾿ εἶχα ἀνάστροφα ζαβώσει
τὴ νύχτα ποὺ θεμέλιωναν τὶς Πυραμίδες.

Τὸ τεῖχος περπατήσαμε μαζὶ τὸ Σινικό.
Κοντά σου ναῦτες ἀπ᾿ τὴν Οὒρ πρωτόσκαρο ἐβιδώναν.
Ἀνάμεσα σὲ ὁλόγυμνα σπαθιὰ στὸ Γρανικὸ
ἔχυνες λάδι στὶς βαθιὲς πληγὲς τοῦ Μακεδόνα.

Πράσινο. Ἀφρός, θαλασσινὸ βαθὺ καὶ βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ἕνα χρυσὸ στὴ μέση σου ζωστήρι.
Τὰ μάτια σου τὰ χώριζαν ἑφτὰ Ἰσημερινοὶ
μὲς στοῦ Giorgione τὸ ἀργαστήρι.

Πέτρα θὰ τοῦ ῾ριξα καὶ δὲ μὲ θέλει τὸ ποτάμι.
Τί σοῦ ῾φταιξα καὶ μὲ ξυπνᾶς προτοῦ νὰ φέξει.
Στερνὴ νυχτιὰ τοῦ λιμανιοῦ δὲν πάει χαράμι.
Ἁμαρτωλὸς ποὺ δὲ χαρεῖ καὶ ποὺ δὲ φταίξει.

Βαμμένη. Νὰ σὲ φέγγει φῶς ἀρρωστημένο.
Διψᾶς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Ἐδῶ κοντά σου, χρόνια ἀσάλευτος νὰ μένω
ὡς νὰ μοῦ γίνεις Μοίρα, Θάνατος καὶ Πέτρα.

Ἰνδικὸς Ὠκεανὸς 1951

YarYara a
Καθὼς ἀποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ὁ κάβος.
Σὲ σπίτι μέσα, ξέχασες προχτὲς τὸ φυλαχτό.
Γελᾶς, μὰ ἐγὼ σὲ πούλησα στὸ Rio γιὰ δύο centavos
κι ἀπὲ σὲ ξαναγόρασα ἀκριβὰ στὴ Βηρυττό.

Μὲ πορφυρὸ στὰ χείλη μου κοχύλι σὲ προστάζω.
Στὸ χέρι τὸ γεράκι σου καὶ τὰ σκυλιὰ λυτά.
Ἀπάνωθέ μου σκούπισε τὴ θάλασσα ποὺ στάζω
καὶ μάθε με νὰ περπατῶ πάνω στὴ γῆ σωστά.

Κοῦκο φοροῦσες κάτασπρο μικρὸς καὶ κολαρίνα.
Ναυτάκι τοῦ γλυκοῦ νεροῦ.
Σὲ πιάνει – μὴν τὸ πεῖς ἀλλοῦ – σὰ γάτα ἡ λαμαρίνα
καὶ σὲ σαστίζει ξαφνικὸ προβέτζο τοῦ καιροῦ.

Τὸ κύμα πάρε τοῦ φιδιοῦ καὶ δῶσ᾿ μου ἕνα μαντίλι.
Ἐγώ, – καὶ σ᾿ ἔγδυσα μπροστὰ στὸ γέρο Τισιανό.
Βίρα, Κεφαλλονίτισσα, καὶ μάϊνα τὸ καντήλι.
Σὲ λόφο γιαπωνέζικο κοιμᾶται τὸ στερνό.

Σοῦ πῆρ᾿ ἀπὸ τὴ Νάπολη μία ψεύτικη καμέα
κι ἕνα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
Πίσω ἀπ᾿ τὸ φριγκορίφικο στὴν ἄδεια προκυμαία
ἔβενος, – γλώσσα τῆς φωτιᾶς, στὸ βάθος κρεμεζί.

Φῶτα τοῦ Melbourne. Βαρετὰ κυλάει ὁ Yara Yara
ἀνάμεσα σὲ φορτηγὰ πελώρια καὶ βουβά,
φέρνοντας πρὸς τὸ πέλαγος, χωρὶς νὰ δίνει διάρα,
τοῦ κοριτισιοῦ τὸ φίλημα, ποὺ στοίχισε ἀκριβά.

Γερὰ τὴν ἀνεμόσκαλα. Καφὲ γιὰ τὸν πιλότο.
Λακίζετε, ἁλυσόδετοι τοῦ στεριανοῦ καημοῦ.
Καὶ σένα, ποὺ σὲ κέρδισα μιανῆς νυχτιᾶς σὲ λότο,
σμίγεις καὶ πᾶς μὲ τὸν καπνὸ τοῦ γκρίζου ποταμοῦ.

Μία βάρκα θέλω, ποταμέ, νὰ ρίξω ἀπὸ χαρτόνι,
ὅπως αὐτὲς ποὺ παίζουνε στὶς ὄχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πές μου, ὁ χωρισμός; – Ματώνει, δὲ σκοτώνει.
Ποιὸς εἶπε φοῦντο; Ψέματα. Δὲ φτάσαμε ποτές.

Melbourne 1951

Οἱ 7 νάνοι στὸ s/s Cyrenia
Στὴν Ἔλγκα

Ἑφτά. Σὲ παίρνει ἀριστερά, μὴν τὸ ζορίζεις.
Μάτσο χωρᾶνε σὲ μία κούφιαν ἀπαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστὲς, στεριὰ μυρίζεις.
Ὁ πιὸ μικρὸς ἀχολογάει μ᾿ ἕνα καλάμι.

Γυαλίζει ὁ Σὴμ τῆς μηχανῆς τὰ δύο ποδάρια.
Ὁ Ρὲκ λαδώνει στὴν ἀνάγκη τὸ τιμόνι.
Μ᾿ ἕνα φτερὸ ξορκίζει ὁ Γκόμπι τὴ μαλάρια
κι ὁ στραβοκάνης ὁ Χαρὰμ πίτες ζυμώνει.

Ἀπ᾿ τὸ ποδόσταμο πηδᾶν ὡς τὴ γαλέτα.
-Μπορῶ ποτὲ νὰ σοῦ χαλάσω τὸ χατίρι;
Κόρη ξανθὴ καὶ γαλανὴ ποὺ ὅλο ἐμελέτα
ποιὸς ρήγα γιὸς θὲ νὰ τὴν πιεῖ σ᾿ ἕνα ποτήρι.

Ραμὰν ἀλλήθωρε, τρελέ, ποὺ λύνεις μάγια,
κατάφερε τὸ σταυρωτὸ τοῦ Νότου ἀστέρι
σωρὸς νὰ πέσει, νὰ σκορπίσει στὰ σπιράγια
καὶ πές του κάτω ἀπὸ ἕνα δέντρο νὰ μὲ φέρει.

Ὁ Τότ, τοῦ λείπει τὸ ἕνα χέρι μὰ ὅλο γνέθει,
τοῦτο τὸ ἀπίθανο σινάφι νὰ βρακώσει.
Ἐσθήρ, ποιὰ βιβλικὴ σκορπᾶς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δὲ μιλᾶς; Γιατί τρεκλίζουμε οἱ διακόσιοι;

Κουφὸς ὁ Σάλαχ, τὸ κατάστρωμα σαρώνει.
-Μ᾿ ἕνα ξυστρὶ καθάρισέ με ἀπ᾿ τὴ μοράβια.
Μὰ εἶν᾿ ἕνα κάτι πιὸ βαθὺ ποὺ μὲ λερώνει.
-Γιέ μου, ποῦ πᾶς; -Μάνα, θὰ πάω μὲ τὰ καράβια.

Κι ἔτσι μαζὶ μὲ τοὺς ἑφτὰ κατηφορᾶμε.
Μὲ τὴ βροχή, μὲ τὸν καιρὸ ποὺ μᾶς ὁρίζει.
Τὰ μάτια σου ζοῦνε μία θάλασσα, θυμᾶμαι …
Ὁ πιὸ στερνὸς μ᾿ ἕναν αὐλὸ μὲ νανουρίζει.

Colombo 1951

* Τὸ ποίημα αὐτὸ ἀποτέλεσε ἀπάντηση τοῦ Καββαδία σὲ πρόταση τῆς ἀνιψιᾶς του
νὰ φανταστεῖ ὀνόματα γιὰ τοὺς μυστηριώδεις «Ἑφτὰ Νυχτοπερπατητὲς»
ποὺ συνάντησε στὸ μυθιστόρημα τοῦ Οὐῶλτερ Σκὸττ «Ὁ τοξότης τοῦ Λουδοβίκου ΙΑ´».

Κοσμᾶ τοῦ Ἰνδικοπλεύστη
Στὴ Ρένα Ἀνδρεάδη

Τριγυριστὴς τῆς Ἰνδικῆς στὰ νιάτα του ὁ Κοσμᾶς,
πίστεψε στὰ γεράματα πὼς θὰ καλογερέψει.
Κυρὰ θαλασσοθάνατη, στὰ χέρια του ἔχεις ρέψει,
ποὺ στὰ στερνὰ τὰ μάρανε τὸ ἀλέτρι κι ὁ κασμᾶς.

Ὅπου ἔφτασες, κάθε χρονιὰ θερίζουν τρεῖς φορές.
Τὴν Ταπροβάνη ἐδιάλεξε κι εἶχες καιρὸ ποδίσει.
Τώρα μασᾶς ἀμύγδαλα καὶ προσφορὲς ξερές,
καὶ τὸ λιβάνι ὀσμίζεσαι ποὺ μοιάζει μὲ χασίσι.

Ἐκεῖ, Ταμίλες χαμηλὲς ποὺ ἐμύριζαν βαριά,
Σιγκαλινὲς μὲ στήθη ὀρθά, τριγύρω σου λεφούσια.
Ἐδῶ λυγίζεις τὸ κορμὶ μὲ τ᾿ ἀχαμνὰ μεριὰ
καὶ προσκυνᾶς τὴ Δέσποινα τὴ Γαλακτοτροφοῦσα.

Πῆγες ἐκεῖ ποὺ ἐδίδασκε τὸ πράσινο πουλί,
ὅπου της μάγισσας ὁ γιὸς θ᾿ ἀντάμωνε τὸ στόλο.
Ἔλυνε κεῖνος μὲ σπαθὶ ὅσα ἡ γραφὴ διαλεῖ.
Μὰ ἐσὺ ξηγᾶς τὰ αἰνίγματα καινούργιων Ἀποστόλων.

Μπροστά σου τρεῖς ἐλέφαντες ντυμένοι στὰ χρυσά,
ὄξω ἀπ᾿ τοῦ Βούδα τὴ σπηλιά, ψηλὰ στὴν Κουρνεβάλα.
Τώρα σκοντάφτεις, Γέροντα, στοῦ δρόμου τὰ μισὰ
καὶ πᾶς γιὰ νὰ λειτουργηθεῖς σὲ γάϊδαρο καβάλα.

Μαζεύει ὁ ναύτης τὸν παρᾶ κουκὶ μὲ τὸ κουκὶ
καὶ πολεμᾶ σὲ ψήλωμα νὰ στήσει τὸ ἀγκωνάρι.
Ἄλλοι σαλπάρουν Αὔγουστο γιὰ Νότιο Σινικὴ
καὶ τὸ γλεντᾶν στὸ Βοθνικό, Δεκέμβρη καὶ Γενάρη.

Ὅταν πιστεύω θάλασσα μονάχα καὶ βυθὸ
καὶ προσκυνάω γιὰ κόνισμα ἕναν παλιὸ ἀστρολάβο,
πές μου, στὴν ἅγια πίστη σου, πῶς νὰ προσευχηθῶ;
σὲ ποιὸν νὰ ξομολογηθῶ καὶ ποῦ νὰ μεταλάβω;

Ὁ Θεὸς εἶναι πανάγαθος, Κοσμᾶ, καὶ συχωρᾶ,
ὅμως γδικιέται ἀμείλιχτος ὁ γερο-Ποσειδώνας.
Τό ῾δανε λένε βουτηχτές: τοῦ σαλαχιοῦ ἡ οὐρὰ
νὰ γαργαλάει, στὰ χαμηλά, τὰ χείλια τῆς στρειδώνας.

s/s Apollonia 1967

Guevara
Στὸ Θανάση Καραβία

Ἤτανε ντάλα μεσημέρι κι ἔδειξε μεσάνυχτα.
Ἔλεγε ἡ μάνα τοῦ παιδιοῦ: «Καμάρι μου, κοιμήσου».
Ὅμως τὰ μάτια μείνανε τοῦ καθενὸς ὀρθάνοιχτα
τότε ποὺ ἡ ὥρα ζύγιαζε μὲ ἀτσάλι τὸ κορμί σου.

Λεφούσι ὁ ἄσπρος μέρμηγκας, σύννεφο ἡ μαύρη ἀκρίδα.
Ὅμοια μὲ τὶς Μανιάτισσες μοιρολογοῦν οἱ Σχόλες.
Λάκισε ὁ φίλος, ὁ ἀδερφός. Ποῦ μ᾿ εἶδες καὶ ποῦ σ᾿ εἶδα;
Φυλάει τὸ ἁλώνι ὁ Σφακιανὸς κι ὁ Ἀρίδα τὴν κορίδα.

Ποιὸς τό ῾λεγε, ποιὸς τό ῾λπιζε καὶ ποιὸς νὰ τὸ βαστάξει.
Ἀλάργα φεύγουν τὰ πουλιὰ καὶ χάσαν τὴ λαλιά τους.
Θερίζουν τοῦ προσώπου σου τὸ ἐβένινο μετάξι
νεράιδες καὶ τὸ ὑφαίνουνε νὰ δέσουν τὰ μαλλιά τους.

Πάνθηρας ἀκουρμάζεται, θωράει καὶ κοντοστέκει.
Γλείφει τὰ ρόδα ἀπ᾿ τὶς πληγές, μεθάει καὶ δυναμώνει.
Ξέρασε ἡ γῆ τὰ σπλάχνα της καὶ πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρὶ βαράει μὲ δύναμη, μένει βουβὸ τὸ ἀμόνι.

Πυγολαμπίδες παίζουνε στὰ μάτια τ᾿ ἀνοιχτά.
Στ᾿ ὄμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ἕνας γρύλος.
Πέφτει ἀπ᾿ τὰ χείλη σου, ποὺ ἀκόμα εἶναι ζεστά,
ἕνα σβησμένο cigarillos.

Τ᾿ ὄνειρο πάει μὲ τὸν καπνὸ στὸν οὐρανό,
ἔσμιξε πιὰ μὲ τὸ καράβι τοῦ συννέφου.
Τὸ φῶς γεννιέται ἀπὸ παντοῦ μὰ εἶναι ἀχαμνὸ
καὶ τὰ σκοτάδια τὸ ξεγνέθουν καὶ σοῦ γνέφουν.

Χοσὲ Μαρτί, (Κόνδορας πάει καὶ χαμηλώνει,
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμᾶται.
Μὲ τὰ φτερά του θὰ σκοτείνιαζ᾿ ἕνα ἁλώνι.)
ἀπόψε οἱ δύο συντροφιαστοὶ θὰ πιεῖτε μᾶτε.

Φτάνει ὁ Μπολίβαρ καβαλώντας τὸ σαϊτάρι.
Παραμονεύει ὀρθὴ κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει ἡ Περουβάνα σὲ μορτάρι
καὶ μασουλάει φαρμακωμένο μανιτάρι.

Τοῦ Λόρκα ἡ κόκκινη φοράδα χλιμιντράει,
μ᾿ αὐτὸς μπλεγμένος στὰ μετάξινα δεσμά του.
Μακρὺ κιβούρι μὲ τὸν πέτρινο κασμᾶ του
σενιάρει ὁ Φίλος καὶ στὸ μπόι σου τὸ μετράει.

Γέροντας ναύτης μὲ τὰ μοῦτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει μὲ τὴν πιὸ φτηνὴ πραμάτεια.
Ἔχει τὰ χέρια ἀπὸ καιρὸ ψηλὰ κομμένα.
Κι ἤθελε τόσο νὰ σοῦ σφάλαγε τὰ μάτια.

Ἔφεσος 1972

* Τὸ 1968 ὁ Καββαδίας εἶχε ἐκμυστηρευτεῖ στὸν Μάκη Ρηγᾶτο πὼς σχεδιάζει ἕνα συνθετικὸ ποίημα ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ Γκεβάρα.

** «Φίλος». Ὁ Νίκος Καββαδίας ἀναφέρεται στὸν Φιντὲλ Κάστρο!

Θεσσαλονίκη ΙΙ
Στὴ Μυρτὼ Κουμβακάλη

Τράνταζε σὰν ἀπὸ σεισμὸ συθέμελα ὁ Χορτιάτης
κι ἀκόντιζε μηνύματα μὲ κόκκινη βαφή.
Γραφὴ ἀπὸ τρεῖς καὶ μοῦ ῾γινες μοτάρι καὶ καρφί.
Μὰ ἔριχνε ἡ Τούμπα, σὲ διπλὸ κρεβάτι, τὰ χαρτιά της.

Τὴ μάκινα γιὰ τὸν καπνὸ καὶ τὸ τσιγαροχάρτι
τὴν ἔχασες, τὴν ξέχασες, τὴ χάρισες ἀλλοῦ.
Ἤτανε τότε ποὺ ἔσπασε τὸ μεσιανὸ κατάρτι.
Τὰ ψέματα τοῦ βουτηχτῆ, τοῦ ναύτη, τοῦ λωλοῦ.

Καὶ τί δὲν ἔχω ὑποσχεθεῖ καὶ τί δὲν ἔχω τάξει,
μὰ τὰ σαράντα κύματα μοῦ φταῖνε καὶ ξεχνῶ
-τῆς Ἄγρας τὰ μακριὰ σαριά, τοῦ Σάντουν τὸ μετάξι-
καὶ τὰ θυμᾶμαι μόλις δῶ ἀναθρώσκοντα καπνό.

Τὸ δαχτυλίδι πού ῾φερνα μοῦ τό ῾κλεψε ἡ Ὀράγια.
Τὸν παπαγάλο -μάδησε κι ἔπαψε νὰ μιλεῖ.
Ἂς ἐκατέβαινε ἔστω μία, στὸ βίρα, στὰ μουράγια,
κι ἂς κοίταζε τὴν ἄγκυρα μονάχα, ποὺ καλεῖ.

Τίποτα στὰ χεράκια μου, μάνα μου, δὲ φτουράει-
ἔρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια καὶ φυλαχτά.
Σιχαίνομαι τὸ ναυτικὸ ποὺ ἐμάζεψε λεφτά.
Ἐμούτζωσε τὴ θάλασσα καὶ τήνε κατουράει.

Τῆς Σαλονίκης μοναχὰ τῆς πρέπει τὸ καράβι.
Νὰ μὴν τολμήσεις νὰ τὴ δεῖς ποτὲ ἀπὸ τὴ στεριά.
Κι ἂν κάποια στὴν Καλαμαριὰ πουκάμισο μοῦ ράβει,
μπορεῖ νά ῾ρθῶ ἀπ᾿ τὰ πέλαγα μὲ τὴ φυρονεριά.

04.01.1974

Fata Morgana
Στὴ Θεανὼ Σουνᾶ

Θὰ μεταλάβω μὲ νερὸ θαλασσινὸ
στάλα τὴ στάλα συναγμένο ἀπ᾿ τὸ κορμί σου
σὲ τάσι ἀρχαῖο, μπακιρένιο ἀλγερινό,
ποὺ κοινωνοῦσαν πειρατὲς πρὶν πολεμήσουν.

Στρείδι ὠκεάνιο ἀρραβωνίζεται τὸ φῶς.
Γεύση ἀπὸ φλούδι τοῦ ροδιοῦ, στυφὸ κυδώνι
κι ὁ ἄρρητος τόνος, πιὸ πικρὸς καὶ πιὸ στυφός,
ποὺ ἐναποθέτανε στὰ βάζα οἱ Καρχηδόνιοι.

Πανὶ δερμάτινο ἀλειμμένο μὲ κερί,
ὀσμὴ ἀπὸ κέδρο, ἀπὸ λιβάνι, ἀπὸ βερνίκι,
ὅπως μυρίζει ἀμπάρι σὲ παλιὸ σκαρὶ
χτισμένο τότε στὸν Εὐφράτη στὴ Φοινίκη.

Χόρτο ξανθὸ τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ἕνα ποτάμι μὲ ζεστή, λιωμένη πίσσα,
ἄγριο, ἀκαταμάχητο, ἀπειλητικό,
ποτίζει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ σ᾿ ἀγαπῆσαν.

Rosso romano, πορφυρὸ τῆς Δαμασκός,
δόξα τοῦ κρύσταλλου, κρασὶ ἀπ᾿ τὴ Σαντορίνη.
Ὁ ἀσκὸς νὰ ρέει, κι ὁ Ἀπόλλωνας βοσκὸς
νὰ κολυμπάει τὰ βέλη του μὲ διοσκορίνη.

Σκουριὰ πυροχρωμη στὶς μνῆμες τοῦ Σινᾶ.
Οἱ κάβες τῆς Γερακινῆς καὶ τὸ Στρατόνι.
Τὸ ἐπίχρισμά του ἅγια σκουριὰ ποὺ μᾶς γερνᾶ,
μᾶς τρέφει, τρέφεται ἀπὸ μᾶς, καὶ μᾶς σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, ἀρτοφόρι.
Ἅγια λαβίδα καὶ ἱερὴ ἀπὸ λαμινάρια.
Μπροστὰ στὴν Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
καὶ τρεῖς Ἀγγέλοι μὲ σπασμένα τὰ κοντάρια.

*

Ποῦθ᾿ ἔρχεσαι; Ἀπ᾿ τὴ Βαβυλώνα.
Ποῦ πᾶς; Στὸ μάτι τοῦ κυκλώνα.
Ποιὰν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.
Πῶς τὴ λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οἱ κυκλῶνες ἔχουν γυναικεῖο
ὄνομα. Εὔα ἀπὸ τὴν Κίο.
Ἡ μάγισσα ἔχει τρεῖς κόρες στὸ Ἀμανάτι
καὶ ἡ τέταρτη εἶν᾿ ἕν᾿ ἀγόρι μ᾿ ἕνα μάτι.

Ψάρια ποὺ πετᾶν μέσα στὴν ἄπνοια,
ὄστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια τῆς στεριᾶς καὶ δέντρα σάπια,
ἄρμπουρα, τιμόνια καὶ προπέλες.

Νά ῾χαμε τὸ λύχνο τοῦ Ἀλαδίνου
ἢ τὸ γέρο νάνο ἀπ᾿ τὴν Καντόνα.
Στείλαμε τὸ σῆμα τοῦ κινδύνου
πάνω σὲ ἄσπρη πέτρα μὲ σφεντόνα.

Δαίμονας γεννᾶ τὴ νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ᾿ ὄνομά του.
Λούφαξεν ὁ δέκτης τοῦ ἀσυρμάτου,
καὶ φυλλομετρᾶ τὸν καζαμία.

Ὁ ἄνεμος κλαίει. Σκυλὶ στὰ λυσσιακά του.
Γειὰ χαρά, στεριά, κι ἀντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε ἡ ψυχή μας ἀπὸ κάτου,
ἔχει καὶ στὴν κόλαση μπορντέλο.

ἈντινομίαὉ ἔρωτάς σου μία πληγὴ καὶ τρεῖς κραυγές.
Στὰ κόντρα σκούζει ὁ μακαρᾶς καθὼς τεζάρει.
Θαλασσοκόρη τοῦ βυθοῦ – χίλιες ὀργιὲς –
τοῦ Ποσειδώνα ἐγὼ σὲ κέρδισα στὸ ζάρι.

Καὶ σ᾿ ἔριξα σ᾿ ἕνα βιβάρι σκοτεινὸ
ποὺ στέγνωσε καὶ ξανεμίστηκε τὸ ἁλάτι.
Μὰ ἐσὺ προσμένεις ἀπ᾿ τὸ δίκαιον οὐρανὸ
τὸ στεριανό, τὸ γητευτή, τὸν ἀπελάτη.

Ὅταν θὰ σμίξεις μὲ τὸ φῶς ποὺ σὲ βολεῖ
καὶ θὰ χαθεῖς μέσα σὲ διάφανη ἀμφιλύκη
πάνω σὲ πράσινο πετούμενο χαλί,
θὰ μείνει ὁ ναύτης νὰ μετρᾶ τὸ ἄσπρο χαλίκι.

m/s Aquarius 1974

Cocos Islands
Στὴ Μαίρη Γιαννουλάτου

Στὴν πλώρη ὁ σφυροκέφαλος μὲ τὸ φτερὸ στὴ ράχη,
τότε ποὺ πῆρε ὁ Συμιακὸς βουτιὰ μὲ τὸ κεφάλι.
«Ὅλο ἀρμενίζει ὁ γιόκας μου, ποὺ τὴν εὐχή μου νά ῾χει…»
Κι ὅσοι εἴδαμε ἀπ᾿ τὴν κουπαστή, μᾶς λύθηκε τὸ ἀφάλι.

Γιατί μπερδεύω τούτη ἐδῶ μὲ μι᾿ ἄλλην ἱστορία;
Εἶν᾿ ἕνα χέρι ποὺ πονάει, βαρὺ καὶ λαβωμένο.
Βλέπω συχνὰ στὸν ὕπνο μου ἕνα ἄσπρο καρχαρία
μὲ περιμένει νηστικὸς ἢ ἐγὼ τὸν περιμένω;

Ἀκόμα δὲ φανήκανε κοράκια καὶ παράλια.
Ἁρμάτωσα μία καθετὴ μὲ μεσηνέζα σάπια.
Μία δεκοχτούρα ἀπ᾿ τὸ πρωὶ μοιρολογάει στὰ στράλια
ἀπάνω στὸ πλεούμενο, ποὺ περπατάει σὰν πάπια.

Νά ῾χαμε νὰ τοῦ δίναμε μία ρίζα, ἕνα χορτάρι,
ἕνα κλωνὶ βασιλικὸ τὰ χείλη νὰ δροσίσει,
ἢ νὰ τὸν κοινωνούσαμε μὲ μία τούφα χασίσι.
Θὰ ναρκωνόταν ὁ σκορπιὸς ποὺ μέσα του σαρτάρει.

Μὲ γάντζους στὸ κατάστρωμα πήδησαν οἱ Μαλαίσιοι
καὶ μαλακὰ τὸν θέσανε σὲ μία σκοινένια μπράντα.
Τοῦ χάιδευε τὰ δάχτυλα μία μαύρη, ἡ Τζακαράντα,
καὶ μία γριὰ μαστόρισσα ποὺ βρώμαγε σὰ λέσι.

Κοιμᾶται ὀνειρευάμενος κάμπους μὲ χαμομήλια.
Ξαναγενήκαμε μεμιᾶς τὰ ροῦχα ποὺ φορᾶμε.
Βόγκει στὸ πρόσω ἡ μηχανὴ καὶ τώρα ἀνηφορᾶμε,
λειψοὶ πάνω στὸ σίδερο, μὲ κουρασμένα μίλια.

Cocos Islands 1956.
Ἀθήνα 1975

Σπουδὴ θαλάσσης
Ἀγνάντευε ἀπ᾿ τὸ κάσσαρο τὴ θάλασσα ὁ «Πυθέας»
κι ὅλο δεξιὰ κι ἀριστερὰ σκουντούφλαγε βαριά.
Κι ἀπάνω στὸ ἄρμπουρο, ὁ μουγγός, ὁ γιὸς τῆς Δωροθέας,
εἶχε κιαλάρει δύο γυμνὲς γυναῖκες στὴ στεριά.

Τότε στὴν Πίντα κλέψαμε τοῦ Ἀζτέκου τὴν κορνιόλα.
Τραγίσιο δέρμα τὸ κορμὶ καὶ μέσαθε πουρί.
Φορτίο ποντίκια καὶ σκορπιοὶ τσιφάρι, στὰ πανιόλα.
Στὸ Πάλος κουβαλήσαμε τὸ ἀγιάτρευτο σπυρί.

Καὶ προσκυνώντας τοῦ μεγάλου Χάνου τ᾿ ἀποκεῖνα
καβάλα στὶς μικρόσωμες Κινέζες στὶς πιρόγες,
-μετάξι ἀνάριο τρίχωμα, τριανταφυλλένιες ρῶγες-
φέραμε κεῖνον τὸν κλεμμένο μπούσουλα ἀπ᾿ τὴν Κίνα.

Δεμένα τὰ ποδάρια μας στοῦ Πάπα τὶς γαλέρες
κουρσεύαμε τοῦ ὠκεανοῦ τὰ πόρτα ἢ τὰ μεσόγεια.
Σπέρναμε ὅπου περνούσαμε πανούκλα καὶ χολέρα
μπερδεύοντας μὲ τὸ τρελό μας σπέρμα ὅλα τὰ σόγια.

Ὅπου γυναίκα, σὲ ναούς, καλύβα ἢ σὲ παλάτι,
σὲ κάσες μὲ μπαχαρικὰ ἢ πίσω ἀπὸ βαρέλια,
μᾶς καθαρίζαν τὶς παλιὲς πληγὲς ἀπὸ τὸ ἁλάτι,
πότε ντυμένες στὰ χρυσὰ καὶ πότε στὰ κουρέλια.

Ἀπίκου πάντα οἱ ἄγκυρες καὶ οἱ κάβοι πάντα ντούκια.
Ὀρθοὶ πάντα κι ἀλύγιστοι στὴν ἀνεμορριπή,
μασώντας, σὰν τὰ ζωντανά, μπανάνες καὶ φουντούκια,
κατάβαθα πιστεύοντας: ἁμάρτημα ἡ ντροπή.

Στὰ ὄρτσα νὰ προλάβουμε. Τραβέρσο καὶ προχώρα.
Νὰ πᾶμε νὰ προλάβουμε τὴν τελευταία ριξιὰ
σὲ κείνη τὴν ἀπίθανη σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο χώρα
ποὺ τὰ κορίτσια τό ῾χουνε στὰ δίπλα ἢ καὶ λοξά.

19.01.1975

Πικρία
Ξέχασα κεῖνο τὸ μικρὸ κορίτσι ἀπὸ τὸ Ἀμόι
καὶ τὴ μουλάτρα ποὺ ἔζεχνε κρασὶ στὴν Τενερίφα,
τὸν ἔρωτα, ποὺ ἀποτιμάει σὲ ξύλινο χαμόι,
καὶ τὴ γριὰ ποὺ ἐμέτραγε μὲ πόντους τὴν ταρίφα.

Τὸ βυσσινὶ τοῦ Τισιανοῦ καὶ τοῦ περμαγγανάτου
καὶ τὰ κρεβάτια ξέχασα τὰ σαραβαλιασμένα
μὲ τὰ λερὰ σεντόνια τους τὰ πολυκαιρισμένα,
γιὰ τὸ κορμί σου, ποὺ ἔδιωχνε τὸ φόβο τοῦ θανάτου.

Ὅ,τι ἀγαποῦσα ἀρνήθηκα γιὰ τὸ πικρό σου ἀχείλι:
τὸν τρόμο ποὺ δοκίμαζα πηδώντας στὸ κατάρτι,
τὸ μπούσουλα, τὴ βάρδια μου καὶ τὴν πορεία στὸν χάρτη,
γιὰ ἕνα δυσεύρετο, μικρὸ θαλασσινὸ κοχύλι.

Τὸν πυρετὸ στοὺς Τροπικούς, τοῦ Rio τὴ μαλαφράντζα,
τὴν πυρκαγιὰ ποὺ ἀνάψαμε μία νύχτα στὸ Μανάο.
Τὴ μαχαιριὰ ποὺ μοῦ ῾δωσε ὁ Μαγιάρος στὴν Κωστάντζα
καὶ «Σὲ πονάει μὲ τὴ νοτιά; – Ὄχι ἀπ᾿ ἀλλοῦ πονάω.»

Τοῦ τρατολόγου τὸν καημό, τοῦ ναύτη τὴν ὀρφάνια
τοῦ καραβιοῦ ποὺ κάθισε τὴν πλώρη τὴν σπασμένη.
Τὶς ξεβαμμένες στάμπες μου, πού ῾χα γιὰ περηφάνια
γιὰ σένα, ποὺ σαλπάρισες, γολέτα ἁρματωμένη.

Τί νὰ σοῦ τάξω, ἀτίθασο παιδί, νὰ σὲ κρατήσω;
Παρηγοριά μου ὁ σάκος μου, σ᾿ Ἀμερικὴ κι Ἀσία.
Σύρμα ποὺ ἐκόπηκε στὰ δυὸ καὶ πῶς νὰ τὸ ματίσω;
Κατακαημένε, ἡ θάλασσα μισάει τὴν προδοσία.

Κατέβηκε ὁ Πολύγυρος καὶ γίνηκε λιμάνι.
Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρὶς φανάρια,
ἀπόψε ποὺ ἀγκαλιάστηκαν Ἑβραῖοι καὶ Μουσουλμάνοι
καὶ ταψιδέψαν τὰ νησιὰ στὸν πόντο, τὰ Κανάρια.

Γέρο, σοῦ πρέπει μοναχὰ τὸ σίδερο στὰ πόδια,
δύο μέτρα καραβόπανο, καὶ ἀριστερὰ τιμόνι.
Μία μέδουσα σὲ ἀντίκρισε γαλάζια καὶ σιμώνει
κι ἕνας βυθὸς ποὺ βόσκουνε σαλάχια καὶ χταπόδια.

07.02.1975

Νανούρισμα
Γιὰ μωρὰ καὶ γιὰ γέρους.

Πρώτη μέρα τοῦ Μαγιοῦ
πάει τὸ clipper τοῦ τσαγιοῦ.

Νὰ προλάβει τὴ Σαγκάη,
νὰ φορτώσει τὸ ἄσπρο τσάι.

Μὰ στοῦ νότου τὰ νησιά,
στὸ στενὸ του Μακασάρ,

τὸ κουρσεύουν πειρατές,
καὶ δὲ γύρισε ποτές.

Στέρνουν ἕνα μπριγκαντίνι,
ὅλο ἀσένιο, στὸ καντίνι.

Μὰ ὄξω ἀπὸ τὴ Βαρκελώνα
τὸ μπατάρει μιὰ χελώνα,

μία χελώνα θηλυκιά,
γκαστρωμένη καὶ κακιά.

Μὰ ἕνας Κεφαλλονίτης,
κειοπίσω ἀπ᾿ τὴ Δολίχα,

τραμπάκουλο ἁρματώνει
καὶ τὸ βαφτίζει Τρίχα.

Καβατζάρει τὸ Σχινάρι,
τόνε κλαίγαν κι οἱ γαϊδάροι.

Βγαίνει ἀπὸ τὴ Τζιμπεράλτα
δίχως μπούσουλα καὶ χάρτα.

Ὄξω ἀπ᾿ τὴ Μαδαγασκάρη
ὁ καιρὸς ἔχει λασκάρει.

Κατεβάζει τὰ πινά του
καὶ ψειρίζει τ᾿ ἀχαμνά του.

Τόνε πιάνουνε κουρσάροι
μὰ τοὺς τάραξε στὸ ζάρι.

Μαχαιρώνει τὴ χελώνα
καὶ ξορκίζει τὸν κυκλώνα.

Ἀριβάρει στὸ Μακάο
μ᾿ ἕνα φόρτωμα κακάο.

Ὅμως βρέθηκε στ᾿ ἀμπάρι
ὅλο φούντα καὶ μπουμπάρι.

Ἀφοῦ τὸ μοσκοπούλησε
στὴ λίρα κολυμπάει

Τσοὺ χαιρετάει κινέζικα
καὶ πάει γιὰ τὴ Μπομπάη.

Τόνε πιάνουν Μουσουλμάνοι
τοῦ φορέσανε καφτάνι.

Τὸν βαφτίζουν Μουχαμέτη
καὶ τοῦ κάνουνε σουνέτι.

Τσοὺ μαθαίνει σκορδαλιὰ
καὶ τὸν κάνουν βασιλιά.

Τό ῾σκασε νύχτα μὲ μουσώνα
μ᾿ ὅλο τὸ βιὸς σὲ μιὰ κασώνα.

Τὸ μωρό μας μὲ κλωτσάει.
«Τί θὰ γίνει μὲ τὸ τσάι;
Πνίξε πιὰ τὸ βασιλιά!»

Ἄ, τὸ πίνουν οἱ Κινέζοι
σιωπηλοὶ γουλιὰ γουλιά.

Marco Polo
Σοῦ ἱστόρησα τὸ Λύκανδρο, τὴν πονηρὴ ἀλεποῦ,
καὶ πὼς τὸ γρήγορο μανγκοὺστ παλεύει μὲ τὰ νάγια.
Ποῦθ᾿ ἔρχεται ὁ πικρὸς καφές, τὸ σάνταλο ἀπὸ ποῦ.
Καὶ φτάσαμε στῆς Βενετιᾶς τὰ θαυμαστὰ καρνάγια.

Σὲ ντύνουν καὶ σὲ γδύνουνε καλόγνωμα κορίτσια,
τό ῾να, ἡ Νικὸλ ποὺ μύριζεν ἀμπέλια ἀπ᾿ τὴ Λορραίνη.
Τούτη, εἶχε τὰ μαλλιὰ χρυσά, ἡ ἄλλη κοντὰ καὶ ρίτσια.
Ἡ ἀνάσα τους ἡ τρυφερὴ κι ἐπίσκοπο μωραίνει.

Ἀρχίζει: O Marco φόραγε μεταξωτὸ σωκάρδι
καὶ μάλλινο μὲ κόκκινα κεντίδια κοντογούνι.
Στὴν πιάτσα παίζανε σπαθὶ Βυζαντινῶν μπαστάρδοι
καὶ διαβαιναν ἀρχόντισσες, ἑταῖρες καὶ σπιγοῦνοι,

Σκλαβόνοι, ἀποκρισάτορες καὶ σιδεροντυμένοι.
Πέρασε μία καὶ σοῦ ῾δειξε τὰ κάτασπρά της δόντια.
Στάθηκε, ἀπόκριση ζητᾶ, κι ἀκόμα περιμένει.
Κοιτοῦσες τὰ τριπόντια.

Νύχτωσε. Ἀλλάξαν οἱ φρουρές. Στοῦ Ριάλτο τὸ παζάρι
σκατζάρουνε μὲ μάλαμα, σπυρὶ σπυρὶ μπαχάρι.
Ξεφόρτωναν γονατιστὲς καμῆλες οἱ Μπουχάροι
καὶ σοῦ ῾χε ἐκείνη ἡ μυρωδιὰ τὰ μέντε συνεπάρει.

Οἱ Τοῦρκοι ἀναβανε φωτιὲς τριγύρω ἀπ᾿ τὸ Σαράι
καὶ κάθε φλόγα ψήλωνε τελώνια καὶ ζιζάνια.
Στὸ μότζο βγαίν᾿ ἡ μάνα σου καὶ πρὸς τὰ κεῖ τηράει.
-Γιόκα μου Μάρκο, γύρισε, παγῶσαν τὰ λαζάνια.

Τὸ Νικολὸ καὶ τὸ Ματέο τοὺς ἔχει λησμονήσει.
Καιρὸ πολὺ τοὺς πρόσμενε, μὰ τώρα δὲν τὴ μέλει.
-Μία μονοβύζω τοὺς κρατάει σὲ κάποιο ἐρημονήσι.
Μὰ ἐτοῦτο, ποὺ τὸ τάγιζε καρύδι μὲ τὸ μέλι …

… Κι ἔφυγε ἀπὸ τὴ μάνα του καθὼς ἐφύγαν κι ἄλλοι.
Πῆγε, μὰ δὲ γονάτισε μπρὸς στὸ μεγάλο Χάνο.
Φίλιππε, ἀποκοιμήθηκες κρατώντας κανοκιάλι.
Ἀποκοιμήθηκα κι ἐγὼ … καὶ τ᾿ ἄλλα, τὰ ξεχάνω.

Βενετία 03.04.1972

Παιδεία
Φαίνανε πανὶ στὸν ἀργαλειὸ
καὶ σὲ ταρσανᾶ ξομπλίαζαν κατάρτι
ἀντικρὺ στὸ Νήρυτο καὶ στὸ Δασκαλιὸ
γιὰ ἕνα κοριτσάκι ἀπὸ τὴ Σπάρτη.

Κι ἄρχισε μία τέτοια φασαρία,
πῆρε πέντε τοῦμπες ἡ Ἱστορία.

Κέρδισε τὴ νίκη μία φοράδα
δίχως νοῦ καὶ δίχως γρηγοράδα –
τό ῾γραψε κι ὁ Γέρος στὴν Ἰλιάδα.

Φύγαμε μπατίδοι ἀπὸ τὴν Τροία.
Ἔχω καὶ χαρτὶ καὶ μαρτυρία.
Δὲ θυμᾶμαι μόνο τὴν πορεία.

Σίγουρα κυβέρναγε τὸ διάκι
ἕνας γιὸς τσοπάνου ἀπὸ τὸ Θιάκι.

Εἶχε δαγκωνιὰ στὸ μάγουλό του
ποὺ καὶ κείνη βγῆκε σὲ καλό του.

Γιὰ τὴ ναυτοσύνη δάσκαλο εἶχα
ἕνα γεμιτζῆ ἀπὸ τὴ Δολίχα.

Τσοῦρμο ἀπὸ Κάστο κι ἀπὸ Ἐχινάδες,
ὅλοι τους παιδιά: κλάφτε, μανάδες.

Χίπηδες λεβέντες μὲ μαλλιὰ δασά,
κι ἦταν οἱ χιτῶνες μας τσαντίρια.
Μᾶς ξεπροβοδίζαν ξένα τρεχαντήρια,
πούπουλο κρεβάτι καὶ καλὰ κρασιά.

Κάπου ἐκεῖ κοντὰ στοὺς Λαιστρυγόνες
ἀγκαστρώσαμε ὅλες τὶς γοργόνες.

(Ἂν τὰ τελευταῖα τὰ γράφω πρῶτα
εἶναι ποὺ μπερδέψαμε τὴ ρότα.)

Εἶχες καὶ τὸ φόβο τῆς τιμῆς σου.
Οἱ ἀνθρωποφάγοι τὰ σκυλιά,
πρὶν σὲ φᾶν᾿, σοῦ κάναν τὴ δουλειά,
γιὰ νὰ νοστιμίσει τὸ κορμί σου.

Σμίξαμε κοντὰ στὴν Ἀσκανία
μὲ τοὺς κατεργάρηδες τοῦ Αἰνεία.
Πήγαμε ὅλοι τσοῦρμο στὰ πορνεῖα.

Κεῖνες οἱ ρουφιάνες τ᾿ ἀποσπόρια,
πῆγαν καὶ τοὺς κάψαν τὰ παπόρια.

Νὰ καὶ ἡ Ναυσικὰ ἀπὸ τσοὺ Κορφοὺς
τυλιγμένη μὲς στὴ σαπουνάδα.
Εἶχε τρεῖς φονιάδες ἀδερφοὺς
κάπου στὸ Μαντούκι, στὴ Σπιανάδα.

Φαῖνε, Πηνελόπη, τὸ πανί σου,
κλώσσαγε τὴν τίμια ἀναμονή σου.

Τοῦ θεοῦ τὸ ἀσκί, τοῦ Αἰόλου,
μᾶς σκορπάει κατὰ διαόλου.

Τὴν εὐχή μου! Βρέστε μου, παιδιά,
κάτι νὰ ριμάρει μὲ παιδεία.
Θέλει καὶ κουράγιο, καὶ καρδιά.
Ὅλοι μία φωνή : – Ἕνα … δύο …

Ἀθήνα 1974

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1938

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Picture

Γεννήθηκε το 1931 στην Αθήνα, όπου και ζεί. Παντρεύτηκε τον μαθηματικό και ποιητή Άθω Δημουλά, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Εργάστηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος. Το 2002 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Θέματα που κυριαρχούν στα ποιήματά της είναι η απουσία, η φθορά, η απώλεια, η μοναξιά και ο χρόνος. Χαρακτηριστικά της ποίησής της είναι η προσωποποίηση αφηρημένων εννοιών, η ασυνήθιστη χρήση κοινών λέξεων και η πικρή φιλοπαίγμων διάθεση.
Βραβεία Τιμήθηκε το 1972 με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Το λίγο του κόσμου, το 1989 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Χαίρε ποτέ και το 1995 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης. Η Association Capitale Européenne des Littératures έχει ήδη αναγγείλει τη βράβευσή της, τον Μάρτιο του 2010, με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας. Ποιήματα της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα ιταλικά, τα πολωνικά, τα βουλγαρικά, τα γερμανικά και τα σουηδικά.
Συλλογές – Κείμενα

  • Ποιήματα 1952
  • Έρεβος 1956, Στιγμή 1990
  • Ερήμην Δίφρος 1958, Στιγμή 1900
  • Επί τα ίχνη, Φέξης 1963, Στιγμή 1989
  • Το λίγο του κόσμου 1971, Νεφέλη 1983, Στιγμή 1900
  • Το τελευταίο σώμα μου, Κείμενα 1981, Στιγμή 1989
  • Χαίρε Ποτέ, Στιγμή 1988
  • Η εφηβεία της λήθης, Στιγμή 1994
  • Ενός λεπτού μαζί, Ίκαρος 1998
  • Ποιήματα ( Συγκεντρωτκή έκδοση ), Ίκαρος 1998
  • Ήχος Απομακρύνσεων, Ίκαρος 2001
  • Ο Φιλοπαίγμων μύθος, Ίκαρος 2004 (Ομιλία κατά την τελετή αναγόρευσής της ως μέλους της Ακαδημίας Αθηνών)
  • Εκτος σχεδίου, Ίκαρος 2005 (πεζά κείμενα)
  • Χλόη θερμοκηπίου, Ίκαρος 2005
  • Συνάντηση Γιάννης Ψυχοπαίδης, Κική Δημουλά, Ίκαρος 2007 (Ανθολογία με ζωγραφικά σχόλια του Γιάννη Ψυχοπαίδη)
  • Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, Ίκαρος 2007


Γεννήθηκε το 1931 στην Αθήνα, όπου και ζεί. Παντρεύτηκε τον μαθηματικό και ποιητή Άθω Δημουλά, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Εργάστηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος. Το 2002 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Θέματα που κυριαρχούν στα ποιήματά της είναι η απουσία, η φθορά, η απώλεια, η μοναξιά και ο χρόνος. Χαρακτηριστικά της ποίησής της είναι η προσωποποίηση αφηρημένων εννοιών, η ασυνήθιστη χρήση κοινών λέξεων και η πικρή φιλοπαίγμων διάθεση.
Βραβεία Τιμήθηκε το 1972 με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Το λίγο του κόσμου, το 1989 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Χαίρε ποτέ και το 1995 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης. Η Association Capitale Européenne des Littératures έχει ήδη αναγγείλει τη βράβευσή της, τον Μάρτιο του 2010, με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας. Ποιήματα της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα ιταλικά, τα πολωνικά, τα βουλγαρικά, τα γερμανικά και τα σουηδικά.
Συλλογές – Κείμενα

  • Ποιήματα 1952
  • Έρεβος 1956, Στιγμή 1990
  • Ερήμην Δίφρος 1958, Στιγμή 1900
  • Επί τα ίχνη, Φέξης 1963, Στιγμή 1989
  • Το λίγο του κόσμου 1971, Νεφέλη 1983, Στιγμή 1900
  • Το τελευταίο σώμα μου, Κείμενα 1981, Στιγμή 1989
  • Χαίρε Ποτέ, Στιγμή 1988
  • Η εφηβεία της λήθης, Στιγμή 1994
  • Ενός λεπτού μαζί, Ίκαρος 1998
  • Ποιήματα ( Συγκεντρωτκή έκδοση ), Ίκαρος 1998
  • Ήχος Απομακρύνσεων, Ίκαρος 2001
  • Ο Φιλοπαίγμων μύθος, Ίκαρος 2004 (Ομιλία κατά την τελετή αναγόρευσής της ως μέλους της Ακαδημίας Αθηνών)
  • Εκτος σχεδίου, Ίκαρος 2005 (πεζά κείμενα)
  • Χλόη θερμοκηπίου, Ίκαρος 2005
  • Συνάντηση Γιάννης Ψυχοπαίδης, Κική Δημουλά, Ίκαρος 2007 (Ανθολογία με ζωγραφικά σχόλια του Γιάννη Ψυχοπαίδη)
  • Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, Ίκαρος 2007

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1937

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Picture

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (4 Μαρτίου 18513 Ιανουαρίου 1911) ήταν κορυφαίος Έλληνας λογοτέχνης, επονομαζόμενος ο “Άγιος των ελληνικών γραμμάτων”. Έγραψε ηθογραφικά διηγήματα και μυθιστορήματα, τα οποία κατέχουν περίοπτη θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία και έχουν αναγνωριστεί διεθνώς ως συγγραφικά αριστουργήματα.

Ο ίδιος σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα ιστορεί τη ζωή του:

“Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθω, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπήγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἤλθα εἰς Ἀθήνας καί ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ’ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰ ξένας γλώσσας.

Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἴτα ἔγραφα στίχους, καί ἐδοκίμαζα να συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη “ἡ Μετανάστις” ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν “Σωτήρα”. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη “Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν” εἰς τὸ “Μὴ χάνεσαι”. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καί ἐφημερίδας.”

Πρώιμη περίοδος
Ο Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο το 1851 και γονείς του ήταν ο ιερέας Αδαμάντιος Εμμανουήλ και η Αγγελική (Γκιουλώ) το γένος Μωραϊτίδη. Μεγάλωσε ανάμεσα σε εννιά παιδιά (τα δυο πέθαναν μικρά) με το φόβο του Θεού καί εξοικειώθηκε νωρίς με τα εκκλησιαστικά πράγματα, τη θρησκευτική ατμόσφαιρα, τις λειτουργίες, τα ξωκκλήσια καί την ήσυχη ζωή του νησιώτικου περίγυρου. Όλα αυτά του διαμόρφωσαν μια χριστιανοπρεπή ιδιοσυγκρασία, πού τη διατήρησε με πείσμα ως το τέλος της ζωής του.

Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο νησί του, εσωτερικός στην Ι. Μονή του Ευαγγελισμού. Φοίτησε ( με πολλές διακοπές λόγω οικονομικών δυσκολιών) στο Γυμνάσιο στη Χαλκίδα, τον Πειραιά καί το τελείωσε στο Βαρβάκειο της Αθήνας. Πάντα φτωχός άρχισε από μαθητής να κερδίζει το ψωμί του με παραδόσεις καί προγυμνάσεις μαθητών. Το 1872 επισκέφτηκε το Άγιο Όρος μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Διανέλο, αργότερα μοναχό Νήφωνα, όπου παρέμεινε οκτώ μήνες ως δόκιμος μοναχός. Μη θεωρώντας τον εαυτό του άξιο να φέρει το “αγγελικό σχήμα” επέστρεψε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου, την οποία, με όλες τις προσπάθειες που έκανε, δεν την τελείωσε, γιατί η φτώχεια, η ανέχεια και η επισφαλής υγεία του, του στάθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια. Το ότι δεν πήρε το δίπλωμα του στοίχισε στον πατέρα του, ο οποίος τον περίμενε να γυρίσει καθηγητής στο νησί και να βοηθήσει τίς τέσσερεις αδελφές του. Οι τρεις από αυτές παρέμειναν ανύπαντρες καί του παραστάθηκαν με αφοσίωση, σε όλες τις δύσκολες στιγμές του, όπως όταν απογοητευμένος από τη ζωή της Αθήνας, αναζητούσε καταφύγιο στη Σκιάθο. Οι οικονομικές του ανάγκες ήταν πολλές καί σύντομα αναγκάστηκε επιστρέψει στην Αθήνα.

Η συγγραφική του πορεία
Από τη στιγμή που γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο άρχισε να δημοσιογραφεί καί νά κάνει μεταφράσεις από τα Γαλλικά και Αγγλικά, που είχε μάθει σε βάθος και πού λίγοι τα γνώριζαν τόσο καλά στην εποχή του. Οι απολαβές του όμως ήταν πενιχρές και αναγκαζόταν να ζει σε φτωχικά δωμάτια, όντας πάντα ολιγαρκής καί λιτοδίαιτος.

Η θέση του καλυτέρεψε κάπως, όταν γνωρίστηκε με τον αλησμόνητο καί προοδευτικό δημοσιογράφο Βλάση Γαβριηλίδη, που ίδρυσε την περίφημη για την εποχή της εφημερίδα “Ακρόπολη”. Η ζωή του όμως δεν άλλαξε. Αν και η αμοιβή του από την εργασία του στην “Ακρόπολη” ήταν υπέρογκη (έπαιρνε 200 και 250 δραχμές το μήνα) και αρκετά από συνεργασίες του σε άλλες εφημερίδες καί περιοδικά, που ήταν περιζήτητες, η οικονομική του κατάσταση στάθηκε για πάντα η αδύνατη πλευρά του. Γιατί είναι σπάταλος, κακοδιοίκητος, άταχτος. Όταν πάρει το μισθό του, θα πληρώσει τα χρέη του στην ταβέρνα του Κεχριμάνη, (πού έτρωγε είκοσι εφτά ολόκληρα χρόνια) θα δώσει το νοίκι, θα στείλει στη Σκίαθο, θα μοιράσει στους φτωχούς, θα σπαταλήσει σαν άρχοντας μ’ ανοιχτό χέρι, χωρίς υπολογισμό, χωρίς σκέψη της αυριανής μέρας. Κι έτσι θα μείνει, όπως πριν, απένταρος, στενοχωρημένος, χωρίς να μπορέσει να πάρει ένα μαντίλι, ένα πουκάμισο, να κάνει μια φορεσιά ρούχα, πού τόσο είχε ανάγκη. Κι αυτή η ιστορία γίνεται πάντα, τα παθήματα δεν του γίνονται μαθήματα, να βάλει μια τάξη στη ζωή του. Εμεινε για πάντα άτσαλος, αδέξιος, άψήφιστος, αδιάφορος. Δεν είναι άξιος να περιποιηθεί τον εαυτό του, η ανεμελιά του δεν έχει όρια, και συνοδευμένη από κάποια φυσική ραθυμία καί νωθρότητα, με μια πλήρη αδιαφορία για τα βιοτικά, τον κρατά σε μια άξιολύπητη αθλιότητα. Άπλυτος, απεριποίητος, σχεδόν κουρελής, δεν νοιάζεται για τίποτα. Ενώ μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια γιατί είναι λιτότατος καί ασκητικός, σκορπάει τα λεπτά του, και μόνο κάθε πρωτομηνιά έχει χρήματα στην τσέπη του, “Κατ’ έκείνην την ήμέραν συνέβη να είμαι πλούσιος..” γράφει κάπου. Ενδεικτικό της σχέσης του με τα χρήματα είναι το περιστατικό που αναφέρει ο Παύλος Νιρβάνας: όταν ο Παπαδιαμάντης ξεκίνησε τη συνεργασία του με την εφημερίδα “Το Άστυ”, ο διευθυντής του προσέφερε μισθό 150 δραχμές. Η απάντηση του Παπαδιαμάντη ήταν: “Πολλές είναι εκατόν πενήντα. Με φτάνουνε εκατό.” Η βασανισμένη αυτή ζωή, η εντατική εργασία, το ξενύχτι και προπάντων το πιοτό που σιγά-σιγά του έγινε πάθος, το τσιγάρο και η καθημερινή υπερβολική κούραση του κατάστρεψαν την υγεία καί τον έφεραν πρόωρα στο θάνατο.

Μα και γενικά στη ζωή του ήταν απλησίαστος. Του άρεσε η μοναξιά και η απομόνωση. Δεν έπιανε εύκολα φιλίες, και ήταν πάντα επιφυλακτικός, κλεισμένος στον εαυτό του. Ελάχιστοι ήταν οι φίλοι του, οπως ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης και ένας δυο άλλοι. Ακόμα και προς τον Βλάση Γαβριηλίδη, που του στάθηκε ως πατέρας, και τον ενθάρρυνε και τον βοηθούσε πάντα, σε κάθε δύσκολη στιγμή του, δεν του έδειξε την αγάπη, που ίσως θα έπρεπε. Του άρεσε να ζει στον κλειστό έσωτερικό του κόσμο και να ζητεί την πνευματική ανακούφιση, ζωγραφίζοντας τις αναμνήσεις του στα ποιήματα του και τον ποιητικότατο πεζό του λόγο στα διάφορα διηγήματα του, που τα περισσότερα ξαναζωντανεύουν τους παλιούς θρύλους του πανέμορφου νησιού του.

Αυτός ο περίεργος και απόκοσμος τρόπος ζωής με την παράλληλη προσήλωσή του στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τη λειτουργική της παράδοση τον έκαναν να ομοιάζει με κοσμοκαλόγερο. Συνήθιζε να ψάλει στον Ι. Ναό Αγίου Ελισαίου ως δεξιός ψάλτης, στον ίδιο ναό έψαλε ως αριστερός ψάλτης ο εξάδελφός του Αλέξανδρος Μωραϊτίδης ενώ εφημέριος ήταν ο Άγιος παπα Νικόλας Πλανάς.

Τα τελευταία χρόνια
Η ζωή του Παπαδιαμάντη μέρα με τη μέρα γινόταν δυσκολότερη. Η φτώχεια, το ποτό και η ασυλόγιστη απλοχεριά του έγιναν αιτία να φτάσει σε απελπιστική κατάσταση, παράλληλα με την επιβάρυνση της υγείας του. Οι φίλοι του, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, Παύλος Νιρβάνας, Δημήτριος Κακλαμάνος, Αριστομένης Προβελέγγιος κ.α, διοργάνωσαν μια γιορτή στον Φιλολογικό Σύλλογο “Παρνασσός” το 1908, για τα λογοτεχνικά είκοσιπεντάχρονά του και κατάφεραν να συγκεντρώσουν ένα χρηματικό ποσό, προκειμένου να βγει από το οικονομικό αδιέξοδο. Πράγματι, ο Παπαδιαμάντης κατόρθωσε να πληρώσει τα χρέη του, να αγοράσει για πρώτη φορά καινούρια ρούχα κι ετοιμάστηκε να επιστρέψει στη Σκιάθο. Μάταια ο Νιρβάνας (γιατρός ο ίδιος) προσπάθησε ώστε να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Στα τέλη του Μαρτίου του 1908 έφυγε για το νησί του, με σκοπό να μην ξαναγυρίσει στην πόλη “της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών…”, όπως ο ίδιος έγραψε.

Στο νησί του, εξακολούθησε να κάνει τις μεταφράσεις που του έστελνε ο Γιάννης Βλαχογιάννης, για να έχει κάποιον πόρο ζωής, μα υστέρα από λίγο τα χέρια του πρήστηκαν και του ήταν δύσκολο να γράφει. Το ημερήσιο πρόγραμμά του περιλάμβανε πολύ πρωινό ξύπνημα, μια βόλτα στην ακρογιαλιά κι ύστερα εκκλησία, αποζητώντας τη λύτρωση της θρησκευτικής γαλήνης. Μαζεύοντας τα ιστορικά του νησιού και τα παλιά χρονικά, συνέθεσε τα τελευταία του διηγήματατα πιο ώριμα και πιο ολοκληρωμένα.

Ο Παπαδιαμάντης πέθανε τον Ιανουάριο του 1911, υστέρα από επιδείνωση της υγείας του. Η κηδεία του τελέστηκε μέσα στο πένθος όλων των απλών ανθρώπων του νησιού. Με την είδηση του θανάτου του, το πένθος έγινε πανελλήνιο. Έγιναν επίσημα μνημόσυνα στην Αθήνα, στην Πόλη, στην Αλεξάνδρεια κι άλλου. Ορισμένοι ποιητές έγραψαν εγκωμιαστικά τραγούδια (Μαλακάσης, Πορφύρας κ.α.) και τα φιλολογικά περιοδικά της εποχής εξέδωσαν τιμητικά τεύχη, αφιερωμένα στη μνήμη του. Ο εκδοτικός οίκος Φέξη, λίγο αργότερα άρχισε την έκδοση των έργων του, που έφτασαν τους έντεκα τόμους. Στα 1924, ο Ελευθερουδάκης εξέδωσε τα Απαντά του με αρκετά ανέκδοτα διηγήματα. Το 1925 πραγματοποιήθηκε η γιορτή των αποκαλυπτηρίων της προτομής του στη Σκίαθο, ενώ στίς εφημερίδες Ελεύθερον Βήμα καί Πολιτεία δημοσιεύτηκαν τα τελευταία άγνωστα διηγήματα του. Το 1933, επισκέφτηκαν τη Σκιάθο τετρακόσιοι Γάλλοι διανοούμενοι, που μαζί με εκατόν πενήντα Έλληνες λογοτέχνες και άλλους θαυμαστές του, μίλησαν μπροστά στην προτομή του για το έργο του. Διηγήματα του Παπαδιαμάντη άρχισαν να εκδίδονται στα γαλλικά καί πολλοί Γάλλοι ελληνιστές ασχολήθηκαν πλατύτερα με το έργο του. Το 1936 ο Γιώργος Κατσίμπαλης ετοίμασε την πρώτη βιβλιογραφία του ενώ ξεκίνησε από τους Έλληνες λογοτέχνες η συστηματική κριτική του έργου του, άλλοτε θετική και άλλοτε αρνητική. Αν και η βιβλιογραφία γύρω από τη ζωή του είναι τεράστια, τόσο σε έκταση όσο και σε ποικιλία, σοβαρά κριτικά άρθρα δεν υπάρχουν ως το 1935, τα οποία να ανταποκρίνονται σε μία αντικειμενική μελέτη του έργου του.

Το έργο του
Μέσα στα περισσότερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, του συγγραφέα και ύμνητή του ρόδινου νησιού του”, θρασσομανάν οι ρεματιές, οι χαράδρες, οι αναβασιές, τα υψώματα, με διαφορετική το καθένα βλάστηση, όσο και η θαλασσινή του διαμόρφωση, με τ’αμέτρητα λιμανάκια, τους κόρφους και τους κάβους, τους γκρεμούς, τις σπηλιές, τα νησάκια, τις αμμουδιές, τ’ ακρογιάλια, με διαφορετική το καθένα μορφή, αλλού χαλίκια, αλλού χοντρά βότσαλα, αλλού χρυσαφένια δαντελώματα, αλλού αμμουδερά ονειρεμένα ακρογιάλια, οπως οι περίφημες κουκουναριές, που τα δέντρα τους περπατούν πάνω στο διάπλατο ασημένιο γιαλό και θαρρείς πως είναι έτοιμα να βουτήξουν μέσα στη θάλασσα. Αυτές οι αλησμόνητες παιδικές μνήμες περνοδιαβαίνουν στη σκέψη του Παπαδιαμάντη ασταμάτητα και του κρατούν συντροφιά στην ατελείωτη μοναξιά του. Κι όταν πια ο καημός του γίνει στοιχειό και άλλο δε βαστιέται, ο Παπαδιαμάντης τα κάνει διηγήματα, κεντημένα με ποιητικό μαγνάδι, ντύνοντας τα με τα θρησκευτικά βιώματα του ή τη ζωή, τα βάσανα, τους καημούς και τις μικροχαρές της σκιαθίτικης φτωχολογιάς. Οι ήρωες του είναι ψαράδες, αγρότες, ιερωμένοι, μετανάστες, πολυφαμελίτες, εργένηδες, αναξιοπαθούσες χήρες, όμορφες ορφανές ή κακομούτσουνες μάγισσες και λογής-λογιών αγύρτισσες.

Και όταν δεν κάνει τέχνη τις παιδικές του αναμνήσεις, τότε παίρνει τα θέματα του από τη ζωή των φτωχογειτονιών της Αθήνας, Το υπόστρωμα, συνήθως, είναι θρησκευτικό. Το εξωτερικό περιβάλλον περιγράφεται με αληθινή λατρεία προς τη φύση. Υπάρχει όμως καί μια οξύτατη ψυχολογική περιγραφή, μια εύστοχη διείσδυση στα κατάβαθα του ψυχικού κόσμου των ηρώων του, που έκανε τόση εντύπωση και στην εποχή του, που πολλοί τον παρομοίωσαν με τον Ντοστογιέφσκι.

Ολόκληρη η ουσία της πεζογραφίας του περικλείεται μέσα σε μια φράση που ο ίδιος μας άφησε : “Το έπ έμοι, ενόσω ζω, και αναπνέω καί σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν, καί να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη”.

Στενότερα ηθογράφος στην αρχή, πλάτυνε με τον καιρό την ηθογραφία του και την τεχνική του, ώστε να θεωρείται οτι αύτός εγκαινίασε τη διηγηματογραφία στον τόπο μας. Ο ρακένδυτος μάγος της Σκιάθου διαχύνει στο έργο του μια πλούσια σπατάλη ταλέντου, πού τον κσθιερώνει ως πρωθιεράρχη της πεζογραφίας μας. Ενα απόθεμα μνήμης τροφοδοτεί αείροα τις εμπνεύσεις του, ένας ποιητικός οίστρος τις διαποτίζει, μια μαγεία του λόγου τις μετουσιώνει. Οι ήρωες του απλοί, ταπεινοί, γραφικοί καί βασανισμένοι, γίνονται οι πυρήνες των δραματικών συγκρούσεων τους με τη ζωή, γίνονται χαρακτήρες και άνθρωποι. Η καθαρεύουσα πού χρησιμοποιεί, σπάνια γίνεται δυσνόητη, γιατί διαπνέεται από τον κραδασμό και τη θέρμη του πλέον ευσυγκίνητου ανθρωπισμού. Σιγά-σιγά όμως απλοποιούσε τη γλώσσα, βάζοντας περισσότερα λαϊκά στοιχεία, και λίγο πρίν το θάνατο του έγραψε και διηγήματα στη δημοτική γλώσσα. Τον διακρίνει ποιητικό ύφος και γόνιμη φαντασία. Σκορπάει στις σελίδες του το απόθεμα της θρησκευτικής του κατάνυξης, που τον συγκλόνισε από την παιδική του ηλικία. Δεν περιορίζεται στην περιγραφική γοητεία, αλλά εισχωρεί στο δράμα της ανθρώπινης ψυχής. Στίς εικόνες του, πού έχουν την ίδια ζωγραφική γοητεία, είτε αναφέρονται στο ηλιοπλημμυρισμένο Αιγαίο είτε στη φτωχογειτονιά της Αθήνας, εμφυσά την πνοή της λυρικής του έξαρσης, ενσταλάζει το βυζαντινό ημίφως του μυστικισμού του και αποθέτει την τρυφερότητα της χριστιανικής του αγάπης.

Εκτός από τα διηγήματα και τις νουβέλες έγραψε και ποιήματα θρησκευτικής έμπνευσης, που εξυμνούν τη μητέρα του και την Μητέρα του Κόσμου όλου, την Παναγία. Κι όμως, ο Παπαδιαμάντης που ήταν υπερήφανος για το διηγηματικό του έργο, του οποίου γνώριζε την πραγματική αξία, δεν θεώρησε ποτέ του οτι ήταν και ποιητής, αν και η ποιητική πνοή αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό και του πεζού του λόγου. Γι’ αυτόν η ποίηση υπήρξε ένα μυστικό σάλεμα της βασανισμένης του μυστικοπάθειας, χωρίς να ενδιαφέρεται για ρίμες και στολίδια κι έτσι πέτυχε μια λιτότητα ελεύθερου στίχου, που αρκετά χρόνια αργότερα έγινε, σχεδόν, μόνιμο μοτίβο της νεοελληνικής ποίησης. Αν η πεζογραφία του έχει τη δυνατότητα να αντικειμενοποιεί και τα προσωπικά του βιώματα, η ποίηση του αντίθετα, δεν εκφράζει παρά την προσωπική του εξομολόγηση.

Μερικοί φίλοι του δημοσιογράφοι: ο Γαβριηλίδης, ο Πάγκος Καμπούρογλους, ο Δημήτριος Κορομηλάς, ο Ιωάννης Ζερβός, ο Δημήτρης Χατζόπουλος (Μποέμ), είναι οι πρώτοι που μίλησαν ανεπιφύλακτα και εγκωμιαστικά για το έργο του. Όλοι όμως οι άλλοι και κυρίως οι κριτικοί λογοτέχνες: ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Άγγελος Βλάχος, ο Μιχαήλ Μητσάκης, ο Ιωάννης Δαμβέργης, ο Ιωάννης Κονδυλάκης, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ούτε λέξη για το έργο του. Τον διεκδικούν οι δημοτικιστές γιατί το έργο του ανήκει στην πρωτοπορία του καιρού του, αλλά δεν τον συμπαθούν για τη γλώσσα του. Το ίδιο οι καθαρευουσιάνοι, γιατί είναι γλωσσικά συντηρητικός, μα λογοτεχνικά έξω από το κλίμα τους. Κριτική, όσο ζούσε, εκτός από τον Παλαμά στα 1899, και τον Νιρβάνα στα 1906, δεν γράφτηκε καμιά (εκτός από τους νέους της Αλεξάνδρειας) και στα είκοσιπεντάχρονά του στον “Παρνασσό” πάλι το 1908, μόνο ο Νιρβάνας μίλησε. Μάταια, ο Γαβριηλίδης γράφει: “Δεν είναι απλούς διηγηματογράφος, είναι πνευματικός και ηθικός εργάτης, αγωνιστής της προόδου, της ενημερώσεως, της δικαιοσύνης…”. Οι επιφυλάξεις έξακολουθούν. Ο πάντα ανοιχτομάτης Ξενόπουλος διστάζει να διακηρύξει την αξία του Παπαδιαμάντη. Μόνο ο Παλαμάς, ο επισημότερος κριτικός της μεταψυχαρικής περιόδου, συνόψισε τα χαρακτηριστικά της διηγηματογραφικής φυσιογνωμίας του, που “δίνει την άϋλη χαρά της τέχνης”. “Ενα περιβόλι, γράφει, είναι ο κόσμος πού μας παρουσιάζει στις ιστορίες του (…). Παντού τα συγκεκριμένα καί τα χειροπιαστά, ζωγραφιές των πραγμάτων, όχι άρθρα (…). Πρόσωπα, όχι δόγματα. Είκόνες, όχι φράσεις. Κουβέντες, όχι κηρύγματα, διηγήματα, όχι αγορεύσεις”. Το ίδιο κάνει κι ό Νιρβάνας στα 1906 : “Εκείνος πού θα δώσει μίαν ημέραν μακρινήν(…) την εικόνα του Παπαδιαμάντη, του πρώτου καί μοναδικού της εποχής μας, δεν πρέπει να χωρίσει ποτέ τον συγγραφέα από τον άνθρωπον (…). Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι γραμματάνθρωπος, είναι ποιητής…”.

Αμέσως, όμως, μετά το θάνατο του όλοι ομόφωνα σχεδόν τον εγκωμίασαν αυθόρμητα. Ο Γρ. Ξενόπουλος τον τίμησε με μιαν από τις καλύτερες κριτικές μελέτες του : “Ο Παπαδιαμάντης (γράφει) δεν εψεύτηκε ποτέ, δεν εμιμήθη ποτέ, δεν έπροσποιήθη ποτέ, δεν εκιβδηλοποίησε ποτέ. Εκοψε μόνον ολόχρυσα νομίσματα από το μεταλλείον της ψυχής του, της αγνής καί αδιάφθορου (…). Η ψυχή του είναι καθαυτό η ρωμέικη λαϊκή ψυχή”, θεωρεί αριστούργημα του Παπαδιαμάντη την “Φόνισσαν” και την χαρακτηρίζει “τραγωδίαν μεγαλοπρεπεστάτην”. Ο Κώστας Αθάνατος κήρυξε ότι: “μετά τον Σολωμόν μόνον ο Παπαδιαμάντης υπάρχει σοβαρός εις τα νεοελληνικά γράμματα”. Ο Φώτος Πολίτης με ένα αξιοπρόσεκτο άρθρο του, ανάμεσα στα άλλα γράφει: “Ελλην γνήσιος καί συγγραφεύς ισχυρός εχάρισε σελίδας εξόχου αγνότητος και ηθικής ρώμης…”. Αργότερα τον συνέδεσε με τον Σολωμό. “Μόνο ο Παπαδιαμάντης κι ο Σολωμός, γράφει, μας έδωσαν έργα με συνολική σύλληψη ζωής, λυτρωμένα από το τυχαίο και το επεισοδιακό”. Παράλληλα με τον Πολίτη, ο Κωστής Μπαστιάς στα 1928, αγωνιζόταν να συνειδητοποιήσει στους νέους το βαθύτερο νόημα της δημιουργικής απαγγελίας του Παπαδιαμάντη. Στα 1933, ο Φάνης Μιχαλόπουλος σε μια διεξοδική μελέτη του, εκτός των άλλων τόνισε την παιδικότητα στη μορφή του Παπαδιαμάντη, και εξέτασε το κοινωνικό περιεχόμενο της τέχνης του με το πρίσμα των νέων ιδεών καί με κοινωνιολογικά κριτήρια. Ο Άγγελος Τερζάκης, ο Τέλος Άγρας και πολλοί άλλοι, νέοι τότε, έχουν τις επιφυλάξεις τους, ακόμα κι όταν στα 1933 ο Γρηγόρης Ξενόπουλος με ένα οξύτατο και αποστομωτικό άρθρο του βάζει τα πράγματα στη θέση τους: “Είναι να γελά κανείς, γράφει, με μερικούς κριτικούς, που με τα ελαττώματα (στη σύνθεση, στο ύφος, στη γλώσσα) αυτά, μαζί με την έλλειψη τάχα «κοινωνικού περιεχομένου», τα θεωρούν τόσο σπουδαία, ώστε ν’αρνιούνται κάθε σχεδόν αξία στον Παπαδιαμάντη (…). Ετσι περιφρονητικά τον ονομάζουν ηθογράφο, ενώ είναι ένας μεγάλος ψυχογράφος και δημιουργός. Βρίσκουν στενό τον ορίζοντά του, ενώ το έργο του, αυτό το σκιαθίτικο, είναι κόσμος ολόκληρος και φωνάζουν πως δεν υπάρχουν «ιδέες», εκεί που δεν έπρεπε να βλέπουν παρά την ιδέα της τέχνης, την αλήθεια και την ομορφιά”. Και τελειώνει το άρθρο του ο Ξενόπουλος με τη διαπίστωση, πως ο Παπαδιαμάντης είναι “δημιουργός συγγραφέας, αξεπέραστος ακόμα από τους κατοπινούς του…”.

Στα 1937, ο Γιώργος Κοτζιούλας με μια μελέτη του προσπαθεί να αποδείξει πως η καταφρονεμένη μας νεοελληνική ηθογραφία είναι “ο ώριμος καρπός της εθνικής λογοτεχνίας μας” και ειδικότερα ο Παπαδιαμάντης είναι “ο μόνος μας μεγάλος συγγραφέας, που βγήκε από το λαό κι αφιερώθηκε σ’ αυτόν”. Τελευταίος στην περίοδο αυτή είναι ο χαρακτηρισμός του Μ. Μαλακάση, που θεωρεί τον Παπαδιαμάντη ποιητή του σκιόφωτος, αυτόματο δημιουργό ανθρώπων και λυρικών καταστάσεων. “Πνεύμα θεού φυσούσε καί γεννούσε και ανάσταινε. Ανάσταινε πράγματα καί πρόσωπα… Είναι περισσότερο εκκλησιαστικός, παρά θρήσκος. Σοφός, αλλά γυμνωμένος από κάθε αγκάθι σοφίας. Είναι μέγας στην αληθινή σημασία της λέξεως. Είναι κλασικός. Ομοιος σε πολλά με τον Ντοστογιέφσκι, στερείται την εφευρετικότητα του μεγάλου Ρώσου καί σώζεται από το καθετί, που θα έκανε το έργο του ν’αρρωσταίνει ψυχές… Ποιητές και πεζογράφοι ελάχιστοι στο ανάστημα του”, θαυμαστής του Παπαδιαμάντη στάθηκε και ο Ζαν Μορεάς, που χαρακτήρισε το “Μοιρολόγι της φώκιας” αριστούργημα της παγκόσμιας φιλολογίας και υποσχέθηκε πώς θα το μεταφράσει κιόλας.

Θεμελιακός, όμως, σταθμός όλης της κριτικογραφίας στάθηκε η μεγάλη φιλολογική μελέτη του Γιώργου Βαλέτα, για τη ζωή, το έργο καί την εποχή του Παπαδιαμάντη που είδε το φως το Μάιο του 1940, και βραβεύτηκε με το Α’ Βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών. Η μελέτη αυτή, πραγματικά αποτελεί ένα ορόσημο (αναθεωρημένη το 1955 απο τον ίδιο) στην κριτική θεώρηση του συγγραφέα. Υστερα ήρθε ο πόλεμος καί η κατοχή. Κι όμως, τα Χριστούγεννα του 1941 βγήκε ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα της “Νέας Εστίας” με επιμέλεια του Γ. Βαλέτα, μέσα στο οποίο δόθηκαν τα σημαντικότερα στοιχεία για μια οριστική ιστορικοκριτική τοποθέτηση του Παπαδιαμάντη. Στο τεΰχος αυτό συνεργάζονται οι αριστείς του πνευματικού μας Παρνασσού: Άγγελος Σικελιανός, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Νίκος Βέης, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός, Δημήτριος Μπαλάνος, Άγγελος Τερζάκης, Γιάννης Χατζίνης, Δημήτριος Λουκάτος, Κωνσταντίνος Ρωμαίος, Νικόλαος Ποριώτης, Ηλίας Βενέζης, Τάκης Παπατσώνης, Μ. Καραγάτσης, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κωνσταντίνος Φαλτάιτς, Δημήτριος Εύαγγελίδης, Μιχαήλ Αργυρόπουλος, Γιώργος Κασιμάτης, Μυρτιώτισσα κ.ά. Επίσης καταχωρήθηκαν όλα τα ποιήματα των ποιητών που αφιερώθηκαν κατά καιρούς στον Παπαδιαμάντη. Στο τέλος δημοσιεύεται μια διεξοδική μελέτη του Πέτρου Χάρη που εξαίρει στον Παπαδιαμάντη τρείς αξίες: “Ό πεζογράφος που έμεινε όσο έπρεπε στην ηθογραφία, και προχώρησε οταν έπρεπε στην ψυχογραφία. Ο θαλασσογράφος. Ο ιδρυτής νέου λογοτεχνικού είδους, στα Ελληνικά γράμματα, της εορταστικής διηγηματογραφίας”. Καί τονίζει: “αυτός έδειξε στον πεζό μας λόγο το δρόμο της αληθινής δημιουργίας, που είναι η πορεία του αληθινού ανθρώπου.”

Το ίδιο περιοδικό (Νέα Εστία) το Μάρτιο του 1951 αφιέρωσε κι άλλο τεύχος του στον Παπαδιαμάντη για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του. Καί άλλα φιλολογικά περιοδικά του έκαμαν αφιερώματα καί νεότερες έρευνες έφεραν νέα στοιχεία βιογραφικά και έργογραφικά. Στοχαστική από κάθε πλευρά είναι η μελέτη του Μ.Μ. Παπαϊωάννου στα 1948, με τον τίτλο “Η θρησκευτικότητα του Παπαδιαμάντη”. Ο Παπαϊωάννου τοποθετεί Ιστορικά την προσωπικότητα του Παπαδιαμάντη καί πιάνει τη μορφή του συγγραφέα στίς κεντρικές της γραμμές: “Η ψυχολογία της παρακμής και η απαισιοδοξία δεν άφηναν τον Παπαδιαμάντη να χαρεί το δράμα ενός καινούριου κόσμου. Δεν ήταν δυναμικός τύπος, ηρωικός, όπως ο Παλαμάς, ο Καρκαβίτσας. Κείνοι είχαν τ’όνειρο, ο Παπαδιαμάντης τη νοσταλγία. Οί δυο τους κοιτούσαν μπροστά, ο Παπαδιαμάντης πίσω…”. Η εργασία του Παπαϊωάννου ανοίγει το δρόμο για το ξεκαθάρισμα καί την τελική αποκατάσταση του Παπαδιαμάντη.

Αξιολογότατο βιβλίο για τον Παπαδιαμάντη έγραψε ο Μιχαήλ Περάνθης με τον τίτλο “Ο Κοσμοκαλόγερος”, το οποίο ζωντανεύει τη ζωή του συγγραφέα με τη μορφή σαγηνευτικού μυθιστορήματος. Είναι ένα βιβλίο που με σεβασμό στα ιστορικά δεδομένα, είναι γραμμένο με θελκτικό υφός, ποιητικό άρωμα, δημιουργική πνοή και σωστή κατανόηση του έργου του Αγίου των Γραμμάτων μας.

Μετά την έκδοση των “Απάντων” του, η κριτική έχοντας στη διάθεση της όλο το έργο του συγγραφέα, προσπαθεί να ερμηνεύσει το έργο του άπ’όλες τις πλευρές. Ετσι οι εργασίες συνεχίζονται καί αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο τεκμήριο ότι το έργο του Παπαδιαμάντη είναι εθνικό, μεγάλο και απέραντο. Μέσα στο έργο του ο Παπαδιαμάντης μας μιλεί για την αρετή καί κακία, για τον αγώνα του εξυψωμου του Έθνους, για το Χριστιανισμό, που γι’ αυτόν δεν είναι μόνο τυφλή πίστη, είναι συστήματα ζωής και αλήθειας, για την πολιτική κατάντια του καιρού του και προτείνει τα μέτρα για την ηθική της ανάπλαση, για την παιδεία, το χτύπημα του λογιοτατισμού και την αληθινή ανόρθωσή της με το ζωντανό πνεύμα της λαϊκής παράδοσης. Χτύπησε τους γραμματοσοφιστές, τους τοκογλύφους καί τους δημαγωγούς, μας παρουσιάζει πόσο πατριώτης ήταν με τα μάτια της ψυχής του γυρισμένα στα Μεγάλα Χρόνια καί στην Πόλη και κλαίει το ξεφύλλισμα του ιδανικού της Μεγάλης Ιδέας στίς ψυχές των συγχρόνων του, μας μιλεί με πόνο στα φυλλοκάρδια του για τη λαϊκή ζωή και για το σεβασμό του προς τους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Μας έδειξε σε όλους τους τόνους την ελληνικότητα του με τίς βαθύτερες μελέτες του για την αρχαιότητα, την Αλεξανδρινή εποχή, τη Βυζαντινή, την Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, ως τη νεότερη. Μας έδωσε την ιδιότυπη γλώσσα του, που με τη συνεχή της εξέλιξη έφτασε στον ατόφιο δημοτικό λόγο, παρ’όλη την αντίθεση του στον άκρο ψυχαρισμό, μας παρουσίασε μια θρησκευτικότητα βασισμένη στις αρχές των πρώτων Χριστιανών. Αγκάλιασε την αναγέννηση με το ένα χέρι καί με τ’άλλο σφιχτά κρατώντας την παράδοση, με μια άγωνιώδικη προσπάθεια να την ανασύρει στη ζωή. Μακριά από τους λογίους, τους δημοσιογράφους, μακριά από την ψεύτικη κοινωνία της εποχής του, ζήτησε στα γραφικά ξωκκλησάκια, στους απλούς κι αδιάφορους ανθρώπους του λάου, στην αγνή και αμόλευτη φύση, στη μοναξιά και τη σιωπή, στην ψυχική και πνευματική απομόνωση, να απαλύνει την απαισιοδοξία του για τη ζωή, για το “μάταιον, το συνθηματικόν και αγοραίον πάσης ανθρωπινής αξίας”.

Το αίτημα της λογοτεχνικής δημιουργίας, που τον τυραννούσε απο μικρόν, πραγματώνεται με την πρώτη δειλή προσπάθεια, στο πρώτο του μυθιστόρημα “Η μετανάστις”. Είναι ένα έργο στα χνάρια της άγονης και στείρας εποχής του. Είναι το μυθιστόρημα του ξενιτεμένου ελληνισμού. Χτυπάει τον εκμοντερνισμό των μεταναστών, που ξέχασαν τίς γνήσιες ελληνικές παραδόσεις καί χάλασαν την ψυχή τους. Με ηρωίδα την ελληνίδα Μαρίνα Βεργίνη (μετανάστρια κι η ίδια) που κρατεί αχάλαστη την Ελλάδα μέσα της, πιστή στις εθνικές αρετές, με την αφοσίωσή της στο μνηστήρα της και μετά την εγκατάλειψή της, πληγωμένη στη λεπτή ευαισθησία της και την ευγένεια της ψυχής της οδηγείται με καρτερικότητα και άδολη αγάπη προς όλους, στον τάφο. Ο συγγραφέας ξετυλίγει τα χτυπήματα της μοίρας με τέτοια δύναμη, που υψώνει την ηρωίδα του στη μορφή της αρχαίας τραγωδίας, και μέσα από το δικό της τραγικό μεγαλείο βρίσκει την ευκαιρία να ξεγυμνώσει και να καυτηριάσει τη γύρω της διαφθορά και κακία της κοινωνίας.

Στο δεύτερο μυθιστόρημα του “Οι Εμποροι των εθνών”, ξεπερνάει την πρώτη του προσπάθεια και παρουσιάζει ένα έργο, που δεν στάθηκε μόνο σημαντική προσφορά στην εποχή του, αλλά και σήμερα μπορεί να σταθεί δίπλα στα καλύτερα ιστορικά καί ρομαντικά μας μυθιστορήματα. Μια πληθωρική φαντασία, πλαισιωμένη με την τεχνική του ταλέντου, μας έδωσε πραγματικά ένα έργο γνήσιας καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ξαναζωντανεύει τη νησιώτικη Βενετοκρατία στην πρώτη της εξόρμηση για την κατάκτηση των Κυκλάδων, και περιγράφει με δαντικές εικόνες όλη την αγριότητα των Βενετών καί των Γενοβέζων, που είχαν ως μόνο νόμο τους την αυθαιρεσία και ωμή ιδιοτέλεια. Αυτοί είναι “οι “Έμποροι των εθνών” που η δίψα του χρήματος τους μεταβάλλει σε λύκους και απαίσιους φονιάδες των ήσυχων ανθρώπων, που κατοικούν τα ειδυλλιακά και κάτασπρα φωτοπλημμυρισμένα νησιά μας.

Το τρίτο μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη “Η Γυφτοπούλα” είναι ένα συγγραφικό τόλμημα και στη σύλληψη και στη σύνθεση και στη μορφή. Δημοσιευμένη σε συνέχειες μήνες ολόκληρους στην “Ακρόπολη” του Γαβριηλίδη, είχε τόση επιτυχία στο αναγνωστικό κοινό και γενικά στους λογοτεχνικούς κύκλους, που δημιούργησε γύρω του το θρύλο του μάγου και του υπεράνθρωπου, καθώς κρυβόταν στην αφάνεια και στην ανωνυμία. “Η Γυφτοπούλα” είναι ένα μυθιστόρημα της “Άλωσης”, ο θρήνος της Πόλης, από ένα μεγαλοϊδεάτη και Βυζαντινό, τον περίφημο φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα. Για τον Παπαδιαμάντη ο Πλήθωνας είναι ένα σύμβολο, θετικό καί αρνητικό. Τον θαυμάζει για την αρχαιολατρεία του, τον αποδοκιμάζει για τη δαιμονική του πλάνη, και την άγονη προσπάθεια του, να αναβιώσει τη θρησκεία της αρχαίας Ελλάδας. Το ανακάτωμα των γύφτων στην ιστορία δίνει ένα ιδιαίτερο θέλγητρο στην πλοκή, με αναπάντεχες συμπτώσεις, που κάνουν το μυθιστόρημα ένα απέραντο περιβόλι δολοπλοκιών, με ολοκληρωμένους ήρωες, τον Πλήθωνα, την άτυχη κόρη του και τον ακόμα άτυχο ερωτά της με τον Γύφτο Μάχτο, που στην αυγή της ευτυχίας τους σκοτώνονται και οι δυο κάτω από τα συντρίμια των αγαλμάτων, που πέφτουν ξαφνικά από σεισμό. Είναι η παραμονή της “Άλωσης” της Πόλης.

Με τον “Χρήστο Μηλιόνη” ο Παπαδιαμάντης ξαναζωντανεύει τα ήρωϊκά χρόνια της Κλεφτουριάς, της εθνικής αντίστασης, όταν η λαϊκή ψυχή, παρατημένη από την ηγεσία της, πήρε στα χέρια της την τύχη του Εθνους. Είναι η πρώτη νουβέλα του Παπαδιαμάντη βγαλμένη από τις γνήσιες πηγές της ιστορίας μας και σύγχρονα ένα προανάκρουσμα της πολυφωνικής συμφωνίας της νεοελληνικής ζωής, που ετοιμαζόταν να συνθέσει με τα διηγήματα του. Ο Παπαδιαμάντης πιστεύει πώς η Επανάσταση δεν δικαιώθηκε. Ο λαός που πολέμησε για να βρει τη λευτεριά του, “απλώς καί μόνον μετήλλαξεν τυράννους”. Οι τύραννοι αυτοί είναι ξενόδουλοι, λογιότατοι γραμματοσοφιστές, που με τίς ψεύτικες εκλογές κάθονταν στην πλάτη του φτωχού λαού, που τον περιφρονούσαν κιόλας. Την άθλια αυτή μετεπαναστατική κοινωνία θέλησε να στηλιτεύσει με το έργο του αυτό. Ο “Χρήστος Μηλιόνης” είναι ένα ιστορικό λογοτέχνημα το καλύτερο, ίσως, που έχει δώσει ως σήμερα η νεοελληνική μας Γραμματεία. Τον πυρήνα του έργου του τον πήρε απο το γνωστό δημοτικό τραγούδι, για τον ηρωϊκό θάνατο του Χρήστου Μηλιόνη. Με το έργο αυτό μας δίνει την ψυχή της Κλεφτουριάς, με τον αγνό ηρωισμό καί την ασίγαστη πίστη για τη λευτεριά.

“Η Φόνισσα” είναι η δεύτερη νουβέλα του Παπαδιαμάντη και θεωρείται απ’όλους το αριστούργημα του. Ανήκει στα έργα της προχωρημένης ωριμότητας του, της ρεαλιστικής περιόδου, και κλείνει μέσα του τα πιο γόνιμα στοιχεία της τέχνης του. Σύλληψη, σύνθεση, μορφή, περιεχόμενο και μύθος σχηματίζουν ένα ολάνθιστο έργο τέχνης, αξεπέραστο ως σήμερα. Είναι βγαλμένο από τα εσώβαθα της ψυχής του, από την τραγωδία του σπιτιού του, από τη μιζέρια του νησιού του, από την απέραντη δυστυχία που πλάκωνε στην εποχή του τίς καρδιές των φτωχών ανθρώπων του λαού του. Η σύνθεση του έργου είναι αριστοτεχνική και η ενότητα αδιάσπαστη. Η αφήγηση είναι γοργή, ρωμαλέα και συγκλονιστική και παίρνει συμβολικό χαρακτήρα. Η τεχνική του Παπαδιαμάντη βρίσκεται στο κορύφωμα της, όταν σκεφτούμε ότι όλο το έγκλημα βγαίνει βουβό μέσα από τις τύψεις της φόνισσας, που η ίδια καταδικάζει το έγκλημα της, και μένει ολόφωτη μέσα στο ανθρωπιστικό ιδανικό της.

“Τα Ρόδινα Ακρογιάλια” με υπότιτλο “Κοινωνικόν μυθιστόρημα”, είναι έργο που δείχνει την παρακμή καί τα γερατειά του συγγραφέα. Ούτε κοινωνικό είναι, ούτε μυθιστόρημα συγκρούσεων συμφερόντων. Είναι ένα αφήγημα συμποσιακού τύπου, όπου οι συγκεντρωμένοι φιλοσοφούν ή διηγούνται ιστορίες. Αν βγάλει κανείς το πρώτο μέρος με τη θαλασσινή εκδρομή και περιπέτεια, τα άλλα κεφάλαια είναι Ο γάμος του Παπαστάθη, του άλαφροϊσκιωτου και η διήγηση του Αγάλλου. Υπέροχες είναι οι περιγραφές που τις θαύμαζε και ο Καβάφης.

Ο Παπαδιαμάντης δεν ευτύχησε να δεί τυπωμένο σε βιβλίο κανένα έργο του. Μετά το θάνατο του τυπώθηκαν από τίς εκδόσεις “Φέξη” (1912-1913) έντεκα τόμοι με όσα διηγήματα βρέθηκαν τότε. Πέντε τόμους μας έδωσε ο Οίκος “Ελευθερουδάκη” το 1925-1930, και έναν τόμο “Θαλασσινά διηγήματα” ο Αθ. Καραβιάς το 1945. Το 1955, τα “Άπαντά” του εκδόθηκαν από τον Εκδ. Οίκο “Δ. Δημητράκου” με στοιχεία βιογραφικά, κριτικά σχόλια, προλόγους, γενική επιμέλεια Γ. Βαλέτα. Το 1963, τα “Άπαντα” του Παπαδιαμάντη εκδόθηκαν σε τρείς τόμους από την “Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων”, με προλόγους καί επιμέλεια Μιχ. Περάνθη.

Ο Παπαδιαμάντης έγραψε τρία μυθιστορήματα: “Η Μετανάστις”, “Οι έμποροι των Εθνών”, “Η Γυφτοπούλα”. Τρία εκτεταμένα διηγήματα (νουβέλες): “Χρήστος Μηλιόνης”, “Φόνισσα” καί “Ρόδινα Ακρογιάλια”. Επίσης 180 διηγήματα καί 40 μελέτες καί άρθρα. Τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, ανήκουν στην τρίτη περίοδο της εξέλιξης του, τη λεγόμενη νατουραλιστική περίοδο, πού αρχίζει με το πρώτο του διήγημα το 1887 καί φτάνει ως το 1892. Τα διηγήματα του είναι περιγραφικά, φυσιολατρικά, με έντονο χρωματισμό στα εκφραστικά μέσα, με ειδυλλιακή ατμόσφαιρα, υποταγμένα σε κανόνες καί σχέδιο. Αυτά είναι: “Το Χριστόψωμο”, “Η χήρα Παπαδιά”, “Η Τελευταία Βαπτιστική”, “Η Υπερέτρα”, “Το Σημαδιακό”, “Η Σταχτομαζώχτρα”, “Η Έξοχη Λαμπρή”, “Η Χτυπημένη”, “Η Παντατώρα”, “Η Παιδική Πασχαλιά”, “Η Μαυρομαντηλού”, “Το Πάσχα Ρωμέϊκο”, το “Θερος-Έρος”, “Ο φτωχός Άγιος”, “Η Νοσταλγός”, το “Μια ψυχή”, “Ο Αμερικάνος”, “Στο Χριστό στο Κάστρο”, “Στην Αγ’ Αναστασία” καί το “Όλόγυρα στη Λίμνη”. Σε αυτά μπορούμε να κατατάξουμε και το Έρως-ήρως. Με το αριστούργημα του: Ολόγυρα στη Λίμνη, ο συγγραφέας αγγίζει όλες τίς μορφές της ηθογραφίας δημιουργώντας δική του τεχνική, μας ξαφνιάζει με την πρωτοτυπία του. Εκτος του διηγήματος, “Ολόγυρα στη Λίμνη”, κορυφαία δημιουργία του μπορεί να θεωρηθεί και η “Νοσταλγός”, ένα διήγημα από τα λίγα διαμάντια της νεοελληνικής λογοτεχνίας μας.

Με το “Ολόγυρα στη Λίμνη”, ο Παπαδιαμάντης εγκαινιάζει την ποιητική πεζογραφία. Με πλαστική δύναμη πρωτόφαντη, μας δίνει διάφανες περιγραφές, καθαρές και έντονες, δροσερές αστραφτερές εικόνες, που κάνουν το διήγημα τραγούδι, ζωγραφιά, ένα πολυσύνθετο πίνακα της νησιώτικης ζωής, γεμάτο από ποικιλία μορφών, ασύλληπτης χάρης και περιπάθειας.

Από το 1892 ως το 1897, που η χώρα μας είχε τον άτυχο πόλεμο του ’97, τη χρεωκοπία και την πτώση του Τρικούπη, ο Παπαδιαμάντης αληθινός πατριώτης καί ζωντανός άνθρωπος, χτυπάει την κοινωνική διαφθορά και την άθλια πολιτική κατάσταση της. Τα διηγήματα του είναι κοινωνικής, σατιρικής απόχρωσης. Με τη σάτιρα του προσπαθεί να ξυπνήσει την κοινωνία καί να την οδηγήσει στην εθνική ανόρθωση. Αρχίζει με το διήγημα: “Οι Χαλασοχώρηδες”, καί συνεχίζει με “Τα δύο τέρατα”, “Ο Καλόγερος”, “Ο Τυφλοσούρτης”, “Ναυαγίων ναυάγια”, “Ο Βαρδιάνος στα Σπόρκα” κ.ά. Με τους “Έλαφροϊσκιωτους”, μεταφέρει τη σάτιρα του στη Σκιάθο και χτυπάει τις λαϊκές δεισιδαιμονίες, τίς μαγείες κλπ. “Οι Παραπονούμενες” καί μερικά άλλα διηγήματα, όπως το “Πατέρα καί σπίτι”, ανήκουν στα αθηναϊκά διηγήματα. Ψυχολογικό είναι το διήγημα, “Οι φιλόστοργοι”, καί κοινωνικό το διήγημα, “Χωρίς στεφάνι”. Επίσης: “Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη”, “Ο Γαγάτος καί τ’άλογο”, “Απόλαυσις στη γειτονιά”, “Για τα ονόματα” κ.ά.

Από το 1897 αρχίζει η τρίτη περίοδος του διηγήματος του Παπαδιαμάντη που την ονόμασαν περίοδο λυρισμού και πάθους. Ο εξωτερικός κόσμος υποχωρεί τώρα, για να γίνει σκηνικό περίγραμμα, που μέσα του θα φωτιστούν οι μορφές του μέσα κόσμου. Ο ζωγράφος γίνεται ποιητής, ο ηθογράφος λυρικός, ο σατιριστής δραματικός, ο νοσταλγός βαθύς ανατόμος, ψυχογράφος και πλάστης ανθρώπινων χαρακτήρων. Τα διηγήματα του ξεπέρασαν την εποχή του και έγιναν αθάνατα κομμάτια της νεοελληνικής μας Γραμματείας. Το ταλέντο του μας ξεδίπλωσε μορφοπλαστικές μορφές ασύλληπτης δύναμης. Στο αέτωμα αυτής της περιόδου θα αναφέρουμε τα διηγήματα: “Μερακλίδικα”, “Ο ξεπεσμένος δερβίσης”, “Ο γείτονας με το λαγούτο”, “Ο καλούμπας”, “Για την περηφάνια”, “Η Στρίγγλα Μάννα”, “Ο ερωτάς στα χιόνια”, “Άγια καί πεθαμένα”, “Τρελή βραδιά”, “Τ’Αγνάντεμα”. Επίσης τα παιδικά : “Δαιμόνια στο ρέμα”, “Υπό την βασιλικήν δρυν”, “Τα κρούσματα”, “Της Κοκκώνας το σπίτι”, “Το πνίξιμο του παιδιού”, “Γουτού-γουπατού”, “Ο Χριστός ανέστη του Γιάννη”, “Ω! τα βασανάκια” κ.ά.

Υστερα ακολουθούν τα θαυμάσια διηγήματα με τον ίδιο λυρισμό και το ίδιο πάθος: “Το όνειρο στο κύμα”, “Οι μάγισσες”, “Η φαρμοκολύτρια”, “Αμαρτίας φάντασμα” καί θα μπορούσαμε να βάλουμε καί “Τα Ρόδινα Ακρογιάλια”.

Στην τέταρτη, τη στερνή ρεαλιστική κοινωνική περίοδο, που τη χαρακτηρίζουν, η μεγάλη δημιουργία του Παπαδιαμάντη θ’ αναφέρουμε τα διηγήματα: “Η τύχη απ’ την Αμέρικα”, έργο πνοής και ώμου ρεαλισμού, “Κοκκώνα θάλασσα”, “Μάννα και Κόρη”, “Η αποσώστρα”, “Η ξομπλιάστρα”, “Η συντέκνισσα”, “Τα δυο κούτσουρα”, “Θάνατος κόρης”, “Έρμη στα ξένα”, “Αλιβάνιστος”, “Αγγέλιασμα”, “Ασπροφουστανούσα”, “Πεποικιλμένη”, “Το Χατζόπουλο”, “Οι Κανταραίοι” και την αριστουργηματική νουβέλα του Παπαδιαμάντη “Η φόνισσα”.

Αυτός ήταν ο Παπαδιαμάντης. Ενας μεγάλος συγγραφέας καί μεγάλος πνευματικός άνθρωπος, που έζησε μια ζωή στα πλαίσια της αγιοσύνης, έχοντας για συντροφιά την απέραντη αγάπη του για τους φτωχούς ανθρώπους του νησιού του και της πόλης, τον άσβεστο ερωτά του προς τη φύση, καί τη θρησκευτική λατρεία του προς τις παραδόσεις, τα ήθη καί τα έθιμα της πατρίδας μας.

Εργογραφία
Μυθιστορήματα

  • Η Μετανάστις (1880)
  • Οι Εμποροι των Εθνών (1883)
  • Η Γυφτοπούλα (1884)
  • Χρήστος Μηλιόνης
  • Η Φόνισσα

Ποιήματα

  • Στην Παναγίτσα στο Πυργί
  • Προς την μητέρα μου (1880)
  • Δέησις (1881)
  • Εκπτωτος ψυχή (1881)
  • Η κοιμαμένη βασιλοπούλα (1891)
  • Το ωραίον φάσμα (1895)
  • Εις τους αδελφούς Γιαννάκην και Κώστα Γ. Ραφτάκη (1902)
  • Νύχτα βασάνου (1903)
  • Επωδή παπά στη χολέρα (1879)
  • Επωδή γιατρού στη χολέρα (1879)
  • Το τραγούδι της Κατίνας (1892)
  • Εις ιππεύουσαν Παναγυριώτισσαν (1907)
  • Ερωτες στα κοπριά (1907)

Διηγήματα

  • Το Χριστόψωμο (1887)
  • Αγάπη στον κρεμνό
  • Αγια και πεθαμένα (1896)
  • Ανθος του γιαλού
  • Αψαλτος
  • Γούτου Γουπάτου
  • Γυναίκες της προσμονής και του καημού
  • Εξοχική Λαμπρή
  • Ερως – Ηρως (1896)
  • Ζάνος Χαρίσης
  • Η αποσώστρα (γραμμένο στη δημοτική)
  • Η βλαχοπούλα (1893)
  • Η Μαυρομαντηλού (1891)
  • Η Νοσταλγός
  • Η Σταχτομαζώχτρα
  • Η τύχη απ’την Αμέρικα (1901)
  • Το μοιρολόγι της φώκιας (1908)
  • Η Φαρμακολύτρια
  • Η Χολεριασμένη
  • Θαλασσινά ειδύλλια
  • Ο Αλιβάνιστος
  • Ο Αμερικάνος (1891)
  • Ο Βαρδιανός στα Σπόρκα
  • Ο Ερωτας στα χιόνια
  • Ο Νεκρός Τ

Συλλογικές εκδόσεις έργων

  • Συλλογές
  • Μάγισσες
  • Νοσταλγός (12 διηγήματα)
  • Πεντάρφανος
  • Απαντα 1, Ἐκδόσεις Δόμος
  • Απαντα 2, Ἐκδόσεις Δόμος
  • Απαντα 3, Ἐκδόσεις Δόμος
  • Απαντα 4, Ἐκδόσεις Δόμος
  • Απαντα 5, Ἐκδόσεις Δόμος
  • Αθηναικά διηγήματα
  • Διηγήματα της Αγάπης
  • Πασχαλινά διηγήματα
  • Διηγήματα για παιδιά και νέους
  • Επιλογή Ι
  • Επιλογή ΙΙ
  • Επιλογή ΙΙΙ – Κοινωνικά διηγήματα

Θαλασσινά Ειδύλλια

  • Ολόγυρα στη λίμνη (1892)
  • Ερως – Ηρως (1896)
  • Ονειρο στο κύμα (1900)
  • Υπο την βασιλικήν δρύν (1901)
  • Ναυαγιών ναυάγια και άλλα διηγήματα
  • Οι Χαλασοχώρηδες και άλλα διηγήματα

Σκιαθίτικα διηγήματα

  • Η Μαυρομαντηλού (1891)
  • Φτωχός Αγιος (1891)
  • Αγια και πεθαμένα (1896)
  • Τ’αγνάντεμμα (1899)
  • Το ενιαύσιον θύμα (1899)
  • Οι μάγισσες (1900)
  • Τρελλή βραδυά (1901)
  • Η τύχη απ’την Αμέρικα (1901)
  • Ο πανδρολόγος (1902)
  • Το μοιρολόγι της φώκιας (1908)
  • Τ’αστεράκι (1908)
  • Τα δυό τέρατα (1909)

Χριστουγεννιάτικα διηγήματα Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Στα Βικιφθέγματα υπάρχει υλικό σχετικό με το άρθρο: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

  • Υπηρέτρα (1888)
  • Ο Αμερικάνος (1891)
  • Στο Χριστό, στο κάστρο (1892)
  • Η βλαχοπούλα (1893)


Πηγές
Το άρθρο βασίστηκε σε κείμενο που δημοσιεύτηκε στο http://www.deyteros.gr

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

  • Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, “Αλληλογραφία”, Επιμέλεια Τριανταφυλλόπουλος Νίκος, Εκδ.Δόμος, 1992, Αθήνα ISBN 9607217608
  • Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, “Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: αυτοβιογραφούμενος”, Επιμέλεια Μουλλάς Παναγιώτης, Εκδ.Εστία, 1999, Αθήνα ISBN 960050833
  • Φουσάρας Γεώργιος, “Βιβλιογραφικά στόν Παπαδιαμάντη”, Εκδ.Ε.Λ.Ι.Α., 1991, Αθήνα ISBN 9602010959
  • Θέμελης Γιώργος, “Ο Παπαδιαμάντης καί ο κόσμος του”, Εκδ.Διάττων, 1991, Αθήνα ISBN 9607031105
  • Ελύτης Οδυσσέας, “Η μαγεία του Παπαδιαμάντη”, Εκδ.Ύψιλον, 1996, Αθήνα
  • Τριανταφυλλόπουλος Δημήτρης, “Πελιδνός ο παράφρων τύραννος…”: αρχαιολογικά στον Παπαδιαμάντη, Εκδ.Νεφέλη, 1996, Αθήνα ISBN 9602112980
  • Κεσελόπουλος Ανέστης, “Η λειτουργική παράδοση στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη”, Εκδ.Πουρναράς, 1994, Θεσσαλονίκη ISBN 9602420928
  • Καργάκος Σαράντος, “Ξαναδιαβάζοντας τη “Φόνισσα” : μια νέα κοινωνική και πολιτική θεώρηση του Παπαδιαμάντη”, Εκδ.Gutenberg, 1987, Αθήνα
  • Κολυβάς Ιωακείμ-Κίμων, “Λογική της αφήγησης και ηθική του λόγου: μελετήματα για τον Παπαδιαμάντη”, Εκδ.Νεφέλη, 1991, Αθήνα ISBN 9602111089
  • Saunier Guy, “Εωσφόρος και άβυσσος: ο προσωπικός μύθος του Παπαδιαμάντη”, Εκδ.Άγρας, 2001, Αθήνα ISBN 9603253995
  • Μάτσας Νέστορας, “Αν δεις τον κυρ-Αλέξανδρο η άλλη βιογραφία του Παπαδιαμάντη”, Εκδ.Εστία, 1991, Αθήνα ISBN 9600503605
  • “Εισαγωγή στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη: Επιλογή κριτικών κειμένων”, Εκδ.Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2005, Ηράκλειο ISBN 9605241943
  • “Πρακτικά Α’ Διεθνούς Συνεδρίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Σκιάθος 20-24 Σεπτεμβρίου 1991.”, Εκδ.Δομός, 1996, Αθήνα ISBN 9603530336
  • Φαρίνου – Μαλαματάρη Γεωργία, “Αφηγηματικές τεχνικές στον Παπαδιαμάντη: 1887-1910”, Εκδ.Κέδρος, 1987, Αθήνα ISBN 9600416109
  • Λορεντζάτος, Ζήσιμος: Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης -Α΄. Πενήντα χρόνια ἀπὸ τὸ θάνατό του, Μελέτες, Ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 1994
  • Λορεντζάτος, Ζήσιμος: Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης -Β΄, Μελέτες, Ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 1994

Εξωτερικοί σύνδεσμοι


Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1936

Γεώργιος Βιζυηνός

Picture

Γεννήθηκε στη Βιζύη (ή Βιζώ) της Ανατολικής Θράκης το 1849, γιος πολύ φτωχικής οικογένειας. Σε ηλικία δέκα ετών, οι γονείς του τον στέλνουν στην Κωνσταντινούπολη κοντά σε ένα θείο του, για να μάθει ραπτική. Παραμένει εκεί μέχρι την ηλικία των 18 προστατευόμενος από τον Κύπριο έμπορο Γιάγκο Γεωργιάδη και αργότερα προστατευόμενος του αρχιεπισκόπου Κύπρου Σωφρονίου ζεί για ένα διάστημα στην Κύπρο, όπου μάλιστα τον προόριζαν για τον ιερατικό κλάδο. Το 1872 γίνεται ιεροσπουδαστής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου το 1873 δημοσιεύει και την πρώτη του ποιητική συλλογή (Ποιητικά Πρωτόλεια). Μεταξύ των καθηγητών του αναφέρεται και ο ποιητής Ηλίας Τανταλίδης, ο οποίος διέκρινε στον Βιζυηνό στοιχεία ιδιαίτερου ταλέντου και ευφυΐας ώστε τον σύστησε στον Γεώργιο Ζαρίφη. Το 1874, το επικό ποίημά του Κόδρος βραβεύεται στον Βουτσιναίο Ποιητικό Διαγωνισμό. Την ίδια χρονιά γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, αλλά με δαπάνες του Ζαρίφη μεταβαίνει στη Γερμανία , στη Γοτίγγη, όπου σπουδάζει φιλολογία και φιλοσοφία στο διάστημα 18751878. Το 1876, η επόμενη ποιητική συλλογή του Άραις μάραις κουκουνάραις (μετονομάστηκε σε Βοσπορίδες αύραι) βραβεύεται στον Βουτσιναίο Διαγωνισμό, στον οποίο το 1877 η συλλογή του Εσπερίδες επαινείται. Το 1881 τυπωνεται στη Λειψία η διδακτορική του διατριβή Das Kinderspiel in Bezug auf Psychologie und Paedagogik. (“Το παιδικό παιχνίδι από ψυχολογικής και παιδαγωγικής απόψεως”.) Μέχρι το 1884, ο Βιζυηνός επισκέπτεται το Παρίσι (1882) όπου γνωρίζει τον Δημήτριο Βικέλα, τον Marquis Queux de Saint-Hilaire και την Juliette Lamber-Adam και το Λονδίνο, 1883, όπου σχετίζεται με τον πρεσβευτή Πέτρο Βράιλα Αρμένη. Παράλληλα, δημοσιεύει την ποιητική συλλογή Ατθίδες Αύραι.Την ίδια χρονιά (1883), δημοσιεύεται στην Εστία το πρώτο μεγάλο διήγημά του Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως και το Ποίος ήτο ο φονεύς του αδερφού μου. Το 1884, λόγω του θανάτου του προστάτη του Ζαρίφη, υποχρεώνεται να επιστρέψει στην Αθήνα και διορίζεται καθηγητής σε γυμνάσιο.

Ένα χρόνο αργότερα, εκλέγεται υφηγητής φιλοσοφίας με την διατριβή του Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω. Παράλληλα δημοσιεύοντια τα διηγήματά του Αι συνέπεια της παλαιάς ιστορίας και Το μόνον της ζωής του ταξείδιον. Εκείνη την εποχή αρχίζει να ασχολείται με ένα μεταλείο στο Σαμάκοβο. Το 1886 γράφει το Μοσκώβ Σελήμ. Το 1892 προσβάλλεται από φρενική νόσο και καταλήγει έγκλειστος στο Δρομοκαΐτειο. Ύστερα από τέσσερα χρόνια εγκλεισμού, πεθαίνει τον Απρίλιο του 1896.

Έργο

Ποιητικές συλλογές

  • Ποιητικά πρωτόλεια (1873)
  • Ο Κόδρος (1874)
  • Βοσπορίδες αύραι(1876)
  • Ατθίδες αύραι (1883)
  • Εσπερίδες (1887)
  • Λυρικά
  • Παιδικαί ποιήσεις

Διηγήματα

  • Το αμάρτημα της μητρός μου (1883)
  • Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως (1883)
  • Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου (1883)
  • Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας (1884)
  • Το μόνο της ζωής του ταξίδιον (1884)
  • Πρωτομαγιά (1884)
  • Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα (1885)
  • Ο τρομάρας
  • Μοσκώβ-Σελήμ (1895)

Μελέτες

  • Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω’

Ταινίες

  • Το Μόνον της Ζωής του Ταξείδιον (2001) – Ταινία του Λάκη Παπαστάθη που πραγματεύεται την περίοδο εγκλεισμού του Βιζυηνού.

Βιβλιογραφία

  • Χρυσανθόπουλος Μ., Γεώργιος Βιζυηνός: μεταξύ φαντασίας και μνήμης (1994)
  • Αθανασόπουλος, Β., Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού (1992)
  • Γ.Μ Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, επιμέλεια Π. Μουλλάς, Εστία, Αθήνα
  • Μισέλ Φάις, Ελληνική Αυπνία, Εκδόσεις Πατάκης, (2004) – μυθιστορηματική βιογραφία
  • Κωστής Τζερμιάς,Ποίος ήτον ο Φονεύς του Βιζυηνού,Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα(2001)-μυθιστόρημα

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1935

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση