kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΟΣΙΟΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Φεβρουαρίου, 2014

«Ο όσιος Αυξέντιος έζησε επί της βασιλείας Θεοδοσίου του μικρού (5ος μ.Χ. αι.), καταγόταν από την Ανατολή και υπήρξε άνθρωπος των γραμμάτων. Ακολούθησε δε τον μοναχικό βίο. Ανήλθε και στο όρος που βρισκόταν απέναντι από την περιοχή Οξεία και υπήρξε καρτερικότατος στην άσκηση και ορθοδοξότατος στην πίστη. Αφού έλεγξε επί πολύ τη φαυλότητα και την πλάνη της κακοδοξίας του Ευτυχούς και του Νεστορίου και αποδέχτηκε την τετάρτη στη Χαλκηδόνα Οικουμενική Σύνοδο (451 μ.Χ.), έγινε αξιοσέβαστος στους βασιλείς και λαμπρός στο πρόσωπό του από τη θεία χάρη για όλους που τον πλησίαζαν, ενώ ανέβρυζε κάθε φορά πηγές θαυμάτων και ιάσεων σ’ αυτούς που προσέρχονταν κοντά του. Αναπαύτηκε εν ειρήνη και το τίμιο σώμα του κατατέθηκε στον Ναό που ανοικοδομήθηκε από τον ίδιο. Τελείται δε η σύναξή του στη Μονή του Καλλιστράτου».
 Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό της σύγκρισης μεταξύ αυτού που προβάλλει η κοσμική νοοτροπία τη σημερινή ημέρα (14 Φεβρουαρίου): έναν αμφιβόλου υπάρξεως και ποιότητας «άγιο», τον Βαλεντίνο, ως «άγιο» του έρωτα (διότι ο άγιος Βαλεντίνος μπορεί να υπάρχει ως μάρτυς, αλλά δεν έχει καμία σχέση με αυτό που συνήθως προβάλλεται στο πρόσωπό του), και αυτού που προβάλλει η Ορθόδοξη Εκκλησία: τον όσιο πατέρα Αυξέντιο τον εν τω Βουνώ. Διότι και οι δύο γίνονται αφορμή να προβληθεί ο έρωτας, αλλά στην πρώτη περίπτωση με την ανθρώπινη κοσμική διάστασή του, δηλαδή ως «παιδί της φτώχειας» κατά τον Πλάτωνα: ο ερωτευμένος εκλιπαρεί και ζητιανεύει την ανταπόκριση του άλλου, συνεπώς τις ανάγκες του εαυτού του ζητά να καλύψει, άρα κατανοείται ως έκφραση εγωισμού∙  ενώ στη δεύτερη με τη μεγαλειώδη διάσταση του θεϊκού έρωτα, που κάνει τον άνθρωπο να γίνει μεθεκτός του Θεού και να διαχέει έπειτα τις ακτίνες της αγάπης του Θεού και σε όλον τον κόσμο, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο άλλος που τις δέχεται και σε ποια κατάσταση βρίσκεται. Στην περίπτωση αυτή έχουμε την αληθινή αρχοντιά της αγάπης, που προσφέρεται «ερήμην» του άλλου, δηλαδή χωρίς να περιμένει οποιαδήποτε ανταπόκριση.

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας, διά Θεοφάνους του υμνογράφου, τονίζουν επαρκώς την ολοτελή μετάθεση της αγάπης του οσίου Αυξεντίου προς τον Θεό, την πληγωμένη από στοργή καρδιά του προς Αυτόν, που τον έκανε βεβαίως να γεμίσει από τις χάρες του αγίου Πνεύματος και να γίνει «κειμήλιον χωρητικόν της Αγίας Τριάδος», με ιαματική παρουσία έπειτα στους ανθρώπους. Και μπροστά σ’ αυτόν τον θεϊκό έρωτα, πράγματι η ανθρώπινη διάστασή του – χωρίς να θέλουμε να υποβαθμίσουμε τη σημασία του: μη ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Κύριος «ενέσπειρε τους έρωτας εις την των ανθρώπων φύσιν» κατά τον ιερό Χρυσόστομο – ωχριά και παρουσιάζεται ως βρέφος μπροστά στην ώριμη ηλικία. «Πληγωμένος από τη θεϊκή στοργή του Δεσπότου Χριστού, πάτερ, στράφηκες ανυποχώρητα με όλη τη δύναμη της καρδιάς σου προς Αυτόν» («Ως τετρωμένος τη του Δεσπότου, Πάτερ, θεία στοργή, πάσαν προς Αυτόν ανένδοτον την ροπήν της καρδίας σου εκέκτησο» (ωδή ζ΄). «Μετέθεσες ολωσδιόλου τον εαυτό σου προς τον Θεό, γι’ αυτό και έκανες πέρα την ευπάθεια της σαρκός και έλαβες την ενέργεια των θαυμάτων» («Ολικώς προς Θεόν μεταθέμενος, απεσείσω σαρκός την ευπάθειαν και των θαυμάτων είληφας την ενέργειαν») (ωδή η΄).

Η ολοκληρωτική αυτή στροφή του οσίου Αυξεντίου προς τον Θεό δεν ήταν εξαρχής μία απηρτισμένη και τέλεια αγάπη. Μάλλον ήταν τέλεια στο πνευματικό επίπεδο που κάθε φορά εκείνος βρισκόταν. Διότι η πνευματική ανάβαση, όπως γνωρίζουμε, δεν έχει τέλος. Ο πιστός πορεύεται πάντοτε «εκ δυνάμεως εις δύναμιν» και «από δόξης εις δόξαν». Και δικαίως: δεν έχει τέλος ο Θεός. Με άλλα λόγια, όσο ο άνθρωπος στρέφει τις δυνάμεις του προς τον Θεό ως το ακρότατο των εφετών και επιθυμητών, τόσο και βλέπει να αυξάνει μέσα του η χάρη του Θεού, δηλαδή η αγάπη Εκείνου. Ο άγιος Θεοφάνης το διευκρινίζει, παίρνοντας αφορμή και από το ίδιο το όνομα του οσίου Αυξεντίου: «Αύξησες την προς Θεό αγάπη σου, πάτερ Αυξέντιε, κι εγκατέλειψες κάθε στοργή προς τον κόσμο, οπότε και αναδείχτηκες, θεοφόρε, χωρητικό κειμήλιο των χαρισμάτων του αγίου Πνεύματος» («Αυξήσας την προς Θεόν αγάπησιν, πάτερ Αυξέντιε, και κοσμικήν στοργήν καταλιπών, θεοφόρε, κειμήλιον χωρητικόν του Πνεύματος των χαρισμάτων αναδέδειξαι») (ωδή α΄ ). Κι αλλού: «Ο θεοφόρος Αυξέντιος αφού αύξησε την πίστη και την αγάπη προς τον Θεό, υψώθηκε σε μεγάλο ύψος  της θεϊκής αγκαλιάς» («Ο θεοφόρος, την πίστιν και την αγάπην την προς Θεόν αυξήσας, προς μετάρσιον ύψος θείας οικειώσεως υψώθη») (ωδή δ΄).

Τι έκανε τον όσιο Αυξέντιο, ήδη «εκ βρέφους», να αυξάνει εν Θεώ και να γεύεται κάθε φορά και πιο πλούσια τις χάρες Εκείνου; Που σημαίνει: τι κάνει έναν άνθρωπο να κρατείται στην αγάπη του Θεού και να την αυξάνει στην ύπαρξή του; Το ερώτημα στην πραγματικότητα ισοδυναμεί με αυτό που υπόσχεται κάθε πιστός που εντάσσεται στο σώμα του Χριστού και της Εκκλησίας, γινόμενος μέλος Χριστού διά του αγίου βαπτίσματος: «συντάσσομαι τω Χριστώ». Μπαίνω στην τάξη του Χριστού, ανήκω δηλαδή σ’ Εκείνον. Ο υμνογράφος μας και πάλι μας καθοδηγεί: «Συντάχτηκες με όλη τη θεότητα με το βάπτισμά σου, πάτερ Αυξέντιε. Κι αφού διατήρησες απόλυτα το αξίωμα της εικόνας του Θεού, μακάριε, προσχώρησες στην τρισήλια λαμπρότητα, την αγία Τριάδα δηλαδή, με χαρά» («Όλη τη θεότητι, πάτερ, τω βαπτισμώ σου συνετάξω∙ και διατηρήσας ακραιφνώς το της εικόνος, μάκαρ, αξίωμα, τρισσοφεγγεί λαμπρότητι, μετ’ ευφροσύνης προσεχώρησας») (ωδή θ΄).

Πώς λοιπόν κρατείται κανείς στο μέρος του Θεού; Διότι πρέπει να συνεργήσει και ο ίδιος. Τι πρέπει να κάνει; Πρώτα από όλα να καταλάβει, μας λέει ο άγιος Θεοφάνης βλέποντας τη ζωή του οσίου σήμερα, ότι η ζωή είναι πρόσκαιρη και ότι τα αιώνια είναι στον Θεό. Να κάνει δηλαδή μελέτη του βίου του τον θάνατο, που θα πει να γίνει κατά Θεόν σοφός.  «Κάνοντας τη ζωή σου μελέτη του θανάτου, κατανόησες αυτό που λένε σοφία  με διαφορετικό τρόπο, και μετατέθηκες προς την ενυπόστατη Σοφία, τον Χριστό» («Μελέτην του θανάτου τον βίον σου θέμενος, διαφερόντως τον όρος της σοφίας, πάτερ, κατανοήσας, μετετέθης προς την Σοφίαν την ενυπόστατον») (ωδή ς΄). Κι έπειτα, βλέποντας ότι η αληθινή ζωή βρίσκεται στον Θεό, χρειάζεται κανείς να περιορίσει τις άτακτες ορμές του σώματος και της ψυχής του λόγω της ενεργούσας ακόμη αμαρτίας, με την εγκράτεια. Να δείξει δηλαδή κανείς έμπρακτα, με τον περιορισμό των παθών του, ότι η ύπαρξή του έχει αγκυροβολήσει στον Χριστό: το κέντρο βάρους του είναι σ’ Εκείνον. Αυτό, κατά τον άγιο υμνογράφο, συνιστά ισορροπία του ανθρώπου και των φρενών του. «Πέρασες τη ζωή σου, πάτερ Αυξέντιε, με ισορροπία των φρενών, γιατί έβαλες σε δεύτερη μοίρα τα πρόσκαιρα και επεκτεινόσουν πάντοτε στα αιώνια» («Ισότητι φρενών την ζωήν διελήλυθας, τα πρόσκαιρα παρατρέχων, αιωνίοις δε, πάτερ, εις αεί προστιθέμενος») (ωδή ε΄).

Για τον άγιο Αυξέντιο λοιπόν, όπως και για κάθε άγιο, δηλαδή συνεπή πιστό της Εκκλησίας, η εγκράτεια αυτή, λόγω ακριβώς του νοήματός της, δεν ήταν μία άσκηση καταπίεσης του εαυτού, με την έννοια ότι κάνει κάτι που τον βγάζει από τον αληθινό εαυτό του, αλλά μία άσκηση εύρεσης του εαυτού, εκείνου που βγήκε, όπως είπαμε, από την αγία κολυμβήθρα. Γι’ αυτό και η εγκράτεια ήταν το πανηγύρι του και η τρυφή του. «Έκανες τέλειο εντρύφημά σου, θεόφρον, την εγκράτεια και χαλιναγώγησες τις αμαρτωλές ορέξεις της σάρκας, γι’ αυτό και φάνηκες να αυξάνεσαι στην πίστη σου και να ανθίζεις σαν φυτό στο μέσο του Παραδείσου, Αυξέντιε πάτερ ιερότατε» («Κατατρυφήσας, θεόφρον, της εγκρατείας και τας ορέξεις της σαρκός χαλινώσας, ώφθης τη πίστει σου αυξανόμενος, και ως φυτόν εν μέσω του Παραδείσου εξήνθησας, Αυξέντιε, Πάτερ ιερώτατε») (κοντάκιο της εορτής). Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν που ο υμνογράφος μας αφενός παραλληλίζει τον όσιο με τον προφήτη Ηλία και τον δίκαιο Ιώβ («Το βουνό ήταν σαν το όρος Κάρμηλος για τον Αυξέντιο, που φάνηκε ίδιος Ηλίας κατά τα άλλα, πλην του τέλους του»: «Ο Βουνός ως Κάρμηλος ην Αυξεντίω, φανέντι τάλλα πλην τελευτής Ηλία» (στίχοι κοντακίου)∙ «αναδείχτηκες νέος σε εμάς Ιώβ με τα παλαίσματά σου» («νέος ημίν ανεδείχθης Ιώβ τοις παλαίσμασι») (οίκος κοντακίου), αφετέρου παρουσιάζει  στο όλο πνευματικό προτραίτο του οσίου Αυξεντίου το επίγραμμα που θα μπορούσε να έχει ο τάφος του: «Ο βίος σου λαμπρός και η πίστις ορθόδοξος, η άσκησις θαυμασία, ηρτυμένος ο λόγος τη χάριτι, Αυξέντιε» (ωδή ε΄).   

παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟΣ (13 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Φεβρουαρίου, 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟΣ 

«Ο όσιος αυτός καταγόταν από την Καισάρεια της Παλαιστίνης. Ξεκίνησε την ασκητική του ζωή όταν ήταν δεκαοκτώ ετών, ζώντας στις ερημιές και τα όρη. Όταν είχε περάσει στην αναχώρηση είκοσι πέντε έτη μαζί με πολλούς άλλους, δέχτηκε και έναν τέτοιο πειρασμό από τον πονηρό. Κάποια πόρνη δηλαδή που εμφανίστηκε  σαν πτωχή γυναίκα, έφτασε στο όρος όπου ζούσε ο άγιος. Και αφού βράδιασε, έκλαιγε με αναφιλητά, διότι δήθεν έχασε τον δρόμο και θα γινόταν τροφή για τα θηρία, γι’ αυτό και παρακαλούσε τον όσιο να την δεχθεί μέσα στο κελί του και να μη κατασπαραχθεί από τα δόντια αυτών. Αυτός τότε (διότι ήταν αδύνατο να την αφήσει έξω), της είπε να περάσει μέσα, ενώ ο ίδιος προχώρησε στα εσώτερα του κελιού. Το πρωί ο όσιος βλέποντας τη μεταβολή της εμφάνισής της (διότι φορούσε ιμάτια, με τα οποία στολίστηκε τη νύκτα), ρωτούσε να μάθει ποια ήταν και για ποιο λόγο πήγε εκεί; Αυτή τότε του είπε με αναίδεια «εξαιτίας σου». Κι αφού έλεγξε με κακία την ασκητική του διαγωγή και πρόσθεσε ότι και όλοι οι Δίκαιοι κατά την Παλαιά Διαθήκη βρέθηκαν με γυναίκες, τον προσκαλούσε να συνευρεθούν. Αυτός όμως, ελαφρά ταραγμένος αλλά έχοντας ήδη υπό έλεγχο και υπακοή τον εαυτό του, και εξετάζοντας πώς, αν διαπράξει τούτο, θα κρυφτεί από τη θεία χάρη, πριν να πέσει σε αμαρτία, ήδη σηκώθηκε. Τι έκανε λοιπόν; Έβαλε φωτιά σε πλήθος από ξερά κλαδιά  και μπήκε στο μέσο, νουθετώντας  τον εαυτό του και λέγοντας: «Αν μπορείς να υποφέρεις τη φωτιά της γέεννας, αφού ποθείς την αισχρή ηδονή, υπάκουσε στη γυναίκα και πήγαινε μαζί της». Αφού κατέφλεξε έτσι τον εαυτό του και ταπείνωσε το ξεσήκωμα της σάρκας του, και τη γυναίκα που σωφρονίστηκε από όσα είδε την έστειλε σε μοναστήρι, και ο ίδιος, γιατρεμένος με τη χάρη του Θεού από τις πληγές της φωτιάς, με την καθοδήγηση ενός ναύκληρου, πήγε σε ένα ξερονήσι, που απείχε από τη γη μιας ημέρας οδό. 
Σ’ αυτό έμεινε επί δέκα χρόνια, παίρνοντας τροφή από τον ναύκληρο. Πάλι όμως σηκώθηκε και έφυγε από εκεί, όταν κάποια κοπέλα που γλύτωσε από ναυάγιο πάνω σε μία σανίδα, έφτασε κοντά του. Και την μεν κοπέλα την τράβηξε να βγει ο όσιος, αυτός όμως έφυγε και από εκεί, λέγοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία χορταριού και φωτιάς. Οδηγήθηκε μάλιστα στην ξηρά, πάνω σε δελφίνια. Έπειτα από εκεί διάβηκε από χώρες και πόλεις και έχοντας ως σύνθημα το «Φεύγε, Μαρτινιανέ, μη σε προφθάσει πειρασμός» (διότι έτσι αποφάσισε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του), έφτασε στην Αθήνα. Μόλις πήγε εκεί, εκδήμησε προς τον Κύριο, ενώ αξιώθηκε ένδοξης ταφής από τον επίσκοπο και όλο τον λαό. Λέγεται δε και για τις γυναίκες, ότι η μεν πρώτη που πήγε από το όρος σε μοναστήρι και έζησε εκεί, αξιώθηκε να κάνει θαύματα, η δε άλλη ότι έμεινε υπομονετικά στο ξερονήσι μέχρι το τέλος της ζωής της, ντυμένη με ανδρικά ρούχα που της τα έφερε ο ναύκληρος. Τελείται η σύναξή του στο σεπτό Αποστολείο του αγίου και κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου, που βρίσκεται δίπλα στη αγιότατη Μεγάλη Εκκλησία».

Ο όσιος Μαρτινιανός αποτελεί κλασική περίπτωση νέου ανθρώπου που απεφάσισε να αφιερωθεί στον Κύριο από αγάπη προς Αυτόν. Κι αυτός, όπως πλειάδα παρομοίων περιπτώσεων, αποτελεί την εμπροσθοφυλακή της Εκκλησίας και δίνει το στίγμα της καθαρής πορείας προς Εκείνον. Δεν είναι δυνατόν όμως να ακολουθεί κανείς τον Χριστό, χωρίς να αγωνίζεται για την υπέρβαση των παθών του – «τα πάθη χάλκινο τείχος είναι, που με εμποδίζουν από τον Θεό» κατά την γνωστή έκφραση του αββά του Γεροντικού – χωρίς δηλαδή να ασκεί βία διά παντός πάνω στη δεχομένη επιρροές δαιμονικές ανθρώπινη ύπαρξή του. Ο ίδιος ο Κύριος με απόλυτο και οριστικό τρόπο το αποκάλυψε: «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». Γι’ αυτό και έκτοτε έτσι ορίστηκε ο αληθινός χριστιανός, τύπος του οποίου αποτελεί ο αφιερωμένος στον Θεό μοναχός: Ως «βία φύσεως διηνεκής», μία διαρκής άσκηση βίας πάνω στα αμαρτωλά φρονήματα του ανθρώπου. Μία διαφορετικού τύπου πορεία, μία πορεία ζωής δηλαδή χωρίς ασκητική διαγωγή, είτε στον κόσμο είτε εκτός, συνιστά, κατά τον απόστολο Παύλο, αδόκιμη πορεία: δεν οδηγεί προς τον Χριστό. «Υποπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ, μήπως άλλοις κηρύξας, αυτός αδόκιμος γένωμαι»: Ταλαιπωρώ το σώμα μου και το καθιστώ δούλο, μήπως πάω να κηρύξω σε άλλους, ενώ ο ίδιος βρεθώ αδόκιμος. Ακριβώς τούτο τονίζει και ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος για τη σημερινή περίπτωση του οσίου Μαρτινιανού. «Μόνασες – σημειώνει – και ανέλαβες τον σταυρό σου, όσιε, γιατί πόθησες, με τη νέκρωση των παθών του σώματός σου,  να ακολουθείς Αυτόν που υπέμεινε εκούσια για χάρη σου Σταυρό και ταφή» («Μονάσας και τον σταυρόν σου, όσιε, αναλαβόμενος, τω δια σε εκούσιον Σταυρόν και ταφήν υπομείναντι, ακολουθείν επόθησας, πάθη νεκρώσας τα του σώματος») (ωδή α΄).  

Πάνω στα ανθρώπινα ψεκτά πάθη, τη φιληδονία δηλαδή, τη φιλαργυρία και τη φιλοδοξία, που πηγάζουν από τη ρίζα της αμαρτίας φιλαυτία ή εγωισμό, δουλεύει και ο διάβολος. Ο διάβολος δεν γνωρίζει επακριβώς, αλλ’ υποψιάζεται, λόγω της μακροχρόνιας εμπειρίας του, το ποια πάθη ιδιαιτέρως μας ταλαιπωρούν. Και αυτά αντιστοίχως τροφοδοτεί. Ρίχνει τα δολώματά του κι ό,τι πιάσει. Κι εκείνους που κατεξοχήν προσβάλλει είναι οι αφιερωμένοι στον Θεό, οι μοναχοί. Αυτούς προσπαθεί να καταβάλει – όχι βεβαίως ότι αφήνει τους άλλους τους εν τω κόσμω –  χωρίς να καταλαβαίνει ο δυστυχής ότι με τον τρόπο αυτό τους προξενεί στεφάνια νίκης, αφού έτσι κυρίως, μέσα από τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες, ανεβαίνει ο πιστός την κλίμακα των αρετών. «Ποιος σε έμαθε να προσεύχεσαι;», ρώτησαν κάποια φορά έναν όσιο. Κι εκείνος πολύ απλά απάντησε: «Ο διάβολος. Με τις προσβολές του αναγκαζόμουν να βρίσκομαι διαρκώς σε ανάταση προς τον Θεό και να κραυγάζω να με βοηθήσει».  Με τις επιθέσεις του διαβόλου, τις συνεχείς οχλήσεις του, και μάλιστα πάνω στο πάθος της φιληδονίας, αγίασε κατεξοχήν και ο όσιος Μαρτινιανός. Ο Πονηρός υπενόησε ότι με το αρχαίο όπλο: τις δόλιες λαλιές της γυναίκας, θα ρίξει και τον άγιο του Θεού. Ό,τι με άλλα λόγια έπαθε ο προπάτορας Αδάμ, να παρακούσει τον Θεό,  γιατί παρασύρθηκε από τα λόγια της Εύας, το ίδιο θα πάθαινε και ο Μαρτινιανός. Αλλά βεβαίως στην περίπτωση του οσίου απατήθηκε πλάνην οικτράν. Ο άγιος με έξυπνο τρόπο απέφυγε τον πειρασμό και προχώρησε σε αγιότητα. «Με δόλιες λαλιές της γυναίκας – γράφει ο άγιος Θεοφάνης –  σου επιτέθηκε ο δυσμενής όφις, όπως παλιά στον Προπάτορα. Αλλά με τη σοφή σου σκέψη καταργήθηκαν τα σοφίσματά του» («Δολίαις γυναικός λαλιαίς σοι προσέβαλεν, ως τω Προπάτορι πάλαι, δυσμενής ο όφις∙ αλλ’  επινοία τη σοφή σου, κατηργήθη αυτού τα σοφίσματα») (ωδή ς΄).

Ο όσιος βεβαίως με τη χάρη του Θεού νίκησε τον πειρασμό. Αλλά η νίκη του αυτή ήταν επώδυνη. Ρίχτηκε στην αισθητή πυρά, για να γλιτώσει από τη νοητή, την αποστροφή του προσώπου του Θεού. Κι έτσι, μας λέει ο υμνογράφος μας, αναδείχτηκε και σε δικαστή του εαυτού του και σε μάρτυρα. Χωρίς να δικαστεί από άλλους, σαν τους υπόλοιπους μάρτυρες της Εκκλησίας μας, χωρίς να τον ρίξουν σε φωτιά, εκείνος μόνος του και έκρινε τον εαυτό του και τον καταδίκασε σε φωτιά. Και βγήκε νικητής και στεφανωμένος. «Με τη θέλησή σου χρημάτισες μάρτυρας και δικαστής και κατήγορος του εαυτού σου. Διότι επειδή φλεγόσουν από άτοπη ηδονή, άναψες για τον εαυτό σου, πάτερ, πολύ δυνατή φωτιά και τον έριξες στο μέσον της κατακαιόμενος» («Μάρτυς εθελούσιος και δικαστής και κατήγορος σεαυτού εχρημάτισας∙ πυρί γαρ φλεγόμενος ηδονής ατόπου, πυράν λαυροτάτην, Πάτερ, ανάψας, σεαυτόν μέσον εισήξας κατακαιόμενος») (στιχηρό εσπερινού). Τι ήταν εκείνο που τον έκανε, έστω και υπό πειρασμόν, να νικήσει; Μας το εξηγεί ο άγιος Θεοφάνης: «μπήκες με προθυμία στη δημιουργημένη κι αυτή από τον Θεό φωτιά, γιατί είχες μέσα στην καρδιά σου τη θεϊκή φωτιά» («επέβης προθύμως τω ομοδούλω πυρί, το θείον πυρ εγκάρδιον έχων») (Δοξαστικό αποστίχων εσπερινού).

Ο όσιος Μαρτινιανός όμως εξυψώνεται ενώπιόν μας και ενώπιον όλων των γενεών ως τύπος συνετού και προσγειωμένου στην πραγματικότητα ανθρώπου. Θέλουμε να πούμε ότι ο όσιος δεν «πήρε θάρρος» από τη νίκη του αυτή. Δεν σκέφτηκε ότι όπως νίκησε τώρα, θα νικήσει και μετά. Αντίθετα: «τρόμαξε» με την πονηρία του διαβόλου και θέλησε να φύγει και από το όρος. Η καταφυγή του σε ξερονήσι, μακριά από την ξηρά, ήταν η νομιζόμενη από αυτόν λύτρωση: δεν θα ερχόταν καμία γυναίκα ή κανένας να τον υποβάλει σε πειρασμό. Κι έζησε εκεί με τρόπο που θυμίζει τις χίλιες ημέρες και τις χίλιες νύκτες πάνω σε βράχο του νεωτέρου και αγαπημένου Ρώσου οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ: με ολοκληρωτική αναφορά στον Θεό, είτε σε ψύχος είτε σε καύσωνα. «Δεν χαυνώθηκε ο νους σου από το ψύχος κι ούτε φλέχτηκε η ψυχή σου από τον καύσωνα, ώστε να υποχωρήσεις έστω και για λίγο, θλίβοντας το σαρκίο σου. Αλλά υπέφερες, έχοντας κατά νου τη μακαριότητα των δικαίων» («Ου ψύχει χαυνούμενος τον νουν αλλ’ ουδέ καύσωνι ψυχήν φλεγόμενος όλως ενέδωκας θλίβων σου το σαρκίον∙ αλλ’ υπέφερες την τοις δικαίοις εννοών μακαριότητα») (ωδή η΄).

 Έμαθε όμως ότι η πονηρία του Πονηρού δεν έχει όρια. Τα πάντα εφευρίσκει, πάντα βεβαίως με την παραχώρηση του Κυρίου – μη ξεχνάμε ότι ο διάβολος δεν είναι ανεξέλεγκτος, αλλ’ υπόκειται και αυτός στο θέλημα του Θεού: τον αφήνει να δρα, όσο διευκολύνει την παιδαγωγία του ανθρώπου – προκειμένου να πειράξει τον δούλο του Θεού. Κι όταν αντιμετωπίζει από το «πουθενά» νέο πειρασμό στο πρόσωπο μιας ναυαγισμένης κόρης, σηκώνεται και φεύγει, για να αποφασίσει εσαεί να είναι περιπλανώμενος. Πόσο προσγειωμένος πράγματι είναι! Τι εμπιστοσύνη να δείξει στον εαυτό του, όταν βλέπει ότι ακόμη βρίσκεται στον κόσμο τούτο; Όπως το έλεγε και ο Γέροντας των Αθηνών μακαριστός π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος: «το θέμα σαρξ τελειώνει με το θέμα πλαξ», δηλαδή όσο η πλάκα του τάφου δεν μας έχει κλείσει, δεν μπορεί κανείς να εμπιστεύεται τη σάρκα του, το ίδιο βλέπουμε στον όσιο Μαρτινιανό και σε κάθε άλλο βεβαίως άγιο. Κι ο υμνογράφος μας γι’ αυτό, δεν τονίζει μόνο τον αγώνα του απέναντι στην πρώτη γυναίκα, αλλά απέναντι και στη δεύτερη. Και τι ωραία τον παραλληλίζει με τον προφήτη Ιωνά: όπως εκείνος ρίχτηκε στη θάλασσα για να ησυχάσει αυτή, και θαλάσσιο κήτος τον έβγαλε στην ξηρά, έτσι και ο όσιος Μαρτινιανός, ρίχτηκε στη θάλασσα να ξεφύγει νέο πειρασμό, βγαίνοντας στην ξηρά πάνω κι αυτός σε θαλάσσια κήτη: τα νώτα των δελφινιών. «Κυβερνώμενος, Πάτερ, από το θεϊκό χέρι, σαν τον Ιωνά έριξες τον εαυτό σου στον βυθό της θάλασσας, όσιε, έχοντας ως όχημα τα θηρία και βγαίνοντας φωτισμένος στην ξηρά» («Υπό της θείας κυβερνώμενος, Πάτερ, χειρός, ώσπερ Ιωνάς απέρριψας σεαυτόν εις βυθόν θαλάσσης, όσιε, θηρσίν οχούμενος και τη χέρσω λαμπρός εκδιδόμενος») (ωδή ζ΄ ).

παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ (12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Φεβρουαρίου, 2014

«Ο άγιος Μελέτιος, λόγω της πολύ μεγάλης αρετής του και της καθαρής αγάπης του στον Χριστό, έγινε επιθυμητός από πολλούς τόσο πολύ, ώστε από την πρώτη ημέρα της χειροτονίας του που εισήλθε στην Αντιόχεια, ο κάθε πιστός κινούμενος από πόθο γι’ αυτόν τον καλούσε στην οικία του, πιστεύοντας ότι ο άγιος θα την αγιάσει με την είσοδό του. Δεν συμπλήρωσε τριάντα ημέρες στην πόλη και εκδιώχθηκε από τους εχθρούς της αλήθειας, διότι παρασύρθηκε τότε ο βασιλιάς και βεβαίως  ο Θεός επέτρεψε αυτό. Όταν επανήλθε μετά την παράνομη εκείνη δίωξη, έμεινε περισσότερο από δύο έτη στην Κωνσταντινούπολη. Και πάλι ο βασιλιάς με γράμματα τον καλεί όχι κάπου κοντά, αλλά στη Θράκη. Το ίδιο συνέρρευσαν εκεί και άλλοι επίσκοποι από πολλά μέρη, που κλήθηκαν κι αυτοί με βασιλικά γράμματα, επειδή οι Εκκλησίες, που βγήκαν από δοκιμασίες σαν από μακρύ χειμώνα, άρχισαν να ειρηνεύουν και να γαληνεύουν. Τότε δε ο μέγας αυτός Μελέτιος, αφού εγκωμιάστηκε από όλους, άφησε την ψυχή του στα χέρια του Θεού και αναπαύτηκε με ειρήνη σε ξένη γη. Αυτόν τον μακάριο και ο τίμιος Χρυσόστομος και ο Γρηγόριος ο Νύσσης τον τίμησαν με εγκώμια».
Δύο είναι τα σημεία στα οποία κινείται η εκκλησιαστική υμνογραφία της ημέρας, διά γραφίδος Θεοφάνους του ποιητού: η ορθόδοξη πίστη του αγίου Μελετίου, γεγονός όχι τόσο αυτονόητο για την Αντιόχεια της τότε εποχής (4ος μ.Χ. αιώνας)∙ η αγιασμένη ζωή του. Ο άγιος Μελέτιος πράγματι, χωρίς να είναι μεγάλος θεολόγος, κατά την εκτίμηση των Πατρολόγων, υπήρξε άνθρωπος που γρήγορα ασπάστηκε το ορθό δόγμα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325), έγινε διαπρύσιος κήρυκας της αλήθειας περί της Αγίας Τριάδος  και προετοίμασε το έδαφος για την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381). Το ορθόδοξο αισθητήριό του και ο αγώνας του για την ορθοδοξία κατανοείται σωστά, όταν λάβει κανείς υπόψη του ότι η Αντιόχεια στην εποχή του σπαρασσόταν από εκκλησιαστική πολυαρχία, την οποία προσπάθησαν με μεγάλο αγώνα να ξεπεράσουν αναστήματα εκκλησιαστικά της περιωπής του Μεγάλου Αθανασίου και του Μεγάλου Βασιλείου. Ο άγιος Μελέτιος λοιπόν κήρυσσε ό,τι ο Μ. Αθανάσιος και ο Μ. Βασίλειος είχαν αγωνιστεί να δείξουν στην Εκκλησία – τη γνήσια αποστολική παράδοση – κάτι που ακριβώς σ’ ένα μεγάλο ποσοστό με τους ύμνους δείχνει ο άγιος Θεοφάνης.

«Επειδή έγινες κατά χάρη υιός Θεού, δεν υποβίβασες σε κτίσμα χωρίς φρόνηση τον εκ Θεού Θεό Λόγο, αλλά Τον δόξασες ως συνάναρχο και σύνθρονο με τον Πατέρα, Δημιουργό και Κτίστη όλων των δημιουργημάτων, θεόληπτε» («Υιοθετούμενος  Θεώ,  τον εκ Θεού Θεόν Λόγον ου κατήγαγες εις κτίσιν αφρόνως, αλλ’ εδόξασας Πατρί συνάναρχον και σύνθρονον, Δημιουργόν και Κτίστην των γεγονότων, θεόληπτε») (ωδή γ΄). Ο αγώνας του δηλαδή ήταν και εκείνου κατά των αιρετικών διαστρεβλώσεων του Αρείου και των ομοφρόνων του, οι οποίοι με τις αντιλήψεις τους καταργούσαν ουσιαστικά την αποκάλυψη του Χριστού και τη διδασκαλία των Αποστόλων. «Φωτίστηκες από τη θεία έλλαμψη και θεολόγησες τον από τον άναρχο Πατέρα μονογενή Λόγο, όσιε,  ότι είναι άκτιστος και αιώνιος, γι’ αυτό και έφερες σύγχυση στους συμμάχους και ομόφρονες του Αρείου, με την ενίσχυση της θείας δύναμης» («Υπό της θείας φωτισθείς ελλάμψεως, τον εξ ανάρχου Πατρός μονογενή Λόγον, άκτιστον αιώνιον θεολογήσας, όσιε, τους Αρείου συμμάχους, ομόφρονάς τε συνέχεας, θεία παντευχία φραξάμενος») (ωδή α΄).

Και μπορεί βεβαίως να μην ήταν μεγάλος θεολόγος, με την έννοια ότι δεν ήταν από εκείνους που μπορούσαν να δώσουν λύση σε εκκλησιαστικά προβλήματα, όμως, όπως είπαμε, είχε δυνατή αίσθηση του ορθοδόξου φρονήματος, κάτι που το απέκτησε, εκτός από την αγιασμένη ζωή του, και με τη διαρκή ενασχόληση και μελέτη της Αγίας Γραφής. Ο άγιος υμνογράφος μάλιστα, προκειμένου να τονίσει την αγάπη του οσίου για τον λόγο του Θεού, αξιοποιεί το ίδιο το όνομά του: Μελέτιος, (αγαπημένη ενέργεια των υμνογράφων), χρησιμοποιώντας την εικόνα του πρώτου κιόλας ψαλμού περί του ξύλου που είναι φυτεμένο στις όχθες του ποταμού. «Μελέτησες, μακάριε Ιεράρχα Μελέτιε, τον σωτήριο νόμο του Θεού, όπως έχει γραφεί, και δείχτηκες σαν το ξύλο που βρίσκεται στο νερό της ασκήσεως και φανερώνει με τη χάρη του Θεού τους καρπούς των αρετών» («Μελετήσας, μακάριε Ιεράρχα Μελέτιε, νόμον τον σωτήριον, καθώς γέγραπται, ξύλον εδείχθης εν ύδατι ασκήσεως κείμενον και καρπούς των αρετών προβαλλόμενον χάριτι») (στιχηρό εσπερινού).

Οι ύμνοι επικεντρώνουν, σημειώσαμε, και στην αγιασμένη ζωή του αγίου Μελετίου. Τον παραλληλίζουν μάλιστα με τους αγίους αποστόλους, τον τρόπο ζωής των οποίων προσπάθησε να ακολουθήσει και γι’ αυτό τοποθετήθηκε και στη θέση τους. «Ομοιώθηκες διά των αρετών σου με τους Αποστόλους του Χριστού και έλαβες την αυθεντία και τον θρόνο εκείνων κατά προφανή τρόπο, Μελέτιε πανένδοξε» («Ομοιωθείς δι’ αρετών τοις του Χριστού Αποστόλοις, την εκείνων αυθεντίαν και θρόνον εκληρώσω προφανώς, Μελέτιε πανένδοξε») (ωδή γ΄). Σ’ ένα στιχηρό του εσπερινού όμως η ασκητική ζωή του αγίου καταγράφεται σε όλα σχεδόν τα στάδιά της: «Μάρανες με την εγκράτεια τα σκιρτήματα της σάρκας. Και υπέταξες τα πάθη, Μελέτιε, και λάμπρυνες και εύφρανες τον εαυτό σου με τη λαμπρότητα της απάθειας. Και ιερούργησες τον Χριστό με αγνότητα και με καθαρότητα» («Εγκρατεία εμάρανας της σαρκός τα σκιρτήματα∙ και παθών, Μελέτιε, κατεκράτησας και απαθείας λαμπρότητι σεαυτόν εφαίδρυνας∙ και αγνώς και καθαρώς τω Χριστώ ιερούργησας»). Ο άγιος Θεοφάνης παίρνει τη ζωή του αγίου Μελετίου ως βάση, και αξιωματικά μας λέγει: δεν μπορεί κανείς να ιερουργεί τον Χριστό, να προσφέρει δηλαδή τη ζωή του θυσία σ’ Εκείνον με όλη την ύπαρξή του – μη ξεχνάμε δε ότι ιερείς με τη γενική ιερωσύνη είναι όλοι οι βαπτισμένοι στο όνομα της αγίας Τριάδος και όχι μόνο οι κληρικοί  – παρά μόνον αν αγωνίζεται να φτάσει στην απάθεια ως υπέρβαση των κακών παθών. Κι αυτό επιτυγχάνεται με την εγκράτεια. Ιδιαιτέρως τούτο, ενόψει της Μεγάλης Σαρακοστής νομίζουμε πως είναι ό,τι πιο επίκαιρο. Η εγκράτεια που τονίζει η ευλογημένη αυτή περίοδος, ορθά ασκούμενη, δηλαδή με τον τρόπο της Εκκλησίας, οδηγεί στον έλεγχο των παθών και έτσι στην άμεση σχέση με τον Χριστό, την ιερουργία της ζωής μας σ’ Εκείνον.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΒΛΑΣΙΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑΣ (11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Φεβρουαρίου, 2014

«Ο άγιος Βλάσιος έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Λικινίου (αρχές 4ου μ.Χ. αι.), ήταν επίσκοπος Σεβαστείας και κατοικούσε σε κάποιο από τα σπήλαια του Αργαίου όρους. Σ’ αυτό το όρος τα άγρια ζώα εξημερώνονταν με την ευλογία του Αγίου και φαίνονταν ήσυχα. Επειδή ήταν έμπειρος και της ιατρικής επιστήμης, επιτελούσε πολλές ιάσεις, έχοντας λάβει από τον Κύριο και την ενέργεια των θαυμάτων. Συνελήφθη όμως και οδηγήθηκε προς τον ηγεμόνα Αγρικόλαο. Ομολόγησε το όνομα του Χριστού και γι’ αυτό ο ηγεμόνας διέταξε να τον κτυπήσουν με ράβδους, να τον αναρτήσουν σε σταυρό και να τον χαρακώσουν με σιδερένια νύχια. Έπειτα, όταν τον οδηγούσαν στη φυλακή, τον ακολούθησαν επτά γυναίκες, των οποίων έκοψαν και τα κεφάλια, γιατί και αυτές ομολόγησαν ότι ο Χριστός είναι Θεός. Ο δε άγιος Βλάσιος, αφού τον έριξαν και στον βυθό της λίμνης, χωρίς να πάθει απολύτως τίποτε,  στη συνέχεια του έκοψαν το κεφάλι, μαζί και με δύο βρέφη που βρίσκονταν στη φυλακή. Λέγεται ότι αυτός ήταν ο επίτροπος της διάταξης του μεγαλομάρτυρα Ευστρατίου, κατά τον καιρό του μαρτυρίου αυτού, όπως έχει βρεθεί να στέκεται εικονισμένος ο άγιος Βλάσιος και σε ένα παλαιό ύφασμα ανάμεσα στους πέντε αγίους μάρτυρες, πολύ κοντά στον άγιο Ευστράτιο, και να δέχεται από το χέρι του τον τόμο της διάταξης. Τελείται δε η σύναξή του στο αγιότατο Μαρτύριό του, που βρίσκεται πλησίον του αγίου Αποστόλου Φιλίππου, στα του Μιλτιάδου».

Ο άγιος Βλάσιος θεωρείται διπλός προστάτης των ανθρώπων: και για τις παθήσεις του λαιμού και για την αποφυγή των επιθέσεων των αγρίων ζώων, ειδικά των λύκων και των τσακαλιών. Από το συναξάρι του υπάρχει εύκολα η εξήγηση: υπήρξε ιατρός, και μάλιστα έφυγε μαρτυρικά με αποτομή της κεφαλής του∙ ο ίδιος στο όρος που ζούσε εξημέρωνε τα άγρια ζώα. Η υμνολογία της Εκκλησίας μας σημειώνει ως προς το πρώτο, από τους  στίχους του συναξαριού του: «Αποκόπηκε με ξίφος ο λαιμός του Βλασίου, κι έτσι θεραπεύει τις ασθένειες αυτών που πονούν στα λαιμά τους» («Λαιμόν Βλάσιος εκκοπείς διά ξίφους, αλγούσι λαιμοίς ρευμάτων είργει βλάβας»). Και ως προς το δεύτερο, από στιχηρό του εσπερινού: «Ως εκείνον που φροντίζει τους πάντες σε υμνούμε, Βλάσιε, και τους ανθρώπους και τα ζώα που έπασχαν» («Ως προμηθέα σε πάντων υμνούμεν, Βλάσιε, και λογικών θρεμμάτων και αλόγων πασχόντων»). Τα καταγεγραμμένα θαύματα του αγίου από την «ειδικότητά» του αυτή είναι πάμπολλα. Ήδη αναφέρεται ότι πορευόμενος προς το μαρτύριο θεράπευσε με το άγγιγμα του χεριού του ένα παιδάκι που είχε μείνει άφωνο και κινδύνευε να πεθάνει από ασφυξία, γιατί είχε καρφωθεί στο λαιμό του ένα ψαροκόκαλο. Και αυτό συνήργησε στο να θεωρηθεί ο προστάτης των παθήσεων του λαιμού. Η δε λαογραφία της πατρίδας μας αναφέρει πολλές διηγήσεις και έθιμα που ακριβώς προβάλλουν την προστασία του αγίου από τα άγρια ζώα.

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος όμως δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για τα παραπάνω. Εκείνο που τονίζει είναι η κατά Χριστόν πολιτεία του αγίου, το γεγονός δηλαδή ότι υπήρξε ένθεος ιεράρχης με μεγάλη δραστηριότητα και ότι μαρτύρησε χάριν της πίστεώς του στον Χριστό. Αιτία γι’ αυτό ήταν ότι προσπάθησε να ζήσει αυτό που αδιάκοπα μελετούσε στις άγιες Γραφές, και ιδίως το του αποστόλου Παύλου: «εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος», για μένα ζωή σημαίνει Χριστός και ο θάνατος μού είναι κέρδος. Πράγματι, ο Χριστός ήταν το κέντρο της ύπαρξής του που το απέδειξε και με το μαρτύριό του. Σ’ ένα από τα στιχηρά του εσπερινού διαβάζουμε: «Ο Χριστός ήταν η ζωή σου, παμμακάριε, και ο θάνατος αληθινά δείχτηκε κέρδος με την πίστη σου, σύμφωνα με τον μέγα Παύλο, Βλάσιε θεόφρον, επειδή για χάρη Του με μεγάλη προθυμία πέθανες» («Χριστός το ζην σοι, παμμάκαρ, και το θανείν αληθώς κέρδος εδείχθη πίστει, κατά Παύλον τον μέγαν, Βλάσιε θεόφρον, επεί δι’ αυτόν προθυμότατα τέθνηκας»).

Ζώντας λοιπόν τον Χριστό ο άγιος φωτιζόταν ολόκληρος με το φως Εκείνου, γι’ αυτό και το φως αυτό σκορπούσε παντού: και με τις αστραπές του κηρύγματός του και με τη λαμπρότητα των θαυμάτων του και με το φέγγος του μαρτυρίου του. Για τον υμνογράφο δηλαδή ο άγιος Βλάσιος θεωρείται ένα είδος πνευματικού ήλιου, κοντά στον οποίο τα πάντα έλαμπαν. «Μείωσες τη νύκτα της αθεΐας – σημειώνει – με τις αστραπές του ιερού κηρύγματος, ήλιε, και φάνηκες να κοσμείσαι με τις λαμπρότητες των θαυμάτων και με το φέγγος του μαρτυρίου και γι’ αυτό καταφωτίζεις όλην τη δημιουργία» («Νύκτα αθεϊας αστραπαίς του ιερού κηρύγματος απομειώσας, φωστήρ, κοσμούμενος εδείχθης θαυμάτων λαμπρότησι, φέγγει τε μαρτυρίου, και την κτίσιν πάσαν καταυγάζεις» (ωδή α΄).

Κι αυτό το φως Χριστού που τον διακατείχε, πρωτίστως την καρδιά του και έπειτα και όλη την ύπαρξή του, ήταν εκείνο που έκανε τον άγιο να ξεπερνά όλα τα εμπόδια που έσπερνε ο πονηρός διάβολος στην πορεία του. Για τον άγιο υμνογράφο το πράγμα είναι σαφές: ο πονηρός πάντα βάζει και θα βάζει εμπόδια στον άνθρωπο, και μάλιστα τον πιστό που θέλει να ακολουθεί με συνέπεια τον Κύριο. Ο πιστός όμως μπορεί και πάντα θα μπορεί να ξεπερνά τα εμπόδια με ένα και μόνον τρόπο: όταν είναι συνδεδεμένος με την πηγή της δύναμης και του φωτός, τον ίδιο τον Κύριο, που σημαίνει ότι αγωνιζόμενος τον δρόμο της καθάρσεως της καρδιάς του από τα πάθη, βλέπει την παρουσία Του μέσα του. «Απόκτησες καρδιά γεμάτη από θείο φωτισμό, γι’ αυτό και εύκολα ξεπέρασες τα εμπόδια της πλάνης, υποσκελίζοντας τις επιθέσεις των εχθρών, σοφέ, με την παρουσία σου» («Φωτισμού θείου έμπλεων κτησάμενος καρδίαν, απροσκόπτως παρέδραμες προσκόμματα της πλάνης, εχθρών διαβήματα υποσκελίσας, σοφέ, τη παρουσία σου») (ωδή ζ΄). Θυμίζει αυτό που διαβάζουμε στο Γεροντικό για τον μέγα άγιο Αντώνιο, ο οποίος έλεγε: «Είδα απλωμένες τις παγίδες του διαβόλου στη γη και στέναξα και είπα: Ποιος άραγε μπορεί να τις διαβεί χωρίς να πέσει σ’ αυτές; Κι άκουσα φωνή που έλεγε: Μόνον ο ταπεινόφρων». Ο ταπεινόφρων είναι ο κεκαθαρμένος και φωτισμένος άνθρωπος, που γίνεται πανίσχυρος λόγω του Χριστού.  Η Εκκλησία μας διαλαλεί την αλήθεια αυτή πάντοτε, σήμερα δε και με την προβολή του αγίου ιερομάρτυρα Βλασίου.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ (10 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Φεβρουαρίου, 2014

«Ο άγιος Χαραλάμπης έζησε επί της βασιλείας του Σεβήρου, όταν ηγεμόνευε ο Λουκιανός στην πόλη της Μαγνησίας. Επειδή ήταν ιερέας των Χριστιανών και δίδασκε την οδό της αληθείας, οι τύραννοι πρόσταξαν να τον ξεντύσουν από την ιερατική του στολή κι έπειτα να γδάρουν όλο το δέρμα του σώματός του. Καθώς λοιπόν ο ηγεμόνας τον έβλεπε  να υπομένει καρτερικά τα βασανιστήρια, εξοργίστηκε και επιχείρησε να ξέσει τον άγιο με τα δικά του χέρια, οπότε αμέσως αποκόπηκαν τα χέρια του και έμειναν μετέωρα στο σώμα του μάρτυρα. Ο άγιος όμως προσευχήθηκε και τον έκανε υγιή. Όταν είδαν αυτό το θαύμα οι δήμιοι, που ονομάζονταν Πορφύριος και Βάπτος, αρνήθηκαν τα είδωλα και πίστεψαν στον Χριστό. Το ίδιο και τρεις γυναίκες από αυτούς που παρίσταντο εκεί. Όλους αυτούς τους συνέλαβε ο ηγεμόνας και αφού τους καθυπέβαλε σε βασανιστήρια, χωρίς έλεος τους αποκεφάλισε. Διότι αν και θεραπεύτηκε, όμως παρέμεινε στην απιστία».

Ο άγιος Χαραλάμπης, και πιο λαϊκά Χαράλαμπος, θεωρείται, κατά την υμνολογία της Εκκλησίας μας,  καύχημα της Ελλάδας. Της Ελλάδας που φέρει το όνομα του Χριστού∙ που είναι χριστιανική και αναγνωρίζει και τιμά τους αγίους∙ που θεωρεί ως μεγίστη ευλογία και θησαυρό πολύτιμο την ύπαρξη των λειψάνων τους, όπως της κάρας του αγίου ιερομάρτυρα∙ που προστρέχει με πίστη και πόθο στις εκκλησιές για να πανηγυρίσει τη μνήμη τους. «Καυχάται σήμερα όλη η χριστιανική Ελλάδα. Γιατί απέκτησε τη δική σου κάρα σαν κρήνη που αναβλύζει ποταμούς ιαμάτων και αστείρευτο πλούτο και χάρη που δεν αδειάζει ποτέ, και διώχνει νόσους και την πολύφθορη πανώλη από τους ανθρώπους που σε μακαρίζουν» («Αβρύνεται σήμερον Ελλάς πάσα η χριστώνυμος∙ κάραν την σην γαρ εκτήσατο, ως κρήνην βρύουσαν ιαμάτων ρείθρα και πλούτον αδάπανον και χάριν κενουμένην μηδέποτε, νόσους τ’ ελαύνουσαν λοιμικήν τε την πολύφθορον, εξ ανθρώπων των μακαριζόντων σε») (στιχηρό εσπερινού). «Την πάντιμη κάρα σου η Ελλάδα την απέκτησε ως παντοτινό πλούτο της και πολύτιμο θησαυρό» («την πάντιμόν σου κάραν η Ελλάς εκτήσατο πλούτον αδάπανον και θησαυρόν πολύτιμον») (στιχηρό της λιτής).

Υπάρχει αυτή η Ελλάδα; Υπάρχουν οι πόλεις της που ευφραίνονται και σκιρτούν από αγαλλίαση για τους αγίους, σαν τον άγιο Χαράλαμπο; («Ευφραίνεσθε εν Κυρίω πόλεις της Ελλάδος και σκιρτήσατε αγαλλώμεναι»). Κανείς δεν γνωρίζει. Μία επιφανειακή κρίση θα έλεγε όχι. Ή τουλάχιστον όχι τόσο,  σε σχέση με αυτό  που φαινόταν πριν και από λίγα σχετικά χρόνια. Φαίνεται ότι υπάρχει ένας γενικότερος αποχρωματισμός από αυτό που συνιστά θεωρητικά την ταυτότητα του Έλληνα: του ορθόδοξου πιστού που ταυτοχρόνως διακατέχεται από την βαθιά αγάπη και προς την πατρίδα. Η συρρίκνωση του εκκλησιάσματος στους Ναούς, η ετοιμότητα να αποδεχτούν  οι πολλοί το εφεύρημα της πολυπολιτισμικότητας, η ντροπή που νιώθουν αρκετοί συμπατριώτες μας να δηλώσουν την ελληνικότητά τους, ιδίως όταν βρεθούν στο εξωτερικό – και δεν εννοούμε τώρα που υπάρχει γενικότερη κατακραυγή λόγω της οικονομικής κρίσεως – η μείωση των αντανακλαστικών σε οτιδήποτε επιχειρείται από τους ιθύνοντες στην εφαρμογή  της «θεωρίας του σαλαμιού»: κόβουμε κάθε φορά και από λίγο σε ό,τι αφορά τις παραδόσεις μας, είναι λίγα από αυτά που επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Τείνουμε σ’ αυτό που λέει ο λόγος του Χριστού που μιλάει πάντοτε για το μικρό ποίμνιο –  τους λίγους που πράγματι είναι συνεπείς πιστοί και αγαπούν τον Κύριο και γενικώς τις παραδόσεις του έθνους μας – και το προτρέπει να μη φοβάται. «Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον». Αλλά είπαμε, κανείς δεν γνωρίζει. Διότι σε ανάλογο προβληματισμό και του μεγάλου Προφήτη Ηλία, όταν διωκόταν η αληθινή πίστη και κανείς δεν φαινόταν να την ακολουθεί, ο ίδιος άκουσε τον Θεό να του λέει ότι γύρω του, χωρίς εκείνος να το ξέρει, «επτά χιλιάδες Ιουδαίοι δεν είχαν κλίνει το γόνυ στον Βάαλ». Κανείς λοιπόν δεν ξέρει τι σημαίνει χριστιανική Ελλάδα. Αν μάλιστα πιστέψει κανείς λόγια που αποδίδονται στον γέροντα Παΐσιο τον αγιορείτη, ότι δηλαδή «ο Χριστός, η Παναγία, οι άγιοι αγαπούν σκανδαλωδώς την Ελλάδα, γιατί αυτή βγάζει κατεξοχήν αγίους», ίσως τα πράγματα δεν είναι τόσο ζοφερά.

Ας επανέλθουμε όμως στον άγιο Χαράλαμπο. Ο υμνογράφος ήδη από το πρώτο στιχηρό του εσπερινού μας δείχνει το μέγεθος της αγιότητάς του και την προσφορά του στην Εκκλησία. «Όλος από τη νεότητά σου – σημειώνει – αφιερώθηκες στον Δεσπότη Χριστό, κι Αυτόν πόθησες βαθιά κι Αυτού τα ίχνη ακολούθησες. Κι αφού καθάρισες την καρδιά σου από κάθε κηλίδα των παθών, γέμισες υπέρμετρα από τη θεία χάρη» («Όλος εκ νεότητος ανατεθείς τω Δεσπότη, τούτον επεπόθησας και αυτού τοις ίχνεσιν ηκολούθησας∙ καθαρθείς πάσης δε των παθών κηλίδος, θείαν χάριν κατεπλούτησας»). Ο άγιος υπήρξε δηλαδή ένα εκτύπωμα του Χριστού: Αυτόν αγάπησε και Αυτού τη ζωή φανέρωσε, διά της τηρήσεως των αγίων εντολών Του.  Δεν χρειάζεται να ψάχνουμε πολύ, για να δούμε ποιος είναι ο άγιος. Άγιος είναι όποιος ζει κατά το θέλημα του Κυρίου, που ζει όπως Εκείνος έζησε. Αλλά ο υμνογράφος γίνεται πιο συγκεκριμένος: το να ζει κανείς όπως ο Χριστός, σημαίνει ότι καθαρίζει την καρδιά του από τα πάθη του και φωτίζεται από τη χάρη του Θεού.

Με άλλα λόγια η πνευματική ασκητική μέθοδος της Εκκλησίας μας είναι το μόνο «αποδεικτικό» στοιχείο ότι πράγματι κανείς ανήκει στον Χριστό, ότι είναι άγιος. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η πνευματική ζωή ακολουθεί τα γνωστά τρία στάδια: την κάθαρση, τον φωτισμό, τη θέωση. Πάνω σ’ αυτήν την πορεία κρίνεται η γνησιότητα της αγιότητας κάποιου και όχι από άλλες εξωτερικές επιφανειακές εκδηλώσεις: καλά έργα, δραστηριότητες, οικοδομικές επιχειρήσεις, κοινωνικές προσφορές. Όχι ότι αυτά καταδικάζονται. Δεν μπορούν όμως να αξιολογηθούν θετικά, αν δεν αποτελούν εκδηλώσεις κεκαθαρμένης καρδίας. Και ο άγιος Βασίλειος υπήρξε δραστήριος και οργανωτικός και με έργα Πατέρας, αλλά ήταν βαθύτατα ασκητικός, που είχε τονίσει ότι αν κανείς θέλει να βρει τον Θεό στη ζωή του, πρέπει να απομακρυνθεί από όλη τη διάχυση του νου στα αισθητά πράγματα, να έλθει στον εαυτό του και διά της στροφής του αυτής να συναντήσει τον Θεό.

 Ο άγιος Χαράλαμπος λοιπόν υπήρξε συνεπής προς αυτήν την πνευματική οδό της Εκκλησίας, που είναι απαρχής η γνήσια και αποστολική παράδοσή της, δηλαδή του Χριστού η παράδοση. Ο υμνογράφος επιβεβαιώνει τα παραπάνω και με άλλες λέξεις. Επιλέγουμε: «Φωτίστηκε κι έγινε λαμπρή η διάνοιά σου από το θείο Πνεύμα…και έτσι δυνάμωσες την ορθόδοξη πίστη» («τω θείω Πνεύματι λαμπρυνθείς την διάνοιαν…την ορθόδοξον πίστιν εκράτυνας») (στιχηρό της λιτής). Ο φωτισμός από το άγιο Πνεύμα, καρπός της εν χάριτι καθάρσεως της καρδίας, είναι ο μόνος τρόπος να δυναμωθεί η ορθόδοξη πίστη. «Η Ελλάδα έμεινε κατάπληκτη, μάρτυς Χαράλαμπε, από την καθαρότητα του βίου σου και το θαυμαστό μαρτύριό σου» («Την καθαρότητα, μάρτυς, του βίου σου και το υπέρλαμπρον του μαρτυρίου σου καταπλαγείσα η Ελλάς») (κάθισμα του όρθρου).  
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ (9 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Φεβρουαρίου, 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ (9 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

«Ο άγιος Νικηφόρος έζησε κατά τους χρόνους των βασιλέων Ουαλεριανού και Γαληΐνου και ήταν ένας απλός πολίτης. Είχε δε κι ένα χριστιανό φίλο, πρεσβύτερο της Εκκλησίας, που λεγόταν Σαπρίκιος, ο οποίος από διαβολική ενέργεια μίσησε τον άγιο Νικηφόρο και μνησικακούσε απέναντί του. Όταν συνελήφθη ο Σαπρίκιος από τους ειδωλολάτρες και υφίστατο πολλά βασανιστήρια για την πίστη του Χριστού, ο άγιος Νικηφόρος έστειλε μεσίτες προς αυτόν, ζητώντας συγχώρηση, αλλ’ ο Σαπρίκιος δεν τους άκουσε.  Είδε τότε ο άγιος Νικηφόρος ότι ο Σαπρίκιος οδηγείται εκεί που θα του έκοβαν το κεφάλι, οπότε έτρεξε και έπεσε στα πόδια του ζητώντας συγχώρηση. Και μολονότι του θύμιζε τους νόμους του Χριστού περί συμφιλιώσεως των ανθρώπων, εκείνος δεν υπεχώρησε. Ο Σαπρίκιος πέρασε από πολλά βασανιστήρια και πλησίαζε η ώρα να πάρει το στεφάνι και τα βραβεία από τον Χριστό. Κι ενώ λίγο έμελλε για να του κόψουν το κεφάλι, δεν έδινε τη συγχώρηση. Γι’ αυτόν τον λόγο, απογυμνώθηκε από τη βοήθεια του Θεού και είπε στους δημίους: Αφήστε με και θα θυσιάσω στους θεούς. Μόλις το είδε αυτό ο άγιος Νικηφόρος, παρέδωσε τον εαυτό του στους δήμιους και ομολόγησε τον Χριστό με παρρησία. Με την προσταγή του τυράννου τότε, του έκοψαν το κεφάλι, κι έτσι έλαβε ο άγιος γρήγορα τα βραβεία της αγάπης, την οποία και προσπαθούσε να κάνει πράξη, χάριν του Χριστού,  του δοτήρα της αγάπης».

Ο υμνογράφος του αγίου Νικηφόρου Θεοφάνης, στο εξαποστειλάριο του όρθρου μας δίνει με μία φράση το στίγμα του αγίου: «Νικηφόρε, φάνηκες νικητής όπως λέει το όνομά σου, γιατί νίκησες τους τυράννους στην αγάπη και στο μαρτύριο. Γι’ αυτό  και δέχτηκες το στεφάνι της νίκης από τον Κύριο» («Φερώνυμος εδείχθης της νίκης, ω Νικηφόρε, αγάπη και μαρτυρίω, νενικηκώς τους τυράννους∙ όθεν και νίκης το στέφος εδέξω παρά Κυρίου»). Πράγματι, οι ύμνοι της Εκκλησίας μας κυμαίνονται ακριβώς επάνω στα δύο αυτά: τη νίκη του αγίου με βάση την εντολή του Κυρίου, την αγάπη – όταν μάλιστα αγωνιζόταν να συμφιλιωθεί με τον ιερέα Σαπρίκιο, ο οποίος τον εχθρευόταν – τη νίκη του και  στο μαρτύριο, διότι δεν δίστασε διόλου να ομολογήσει την πίστη του με τίμημα την ίδια του τη ζωή. Αυτό σημαίνει ότι ο άγιος Νικηφόρος, απλός άνθρωπος, χωρίς αξιώματα, χωρίς θέσεις, αλλά με επίγνωση του σπουδαιοτέρου γεγονότος στη ζωή ενός πιστού: να μένει σταθερός στην πίστη του, έδειξε έμπρακτα ότι η ζωή του ήταν θεμελιωμένη  στην πρώτη και σπουδαιότερη εντολή του Κυρίου, την αγάπη, με τη διπλή της διάσταση: την προς τον Θεό και την προς τον συνάνθρωπο.

Ο άγιος Θεοφάνης υπενθυμίζει για πολλοστή φορά, μια που του δίνεται η ευκαιρία κατεξοχήν σήμερα με τον άγιο Νικηφόρο, ότι οι δύο αγάπες, προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, είναι στην ουσία μία: κανείς δεν μπορεί να έχει τη μία αγάπη χωρίς την άλλη. Αγαπά κανείς τον Θεό σημαίνει ότι αγαπά ταυτοχρόνως και τον συνάνθρωπό του, έστω και τον εχθρό του∙ αγαπά κανείς τον συνάνθρωπο σημαίνει ότι αγαπά ταυτοχρόνως και τον Θεό. Κι αυτό γιατί ο Θεός «αγάπη εστί». Είναι αυτό που κηρύσσει διαπρυσίως ο ευαγγελιστής της αγάπης, ο άγιος Ιωάννης, όταν σημειώνει ότι «αυτός που λέει ότι αγαπά τον Θεό, αλλά μισεί τον συνάνθρωπό του, ψεύστης εστίν». Δεν είναι δυνατόν λοιπόν κανείς να ξεφεύγει από την αγάπη, χωρίς να χάνει την επαφή του με τον Θεό. Στο δοξαστικό μάλιστα των στιχηρών του εσπερινού η αλήθεια αυτή τονίζεται εμφαντικά: «Έδειξες σε όλους φανερά, αθλητά Νικηφόρε, ότι αυτός που δεν αγαπά τον πλησίον ούτε και τον Δεσπότη Χριστό μπορεί να αγαπήσει. Γι’ αυτό ακριβώς, συ ο ίδιος αγάπησες ειλικρινά τον ομόδουλό σου Σαπρίκιο, οπότε με την αγάπη αυτή πέταξες σαν να είχες φτερά και προς τον θείο έρωτα και έδωσες τη ζωή σου χάριν της ομολογίας και της πίστεως στον Χριστό. Ο δυσώνυμος όμως Σαπρίκιος, που κράτησε άσπονδο μίσος απέναντί σου, φάνηκε τελικά αρνητής και του Δεσπότη Χριστού» («Έδειξας πάσιν εμφανώς, αθλητά Νικηφόρε, ότι τον πλησίον ο μη φιλών, ούτε τον Δεσπότην αγαπήσαι δύναται∙ διόπερ, αυτός μεν ειλικρινώς αγαπήσας Σαπρίκιον τον ομόδουλον, εντεύθεν και προν τον θείον ανεπτερώθης έρωτα, και την ψυχήν σου τέθεικας υπέρ της εις Χριστόν ομολογίας και πίστεως. Σαπρίκιος δε ο δυσώνυμος, άσπονδον προς σε το μίσος κτησάμενος, αρνητής εδείχθη και του Δεσπότου Χριστού»). 

Ίσως όμως σήμερα, εκείνο που παραξενεύει περισσότερο δεν είναι η αγάπη του αγίου Νικηφόρου. Αυτός με τη χάρη του Θεού την απέδειξε έμπρακτα, στεφανώθηκε, κέρδισε τον Παράδεισο, πρεσβεύει υπέρ ημών. Το παραδοξότερο είναι η δαιμονική άρνηση του ιερέα Σαπρικίου να δώσει συγχώρηση στον τέως φίλο του Νικηφόρο, κάτι που τον έκανε να ξεπέσει και από την αγάπη του Θεού και του στέρησε όχι μόνο τη θριαμβευτική είσοδό του ως μάρτυρα στη Βασιλεία του Θεού, αλλ’ ούτε και την απλή σωτηρία του. Από εκεί που υπομένει τόσα βασανιστήρια, που ομολογεί με γενναιότητα την πίστη του, να γίνεται στον επίλογο δειλό ανθρωπάκι και αρνησίχριστος. Την παραδοξότητα αυτή σημειώνει και ο υμνογράφος: «Ο Σαπρίκιος που δεν φύλαξε τους θεσμούς σου, Σωτήρα Κύριε, γυμνώνεται από της θεία Σου χάρη. Κι αφού υποχώρησε στους εχθρούς, στερείται ο δειλός από τη δόξα των μαρτύρων Σου. Γι’ αυτό και μένουμε έκπληκτοι από τη δίκαιη πρόνοιά Σου, οπότε φωνάζουμε δυνατά: Δόξα στη δύναμή Σου» («Ο τους θεσμούς σου μη φυλάξας Σαπρίκιος, σης γυμνούται, Σώτερ, θείας χάριτος∙ και τοις εχθροίς νώτα δεδωκώς, της των σων μαρτύρων στερείται δόξης ο δείλαιος∙ διο σου της δικαίας εκπλαγέντες προνοίας∙ τη δυνάμει σου δόξα κραυγάζομεν») (ωδή δ΄).

Πέρα από τη δοξολογία του ονόματος του Θεού που δοξάζει τους μάρτυρές Του, ο θρήνος και ο φόβος είναι τα αισθήματα που δημιουργεί η περίπτωση του Σαπρικίου. Ποιος μπορεί να καυχηθεί για το όποιο αξίωμά  του στην Εκκλησία, για τα κηρύγματά του, για τη δράση του, για τη θαρραλέα ακόμη πίστη του; Ο Σαπρίκιος τα είχε αυτά: ήταν ιερέας, κήρυσσε και δρούσε ιεραποστολικά, ομολογούσε την πίστη του με θάρρος. Το κριτήριο όμως είναι άλλο: απολύτως και μόνον η αγάπη, που αποδεικνύεται έμπρακτα ως συγχώρηση προς τον κάθε συνάνθρωπο. Τα πάντα μπορεί κανείς να έχει ως αρετές. Δεν έχει το ένα «ου εστί χρεία», την αγάπη, δεν έχει τίποτε. Γι’ αυτό και αφενός κανείς δεν μπορεί να καυχηθεί για οτιδήποτε: η αληθινή αγάπη φυτρώνει εκεί που υπάρχει το έδαφος της ταπείνωσης, αφετέρου το μαρτύριο από μόνο του δεν σώζει. Και στην περίπτωση ακόμη που ο Σαπρίκιος έδινε τη ζωή του για τον Χριστό, δεν θα ήταν χριστιανός μάρτυρας. Ο χριστιανός μάρτυρας πεθαίνει, αλλά χωρίς ίχνος μίσους και έχθρας μέσα του. Το λέει σαφέστατα και ο απόστολος Παύλος: «και εάν παραδώ το σώμα μου, ίνα καυθήσωμαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι». Και να καεί το σώμα μου για την πίστη μου, χωρίς αγάπη η θυσία αυτή δεν με ωφελεί.

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ (8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Φεβρουαρίου, 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ (8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

«Ο άγιος Θεόδωρος έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Λικίνιου (τις πρώτες δεκαετίες του 3ου μ.Χ. αιώνα). Καταγόταν από τα Ευχάϊτα, αλλά κατοικούσε στην Ηράκλεια του Πόντου. Υπερείχε από τους περισσοτέρους ως προς το κάλλος της ψυχής του, το μέγεθος του σώματος και τη δύναμη των λόγων. Όλοι, γι’ αυτό, προσπαθούσαν να αποκτήσουν τη φιλία του. Για τον ίδιο λόγο και ο Λικίνιος ήθελε πάρα πολύ να τον συναντήσει, μολονότι είχε ακούσει  ότι είναι χριστιανός και βδελύσσεται τους λεγόμενους θεούς. Έστειλε λοιπόν από τη Νικομήδεια μερικούς, του ιδίου αξιώματος με τον Θεόδωρο, και τους πρόσταξε να του φέρουν τον μάρτυρα με ευγενικό τρόπο. Όταν αυτοί επέστρεψαν λέγοντας ότι ο μακάριος Θεόδωρος έφερε ως αντίρρηση ότι πρέπει ο βασιλιάς μάλλον να έλθει μαζί με τους μεγαλύτερους από αυτόν θεούς, αμέσως ο βασιλιάς ήλθε στην Ηράκλεια.
Ο άγιος Θεόδωρος, ο οποίος προθυμοποιήθηκε να συναντήσει τον Λικίνιο μετά από νυκτερινό όραμα που του έστειλε ο Θεός, όταν πληροφορήθηκε ότι ο βασιλιάς πλησιάζει, ανέβηκε σε άλογο, τον συνάντησε και τον τίμησε όπως έπρεπε. Ο βασιλιάς τότε του έδωσε το δεξί του χέρι και χαιρέτισε τον Θεόδωρο πολύ θερμά. Εισήλθε έπειτα στην πόλη κι αφού κάθισε σε υψηλό βήμα, προέτρεπε τον μακάριο Θεόδωρο να προσφέρει στους δικούς του θεούς θυσία. Ο άγιος  ζήτησε να πάρει στο σπίτι του τα αγάλματα των επισημοτέρων θεών, να προσφέρει εκεί πρώτα τις προσευχές του, και έπειτα πάλι δημόσια να προσφέρει στους θεούς αυτούς σπονδές. Ο βασιλιάς συμφώνησε κι έδωσε εντολή  να του δοθούν τα χρυσά και τα αργυρά αγάλματα, ο άγιος τα έλαβε και κατά το μέσο της νύκτας τα συνέτριψε, τα έκανε μικρά κομμάτια και τα έδωσε στους ενδεείς και τους πένητες.
Την επομένη ημέρα, όταν ο Μαξέντιος ο Κομενταρήσιος είπε ότι είδε την κεφαλή της μεγάλης θεάς Αφροδίτης να περιφέρεται από κάποιον πτωχό, ο Λικίνιος διέταξε και αμέσως ο άγιος συνελήφθη από τη φρουρά του Λικινίου. Και πρώτα μεν τον ξέντυσαν, τον κράτησαν τεντωμένο τέσσερις, και τον κτύπησαν με μαστίγια από νεύρα βοδιών: επτακόσιες πληγές στην πλάτη, πενήντα στην κοιλιά, όπως και κτυπήματα με μολύβδινες σφαίρες στον αυχένα. Έπειτα τον έξυσαν μέχρι αίματος, τον κατέφλεξαν με λαμπάδες, και έτριψαν με όστρακα τις πρησμένες και καμμένες πληγές, οπότε τον έριξαν στη φυλακή, ασφαλίζοντας τα πόδια του σε ξύλινη μέγγενη.
Έμεινε χωρίς φαγητό και νερό στη φυλακή επί επτά ημέρες. Τον έβγαλαν πάλι και κάρφωσαν τα χέρια και τα πόδια του σε σταυρό, κι εκεί του πέρασαν περόνη από το κάτω μέρος του σώματος, που έφθασε μέχρι τα έγκατά του. Γύρω του στέκονταν και παιδιά, που τόξευαν τον άγιο στο πρόσωπο και τα μάτια, ενώ από τις βολές των βελών που κτυπούσαν τα μάτια, έπεσαν κάτω οι κόρες των οφθαλμών του. Άλλοι δε, έκοψαν τα γεννητικά του όργανα, κάνοντας εγκάρσιες τομές σ’ αυτά. Πέρασε τη νύκτα πάνω στο σταυρό και νόμισε ο Λικίνιος ότι είχε ήδη πεθάνει. Αλλά απατήθηκε. Διότι άγγελος Κυρίου τον έλυσε από τα δεσμά και έγινε ολόκληρος υγιής, και έψαλλε και ευλογούσε τον Θεό.
Το ξημέρωμα, απέστειλε ο Λικίνιος να σηκώσουν το σώμα του Μάρτυρα και να το ρίξουν στη θάλασσα. Όταν όμως έφθασαν οι απεσταλμένοι και είδαν τον άγιο να είναι ακόμη ζωντανός και όλος υγιής, πίστεψαν στον Χριστό, άνδρες περίπου ογδόντα πέντε στον αριθμό. Και μετά από αυτούς, άλλοι τριακόσιοι στρατιώτες, στους οποίους ηγείτο ο ανθύπατος Κέστης, που στάλθηκαν για να φονεύσουν τους πρώτους, και αυτοί πίστεψαν στον Χριστό. Όταν είδε ο Λικίνιος την πόλη αναστατωμένη, διέταξε να κοπεί η κεφαλή του αγίου. Στάθηκαν όμως τότε πάμπολλα πλήθη χριστιανών και εμπόδιζαν τους στρατιώτες. Μόλις λοιπόν ο άγιος τους ησύχασε και προσευχήθηκε στον Χριστό, του έκοψαν το κεφάλι και πήρε τέλος ο δρόμος του μαρτυρίου. Μετατέθηκε δε από την Ηράκλεια στα Ευχάϊτα, στο γονικό οίκημά του, καθώς ο μάρτυς είχε δώσει τις κατάλληλες εντολές από πριν στον γραμματέα του Αύγαρο. Ο Αύγαρος, που ήταν μαζί με τον άγιο καθ’ όλη τη διάρκεια του μαρτυρίου του, έγραψε το μαρτυρολόγιο του αγίου κατά πλάτος, δηλαδή και τις ερωτήσεις που του έθεσαν και τις απαντήσεις που έδωσε και τα ποικίλα είδη των βασανιστηρίων που πέρασε, και τις εκ Θεού φανερώσεις και βοήθειες».

Ο πυρπολημένος από θείο πόθο νους του αγίου Θεοδώρου αποτελεί το κλειδί που ερμηνεύει την καρτερία του στα τόσα βασανιστήρια που υπέστη, όπως βεβαίως και τη δύναμή του να υπερβεί πρώτα όλες τις προσφορές του ίδιου του βασιλιά. Απαιτείται να έχει κάποιος ολοκληρωτικά στραμμένο τον νου του στον Θεό, να φλέγεται από την αγάπη Εκείνου, για να μπορεί να περιφρονεί τη φιλία ενός βασιλιά, και μάλιστα με τέτοιες εξουσίες την εποχή εκείνη, και να καταφρονεί τα μαρτύρια που τσακίζουν το σώμα του ανθρώπου. Κι αυτό είναι το διαρκώς ζητούμενο από την Εκκλησία για τον πιστό άνθρωπο: όχι απλώς να τον περιορίσει με κάποιες εντολές και κανόνες – αυτό αποτελεί εξιουδαϊσμό της πνευματικής της ζωής – αλλά να τον προσανατολίσει στην αγάπη προς τον Θεό, την πρώτη και μεγάλη εντολή που έχει δώσει ο Θεός στον άνθρωπο. «Με πυρπολημένο τον νου από τον θείο πόθο, με γενναιότητα και μεγάλη τόλμη  προχώρησες στον θάνατο της φωτιάς» («τω γαρ θείω πόθω τον νουν πυρπολούμενος, του εν πυρί θανάτου γενναίως κατετόλμησας»), σημειώνει στο κάθισμα του όρθρου ο υμνογράφος του αγίου. «Ο πόθος σου προς τον Θεό διέγραψε κάθε εμπαθή σχέση με τα γήινα, παμμακάριστε, δηλαδή και την ηδονή της δόξας, τον πλούτο και την τρυφή, και το περιβόητο ύψος της αναγνώρισης από όλους» («Ο προς Θεόν πόθος σου πάσαν ημαύρωσε προσπαθείας ύλην, παμμακάριστε, δόξαν τερπνήν, πλούτον και τρυφήν, και περιφανείας το περιβόητον ύψωμα») (ωδή δ΄ ).

Ο υμνογράφος του αγίου Θεοδώρου Νικόλαος προβάλλει την ομορφιά του και το παράστημά του: ο άγιος Θεόδωρος ήταν «ωραίος νέος, με σπάνια ομορφιά, διακρινόμενος για το κάλλος της ψυχής και του σώματος». Αλλά η ομορφιά του ανθρώπου, κατά τον υμνογράφο, κάτι που βλέπουμε στους αγίους μας σαν τον σημερινό, έγκειται κατεξοχήν στην ομορφιά της ψυχής. «Η ομορφιά των αρετών τον έκανε ωραίο, κυρίως όμως στολιζόταν από τα στίγματα των μαρτύρων». («Νεανίας ωραίος, πανευπρεπής δέδειξαι, κάλλει καταλλήλως εμπρέπων, ψυχής και σώματος, ωραϊζόμενος των αρετών ευμορφία, και μαρτύρων στίγματι καλλωπιζόμενος» (ωδή γ΄). Πράγματι, για την πίστη μας, η ομορφιά του σώματος είναι ένα αγαθό, το οποίο όμως επειδή είναι φθαρτό δεν έχει πρωτεύουσα σημασία. Έρχονται τα γηρατειά κι αυτό που αποτελεί συνήθως καύχημα για τον έχοντα το αγαθό τούτο, εξαφανίζεται. Χωρίς να λάβουμε υπόψη πιθανούς τραυματισμούς, αρρώστιες που αλλοιώνουν τον άνθρωπο, ή και τον αφανίζοντα τα πάντα θάνατο. Η αληθινή ομορφιά έγκειται, όπως λέει για τον άγιο ο υμνογράφος, στην απόκτηση των αρετών. Όταν η ανθρώπινη ψυχή ντύνεται τις αρετές, όταν η χάρη του Θεού επισκιάζει τον άνθρωπο, τότε και ο πιο άσχημος εξωτερικά θεωρούμενος άνθρωπος αποκτά μία γλυκύτητα και μία «επιφάνεια» που γοητεύει και μαγνητίζει τους πάντες. «Καρδίας ευφραινομένης, πρόσωπον θάλλει» ακούμε να λέει επ’ αυτού ο λόγος του Θεού. Στον άγιο Θεόδωρο βεβαίως συνυπήρχαν και τα δύο στοιχεία: και το κάλλος του σώματος και το κάλλος της ψυχής. Για τον άγιο όμως η προτεραιότητα ήταν δεδομένη: το κάλλος της ψυχής. Και μάλιστα όχι μόνο με τις αρετές, αλλά κυρίως με τα βάσανα που υπέστη. Κι αυτό διότι προφανώς τον έβαζαν στα χνάρια του κατ’ εξοχήν «ωραίου κάλλει παρά πάντας ανθρώπους» Ιησού Χριστού.

Με το μαρτύριο του αγίου Θεοδώρου όμως έχουμε και ένα είδος  επιβεβαίωσης της αναστάσεως των σωμάτων που θα φέρει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Θέλουμε να πούμε ότι ο Κύριος δίνοντας τη χάρη Του δι’ αγγέλου να αποκαταστήσει το διαμελισμένο από τα βασανιστήρια σώμα του αγίου, να το ξανακάνει υγιές καθ’ ολοκληρίαν όπως ήτανε, πριν από την αποτομή της κεφαλής του, μας δίνει με μεγάλη ενάργεια μία εικόνα της εκ νέου δημιουργίας των σωμάτων που θα πραγματοποιήσει. Διότι υπάρχουν χριστιανοί οι οποίοι διερωτώνται: μα πώς τα διαλυμένα σώματα από τον θάνατο ή τα πυρπολημένα από τη φωτιά ή τα φαγωμένα από θηρία θα αναστηθούν; Και η απάντηση βεβαίως είναι απλή: ο Θεός θα προβεί σε μία νέα δημιουργία τους. Αυτός που «εξ ουκ όντων» δημιούργησε τα πάντα, ο Ίδιος και πάλι θα δημιουργήσει τα φθαρμένα και διαλυμένα. Κι εδώ ακριβώς, στο μαρτύριο του αγίου Θεοδώρου, παίρνουμε μία εικόνα αυτής της μελλοντικής δημιουργίας: με μία απλή ενέργειά Του, και μάλιστα δι’ αγγέλου Του, το σώμα αποκαθίσταται. «Φάνηκες νικητής, ολοκληρωτικά άρτιος, μετά τη σταύρωση και την κάθε άλλη αποκοπή των μελών σου  και  νέκρωση, συ που νίκησες τον κόσμο. Διότι ο Χριστός με το χέρι του αγγέλου σαν αρχηγός της ζωής, σου ξανάδωσε ζωή» («Νικηφόρος ωράθης, άρτιος ολόκληρος μετά την σταύρωσιν και την άλλην πάσαν  των μελών συγκοπήν τε και νέκρωσιν, ο νικήσας κόσμον∙ σε γαρ Χριστός χειρί αγγέλου, ως ζωής αρχηγός, ανεζώωσεν» (ωδή ε΄).

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Δελτίο Τύπου: Η ευθύνη της Διοικούσας Εκκλησίας και των Θεολόγων για το μάθημα των Θρησκευτικών

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Φεβρουαρίου, 2014

ΠANEΛΛHNIOΣ ENΩΣIΣ ΘEOΛOΓΩN

Xαλκοκονδύλη 37 – 104 32 AΘHNA

Tηλ. 21052 24 180 FAX 21052 24 420

e-mail: 1. panenthe@otenet.gr. 2. petheol@gmail.com

Ιστοχώρος: www.petheol.gr

  Αθήνα 8-2-2014

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Στην ετήσια κοινή Σύσκεψη της Ιεράς Συνόδου και των Καθηγητών των Θεολογικών Σχολών προς τιμήν της ιεράς μνήμης του Μεγάλου και Ιερού Φωτίου που έγινε στο Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος, στις 6 Φεβρουαρίου 2014, ετέθη, με καίρια παρέμβαση του Μητροπολίτου Παροναξίας κ. Καλλινίκου, το ζήτημα του μαθήματος των Θρησκευτικών, το οποίο ο Μητροπολίτης χαρακτήρισε «θέμα οξύ και επείγον». Ακολούθησαν αρκετές τοποθετήσεις επί του θέματος που μας αναγκάζουν να προβούμε στις ακόλουθες επισημάνσεις:

Η ευθύνη της Διοικούσας Εκκλησίας

Ατυχώς μέχρι σήμερα δεν υπάρχει οριστική απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος για το ζήτημα που ανέκυψε με την πιλοτική εφαρμογή του νέου Προγράμματος Σπουδών για τα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου. Μεγάλος αριθμός Ιεραρχών της Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το Άγιον Όρος, αξιόλογοι κληρικοί και μοναχοί, πανεπιστημιακοί καθηγητές και θεολόγοι των σχολείων, άλλοι επιστήμονες καθώς και το ίδιο το πλήρωμα της Εκκλησίας, όταν του δίνεται η ευκαιρία, έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους στο νέο Πρόγραμμα Σπουδών. Παρά το πλήθος αυτό των αντιδράσεων ο υπεύθυνος της επιτροπής εκπόνησης του νέου Πιλοτικού Προγράμματος Σπουδών για το μάθημα των Θρησκευτικών, θεολόγος κ. Σταύρος Γιαγκάζογλου για μια ακόμη φορά κατά την παρέμβασή του στην προειρημένη εκδήλωση αναφέρθηκε μόνο στις δύο θετικές υπέρ του νέου Προγράμματος Σπουδών παρεμβάσεις (2) Ιεραρχών στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο και αποσιώπησε πλήρως τόσο την κατατεθείσα στη Σύνοδο εισήγηση του Μητροπολίτου Φιλίππων Προκοπίου εναντίον του νέου ΠΣ όσο και τις εκπεφρασμένες ποικιλοτρόπως αντίθετες με το Πρόγραμμα απόψεις πλείστων άλλων Ιεραρχών.

            Εάν ο Αρχιεπίσκοπος αληθώς ανησυχεί για το μάθημα, οφείλει, χωρίς άλλη αναβολή, να θέσει το ζήτημα στην Ιεραρχία που συνέρχεται στα τέλη του τρέχοντος μηνός Φεβρουαρίου ενώπιον όλων των Ιεραρχών. Και εάν υπάρχουν διαφορετικές επί του θέματος απόψεις μεταξύ των Ιεραρχών ας ληφθεί απόφαση σύμφωνη με τη γνώμη των πλειόνων.

Η ευθύνη των Θεολόγων

Για το χαρακτήρα, τη δομή, το περιεχόμενο και την εφαρμογή σε πιλοτική μορφή του νέου Προγράμματος Σπουδών την κύρια ευθύνη, ως εκ της θέσεώς τους φέρουν ο θεολόγος, κ. Σταύρος Γιαγκάζογλου, ως υπεύθυνος της επιτροπής εκπόνησης του νέου Πιλοτικού Προγράμματος Σπουδών και οι συν αυτώ Θεολόγοι, μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων. Τόσο ο κ. Γιαγκάζογλου όσο και η συντριπτική πλειονότητα των Εμπειρογνωμόνων, αλλά και λίγοι άλλοι Θεολόγοι που σήμερα κόπτονται υπέρ του νέου Προγράμματος Σπουδών, είναι όλοι μέλη ενός νεοφανούς συνδέσμου που ιδρύθηκε με συγκεκριμένη αποστολή. Και εξηγούμαστε.

Ως γνωστόν από το 1951 ιδρύθηκε και λειτουργεί η Πανελλήνιος Ένωσις Θεολόγων, και έχει στην ιστορία της να παρουσιάσει ένα πολύπλευρο και δύσκολο έργο. Το 2010, η παραπάνω ομάδα θεολόγων επιχείρησε τη διάσπαση του θεολογικού κόσμου, αποκόπηκε από την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων και ίδρυσε έναν θεολογικό αντισύλλογο που τον ονόμασαν και αυτόν παραπλανητικά «Πανελλήνιο» με την επωνυμία «Καιρός». Η όλη κίνηση, όπως σήμερα αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων, στόχευε στη δημιουργία μιας υποστηρικτικής βάσης, προκειμένου να μπορέσει να περάσει ένα νέο Πρόγραμμα ΕΣΠΑ με πολυθρησκειακή δομή για το μάθημα των θρησκευτικών. Το υποστηρικτικό έργο στο πολυθρησκειακό Πρόγραμμα της κ. Διαμαντοπούλου ονομάστηκε παραπλανητικά από τον αντισύλλογο αυτό «αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης!!». Ο αντισύλλογος αυτός χρησιμοποιεί κάθε τρόπο και μέσο, προκειμένου  να παραπλανήσει το θεολογικό και εκκλησιαστικό κόσμο και να τον πείσει ότι η προτεινόμενη μέσω του νέου Προγράμματος Σπουδών διδασκαλία των θρησκειών είναι ένα ορθόδοξο μάθημα που προάγει την ορθόδοξη παράδοση και ζωή! Η αλήθεια όμως είναι πολύ διαφορετική. Δεν χρειάζεται πολύς χρόνος για να επισκεφθεί κάθε συνάδελφος ή μη  τον ιστότοπο του Ψηφιακού Σχολείου για να διαβάσει το νέο αυτό Πρόγραμμα Σπουδών και τον Οδηγό Εκπαιδευτικού. Εκεί θα διαπιστώσει ιδίοις όμμασι:

α) Το σκοπό, τη δομή και το περιεχόμενο του νέου Προγράμματος.

β) Τη σκοπιμότητα του συγκεκριμένου «εργολαβικού» και υποστηρικτικού  έργου που προσφέρει ο αντισύλλογος «Καιρός»  στο πολυθρησκειακό μάθημα.

γ) Ότι η «αναβάθμιση» του μαθήματος των θρησκευτικών», που εκ προοιμίου επαγγέλλεται, δεν είναι αναβάθμιση, αλλά υποβάθμιση και εκθεμελίωση, με ταυτόχρονη παραπλάνηση του θεολογικού και εκκλησιαστικού κόσμου.

        Συνειδητοποιώντας τη θεολογική, παιδαγωγική και επιστημονική ευθύνη, την οποία ως θεολόγοι – παιδαγωγοί έχουμε απέναντι στα παιδιά των Ελλήνων,  δηλώνουμε κατηγορηματικά προς κάθε κατεύθυνση, ότι είμαστε ριζικά αντίθετοι στην εφαρμογή ενός τέτοιου Προγράμματος Σπουδών για το μάθημα των Θρησκευτικών καθώς και στις ενέργειες όλων όσων προσπαθούν επί τούτου να πείσουν… παραπλανώντας!! 

http://www.petheol.gr

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ανοίγει το Τριώδιο

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Φεβρουαρίου, 2014

Η περίοδος του Τριωδίου αποτελεί το κινητό εκείνο τμήμα του εκκλησιαστικού έτους που προπαρασκευάζει τον πιστό για τον άξιο εορτασμό των Παθών και της Αναστάσεως με ανάλογα βιώματα, πνευματική καλλιέργεια και συμμετοχή, με αγώνα μετανοίας, προσευχής και νηστείας.  Η περίοδος του Τριωδίου είναι ένα στάδιο «προετοιμασίας» για την νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και ξεκινά από την Κυριακή του «Τελώνου και Φαρισαίου» και τελειώνει την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών.

Την πρώτη εβδομάδα γίνεται «κατάλυση στα πάντα», δηλαδή τρώγεται ελεύθερα κάθε φαγητό ακόμα και την Τετάρτη και Παρασκευή.  Για το λόγο αυτό ονομάζεται «ελεύθερη» ή «απολυτή».
Την δεύτερη εβδομάδα του Τριωδίου γίνεται «κατάλυση στα πάντα» όλες τις ημέρες εκτός της Τετάρτης και Παρασκευής όποτε απέχουμε ακόμα και από τα λαδερά φαγητά όπως και τις ημέρες της Μεγάλης Σαρακοστής.
Την τρίτη εβδομάδα, αυτή της Τυροφάγου ή Τυρινής γίνεται όλες τις ημέρες κατάλυση σε όλα τα γαλακτοκομικά προϊόντα, του αυγού, των ψαριών και φυσικά του ελαιολάδου, απαγορεύεται όμως η κρεοφαγία.
Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου:
Η εκκλησία θέλει να μας εμπνεύσει την ταπείνωση του Τελώνη και να μας προφυλάξει από την υπερηφάνεια του Φαρισαίου.
Κυριακή του Ασώτου:
Τρία πράγματα διδάσκει η παραβολή:
α) την άθλια κατάσταση του αμαρτωλού
β) την αξία της μετάνοιας και
γ) το μεγαλείο της συγχωρέσεως.
Το Σάββατο πριν την τρίτη Κυριακή ονομάζεται Ψυχοσάββατο ή Σάββατο των Ψυχών.  Καθιερώθηκε από την εκκλησία ως ημέρα που προσφέρουμε κόλλυβα και προσευχόμαστε για όλους αυτούς που για διαφόρους λόγους δεν μνημονεύονται σε μνημόσυνα: για παράδειγμα άνθρωποι που δεν έχουν εν ζωή κανένα συγγενή.
Κυριακή της Απόκρεω: 
Λέγεται έτσι διότι μετά την Κυριακή αυτή απέχουμε από το κρέας.  Τη μέρα αυτή η Εκκλησία μας φέρνει στη μνήμη μας τη φοβερή Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου.
Κυριακή της Τυρινής:
Λέγεται έτσι διότι μετά τη μέρα αυτή καθώς και την εβδομάδα που προηγείται τρώμε τυριά και άλλα γαλακτώδη.
Το Ευαγγέλιο της μέρας αυτής παροτρύνει τους πιστούς να συγχωρήσουν αυτούς που τους έφταιξαν ώστε να τους συγχωρήσει και ο Θεός, η νηστεία να μη γίνεται αφορμή επίδειξης όπως έκαναν οι Φαρισαίοι και να διάγουν βίο ενάρετο και ελεήμονα.  Τη μέρα αυτή η εκκλησία, μας θυμίζει την εξορία του Αδάμ από τον Παράδεισο.
Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή έχει βασικό χαρακτηριστικό της την εγκράτεια και τη νηστεία.  Λέγεται Μεγάλη για να ξεχωρίζει από την νηστεία των Χριστουγέννων και διαρκεί Σαράντα Ημέρες για τι μιμείται την σαρανταήμερη νηστεία που έκανε ο Χριστός.  Προβάλλει συνταρακτικά πρότυπα.
Α’ Κυριακή των Νηστειών ή της Ορθοδοξίας. Το Σάββατο το παράδειγμα του Αγ. Θεοδώρου, που μας θυμίζει πόσο δυνατή είναι η ζωντανή πίστη.
Την Κυριακή της Ορθοδοξίας η αναστήλωση των εικόνων, η νίκη των καθαρών των πνευματικών ανθρώπων απέναντι σε κάθε πλάνη και αίρεση.
Β’ Κυριακή των Νηστειών- Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά: Κεντρικό θέμα η νηστεία, η προσευχή και η έντονη άσκηση της ελεημοσύνης. Αυτά βοηθούν τον εσωτερικό καθαρμό. Πρότυπο ο Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς. Στο πρόσωπό του συγκεντρώνεται σοφία και γνώση που ανθίζουν από μια βαθειά ορθόδοξη πίστη.
Γ’ Κυριακή των Νηστειών- της Σταυροπροσκυνήσεως.  Τώρα υμνείται ο Σταυρός, ο «της εγέρσεως Χριστού τας αυγάς φωτοβολείν».  Ο άνθρωπος τοποθετείται απέναντι στο Σταυρό. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού».  Ο Σταυρός προβάλλεται ως στήριγμα και βοήθεια.
Δ’ Κυριακή των Νηστειών- Αγ. Ιωάννου της Κλίμακος. Μετά την άσκηση ο δρόμος της ανυψώσεως.  Ο Αγ. Ιωάννης της Κλίμακος προσφέρει την ανθρώπινη εμπειρία της μυστικής ανόδου.
Ε’ Κυριακή των Νηστειών- της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας.  Βαθειά συνειδητή μετάνοια. Πρότυπον η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, η πρώην αμαρτωλή, ασκήτρια της ερήμου για 47 ολόκληρα χρόνια.

Σήμερα λοιπόν, καθώς λέμε, αρχίζει ή ανοίγει το Τριώδιο. Αλλά τί είναι το Τριώδιο και τί εννοούμε, όταν λέμε ότι αρχίζει το Τριώδιο, και τί είναι η εκκλησιαστική περίοδος του Τριωδίου; Γι’ αυτά τα πράγματα λοιπόν θα μιλήσουμε τώρα
Πρώτα – πρώτα το Τριώδιο είναι ένα από τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας. Στο βιβλίο αυτό περιέχονται σχεδόν κάθε μέρα ύμνοι, που λέγονται Τριώδια, ύμνοι δηλαδή με τρεις ωδές. Οι ύμνοι αυτοί γενικά λέγονται Κανόνες.
Οι Κανόνες, στην άρτια μορφή τους και αντίθετα προς τα Τριώδια, αποτελούνται από εννέα ωδές. Τί είναι οι ωδές; Είναι ομάδες από τέσσερα ως πέντε ή και περισσότερα τροπάρια, που ψάλλονται όλα με τον ίδιο τρόπο. Ενώ λοιπόν οι Κανόνες είναι ύμνοι με εννέα ωδές, τα Τριώδια είναι μικρότεροι ύμνοι με τρεις μόνο ωδές. Ωδή είναι το ιερό τραγούδι. Από τα Τριώδια λοιπόν αυτά, λέγεται  και το βιβλίο Τριώδιο.
Όλα αυτά ως εδώ είναι ένα ανιαρό μάθημα. Κι όμως αυτά παλαιότερα οι χριστιανοί τα ήξεραν και δεν ήσαν περιττά για την ευσέβειά τους. Αντίθετα, αυτά και όσα γίνονται και λέγονται στην Εκκλησία, ήσαν εκείνα, που χαρακτήριζαν την ορθόδοξη ευσέβεια.
Η ιερή υμνολογία, η βυζαντινή ψαλμωδία, και η θεία λατρεία γενικά της Εκκλησίας, μαζί με την ανάγνωση των Γραφών και το θείο κήρυγμα είναι τα ιερά γράμματα και η παιδεία των ορθοδόξων. Για μας τους Έλληνες είναι και η εθνική μας γλώσσα, γιατί όλα αυτά είναι γραμμένα στα Ελληνικά, και η θεία Γραφή και οι ιερές Ακολουθίες.
Αυτό για το Έθνος μας είναι ένα εξαιρετικό προνόμιο.

Τριώδιο λέγεται και η εκκλησιαστική περίοδος από σήμερα ως το Πάσχα, επειδή όλο αυτό το χρονικό διάστημα, είναι σε χρήση το λειτουργικό βιβλίο του Τριωδίου.
Δηλαδή, οι τέσσερις εβδομάδες πριν από τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, οι πέντε εβδομάδες τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ως το Σάββατο του Λαζάρου, και η Μεγάλη Εβδομάδα. Σ’ αυτές όμως τις ήμερες πρέπει να προσθέσουμε και τις άλλες εκείνες του Πεντηκοσταρίου, από το Πάσχα δηλαδή μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων. Το Πεντηκοστάριο είναι ένα δεύτερο λειτουργικό βιβλίο, συνέχεια στο Τριώδιο. Η εκκλησιαστική λοιπόν περίοδος, που αρχίζει σήμερα, κλείνει την Κυριακή των Αγίων Πάντων. Αυτή η περίοδος είναι τέσσερις μήνες, από τα τέλη του χειμώνα ως τις αρχές του καλοκαιριού.
Όλη αυτή η περίοδος, με όλες μαζί τις Κυριακές, είναι οι κινητές εορτές του εκκλησιαστικού χρόνου. Λέγονται κινητές, γιατί αλλάζουν ημερομηνίες και κινούνται πότε πρώιμα και πότε όψιμα. Αυτές οι εορτές είναι δεμένες με τη μεγάλη εορτή του Πάσχα, την οποία και ακολουθούν. Και είναι γνωστό ότι για διάφορους λόγους, που δεν θα πούμε τώρα, η εορτή του Πάσχα εορτάζεται άλλοτε πρώιμα κι άλλοτε όψιμα.
Όλα αυτά ας μη τα πάρουμε σαν ένα στεγνό μάθημα. Δεν κερδίζουμε τίποτε, αν μάθουμε περισσότερα και δεν χάνουμε αν ξέρουμε λιγότερα. Το ζήτημα είναι πως αυτά τα πράγματα τα ζούμε μέσα μας ως ορθόδοξοι.
Αυτή η λειτουργική τάξη και παράδοση της Εκκλησίας μας είναι ζυμωμένη με τη ζωή των πατέρων μας. Και δεν είναι λίγο να κρατάμε την πίστη των προγόνων μας και να πιστεύουμε ότι ο Θεός μας είναι «ο Θεός των πατέρων ημών», καθώς η Εκκλησία το ψάλλει κάθε ήμερα στην ιερή Ακολουθία. Όλη η περίοδος του Τριωδίου είναι για τους ορθόδοξους χριστιανούς καιρός μετανοίας, προσευχής και νηστείας. Γι’ αυτό κι από σήμερα, που ανοίγει το Τριώδιο, ο κάθε πιστός προσεύχεται κατανυκτικά και ψάλλει· «της μετα­νοίας άνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα…».
(+Διονυσίου, Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης )

    Την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, ανοίγει τις πύλες της η κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου. Πρόκειται για μία πνευματική πορεία, που διέπει την ζωή της Εκκλησίας μας, μέχρι και το Σάββατο του Λαζάρου και μάς καλεί σε συνεχή εσωτερική ανάβαση, πάνω στα ίχνη της Ορθόδοξης πνευματικότητας, όπως αυτά θαυμαστά αποκαλύπτονται στις Ευαγγελικές περικοπές της περιόδου. Σήμερα θα σταθούμε στους πνευματικούς αναβαθμούς, που καλούμαστε να ανεβούμε τις τέσσερις πρώτες Κυριακές του Τριωδίου, πριν εισέλθουμε στην μοναδική περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

          Η σημασία του Τριωδίου είναι ιδιαίτερη και καθοριστική στον Εκκλησιαστικό βίο. Ο Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης ομολογεί ότι «και μόνον η ύπαρξις του Τριωδίου αποδεικνύει την πνευματικότητα της Εκκλησίας μας, την χαρισματική αποστολή Της, τον υπερβατικό χαρακτήρα Της – ταυτόχρονα δε και τόσο ανθρώπινο – και τον εσχατολογικό ορίζοντα, τον οποίο ανοίγει ενώπιόν μας. Ο άνθρωπος που καταφέρνει να ζήσει το Τριώδιο είναι αδύνατον να μη γίνει πνευματικός άνθρωπος»

          Ο πρώτος σταθμός, τον οποίο καλούμαστε να κατακτήσουμε στο Τριώδιο και κατ’ επέκτασιν στην πνευματική μας ζωή, είναι η ταπείνωση, όπως αυτή αποκαλύπτεται στο πρόσωπο του τελώνη της σημερινής Ευαγγελικής διήγησης. Η υμνολογία της ημέρας μάς καλεί να ταπεινωθούμε ενώπιον του Θεού, όπως ο τελώνης, παραδεχόμενοι την πνευματική μας υστέρηση και αναλογιζόμενοι τις συνέπειες της αμαρτωλής ζωής μας. Η στάση αυτή, ενώ συνιστά ενέργεια αδυναμίας και ατολμίας, κατά την κοσμική αντίληψη, εντούτοις είναι κίνηση βαθιάς εσωτερικής δύναμης, την οποία ο άνθρωπος ενεργοποιεί για ν’ αντιμετωπίσει τον μεγαλύτερο αντίπαλό του, τον κακό εαυτό του. Γι’ αυτό και η ταπείνωση ελκύει την χάρη του Θεού, σε αντιδιαστολή με την φαρισαϊκή έπαρση και αυτοδικαίωση, η οποία προβάλλεται ως παράδειγμα προς αποφυγή.

          Ο δεύτερος σταθμός, του Τριωδίου, την επόμενη Κυριακή του Ασώτου, είναι η μετάνοια. Ο μικρός γιος της παραβολής κάνει την επανάστασή του. Αποσυνδέεται από την πατρική σκέπη και, έχοντας στη διάθεσή του τον πλούτο που τού αναλογεί, κατρακυλά στο βάραθρο της αμαρτίας και της ασωτίας. Και τότε νιώθει εσωτερικό συγκλονισμό από την στέρηση της πατρικής αγάπης, παίρνει τον δρόμο της επιστροφής και αποκαθίσταται στην πατρική οικία, χάριν της ειλικρινούς μετανοίας. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο «η μετάνοια είναι το ιατρείο που θεραπεύει την αμαρτία. Είναι δώρο ουράνιο, δύναμη θαυμαστή, χάρη που νικά τις συνέπειες των νόμων. Γι’ αυτό δεν απορρίπτει τον πόρνο, δεν εμποδίζει τον μοιχό, δεν αποστρέφεται τον μέθυσο, δε σιχαίνεται τον ειδωλολάτρη, δεν απομακρύνει τον κακολόγο, δεν διώχνει τον βλάσφημο, ούτε τον αλαζόνα, αλλά όλους τους μεταμορφώνει… Η μετάνοια μάς ανοίγει τον ουρανό, αυτή μάς εισάγει στον Παράδεισο»

          Ο τρίτος σταθμός του Τριωδίου, την Κυριακή των Απόκρεω, είναι η αγάπη. Οι εικόνες του Ευαγγελίου είναι αποκαλυπτικές. Οι άνθρωποι θα βρεθούν ενώπιον του δικαίου Κριτού, κατά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Εκεί ο δικαιοκρίτης Χριστός θα κατατάξει όλους ανάλογα με το μέτρο, όχι της προσποιητής θρησκευτικότητάς τους, αλλά με την ποιότητα και ποσότητα της αγάπης τους, που επέδειξαν στην εικόνα του Θεού, τον συνάνθρωπο. «Το πιστοποιητικό της εισόδου στην σωτήρια αυλή δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αγάπη. Μία αγάπη ειλικρινής, αληθινή, πραγματική, συγκεκριμένη, όχι στα λόγια, στο νου, στη φαντασία, στην αφηρημένη γενικότητα, αλλά στην πείνα, τη δίψα, τη γύμνια, τη στέρηση, τον πόνο και την αιχμαλωσία του πλησίον»

 Ο τέταρτος πνευματικός αναβαθμός του Τριωδίου, την Κυριακή της Τυρινής, είναι η νηστεία. Οι σύγχρονοι Χριστιανοί συχνά παρεξηγούμε το βαθύτερο νόημά της. Την περιορίζουμε στην υλική στέρηση και αποφυγή συγκεκριμένων τροφών, νομίζοντας ότι, με τον τρόπο αυτό, κάνουμε το καθήκον μας ενώπιον του Θεού. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όμως, τοποθετεί την νηστεία στην σωστή της βάση: «ο τελικός σκοπός της νηστείας είναι η κάθαρση της ψυχής. Ποιά μπορεί να είναι η ωφέλεια μιας αποχής απ’ τις υλικές τροφές, που θα την ακολουθούσε ήττα και υποδούλωση στα σαρκικά φρονήματα και πάθη;» 

Το περιεχόμενο της αληθινής νηστείας, λοιπόν, είναι καθαρά πνευματικό. Αποσκοπεί στην εσωτερική αναγέννηση του ανθρώπου, την οποία έρχεται να υποβοηθήσει η άσκηση της νηστείας, όταν αυτή γίνεται με τρόπο ταπεινό και αθόρυβο. (Πηγή:nagiounikolaoutouneou.gr/)

Τριώδιον λέγεται τὸ λειτουργικὸ βιβλίο ποὺ περιέχει ὑμνολογικὸ ὑλικὸ κυρίως τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ τοῦ Ὄρθρου καὶ χρησιμοποιεῖται μαζὶ μὲ τὸ Μηναῖο καὶ τὴν Παρακλητικὴ στὶς Ἱερὲς Ἀκολουθίες τῆς περιόδου ἀπὸ Κυριακῆς τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου μέχρι τὸ Μεγάλο Σάββατο. Τριώδιο ὅμως λέγεται καὶ ἡ περίοδος ποὺ καλύπτει:

α. Τὶς τρεῖς ἑβδομάδες πρὶν ἀπὸ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ (22 ἡμέρες), ἀπὸ τὴν Κυριακὴ Τελώνου-Φαρισαίου ἕως καὶ τὴν Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου.

β. Τὴ Μεγ. Τεσσαρακοστὴ (40 ἡμέρες, ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα μέχρι τὴν Παρασκευὴ πρὶν ἀπὸ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου).

γ. Τὶς δυὸ ἡμέρες Σάββατο τοῦ Λαζάρου καὶ Κυριακὴ τῶν Βαΐων (συνδετικὲς ἡμέρες τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς μὲ τὴ Μεγ. Ἑβδομάδα).

δ. Τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα (6 ἡμέρες), ἤδη ὀνομασμένη ἔτσι ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ

Ὀνομάζεται Τριώδιο, γιατί πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὕμνους ποὺ περιλαμβάνει, τοὺς λεγόμενους Κανόνες, δὲν περιέχουν 9 ἢ 8 ᾠδές, ἀλλὰ τρεῖς ᾠδὲς (= Τριώδιον), στὶς ὁποῖες συμπεριλαμβάνονται σταθερὰ οἱ η´ καὶ θ´ ᾠδὴ καὶ διαδοχικὰ μία ἀπὸ τὶς πέντε πρῶτες).

Παλαιότερα στὴν περίοδο τοῦ Τριωδίου συμπεριλαμβάνονταν καὶ ἡ περίοδος ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα μέχρι τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων. Ἀργότερα ὅμως ἡ περίοδος αὐτὴ ἀποτέλεσε ἰδιαίτερη περίοδο καὶ οἱ ἱερὲς ἀκολουθίες τῆς περιελήφθησαν σὲ ἰδιαίτερο λειτουργικὸ βιβλίο τὸ ὁποῖο θὰ ἀναλύσουμε κάποια ἄλλη φορά, τὸ λεγόμενο «Πεντηκοστάριο».

ΣΚΟΠΟΣ

Ἡ περίοδος τοῦ Τριωδίου ἔχει σκοπὸ νὰ μᾶς προετοιμάσει μὲ νηστεία, προσευχὴ καὶ μετάνοια, γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦμε τὰ Ἅγια Πάθη τοῦ Κυρίου μας καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του.

Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ λόγο ἡ Ἐκκλησία μᾶς συμβουλεύει ὄχι μὲ χοροὺς καὶ καρναβάλια, οὔτε μὲ γλέντια ἁμαρτωλὰ καὶ μασκαρέματα, ἀλλὰ μὲ «χαροποιὸ πένθος», μὲ κατάνυξη καὶ εὐφροσύνη πνευματικὴ νὰ περάσουμε τὴν περίοδο καὶ τὶς ἑορτὲς τοῦ Τριωδίου.

Καὶ γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ πραγματοποιήσουμε τὰ ἀνωτέρω εὐκολότερα, ἡ Ἐκκλησία μας, σὰν φιλόστοργη Μητέρα ποὺ εἶναι καὶ ἔχει βαθιὰ γνώση τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς μας, μᾶς προετοιμάζει ἀνάλογα.

Γιὰ νὰ μὴν πᾶμε ξαφνικὰ ἀπὸ τὴ ρᾴθυμη κατάσταση, στὴν ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ ἡ ρουτίνα τῆς καθημερινῆς ζωῆς καὶ ὁ εὐδαιμονισμός, στὴν ἀνώτερη πνευματικά, μᾶς καλεῖ νὰ σκεφθοῦμε τὴ σημασία της πρὶν μποῦμε σ᾿ αὐτήν, κάθε φορὰ μὲ μία προπαρασκευαστικὴ περίοδο.


Μορφωτικὴ ἀξία τοῦ Τριῳδίου

Τὸ Τριώδιο περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία ποὺ περιέχουν ἱερὲς ἀκολουθίες ὁδηγεῖ τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν τέκνων τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας στὴν περισυλλογὴ καὶ στὴν κατάνυξη. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὀνομάζεται καὶ «κατανυκτικὸ τριώδιο». Μὲ τὸν κύκλο τῶν ἑορτῶν τοῦ Τριωδίου ἀνανεώνονται τὰ βιώματα τῆς νηστείας, τῆς ἐγκράτειας, τῆς μετάνοιας, καὶ τῆς χαρμολύπης.

Μὲ τὴν βοήθεια ποὺ παίρνει ὁ πιστὸς ἀπὸ αὐτὸ ποὺ δημιουργεῖ στὴν ψυχή, φθάνει στὸ Πάσχα εὐλαβικὸς προσκυνητὴς τῶν Παθῶν καὶ τῆς Ἀναστάσεως.

Τέλος συμπερασματικὰ θὰ ἤθελα νὰ τονίσω ὅτι ἡ μορφωτικὴ ἀξία τοῦ Τριωδίου εἶναι πολύ σημαντικὴ καὶ ἡ ὠφελιμότητά του γιὰ τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ προκοπὴ καὶ ἀρτίωση τῶν φιλακολούθων καὶ εὐλαβῶν χριστιανῶν ἐξαιρετικὰ σπουδαία. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι κάθε χρόνο, κατὰ παράδοση, μὲ ἀνυπομονησία καὶ λαχτάρα περιμένουμε τὴν περίοδο τοῦ Τριωδίου.


Ἡ Διαμόφωση τοῦ Τριῳδίου

Ἀπὸ τὰ μέσα ἢ γύρω στὰ τέλη τοῦ τρίτου αἰῶνα μ.Χ., ἡ νηστεία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος διευρύνθηκε διὰ μέσου τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, προκειμένου οἱ πιστοὶ νὰ προετοιμάζονται καλύτερα γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τῶν παθῶν καὶ τῆς θείας ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ καὶ ἐνῷ τὰ χρόνια παρέρχονταν, πρὸς ἀρτιότερη προετοιμασία τῶν πιστῶν γιὰ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ τοῦ Πάσχα, καθιερώθηκαν καὶ οἱ πρὸ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τρεῖς προπαρασκευαστικὲς ἑβδομάδες, δηλαδὴ οἱ ἑβδομάδες ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου μέχρι τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς ἢ Τυροφάγου. Σταδιακὰ ἐπίσης ἔγινε καὶ ἡ ἑορτολογικὴ διαμόρφωση τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καὶ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Σχετικά μὲ τὸν ᾀσματικὸ πλοῦτο τοῦ Τριωδίου, πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι πέρασε ἀπὸ ὅλες τὶς χαρακτηριστικὲς φάσεις καὶ σταθμοὺς τῆς ἐκκλησιαστικης ποιήσεως. Στὴν διαμόρφωση τοῦ ᾀσματικοῦ κύκλου τοῦ Τριωδίου συνέβαλαν διάσημοι ὑμνογράφοι καὶ μελωδοὶ τῆς ἐκκλησίας μας, ὅπως ὁ Ῥωμανὸς ὁ Μελωδός (στ´ αι.), ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός (ζ´ αι.), καὶ ἄλλοι πολλοί.

Γιὰ τὴν διαμόρφωση τοῦ Τριωδίου, ὅπως τὸ ἔχει στὴ χρήση της σήμερα ἡ ἐκκλησία μας, ἔπαιξαν ρόλο ὅλες οἱ χριστιανικὲς γενεὲς μέχρι τὸν δέκατο πέμπτο αἰῶνα μετὰ Χριστόν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὶς ᾀσματικὲς ἀκολουθίες τῶν ἑορτῶν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (Β´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν), τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος (Δ´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν), κ.ἄ.

Ἀποδεικνύεται ἐπίσης ἀπὸ την εἰσαγωγὴ τοῦ ἐπιταφίου θρήνου, ἐγκωμίων δηλαδή, ποὺ ψάλλονται στὸν Ἐπιτάφιο, καὶ ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ τῶν συναξαρίων τοῦ Νικηφόρου Καλλίστου τοῦ Ξανθόπουλου.

ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΤΡΙΩΔΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

Τὴν Κυριακὴ αὐτὴ διαβάζεται ἡ ὁμώνυμη παραβολή, στὴν ὁποία διακρίνουμε τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὑπερήφανης προσευχῆς τοῦ «δικαίου» Φαρισαίου ποὺ τελικὰ δὲν εἰσακούστηκε καὶ τῆς ταπεινῆς προσευχῆς τοῦ ἁμαρτωλοῦ Τελώνου, τοῦ ὁποίου (ἡ προσευχή) ἀνέβη στὸν οὐρανὸ ὡς θυμίαμα καὶ εἰσακούστηκε.

Μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο ἡ Ἐκκλησία μᾶς βοηθᾶ νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν ἀνάγκη προσεγγίσεως τῆς ὑψοποιοῦ ταπεινώσεως, τὴν ὁποία κάθε χριστιανὸς πρέπει νὰ ἐπιδιώκει μέσα στὴν περίοδο τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς καὶ κατ᾿ ἐπέκταση στὴ ζωή του.

Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος δὲν κινδυνεύει νὰ πέσει. «Ὁ ὑποκάτω πάντων ὤν, ποῦ πεσεῖται;» λέγουν οἱ Πατέρες. Δηλ. αὐτὸς ποὺ τοποθετεῖ καὶ θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του κάτω – κάτω, χαμηλότερα ἀπ᾿ ὅλους, ποῦ θὰ πέσει; Καὶ ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἔλεγε: «Εἶδα ὅλες τὶς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ νὰ ἔχουν ἁπλωθεῖ πάνω στὴ γῆ καὶ εἶπα λυπημένος: Ποιὸς ἄραγε μπορεῖ νὰ τὶς ἀποφύγει; Καὶ ἄκουσα φωνὴ ποὺ ἔλεγε: Ἡ ταπεινοφροσύνη!»

Τὴν Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας τρώγεται καὶ κρέας.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

Ἡ παραβολὴ τοῦ «Ἀσώτου Υἱοῦ» εἶναι γνωστή. Ὁμιλεῖ γιὰ ἕνα πλούσιο νέο ὁ ὁποίος ἄσωτα κατασπατάλησε τὴν περιουσία του σὲ χώρα μακρινὴ καὶ στὸ τέλος κατάντησε νὰ βόσκει χοίρους. Τότε μετανόησε καὶ ἐπέστρεψε στὸν πατέρα του, ποὺ τὸν δέχθηκε μὲ ἄπειρη ἀγάπη καὶ στοργή.

Ἡ παραβολὴ εἶναι ἀνεξάντλητη σὲ νοήματα, ἀφοῦ, ὅπως λέγεται, ὁλόκληρο τὸ ἔργο τῆς Θείας Οἰκονομίας εὑρίσκεται μέσα σ᾿ αὐτή.

Τὸ βαθύτερο νόημα τῆς παραβολῆς εἶναι τετραπλό:

α. Ἡ ἀπελπιστικὴ κατάσταση στὴν ὁποία φθάνει ὁ ἁμαρτωλός.

β. Ἡ ἀνάγκη μετανοίας καὶ τὰ σωτήρια ἀποτελέσματά της.

γ. Τὸ μέγεθος τῆς θείας Εὐσπλαχνίας, στὴν ὁποία μποροῦν νὰ στηρίζονται καὶ οἱ πλέον ἁμαρτωλοί, ὥστε νὰ μὴ φθάνουν ποτὲ στὴν ἀπελπισία. Κανένα ἁμάρτημα, ὅσο μεγάλο κι ἂν θεωρεῖται, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερνικήσει τὴ φιλάνθρωπη γνώμη τοῦ Θεοῦ καὶ

δ. Ἡ ἀποφυγὴ τοῦ αἰσθήματος τῆς αὐτάρκειας τοῦ δικαιωμένου, ὅπως θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ὁ πρεσβύτερος υἱός.

Ἐὰν λοιπὸν συναισθανθοῦμε τὴν πραγματικὴ πνευματική μας κατάσταση καὶ μὲ εἰλικρίνεια ὁμολογήσουμε τὰ λάθη μας καὶ τὴν κατασπατάληση τῶν ταλάντων ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Θεός, θὰ καταλάβουμε ὅτι αὐτὴν τὴν Κυριακὴ ὅλοι μας ἑορτάζουμε καὶ ὅλοι, κατὰ κάποιο τρόπο, εἴμαστε ἄσωτοι υἱοί, ἀπομακρυνθέντες ἀπὸ τὸν «Οἶκον τοῦ Οὐρανίου Πατρός μας».

Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ τηρεῖται κανονικὴ νηστεία (ἀλάδωτα).

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ

Τὸ Σάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω, λέγε – «Σάββατο τῶν Ψυχῶν» ἢ Ψυχοσάββατο. Εἶναι τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ δυὸ Ψυχοσάββατα τοῦ ἔτους (τὸ δεύτερο ἐπιτελεῖται τὸ Σάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς).

Ὁ λόγος ποὺ τὸ καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία μας, παρ᾿ ὅτι κάθε Σάββατο εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς κεκοιμημένους, εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐπειδὴ πολλοὶ κατὰ καιροὺς ἀπέθαναν μικροὶ ἢ στὴν ξενιτιὰ ἢ στὴ θάλασσα ἢ στὰ ὄρη καὶ τοὺς κρημνοὺς ἢ καὶ μερικοί, λόγῳ πτωχείας, δὲν ἀξιώθηκαν τῶν διατεταγμένων μνημοσύνων, «οἱ θεῖοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι ἐθέσπισαν τὸ μνημόσυνο αὐτὸ ὑπὲρ πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος εὐσεβῶς τελευτησάντων Χριστιανῶν».

Ἐπειδὴ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω ποιοῦμε ἀνάμνηση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ κεκοιμημένοι μας ἀκόμη δὲν κρίθηκαν, τοὺς μνημονεύουμε σήμερα καί, ἐπικαλούμενοι τὸ ἄπειρο ἔλεός Του, παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ μὲ τὸ μνημόσυνο ποὺ κάνουμε, νὰ τοὺς ἀναπαύσει.

Συγχρόνως δέ, ἐνθυμούμενοι καὶ ἐμεῖς τὸ θάνατο, «διεγειρόμεθα πρὸς μετάνοιαν…».

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

Ἡ Κυριακὴ αὐτὴ λέγεται ἔτσι, διότι ἀπὸ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα (Δευτέρα) ἀπέχουμε κρέατος. Δηλ. ἡ Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς κρεοφαγίας μέχρι Πάσχα καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατάλυση κρέατος, ἐκτὸς ἂν πρόκειται γιὰ ἀρρώστους.

Οἱ θεῖοι Πατέρες ἔταξαν αὐτὴ τὴν Κυριακὴ νὰ γίνεται ἀνάμνηση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ θυμόμαστε, ὄχι μόνο τὴ φιλανθρωπία Του (ἀπὸ τὴν Κυριακή του Ἀσώτου), ἀλλὰ καὶ τὴ δικαιοσύνη Του στὴν κρίση ποὺ θὰ γίνει μερικῶς τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου μας καὶ τελικῶς – τελεσιδίκως στὴ Δευτέρα Παρουσία Του.

Ἔτσι εἶναι δυνατὸν νὰ διεγειρόμαστε ἀπὸ τὸν ὕπνο ἢ ἀμελείας πρὸς ἐργασία τῶν ἀρετῶν καὶ καλλιέργεια – αὔξηση τῶν ταλάντων μας

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Μετὰ τὴν προηγηθεῖσα (μὲ τὰ προηγούμενα) παιδαγωγία, οἱ Θεοφόροι Πατέρες σὰν ἄριστοι Στρατηγοί, ποὺ προετοιμάζουν τὰ στρατεύματά τους γιὰ μάχη μὲ τὰ λαμπρὰ Παραδείγματα τῶν ἡρῴων, μᾶς προβάλλουν ἤδη πρὸς μίμηση καὶ παρηγοριὰ ὅλους τοὺς διαλάμψαντες ὁσίους καὶ θεοφόρους Πατέρες καὶ Μητέρες – Μοναχοὺς καὶ Μοναχὲς ποὺ ἁγίασαν μὲ νηστεία – ἀγρυπνία – προσευχὴ καὶ ταπείνωση.

Ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἀποτελοῦν παραδείγματα ἀγῶνος καὶ μετανοίας μᾶς παρακινοῦν καὶ μᾶς προτρέπουν στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα ποὺ ἀρχίζει, πρὸς ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, ἀπόρριψη τῶν κακιῶν καὶ τελικὴ κατάκτηση «τῶν ἐπηγγελμένων ἡμῖν ἀγαθῶν» (ἐγκόσμιων καὶ ὑπερκοσμίων).

Κακῶς ἐπικράτησε νὰ θεωροῦνται τὸ Σάββατο αὐτὸ καὶ τὸ Α´ Σάββατο τῶν Νηστειῶν (τοῦ θαύματος τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου) ὡς Ψυχοσάββατα.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ

Μετὰ τὴ διακοπὴ τῆς κρεοφαγίας, αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα (τρίτη τοῦ Τριωδίου), ΟΛΕΣ τὶς ἡμέρες της, τρῶμε τυροκομικά, αὐγὰ καὶ ψάρια. Γι᾿ αὐτὸ ὀνομάστηκε «Τυροφάγου» ἢ «Τυρινῆς».

Ἡ Ἐκκλησία μας, χωρὶς νὰ θεωρεῖ μολυσμένη καμία τροφή, ἐπιτρέπει τὴ βρώση γάλακτος καὶ αὐγῶν καὶ ὄχι τὸ πρόβατο ἢ τὸ κοτόπουλο, ποὺ τὰ παράγουν, ΔΙΟΤΙ ΔΙΑΚΡΙΝΕΙ τὶς τροφὲς σὲ περισσότερο καὶ ὀλιγότερο βοηθητικὲς στὴν ἐγκράτεια καὶ κατὰ καιροὺς ἄλλες ἐπιτρέπει καὶ ἄλλες ἀπαγορεύει.

Μαζί μὲ τὴ νηστεία λοιπόν, ποὺ ἀρχίζει μερικῶς καὶ σταδιακῶς ἀπὸ τὴν ἑβδομάδα αὐτή, ἡ Ἐκκλησία φέρει ἐνώπιόν μας καὶ μᾶς θυμίζει μὲ τὰ τροπάρια αὐτῆς τῆς Κυριακῆς, τὴν ἐξορία τῶν Πρωτοπλάστων ἀπὸ τὸν Παράδεισο, ποὺ ἔγινε λόγῳ τῆς παρακοῆς τους (δὲν ἐτήρησαν τὴ νηστεία, σχετικά μὲ τὸν ἀπαγορευμένο καρπό). Ἀντὶ τοῦ Παραδείσου καὶ τῆς αἰωνιότητας, βρῆκαν τὸ θάνατο.

Καὶ ἐμεῖς καλούμεθα (μὲ τὴν ὑμνολογία τῆς ἡμέρας) αὐτὸ ποὺ ἔχασε ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴν ἀκρασία (ἀνυπακοή, ἀμετανοησία, ἐγωισμὸ καὶ γαστριμαργία), νὰ τὸ κερδίσουμε μὲ τὴν ἐγκράτεια (ὑπακοή, μετάνοια, ταπείνωση καὶ νηστεία).

Γι᾿ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας αὐτὴ τὴν Κυριακὴ μᾶς τονίζει ὅτι: «Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται (ἄνοιξε) οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι (ὅσοι θέλουν ν᾿ ἀγωνιστοῦν) εἰσέλθετε…», ὥστε, ὅσοι εἶναι καλοπροαίρετοι, ν᾿ ἀρχίσουν μὲ ὄρεξη καὶ χαρὰ τὸν ἀγῶνα τῆς Τεσσαρακοστῆς.

ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟΙ ΕΣΠΕΡΙΝΟΙ

Τὸ ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς τῆς Τυροφάγου τελεῖται ὁ κατανυκτικὸς Ἑσπερινός της Συγνώμης.

Κατανυκτικὸς λέγεται, διότι ψάλλονται κατανυκτικὰ τροπάρια ἀπὸ τὸ Τριώδιο, ποὺ τὸ περιεχόμενό τους διαποτίζεται ἀπὸ βαθιὰ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας, πένθος, συντριβή, μετάνοια καὶ θερμὴ ἱκεσία γιὰ ἄφεση ἁμαρτιῶν.

Ἑσπερινὸς Συγνώμης λέγεται, αὐτὸς μόνον, ἀπὸ τοὺς κατανυκτικούς, διότι στὸ τέλος τῆς ἀκολουθίας ὁ λαὸς ἀσπάζεται τὸ Εὐαγγέλιο ζητώντας ἀπὸ τὸν ἱερέα συγγνώμη καὶ στὴ συνέχεια καὶ μεταξύ τους, ὥστε συγχωρεμένοι νὰ ἀρχίσουν τὴ Μεγ. Τεσσαρακοστή. Πρόκειται γιὰ μία ὡραία συνήθεια, ποὺ καλὸ εἶναι νὰ ἀναβιώσει.

Αὐτοὶ οἱ κατανυκτικοὶ Ἑσπερινοὶ τελοῦνται κάθε Κυριακὴ τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς.

Ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικὸ τῶν Ἑσπερινῶν αὐτῶν εἶναι ὅτι μετὰ τὴν Εἴσοδο καὶ τὸ «Ἑσπέρας Προκείμενον», ἀλλάζει ὁ διάκοσμος τῆς Ἁγίας Τραπέζης καὶ ἡ στολὴ τοῦ ἱερέως. Ἀπὸ πασχαλινή, λόγῳ τῆς Κυριακῆς, μεταπίπτει σὲ πένθιμη, λόγῳ τῆς Τεσσαρακοστῆς (ἀλλάζουν τὰ λευκά μὲ πορφυρὰ – ἐφ᾿ ὅσον τὸν Χριστὸ δὲν Τὸν πενθοῦμε ὡς ἄνθρωπο, ἀλλ᾿ ὡς Βασιλέα Θεό). Ὅπου χρησιμοποιοῦνται μὼβ ἢ μαῦρα, εἶναι συνήθεια μεταφερθεῖσα ἀπὸ τὴ Δύση.

Στὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ ψάλλονται τὰ τροπάρια «Θεοτόκε Παρθένε…», «Βαπτιστὰ τοῦ Χριστοῦ…» κ.λπ. καὶ κατακλείονται μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου:

«Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μή μοι δῷς.

Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.

Ναί, Κύριε, Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου· ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Λέγοντάς την, κάνουμε καὶ τρεῖς μεγάλες μετάνοιες. Ἀκολουθοῦν δώδεκα μικρές, ἐνῷ λέμε μυστικῶς τό: «Ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» καὶ στὸ τέλος ἐπαναλαμβάνεται τό: «Ναὶ Κύριε, Βασιλεῦ…» κάνοντας καὶ τετάρτη μεγάλη μετάνοια.

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Ἀπὸ τὴ Δευτέρα μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς ἀρχίζει ἡ Μεγ. Τεσσαρακοστή. Εἶναι περίοδος αὐστηρῆς νηστείας, ἐκτενῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν καὶ γενικῶς πνευματικῆς περισυλλογῆς καὶ μετάνοιας.

Στὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἐθέσπισαν τὴν 40ήμερη αὐτὴ νηστεία, κατὰ μίμηση τῆς 40ήμερης νηστείας τοῦ Κυρίου, ὥστε προετοιμασμένοι μὲ προσευχὲς καὶ ἐλεημοσύνες, μὲ νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες, μὲ δάκρυα καὶ ἐξομολόγηση καὶ καθαρὴ συνείδηση, νὰ ἑορτάσουμε τὶς ἅγιες ἡμέρες τῶν Παθῶν καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας.

Νηστεύουμε γιὰ τὰ ἰδικά μας ἁμαρτήματα, λέει ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος καὶ ὄχι γιὰ τὸ Πάσχα ἢ τὴ Σταύρωση τοῦ Κυρίου μας.

Λέγεται ἡ Τεσσαρακοστὴ αὐτὴ «Μεγάλη», γιατί:

α. Εἶναι μεγάλα τὰ γεγονότα στὰ ὁποῖα ὁδηγούμαστε (Πάθη – Ἀνάσταση).

β. Ἡ νηστεία τὴν περίοδο αὐτὴ εἶναι αὐστηρὴ καὶ διαφέρει ἀπὸ τὴ νηστεία τῆς Τεσσαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων. Δηλ. εἶναι ἀλάδωτη δὲν τρῶμε λάδι, πλὴν Σαββάτου καὶ Κυριακῆς. Ὅλες τὶς ἄλλες ἡμέρες τρῶμε ξηροφαγία ἢ ἀλάδωτα φαγητά. Ἐννοεῖται ὅτι αὐτὴ τὴ νηστεία τὴν ἐφαρμόζουν οἱ ὑγιεῖς. Ὅσοι ἔχουν προβλήματα ὑγείας, παίρνουν εὐλογία ἀπὸ τὸν Ἐξομολόγο, τὸν Πνευματικό τους καὶ ρυθμίζουν τὸ ζήτημα.

Ἡ νηστεία εἶναι παθοκτόνος καὶ ὄχι σωματοκτόνος.

Ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς λέγεται «Καθαρὰ Δευτέρα», καθὼς καὶ ὅλη ἡ πρώτη ἑβδομάδα «Καθαρὰ Ἑβδομάς», ἐπειδὴ οἱ πιστοὶ «καθαίρονται διὰ τῆς νηστείας» (καὶ ὄχι γιατί κάνουν καθαριότητα σ᾿ ὅ,τι ἔμεινε ἀφάγωτο ἀπὸ τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα! Ρυθμίζουν ὅσο γίνεται, φαγητὰ καὶ ποσότητες γιὰ νὰ μὴν πετιοῦνται).

Ἤδη «Τὸ Στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι…» μποροῦν νὰ εἰσέλθουν στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα, γιὰ νὰ λάβουν ἀμάραντο «στέφανον παρὰ τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ…».

Ἡ ἡμέρα εἶναι γιὰ πολλοὺς ἀργία καὶ ὡς πρώτη ἡμέρα τῆς Τεσσαρακοστῆς ἐπιβάλλεται νὰ τὴν ἀρχίσουμε σωστὰ μὲ τὸν πρωινὸ ἐκκλησιασμό. Τὸ ἀπόγευμα παρακολουθοῦμε καὶ ἀπολαμβάνουμε τὸ πρῶτο Μέγα Ἀπόδειπνο.

Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ

Δυστυχῶς σήμερα ἡ νηστεία ἔχει πολὺ παραμεριστεῖ. Ἐλάχιστοι μάλιστα δίδουν σημασία στὴν κανονικὴ νηστεία. Ἡ ἀξία της ὅμως, ὅπως τὴν τονίζει ὁ Μ. Βασίλειος, εἶναι πολὺ μεγάλη: «Ἡ νηστεία ἔχει ἡλικία ἴση μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, διότι ἐνομοθετήθηκε στὸν Παράδεισο. Ἀπὸ τὸν καρπὸν τοῦ δένδρου… δὲν θὰ φάγετε εἶπεν ὁ Θεὸς στοὺς Πρωτοπλάστους. Καὶ ἐπειδὴ δὲν τηρήθηκε ἡ νηστεία αὐτή, ἐκδιωχθήκαμε ἀπὸ τὸν Παράδεισο… Ὁ Μωυσῆς μετὰ ἀπὸ νηστεία ἔλαβε τὶς πλάκες τοῦ Νόμου στὸ Σινᾶ. Ὁ Ἠσαῦ γιὰ λίγο φαγητὸ ἐπώλησε τὰ πρωτοτόκια στὸν Ἰακώβ. Ἡ νηστεία ἔκανε ἀκατανίκητο τὸν Σαμψών. Ἡ νηστεία γεννᾷ Προφῆτες, κάμνει ἰσχυρότερους τοὺς ἰσχυρούς, κάμνει σοφοὺς τοὺς νομοθέτες. Ἡ νηστεία ἁγιάζει τὸν ἀφιερωμένο στὸν Θεὸ καὶ καθιστᾷ τὸν ἱερέα ἱκανὸ νὰ προσφέρει θυσίαν. Ἡ νηστεία ἔσβησε τὴ δύναμη τοῦ πυρός, ἔφραξε στόματα λεόντων, ἀναβιβάζει τὴν προσευχὴ στὸν οὐρανό. Ἡ νηστεία εἶναι πρόοδος τῶν οἴκων, μητέρα τῆς ὑγείας, παιδαγωγὸς τῶν νέων, στολισμὸς τῶν πρεσβυτέρων… Τοῦ νηστεύοντος οἱ ὀφθαλμοὶ εἶναι ἤρεμοι, τὸ βάδισμα σεμνό, τὸ πρόσωπο σοβαρό, οἱ λόγοι του μετρημένοι, ἡ καρδία του καθαρά… Ἂν θέλεις νὰ κάνεις ἰσχυρὸ τὸ πνεῦμα σου, χαλιναγώγησε μὲ νηστεία τὴν σάρκα σου… Μὴν νομίσεις ὅτι ἡ νηστεία περιορίζεται στὶς τροφές. Πραγματικὴ νηστεία εἶναι ἡ νηστεία τῶν πέντε αἰσθήσεων. Τί τὸ ὄφελος νὰ νηστεύεις ἀπὸ τροφὲς καὶ νὰ εὑρίσκεσαι σὲ φιλονικίες ἢ διαμάχες μὲ τοὺς δικούς σου, νὰ κατατρώγεις τὸν ἀδελφόν σου μὲ τὴν γλῶσσα σου, νὰ βλέπεις ἄσεμνα θεάματα, νὰ ἀκούεις μουσικὴ ἢ πράγματα ποὺ σὲ βλάπτουν καὶ νὰ μεθᾷ ἡ ψυχή σου ὄχι μὲ οἶνο, ἀλλὰ μὲ θυμόν!…». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀξία τῆς πραγματικῆς καὶ ἀληθινῆς νηστείας. Νηστεία καὶ ἀπὸ τὶς τροφές, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ πάθη.

ΣΚΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ

Τὸ θέμα τοῦ σκανδαλισμοῦ εἶναι παρεξηγημένο. Λένε πολλοί: «Ἔφαγα κρέας ἢ πάστα παρ᾿ ὅλο ποὺ ἦταν Παρασκευὴ γιὰ νὰ μὴν τοὺς σκανδαλίσω»!!! Τὸ ὅτι πρέπει νὰ προσέχουμε τὸ σκανδαλισμὸ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία καὶ πρέπει. Ἀλλὰ ὁ σκανδαλισμὸς ποὺ πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε καὶ νὰ προσέχουμε, εἶναι ὁ σκανδαλισμὸς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν παράβαση τῶν Νόμων τοῦ Θεοῦ ἢ τῶν ἐντολῶν τῆς Ἐκκλησίας. Σκανδαλισμὸς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν τήρηση τῶν Νόμων τοῦ Θεοῦ, (ἂν πράγματι ὑπάρχει καὶ τοιοῦτος σκανδαλισμός), πρέπει νὰ μᾶς ἀφήνει τελείως ἀδιάφορους! Ἂν ὑπάρχουν, (καὶ βεβαίως ὑπάρχουν), ἄνθρωποι ποὺ σκανδαλίζονται διότι βλασφημοῦμε, ψευδόμεθα ἢ δὲν τηροῦμε (καταλύομε) τὶς νηστεῖες κ.λπ., τότε ἡ ἐνοχή μας εἶναι διπλή: Καὶ ἐμεῖς ἁμαρτάνουμε καὶ τοὺς ἀδελφούς μας σκανδαλίζουμε. Ἀλλὰ ἂν ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού… σκανδαλίζονται(!), διότι ἡμεῖς προσευχόμαστε, κοινωνοῦμε, τηροῦμε τὶς νηστεῖες κ.λπ., ἂς σκανδαλίζονται καὶ ἂς λέγουν ὅ,τι θέλουν! Πρέπει νὰ ἐννοήσουμε ὅτι ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἐπίδειξη καὶ ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ ὁμολογία. Μπρὸς λοιπὸν στὰ πασχαλινὰ φαγητά, ὁ Χριστιανός, τὴν ἡμέρα της νηστείας, χωρὶς φαρισαϊσμοὺς καὶ καυχησιολογίες ἀρνεῖται νὰ φάγει. Ἔτσι ἀποδεικνύεται συνεπὴς στὶς ἀρχές του, ὁμολογητὴς τῆς πίστεώς του καὶ πειθαρχικὸ παιδὶ τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐὰν φάγει, ἐμπράκτως διδάσκει καὶ τοὺς ἄλλους νὰ πράττουν τὸ ἴδιο, χωρὶς μάλιστα τύψεις, ἀφοῦ κι᾿ αὐτὸς ποὺ θρησκεύει, τρώει…

ΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

Στὴν περίοδο αὐτὴ πραγματοποιοῦνται πολλὲς καὶ σημαντικὲς ἀλλαγές. Δηλ. στὶς πέντε νηστήσιμες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας, (Δευτέρα ἕως Παρασκευή), δὲν ἐφαρμόζεται τὸ καθιερωμένο τυπικό: Τὸ πρωὶ ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ καὶ Ὄρθρου μὲ ἢ χωρὶς Θεία Λειτουργία καὶ τὸ ἀπόγευμα ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ.

Αἰτία τῶν ἀλλαγῶν εἶναι οἱ νέες ἀκολουθίες ποὺ προστίθενται στὴν περίοδο αὐτή: Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, ποὺ συνήθως τελεῖται Τετάρτη καὶ Παρασκευή, οἱ Χαιρετισμοὶ καὶ τὸ Μέγα Ἀπόδειπνο. Ἔτσι παρουσιάζονται οἱ ἀκόλουθες περιπτώσεις:

α. Τὸ πρωὶ τῆς Δευτέρας, Τρίτης καὶ Πέμπτης τελοῦνται:

(1) Μεσονυκτικὸ καὶ Ὄρθρος,

(2) Οἱ Ὧρες (Α´, Γ´, ΣΤ´ καὶ Θ´),

(3) Ὁ Ἑσπερινὸς τοῦ ἀπογεύματος (στὸν ὁποῖο, φυσικά, τιμᾶται ὁ Ἅγιος τῆς ἑπόμενης ἡμέρας).

β. Τὸ πρωὶ τῆς Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς τελοῦνται ὅλα τ᾿ ἀνωτέρω καὶ στὸν Ἑσπερινὸ ἐπισυνάπτεται καὶ ἡ Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.

γ. Ἐὰν ἡ Προηγιασμένη πρόκειται νὰ τελεσθεῖ τὸ ἀπόγευμα, τότε ἡ πρωινὴ ἀκολουθία ἀρχίζει κανονικά, σταματᾷ ὅμως στὴν ΣΤ´ Ὥρα καὶ γίνεται ἀπόλυση.

δ. Ἡ Προηγιασμένη τὸ ἀπόγευμα ἀρχίζει μὲ τὴν Θ´ Ὥρα, (κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας ὁ Λειτουργὸς «παίρνει καιρό», μὲ διαφορετικὸ τυπικὸ καὶ ἐνδύεται πλήρη στολή) καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυση (τῆς Θ´ Ὥρας), συνεχίζει μὲ τὸ «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία…» ὁπότε ἀρχίζει ὁ Ἑσπερινός μὲ τὴν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.

ε. Τὸ ἀπόγευμα τῶν τεσσάρων πρώτων ἡμερῶν (Δεύτερα ἕως Πέμπτη), στὴ θέση τοῦ Ἑσπερινοῦ τελεῖται τὸ Μέγα Ἀπόδειπνο.

στ. Ἐὰν τὸ ἀπόγευμα τῆς Τετάρτης τελεσθεῖ ἡ Προηγιασμένη, τὸ Μέγα Ἀπόδειπνο τελεῖται συνήθως μετὰ τὴ Θ. Λειτουργία (τῶν Προηγιασμένων Δώρων).

ζ. Τὸ ἑσπέρας τῆς Παρασκευῆς τῶν πέντε πρώτων ἑβδομάδων, τελεῖται στοὺς Ναοὺς ἀκόμη μία νέα Ἀκολουθία: ἡ προσφιλὴς στὸ λαό μας ἀκολουθία, τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Παναγίας («Ἄγγελος πρωτοστάτης…» – «Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε») στὸ μέσο του Μικροῦ Ἀποδείπνου, κάθε φορὰ μὲ μία «Στάση», καὶ τὴν πέμπτη ἑβδομάδα ὅλες οἱ Στάσεις μαζὶ – ὁλόκληρος ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος.

Τὸ πλῆθος αὐτὸ τῶν Ἀκολουθιῶν ἐναρμονίζεται μὲ τὸ Ὀρθόδοξο λατρευτικὸ πνεῦμα ποὺ θέλει τὸν πιστὸ ἑπτάκις τῆς ἡμέρας νὰ αἰνεῖ τὸν Θεὸ (Ψαλμ. ριη´, 164), ἀλλὰ ἔρχεται στὴν καθημερινὴ πράξη καὶ ζωὴ σ᾿ ἀντίθεση μὲ τὸ σύγχρονο πνεῦμα τοῦ κόσμου, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνο δὲν ἔχει ἐλεύθερο χρόνο, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ τὴν ἀνάλογη διάθεση… Ὑπάρχει δυστυχῶς μεγάλη ἐκκοσμίκευση καὶ σύγχυση στὸ μυαλό του.

Ἡ Ἐκκλησία πάντως τὴν περίοδο αὐτή, γνωρίζοντας τὴν κατάσταση τοῦ ἄνθρωπου, τὸν βοηθᾷ νὰ βρεῖ τὸ δρόμο του προσφέροντάς του τὴ λύση τῆς συχνότερης συμμετοχῆς του στὴ λατρευτικὴ ζωή. Ὅποτε εὐκαιρεῖ καὶ μπορεῖ νὰ ἐξοικονομεῖ κάποιο χρόνο, νὰ τὸν διαθέτει στὸν Θεὸ καὶ νὰ παρακολουθεῖ κάποια ἀπὸ τὶς πολλὲς Ἀκολουθίες. Ἔτσι καὶ ὁ χρόνος θ᾿ ἀξιοποιεῖται καλύτερα καὶ οἱ εὐλογίες τοῦ Θεοῦ θ᾿ αὐξάνουν στοὺς πιστοὺς ποὺ θὰ κάνουν τέτοιες θυσίες…

ΜΕΓΑ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ

Κάθε ἀπόγευμα τῶν ἡμερῶν Δευτέρας, Τρίτης, Τετάρτης καὶ Πέμπτης, ὁλόκληρης τῆς Τεσσαρακοστῆς μέχρι Μεγ. Τρίτη, τελεῖται στοὺς Ἱ. Ναοὺς (ἢ στὸ σπίτι μας, ἐὰν δὲ μεταβοῦμε στὸ Ναό), ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου.

Τὶς ἄλλες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας τελεῖται τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο (καὶ ὁλόκληρο τὸ χρόνο, πλὴν τῆς Διακαινήσιμης ἑβδομάδας): Τὴν Παρασκευή, τελεῖται μαζί μὲ τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας, ἐνῷ Σάββατο καὶ Κυριακὴ τὸ διαβάζουμε σπίτι μόνοι μας.

Λέγεται Ἀπόδειπνο, διότι εἶναι ἀκολουθία ποὺ γίνεται (κανονικά) μετὰ τὸ δεῖπνο, δηλ. εἶναι ἡ βραδινὴ προσευχὴ τοῦ Χριστιανοῦ καὶ Μέγα, λόγῳ τῆς ἐκτάσεώς του καὶ γιὰ νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο.

Περιέχει (1) Ψαλμοὺς ποὺ διαβάζονται, (2) ὡραιότατα καὶ ποικίλα μικρὰ τροπάρια ποὺ ψάλλονται καὶ (3) εὐχὲς ποὺ ἀναγινώσκει ὁ ἱερέας. Εἶναι μία ὡραιότατη Ἀκολουθία ποὺ περιέχει καὶ τὸ γνωστότατο τροπάριο: «Κύριε τῶν Δυνάμεων μεθ᾿ ἡμῶν γενοῦ· ἄλλον γὰρ ἐκτός σου βοηθὸν ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν, Κύριε τῶν Δυνάμεων, ἐλέησον ἡμᾶς».

Πρὸ τοῦ τέλους ἀναγινώσκεται ἡ εὐχὴ τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ: «Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου…» .

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ ΔΩΡΩΝ

Τὴν καθαρὰ Τετάρτη καὶ συνήθως κάθε Τετάρτη καὶ Παρασκευή, μόνο στὴ Μεγ. Τεσσαρακοστή, τελεῖται στοὺς Ἱεροὺς Ναοὺς ἡ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων γιὰ τὸν ἑξῆς λόγο:

Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει σὲ χρήση τρεῖς Θεῖες Λειτουργίες κατὰ τὶς ὁποίες γίνεται θυσία. Τὴ Λειτουργία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ Ἁγίου Βασιλείου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου. Ἡ τρίτη γίνεται μία φορὰ τὸ χρόνο, τὴν ἡμέρα της ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου, τὴν 23η Ὀκτωβρίου. Τοῦ Ἁγ. Βασιλείου γίνεται δέκα φορές: Τὴν ἡμέρα της ἑορτῆς του (1η Ἰανουαρίου), τὶς παραμονὲς Χριστουγέννων, Φώτων καὶ Πάσχα, τὶς πέντε πρῶτες Κυριακὲς τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς καὶ τὴ Μεγ. Πέμπτη. Τὶς ἄλλες ἡμέρες τοῦ ἔτους τελεῖται ἡ Θ. Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου.

Ὅλες ὅμως αὐτὲς οἱ Λειτουργίες ἔχουν πανηγυρικὸ καὶ χαρμόσυνο χαρακτῆρα. Ἐπειδὴ ἡ Μεγ. Τεσσαρακοστὴ εἶναι πένθιμη περίοδος, ἡ Ἐκκλησία μας ὅρισε οἱ Λειτουργίες αὐτὲς νὰ τελοῦνται μόνο τὰ Σάββατα καὶ τὶς Κυριακὲς τῆς Μ. Σαρακοστῆς. Τὶς ἄλλες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας δὲ γίνεται Θ. Λειτουργία.

Οἱ Χριστιανοὶ ὅμως τοὺς πρώτους αἰῶνες εἶχαν τὴ συνήθεια νὰ μεταλαμβάνουν τέσσερις καὶ πέντε φορὲς τὴν ἑβδομάδα, διότι ἐγνώριζαν ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ζοῦν «ἐν Χριστῷ» ἄνευ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὁ ἴδιος εἶπε ὅτι εἶναι «βρῶσις καὶ πόσις». «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. στ´ 54). Τότε, βέβαια, τὰ δισκοπότηρα μπορεῖ νὰ ἦταν «ξύλινα», ἀλλὰ οἱ Χριστιανοὶ ἦταν «χρυσοί», μὲ ἁγία ζωή. Σήμερα, παρότι, πολλὲς φορές, συμβαίνει τὸ ἀντίθετο, οἱ Χριστιανοὶ μποροῦν καὶ πρέπει νὰ κοινωνοῦν τακτικότερα, πάντοτε μὲ ἄδεια τοῦ Πνευματικοῦ τους, προσέχοντας πολὺ τὴ ζωή τους.

Γιὰ νὰ λυθεῖ λοιπὸν τὸ πρόβλημα τῆς συχνῆς Θ. Κοινωνίας, ἡ Ἐκκλησία καθόρισε νὰ τελεῖται μόνο τὴ Μεγ. Τεσσαρακοστὴ ἡ κατανυκτικὴ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων. Σ᾿ αὐτὴ δὲ γίνεται πλήρης Θ. Λειτουργία, διότι ὁ Ἄρτος ποὺ θὰ χρησιμοποιηθεῖ καθαγιάζεται τὴν προηγούμενη Κυριακή, ἐμποτίζεται στὸ Ἅγιο Αἷμα τοῦ Κυρίου μας, φυλάσσεται στὸ Ἅγιο Ἀρτοφόριο τῆς Ἁγίας Τραπέζης καὶ προσφέρεται γιὰ Κοινωνία τὴν ἡμέρα ποὺ τελεῖται ἡ Προηγιασμένη Θ. Λειτουργία.

Ἡ Λειτουργία αὐτὴ εἶναι, κανονικά, ἑσπερινή, γι᾿ αὐτὸ εἶναι συνυφασμένη μὲ Ἑσπερινὸ καὶ οἱ Χριστιανοί, μέχρις ὅτου κοινωνήσουν, μένουν ἄσιτοι, δηλ. νηστικοὶ (οὔτε νερό, οὔτε τσιγάρο), ἀπὸ τὰ μεσάνυκτα μέχρι τὴν ὥρα τῆς Θ. Κοινωνίας. Ὅσοι δὲν μποροῦν νὰ κρατήσουν, πηγαίνουν στοὺς Ναούς, ποὺ τελοῦν τὴν Προηγιασμένη Λειτουργία πρωί, πρὸς διευκόλυνση τῶν πιστῶν, ἢ κοινωνοῦν Σάββατο ἢ Κυριακή.

Χαρακτηριστικὰ τῆς Προηγιασμένης Λειτουργίας:

α. Προηγεῖται τῆς Προηγιασμένης, ἡ ἀκολουθία τῆς Θ´ Ὥρας.

β. Μὲ τὸ «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός…» ἀρχίζει ἡ Θεία Λειτουργία, στὴν ἀρχὴ τῆς ὁποίας ἐπισυνάπτεται ὁ Ἑσπερινός της ἑπόμενης ἡμέρας.

γ. Ὅταν ἀναγιγνώσκονται τὰ «Πρὸς Κύριον…» (Ψαλτήρι σὲ τρεῖς Στάσεις), συνήθως στὸ τέλος ἀκούγονται ἀπὸ τὸ ἱερὸ ἦχοι θυμιατοῦ, (ἡ Ὡραῖα Πύλη εἶναι κλειστή). Αὐτὴ τὴ στιγμὴ ὁ ἱερέας μεταφέρει τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα, ὅπου φυλάχθηκε ἀπὸ τὴν Κυριακή, στὴν Ἱερὰ Πρόθεση καὶ γι᾿ αὐτὸ οἱ πιστοὶ πρέπει νὰ σηκώνονται καὶ νὰ παρακολουθοῦν νοερὰ καὶ λογικὰ τὰ τελούμενα.

δ. Στὴ Μεγάλη Εἴσοδο (ποὺ γίνεται ἀπὸ τὸ συντομότερο δρόμο), ἐπειδὴ ὁ ἱερέας μεταφέρει τὸ προηγιασμένο Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας – τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ – οἱ Χριστιανοὶ γονατίζουν λατρευτικῶς (πέφτουν μπρούμυτα), ἐπαναλαμβάνοντας μυστικῶς τό: «Δι᾿ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν…».

ε. Στὸ τέλος, ἀναγιγνώσκονται οἱ δυὸ Ψαλμοί: «Εὐλογήσω τὸν Κύριον…» (ὁ 33ος) καὶ «Ὑψώσω σε ὁ Θεός μου…» (ὁ 144ος), κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων ὁ ἱερέας μοιράζει τὸ ἀντίδωρο καὶ μετὰ τελειώνει ἡ Λειτουργία, μὲ τὸ «Δι᾿ εὐχῶν…».

στ. Τὸ ἀντίδωρο αὐτὸ εἶναι τὸ πρόσφορο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὁ ἱερεὺς τὴν Κυριακὴ ἔβγαλε τὸν Ἀμνό. Πολλοὶ αὐτὸ τὸ λένε «Παναγία» (ἐπειδὴ ἀπὸ τὰ σπλάγχνα της βγῆκε ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ τὸ ἀντίδωρο στὶς Προηγιασμένες εἶναι συνήθως μικρὸ τεμάχιο, (ἐκτὸς ἐὰν εὐλογηθοῦν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ περισσότερα πρόσφορα).

ζ. Στὶς Προηγιασμένες Θεῖες Λειτουργίες δὲ μνημονεύονται ὀνόματα ζώντων καὶ τεθνεώτων, οὔτε στὴν Ἱερὰ Πρόθεση, οὔτε στὴ Θεία Λειτουργία.

η. Στὴ Λειτουργία αὐτὴ ἐπίσης δὲν τελοῦνται μνημόσυνα. Μποροῦν νὰ γίνουν μετὰ τὸ «Δι᾿ εὐχῶν…» τρισάγια.

Μ᾿ αὐτὸ τὸν ὡραῖο καὶ σοφὸ τρόπο καὶ διατηρώντας τὸν κατανυκτικὸ χαρακτῆρα τῆς περιόδου, ἔλυσε ἡ Ἐκκλησία μας τὸ πρόβλημα τῆς συχνῆς Θείας Κοινωνίας καὶ ἤδη οἱ πιστοὶ ἐκτιμώντας καὶ «ἐκμεταλλευόμενοι» αὐτὴ τὴν πνευματικὴ εὐκαιρία, κατακλύζουν τοὺς Ναούς, Τετάρτη καὶ Παρασκευή, μεταλαμβάνοντας τῶν Προηγιασμένων αὐτῶν Θείων Δώρων.

ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗ ΜΕΓ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Ἡ μνήμη τῶν Ἁγίων καὶ ἡ Θ. Λειτουργία ποὺ πάντοτε συνοδεύει τὴν ἑορτή τους, ἔχει ἑορταστικό, πανηγυρικὸ καὶ καταλυτικὸ τῆς νηστείας χαρακτῆρα. Αὐτὸ δὲ συμφωνεῖ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας, λόγῳ νηστείας, ἀσκήσεως καὶ κατανύξεως, δὲν τελοῦνται οἱ καθιερωμένες Θεῖες Λειτουργίες (ἀπὸ Δευτέρας μέχρι Παρασκευῆς).

Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο παρουσιάζονται οἱ ἑξῆς περιπτώσεις ἑορτασμοῦ Ἁγίων:

α. Διαπρεπεῖς Ἅγιοι ποὺ κοιμήθηκαν σ᾿ αὐτὴ τὴν περίοδο, δὲν ἑορτάζονται στὴ μνήμη τους καὶ ὁ ἑορτασμός τους μετατέθηκε μέσα στὴν Τεσσαρακοστή, σὲ ἡμέρα Κυριακῆς, κατὰ τὴν ὁποία τελεῖται Θ. Λειτουργία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου ὅπως τῶν Ἁγίων Ἰωάννου τῆς Κλίμακας (30 Μαρτίου) καὶ Μαρίας τῆς Αἰγύπτιας (1 Ἀπριλίου), ποὺ ἑορτάζονται στὴν Δ´ καὶ Ε´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν (ἀντίστοιχα).

β. Ἄλλων διαπρεπῶν Ἁγίων ἡ μνήμη τους μετατέθηκε ἐκτὸς Τεσσαρακοστῆς, ὅπως εἶναι ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου (23 Ἀπριλίου) καὶ τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ νέου θεολόγου (12 Μαρτίου) ποὺ ἑορτάζονται τὴ 2η ἡμέρα τοῦ Πάσχα καὶ τὴ 12η Ὀκτωβρίου ἀντίστοιχα, τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς τῆς Σαμαρείτιδας (26 Φεβρουαρίου), ποὺ ἑορτάζεται τὴν Ε´ Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος (συμπίπτει μὲ τὴν πρώτη ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, 40 ἡμέρες πρὸ τοῦ Πάσχα), ποὺ ἑορτάζεται τὴν 6η Αὐγούστου κ.λπ.

γ. Ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ δὲ μετατίθεται, ἀλλὰ πανηγυρίζεται μὲ Θ. Λειτουργία τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου, ὅποια ἡμέρα κι᾿ ἂν συμπέσει. Καὶ αὐτὸ γιατί ἡ σύλληψη τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔγινε στὶς 25 Μαρτίου, πρέπει νὰ ἑορτάζεται ἐννέα μῆνες ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Γεννήσεώς Του (25 Δεκεμβρίου).

δ. Οἱ ἑορτὲς τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους (10 Φεβρουαρίου), τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, τῶν Στρατιωτῶν (9 Μαρτίου) καὶ ἡ α´ καὶ β´ εὕρεση τῆς Τιμίας Κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου (24 Φεβρουαρίου), δὲν μετατίθενται ἐπίσης. Ἐὰν συμπέσουν μὲ ὁποιαδήποτε καθημερινὴ ἡμέρα (νηστείας), τελεῖται ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, ἐὰν συμπέσουν μὲ Σάββατο, πανηγυρίζονται κανονικὰ καὶ ψάλλεται πλήρης ἡ ἀκολουθία τους ἀπὸ τὸ Μηναῖο, ἐνῷ ἐὰν συμπέσουν μὲ Κυριακὴ ἡ ἀκολουθία τους συμψάλλεται (μερικῶς) μετὰ τῶν Ἀναστάσιμων καὶ τῶν τοῦ Τριωδίου.

Γενικά, σὲ κάθε ἑορτὴ Ἁγίου ποὺ θέλουμε νὰ τὸν ἑορτάσουμε σὲ ἡμέρα καθημερινή, μέσα στὴ Μεγ. Τεσσαρακοστή:

α. Στὸν Ὄρθρο διαβάζουμε Εὐαγγέλιο τοῦ Ἁγίου.

β. Ψάλλουμε μεγάλη Δοξολογία.

γ. Στὴν Προηγιασμένη ψάλλουμε κεκραγάρια τοῦ Ἁγίου σὺν τὰ τοῦ Τριωδίου.

δ. Τὸ Δοξαστικὸ εἶναι τοῦ Ἁγίου.

ε. Ἡ εἴσοδος γίνεται μὲ Εὐαγγέλιο.

στ. Μετὰ τὸ «Κατευθυνθήτω…» διαβάζουμε Ἀπόστολο καὶ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἁγίου καὶ στὸ τέλος

ζ. Ψάλλουμε τὸ κοινωνικὸ τοῦ Ἁγίου.

Στὶς Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς ποὺ τελεῖται Προηγιασμένη, ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τοῦ «μὴ ἑορταζομένου» Ἁγίου ποὺ συμπίπτει μ᾿ αὐτὴ τὴν ἡμέρα, ψάλλουμε ὁρισμένα τροπάρια τοῦ Ἁγίου, ἀκολουθεῖται ὅμως κυρίως ἡ σειρὰ ποὺ καθορίζεται στὸ Τριώδιο, χωρὶς ἀνάγνωση Εὐαγγελίου.

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ «ΚΑΘΑΡΑΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ»

Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία μας θυμᾶται καὶ ἑορτάζει τὸ διὰ τῶν κολλύβων θαῦμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης σκέφθηκε νὰ μολύνει τοὺς Χριστιανοὺς τὴν «Καθαρὰ Ἑβδομάδα» προσφέροντάς τους στὴν ἀγορὰ τῆς Κων/πόλεως μόνο μὴ νηστήσιμα φαγητὰ καὶ ἐπὶ πλέον εἰδωλόθυτα (1).

Τὶς προθέσεις αὐτὲς τοῦ Ἰουλιανοῦ τὶς ἀπεκάλυψε ὁ Ἅγιος Θεόδωρος στὸν Πατριάρχη Εὐδόξιο, παρουσιασθεὶς στὸν ὕπνο του. Καὶ αὐτός, πρὸς ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος, διέταξε ἐγκαίρως νὰ κάνουν κόλλυβα μὲ πολὺ σιτάρι, ὥστε μ᾿ αὐτὰ νὰ τραφοῦν οἱ Χριστιανοί.

Ἀπὸ παρεξήγηση αὐτῆς τῆς ἑορτῆς, πολλοὶ Χριστιανοὶ θεωροῦν τὸ Σάββατο αὐτὸ σὰν Ψυχοσάββατο καὶ πηγαίνουν στοὺς Ναοὺς κόλλυβα γιὰ τοὺς κεκοιμημένους τους. Ἡ συνήθεια αὐτὴ ὠφελεῖ τοὺς κοιμηθέντας, ἀλλὰ ἐμεῖς ἐξηγήσαμε ὅτι δυὸ εἶναι τὰ Ψυχοσάββατα (παραμονὴ Ἀπόκρεω καὶ Πεντηκοστῆς). Ἑπομένως μποροῦμε νὰ θυμόμαστε τὸ θαῦμα κάνοντας κόλλυβα πρὸς δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Μάρτυρά Του (κόλλυβα Ἁγίου) καὶ μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, νὰ κάνουμε κόλλυβα καὶ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων μας.

ΠΡΩΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ Ἢ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Ἡ πρώτη Κυριακὴ τῆς Σαρακοστῆς λέγεται καὶ Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐπειδὴ αὐτὴ τὴν ἡμέρα ἑορτάζουμε τὴν ἀναστήλωση τῶν Ἁγίων Εἰκόνων καὶ τὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας κατὰ τῆς αἱρέσεως τῶν Εἰκονομάχων αὐτῶν δηλ. ποὺ δὲ δέχονταν νὰ τιμοῦν τὶς Ἅγιες Εἰκόνες καὶ ὀνόμαζαν τὴν τιμὴ αὐτὴ εἰδωλολατρία.

Περισσότερα ἀπὸ 100 χρόνια κράτησε ὁ «πόλεμος» αὐτός, τὸν ὁποῖο σταμάτησε ἡ αὐτοκράτειρα Θεοδώρα καὶ ὁ γιός της Μιχαήλ, ἀναστηλώνοντας τὶς εἰκόνες ἐντὸς τῶν Ναῶν.

Τὴν ἀνάμνηση αὐτῆς τῆς ἀναστηλώσεως, μὲ λιτανεῖες τῶν Εἰκόνων, ἑορτάζουμε τὴν ἡμέρα αὐτή, διότι ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι τιμοῦμε καὶ δοξάζουμε τοὺς Ἁγίους, τοὺς Ἀγγέλους καὶ περισσότερο πάντων τὴν Παναγία μας, ἀλλὰ ΜΟΝΟ ΣΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ προσφέρουμε ΛΑΤΡΕΙΑ: Τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἄλλο λατρεία καὶ ἄλλο τιμὴ καὶ σεβασμός, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπευθύνεται στὴν εἰκόνα, ἀλλὰ «διαβαίνει ἐπὶ τὸ Πρωτότυπον».

(1) Εἰδωλόθυτο λεγόταν τὸ κρέας ποὺ ἀπέμενε ἀπὸ τὰ θυσιαζόμενα ἀτοὺς θεοὺς ζῷα καὶ τὸ ὁποῖο οἱ εἰδωλολάτρες διέθεταν στὴν ἀγορὰ πρὸς πώληση – βρώση. Τὰ εἰδωλόθυτα ἀποτελοῦν τὸ κύριο θέμα τῶν κεφαλαίων η´, θ´ καὶ ι´ τῆς α´ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.

ΠΕΡΙ ΕΙΚΟΝΩΝ: ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Κανεὶς ἄνθρωπος δὲν εἶδε οὔτε μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Θεὸ Πατέρα· γίνεται γνωστὸς μόνο μέσα ἀπὸ τὶς εἰκόνες Του καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν κατ᾿ ἐξοχὴν εἰκόνα Του, τὸν Υἱό του, «ὃς ἐστὶν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» (Β´ Κορ. δ´, 4). Ἡ προσκύνηση τῶν Ἁγίων Εἰκόνων τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν Ἁγίων εἶναι δόγμα τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ διακηρύχθηκε τὸ 787 στὴν Ζ´ Οἰκ. Σύνοδο (νίκη κατὰ τῆς Εἰκονομαχίας). Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δίδει μεγάλη σημασία στὴν Εἰκόνα, διότι μία Εἰκόνα δὲν εἶναι ἁπλῶς μία παράσταση ἢ ἕνας ζωγραφικὸς πίνακας. Μία Εἰκόνα εἶναι τιμητικὸ ἀντικείμενο, ἀναπόσπαστο μέρος τῆς Λειτουργίας καὶ μία ἑστία πραγματικῆς παρουσίας. Μία παρουσία ὅμως ὄχι μὲ τὴν ἔννοια μὲ τὴν ὁποία τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασί, (μετὰ τὸν καθαγιασμό), εἶναι τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Μία Εἰκόνα π.χ. τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια ὁ Χριστός, ἀλλὰ ὑπάρχει ἕνας μυστηριακὸς (μυστικός) σύνδεσμος μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἁγίας Εἰκόνας Του. Μὲ τὴ δύναμη τῆς θείας Χάρης, μία Εἰκόνα συμμετέχει σὲ κάτι τὸ ὁποῖο μπορεῖ κάλλιστα νὰ προσδιοριστεῖ μὲ τὶς λέξεις τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, «ὡς αἱ ἐνέργειαι τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἡ ἐνεργὸς δύναμις τοῦ Θεοῦ, ἐργαζομένη διὰ τὴν σωτηρία μας».

Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἁγιογράφηση μιᾶς Εἰκόνας θεωρεῖται πράξη ἱεροτελεστίας. Τὸ ξύλο διαλέγεται καὶ εὐλογεῖται, τὰ χρώματα εὐλογοῦνται, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ ἁγιογραφήσει προετοιμάζεται μὲ νηστεία, μὲ ἐξομολόγηση καὶ Θεία Κοινωνία. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐργασίας του τηρεῖ ὁρισμένους ἀσκητικοὺς κανόνες: ἐμβάθυνση στὸ βίο τοῦ Ἁγίου, προσευχή, σιωπή, ἐγκράτεια κ.λπ. Ἔτσι μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡ εἰκόνα γίνεται κάτι περισσότερο ἀπὸ ζωγραφική. Εἶναι φορτισμένη καὶ ἐμποτισμένη μὲ τὴ θεία Χάρη, ἀλλὰ καὶ συνδεδεμένη μὲ τὸ συγκεκριμένο Ἅγιο ποὺ παριστάνει.

Κανονικά, μόνο μ᾿ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις καὶ «προδιαγραφές» μπορεῖ κανεὶς νὰ ἁγιογραφεῖ. Διαφορετικά, δὲν ἔχει «δικαίωμα»! Διότι δυστυχῶς ἔχουμε φθάσει στὸ σημεῖο νὰ ἁγιογραφοῦν, (διάβαζε ζωγραφίζουν), εἰκόνες γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους, ἄνθρωποι ἄπιστοι ἢ καὶ ἀντίχριστοι, ἐκμεταλλευτὲς τῆς πίστεως τῶν Χριστιανῶν. Καὶ οἱ Χριστιανοὶ δυστυχῶς συμβιβάζονται μ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση! Διότι εἶναι ἀδιανόητο αὐτὸ ποὺ συμβαίνει μερικὲς φορές: νὰ κατασκευάζουν π.χ. τὸ Ἅγιο Ποτήριο στὸ ἐργαστήριο τῆς ἐπιχειρήσεως μὲ σόρτς, καπνίζοντας, ἀκούγοντας στὸ ραδιόφωνο ποδόσφαιρο καὶ κατὰ διαστήματα βλασφημώντας, διότι ὁ διαιτητὴς ἀδικεῖ τὴν ὁμάδα τους!!!

Χάρη τοῦ λατρευτικοῦ ἤθους καὶ τοῦ Ὀρθόδοξου τρόπου προσεγγίσεως τοῦ θέματος, πρέπει νὰ καταλάβουμε ὅτι οἱ ἱερὲς Εἰκόνες ἁγιογραφοῦνται ἀπὸ ἁγιογράφους ποὺ πιστεύουν, ποὺ γνωρίζουν τὴν ἀποστολή τους καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ τηροῦν τὶς προϋποθέσεις καὶ τοὺς περιορισμοὺς ποὺ ἐπιβάλλονται ἢ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν τέχνη αὐτή. Εἴθε κάποτε:

α. Νὰ μάθουμε ὅλοι μας ποῦ θὰ δίνουμε τὶς παραγγελίες μας γιὰ τὴν ἁγιογράφηση τῆς βυζαντινῆς Εἰκόνας ποὺ ἐπιθυμοῦμε νὰ ἀποκτήσουμε.

β. Ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία νὰ ἐλέγξει καὶ νὰ ρυθμίσει τὸ θέμα αὐτό, ὅπως ἐλέγχει καὶ τὸ λειτούργημα τῆς Ἱερωσύνης, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ ὁ ὁποιοσδήποτε νὰ προσέρχεται σ᾿ αὐτὸ τὸ «ἐπάγγελμα».

Εἶναι καλὸ νὰ χρησιμοποιεῖ κανεὶς μόνο Βυζαντινοῦ τύπου εἰκόνες ἀπὸ πιστοὺς ἁγιογράφους. Αὐτὲς ἐναρμονίζονται μὲ τὸ πνεῦμα τῆς Ὄρθοδοξης Ἐκκλησίας μας. Αὐτές, μὲ τὰ ἀναστάσιμα καὶ φωτόμορφα πρόσωπα τῶν Ἁγίων, μᾶς βοηθοῦν πνευματικὰ καὶ ἀναγωγικὰ μᾶς κατανύσσουν.

Ἡ Βυζαντινὴ ἁγιογραφία εἶναι τέχνη λειτουργικὴ καὶ μία τέτοια ἁγιογραφία βελτιώνει ἐπιτυχημένα καὶ ὑποβοηθεῖ τοὺς σκοποὺς καὶ τὰ ἀποτελέσματα ποὺ ἔχει ἡ λατρεία μας.

Οἱ Ἱερὲς Εἰκόνες ποὺ ἔχουν φιλοτεχνηθεῖ μὲ τὴν ἀναγεννησιακὴ δυτικὴ τεχνοτροπία, δὲ συμφωνοῦν μὲ τὸ ὀρθόδοξο κατανυκτικὸ καὶ ἀσκητικὸ πνεῦμα καὶ δὲν ἐκφράζουν πνευματικὰ τὴν ποιότητα τῶν Ἁγίων τῆς Ὀρθοδοξίας μας. Γι᾿ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ προτιμῶνται οὔτε γιὰ τοὺς Ἱ. Ναούς, οὔτε γιὰ τὰ εἰκονοστάσια μας, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἔργα τέχνης ἢ ἀριστουργήματα.

Ὁ λαός μας θεωρεῖ μερικὲς εἰκόνες θαυματουργές. Εἶναι δυνατὸν εἰκόνες νὰ κάνουν θαύματα;

Μερικοὶ ἀποδίδουν τὰ θαύματα αὐτὰ ὄχι στὶς εἰκόνες, ἀλλὰ στὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων ποὺ προσεύχονται μπροστά τους. Τὸ ὅτι ἡ πίστη θαυματουργεῖ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Αὐτὸ ὅμως δὲ σημαίνει ὅτι μερικὲς εἰκόνες δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν αὐτὲς οἱ ἴδιες θαυματουργικὴ Χάρη. Αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου παράδοξο καὶ μᾶλλον φυσικὸ θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς πιστοὺς – οἱ ἄπιστοι ὅλα τὰ θεωροῦν παράδοξα καὶ ἀνύπαρκτα – γιὰ τὸν ἑξῆς λόγο:

Τὸ θαυματουργικὸ χάρισμα ποὺ ἔδωσε ὁ Κύριος στοὺς Μαθητές Του, βλέπουμε ὅτι δὲν περιορίζεται στοὺς ἴδιους τοὺς Ἀποστόλους, ἀλλὰ καὶ στὴ σκιά τους! Τὸ λέει καθαρὰ ἡ Ἁγία Γραφὴ (Πράξ. ε´, 12-15). Ἔφερναν τὰ φορεῖα τῶν ἀσθενῶν στὸ δρόμο ποὺ θὰ περνοῦσε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ὥστε, ἔστω καὶ ἡ σκιά του νὰ πέσει ἐπάνω τους, γιὰ νὰ τοὺς θεραπεύσει! Ἀκόμη καὶ τὰ μανδήλια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ριπτόμενα στοὺς ἀσθενεῖς ἢ στοὺς δαιμονισμένους, τοὺς ἐθεράπευον! (Πράξ. ιθ´, 12). Καὶ ὅπως ἀντιλαμβάνεται ὁ καθένας, αὐτὸ ἦταν εὔνοια τοῦ Θεοῦ ὄχι πρὸς τὰ μανδήλια, ἀλλὰ πρὸς τοὺς Ἀποστόλους, τῶν ὁποίων ἡ θαυματουργική τους δύναμη ἔφθανε μέχρι τὴ σκιὰ ἢ τὰ μανδήλια τους.

Ἐὰν λοιπὸν ὁ ἁγιογράφος ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος, γιατί τὰ ἔργα τῶν χειρῶν του μὲ τὴ χάρη καὶ τοῦ εἰκονιζόμενου Ἁγίου Προσώπου νὰ μὴν ἔχουν θεία Εὐλογία καὶ χαρίσματα μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ θαυματουργικὸ χάρισμα; Ἑπομένως, εἶναι δυνατὸν εἰκόνες νὰ κάνουν θαύματα καὶ ὑπάρχουν τέτοιες θαυματουργὲς εἰκόνες.

ΔΕΥΤΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἀρχιεπισκόπου Θεσ/νίκης, ὁ ὁποίος ὑπῆρξε κορυφαῖος διδάσκαλος τῶν Ὀρθόδοξων Δογμάτων, ἀκαταγώνιστος πολέμιος τῶν κακοδοξιῶν καὶ κήρυκας τῆς θείας Χάριτος. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, σὰν ἐνέργεια πρὸς σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἄκτιστη. Τὴν ἄκτιστη Χάρη μποροῦμε μόνο νὰ τὴν αἰσθανόμαστε καὶ νὰ τὴν ζοῦμε, ὅπως περίπου μποροῦμε νὰ αἰσθανόμαστε καὶ νὰ ζοῦμε τὴν παρουσία ἑνὸς ἁγίου Γέροντος. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ προσεγγίζει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ζητεῖ καὶ ἀνταπόκριση· τότε καθίσταται ἐνεργὸς καὶ καρποφορεῖ… Ἀπὸ μικρὸς ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀνατράφηκε στὰ ἀνάκτορα τῆς Κων/πόλεως, μορφώθηκε ἀναλόγως καὶ στὴ συνέχεια ἀσκήτευσε στὸ Ἅγιο Ὄρος. Παρευρέθηκε στὶς Συνόδους ποὺ ἔγιναν στὴν Κων/πόλη τὸ 1341 κατὰ τοῦ Βαρλαὰμ καὶ τὸ 1347 κατὰ τοῦ ὁμοφρόνου τοῦ Βαρλαάμ, Ἀκίνδυνου. Στὶς Συνόδους αὐτὲς ἀγωνίσθηκε γενναιότατα ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὸ 1346 ἔγινε Ἀρχιεπίσκοπος Θεσ/νίκης γιὰ 13 χρόνια καὶ σὲ ἡλικία 63 ἐτῶν τὸ 1359 κοιμήθηκε, ἀφοῦ ἔγραψε πάρα πολλὰ συγγράμματα. Τὸ ἱερό του Λείψανο σῴζεται στὸν ὁμώνυμο Μητροπολιτικὸ Ναὸ Θεσ/νίκης. Τὸν προβάλλει λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὴ δεύτερη αὐτὴ Κυριακή, ὡς συνέχεια καὶ ἐπέκταση τῆς προηγούμενης, σὰν ἕνα εἶδος δεύτερης «Κυριακῆς της Ὀρθοδοξίας», διότι ἡ νίκη τοῦ θείου Γρηγορίου κατὰ τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν τῶν Δυτικῶν, θεωρήθηκε ὡς νίκη ἀνάλογη μὲ τὴ νίκη κατὰ τῶν εἰκονομάχων.

ΤΡΙΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(Τῆς Σταυροπροσκυνήσεως)

Τὴν Κυριακὴ αὐτὴ ποὺ βρίσκεται στὸ μέσο τῆς Σαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει τὴν προσκύνηση τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Ἐπειδὴ ἡ σωματικὴ ἀδυναμία ἀπὸ τὸν ἀγῶνα τῆς νηστείας μᾶς περικυκλώνει καὶ ἡ δυσκολία αὐξάνει, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία προβάλλει σήμερα, στὸ μέσο του δρόμου τῆς νηστείας σὰν βοήθειά μας, τὸν Πανάγιο Σταυρό, τὴ χαρὰ τοῦ κόσμου, τῶν πιστῶν τὴ δύναμη, τῶν ἁμαρτωλῶν τὴν ἐλπίδα.

Προσκυνώντας λοιπὸν τὸν Τίμιο Σταυρὸ λαμβάνουμε χάρη καὶ δύναμη γιὰ νὰ τελειώσουμε τὸν ἀγῶνα τῆς νηστείας ψάλλοντας: «Τὸν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν Δέσποτα καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν».

Ὅποιος δὲν αἰσθάνεται καὶ δὲ ζητᾷ αὐτὴ τὴ δύναμη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, γίνεται δυστυχῶς θῦμα τῶν «ἐπιτηδείων». Ἀντιθέτως, ὅποιος τὴν αἰσθάνεται, φέρει τὸν Τίμιο Σταυρὸ στὸ στῆθος του, κάνει σωστὰ τὸ σταυρό του, καὶ δὲν πέφτει στὸν πειρασμὸ νὰ καταφύγει στὰ μέντιουμ, στοὺς μάγους, ἢ σ᾿ ὅποιον ἐπαγγέλλεται «σωτηρία καὶ λύτρωση» μὲ τρόπο διάφορο ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ὑποδεικνύει ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία Του.

Στὸν καθορισμὸ τῆς ἑορτῆς πιθανὸν νὰ συνετέλεσε καὶ ἡ κατὰ τὴν 6η Μαρτίου σημειούμενη στὰ Μηναῖα ἀνάμνηση τῆς εὑρέσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Σημειώνεται ὅτι κατὰ τὸ τυπικὸ τοῦ Ἁγίου Σάββα, προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ γίνεται ὄχι μόνο τὴν Κυριακή, ἀλλὰ καὶ τὴ Δευτέρα, Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ τῆς ἑβδομάδας ποὺ ἀκολουθεῖ.

ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Σήμερα ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, συγγραφέα τῆς «Κλίμακος», ποὺ ὑπῆρξε κήρυκας τῆς μετανοίας καὶ τῆς νηστείας. Γεννήθηκε στὴν Παλαιστίνη γύρω στὸ 523 καὶ ἀπὸ μικρὸς ἄρχισε τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες. Ἔγινε Ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μονῆς τοῦ Σινᾶ καὶ συνέγραψε τριάκοντα λόγους, τῶν ὁποίων ὁ καθένας ἀναφέρεται σὲ μία ἀρετή, ἀπὸ τὶς εὐκολότερες πρὸς τὶς δυσκολότερες, ἀναβιβάζοντας τὸν ἄνθρωπο μὲ σκαλοπάτια πνευματικὰ σὲ οὐράνιο ὕψος. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο καὶ τὸ σύγγραμμα ὀνομάστηκε Κλῖμαξ τῶν ἀρετῶν. Ἀπεβίωσε τὸ 603.

Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται κανονικὰ τὴν 30η Μαρτίου, ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἑορτὴ σήμερα, διότι ἡ Ἐκκλησία μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο μας προβάλλει πρὸς μίμηση ἕνα ἄνθρωπο σὰν καὶ ἐμᾶς, ποὺ μὲ τὴν ἄσκηση ἔφθασε σὲ ἑκατονταπλασίονα καρποφορία καὶ ἁγιότητα.

Κυρίως ὅμως προβάλλεται ὁ Ἅγιος Ἰωάννης διότι μετὰ τὶς τρεῖς βασικὲς Κυριακὲς τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς, οἱ ὁποίες μᾶς δίδουν τὰ συγκεκριμένα δογματικὰ στοιχεῖα τῆς πίστεως, μὲ τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζονται οἱ προϋποθέσεις ὀρθῆς Λατρείας τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ τὴν ἐνίσχυση ποὺ δεχόμαστε ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὴν τέταρτη αὐτὴ Κυριακὴ παρουσιάζεται ἡ ἄλλη πλευρὰ τοῦ θέματος, ἡ μεθοδολογικὴ ἐνημέρωση μὲ τὸ βιβλίο τῆς «Κλίμακος» καὶ ἡ θεολογικὴ κατοχύρωση τῆς ἐσωτερικῆς ἀναγεννήσεως, ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἀσκητικὴ καὶ κατανυκτικὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ, ποὺ περιγράφεται στὸ βιβλίο αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου. Γι᾿ αὐτὸ διαβάζεται στὶς Μονὲς τὴν περίοδο αὐτὴ ἡ «Κλίμακα».

Ἀπὸ αὔριο Δευτέρα ἀρχίζει ἡ πέμπτη ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ λειτουργικὸ ἀποκορύφωμα τῆς Τεσσαρακοστῆς. Δηλαδὴ αὐτὴ ἡ ἑβδομάδα βαστάζει τὸ βάρος τοῦ τέλους καὶ ὄχι ἡ ἕκτη, διότι ἀκολουθεῖ ἡ Μεγ. Ἑβδομάδα μὲ τὶς πυκνές, πρωὶ – βράδυ καὶ μακρὲς Ἀκολουθίες της.

Μὲ «διάκριση» δηλ. οἱ Ἅγιοι Πατέρες πρόσθεσαν σ᾿ αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα δυὸ νέες ἀκολουθίες: τὴν Πέμπτη τὸ Μέγα Κανόνα καὶ τὸ Σάββατο τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο, ὥστε στὸ μεσοδιάστημα τῆς ἕκτης ἑβδομάδας νὰ ὑπάρξει μία σχετικὴ μικρὴ λειτουργικὴ ἀνάπαυλα καὶ ἀνάπαυση τῶν πιστῶν, γιὰ νὰ εἰσέλθουν «ξεκούραστοι» στὴ Μεγ. Ἑβδομάδα.

ΠΕΜΠΤΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΝΟΝΟΣ

Τὴν Τετάρτη ἀπόγευμα, μεταξὺ Δ´ καὶ Ε´ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν, ψάλλεται ἡ ἀκολουθία τοῦ «Μεγάλου Κανόνος», στὸ μέσο του Μικροῦ Ἀποδείπνου. Κανονικὰ εἶναι ὁ Ὄρθρος τῆς ἑπομένης καὶ μπορεῖ νὰ τελεῖται ἀγρυπνία μὲ Θ. Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων.

Κανόνες εἶναι μεγάλοι ὕμνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦνται ἀπὸ μικρότερες ἑνότητες ποὺ λέγονται ᾨδὲς (ἀπὸ τὸ ρῆμα ᾄδω). Κάθε ᾠδὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν Εἱρμὸ (τὴν πρώτη δηλ. στροφή) καὶ τὰ ὑπόλοιπα 3-4 συνήθως Τροπάρια (τρέπονται, δηλ. ψάλλονται ὅπως τὸ πρῶτο, ὁ εἱρμός). Κανόνες ὑπάρχουν μὲ διάφορο ἀριθμὸ ᾠδῶν. Ὑπάρχουν Κανόνες μὲ δυὸ ᾠδές, μὲ τρεῖς (τριώδιο), μὲ τέσσερις, πέντε μέχρι ἐννέα ᾠδὲς (ἐννέα εἶναι καὶ οἱ Βιβλικὲς ᾨδές).

Ὁ Κανὼν αὐτὸς λέγεται Μέγας, λόγῳ τοῦ πλήθους τῶν τροπαρίων ποὺ περιέχουν οἱ ἐννέα ᾠδές του. Σ᾿ αὐτὰ περιλαμβάνονται σήμερα καὶ τὰ τροπάρια ποὺ πρόσθεσαν μεταγενέστεροι Ὑμνογράφοι: γιὰ τὴν Ὁσία Μαρία καὶ γιὰ τὸν ἴδιο, τὸν Ἅγιο Ἀνδρέα. Ἔτσι, στὸ σύνολό του ὁ Μέγας Κανὼν ἔχει 11 Εἱρμούς, (ἡ β´ καὶ γ´ ᾨδὴ ἔχουν ἀπὸ 2 Εἱρμούς) καὶ 250 Τροπάρια! (ἡ β´ ᾨδὴ ἔχει 41 Τροπάρια!).

Συγγραφέας τοῦ Μ. Κανόνα εἶναι ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας, ὁ Ἱεροσολυμίτης. Ἦταν Μοναχὸς τῆς Ἱ. Μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα. Ἐχρημάτισε γραμματέας τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων, συμμετεῖχε στὴν ΣΤ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τὸ 680 καὶ μετά, ἀφοῦ ἐξελίχθηκε στὰ διάφορα ἐκκλησιαστικὰ ὑπουργήματα, ἐκλέχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης.

Συνέγραψε πολλοὺς κανόνες καὶ διάφορα συγγράμματα. Τὸ σπουδαιότερο ὑμνογραφικό του ἔργο εἶναι ὁ Μέγας Κανὼν ποὺ θεωρεῖται τὸ «Κύκνειό» του ᾆσμα. Ἀπέθανε γύρω στὸ 740, στὴ Λέσβο, ὅπου βρέθηκε, εἴτε ἐπιστρέφοντας στὴν Κρήτη ἀπὸ τὴν Κων/πολη, εἴτε ἐξόριστος, ὡς ὑποστηρικτὴς τῶν Ἁγίων Εἰκόνων.

Περιεχόμενο τοῦ Μ. Κανόνα

Ἀνατρέχει σ᾿ ὅλα τὰ πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης προβάλλοντας τὶς πράξεις – καλὲς ἢ κακὲς -τῶν δικαίων πρὸς μίμηση καὶ τῶν ἀδίκων πρὸς ἀποφυγή.

Ἡ κεντρικὴ ἰδέα τοῦ Κανόνα εἶναι ἡ Μετάνοια. Αὐτὴ θεωρεῖ ὁ Ποιητὴς θύρα τοῦ Παραδείσου. Ἐφ᾿ ὅσον δὲν ἔχουμε καρποὺς μετανοίας, ἂς προσφέρουμε στὸν Θεὸ τὴ συντετριμμένη καρδία μας καὶ ἂς ἀναγνωρίσουμε τὴν πνευματική μας πτωχεία.

Ὁλόκληρο τὸ πένθιμο καὶ κατανυκτικὸ περιεχόμενο τοῦ ἀριστουργήματος αὐτοῦ συνοψίζεται στὸ Τροπάριο:

«Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις; τὸ τέλος ἐγγίζει καὶ μέλλεις θορυβεῖσθαι (πρόκειται νὰ θορυβηθεῖς)· ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου (σύνελθε λοιπὸν γιὰ νὰ σὲ λυπηθεῖ) Χριστὸς ὁ Θεός, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν». Ό Μ. Κανόνας ψάλλεται τμηματικὰ τὶς τέσσερις πρῶτες ἡμέρες τῆς «Καθαρᾶς Ἑβδομάδος», (ΔΕΥΤΕΡΑ ἕως ΠΕΜΠΤΗ), μαζί μὲ τὸ Μέγα Ἀπόδειπνο.

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

Τὴ Μεγ. Σαρακοστή, στὶς 4 πρῶτες ἑβδομάδες, κάθε Παρασκευὴ βράδυ, στὸ μέσο τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου, ἀντηχοῦν οἱ θαυμάσιοι καὶ προσφιλέστατοι στὸ λαό μας Χαιρετισμοὶ τῆς Παναγίας («Ἄγγελος πρωτοστάτης…» – «Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε»).

Ψάλλονται τμηματικά, κάθε φορὰ καὶ μία «Στάση» ἀπὸ τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο, μαζί μὲ τὸν ἐξαίρετο «Κανόνα» του (τὰ Τροπάρια τῶν Χαιρετισμῶν), ποὺ περιέχει ὀκτὼ ᾠδὲς καὶ ἀρχίζει μὲ τὸ Τροπάριο: «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος…».

Ὁλόκληρος ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ψάλλεται στὸν Ὄρθρο τοῦ Σαββάτου τῆς Ε´ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν, ἀλλὰ γιὰ εὐκολία τῶν πιστῶν τὸν ψάλλουμε ἀποβραδὶς (τὴν 5η Παρασκευὴ τῆς Τεσσαρακοστῆς).

Οἱ Χαιρετισμοὶ συνδέθηκαν μὲ τὴ Μεγ. Τεσσαρακοστὴ λόγῳ τῆς μεγάλης Θεομητορικῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Εἶναι ἡ μόνη μεγάλη ἑορτὴ ἡ ὁποία δὲν ἔχει μεθέορτα, ἐξ αἰτίας τοῦ χαρακτῆρα τῆς Σαρακοστῆς. Αὐτὴ τὴν ἔλλειψη ἔρχεται νὰ καλύψει ἡ ψαλμῳδία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.

Τὸ ὑμνολογικὸ αὐτὸ κείμενο χρησιμοποιεῖται στὴν Ἐκκλησία μας περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο. Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ Μοναστήρια καὶ τοὺς Ναοὺς στοὺς ὁποίους γίνεται Ἀπόδειπνο, πολλοὶ λαϊκοὶ συνηθίζουν νὰ διαβάζουν τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας κάθε βράδυ μαζί μὲ τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο.

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος εἶναι «Κοντάκιο». Εἶναι δηλ. ὕμνος ἀνάλογος πρὸς τοὺς «Κανόνες». Ἡ ὀνομασία του ὀφείλεται μᾶλλον στὸ κοντὸ ξύλο στὸ ὁποῖο ἡ μεμβράνη μὲ τὸν ὕμνο ἦταν τυλιγμένη. Τὸ πρῶτο τροπάριο τοῦ Ὕμνου λέγεται «Προοίμιον»: «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει…» τὸ ὁποῖο ἀργότερα ἀντικαταστάθηκε μὲ τὸ πασίγνωστο: «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια…». Ἀκολουθοῦν οἱ 24 «Οἶκοι» ἀπὸ τὸ Α μέχρι τὸ Ω. Κάθε ἕξι γράμματα (κάθε ἕξι «Οἴκους») ἔχουμε μία «Στάση». Ἡ τελευταῖα λέξη κάθε «Οἴκου» ποὺ ἐπαναλαμβάνει ὁ λαός, σὰν σύντομη ἱκεσία, λέγεται «Ἐφύμνιον» καὶ ὑπάρχουν δυό: Τὸ «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε» καὶ τὸ «Ἀλληλούϊα». Τὸ πρῶτο «Ἐφύμνιον» γιὰ τοὺς περιττοὺς «Οἴκους» ποὺ περιλαμβάνουν 156 Χαῖρε (12 Χαῖρε x 12 καὶ 12 τῶν «Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε») καὶ τὸ δεύτερο, γιὰ τοὺς ἀρτίους.

Θέμα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου

Στὸ πρῶτο μέρος (Α-Μ, στὶς δυὸ πρῶτες «Στάσεις»), ὑμνεῖται ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Κυρίου. Ἀρχίζει μὲ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παρθένου («Ἄγγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τῷ Χαῖρε…»), συνεχίζει μὲ τὴ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν Παναγία, τὴν ἐπίσκεψή της στὴν Ἐλισάβετ, τοὺς λογισμοὺς τοῦ Ἰωσήφ, τὴν προσκύνηση τῶν Ποιμένων καὶ τῶν Μάγων, τὴ φυγὴ στὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου.

Στὸ δεύτερο μέρος (Ν-Ω) ὑμνεῖται ἡ δυνατότητα θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου χάρη στὴ σάρκωση τοῦ Κυρίου καὶ ἡ θεομητορικὴ ἀξία τῆς Παναγίας. Καὶ ὅλα τ᾿ ἀνωτέρω μὲ θαυμάσιες ποιητικὲς ἀποστροφὲς καὶ ἐγκώμια ποὺ περιλαμβάνουν ἐπιτυχέστατες ἀντιθέσεις καὶ ὡραιότατες θεολογικὲς εἰκόνες.

Ὁ «Ἀκάθιστος Ὕμνος», σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ὀνομάστηκε ἔτσι γιὰ τὸν ἑξῆς λόγο: Τὸ ἔτος 626 ἡ Κων/πολη πολιορκήθηκε συγχρόνως ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους (ξηρά) καὶ τοὺς Πέρσες (ξηρὰ καὶ θάλασσα) γιὰ μῆνες. Ὁ Αὐτοκράτορας Ἡράκλειος ἀπουσίαζε στὴν Ἀσία. Ὁ κίνδυνος πτώσεως τῆς Πόλεως ἦταν πολὺ μεγάλος. Στὴν ἄμυνα πρωτοστάτησε ὁ Πατριάρχης Σέργιος. Ἔτσι οἱ λίγοι μαχητὲς μαζί μὲ τὸν Κλῆρο καὶ τὸ λαὸ ζητώντας τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ (μὲ προσευχὲς καὶ παρακλήσεις) καὶ στηρίζοντας τὶς ἐλπίδες τους στὴν Προστάτριά τους, τὴν «Ὑπέρμαχο Στρατηγό», τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἀντιστέκονταν ἀπεγνωσμένα. Καί, ὢ τοῦ θαύματος, ἕνας φοβερὸς ἀνεμοστρόβιλος κατέστρεψε τὰ πλοῖα τῶν Περσῶν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ λυθεῖ ἡ πολιορκία. Ἡ Βασιλεύουσα ἐσώθη! (ἦταν 8 Αὐγούστου).

Τότε «ὀρθοστάδην ὅλος ὁ λαός» ἔψαλλε τὸν Ὕμνο αὐτό, ὁ ὁποίος ἀπὸ τότε ὀνομάστηκε Ἀκάθιστος. Τὰ νικητήρια ἀποδόθηκαν στὴν Προστάτρια τῆς Κων/πόλεως, τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ποὺ πάντα σκέπει καὶ προστατεύει τὸ Ἔθνος μας.

ΠΕΜΠΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Τὴν Κυριακὴ αὐτὴ τιμᾶται ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγύπτια, ποὺ παρ᾿ ὅτι ἑορτάζεται τὴν 1η Ἀπριλίου, προβάλλεται σήμερα πρὸς διέγερση τῶν ρᾴθυμων καὶ ἁμαρτωλῶν σὲ μετάνοια.

Ἀπὸ 12 χρονῶν ἡ Μαρία ἄρχισε νὰ ζεῖ ἄσωτα. Ὅταν στὰ 29 της χρόνια πῆγε στοὺς Ἁγίους Τόπους γιὰ προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, δὲν κατάφερε νὰ εἰσέλθει στὸ Ναό, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἐπειδὴ αἰσθανόταν μία ἀόρατη δύναμη νὰ τὴν ἐμποδίζει. Τότε συναισθάνθηκε τὴν ἁμαρτωλότητά της καὶ ὑποσχέθηκε ν᾿ ἀλλάξει ζωή. Ἔτσι μὲ τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας προσκύνησε τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ ἀνεχώρησε γιὰ τὴν ἔρημο, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, ὅπου ἔζησε ἀλλὰ 47 (!) χρόνια. Τὰ πρῶτα 17 μὲ πολλοὺς πειρασμοὺς καὶ δυσκολίες, ἐνῷ τὰ λοιπὰ 30 σὰν ἐπίγειος ἄγγελος! Ἀπὸ τὰ λίγα ποὺ μάθαμε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ζωσιμᾶ ποὺ τὴν ἀνακάλυψε τὸ 46ο ἔτος διαμονῆς της στὴν ἔρημο καὶ τὴν ἑπόμενη χρονιὰ τὴν κοινώνησε, γνωρίζουμε ὅτι σ᾿ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια δὲ συνάντησε ἄνθρωπο καὶ ζοῦσε μὲ τὰ θηρία. Ἂν καὶ ἀγράμματη τελείως, γνώριζε ἀπ᾿ ἔξω τὴν Ἁγία Γραφή, ἰκανώθηκε νὰ γράφει, νὰ περπατᾷ ἐπάνω στὰ ὕδατα, νὰ μετακινεῖται ἀστραπιαῖα σὰν πνεῦμα καὶ προικίσθηκε μὲ τὸ διορατικὸ χάρισμα. Ἕνα χρόνο μετὰ τὴ Θ. Μετάληψή της, ὁ Ἅγιος Ζωσιμᾶς τὴν βρῆκε πλησίον τῆς σπηλιᾶς της νεκρὴ καὶ δίπλα της γραμμένα: «Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, θάψον ὧδε τὸ σῶμα τῆς ἀθλίας Μαρίας. Ἀπέθανον τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καθ᾿ ἣν ἐκοινώνησα τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Εὔχου ὑπὲρ ἐμοῦ». Αὐτὰ ἔγιναν τὸ 378, ἢ κατ᾿ ἄλλους τὸ 437.

Ἡ Ὁσία Μαρία, μαζί μὲ τὴν Ὁσία Πελαγία, τὸν Ὅσιο Μωϋσῆ τὸν Αἰθίοπα, τὸν ἱερὸ Αὐγουστίνο καὶ ἄλλους, εἶναι ζωντανὰ παραδείγματα τῆς δυνάμεως τῆς μετανοίας. Ἂς μὴν ἀπελπιζόμαστε λοιπόν. Μποροῦμε νὰ γίνουμε, μὲ τὴ δύναμη τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ κατάλευκοι ὡς Ἄγγελοι, ἀρκεῖ νὰ μετανοήσουμε, ὅπως ἡ Ὅσια Μαρία.

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου εἶναι τὸ μεγαλύτερο θαῦμα ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάστασή Του.

Γνωρίζοντας τὶς ἐξελίξεις ὁ Χριστὸς καθυστέρησε τὴ μετάβασή Του στὴ Βηθανία καὶ ὅταν ἔφθασε, οἱ ἀδελφές του Λαζάρου Μάρθα καὶ Μαρία, Τὸν ὁδήγησαν στὸν τάφο. Ἐκεῖ ἐδάκρυσε καὶ «διέταξε» τοὺς παριστάμενους νὰ ἀφαιρέσουν τὸ λίθο ποὺ κάλυπτε τὸν τάφο. Μετὰ ἐκραύγασε μὲ φωνὴ μεγάλη: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω». Καὶ ὁ νεκρὸς ποὺ τέσσερις ἡμέρες ἦταν στὸν τάφο καὶ ἐμύριζε, ἄρχισε νὰ περπατᾷ! Τὸ θαῦμα ἔγινε, ἀφοῦ προηγήθηκε ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου (ἢ ἀφαίρεση τοῦ λίθου, ἡ ὁποία μποροῦσε νὰ γίνει ἄνετα ἀπὸ τὸν Χριστό, ἐνῷ πλησίαζε τὸν τάφο). Ὅμως, ἔτσι θέλησε καὶ ἔτσι πάντοτε θέλει ὁ Θεός. Οἱ ἄνθρωποι νὰ κάνουμε τὰ ἀνθρώπινα (ὅ,τι πρέπει καὶ φυσικά, πάντοτε ἐντὸς τῶν δυνατοτήτων μας) ὁπότε ὁ Θεός, κάνει τὰ θεϊκά. Οὔτε ἐμεῖς μποροῦμε νὰ κάνουμε τὰ θεϊκὰ (τὰ ὑπεράνω τῶν δυνάμεών μας) – ματαιοπονοῦμε, οὔτε ὁ Θεὸς κάνει τὰ ἀνθρώπινα, αὐτὰ ποὺ ἐμεῖς πρέπει νὰ κάνουμε φανερώνοντας τὴν προαίρεσή μας.

Ὁ Λάζαρος γιὰ τὸ φθόνο τῶν ἀρχόντων φυγαδεύτηκε στὴν Κύπρο, ὅπου ἔζησε ὡς Ἐπίσκοπος ἄλλα 30 χρόνια. Ὅταν τὸ 63 μ.Χ. ἀπέθανε γιὰ δεύτερη φορά, στὸν τάφο του ποὺ βρίσκεται στὸν ὁμώνυμο Ναὸ τῆς Λάρνακας ἀνέγραψαν: «Λάζαρος ὁ τετραήμερος καὶ φίλος τοῦ Χριστοῦ».

Τὸ Σάββατο αὐτὸ εἶναι τὸ μοναδικὸ ἀναστάσιμο! Ἡ ἀκολουθία περιλαμβάνει ἀναστάσιμα εὐλογητάρια, τὸ «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι», πρὶν ἀπὸ τὸν Ν´ Ψαλμὸ καὶ στὴν ἀπόλυση, τὸ «Ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν, Χριστός…». Ἐπίσης δὲν ψάλλονται οὔτε Μαρτυρικὰ οὔτε Θεοτόκια. Μνημόσυνα δὲν τελοῦνται ἀπὸ σήμερα (Σάββατο τοῦ Λαζάρου) μέχρι Κυριακῆς τοῦ Θωμά.

ΕΚΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Μετὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, ὁ Χριστὸς ἀπομακρύνθηκε πάλι στὸν Ἰορδάνη ποταμό, γιὰ νὰ μὴν τὸν συλλάβουν οἱ Ἀρχιερεῖς ποὺ σχεδίαζαν τὸ θάνατό του.

Ἕξι ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Ἑβραϊκὸ Πάσχα, ἐπέστρεψε στὴ Βηθανία, ὅπου στὸ γεῦμα ποὺ προσέφερε ἡ οἰκογένεια τοῦ Λαζάρου, ἡ ἀδελφή του Μαρία ἄλειψε τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ μὲ μύρο καὶ τὴν ἑπομένη (Κυριακὴ τῶν Βαΐων) εἰσῆλθε στὰ Ἱεροσόλυμα καθήμενος «ἐπὶ πώλου ὄνου».

Τότε ὁ λαὸς ἔστρωνε στὴ γῆ βάϊα (ὅπως κάνουν στοὺς θριαμβευτές), ἐπειδὴ Τὸν θεωροῦσαν ἐπίγειο βασιλέα (ποὺ θὰ τοὺς ἐλευθέρωνε ἀπὸ τὸ Ρωμαϊκὸ ζυγό) καὶ Τὸν ὑποδέχθηκαν μὲ τὴν κραυγή: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ».

Ἀπὸ τὴν ὑποδοχὴ αὐτὴ σείστηκε καὶ χάρηκε ἡ Σιών, ἐνῷ σήμερα χαίρεται καὶ ἑορτάζει ἡ νέα Σιών, ὁ νέος Ἰσραὴλ δηλαδὴ ὅλοι ἐμεῖς, γιατί ἔρχεται ὁ Κύριος νικητὴς τοῦ θανάτου προδηλώνοντας τὴ δική Του καὶ τὴ δική μας ἀνάσταση.

Στοὺς Ἱ. Ναοὺς μοιράζονται στὸ λαὸ βάϊα, δάφνες ἢ κλαδιὰ ἐλαιῶν.

Τὰ βάϊα, δηλ. τὰ ἀπαλὰ κλαδιὰ τῶν φοινίκων, ἐσήμαιναν τὴ νίκη τοῦ Χριστοῦ κατὰ τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ θανάτου. Τὸ «Ὡσαννά» ἑρμηνεύεται «σῶσε με, παρακαλῶ» καὶ τὸ πωλάριον τῆς ὄνου, ζῷο ἀδάμαστο καὶ ἀκάθαρτο, κατὰ τὸ Μωσαϊκὸ Νόμο, μὲ τὸ κάθισμα τοῦ Χριστοῦ σ᾿ αὐτό, ἐσήμαινε τὴν πρώην ἀκαθαρσία καὶ ἀγριότητα τῶν ἐθνῶν καὶ τὴν ὑποταγή τους μετὰ ἀπὸ αὐτὰ στὸν Εὐαγγελικὸ Νόμο. (Πηγή:http://users.uoa.gr/)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο «άλλος» Χριστός των αιρέσεων.

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2014

Είναι συνηθισμένο, πολλές φορές να ακούμε από ανθρώπους αιρετικούς ότι έχουν την αλήθεια, επειδή πιστεύουν στον Χριστό. Ασχέτως τι εννοούν όταν λένε «πιστεύω στον Χριστό», και ασχέτως ότι τα ίδια επικαλούνται όλοι όσοι ανήκουν στις 33.000 αιρέσεις του Προτεσταντισμού- με διαφορετικά «πιστεύω», συμπεριλαμβανομένου και του κινήματος των Πεντηκοστιανών. Λένε πολλές φορές· «Πιστεύω στον Χριστό, και αυτό δεν είναι ανθρώπινο. Είναι από το Άγιο Πνεύμα. Άρα, είμαι στην αλήθεια!». Μάλιστα, χρησιμοποιούν αρκετά συχνά και ένα αγιογραφικό χωρίο, προκειμένου να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους. «[..] Ουδείς λαλών διά Πνεύματος Θεού λέγει ανάθεμα τον Ιησούν, και ουδείς δύναται να είπη Κύριον Ιησούν, ειμή διά Πνεύματος Αγίου» (Ά Κορινθίους, 12:3). Και μας λένε· «Να, βλέπετε τι γράφει ο απόστολος Παύλος; Μιλάμε υπέρ του Χριστού, και φυσικά δεχόμαστε τον Ιησού ως Κύριο, όπως λέει το εδάφιο. Συνεπώς, λαλούμε δια Αγίου Πνεύματος». Είναι όμως σωστός αυτός ο ισχυρισμός; Τι μπορεί να συμβαίνει; Είναι τόσο επιφανειακός ο λόγος αυτός της Αγίας Γραφής, ή έχει περισσότερο βάθος;
 «Άλλος Χριστός», «άλλο ευαγγέλιο», «άλλο πνεύμα».
Αυτό το οποίο διαφεύγει από αρκετούς, είναι ότι υπάρχει και ο «άλλος» Χριστός, όπως υπάρχει και το «άλλο» Ευαγγέλιο, και άλλη «πνευματική χάρη». Στο σημείο αυτό, ίσως κάποιος διερωτηθεί· «Υπάρχει άλλος Χριστός;». Βέβαια, ο Χριστός είναι ένας και δεν μερίζεται (Ά Κορινθίους, 1:13). Όπως και το Χριστιανικό Ευαγγέλιο που είναι ένα, όμως διάφοροι ήθελαν να το διαστρέψουν ήδη από την πρώτη αποστολική εποχή, επειδή δεν θεωρούσαν την Θυσία του Κυρίου αρκετή για την σωτηρία μας, αλλά προσπαθούσαν να βάλουν και την περιτομή, όπως και τόσα άλλα Ιουδαϊκά έθιμα. Αυτό, θα είχε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση του Χριστιανικού Ευαγγελίου, και εκεί έδωσε την μάχη της η Εκκλησία, και βγήκε νικήτρια (Γαλάτες, 1:6-9). Όπως λοιπόν υπάρχει και το «άλλο» ευαγγέλιο, το αλλοιωμένο, έτσι υπάρχει και ο «άλλος» Χριστός, ένας «Χριστός» διαφορετικός από αυτόν που αποκαλύφθηκε και σύστησε την Εκκλησία του το 33 μ Χ.
Ο απόστολος Παύλος γράφει: «Διότι είμαι ζηλότυπος προς εσάς κατά ζηλοτυπίαν Θεού· επειδή σας ηρραβώνισα με ένα άνδρα, διά να σας παραστήσω παρθένον αγνήν εις τον Χριστόν. Φοβούμαι όμως μήπως, καθώς ο όφις εξηπάτησε την Εύαν διά της πανουργίας αυτού, διαφθαρή ούτως ο νούς σας, εκπεσών από της απλότητος της εις τον Χριστόν. Διότι εάν ο ερχόμενος κηρύττη προς εσάς άλλον Ιησούν, τον οποίον ημείς δεν εκηρύξαμενή λαμβάνητε άλλο πνεύματο οποίον δεν ελάβετεή άλλο ευαγγέλιοντο οποίον δεν εδέχθητε, καλώς ηθέλετε υποφέρει αυτόν» (Β’ Κορινθίους, 11:2-4).
Εκφράζει έναν φόβο· φοβάται μην πλανηθεί κάποιος ή κάποιοι από τους εν Χριστώ αδελφούς, και παρασυρθεί, και εξαπατηθεί, και εκπέσει από την απλότητα του Χριστού. Φοβόταν, μην πάει κάποιος αυτόκλητος και κηρύξει έναν «άλλο» Χριστό, ένα «άλλο» Ευαγγέλιο, ή μεταδώσει «άλλο» πνεύμα, ξένο προς την αλήθεια. Από αυτά τα εδάφια, γίνεται σαφές ότι υπάρχει και ο «άλλος Χριστός», ο αλλοιωμένος, που καμία σχέση δεν έχει με τον πραγματικό Χριστό.
Στην ίδια επιστολή, λίγο παρακάτω, γράφει πάλι σχετικά ο απόστολος Παύλος:
«Οι τοιούτοι είναι ψευδαπόστολοιεργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εις αποστόλους Χριστού. Και ουδέν θαυμαστόν· διότι αυτός ο Σατανάς μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός. Δεν είναι λοιπόν μέγα αν και οι διάκονοι αυτού μετασχηματίζωνται εις διακόνους δικαιοσύνης, των οποίων το τέλος θέλει είσθαι κατά τα έργα αυτών» (Β’ Κορινθίους, 11:13-15).
Επρόκειτο περί ψευδαποστόλων, ανθρώπων αυτόκλητων και αιρετικών, που συστήνονταν δήθεν ως απόστολοι Χριστού, και έκαναν ζημιά στις τοπικές Εκκλησίες του Χριστού, διδάσκοντας άλλα πράγματα από εκείνα που δίδασκε η Εκκλησία. Αυτούς, τους ονομάζει επίσης και «διακόνους του Σατανά», σύμφωνα με το χωρίο.
Ο Χριστός και η Εκκλησία είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι.
Από πού μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο Χριστός των αιρέσεων, είναι ο «άλλος Χριστός»; Υπάρχουν πάρα πολλά κριτήρια. Πέρα από τις δογματισμένες θέσεις της Εκκλησίας περί του προσώπου του Χριστού, οι οποίες στηρίζονται στην αποκάλυψη που δόθηκε από τον ίδιο τον Χριστό στους αποστόλους και δια των αποστόλων στην Εκκλησία Του, υπάρχει και το κριτήριο που είναι η ίδια η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού.
Γράφει ο απόστολος Παύλος:
«[..] αυτός είναι η κεφαλή του σώματος, της εκκλησίας [..]» (Κολασσαείς, 1:18).
«[..] και πάντα υπέταξεν υπό τους πόδας αυτού, και έδωκεν αυτόν κεφαλήν υπεράνω πάντων εις την εκκλησίαν, ήτις είναι το σώμα αυτού, το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρούντος [..]» (Εφεσίους, 1:22-23).
«[..] ο Χριστός κεφαλή της εκκλησίας, και αυτός είναι σωτήρ του σώματος» (Εφεσίους, 5:23).
Αλλά και ο ευαγγελιστής Ματθαίος, γράφει τα σαφέστατα λόγια του Χριστού, όταν περιγράφει τα εξής:  
«Λέγει προς αυτούς· Αλλά σεις τίνα με λέγετε ότι είμαι; Και αποκριθείς ο Σίμων Πέτρος είπε· Συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος. Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτόν· Μακάριος είσαι, Σίμων, υιέ του Ιωνά, διότι σαρξ και αίμα δεν σοι απεκάλυψε τούτο, αλλ’ ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Και εγώ δε σοι λέγω ότι συ είσαι Πέτρος, και επί ταύτης της πέτρας θέλω οικοδομήσει την εκκλησίαν μου, και πύλαι άδου δεν θέλουσιν ισχύσει κατ’ αυτής. Και θέλω σοι δώσει τα κλειδία της βασιλείας των ουρανών, και ό,τι εάν δέσης επί της γης, θέλει είσθαι δεδεμένον εν τοις ουρανοίς, και ό,τι εάν λύσης επί της γης, θέλει είσθαι λελυμένον εν τοις ουρανοίς» (Κατά Ματθαίον, 16:15-19).
Ο ιερός Χρυσόστομος γράφει: «Και το πιο θαυμαστό είναι ότι όχι μόνο η θύελλα δεν διέλυσε το πλοίο αλλά ότι το πλοίο διέλυσε την θύελλα. Γιατί  οι αδιάκοποι διωγμοί, όχι μόνο δεν καταπόντισαν την Εκκλησία αλλά και διαλύθηκαν από την Εκκλησία. Πως  και με ποιο τρόπο και από πού; Από απόφαση εκείνη που λέγει,  ‘’οι πύλες του Άδη δεν θα την κατανικήσουν’’. Πόσα έκαμαν οι ειδωλολάτρες για να εξαλείψουν το λόγο αυτό, για να ακυρώσουν την απόφαση και δεν μπόρεσαν να την καταργήσουν; Γιατί η απόφαση ήταν του Θεού [..] Μην δεις βέβαια πώς ήταν ένας λόγος, αλλά πως ήταν λόγος του Θεού. Γιατί και τον ουρανό ο Θεός τον στερέωσε με λόγο, και την γη με λόγο την θεμελίωσε πάνω στα νερά, κάνοντας την πυκνή αυτή και βαριά φύση και την θάλασσα την αβάστακτη στην ορμή της, εκείνη που έχει τόσα κύματα, με ένα λόγο την τείχισε από παντού με αδύνατο τείχος, την άμμο. Εκείνος λοιπόν που με ένα λόγο στερέωσε τον ουρανό, θεμελίωσε τη γη, περιέφραξε την θάλασσα, γιατί απορείς αν την Εκκλησία που είναι πιο πολύτιμη από τον ουρανό και την γη και την θάλασσα, την τείχισε πάλι με τον λόγο αυτόν; » (Άγιος Ι. Χρυσόστομος, «Πνευματικά Μαργαριτάρια», τόμος δεύτερος, σελ 116-118).
Γίνεται φανερό από τα παραπάνω εδάφια, ότι η Εκκλησία, αφ ενός είναι μία και ιστορική, αφ ετέρου είναι το Σώμα του Χριστού.
Εφόσον είναι ιστορική, τότε οπωσδήποτε ανιχνεύεται μέσα στην ιστορία. Και γίνεται φανερή, δια της αδιάκοπης Αποστολικής Διαδοχής
Τέτοια διαδοχή, έχει μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία
Μάλιστα, στα τελευταία χωρία από τον ευαγγελιστή Ματθαίο, είναι ξεκάθαρο ότι η Εκκλησία οικοδομείται «επί ταύτης της πέτρας», δηλαδή στην ομολογία του αποστόλου Πέτρουότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος. Αυτή η ομολογία, είναι η αποκάλυψη που δίνει ο Πατέρας δια του Αγίου Πνεύματος, κατά το χωρίο του αποστόλου Παύλου, στην Ά Κορινθίους, 12:3.
Η αποστολική εξουσία του «δεσμείν και λύειν», δεν δίδεται μόνο στον απόστολο Πέτρο, αλλά δίδεται η ίδια εξουσία και στους υπόλοιπους (Ματθαίος 18:15-20). Και είναι επακόλουθο, καθώς στην πνευματική οικοδομή της Εκκλησίας, οι απόστολοι είναι το θεμέλιο, και ο Ιησούς Χριστός ο ακρογωνιαίος λίθος (Εφεσίους, 2:19-22). Με την ευκαιρία, αναφέρω ότι η προς «Εφεσίους» επιστολή του αποστόλου Παύλου, περιέχει φοβερή εκκλησιολογία. Μελετώντας την κανείς, μπορεί να βρει ακόμα παραπάνω πράγματα σχετικά με το θέμα μας.
«Εκκλησιολογία», η αχίλλειος πτέρνα των αιρετικών συνάξεων.
Τι συμβαίνει όμως με τον κάθε ένα που δεν ανήκει στην Μία Εκκλησία του Χριστού, όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, αλλά ισχυρίζεται ότι είναι στην αλήθεια, επειδή ομολογεί τον Χριστό; Όλοι αυτοί ανήκουν σε θρησκευτικές ομάδες που είναι χιλιάδες καιδιαφορετικές, όχι μόνο μεταξύ αυτών και της Ορθοδοξίας, αλλά και μεταξύ τους. Διότι, δεν είναι θέμα μόνο «ταμπέλας», αλλά διδασκαλίας. Άλλωστε, πίσω από κάθε ταμπέλα, υπάρχουν διαφορετικές διδασκαλίες. Εφόσον όμως η Εκκλησία είναι μία, με συγκεκριμένο πρεσβυτέριοπου άφησε ο Χριστός, και οι οποίοι άφησαν τους διαδόχους τους, δια της πράξης της χειροτονίας («Πράξεις Αποστόλων» 14, 23), ενώ οι διάφοροι προέρχονται από διαφορετικές θρησκευτικές ομάδες, εκτός ιστορικής Εκκλησίας (για την οποία είναι και όλες οι παραπάνω αναφορές από την Καινή Διαθήκη), πως είναι δυνατόν να έχουν πράγματι αποκάλυψη και να «κινούνται» δια Πνεύματος Αγίου;
Το Άγιο Πνεύμα, δίδει ενότητα πίστεως στην Εκκλησία και την καθιστά «στύλο και βάση της αληθείας» (Α’ Τιμοθέου: 3, 15).
«[..] σπουδάζοντες να διατηρήτε την ενότητα του Πνεύματος διά του συνδέσμου της ειρήνης. Εν σώμα και εν Πνεύμα, καθώς και προσεκλήθητε με μίαν ελπίδα της προσκλήσεώς σας· εις Κύριοςμία πίστιςεν βάπτισμα· εις Θεός και Πατήρ πάντων, ο ων επί πάντων και διά πάντων και εν πάσιν υμίν» (Εφεσίους, 4: 3-6).
Όπως παρατηρούμε, όλα είναι ένα. Και σε όλα τα παραπάνω, εκδηλώνεται η ενότητα του Αγίου Πνεύματος, που οφείλουμε να διατηρούμε. Η σπουδή μας, η φροντίδα μας, και το μέλημά μας, είναι να διατηρούμε την ενότητα που δίδει το Άγιο Πνεύμα.
Αλλά, είναι ποτέ δυνατόν, το Άγιο Πνεύμα να οδηγεί σε χιλιάδες διαφορετικές «αποκαλύψεις», που οδηγούν τους ανθρώπους σε άλλες συνάξεις, έξω από το Σώμα του Χριστού;
Αδύνατο και αντίθετο με βάση τα λόγια του Χριστού: «Όταν δε έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, θέλει σας οδηγήσει εις πάσαν την αλήθειαν· διότι δεν θέλει λαλήσει αφ’ εαυτού, αλλ’ όσα αν ακούση θέλει λαλήσει, και θέλει σας αναγγείλει τα μέλλοντα» (Κατά Ιωάννην, 16:13).
«Και εγώ θέλω παρακαλέσει τον Πατέρα, και θέλει σας δώσει άλλον Παράκλητον, διά να μένη μεθ’ υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της αληθείας [..]» (Κατά Ιωάννην, 14:16).
Το Άγιο Πνεύμα «κατήλθε» την ημέρα της Πεντηκοστής, οδηγεί σε όλη την αλήθεια, και θα είναι μαζί με την Εκκλησία την ιστορική για πάντα.
Όπως δεν είναι δυνατό η Βαβυλώνα των αιρέσεων και των παραθρησκειών να είναι έργο του Αγίου Πνεύματος, έτσι δεν είναι δυνατό, όλοι αυτοί να ομιλούν δια Πνεύματος Αγίου, διότι θα ήταν ένα, θα πίστευαν το ίδιο, και θα ήταν ενταγμένοι στο σώμα της Εκκλησίας.
Το χωρίο Ά Κορινθίους 12:3, με μια βαθύτερη ματιά.
Όποιος δεν λέει «ανάθεμα τον Ιησού», και ομολογεί με το στόμα τον Ιησού ως Κύριο, δηλαδή Κύριο και Θεό, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτό γίνεται δια «Πνεύματος Αγίου». Διότι, στο εδάφιο ο απ. Παύλος, δεν μιλάει για μία εγκεφαλική γνώση απλά, ούτε για μία -από καλής διάθεσης- καρδιά να δεχτεί τον Χριστό.
Οφείλουμε να ομολογήσουμε, ότι υπάρχουν άνθρωποι στις αιρέσεις που είναι καλοπροαίρετοι, και αγαπάνε τον Θεό. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό, διότι αυτό από μόνο του δεν τους εντάσσει στο Σώμα του Χριστού. Στο Σώμα του Χριστού, εντάσσεται κανείς μόνο όπως διδάσκει το Ευαγγέλιο. Δια του αγίου βαπτίσματος υπό των «οικονόμων» των Μυστηρίων του Χριστού, οι οποίοι έχουν την εξουσία να το κάνουν (και όχι αυθαίρετα), και δια του αγίου Χρίσματος. Έπειτα, αφού πια εντάχθηκε κανείς, συνεχίζει να ζει πνευματικά τρεφόμενος με το αληθινό Σώμα και το Αίμα του Κυρίου  (το οποίο στερούν στις αιρέσεις), και ακολουθώντας την υγιαίνουσα διδασκαλία και μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.  
Όσοι επιστρέφουν από αιρέσεις στην Ορθοδοξία, ομολογούν από κοινού, ότι εκεί που ήταν, μπορεί να αγαπούσαν τον Χριστό, να αγωνιζόντουσαν για τον Χριστό με κάθε ειλικρίνεια, να είχαν βάλει τον Χριστό ως θεμέλιο στην ζωή τους, αλλά όταν διαπίστωσαν την πλάνη της αιρετικής σύναξης όπου βρίσκονταν, και μετά από κόπο και πόνο ήρθαν στην Ορθοδοξία, όταν επέστρεψαν συνειδητοποίησαν ότι περπατούσαν «εν φαντασία».
Δεν στηρίζονταν πραγματικά στον αποκαλυφθέντα Χριστό, αλλά στον Χριστό, όπως οι τυφλοί οδηγοί τους, τους τον πλάσαραν. Όχι μόνο από δογματικής πλευράς, αν ήταν μόνο Θεός ή μόνο άνθρωπος στην γη, ή θεάνθρωπος, αλλά και από πλευράς υποσχέσεων. Υποσχέσεις πολλές, δήθεν από τον Χριστό, ειδικά αν κάποιος έχει περάσει από ψευτοχαρισματικές ομάδες. Αυτές, συστήνουν έναν Χριστό, που θα στα «δώσει όλα», κυριολεκτικά, σε αυτήν εδώ την ζωή. Όταν ο άνθρωπος όμως, έρχεται στην αλήθεια, τότε καταλαβαίνει το μέγεθος της πλάνης. Διαβάζοντας την Φιλοκαλία, που στην ουσία είναι το Ευαγγέλιο στην πράξη, βλέπει έναν δρόμο τελείως διαφορετικό από αυτόν των αιρέσεων. Με την Μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, όταν την ζει συνειδητά, έρχεται η Θεία Χάρη, και μπαίνει στην πνευματική διαδικασία να γνωρίζει τον Χριστό και το Ευαγγέλιό του, και τότε διαπιστώνει ότι ο Κύριος δεν υπόσχεται κανένα «ευαγγέλιο ευημερίας», καμία αποκατάσταση ηθική ή υλική εδώ στη γη, αλλά τον Σταυρό τον δικό Του, την θεραπεία της ψυχής και γενικά της ύπαρξής του οντολογικά, την πρόγευση της Βασιλείας των ουρανών, και στο τέλος, την αιώνια ζωή.
Βέβαια, ο Κύριος βλέπει την καρδιά και όχι το φαινόμενο. Εμείς βλέπουμε έναν άνθρωπο πλανεμένο και αιρετικό, αλλά ο Θεός βλέπει έναν άνθρωπο στην πλάνη μεν, αλλά που τον αγαπά, και που διψά για Εκείνον. Αργά ή γρήγορα, ο Θεός θα του δώσει την ευκαιρία να τον γνωρίσει πραγματικά, μέσω του αγίου Σώματός του, της Εκκλησίας Του. Να μετέχει στην ίδια αποκαλυπτική αλήθεια, που δόθηκε στην Εκκλησία, και που μετείχαν όλοι οι Χριστιανοί ανά μέσω των αιώνων, από το 33 μ Χ μέχρι την συντέλεια, χωρίς κενά διαστήματα σε αυτήν την μακραίωνη ιστορική πορεία, καθώς ο Κύριος τόνισε: « ιδού, εγώ είμαι μεθ’ υμών πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Κατά Ματθαίον, 28:20).
Το μεγάλο πρόβλημα των αιρετικών ομάδων, είναι ότι υπάρχουν ξεκομμένοι από το Σώμα του Χριστού. Δηλαδή, συστήνουν το κεφάλι, ενώ απορρίπτουν το υπόλοιπο σώμα. Πέρα από τους ισχυρισμούς τους, ότι οι συνάξεις τους είναι «εκκλησίες», εμείς βάση του Ευαγγελίου του Χριστού, ξέρουμε ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι ορατήιστορική, υπάρχει από το 33 μ Χ αδιάκοπα, και ότι οι λειτουργοί της έχουν αποστολική διαδοχή. Αυτό το τελευταίο, δεν είναι μόνο η σειρά των διαδοχικών χειροτονιών που ανάγονται στους αποστόλους και φανερώνουν την Εκκλησία ιστορικά, αλλά δηλώνει και την μετοχή στην ίδια Αποκαλυπτική αλήθεια. Σε αντίθεση με τους αιρετικούς, που είτε δεν δέχονται κάποια μέρη της αλήθειας αυτής, είτε τα δέχονται διαστρεβλωμένα, είτε δέχονται πράγματα εντελώς καινοφανή. 
Ώστε το χωρίο που επικαλούνται, «Διά τούτο σας γνωστοποιώ ότι ουδείς λαλών διά Πνεύματος Θεού λέγει ανάθεμα τον Ιησούν, και ουδείς δύναται να είπη Κύριον Ιησούν, ειμή διά Πνεύματος Αγίου» (Ά Κορινθίους, 12:3), δεν είναι αρκετό για τον ισχυρισμό τους ότι βρίσκονται στην αλήθεια. Διότι, είτε εκείνοι νομίζουν ότι ομολογούν τον Χριστό (ενώ ομολογούν έναν «άλλο» Χριστό), είτε πράγματι τους βοηθά ο Θεός εν μέρει (ανάλογα με την διάθεση της καρδιάς τους), είτε το λένε επιπόλαια, σε κάθε μια περίπτωση, ο Χριστός (η κεφαλή) είναι ξεκομμένος από την Εκκλησία Του (το σώμα). Ενώ, ο απόστολος δεν αποσυνδέει τον Χριστό από την ιστορική και ορατή εκκλησία προς την οποία απευθύνεται!
Πως είναι δυνατό να Τον δέχεσαι πραγματικά, ετερόδοξε φίλε μου, ως Κύριο τον Ιησού, αλλά να πιστεύεις παράλληλα ότι δεν μπόρεσε να κρατήσει την Εκκλησία Του την ιστορική, σε αντίθεση με όσα υποσχέθηκε; 
Πως τον δέχεσαι ως Κύριο, ενώ παράλληλα δέχεσαι την αποστασία της Εκκλησίας του, επειδή στο είπαν οι ψευδοδιδάσκαλοι, και σου έδειξαν ορισμένα χωρία, διαστρέφοντάς τα; Δηλαδή, η κυριότητα του Ιησού φτάνει σε σένα, και στην συνάθροισή σου, αλλά δεν έφτασε ούτε μέχρι την Εκκλησία, με αποτέλεσμα ξαφνικά να αποστατήσει τον 4ο αιώνα; Η Γραφή που κρατάς στα χέρια σου,και από την οποία λείπουν 10 ολόκληρα βιβλία, είναι απόφασησυνόδων της Ορθόδοξης Εκκλησίας του 4ου αιώνος, που όμως κατά τους βλάσφημους διδασκάλους σου, την εποχή εκείνη, ήδη είχε πέσει σε ”αποστασία”. Δεν νομίζεις ότι είναι αντιφατικό, μια αποστατημένη Εκκλησία, μία Πόρνη Εκκλησία (όπως λένε βλάσφημα οι αιρετικοί), να σου έδωσε την Αγία Γραφή;
Κατά πόσο, όμως, γνωρίζουμε τον Χριστό, ακόμα και εμείς που ανήκουμε στο άγιο Σώμα του; Ή, είναι άραγε τόσο εύκολο, να ομολογήσει ο πιστός τον Ιησού ως Κύριο; Είναι φανερό από το ίδιο το εδάφιο, ότι το Άγιο Πνεύμα είναι που φωτίζει και αποκαλύπτει τον Ιησού. Όμως αυτό, δεν είναι κάτι της στιγμής.
Ο απ Παύλος, γράφει: «[..] διά να γνωρίσω αυτόν και την δύναμιν της αναστάσεως αυτού και την κοινωνίαν των παθημάτων αυτού, συμμορφούμενος με τον θάνατο αυτού [..]» (Φιλιππησίους, 3:10). Μήπως δεν του αποκαλύφθηκε στην οδό προς την Δαμασκό; Μήπως δεν έκανε σημεία στο όνομά του; Μήπως δεν ήξερε ο απόστολος ποιον κηρύττει; Όχι βέβαια. Ήξερε πολύ καλά. Αλλά, θέλει να δείξει ο απόστολος ότι η σχέση με τον Χριστό είναι σχέση βαθιά, που δεν εξαντλείται μόνο στην αποκάλυψη ότι είναι ο ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού, ο Δημιουργός των πάντων, αλλά η γνωριμία φτάνει ακόμα βαθύτερα, μέχρι την δύναμη της Αναστάσεώς του. Αναστήθηκε ο Χριστός, αφού πρώτα έπαθε, πέθανε, και ετάφη. Το ίδιο καλείται να περάσει ο απόστολος, αλλά και όλοι οι πιστοί. Στο πάθος, τον θάνατο, για να μπορούν να μετέχουν και στην Ανάσταση. Και ενώ ο θάνατος για μας είναι ως προς τον κόσμο, για μερικούς αξίους είναι και ως προς τον κόσμο, αλλά και το μαρτύριο. Δεν είναι θέμα γνώσης λοιπόν.
Ώστε, δεν είναι απλό να πει κανείς «έμαθα τον Χριστό».
Ο άγιος Μάξιμος, στα «Κεφάλαια περί αγάπης», στην Δ’ Εκατοντάδα, αναφέρει: «Εκείνος που μπόρεσε να αποκτήσει τέλεια αγάπη και ρύθμισε όλη την ζωή του σύμφωνα με αυτήν, αυτός μπορεί να ονομάζει Κύριο τον Ιησού, επικαλούμενος το Άγιο Πνεύμα. Είναι φανερό ότι το αντίθετο πράγμα συμβαίνει στην αντίθετη περίπτωση» (Τ. Φ 14, σελ. 325).
Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, αναφερόμενος στο γεγονός της Αναστάσεως, λέει ότι πολλοί άνθρωποι την πιστεύουν, αλλά λίγοι την βλέπουν στην ζωή τους. Και το σχετίζει με το εδάφιο του αποστόλου Παύλου.
«Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους πιστεύουν στην ανάσταση του Χριστού, όμως πολύ λίγοι είναι εκείνοι που την βλέπουν καθαρά, και αυτοί βέβαια που δεν την είδαν ούτε να προσκυνήσουν μπορούν τον Ιησού Χριστό ως άγιο και Κύριο. Διότι λέγει· ‘’Κανένας δεν μπορεί να πει Κύριο τον Ιησού, παρά μόνο με το Πνεύμα το Άγιο»
(Τ. Φ 19Δ, σελ. 113). 

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ – ΠΟΝΗΡΟΙ ΚΑΙ ΓΟΗΤΕΣ ΠΡΟΚΟΨΟΥΣΙΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2014

Ένα από τα πιο δύσκολα στην απάντηση ερωτήματα που αντιμετωπίζουμε όσοι πιστεύουμε στο Θεό είναι το  γιατί  «πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται και πονηροί άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι» (Β’ Τιμ.  3, 12-13). Όλοι όσοι θέλουν να ζήσουν με ευσέβεια, σύμφωνα με το θέλημα του Ιησού Χριστού, θα αντιμετωπίσουν διωγμούς. Μόνο οι πονηροί άνθρωποι και οι απατεώνες θα προκόβουν στο χειρότερο. Θα εξαπατούν τους άλλους και οι άλλοι θα τους εξαπατούν. Ο Απόστολος Παύλος, γράφοντας στον μαθητή του Τιμόθεο, λίγο καιρό πριν το μαρτύριό του στην Ρώμη στα χρόνια του Νέρωνα, κάνει τον απολογισμό της ζωής του και περιγράφει αυτό το οποίο πάντοτε οι χριστιανοί είχαμε και έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Να διαπιστώνουμε ότι εκείνοι οι οποίοι όχι μόνο δεν τηρούν το θέλημα του Θεού, αλλά δρούνε εναντίον Του, εναντίον της αλήθειας και της δικαιοσύνης, προκόπτουν. Δοξάζονται. Ζούνε καλά. Εξαπατούν τους άλλους ανθρώπους και εξαπατούνται από εκείνους, καθώς μεταξύ των πονηρών υπάρχει ανταγωνισμός στο κακό. Θριαμβεύει το συμφέρον και η ανομία. Και την ίδια στιγμή, όλοι όσοι θέλουν να ζήσουν με σεβασμό στο Θεό και σύμφωνα με το θέλημά Του, θα αντιμετωπίσουν διωγμούς, είτε αίματος, είτε συνειδήσεως.  
Δεν γνωρίζουμε γιατί ο Θεός επιτρέπει να συμβαίνουν αυτά τα γεγονότα. Όποιες ερμηνείες και να δοθούν, έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη δυνατότητα κατανόησης των πραγμάτων και όχι με τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός δρα. Ωστόσο, και μόνο το γεγονός ότι στη σχέση Θεού και ανθρώπου δεν λειτουργεί η λογική της ανταπόδοσης και του συμφέροντος, δηλαδή θα δώσουμε στο Θεό και θα περιμένουμε από Εκείνον να λάβουμε, δείχνει ότι η σχέση μας με το Θεό στηρίζεται στην αγάπη και την ελευθερία. Ο Θεός σέβεται το θέλημά μας, τις αποφάσεις μας, τον τρόπο με τον οποίο πορευόμαστε, ακόμη κι αν αυτός δεν έχει να κάνει με το θέλημά Του, ακόμη κι αν αυτός είναι βλαπτικός για τους άλλους ανθρώπους. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι εντός μας δεν έχουμε σήματα, τα οποία δείχνουν τι αληθινά ζητά από εμάς ο Θεός και τι από όσα πράττουμε είναι αντίθετο. Τοποτηρητής του Θεού στην ψυχή μας είναι η φωνή της συνείδησής μας. Αυτή μας υπενθυμίζει τι είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού και τι όχι. Τι μας κάνει να εκφράζουμε το νόημα και τα έργα της ζωής μας στηριγμένοι στην αγάπη για το Θεό και τον συνάνθρωπο και τι όχι. Το ερώτημα είναι κατά πόσον επιτρέπουμε στη συνείδησή μας να λειτουργήσει ή την έχουμε περιορίσει σε μία ψυχολογική λειτουργία επίγνωσης ότι υπάρχουμε και ότι είμαστε διαφορετικοί από τους άλλους, χωρίς να τη συνδέουμε με το ήθος της ζωής μας.
Μας βολεύει να αποδίδουμε στο Θεό ευθύνες για το κακό στον κόσμο, όπως επίσης και για το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι, όντας πονηροί και γόητες, προοδεύουν. Έτσι αποφεύγουμε τις ευθύνες μας διότι ανεχόμαστε οι δομές του κόσμου και της κοινωνίας να προχωρούν χωρίς το Θεό. Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να προχωρήσει, εάν δε γίνει αποδεκτός από το περιβάλλον στο οποίο ζει. Εάν η συμπεριφορά του απορριφθεί, τότε αναγκαστικά και αυτός θα κατανοήσει ότι δεν μπορεί ν θέλει να προοδεύσει μέσα στην πονηρία και την ανηθικότητα. Την ίδια στιγμή κατεχόμαστε από έναν κρυφό θαυμασμό γι’  αυτούς,διότι θεωρούμε πως έχουν κέρδος από την αντίθεη ζωή και συμπεριφορά τους, ενώ όσοι είμαστε χριστιανοί και θέλουμε να ζούμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αντιμετωπίζουμε απόρριψη και διωγμό.  Άλλοτε πάλιχρησιμοποιούμε φαρισαϊκά το παράδειγμα αυτών των ανθρώπων για να αυτοδικαιωθούμε, διότι δεν είμαστε όπως εκείνοι και έτσι θεωρούμε ότι δικαιούμαστε την αποδοχή του Θεού για τις δικές μας επιλογές.
Το κοινωνικό κακό, η εξαπάτηση των ανθρώπων από όσους ελεύθερα επιλέγουν να ζούνε αντίθετα με το θέλημα του Θεού, δεν μπορεί να διορθωθεί εάν δεν πεινάσουμε για την δικαιοσύνη, δηλαδή για την εκπλήρωση του θελήματος του Θεού στη ζωή μας και στη ζωή του κόσμου, όπως επίσης και δεν αγωνιστούμε γι’  αυτήν στην κοινωνία, στο περιβάλλον, στον εαυτό μας, στη. Αγώνας σημαίνει πρωτίστως μη αποδοχή τέτοιας ζωής και συμπεριφοράς ως υγιούς. Σημαίνει καταγγελία όχι του ανθρώπου, αλλά του τρόπου. Σημαίνει διακήρυξη της ανάγκης για μετάνοια και ταπεινότητα. Την ίδια στιγμή σημαίνει αγώνας να κρατηθεί η συνείδησή μας στα όσα έχει μάθει από αυτούς που αγαπούν το Θεό, αλλά και εμάς, τους αγίους, τους πνευματικούς μας πατέρες, την παράδοση της Εκκλησίας μας. Γι’  αυτό και ο Παύλος προτρέπει τον Τιμόθεο: «Συ δε μένε εν οις επιστώθης, ειδώς παρά τίνος έμαθες» (Β’  Τιμ. 3,14). Εσύ όμως να μένεις σ’  αυτά που έμαθες και που για την αξιοπιστία τους έχεις τεκμήρια.
 Ας θριαμβεύουν οι πονηροί και οι γόητες. Ας μας διώκουν για το ότι τηρούμε το θέλημα του Θεού. «Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5, 10). Την ίδια στιγμή που μας διώκουν, εμείς καλούμαστε να προσευχόμαστε, να συγχωρούμε και να εμμένουμε στο θέλημα του Θεού. Όχι για να αυτοδικαιωθούμε, αλλά γιατί αγαπούμε ελεύθερα Αυτόν που μας άνοιξε το δρόμο της σωτηρίας. Και εμπιστευόμαστε σε Εκείνον το γιατί επιτρέπει σε όσους Τον αρνούνται να δείχνουν ότι επικρατούν. Δεν μας εκφράζει το ήθος τους. Άλλωστε, προσωρινή είναι η επικράτησή τους, καθώς ο θάνατος καραδοκεί. Την ίδια στιγμή όμως δεν υπερηφανευόμαστε για ό,τι κάνουμε, αλλά αναγνωρίζουμε ότι έναντι του Θεού είμαστε ελλιπείς. Και δεν προσδοκούμε δικαίωση διότι βλέπουμε και την δική μας κατάσταση. Και ο Κύριος θεωρεί την δική μας τελωνική αυτεπίγνωση και δίνει το έλεός Του, αλλά και την ενίσχυση στη ζωή μας ώστε να παραμείνουμε επιθυμούντες ευσεβώς ζην. Αυτό είναι και το νόημα του Τριωδίου, στο οποίο εισερχόμαστε. Να μην αλλοτριωθούμε από το ήθος του κακού και της πονηρίας, αλλά να αναζητούμε τον δρόμο του θελήματος του Θεού. Τον τρόπο που μας οδηγεί στην βίωση της Βασιλείας Του. Την ελευθερία από τα πάθη και τον έπαινο των ανθρώπων, την μετάνοια και την υιοθέτηση της αγάπης προς το Θεό και τον συνάνθρωπό μας. Ό,τι κι όπως είναι. Ας αφήσουμε λοιπόν την συνείδησή μας να λειτουργεί κατά Θεόν κι Εκείνος δεν θα μας αφήσει αστήρικτους.
Κέρκυρα, 9 Φεβρουαρίου 2014
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κούκλες βουντού γίνονται ανάρπαστες στην Πάφο!!…

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2014

“Ν”: Χωρίς καμιά διάθεση να προσβάλουμε το λαό της όμορφης Πάφου (και της Κύπρου με τους τόσους αγίους), αλλά αντίθετα με την ελπίδα να θορυβήσουμε εκείνους, στους οποίους αφορά το ζήτημα, αναδημοσιεύουμε από το Αντιαιρετικό Εγκόλπιο. Σημειώνουμε ότι η ενασχόληση με τη μαγεία για “παιχνίδι” είναι κάτι συνηθισμένο στους έφηβους, όχι μόνο τώρα αλλά από τότε που ήμουν εγώ έφηβος. Φυσικά δεν είναι κάτι υγιές, αλλά ένα σύμπτωμα (και συγχρόνως αίτιο) της γενικής παρακμής και της νοσηρότητας που βασανίζει την κοινωνία.

voodoo-dolls-largeΤον περασμένο Ιούλιο βρέθηκα με την οικογένειά μου στην όμορφη και γραφική Πάφο, για ολιγοήμερες διακοπές.
Πάντοτε συγκινούμαι όταν βρίσκομαι σ’ αυτήν την ιστορική πόλη, την οποία ο Απόστολος των εθνών Παύλος, μαζί με τον ιδρυτή και προστάτη της Εκκλησίας της Κύπρου Απόστολο Βαρνάβα, είχαν επισκεφτεί πριν 2.000 περίπου χρόνια, σταλμένοι  από το Άγιο Πνεύμα.
Προερχόμενοι από τη Σαλαμίνα [της Κύπρου], οι δυο Απόστολοι, οι οποίοι είχαν για βοηθό τους τον ευαγγελιστή Μάρκο, διέσχισαν την Κύπρο, μεταδίδοντας το λόγο του Θεού στους κατοίκους της νήσου. Στην Πάφο, όπως μας ενημερώνουν οι Πράξεις των Αποστόλων (Πραξ. 13. 6), ο ραδιούργος Ιουδαίος ψευδοπροφήτης και μάγος Ελύμας, είχε προσπαθήσει να διαστρέψει την οδό του Κυρίου, παρεμβάλλοντας εμπόδια στους Αποστόλους οι οποίοι προσπαθούσαν να κηρύξουν το ευαγγέλιο, στον τότε Ρωμαίο ανθύπατο Σέργιο Παύλο, άνθρωπο συνετό.

Οι μαγικές τέχνες του Ελύμα, στάθηκαν όμως αδύναμες και ανίσχυρες μπροστά στην πανίσχυρη δύναμη του θεοφόρου Παύλου, ο οποίος τύφλωσε το μάγο, κατατροπώνοντας τη σκοτεινή δύναμή του.
Τον είχε αποκαλέσει μάλιστα γιο του διαβόλου, γεμάτο από κάθε είδους πονηριά και ραδιουργία, που πολεμά καθετί το καλό.
Μετά το πέρασμα των Αποστόλων από την Πάφο, η λατρεία των ειδώλων και των δαιμονίων, παραχώρησε τη θέση της στη λατρεία του Κυρίου Ιησού Χριστού.
Οι ειδωλολατρικοί ναοί έκλεισαν και χριστιανικές ορθόδοξες εκκλησίες έκαναν την εμφάνισή τους, σε όλη την περιοχή. Περπατώντας στον παραλιακό δρόμο της Κάτω Πάφου, κοντά στο λιμανάκι, απ’ όπου ο Παύλος και η συνοδεία του είχαν φύγει με πλοίο και μετέβησαν στην Πέργη της Παμφυλίας, μπήκαμε σε κάποια καταστήματα αναμνηστικών δώρων, γνωστά ως souvenir shops.

Ξαφνικά και ενώ περιεργαζόμουν τα διάφορα αντικείμενα, τα μάτια μου καρφώθηκαν σε κάτι περίεργες κούκλες, αναρτημένες  σ’ ένα κυκλικό περιφερόμενο σταντ. Διερωτήθηκα αν αυτό που έβλεπα ήταν αληθινό ή οφθαλμαπάτη. Η πινακίδα όμως στο πάνω μέρος του σταντ, με προσγείωσε ανώμαλα. Κούκλες βουντού!!!
ouch-voodoo-toothpick-1
Μάλλινες κούκλες διαφόρων μορφών, εντός πλαστικών διάφανων σακουλιών, με οδηγίες χρήσης στα αγγλικά. Πώς και που να τοποθετήσεις τις βελόνες στο κουκλάκι, για να μαγέψεις αυτήν ή αυτόν που αγαπάς, ή να κάνεις κακό σ’ αυτούς που μισείς!!! Ανατρίχιασα.
Πήγα γρήγορα στο ταμείο διαμαρτυρόμενος στην υπεύθυνη.
«Μα ήμουν έτοιμη να παραγγείλω και άλλες, γιατί σχεδόν έχουν τελειώσει.Έχουν γίνει ανάρπαστες, δεν προλαβαίνουμε να τις τοποθετούμε στο σταντ και αμέσως τις αγοράζουν. Βρίσκονται στην κορυφή των πωλήσεων», ήταν η απάντηση της.

Φύγαμε απογοητευμένοι.

Σκέφτηκα ότι ίσως να είναι το μοναδικό κατάστημα που πωλεί τέτοια σατανικά αντικείμενα. Διαψεύστηκα όμως, όταν μπαινοβγαίνοντας από το ένα κατάστημα στο άλλο, διαπίστωσα έκπληκτος, ότι όλα διέθεταν κούκλες βουντού!!!
Η απογοήτευσή μου είχε κορυφωθεί, όταν όλοι οι καταστηματάρχες με ενημέρωσαν, ότι οι σχετικές κούκλες γίνονται ανάρπαστες από ντόπιους και ξένους, μικρούς αλλά και μεγάλους.
Μια αλλοδαπή έφηβη μάλιστα, την οποία συνόδευαν οι γονείς της και τ’ αδέλφια της, τη στιγμή που μιλούσαμε με την υπεύθυνη του καταστήματος, είχε ξεκρεμάσει από το σταντ τρεις-τέσσερεις κούκλες, προφανώς για να τις δωρίσει σε γνωστούς της, όταν θα επέστρεφε στη χώρα της, αλλά να κρατήσει και για τον εαυτό της.
Διερωτήθηκα εάν πήγε χαμένο το κήρυγμα του Παύλου στην Πάφο και οι σαράντα παρά μίαν μαστιγώσεις που σύμφωνα με την τοπική παράδοση, είχε δεχθεί στην πλάτη του ο ουρανοβάμων Απόστολος, στην προσπάθειά του να εκχριστιανίσει τους ειδωλολάτρες αλλά και Ιουδαίους κατοίκους της.

Από τη σελίδα της Παγκύπριας Ένωσης Γονέων

BOYNTOY (VOODOO)
 
Ιερέας βουντού “προσευχόμενος”… (από εδώ)

Περιοδικό ΔΙΑΛΟΓΟΣ τεύχος 40
Πρωτοπρ. Βασίλειου Α. Γεωργόπουλου (M.Th). Από εδώ.
            α) Τι είναι τo Βουντού.

    Βουντού ονομάζεται μια μορφή αφροαμερικανικής μαγικής λατρείας η οποία αρχικά παρουσιάστηκε τον 18ο αιώνα στα νησιά της Καραϊβικής και κυρίως στην Αϊτή μεταξύ των μαύρων σκλάβων που μεταφέρονταν από τους δουλέμπορους βίαια από την Αφρική στο Νέο Κόσμο.
Παρά τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό τους, οι αφρικανοί σκλάβοι με εξωτερικό χριστιανικό περίβλημα, διατήρησαν τα εντόνως ανιμιστικά, φετιχιστικά, μαγικά θρησκευτικά τους στοιχεία, τους τελετουργικούς χορούς τους και την προγενέστερη νοηματοδότησή τους. Σήμερα συναντά κάποιος τη λατρεία βουντού εκτός από τα νησιά της Καραϊβικής, κυρίως στις Η.Π.Α.
            β) Σε τι πιστεύουν οι οπαδοί του Βουντού;
   ΟΙ οπαδοί του Βουντού πιστεύουν σε μία υπέρτατη θεότητα το Αγαθό πνεύμα, σε διάφορους αφρικανικούς θεούς που θεωρούνται κατώτερες θεότητες και σε θεοποιημένα πνεύματα προγόνων. Αυτοί οι θεοί και τα πνεύματα ονομάζονται Λόα (Loa).
Κατά την εποχή του δουλεμπορίου, είχαν αντιστοιχήσει τα Λόα, για να αποκρύψουν την πραγματικότητα, με Ρωμαιοκαθολικούς αγίους. Τα Λόα, απαιτούν πιστότητα και αφοσίωση από τους λάτρεις τους. Τα πιο φοβερά και πλέον δαιμονικά Λόα ονομάζονται Guede και έχουν σχέση με το θάνατο, το σεξ, τη μαύρη μαγεία.
Κάθε οικογένεια ή επιμέρους ομάδες ανθρώπων, συγκροτούν λατρευτικούς κύκλους ενός ή πολλών Λόα, με υποχρεωτική την παρουσία κάποιου Ιερέα που ονομάζεται “χάνγκαν” ή και Ιέρειας που ονομάζεται “μάμπο” ως ενδιάμεσου για προστασία.
Τα Λόα, αισθητοποιούν την παρουσία τους στους πιστούς όταν στην κυριολεξία τα πνεύματα τους καταλαμβάνουν κατά την διάρκεια της τελετουργίας.    
            γ) Γνωρίσματα της λατρείας Βουντού.
   Γνωρίσματα της εν λόγω μαγικού και δαιμονικού χαρακτήρα λατρείας είναι: α) Ο εξαιρετικά έντονος φρενήρης και εκστατικός τελετουργικός χορός. β) Η έκχυση αίματος κατά τη διάρκεια της τελετουργίας, συνήθως μέσω θυσίας ζώου. Παλαιοτέρα είχαν καταγραφεί και ανθρωποθυσίες. γ) Η παρουσία ιερέως ή ιέρειας. δ) Η κατάληψη κυριολεκτικώς των οπαδών-λάτρεων κατά την έκσταση από τα πνεύματα (Λόα). ε) Η έκδηλη παρουσία του μαγικού – δαιμονικού στοιχείου.
            δ) Βουντού και μαύρη μαγεία
  Φωτο: βουντουϊστής με κεφάλι θυσιασμένης κατσίκας (από το ίδιο άρθρο
   Η έκδηλη παρουσία μαγικών πρακτικών και δαιμονικών οντοτήτων στη λατρεία Βουντού, έχει σε μεγάλο βαθμό ταυτίσει το Βουντού στις Η.Π.Α. και στην Ευρώπη γενικότερα με την άσκηση μαύρης μαγείας.
Ιδίως στις Η.Π.Α. και κυρίως στη Νέα Ορλεάνη, είναι γνωστές οι κούκλες Βουντού, που στις διάφορες αποκρυφιστικές και μαγικές τελετές χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατα και ομοιώματα των ανθρώπων, στους οποίους θέλουν να προξενήσουν πόνο, ασθένεια ή κακό. Στα πλαίσια αυτά, το Βουντού κατανοείται κυρίως ως αποκρυφιστική πρακτική και όχι ως ονομασία συγκεκριμένης ομάδας
Για τη σύνταξη του παρόντος άρθρου βασιστήκαμε στα:
1) Handbuch Religiose Gemeinschaften und Weltanscha-uungen, (Hrsg. H. Reller, H. Krech, M. Kleiminger), 5η εκδ. 2000.
2) H. Gasper – J. Muller – F. Valentin, Lexikon der Sekten, Sondergruppen und Weltanschauugen, 7η έκδ. 2001.
3) Kirchen, Sekten, Religionen, (Hrsg. G. Schmid, G. O. Sc-hmid), 7η εκδ. 2003.
4) A. Fincke – M. Pohlmann, Kompass Sekten und religiose Weltan -schauungen, 2004. 5) Βλ. Kompaktlexikon Religionen, [Hrsg: Rudiger Hauth], 1998.
ΒουντούΒουντούν ή Αϊτινό Βουντού (αγγλ. Voodoo) ονομάζεται η συγκρητική[1] θρησκεία που αναπτύχθηκε στην Αϊτή και εξασκείται κυρίως στην ευρύτερη περιοχή της Καραϊβικής. Διαμορφώθηκε από τη μείξη των Δυτικών Αφρικανικών παραδόσεων με τα πιστεύω της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η λατρεία Βουντού δημιουργήθηκε από τους Αφρικανούς σκλάβους που μεταφέρθηκαν στις Δυτικές Ινδίες τον 16ο αιώνα, όταν υποχρεώθηκαν να ασπαστούν τη θρησκεία των δουλεμπόρων τους και να απορρίψουν τα διάφορα Αφρικανικά δόγματα[2].
Σε ορισμένες περιπτώσεις ο όρος Βουντού μπορεί να αναφέρεται στο Βουντού της Λουιζιάνα, το οποίο διαφέρει σε ελάχιστα σημεία από το Αϊτινό Βουντού, ή στο Βουντού της Δυτικής Αφρικής που αναφέρεται κυρίως στις δοξασίες των Αφρικανών χωρίς τις Χριστιανικές επιρροές.
Οι ακόλουθοι του Βουντού πιστεύουν σε ένα πάνθεο θεοτήτων το οποίο αποκαλούν Λόα (Lwa). Οι θεότητες αυτές είναι κατώτερες του μοναδικού Θεού (Bondyè). Ο Θεός δεν παρεμβαίνει στις ανθρώπινες σχέσεις, και αυτός είναι ο λόγος που οι πιστοί δεν επικαλούνται τον Θεό στις τελετές τους, αλλά τα πνεύματα Λόα[3]. Άλλα χαρακτηριστικά του Βουντού περιλαμβάνουν τον σεβασμό των νεκρών και την προστασία από τη μαύρη μαγεία[4]. [“Ν”: όπως την εννοούν βέβαια αυτοί την προστασία, δηλαδή μαγεία κατά της μαγείας, πράγμα εσφαλμένο].
Το Αϊτινό Βουντού συναντάται στην Αϊτή, τη Δομινικανή Δημοκρατία, την ανατολική Κούβα[1], σε διάφορα νησιά στις Μπαχάμες, στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και σε πολλές άλλες χώρες όπου υπάρχουν Αϊτινοί μετανάστες. Σε διάφορα όμως μέρη, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Βουντού προϋπήρχε με διαφορετική μορφή, καθώς είχε ήδη διαμορφωθεί από άλλους Αφρικανούς μετανάστες.

Κατηγορία ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΖΩΗΣ, ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2014

Υπό του Γεωργίου Δημ. Αποστόλου Δρ. θεολογίας, πρώην Σχολικού Συμβούλου

Γνωστό σε όλους μας είναι, ότι ο σημερινός άνθρωπος της κατανάλωσης -μέχρι πρότινος, έχει αλλάξει τις διαχρονικές αρχές και τις αξίες του. Οι σαρωτικές αυτές αλλαγές των  πιστεύω του ανθρώπου, που διαδόθηκαν και επιβλήθηκαν πολύ εύκολα από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, οδήγησαν σε ουσιαστική τροποποίηση της ζωής του ανθρώπου με επικίνδυνες συνέπειες για την κτίση αλλά και για την ίδια την ύπαρξή του.
Βρισκόμενοι σε αυτή τη δύσκολη οικονομική καμπή, αλλά πρώτιστα ηθική, που περνά η Πατρίδα μας, με τις πολλές αυτοκτονίες, σαν εκπαιδευτικοί  και ειδικότερα σαν θεολόγοι, δεν θα μπορούσαμε να μείνουμε αμέτοχοι, χωρίς να καταθέσουμε την θέση της Ορθόδοξης Πατερικής Παράδοσης.
Γνωστός Πνευματικός, μου έλεγε: «Κύριε Γ., το ’40 ο κόσμος πέθαινε από την πείνα, σήμερα χάνει και την ψυχή του με την αυτοκτονία».
Αυτός, λοιπόν, είναι και ο λόγος που με οδήγησε ώστε το θέμα  κατά τη σημερινή γιορτή των Τριών Ιεραρχών, να είναι : «Η αξία του ανθρωπίνου σώματος και της ανθρώπινης ζωής, κατά τους Τρεις Ιεράρχες».
Η πλούσια σκέψη, των απαράμιλλων και ανυπέρβλητων, Τριών Ιεραρχών, αλλά και ολόκληρη η Πατερική Θεολογία, έχοντας ευαισθησία γι’ αυτό το θέμα, δεν παρέλειψαν στα συγγράμματά τους, να αναφερθούν, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο σ’ αυτό το θέμα.         
Κατ’ αρχάς  πίστευαν στην ισόρροπη ψυχοσωματική ανάπτυξη του ανθρώπου, με την γύμναση – άσκηση και του σώματος και της ψυχής, που στόχο είχε την κατάκτηση της αρετής.
Σ’ αυτό το κορυφαίο γεγονός όπου εξυμνείτο το ανθρώπινο σώμα, ο αθλητής ακόμα και κατά την αρχαιότητα έπαιρνε σαν έπαθλο τον «κότινο», δηλαδή ένα στεφάνι από άγρια ελιά και οι νικητές εθεωρούντο πρόσωπα σεβαστά.  Έτσι και στην Εκκλησία του Χριστού, ο αθλητής – ασκητής αμείβετε με τον «στέφανο της δικαιοσύνης» (βλ. 2 Τιμόθ. 4:8), όπως ακούμε στον ύμνο της Ακολουθίας του Μυστηρίου του Γάμου: «Άγιοι μάρτυρες, οι καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες,…».  
Στη εποχή μας, όλοι γνωρίζουμε ότι η Παγκόσμια κοινότητα κόπτεται για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των ανθρώπων, ακόμη δε και των ζώων, αλλά όμως όλοι γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες των πρακτικών και εκτροπών κατά της ανθρώπινης ζωής. Όλες αυτές οι ψυχικές, ηθικές και κοινωνικές πρακτικές και αμαρτήματα κατά της ανθρώπινης υπάρξεως που αφορούν κυρίως στις σεξουαλικές διαστροφές, όπως την ανδρική ομοφυλοφιλία, την παιδεραστία, τον λεσβιασμό, το εμπόριο λευκής σαρκός – πορνεία, την πορνογραφία, τα ναρκωτικά, το AIDS, το κάπνισμα, το αλκοόλ, το σατανισμό και γενικότερα τις καταστροφικές λατρείες με την πλύση εγκεφάλου και τις τεχνικές ελέγχου του νου, αποδεικνύουν το αντίθετο, προσβάλλοντας και απορρίπτοντας τη θεϊκή καταγωγή του ανθρώπου.
Όμως οι πληγές κατά της ανθρώπινης ζωής δεν σταματούν εδώ, αλλά συνεχίζονται για να φανερώσουν σ’ όλο τους το μεγαλείο την πτώση του ανθρώπου, όπως επιγραμματικά σημειώνει και ο ψαλμωδός, ο οποίος στο ερώτημα: «τι έστιν άνθρωπος »; Ψαλ.8:5, απαντά: «ηλάττωσας αυτόν βραχύ τι παρ’αγγέλους, δόξη και τιμή εστεφάνωσας αυτόν» (Ψαλ. 8:6). Δυστυχώς ο ταλαίπωρος άνθρωπος, μετά την πτώση «παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς»Ψαλ.48:13.                               
Οι σύγχρονες βαρβαρικές πρακτικές, όπως τα εγκλήματα των ολοκληρωτικών και αποικιοκρατικών ή νεοαποικιοκρατικών καθεστώτων, με τους πολέμους, τις εθνικές εκκαθαρίσεις, τα ολοκαυτώματα, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, τα απομονωτήρια φυλακών (λευκά κελιά), την απομόνωση με τις μεθόδους λειτουργίας της σκέψεως, τα φρικτά βασανιστήρια, την θανατική ποινή, την εντεταλμένη αυτοκτονία ή αυτοχειρία, τον ακρωτηριασμό, όλα αυτά φανερώνουν με φρικτό τρόπο τα φαινόμενα της παρακμής του σύγχρονου πολιτισμένου ανθρώπου.

Αλλά, δυστυχώς, δεν έχουν τέλος οι ηθικοί φραγμοί του ανθρώπινου νου μπρος στις πρακτικές εξουσίας του ανθρώπου, οι οποίες δημιουργούν χίλια – δυο ηθικά διλήμματα με την τεχνητή γονιμοποίηση, την αντισύλληψη, την προγεννητική διάγνωση, την επιλογή του φύλου, τις αμβλώσεις, την εξωσωματική γονιμοποίηση με τις φέρουσες μητέρες δηλαδή τις αντικαθιστώσες ή τις αναπληρωματικές, τον νεομαλθουσιανισμό με την αντισύλληψη, τον αυτοακρωτηριασμό με τη στείρωση και τον ευνουχισμό, τις μεταμοσχεύσεις από ζώντα ή νεκρό δότη, την ευθανασία και τέλος με την κλωνοποίηση.
Όλα αυτά δηλώνουν τα «δικαιώματα» του ανθρώπου επί της ζωής του ή της ζωής των άλλων, που οδηγούν στον θάνατο κατά τον Απ. Παύλο: «τα οψώνια της αμαρτίας, θάνατος» Ρωμ. 6:13.
Όμως τις ηθικές υποχρεώσεις και τα καθήκοντα του ανθρώπου προς τη ζωή του, που απορρέουν από την ιερότητα της ανθρώπινης ζωής, ποιος θα μας τα διδάξει, εάν δεν έχουμε γνώμονα την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, την διδασκαλία των σημερινών εορταζόμενων Αγίων μας;
Η αξία της ζωής του ανθρώπου κατά την Ορθόδοξη διδασκαλία βρίσκεται στο γεγονός ότι ο Θεός είναι ο Δημιουργός και ο Δοτήρ της ζωής του και μάλιστα δημιουργημένος «κατ’ εικόνα» Θεού με στόχο-προορισμό «το καθ’ ομοίωσιν» Γεν. 1:26.
Ο άνθρωπος, λοιπόν, δια της προικοδοτήσεως έλαβε από τον Θεό τη δύναμη να γίνει και πραγματικά όμοιος προς τον Θεό. Έτσι κατά την παρατήρηση του Μ. Βασιλείου το «κατ’ εικόνα» σημαίνει «δυνάμει», το δε «καθ’ ομοίωσιν» δηλώνει να γίνει ο άνθρωπος «ενεργεία» όμοιος προς Αυτόν, έχοντας αποκτήσει τα πνευματικά (θεϊκά) χαρίσματα δηλαδή το λογικό, την ελεύθερη θέληση, τη συνείδηση και τη δημιουργικότητα.
Αυτό δηλώνει, ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό και διαλογικό ον κατά το πρότυπο της Αγίας Τριάδος. Άλλωστε και ο Χριστός θέλοντας να δηλώσει την κοινωνικότητα των μελών της Εκκλησίας Του, είπε: «Ου γαρ εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών» Ματθ.18:20. Αλλά και μέσα στους κόλπους της αρχαίας Εκκλησίας-νέας κοινωνίας, το ίδιο κυριαρχεί: «Unus christianus, nullus christianus» δηλ.(ένας χριστιανός, κανένας χριστιανός).
Πράγματι η ζωή του ανθρώπου μακριά από την κοινωνία με το Θεό αποτελεί διαδικασία αυτομηδενισμού. Γι’ αυτό και η αναζήτηση του νοήματος της ζωής χωρίς το Θεό αποτελεί ματαιοπονία. Ας ακούσουμε τον ειδήμονα Μ. Βασίλειο, ο οποίος μεταξύ των άλλων επιστημών είχε σπουδάσει αστρονομία και ιατρική, να τονίζει: «τούτο έστιν το κακόν, η του Θεού αλλοτρίωσις».                 
Η αλλοτρίωση και η άρνηση λοιπόν του Θεού, οδήγησε στην άρνηση της αγάπης, με επακόλουθο τη μοναξιά και την αυτοκτονία και ως φυσιολογική διέξοδος παρουσιάστηκε το έγκλημα και η αναρχία. «Ιδού λοιπόν», γιατί λέει ο γέρο Καραμαζώφ στο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκυ, «εάν δεν υπάρχει Θεός, το παν επιτρέπεται…»                                                       
Ο άνθρωπος, λοιπόν, που δε βρίσκεται κοντά στο Θεό είναι ουσιαστικά νεκρός, έστω και αν εμφανίζεται ως ζωντανός, καθώς αναφέρει και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψη του: «ότι όνομα έχεις ότι ζης και νεκρός ει» Αποκ. 3:1, και δε βρίσκει ο άνθρωπος την αιώνια ζωή, αν δεν επιστρέψει στο Θεό. Επιγραμματικά ο ιερός Αυγουστίνος θα τονίσει: «Η καρδιά μας είναι ανήσυχη ώσπου ν’ αναπαυθεί στο Θεό».

Ο ανήθικος βίος είναι γνωστό, επιφέρει μοιραία και την απώλεια του αξιώματος, οπότε ο άνθρωπος κατατάσσεται μεταξύ των ζώων. Διότι δεν είναι αρκετό να έχει κανείς μορφή ανθρώπου δια να είναι άνθρωπος, αλλ’ απαιτείται και η αρετή. Πιο συγκεκριμένα ο «τρισμάκαρ» Χρυσόστομος ορίζει τον άνθρωπο ως εξής: «Άνθρωπος γαρ έστιν, ουχ όστις απλώς χείρας και πόδας έχει ανθρώπου, ουδ’ όστις εστί λογικός μόνον, αλλ’ όστις ευσέβειαν και αρετήν μετά παρρησίας ασκεί», και συνεχίζει ο ιερός πατήρ συμβουλεύοντας: «Τον άνδρα ουκ από των ιματίων, μάλλον δε ουδέ από του σώματος, αλλά από της ψυχής επαινείν».
Ο άνθρωπος, λοιπόν,  αποτελεί το δημιούργημα που βρίσκεται πλησιέστερα προς το Δημιουργό και δεν είναι μόνο θεόπλαστος, δηλ. δημιούργημα διαμορφωμένο με τη θεία βούληση, αλλά και θεόπνευστος, αφού δημιουργήθηκε με την πνοή του θεού. Γι’ αυτό βλέπουμε το μεγάλο ενδιαφέρον των  Πατέρων της Εκκλησίας για τον άνθρωπο, αφού ασχολήθηκαν και μόχθησαν για να τον γνωρίσουν και να τον βοηθήσουν. Δεν δίστασαν μάλιστα οι Τρεις Ιεράρχες να τονίσουν παράλληλα προς την πνευματική και διανοητική υπεροχή, την ελευθερία βουλήσεως και το αυτεξούσιο του ανθρώπου, τη μυϊκή του κατωτερότητα έναντι των άλλων ζωντανών οργανισμών, για να τεκμηριώσουν με αυτό τον τρόπο όχι μόνο την ετερότητα, αλλά και την υπεροχή του ανθρώπου, τον οποίο ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ο Ναζιανζηνός χαρακτήρισε ως «πολυτροπώτατον των ζώων και ποικιλώτατον».
Ο «ουρανοφάντωρ του Χριστού» Μ. Βασίλειος, αυτός ο υπέροχος συγγραφέας και μεγάλος δάσκαλος της οικουμένης για να μας δώσει αυτή τη διαφορά, λέει ότι: «Όρθιον έπλασε μόνον των ζώων τον άνθρωπον, ίνα και εξ αυτού του σχήματος ειδής ότι εκ της άνωθεν συγγενείας εστίν η ζωή του. Τα μεν γαρ τετράποδα πάντα προς την γην βλέπει και προς την γαστέρα νένευκεν».
Αλλά και ο «χρυσόρρειθρος ποταμός» Χρυσόστομος (Μεγαλυνάριο, 13ης Νοεμβρίου), πλέκοντας το εγκώμιο του ανθρώπου, αναφέρει: «Και τον βραχύν τούτον και τρίπηχυν και τοσούτω των αλόγων ελάττωνα κατά την του σώματος ισχύν, υψηλότερον πάντων εποίησε, λογικήν ψυχήν αυτώ χαρισμένος, όπερ εστί μάλιστα τιμής τεκμήριον…». Γι’ αυτό ο Μ. Βασίλειος θα σημειώσει: «…όσον λείπει (τω ανθρώπω) τη δύναμη του σώματος, τοσούτον περίεστι τη του λογισμού κατασκευή».  Επανερχόμενοι και πάλι στον ιερό Χρυσόστομο θα γράψει ότι για τον άνθρωπο «…ο ήλιος φαίνει και σελήνη τρέχει, και αήρ εξεχύθη και πηγαί βρύουσι, και θάλασσα ηπλώθη…».                                                            
Είναι δηλαδή, όπως λέγουν πολλοί Πατέρες, ένα ενδιάμεσο ον μεταξύ Δημιουργού και δημιουργημάτων, το οποίο ο Θεός εγκατέστησε στον κόσμο ως βασιλέα και ιερέα. Ο δε ιερός Χρυσόστομος προσδιορίζοντάς το λέγει: «Εκ δύο συγκείμενος ουσιών, της μεν αισθητής, της δε νοητής και εν ουρανώ και εν γη συγγένειαν έχων…», και ο Μ. Βασίλειος συμπληρώνοντας χαρακτηρίζει τον άνθρωπο σύνθετο εκ ψυχής και σώματος, τα οποία δεν έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους, και καταλήγει ο ιερός Χρυσόστομος, αλλά το ένα φροντίζει το άλλο, από τη δημιουργία του.
Ο άνθρωπος, λοιπόν, αυτός ο «ναός» του Θεού, βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ Δημιουργού και δημιουργημάτων γι’ αυτό τέθηκε από το Θεό σαν άρχοντας επί της γης, ως «βασιλεύς, βασιλευόμενος άνωθεν», και κατά τον ποιητή του «Ποιητού του ουρανού και της γης» άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, αυτός καλείται να εργάζεται, σαν καλός οικονόμος του Θεού, την κτίση που τον τοποθέτησε και του πρόσφερε ο Θεός. 
Η Αγία Γραφή τονίζει τη μεγάλη αξία του σώματος και ιδιαίτερα η Καινή Διαθήκη ξεχωρίζει το ανθρώπινο σώμα από κάθε άλλο, λόγω ακριβώς της σύνθεσης του ανθρώπου και από αόρατη φύση, και κατά τη θεολογική διατύπωση του Απ. Παύλου προς τους Κορινθίους «ναός Θεού έστε» 1 Κορ.3:16 και «ναός του Αγίου Πνεύματος» 1 Κορ.6:19.
Γι’ αυτό, ο χριστιανός παράλληλα προς τη φροντίδα της ψυχής φροντίζει και για το σώμα του, σύμφωνα με το θείο θέλημα, και αποφεύγει να το βεβηλώνει γιατί: «ουκ  οίδατε ότι ναός Θεού έστε  και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν; ει τις τον ναόν του Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ο Θεός…» 1 Κορ.3:16 – 17, θα πει και πάλι ο απ. Παύλος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο έχουμε τον θάνατο του σώματος που είναι  ο χωρισμός του από την ψυχή και τον θάνατο της ψυχής που είναι ο χωρισμός αυτής από τη ζωοποιό ενέργεια του Αγ. Πνεύματος.
Ο ιερός Χρυσόστομος αισθάνεται υποχρεωμένος να εξηγήσει λεπτομερέστερα, με τη βοήθεια κειμένων του Απ. Παύλου (πρβλ. Ρωμ.7:23), το γεγονός, ότι το σώμα μετά την αδαμική πτώση δε χάθηκε, δεν άλλαξε οντολογικά, δεν απέκτησε φύση διαφορετική από αυτήν που του έδωσε ο Θεός.
Με άλλα λόγια θα πρέπει να αναφέρουμε ότι οι Τρεις Ιεράρχες αυτοί οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας οι οποίοι αγαπούν με πάθος τα γράμματα, τη μόρφωση και τις σπουδές, βρέθηκαν στην ανάγκη να καταδικάσουν τις υποτιμητικές για το ανθρώπινο σώμα αιρέσεις.
Έτσι ο ιερός Χρυσόστομος επιτυγχάνει να απαλλάξει το σώμα (σάρκα) από τη θεώρησή του ως αμαρτωλό και να προσθέσει ακόμα, ότι ως έργο Θεού είναι «καλόν λίαν» και «κατάλληλο» για την επίτευξη της αρετής, εάν ο άνθρωπος αγωνίζεται πνευματικά. Για το λόγο αυτό ο πατήρ Δημ. Στανιλοάε θα πει χαρακτηριστικά: «Μέσα από τους ανθρώπους που με πλησιάζουν με το σώμα τους και τις ανάγκες τους για να βοηθηθούν από μένα,…βλέπω την ανάγκη να υπηρετήσω το Θεό με το σώμα μου».
Παράλειψή μας θα ήταν να μην αναφέρουμε εδώ, το θεσπισμένο με την ευλογία του Θεού κατά τη δημιουργία, μυστήριο του γάμου (πρβλ. Γεν.2:18), το οποίο καθαγιάζει και ο Χριστός στο γάμο της Κανά της Γαλιλαίας (βλ. Ιωαν.2:1 – 11), αλλά και ο Απ. Παύλος τονίζει ότι είναι «μέγα μυστήριο εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν» Εφεσ.5:32, για να κατανοηθεί η αξία της ανθρώπινης σαρκός.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά το σώμα του ανθρώπου από την πρώτη ημέρα της γεννήσεως του. Αρχή και ρίζα της εν Χριστώ Οικονομίας, λοιπόν, είναι η Ενανθρώπηση του Κυρίου μας Ιωάν. 1:1 – 5:9 – 18, με επίκεντρο το στίχο: «Και ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν…» Ιωαν.1:14, όπου εκφράζονται οι θεμελιώδεις αλήθειες της χριστιανικής πίστεως. Γι’ αυτό τα Χριστούγεννα αποτελούν κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο την «μητρόπολιν πασών των εορτών.
Έτσι, λοιπόν, η περιφρόνηση του σώματος δεν έχει καμία θέση στο χριστιανισμό. Ο  χριστιανισμός αποστρέφεται και πολεμά το σαρκικό φρόνιμα, όχι όμως και τη σάρκα.
Παρερμηνείες από μέρους των μοναχών του νοήματος του γάμου και αρνητικές διατυπώσεις εναντίον του, καταδικάστηκαν από τους ασκητές Πατέρες της Εκκλησίας, με τόση ένταση, ώστε να φθάσει κάποτε ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος να ισχυρίζεται ότι οι παρθένες των αιρετικών που παρθενεύουν επειδή θεωρούν το γάμο ακάθαρτο, είναι χειρότερες και από πόρνες.
Δε πρέπει να λησμονούμε επίσης τις αντιλήψεις των Πλατωνικών και νεοπλατωνικών φιλόσοφων, όπως του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα, του Πλωτίνου, του Μ. Αυρηλίου, οι οποίοι εξετάζοντας τον άνθρωπο από μια δυαρχική άποψη θεωρούν την ψυχή θεία, αλλά το σώμα φυλακή και πηγή μολυσμού, γι’ αυτό δε  και άξιο περιφρονήσεως, «καταπιέσεως και εξουθενώσεως».  Αλλά και η στρεβλή αντίληψη και διδασκαλία  των αιρετικών Μανιχαίων,  καθώς και των Μαρκιωνιτών, αλλά και ο δοκητισμός, καταδικάστηκαν σύντομα από την Εκκλησία .    
Η χριστιανική παράδοση, στην αυστηρότερη και πλέον μοναστική μορφή της, είναι αντίθετη προς την αντίληψη ότι το σώμα είναι κάτι το ευτελές και ανάξιο φροντίδας και ότι από τη φύση του είναι κακό ή ότι είναι άσχετο προς την εξέλιξη της ζωής του ανθρώπου εν Χριστώ.
Κανένα πράγμα, που κτίστηκε από το Θεό και που χρησιμοποιείται κατά Θεόν, δεν είναι κακό. «Ουδέ ο κόσμος κακός, αλλά τα πάθη. Ουδέ η φύσις, αλλά το παρά φύσιν… ουδέ τα μέλη του σώματος, αλλ’ η τούτων παράχρησις». Ο δε ιερός Χρυσόστομος τονίζει ότι ενώ οι Πρωτόπλαστοι είχαν σώμα, δεν είχαν ανάγκη «μηδενός των σωματικών» καθάπερ οι άγγελοι. Αναφερόμενος δε στο θέμα της αξίας της Θείας Ενανθρωπήσεως για τον άνθρωπο, υπογραμμίζει: Ο Θείος Λόγος ούτε ανέλαβε φύση διαφορετική από τη δική μας, ούτε μετέτρεψε αυτήν σε άλλου είδους ουσία. Απλώς ανέλαβε την φύση μας αναμάρτητα και την έκανε  αθάνατη.
Άλλωστε η αξία του ανθρωπίνου σώματος φαίνεται και από τα αναρίθμητα θαύματα  του Κυρίου μας, ο οποίος μεριμνά για τις σωματικές ανάγκες του ανθρώπου. Επίσης, αυτή η δόξα του  φαίνεται και στην Ορθόδοξη Αγιογραφία όπου τα ανθρώπινα σώματα απεικονίζονται καθαγιασμένα και σε κατάσταση 
δόξας και όχι λειψά.    

Το ίδιο συμβαίνει και με τα ιερά λείψανα των αγίων μας, τα οποία τιμούμε και σεβόμαστε και όπως λέει και ο ψαλμωδός: «Κύριος φυλάσσει πάντα τα οστά αυτών, εν εξ αυτών ου συντριβήσεται» Ψαλμ.33:21, γιατί είναι σκεύη της Χάριτος του Θεού και φορείς της αγιαστικής Του δόξας.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πλέκει το εγκώμιο των μαρτύρων, λέγοντας: «Τοιούτος της Εκκλησίας ο θησαυρός, νέους και παλαιούς έχων μαργαρίτας» και συνεχίζει: «όσα γαρ ουκ ισχύει πλούτος και χρυσίον, τοσαύτα ισχύει μαρτύρων λείψανα»,τα οποία χαρακτηρίζονται ως «θησαυρός ατίμητος», και καταλήγει: «δια τούτο μάλιστα φιλώ των μαρτύρων τας μνήμας, και ασπάζομαι».
Ολόκληρη, λοιπόν, η Ορθόδοξη Θεολογία προβάλλει με σαφήνεια τη σπουδαιότητα που έχει το ανθρώπινο σώμα στο λυτρωτικό σχέδιο, γιατί τη Βασιλεία του Θεού την κερδίζει και με το σώμα, όπως παρατηρεί και ο Τερτυλλιανός, λέγοντας: «η σάρκα είναι άξονας της σωτηρίας» (caro salutis est cardo).
Όσον αφορά την Πατερική διδασκαλία για το ανθρώπινο σώμα, συνοψίζεται στη φράση του αββά Ποιμένα και δεν αφήνει περιθώρια παρεξηγήσεως. «Ημείς ουκ εδιδάχθημεν σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι». Η άσκηση δηλαδή, δεν στρέφεται ενάντια στο σώμα, αλλά ενάντια στα πάθη και στο σαρκικό φρόνημα. Το πάθος, όμως, είναι έκφραση εγωκεντρισμού και γι’ αυτό άσκηση σημαίνει εγωκτονία και παθοκτονία. Και όλα αυτά γιατί η Πατερική διδασκαλία θεωρεί τον άνθρωπο ως ψυχοσωματική ενότητα, που η θεοποίησή του συνίσταται όχι στην αποδέσμευση της ψυχής από τα δεσμά του σώματος και του αισθητού κόσμου, αλλά στην απελευθέρωση ολόκληρης της ψυχοσωματικής υπόστασης, από τη σφαίρα της φθοράς και του θανάτου, στην οποία έχει περιέλθει.
Ο αγιασμός, λοιπόν, είναι δωρεά του Θεού και έχει σαν  αποτέλεσμα την εσωτερική μεταμόρφωση του ανθρώπου και του κόσμου. Έτσι η Πρόνοια του Θεού προς τον κόσμο εκδηλώνεται και μέσω των αγίων και των ιερών λειψάνων αυτών που αποτελούν δείγματα του αφθαρτισμού και της ύψωσης της ύλης στο αρχαίο της κάλλος, από το Άγιο Πνεύμα και από αυτόν τον κόσμο.
Η Εκκλησία, λοιπόν, «επιδιώκοντας τον εξαγιασμό του ανθρώπου και την αποξένωση από τα πάθη του, δια της γυμνασίας του σώματος και της ψυχής καταφάσκει στην άσκηση  σύμφωνα πάντα με την αποστολική ρήση «η σωματική γυμνασία προς ολίγον εστί ωφέλιμος, η δε ευσέβεια προς πάντα ωφέλιμός έστιν»  1 Τιμ.4:8.
Κλείνοντας, αναφέρουμε ότι, στη μοναξιά και την αλλοτρίωση του σημερινού ανθρώπου, που είναι πνευματικό φαινόμενο, το Ορθόδοξο ασκητικό ήθος  δείχνει στον άνθρωπο τα όρια της ευθύνης και τα πλαίσια δράσεως και κυριαρχίας του, ώστε να αναγνωρίσει ότι το σώμα του σαν «ναός του Αγίου Πνεύματος» είναι δώρο της αγάπης του Θεού.
Αυτό βοηθά τον άνθρωπο περισσότερο στην κοινωνική του συμβίωση, τον κάνει πιο εύσπλαχνο και φιλάνθρωπο και κατά συνέπεια κοινωνικότερο, γεγονός που κατάφεραν με τη διδασκαλία, τη δράση και την αγιότητά τους οι σημερινά εορταζόμενοι Διδάσκαλοι της οικουμένης, ποιμένες και άγιοι Τρεις Ιεράρχες. Ας τους μιμηθούμε!  

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αίτημα της ΠΕΘ προς τον Υπουργό Παιδείας για συμμετοχή των Θεολόγων στην επιμόρφωση Β΄επιπέδου ΤΠΕ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2014

Π.Ε.Θ. || Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

ΠANEΛΛHNIOΣ ENΩΣIΣ ΘEOΛOΓΩN

Xαλκοκονδύλη 37 – 104 32 AΘHNA

Tηλ. 21052 24 180 FAX 21052 24 420

e-mail: 1. panenthe@otenet.gr. 2. petheol@gmail.com

Ἱστοχῶρος: www.petheol.gr

  Αθήνα 30-1-2014

                                                                                                                                        Αριθμ. Πρωτ.:  15

Προς

τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων

κ. Κωνσταντίνο Αρβανιτόπουλο

Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,

Προαναγγέλθηκε ήδη και εντός των ημερών θα ξεκινήσει η υποβολή αιτήσεων εκπαιδευτικών για συμμετοχή στην 5η περίοδο επιμόρφωσης Β’ επιπέδου ΤΠΕ . Στη σχετική ανακοίνωση διαπιστώνουμε πως για μια ακόμη φορά από την επιμόρφωση Β΄ επιπέδου ΤΠΕ απουσιάζει ο κλάδος μας, των Θεολόγων. Η μοναδική δυνατότητα συμμετοχής Θεολόγων στο πρόγραμμα ως «συναφούς κλάδου» με τους Φιλολόγους δίνεται σε ελάχιστους Θεολόγους που διδάσκουν ως μάθημα β΄ ανάθεσης την Ιστορία Γυμνασίου. Αλλά και στην περίπτωση αυτή η επιμόρφωσή τους θα αφορά στα φιλολογικά μαθήματα και όχι στο μάθημα των Θρησκευτικών που αποτελεί το κυρίως μάθημα που διδάσκουν. 

Επειδή:

Α) Η μεγάλη πλειονότητα των Θεολόγων έχουν ήδη λάβει την απαραίτητη για συμμετοχή στο Β΄ επίπεδο ΤΠΕ επιμόρφωση στο Α΄ επίπεδο ΤΠΕ.

Β) Υπάρχει πολύ υλικό που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για ένα πρόγραμμα επιμόρφωσης Β΄ επιπέδου στις ΤΠΕ για Θεολόγους. Ενδεικτικά αναφέρουμε λογισμικό (CDs) για το μάθημα των Θρησκευτικών, ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες πατερικών έργων, το υλικό του «Ψηφιακού Σχολείου» και του «Φωτόδεντρου», τρισδιάστατες ηλεκτρονικές περιηγήσεις σε μεγάλα θρησκευτικά μνημεία όπως η Αγιά Σοφιά ή ο Ναός της Αναστάσεως, πλήθος θεολογικών ιστολογίων και ιστοσελίδων, παρουσιάσεις και σχέδια μαθημάτων με παραπομπές σε διαδικτυακό υλικό, πρωτότυπες διδασκαλίες με τη χρήση νέων τεχνολογιών και πολλά άλλα. 

Γ) Πολλοί Θεολόγοι αξιοποιούν ήδη επιτυχώς τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό των σχολικών μονάδων όπως τους διαδραστικούς πίνακες και τα εργαστήρια πληροφορικής, επιθυμούν όμως την περαιτέρω επιμόρφωσή τους για τον εμπλουτισμό των μεθόδων διδασκαλίας με σύγχρονα μέσα. 

Δ) Η επιμόρφωση Β΄ επιπέδου ΤΠΕ μοριοδοτείται για την επιλογή των στελεχών της εκπαίδευσης (Σχολικών Συμβούλων, Διευθυντών Σχολικών Μονάδων κ.α.) και ως γνωστόν πολλοί από τους ενδιαφερόμενους για τις θέσεις αυτές Θεολόγοι στερούνται της μοριοδότησης αυτής λόγω του αποκλεισμού τους από τα προγράμματα επιμόρφωσης Β΄ επιπέδου ΤΠΕ .

Γι΄ αυτούς τους λόγους παρακαλούμε: 

Την άμεση παρέμβασή σας για την οργάνωση προγραμμάτων επιμόρφωσης Β΄ επιπέδου ΤΠΕ που θα αφορούν στον κλάδο των Θεολόγων καθώς συμβαίνει με άλλους κλάδους εκπαιδευτικών όπως οι Φιλόλογοι, Μαθηματικοί, Φυσικοί κ.α. Πιστεύουμε πως για όλους μας αποτελεί βασική αρχή η ισότιμη αντιμετώπιση των εκπαιδευτικών όλων των κλάδων και πως οι αποκλεισμοί δεν συμβάλλουν στην οργάνωση και αποτελεσματικότερη λειτουργία ενός σύγχρονου δημόσιου σχολείου.

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων είναι πρόθυμη να συμβάλει με κάθε τρόπο και με το έμψυχο δυναμικό της στην οργάνωση του αιτουμένου προγράμματος επιμόρφωσης Β΄ επιπέδου ΤΠΕ εφόσον αυτό μας ζητηθεί από το Υπουργείο.
Ελπίζουμε στην άμεση ανταπόκρισή σας στο δίκαιο αίτημά μας.

Με εκτίμηση 
Για το Δ.Σ της ΠΕΘ 
 
Ο Πρόεδρος 
Ηλίας Μπάκος 
Δρ Θεολόγος – Φιλόλογος 
 
Ο Γεν. Γραμματέας 
Κώστας Σπαλιώρας 
Υπ. Δρ Θεολόγος

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Υπάρχει πεπρωμένο και ποια η σχέση του με τον Θεό;

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2014

Πόσες φορές ακούμε από διάφορους ανθρώπους να λένε: «Ήταν της μοίρας το γραμμένο» ή «Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον».
Σαν χριστιανοί φυσικά και δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει πεπρωμένο ή μοίρα. Όμως ενώ καταδικάζουμε αυτές τις λέξεις και τις παραπάνω φράσεις δυστυχώς πολλές φορές το σκεπτικό και το νόημα του πεπρωμένου ή της μοίρας το βαπτίζουμε ως «θέλημα του Θεού» υιοθετώντας και καλλιεργώντας την έννοια τους.
Π.χ. κάποιος τραυματίζεται σοβαρά σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και οι κάποιοι γνωστοί –άνθρωποι της Εκκλησίας- θέλοντας να «παρηγορήσουν» τη μητέρα του τραυματισθέντος ανθρώπου λέγουν «…ήταν θέλημα Θεού να το πάθει» με άλλα λόγια είναι σαν να λένε: «ήταν το γραμμένο του…(από τον Θεό)…να το πάθει»!
Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ο Θεός δεν είναι ο «προγραμματιστής» μιας προκαθορισμένης ζωής, μέσα στην οποία είμαστε άβουλες μαριονέτες. Αντιθέτως είμαστε δημιουργημένοι «κατ’εικόνα…» δηλαδή ελεύθεροι, έχοντας την δική μας θέληση και βούληση να κατευθύνουμε την ζωή μας σύμφωνα με τις επιλογές που διαλέγουμε, σύμφωνα με την λογική και τα «πιστεύω» μας.
Το θέλημα του Θεού είναι ένα: Ο Θεός «…πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν…» (Τιμ.Α’ 2:4).
Κάποιοι μπερδεύονται με το θέμα «Χρόνος-Θεός». Υποστηρίζουν λοιπόν ότι αφού ο Θεός γνωρίζει τα πάντα και επειδή για τον Θεό έχουν γίνει τα πάντα, άρα η ζωή μας είναι σκλαβωμένη κάτω από την «γνώση του Θεού» (επειδή τα ξέρει ο Θεός άρα έτσι πρέπει να γίνουν). Όμως αυτό είναι λανθασμένο.
Κατ’ αρχήν θα πρέπει να αναλογιστούμε το εξής: από την μία λέμε ότι ο Θεός ξέρει τα πάντα…άρα όλα έχουν γίνει… άρα υπάρχει πεπρωμένο. Το ζήτημα όμως είναι ότι…ΔΕΝ γνωρίζουμε το τι ξέρει ο Θεός, άρα η γνώση του Θεού για το μέλλον μας δεν μπορεί να μας επηρεάσει αλλά ούτε και το έχει προκαθορίσει ο Ιδιος!
Ο Θεός ως Άκτιστος δεν υπόκεινται στον χωροχρόνο. Η ιδιότητά του αυτή του δίνει την δυνατότητα να γνωρίζει τα πάντα, όμως όχι διότι τα έχει «προγραμματίσει» πως θα γίνουν, αλλά διότι μπορεί και βρίσκεται και εκτός του χωροχρόνου. Για τον Θεό δηλαδή δεν υπάρχει «τώρα» ή «μετά», δεν υπάρχει μέλλον ή παρελθόν, για τον Θεό δεν υπάρχει χρόνος, γιατί δεν υπόκεινται στον χρόνο όπως κάθε άλλο κτιστό ον (άγγελοι, άνθρωποι, ζώα…) ή και άψυχα αντικείμενα τα οποία επειδή βρίσκονται μέσα στον χωροχρόνο υπόκεινται στην φθορά.
Ο Θεός λοιπόν μπορεί να γνωρίζει το μέλλον και την κατάληξη του καθενός μας, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι έχει προαποφασίσει το τέλος μας. Η έννοια την Παντογνωσίας του Θεού δεν πρέπει να συγχέεται με το «πεπρωμένο» του κάθε ανθρώπου.
Ο Θεός δεν προορίζει αλλά προγνωρίζει. Το θέλημα του Θεού είναι να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και όχι να υποφέρουν. Μην κάνουμε λοιπόν τον Θεό συνένοχο με τα λάθη μας και ρίχνουμε την ευθύνη σ’Αυτόν.
Εάν κάποιος καπνίζει μανιωδώς και βγάλει καρκίνο στους πνεύμονες δεν ήταν «θέλημα Θεού» να το πάθει, αλλά δικό του «θέλημα». Διότι αυτός γνώριζε ότι με αυτό που κάνει κινδυνεύει να αρρωστήσει όμως συνέχιζε.
Πολλές φορές θέλοντας να απενεχοποιηθούμε για την κατάληξη κάποιων επιλογών μας λέγουμε ότι ήταν «Το θέλημα του Θεού» να γίνει αυτό. Όμως αυτό όχι μόνο δεν μας απαλλάσσει από την ευθύνη των πράξεών μας αλλά συγχρόνως γίνεται και αιτία μεγάλης αμαρτίας μιας και ρίχνουμε το «φταίξιμο» στον Θεό.
Ο Θεός είναι ο Κύριος της Ζωής και του Θανάτου. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι είναι υπεύθυνος για την διαχείριση της ελευθερίας μας. Διαχειριστές της ζωή μας είμαστε εμείς οι ίδιοι και αυτό ακριβώς είναι το μεγαλείο του Θεού μας, ότι μας αφήνει ελεύθερους να επιλέξουμε και να διαμορφώσουμε την ύπαρξή μας και την ζωή μας γενικότερα.
Δεν υπάρχει λοιπόν πεπρωμένο για κανέναν, δεν υπάρχει τίποτα προδιαγεγραμμένο για την ζωή μας. Σαν όντα που έχουμε την ελευθερία και το νου να κάνουμε της επιλογές της ζωή μας είμαστε οι διαχειριστές και οι αρχιτέκτονες  της πορείας μας στην ζωή αυτή αλλά και οι διαμορφωτές για την Ζωή μετά την ζωή.
αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2014

Σύ δέ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καί ἐπιστώθης᾽ (Β´ Τιμ. 3, 14)
α. ῾Η προβολή ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο στόν μαθητή καί συνεργάτη του Τιμόθεο τῆς ἐν δοκιμασίαις καί θλίψεσι προσωπικῆς του ζωῆς χάριν τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ καί ἡ προτροπή του νά παραμένει αὐτός σέ ὅ,τι ἔμαθε καί βεβαιώθηκε προσωπικά ἀπό τόν ἴδιο καί ἀπό τήν ῾Αγία Γραφή προκειμένου νά ἐπιτύχει τή σωτηρία του τήν ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ, ἀποτελεῖ τό περιεχόμενο τοῦ μικροῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος πού ἡ ᾽Εκκλησία μας ἔχει θέσει κατά τήν ἔναρξη τοῦ εὐλογημένου Τριωδίου, τό ὁποῖο θά ἐκβάλει στό Πάθος καί τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου. Κι αὐτό γιατί σέ κάθε ἐποχή, πολύ περισσότερο στή δική μας, ἡ μόνη σωτήρια ὁδός σ᾽ ἕναν κόσμο διαρκῶς μεταβαλλόμενο καί ἀδιάκοπα πορευόμενο ἀπό τό κακό στό χειρότερο εἶναι νά μένουμε κι ἐμεῖς σταθεροί στήν παράδοση τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων ᾽Αποστόλων, πού σημαίνει νά μένουμε πιστοί σέ ὅ,τι ἡ ᾽Εκκλησία μας ζεῖ καί διδάσκει μέ ὅλη τή ζωή της. ῾Σύ δέ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καί ἐπιστώθης᾽: σύ δέ μένε ἀκλόνητος σ᾽ ἐκεῖνα πού ἔμαθες καί βεβαιώθηκες γιά τήν ἀλήθεια τους ἀπό τήν προσωπική σου πεῖρα.
β. 1. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ἀπόλυτα ρεαλιστής. Καταγράφοντας τήν πορεία τοῦ ἴδιου, ὅπως καί κάθε ἄλλου χριστιανοῦ στόν κόσμο τοῦτο, ἐπισημαίνει ὅτι τό τίμημα γιά τή χριστιανοσύνη ἑνός πιστοῦ ἀνθρώπου εἶναι οἱ διωγμοί καί τά παθήματα πού θά ὑποστεῖ χάριν ἀκριβῶς τῆς πίστεώς του. ῾Οἵους διωγμούς ὑπήνεγκα᾽ (τί φοβερούς διωγμούς ὑπέφερα), θά πεῖ μεταξύ ἄλλων, γιά νά γενικεύσει: ῾Καί πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ διωχθήσονται᾽ (Κι ὅλοι ὅσοι θέλουν νά ζήσουν μέ εὐσέβεια, σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, θά ἀντιμετωπίσουν διωγμούς). Ζητᾶς νά ἀκολουθήσεις τόν Χριστό; – εἶναι σά νά λέει στόν Τιμόθεο. ῾Ετοιμάσου νά βρεῖς τόν κόσμο ἐνάντιο σέ σένα. Θά σέ ἀπορρίψει καί θά σέ καταδιώξει. Κι αὐτό γιατί; Διότι ἀκολουθεῖς ᾽Εκεῖνον, ὁ ῾Οποῖος ῾εἰς τά ἴδια ἦλθε καί οἱ ἴδιοι αὐτόν οὐ παρέλαβον᾽. Κι ὄχι μόνον δέν Τόν ἀποδέχτηκαν, ἀλλά καί Τόν πολέμησαν καί Τόν σταύρωσαν καί Τόν θανάτωσαν. ῾῏Ην γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα᾽, κατά συνέπεια δέν ἄντεχαν τό φῶς Του πού ἀπεκάλυπτε τή σκοτεινιά τῶν ἁμαρτωλῶν ἔργων τους. ῎Ετσι ὅ,τι στάση κράτησε ὁ πεσμένος στήν ἁμαρτία κόσμος ἀπέναντι στόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό ᾽Ιησοῦ Χριστό, τήν ἴδια στάση κρατάει κι ἀπέναντι στούς μαθητές καί ἀκολούθους Του. ῾Ο Κύριος δέν τό ἀπέκρυψε. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν᾽ εἶπε. Καί: ῾διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ὑμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν᾽.
 
2. ῎Ετσι ὁ ἀπόστολος στοιχώντας μέ συνέπεια στόν Χριστό προτείνει στόν Τιμόθεο μία ζωή πού ἀποτελεῖ πρόκληση γιά τή λογική τοῦ κοσμικοῦ ἀνθρώπου, κυριολεκτικά ἀνατροπή ὅλων τῶν ῾σταθερῶν᾽ του, ὁ ὁποῖος ἔχοντας διαγράψει τόν Θεό ἀπό τή ζωή του ἐπιζητεῖ στόν κόσμο τοῦτο τήν ἄνεση, τήν ἀποδοχή ἀπό τούς ἄλλους, τή δύναμη τοῦ πλούτου, τήν κυριαρχία, ὅ,τι δηλαδή συνιστᾶ τήν ἴδια τήν ἁμαρτία καί τήν ὑποδούλωση στόν Πονηρό.  Κι ἀκόμη περισσότερο: ἡ ἁμαρτωλή αὐτή κατάστασή του ἐπιτείνεται χωρίς σταματημό, γιατί ῾πονηροί ἄνθρωποι καί γόητες προκόψουσιν ἐπί τό χεῖρον, πλανῶντες καί πλανώμενοι᾽ (οἱ πονηροί ἄνθρωποι καί οἱ ἀπατεῶνες θά προκόβουν στό χειρότερο, θά ἐξαπατοῦν τούς ἄλλους καί οἱ ἄλλοι θά τούς ἐξαπατοῦν). Καμμία μεσσιανικότητα ὡς προσδοκία καλλιτέρευσης τοῦ κόσμου ἀπό μόνου του δέν χαρακτηρίζει τά λόγια τοῦ ἀποστόλου. ῾Ο κόσμος θά χειροτερεύει ὁλοένα καί περισσότερο.
῾Ο ἀπόστολος λοιπόν μέ ἀπόλυτη σαφήνεια περιγράφει τόν κόσμο μέσα στόν ὁποῖο πορεύεται ὁ χριστιανός: εἶναι ἕνας κόσμος ὑπό τόν κοσμοκράτορα Διάβολο, μέσα στόν ὁποῖο φαίνεται ὅτι ὁ πιστός δέν ἔχει θέση. ᾽Αλλ᾽ ἐνῶ ὁ κόσμος τῆς ἁμαρτίας θά ἐπιθυμεῖ νά ἀφανίσει τούς ἀκολούθους τοῦ Χριστοῦ, δέν θά τά καταφέρνει, γιατί τελικῶς Αὐτός πού προσδιορίζει τά σύμπαντα μέχρι κεραίας εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ Παντοδύναμος Θεός. ῾Οἵους διωγμούς ὑπήνεγκα! Καί ἐκ πάντων με ἐρρύσατο ὁ Κύριος᾽ (Καί ἀπ᾽ ὅλους τούς διωγμούς πού ὑπέφερα μέ γλύτωσε ὁ Κύριος). Νά λοιπόν ἡ πραγματικότητα τοῦ βάθους τῆς πίστεως, στήν ὁποία προσανατολίζει τή σκέψη τοῦ Τιμοθέου ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ἐκεῖ πού φαίνεται ὅτι ἡττᾶται ὁ πιστός ἀπό τίς δυνάμεις τοῦ σκότους, ἐκεῖ ἀκριβῶς ἀναδύεται τό φῶς τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιά τή συμμετοχή τοῦ πιστοῦ στή Σταύρωση καί τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καί ὁ Χριστός φάνηκε ἐπί τοῦ Σταυροῦ ἀδύναμος καί ἡττημένος. ᾽Αλλ᾽ ἐκεῖ φάνηκε καί ἡ ἀπόλυτη παντοδυναμία Του: ἀναστήθηκε τριήμερος. ῾Αὕτη ἐστίν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον: ἡ πίστις ἡμῶν!᾽
3. Μέ τά παραπάνω δεδομένα κατανοεῖ κανείς τήν προτροπή τοῦ ἀποστόλου στόν μαθητή του: ῾σύ δέ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καί ἐπιστώθης᾽. Δηλαδή μέσα σ᾽ ἕναν κόσμο πού φαίνεται ὅτι κυριαρχεῖ ἡ ἁμαρτία καί ὁ Πονηρός, πού οἱ διωγμοί πᾶνε νά ἐξαφανίσουν τούς πιστούς, ἐσύ, Τιμόθεε, (καί κάθε χριστιανέ συνεπῶς), μή παρασυρθεῖς, ἀλλά νά μένεις σταθερός. Σέ τί; Στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ πού διδάχθηκες ἀπό ἐμένα πού γνώρισα ἐμπειρικά τόν Κύριο καί εἶσαι βεβαιωμένος γιά τήν ἀλήθεια τῆς ἐμπειρίας μου αὐτῆς, καί στά ἱερά γράμματα τά δοσμένα ἀπό τόν Θεό, πού ᾽χουν τή δύναμη νά σέ κάνουν σοφό ὥστε νά κερδίσεις τή σωτηρία σου ἐν Χριστῷ. ῎Ετσι ἡ μαρτυρία καί ἡ πρόσκληση τοῦ ἀποστόλου γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὡς σχέση μέ τόν Χριστό καί ἔνταξη στή Βασιλεία Του εἶναι ἡ πιστότητα στήν παράδοση. Τήν παράδοση πού ἀναφέρεται στίς ῞Αγιες Γραφές καί τή ζωντανή βίωση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ ἀπό τούς πραγματικά πιστούς Του. ῾Αγία Γραφή, ζωή τῶν ἁγίων. ᾽Αλλ᾽ αὐτό δέν εἶναι ἡ ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας; ῾Η ᾽Εκκλησία μας ὡς τό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ δέν πορεύεται ἐν Πνεύματι πάνω στό θεμέλιο τῆς κεφαλῆς της ὅπως τοῦτο καταγράφεται ἀπό τήν ῾Αγία Γραφή κι ὅπως ἐξαγγέλλεται ἀπό ἐκείνους πού κατεξοχήν Τόν ἔζησαν καί Τόν κήρυξαν, τούς ἁγίους ἀποστόλους πρῶτα, τούς ἁγίους Πατέρες  ἔπειτα κι ὅλους τούς ἄλλους ἁγίους;
4. Κι εἶναι εὐνόητο ἑπομένως ὅτι μιλᾶμε γιά μία Παράδοση πού ἔχει τή ζωντάνια τῆς παρουσίας τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ καί τή φανέρωση ἔτσι τοῦ Χριστοῦ ῾ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ᾽ σέ κάθε ἐποχή. Μιλᾶμε λοιπόν γιά μία πιστότητα πού ἐνῶ φαίνεται ὅτι στηρίζεται στό παρελθόν, ἐκβάλλει ἀδιάκοπα στό ἑκάστοτε παρόν. Μόνο ἄσχετοι πρός τήν πίστη ἤ ἐλλειμματικοί κατά τόν νοῦ μποροῦν νά ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ Παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας συνιστᾶ συντηρητισμό καί στεῖρα προσκόλληση πρός τό παρελθόν. Μόνον ὅσοι ἔχουν διαγράψει ἀπό τή ζωή τους τόν Χριστό καί ἡ ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας τούς εἶναι ἐντελῶς ξένη μποροῦν νά ὑποστηρίζουν τέτοια ἰδεολογήματα, ἀποκυήματα τῆς φαντασίας τους. ᾽Αλλά αὐτοί δυστυχῶς, ὅσο δέν θά μετανοοῦν, θά ἀνήκουν στούς πονηρούς καί τούς γόητες, ῾ὧν ὁ Θεός ἡ κοιλία καί τό τέλος ἡ ἀπώλεια᾽. Γιά τούς πιστούς ὁ Χριστός καί τό σῶμα Του ἡ ᾽Εκκλησία θά εἶναι καί θά παραμένει πάντοτε ἡ μόνη σωτηρία.
γ. Σ᾽ ἕναν κόσμο πού μοιάζει μέ φουσκωμένο ποτάμι καί στό διάβα του παρασύρει τά πάντα ὁδηγώντας τα στό βάραθρο, τό μόνο σταθερό σημεῖο πού μπορεῖ νά κρατήσει τόν ἄνθρωπο γιά νά ζήσει τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὡς Σωτήρα εἶναι ἡ παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας. ῞Ο,τι λέει ὁ ἀπόστολος στόν μαθητή καί συνεργάτη του Τιμόθεο: νά μένει σταθερός σ᾽ ἐκείνου τή διδαχή καί τή ζωή καί στίς ἅγιες Γραφές, τό ἴδιο λέει καί σήμερα. ῎Εχουμε σημεῖο ἀναφορᾶς. ῎Ας τό κρατοῦμε χωρίς ταλαντεύσεις.
  παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2014

῾῎Ανθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τό ἱερόν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καί ὁ ἕτερος Τελώνης᾽ (Λουκ. 18, 9)
α. Ένας θεωρούμενος άγιος και ένας θεωρούμενος αμαρτωλός βρίσκονται στον ίδιο χώρο του ναού, για να προσευχηθούν. Ο ένας, ο Φαρισαίος, γεμάτος αρετές που επιβεβαιώνονταν στην πράξη, καταδικάζεται: η προσευχή του απορρίπτεται. Ο άλλος, ο Τελώνης, γεμάτος από αμαρτίες και αδικίες, δικαιώνεται: η προσευχή του γίνεται αποδεκτή από τον Θεό. Στην αρχή του Τριωδίου, της ευλογημένης περιόδου που εκβάλλει στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου, η Εκκλησία μας προβάλλει το ανατρεπτικό αυτό σκηνικό. Για να μας θυμίσει ότι ένας είναι ο δρόμος της περπατησιάς μας σ’ αυτόν τον κόσμο: ο δρόμος της τελωνικής κραυγής: «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Τι τελικά συμβαίνει;
 β. 1. Και οι δύο, και ο Φαρισαίος και ο τελώνης, επιτελούν κάτι που εκ πρώτης όψεως φαίνεται καλό: προσεύχονται. Παγκοσμίως και πανθρησκειακώς, η προσευχή θεωρείται ότι είναι μία από τις ανώτερες ενέργειες της ψυχής του ανθρώπου, αν όχι η ανώτερη, κατεξοχήν δε στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό. Ο ιουδαιοχριστιανισμός κατανοεί την προσευχή ως καρπό της πρώτης και μεγάλης εντολής του Θεού, της αγάπης προς Εκείνον. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της διανοίας σου, εξ όλης της ισχύος σου». Αναφέρεσαι στον Θεό και διαλέγεσαι με Εκείνον, τον Οποίον καλείσαι να αγαπάς καθ’ ολοκληρίαν, γιατί σε δημιούργησε, σε φροντίζει, σε διακυβερνά, είναι ο τελικός κριτής σου. Με το δεδομένο μάλιστα της «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού» δημιουργίας σου. Κι ακόμη περισσότερο, εκεί που η προσευχή θεωρείται ό,τι πιο φυσικό και αναγκαίο μπορεί να υπάρξει στον άνθρωπο, κατά κυριολεξίαν θέμα ζωής και θανάτου, είναι στη χριστιανική πίστη. Διότι ο Χριστός ερχόμενος στον κόσμο προσέλαβε τον άνθρωπο, τον ένωσε με τον Εαυτό Του, τον έκανε μέλος δικό Του, κάτι που ενεργοποιείται στην Εκκλησία με το μυστήριο του βαπτίσματος, του χρίσματος, της εν μετανοία μετοχής στη Θεία Ευχαριστία. Δεν είναι τυχαίο που ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει ότι η προσευχή  είναι πιο αναγκαία και από την ίδια την αναπνοή, είναι η ίδια η ζωή του ανθρώπου. «Μνημονευτέον του Θεού μάλλον ή αναπνευστέον», σημειώνει συγκεκριμένα, δηλαδή: πρέπει να μνημονεύουμε τον Θεό περισσότερο από το να αναπνέουμε. Ούτε είναι επίσης τυχαίο που ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ορίζει την προσευχή ως «συνουσία του ανθρώπου με τον Θεό».
 
2. Κι όμως! Αυτό που θεωρείται ανάγκη και ζωή, μπορεί να γίνει οσμή θανάτου, καταστροφή και όνειδος για τον άνθρωπο. Που σημαίνει: μπορεί να προσεύχεσαι και η προσευχή σου να είναι αναποτελεσματική, να γίνεται απορριπτέα, να αποστρέφει ο Θεός το πρόσωπό Του από αυτήν. Κι αυτό γιατί; Διότι όχι η προσευχή καθ’ εαυτήν, αλλά ο τρόπος που την πραγματοποιεί κανείς είναι το ζητούμενο. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο με οτιδήποτε θεωρείται καλό και ενάρετο: όχι το φαίνεσθαι, αλλ’ η ουσία, η «καρδιά» είναι εκείνο που δίνει τον θετικό χρωματισμό. Η ελεημοσύνη για παράδειγμα. Δεν αρκεί να δίνεις στους άλλους. Σημασία έχει με τι καρδιά το δίνεις, γιατί αυτό μετράει και βλέπει ο Θεός. «Άνθρωπος εις πρόσωπον, Θεός εις καρδίαν βλέπει». Ο Κύριος το δίλεπτο της πτωχής χήρας μακάρισε και όχι τα πολλά που έβαζαν στο γαζοφυλάκιο οι πλούσιοι Φαρισαίοι. Διότι η χήρα έδωσε από το υστέρημά της, όλο το βιος της, ενώ οι άλλοι από το περίσσευμά τους. Η νηστεία, το ίδιο. Και πάλι ο Κύριος κατέκρινε την υποκριτική νηστεία των Φαρισαίων, γιατί την έκαναν «προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις».
3. Γιατί λοιπόν δεν δικαιώθηκε η προσευχή του Φαρισαίου; Πώς αυτό που φαινόταν θεάρεστο κατακρίθηκε;
(1) Διότι ο Φαρισαίος δεν στάθηκε ενώπιον του Θεού, αλλά ενώπιον του εαυτού του.«Σταθείς προς εαυτόν» λέει, και όχι «προς τον Θεόν». Η προσευχή του δηλαδή ήταν μία δοξολογική αναφορά στο είδωλο που είχε κατασκευάσει για τον εαυτό του. Τον εαυτό του «λιβάνιζε» με τα λόγια της προσευχής του, έχοντας ως θυμίαμα τις υποτιθέμενες αρετές του. Οι αρετές του Φαρισαίου δεν ήταν ο καρπός της παρουσίας του Θεού στη ζωή του – ό,τι τονίζει ο λόγος του Θεού – αλλά το αποτέλεσμα, καθώς νόμιζε, της δικής του αυτόνομης προσπάθειας: «νηστεύω δις του Σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι». Η καύχησή του λοιπόν ήταν μονόδρομος. Το εγώ του ήταν και ο Θεός του. Ποιος μπορούσε να παραβληθεί μαζί του; Κι ο Θεός ο Ίδιος ήταν υποχρεωμένος να υποκλιθεί στο «μεγαλείο» του. Η Βασιλεία του Θεού ήταν δεδομένη γι’ αυτόν κατάσταση.
Η περιγραφή της «προσευχής» του Φαρισαίου παραπέμπει ασφαλώς στη στάση του Εωσφόρου, του πρώτου αγγέλου που ξέπεσε, όπως καταγράφεται ήδη στην Παλαιά Διαθήκη. Ο Εωσφόρος παρουσιάζεται «μεθυσμένος» από το φως του – φως του Θεού στην πραγματικότητα που δεν το κατανοεί – και τις αρετές του. «Δεν μπορεί παρά να είμαι Θεός» είναι προφανώς η σκέψη του. «Θα στήσω τον θρόνο μου απέναντι στον Ύψιστο». Και το αποτέλεσμα είναι παραπάνω από τραγικό:  «εθεώρουν τον σατανάν – λέγει ο ίδιος ο Κύριος – ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα». Η πτώση δηλαδή του Εωσφόρου και η μεταβολή του σε σατανά, σε αντίπαλο δηλαδή του Θεού, σε διάβολο. Το ίδιο δεν συμβαίνει όμως και με την «προσευχή» του Φαρισαίου; Ίδια αλαζονική και υπερήφανη συμπεριφορά, ίδιο και το αποτέλεσμα: η παταγώδης πτώση∙ η αποστροφή του Θεού∙ ο δαιμονισμός!
(2) Διότι ο Φαρισαίος «προσεύχεται», και από το ύψος των αρετών του, ως «θεός», καταδικάζει και κατακρίνει τον κόσμο όλο: «Ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων». Για να γίνει πιο συγκεκριμένος: «ή και ως ούτος ο τελώνης». Το βλέμμα του και τα λόγια του, «πύρινη ρομφαία» για τον ταλαίπωρο τελώνη, τον «αμαρτωλό». Πρέπει να ένιωσε μια γεύση στυφάδας στο στόμα του, καθώς τον ανέφερε. Η κατάκρισή του γίνεται εξουδένωση του αμαρτωλού. Ίσως και να απόρησε πώς μπορεί και ζουν τέτοιοι άνθρωποι, που μολύνουν τον κόσμο των «καθαρών» σαν κι αυτόν ανθρώπων, αναπνέοντας τον ίδιο αέρα με αυτούς. Η προσευχή του λοιπόν, γεμάτη υπερηφάνεια και καύχηση για τον εαυτό του, πλήρης αποτροπιασμού και κατάκρισης για τον αμαρτωλό.
4. Γιατί δικαιώθηκε όμως η προσευχή του τελώνη; Πώς η ενέργεια του αντικειμενικά αμαρτωλού κάμπτει τον Θεό και προσφέρει Αυτός πλούσια τη χάρη Του σ’ εκείνον; Διότι ακριβώς στάθηκε ενώπιον του Θεού εν μετανοία. Δηλαδή με επίγνωση των αμαρτιών του, η οποία τον έκανε να νιώθει ταπεινός και μηδαμινός, αλλά και με πίστη στο έλεος και την αγάπη Εκείνου. «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Η επίγνωση και η πίστη αυτή συνιστούν τις βάσεις της μετανοίας. Στο πρόσωπο του τελώνη της παραβολής ψαύουμε τα αληθινά σημάδια της, τα οποία δείχνουν ποια στάση ανθρώπου αποδέχεται ως στάση δικαίωσης από Εκείνον ο Ίδιος ο Θεός. Κι αυτήν τη στάση τη χαρακτηρίζει ο Κύριος ως ταπείνωση. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν».  
Σ’ αυτήν την προσευχητική στάση, εκεί δηλαδή που ο άνθρωπος είναι στραμμένος μόνο στον εαυτό του, θρηνώντας τις αμαρτίες του, δεν υπάρχει ίχνος κατάκρισης για τους άλλους. Το αντίθετο μάλιστα: στρέφοντας τα βέλη της κριτικής του ο τελώνης μόνο προς τον εαυτό του, απαλλάσσει από κάθε καταδίκη τους άλλους, υψώνοντάς τους υπεράνω του εαυτού του. Κι αυτό θα πει: όποιος κοιτά τον εαυτό του και τα δικά του αμαρτήματα, δεν έχει χρόνο για να βλέπει τα σφάλματα των άλλων, καλύτερα: βλέπει τους άλλους ανωτέρους από αυτόν. «Τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντας εαυτών», που λέει κι ο απόστολος Παύλος: με την ταπείνωση να θεωρείτε τους άλλους ότι είναι ανώτεροί σας. Τι άλλο σημαίνει η διπλωμένη στα γόνατα στάση προσευχής του τελώνη, μακριά από τους άλλους – «μακρόθεν εστώς» – και μη τολμώντας ούτε τους οφθαλμούς του να σηκώσει επάνω; – «Ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι».
5. Έτσι η προσευχή του, που είναι ο τύπος της δικαιωμένης από τον Θεό προσευχής, έχει το χαρακτηριστικό της ταπείνωσης, ως βίωσης, καθώς είπαμε,  της αληθινής μετάνοιας, με επίγνωση της αμαρτίας, με πίστη στην αγάπη του Θεού, με έλλειψη οποιασδήποτε επικριτικής διάθεσης απέναντι στον συνάνθρωπο. Γι’ αυτό βεβαίως έγινε και ο τύπος της προσευχής της Εκκλησίας. Το «Κύριε ελέησον», ή με την πιο ανεπτυγμένη του μορφή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», αποτελεί επακριβή μεταφορά της τελωνικής προσευχής «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Ό,τι ο τελώνης εισέπραξε από την προσευχή του, τη δικαίωση που είπε ο Κύριος – «κατέβη ούτος δεδικαιωμένος ή εκείνος» – το ίδιο μας προσφέρει και η Εκκλησία με όλη την ατμόσφαιρά της, που κινείται ακριβώς σε αυτόν τον ρυθμό. Κι από την άποψη αυτή ο τελώνης για την Εκκλησία είναι ο τύπος του αγίου. Όχι βεβαίως για τις αμαρτίες του, αλλά για τη μετάνοιά του. Ξέρουμε πια και εμείς πώς να στεκόμαστε απέναντι στον Κύριο, ώστε να δικαιωνόμαστε.
 γ. Η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου ξεκινά το ευλογημένο Τριώδιο, που θα εκβάλει, όπως είπαμε, στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου. Η Εκκλησία μάς ανοίγει τα μάτια από την αρχή: ο δρόμος για την Ανάσταση είναι ο δρόμος της μετανοίας και της ταπείνωσης. Και η προσευχή του δρόμου αυτού  είναι το «Κύριε ελέησον». Ας πάρουμε στα χέρια μας, κρυφά και όχι φανερά, το κομποσχοίνι, και ας γίνει η κάθε στιγμή μας ένας κόμπος από αυτό. Το «Κύριε ελέησον» ας γίνει ο ρυθμός της ζωής μας. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: η δικαίωσή μας και η χάρη του Θεού μας.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ (7 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ (7 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

«Αυτός ο όσιος είναι βλάστημα και εντρύφημα της Ελλάδας. Οι πρόγονοί του ήταν από τη νήσο Αίγινα, οι οποίοι μη αντέχοντας τις συνεχείς επιθέσεις των Αγαρηνών μετανάστευσαν και έφτασαν στην κεντρική Ελλάδα, στην οποία και γεννήθηκε ο μακάριος Λουκάς. Αυτός από μικρό παιδί απείχε όχι μόνον από το κρέας, αλλά και από τα αυγά και τα τυριά. Το φαγητό και το πιοτό του ήταν ο κρίθινος άρτος, το νερό και τα όσπρια. Ταλαιπωρώντας το σώμα του με κάθε ασκητική κακοπάθεια και σκληραγωγία, θεωρούσε ευχαρίστησή του να τρέφει τον πεινασμένο και να χαρίζει ενδύματα στον γυμνό, και με αυτά χόρταινε. Γι’ αυτόν τον λόγο, επειδή δηλαδή πολλές φορές είχε δώσει και το δικό του ένδυμα, γύριζε στην κατοικία του γυμνός. Κι όποτε  ανέπεμπε τις προσευχές του στον Θεό, τα πόδια του απομακρύνονταν ένα πήχυ σχεδόν από το έδαφος, και φαίνονταν να μην ακουμπούν στη γη. Όταν μάλιστα ακολούθησε και τον μοναχικό βίο, δεν είναι δυνατόν να πει κανείς πόση εγκράτεια και κακουχία επέδειξε ο μακάριος. Ως μοναχός πέρασε από όλες τις παραλιακές περιοχές και με τα θαύματα που τελέστηκαν από αυτόν έγινε αίτιος σωτηρίας για πολλούς. Ύστερα άφησε τις μετακινήσεις και έμεινε στο χώρο του Μοναστηριού. Επτά έτη αργότερα στον χώρο αυτόν, προείπε το τέλος του σε όλους και έτσι άφησε τη ζωή αυτή».
Η ζωή του οσίου Λουκά του εν Ελλάδι, του γνωστού μας οσίου Λουκά του εν Στειρίω Βοιωτίας, αποτελεί επακριβή έμπρακτο υπομνηματισμό του λόγου του Κυρίου: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα…υπέρ εμέ ούκ εστι μου άξιος». Ο όσιος Λουκάς πράγματι, από πολύ μικρός στην ηλικία, στράφηκε με πόθο αγάπης προς τον Χριστό τέτοιο, που ξεπέρασε τη φυσική αγάπη προς τους γονείς του, και μάλιστα προς τη μητέρα του που τον υπεραγαπούσε. Ο υμνογράφος άγιος Ιωσήφ επανειλημμένως τονίζει την ολοσχερή αυτή αγάπη του: «Ολωσδιόλου από τη νεότητά σου ακολούθησες τον Κύριο και γι’ αυτό εγκατέλειψες, ένδοξε, τον σύνδεσμό σου με τους γονείς και τη στοργή προς τον κόσμο» («Όλως εκ νεότητος ακολουθήσας Κυρίω, γονικήν κατέλιπες, ένδοξε, προσπάθειαν και στοργήν κοσμικήν») (στιχηρό εσπερινού)∙ «Αναπτερώθηκες από τον θερμό έρωτα του Σωτήρος Χριστού και έκανες πέρα το φίλτρο των γονέων για χάρη Του, και έγινες, ω Λουκά, ξένος από όλα τα τερπνά της ζωής, μακάριε» («Ανεπτερώθης τω θερμώ έρωτι του Σωτήρος, και γονέων το φίλτρον υπερείδες δι’ αυτόν, και γέγονας, ω Λουκά, ξένος πάντων των τερπνών, μακάριε») (ωδή γ΄).

Η φυγή του από τον κόσμο λόγω της προς Κύριο αγάπης του ήταν η απαρχή. Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας σημειώνουν ότι ο νεαρός Λουκάς αποδύθηκε έπειτα σε μεγάλες ασκήσεις εγκρατείας και ταπείνωσης του σώματος, ώστε να υποτάξει τα άτακτα θελήματα αυτού στον ηγεμόνα νου και να μπορέσει να προσαρμοστεί πλήρως στο θέλημα του Κυρίου, κάτι που βεβαίως σήμαινε αύξηση της αγάπης του και προς Εκείνον και προς τον συνάνθρωπο. «Ο ιερός Λουκάς, Σωτήρα Κύριε, σε πόθησε ολοκληρωτικά και γι’ αυτό στράφηκε με στέρεο τρόπο προς την άσκηση, υπομένοντας καρτερικά θλίψεις, μόχθους, κόπους, για τα οποία βρήκε την ατελεύτητη τρυφή» («Ολοσχερώς σε ποθήσας ο ιερός, Σώτερ, προς την άσκησιν απεδύσατο στερρώς, θλίψεις, μόχθους, πόνους καρτερών, ανθ’ ων εύρατο τρυφήν την ατελεύτητον») (ωδή α΄)∙ «Πίεζες το σώμα σου πάντοτε, πάτερ Λουκά, με την εγκράτεια, με τη συνεχή αγρυπνία, με κάθε κακουχία διακριτικά, και κυριάρχησες στις ορμές των εμπαθών ηδονών» («Υπωπιάζων το σώμα, Πάτερ Λουκά, εγκρατεία πάντοτε, αγρυπνία συνεχεί, κακουχία πάση τε σοφώς, τας ορμάς των εμπαθών ηδονών έστησας») (ωδή α΄)∙ «Αναδείχτηκες, μακάριε, υπάκουος σαν δούλος σε κάθε θεία εντολή» («Εν πάση θεία εντολή ευπειθής ως οικέτης ανεδείχθης, παμμάκαρ») (ωδή γ΄).

Θα πρέπει να τονίσουμε ιδιαιτέρως αυτό που με σοφό τρόπο εξαγγέλλει ο ιερός υμνογράφος: ότι η εν αγάπη προς τον Κύριο σκληρή άσκησή του ήταν για να παραμένει στις εντολές του Κυρίου, δηλαδή την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Διότι αν η όλη ασκητική διαγωγή του χριστιανού δεν κατατείνει προς αυτόν τον σκοπό, την αγάπη δηλαδή, δεν έχει νόημα. Διαστρέφεται και γίνεται φαρισαϊκή ηθική, ευσεβισμός, καύχηση για αρετές χωρίς νόημα, σκλήρυνση της καρδιάς. Σ’ αυτήν την κατάσταση ο άνθρωπος έχει αρετές, όχι όμως Θεό. Λείπει η ταπείνωση ως οριστικό άφημα του εαυτού στον Χριστό. «Πέρασες τη ζωή σου με σωφροσύνη και με καλό τρόπο, φιλοξενώντας αδιάκοπα και ελεώντας τον συνάνθρωπό σου πλούσια και άφθονα» («Σωφρόνως διήνυσας σου τον βίον και καλώς, φιλοξενών εκάστοτε, ελεών τε πλουσίως και δαψιλώς») (ωδή ς΄). Είναι ευνόητο λοιπόν για τον άγιο Ιωσήφ να συμπεράνει ότι αυτή η απλότητα και η ταπείνωση και η αγάπη και η πραότητα του οσίου Λουκά τον έχουν κατατάξει στη βασιλεία του Θεού, μαζί με τους αγίους και δικαίους Αβραάμ και Ιακώβ και Δαυίδ. «Έδειξες, πάτερ, αληθινά απλό και απονήρευτο και ταπεινό, γεμάτο από έλεος προς τους φτωχούς, και φιλόξενο και φιλέρημο, ήσυχο και πράο ήθος. Γι’ αυτό και κατατάχτηκες με τον Αβραάμ και Ιακώβ και Δαυίδ» («Απλούν το ήθος και απονήρευτον, και ταπεινόν, ελέους τε μεστόν προς τους πένητας, και φιλόξενόν τε και φιλέρημον, ήσυχον πράον όντως, Πάτερ, ενέδειξας∙ όθεν συνετάγης Αβραάμ και Ιακώβ και Δαυίδ») (ωδή θ΄).

Ο άγιος Ιωσήφ μας υπενθυμίζει όμως  με δύο ύμνους του μία ενέργεια του Θεού, που φανερώνει πόσο βαθιά φιλόστοργος και φιλάνθρωπος είναι. Είναι ίσως η κορυφαία στιγμή της σύνθεσης του κανόνα του για τον όσιο Λουκά. Περί τίνος πρόκειται; Ο όσιος, είπαμε, από μικρή ηλικία στράφηκε ένθερμα προς τον Χριστό. Έφυγε μάλιστα κρυφά από τους γονείς του και προχώρησε στις πνευματικές ασκήσεις του, ακολουθώντας και τη μοναχική ζωή. Η μητέρα του ιδιαιτέρως πόνεσε πολύ από την κρυφή φυγή του, γι’ αυτό και με δάκρυα και σπαραγμό ψυχής παρακαλούσε τον Κύριο να της φανερώσει το πού βρίσκεται. Κι ο Κύριος ακριβώς κάμφθηκε. Χωρίς να θέλει κάτι τέτοιο ο αγαπημένος του δούλος Λουκάς, Εκείνος της τον φανέρωσε. Έτσι και ο Λουκάς στεφανώθηκε από τον Χριστό για την ολοσχερή αγάπη του προς Αυτόν, την υπερβαίνουσα και το γονεϊκό φίλτρο, και η μητέρα του δέχτηκε τον καρπό της προσευχής της: έμαθε για το παιδί της. Θεωρούμε ότι είναι η κορυφαία στιγμή της ακολουθίας, διότι δείχνει ότι ο Κύριος μπροστά στα καρδιακά αιτήματα του ανθρώπου κάμπτεται. Δεν ξέρουμε, αλλά μας θυμίζει λίγο η υπενθύμιση αυτή του αγίου υμνογράφου αυτό που είναι γνωστό σαν ιστορία από τις επεμβάσεις της Παναγίας: οι απορριπτόμενοι του Παραδείσου, λόγω της «ακρίβειας» του αποστόλου Πέτρου, του κρατούντος τα κλειδιά της Βασιλείας, γίνονταν δεκτοί «παρανόμως» από την Παναγία, η οποία τους εισήγαγε στον Παράδεισο από το πλάι της θύρας με το μαφόρι της.

 «Πληγώθηκες από τον πόθο του Κυρίου και θεώρησες όλα τα ευχάριστα της ζωής ως μηδέν. Τη στέρηση δε της μητέρας σου και την ξενιτεία αγάπησες, και ντύθηκες το μοναχικό ένδυμα, ιερώτατε. Αλλά σε φανερώνει ο Θεός, έστω και παρά τη θέλησή σου, όσιε Λουκά, γιατί κάμφθηκε ο φιλάνθρωπος από τις μητρικές προσευχές» («Κυρίου τρωθείς τω πόθω, τα τερπνά ουδέν λελόγισαι∙ μητρός δε στέρησιν και την ξενιτείαν ηγάπησας και σχήμα ενεδέδυσο το των μοναχών, ιερώτατε∙ αλλά φανεροί σε Θεός και μη βουλόμενον, ευχαίς ταις μητρικαίς, Λουκά όσιε, καμφθείς ο φιλάνθρωπος») (στιχηρό εσπερινού).  «Τον πόθο της μητέρας σου μη λαμβάνοντας  καθόλου υπόψη και φέρνοντας τον εαυτό σου σε τόπο άσκησης, τον παρέδωσες εκεί κρυφά. Πάλι όμως ο Θεός σε φανερώνει στη μητέρα σου, που θρηνούσε τη στέρησή σου δίκαια, πανάριστε» («Μητρός τον πόθον ουδέν ηγησάμενος, εν Σεμνείω φέρων σαυτόν, λάθρα δέδωκας∙ πάλιν δε μηνύει σε Θεός τη μητρί σου, θρηνούση την στέρησιν σου δικαίως, πανάριστε») (κάθισμα του όρθρου).
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΒΟΥΚΟΛΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ (6 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΒΟΥΚΟΛΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ (6 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

«Ο άγιος Βουκόλος από νεαρή ηλικία αγίασε τον εαυτό του και έγινε δοχείο του αγίου Πνεύματος. Αυτόν βρήκε δόκιμο και άξιο ο πανεύφημος και από τον Χριστό αγαπώμενος θείος Ιωάννης ο Θεολόγος, και τον χειροτόνησε Επίσκοπο και ποιμένα καλό της Εκκλησίας της Σμύρνης. Ο Βουκόλος, ο οποίος φωτιζόταν από το Άγιον Πνεύμα, οδηγεί στο φως της πίστεως του Χριστού τους ευρισκομένους στο σκοτάδι της πλάνης, και με το άγιο βάπτισμα τους κάνει υιούς ημέρας, σώζοντάς τους από μύρια ανήμερα θηρία. Αυτός λοιπόν, πριν  φύγει από τη ζωή αυτή, χειροτόνησε και έβαλε ποιμένα και Διδάσκαλο των λογικών προβάτων στην ίδια πόλη, τη Σμύρνη, τον μακάριο Πολύκαρπο, οπότε και εκοιμήθη εν Κυρίω. Όταν το τίμιο σώμα του το έθεσαν κάτω από τη γη, ο Θεός έκανε να ανατείλει φυτό, που παρέχει ιάσεις μέχρι σήμερα».
Δεν είναι πολύ γνωστός ο άγιος Βουκόλος στους περισσοτέρους από τους χριστιανούς μας, μολονότι ανήκει στους αποστολικούς Πατέρες που έλαμψαν με τη ζωή και το κήρυγμά τους. Ίσως διότι βρέθηκε ανάμεσα σε δύο σπουδαιότατους άνδρες, μεγάλους αστέρες της Εκκλησίας μας, που τον επισκίασαν με τη λάμψη τους: τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και τον άγιο Πολύκαρπο Σμύρνης. Κι από την άλλη: βρέθηκε να συνεορτάζει και με έναν άλλο αστέρα, οικουμενικό πατέρα και διδάσκαλο, ισαπόστολο και ομολογητή, μεγάλο ως προς τον χαρακτηρισμό του, τον άγιο Φώτιο, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Παρ’ όλα όμως τα φώτα των σπουδαίων και μεγάλων αυτών, ο άγιος Βουκόλος, κατά την Εκκλησία μας, δεν παύει «να αστράπτει με το φως των θεουργών αρετών του, ευρισκόμενος ως φως στη λυχνία της θείας Εκκλησίας και να καθιστά λαμπρή αυτή με τις ιερές διδασκαλίες του» («Φωτί των θεουργών αρετών αστράπτων, ιερώτατε, φως ετέθης εν λυχνία μυστικώς της θείας Εκκλησίας, λαμπρύνων ταύτην, Πάτερ, ταις ιεραίς διδασκαλίαις σου») (Στιχηρό εσπερινού). Είναι ο άνθρωπος, που, όπως σημειώνει ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος σε άλλο σημείο του κανόνα του, «έλαμψε σαν φως, σαν φέγγος, σαν μέγα ήλιος, σαν αστραπή στην Εκκλησία του Χριστού, και φώτισε τις διάνοιες των πιστών» («Ως φως, ως φέγγος, ως μέγας ήλιος, ως αστραπή Χριστού τη Εκκλησία εξέλαμψας, και πιστών διανοίας εφώτισας») (ωδή θ΄).

Τι ήταν εκείνο που τον έκανε και αυτόν δεύτερο φως μετά το πρώτο, τον Χριστό, και «ιερόν κειμήλιον» Αυτού; Ο άγιος υμνογράφος απαντά: «Το ωραίον της ψυχής και η καθαρότης του νοός» (ωδή δ΄), αποτέλεσμα των πνευματικών του ασκήσεων προς υπέρβαση των αμαρτωλών παθών: «Κυριεύσας δι’ ασκήσεως του σώματος, των παθημάτων, ένδοξε» (ωδή ζ΄). Γι’ αυτό και όλες οι αρετές του Θεού εγκατοίκησαν σ’ αυτόν και τον κατέστησαν κατοικητήριο Εκείνου. «Ο ένδοξος Βουκόλος αναδείχθηκε σε κατοικητήριο της αγίας Τριάδος, διότι απέκτησε την ταπείνωση που υψώνει, την καθαρότητα του νου, την ανυπόκριτη αγάπη, την ειλικρινή πίστη και ελπίδα» («Υψούσαν ταπείνωσιν, καθαρότητα νοός, αγάπην ανυπόκριτον, πίστιν, ελπίδα έχων ειλικρινή, Βουκόλος ο ένδοξος της Τριάδος εδείχθη καταγώγιον») (ωδή ς΄).

Είπαμε όμως ότι η αγιότητά του αυτή, λόγω και της υπεύθυνης θέσης του: να είναι επίσκοπος, έπαιρνε μορφή ιεραποστολική. Ο άγιος Βουκόλος κήρυττε αδιάκοπα τον λόγο του Θεού, «κηρύσσοντας τη μία ουσία της Τριάδος με ευσεβή τρόπο, ώστε να ξεριζώνει την πολύθεη πλάνη» («Κηρύττων μίαν ευσεβώς της Τριάδος ουσίαν, την πολύθεον πλάνην εξερρίζωσας εκ γης ως ιεράρχης σεπτός») (ωδή γ΄), πάντοτε βεβαίως προβάλλοντας το διαρκές κήρυγμα του διδασκάλου και πνευματικού του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, δηλαδή την πραγματικότητα της σάρκωσης του Υιού και Λόγου του Θεού. «Έγιναν ωραία, παμμακάριε, τα σαγόνια σου, γιατί κήρυσσαν τη σάρκωση αυτού που έλαμψε σε εμάς από την άφατη ευσπλαχνία του» («Ωραιώθησαν, παμμάκαρ, σιαγόνες σου, την σάρκωσιν κηρύττουσαι του δι’ άφατον ευσπλαγχνίαν λάμψαντος ημίν») (ωδή ζ΄). «Θεολόγησες τον Λόγο του Θεού που σαρκώθηκε, και έσωσες πολλούς λαούς από την αλογία της πλάνης, γιατί έγινες θείος μαθητής εκείνου που έλαμψε για τις θεολογικές διδασκαλίες του, τον άγιο Ιωάννη δηλαδή, κήρυκα Βουκόλε» («Σαρκωθέντα τον Λόγον εθεολόγησας και πολλούς αλογίας λαούς διέσωσας, θείος γεγονώς μαθητής του εκλάμψαντος εν θεολογίαις, Βουκόλε κήρυξ») (ωδή η΄).

Ο άγιος Ιωσήφ δεν αφήνει ασχολίαστο το γεγονός ότι στον τάφο του οσίου φύτρωσε φυτό που παρείχε ιάσεις στους προστρέχοντες. Θεωρεί  ότι το θαυμαστό αυτό γεγονός συνιστά μαρτυρία από τον Θεό της δικαίωσης του αγίου, και για τη δράση του ως ποιμένα και για την κατάστασή του στους ουρανούς. «Βλάστησες σαν φοίνικας στις αυλές του Θεού, γι’ αυτό και εκοιμήθης όπως πρέπει στους δικαίους. Και τώρα φέρεις φυτό στο θείο σου μνήμα, που αποτελεί θαύμα σ’ αυτούς που το βλέπουν, θεοκήρυκα Βουκόλε» («Εκβλαστήσας ως φοίνιξ εν ταις αυλαίς του Θεού, οφειλόμενον ύπνον δικαίοις ύπνωσας∙ φέρεις δε φυτόν προς του θείου σου μνήματος, θαύμα τοις ορώσι, Βουκόλε θεοκήρυξ») (ωδή η΄). Ο άγιος Βουκόλος: ένας φωτεινός αποστολικός πατέρας που παραπέμπει στον κατά πολύ νεώτερό του, συνεορτάζοντα με αυτόν, άλλον φωτεινό, και λόγω ονόματος, άγιο Φώτιο, τον «ομότροπον των αποστόλων»,  τον οικουμενικό πατέρα και μέγαν εν διδασκάλοις.

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΑΓΑΘΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2014

«Η αγία Αγάθη ήταν από την πόλη Πάνορμο της Σικελίας, λάμποντας από νεότητα και αγνότητα σώματος και κάλλος ψυχής, ενώ ήταν και πλούσια. Κατά τους χρόνους του βασιλιά Δεκίου, οδηγείται στον ηγεμόνα Κυντιανό. Και κατά πρώτον την έδωσαν σε μία άπιστη πόρνη γυναίκα, για να την μεταστρέψει από την πίστη της στον Χριστό. Επειδή όμως κρατούσε στέρεα την πίστη αυτή και προτιμούσε περισσότερο τον θάνατο με μαρτύριο, την κτύπησαν σκληρά και της έκοψαν τον μαστό, τον οποίο αποκατέστησε υγιή ο πανένδοξος απόστολος Πέτρος. Έπειτα την έσυραν πάνω σε όστρακα και την κατέφλεξαν με φωτιά. Την έριξαν τέλος στη φυλακή, οπότε εκεί παρέδωσε το πνεύμα της στον Θεό. Λέγεται μάλιστα ότι στον τάφο της άγγελος έφερε μία πλάκα, η οποία είχε γραμμένα επάνω τα εξής: «Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού, και πατρίδος λύτρωσις». Τελείται δε η σύναξή της στο Μαρτύριό της που βρίσκεται στο Τρίκογχο».

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος της αγίας Αγάθης, βρίσκει την ευκαιρία, στον κανόνα που έγραψε γι’ αυτήν, να τονίσει και πάλι ότι η Εκκλησία μας είναι ντυμένη στα κόκκινα από το αίμα των αγίων μαρτύρων της. Το μαρτυρικό αίμα του κάθε αγίου συνιστά μάλιστα και ένα στολίδι γι’ αυτήν, δείγμα ότι το μαρτύριο αποτελεί τη δόξα της Εκκλησίας. «Ας στολιστεί σήμερα η Εκκλησία  ένδοξο πορφυρικό ένδυμα, που βάφτηκε από τα αγνά αίματα της μάρτυρος Αγάθης» («Στολιζέσθω σήμερον η Εκκλησία πορφυρίδα ένδοξον, καταβαφείσαν εξ αγνών λύτρων Αγάθης της Μάρτυρος»). Και παίρνει την αφορμή για να μας θυμίσει το αυτονόητο: η αγία έδωσε και τη ζωή της για χάρη της πίστης της στον Χριστό, επειδή ακριβώς αγάπησε ολοκληρωτικά Εκείνον και προσπάθησε, γι’ αυτό, να ρυθμίσει την ύπαρξή της με βάση τις άγιες εντολές Του. «Από όλα τα τερπνά και ευχάριστα της ζωής, τον Χριστό διάλεξες, Αγάθη, επειδή θέλχθηκες από τον θεϊκό πόθο» («Απάντων των τερπνών Χριστόν προέκρινας, Αγάθη, θελχθείσα τω θείω πόθω»)∙ «Ρύθμιζες τη ζωή σου, ένδοξη μάρτυς, με βάση τα θεία προστάγματα του Χριστού» («Θείοις προστάγμασι ρυθμιζομένη του Χριστού, ένδοξε»).

Ο άγιος Θεοφάνης κατά φυσικό τρόπο εγκύπτει σ’ αυτό που βλέπει ως παραδοξότητα στον βίο της αγίας: άγγελος Κυρίου να φέρει πλάκα, με χαραγμένες φράσεις δηλωτικές της αγιότητάς της, σημάδι ότι ο Θεός ήθελε να την καταστήσει φανερή στον κόσμο. Και κάνει τον συνειρμό: και ο Μωυσής στο όρος Σινά έλαβε τις πλάκες από τον Θεό, με χαραγμένο τον Νόμο Του σ’ αυτές. «Έγινε παράδοξο θαύμα με την άθληση της πανένδοξης Αγάθης και Μάρτυρος Χριστού του Θεού, που είναι εφάμιλλο με τον Μωυσή. Εκείνος δηλαδή, νομοθετώντας τον λαό στο όρος Σινά, δέχτηκε τις θεοχάρακτες Γραφές που γράφτηκαν σε πλάκες. Εδώ από την άλλη ο άγγελος έφερε πλάκα από τον ουρανό στον τάφο, που είχε γραμμένα «Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού, και πατρίδος λύτρωσις» («Παράδοξον θαύμα γέγονεν εν τη αθλήσει της πανενδόξου Αγάθης και μάρτυρος Χριστού του Θεού, εφάμιλλον τω Μωυσεί∙ εκείνος γαρ τον λαόν νομοθετών εν τω όρει, τας εγγραφείσας εν πλαξί θεοχαράκτους Γραφάς εδέξατο∙ ενταύθα δε ο άγγελος ουρανόθεν τω τάφω πλάκα επεκόμισεν εγγεγραμμένην∙ Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού,  και πατρίδος λύτρωσις»). Ποιος θα το φανταζόταν ότι μία νεαρή κόρη στη Νότια Ιταλία θα παραβαλλόταν με τον πατριάρχη Μωυσή τον θεόπτη; Επιβεβαιώνεται για μία ακόμη φορά αυτό που ο Κύριος είχε πει, ότι και ο μικρότερος στη Βασιλεία του Θεού, δηλαδή μετά τον ερχομό Εκείνου, είναι μεγαλύτερος και από τον μεγαλύτερο στην Παλαιά Διαθήκη.

Ο υμνογράφος όμως, ο άγιος Θεοφάνης, μένει έκθαμβος και από δύο ακόμη θαύματα που έγιναν με την αγία. Το πρώτο, όταν εξερράγη το ηφαίστειο της Αίτνας και η καυτή λάβα επρόκειτο να καταστρέψει την παρακείμενη πόλη. Οι κάτοικοι που τιμούσαν την αγία και το τίμιο λείψανό της,  την επικαλέστηκαν με πίστη. Και ω, του θαύματος! Η ακάθεκτη φλόγα της λάβας αναστάληκε. Η πόλη διασώθηκε, η αγία ενήργησε. «Την ακάθεκτη ορμή της φωτιάς από την Αίτνα την ανέστειλες με τις ευχές σου, αγαθώνυμη. Και διέσωσες την πόλη, η οποία τιμούσε το σεπτό σου λείψανο, μάρτυς, από το οποίο παίρνει με ευχαρίστηση τους ποταμούς των ιαμάτων, με τη χάρη του αγίου Πνεύματος» («Όρμημα ακάθεκτον πυρός αιτναίου ανέστειλας σαις ευχαίς, Αγαθώνυμε∙ και πόλιν διέσωσας, το σεπτόν σου, μάρτυς, λείψανον τιμώσαν, εξ ου τρυφά τους ποταμούς των ιαμάτων εν θείω Πνεύματι»). Το δεύτερο, όταν η ίδια η αγία, ευρισκομένη στα μαρτύρια, είδε να θεραπεύεται από την αποκοπή του μαστού της, με τη θαυμαστή παρουσία του αγίου αποστόλου Πέτρου. Εκείνος φάνηκε όταν φρουρείτο η αγία, και της θεράπευσε τις πληγές. «Παρουσιάστηκε με λαμπρό τρόπο ο μαθητής του Χριστού σε εσένα, που ήσουν δέσμια, αήττητη Μάρτυς του Σωτήρος παρθένε, θεραπεύοντας τις φοβερές πληγές σου, τις οποίες υπέστης βεβαίως με χαρά» («Επέστη φαιδρώς του Χριστού ο μαθητής σοι φρουρουμένη τας σας ιώμενος δεινάς μάστιγας, ας περ υπέστης αήττητε μάρτυς του Σωτήρος παρθένε, αγαλλομένη»). Η θαυμαστή ίαση του μαστού της, σημειώνει ο ποιητής, οδήγησε σε φοβερή μανία  και σε τεράστια κατάπληξη τον διώκτη της, ενώ εκείνη δοξολογούσε τον νυμφίο της Χριστό. «Καταλήφθηκε από τρομερή μανία ο κακός διώκτης και απορούσε φοβερά, βλέποντας τη δική σου ανανέωση και τη βλάστηση του μαστού σου. Εσύ όμως, μάρτυς, με χαρά φώναζες στον νυμφίο σου με δυνατή κραυγή: Είσαι ευλογημένος Θεέ των Πατέρων μας» («Μανία δεινή συσχεθείς ο δυσμενής, εξηπορείτο δεινώς, την σην θεώμενος ανανέωσιν και του μαστού σου την βλάστην∙ χαίρουσα γαρ, μάρτυς, εβόας τω σω νυμφίω κραυγάζουσα∙ Ευλογητός ει ο Θεός, ο των Πατέρων ημών»).

Είναι περιττό να σημειώσουμε ότι η αγία Αγάθη φαίνεται να έχει εκπληκτική επικαιρότητα στην εποχή μας. Και τη φωτιά της πολυποίκιλης κρίσεως, που σαν λάβα ηφαιστείου απειλεί να μας καταστρέψει,  μπορεί με τη χάρη του Θεού να αναστείλει, και τις γυναίκες που πάσχουν από οποιοδήποτε πρόβλημα μαστού μπορεί να θεραπεύσει. Πολύ λίγο γνωστή στους πολλούς η αγία Αγάθη, με τόσο μεγάλη όμως χάρη Θεού και δύναμη ευεργεσίας της στον κόσμο.

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

pgdorbas.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ Ο ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ (4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Φεβρουαρίου, 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΣΙΔΩΡΟΣ Ο ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ (4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

«Ο άγιος Ισίδωρος, που ήταν Αιγύπτιος κατά το γένος, ήταν γνωστός ως υιός ευγενών και θεοφιλών γονέων, και  ήταν συγγενής του Θεοφίλου και του Κυρίλλου, των Επισκόπων της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων. Ο όσιος αυτός, πεπαιδευμένος πάρα πολύ και από τη θεία σοφία, αλλά και από την έξωθεν, άφησε πάμπολλα συγγράμματα, άξια λόγου και μνήμης στους φιλομαθείς. Αφού εγκατέλειψε κάθε είδος πλούτου, τη λαμπρότητα του γένους του, την ευδαιμονία του βίου, επήγε στο Πηλούσιο όρος και ακολούθησε τη μοναχική ζωή. Εκεί διάγοντας με πλήρη αφιέρωση στον Θεό, φώτιζε με τη διδασκαλία των θείων του λόγων όλη την οικουμένη, με αποτέλεσμα να οδηγεί σε μετάνοια τους αμαρτάνοντες, να στηρίζει αυτούς που αγωνίζονταν στην πίστη, να διεγείρει προς την αρετή αυτούς που απειθούσαν, με την αυστηρότητα των θείων ελέγχων του. Κι ακόμη: να υπενθυμίζει και να νουθετεί και  βασιλείς, για το συμφέρον της οικουμένης, και γενικά να ερμηνεύει με σοφότατο τρόπο τα λόγια της Αγίας Γραφής σε όλους αυτούς που τον ρωτούσαν. Λέγεται μάλιστα ότι οι επιστολές του φτάνουν τις δέκα χιλιάδες. Αφού έζησε λοιπόν άριστα και πολιτεύτηκε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, έφυγε από τη ζωή αυτή σε βαθύ γήρας».

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του οσίου Ισιδώρου, είναι επόμενο να εστιάζει την προσοχή του σε αυτό που αποτέλεσε το μεγαλύτερο χάρισμα του σήμερα τιμωμένου αγίου: τη διδασκαλία του. Σχεδόν στο σύνολο των ύμνων που έγραψε γι’ αυτόν, στο διδακτικό του οσίου αναφέρεται, με παράλληλη αναφορά στη διαχρονική επιρροή του στους πιστούς και στις προϋποθέσεις του λόγου του, προφορικού και γραπτού. Στο τροπάριο του καθίσματος του όρθρου για παράδειγμα, κατά συμπυκνωμένο τρόπο επισημαίνει: «Αναδείχτηκες βίβλος διδασκαλίας της γνώσης, που συντάχθηκε με τον φωτισμό του πανάγνου Πνεύματος από τον πλούτο της πίστης σου, και φανερώνεις τα θεία σε όλους που έχουν ανάγκη τον Θεό και Τον αναζητούν, όπως και θησαυρίζεις τη ζωή γι’ αυτούς που την θέλουν» («Βίβλος γνώσεως διδασκαλίας, πλούτω πίστεως συντεταγμένη, τω πανάγνω ανεδείχθης εν Πνεύματι, ανακαλύπτων τα θεία τοις χρήζουσι, και την ζωήν θησαυρίζων  τοις θέλουσι»). Και σ’ ένα από τα στιχηρά του εσπερινού παρουσιάζει τον όσιο με ωραία έμπνευση: «Με την πλημμύρα της χάρης του Θεού και με τη βροχή των λόγων σου, ποτίζεις όλους του πιστούς. Διότι βάζοντας το στόμα σου στον κρατήρα της θεϊκής σοφίας, σαν να πίνεις από πηγή, άντλησες από εκεί με αφθονία, και διέδωσες παντού τις ακτίνες των δογμάτων σου, στέλνοντας επιστολές και διδάσκοντας και νουθετώντας, θαυμάσιε» («Τη πλημμύρα της χάριτος και τοις όμβροις των λόγων σου, καταρδεύεις άπαντας τους θεόφρονας∙ της ανωτάτω σοφίας γαρ κρατήρι το στόμα σου επιθείς ως εκ πηγής, δαψιλώς συ εξήντλησας, και διέδωκας πανταχού τας ακτίνας των δογμάτων, επιστέλλων και διδάσκων και νουθετών αξιάγαστε»).

Είπαμε βεβαίως ότι αναφέρεται ο άγιος υμνογράφος και στις προϋποθέσεις του οσίου ως προς το χάρισμα του λόγου που είχε. Ο όσιος Ισίδωρος δηλαδή δεν έγραφε ή δεν κήρυσσε, και μάλιστα με μεγάλη καλλιέπεια, επειδή απλώς μελέτησε – η μελέτη του ήταν πράγματι κοπιώδης και επισταμένη, τόσο των εκκλησιαστικών Πατέρων και συγγραφέων, όσο και των διαφόρων φιλοσόφων – αλλά κυρίως επειδή «έμαθε αφ’ ων έπαθε» κατά την εκκλησιαστική ορολογία. Έζησε με άλλα λόγια την πνευματική ζωή, φωτίστηκε από το Πνεύμα του Θεού, γνώρισε τον Θεό, τον κήρυξε. Σ’ ένα από τα στιχηρά και πάλι του εσπερινού ο υμνογράφος σημειώνει: «Καθώς ανυψωνόσουν προς τον Θεό σε όλη τη ζωή σου με θεωρίες και πράξεις, πάνσοφε, έθεσες για πάντα ως στέρεο θεμέλιο την πράξη της αρετής σαν σκαλοπάτι για τη θεωρία, και αγάπησες με σοφό τρόπο το πιο επιθυμό στον κόσμο, τον Θεό» («Θεωρίαις και πράξεσι προς Θεόν ανυψούμενος διά βίου, πάνσοφε, διετέλεσας της θεωρίας επίβασιν, την πράξιν πηξάμενος, και σοφώς των ορεκτών αγαπήσας το έσχατον»). Κι αλλού: «Θανάτωσες με την εγκράτεια το αμαρτωλό φρόνημα, καθώς ντύθηκες τη ζωηφόρο νέκρωση που δίνει ο Χριστός. Κι αφού πλάτυνες  την κατάσταση της ψυχής σου, πανόσιε, την έκανες να χωράει καθαρά τα χαρίσματα του Πνεύματος, και έγινες έτσι δοχείο θεοπνεύστων διδαγμάτων και κατοικητήριο της υπέρ νουν θεϊκής σοφίας» («Εγκρατεία το φρόνημα της σαρκός εθανάτωσας, ζωηφόρον νέκρωσιν ενδυσάμενος∙ και της ψυχής την κατάστασιν πλατύνας, πανόσιε, εναργώς χωρητικήν χαρισμάτων του Πνεύματος απετέλεσας, και δοχείον εγένου θεοπνεύστων διδαγμάτων, και σοφίας της υπέρ νουν ενδιαίτημα»).

Ο όσιος Ισίδωρος μας άφησε περί τις δέκα χιλιάδες (δύο κατά πιο ακριβή έρευνα) επιστολές. Όπως κι αν έχει το πράγμα όμως, σημασία έχει το γεγονός ότι υπήρξε «ο πολυγραφότερος επιστολογράφος της αρχαίας Εκκλησίας» (Σ. Παπαδόπουλος). Κι αυτό σημαίνει, το τονίζει η υμνολογία της Εκκλησίας μας, ότι μπορεί και καθοδηγεί και νουθετεί και πλουτίζει, πέραν εκείνων της εποχής του, και τους πιστούς όλων των εποχών. Οι επιστολές του είναι πράγματι ένας θησαυρός, που πολύ συχνά μάλιστα παραπέμπουν στον ατίμητο θησαυρό των κειμένων του αγίου Χρυσοστόμου, τον οποίο αγαπούσε υπερβαλλόντως και τον οποίο, γι’ αυτόν τον λόγο,  αξιοποίησε και στα δικά του γραπτά σε μεγάλο βαθμό. «Ως κάλαμος του αγίου Πνεύματος» ο άγιος Ισίδωρος έτσι, αποτελεί μία διαρκή πρόκληση και πρόσκληση για όλους εμάς, να έλθουμε μέσω των κειμένων του σε επαφή με το ίδιο το άγιο Πνεύμα, τη ζωντανή παρουσία του Θεού. Ας ακούσουμε και πάλι τον ανάλογο ύμνο του κανόνα του: «Δίνεις την περίσσια του πλούτου σου και μετά τον θάνατό σου, αφού άφησες τους έμψυχους λόγους σου σαν πολύτιμο κληροδότημα σε όλους τους πιστούς, που δοξολογούν τον Χριστό στους αιώνες» («Πλεονάζεις τον πλούτον και μετά θάνατον, τους εμψύχους σου λόγους, ώσπερ πολύτιμον πάσι τοις πιστοίς κληροδοσίαν λιπών, τοις υπερυψούσι Χριστόν εις τους αιώνας»).

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Καθηγούμενος της Σιμωνόπετρας Αρχιμανδρίτης Ελισαίος για το άβατο στο Περιβόλι της Παναγίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Φεβρουαρίου, 2014

Για το πολυσυζητημένο θέμα του αβάτου, αλλά και -πριν και έπειτα από αυτό- γενικότερα για την ουσία και σημασία του Μοναχισμού μάς ομιλεί στη σημερινή επικοινωνία μας ο σεπτός Καθηγούμενος της Σιμωνόπετρας Αρχιμανδρίτης κ. Ελισαίος.

– Μανώλης Μελινός: Γέροντα, πώς εισέρχεται, πώς εντάσσεται ο υποψήφιος στο μοναστήρι; Είναι συγκεκριμένη η περίοδος της δοκιμασίας;
– Αρχιμ. Ελισαίος Σιμωνοπετρίτης: Κάθε ψυχικώς υγιής άνθρωπος που το επιθυμεί πολύ είναι δεκτός στο μοναστήρι. Αυτό δεν σημαίνει ότι οπωσδήποτε θα μείνει ή ότι θα τον κρατήσει το μοναστήρι. Ο Αγιος Ιωάννης της Κλίμακος αναφέρει ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι θείας κλήσεως. Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσουμε ότι για την ασφάλεια του προσώπου πρέπει να υπάρξει ένα στάδιο προδοκιμασίας, όπως το λέμε στη νεότερη γλώσσα. Οταν αυτό που αισθάνεται σταθεροποιηθεί σαν έφεση και αναζήτηση, τότε υποβάλλει γραπτώς αίτηση στο μοναστήρι και η Γεροντική Σύναξις αποφασίζει αν πρέπει να τον εγγράψει στους δοκίμους της μονής. Συνήθως η δοκιμή του κυμαίνεται από ένα έως τρία χρόνια. Αν κάποιος, για παράδειγμα, δεν έχει εκκλησιαστική παιδεία από παλαιά, πρέπει να εξαντλούνται τα τρία χρόνια και ίσως κάποτε κάποτε και περισσότερο…

– Μ. Μ.: Λιγότερο από έναν χρόνο σε ποιες περιπτώσεις;
– Αρχιμ. Ελ. Σιμ.: Σε περιπτώσεις εξαιρετικές. Αν κάποιος έχει εκκλησιαστική παιδεία και σταθερότητα, ναι. Γιατί αυτό δεν ξεκινά από την ασφάλεια του μοναστηριού, αλλ’ από την ασφάλεια του προσώπου. Μη φθάσει, ο μη γένοιτο, ο μοναχός να πει κάποτε «γιατί βιάσθηκα τόσο πολύ…».

– Μ.Μ.: Τι εξυπηρετεί η αλλαγή ονόματος;
– Αρχιμ. Ελ. Σιμ.: Ο μοναχός προσερχόμενος απαρνείται τα πάντα· πολλά που για τον κόσμο είναι καταξίωση, για τον μοναχό είναι απάρνησις όπως λ.χ. οι γονείς, ένα ιδανικό, η προσφορά στην κοινωνία… Πλ’ αυτά, όχι από μίσος γι’ αυτά, αλλ’ από γνησίαν αγάπη προς Τον χορηγό παντός αγαθού και ιδανικού, τον Χριστό.

– Μ. Μ.: Γέροντα, λένε μερικοί ότι οι μοναχοί απαρνούνται τον κόσμο επειδή τον μισούν… Αλλοι ισχυρίζονται ότι στο μοναστήρι πάνε αποτυχημένοι, περιθωριακοί τύποι, που δεν έχουν άλλη διέξοδο. Παρακαλώ απαντήστε τους.
– Αρχιμ. Ελ. Σιμ.: Σημασία δεν έχει ν’ απαντήσω έτσι απλά, να πληροφορήσω γι’ αυτά και για άλλα· σημασία έχει ν’ αποκαλύψω -αν μπορώ και αν η ζωή μου το αποδεικνύει αυτό- την παρηγοριά του ανθρώπου, τον Θεό, με τη συμπεριφορά, με το βίωμα, με τον τρόπο, με την εμφάνισή μου. Αυτόν πρέπει να υποδεικνύω. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσφορά τού ν’ αποκαλύψεις σε κάποιον αυτό που πραγματικώς αναζητεί. Αν οι μοναχοί το κάνουν αυτό, είναι κατ’ εμέ καταξιωμένοι, τίποτε άλλο να μη κάνουν. Γιατί είναι οι στιγμές οι καίριες του ανθρώπου, που μπορεί να έχει προσφέρει στην κοινωνία τα πάντα και να του λείπει «κάτι». Αν λοιπόν ένας μοναχός μιλήσει σ’ έναν εξηντάχρονο, εβδομηντάχρονο -ο οποίος έχει παρακολουθήσει 700 κηρύγματα που δεν «μίλησαν» στην καρδιά του- και τον βοηθήσει αποτελεσματικώς, να το μεγάλο κέρδος. Αυτό σημαίνει πολλά και για τον μοναχό και για την κοινωνική καταξίωση. Οπως εσείς χρειάζεσθε τον κόσμον, έτσι κι εμείς χρειαζόμαστε το μοναστήρι, καθώς λειτουργούμε ως μέλη ενός σώματος. Η προσφορά του μοναχού, λοιπόν, είναι η προσφορά ενός μέλους προς το κοινωνικό σύνολο, προς την Εκκλησία σε τελευταία ανάλυση. Η παράδοση λέει ότι οι μοναχοί είναι το νεύρο της Εκκλησίας! Αποτελούν την εμπροσθοφυλακή του Σώματος.

– Μ. Μ.: Γέροντα, ας μιλήσουμε για το άβατο του Αγίου Ορους. Απ’ όσο γνωρίζω, ο νόμος περί του αβάτου εκδόθηκε καταρχάς από τον Κωνσταντίνο Μονομάχο, περί τα μέσα του 11ου αιώνος. Μάλιστα έχω πληροφορηθεί παράδοση που λέγει ότι την εποχή της Τουρκοκρατίας Τούρκος υπάλληλος -περιφρονώντας τον κανόνα που περιλαμβάνει και τα θηλυκά παραγωγικά ζώα- μετέφερε μία κατσίκα στις Καρυές, το γάλα όμως της οποίας μεταβλήθηκε σε αίμα! Δεν δέχεσθε εδώ -κατά παράδοση- το θηλυκό στοιχείο;
– Αρχιμ. Ελ. Σιμ.: Δεν είναι απόλυτο αυτό. Δεν μπορούμε να πούμε έτσι γενικευμένα «το θηλυκό στοιχείο».

– Μ. Μ.: Το να μην μπαίνει η γυναίκα στο Αγιον Ορος κάπου είναι κατανοητό. Βοηθείται ο μοναχός να ολοκληρώσει απερίσπαστος το έργο του. Σε άλλο επίπεδο, σε άλλη έκφραση της ζωής, θα μπορούσατε κάλλιστα λ.χ. να έχετε τις κότες σας, ώστε να μην αγοράζετε αβγά από τον κόσμον.
– Αρχιμ. Ελ. Σιμ.: Ας θέσουμε το θέμα πιο γενικά· έχει σημασία, γιατί στο Αγιον Ορος διατηρήθηκε αυτή η παράδοση. Σε όλα τα μοναστήρια απ’ αρχής υπήρχε το άβατο και στ’ ανδρικά και στα γυναικεία. Αυτό λοιπόν που είναι βασικό και αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία των μοναστηριών διατηρήθηκε στο Αγιον Ορος. Τώρα, γιατί γίνεται αυτό; Στο πλαίσιο της αποταγής των πάντων -δεν θέτω σε ηθική βάση το ζήτημα- ακόμη και του πολύ ιερού δεσμού της συζυγίας, είναι φυσικό ν’ αρνούμασθε αυτή τη δυνατότητα της επικοινωνίας με το άλλο φύλο. Αυτό, εν τέλει, για να δημιουργηθούν στο Αγιον Ορος -που είναι κατεξοχήν μοναστικός χώρος- οι άριστες προϋποθέσεις και συνθήκες για τη μοναχική ζωή. Μέσα σε αυτά περιλαμβάνεται και η αποταγή των πάντων. Γι’ αυτό και δεν δεχόμαστε την είσοδο των γυναικών, όχι από αντίληψη μισογυνισμού, αλλ’ από το ακριβώς αντίθετον: Από βαθιά αξιοπρέπεια σε αυτό που κάνουμε. Να κρατήσουμε τις προϋποθέσεις για να είναι η μοναχική ζωή απερίσπαστη και απόλυτη, όπως έκαναν και κάνουν και οι γυναίκες για τα δικά τους μοναστήρια. Μακάρι να υπήρχε ένα Αγιον Ορος και για τις γυναίκες… Θα ήτο πάρα πολύ καλό. Μέσα λοιπόν στο γενικότερο πλαίσιο, επικράτησε να μην υπάρχουν θηλυκά ζώα στο Αγιον Ορος. Με την πάροδο των ετών η παράδοσις αυτή περιβλήθηκε ένα μανδύα ιερότητος, ότι τίποτε το θηλυκό δεν υπάρχει στο Αγιον Ορος. Αυτό βεβαίως δεν είναι και τόσον αληθινό, γιατί π.χ. δεν εφαρμόσθηκε πάντα. Απλούστατα η πανίδα και η χλωρίδα έχουν και τα θηλυκά και τ’ αρσενικά. Ομως καθιερώθηκε τα ζώα που εντάσσονται στη ζωή του μοναστηριού -τα χρησιμοποιεί δηλαδή η μονή- να μην είναι θηλυκά. Οταν ο Αγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης έφερε βόδια και αγελάδες στο μοναστήρι του και μεταφορικά ζώα, οι ασκητές αντέδρασαν. Μετά, με το τυπικό του Τσιμισκή, καθιερώθηκε να έχει ζώα μόνον η Μεγίστη Λαύρα -το πρώτο τη τάξει μοναστήρι- που είχε και έχει πολλές ανάγκες

Αυτό λοιπόν ξεκίνησε -όπως τα περισσότερα πράγματα- απλά και στη συνέχεια περιβλήθηκε μίαν αίσθησιν ιερότητος κατά την πορεία των πραγμάτων. Επαναλαμβάνω για το θέμα του αβάτου: Εφαρμόσθηκε και στο Αγιον Ορος -όπως αναφέραμε- ως παράδοση του Μοναχισμού.
Μανώλης Μελινός
Θεολόγος συγγραφέας,
διευθυντής Βιβλιοθήκης της Ι. Συνόδου

dimokratianews.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »