kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Ο Θεός δεν υπάρχει, είναι!

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Φεβρουαρίου, 2014

Ερ.: Αν δεν υπάρχει κάτι που να αποδεικνύει την μη ύπαρξη του Θεού, υπάρχει κάτι που να αποδεικνύει την ύπαρξή Του, και αν όχι, γιατί δεν υπάρχει;
Απ.: Ο Θεός δεν προσεγγίζεται λογικά. Αν έτσι συνέβαινε θα Τον ανακάλυπταν οι έξυπνοι, οι μορφωμένοι και οι σοφοί του κόσμου. Συχνά η αλήθεια κρύβεται από τα μάτια «των σοφών και συνετών και αποκαλύπτεται νηπίοι» (Ματθ.ια’ 25). Υπάρχω σημαίνει βρίσκομαι κάτω από μία αρχή. Εμείς υπάρχουμε γιατί βρισκόμαστε κάτω από Αυτόν. Θεός που αποδεικνύεται πως υπάρχει ή πως δεν υπάρχει, δεν υπάρχει!
Ο Θεός είναι…ονομάζεται στην Παλαιά Διαθήκη με αυτό το όνομα: ο Ων. Από το είναι του Θεού απορρέει η ύπαρξη του κόσμου.
Στην Ορθόδοξη παράδοση, αντί να ψάχνουμε αποδείξεις για την ύπαρξη και ουσία του Θεού, αγωνιζόμαστε για την αποκάλυψη της παρουσίας Του στην ζωή μας και για την κοινωνία του προσώπου Του. όταν κανείς ζει την ευλογία της παρουσίας Του και το μυστήριο της κοινωνίας Του, δεν έχει ανάγκη να απαντήσει στο ερώτημα της ύπαρξής Του. όλα τα σχετικά ερωτήματα εκφυλίζονται πριν λάβουν την απάντησή τους.
Θα πω κάτι που ίσως λίγο σας δυσκολέψει, αλλά όμως είναι πολύ σημαντικό. Η γνώση μας για τους λόγους των όντων για το μυστήριο του Θεού είναι πολύ περιορισμένη. Πολύ λίγα γνωρίζουμε, διότι και πολύ λίγα μπορούμε να χωρέσουμε. Αλλά αυτά που κατέχουμε είναι ότι μας χρειάζεται. Η ουσία του Θεού είναι αμέθεκτη, ενώ οι άκτιστες ενέργειές Του μεθεκτές. Εμείς δεν γνωρίζουμε ούτε κατανοούμε την ουσία Του, μόνο μυστηριακώς και μυστικώς κοινωνούμε τη φύση Του, γινόμαστε «κοινωνοί θείας φύσεως» (Β’ Πέτρ.α’ 4). Έτσι ζούμε την αποκάλυψή Του, και τη χάρι και την παρουσία Του.
από το βιβλίο: “Αν υπάρχει ζωή, θέλω να ζήσω”
σελ.39-40
του Μητροπ. Μεσογαίας και Λαυριωτικής κ. Νικολάου

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εορτή της Υπαπαντής: Ο Χριστός στα χέρια μας.

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Φεβρουαρίου, 2014

Σήμερα ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία πανηγυρίζει τὴν Ὑπαπαντὴ τοῦ Χριστοῦ, τὴνὑποδοχή Του δηλαδὴ στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντα ἀπὸ τὸν πρεσβύτη Συμεών. Ὅπως μᾶς διηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ σαράντα μέρες καθαρισμοῦ τῆς Παναγίας μετὰ τὴν γέννηση τοῦ Κυρίου, προσῆλθαν στὸ ναό, γιὰ νὰ ἀφιερώσουνν τὸν Ἰησοῦ στὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐφαρμόσουν τὶς τυπικὲς διατάξεις ποὺ προέβλεπε ὁ μωσαϊκὸς νόμος. 
Τότε ἕνας γέροντας, ὁ Συμεών, ποὺ εἶχε λάβει τὴν θεία ὑπόσχεση ὅτι δὲν θὰπέθαινε, ἐὰν δὲν ἔβλεπε τὸν Μεσσία, βαστάζοντας στὰ γεροντικά του χέρια τὸν Κτίστη καὶ Δημιουργὸ τοῦ παντός, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀναγνώρισε τὸν Λυτρωτὴ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ Τὸν δοξολόγησε μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Τώρα μπορεῖς νὰ ἀφήσῃς τὸν δοῦλο Σου νὰ πεθάνῃ εἰρηνικά, Κύριε, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσή Σου, διότι εἶδαν τὰ μάτια μου τὴν σωτηρία ποὺ ἑτοίμασες γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, τὸ φῶς τῆς ἀποκαλύψεώς Σου καὶ τὴν αἰτία νὰ δοξάζεται ὁεὐλογημένος λαός Σου, ὁ Ἰσραήλ». Καὶ στὴν Θεοτόκο εἶπε: «Ὁ Υἱός σου θὰ εἶναι αἴτιος πτώσης καὶ ἀνάστασης πολλῶν, ἐνῷ τὴν δική σου ψυχὴ θὰ διαπεράσῃξίφος». Ἔχοντας τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του στραμμένα πρὸς τὸν Γολγοθά, τὴν στιγμὴ τῆς φρικτῆς θυσίας, ὁ γέροντας Συμεὼν προφήτευσε μὲ ἀκρίβεια τὰμελλούμενα.
       Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πραγματικὰ κεῖται «εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν». Δι’ Ἐκείνου «πεπτώκασι δαίμονες καὶ ἀνέστησαν ἄνθρωποι»· δι’ Ἐκείνουἀποκαλύφθηκε τὸ ἀληθινὸ φῶς ποὺ φωτίζει καὶ ἁγιάζει τὰ σύμπαντα· δι’Ἐκείνου δοξάζεται ὁ Ἰσραήλ, δηλαδὴ ἡ Ἁγία Ἐκκλησία Του·  δι’ Ἐκείνου ἔρχεταιἡ λύτρωση ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς ἁμαρτίας, ἀφοῦ καταπατήθηκε ὁ μεγάλος ἐχθρὸς τῶν ἀνθρώπων, ὁ θάνατος.
       Μὲ τὴν Ὑπαπαντή Του ὁ Κύριος ἀπέδειξε ὅτι ὑπῆρξε ὑπόδειγμα ταπείνωσης στὸ νόμο ποὺ ὁ Ἴδιος εἶχε δώσει στοὺς ἑβραίους. Ἡ ὑπακοή Του αὐτὴφανερώνει τὸ θεῖο μεγαλεῖο Του, διότι ὁ Θεὸς δὲν ἐπιβάλλεται στὸν ἄνθρωπο μὲτὴ βία. Μέσα στὸ ναὸ ὁ Συμεὼν ἐναγκαλίζεται τὸν Νομοθέτη τοῦ Ἰσραήλ, ὁὉποῖος δὲν ἦρθε νὰ καταργήσῃ τὸν νόμο, ἀλλὰ νὰ τὸν ὁλοκληρώσῃ. Γι’ αὐτὸἐξάλλου καὶ κατὰ τὴν ἐπίγεια δράση Του τηροῦσε ἀπαρέγκλιτα τὶς διατάξεις ποὺὑποχρεώνονταν νὰ ἐφαρμόζουν οἱ Ἰουδαῖοι. Κι ἐνῷ Ἐκεῖνος ὑποτάχθηκε σὲ νόμο ποὺ δὲν ὁδηγοῦσε στὴ σωτηρία, ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ δυσανασχετοῦμε, ὅταν ἡἘκκλησία μᾶς καλῇ νὰ ἐφαρμόσουμε τὸ Εὐαγγέλιο, γιὰ νὰ πετύχουμε τὴν σωτηρία μας. Αἰσθανόμαστε βαρὺ φορτίο τὸν εὐαγγελικὸ νόμο, ἐπειδὴ ζοῦμε μέσα στὴν χλιαρότητα, ἀλλὰ καὶ ὅταν τὸν ἐφαρμόζουμε, συχνὰ τὸ κάνουμεἐντελῶς τυπολατρικά, χωρὶς συναίσθηση, συμμετέχουμε στὰ μυστήρια τῆςἘκκλησίας μὲ ἀπολιθωμένη, τυπολατρικὴ καὶ νεκρὴ συνείδηση. Ὅμως ἡἘκκλησία καταργεῖ τοὺς νόμους καὶ τὶς τυπικότητες, ὅταν αὐτὲς δὲν ὁδηγοῦν στὴν ἐλευθερία καὶ τὴν χάρη, ὅταν τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι ἡ ὑπέρβαση τῶν στερεοτύπων.
       Ὁ πρεσβύτης Συμεὼν πῆρε στὰ χέρια Του Αὐτὸν ποὺ ἔπλασε μὲ τὰ χέρια Του τὸν Ἀδάμ· καὶ ἡ χαρά του ἦταν ἀπερίγραπτη. Μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε τὸμέγεθος τῆς χαρᾶς του, ἐὰν θὰ εἶχε τότε τὴν δυνατότητα ποὺ ἔχουμε ἐμεῖς οἱχριστιανοί; Καὶ ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ δυνατότητα; Ὄχι μόνον νὰ ἀγγίξουμε τὸ Σῶμα τοῦ Θεανθρώπου, ἀλλὰ νὰ Τὸ ἑνώσουμε μὲ τὸ δικό μας Σῶμα μέσῳ τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἡ Ὑπαπαντὴ τοῦ Χριστοῦ μας εἶναι ἕνα γεγονὸς μὲ διάρκεια. Διότι καθημερινὰ ἀπαντοῦμε, δηλαδὴ ὑποδεχόμαστε τὸν Κύριο μέσα μας κατὰ τὴν διάρκεια τῆς θείας λειτουργίας, γι’ αὐτὸ καὶ ἠ συγκίνηση, ἡ χαρὰ καὶ ἡἀγαλλίαση, εἶναι συναισθήματα ποὺ πρέπει νὰ μᾶς διακατέχουν κάθε φορὰ ποὺΤὸν κοινωνοῦμε καὶ Τὸν δεχόμαστε μέσα στὶς ἀγκάλες τῆς καρδιᾶς μας.
       Τὸ καλὸ συναπάντημα μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ εἶναι μία εὐλογημένη αἰώνια γιορτή. Ὁ ἄνθρωπος συναντᾶται μὲ τὸν Θεὸ μέσα σὲ μία σχέση θεωτική, ὅπου ὁΘεὸς δωρίζει ὅλο Του τὸ εἶναι στὸ πλᾶσμα Του, τοῦ παρέχει τὰ πάντα γιὰ τὴν σωτηρία του. Αὐτὴν τὴν σωτηρία εἶδαν τὰ γερασμένα μάτια τοῦ Συμεών, ἀλλὰκαὶ τῆς προφήτιδος Ἅννης, ἡ ὁποία περίμενε καὶ αὐτὴ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία μέχρι τὰ βαθιὰ γεράματά της.
       Ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, ἂς μὴν περιμένουμε νὰ γεράσουμε, γιὰ νὰ ποῦμε «Νῦνἀπολύεις». Ἡ εὐκαιρία νὰ πάρουμε στὰ χέρια μας τὸν Χριστὸ μᾶς δίνεται σήμερα. Τώρα! Ἡ Ὑπαπαντή Του εἶναι μία γιορτὴ τοῦ σήμερα, τοῦ κάθε σήμερα· ὉΧριστὸς εἶναι ἐδῶ, μέσα στὸ Ναό Του! προσφέρεται καθημερινὰ στοὺς Ναοὺς ὡς «προσφέρων καὶ προσφερόμενος», σαραντίζει καθημερινὰ μέσα στὶς Ἐκκλησιές μας ὡς βρέφος, ἕτοιμος γιὰ θυσία, Τὸν βαστάζουν καθημερινὰ οἱ πρεσβύτεροι στὴν θεία λειτουργία, προτείνοντας «Τὰ Ἅγια τοῖς ἁγίοις». Καθημερινὰ κι ἐμεῖς οἱπιστοὶ μποροῦμε καὶ πρέπει νὰ Τὸν κοινωνοῦμε, γιὰ νὰ αἰσθανόμαστεἀνυπέρβλητα μεγαλύτερη χαρὰ ἀπὸ αὐτὴν τοῦ Συμεὼν καὶ τῆς Ἅννης καὶ νὰ λέμε μὲ ἀγαλλίαση ψυχῆς «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν Σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά Σουἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν Σου, ὃ ἠτοίμασας κατὰπρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ ΣουἸσραήλ». 
π.Στυλιανός Μακρής

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΥΠΑΠΑΝΤΗ: ΕΟΡΤΗ ΔΥΝΑΜΕΩΣ ΖΩΗΣ ΑΚΑΤΑΛΥΤΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Φεβρουαρίου, 2014

   Η εορτή της Υπαπαντής δεν είναι γνωστή στους περισσότερους ανθρώπους. Αλλά ακόμη κι όσοι την γνωρίζουν μένουν στην σύνδεση   με τον Χριστό ως βρέφος, την εκπλήρωση των διατάξεων του μωσαϊκού νόμου από τον Κύριο σχετικά με την επίσκεψή Του στο Ναό των Ιεροσολύμων και την συνάντησή Του με τον Συμεών, την προφητεία του γέροντα ιερέα σχετικά με το ότι ο Κύριος θα είναι «σημείον αντιλεγόμενον» και την προετοιμασία της Παναγίας ότι την καρδιά της θα διέλθει ρομφαία (Λουκ. 2, 22-40). Ο Απόστολος Παύλος δίνει μία άλλη διάσταση στην εορτή, πέρα από τα γεγονότα στη συγκεκριμένη τους μορφή. Αναφέρει στην προς Εβραίους επιστολή του την συνάντηση του Θεού με τον άνθρωπο στο πρόσωπο του Χριστού και την ίδια στιγμή το ξεκίνημα μία νέας πορείας για τον άνθρωπο, την θρησκεία, τον κόσμο μέσα από αυτή τη συνάντηση.

                Ο Παύλος υπενθυμίζει ένα γεγονός της Παλαιάς Διαθήκης: την συνάντηση του Αβραάμ με τον Μελχισεδέκ. Μετά από μία νίκη του Αβραάμ στην περιοχή του Χοδολογόμορ και την συντριβή των εχθρών του, ο Αβραάμ επισκέπτεται την βασιλιά της Σαλήμ Μελχισεδέκ (Γεν. 14, 17-20), ο οποίος ήταν ιερέας του Θεού και την ίδια στιγμή ήταν «απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος, μήτε αρχήν ημερών, μήτε τέλος ζωής έχων» (Εβρ. 7,3).  Ο Μελχισεδέκ ευλογεί τον Αβραάμ και εκείνος του προσφέρει το ένα δέκατο από τα λάφυρα που είχε αποκομίσει από την νίκη του, παρότι ο Μελχισεδέκ δεν ανήκε στην κατηγορία των ιερέων που ακολουθούσε συγκεκριμένη τάξη, συνέχεια, διαδοχή. Δεν ήταν μέλος του θρησκευτικού ιερατείου. Διακονούσε τον αληθινό Θεό, δεν ήταν όμως ενταγμένος στην ιουδαϊκή θρησκεία. Και την ίδια στιγμή κανείς δεν γνώριζε ποιες ήταν οι ρίζες του, ποιοι οι γονείς του, ούτε πότε γεννήθηκε ούτε αν και πότε πέθανε. Ο Θεός είχε ορίσει να υπηρετούν θρησκευτικά τους Ιουδαίους  όσοι κατάγονταν από την γενιά του Λευί. Αυτοί  συμπεριλαμβάνονται στο πρόσωπο του Αβραάμ,   παρότι δεν είχαν υπάρξει ακόμη, αφού ο Λευί ήταν γιός του εγγονού του Αβραάμ, του Ιακώβ. Εντούτοις, παρότι ο Αβραάμ  είχε απευθείας σχέση με το Θεό, υπήρξε κι αυτός ιερέας του Θεού και την ίδια στιγμή ο κομιστής της Διαθήκης του Θεού, της συμφωνίας για την  γη της Επαγγελίας,  σε σχέση με τον Μελχισεδέκ είναι «το έλαττον», το οποίο «ευλογείται χωρίς πάσης αντιλογίας υπό του κρείττονος» (Εβρ. 7, 7).
                Ο Παύλος επισημαίνει ότι ο Χριστός είναι ιερέας «εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ» (Εβρ. 7, 17) και δεν ακολουθεί την συνέχεια της λευιτικής, της θρησκευτικής ιερωσύνης. Είναι και ο Ίδιος «απάτωρ», ως προς την ανθρώπινη φύση Του. «Αμήτωρ», ως προς τη Θεϊκή Του φύση. «Αγενεαλόγητος», ως προς την ιερωσύνη Του, καθώς βγαίνει από την ανθρώπινη σειρά, δεν είναι μέλος θρησκείας, αλλά ούτε και ιδρυτής της, γιατί ο Χριστός δεν θέλησε να δημιουργήσει ένα σύστημα που θα μιλά για τον Θεό και θα Τον δείχνει με ορισμένες τελετές, αλλά ήταν ο Ίδιος ο Θεός που έγινε άνθρωπος και συναντά τον άνθρωπο όχι μόνο στα πρόσωπα των ιερέων, αλλά στον καθέναν που θέλει να Τον συναντήσει. Γι’ αυτό και στην χριστιανική παράδοση η ιερωσύνη δεν είναι προνόμιο μίας φυλής, μίας κάστας, μίας συγκεκριμένης ομάδας ανθρώπων, αλλά δίδεται σε όλους τους πιστούς κατά την στιγμή του Βαπτίσματος και του Χρίσματος, καθώς μετέχουμε στο «τρισσόν αξίωμα του Κυρίου», το βασιλικό, το ιερατικό και το προφητικό, ενώ ακόμη και η ιερωσύνη ως συγκεκριμένη και συνεχής διακονία του σώματος του Χριστού δίδεται σε όσους έχουν κλήση από το Θεό και όχι σε όσους είναι συνεχιστές παραδόσεων και γενεών. Την ίδια στιγμή ο Χριστός δεν έχει αρχή ούτε τέλος, γιατί είναι «Συνάναρχος τω Πατρί»  και «της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος».
                       Επομένως, ο Χριστός συναντά τον άνθρωπο όχι στην βάση  της «κατά νόμον σαρκικής εντολής», «αλλά κατά δύναμιν ζωής ακαταλύτου» (Εβρ. 7, 16). Δεν υπάρχει σύμφωνα με τις επιταγές του ανθρώπινου νόμου, αλλά με τη δύναμη που δίνει μία ζωή χωρίς τελειωμό. Έτσι, χωρίς να απορρίπτει τις θρησκευτικές διατάξεις, γι’ αυτό και ο Ιωσήφ και η Παναγία θα Τον πάνε στο Ναό, δίδει σ’ αυτές ένα νέο περιεχόμενο. Ο Νόμος δεν δυναστεύει τη ζωή του ανθρώπου, αλλά γίνεται παιδαγωγός. Η θρησκεία, επομένως, λειτουργεί παιδαγωγικά για τον καθέναν. Μιλά για τον Θεό και με τις διατάξεις της βοηθά τον καθένα να συνειδητοποιήσει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να πορευτεί κατά το θέλημα του Κυρίου. Όμως δεν αρκεί η ένταξη του ανθρώπου στην θρησκεία, εάν δεν αγωνιστεί να προσλάβει αυτήν την δύναμη της ακατάλυτης ζωής που η σχέση πρόσωπο προς πρόσωπο με τον Χριστό δίδει.
                Η συνάντηση του Χριστού με τον Συμεών μας δείχνει τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να προσλάβουμε την όντως Ζωή. Είναι η αναφορά και η προσφορά στο Θεό του κόσμου και της ζωής, των αγαθών που ο Θεός και ο κόπος μας δίνουν, η απάρνηση της αυτάρκειας και της χρήσης των πάντων προς δικό μας όφελος, είναι η ευχαριστία για όσα μας δίδονται, διότι αυτό σημαίνει ιερωσύνη. Είναι η πίστη στις επαγγελίες του Θεού, όπως αυτές αποτυπώνονται στο Ευαγγέλιο και την ζωή και την παράδοση της Εκκλησίας και τις βίωσαν οι πριν από εμάς, με τους οποίους δεν μας συνδέουν μόνο γενεαλογίες γένους, φυλής, ιστορίας, διατάξεων (οι οποίες έχουν ως ρίζα τους τα ανθρώπινα), αλλά η  γενεαλογία της πίστης. Είναι η πρόσληψη του Χριστού μέσα από το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ως κοινωνία ζωής και αιωνιότητας. Κάθε φορά που κοινωνούμε μοιάζουμε με τον γέροντα Συμεών. Δεν παίρνουμε απλώς το Χριστό στα χέρια μας, αλλά Εκείνος αγιάζει την σύμπασα ύπαρξή μας, καθιστώντας την Σώμα και Αίμα Του και την ίδια στιγμή αθανατίζοντάς την.
                Ο γέροντας Συμεών ο Θεοδόχος αναφώνησε «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα», όταν δέχτηκε στα χέρια του τον Χριστό. Με τα λόγια αυτά σφράγισε την χαρά που πλημμύρισε την ύπαρξή του καθώς ένιωσε ότι εκπληρώθηκε ο σκοπός της ζωής του, μέσα σε μία στιγμή, για την οποία προετοιμαζόταν όλη του την ζωή.  Αν κάποιος στάθμιζε την διακονία του Θεού στην τήρηση των διατάξεων του νόμου και την αφιέρωσή του στον Ναό με την στιγμή της συνάντησης με το Χριστό θα έλεγε ότι μόνο το τέλος άξιζε. Για να φτάσει όμως να είναι έτοιμος για το τέλος, παιδαγωγήθηκε και παιδαγώγησε.  Αυτή ας είναι και η δική μας ζωή μέσα στην Εκκλησία. Η παιδαγωγία από την μία, αλλά και την ίδια στιγμή η δίψα για συνεχή κοινωνία με το Θεό στο πρόσωπο του Κυρίου μας. Ο Συμεών γεύθηκε την χαρά μία φορά και στη συνέχεια ξεκίνησε το ταξίδι στην αιωνιότητα. Εμείς έχουμε την ευλογία να γευόμαστε την χαρά κάθε φορά που κοινωνούμε τον Χριστό. Και είναι αυτή η συνάντηση η αφετηρία μιας ζωής που ξεπερνά τα πλαίσια και τα όρια της θρησκείας, χωρίς να την απορρίπτει.
Η εποχή μας  έχει περιθωριοποιήσει την θρησκεία και έχει διακηρύξει τον θάνατο του Θεού. Δεν έχει να προσδοκά όμως καμία συνάντηση με την όντως Ζωή. Κι αυτή είναι η απουσία νοήματος και την ίδια στιγμή η απουσία της γνήσιας χαράς. Έχει υποβιβάσει την ιερωσύνη σε θρησκευτική τελετουργία, κατάλοιπο παράδοσης και παρελθόντος, αρνούμενη ακόμη και την παιδαγωγία. Η γιορτή της Υπαπαντής μας υπενθυμίζει τα μηνύματα  της ζωής που γεύεται την συνάντηση με τον Θεό. Ας οικειωθούμε την χαρά και την ευλογία κι ας γίνει η πορεία μας πορεία αναφοράς και ευχαριστίας, πίστης και πρόσληψης του Χριστού. Για να έχει νόημα και να μη νικιέται από τίποτε και από κανέναν. Ούτε καν από τον θάνατο.
Κέρκυρα, 2 Φεβρουαρίου 2014  
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σοφά λόγια σοφών ανθρώπων.

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Ιανουαρίου, 2014

Ὅλοι οἱ ἅγιοι δὲν ἔλαβαν τὴν ἴδια Χάρη ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ ὅλοι γέμισαν τὸ δοχεῖο ποὺ προσέφεραν στὸν Θεό. (π. Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ) 
 
Οἱ ἄπιστοι εἶναι οἱ πιὸ εὔπιστοι…… (Μπ. Πασκάλ)
 
Ἡ ἀρετὴ περισσότερους ἐχθροὺς ἔχει ποὺ τὴν καταδιώκουν, παρὰ φίλους ποὺ τὴν ἀγαποῦν…
 
Ποτὲ μὴν ὑπόσχεσαι ἀσυλλόγιστα. Ὁ ὑπερήφανος ὑπόσχεται ἀβασάνιστα, ἀπὸ ἐγωισμό. Ὁ ταπεινὸς λέει θὰ προσπαθήσω. ( Στάρετς Σαμψών Σίβερς )
 
Θυμήσου ὅτι τὰ παιδιά, οἱ γάμοι καὶ τὰ λουλούδια ἀντανακλοῦν τὸ εἶδος τῆς φροντίδας ποὺ παίρνουν. (H. Jackson Brown, Jr.)
 
Οἱ μεγάλοι ἄνθρωποι ἔχουν θέληση· οἱ μικροὶ πόθους.
 
Ὅ,τι δὲν εἶναι ἀγκαλιά, δὲν εἶναι Ἐκκλησία… (Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος)
 
Δὲν εἶναι ὁ ἡρωισμός, ἀλλὰ ἡ ταπείνωση ποὺ δίνει τὴν ἀληθινὴ δύναμη καὶ ἐλευθερώνει ἀπὸ τὸ φόβο. (Τατιάνα Γκορίτσεβα)
 
Ἡ ψυχὴ εἶναι πολὺ βαθιὰ καὶ μόνο ὁ Θεὸς τὴ γνωρίζει. (π. Πορφύριος)
 
Τὰ κράτη τότε καταστρέφονται, ὅταν δὲν μποροῦν νὰ ξεχωρίσουν τοὺς σπουδαίους ἀπὸ τοὺς ἀσήμαντους.(Ἀντισθένης)
 
Δὲν εἶναι φοβερό ἄν σᾶς προσέβαλλαν, κορόιδεψαν ἤ λήστεψαν. Φοβερό εἶναι ἄν ἐσεῖς δὲν μπορεῖτε νὰ τὰ ξεχάσετε. (Κομφούκιος)
 
Διδάσκω τοὺς μοναχοὺς νὰ μὴν ὁμιλοῦν γιὰ τὶς ἀδικίες ποὺ ὑφίστανται, ἀλλὰ νὰ σιωποῦν. Ἐμεῖς πρέπει νὰ ζοῦμε ὡς ἐσταυρωμένοι. Αὐτὸ συνιστᾶ ἡ Ὀρθόδοξη πνευματικότητα. (Γέρων Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ)
 
Ἐκεῖνος ποὺ ἀγωνίζεται πολὺ καιρὸ καὶ δὲν βλέπει πνευματικὴ πρόοδο ἔχει ὑπερηφάνεια καὶ ἐγωισμό. Πνευματικὴ πρόοδος ὑπάρχει ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει πολὺ ταπείνωση. ( Γέρων Παΐσιος )
 
Ἀληθινοὶ θεολόγοι στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μισοῦν τὸν ἑαυτὸ τους (τὰ πάθη τους). Ἂν δὲν μισήσει κανεὶς τὸν ἑαυτὸ του ἕως θανάτου, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ καὶ διδάσκαλος τοῦ λαοῦ. (Γέρων Σωφῤόνιος τοῦ Ἔσσεξ)
 
Γιὰ τὸν Κληρικὸ δύο εἶναι, ἰδιαιτέρως, μεγάλα πάθη: ἡ φιληδονία καὶ ἡ μνησικακία. Εἶναι δύσκολη ἡ σωτηρία γιὰ τοὺς Κληρικοὺς. Πολὺ δυσκολότερη γιὰ τοὺς Ἐπισκόπους. (Γέρων Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ)
 
Πολλοὶ ἀγαποῦν νὰ διαβάζουν σοβαρὰ βιβλία, καὶ αὐτό εἶναι καλό, ἀλλ᾿ ἀνωτέρη ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ προσευχή. (Ἅγιος Σιλουανός)
 
Ὁ ἀδελφός μας εἶναι ἡ ζωή μας. ( Ἅγιος Σιλουανός )
 
Βάλε ἀρχὴ νὰ κάνεις ὅ,τι εἶναι ἄριστο. Κανένας δὲ θὰ ὁλοκληρώσει τὴν πορεία πρὸς τὸν οὐρανό, ἐκτὸς ἀπὸ κεῖνον ποὺ ξεκινάει τὴν ἡμέρα του καλά. (Στάρετς Ἀντώνιος τῆς Ὄπτινα)

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Ιανουαρίου, 2014

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΝΔΟΞΟΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ

«Οι άγιοι μάρτυρες Κύρος και Ιωάννης ζούσαν επί Διοκλητιανού του βασιλιά. Ο μεν Κύρος καταγόταν από την Αλεξάνδρεια, ο δε Ιωάννης από την Έδεσσα. Λόγω του επικρατούντος τότε λοιπόν διωγμού, ο οποίος κατέστρεφε τους χριστιανούς, ο Κύρος προχώρησε προς την Αραβία, σε έναν παραθαλάσσιο τόπο, έγινε μοναχός και κατοίκησε εκεί. Ο δε Ιωάννης που έφθασε στα Ιεροσόλυμα, άκουσε για τις θαυματουργίες του αγίου Κύρου (διότι θεράπευε κάθε νόσο και αρρώστια), πήγε στην Αλεξάνδρεια, και από εκεί, από ό,τι φημολογείτο για τον άγιο ως προς τον τόπο διαμονής του, έφθασε εκεί που έμενε και έζησε μαζί του. Όταν συνελήφθη κάποια γυναίκα, που λεγόταν Αθανασία, μαζί με τις τρεις θυγατέρες της, την Θεοδότη, την Θεοκτίστη και την Ευδοξία, για την πίστη τους στον Χριστό, και επρόκειτο να παρασταθούν στο δικαστικό βήμα, φοβήθηκαν οι άγιοι Κύρος και Ιωάννης μήπως πάθουν κάτι που είναι φυσικό να συμβαίνει και μάλιστα στις γυναίκες, δηλαδή να  τρομάξουν από το μέγεθος των μαρτυρικών βασάνων, γι’ αυτό και πήγαν εκεί που τις κρατούσαν, τις έδιναν θάρρος και τις προετοίμαζαν για τα μαρτύρια. Επειδή συνελήφθησαν και αυτοί όμως και ομολόγησαν τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό ότι είναι αληθινός Θεός, υποβλήθηκαν σε πολλές τιμωρίες, οπότε στο τέλος τούς έκοψαν τα κεφάλια, μαζί με τις γυναίκες που αναφέραμε. Τελείται δε η σύναξή τους στο Μαρτύριό τους, που βρίσκεται στην περιοχή του Φωρακίου».

Οι άγιοι Κύρος και Ιωάννης ανήκουν στη μεγάλη χορεία των αναργύρων αγίων, όπως οι Κοσμάς και Δαμιανός, Παντελεήμων και Ερμόλαος, Σαμψών και Διομήδης, Θαλέλαιος και Τρύφων. Η υμνολογία τους μάλιστα τους χαρακτηρίζει και ως «εξάρχους των Αναργύρων», πλην των άλλων εγκωμιασμών τους. Είναι ευνόητο δε να επικεντρώνει σ’ ένα μεγάλο βαθμό στη θαυματουργία των αγίων και στη χάρη που πηγάζει από τα τίμια λείψανά τους, χάρη που ιάται «άπαντα ημών τα πάθη» και όλους «τους εν ποικίλαις νόσοις υπάρχοντας», είτε σωματικά είτε και ψυχικά, διότι ακριβώς «θείοι ιατροί υπάρχουσιν». Ιατροί λοιπόν των ψυχών και των σωμάτων και αυτοί οι ανάργυροι άγιοι. Ενώ όμως οι ύμνοι αναφέρονται στην θεραπευτική εκ Θεού χάρη των αγίων για τον όλο άνθρωπο, την ψυχή και το σώμα του, τονίζουν ιδιαιτέρως την ιατρεία που παρέχουν ως προς τα ψυχικά πάθη των ανθρώπων, καλύτερα: ο υμνογράφος στρέφει εκεί περισσότερο την προσοχή μας. «Του νοός μου εκτροπάς τυραννούσας με θραύσατε, και ιάσασθε της ψυχής μου τα πάθη» (συντρίψατε τις αμαρτωλές εκτροπές του νου μου που με τυραννούν, και γιατρέψτε τα πάθη της ψυχής μου)∙ «Δυάς μαρτύρων σήμερον ανέτειλεν ημίν, τας ψυχικάς αλγηδόνας ημών θεραπεύουσα, Κύρος και Ιωάννης οι θαυματουργοί» (Ανέτειλε για εμάς σήμερα η δυάδα των μαρτύρων, που θεραπεύει τα ψυχικά τραύματά μας, ο Κύρος και ο Ιωάννης, οι θαυματουργοί).

Δεν πρόκειται ασφαλώς περί υποβάθμισης της σημασίας των σωματικών πόνων και ασθενειών: το σώμα μας είναι και αυτό δημιούργημα του Θεού, αξιότιμο και ισοστάσιο με την ψυχή μας, γι’ αυτό και ο Κύριος θεράπευε και τις σωματικές αρρώστιες των ανθρώπων. Ο άγιος υμνογράφος όμως θέλει να τονίσει την προτεραιότητα της ψυχής, διότι όταν πάσχει η ψυχή, το αντίκτυπο είναι αιώνιο, κάτι που δεν συμβαίνει με τις σωματικές αρρώστιες, οι οποίες μάλιστα πολλές φορές γίνονται μέσον αγιασμού των ανθρώπων με την υπομονή που μπορεί αυτοί να επιδείξουν. «Καυχήσομαι εν ταις ασθενείαις μου» (θα καυχηθώ για τις ασθένειές μου) όπως λέει και ο απόστολος, διότι «όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμι», αφού ο ίδιος ο Κύριος βεβαιώνει: «η δύναμίς μου εν ασθενείαις τελειούται» (η δύναμή μου φθάνει στην τελείωσή της μέσα από τις αρρώστιες). Και βλέπουμε μάλιστα ότι ο υμνογράφος θεωρεί ως αρρώστια, ως «τυραννία» κυριολεκτικά της ψυχής, «τις εκτροπές του νοός». Γιατί άραγε; Διότι ο νους του ανθρώπου, ο ηγεμόνας της ψυχής, θα έπρεπε πάντοτε να είναι στραμμένος προς τον Θεό, με όλη την αγάπη και την έντασή του. Η εντολή του Θεού είναι σαφής: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος». Με το σκεπτικό βεβαίως ότι ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού». Ό,τι πιο φυσιολογικό λοιπόν είναι να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο ο ηγεμόνας νους, ώστε και όλες οι άλλες δυνάμεις της ψυχής: τα συναισθήματα και οι επιθυμίες, να τον ακολουθούν, κάνοντας βεβαίως και το σώμα να βρίσκεται σε υπακοή προς την αγάπη του Θεού.  Λόγω της πτώσεως όμως στην αμαρτία και της επιρροής του αρχεκάκου εχθρού διαβόλου, ο νους γοητεύεται από τον κόσμο και τις προκλήσεις του μέσω των αισθήσεων του σώματος, οπότε από τη φυσιολογική πορεία του προς τον Θεό οδηγείται στην ανώμαλη πορεία του προς τον κόσμο, με αποτέλεσμα να τυραννείται από τις εκτροπές των παθών και ο άνθρωπος ψυχοσωματικά να διαστρέφεται.

Η κατεξοχήν ιατρεία λοιπόν που παρέχουν οι άγιοι, εν προκειμένω οι άγιοι Κύρος και Ιωάννης, είναι σε αυτό το επίπεδο: να βοηθήσουν με τη χάρη του Θεού ο νους μας να σταθεροποιηθεί στην κανονική του πορεία: την αγάπη προς τον Θεό, η οποία βεβαίως εκφράζεται ως αγάπη προς τον συνάνθρωπο.  Τη φυσιολογία αυτή την έζησαν πρώτα από όλα στον εαυτό τους οι άγιοι, γι’ αυτό και χαριτώθηκαν από τον Θεό να την δωρίζουν και σε εμάς, όπως άλλωστε έκαναν και με τις συναθλήσασες με αυτούς άγιες Αθανασία με τις κόρες της. «Σε, Σώτερ, η δυάς των Μαρτύρων επόθησε» (Εσένα, Σωτήρα Κύριε, η δυάδα των μαρτύρων πόθησε)∙ «Κατεθέλχθησαν τω έρωτι της Τριάδος, και υπ’ αυτής οι Μάρτυρες σφοδρώς ερρωσθέντες, Κύρος και Ιωάννης τε, ενώσει τη κρείττονι, όργανα Θεού ανεδείχθησαν» (Καταγοητεύθηκαν από τον έρωτα της αγίας Τριάδος, ο Κύρος και ο Ιωάννης, και αφού πήραν τεράστια δύναμη  από αυτήν οι μάρτυρες, με την πιο ανώτερη και καλύτερη ένωση που υπάρχει, αναδείχτηκαν όργανα του Θεού). Και από την άλλη: «Σε μόνον αγαπάν απτοήτω φρονήματι αλείψαντες τας Παρθένους, Ιωάννης και Κύρος, ανδρείας απειργάσαντο» (Καθοδήγησαν τις παρθένους με τη μητέρα τους βεβαίως, ο Ιωάννης και ο Κύρος, με άφοβο φρόνημα, και τις έκαναν να είναι ανδρείες). Το έχουμε μάλιστα ξαναπεί: όσο ο άνθρωπος είναι στραμμένος προς τον Θεό και Αυτόν έχει ως προτεραιότητα της ζωής του, όσο δηλαδή βρίσκεται στη φυσιολογική του κατάσταση, τόσο και υπερβαίνει όλα τα προβλήματα της ζωής αυτής, ιδίως μάλιστα τα ψυχολογικά λεγόμενα, τα οποία ταλαιπωρούν πλήθος συνανθρώπων μας και τους κάνουν τη ζωή «κόλαση» που λέμε. Οι άγιοι ανάργυροι δίνουν σήμερα με τη μνήμη τους και την πρόκληση αυτή: να θυμηθούμε ότι η ιατρεία του ανθρώπου είναι πρωτίστως ιατρεία ψυχής, και μάλιστα ρύθμισης του νου. 

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Ιανουαρίου, 2014

Η ὑπαπαντή: τύπος τῆς χριστιανικῆς ζωῆς
῾Η ἑορτή τῆς ῾Υπαπαντῆς τοῦ Κυρίου, κατά τήν ὁποία ὑπαντᾶται, δηλαδή συναντᾶται ὁ Κύριος ὡς τεσσαρακονθήμερο βρέφος μέ τόν δίκαιο γέροντα Συμεών στόν Ναό τῶν ῾Ιεροσολύμων κατά παρακίνηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, μπορεῖ νά θεωρηθεῖ τύπος ὅλης τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Διότι σέ ὅλες τίς φάσεις τῆς συναντήσεως αὐτῆς διαβλέπουμε τά στοιχεῖα τῆς συναντήσεως τοῦ Χριστοῦ μέ τόν κάθε ἄνθρωπο.
Τρεῖς φάσεις μποροῦμε νά διακρίνουμε στό γεγονός: τήν πρώτη, πού τό ῞Αγιον Πνεῦμα παρακινεῖ τόν γέροντα Συμεών νά ἔρθει στόν Ναό. Τή δεύτερη, πού συναντᾶται ὁ γέροντας μέ τόν Χριστό καί Τόν παίρνει στά δικά του χέρια, γιά νά ξεσπάσει στόν εὐχαριστήριο ὕμνο ῾Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλόν Σου, Δέσποτα…᾽ – κάτι πού ἀδιάκοπα ἔκτοτε ἐπαναλαμβάνουμε στό τέλος τῆς ἑσπερινῆς ἀκολουθίας. Καί τήν τρίτη, πού σχετίζεται ἀκριβῶς μέ τό περιεχόμενο τοῦ ὕμνου αὐτοῦ: ἡ συνάντηση μέ τόν Χριστό ὁδηγεῖ τόν Συμεών σέ ἀποκάλυψη τῆς ἁγίας συνειδήσεώς του, κύριο γνώρισμα τῆς ὁποίας εἶναι ἡ προσδοκία μέ λαχτάρα καί τοῦ ἴδιου τοῦ θανάτου λόγω τελείας αγάπης του πρός τόν Θεό.
Στήν πρώτη φάση πράγματι μποροῦμε νά δοῦμε τόν ἑαυτό μας: κανείς δέν ἔρχεται στό ῾῾Ιερόν᾽, στήν ᾽Εκκλησία μετά τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου, χωρίς τήν παρακίνηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ῾Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, λέει ὁ Χριστός, ἐάν μή ὁ Πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽. ᾽Από τόν Θεό κινούμενοι προχωροῦμε πρός τόν Θεό. ῾᾽Εν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς᾽. Κι αὐτό σημαίνει πώς ἡ ἔνταξή μας στήν ᾽Εκκλησία συνιστᾶ πάντοτε ἕνα ἁγιοπνευματικό γεγονός, ὄχι μόνο μέ τή διαδικασία τοῦ βαπτίσματος καί τοῦ χρίσματος, ἀλλά καί μέ τήν προετοιμασία μας γι᾽ αὐτά.
Στήν ᾽Εκκλησία ὄντας ἐν Πνεύματι, σάν τόν Συμεών, προσδοκοῦμε τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ. Καί πρέπει νά ἔχουμε τά μάτια μας ἀνοικτά, γιά νά μποροῦμε νά διακρίνουμε τήν παρουσία Του. Καί Τήν διακρίνουμε ἐν πολλοῖς σέ τρία κυρίως ἐπίπεδα: Πρῶτον· στήν ῾κλᾶσιν τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου᾽, δηλαδή στή Θεία Εὐχαριστία κατά τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔρχεται γιά νά γίνει μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του ὄχι ἁπλῶς μέρος τῆς ἀγκαλιᾶς μας, ἀλλά τό κέντρο τῆς καρδιᾶς καί τῆς ὕπαρξής μας, συνεπῶς νά προσδιορίσει τή ζωή μας καί νά τήν ὁδηγήσει σέ θέωση. Δεύτερον· στό πρόσωπο τοῦ κάθε συνανθρώπου μας. ῾Ο κάθε συνάνθρωπός μας, κατά τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ᾽Αποστόλων, δέν εἶναι ἐπιφανειακά ἕνας ἄλλος, ἀλλά ὁ ἀδελφός τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου καί μία δική Του μυστική παρουσία. ῾᾽Εφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε᾽. ῎Ετσι ἡ κάθε συνάντησή μας μέ τόν ὁποιονδήποτε συνάνθρωπό μας μπορεῖ ν᾽ ἀποκτήσει τή δυναμική τοῦ γεγονότος τῆς ὑπαπαντῆς τοῦ Χριστοῦ. Καί τρίτον· στήν προσμονή πιά τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του. ῾Ο πιστός τῆς ᾽Εκκλησίας, ζώντας ἤδη τόν Κύριο ἀπό τώρα: στή Θεία Εὐχαριστία καί στή βίωση τῆς ἀγάπης, περιμένει μέ λαχτάρα τό τέλος τῆς συναντήσεως, τήν ὁλοκλήρωση καί τήν τελειοποίησή της. Κι αὐτό θά γίνει μέ τόν ἐρχομό ᾽Εκείνου στή Δευτέρα Του Παρουσία. Τό ῾ἔρχου, Κύριε ᾽Ιησοῦ᾽ τῆς ᾽Αποκαλύψεως τοῦ ᾽Ιωάννου εἶναι, ὅπως πολύ σωστά ἔχει εἰπωθεῖ, ἡ κραυγή τοῦ συνειδητοῦ χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος νιώθει ὅτι αὐτό πού ζεῖ στή ζωή αὐτή δέν εἶναι τό τέρμα, ἀλλά ἡ πρόγευσή του.
᾽Ακριβῶς γι᾽ αὐτό ὁ θάνατος δέν τόν τρομάζει πιά. Καταργήθηκε ἀπό τόν Χριστό καί καταργεῖται καί στήν ὕπαρξη τοῦ πιστοῦ, ἀφοῦ ὁ πιστός ζεῖ τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἀπό τή συνάντησή του μέ ᾽Εκεῖνον. Τό ῾νῦν ἀπολύεις᾽ λοιπόν γίνεται καί τό αἴτημα τοῦ χριστιανοῦ, ὁπότε καί ἡ τρίτη φάση τῆς ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἀπό τόν Συμεών – ἡ ὑπέρβαση τοῦ φόβου τοῦ θανάτου – βιώνεται καί πάλι ἀπό αὐτόν.
Στό γεγονός τῆς ὑπαπαντῆς καθρεπτίζουμε τή ζωή μας. ῞Ορος ἀπαραίτητος ὅμως ἡ οἰκειοποίηση ἀπό ἐμᾶς καί τοῦ τρόπου ζωῆς τοῦ δικαίου Συμεών. ῞Οπως ἐκεῖνος γιά νά ἔχει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί νά συναντηθεῖ μέ τόν Χριστό ζοῦσε ἁγία καί δικαία ζωή, ἔτσι κι ἐμεῖς: ἔχοντας τό προνόμιο τῆς ἔνταξής μας ἤδη στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ μέ τό βάπτισμα, ἄν δέν τό ἐνεργοποιοῦμε μέ τή δικαία ζωή μας, δηλαδή μέ τή συνεπή τήρηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, δέν θά μποροῦμε νά βλέπουμε καί νά συναντοῦμε τόν Χριστό ἐκεῖ πού σημειώσαμε: στή Θεία Εὐχαριστία, στά πρόσωπα τῶν ἀδελφῶν μας. Κι αὐτό γιατί ἄρνηση ὑπακοῆς στό θέλημα τοῦ Θεοῦ σημαίνει παγίωση μέσα μας τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας καί λατρεία συνεπῶς μόνο τοῦ ἑαυτοῦ μας
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (30 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Ιανουαρίου, 2014

ΟΙ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΗΜΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (30 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)

 «Η αιτία της σημερινής εορτής είναι αυτή: Επί της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού, ο οποίος πήρε τα σκήπτρα της βασιλείας μετά τον Βοτανειάτη, υπήρξε διαφωνία στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των λογίων και εναρέτων ανδρών:  Άλλοι εκθείαζαν τον μέγα Βασίλειο, λέγοντας ότι είναι μεγαλοπρεπής στον λόγο, αφού ερεύνησε με αυτόν  τη φύση των όντων και συναγωνιζόταν ως προς τις αρετές σχεδόν και τους αγγέλους, κι επίσης ότι δεν συγχωρούσε τις αμαρτίες των ανθρώπων με πρόχειρο τρόπο, κι ήταν σπουδαίος στο ήθος του, χωρίς να έχει κάτι το γήινο, από την άλλη δε υποβίβαζαν τον θείο Χρυσόστομο, διότι τάχα ήταν αντίθετος προς τον Βασίλειο λόγω της προχειρότητάς του να συγχωρεί εύκολα και να γίνεται ευχάριστος στους ανθρώπους. Άλλοι πάλι υπερύψωναν τον θεϊκό Χρυσόστομο και έλεγαν ότι προηγείται του Μεγάλου Βασιλείου και του Γρηγορίου του Θεολόγου, διότι στεκόταν πιο κοντά στον άνθρωπο με τις διδασκαλίες του, καθοδηγώντας και προσκαλώντας όλους με την πιο απλή γλώσσα του στη μετάνοια, όπως και με το πλήθος των γλυκών σαν μέλι λόγων του και την ερμηνευτική του δεινότητα. Άλλοι τέλος έπαιρναν το μέρος του Θεολόγου Γρηγορίου, λόγω της κομψότητας και της φροντισμένης φράσης του, της διεισδυτικότητας των λόγων του και της ζωντάνιας των λέξεων, ο οποίος υπερέβαινε όλους τους φημισμένους για την ελληνική παιδεία τους, αλλά και τους δικούς μας της Εκκλησίας, και έδιναν σ’ αυτόν την ψήφο της νίκης και βεβαίως τον έθεταν υπεράνω των άλλων. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να διαιρεθούν τα πλήθη και άλλοι να ονομάζονται Ιωαννίτες, άλλοι Βασιλείτες και οι υπόλοιποι Γρηγορίτες.
Επειδή λοιπόν διαφωνούσαν έντονα και ήταν χωρισμένοι οι λόγιοι, λίγα χρόνια αργότερα φανερώνονται σε όραμα οι μέγιστοι αυτοί Πατέρες, ο καθένας χωριστά κι έπειτα όλοι μαζί, όχι σε όνειρο αλλά όταν ήταν ξύπνιος,  στον Επίσκοπο Ιωάννη τον μεγάλο, τον δάσκαλο των ιερών γραμμάτων της πόλεως των Ευχαΐτων, άνδρα λόγιο μεν κατά τα άλλα, με παιδεία ελληνική όχι ευκαταφρόνητη (όπως δείχνουν τα κείμενά του), ενάρετο δε σε μέγιστο βαθμό. Και με μια γλώσσα λένε προς αυτόν: Εμείς είμαστε ένα, όπως βλέπεις, ενώπιον του Θεού, και δεν υπάρχει τίποτε ενάντιο και εχθρικό μεταξύ μας, αλλά ο καθένας μας στον δικό του καιρό, με φωτισμό του θείου Πνεύματος, συγγράψαμε τις διδασκαλίες που οδηγούν στη σωτηρία των ανθρώπων, και τους δώσαμε όσα είχαμε μυηθεί από τον Θεό. Πρώτος μεταξύ μας δεν υπάρχει, γι’ αυτό βεβαίως και ούτε δεύτερος. Αλλά αν θα πεις για τον ένα, είναι σαν να λες και για τους άλλους. Γι’ αυτό σήκω και διάταξε αυτούς που μαλώνουν να μη χωρίζονται εξ αιτίας μας. Διότι η έγνοια και η φροντίδα μας, και όσο ζούσαμε και τώρα στη μετάστασή μας στους ουρανούς, ήταν και είναι  να ειρηνεύουν οι πάντες και να είναι μονοιασμένοι μεταξύ τους. Κι ακόμη: σε μία ημέρα βάλε τη μνήμη μας και, όπως εσύ ξέρεις, φτιάξε τα σχετικά με την εορτή μας και κάνε το τούτο παράδοση για τους μεταγενεστέρους, διότι εμείς είμαστε ένα στον Θεό. Οπωσδήποτε δε και εμείς θα βοηθήσουμε στη σωτηρία αυτών  που θα εκτελούν τη μνήμη μας, αφού νομίζουμε ότι έχουμε κάποια δύναμη μπροστά στον Θεό. Αυτά είπαν και φάνηκαν πάλι να ανεβαίνουν προς τον ουρανό, μέσα σε άπειρο φως λάμψης, προσφωνώντας ο ένας τον άλλον με τα ονόματά τους.
Ο δε θεϊκός εκείνος άνδρας σηκώθηκε, ο Ιωάννης Ευχαΐτων δηλαδή, και έκανε όπως τον προέτρεψαν οι άγιοι: και το πλήθος και τους διαφωνούντες ησύχασε (διότι ο άνδρας θεωρείτο φημισμένος για την αρετή του), και την εορτή αυτή παρέδωσε στην Εκκλησία, ώστε να την εορτάζουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Και πρόσεξε το φρόνημα του άνδρα: Επειδή βρήκε τον μήνα Ιανουάριο να έχει και τους τρεις αυτούς, δηλαδή κατά την πρώτη του μηνός, τον μέγα Βασίλειο, κατά την εικοστή Πέμπτη, τον θείο Γρηγόριο, και κατά την εικοστή έβδομη, τον θείο Χρυσόστομο, τους μάζεψε πάλι κατά την τριακοστή, στέφοντάς τους με κανόνες και τροπάρια και εγκώμια, όπως τους αρμόζει. Κι όλα αυτά –  που έγιναν, όπως νομίζω, και με τη σύμφωνη γνώμη τους – δεν υπολείπονται διόλου από τίποτε που  είναι άξιο επαίνου, ώστε να ξεπερνούν και όλα όσα από εκείνον και έγιναν και θα γίνουν».
Ο άγιος Ιωάννης ο Ευχαϊτων είναι όχι μόνον αυτός που δέχτηκε την κατά χάρη Θεού εμφάνιση των αγίων τριών Ιεραρχών, ώστε να επιλυθεί η διαφωνία των λογίων της Κωνσταντινουπόλεως περί του ποιος είναι ο μεγαλύτερος από τους τρεις, αλλά και αυτός που εμπνεύστηκε να γράψει «κανόνες και τροπάρια και εγκώμια» κατά το συναξάρι. Και πράγματι, η σημερινή υμνολογία αποτελεί εν πρώτοις έναν εγκωμιασμό από τον άγιο Ευχαΐτων του πνευματικού ύψους και των τριών Ιεραρχών, οι οποίοι υπήρξαν μεταξύ άλλων «άλλοι άγγελοι μετά σαρκός», «κατά μέθεξιν θεοί, διότι είχαν μέσα τους ζωντανό και λαλούντα τον από τη φύση Του μόνο αληθινό Θεό»,   «οι των ηθών διορθωταί και των ψυχών οικονόμοι, οι σωτήρες οι κοινοί των απάντων, οι και πράξεων ημίν και λόγων τύπους δείξαντες, οι παιδευταί του βίου» (οι διορθωτές των ηθών και οι φροντιστές των ψυχών, οι κοινοί σωτήρες όλων, αυτοί που έδειξαν σε εμάς τα παραδείγματα των πράξεων και των λόγων, οι εκπαιδευτές του βίου μας), όπως και «οι μεγάλοι φωστήρες, οι αρραγείς πύργοι της Εκκλησίας», «οι λαβόντες σοφίαν παρά Θεού, ως άλλοι τρεις απόστολοι του Χριστού». Δεν υπάρχει εγκώμιο που δεν χρησιμοποιεί ο άγιος υμνογράφος, για να αποδώσει πρώτον, αυτό που οραματικά και θεοπτικά έζησε: την παρουσία των αγίων στη ζωή του, δεύτερον, την τεράστια θεολογική συμβολή τους στη ζωή της Εκκλησίας.
Κι ως προς το πρώτο. Η υπέρ φύσιν εμπειρία του να δει οραματικά τους αγίους προβάλλεται δεόντως από τον άγιο. Προκειμένου μάλιστα να προβάλει την ισότητά τους, όπως ήταν και ο κύριος σκοπός του οράματος, χρησιμοποιεί φράσεις που αναφέρονται στη συζυγία του άνδρα με τη γυναίκα. «Ους ο Θεός συνέζευξε, άνθρωπος μη χωριζέτω», λέει ο λόγος του Θεού, «ους ο Θεός συνήνωσεν εις ομότιμον ένωσιν, εγκωμιαστής μη χωριζέτω άνθρωπος» (αυτούς που ο Θεός συνένωσε σε ομότιμη ένωση, άνθρωπος εγκωμιαστής ας μη τους χωρίζει), λέει ο υμνογράφος. Για να συνεχίσει: «θεωρώντας τους ίσους στα χαρίσματά τους, ας τους καθιστά με τους ύμνους του άξιους και ίσων ύμνων» («αλλ’ ίσους ηγούμενος, εν τοις αυτοίς χαρίσμασιν, ίσων και των ύμνων, μελωδών αξιούτω»).   Μπορεί να φαίνεται υπερβολική η σύγκριση, αλλά ο υμνογράφος στηρίζεται στην προσωπική του εμπειρία και κάνει υπακοή: εξαγγέλλει ό,τι οι άγιοι, συνεπώς και ο Κύριος, του είπαν. Και προχωρεί και σε άλλη εικόνα για να αποδώσει και πάλι την ίδια αλήθεια: «Από τον Ουρανό δύο μεγάλα λυχνάρια φωτίζουν όλον τον κόσμο με διαδοχή του ενός προς το άλλο: ο ήλιος και η σελήνη. Από τη γη με πολύ φανερό τρόπο φωτίζουν όλη την οικουμένη τρεις ίδιοι υπερμεγέθεις ήλιοι, που λάμπουν μαζί: ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος, ο Ιωάννης Χρυσόστομος» («Εξ ουρανού μεν μέγιστοι δύω λύχνοι φωτίζουσιν εκ διαδοχής αλλήλων την υφήλιον∙ εκ γης δε φανότερον την σύμπασαν αυγάζουσι τρεις κατά τ’ αυτό υπερμεγέθεις  φωστήρες, συλλάμποντες αλλήλοις»).
Και ως προς το δεύτερο: η τεράστια θεολογική συμβολή τους στην Εκκλησία. Ο υμνογράφος βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τον αγώνα των αγίων υπέρ της αληθούς πίστεως: τη διακράτηση της αλήθειας για την αγία Τριάδα. Και οι τρεις αγωνίστηκαν να φανερώσουν ανόθευτη την αποκάλυψη του Χριστού και το κήρυγμα των Αποστόλων περί του Θεού. Για παράδειγμα: «Διδαχθήκαμε να θεολογούμε την Μοναδική Τριάδα και παραλάβαμε να υμνούμε την Τριαδική Μονάδα. Μάθαμε να προσκυνούμε από τους Πατέρες μία τρισυπόστατη Φύση» («Τριάδα Μοναδικήν θεολογείν εδιδάχθημεν∙ Μονάδα Τριαδικήν υμνείν παρελάβομεν∙ προσκυνείν εμάθομεν, παρά των Πατέρων, μίαν Φύσιν τρισυπόστατον»). «Ο Υιός και Λόγος του Θεού ήταν από την αρχή συνάναρχος με τον Πατέρα. Συνυπήρχε το άγιον Πνεύμα με τον Λόγο του Θεού, αλλά προερχόμενο από τον Γεννήτορα Πατέρα. Απλή, ομοούσια, συμφυής Θεότητα, όπως κηρύσσουν οι θείοι Κήρυκες, οι τρεις Ιεράρχες» («Ο Λόγος ην εν αρχή, προς τον Πατέρα συνάναρχος∙ τω Λόγω Πνεύμα συνήν, αλλ’  εκ του Γεννήτορος∙ απλή ομοούσιος, συμφυής Θεότης, ως οι θείοί φασι Κήρυκες»).  
Ο άγιος υμνογράφος όμως εν προκειμένω προβαίνει σε μία σημαντική επισήμανση: Βεβαίως οι άγιοι Πατέρες αυτοί εξήγγελλαν  ό,τι ο Κύριος απεκάλυψε και οι Απόστολοι κήρυσσαν, αλλά με τη σοφία που τους δόθηκε από τον Θεό και τη βοήθεια βεβαίως των ανθρωπίνων γνώσεών τους, αυτό που οι απόστολοι κήρυσσαν με απλό τρόπο, εκείνοι το στερέωσαν και το περιχαράκωσαν, ώστε να είναι απρόσβλητο από τις φιλοσοφικές ενστάσεις της εποχή τους. Με άλλα λόγια την αλήθεια που αποκαλύφθηκε εν Χριστώ, οι άγιοι Πατέρες προσπάθησαν να  την διατυπώσουν με τέτοιον ισχυρό ανθρώπινο λόγο, ώστε να μην μπορούν οι διάφοροι αιρετικοί να την αλλοιώσουν με τα φληναφήματά τους – κάτι που έγινε δεκτό από την Εκκλησία μας, διά του στόματός της, της Οικουμενικής Συνόδου, και της συνειδήσεως της Εκκλησίας, του φρονήματος των πιστών.  Κι είναι αυτοί συνεπώς που προέβησαν στη σύνθεση αυτού που λέμε «ελληνορθοδοξία». Ελληνορθοδοξία δηλαδή είναι η αποκαλυμμένη από τον Χριστό πίστη, δοσμένη όμως με κατηγορίες ελληνικές και με όρους φιλοσοφικούς. Περιεχόμενο ο χριστιανισμός, ένδυμα ο ελληνισμός. Κι αυτό το έκαναν, διότι αυτή τότε ήταν η πρόκληση της εποχής: να δοθεί η πίστη μέσω του ελληνισμού. Δεν ήταν σκοπός τους η διάσωση του ελληνισμού. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν η προβολή της αληθινής πίστεως, της ίδιας της αλήθειας, δηλαδή ο Χριστός. Στην εποχή τους όμως το ένδυμα για να διατυπωθεί αυτή η αλήθεια ήταν ο ελληνισμός. Κι από την άποψη αυτή ο ελληνισμός αναβαπτίστηκε και εσαεί παραμένει λαμπρισμένος, λόγω ακριβώς της σύνδεσής του με τη χριστιανική πίστη. Σ’ ένα από τα καθίσματα του όρθρου λοιπόν λέει ο υμνογράφος: «Λάβατε τη σοφία από τον Θεό, σαν άλλοι τρεις Απόστολοι του Χριστού, και με τον λόγο της γνώσεως στερεώνετε τα δόγματα με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος, τα οποία προηγουμένως με απλά λόγια αλλά και με γνώση έδωσαν οι αλιείς απόστολοι του Χριστού. Διότι έπρεπε και με αυτόν τον τρόπο ο απλός σεβασμός μας να γίνει στέρεος και να αποκτήσει σύσταση, μέσα από σας, πανσεβάσμιοι Πατέρες» («Την σοφίαν λαβόντες παρά Θεού, ως Απόστολοι άλλοι τρεις του Χριστού, τω λόγω της γνώσεως συνιστάτε τα δόγματα, α το πριν εν λόγοις απλοίς κατεβάλλοντο Αλιείς εν γνώσει, δυνάμει του Πνεύματος∙ έδει γαρ και ούτω, το απλούν ημών σέβας, την σύστασιν κτήσασθαι, δι’ υμών, πανσεβάσμιοι»).
Με τα παραπάνω καταλαβαίνουμε και αυτό που διαρκώς τονίζει η Εκκλησία μας, όταν αναφέρεται στους τρεις Ιεράρχες ως προστάτες της παιδείας. Ότι δηλαδή η παιδεία γι’ αυτούς δεν εξαντλείτο στη κατά κόσμο μόρφωσή τους, την οποία αυτή πλούσια κατείχαν – ό,τι συνήθως θεωρείται από τους πολλούς παιδεία. Η κοσμική παιδεία, η ανθρώπινη σοφία μόνη της, η επιστήμη θα λέγαμε,  όπως ήδη είχαν επισημάνει και οι αρχαίοι Έλληνες «πανουργία και ου σοφία φαίνεται», δεν θεωρείται δηλαδή αληθινή σοφία αλλά πονηρία. Διότι η ανάπτυξη μόνο της λογικής, χωρίς παράλληλη καλλιέργεια της καρδιάς οδηγεί συνήθως σε καταστροφή. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, όλες οι αναταραχές μέχρι σήμερα στην ανθρωπότητα αποτελούν την επιβεβαίωση και του λόγου το αληθές. Για την Εκκλησία μας, όπως φαίνεται από τους τρεις Ιεράρχες, η αληθινή παιδεία είναι αυτή που οδηγεί τον άνθρωπο σε τέτοια εσωτερική καλλιέργεια, ώστε να γίνει μία φανέρωση του Χριστού μέσα στον κόσμο. Το όραμα της χριστιανικής παιδείας, που πρόβαλλαν διαρκώς οι τρεις Ιεράρχες, ήταν το «μορφωθήναι Χριστόν εν ημίν». Να φθάσουμε οι άνθρωποι στον τύπο του αληθινού ανθρώπου που έδειξε ο Χριστός. Διότι Αυτός εκτός από Θεός είναι και ο αληθινός άνθρωπος. Οι άγιοι Ιεράρχες μας λοιπόν χρησιμοποίησαν την ανθρώπινη γνώση και τη σοφία τους, προκειμένου να συσταθεί, με την έννοια να στερεωθεί και να αρθρωθεί σε λόγο, η απλότητα του κηρύγματος των Αποστόλων. Ο άγιος Ιωάννης ο Ευχαΐτων, ο υμνογράφος των αγίων, μας το λέει και ως εξής: «Γίνατε νοήμονες άνθρωποι από την κοσμική και γήινη σοφία, ένδοξοι Πατέρες, αλλά αποκτήσατε κυβέρνηση από τη σοφία του Θεού, δηλαδή η θεϊκή σοφία σας καθοδηγούσε και σας κατεύθυνε. Γι’ αυτό και σαν θεραπαινίδα, σαν δούλη δηλαδή, υποτάξατε την κοσμική στη θεία με πάνσοφο τρόπο» («Νοήμονες εκ της κάτω σοφίας γενόμενοι, κυβέρνησιν, ένδοξοι, παρά της θείας εκτήσασθε∙ όθεν ως θεράπαιναν ταύτην εκείνη πανσόφως υπετάξατε»). Βεβαίως αξίζει η επιστήμη και κάθε ανθρώπινη γνώση και σοφία. Αλλά για να βοηθά τον άνθρωπο στην αναγωγή του προς τον Θεό. Κάτι που δυστυχώς ήδη εδώ και αρκετά χρόνια έχει χαθεί από την ελληνική εκπαίδευση. Η εορτή έτσι των Τριών Ιεραρχών στην εποχή μας μένει μετέωρη. Η παιδεία που προβάλλουν οι άγιοι αποτελεί ένα διαρκώς ζητούμενο.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 
http://pgdorbas.blogspot.gr/2014/01/30.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ (28 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Ιανουαρίου, 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ (28 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)

«Ο όσιος Εφραίμ ήταν από την Ανατολή, Σύρος στην καταγωγή. Διδάχτηκε την ευσέβεια και την κατά Χριστόν πίστη από τους προγόνους του κι έζησε στους χρόνους του Θεοδοσίου του Μεγάλου. Ασπάστηκε από τα παιδικά του χρόνια τον μοναχικό βίο, και λέγεται ότι εκχύθηκε χάρη από τον Θεό πάνω του, διά της οποίας, αφού έγραψε πάρα πολλά κατανυκτικά συγγράμματα, καθοδήγησε πολλούς προς την αρετή κι έγινε παράδειγμα ασκητικής αρετής στις επόμενες γενιές. Τελείται δε η σύναξή του στο Μαρτύριο της αγίας Ακυλίνας, στον τόπο του Φιλόξενου, πλησίον του φόρου».
Ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος είναι από τους γνωστότερους οσίους της Εκκλησίας μας, με την έννοια ότι τον γνωρίζουν και εκείνοι που δεν τον γνωρίζουν. Τι θέλουμε να πούμε; Μπορεί κανείς να μην έχει υπόψη του ότι η κατεξοχήν προσευχή της Μεγάλης Σαρακοστής, το «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου…», είναι δική του προσευχή, σίγουρα όμως την έχει ακούσει, την έχει και αυτός ψιθυρίσει, μπορεί να την έχει εντάξει και στις δικές του προσευχές. Κι αυτό σημαίνει ότι έχει προκληθεί και προκαλείται κάθε φορά με την προσευχή αυτή να ζήσει τη μετάνοια, ως αγώνα αποφυγής των κακών παθών: της αργίας, της περιεργείας, της φιλαρχίας, της αργολογίας, και αποκτήσεως των αρετών: της σωφροσύνης, της ταπεινοφροσύνης, της υπομονής και της αγάπης, διά των οποίων ζει κανείς την παρουσία του Θεού. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που ο υμνογράφος του άγιος Θεοφάνης αφενός τον προβάλλει ως κήρυκα της μετανοίας, αφετέρου ως «θείον κρατήρα της κατανύξεως». Όπως τονίζει το κοντάκιο και ο οίκος του κοντακίου μάλιστα «εν τοις λόγοις και έργοις σου ραθύμους εγείρεις προς μετάνοιαν» (με τα λόγια και με τα έργα σου ξυπνάς όλους για να μετανοήσουν).

Τα δάκρυα της κατανύξεως αποτελούσαν το κύριο στοιχείο της ζωής του οσίου, όπως και δάκρυα κατανύξεως προκαλούσαν και προκαλούν τα συγγράμματα που έγραψε. Κατά τον άγιο Θεοφάνη «αμέμπτως ήνυσας τον βίον δάκρυσι σεαυτόν αποπλύνας» (Πέρασες τη ζωή σου με άμεμπτο τρόπο, αφού ξέπλυνες τον εαυτό σου με τα δάκρυά σου).  Εκείνο που έκανε τον όσιο να ζει με δάκρυα και να έχει την κατάνυξη κυριολεκτικά σύνοικο της ζωής του ήταν η διαρκής μνήμη του θανάτου και της κρίσεως που τον ακολουθεί. Πράγματι, όποιος ενθυμείται τον θάνατό του με επίγνωση, όποιος έχει τη μνήμη ότι ακολουθεί η κρίση, εκείνος είναι που φτάνει σε μεγάλη ύψη αγιότητας, διότι έχει διαρκή αφορμή στο να μη αμαρτάνει. Όπως το λέει και η Γραφή: «Μιμνήσκου τα έσχατά σου και ου μη αμάρτης εις τον αιώνα» (Θυμήσου το τέλος της ζωής σου και δεν θα αμαρτήσεις ποτέ). Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας σ’ ένα πολύ μεγάλο ποσοστό επικεντρώνουν ακριβώς σ’ αυτή τη μνήμη που διακατείχε τον όσιο. «Την του Κριτού παρουσίαν ιστορησάμενος, τοις των δακρύων ρείθροις των ψυχών τας λαμπάδας ανάπτειν εκδιδάσκεις, πάσι βοών, του Νυμφίου την έλευσιν» (Εξιστόρησες την παρουσία του Κριτή και διδάσκεις έτσι να ανάβουμε τις λαμπάδες των ψυχών μας με τους ποταμούς των δακρύων μας, φωνάζοντας σε όλους την έλευση του Νυμφίου Χριστού). Κι αλλού, όπως στο Δοξαστικό του εσπερινού: «Προφητικώς καταβρέχων την στρωμνήν τοις δάκρυσι και μελέτην βίου ποιούμενος την μετάνοιαν, της κρίσεως τον φόβον έργοις ημίν και διά λόγων υπέδειξας» (Καταβρέχοντας το στρώμα σου, σαν τον προφήτη Δαβίδ, με τα δάκρυα και κάνοντας μελέτη της ζωής σου τη μετάνοια, μας υπέδειξες με τα έργα σου και με τα λόγια σου τον φόβο της κρίσεως). Κι επιμένει ο υμνογράφος ακόμη και στο κοντάκιο: «Την ώραν αεί προβλέπων της ετάσεως, εθρήνεις πικρώς, Εφραίμ, ως φιλήσυχος» (Έχοντας μπροστά σου πάντοτε την ώρα της κρίσεως, θρηνούσες πικρά, Εφραίμ, ως φίλος της ησυχίας).

Δεν πρέπει να οδηγηθεί όμως κανείς σε λανθασμένα συμπεράσματα ως προς την αιτία των δακρύων και της κατανύξεώς του. Ο όσιος δεν ζούσε σε μία φοβική, δηλαδή αρρωστημένη, ατμόσφαιρα. Ο φόβος της κρίσεως δεν λειτουργούσε γι’ αυτόν ως μία πνευματική τρομοκρατία, η οποία αλλοιώνει αρνητικά την ψυχή, αλλά και το σώμα του ανθρώπου. Ο φόβος αυτός ήταν καρπός της αγάπης του προς τον Κύριο, μη τυχόν δηλαδή εκπέσει από την αγκαλιά Του, μήπως χάσει τη χάρη Του. «Τρωθείς αγάπη του Παντοκράτορος, όλον σαυτού τον βίον θρηνωδών διετέλεσας, εκβοών μετ’ εκπλήξεως, όσιε∙άνες τα κύματά σου, Σώτερ, της χάριτος, ταύτην μοι πλουσίως συντηρών, εν τη μελλούση ζωή» (Πληγώθηκες από την αγάπη του Παντοκράτορος Κυρίου, γι’ αυτό και πέρασες όλη τη ζωή σου με θρήνους, όσιε, φωνάζοντας με έκπληξη: πάρε μου πίσω, Σωτήρα, τα κύματα της χάρης Σου, κρατώντας την για μένα πλούσια, κατά τη μέλλουσα ζωή). Ζητούσε ο όσιος να μη έχει τόσο μεγάλη χάρη στη ζωή αυτή, μη τυχόν συμβεί και μειωθεί αυτή κατά τη μέλλουσα ζωή. Το κύριο γνώρισμα της ζωής του δηλαδή ήταν ο βαθύς έρωτάς του προς τον Κύριο. Αυτός ο έρωτας τον έκανε να δακρυρροεί διαρκώς και να ζει πάντοτε με την προσμονή της συναντήσεώς του με τον Κύριο
Και δεν πρέπει να αφήσουμε κατά μέρος εκείνο που έκανε τον όσιο να ζει με  καρδιακό πένθος και μετάνοια, προκειμένου να είναι στην αγάπη του Κυρίου: την εγκράτεια. Ο όσιος ζούσε με αδιάκοπη εγκράτεια – την προϋπόθεση της αγάπης προς τον Θεό και της κατανύξεως – κάτι που ο υμνογράφος επισημαίνει στον οίκο του κοντακίου και πάλι, με ένα συγκεκριμένο περιστατικό. «Ιχνηλατείν βουλόμενος, Πάτερ, του Προδρόμου ταις τρίβοις, εκ του κόσμου μόνος αυτός απάρας, εις έρημον κατώκησας. Βλέπων σε ουν ούτω βιούντα ο εχθρός τον δίκαιον, γύναιον πάνυ αναιδές κατά σου διεγείρει, οιόμενος διά του αρχαίου όπλου την σην ανδρείαν καταβαλείν, και την αγνείαν μολύνειν σου» (Θέλοντας να ακολουθείς  τα ίχνη του δρόμου του Ιωάννου του Προδρόμου, έφυγες εσύ μόνος σου από τον κόσμο και κατοίκησες στην έρημο. Βλέποντας λοιπόν ο εχθρός διάβολος εσένα τον δίκαιο να ζεις έτσι, ξεσήκωσε μία πολύ αναιδή γυναίκα του δρόμου, νομίζοντας ότι θα καταβάλει την ανδρεία σου με το αρχαίο όπλο, δηλαδή τη λαγνεία, και θα μολύνει την αγνότητά σου). Το περιστατικό δηλαδή είναι γνωστό: ο εχθρός διάβολος έβαλε στη σκέψη μίας πόρνης γυναίκας να παρασύρει τον όσιο. Πήγε λοιπόν και του έκανε ανήθικες προτάσεις. Κι εκείνος, μη πτοούμενος, μάλλον λυπούμενος βαθιά για την κατάντια της, την πήρε και την οδήγησε στο μέσο μίας πλατείας, κι εκεί την προέτρεψε να του πει τι ακριβώς θέλει να κάνει. Κι εκείνη εκφράζοντας την απορία της ότι αυτά δεν γίνονται στο μέσο του δρόμου, δέχτηκε τον λόγο του: Πώς λοιπόν να κάνω κάτι ενώπιον του Θεού, όταν εσύ ντρέπεσαι να το κάνεις μπροστά στους ανθρώπους;

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πνευματικά “φαινόμενα”, περιπτώσεις πλάνης & ο άγιος γέροντας Δανιήλ Κατουνακιώτης

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Ιανουαρίου, 2014

Βιογραφία του μεγάλου και αγίου Γέροντα Δανιήλ (1846-1929), ασκητή σταΚατουνάκια του Αγίου Όρους, διαβάστε εδώ
Μικρό απόσπασμα: “Ήδη ενώ ζούσε ακόμη στην λιτή και πενιχρή στην αρχή καλύβη του, διευρυμένη αργότερα για να φιλοξενεί τους διερχόμενους προσκυνητές, είχε επιβληθεί στην συνείδηση των Αγιορειτών Πατέρων ως κανών και γνώμων Ορθοδοξίας, ως ασφαλές κριτήριο για την διάγνωση των πλανών με τις όποιες ο «δολομήτης Σατάν», όπως έλεγε, παρέσυρε και προχωρημένους ακόμη μοναχούς. Κατέληξε να είναι ο εκφραστής της αυτοσυνειδησίας του Άγιου Όρους, ο υπέρμαχος της ορθοδόξου πίστεως και ζωής, την γνώμη του όποιου, ως εγγύηση Ορθοδοξίας, ζητούσαν από τον κόσμο με ερωτήματα και επιστολές αγωνιώντες για την αποστασία και τις παρεκκλίσεις ορθόδοξοι πιστοί…”
Μια δύσκολη μεταστροφή (Α΄. Από εδώ

Ο π. Δανιήλ (1846-1929)

  Προς τα τελευταία χρόνια της ζωής του Γέροντος συμπίπτει η μεταστροφή του Κωστή Μαρμαρά. Μία περίπτωσις που κούρασε αρκετά τον Κατουνακιώτη μοναχό.
   Ο Κωστής που καταγόταν από το Αϊδίνιο της Μ. Ασίας και ζούσε στην Αρναία της Χαλκιδικής ήταν ανήσυχο πνεύμα και του άρεσε να ασχολείται με πολλά πράγματα. Ήταν φαρμακοποιός και πρακτικός ιατρός. Ήταν φωτογράφος και είχε ιδικό του φωτογραφείο. Είχε κλίση προς τη θρησκεία και κατείχε τη βυζαντινή μουσική.
   Συνέβη να γνωρίσει μερικούς πνευματιστάς και έδειξε ενδιαφέρον για την τέχνη τους. Σιγά-σιγά το ενδιαφέρον αυξήθηκε, ώσπου αφοσιώθηκε ολόψυχα στον πνευματισμό. Τυλίχτηκε τόσο πολύ στα δίχτυα της σατανικής αυτής τέχνης, ώστε ήταν αδύνατο να απαλλαγεί. Ούτε πέντε ούτε δέκα, αλλά τριάντα ολόκληρα χρόνια ασχολείτο με τον πνευματισμό, χωρίς να υποπτεύεται ότι πίσω από όλα αυτά τα φαινόμενα κρύβονταν οι πονηροί δαίμονες.
   Η αρχή ήταν μία απλή περιέργεια. Άκουσε για τα τραπέζια που στις πνευματιστικές συνεδριάσεις έκαναν αυτόματες κινήσεις. Θέλησε να ερευνήσει την περίπτωση και να ιδή αν πρόκειται για ηλεκτρισμό ή για παρέμβαση πνευμάτων. Διεπίστωσε ότι ο ηλεκτρισμός δεν μπορούσε να εξηγήσει τις κινήσεις των τραπεζιών. Η αιτία ήταν τα πνεύματα. Αλλά τι είδους πνεύματα ήταν; Αγαθά ή πονηρά; Σχημάτισε την ιδέα ότι ήταν άγια πνεύματα, και έτσι παραδόθηκε ανεπιφύλακτα στις αγκάλες του Πνευματισμού. 
   Η επίδοσίς του είχε επιτυχίες. Προχώρησε στην αυτόματη γραφή και κατόπιν στη νοομαντεία. Μπορούσε να επικοινωνεί με τα πνεύματα των νεκρών. Ιδιαίτερα τον ευχαριστούσε να συνομιλεί με επιφανείς ιατρούς του Παρελθόντος και μάλιστα με τον …Ιπποκράτη, ο οποίος του έδινε διάφορες ιατρικές συνταγές και του προέλεγε για την τύχη ορισμένων ασθενών. Επικοινωνούσε ακόμη με διάφορους …Αγίους, καθώς και με …Αγγέλους. Υπέβαλλε ερωτήσεις, δεχόταν απαντήσεις, αποκαλύψεις, ουράνια μηνύματα.
   Το πρώτο έναυσμα για να συνέλθη από την πλάνη του το έδωσε ένα μικρό βιβλίο. Ήταν το έργο του γερο-Δανιήλ «Κατά πνευματιστών». Διαβάζοντάς το ταράχθηκε. Με δυνατά επιχειρήματα ο Αγιορείτης συγγραφεύς παρουσίαζε τα πνευματιστικά φαινόμενα σαν έργα δαιμόνων. Άρχισαν οι αγωνίες και τα ερωτήματα. Τώρα ζητούσε μία βοήθεια. Και αυτήν τη βρήκε στην αλληλογραφία με τον Κατουνακιώτη μοναχό.
   Τα γράμματα του Γέροντος τον βοηθούσαν να εγκαταλείπει σιγά-σιγά το δηλητηριασμένο χώρο των δαιμόνων. Αυτό όμως δεν ήταν και τόσο εύκολο, γιατί η πολυχρόνια συνεργασία μαζί του, τους είχε δώσει δικαιώματα επάνω του. Ακόμη και ξυλοκόπημα δεχόταν εκ μέρους των.
   «Συνήντησα – αναφέρει σε μία του επιστολή ο Κωστής – ένα ενάρετο Ιερέα και του ζήτησα ένα μέσον για να πολεμήσω το σατανά. Εκείνος μου υπέδειξε τη δεύτερη ευχή των εξορκισμών του Μ. Βασιλείου. Μόλις τη διάβασα ανεφώνησα: «Βρήκα αδάμαντα. Βρήκα όπλο για να κυνηγήσω το σατανά». Αλλά τη νύχτα, μόλις έσβησα τη λάμπα και έπεσα να κοιμηθώ ήρθαν οι δαίμονες και με έδειραν με γρονθοκοπήματα. Αυτό έγινε τρεις βραδιές. Μία άλλη φορά προσκάλεσα έναν Ιερέα να μου διαβάσει την Παράκληση και την δεύτερη ευχή του Μ. Βασιλείου. Ο διάβολος επετέθη αόρατα εναντίον του και του τραβούσε δυνατά από πίσω το ράσο, ενώ άλλη φορά, όσο διάβαζε ο Ιερεύς τους εξορκισμούς, ο διάβολος γαύγιζε σαν σκύλος!».
Β΄. Από εδώ

Ο Κωστής κατόρθωσε να απαλλαγεί από τις σατανικές ενοχλήσεις. Πλην όμως ο εχθρός δεν εννοούσε να τον αφήσει εντελώς ήσυχο. Τον επείραζε με άλλο, πιο δυσδιάκριτο τρόπο.
   Πολλές φορές αισθανόταν ότι μέσα στον εγκέφαλό του υπήρχε ολοζώντανη η μορφή του Αποστόλου Παύλου. Παρουσιαζόταν ψηλός, με τη συνηθισμένη ενδυμασία, τα χέρια ακουμπισμένα σ’ ένα μεγάλο ραβδί, και άλλοτε έπαιρνε τη μία έκφραση και άλλοτε την άλλη. Επίσης ορισμένες φορές έβλεπε μέσα στο μυαλό του το Ευαγγέλιο. Συχνά άκουγε μέσα στο μυαλό του ορισμένες φράσεις, τις οποίες και  χρησιμοποιούσε όταν είχε συζήτηση με άλλους. Τα φαινόμενα αυτά τα θεωρούσε ως προϊόντα της χάριτος. Και ο γερο-Δανιήλ δυσκολεύθηκε πολύ να τον πείσει ότι ανήκουν στην πλάνη και ότι δεν πρέπει να τα αποδέχεται.
   Κάποια φορά ο Κωστής, ώρα 12 μεσημβρινή, περνούσε έξω από το Ναό των Αγίων Αναργύρων Αρναίας, προκειμένου να πάει σε κάποιον άρρωστο που έπασχε από γριππώδη πνευμονία. Στην πρόθεση του Ναού, στο Ιερό, όπου έκαιε μία κανδήλα  εμπρός στην εικόνα των Αγίων Αναργύρων (η εικόνα τοποθετήθηκε προσωρινά εκεί, διότι στον κυρίως Ναό εργάζονταν μάστοροι) αντίκρυσε ένα πολύ ζωηρό φως. Πλησιάζοντας προς το παράθυρο αντίκρυσε κάποιον άνθρωπο που παρατηρούσε την κανδήλα των Αγίων. Τη στιγμή εκείνη βγήκε προς τον κυρίως Ναό. Τα βήματά του ακούγονταν καθαρά. 
–    Ποιος είναι; Ποιος είναι; άρχιζε να φωνάζει ο Κωστής. Σχημάτισε την εντύπωση ότι επρόκειτο για ληστεία. Με άλλους τέσσερις περαστικούς μπαίνουν μέσα στο Ναό, αναζητώντας τον υποτιθέμενο ληστή, αλλά δε βρήκαν απολύτως τίποτε. 
   Αυτού του είδους τα εντυπωσιακά περιστατικά τα έγραφε στο γερο-Δανιήλ και ζητούσε τη γνώμη του. Και ο σοφός Γέροντας του εξηγούσε ότι αποτελούν κατάλοιπα της παλαιάς του συνεργασίας με τα πονηρά Πνεύματα και γι’ αυτό να τα απορρίπτει.
   Άξιον θαυμασμού είναι ότι, παρ’ όλο που ο Κωστής εγκαταλείποντας τον πνευματισμό, ζούσε μία έντονη χριστιανική ζωή, ο εχθρός τον ενοχλούσε με ψευδοαποκαλύψεις και ψευδοοράματα.
   Είπαμε ότι ζούσε μία έντονη χριστιανική ζωή. Ας ιδούμε μόνο τους αγώνες του στον τομέα της προσευχής: Επήγαινε κάθε βράδυ στο Ναό των Αγίων Αναργύρων και διάβαζε το απόδειπνο και την παράκληση των Αγίων. Επιστρέφοντας στο σπίτι του απεμονώνετο σ’ ένα δωμάτιο και διάβαζε τον κανόνα του Αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού προς τη Θεοτόκον σε βαρύ ήχο, τους χαιρετισμούς, τον κανόνα στους Αγίους Πάντας και τον κανόνα «εις τον Γλυκύτατον Ιησούν». Επίσης, όταν καβάλα στο ζώο επήγαινε για κάποια ιατρική επίσκεψη σ’ ένα γειτονικό χωριό, διάβαζε πολλούς παρακλητικούς κανόνες σε διαφόρους Αγίους, τον εσπερινό ή το απόδειπνο, εάν ήταν αργά, έλεγε απ’ έξω την «τιμιωτέραν» κλπ. Και παρ’ όλα αυτά, εάν δεν τον βοηθούσε η σοφία και η διάκρισις του γερο-Δανιήλ κινδύνευε να γίνει έρμαιο της πλάνης.
   Στα κατάλοιπα του γερο-Δανιήλ σώζεται μία επιστολή του Κωστή, όπου υπάρχουν διάφορα ερωτήματα σχετικά με τις ικανότητες των πονηρών πνευμάτων. Ζητεί δηλαδή από το Γέροντα να του διευκρινήσει, εάν ο σατανάς μπορεί να ειπή το «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς», το «Είδομεν το φως το αληθινόν… αδιαίρετον τριάδα προσκυνούντες…» και το «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον…».
   Δύσκολη ομολογουμένως η περίπτωση του Κωστή. Αλλά με την υπομονή του και την προσευχή του και τις πολλές του επιστολές ο γερο-Δανιήλ κατόρθωσε να τον λυτρώσει από τα δεσμά του δολίου εχθρού. Σχετικώς ο Αδελφόθεος σημειώνει: «Ο επιστρέψας αμαρτωλόν εκ πλάνης οδού αυτού σώσει ψυχήν εκ θανάτου και καλύψει πλήθος αμαρτιών».

Η πλάνη του Καλλίστρατου (από εδώ)
   Όσο πιο ψηλά ανεβαίνει κανείς, τόσο περισσότερο εκτίθεται σε κινδύνους, και μάλιστα όταν στερείται έμπειρο πνευματικό καθοδηγητή, ικανό να διακρίνει τα «πνεύματα».

   Κάτι τέτοιο συνέβη και στον Αγιοσαββίτη μοναχό π. Καλλίστρατο. Επί σαράντα έτη αγωνιζόταν ασκητικά γεμάτος ένθεο ζήλο τόσο στη Μονή του Αγίου Σάββα, όσο και σε άλλα ερημικά μέρη της Παλαιστίνης, όπως λ.χ. σ’ ένα σπήλαιο στο «Κοράκι» κοντά στο όρος Νεβώ, όπου ενταφιάσθηκε ο Μωϋσής. Παρ’ όλο που είχε σημειώσει νίκες και τρόπαια κατά του αοράτου εχθρού, προς το τέλος της ζωής του υπέπεσε σε πλάνη. Δεχόταν ως θεϊκή την σατανική ενέργεια που τον επισκεπτόταν σε ώρες προσευχής και του έφερνε κάποιο συγκλονισμό στην ύπαρξή του.
   Γινόταν, ας πούμε, η Ακολουθία του Όρθρου, και ξαφνικά έβλεπαν οι άλλοι μοναχοί τον π. Καλλίστρατο να κινείται και να δονείται και να κλονίζεται ολόκληρος. Σε σχετικές συζητήσεις και παρατηρήσεις ήταν έτοιμος να αμυνθεί και να υποστηρίξει πως οι εκδηλώσεις αυτές οφείλονταν σε πλούσια επίσκεψη της θείας Χάριτος. Παρέπεμπε μάλιστα και στο εδάφιο Ιωάν. 11, 33 – «Ιησούς ουν ως είδεν αυτήν (την Μαρίαν, την αδελφή του Λαζάρου) κλαιούσαν και τους συνελθόντας αυτή Ιουδαίους κλαίοντας, ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν».    Είναι παλαιά συνήθεια να προσπαθούν όλοι οι πλανεμένοι να κατοχυρώνουν την πλάνη τους ή την αίρεσή τους με αγιογραφικά εδάφια. Το ίδιο κάνουν και οι αιρετικοί  Πεντηκοστιανοί, που πιστεύουν πως όταν τους επισκέπτεται με ορμή το «Άγιον Πνεύμα», δονούνται υπερβολικά στο σώμα και μπορεί να πέσουν και κάτω και να κυλιώνται στο έδαφος! Και μη χειρότερα!
   Οι Πατέρες της Μονής σκανδαλίζονταν πολύ με την περίπτωσή του. Τον νουθετούσαν. Ζητούσαν να διορθωθεί. Αλλά δεν είχαν την πνευματική δύναμη να τον πείσουν ότι πρόκειται για πλάνη. Ο ίδιος ενώ παραδεχόταν ότι προέρχονταν οι δονήσεις από θεία ενέργεια, δεν αποκλείεται μερικές φορές να αμφέβαλλε κάπως. Και έχοντας ακούσει για την διορατικότητα του Αγιορείτου γερο-Δανιήλ, απεφάσισε να ζητήσει τη γνώμη του.
   Στις 28 Μαρτίου του 1911 ετοίμασε μια εκτεταμένη επιστολή και την έστειλε στα Κατουνάκια. Εκεί περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια την περίπτωσή του. Περιέγραφε και τον σκανδαλισμό των αδελφών, που δεν μπορούσαν να διακρίνουν τα σημεία της Χάριτος!… Και ζητούσε να του υποδειχθεί τρόπος, ώστε να αποφεύγει αυτόν τον σκανδαλισμό.
   Στις 2 Απριλίου ο σοφός Γέροντας των Κατουνακίων ετοίμασε την απάντησή του. Σ’ αυτή κάνει πολύ λόγο για τα σκιρτήματα που οφείλονται στη θεία χάρη και για τις άλογες κινήσεις και ταραχές του σώματος που προέρχονται από την πλάνη.
   Με δυνατά επιχειρήματα του δείχνει ότι τα ιδικά του «αλλόκοτα κινήματα και οι σπαραγμοί του σώματος» κάθε άλλο παρά θεϊκά είναι.
   Του εξηγεί για τις προϋποθέσεις που έχει η «απλανής κοινωνία της χάριτος». Δηλαδή για την πραγματική απάρνηση του κόσμου, για την τελεία υποταγή και αφοσίωση στον έμπειρο Γέροντα, για την πλήρη εκκοπή του ιδίου θελήματος, για την αγόγγυστο υπομονή των πάσης φύσεως πειρασμών, για την ανελλιπή άσκηση του καθημερινού μοναχικού κανόνος, για την καθαρά εξομολόγηση…
   Του υπενθυμίζει τις γνώμες των μεγάλων Νηπτικών και κυρίως του αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου: Στον καιρό της προσευχής να μη παραδεχώμεθα ούτε φως ούτε φωτιά ούτε σχήμα Χριστού ή Αγγέλου, αλλά να διατηρούμε το νου μας άχρωμο, ασχημάτιστο, άμορφο, αφάνταστο.
Η εμφάνισις της θείας χάριτος σαν «φως ανατέλλον» ή σαν «έντρομος αγαλλίασις» είναι γνωστή στον πονηρό δαίμονα, ο οποίος παρουσιάζει στους «μη κεκαθαρμένους» παραπλήσιους τύπους και ενέργειες, και τους παραπλανά, χωρίς να το αντιληφθούν.
Η παρουσία γνησίων σημείων της χάριτος στους αγωνιστάς, μπορεί να οδηγήσει αργότερα, όταν λείπει ο απλανής πνευματικός οδηγός, σε πλάνη. Ο εχθρός γνωρίζει να τους εξαπατά και να τους κλέπτει «υποκρύφως». Ο αρχέκακος όφις είναι σε θέση να παραμορφώσει την υψηλή υπόθεση της νοεράς προσευχής. Και είναι ενδεχόμενο να νομίζει κάποιος πως έγινε ησυχαστής και όμως να καταντά «φανταστής» και παίγνιο των πονηρών πνευμάτων.
   Του τονίζει επίσης ότι με την ενέργεια της χάριτος ο άνθρωπος γίνεται νηφάλιος, γαλήνιος, ατάραχος ψυχικά και σωματικά, σεβάσμιος. Και μάλιστα πολλές φορές ακινητοποιείται εντελώς το σώμα, ενώ ο νους αρπάζεται σε θεϊκές αναβάσεις και θεωρίες. «Πολλών γαρ Αγίων τα σώματα κατά τον καιρόν της προσευχής θεαθέντα υπό άλλων εναρέτων ανδρών εφαίνοντο ωσεί νεκρά και ακίνητα, και όταν έπαυεν εκείνη η θεία ενέργεια ήρχοντο εις εαυτούς». Και ποτέ δεν συνέβη να εμφανίζουν οι Άγιοι τέτοιες κινήσεις, που μονάχα σκάνδαλο προξενούν και όχι ωφέλεια.
   Σε μία παράγραφο της επιστολής ο γερο-Δανιήλ κάνει μία χαριτωμένη παρατήρηση: «Αν νομίζεις, π. Καλλίστρατε, πως είναι ορθή και άψογη η συμπεριφορά σου, τότε ας την μιμηθούν και οι άλλοι εξήντα Πατέρες του Μοναστηριού σας, και ας αρχίζουν όλοι να δονούνται και να ταράζονται στις Ακολουθίες και στις Λειτουργίες, και φαντάσου τι έχει να γίνει τότε»!
   Του υπογραμμίζει και τον άλλο κανόνα, ότι η θεία χάρις που ενοικεί στην καρδιά ενός θεοφόρου ανθρώπου συνηθίζει να εκδηλώνει τις ενέργειές της και τις θεοφάνειες όχι ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά στη μοναξιά, στο κελί ή στην έρημο.
   Αφού ο θεοφώτιστος Γέροντας με πολλά επιχειρήματα αποκαλύπτει την πλάνη του, στο τέλος για να μην τον εκθέσει στο επικίνδυνο πνεύμα της λύπης του χορηγεί το βάλσαμο της παρηγοριάς.
   «Δεν εκπλήττομαι του λέγει – για το πάθημά σου. Δεν σε κατακρίνω γι’ αυτό αγαπητέ. Μόνο ο Θεός είναι άπταιστος και ανίκητος. Εμείς βλέπουμε ότι και πολλοί Άγιοι υπέπεσαν σε τέτοιες αποπλανήσεις. Αλλά ο φιλανθρωπότατος Ιησούς μας δεν τους άφησε σ’ εκείνη την απάτη, αλλά τους έσωσε με θαυμαστό τρόπο.

     »Δεν ήταν, σεβαστέ μου, αγιότατος και δοκιμότατος πατήρ ο Άγιος Κύριλλος ο Φιλεώτης; Και όμως στο τέλος της επιγείου ζωής του δεν έπεσε σ’ εκείνη τη φρικτή πλάνη; Ο Πανάγαθος όμως Θεός δεν τον άφησε μέχρι τέλους, αλλά τον έσωσε με θαυμαστό τρόπο.
   »Δεν έπεσαν από άγνοια σε κακόδοξες αιρέσεις και ο αββάς Γεράσιμος και ο Μέγας Ιωαννίκιος και ο Άγιος Αυγουστίνος; Και όμως ο Θεός οικονόμησε τη λύτρωσή τους, και σήμερα τιμώνται και δοξάζονται από την Εκκλησία! Καθώς εκείνοι, επειδή είχαν άλλες θαυμάσιες αρετές, δεν εγκατελείφθησαν, και συ, αγαπητέ μου Γέροντα, θα εξέλθης νικητής».
   Στην καρδιά του π. Καλλιστράτου υπήρχε αρκετό περιθώριο για να δράσει ο Θεός. Δεν έλειπε η αγαθή προαίρεσις. Απλώς δεν έτυχε να βοηθηθεί ως τώρα από έμπειρο και διακριτικό Γέροντα. Γι’ αυτό η επιστολή του γερο-Δανιήλ είχε άμεση επίδραση. Σαν δυνατό φως άρχισε να διασκορπίζει τα σκοτάδια που τόσα χρόνια σύγχυζαν το πνεύμα του. Όταν μάλιστα αργότερα έλαβε και δεύτερη επιστολή, απαλλάχθηκε τελείως από κάθε πλάνη και σατανική κίνηση. Και γεμάτος ταπείνωση έγραψε στο θεοφώτιστο Αγιορείτη Γέροντα:
   «Η επιστολή σου ήταν δίστομος μάχαιρα εναντίον του εχθρού. Με ταχύτητα αστραπής εξαφανίσθηκε η ενέργεια του Σατανά, η πολυχρόνια αυτή τυραννία, που με εξαπάτησε να τη θεωρώ ενέργεια του Θεού και να καυχώμαι. Τώρα απορώ και εξίσταμαι πώς ενήργησε η σεβαστή οσιότης σου, πώς έδειξε απέναντί μου, σ’ εμένα το αίσχος των ανθρώπων, τον ευτελή και ανάξιο, τόση υπερβολική ταπείνωση, πώς ο παντεπόπτης Κύριος που δεν επιθυμεί το θάνατο του αμαρτωλού, ένευσε στην αγαθή καρδιά σου, ώστε να με σηκώσεις από την πτώση όπου με οδήγησε ο θηριώνυμος δράκοντας. Μου φάνηκες σαν άγγελος απεσταλμένος από το Θεό, διότι τα λόγια σου ήταν λόγια Θεού και μόλις τα διάβασα και τα κατενόησα, εξαφανίσθηκε όλη η ενέργεια του εχθρού.
   »Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου…
   »Με ποια γλώσσα να υμνήσω και να μεγαλύνω και να υψώσω αυτή την ευεργεσία! Με άκουσες και έσπευσες γρήγορα να μου ομιλήσεις για την απάτη και την πλάνη του σατανά. Δεν έχω χάρισμα να γράφω ωραία, για να βρω τα κατάλληλα λόγια να σε ευχαριστήσω. Ο Κύριος να σε ανταμείψει για όλα.
   »Αυτά που συνέβησαν σ’ εμένα, οφείλονταν στην έλλειψη οδηγού. Ενώ έκανα νυκτομαχία, νόμιζα πως έκανα θεάρεστους αγώνες…»
   Ο γερο-Δανιήλ συγκινήθηκε υπερβολικά από την τόσο ευχάριστη εξέλιξη της υποθέσεως. Και σχολίαζε την περίπτωση με τα εξής χαρακτηριστικά λόγια:
   «Όλα προέρχονται από τον Πανάγαθον Θεόν. Είδε ο Θεός την πίστη του και με εφώτισε πώς να του απαντήσω. Αυτός ο άνθρωπος είχε καλή προαίρεση και φόβο Θεού, και γι’ αυτό τον λύτρωσε παράδοξα ο Κύριος. Εγώ δεν πίστευα πως θα λυτρωνόταν τόσο γρήγορα και πως ένας τέτοιος παλαιός αγωνιστής θα έδειχνε τόση πίστη και ταπείνωση. Είθε οι ευχές του να με ενισχύσουν κι εμένα που γράφω, αλλά δεν πράττω».
Έλεγε την “ευχή του Ιησού” και άρχιζαν τα “φαινόμενα”… (από εδώ)
Ο π. Αλύπιος, της Ι. Μονής Ξενοφώντος, διακρινόταν πολύ για τον ζήλο του. Ιδιαίτερα αγαπούσε να βρίσκει ένα ήσυχο μέρος και να προσεύχεται συνεχώς με την «ευχή», δηλαδή το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Κάθε φορά που έλεγε την «ευχή» σκιρτούσε η ψυχή του από ουράνια, ανέκφραστη χαρά.
Κάποτε όμως τα πράγματα πήραν άσχημη τροπή. Χωρίς να μπορεί κι ο ίδιος να καταλάβει τι συνέβη, αδυνατούσε να συνεχίσει την «ευχή». Αν δοκίμαζε μια φορά να την πει, αμέσως – φοβερό και ανεξήγητο – άρχιζε να κλονίζεται το σώμα του. «Και το περίεργον και απορίας άξιον – όπως γράφει κάπου ο ίδιος ο γερο-Δανιήλ – όπου ταραττομένου του σώματός του συνεταράττοντο και όσοι παραπλέυρως αυτού εν τοις στασιδίοις τοις συνεχομένοις απ’ αλλήλων, όλοι ομού μετά των στασιδίων συνεχόρευον οιονεί και συνεταράττοντο. Όταν δε επίσης ηύχετο εν τω κελλίω αυτού, αυτό μετά των παρακειμένων κελλίων, δίκην βεζουβίου εκρήξεως εδονούντο, πράγμα όντι πρωτάκουστον» (Επιστολή προς Γέροντα Καλλίστρατον, 2-4-1911). Εσείετο ο τόπος. Τι γέροντες και Πνευματικοί τον είδαν, τι προσευχές και εξορκισμούς του διάβασαν… Το αποτέλεσμα μηδέν.
Η υπόθεσις έπαιρνε τραγικές διαστάσεις. Επειδή ο π. Αλύπιος είχε, χρόνια τώρα, γίνει ένα με την ευχή, δεν μπορούσε να την σταματήσει. Έτσι ασυναίσθητα, στο κελλί του, στην Εκκλησία, στο φαγητό, στην εργασία κ.λ.π. επρόσφερε ενδόμυχα τα ιερά λόγια. Και αμέσως το κρεβάτι ή τα στασίδια ή το τραπέζι ή τα πράγματα της εργασίας όλα εσείοντο. Και όσοι τυχόν πατέρες ήσαν δίπλα του πήγαιναν και αυτοί πέρα-δώθε! – Σταμάτα, πάτερ Αλύπιε, να λες την «ευχή». Δεν βλέπεις τι κακό γίνεται;
– Μα μήπως το θέλω; Ασυναίσθητα την προφέρω. Συγχωρήστε με πατέρες.
Αφού απελπίσθηκαν απ’ όλους, σκέφθηκαν τον γερο-Δανιήλ. Και ο π. Αβέρκιος, ο οικονόμος του μοναστηριού, ξεκίνησε με τον π. Αλύπιο για τα Κατουνάκια. Βράδυασαν στη Σιμωνόπετρα.
– Πρόσεχε, πάτερ Αλύπιε. Τώρα που θα πάμε στο μοναστήρι μην πεις την «ευχή» και τρομοκρατήσουμε τους πατέρες…
Στον νάρθηκα όμως της Εκκλησίας ξεχάσθηκε και την πρόφερε μία φορά και γύρω του τότε γίνηκε… σεισμός. Την άλλη ημέρα έφθασαν στα Κατουνάκια.
Ο γερο-Δανιήλ έμαθε εν ολίγοις το ιστορικό και μετά πήρε ιδιαίτερα τον π. Αλύπιο.
– Εγώ, του είπε, δεν είμαι Πνευματικός, αλλά πρέπει να μάθω λεπτομερώς την πνευματική σου ζωή. Θα μου κάνεις λοιπόν γενική εξομολόγηση και θα περιγράψεις το πώς σου συνέβη για πρώτη φορά το φαινόμενο.
– … Εκείνη τη νύχτα αγρυπνούσα στο παρεκκλήσιο της αμπελικής κοντά στη Μονή και προσευχόμουνα με το κομποσχοίνι. Σε μια στιγμή χτύπησε ο μάνταλος της πόρτας. Ένοιωσα ένα φόβο στην καρδιά μου και έναν κλονισμό στο σώμα μου. εγώ συνέχισα την προσευχή. Εν τω μεταξύ τα χτυπήματα έγιναν περισσότερα. Ο μάνταλος πήγαινε πάνω-κάτω. Σε λίγο άρχισε να χτυπάει και η πόρτα. Ένα δυνατό χτύπημα. Δεύτερο δυνατό χτύπημα. Αντιλήφθηκα πως ήταν κάτι σατανικό. Προχώρησα ως την πόρτα, αλλά δεν είδα τίποτα. Σε λίγο πάλι χτυπήματα και πάλι κλονισμός στο σώμα μου. βεβαιώθηκα τότε πως ήταν του διαβόλου και δεν έδωσα σημασία. Με περισσότερο τώρα ζήλο έλεγα την «ευχή». Τα χτυπήματα όμως αυξήθηκαν και όχι μόνο το σώμα μου, η πόρτα, αλλά και ολόκληρη η Εκκλησία βρισκόταν σε μία περίεργη κίνηση. Από τη στιγμή εκείνη, όταν σταματούσα την «ευχή» έπαυαν οι κινήσεις. Όταν την έλεγα, άρχιζαν. Έτσι έχουν τα πράγματα, άγιε γέροντα.
Ο γερο-Δανιήλ βυθίστηκε σε σκέψεις. Πρωτάκουστη περίπτωση. Αλλά δεν τον εφόβισε. Και δικαίως, γιατί στους πνευματοφόρους ανθρώπους τίποτε δεν μένει ανεξήγητο. «Ο πνευματικός», όπως το γράφει και ο Απόστολος, «ανακρίνει πάντα». Για μια στιγμή σαν να φωτίστηκε, ρώτησε τον μοναχό:
– Πάτερ Αλύπιε, όταν άρχισαν τα πρώτα έντονα χτυπήματα στην πόρτα, και αντελήφθεις ότι πρόκειται για διαβολική ενέργεια, τι είπες με το λογισμό σου; Τι αισθήματα κυριάρχησαν στην ψυχή σου; Φόβος και δειλία ή αταραξία και περιφρόνησις; Ή μήπως κάτι άλλο τυχόν;
Ο π. Αλύπιος ανέφερε λεπτομέρειες. Και ο γερο-Δανιήλ βρήκε την εξήγηση του φαινομένου: Καθώς ο διάβολος δημιουργούσε τον θόρυβο, ο π. Αλύπιος έλεγε μέσα του: «Ας χτυπάει όσο θέλει. Εμένα δεν πρόκειται να με αποσπάσει από την προσευχή μου. Μήπως τα ίδια δεν έκανε και στο Μέγα Αντώνιο; Αυτός τη δουλειά του κι εγώ τη δική μου. Είτε ο κλονισμός στο σώμα μου είναι ενέργεια της χάριτος είτε ενέργεια του φθονερού μισοκάλου, εγώ πρέπει συνεχώς μέχρις εσχάτου μου αναπνοής να λέγω την ευχή, και θα σκάσει ο διάβολος». Δηλαδή τον κατέλαβε μία αδιόρατη εκ πρώτης όψεως ομίχλη υπερηφανείας και έδειξε προς τον εχθρό υπεροπτική περιφρόνηση, σαν να είχε φθάσει στα μέτρα του Μεγάλου Αντωνίου. Μολυσμένη πια η προσευχή του από την οίηση δεν ανέβαινε ευπρόσδεκτη στο Θεό.
Ο γερο-Δανιήλ ανέλυσε σε βάθος την υπόθεση και συμβούλεψε τον πολεμούμενο:
– Από τώρα και πέρα λέγε την «ευχή» με ταπείνωση, με συντριβή. Να το αισθάνεσαι, όταν το λες. Να το πιστεύεις ότι είσαι ένας αμαρτωλός, ένας υπόδικος στα μάτια του Θεού. Να θεωρείς την ταραχή του σώματος ως σατανική ενέργεια. Και όταν παρουσιασθεί να παρακαλάς νοερά το Χριστό να την φυγαδέψει. Έτσι μόνο θα ελκύσεις την Θεία Χάρη.
Ο ταλαιπωρημένος από το διάβολο μοναχός βρήκε τη θεραπεία του. Προσευχήθηκε ταπεινά και ειρήνεψε. Ρίχθηκε από τότε με περισσότερο ζήλο στους πνευματικούς αγώνες και στην κατάκτηση της ταπεινώσεως. Αναφέρεται σχετικά ότι απέκτησε το κατά δαιμόνων χάρισμα, αφού με τις φροντίδες του και τις προσευχές του θεραπεύτηκε ένας δαιμονισμένος ονόματι Ευδόκιμος, από την Τήνο, που παρέμενε στην Ι. Μονή Ξενοφώντος. Και τι δαιμονισμένος! Όχι μόνο έβγαζε άτακτες κραυγές και ύβρεις, αλλά πολλές φορές έσπαζε και τις αλυσίδες του. Επί πλέον ερρυπαίνετο συνέχεια από την σωματική του ακαθαρσία. Για να τον θεραπεύσει ο π. Αλύπιος εμόχθησε τρία ολόκληρα χρόνια!

o-nekros.blogspot.gr

Κατηγορία ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ – Ἀρχιμανδρίτου Χριστοφόρου Μυτιλήνη

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Ιανουαρίου, 2014

Ὁμιλία 29.1.2014, στή Π.Ε.Θ. Παραρτήματος Πατρῶν   
Πρωτίστως ὀφείλω νά εὐχαριστήσω τήν πρό­εδρο κ. Δήμητρα Κόρδα-Κωτσάκη καί τό Δ.Σ. τῆς Π.Ε.Θ.τοῦ παραρ­τήματος Πατρῶν γιά τήν εὐκαιρία πού μοῦ ἔδωσε μέ τήν ὁμιλία μου αὐτή νά προσεγγίσω γιά ἄλλη μιά φορά τούς ποταμούς τῆς σοφίας, νά ξεδιψάσω στά ἀθάνατα συγγράμ­ματά τους καί-λίγη ἀπό τή δροσιά τους-, ἕνα ποτήρι δροσεροῦ ὕδατος, νά προ­σφέρω ἀπόψε στήν ἀγάπη σας.
Πανοσιολογιώτατε ἅγιε Πρωτοσύγκελλε,
Σεβαστοί πατέρες,
Ἀξιότιμοι διδάσκαλοι καί θερμουργοί τοῦ Λόγου,
Κυρίες και κύριοι,
Δέν εἶναι ὑπερβολή ἄν ποῦμε ὅτι τά τελευταία χρόνια οἱ μορφές τῶν Τρι­ῶν Ἱεραρχῶν ἔπαψαν νά ἀποτελοῦν πρότυπα ζωῆς, μορφώσεως καί ἀγωγῆς σέ ἐκπαι­δευτικούς καί ἐκπαιδευομένους. Σάν νά μήν ἔφθα­ναν ὅλα αὐτά ἔρχεται καί τό ὑπουργικό ἔγγραφο, τό ὁποῖο ἀπεστάλη τόν περασμένο Ἰανουάριο πρός τούς Διευθυντές Γυμνασίων καί Λυκείων, μέ τό ὁποῖο ἡ ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν χαρακτηρίζεται πλέον ὡς «ἀρ­γία», μέ ἁπλή δυνα­τό­τητα «συμμετοχῆς σέ ἐκκλησιασμό» ἤ «σέ ἑορταστικές ἐκδη­λώ­σεις».
Γιά αὐτό εἶναι ἀπόλυτα δικαιολογημένη ἡ πικρία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία ἐκφράζει μέ τό ἐμπεριστατωμένο ἔγγραφό της (μέ τήν ὑπ’ ἀριθμ. Πρωτ. 4337/15-10-2013), τό ὁποίο ἀπέστειλε πρός τόν Ὑπουργό Παιδείας γιά τήν μετατροπή τῆς σχολικῆς ἑορτῆς τῆς 30ῆς Ἰανουαρίου ὡς ἡμέρα ἁπλῆς σχολικῆς ἀργίας. Καθίσταται σαφές μέ αὐτό τό ἔγγραφο ὅτι ἐπέρχεται πλήρη ἀλλοίωση τοῦ νοήματος τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ὡς προστατῶν τῆς Παιδείας μας. Ἡ ἑορτή αὐτή ἀπό τό «1826 καθιερώνεται ἐπίσημα ὡς ἑορτή τῆς ἑλ­λη­νικῆς καί ἑπτανησιακῆς Παιδείας ἀρχικά γιά νά ἔλθει κατόπιν τό 1843 τό Πανε­πιστήμιο Ἀθηνῶν νά καθιερώσει γιά τό ἐλεύθερο πιά Ἑλληνικό Κράτος τήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ὡς γιορτή τῆς Παιδείας!
Ἦταν τότε πού τό νεοσύστατο Ἑλληνικό Κράτος ἔψαχνε πρότυπα καί προ­στά­τες… Ἦταν τότε πού ἀντιλαμβανόταν πολύ ὀρθά ὅτι ὁ Ἑλληνισμός ἔχει μιά συνέχεια πού ξεκινᾶ ἀπό τήν ἀρχαιότητα καί συνεχίζει μέ τίς μεγάλες μορφές τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτῶν πού ὄχι μόνο προήγαγαν τή γλώσ­σα καί δημιούργησαν γραμματεία ἐφάμιλλη τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, ἀλλά κατόρ­θω­σαν νά προσλάβουν στά συγγράμματά τους ὅλα τά ἀγαθά τῆς Ἑλληνικῆς Παι­δεί­ας, ἀφοῦ προηγουμένως τήν ἀποκάθαραν ἀπό τήν κατάπτωση τῆς θρησκευ­τικῆς καί ἠθικῆς ζωῆς τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἦταν τότε πού μεσα στήν οἰκογέ­νεια ἔκαιγε ἀκοίμητο τό καντήλι -ἔστω κι ἄν τό λάδι ἦταν λιγοστό-καί τό σπίτι μοσχο­μύριζε ἀπό τό θυμίαμα πού ἡ μάνα ἔκαιγε μπρός στά εἰκονίσματα. Ἦταν τότε πού ἡ μικρή πατρίδα μας εἶχε ἱερούς πόθους, ἀνακαινιστικά ὁράματα καί σχεδια­σμούς».
 Τότε…!! Τώρα; Τώρα ἡ φύτρα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἡ νεολαία τοῦ τόπου αὐ­τοῦ καταδικάζεται σέ πλήρη ἀποκοπή ἀπό τίς πνευματικές ρίζες. Τώρα παραδι­δό­μαστε ἕρμαια στά στυγερά χέρια τῆς παγκόσμιας διεθνιστικῆς συμμορίας πού ἀκούει στό ὄνομα «Νέα Τάξη Πραγμάτων». Γι’αὐτό ἐσχάτη ὥρα ἐστι! Νά ἐννο­ήσουν οἱ πάντες, ἀπό τόν ἁρμόδιο Ὑπουργό γιά τά θέματα τῆς Παιδείας ἕως τόν πρωτοδιόριστο ἐκπαιδευτικό αὐτό πού λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: ὅτι ἡ «παιδεία μετάληψις ἁγιότητος ἐστι» 2.
Καί ἐμεῖς ἀπόψε συναγμένοι ἐπί τῷ αὐτῷ στή μνήμη τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, προστατῶν τῆς Παιδείας, θά προσπαθήσουμε μέ τίς πτωχικές γραμμές πού χαρά­ξαμε νά μεταλάβουμε κάτι ἀπό τό μεγαλεῖο τῆς παιδαγωγικῆς ἱκα­νό­­τητος τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Νά δοῦμε τίς δικές τους παιδα­γω­γικές μεθόδους ὅπως διατυπώ­θη­καν κι ἐμφανίστηκαν σ’ἕναν κόσμο πού παρου­σίαζε παρόμοια παρακμή. Καί ἡ δι­κή τους στάση ἀποτελεῖ ἕνα ἄριστο ἔναυσμα γιά γόνιμο προβληματισμό. Δί­νει τήν εὐκαιρία σέ ὅλους μας νά κάνουμε τήν αὐτοκριτική μας· ὁ καθένας μας: ὁ γο­νιός,ὁ ἐκπαι­δευτικός, ὁ παπάς. Μᾶς βοηθᾶ νά βάλουμε τό δάκτυλο «ἐπί τόν τύπον τῶν ἥλων». Νά δοῦμε κατάματα γιατί μᾶς ἀπέρριψαν οἱ νέοι καί ἀρνιοῦνται τό δι­καί­ωμα νά εἴμαστε παιδαγωγοί τους. Καί νά ἐπιχειρήσουμε νά δώ­σου­με καί πάλι στούς νέους τά ἐφόδια ἐκεῖνα πού θά τούς βοηθήσουν ν’ ἀντέ­ξουν τήν κα­ταιγίδα πού θά ἀκολουθήσει στή δική τους γενιά. Τό ἐγχείρημα δύσκολο. Ἡ πλη­γή πολύ μεγά­λη.
Τά παιδιά μας σήμερα ζοῦν στόν εἰκονικό κόσμο τοῦ διαδικτύου. Δέν εἶναι κα­κό αὐτό. Κακό εἶναι ὅτι τά ἀφήνουμε νά διαχειρισθοῦν τόν κόσμο αὐτό χωρίς τήν δική μας στήριξη. Τά ἀφήνουμε μέσα σέ καταιγισμό ἐντυπώσεων καί ἐρεθι­σμῶν. Ποιός σήμερα θά προστατεύσει τήν ἀθωότητα καί τήν παιδικότητα τῶν παι­διῶν μας; Ποι­ός θά ἐνημερώσει τούς νέους ὅτι ἡ βιομηχανία τοῦ διαδι­κτύ­ου εἶναι πο­λύ ἐπι­θετική; Ὅτι θέλει νά ἐξασφαλίσει τά προσωπικά μας δεδομένα γιά νά ἐλέγχει τίς ἐπιθυμίες μας γιά νά μπορεῖ νά μᾶς πουλήσει σύμ­φω­να μέ αὐτές;
Ἡ κατάσταση βρίσκεται πλέον ἐκτός ἐλέγχου. Ἡ σοφή παιδαγωγική παρά­δοση καί τό ἦθος τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν μπορεῖ νά ἀποτελέσει τό ἕρμα πού θά συγκρατήσει τήν «εὐόλισθον καί εὐξαπάτητον νεότητα». Τό πνεῦμα τους νά ἀρδεύσει καί πάλι τά ἱερά νάματα τῆς Παιδείας μας…………………
Ἐμεῖς ἀπόψε θά περιορισθοῦμε σέ τρεῖς μόνο πτυχές τοῦ θέματος, τίς ὁποίες περιληπτικά θά πα­ρουσιάσουμε. Θά προσπαθήσουμε νά δοῦμε:
Α. Πῶς οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες θά μιλοῦσαν στή σύγχρονη οἰκογένεια πού ἀνα­τρέφει τά νέα βλαστάρια τῆς πατρίδας μας.
Β.Πῶς θά δίδασκαν τούς διδασκάλους τοῦ ἔθνους μας.
Γ. Πῶς θά δίδασκαν καί θά παρέδιδαν θρησκευτικά στούς νέους.
Κατά τούς τρεῖς Ιεράρχες ἡ ἀγωγή τῶν νέων δέν εἶναι ἀμελητέο ἔργο, ἀλλά κατά τόν ἔγκυρο λόγο τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου εἶναι «τέχνη τε­χνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν».Κι αὐτό διότι ὁ παιδαγωγός δέν χειρίζεται κά­ποιο ἄψυχο μηχάνημα, ἀλλά χειραγωγεῖ νέους. Βασική καί προσδιοριστική σκέψη εἶναι ὅτι οἱ νέοι εἶναι ἄνθρωποι. Καί ἄνθρωπος κατά τον Ἱερό Χρυσόστομο εἶναι «τῶν ὀρωμένων ἁπάντων τιμιώτερον», ἐνῶ κατά τό Μέγα Βασίλειο «μόνον τῶν ζώων θεόπλαστον». Ὁ παιδαγωγός συνεπῶς εἴτε γονέας εἴτε διδάσκαλος καλεῖ­ται νά διαπλάσει ἄνθρωπο, μέ σῶμα καί ψυχή.Ἡ ἀγωγή μάλιστα κατά τό Μέγα Βασίλειο διαβαθμίζεται σύμφωνα μέ τόν ἡλικιακό δείκτη τῶν τριῶν ἑπτάδων ἐτῶν, τοῦ νηπίου (ἕως 7 ἐτῶν), τοῦ παιδιοῦ (ἕως 14 ἐτῶν) καί τοῦ ἐφήβου (ἕως 21 ἐτῶν).
Α. Πῶς θά μιλοῦσαν στή συγχρονη οἰκογένεια.  Εἶναι φανερό ὅτι πρῶτος παιδαγωγός εἶναι ὁ γονέας, ὁ ὁποῖος ἔχει στή διά­θεσή του μιά ἄγραφη νηπιακή ψυχή καί καλεῖται νά ἐγγράψει σέ αὐτήν καί νά τή στολίσει μέ ὅτι ὡραιότερο καί ὠφελιμότερο ὑπάρχει στή ζωή, ὥστε νά γίνει ὄν κριτικό, ἀλλά καί ἐπιλεκτικό. 
Ἡ ἀγωγή εἶναι πιό εὔκολη κατά τή μικρή ἡλικία, τότε πού οἱ ψυχὲς τῶν παι­διῶν, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος εἶναι μαλακὲς καὶ τρυφερές· ἄν τὰ καλὰ διδάγματα ἐντυπω­θοῦν στή ψυχή ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἐνῶ ἀκόμη εἶναι ἁπαλή, κανένας δὲν θά μπορέσει κα­τόπιν νὰ τὰ ἐξα­λείψει, διότι οἱ ψυχές πλέον θά ἔχουν πάρει τό σχῆμα τους, σχῆ­μα σκληρό σὰν σφραγίδα, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸ κερί. «Ἄν εἰς ἁπαλήν ἔτι οὖσαν τήν ψυχήν ἐντυπωθῇ τά καλά διδάγματα, οὐδείς αὐτά ἐξελεῖν δυνήσεται, ὅταν σκληρά γένηται ὡς τύπος΄ ὥσπερ καί ὁ κηρός». 3.
Μοιάζουν ἀκόμη οἱ ψυχὲς τῶν παιδιῶν μὲ πίνακες ζωγραφικῆς ἢ μὲ ἀγάλ­ματα. Χρειάζεται πολλὴ προσοχὴ ἐκ μέρους τῶν ζωγράφων καὶ πολλὴ ἐπιμέλεια γιὰ νὰ φιλοτεχνήσουν ἕνα πίνακα ὡραῖο. Οἱ γλύπτες πάλι μὲ πολλὴ ὑπομονὴ ἀφαι­­ροῦν τὰ περιττὰ καὶ προσθέτουν ὅ,τι πρέπει, γιὰ νὰ παρουσιάσουν τὸ ἔργο ποὺ ἐπιθυμοῦν. Δὲν ὑπάρχει θαυμασιότερο ὑλικὸ γιὰ φιλοτέχνηση ἀπὸ τὶς παι­δι­κὲς ψυχές, ἀρκεῖ αὐτὸ νὰ γίνει ἐγκαίρως. Κατασκευάζουν οἱ γονεῖς ἔμψυχες εἰκό­νες τοῦ Θεοῦ, ζωντανὰ ἀγάλματα.
Γι’αὐτό ἐνῶ ἔχουν τά παιδιά κοντά τους πρίν μεταβοῦν στό σχολεῖο λέγει ὁ Μ. Βασίλειος ἄς ἀφηγοῦνται σ’αὐτά ἁγιογραφικές ἱστορίες, ἀργότερα δέ νά τούς διαβάζουν ἀπό τό ἱερό κείμενο. Αὐτό ἔκανε ἡ μητέρα τους ἡ Ἐμμέλεια, στή Μακρίνα, τήν ὁποία ἀνέθρεψε μέ τά μαθήματα τῆς θε­ο­πνεύ­στου Γραφῆς καί μάλιστα μέ τήν Σοφία Σολομῶντος καί τό Ψαλτήριο, γρά­φει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης, ἀδελφός τοῦ Μ. Βασιλείου στό βίο τῆς ὁσίας Μακρί­νας4. Καί ἡ Μακρίνα τό ἴδιο ἔκανε στόν ἀδελφό της τόν Πέτρο τόν ὁποίον «ἐπί πᾶσαν τήν ὑψη­λοτέραν ἤγαγε παίδευσιν, τοῖς ἱεροῖς τῶν μαθημάτων ἐκ νηπίων αὐτόν ἐνα­­σκήσασα» 5. Νά λάβουμε δέ ὑπ’ὄψη ὅτι τότε καταλάβαιναν περισσό­τε­ρο τήν Ἁγία Γρα­φή τά παιδιά ἀπό ὅτι σήμερα.
Στά “Ἠθικά” του ὁ Μ. Βασίλειος στόν 76ο ὄρο καλεῖ τούς γονεῖς νά ἐκτρέ­φουν τά τέκνα τους σύμφωνα μέ ὅσα λέγει καί ὁ Ἀπ.Παῦλος στήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή του: «μετά πραότητος καί μακροθυμίας, μηδεμίαν πρόφασιν τὀ ὅσον ἐπ’ αυτοῖς διδόναι ὀργής καί λύπης» 6.
Καί ὁ Ἱ. Χρυσόστομος ἰδιαίτερη βαρύτητα δίνει στήν παιδευτική λειτουργία τῆς οἰκογενειακῆς ἀτμόσφαιρας ἡ ὁποία δημιουργεῖται κυρίως ἀπό τήν συμπε­ρι­φο­ρά τῶν γονέων. Παρατηρεῖ: «Ἐάν λοιπόν στό σπίτι σᾶς ἄκουγαν νά μιλᾶτε πά­­ντοτε γιά πνευματικά θέματα καί νά δίνετε καλές συμβουλές, γρήγορα τά παιδιά σας θά παρουσίαζαν ἀπό τά ἀγαθά αὐτά σπέρματα ἐξαιρετικούς καρπούς».
Αὐτό πού προβάλλεται ἔντονα ἀπό τούς σοφούς Ἱεράρχες εἶναι τό πρόσωπο τῶν γονέων καί ἡ παραδειγματική τους θέση ἔναντι ὅσων διδάσκουν.
Γονεῖς καί δάσκαλοι δεν ἔχουν παρά νά καθρεπτίσουν τόν ἑαυτό τους μέσα στό ἐργαστήριο τῶν παρακάτω λόγων Γρηγορίου του Θεολόγου: «καθαρθῆναι δεῖ πρῶτον, εἶτα καθᾶραι, σοφισθῆναι καὶ οὕτω σοφίσαι, γενέσθαι φῶς καὶ φω­­­τίσαι, ἐγγίσαι Θεῶ καὶ προσαγαγεῖν ἄλλους, ἁγιασθῆναι καὶ ἁγιάσαι, χει­ρα­­­­γωγῆσαι μετὰ χειρῶν, συμβουλεῦσαι μετὰ συνέσεως».Τά πρότυπα συγκι­νοῦν, καθοδηγοῦν. Συνεχίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος:«Ἄφωνον ἔργον κρεῖσσον ἀπρά­­κτου λόγου». Ἡ ἔννοια τοῦ προτύπου εἶναι παλαιά καί θεόσδοτη. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός τόνισε τήν ἔλλειψη ἀξίας, ὅταν ὑπάρχει διάσταση μεταξύ λόγων καἰ ἔρ­γων και ὅτι διδάσκει περισσότερο τό παράδειγμα παρά ὁ λόγος.
Σ’ αὐτό πού ἰδιαίτερα ἐπιμένουν καί οἱ τρεῖς Μεγάλοι Πατέρες στίς κατευ­θύν­σεις πού δίνουν πρός τούς γονεῖς εἶναι ἡ εὐθύνη τῶν γονέων νά ἀναθρέψουν τά παιδιά τους μέ χριστιανικές ἀρχές καί ἀξίες: μέ «φόβο Θεοῦ», μέ καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν καί μέ παιδεία τέτοια, πού ὁ νέος νά ἀντιληφθεῖ ὅτι σκοπός τῆς ζωῆς δέν εἶναι νά πασχίζει γιά τήν ἀπόκτηση χρημά­των ἤ διαφόρων καταναλωτικῶν ἀγαθῶν καί μάταιης ἐξουσίας, ἀλλά γιά ὅ,τι συνιστᾶ τήν οὐσία τῆς ζωῆς καί γιά τίς ἀξίες πού πρέπει νά ἐμπνέουν τή ζωή του Χριστιανοῦ (σύνεση, ταπεινοφρο­σύ­νη, ἐγκράτεια, δικαιοσύνη, αὐτογνωσία).
Πόσο ἐπίκαιρος εἶναι καί σήμερα ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅταν σχο­λιάζει ποιά πρό­τυπα προέβαλαν συνήθως οἱ γονεῖς στά παιδιά τους προκειμένου νά μάθουν γράμματα. Ἡ ἐπιχειρηματολογία τους ἦταν ἀντιχριστιανική, κάτι πού καί σήμερα τό βιώνουμε: «Οἱ πατέρες παροτρύνουν τά παιδιά τους νά σπουδάσουν ρητορική, μέ κοσμικά ἐπιχειρήματα· Ὁ τάδε, ἐνῶ καταγόταν ἀπὸ πτωχὴ καὶ ἄσημη οἰκογένεια, μὲ τή ρητορική ποὺ ἔμαθε κα­τά­φερε νὰ γίνει μέγας καὶ τρανός, νὰ πάρει σπουδαῖες θέσεις, νὰ γίνει πλού­σι­ος, νὰ πάρει μιά πλούσια γυναίκα, νὰ κτίσει πολυτελέστατο σπίτι. Ἄλλος πάλι μὲ τὶς γλῶσσες ποὺ ἔμαθε πῆρε σπουδαία θέση στὰ ἀνάκτορα καὶ ρυθ­μί­ζει αὐτὸς ὅλες τὶς ὑποθέσεις. Οἱ περισσότεροι προβάλλουν σὰν παρα­δείγματα τοὺς ἐπιτυχημένους στὴ ζωή, «τοὺς ἐπὶ γῆς εὐδοκίμους». Κανένας δέ οὔτε μιά φορά δέ θυμᾶται τά οὐράνια πράγματα, κανένας δέν φρόντισε νά γίνει ὁ νέος ἐνάρετος καί εὐσεβής» 8. Ἀντίθετα μάλιστα τὶς ἀρετὲς τὶς θεω­ροῦ­σαν ἐλαττώ­μα­τα καὶ ἀδυναμίες. Ἐπικρατοῦσε μία πλήρης ἀντιστροφὴ τῶν ἀξιῶν. Οἱ κακίες πῆ­ραν τὰ ὀνόματα τῶν ἀρετῶν καὶ οἱ ἀρετὲς τὰ ὀνόματα τῶν κακιῶν. Ὁ πλουτισμός ὀνομαζόταν ἐλευθερία, ἡ αὐθά­δεια ὀνο­μα­ζόταν παρρησία, ἡ ἀδικία ἀνδρεία. Ἀντίθετα ἡ σωφροσύνη θεωροῦνταν χωρια­τιά, ἡ ἐπιείκεια δειλία, ἡ δικαιοσύνη ἀνανδρία, ἡ ἀνεξικακία ἀσθένεια καὶ ἡ ταπεί­νωση δουλοπρέπεια.
Ἡ ἠθικὴ ἀσυδοσία καὶ οἱ κοινωνικὲς ἀναταραχὲς ὀφείλονται κατὰ τὸν Ἅγιο Χρυσόστομο στὴν ἐσφαλμένη φροντίδα γιὰ τὰ παιδιά, στὴν παραμέληση τῆς ψυχι­κῆς τους καλλιέργειας· «Τοῦτό ἐστι, ὃ τὴν οἰκουμένην ἀνατρέπει πᾶσαν, ὅτι τῶν οἰκείων ἀμελοῦμεν παίδων, καὶ τῶν μὲν κτημάτων αὐτῶν ἐπιμελούμεθα, τῆς δὲ ψυχῆς αὐτῶν καταφρονοῦμεν». Δὲν διστάζει γι᾿ αὐτὸ νὰ ὀνομάσει ἐγκληματικὴ αὐτὴ τὴν ἀδιαφορία τῶν γονέων γιὰ τὴν καλλιέργεια τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ψυχῆς τῶν παιδιῶν· εἶναι παιδοκτόνοι, φονεῖς τῶν παιδιῶν τους, ὅσοι τὰ ἐφοδιάζουν μέ τὸν ἔρωτα τῶν χρημάτων, τοῦ πλού­του, μέ τὸν ἔρωτα τῆς κοσμικῆς δόξας, μὲ κακίες ποὺ σκοτώνουν καὶ τυραννοῦν καθημερινῶς τὴν ψυχή τους. Ἡ διαστροφὴ τῶν νέων σ᾿ αὐτὸ ὀφείλεται ἀποκλειστικά, παρατηρεῖ ὁ μέγας παιδαγωγός, στὴ μανία γιὰ τὰ βιωτικὰ ἀγαθά· «Οὐδαμόθεν τὴν διαστροφὴν γίνεσθαι τῶν παίδων, ἀλλ᾿ ἐκ τῆς περὶ τὰ βιωτικὰ μανίας».
Δέν σᾶς κάνει ἐντύπωση ὅτι κατά τή συνήθεια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱ γονεῖς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἔστειλαν νά σπουδάσουν τά παιδιά τους ἔφηβοι ἀκόμη σέ ἡλι­κία 15-16 χρονῶν, μικρότεροι δηλαδή τῶν σημερινῶν φοιτητῶν καί σπουδα­στῶν. Μόνοι, ἀβάπτιστοι, σέ εἰδωλολατρικές πολύβουες πόλεις, σέ φιλοσοφικές σχολές μέ ἐθνικούς διδασκάλους δηλαδή μέσα σ’ ἕνα περιβάλλον ἀντίθετο ἀπό τό κλίμα τοῦ σπιτιοῦ καί ἀπό τήν ἀτμόσφαιρα τῆς Ἐκκλησίας. Θαυμάζει ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, καί τό προβάλλει ὡς πρότυπο: Πῶς, λέει, τόλμησαν οἱ μητέρες τῶν Τριῶν Ἁγίων Ἱεραρχῶν, νά τούς στείλουν στήν Ἀθήνα, στό κέντρο τῆς εἰδωλολατρίας καί στό κέντρο τῆς ἠθικῆς ἀσυδοσίας; Καί λέει ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, τά ἔστειλαν γιατί γνώριζαν ὅτι οἱ ἴδιες εἶχαν κάνει σπουδαῖο ἔργο ἀγωγῆς. Εἶχαν σμιλεύσει τίς καρδιές τους μέ τήν ἀγάπη γιά τόν Χριστό.
Ἐπειδή τά σπίτια τους ἦταν ἑστίες ἀγάπης, πίστεως, διαλόγου καί κατανοή­σεως, δέν ὑπέστησαν τά παιδιά τους καμμιά ἀλλοίωση ἤ σύγχυση.Μπορεῖ νά ἔφυγαν ἀπό τίς πατρικές ἑστίες γιά νά σπουδάσουν τά παιδιά τους ὅμως φύλαξαν ἀκέραιη τήν παρά­δο­ση τῆς οἰκογενείας τους γιατί καί οἱ Τρεῖς ἦσαν δεμένοι μέ ἀκατάλυτους δε­σμούς ἀγάπης μέ διαυγεῖς ἀντιλήψεις πίστεως καί ἠθικῆς, μέ ἁγιότητα βίου. Κάνει ἐντύπωση τό γεγονός ὅτι ἐνῶ εἶναι πλέον ὥριμοι ἄνδρες, θεολόγοι, πρωτοπόροι καί ὁδηγοί τοῦ λαοῦ πρός τά ἄνω, δέν λησμόνησαν νά προβάλλουν μετά δακρύων τίς μητέρες τους. Εἶναι καταπληκτικά τά κείμενα τῶν Ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν πού ἀναφέρονται στούς γονεῖς τους. Ἔχει συγκινητικές ἀναφορές ὁ Ἅγι­ος Γρηγόριος Θεολόγος, μέσα στά ποιήματά του, γιά τή μητέρα του τήν Ἁγία Νόν­­να. Ὁ συναισθηματικός Γρηγόριος συντρίβεται γιά τήν ἀπώλεια τῆς Νόννας. Τόν παρηγορεῖ ὅτι πέθανε προσευχομένη παρά τήν Ἁγία Τράπεζα καί πρεσβεύει γι’αὐτόν. Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει πώς ὅ,τι ἔργο ἔχω διασώσει μέχρι τώρα, αὐτό ὀφεί­λεται σέ σπέρματα, πού μοῦ ἔβαλε μέσα ἡ μάνα μου ἡ Ἐμμέλεια καί ἡ γιαγιά μου ἡ Μακρίνα· αὐτά τά σπέρματα αὐξήθηκαν καί μεγάλωσαν. Κλαίει πού ἔχασε τήν Ἐμμέλεια, τήν ἁρμονία καί τό ψυχικό κάλλος. Τό ἴδιο συμβαίνει καί με τη μη­τέρα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Θυμόμαστε ὅλοι μας τόν θαυμασμό τοῦ Λιβανίου γι’ αὐτή τήν πλούσια γυναίκα, τήν Ἀνθοῦσα, ἡ ὁποία ἔμεινε χήρα στά εἴκοσί της, καί ἀφιερώθηκε στήν ἀνα­τρο­φή τοῦ Χρυσοστόμου. Γι’ αὐτήν εἶπε ὁ Λιβάνιος, «βαβαί, οἷαι παρά χριστιανοῖς εἰσί γυναῖκες», δέστε τί γυναῖκες ἔχουν οἱ χριστιανοί! Καί ὁ Χρυ­σορ­ρήμων θυμᾶται πάντοτε τά λόγια καί τά δάκρυα καί τή θυσία τῆς νεαρω­τάτης χήρας Ἀνθούσας, ὅταν ἀποφάσισε νά μονάσει.
Ἀλήθεια πόσοι γονεῖς σήμερα ἔχουν τή δυνατότητα καί τήν ἁγιότητα νά χει­ραγωγήσουν τά παιδιά τους μέσα ἀπό τίς συμπληγάδες τῶν ἰδεῶν καί πειρασμῶν καί νά ἐξοστρακίσουν τήν σύγχυση; Δυστυχῶς πολλοί λίγοι.
Γι’αὐτό ὁ κλῆρος πέφτει καί πάλι στούς χριστιανούς δασκάλους, στούς ἕλ­ληνες δασκάλους οἱ ὁποίοι βλέπουν περισσότερο τά παιδιά κι ἀπό τούς γονεῖς στό σπίτι κι ἀπό τούς Ἱερεῖς στήν Ἐκκλησία. Καλοῦνται λοιπόν σήμερα οἱ ἐκπαιδευ­τι­κοί πού ἔχουν ἀφιερώσει τή ζωἠ τους στή διακονία τῆς ἑλληνορθοδόξου Παρα­δόσεως καί Παιδείας νά πετύχουν τήν ἀνάταξη τῆς συγχύσεως, τό ξεκαθάρισμα στίς ψυχές τῶν παιδιῶν τῶν διαστρεβλωμένων ἰδεῶν καί φαινομένων, τό πνευ­ματικό βοτάνισμα.
Β.Πῶς θά δίδασκαν τούς διδασκάλους τοῦ ἔθνους μας.
Ὅπως ἀναφέραμε γιά τούς γονεῖς ὅτι πρωταρχικό ρόλο παίζει στήν ἀνα­τροφή τῶν παιδιῶν τό παράδειγμά τους, ἡ ἴδια πρωταρχική παιδαγωγική -τό πα­ρά­δειγμα- θά συντελέσει κατά τούς Μεγάλους Πατέρες καί στήν διαπαιδα­γώ­γηση τῶν μαθητῶν. «Τόν δέ παιδεύοντα, οὐ διά ρημάτων μόνον, ἀλλά διά πραγ­μά­των παιδεύειν χρή», λέει ο Ιερός Χρυσόστομος 9.Γιά τόν Ἅγιο Γρηγόριο τό πα­ρά­δειγ­μα εἶναι: «ἐπίβασις θεωρίας»,ἐνῶ ὁ Μέγας Βασίλειος διευκρίνιζε ὅτι κάθε δάσκαλος ὀφείλει νά εἶναι: «ἑαυτοῦ διδάσκαλος» καί «νόμος ἔμψυχος καί κανών ἀρετῆς» γιατί διαφορετικά «ὁ γάρ μή ποιῶν,καί διδάσκων, ἀναξιόπιστός ἐστίν εἰς ὠφέλειαν».Ἡ «πολιτεία» τοῦ δασκάλου, ἡ ζωή καί οἱ πράξεις του, τό παρά­δειγ­­μά του, ὄχι ἡ ἁπλή διδασκαλία του εἶναι αὐτή πού ὁδηγεῖ στήν ἀληθινή παι­δεί­α.
Δεύτερη παιδαγωγική ἀρχή εἶναι ἡ ἐπιμονή τῶν Ἁγίων Πατέρων στήν ἀγω­γή τῆς ψυχῆς, καί μάλιστα κατά Χριστόν.
Αὐτό βέβαια δέν σημαίνει ὅτι ὑποτιμοῦν τή σημασία τῶν γνώσεων ἤ τή σπουδαιότητα τῶν γραμμάτων. Σημαίνει διαφο­ρε­τική ἱεράρ­χη­ση τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου: πρῶτα τό πνεῦμα καί μετά τό σῶμα, πρῶτα ἡ ἀγωγή και μετά η γνώση. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος προλαμβάνει ἐνδεχό­με­νες παρε­ξηγήσεις: «Καί μή μέ τίς νομιζέτω νομοθετεῖν ἀμαθεῖς τούς παῖδας γί­νε­σθαι…Οὐ κωλύων παιδεύειν ταῦτα λέγω, ἀλλά κωλύων ἐκείνοις μόνοις προ­σέχειν».10.
Οἱ Τρεῖς Ιεράρχες ἐπισημαίνουν ὅτι σκοπός της Παιδείας εἶναι η ἀπόκτηση της ἀρετῆς και ἡ ἀποφυγή τῆς κακίας…………..
Γράφουν οἱ μεγάλοι μας ποιητές, οἱ τραγικοί, οἱ μεγάλοι μας φιλόσοφοι, ὅτι χωρίς ἀρετή δέν εἶναι νοητή ἡ ἐπιστήμη! Θυμηθεῖτε τό πασίγνωστο τοῦ Πλάτωνος, «Πᾶσα ἐπι­στήμη χωριζομένη ἀρε­τῆς, πανουργία οὐ σοφία φαίνεται». Καί τοῦ Αριστο­τέ­λη τόν λόγο: «Ὦ Ἀρετά, πο­λύμοχθε γένει βροτείω, θήραμα κάλλιστον βίω, σᾶς πέρι, παρθένε, μορφάς καί θανεῖν ζαλωτός ἐν Ἑλλάδι πότμος». Ὦ ἀρετή, πού γιά σένα πασχίζουν οἱ ἄν­θρω­ποι, σπουδαίο ἀπόκτημα τῆς ζωῆς, γιά τή δική σου μορφή, Παρθένα, ὁ θάνα­τος θεωρεῖται ἀπό τούς Ἕλληνες αξιοζήλευτος καί τό νά ὑπομείνει κάποιος πό­νους σφοδρούς καί ἀβάσταχτους.
Γι’αὐτό τρίτη μεγαλειώδης παιδαγωγική ἀρχή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν εἶναι ἡ σύνθεση τῆς ἑλληνικῆς παι­δείας μέ τή χριστιανική διδασκαλία.
Ἔρχεται ὁ Μέγας Βασίλειος στό γνωστό του ἔργο«Πρός τούς νέους ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοίντο λόγων»11.νά διδάξει στούς νέους τῆς ἐποχῆς… ὅτι ὅλη ἡ ποίηση τοῦ Ὁμήρου καί τά ἔργα τοῦ Ἡσιόδου εἶναι «ἀρετῆς ἔπαινος». Τήν ἀρε­τή ἐπαινεῖ καί ὁ Ὅμηρος καί ὁ Ἡσίοδος. Κι ἔχει τοῦ κόσμου τά παραδείγματα μέσα στό ἔργο αὐτό. Παρουσιάζει άκόμη καί τόν μύθο τοῦ Ἡρα­κλῆ. -τόν ξέρουμε ἀπό, παλαιά-. Τότε πού βρέθηκε ὁ Ἡρακλῆς στό μεγάλο δί­λημ­μα: ποιόν δρόμο ν’ ἀκολουθήσει; Καί τοῦ παρουσιάζονται ἐκεῖ δύο γυναῖκες. Ἡ μία ἦταν ἡ Ἀρετή καί ἡ ἄλλη ἡ Κακία. Ἡ Κακία ἦταν ντυμένη μέ ἀκριβά φορέματα κλπ. Ἡ ἄλλη, ἡ Ἀρετή ἦταν σεμνά ντυμένη. Καί ποιά ἀκολούθησε ὁ Ἡρακλῆς; Ἀκολού­θησε τή σεμνή, τήν Ἀρετή, δέν ἀκολούθησε τήν Κακία· Καί οἱ Ἅγιοι Πα­τέρες θά τονίσουν ὅτι τήν στενή καί τεθλιμμένη ὁδό τοῦ Εὐαγγελίου ὀφείλουμε νά ἀκολου­θήσουμε. Δυστυχῶς δέν ἀποτελεῖ αὐτό σήμερα ἰδανικό τῆς παιδευτικῆς μας παραδόσεως.
Ὅταν ὁ Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης ἐπιχείρησε νά ἀπαγορεύσει στούς χριστι­ανούς διδασκάλους να διδάσκουν στά σχολεία και ἀπαγόρευσε καί στούς χριστια­νούς μαθητές νά παρακολουθοῦν Ἕλληνες δασκάλους, ρήτορες, φιλοσόφους, γιά νά καταδικάσει σέ ἀγραμματοσύνη τούς χριστιανούς ἔρχεται ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος μέ τούς δύο στηλιτευτικούς του λόγους ἐναντίον τοῦ Ἰουλιανοῦ καί κυρι­ολεκτικά τόν κονιορτοποιεῖ. Θά μᾶς ἀπαγορεύσεις νά μαθαίνουμε τήν ἑλληνική γλῶσσα; «Ἑλλάς ἐμή», ἡ Ἑλλάδα εἶναι δική μου. Γιά τόν λόγο αὐτό ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Θεολό­γος ἔγραψε ποιήματα μέ μέτρα ἰαμβικά γιά νά διδάσκονται οἱ χριστιανοί μαθητές ποίηση ἀρχαία Ἑλληνική καί τραγωδία γραμμένα ἀπό τόν Ἅγιο Γρηγόριο Θεολόγο. Και λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος «πᾶσιν ἀνωμολογῆσθαι τόν νοῦν ἐχόντων, παίδευσιν εἶναι τό μεῖζον ἀγαθῶν», ὅλοι ὁμολογοῦν ὅτι ἡ Παι­δεία εἶναι τό μεγαλύτερο ἀγαθό. «Οὐ μόνον δέ ταύτην τήν ἡμετέραν ἀλλά καί τήν θύραθεν, ἦν πολλοί χριστιανοί δια­πτύουσιν κακῶς εἰδότες», ὄχι μόνο τή δική μας, τή χριστιανική παιδεία ἀλλά καί τή θύραθεν, τήν Ἑλληνική Παιδεία, τήν ὁποία μερικοί χριστιανοί τήν ἀποφεύγουν, κακῶς ποιοῦντες, κακῶς εἰδότες.
Ὁ Ἰουλιανός θέλησε νά ξεχωρίσει τή Χριστιανική ἀπό τήν Ἑλληνική Παι­δεία καί οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες εἶπαν, «εἶναι καί δική μας ἡ Ἑλληνική Παιδεία». Ἑπο­μέ­νως, ἡ σύζευξη Χριστιανικῆς καί Ἑλληνικῆς Παιδείας ὅπως λέει κι ὁ θεολόγος π. Γεώργιος Φλορόφσκι εἶναι ἑνωμένος ἀπό τή γέννηση τοῦ χριστιανισμοῦ.  Δέν μπο­ρεῖς νά ξεχωρίσεις χριστιανισμό καί ἑλληνισμό.  Ἄς λέγουν ὅτι θέλουν τώρα οἱ δωδεκα­θεϊ­στές και εἰδωλολάτρες.
Τέταρτη παιδαγωγική ἀρχή εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ δασκάλου πρός τούς μαθητές του. Ὁ Ἱ. Χρυσόστομος τόνιζε μέ ἔμφαση: «οὐδέν γάρ οὗτω πρός δι­δασκαλίαν ἐπαγωγόν, ὡς τό φιλεῖν καί φιλεῖσθαι» καί ἀλλοῦ συνιστοῦσε: «μα­κροθυμεῖτε πρός πάντας καί πρός τούς ἀτάκτους σφόδρα, οὐδέν γάρ τού­του φάρμακον ἴσον τῷ διδασκάλω».
Πέμπτη παιδαγωγική εἶναι ἡ ἀπόρριψη τῆς βίας καί τοῦ καταναγκασμοῦ καί ἡ χρήση τῆς πειθοῦς. Λέ­ει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στά «Ἔπη εἰς ἑαυτόν» νά χρη­σιμοποιοῦμε τήν πειθώ στούς μαθητές καί ὄχι τόν ἐξαναγκασμό. «Οὐ γάρ κα­τείργειν ἀλλά πείθειν ἔν­νο­μον εἶναι νομίζω καί πρός ἡμῶν τι πλέον, αὐτῶν τ’ἐ­κεί­νων, οὕς Θεῷ προσά­ξομεν». (Σωστό δέν εἶναι νά ἐπιβάλλεις, μά νά πείθεις).12.Γι’ αὐτό ἀκριβῶς, οἱ τρεῖς Ἱεράρχες ἔθιγαν καί τό πρόβλημα τῶν ποινῶν στό σχολεῖο. Ἦσαν άκριβεῖς γιά τό πώς θά πρέπει ὁ παιδαγωγός νά ἐπιβάλλει τίς ποινές……… Ὁ Βασίλειος ἀναφερόταν στόν ἔλεγχο τῶν μαθητῶν πού ἀστοχοῦν, ὁ ὁποῖος πρέπει νά ἐπιχειρεῖται ἀπό τό δάσκαλο μέ πα­τρική ἀγάπη καί μέ ἐπιστημονικά ἐπιχειρήματα. Παράλληλα πρός τίς ποινές ὁ Μ. Βασίλειος ὑπογραμμίζει καί τήν σημασία τῶν ἀμοιβῶν. Πρέπει λέγει: «ἄθλα μνή­μης όνο­μάτων τε καί πραγμάτων» νά προτίθενται εἰς αὐτούς «ὥστε μετά τερπνότητος καί ἀνέσεως ἀλύπως» νά ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπός. 15.
Ἐκτη παιδαγωγική ἀρχή εἶναι ἡ ἐπιλογή τῆς ὕλης. Λέγει ὁ Μ. Βασίλειος ὅπως ὁ κηπουρός παραμερίζει τά ἀγκάθια γιά νά κόψει τά τριαντάφυλλα, ἔτσι καί ὁ σωστός δάσκαλος ὀφείλει νά προσέχει τήν προσφορά τοῦ μορφωτικοῦ ὑλικοῦ πρός τούς νέους «καθάπερ τῆς ροδωνιάς τοῦ ἄνθους δρεψάμενοι τάς ἀκάνθας ἐκκλίνομεν, οὕτω καἰ ἐπί τῶν τοιούτων λόγων ὅσον χρήσιμον καρπωσάμενοι, τό βλαβερόν φυλαξόμεθα».
Ὁ Χρυσόστομος ἐπισήμαινε ὅτι ὁ δάσκαλος δέν πρέπει νά διδάσκει ὅσο αὐ­τός θέλει, ἀλλά ὅσα μποροῦν, θέλουν καί συμφέρει νά μάθουν οἱ μαθητές. Καί ὁ Μ. Βασίλειος λέει στήν ὁμιλία του «Εἰς τήν ἀρχή τῶν Παροιμιῶν»13ὅτι ὁ δά­σκα­λος πρέπει νά εἶναι σαφής καί σύντομος ὄχι ὅμως τόσο, ὥστε νά μή προλά­βουν νά συγκρατήσουν οἱ μαθητές αυτά πού λέει. Νά μή καταπιάνεται μέ πολλά, νά ἐπα­ναλαμβάνει αὐτά πού λέει, νά χρη­σι­μο­ποιεῖ πολλά παραδείγματα καί γενικά νά διδάσκει ἐποπτικά, δεδομένου ὅτι τά πράγ­ματα εἶναι τῶν ὀνομάτων ἰσχυρότερα.14.
Ἐπίσης ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἐπισήμαινε ὅτι εἶναι ἴδιον τοῦ διορατικοῦ δασκά­λου νά διακρίνει ἔγκαιρα τίς κλίσεις τῶν μαθητῶν του καί αὐτές νά καλλιεργεῖ μέ τίς κατάλ­ληλες ὑποδείξεις πού θά κάνει.
Ἀλλά ἄς δοῦμε τέλος μπροστά στή μεγάλη πολεμική κατά τῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν πού γίνεται στήν ἐποχή μας:
Γ. Πῶς οἱ Ἅγιοι Πατέρες θά δίδασκαν καί θά παρέδιδαν θρησκευτικά στούς νέους.
Τό πρόβλημα εἶναι φλέγον, ἄν λάβει μάλιστα κανείς ὑπόψιν τήν κατάσταση πού ἐπικρατεῖ στά σημερινά σχολεῖα τῆς πατρίδος μας. Διότι οἱ σημερινοί μαθητές δυστυχῶς γνωρίζουν ἐλάχιστα πράγματα γιά τήν πίστη τους. Εἶναι θρησκευτικά ἀκατήχητοι, ἀλειτούργητοι, ἀδιάφοροι. Τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τείνει νά με­τατραπεῖ σ’ ἕνα ἄνοστο, ἀνούσιο συχνά ἀποστεωμένο καί σχολαστικό μάθημα θρησκειο­λογίας ἤ ἔχει συμπιεσθεῖ καί στριμωχθεῖ κάπου μέσα στό σχολικό πρόγραμμα μέ προοπτική τήν συνεχή συρρίκνωση.
Οἱ σχολικοί ἐκ­κλη­σιασμοί ὑποβαθμίζονται, καί τά νέα παιδιά ζοῦν σ’ ἕνα χῶρο «ἀγωγῆς» ὅπου οὐσιαστικά δέν γνωρίζουν τήν Ἱστορία τους καί τήν πίστη τους, δέν μαθαίνουν γιατί ζοῦν καί ποῦ πηγαίνουν. Ἀγωγή χωρίς ἰδανικά, ἑορτές χωρίς οὐσία, προσευ­χή παρωδία, ἐκκλησιασμός γιά τούς ἐλάχιστους, θρησκευτικά χωρίς πίστη.
Μάθαμε νὰ ἀπομνημονεύν πληροφορίες, ἀλλὰ ὄχι νὰ σκέπτονται. Νὰ δίνουν ἐξετάσεις ἀλλὰ ὄχι νὰ μορφώνονται∙ νὰ ζητοῦν καὶ νὰ διεκδικοῦν, ἀλλὰ ὄχι νὰ δημιουργοῦν∙ νὰ ἀντιδροῦν, νὰ ἀγανακτοῦν, νά καταστρέφουν ἀλλὰ νὰ μήν εἶναι  ἐλεύθεροι.
Καί τώρα δώσαμε τό δικαίωμα στούς μαθητές τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν μέ μιά ἁπλή δήλωσή τους. Ἀλλά «Παιδεία οὐ τήν ὑδρίαν πληρῶσαι, ἀλλά ἀνάψαι αὐτήν», ἀνάβει τήν ψυχή ἡ Παιδεία λέει ὁ Πλάτωνας καί ὄχι γέμισμα ἄδειου δοχείου μέ σκόρπιες καί ἄχρη­στες πληροφορίες.
Καί οἱ Ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες πιστεύουν ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν δέν προσφέρει γνώσεις ἀλλά τή γνώση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί κατ’ἐπέκταση τήν ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.Μόνο ἔτσι θά ὁδηγηθοῦν οἱ νέοι στήν ἠθική καί πνευματική ἀνύψωση.
Ἄχ, νά εἴχαμε δασκάλους σάν τούς τρεῖς Ἱεράρχες, σάν τόν πατρο-Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό, σάν τή ἡρωΐδα Ἐλένη Φωκᾶ πού γιά 23 ὁλόκληρα χρόνια στό κατεχόμενο Ριζοκάρπασο τῆς Βορείου Κύπρου πρόσφερε μόρφωση στά λιγοστά ἐγκλωβισμένα Κυπριόπουλα και ἔδινε κουράγιο στούς χιλιοταλαιπωρημένους συγχωριανούς της, σάν τούς παλαιούς καλούς δασκάλους μας πού μετέδιδαν φλόγα πίστεως. Πῶς μπορῶ νά ξεχάσω τήν καθηγήτριά μου στό Γυμνάσιο,-νά σημειώσω ἦταν μαθηματικός ὄχι θεολόγος-, ἡ ὁποία στή σχολική Θ. Λειτουργία πού εἴχαμε καθώς ἑτοιμασμένοι προσερχόμαστε νά κοινωνήσουμε τήν εἴδαμε καί αὐτή ἀνάμεσά μας νά προσέρχεται νά κοινωνήσει. Δυνατά βιώματα μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς;
Ὄχι καί τώρα μποροῦμε. Νά κηρύξουμε μετάνοια πρῶτα στόν ἑαυτό μας ἐπαναλαμβάνοντας τό «ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν ἐνώπιόν Σου Κύριε» καί μετά στούς μαθητές μας. Οἱ ἐκπαιδευτικοί νά γίνουν ὅλο φωτιά πού θά πυρπολήσουν τίς ἀθῶες ψυχές τῶν παιδιῶν μάλιστα ἀπό τή νηπιακή τους ἡλικία. Αὐτό πρέσβευαν καί οἱ φωστῆρες οἱ Τρισήλιοι γι’αὐτό συνιστοῦσαν τά θρησκευτικά να διδάσκονται ἀπό τά παιδικά χρόνια στό σχολεῖο γιά νά ἀποτυπώνονται στίς ἁπαλές ψυχές τους. Λέγει ὁ Ἱ Χρυσόστομος: «δῶμεν αὐτοῖς ὑπό­δειγ­μα ἐκ πρώτης ἡλικίας τῇ τῶν Γραφῶν ἀναγνώσει ποιοῦντες αὐτούς σχολά­ζειν»17.
Σ’αὐτή τή περίοδο τῆς πρωτοφανοῦς κρίσης πού κανεὶς δὲν ξέρει ποῦ βαδίζουμε μέ τίς ἀνυπολόγιστες καὶ ἀπρόβλεπτες ἀλλαγές μέσα στόν παγκόσμιο πανικό ἐμεῖς νά τούς ἀντιπροτείνουμε τὴν καθαρὴ καὶ ἐλεύθερη σχέση μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό. Νά τούς δείξουμε τήν Ἁγία Γραφή, “τόν ἐκ τῶν διττῶν Διαθη­κῶν πλοῦτον μέγαν»16.  κατά τόν Ἱ. Χρυσόστομο. Τί ὄμορφο καί ὠφέλιμο εἶναι νά ἀφηγοῦνται οἱ ἐκπαιδευτικοί ἱστορίες ἀπό τά βιβλία τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, ὅπως τήν ἱστορία τοῦ Κάϊν καί τοῦ Ἄβελ, ἤ τοῦ Ἠσαῦ καί Ἰακώβ προτρέπει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος.
 Νά τούς μυήσουμε στήν ὀμορφιά τῆς τέχνης, τῶν εὐλογημένων ἐθίμων καἰ παραδόσεων, τῶν συναξαριστῶν, τῶν εὐλογημένων συνηθειῶν αὐτοῦ τοῦ τόπου πού ὅταν σκάβεις βαθειά στή γῆ τήν ἑλληνική δέν βγάζεις παρά Αἷμα μαρτυρικό. Αἷμα ἁγίων καί ἡρώων. Οἱ ἅγιοι νά κανοναρχοῦν τή ζωή μας.
Ἐλᾶτε καλοί μου θεολόγοι, εὐλογημένοι διδάσκαλοι νά δώσουμε Αὐτὸν ποὺ ἀγνοοῦν οἱ νέοι μας. Τόν Χριστό, τήν ἀρετή, τήν εὐσέβεια. Διότι «…ἄνθρωπος γάρ ἐστιν, οὐχ ὅστις ἁπλῶς χεῖρας καί πόδας ἔχει ἀνθρώπου, οὐδ’ ὅστις ἐστί λογικός μόνον, ἀλλ’ ὅστις εὐσεβείαν καί ἀρετήν μετά παρρησίας ἀσκεῖ». Ἱ. Χρυσόστομος.
Μᾶς τό ζητοῦν τά παιδιά μας, μᾶς τό λέγουν σέ ὧρες εἰλικρινοῦς ἐξομολογήσεως καί συζητήσεως. Τί μᾶς ζητοῦν;
«δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον..», γιά νά τόν κρύψω ὄχι στόν τάφο τοῦ Ἰωσήφ ἀλλά στή καρδιά μου, τήν ἀθώα καρδιά πού  ἐσεῖς μοῦ βιάσατε μέ τήν ἐμπάθεια, μέ τήν τυπολατρία μέ τήν ἀδράνεια μέ τό ψέμα, τήν ἰδιοτέλεια,τόν ρατσισμό, τήν πονηριά, τήν ἀνηθικότητα, τήν ἐκμετάλλευση, τήν ἀσέβεια.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Πανοσιολογιώτατε ἅγιε Πρωτοσύγκελλε
Σεβαστοί πατέρες,
Ἀξιότιμοι ἐκπαιδευτικοί,
Κυρίες και κύριοι,
Κάθε χρόνο στήν μακρυνή Ἀφρική στή Κανάγκα τοῦ Κογκό ὅπου ἡ ἀγάπη τοῦ συνταξιούχου τότε Ἱεροκήρυκος Πατρῶν ἀειμν. π. Χαρίτωνος Πνευματικάκη τόν ἔκανε νά ἀφουγκραστεῖ τήν πρόσκληση τοῦ φίλου του Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Παπασαραντοπούλου, καί νά ξεκινήσει ἕνα τεράστιο ἱεραποστολικό ἔργο πού τό στήριξε καί τό στηρίζει ὁ Ἱεραποστολικός Σύλλογος «ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ» καί ἄλλοι (Ἀδελφότητες, Σύλλογοι Ἱ. Μητροπόλεις) γιορτάζουν τούς προστάτες τῆς Παιδείας. Ἀπό βραδύς γίνεται ὁ Ἑσπερινός μέ ἱκανοποιητική προσέλευση μαθητῶν καί ἄλλων πιστῶν. Τήν ἑπομένη τελεῖται ἡ Θ. Λειτουργία μέ τή συμμετοχή ὅλων τῶν σχολείων τῆς Ἱεραποστολῆς. Οἱ μαθητές μέ τίς ἐπίσημες στολές τους μέσα καί ἔξω ἀπό τόν Ναό. Μέ τίς μελωδικές φωνές τῆς χορωδίας τῶν μαθητῶν ἀποδίδουν θαυμάσια τούς ὕμνους στούς Τρεῖς Ἱεράρχες. Ἀργότερα στήν μεγάλη αἴθουσα γίνετια ἑορταστική ἐκδήλωση ὅπου παρουσιάζονται κάποιες πλευρές ἀπό τίς τρεῖς πολυεδρικές προσωπικότητες τῶν Ἁγίων Ἱεραρχῶν. Μέ σεμνότητα καί σοβαρότητα γίνονται ἀναφορές γιά τούς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πού μέ τή ζωή, τό ἔργο καί τή θεολογία τους δόξασαν τόν Τριαδικό Θεό καί δοξάσθηκαν ἀπό Αὐτόν ἀξιώθηκαν νά κερδίσουν τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί γι’αὐτό τό λόγο ἀποτελοῦν ὑποδείγματα τῆς ἁγίας ζωῆς τους καί  φωτεινά παραδείγματα πρός μίμηση. Αἰσθάνεται κανείς τέτοια συγκίνηση γιά τόν πραγματικό ἑορτασμό πού γίνεται στή χώρα αὐτή……
Ἀφοῦ τελείωσαν οἱ ἐκδηλώσεις λέει τήν ἄλλη μέρα ἕνας μαθητής στόν ἱεραπόστολο: «γιατί ἐμεῖς ἐδῶ στό Κογκό δέν ἔχουμε μεγάλους Πατέρες; Γιατί δέν ἔχουμε, ἁγίους; Γιατί ἐσεῖς ἔχετε Παρθενώνα καί ἁγιά Σοφιά;
-Γιά νά γίνεται ἐσεῖς ἅγιοι, τοῦ ἀπαντᾶ! Γιά νά χτίσετε ἐσεῖς τόν δικό σας πολιτισμό.  Γι’αὐτό ἦρθαν οἱ ἱεραπόστολοι ἐδῶ.
Ἀλλά ἄς ἀναλογισθοῦμε ἀδελφοί, αὐτόν τόν θησαυρό πού ζηλεύουν ἄλλοι λαοί, πόσο τόν ἔχουμε ἐκτιμήσει; Ἡ σημερινή ἐκπαιδευτική πραγματικότητα, εἶναι τελείως ξένη πρός τίς ἀξίες πού δίδαξαν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες . Μέ ὅσα εἴπαμε φάνηκε ὅτι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες συνδύασαν μέ τόν καλλίτερο τρόπο τόν ἀκρογωνιαῖο λίθο τοῦ πολιτισμοῦ μας, τήν Ἑλληνική Παιδεία καί τήν Ὀρθοδοξία. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἀφομοίωσαν ὅ,τι καλλίτερο εἶχε νά προσφέρει στήν ἐποχή τους ἡ ἀρχαία ἑλληνική διανόηση μέ τή βίωση τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Καί αὐτό τόν πλοῦτο τόν δίδαξαν ὥς ἄριστοι παιδαγωγοί μέ τήν παιδαγωγική τους μέθοδο. Τούς εὐχαριστοῦμε. Μέ τρόπο θεοπρεπῆ προσέφεραν ἕνα τρόπο ζωῆς. Μᾶς ἔδωσαν τό μήνυμα ὅτι μποροῦμε νά ἐπιβιώσουμε καί σήμερα στήν παγκοσμιοποιημένη ἐποχή ἀρκεῖ νά μιμούμαστε τό ἦθος, τήν ἀγωνιστικότητά τους, τόν ἅγιο βίο τους. Εἶναι ὀδυνηρό στίς χῶρες τῆς Ἱεραποστολῆς νά γίνεται λόγος γιά τήν οἰκουμενική τους προσφορά καί ἐμεῖς νά τούς βγάζουμε στό περιθώριο. Αὐτή εἶναι ἡ πραγματική φτώχεια μας. Ὄχι ἡ κρίση ἡ οἰκονομική. Εἶναι ἡ ἀπουσία τῶν προτύπων. Τῶν Ἁγίων. Κατ’ἐξοχή πνευματική φτώχεια. 
Γι’αὐτό σ’αὐτή τήν ἀποδόμηση τῆς παιδείας τοῦ ἔθνους μας, σ’αὐτή τήν καταστροφική μανία τά πάντα νά ἰσοπεδωθοῦν ὡς μοναδική λύση καί διέξοδος  στό δρᾶμα τῆς καθημερινότητος ποὺ ζοῦμε εἶναι νά συνεχίσουμε νὰ τιμοῦμε τούς Τρεῖς θεοφόρους Πατέρες, νά προβάλουμε τίς ἀθάνατες μορφές τους, νά φανερώνουμε τόν ἀνθρωποπλαστικό καί δημιουργικό ρόλο πού ὁραματίστηκαν νά ἀναβαπτιζόμαστε μέσα στά ἀθάνατα κείμενά τους, νά μαθητεύουμε στίς δικές τους ἐμπειρίες, νά ζητοῦμε τίς πρεσβεῖες τους.
Αὐτό ἐπιχειρήσαμε ἀπόψε νά κάνουμε –δέν ξέρω ἄν τό καταφέραμε-νά φύγουμε ἀπό ἐδῶ μέ συγκεκριμένους στόχους καί προοπικές μέ πρακτική ἐφαρμογή κάτι νά πράξουμε παρακινούμενοι ἀπό τόν χρυσοστομικό λόγο: «τιμή μάρτυρος μίμησις μαρτυρος». Εὐχηθεῖτε ὅλοι νά τό καταλάβουμε. 
Αρχιμανδρίτης Χριστοφόρος Μυτιλήνης

kataskinosi-agkyra

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περί της τέλειας αγάπης (Συμεών Ν. Θεολόγος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Ιανουαρίου, 2014

Και ότι εάν δεν γίνομε από εδώ ήδη με προθυμία μέτοχοι της μεθέξεως του Πνεύματος, ούτε πιστοί Χριστιανοί μπορούμε να είμαστε, αλλά ούτε υιοί και τέκνα του Θεού θα γίνομε.
«Αδελφοί και πατέρες, εάν αυτός που υποκρίνεται την αρετή προς απάτη και απώλεια πολλών είναι πράγματι άθλιος και θεωρείται καταδικασμένος και σιχαμερός από τον Θεό και τους ανθρώπους, είναι φανερό ότι αυτός που εμφανίζεται προσποιητά με κάποια εμπάθεια, ενώ είναι απαθής, προς σωτηρία και ωφέλεια πολλών, σύμφωνα με τους παλαιούς πατέρες, είναι επαινετός και μακάριος. Διότι, όπως ο διάβολος με το πρόσχημα του όφεως και συμβουλής, που φαινομενικά βέβαια ήταν χρήσιμη και ωφέλιμη, στην πραγματικότητα όμως συνέβαινε να είναι θανάσιμη, αποστερώντας τον άνθρωπο από τον Θεό και από όλους τους καρπούς του παραδείσου, αποδείχθηκε θεομάχος και ανθρωποκτόνος, έτσι και αυτός που με το πρόσχημα της κακίας προφέρει φαινομενικά πονηρούς λόγους, με σκοπό να μάθει καλά τα τελούμενα από τον διάβολο, δι’ αυτών που υποκρίνονται, την αρετή και ευλάβεια, ώστε να οδηγήσει τους δράστες των κακών σε μετάνοια και σωτηρία και εξομολόγηση, γίνεται προφανώς πράγματι χριστομίμητος και συνεργός του Θεού και σωτήρας ανθρώπων. Αυτό όμως είναι έργο εκείνων μόνο, των οποίων η αίσθηση είναι αναίσθητη για τον αέρα τούτον και τον κόσμο και τα αισθητά πράγματα, των οποίων η διάνοια δεν πάσχει μαζί με τα ορώμενα, αλλά έφυγε έξω από το σώμα της ταπεινώσεως· είναι έργο των ισαγγέλων, δηλαδή εκείνων που ενώθηκαν τελείως με τον Θεό και απέκτησαν μέσα τους τελείως όλον τον Χριστό με έργο και εμπειρία, με αίσθηση και γνώση και θεωρία
Πράγματι είναι κακό το να κρυφακούει ή να παρατηρεί κανείς κρυφά τι συζητά ή διαπράττει ο πλησίον, αλλά μόνο όταν αυτό γίνεται με σκοπό να κατηγορήσει ή εξευτελίσει ή κακολογήσει ή διασύρει σε κατάλληλη ευκαιρία όσα είδε ή άκουσε. Εάν όμως αυτό το κάνει για να διορθώσει τα σφάλματα του πλησίον με συμπάθεια και σοφία και φρόνηση και να προσευχηθεί γι’ αυτόν με όλη την καρδιά του και με δάκρυα, τότε το έργο αυτό δεν είναι πονηρό. Διότι εγώ είδα άνθρωπο να χρησιμοποιεί πολλούς τρόπους και πολλές μεθόδους, για να μη του ξεφύγει τίποτε απαρατήρητο από όσα λέγονταν ή γίνονταν από τους συνανθρώπους του. Δεν το έκαμε αυτό για να τους βλάψει, μη γένοιτο, αλλά για να τους απομακρύνει από τις αντίθετες πράξεις και τους λογισμούς, άλλον με τον λόγο, άλλον με δώρα, και άλλον με κάποια άλλη δικαιολογία. 
Και είδα τον άνθρωπο αυτόν άλλοτε να κλαίει για τον τάδε, άλλοτε να θρηνεί για έναν άλλο, και άλλοτε να χτυπά και το πρόσωπό του και το στήθος του για κάποιον άλλο, αποδεχόμενος δηλαδή το πρόσωπο του αμαρτήσαντος με λόγο ή έργο, και θεωρώντας τον εαυτό του ότι αυτός είναι εκείνος που έκανε το κακό και εξομολογούμενος στον Θεό και προσπίπτοντας και πενθώντας σφοδρώς. Και είδα άλλον να χαίρεται τόσο πολύ γι’ αυτούς που κατορθώνουν πολλά και αγωνίζονται και να αναγνωρίζει την προκοπή εκείνων, ώστε να φαίνεται σαν να πρόκειται να λάβει αυτός μάλλον τους μισθούς των αρετών και των κόπων παρά εκείνοι. 
Αντίθετα, τόσο λυπούνταν και στέναζε γι’ αυτούς που με λόγο ή έργο καταπίπτουν και επιμένουν στα κακά, ώστε να φαίνεται ότι αυτός μόνο στ’ αλήθεια θ’ αποδώσει για όλους εκείνους τον απαιτούμενο λόγο και ότι θα παραδοθεί στην κόλαση
Και είδα άλλον να ενδιαφέρεται και να επιθυμεί τη σωτηρία των αδελφών του τόσο, ώστε πολλές φορές να δέεται στον φιλάνθρωπο Θεό με δάκρυα θερμά από το βάθος της καρδιάς του ή και εκείνοι να σωθούν, ή και αυτός μαζί με εκείνους να κατακριθεί, επειδή από διάθεση θεομίμητη και μωσαϊκή δεν ήθελε καθόλου να σώσει μόνο τον εαυτό του. Διότι αφού συνδέθηκε προς αυτούς πνευματικά με την αγία αγάπη εν Αγίω Πνεύματι, προτιμούσε να μη εισέλθει ούτε στην βασιλεία των ουρανών και χωρισθεί  απ’ αυτούς. Ω δεσμός άγιος, ω δύναμη απερίγραπτη, ω ψυχή ουρανόφρονη, ή καλύτερα να πούμε, ψυχή θεοφορούμενη και τελειωμένη μέσα στην αγάπη του Θεού και του πλησίον!
Αυτός λοιπόν που δεν έφθασε σε τέτοια αγάπη, ούτε είδε ίχνος απ’ αυτήν μέσα στην ψυχή του, ούτε αισθάνθηκε καθόλου την παρουσία της, συμβαίνει να κρύβεται ακόμα στην γη και στα της γης ή καλύτερα κάτω από την γη, όπως ο τυφλοπόντικας, είναι δηλαδή και αυτός τυφλός όπως εκείνος και με μόνη την ακοή ακροάζεται αυτούς που ομιλούν πάνω στην γη. Αλλοίμονο για τη συμφορά, διότι, ενώ γεννηθήκαμε από τον Θεό και γίναμε αθάνατοι και αξιωθήκαμε να είμαστε μέτοχοι επουρανίου κλήσεως και κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Χριστού και πολίτες των ουρανών, ακόμη δεν γνωρίσαμε τα τόσα αγαθά. Αλλά με αναισθησία, για να ομιλήσω απλά, όπως ο σίδηρος ρίχνεται μέσα στην φωτιά ή όπως το άψυχο δέρμα βάφεται ανεπαίσθητα με την κόκκινη βαφή, έτσι και εμείς βρισκόμαστε ακόμα στο κέντρο τόσων αγαθών του Θεού, ομολογώντας ότι δεν έχουμε καμία αίσθηση μέσα μας. Και καυχόμαστε ότι είμαστε ήδη σεσωσμένοι και συναριθμημένοι με τους αγίους, προσποιούμενοι και ενδυόμενοι και υποκρινόμενοι την αγιοσύνη, σαν να ζούμε αθλίως πάνω σε ορχήστρα ή σκηνή, και γινόμαστε όμοιοι με τους μίμους και τις πόρνες, οι οποίες, επειδή δεν έχουν τη φυσική ομορφιά, με αφροσύνη επιδίδονται στο στολισμό τους με χρώματα και ξένες βαφές. Αλλά, δεν είναι τέτοιοι οι χαρακτήρες των αγίων που γεννώνται από τον ουρανό».
(Απόσπασμα από την 8η Κατήχηση του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Τ Φ 19Δ, σελ.19- 25). 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο καλός Σαμαρείτης (Άγιος Γρηγόριος Νύσσης).

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Ιανουαρίου, 2014

«Αυτός είναι ο αγαπημένος μου και ο πλησίον μου, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, λέει η νύμφη (Άσμα 5,16). Γιατί, αφού περιέγραψε σ’ αυτές όλα τα γνωρίσματα, με τα οποία ήταν δυνατό να φανερώσει αυτόν που επιθυμούσε, τότε χρησιμοποιεί τη δεικτική αντωνυμία, λέγοντας:Αυτός είναι εκείνος τον οποίο επιθυμώ. Αυτός, με το να γίνει, όταν γεννήθηκε για μας από την φυλή του Ιούδα (Εβραίους 7,14), έγινε ο πλησίον για εκείνον, ο οποίος περιέπεσε στους ληστές και του οποίου θεράπευσε τις πληγές με λάδι και κρασί και με επιδέσμους και τον έβαλε πάνω στο δικό του υποζύγιο και τον ανέπαυσε στο πανδοχείο. Και όταν έδωσε στον πανδοχέα τα δύο δηνάρια για την περιποίησή του, υποσχέθηκε να καταβάλει κατά την επιστροφή του και επί πλέον ποσό, για την εργασία που του ανέθεσε (Λουκάς 10, 30-35).
Είναι βέβαια φανερό σε τι αποβλέπει η κάθε μία από αυτές τις λεπτομέρειες. Γιατί ο νομικός που ρωτούσε πειραχτικά τον Κύριο και ήθελε να παρουσιάσει τον εαυτό του ανώτερο από τους άλλους και με υπερηφάνεια να αρνείται την ισοτιμία προς τους υπόλοιπους, λέγοντας·‘’Και ποιος είναι ο πλησίον μου;’’, έλαβε την κατάλληλη απάντηση (Λουκάς 10,25-29).  Με την αφορμή αυτή ο Υιός και Λόγος του Θεού παρουσιάζει όλο το φιλάνθρωπο σχέδιο της σωτηρίας με μορφή διήγησης. Διηγείται δηλαδή την έκπτωση του ανθρώπου από τον παράδεισο, την ενέδρα των ληστών, την αφαίρεση του άφθαρτου ενδύματος, τα τραύματα που προκάλεσε η αμαρτία, και την επέκταση του θανάτου μέχρι το μισό της ανθρώπινης φύσης, δεδομένου ότι η ψυχή παρέμεινε αθάνατη. Διηγείται ακόμη ο Κύριος ότιτο πέρασμα του Νόμου με τα πρόσωπα του ιερέα και του Λευίτη μπροστά από τον πληγωμένο από τους ληστές, ήταν ανώφελο, επειδή δεν θεράπευσε τις πληγές του.‘’Γιατί είναι αδύνατο να καθαρίζουν τις αμαρτίες οι θυσίες τράγων και ταύρων’’(Εβραίους 9, 12-13), αλλά τις καθαρίζει εκείνος που φόρεσε όλη την ανθρώπινη φύση, όπως ήταν αρχικά δημιουργημένη, και στην οποία βρισκόταν καθένα από τα έθνη, και των Ιουδαίων και των Σαμαρειτών και των ειδωλολατρών και όλων γενικά των ανθρώπων. Εκείνος, με το σώμα του, που είναι το υποζύγιο, φτάνοντας στον τόπο, όπου υπέφερε ο άνθρωπος, και τις πληγές του καθαρίζει και τον ίδιο ξεκουράζει βάζοντάς τον πάνω στο δικό του ζώο και του προσφέρει διαμονή τη δική του φιλανθρωπία, με την οποία αναπαύονται όλοι οι κουρασμένοι και φορτωμένοι (Ματθαίος 11,28).
Και όποιος φθάσει σ’ Αυτόν, δέχεται μέσα του οπωσδήποτε αυτόν στον οποίο έφθασε, γιατί ο Λόγος έτσι λέγει ότι ‘’Εκείνος μένει σ’ εμένα και εγώ μένω σ’ αυτόν’’ (Ιωάννης 6,56).Αυτός λοιπόν που τον δέχεται στο κατάλυμά του, φιλοξενεί μέσα του τον αχώρητον,από τον οποίο δέχεται τα δύο νομίσματα (Λουκάς 10,35). Το ένα από αυτά είναι η αγάπη προς τον Θεό, που εκδηλώνεται με όλη τη δύναμη της ψυχής, και το άλλο η αγάπη προς τον πλησίον, η οποία είναι όμοια με την αγάπη στον εαυτό του, όπως απάντησε και ο νομικός (Λουκάς 10,27).
Επειδή όμως δεν δικαιώνονται ενώπιον του Θεού οι ακροατές του Νόμου αλλά θα ανακηρυχτούν ενάρετοι οι τηρητές του Νόμου, γι’ αυτό είναι ανάγκη όχι μόνο να δεχτεί κανείς αυτά τα δύο νομίσματα, και εννοώ την πίστη προς τον Θεό και την καλή συνείδηση στους συνανθρώπους, αλλά να συνεισφέρει και αυτός κάτι με έργα για την εκπλήρωση των εντολών. Για αυτό λέει ο Κύριος προς τον ξενοδόχο, ότι κάθε τι που θα κάμει για τη θεραπεία του αρρώστου, θα το πληρωθεί κατά την Δευτέρα Παρουσία του ανάλογα με την επιμέλεια, την οποία θα επιδείξει.
Εκείνος λοιπόν, που με την τόση του φιλανθρωπία έγινε πλησίον μας, εκείνος που έγινε αδελφός μας, καθώς προέρχεται από τη φυλή του Ιούδα, αυτός είναι που αναγγέλλει ο λόγος της νύμφης στις κοπέλες της Ιερουσαλήμ, λέγοντας σ’ αυτές ότι αυτός είναι ο αδελφός μου και αυτός είναι ο πλησίον μου. Αυτόν μακάρι να αναγνωρίσουμε και να κατανοήσουμε και εμείς δια μέσου των χαρακτηριστικών που αναφέραμε, για να πετύχουμε τη σωτηρία της ψυχής μας με τη χειραγωγία του Αγίου Πνεύματος».
(Απόσπασμα από την «Μυστική Θεολογία», του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, υπό πατρός Π. Μπρούσαλη, σελ. 641-647).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Ἀπό δῶ εἶναι ὁ δρόμος!»

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Ιανουαρίου, 2014

Οταν ἤμουν μαθητής εἶχα διαβάσει τήν ἑξῆς ἱστοριούλα.

Σ’ ἕνα ξερονήσι ὑπῆρχε ἕνας φάρος καί σ’ αὐτόν τόν φάρο φαροφύλακας ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πτωχός, οἰκογενειάρχης, πού ἔπαιρνε ἀσφαλῶς τό μισθουδάκι του, ἀλλά ψάρευε κιόλας καί τόν κόπο τῆς ἐργασίας του τόν μετέφερε ἐκεῖ, σ’ ἕνα κοντινό νησί. Πήγαινε τακτικά. Πολλές φορές, ὅμως, ἀργοῦσε νά ἐπιστρέψει. Καμιά φορά τό χρῆμα παρασέρνει τόν ἄνθρωπο καί τόν κάνει νά παραστρατήσει. Πήγαινε κάθε τόσο σέ κάποιο καπηλειό κι ἐκεῖ ξόδευε τά χρήματά του. Ἡ γυναίκα καί τό μικρό του παιδί τόν περίμεναν στό σπίτι μέ ἀνησυχία πολλές φορές.
Ἡ γυναίκα ἦταν πιστή. Καί συχνά προσευχόταν μέ τόν γιό της καί παρακαλοῦσε τόν Θεό νά προστατεύει τόν σύζυγό της καί νά τόν σώσει ἀπό τό πάθος κι ἀπ’ τό ξεστράτισμά του αὐτό, ἀλλά χωρίς κανένα ἀποτέλεσμα.
Ἦταν μιά χειμωνιάτικη νύχτα. Κι ἐκεῖνος ἄργησε νά ’ρθεῖ. Τό χιόνι ἔπεφτε πυκνό. Ἡ ἀνεμοθύελλα μαινόταν. Καί ἡ ἀνησυχία τῆς μάνας καί τοῦ μικροῦ παιδιοῦ ἦταν μεγάλη. Ὁ πατέρας δέν φαινόταν. Ἔκαναν τήν προσευχή τους μάνα καί παιδί καί πῆγαν νά κοιμηθοῦν. Μά ἡ μάνα δέν ἔκλεισε μάτι. Οὔτε καί τό μικρό παιδί. 
Ξέρετε ἐσεῖς τά δράματα τέτοιων οἰκογενειῶν πού οἱ ἄνδρες μεθοῦν καί χαρτοπαίζουν καί ξεστρατίζουν.
Ὅμως τό μικρό παιδί εἶχε μιά ἀγωνία. Κρυφά, χωρίς νά τό ἀντιληφθεῖ ἡ μάνα του, ἅρπαξε τό κλεφτοφάναρο τῆς θυέλλης, τόν φανό, τόν ἄναψε σιγά-σιγά καί κατηφόρισε πρός τό μονοπάτι ἐκεῖνο πού θά περνοῦσε ὁ πατέρας.
Προχώρησε καί ὑψώνοντας τό φανάρι φώναζε δυνατά:
– Πατέρα!… Πατέρα!… Ἔλα! Ἀπό δῶ εἶναι ὁ δρόμος.
Νόμισε τό παιδάκι πώς ἀπό μακριά ἄκουσε τόν παφλασμό τῆς βάρκας καί σκέφτηκε πώς ὁ πατέρας του ἦταν κάπου ἐκεῖ κοντά.
Δέν ἔπεσε ἔξω. Μεθυσμένος καί ναρκωμένος ἀπ’ τό μεθύσι ὁ πατέρας σάν νά ξύπνησε. Σάν νά ἄκουσε τήν φωνή τοῦ παιδιοῦ του. Γύρισε τά κουπιά του καί στράφηκε πρός τό μέρος πού εἶδε τό φῶς καί ἄκουσε τήν φωνή. Προχώ­ρησε. Ἔφθασε στήν ἄκρη, ἔδεσε τήν βάρκα καί τρεκλίζοντας ἄρχισε νά περπατάει. Τό χιόνι εἶχε κλείσει τό μονοπάτι. Κι ἐκεῖ πού προχωροῦσε, σκόνταψε πάνω σέ κάτι. Ἦταν τό νεκρό παιδί του, τό δικό του παιδί πού ἀπό τό κρύο καί τήν παγωνιά ἔπεσε λιπόθυμο καί ξεψύχησε.
Ὁ θάνατος τοῦ παιδιοῦ τόν ξύπνησε ἀπό τό μεθύσι. Τό φορτώθηκε στίς πλάτες κι ἀνέβηκε στό σπίτι. Τίς τραγικές σκηνές πού ἐπακολούθησαν μπορεῖτε νά τίς ἀντιληφθεῖτε. Τραγικός ὁ πατέρας. Τραγική καί ἡ μάνα. Μπροστά στό νεκρό παιδί ὁ πατέρας ἔδωσε μιά ὑπόσχεση.
– Παιδί μου, εἶπε, ὁ θάνατός σου μοῦ ἄνοιξε τόν δρόμο. Ἀπό σήμερα καί πέρα δέν θά ξαναβάλω πιοτό στό στόμα καί οὔτε θά ξαναπάω στόν δρόμο τῆς ἁμαρτίας. Ἀπό σήμερα καί πέρα θά γίνω ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ.
Εἰλικρινῶς μετανόησε καί ἡ αἰτία τῆς μετανοίας του ἦταν ὁ θάνατος τοῦ παιδιοῦ του.
Ἕνα περιστατικό πού δέν λέει καί πολλά πράγματα μπροστά στό μεγάλο, τό συγκλονιστικό γεγονός πού ἕνα ἄλλο φανάρι, ὄχι ἕνα παιδί ἀλλά ἕνας Θεάνθρωπος ἄναψε πάνω στόν Γολγοθᾶ καί φώναξε ἀπό τήν κορυφή στά πέρατα τοῦ κόσμου:
– Παιδιά μου! Ἄνθρωποι! Ἀδέλφια μου, ἐλᾶτε! Ἀπό δῶ εἶναι ὁ δρόμος.
Καί ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέδωσε τήν τελευταία Του πνοή καί μᾶς καλεῖ ὅλους στόν δρόμο τόν χριστιανικό. Ἑνωμένοι κάτω ἀπό τούς θόλους τῶν ἱερῶν μας ναῶν. Ἑνωμένοι μέ τήν πίστη. Ἑνωμένοι μέ τήν ἀγάπη. Ἑνωμένοι μέ τήν ἀπόφαση νά περπατήσουμε τόν δρόμο ἐκεῖνο πού χάραξε ὁ Χριστός. Γιατί Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἐγώ εἶμαι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή».
Πηγή:  (†) Ἀρχιμ. Θεοφίλου Ζησοπούλου, Ἡ Δύναμη τῆς καρδιᾶς, Ἐκδόσεις Ο.Χ.Α. ΛΥΔΙΑ.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πού πάει η ψυχή μας όταν πεθάνουμε;

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Ιανουαρίου, 2014

Στο ερώτημα μας έχουμε την αποκάλυψη του αγγέλου του Κυρίου στον Μακάριο τον Αιγύπτιο. Επίσης και πολλοί Άγιοι Πατέρες ιδιαίτερα οι νηπτικοί.(βλ.Ευερ.τ.Α υπόθεση 10) καθώς και ο Μέγας Αντώνιος μας λέει ότι όταν ο Απόστολος Παύλος μιλάει για τα εναέρια πνεύματα, εννοεί τα δαιμόνια, (τελώνια)
που βρίσκονται μεταξύ ουρανού και γης. Επιπλέον γράφει ο υμνωδός στα τροπάρια των ακολουθιών των Χαιρετισμών της Θεοτόκου  «αερίων τα πλήθη ήττηνται».
Όταν λοιπόν η ψυχή βγαίνει από το σώμα και ταξιδεύει προς τον ουρανό περνά μέσα από αυτά τα πνεύματα που σίγουρα θα προσπαθήσουν να κάνουν δύσκολο το ταξίδι της ψυχής. Θα προσπαθήσουν να μην φτάσει στον ουρανό και αν είναι δυνατόν να την κατασπαράξουν.
Άγγελο Κυρίου ζητεί ο υμνωδός όταν πεθάνει από τον Θεό. «Άγγελον χαροποιόν του ευθυπορήσαι την άνοδον την εν τω αέρι» (Παρακλητική, ήχος πλ. β΄.) «όπως ακωλύτως διέλθω τούς έν τώ αέρι εστώτας άρχοντας του σκότους, Θεονύμφευτε». Αλλά και στη Θεία Λειτουργία παρακαλούμε το Θεό και μάλιστα 2 φορές «άγγελον ειρήνης πιστόν οδηγόν φύλακα των ψυχών και των σωμάτων ημών παρά του Κυρίου αιτησώμεθα»
Μόλις λοιπόν η ψυχή αρχίσει την άνοδο της τότε τα τελώνια την εξετάζουν για τις ανεξομολόγητες πράξεις της. Ένα φρικτό δικαστήριο. Εκεί τα τελώνια αναφέρουν όλες τις αμαρτίες και τις ξέρουν όλες μα όλες εκτός από αυτές που έχουμε εξομολογηθεί. Είναι με βάση τις μαρτυρίες σχετικά με τις μεταθανάτιες εμπειρίες τις οποίες μπορείτε να διαβάσετε στην ιστοσελίδα μας πραγματικά εκπληκτικό το γεγονός ότι τα πάντα που κάνουμε καταγράφονται, κυριολεκτικά τα δαιμόνια δεν αφήνουν τίποτε να πάει χαμένο.
Ο Δαυίδ μας λέει. «Μακάριοι ών αφέθησαν αί ανομίαι, καί ών έπεκαλύφθησαν αί αμαρτίαι» (Ψαλμ.31:1).

Επίσης στην ερώτηση: Πως μπορούν οι άνθρωποι στον κόσμο να διαγράψουν τις αμαρτίες τους από τα βιβλία των εναέριων δαιμόνων;
Η απάντηση είναι: Με την μετάνοια και την εξομολόγηση! Απάντησαν οι άγγελοι (Γρηγορίου Μοναχού, το μυστήριον του θανάτου,σελ.6). Και όσοι είναι δίκαιοι έρχονται άγγελοι και παραλαμβάνουν την ψυχή τους και τα τελώνια δεν έχουν κανένα δικαίωμα επάνω τους. Μα λύνονται τελικά οι αμαρτίες επί της γης; Βεβαίως και λύνονται, ο ίδιος ο Χριστός μας το λέει αυτό:
ΙΗ 18 Αμήν λέγω υμίν, όσα εάν δήσητε επί της γής, έσται δεδεμένα εν τώ ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί της γής, έσται λελυμένα εν τώ ουρανώ. (Κατά Ματθαίον)
Ποιοι όμως λύνουν την αμαρτία σήμερα; Οι ιερείς μας που με την αποστολική διαδοχή από τότε μέχρι σήμερα έλαβαν τη Χάρη και με την επίθεση του πετραχειλίου αναγνώνουν τη συγχωρητική ευχή στο τέλος του Μυστηρίου της ιεράς εξομολογήσεως.
Σε αυτό το δύσκολο ταξίδι πως βοηθιέται η ψυχή;
Με την Θεία Κοινωνία. «Αυτός πού πρόκειται να αναχωρήση από ’δώ, αν κοινωνήση με καθαρή συνείδηση, όταν πεθαίνει, την ψυχή του την παραλαμβάνουν άγγελοι, καί την περιστοιχίζουν, χάρη στη Θεία Κοινωνία» (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, περί ιερωσύνης, Λόγος ΣΤ, 4). Γι’ αυτό και κοινωνούμε τον ετοιμοθάνατο. (Κανών ΙΓ, Α Οικουμενικής Συνόδου,). Αλλά και εδώ τα λόγια του Χριστού είναι ξεκάθαρα:
ΣΤ Αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα τού υιού τού ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς. 54 ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ αναστήσω αυτόν εν τή εσχάτη ημέρα. (Κατά Ιωάννην)
Αυτός όμως που μεταλαμβάνει αξίως, όχι αναξίως.
Αυτό πιθανότατα δεν σημαίνει ότι όποιος δεν έχει κοινωνήσει πηγαίνει στην κόλαση, αλλά μόνο ότι όποιος το έχει κάνει σωστά έχει ένα επιπλέον λόγο να αισθάνεται σίγουρος. Αυτός που δεν το έχει πράξει, θα χρειαστεί οι δικοί του άνθρωποι να κάνουν μεγάλο αγώνα με προσευχές, ελεημοσύνες κλπ για να τον βοηθήσουν.
Επίσης μεγάλη βοήθεια παίρνει η ψυχή του νεκρού από το ψαλτήρι, το θυμίαμα, το κερί, και την προσευχή του πλήθους κατά την ώρα της κηδείας.
Μόλις η ψυχή περάσει τα εναέρια τελώνια και κατά την τρίτη ημέρα βρίσκεται μπροστά στον Κριτή. Εκεί η ψυχή πέφτει και προσκυνά τον Κριτή. Γι’ αυτό τον λόγο και οι συγγενείς την τρίτη ημέρα κάνουν και τα τριήμερα για να ενισχυθεί η ψυχή ατενίζοντας τον Κριτή.
Μετά την προσκύνηση και από την τρίτη ημέρα έως την ένατη άγγελοι ξεναγούν την ψυχή στην γη και εκεί βλέπει τις καλές και τις κακές πράξεις της. Για τον ίδιο λόγο πάλι οι συγγενείς κάνουν τα εννιάμερα προς ενίσχυση της. Μετά την ενάτη μέρα έρχεται πάλι η ψυχή για να προσκυνήσει για δεύτερη φορά τον Κριτή.     Ύστερα άγγελοι ξεναγούν την ψυχή στον παράδεισο και στην κόλαση έως την τεσσαρακοστή ημέρα. Μετά η ψυχή έρχεται να προσκυνήσει για τρίτη και τελευταία φορά τον Κριτή. Γι’ αυτό παλιότερα τις σαράντα αυτές ήμερες της αγωνιάς της ψυχής όταν πέθαινε κάποιος οι συγγενείς έκαναν σαράντα Θειες Λειτουργίες (σαρανταλείτουργο). Στις μέρες μας και όχι πάντα και παντού ανάβουμε ένα καντήλι στον τάφο του νεκρού. Δεν είναι όμως λίγοι αυτοί που κάνουν σαρανταλείτουργο στις μέρες μας. Η μνημόνευση άλλωστε στη Θεία Λειτουργία όπως θα δούμε παρακάτω κατά τους Πατέρες είναι η καλύτερη προσφορά στο νεκρό. Αυτό το χαρτάκι το «υπέρ αναπαύσεως» που τόσο εύκολα μπορούμε να γράψουμε και να αφήσουμε στην εκκλησία είναι σπουδαία ευεργεσία στο νεκρό.
Και φτάνουμε στην συγκλονιστικότερη στιγμή για την ψυχή.
Η στιγμή που θα βρεθεί ενώπιων του φρικτού δικαστηρίου. Το πιο πιθανό να μη μπορούμε να φαντασθούμε το μέγεθος της  αγωνίας που θα έχει η ψυχή την ώρα της κρίσης της. Την ώρα που μοναδικός συνήγορος και μάρτυρες υπεράσπισης της ψυχής είναι οι καλές πράξεις της. Τότε κάνουμε και το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής. Εκεί ο φιλάνθρωπος Θεός θα αποφασίσει για την ψυχή. Και ακριβώς επειδή είναι φιλάνθρωπος και μας αγαπά θα λάβει υπ’όψιν τις προσευχές μας και τις ικεσίες μας για την ψυχή του νεκρού.
«Αρθήτω ο ασεβής ίνα μη ήδη την δόξα Κυρίου» (Ησ.26:10) Για την ψυχή που πρόκειται να πάει στην κόλαση. Δαίμονες που καιροφυλακτούσαν θα την αρπάξουν και θα την οδηγήσουν στην κόλαση.
Ντροπή για τους δαίμονες όταν η ψυχή βρεθεί καθαρή από τις αμαρτίες. Τότε άγγελοι την αρπάζουν και την οδηγούν με μεγάλη χαρά στον παράδεισο. Λαμπάδες ψαλμωδίες αγγέλων θυμιάματα και φωτοχυσίες συνοδεύουν την ψυχή.
Ο γέροντας Παισιος έλεγε για το αν βλέπουν οι νεκροί ο ένας τον άλλο. Παραλλήλισε τον παράδεισο με ένα φωτεινό δωμάτιο που όσοι βρίσκονταν μέσα σε αυτό έβλεπε ο ένας τον άλλον και χαίρονται, αλλά όχι τι γινόταν στο σκοτάδι. Αντίθετα όσοι βρισκόταν στο σκοτάδι έβλεπαν τι γινόταν στον παράδεισο επειδή ήταν στο φως και μεγάλωνε η θλίψη τους γι’ αυτό που έχασαν. Λένε ότι οι κολασμένοι δεν βλέπουν ο ένας τον άλλον ούτε για να παρηγορηθούν. Αντίθετα αυτοί που είναι στον παράδεισο δεν τους βλέπουν γιατί τότε θα στενοχωριόνταν. Για τους κολασμένους δε ατέλειωτη μοναξιά ούτε ο ένας τον άλλον δεν μπορεί να δει. Τι τραγική τελικά μια τέτοια κατάληξη για τον άνθρωπο, το κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν δημιούργημα του Θεού.
Αυτό είπε και ο ιερέας των ειδώλων στον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο. «δεν μπορούμε να κοιτάξουμε κάποιον πρόσωπο με πρόσωπο» (γεροντικό Αββά Μακαρίου). Το ίδιο είπε και ο άγγελος Κυρίου: «οι δε αμαρτωλοί και τούτο εστερήσανται». «Το πυκνότατο σκοτάδι υψώνεται σαν τοίχος ανάμεσα στους κολασμένους, οπότε οι κολασμένοι αδυνατούν παντελώς να δουν ο ένας τον άλλον» (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ομιλ.εις μθ ψλμ.).
Αν τώρα μια μάνα που είναι στον παράδεισο αναζητήσει το παιδί της και μάθει ότι βρίσκεται στην κόλαση πως θα αισθανθεί;
Εδώ κάνουμε κάποιο λάθος. Κρίνουμε εξ’ ιδίων τα αλλότρια. Βλέπουμε τον άλλο κόσμο με επίγειο μάτι. Νομίζουμε, πως όπως είμαστε επί γης, θα είμαστε και εν ουρανοίς! Εκεί όμως ο άνθρωπος, θα είναι κατά χάριν Θεός. Θα έχει ταυτισθεί πλήρως με το δίκαιο, και την αρετή. Και η μάνα αναγνωρίζει ότι δίκαια τιμωρείται το παιδί της. «αν και τώρα μερικοί γονείς, όταν δουν τα παιδιά τους να είναι φαύλα, τα αποκηρύττουν και τα αποκόβουν από την συγγένεια τους, πόσο μάλλον αυτό θα γίνει στη μέλλουσα ζωή. Εκεί πια δεν υπάρχει η εκ φύσεως συμπάθεια (που έχει η μάνα προς το παιδί). Αν υπήρχε, θα εξαφάνιζε την χαρά του παραδείσου» (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, περί αγάπης).
«΄Ινα μη και αυτοί έλθωσιν είς τον τόπον της βασάνου» (Λουκ.16:27).
Εδώ στην παραβολή του πλουσίου  ο πλούσιος κολασμένος νοιάσθηκε για τους συγγενείς του αλλά όχι για τις βιοτικές ανάγκες τους αλλά μονά για την σωτηρία της ψυχής τους.
Επίσης οι νεκροί που βρίσκονται στον παράδεισο προσεύχονται για μας και μπορούν να μας βοηθήσουν. «Μακάριος ός έχει σπέρμα έν Σιών και οικείους έν Ιερουσαλήμ» (Ησ.31:9). «Ανακούφισε τον πλησίον σου, ώστε όταν αναχωρήση έκ τού κόσμου αυτού πρός τόν Κύριον, νά τόν παρακαλέση διά σε, καί θα εύρης καλόν» (Άγιος ο Αρσένιος ό Μέγας, Ευεργέντινος, τόμ.Α,σελ.538). Βλέπουμε ότι οι ψυχές των νεκρών προσεύχονται  και ικετεύουν συνέχεια για μας  και ο φιλάνθρωπος Θεός δεν θέλει  να τους λυπήσει αφού και αυτοί δεν τον λύπησαν όσο ήταν εν ζωή. «Έκραξαν φωνή μεγάλη λέγοντες» (Αποκ. 6,10).  Έχουν υπάρξει ειλικρινά σπουδαίες μαρτύριες και μία την είχε διηγηθεί ο αείμνηστος Δημήτρης Πανάγοπουλος για μια νέα όπου η πορνεία, οι εκτρώσεις και η βλασφημία πήγαινε όπως λέμε σύννεφο. Σε κάποια εγχείριση όμως που έκανε τα πράγματα δεν πήγαν καλά και ετοιμάστηκε για να αφήσει τα εγκόσμια, τότε εμφανίστηκε ο Κύριος και είπε ότι για χάρη του πατέρα της που τόσο τον παρακαλά διαρκώς όντας δίπλα Του και χάρη στις ελεημοσύνες του, της δίνει μια ακόμη ευκαιρία, την οποία τελικά η νέα δεν άφησε ανεκμετάλλευτη.
Αλλά και εμείς μπορούμε να βοηθήσουμε τους κεκοιμημένους.
Το πόσο μεγάλη ωφέλεια βρίσκουν οι κεκοιμημένοι από τις μνημονεύσεις των ονομάτων τους κατά τις Θ. Λειτουργίες μας αναφέρει ο γέροντας Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης μια οπτασία ενός επισκόπου, που είδε, και την οποία άκουσε από το στόμα του επισκόπου.
Μας λέει ότι ήταν ένας παπάς, που τον είχε νικήσει το κρασί και συχνά μεθούσε (εργασία ετών) κατά τα αλλά ήταν ενάρετος και ευλαβής. Μια των ήμερων κατά την συνηθεία ήπιε και λειτούργησε και κατά παραχώρησιν Θεού του έπεσε το άγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου! Ο καημένος πάγωσε από τον φόβο του, συνάμα δε εσκέπτετο και τον μεγάλο κανόνα του επισκόπου του!
Τέλος αφού εξομολογήθη, του λέγει ο επίσκοπος. «Πήγαινε, και θα σε ειδοποιήσω να έλθεις και θα σου δώσω τον κανόνα>>.
Εκεί λοιπόν που εσκέπτετο ο επίσκοπος και διελογίζετο και έλαβεν εις το χέρι του την πέννα να γράψει την καθαίρεσιν της ιεροσύνης, ευρισκόμενος μόνος του, βλέπει εμπρός του να εκτυλίσσεται σαν ταινία κινηματογραφική, ένα άπειρον πλήθος κόσμου, παντός είδους, ηλικίας και τάξεως. Ο επίσκοπος έμειναν έκθαμβος από το πράγμα, αλλά και συνάμα από τον φόβον. Τότε του λέγουν όλοι μαζί οι άνθρωποι αυτοί: «Σεβασμιότατε, μη κανονίσετε τον παπά, μη τον καθαιρείτε!». Κατόπιν ολίγον κατ’ ολίγον έγιναν άφαντοι.
Φωνάζει ο επίσκοπος τον παπά να έλθει, έμφοβος ο καημένος ο παπάς εσκέπτετο την καθαιρεσίν του. Του λέγει ο επίσκοπος. «Δεν μου λέγεις, μνημονεύεις πολλά ονόματα εις την Θείαν Λειτουργίαν;». Ο παπάς απαντά: «Εις την προσκομιδών, δέσποτα, πολλήν ώραν μνημονεύω από βασιλείς, αυτοκράτορας μέχρι και τον πλέον φτωχό». Ο επίσκοπος του λέγει: <<Πήγαινε λοιπόν και όταν λειτουργείς μνημόνευε όσον ημπορείς και πρόσεχε του λοιπού μη μεθύσης, είσαι συγχωρημένος». Κατόπιν και ο παπάς με την βοηθειαν του Θεού ελυτρώθη από την μέθην».
Άλλοτε ο γέροντας Ιάκωβος για να τονίσει πόσο μεγάλη παρρησία έχουν οι προσευχές για του κεκοιμημένους είπε:
«Είδα και την ψυχή του πατέρα μου, έλεγε ο γέροντας, να κάθεται έξω από ένα απλό σπιτάκι σαν κελλάκι και του λέω:
-Πατέρα μου, εσύ που ήσουν και χτίστης, δεν έκτιζες ένα μεγαλύτερο σπίτι να μείνεις άνετα, αλλά κάθεσαι σ’ ένα τέτοιο μικρό σπιτάκι; Τότε μου λέει:
-Παιδί μου, εσύ με τις προσευχές σου και τις ελεημοσύνες σου μου έκτισες το σπιτάκι αυτό και το έχω και μένω».
Αλλά και ο Γέροντας Παϊσιος θεωρούσε πολύ μεγάλο πράγμα τις προσευχές και τις ελεημοσύνες για τις ψυχές. Συγκεκριμένα έλεγε:
«Πρέπει να προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους. Οι καημένοι είναι υπόδικοι και άμα τους δώσει κανείς μια πορτοκαλάδα, τους βγάζει από τα σίδερα.
«Εν τω άδη» λέει «ουκ έστι μετάνοια». Αυτοί οι καημένοι δεν μπορούν να βοηθηθούν. Εμείς όμως μπορούμε και θέλει ο Θεός να υπάρχουν άνθρωποι να παρακαλούν για να τους βοηθήσει»
Επίσης έλεγε:
«Για τους άσπλαχνους που πεθαίνουν να κάνετε μνημόσυνα και προπαντός ελεημοσύνη. Υπάρχουν πολλοί φτωχοί. Είναι προτιμότερο να δίνετε κατ’ ευθείαν στους φτωχούς παρά στα ιδρύματα».
Σχετικά με την πολύ μεγάλη βοήθεια επίσης λαμβάνουν οι νεκροί από τις Θείες Λειτουργίες και τα κόλλυβα ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων παρακινούσε κι αυτός και συμβούλευε το ποίμνιο του, να τελεί συχνά λειτουργίες και μνημόσυνα για τους πεθαμένους, βεβαιώνοντας, πως αυτό το πράγμα ανακουφίζει και αφελή πολύ τις ψυχές τους. Και για να στηρίξει την πεποίθηση σ’ αυτά που τους έλεγε, τους διηγήθηκε το εξής:
Κάποτε, τους είπε, έπιασαν αιχμάλωτον οι Πέρσες και τον πήρανε στην Περσία. Τον έριξαν λοιπόν δεμένο σε μια φυλακή, που την έλεγαν λήθη και του βάλανε φρουρούς. Κι αυτή την φυλακή την ονοματίζανε έτσι, γιατί όποιος έμπαινε μέσα σ’ αυτή δεν ξανάβγαινε ποτέ.
Συνέβηκεν όμως, να το κατορθώσουνε ν’ αποδράσουνε μερικοί και να φτάσουνε στην Κύπρο. Διαδώσανε λοιπόν, πως ο αιχμάλωτος εκείνος πέθανε μέσα στη φυλακή. Κι όταν το μάθανε οι δικοί του τον έκλαψαν, και τρεις φόρες το χρόνο έκαναν για την ψυχή του Θεία Λειτουργία και μνημόσυνο. Κι’ αυτό γινότανε επί τέσσερα χρόνια. Κάποτε λοιπόν ο άνθρωπος εκείνος τα κατάφερε να δραπετέψει κι αυτός και να φθάση στο σπίτι του και στους δικούς του. Και τα γονικά του τον είδαν, όχι σαν αιχμάλωτο, παρά σαν αναστημένο νεκρό. Και σαστισμένοι τον καμάρωναν και τον κανάκιζαν, λέγοντας του όλα τα ρυπαρολογία που μπορεί να ειπεί ο άνθρωπος σε μια τέτοια περίσταση.
Του είπαν λοιπόν, πως του κινάνε και μνημόσυνα στα Θεοφάνεια και το Πάσχα και κάθε Αγία Πεντηκοστή. Κι αυτός, σαν τ’ άκουσεν αυτό, αναθυμήθηκε και τους ωρκιζότανε, πως κάθε τέτοια ημέρα, του παρουσιαζότανε κάποιος λαμπροφορεμένος άνθρωπος και τον έλυνε απο τα δεσμά του. Και πως οταν περνούσανε οι ημέρες αυτές, ξαναβρισκότανε πάλιν αλυσοδεμένος».
Αν προσέξουμε την επιμνημόσυνη δέηση θα δούμε ότι πουθενά δεν μιλάει για μετάνοια. Και είναι επόμενο αφού «εν τω Άδη ούκ έστι μετάνοια».
Οι φράσεις που λέγονται εέναι: «ανάπαυσον τήν ψυχήν του δούλου Σου….», «ώς αγαθός και φιλάνθρωπος Θεός συγχώρησον…». Ο λόγος είναι ότι επειδή το έλεος του Θέου είναι άπειρο, μπορεί να φτάσει και μέχρι την κόλαση και να χαρίσει ή να ελαφρύνη την ποινή αν Αυτός θέλει.
Είναι πολλοί αυτοί που στηριζόμενοι στο «εν τω Άδη ούκ έστι μετάνοια» και την παραβολή του πλούσιου και του φτωχού Λαζάρου όπου γράφεται «και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν.» Εδώ πατούν πολλοί και λένε ότι σωτηρία δεν υπάρχει μετά θάνατον.
Εδώ είναι ένα σημείο πολύ βασικό και παραξηγημένο. Το χάσμα, την αδυναμία διάβασης τη δημιουργούν οι διαφορετικές συμπεριφορές μας, οι αμαρτίες μας, που μας χωρίζουν από τους δίκαιους. Αντίστροφα πάλι οι ενάρετοι με τη ζωή τους απομακρύνονται από τον τόπο των αδίκων. Άνθρωποι όντες, κανείς δεν μπορεί να μεταπηδήσει από τη μία μεριά στην άλλη. Γνωρίζουμε όμως από την Ιερά Παράδοση όπου η προσευχή και η ελεημοσύνη τρίτων έσωσαν ανθρώπους. Θα πει κανείς, πώς συμβαδίζει; Πολύ απλό. Για τον άνθρωπο είναι αδύνατο να μεταπηδήσει όπως λέει ο Αβραάμ. Ο Θεός όμως τα πάντα μπορεί να κάνει κι αν θέλει να σώσει κάποιον τον σώζει. Δε λέει το ιερό κείμενο ότι κι ο Θεός αδυνατεί να μεταθέσει κάποιον. Ο Παντοδύναμος Θεός τα πάντα μπορεί. Λέει ο Ιησούς ειδικά για το θέμα αυτό -τη σωτηρία του ανθρώπου- στο κατά Ματθαίον απαντώντας σε ερώτηση των μαθητών:
ΙΘ 25 Τίς άρα δύναται σωθήναι; 25 εμβλέψας δε ο Ιησούς είπεν αυτοίς· Παρά ανθρώποις τούτο αδύνατόν έστι, παρά δε Θεώ πάντα δυνατά εστι.
Δηλαδή κι οι ενάρετοι που σώζωνται χάρη στο Θεό το πετυχαίνουν, όχι βασιζόμενοι στη δική τους αξία. Η παντοδυναμία όμως αυτή του Θεού δε σημαίνει ότι εμείς μπορούμε να κάνουμε τη ζωούλα μας κατά το «φάγομεν, πίομεν, αύριο γαρ αποθνήσκομεν» διότι τα ιερά κείμενα και οι προφητείες της Βίβλου μας μιλούν και για την Κρίση αλλά και για το ότι δε θα σωθούν όλοι. Βλέπετε ο Θεός είναι ελεήμων αλλά είναι και δίκαιος. Ας φροντίσουμε λοιπόν εμείς να γίνουμε αιτία σωτηρίας και των εαυτών και άλλων και όχι άλλοι αιτία σωτηρίας δικής μας, αν μάλιστα γίνουν.
βιβλιογραφία:
Μετά θάνατον.(Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη)
Τα Ιερά Μνημόσυνα.(Πρεσβυτέρου Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου)

http://enoriakonstantinouelenis.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ποιες είναι οι Δεσποτικές και ποιες οι Θεομητορικές εορτές;

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Ιανουαρίου, 2014

Οι Δεσποτικές εορτές

Από τις εορτές της Εκκλησίας ονομάζομε Δεσποτικές, εκείνες που συνδέονται με τα λυτρωτικά γεγονότα της ζωής του Ιησού Χριστού και μας θυμίζουν «τους ποταμούς των χαρίτων και ευεργεσιών, τους οποίους εξέχεεν εις τον κόσμον ο Μονογενής Υιός του Θεού δια της ενσάρκου Του οικονομίας» (Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης). Οι Δεσποτικές εορτές αποτελούν τον κεντρικό άξονα της λατρευτικής ζωής μας. Η Εκκλησία τελώντας τις εορτές αυτές ξαναζεί τα λυτρωτικά γεγονότα σαν ένα αιώνιο παρόν. Οι ψυχές των πιστών γεμίζουν ευγνωμοσύνη, κατάνυξι και ελπίδα των ουρανίων.
Οι Δεσποτικές εορτές
  • Η Περιτομή του Ιησού Χριστού
  •  Τα Θεοφάνεια
  •  Η Υπαπαντή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
  •  Η μετά βαΐων και κλάδων υποδοχή του Κυρίου εις Ιεροσόλυμα
  •  Τα Άγια Πάθη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
  •  Η Ανάστασις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
  •  Η Ανάληψις του Κυρίου
  •  Η Πεντηκοστή
  •  Του Αγίου Πνεύματος
  •  Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος
  •  Η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού
  •  Η Γέννησις του Σωτήρος Χριστού
Αναλυτικά 
Η ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Οι Θεοφώτιστοι Πατέρες της Εκκλησίας κανόνισαν, να εορτάζεται την πρώτη του έτους η Περιτομή του Χριστού, για να μας θυμίσουν βασικά πράγματα της πνευματικής ζωής και να μας βοηθήσουν να πάρωμε σωστές αποφάσεις εν όψει του νέου έτους.
Η περιτομή των Εβραίων, στην οποία υποβλήθηκε, κατά συγκατάβασιν, και ο Θεάνθρωπος Χριστός, ήταν ένας τύπος του Χριστιανικού Βαπτίσματος. Όπως οι Εβραίοι με την περιτομή έκοβαν και πετούσαν την «ακροβυστίαν της σαρκός», έτσι και μείς στο Βάπτισμα αποβάλλομε και πετάμε τον «παλαιό» άνθρωπο της αμαρτίας, και «ενδυόμεθα», φοράμε τον νέο, τον αναγεννημένο άνθρωπο. Πρέπει τώρα στην αρχή του νέου έτους να θυμηθούμε, ότι είμαστε βαπτισμένοι Χριστιανοί, δηλαδή αναγεννημένοι άνθρωποι, και να αποφασίσωμε να ζήσο­με σαν αναγεννημένοι άνθρωποι.
Η Ευαγγελική περικοπή της Εορτής μας μιλάει με λίγα περιεκτικά λόγια, για το πώς ζούσε ο Χριστός από την παιδική ηλικία μέχρι τα τριάντα Του χρόνια, για να μας υποδείξη, πώς πρέπει να ζούμε κι’ εμείς σαν βαπτισμένοι ορθόδοξοι Χριστιανοί.
Μας λέει, ότι το «παιδίον Ιησούς» «εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, και χάρις Θεού ην επ’ αυτό» (Λουκά β’ 40). Μας λέει ακόμη, ότι «προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις» (Λουκά β’ 52). Μας διδάσκει δηλαδή, ότι σαν Χριστιανοί που έχομε σκοπό να αυξηθούμε πνευματικά και να φθάσωμε σε ωριμότητα, «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφεσ. δ’ 13), πρέπει όπως ο Χριστός: α) Να «κραταιούμεθα πνεύματι». Να αυξάνωμε την αγωνιστικότητά μας κατά της αμαρτίας και να ασκούμε τη θέλησί μας προς το αγαθό, καλλιεργώντας τις αρετές, β) Να προκόπτωμε και να «πληρούμεθα» σοφίας με καθημερινή μελέτη και συχνή ακρόασι του λόγου του Θεού. γ) Να προκόπτωμε «χάριτι παρά Θεώ» μετέχοντας συχνά και συνειδητά στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας και δ) Να προκόπτωμε «χάριτι παρά ανθρώποις», οι οποίοι βλέποντας τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος στη ζωή μας θα ωφελούνται.
Ο νέος χρόνος δεν θα γίνη ευτυχισμένος με ευχές μόνο, αλλά με αγώνα να προκόψωμε «σοφία και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις», όπως ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός.
ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος είχε σαν αποστολή από το Θεό, να προετοιμάση τους ανθρώπους να δε­χθούν το Λυτρωτή Χριστό. Και τους προετοίμαζε κηρύττοντας μετάνοια και βαπτίζοντας στον Ιορδάνη ποταμό εκείνους, που εκφράζοντας τη μετάνοιά τους εξομολογούνταν κατά το βάπτισμα τις αμαρτίες τους.
Πήγε και ο αναμάρτητος Σωτήρας να βαπτισθή. Ο Πρόδρομος έφριξε: «Κύριε, εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από Σένα, και έρχεσαι Εσύ να Σε βαπτίσω;» Βρισκόταν μπροστά σε μια ακατανόητη συγκατάβασι του αναμαρτήτου Κυρίου Του. Η συγκατάβασι όμως αυτή είχε κάποιο σκοπό, όπως και κάθε λόγος ή πράξι του Θεανθρώπου.
Πρώτον είχε φθάσει το «πλήρωμα του χρόνου» για ν’ αρχίση ο Ιησούς το δημόσιο λυτρωτικό έργο Του. Και θέλησε ο Θεός Πατήρ να διακηρύξη επίσημα την έναρξι του Μεσσιακού έργου, δείχνοντας στους ανθρώπους το Λυτρωτή τους. Η διακήρυξι έγινε με τη φωνή του Πατρός εξ ουρανού: «Ούτος εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» και με την έλευσι του Αγίου Πνεύματος εν είδει περιστεράς πάνω στον Ιησού.
Δεύτερον ο Θεός θέλησε για πρώτη φορά ν’ αποκα­λύψη το μέγα μυστήριο της τριαδικότητάς Του, για να δείξη ότι ο Ιησούς που βαπτιζόταν θα δίδασκε στους ανθρώπους την τέλεια αποκάλυψι της Αλήθειας. Έτσι ο Πατήρ φανερώθηκε με τη φωνή απ’ τους ουρανούς, ο Υιός φανερώθηκε σαρκωμένος να βαπτίζεται, και το Άγιο Πνεύμα φανερώθηκε εν είδει περιστεράς, να κατεβαίνη στο Μεσσία Χριστό.
Τρίτον ο αναμάρτητος συγκατέβη να βαπτισθή, διότι όπως είπε στον Πρόδρομό Του «ούτω πρέπον εστί πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην». Ήθελε να δώση παράδειγμα εφαρμογής όλων των εντολών του Θεού. Αν Αυτός ο αναμάρτητος ταπεινώθηκε και βαπτίσθηκε σαν αμαρτωλός, επειδή ήταν θέλημα Θεού να βαπτίζωνται οι άνθρωποι, πόσο μάλλον εμείς πρέπει να τηρούμε όλες τις εντολές του Κυρίου;
Διδασκόμαστε από τη συγκατάβασι του Θεανθρώπου κι’ εμείς, να πιστεύωμε ορθά στο Θεό. Να πιστεύωμε ότι ο Θεός είναι ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, «Τριάς ομοούσιος και αχώριστος». Να πιστεύωμε ακόμη, ότι μέσα στον κυκεώνα των ετεροδιδασκαλιών της εποχής μας ένας είναι ο Διδάσκαλος απόλυτης εμπιστοσύνης: Ο Ιησούς Χριστός, που ο ίδιος ο Θεός συνιστά: «Αυτού ακούετε». Διδασκόμαστε επίσης να είμαστε λεπτολόγοι ως προς την τήρησι των εντολών του Κυρίου. Όλες οι εντολές, χωρίς διάκρισι, είναι αξιοσέβαστες και τηρητέες.
Ας αναβαπτισθούμε κι’ εμείς στον Ιορδάνη. Ας αναβαπτισθούμε ως προς την ορθή πίστι, ως προς την εμπιστοσύνη προς τον μοναδικό Σωτήρα και Λυτρωτή και ως προς τον αγώνα για την εφαρμογή των εντολών Του. Τα Θεοφάνεια ας γίνουν ένα νέο ξεκίνημα, να γίνωμε καλλίτεροι.
Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Περιγράφοντας ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης την ιερή σκηνή της υποδοχής του νηπίου Ιησού και Μητέρας Του από το γέροντα Συμεών και την προφήτιδα Άννα λέει: «Η Παρθένος φαίνεται γεμάτη θεία χάρι, και σαν να την ελαφρώνη το θείο βρέφος, αντί να τη βαραίνη. Το θείο βρέφος φαίνεται ωραιότερο από κάθε άνθρωπο και χαρούμενο στην αγκαλιά της μητέρας του. Ο γέροντας Συμεών με δυναμωμένα τα πόδια από τη χάρι του Θεού προϋπαντά το παντοδύναμο βρέφος, το αγκαλιάζει και με δυνατή φωνή ζητάει την απόλυσί του από τη ζωή. Η δε Άννα ξεχνώντας τα γηρατειά της δοξολογεί και ευχαριστεί τον Θεό». Ας υποδεχθούμε κι εμείς τον «νηπιάσαντα Θεόν» και ας διδαχθούμε από τον ερχομό Του στη γη.
Ποιος ήταν πραγματικά το βρέφος Ιησούς; Ένα τροπάριο του Κανόνος της εορτής, που έγραψε ο Άγιος Κοσμάς, επίσκοπος Μαϊουμά, απαντάει: «Ο πρωτότοκος και προαιώνιος Υιός του Θεού, φάνηκε στη γη πρωτότοκος και μόνος υιός παρθένου μητέρας». Ήταν λοιπόν το βρέφος εκείνο ο ίδιος ο Υιός του Θεού και Θεός, που γεννήθηκε πριν από κάθε κτίσμα από τον Πατέρα Θεό! Και όπως ο προφήτης Ησαΐας είδε το Θεό ένδοξο σε θρόνο, έτσι και ο Θεοδόχος Συμεών είδε τον Υιό και Λόγο του Πατρός σαν σε θρόνο στα άχραντα χέρια της Παρθένου! Το θείο βρέφος όμως ήταν και «πρωτότοκος υιός κόρης παρθένου». Ήταν δηλαδή και «υιός ανθρώπου», άνθρωπος τέλειος, όπως όλοι μας, εκτός αμαρτίας. Ώστε το βρέφος ήταν ο Θεάνθρωπος Κύριος!
Αλλά γιατί ο Υιός του Θεού και Θεός, έγινε άνθρωπος και νήπιο; Ο υμνωδός απαντάει: «Επέφανεν τω Αδάμ χείρα προτείνων». Ο Αδάμ, δηλαδή ο άνθρωπος, έγινε με την απάτη του διαβόλου ανόητος κατά το νου, σαν νήπιο. Για να τον διορθώση λοιπόν ο Πανάγαθος έγινε νήπιο, όχι κατά το νου σαν τον Αδάμ, αλλά κατά την ανθρώπινη φύση και ηλικία. Για να φωτίση άρα τον σκοτισμένο άνθρωπο, και για να τον βοηθήση να ανδρωθή και προοδεύση πνευματικά, έγινε ο Θεός νήπιο. Και ακόμα για να τον αναστήση από το θάνατο της αμαρτίας με το Βάπτισμα και τη ζωή της αρετής.
Ο «νηπιάσας» Υιός του Θεού μας παρακινεί να πά­ψουμε να είμαστε πνευματικά νήπιοι και να ανδρωθούμε. Πότε είμαστε πνευματικά νήπιοι; Όταν ταλαντευόμαστε ως προς το Ορθόδοξο «πιστεύω» μας, σαν το καλάμι που φυσάει ο άνεμος (Εφεσ. 4, 14) και παρασυρόμαστε εύκολα από τις ψευδολογίες και πλάνες των αιρετικών ανθρώπων. Όταν ακόμη είμαστε υλόφρονες και σαρκικοί, και ζούμε σαν να μη υπάρχη ψυχή και ανώτερη ζωή μας. Μας καλεί να αναστηθούμε από τον ύπνο της νηπιότητος, και ν’ ακολουθήσουμε Αυτόν, τον «πρωτότοκον εκ των νεκρών». Ο Χριστός μας απλώνει το χέρι. Ας μη του αρνηθούμε το δικό μας.
Η ΜΕΤΑ ΒΑΪΩΝ ΚΑΙ ΚΛΑΔΩΝ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Καθώς βρισκόμαστε στα πρόθυρα των Παθών του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, πρέπει να ξεκαθαρίσωμε, ότι ο Ιησούς δεν υπήρξε θύμα τραγικό της κακίας των ανθρώπων, αλλά θύμα της αγάπης Του για τον άνθρωπο. Η Θυσία του Ιησού ήταν μια θεληματική και εξουσιαστική πράξι του Παντοδύναμου Βασιλέως Χριστού για τη σωτηρία μας. Αυτό αποκαλύπτεται στην περιγραφή της θριαμβευτικής εισόδου Του στα Ιεροσόλυμα από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη.
Ο Ευαγγελιστής μας πληροφορεί, ότι ο ταπεινός Ιησούς επέτρεψε στην περίπτωσι αυτή, να τον υποδεχθή ο λαός με τα «βαΐα των φοινίκων» και με τα λόγια: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ». Οι Ιουδαίοι υποδέχτηκαν τον Κύριο σαν νικητή και τροπαιούχο, σαν νικητή του θανάτου, αφού πρόσφατα είχε αναστήσει το Λάζαρο. Τον υποδέχτηκαν με λόγια του 118ου Ψαλμού, λόγια Μεσσιακά, που ταιριάζουν σε βασιλέα. Και η Γραφή το βεβαιώνει: «Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεεται…». Βασιλεύς λοιπόν ο μετέπειτα σταυρωθείς Ιησούς.
Ο Χριστός μπήκε στα Ιεροσόλυμα πάνω σε «πώλον όνου», πάνω σ’ ένα νεαρό ακαβαλίκευτο γαϊδουράκι. Προτύπωσε έτσι τη μελλοντική βασιλική κυριαρχία Του πάνω στα ακάθαρτα μέχρι τότε και αγύμναστα στην ευσέβεια ειδωλολατρικά έθνη, που εικονίζονται από το «ονάριον». Χωρίς να το καταλάβουν το προφήτεψαν και οι Φαρισαίοι: «Ίδε ο κόσμος οπίσω αυτού απήλθεν» (Ιωάν. ιβ’ 19). Το προείπε και ο Κύριος, όταν λίγο μετά την είσοδό Του στα Ιεροσόλυμα Τον επισκέφθηκαν μερικοί Έλληνες, σαν αντιπρόσωποι των εθνών: «Ελήλυθεν η ώρα, ίνα δοξασθή, ο υιός του ανθρώπου». Βασιλεύς και των εθνών λοιπόν ο Ιησούς Χριστός.
Η βασιλική ιδιότητα του Κυρίου πρέπει να μας προβληματίση, εν όψει μάλιστα και της Μεγάλης Εβδομάδος. Είναι βασιλεύς της ζωής μας ο Χριστός; Κυριαρχεί στην καρδιά, στη σκέψι, στις πράξεις και στα λόγια μας; Ή μήπως βασιλιάς μας είναι το χρήμα, η δουλειά μας, οι απολαύσεις της ύλης, τα κόμματα, ο αθλητισμός; Αν ισχύη το τελευταίο, ας κλάψουμε τη Μεγάλη Εβδομάδα, κι ας κάνουμε αποφασιστική στροφή στη ζωή μας. Αν δεν το κάνουμε, θα πάθουμε ό,τι οι Ιουδαίοι της εποχής του Κυρίου. Επειδή απέρριψαν τον Χριστό σαν βασιλέα και σωτήρα τους, ο Θεός τους εγκατάλειψε. Τους αφαίρεσε όλα τα προνόμια του περιουσίου λαού. Τους πήρε την ιερωσύνη και τους προφήτες. Γκρέμισε τον Ιουδαϊσμό και έδωσε όλα τα προνόμια στο νέο λαό Του, τους Χριστιανούς.
Ας μετανοήσουμε λοιπόν και ας προχωρήσουμε προς την Αγία Κοινωνία με τη λαχτάρα, να θρονιαστή μόνιμα στο σώμα και την ψυχή μας, και στη ζωή μας ολόκληρη ο Χριστός, σαν βασιλεύς και Κύριός μας.
ΤΑ ΑΓΙΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Το θείο δράμα κορυφώνεται με τη σταύρωσι του Κυρίου. Ταυτόχρονα κορυφώνεται και η έκφρασι της αγάπης του Θεού για τον αποστάτη άνθρωπο. Ο σαρκωθείς Θεός βρίσκεται καρφωμένος στο Σταυρό σαν ληστής. Η θεία «κένωσι» στο υπέρτατο σημείο. Το θείο δράμα συγκλονίζει, αλλά και διδάσκει.
Λίγο πριν τη σταύρωσι ο Ιησούς εξαντλημένος σωματικά από τα γεγονότα της προηγούμενης νύκτας και σηκώνοντας ηρωικά το ασήκωτο φορτίο της κατάφωρης αδικίας, μεταφέρει αγόγγυστα και χωρίς λέξι παραπόνου το βαρύ σταυρό Του. Θεληματικά και με άφατη υπομονή πορεύεται το δρόμο του μαρτυρίου Του.
Καρφωμένος τώρα πάνω στο σταυρό και υποφέροντας φρικτούς πόνους, ο Ιησούς στρέφει το βλέμμα στη μητέρα Του, που έστεκε κάτω απ’ το σταυρό γεμάτη οδύνη: «Γύναι, ίδε ο υιός σου». Ιωάννη, «ιδού η μήτηρ σου». Πόση αγάπη θα είχε ο Θεάνθρωπος, για να βρη το κουράγιο να φροντίση για τον πόνο της μητέρας Του!
Η υπέρτατη Θυσία φθάνει στο τέλος της. Ο Ιησούς βγάζει δυνατή εξουσιαστική κραυγή: «Τετέλεσται». Τίποτε απ’ όσα ο Πατέρας μου ανέθεσε να κάνω δεν μένει ατελείωτο. Και μετά κλίνοντας την κεφαλή, για να εκ­φράση την μέχρι θανάτου υπακοή στον Πατέρα, παραδίδει θεληματικά το πνεύμα.
Καθώς η Μεγάλη Εβδομάδα μας θυμίζει τον τρόπο που ο Θεάνθρωπος βάδισε προς το μαρτύριο, μας υποδεικνύει προβάλλοντας το ασύγκριτο παράδειγμά Του, πώς πρέπει να σηκώνωμε κι εμείς τον προσωπικό μας σταυρό. Μας διδάσκει να τον σηκώνωμε αγόγγυστα, χωρίς μεμψιμοιρίες, με υπομονή, σαν θέλημα Θεού, στο οποίο οφείλομε υπακοή μέχρι θανάτου. Μας διδάσκει ότι πρέπει να βρίσκωμε τη δύναμη, να ξεχνάμε το δικό μας πόνο και να φροντίζωμε ν’ ανακουφίσωμε και τον πόνο του πλησίον μας. Αν πάρωμε την απόφασι έτσι να πολιτευόμαστε στο εξής, η απόφασί μας αυτή θα είναι η καλλίτερη συμμετοχή στο Πάθος του Κυρίου μας.
Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Μυριόστομη φωνή δονεί κάθε Πάσχα τον αέρα απ’ άκρου σ’ άκρο της Ελληνικής γης και κάθε Χριστιανικής ορθόδοξης χώρας: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας». Είναι η φωνή που εκφράζει τη βαθειά πεποίθησι όλων των Ορθοδόξων, ότι ο Ιησούς Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών και μας χάρισε λύτρωσι, ελπίδα, νέα ζωή. Και πράγματι:
Η Ανάστασι του Χριστού επιβεβαίωσε το λυτρωτικό Του έργο. Πρόσφερε πάνω στο σταυρό την υπέρτατη Θυσία, παραδίδοντας θεληματικά σαν θύτης την αναμάρτητη ανθρώπινη φύσι Του σε σφαγή «δια την ημετέραν σωτηρίαν». Με την Ανάστασί Του απέδειξε, ότι η Θυσία Του έγινε δεκτή και έτσι λυτρωθήκαμε από τις καταδικαστικές μέχρι τότε αμαρτίες μας.
Με την εκ νεκρών Ανάστασί Του ο Χριστός έγινε «απαρχή των κεκοιμημένων» (Α’ Κοριν. ιε’ 20), ο πρώτος από τους νεκρούς που αναστήθηκε, όχι προσωρινά, αλλά «εις ζωήν αιώνιον». Αυτό μας γεμίζει ελπίδα και μας βεβαιώνει, ότι τόσο εμείς, όσο και οι προσφιλείς μας που έφυγαν από τη ζωή αυτή θα αναστηθούμε εν Χριστώ «εν τη παρουσία αυτού».
Η Ανάστασι του Κυρίου έγινε ακόμη η αιτία της πνευματικής μας αναστάσεως από τη ζωή αυτή. Στο Βάπτισμα γίναμε συμμέτοχοι του θανάτου του Χριστού, αλλά και συμμέτοχοι της Αναστάσεώς Του, ώστε όπως «ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών… ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. στ’ 4). Στο Βάπτισμα σταυρώθηκε και θανατώθηκε ο «παλαιός άνθρωπος» της αμαρτίας, και αναστήθηκε ένας νέος άνθρωπος, που είναι καλεσμένος να ζήση νέα, αναγεννημένη, πνευματική ζωή.
Ας ψάλουμε κι εμείς το «Χριστός ανέστη» με ευγνωμοσύνη για τη λύτρωσι που μας χάρισε με την Ανά­στασί Του ο Σωτήρ, αλλά και με τη σταθερή απόφασι να ζήσωμε στο εξής σαν αναστημένες υπάρξεις, «αξίως της κλήσεως ης εκλήθημεν».
 
Η ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Με τον Ευαγγελισμό γιορτάσαμε την «κατάβασι» του Θεού Λόγου από τον ουρανό στη γη. Με την Ανάληψι γιορτάζομε την «ανάβασι» του σαρκωθέντος Θεού Λόγου από τη γη στον ουρανό. Κατά τον Ευαγγελισμό. ο Θεός Λόγος «κατέβηκε» κρυφά και γυμνός από την ανθρώπινη σάρκα, με την Ανάληψι «ανέβηκε» φορώντας την ανθρώπινη σάρκα, φανερά και με δόξα. Αλλά ποιο είναι το νόημα αυτής της «αναβάσεως»;
«Ανελήφθη εν δόξη ο των αγγέλων βασιλεύς» για να μας στείλη τον «άλλον Παράκλητον», που είχε υποσχεθή (Ιωάν. ιστ’ 7), το Άγιο Πνεύμα. Ο Χριστός πρόσφερε τη λύτρωσι και σωτηρία στον κόσμο, αλλά χρειαζόταν να έλθη το Άγιο Πνεύμα για να μεταδώση τη Χά­ρι της σωτηρίας στον κάθε πιστό προσωπικά, με τους 7 κρουνούς της Θείας Χάριτος, τα Μυστήρια της Εκκλησίας μας.
Η ανθρώπινη φύσι με την αποστασία του προπατορικού αμαρτήματος είχε γίνει το «απολωλός πρόβατον» της παραβολής. Ο Χριστός όμως ήλθε και βρήκε τον πλανεμένο άνθρωπο και τον έβαλε στην πνευματική «μάνδρα», την Εκκλησία και τον Παράδεισο. Με την Ανάληψί Του δε, μετέφερε στους «ώμους» την πρώην πλανεμένη και τώρα πια σωσμένη ανθρώπινη φύσι, που την αντιπροσώπευε η αναμάρτητη ανθρώπινη φύσι Του, και την κάθισε στο θρόνο του Θεού. Τί τιμή! Έτσι με την Ανάληψί Του ο Χριστός, έγινε η «απαρχή» της Θεώσεως των πιστών Χριστιανών.
«Ον τρόπον κατείδετε Χριστόν ανερχόμενον, ούτω σαρκί ελεύσεται δίκαιος πάντων κριτής» (τροπάριο του Κανόνος της Εορτής). Με την Ανάληψί Του δηλαδή ο Κύριος μας υπενθύμισε, ότι θα έλθη κάποτε πάλι «εν σαρκί» για να κρίνη τον κόσμο, και να εξετάση πώς αξιοποιήσαμε το δώρο της σωτηρίας που μας έδωσε. Η σκέψι αυτή της Κρίσεως πρέπει να μας διεγείρη σε περισσότερο αγώνα.
Ο Χριστός ανέβηκε στον ουρανό και λάμπει τώρα στο θρόνο του Θεού πιο πολύ κι’ απ’ τον ήλιο. Έτσι θα λάμπουν στη Βασιλεία των ουρανών και όσοι με τη βοήθεια της θείας Χάριτος αγωνίζονται από τη ζωή αυτή να καθαρίσουν και να θεώσουν τον εαυτό τους.
Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ
«Πεντηκοστήν εορτάζομεν και Πνεύματος επιδημίαν και προθεσμίαν επαγγελίας…».Η εκπλήρωσι της υποσχέσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ότι μετά την Ανάληψί Του θα στείλη το Άγιο Πνεύμα στους μαθητές Του, πραγματοποιήθηκε κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Καθώς ήταν συγκεντρωμένοι στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, ήχος δυνατός σαν τον άνεμο που φυσάει πλημμύρισε τον τόπο, και το Άγιο Πνεύμα σαν πύρινες γλώσσες κατέβηκε και επεφοίτησε στον καθένα χωριστά. Έγινε αυτό που είχε προφητεύσει ο Πρόδρομος. Βαπτίσθηκαν οι μαθητές «εν Πνεύματι Αγίω και πυρί» (Λουκά γ 16).
Η επιφοίτησι του Αγίου Πνεύματος είχε αξιοθαύμαστα αποτελέσματα. Οι μέχρι τότε δειλοί μαθητές του Χριστού έγιναν «λέοντες πυρ πνέοντες». Οι αγράμματοι έγιναν σοφώτεροι των σοφών. Και όχι μόνο οι Απόστολοι, αλλά και όλοι οι μαθητές του Χριστού σε κάθε εποχή. Το Άγιο Πνεύμα επιφοιτά σ’ αυτούς με το Βάπτισμα, το Χρίσμα και τα άλλα ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας, και τους αναγεννάει, τους ενισχύει, τους αγιάζει, τους σώζει. Εξειδικεύει το δώρο της σωτηρίας, που χάρισε ο Χριστός με το λυτρωτικό Του έργο στην ανθρωπότητα.
Το Άγιο Πνεύμα φανερώθηκε σαν φωτιά. Σημάδι ότι Αυτός που επεφοίτησε δεν ήταν μια απρόσωπη δύναμι, όπως λένε οι αιρετικοί, αλλά ο ίδιος ο Θεός, που είναι «πυρ καταναλίσκον». ο Άγιον Πνεύμα είναι βέβαια πηγή Χάριτος, αλλά σε όσους πλησιάζουν τα μέσα της Χάριτος αυτής -τα ιερά Μυστήρια- με ταπείνωσι και ευλάβεια. Για τους ασεβείς, αδιαφόρους και αθεοφόβους είναι φωτιά, διότι «φοβερόν το εμπεσείς εις χείρας Θεού ζώντος».
Ας προσευχηθούμε σήμερα με φόβο Θεού: «Πνεύμα Άγιον, Παράκλητε αγαθέ, μη φλέξης ημάς, αλλ’ ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και σώσον ημάς».
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Από τη στιγμή της πτώσεως των πρωτοπλάστων ο αποστάτης άνθρωπος βρισκόταν σε πόλεμο με τον Πλάστη του. Ήλθε όμως ο Χριστός και σταμάτησε την έχθρα με το Αίμα που έχυσε στο Σταυρό. Και όπως μετά τους μακροχρόνιους πολέμους οι αντίπαλοι ανταλλάσσουν εγγυήσεις, έτσι και μετά την ειρήνη που έφερε ο Θεάνθρωπος, η μεν ανθρωπότητα έστειλε ενέχυρο στον ουρανό την αναμάρτητη ανθρώπινη φύσι του Χριστού, ο δε Θεός έστειλε στη γη εγγύησι της σωτηρίας μας το Άγιο Πνεύμα Του, που λατρεύουμε πάντοτε και προσκυνάμε ιδιαίτερα σήμερα.
Ήλθε το Άγιο Πνεύμα κατά την Πεντηκοστή και γέμισε τον κόσμο με τα ουράνια χαρίσματά Του: α) Μας αναγεννάει δια του Βαπτίσματος, του «λουτρού της παλιγγενεσίας και ανακαινώσεως Πνεύματος Αγίου» (Τίτον γ’ 5). Με το Βάπτισμα γινόμαστε επίγειοι άγγελοι και με τη Χάρι που παίρνομε από τις άλλες πηγές της Χάριτος, τα ιερά Μυστήρια, τροφοδοτούμαστε, ώστε να ζήσωμε σαν ανακαινισμένες υπάρξεις, β) Μας χαρίζει το μέγα δώρο της ιερωσύνης. Αυτό δίνει στην Εκκλησία τους ποιμένες και διδασκάλους, επισκόπους, πρεσβύτερους και διακόνους, που τελούν τα Μυστήρια, κηρύττουν το λόγο του Θεού, ποιμαίνουν την Εκκλησία και «ορθοδόξως θεολογούν», γ) Μας χαρίζει κάθε αγαθό. Μας οδηγεί σε συναίσθησι των αμαρτιών μας και μετάνοια. Μας φωτίζει στη γνώσι του θείου θελήματος και παρακινεί στην εφαρμογή του. Μας δίνει ζωή αληθινή και ειρήνη (Ρωμ. η’ 6). Μας δίνει θάρρος και δύναμι στις δυσκολίες και έτσι πλάθει τους Μάρτυρες. Γεννάει στην ψυχή τις αρετές: «Αγάπην, χαράν, ειρήνην, μακροθυμίαν, χρηστότητα, αγαθωσύνην, πίστιν, πραότητα, εγκράτειαν» (Γαλάτ. ε’ 22).
Ας μένωμε πάντα στο πλευρό των ποιμένων της Εκκλησίας, που τους κατέστησε ποιμένες το Πνεύμα το Άγιον. Ας αποκρούωμε πάντα με βδελυγμία κάθε απόπειρα υποκαταστάσεώς τους από αιρετικούς ή Καίσαρες του κόσμου τούτου.
Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος χορηγούνται με αφθονία, αλλά σε όσους έχουν «δεκτικήν επιτηδειότητα» και αγωνίζονται να καθαρθούν από τα πάθη και να καλλιεργήσουν τις αρετές. Γι’ αυτό «ας σηκωθώμεν και ημείς επάνω από τα γήινα… και από κάθε πάθος. Τότε η ψυχή μας ως καθαρός καθρέπτης θα τραβήξει τας ακτίνας του Αγίου Πνεύματος… και έτσι παίρνοντας σαν αρραβώνα την χάριν του Αγίου Πνεύματος… θα αξιωθώμεν να την απολαύσωμεν τελειοτέραν κατά την μέλλουσαν ζωήν» (Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης).
Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ
Λίγο καιρό πριν το Πάθος Του ο Κύριος πήρε τους τρεις προκρίτους μαθητές Του, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και ανέβηκαν στο όρος Θαβώρ. Εκεί μπροστά στα έκθαμβα μάτια τους μεταμορφώθηκε. Το πρόσωπό Του έλαμψε όπως ο ήλιος και τα ρούχα Του έγιναν λευκά σαν το χιόνι. Οι μαθητές έγιναν για λίγο ικανοί, να δουν το υπερκόσμιο άκτιστο φως της θεϊκής δόξας, να ξεχύνεται από το εσωτερικό του Χριστού. Με τη Μεταμόρφωσί Του ο Κύριος θέλησε να δώση στους μαθητές Του, και γενικά σε όλο τον κόσμο, ένα μήνυμα.
Ο άνθρωπος πλάσθηκε από τον Τριαδικό Θεό «κατ’ εικόνα» Του. Οι πρωτόπλαστοι είχαν αγγελοειδείς ψυχές. Αλλά και τα σώματά τους μέσα στον επίγειο παράδεισο ακτινοβολούσαν την εσωτερική λαμπρότητα και το μεγαλείο της ψυχής τους. Αλλά η επανάστασι κατά του Θεού με την παράβασι της εντολής Του αλλοίωσε τον άνθρωπο. Η αμαρτία μαύρισε και παραμόρφωσε την λαμπρή εικόνα του Θεού. Ο «βραχύ τι παρ’ αγγέλους ηλαττωμένος» άνθρωπος έγινε σατανοειδής. Αλλά ο Πανάγαθος Πλάστης δεν θέλησε ν’ αφήση το πλάσμα Του έτσι παραμορφωμένο. «Έκλινεν ουρανούς και κατέβη». Ο Υιός του Θεού φόρεσε την αμαυρωμένη ανθρώπινη φύσι και με το όλο λυτρωτικό Του έργο την καθάρισε και ελάμπρυνε. Να το μήνυμα της Μεταμορφώσεως: Ήλ­θε ο Υιός του Θεού στον κόσμο, για να μεταμορφώση και δοξάση την παραμορφωμένη από την αμαρτία ανθρώπινη φύσι μας.
Ο Χριστός «κατέλιπεν ημίν υπογραμμόν». Έδειξε ότι μπορούμε και έχομε προορισμό υψηλό από τη ζωή αυτή, να μεταμορφωθούμε και να θεωθούμε. Η ζωή των αγίων αποδεικνύει αυτή την αλήθεια. Οι άγιοι έγιναν μέτοχοι της θείας ζωής. Έγιναν ζωοποιοί, καθώς ανάσταιναν νεκρούς. Έκαναν υπερφυσικά έργα, θαύματα. Έλαμπαν σαν τον ήλιο την ώρα της προσευχής τους. «Ηρπάγησαν έως τρίτου ουρανού», ενώ ζούσαν ακόμη στον κόσμο αυτό. Αυτές τις εμπειρίες ας ποθήσωμε κι’ εμείς. Μην αφήνωμε τις αμαρτίες να αμαυρώνουν τη μεταμορφωμένη και αγγελοειδή μορφή, που πήραμε στο Βάπτισμα. Αντίθετα ας αναλάβωμε σκληρό και αδιάκοπο αγώνα κατά των παθών και για την απόκτησι των αρετών, ώστε μέρα με τη μέρα να «μεταμορφούμεθα από δόξης εις δόξαν, καθάπερ από Κυρίου Πνεύματος» (Β’ Κορ. γ’ 18).
Με την αμαρτία ο κατά χάριν Θεός, ο άνθρωπος, γίνεται διάβολος. Με την αρετή και τον αγώνα για τη θέωσι ο άνθρωπος γίνεται θεός. Την κατάκτησι αυτής της κορυφής ας οραματιζώμαστε.
Η ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Η Εκκλησία υψώνει στις 14 Σεπτεμβρίου τον Τίμιο Σταυρό, όπως κάνει κάθε χρόνο από το 325 μ.Χ., τότε δηλαδή που μετά την εύρεσί του από την Αγία Ελένη ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Μακάριος ύψωσε θριαμβευτικά το Τίμιο Ξύλο. Υψώνοντας δε η Εκκλησία το Σταυρό μας θυμίζει, όσα σπουδαία απεργάστηκε μ’ αυτόν σαν όργανο ο Χριστός.
Ένας ύμνος της Εορτής της Υψώσεως μας λέει: «Όταν ο Μωυσής διέγραψε με το ραβδί του το σημείο του σταυρού, διαίρεσε την Ερυθρά Θάλασσα και πέρασε σώος ο Ισραηλιτικός λαός. Όταν μετά διέγραψε και πάλι το σημείο του σταυρού, τα νερά ενώθηκαν και έπνιξαν το Φαραώ και το στρατό του». Το προφητικό αυτό γεγονός της ιστορίας του περιουσίου Ισραηλιτικού λαού κατά την προχριστιανική εποχή, είχε βαθειά συμβολική αναφορά στο πρόσωπο και το έργο του Σωτήρος Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός, ο νέος Μωυσής, πήρε το νέο περιουσίο λαό, τη χριστιανική Εκκλησία, από τη δουλεία του διαβόλου και της αμαρτίας, και τους χάρισε με όπλο το Σταυρό την πνευματική ελευθερία και τη σωτηρία. Με το ίδιο όπλο νικήθηκαν ο διάβολος και οι δαίμονες (ο πνευματικός «Φαραώ» και οι «στρατιώτες» του).
Ο Σταυρός λοιπόν υπήρξε το όργανο της σωτηρίας μας και γι’ αυτό είναι το «αήττητον όπλον», που διώχνει κάθε σατανική επιρροή και ελευθερώνει τον πιστό. Δίκαια επομένως τον προσκυνάμε, όπως άλλωστε διατάσσει και η Γραφή: «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών αυτού» (Ψαλμός 98, 5). Και πολύ ορθά σε κάθε περίπτωσι κάνομε το σημείο του σταυρού, σαν φυλακτήριο κατά των δαιμόνων.
Η Εκκλησία προβάλλοντας τον Τίμιο Σταυρό, μας προτρέπει δια στόματος του Αγίου Κυρίλλου επισκόπου Ιεροσολύμων: «Βάλε πρώτο και δυνατό θεμέλιο στη ζωή σου τον Εσταυρωμένο Χριστό και το Σταυρό Του, και πάνω εκεί οικοδόμησε όλο το υπόλοιπο οικοδόμημα της πίστεως».
Η ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
«Σήμερον ο Χριστός εν Βηθλεέμ γεννάται εκ Παρθένου». Μυστήριον ξένον. Δεν γεννιέται ένας απλός άνθρωπος, ή έστω ο πιο σπουδαίος άνθρωπος. Γεννιέται ο ίδιος ο Θεός σαν άνθρωπος. Με τη Γέννησι του Χριστού ο «Θεός εφανερώθη εν σαρκί», μας λέει η Γραφή (Α’ Τιμόθ. γ’ 16). Ο Υιός του Θεού έγινε και υιός ανθρώπου. Ακατάληπτο το γεγονός. Ακολουθώντας όμως τις διηγήσεις της Γραφής μπορούμε να ψηλαφήσωμε το λόγο, για τον οποίο συνέβη η Σάρκωσις του Λόγου.
Από το βιβλίο της Γενέσεως της Παλαιάς Διαθήκης μαθαίνομε, ότι μέσα στον επίγειο παράδεισο, την Εδέμ, οι πρωτόπλαστοι ζούσαν σε άμεση κοινωνία με τον Θεό.
Του μιλούσαν, κι Εκείνος τους μιλούσε και τους ευλογούσε. Ήταν η προπτωτική κατάστασι της ανθρωπότητος.
Η πτώσι όμως των πρωτοπλάστων χάλασε αυτή τη σχέσι, που είχαν με το Θεό Πατέρα τους. Διαβάζομε στο βιβλίο της Εξόδου ότι, όταν οι Ισραηλίτες έφθασαν στο όρος Σινά και ο Μωυσής ανέβηκε να πάρη τις πλάκες του Νόμου, ο λαός διατάχτηκε να μείνη μακρυά από το όρος επί ποινή θανάτου. Η σχέσι λοιπόν του Θεού με τους ανθρώπους μετά την αποστασία δεν ήταν φιλική. Ο Θεός προστάτευε από συγκατάβασι το πλάσμα Του, αλλά ο άνθρωπος δεν είχε πια παρρησία. Έτρεμε το Θεό, δεν τολμούσε να Τον κοιτάξη.
Έτσι κύλησαν οι αιώνες, μέχρι που ήλθε «το πλήρωμα του χρόνου», και σαρκώθηκε ο Υιός του Θεού. Ο τέλειος Θεός έγινε άνθρωπος. Περπάτησε στους δρόμους μας, μίλησε μαζί μας, γιάτρεψε τις αρρώστιες μας, κήρυξε πλήρη την Αλήθεια. Τέλος σταυρώθηκε και θυσιάστηκε για χάρι μας. Να λοιπόν ο λόγος της Σαρκώσεως: Επειδή ο άνθρωπος είχε χάσει την επαφή και την παρρησία του απέναντι στο Θεό, ο Θεός έγινε άνθρωπος για να αποκαταστήση την χαμένη κοινωνία. Από εχθρούς Του μας έκανε φίλους Του και πάλι.
Αλλά και για έναν άλλο λόγο ο Θεός «εφανερώθη εν σαρκί». Διαβάζομε στην Αποκάλυψι του Ιωάννου, ότι στη Βασιλεία των ουρανών ο Κύριος θα σκηνώση μεταξύ των ανθρώπων (κεφάλ. κα’ 3). Δεν θα υπάρχη πια πόνος, θάνατος και πένθος. Ο Θεός θα φωτίζη τα σύμπαντα και οι δικοί Του θα Τον βλέπουν «πρόσωπον προς πρόσωπον» (Α’ Κορινθ. ιγ’ 12). Ο Θεός επομένως έγινε άνθρωπος, για να οδηγήση τον άνθρωπο σ’ έναν νέο Παράδεισο, ανώτερο από τον πρώτο, όπου θα υπάρχη άμεση επικοινωνία με το Θεό, και άρα ατελείωτη και αναλλοίωτη ευτυχία.
Ο Χριστός είναι ο «Εμμανουήλ», ο μεθ’ ημών Θεός. Ο Υιός του Θεού που σαρκώθηκε και μας έδωσε τη δυνατότητα να Τον πλησιάσωμε, αλλά και να ενωνώμαστε μαζί Του με τη Θεία Ευχαριστία και τα άλλα Μυστήρια. Αυτή η σχέσι θα γίνη τέλεια στην αιωνιότητα. Ο Θεός ήλθε κοντά μας. Εμείς κάνομε τίποτε για να Τον πλησιάσωμε;

Οι Θεομητορικές εορτές
Κατά τις εορτές αυτές φέρνομε στο νου μας τη σεπτή μορφή της Υπεραγίας Θεοτόκου και εμπνεόμαστε από το υπέροχο παράδειγμα αρετής εκείνης που την μακαρίζουν όλες οι γενεές και την τιμούν οι άγγελοι και οι Αρχάγγελοι σαν «τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν των Σεραφείμ».

Ακόμη την παρακαλούμε να μεταφέρη τα αιτήματά μας στον Υιό και Θεό της, όπως τότε στο γάμο της Κανά που γεμάτη κατανόησι για το πρόβλημα των νεονύμ­φων είπε στον Κύριο: «Οίνον ουκ έχουσι». Και γνωρίζο­με ότι η Παναγία θα μας ακούση, γιατί είναι μητέρα μας, από τότε που ο σταυρωμένος Υιός της την έδειξε με το βλέμμα στον Ιωάννη -και άρα σε κάθε μαθητή Του κάθε εποχής- και είπε: «Ιδού η μήτηρ σου».
Επίσης κατά τις Θεομητορικές εορτές δεχόμαστε μέσα από τα μηνύματα των εορτών αυτών και την προτροπή της Παναγίας, να υπακούμε στον Κύριο. «Ό,τι αν λέγη υμίν ποιήσατε», είπε κάποτε στους υπηρέτες η Θεοτόκος. Το ίδιο λέει και σε μας. Έτσι τιμώντες με τις εορτές της την Θεομήτορα οδηγούμαστε προς τη λατρεία του Σωτήρος μας, πράγμα στο οποίο αποβλέπουν οι Θεομητορικές εορτές.
Οι Θεομητορικές εορτές
  • Ο Ευαγγελισμός (25 Μαρτίου)
  •  Της Ζωοδόχου Πηγής (Παρασκευή της Διακ/σίμου)
  •  Η Κατάθεσις της Τιμίας Εσθήτος της Υπεραγίας Θεοτόκου (2 Ιουλίου)
  •  Η Κοίμησις της Θεοτόκου (15 Αυγούστου)
  •  Η Κατάθεσις της Τιμίας Ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου (31 Αυγούστου)
  •  Το Γενέσιον της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου)
  •  Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου (28 Οκτωβρίου)
  •  Τα Εισόδια της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου)
  •  Η Σύναξις της Υπερ. Θεοτόκου (26 Δεκεμβρίου)
Αναλυτικά

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ (25 Μαρτίου)
«Αρχήν και κεφάλαιον» όλων των εορτών ονομάζει τον Ευαγγελισμό ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Διότι έγινε αρχή όλων των αγαθών και διότι από τον Ευαγγελισμό εξαρτώνται όλες οι δεσποτικές εορτές. Όπως η ρίζα του φυτού είναι η αιτία του κορμού, αλλά και των κλάδων και των λουλουδιών και των καρπών, έτσι και ο Ευαγγελισμός για τις άλλες εορτές. Γιορτάζουμε την Πεντηκοστή, γιατί προεορτάσαμε την Ανάληψι. Γιορ­τάζομε την Ανάληψι, γιατί πιο μπροστά προεορτάσαμε την Ανάστασι. Και πριν από αυτήν την Σταύρωσι, και πιο πριν τη Βαϊοφόρο. Πιο μπροστά την ανάστασι του Λαζάρου και ακόμη πιο πριν τη Μεταμόρφωσι. Γιορτά­ζομε τη Μεταμόρφωσι, διότι προεορτάσαμε τα Θεοφάνεια και πιο πριν την Υπαπαντή και τη Γέννησι του Σω­τήρος. Γιορτάζομε δε τη Γέννησι, διότι γιορτάζομε πριν απ’ όλα τον Ευαγγελισμό.
α) Είναι δε τόσο σπουδαίος ο Ευαγγελισμός, διότι κατ’ αυτόν συνέβη το κοσμοσωτήριο γεγονός της σαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, αλλά και γιατί έγιναν σπουδαία πράγματα και από ανθρωπίνης πλευράς, από της πλευράς της Θεοτόκου. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός που έγραψε τον Κανόνα των ύμνων της εορτής, κάνει ένα παραλληλισμό μεταξύ της πρωτόπλαστης Εύας και της Θεοτόκου, για να τονίση την ανεκτίμητης αξίας συμβολή της Παναγίας στον Ευαγγελισμό: «Της Εύας νυν δι’ εμού καταργείσθω κατάκριμα, αποδότω δι’ εμού το οφείλημα σήμερον». Η Εύα πλάσθηκε από την πλευρά του Αδάμ. Ο Θεός ύπνωσε τον Αδάμ, του πήρε ανωδύνως μία πλευρά, συμπλήρωσε σάρκα και οστά και έπλασε έναν άλλο τέλειο άνθρωπο, την Εύα. Η Εύα λοιπόν χρωστούσε στον Αδάμ τη σωματική της υπόστασι. Ήλθε τώρα η απόγονος της Εύας Θεοτόκος και πλήρωσε το χρέος αυτό προς τον άνδρα. Πώς; Δανείζοντας τη σάρκα της για να σαρκωθή ο Υιός του Θεού. Όπως τότε από την πλευρά του Αδάμ πλάσθηκε τέλειος άνθρωπος, έτσι τώρα από τη σάρκα της Παρθένου πλάσθηκε εκ Πνεύματος Αγίου τέλειος άνθρωπος, ο Θεάνθρωπος Χριστός. Όπως τότε η Εύα δημιουργήθηκε όχι με νόμο φυσικό, αλλά μόνο από την πλευρά του ανδρός, έτσι και τώρα ο Χριστός γεννήθηκε από τη Θεοτόκο, χωρίς τη συνέργεια ανδρός. Όπως τότε ο Αδάμ δάνεισε χωρίς πόνους τη σάρκα του, έτσι και τώρα η Παρθένος χωρίς πόνους γεννάει το Θεάνθρωπο. Σώος έμεινε ο Αδάμ μετά την αφαίρεσι της πλευράς, άφθορη και παρθένος έμεινε και η Θεοτόκος μετά τη Γέννησι του Σωτήρος.
β) «Η εμή προμήτωρ δεξαμένη την γνώμην του όφεως, τρυφής της θείας εξωστράκισται διόπερ καγώ δέδοικα τον ασπασμόν τον ξένον σου, ευλαβουμένη τον όλισθον». Η πρωτόπλαστη Εύα άκουσε το διάβολο που της είπε, ότι παρακούοντας το Θεό θα γίνουν σαν θεοί και τιμωρήθηκε με την απώλεια του Παραδείσου. Έδειξε εμπιστοσύνη στο διάβολο και ανυπακοή στο Θεό. Η Παρθένος όμως διόρθωσε την πτώσι της Εύας. Εκφράζοντας την απορία της προς τον Αρχάγγελο έδειξε, ότι δεν ήταν εύπιστη, αλλά φυλαγόταν από ολισθήματα αμαρτίας. Με τη συγκατάθεσί της δε προς την κλήσι του Θεού («Ιδού η δούλη Κυρίου») έδειξε την υπακοή της στο θείο θέλημα. Η Παρθένος έγινε πνευματική πρόγονος τέκνων υπακοής προς τον Κύριο.
γ) «Της Εύας νυν δι’ εμού καταργείσθω κατάκριμα». Τί αποτέλεσμα είχε η παρακοή της Εύας; Να εξορισθή κι’ αυτή και ο Αδάμ από τον Παράδεισο και να καταδικασθή να γεννάη με λύπες και στεναγμούς. Να όμως που η Παρθένος κατήργησε την καταδίκη της Εύας, της γυναικός… Η εγκυμοσύνη της ήταν χωρίς βάρος και κόπο και ο τοκετός της χωρίς ωδίνες. Η Θεοτόκος άκουσε από τον άγγελο το «Χαίρε» και πραγματικά χάρηκε χαρά ανεκλάλητη, που έγινε σκήνωμα του ίδιου του Θεού, που γέννησε και μεγάλωσε Εκείνον που ήλθε να καταρ­γήση το θάνατο και τη λύπη. Αλλά και τον Παράδεισο άνοιξε η Θεοτόκος για όλους, αφού έφερε στον κόσμο το Σωτήρα των ανθρώπων.
«Εκ γυναικός τα φαύλα» είπε κάποτε ο διάδοχος του θρόνου του Βυζαντίου Θεόφιλος στην Εικασία. Κι’ εκείνη με ετοιμότητα απάντησε: «Και εκ γυναικός τα κρείττονα». Η Θεοτόκος ήταν αυτή η γυναίκα. Αυτή διέλυσε το χρέος της γυναικός προς τον άνδρα, έγινε τέκνον υπακοής προς τον Κύριο, κατήργησε την καταδίκη του ανθρώπου και έφερε στη γη το Σωτήρα. Ας την ευγνωμονούμε ισοβίως γι’ αυτά τα δώρα.
ΤΗΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ (Παρασκευή της Διακαινησίμου)
Αμέτρητα είναι τα θαύματα της Παναγίας σ’ όλες τις εποχές και σ’ όλους τους τόπους και ιδιαίτερα στα σεπτά προσκυνήματα, όπου φυλάσσονται οι θαυματουργές εικόνες της η Παναγία της Τήνου, η Μαλεβή, το Άξιον εστί, η Πορταΐτισσα, η Μυρτιδιώτισσα, η Φανερωμένη. Την Παρασκευή της Διακαινησίμου εβδομάδος γιορτάζομε τα πάμπολλα θαύματα που απεργάστηκε η Θεοτόκος σ’ ένα ιερό προσκύνημα έξω από την Κωνσταντινούπολη, όπου υπάρχει η θαυματουργή πηγή νερού και Ναός της Παναγίας, της Ζωοδόχου Πηγής όπως ο­νομάσθηκε. Ο Ναός αυτός οικοδομήθηκε από τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου και εγκαινιάσθηκε κάποια Παρασκευή του Πάσχα.
Οι πιστοί δίκαια ονόμασαν την Παναγία Ζωοδόχο Πηγή, αφού αυτή «ζωήν την ενυπόστατον εκύησεν», δηλαδή γέννησε Αυτόν, που είναι «η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή». Γεννώντας το Χριστό η Θεοτόκος έγινε η πύλη, δια μέσου της οποίας εισήλθε στον νεκρό από τα αμαρτήματα κόσμο η αληθινή και ενυπόστατη Ζωή. Ει­σήλθε Εκείνος που ήλθε στους ανθρώπους «ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν».
Αλλά η Θεοτόκος είναι Ζωοδόχος Πηγή και διότι υπήρξε πηγή αρετής και αιώνιας ζωής, λόγω της στενής επαφής της με το Θεό. «Αύτη εστιν η αιώνιος ζωή ίνα γινώσκωσι σε τον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν». Κανείς άλλος δεν υπήρξε τόσο κοντά στο Θεό από την Παναγία. Γι’ αυτό και ήταν ανυπέρβλητη η αρετή της, η αγάπη, η ταπεινοφροσύνη, η υπακοή στο Θεό, η πίστι, η υπομονή της.
Ακόμη η Παρθένος ονομάσθηκε από τη χριστιανική ευσέβεια Ζωοδόχος Πηγή, γιατί είναι για τους πιστούς πηγή ζωής και βοηθείας χάρις στην πανίσχυρη πρεσβεία της προς τον Κύριο. Κανείς πιστός που προσφεύγει στην Παναγία πιστεύοντας, ότι θα μεσολαβήση για να ικανοποιηθούν τα πνευματικά και υλικά του αιτήματα, δεν φεύγει ανικανοποίητος.
Όταν λοιπόν «τα νέφη των λυπηρών» καλύπτουν τη ζωή μας, να μη διστάζωμε να προσφεύγωμε στη Μητέρα μας. Σαν μητέρα είναι έτοιμη να μεσιτεύση στοργικά για μας, αλλά και σαν Ζωοδόχος Πηγή είναι ικανή να δώση λύσι στα προβλήματά μας. Φθάνει κι εμείς ν’ αγωνιζώμαστε να την ευχαριστήσωμε μιμούμενοι το παράδειγμά της. Όπως εκείνη βρήκε την αληθινή Ζωή κοντά στο Θεό, έτσι κι εμείς να μοχθούμε να μένωμε σταθεροί στην οδό της αρετής και κοινωνίας με τον Ζωοδότη Κύριο.
Κατά τη διήγησι της Παλαιάς Διαθήκης όταν ο λαός του Θεού πορευόταν μέσα στην έρημο και διψούσε, ο Θεόπτης Μωυσής χτυπούσε με το ραβδί του την πέτρα κι αυτή ανέβλυζε ζωογόνο νερό. Έτσι και οι χριστιανοί που πορεύονται μέσα στην έρημο του συγχρόνου κόσμου, έχουν την πέτρα-Ζωοδόχο Πηγή να τους φέρνη με την πρεσβεία της τη Θεία Χάρι που σώζει.
Η ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΕΣΘΗΤΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (2 Ιουλίου)
Η τιμία εσθής ή μαφόριον ή πέπλος της Παναγίας είχε μεταφερθή από τους πατρικίους Γάλβιο και Κάνδιδο από τα Ιεροσόλυμα, όπου φυλασσόταν από μία ευλαβή χριστιανή, στην Κωνσταντινούπολι. Εκεί ο βασιλεύς Λέων οικοδόμησε Ναό στις Βλαχέρνες και κατέθεσε εντός του με περισσή ευλάβεια το ιερό κειμήλιο μαζί με την αγία ζώνη της Θεοτόκου, για να προσκυνούνται από τους πιστούς. Το γεγονός αυτό τιμάμαι στις 2 Ιουλίου. Από τότε η αγία εσθής λιτανευόταν κατά τις μεγάλες εορτές και κατά τις εκστρατείες.
Οι ορθόδοξοι χριστιανοί, αντίθετα προς τους αιρετικούς (Χιλιαστές, Προτεστάντες), σεβόμαστε και τιμάμε όχι μόνο τους αγίους, αλλά και τα άγια λείψανά τους, τις εικόνες τους και τα αντικείμενα ακόμη που είχαν οι άγιοι όσο ζούσαν στον κόσμο αυτό, όπως την αγία εσθήτα και την αγία ζώνη της Παναγίας. Τα τιμάμε δε και τα προσκυνούμε, διότι «αυτός που αγγίζει λείψανο μάρτυρος γίνεται κοινωνός της θείας Χάριτος που κατοικεί στο σώμα του αγίου» (Μέγας Βασίλειος). Απόδειξι δε ότι τα λείψανα και τα αντικείμενα των αγίων είναι φορείς της θείας Χάριτος, είναι τα θαύματα που έγιναν και γίνονται δια μέσου αυτών. Και νεκρός αναστήθηκε, όταν ακούμπησε το λείψανο του Προφήτου Ελισσαίου (Δ’ Βασιλειών ιγ’ 21). Η σκιά του Αποστόλου Πέτρου και μαντήλια του Αποστόλου Παύλου γίνονταν μέσα θαυματουργικών ιάσεων και εκδιώξεως δαιμονίων (Πράξεων ε’ 15 και ιθ’ 11). Αμέτρητα θαύματα μαρτυρούνται στα ιερά προσκυνήματα της Παναγίας της Τήνου, του Αγίου Σπυρίδωνος, του Αγίου Γερασίμου και των άλλων αγίων της Εκκλησίας μας. Τα πραγματοποιεί η Θεία Χάρις «για να μη τιμώνται μόνο οι ψυχές των δικαίων και αγίων, αλλά να πιστέψωμε ότι υπάρχει και στα σώματά τους δύναμι, και όταν ακόμη είναι νεκρά. Υπάρχει δε αυτή η θεία δύναμι μέσα σ’ αυτά, γιατί κατοίκησαν εκεί επί χρόνια άγιες ψυχές, τις οποίες υπηρέτησαν τα άγια σώματα» (Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων).
«Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την οικουμένην εστήριξεν». Ας τιμάμε λοιπόν κι εμείς ορθοδόξως την Παναγία και τους αγίους, προσπαθώντας κυρίως να μιμηθούμε την αξιοθαύμαστη πολιτεία τους.
Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (15 Αυγούστου)
Κατά την Παράδοσι όταν κοιμήθηκε η Θεοτόκος, συγκεντρώθηκαν θαυματουργικά στη Γεθσημανή οι Απόστολοι, που βρίσκονταν σε διάφορα μέρη της οικουμένης μαθητεύοντας «πάντα τα έθνη», και κήδευσαν το σώμα της μητέρας του Κυρίου. Το αειπάρθενο σώμα κηδεύθηκε, ενώ την καθαρή ψυχή της παρέλαβε ο Υιός Της στη Βασιλεία των ουρανών. Την ιερή αυτή σκηνή απεικονίζει και η Ορθόδοξη εικονογραφία, ενώ την εκφράζει και ποιητικά το εξαποστειλάριο της Εορτής: «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθ­σημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα».
Η Παναγία μας δίδαξε με την αγία ζωή της και την αφοσίωσί της στο Χριστό, μας διδάσκει και με την Κοίμησί της. Όπως εκείνη προσευχήθηκε και ζήτησε να κηδευθή το σώμα της Χριστιανοπρεπώς και να πάη η ψυχή της κοντά στον Υιό και Θεό της, έτσι κι εμείς πρέπει να προσευχώμαστε να είναι τα τέλη της ζωής μας «ανώδυνα και ειρηνικά», χωρίς πόνο και θλίψι, αλλά και χωρίς διάστασι από το Θεό και τους αδελφούς μας Χριστιανούς. Ακόμη να είναι τα τέλη της ζωής μας «χριστιανά και ανεπαίσχυντα», να μη μας βρη δηλαδή ο θάνατος στην αμαρτία, αλλά στην αρετή και στη μετάνοια, ώστε να σταθούμε με παρρησία μπροστά στο φοβερό βήμα του Κριτή.
«Απόστολοι εκ περάτων κηδεύσατέ μου το σώμα», ευχήθηκε η Θεοτόκος. Εμείς όμως πέρα από του να ευχώμαστε να έχωμε χριστιανά τέλη, οφείλομε προηγουμένως να «κηδεύσωμε» ένα άλλο σώμα, το «σώμα της αμαρτίας», τον παλαιό άνθρωπο, που δε νεκρώθηκε τελείως κατά το Βάπτισμα, αλλά φωλιάζει μέσα μας. Αυτός ο κακός εαυτός μας με την υπερηφάνεια και τα άλλα πάθη ξεσηκώνεται από το διάβολο, μόλις χαλαρώσομε τον αγώνα τον πνευματικό, και μας ρίχνει στην αμαρτία. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να προσευχώμαστε εκτενώς στον Κύριο, ώστε με τις πρεσβείες της Θεοτόκου, των Αποστόλων και όλων των αγίων και με τον προσωπικό μας αγώνα να «κηδευθή» και νεκρωθή ο άνθρωπος της διαφθοράς, που οδηγείται από το διάβολο, και να «μας πα­ραλάβη το πνεύμα» ο Χριστός, εμπνέοντάς μας δηλαδή την «εν Χριστώ» ζωή.
Εάν επιτύχω με την κατά Χριστόν ζωή, τότε ο θάνατος του σώματός μας δεν θα είναι παρά «μετάστασις» από την εν Χριστώ ζωή του παρόντος στην αιώνια ζωή, όπου θριαμβευτικά εισήλθε και η Θεοτόκος με την κοίμησί της.
Η ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (31 Αυγούστου)
Κατά την Παράδοσι μια ευσεβής Χριστιανή φύλαγε στα Ιεροσόλυμα σαν πολύτιμα κειμήλια την εσθήτα και τη ζώνη της Παναγίας. Κάποτε ο βασιλεύς Αρκάδιος μετεκόμισε τα κειμήλια στην Κωνσταντινούπολη και τα εναπέθεσε σε μία πολυτελή θήκη, την αγία Σορό. Όταν αργότερα έγινε βασιλεύς ο Λέων, συνέβη να κυριευθή από ακάθαρτο δαιμόνιο η σύζυγός του Ζωή. Έβγαλαν τότε από τη θήκη την αγία ζώνη, η οποία παρά τη μεσολά­βησι εκατοντάδων ετών έμενε ανέπαφη σαν νεοϋφασμένη, και διά του Πατριάρχου την ακούμπησαν στην βασίλισσα που θεραπεύθηκε. Μετά με ευχαριστήριους ύμνους στη Θεοτόκο κατέθεσαν και πάλι την αγία ζώνη στη Σορό. Αυτήν την κατάθεσι εορτάζομε στις 31 Αυγούστου.
Ένα ένδυμα έγινε όργανο της θείας Χάριτος. Όχι όμως ένα οποιοδήποτε ένδυμα, αλλά εκείνο που ανήκε στην Παναγία και το φορούσε στο άγιο σώμα της η τι­μιωτέρα των Χερουβείμ. Η ζώνη της έγινε όργανο της Χάριτος, επειδή και το σώμα που τη φορούσε υπήρξε δοχείο της θείας χάριτος. Το γεγονός αυτό δείχνει κάτι πολύ σπουδαίο για τη Χριστιανική ζωή. Δείχνει, ότι η αγιότητα δεν είναι κάτι που αφορά μόνο την ψυχή του ανθρώπου αλλά και το σώμα του. Ολόκληρη η ζωή μας, όλη η ψυχοσωματική μας ύπαρξι, πρέπει να είναι αγία, και όχι τμήμα μόνο αυτής της ζωής. Δεν γίνεται π.χ. να είμαστε σεμνοί στην Εκκλησία, ενώ αντίθετα στο δρόμο, ή στη θάλασσα, ή στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους να είμαστε άσεμνοι. Δεν γίνεται να προσεύχεται η ψυχή μας και σε άλλη ώρα να πορνεύη το σώμα. Δεν γίνεται ν’ αγωνιζώμαστε να είναι η ψυχή μας αγνή, ενώ τα μάτια κοιτάνε πονηρά. Αυτός ο διχασμός αποκαλύπτει την υποκρισία μας, και τελικά, ό,τι καλό επιθυμεί η ψυχή το χαλάει η σαρκική και κοσμικόφρων ζωή.
Γι’ αυτό προσπάθειά μας ας είναι, να κάνωμε τις ψυχές αλλά και τα «σώματα ημών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ». Να κάνωμε τα σώματά μας πραγματικούς ναούς του Αγίου Πνεύματος. Να δοξάζωμε και να υπηρετούμε το Θεό με την ψυχή και με το σώμα, με τα λόγια, με το ντύσιμο, με τον τρόπο βαδίσματος, με το που θα πάμε, τί θα δούμε, τί θ’ ακούσωμε. Έτσι θα μιμηθούμε την Παναγία, που και η ζώνη της ακόμη είχε ιαματική δύναμι, αφού ακουμπούσε στο άγιο σώμα της.
ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (8 Σεπτεμβρίου)
Προορισμός και κύριο μέλημα κάθε Ορθοδόξου Χριστιανού είναι να κατακτήση τη Βασιλεία των ουρανών. είναι να γίνη από τη ζωή αυτή γνήσιος και συνειδητός πολίτης αυτής της Βασιλείας διά μέσου της τηρήσεως των εντολών του Θεού και της Χάριτος των Μυστηρίων. Γι’ αυτό και κατά κανόνα οι μνήμες των αγίων συμπίπτουν με την ημέρα της κοιμήσεώς τους. Επειδή κατά την ημέρα αυτή οι άγιοι εισήλθαν πανηγυρικά και μεγαλόπρεπα στην αιώνια ζωή και Βασιλεία, αφού προηγουμένως αγωνίστηκαν μέχρι θανάτου για να ζουν σαν μέλη της Βασιλείας. Άλλα και όταν γιορτάζωμε τη γέννησι ενός αγίου -όπως σήμερα τη γέννησι της Θεοτόκου- το κάνομε, διότι αυτός εργάσθηκε και συνετέλεσε στο να έλθη η Βασιλεία του Θεού. Έτσι η γέννησι της Παναγίας «χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη», επειδή από αυτήν βγήκε ο Θεάνθρωπος Χριστός, ο οποίος «εδωρήσατο ημίν ζωήν την αιώνιον».
Αφού λοιπόν πρέπει στη ζωή μας να έχη πρωταρχική σημασία η Βασιλεία του Θεού, οφείλομε στη γη αυτή να ζούμε όχι για να τρώμε, να πίνωμε και να απολαμβάνωμε τα εφήμερα αγαθά, αλλά για να αγωνιζώμαστε να είμαστε καλοί πολίτες της Βασιλείας του Θεού, καλοί Χριστιανοί. Το λίγο χρόνο της επίγειας ζωής πρέπει να μη τον σπαταλήσωμε με τα γήινα μόνο, αλλά να φροντίσωμε και για τα επουράνια και αιώνια.
Αυτό αποτελεί βίωμα των Ορθοδόξων. Βίωμα που εκφράζεται στον τονισμό της ονομαστικής εορτής του κάθε Χριστιανού. Ο εορτασμός των γενεθλίων είναι ξενόφερτη συνήθεια, που δείχνει κοσμικό φρόνημα, προσκόλλησι και προτίμηση των γήινων από τα επουράνια, γι’ αυτό και δεν συνηθίζεται στην Ορθοδοξία. Εμείς προτιμάμε την ονομαστική εορτή, διότι μας θυμίζει το Βάπτισμα, κατά το οποίο πήραμε επίσημα το όνομά μας. Όταν εορτάζωμε την ονομαστική μας εορτή, εορτάζομε ουσιαστικά την είσοδό μας στην Εκκλησία, τη Βασιλεία του Θεού. Μερικοί μάλιστα Χριστιανοί έχουν την αγία συνήθεια την ημέρα αυτή να εκκλησιάζωνται, να κοινωνούν και να ευφραίνωνται που είναι πολίτες της Βασιλείας του Θεού, της Εκκλησίας.
Το μήνυμα του ερχομού της Βασιλείας του Θεού που εμήνυσε το Γενέθλιο της Θεοτόκου, ας μας παρακινήση σε μεγαλύτερη συνέπεια στις απαιτήσεις αυτής της Βασιλείας.
 Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (28 Οκτωβρίου)
Ο ορθόδοξος Χριστιανικός λαός μας έχει βαθειά πεποίθησι, ότι η Παναγία είναι «θερμή προστάτις και βοηθός» κάθε πιστού, και «ετοίμη αντίληψις των προστρεχόντων» εις αυτήν. Γι’ αυτό ονομάζει τη Θεοτόκο Γοργοεπήκοο και της έχει αφιερώσει ωραιότατες ικετευτικές Ακολουθίες, όπως το Μεγάλο και το Μικρό Παρακλητικό Κανόνα. Αλλά ο λαός μας πιστεύει, ότι η Παναγία είναι και προστάτις ολοκλήρου του Ελληνικού έθνους και αποδίδει τις νίκες και τη σωτηρία του πολλές φορές στις θαυματουργικές επεμβάσεις της Θεοτόκου. Οι γενναίοι Βυζαντινοί πρόγονοί μας έβλεπαν τη Θεοτόκο να τους οδηγή στα τείχη της Βασιλεύουσας και να τρομάζη τους εχθρούς. Στίφη βαρβάρων Αβάρων απο­κρούσθηκαν θαυματουργικά από αμάχους χάρις στην Παναγία, που οι Βυζαντινοί ωνόμασαν «Υπέρμαχο Στρατηγό», και της αφιέρωσαν τον Ακάθιστο Ύμνο. Και σε άλλες περιόδους της Ελληνικής Ιστορίας έγινε αισθητή η προστασία της Παναγίας: Στην Επανάστασι του 21 αλλά και στο δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ότι μια φούχτα πεινασμένοι και με πόδια σαπισμένα από τα κρυοπαγήματα Έλληνες νίκησαν τις στρατιές των Ιταλών το 40 δεν ήταν ένα θαύμα της Παναγίας, που τιμώρησε τους Ιταλούς για τον άνανδρο τορπιλισμό της Έλλης στο λιμάνι της Τήνου; Γι’ αυτό και ο Ελληνικός λαός κάνει κάθε χρόνο γιορτή στις 28 Οκτωβρίου, για να υμνήση τη Θεοτόκο για τη Σκέπη της προς τους Έλληνες.
Η Θεομητορική αυτή εορτή διδάσκει κάτι βασικό για μας. Ότι το μικρό και ολιγάριθμο έθνος μας επιβίωσε μέσα στους αιώνες και κάτω από τρομερές επιβουλές λαών δυνατωτέρων και πολυαριθμοτέρων όχι μόνο χάρις στις αρετές των Ελλήνων, τη φιλοπατρία και τον ηρωισμό. Επιβίωσε κυρίως χάρις στην προστασία του Θεού και την τεράστια προσφορά της Εκκλησίας. Αν η Εκκλησία δεν διατηρούσε και στις πιο σκοτεινές ακόμη περιόδους της Ελληνικής Ιστορίας αναμμένη τη λαμπάδα της πίστεως και ακμαία την εθνική συνείδησι, και αν ο Θεός διά της Θεοτόκου δεν υπεράσπιζε τα ελληνικά όπλα και τους δίκαιους αμυντικούς αγώνες δεν θα υπήρχαμε σαν λαός. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς βρισκόμαστε στα πρόθυρα της ενοποιήσεως με άλλους λαούς της Ευρώπης. Αν θέλωμε να επιβιώσωμε σαν λαός είναι ανάγκη να διατηρήσωμε την εθνική μας ταυτότητα, αλλά και τον σύνδεσμό μας με την ορθόδοξη πίστι και την Εκκλησία. Η Χάρις του Θεού και η ακοίμητη προστασία της Παναγίας μπορούν να μας κάνουν να μεγαλουργήσωμε. Σ’ αυτούς λοιπόν τους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, που όλες οι σκοτεινές δυνάμεις πασχίζουν να μας αποχρωματίσουν σαν Έλληνες και σαν ορθόδοξους, εμείς ας αγωνιστούμε να μη χάσωμε τους πολύτιμους πνευματικούς θησαυρούς που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας. Έτσι η Σκέπη της Παναγίας θα εξακο­λουθήση να μας προστατεύη από τον εθνικό αφανισμό.
ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (21 Νοεμβρίου)
Οι ευσεβείς Ισραηλίτες Ιωακείμ και η σύζυγός του Άννα υπέμεναν καρτερικά για πολλά χρόνια τον «ονειδισμόν της ατεκνίας». Δεν απελπίζονταν όμως και με πόθο ψυχής ζητούσαν από τον Κύριο ένα παιδί, το οποίο, αφού θα ήταν δώρο του Θεού, σαν δώρο θα το αφιέρωναν στον Κύριο. Η κόρη που τους έδωσε ο Θεός, αίροντας θαυματουργικά την στειρότητα της Άννας, ήταν δώρο και στους ευσεβείς γονείς της και προς την ανθρωπότητα όλη: Η Παρθένος Μαρία, η μελλοντική μητέρα του Λόγου του Θεού, που θα σαρκωνόταν. Εκπληρώνοντας το τάμα τους οι γονείς της Παρθένου την αφιέρωσαν στα τρία της χρόνια στο Ναό του Θεού. Οι ιερείς με πομπή εισήγαγαν την Μαρία στα Άγια των Αγίων, όπου έζησε με προσευχή και μελέτη βιώνοντας την παρουσία του Θεού, που την προετοίμαζε για το μεγάλο έργο της. Την είσοδο της Παναγίας στο Ναό γιορτάζομε κατά την εορτή των Εισοδίων.
Ο Ναός του Θεού έγινε για την Παρθένο πηγή ζωής, εμπνεύσεως, πνευματικής καλλιέργειας. Αν εκείνος ο Ναός, που ήταν τύπος και σκιά, έγινε πηγή τέτοιας ωφέλειας, πόσο μεγαλύτερη είναι η ωφέλεια από το Χριστιανικό ναό, την Εκκλησία! Εκεί αναγεννιόμαστε με το Βάπτισμα, εκεί παίρνομε τα θεία χαρίσματα με το Χρίσμα, εκεί κοινωνούμε την ουράνια τροφή της θείας Ευχαριστίας, εκεί καθαριζόμαστε από τους ρύπους της αμαρτίας με την Εξομολόγησι, εκεί διδασκόμαστε το λόγο του Θεού, εκεί κατηχούμεθα, εκεί μελετάμε μαζί με άλλους Χριστιανούς τη Γραφή και προσευχόμαστε από κοινού. Η Εκκλησία είναι το λιμάνι μας, η τροφός μας, το κέντρο της ζωής μας! Η απουσία από αυτήν είναι σταδιακός θάνατος, η τακτική όμως παρουσία είναι ζωή και πηγή κάθε καλού.
Αλλά η Παναγία έγινε η «κλίμαξ δι’ ης κατέβη ο Θεός» γιατί προετοιμάστηκε και εμπνεύσθηκε όχι μόνο από τη φοίτησί της στο Ναό, μα και από τους ευσεβείς γονείς της. Ο Ιωακείμ και η Άννα ήταν άνθρωποι αρετής. Δεν έλεγαν μόνο, αλλά και έπρατταν το Νόμο του Θεού. Η Παρθένος είχε μπροστά στα μάτια της δυο υποδείγματα αγιότητος. Έτσι δημιουργήθηκαν οι ευνοϊκές προϋποθέσεις για να καρποφορήση η Θεία Χάρις στην πνευματικά εύφορη ψυχή της Θεομήτορος. Ακόμη οι γονείς της Παναγίας ήταν εκείνοι που την οδήγησαν και αφιέρωσαν στο Ναό, γνωρίζοντας καλά ότι την εμπιστεύονται στα χέρια του Θεού, κοντά στον οποίο υπάρχει ασφάλεια και χαρά.
Οι σημερινοί λοιπόν χριστιανοί γονείς που κυριεύονται από αγωνία για τα παιδιά τους, βλέποντας τις επαναστατικές τάσεις της νεολαίας και την απομάκρυνσί της από τα πατροπαράδοτα, ας μιμηθούν τους γονείς της Θεοτόκου. Ας δίνουν στα παιδιά τους όχι μόνο λόγια, αλλά και παράδειγμα ζωής. Ας τα διδάξουν από μικρά το θέλημα του Κυρίου, ας τα μάθουν να προσεύχωνται, να εκκλησιάζωνται, να εξομολογούνται, να πηγαίνουν στο Κατηχητικό. Έτσι μόνο, θα δρέψουν αγαθούς καρπούς στη ζωή των παιδιών τους.
Η Παρθένος με τα Εισόδια και το παράδειγμά της μας λέει: «Άφετε τα παιδία -και τους εαυτούς σας- ελθείν» προς τον Κύριο και την εκκλησία Του. Εκεί υπάρχει ασφάλεια, πνευματική προκοπή και σωτηρία.
Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (26 Δεκεμβρίου)
Στο σοφά καθωρισμένο εορτολόγιο της Εκκλησίας μας παρατηρείται, ότι συχνά μετά από μία Δεσποτική εορτή, αφιερωμένη στο πρόσωπο και το έργο του Σωτή­ρος Χριστού, ακολουθεί μία Θεομητορική εορτή, αφιερωμένη στη Μητέρα του Θεανθρώπου. Έτσι μετά τα Πάθη και την Ανάστασι του Χριστού γιορτάζομε τη Ζωοδόχο Πηγή, μετά τη Μεταμόρφωσι έχομε την Κοίμησι της Θεοτόκου και μετά τα Χριστούγεννα τη Σύναξι, δηλαδή την Ευχαριστιακή συγκέντρωσι των πιστών προς τιμήν εκείνης που υπηρέτησε στο μέγα θαύμα της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού.
Η σύνδεσι αυτή Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών εκφράζει το στενό σύνδεσμο, που υπήρχε ανάμεσα στο Χριστό και στη μητέρα Του. Σ’ όλες τις μεγάλες στιγμές της ζωής του Κυρίου παρουσιάζεται στο πλευρό Του σιωπηλή και πιστή η μητέρα Του. Στην υπερφυσική σύλληψι κατά τον Ευαγγελισμό, στη Γέννησι, στην Περιτομή, στο Σταυρό, στην ταφή. Παντού όπου Εκείνος πήγαινε, η Θεοτόκος ακολουθούσε «και συνετήρει πάντα…. συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής». Αλλά και μετά την Ανάστασι και μέχρι την Ανάληψι του Κυρίου στους ουρανούς η Παναγία ήταν μεταξύ εκείνων που είδαν τον Αναστάντα, Του μίλησαν και Τον άκουσαν. Αυτόν τον ισχυρό σύνδεσμο μεταξύ του Κυρίου και της Θεοτόκου φανερώνει και η εικονογραφία της Εκκλησίας μας, η οποία κατά κανόνα σ’ όλες τις εικόνες της Παναγίας την παριστάνει μαζί με τον Υιό της.
Το μήνυμα λοιπόν που μας δίνει η Υπεραγία Θεοτόκος μέσω της εορτής της Συνάξεώς της είναι, ότι σαν ορθόδοξοι Χριστιανοί οφείλομε να έχωμε στενό σύνδεσμο με τον Σωτήρα μας Χριστό. Κανένα και τίποτε να μη βάζωμε πάνω από το Χριστό στη ζωή μας. Αυτός να είναι ο Αρχηγός και Κύριός μας. Αυτόν να ποθούμε να συναντήσωμε κάθε μέρα και ώρα με την προσευχή και τη μελέτη του λόγου Του. Η σφοδρότερη επιθυμία μας να είναι να δεχθούμε μέσα μας το Σώμα και το Αίμα Του με τη Θεία Μετάληψι. Να τρέχωμε συχνά στον πνευματικό ν’ αποθέσωμε το βρώμικο ρούχο της αμαρτίας και να ενδυθούμε το Χριστό με την άφεσι. Το θέλημά Του ν’ αγωνιζώμαστε σε κάθε βήμα να τηρήσωμε. Σ’ όλες τις μεγάλες στιγμές της ζωής μας Αυτός να ποθούμε πρώτα να είναι παρών: Στο Γάμο μας, στη Βάπτισι των παιδιών μας, παντού.
Η Παναγία με το στενό σύνδεσμό της με τον Υιό και Θεό της εξυψώθηκε και αξιώθηκε να γίνη «τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα των Σεραφείμ». Επομένως κι εμείς αν πάρωμε σύντροφο και κυβερνήτη του πλοίου της ζωής μας τον Κύριο Ιησού Χριστό, θα πλεύσωμε με ασφάλεια προς το ακύμαντο λιμάνι της αιώνιας ζωής, όπου «οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του Πατρός αυτών».
http://www.impantokratoros.gr

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τί είναι οι “αγρυπνίες”;

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Ιανουαρίου, 2014

Ο άγρυπνος οφθαλμός εξήγνισε τον νου, ενώ ο πολύς ύπνος επώρωσε την ψυχή. (Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου)
Οι αγρυπνίες δίνουν ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα μέσα στην Εκκλησία. Γίνοτναι τις νυχτερινές ώρες. Έχουνε την κατάνυξη που βοηθά την ψυχή του ανθρώπου να έρθει πιο κοντά με τον Θεό. Όπως όλα τα πράγματα που υπάρχουν στην Εκκλησία, έχει ορισμένες διατάξεις στο πότε και πώς πρέπει να γίνεται η αγρυπνία. Οι αγρυπνίες είναι μέρος μιας αρχαίας Παραδόσεως της Εκκλησίας που διασώζεται μέχρι τις ημέρες μας.

Παλιότερα, υπήρχε η συνήθεια να γίνονται αγρυπνίες κάθε Κυριακή μέσα στον χρόνο (πλην της Κυριακής του Πάσχα) κάτι που σταμάτησε να γίνεται ακόμη και μετά τα μέσα του 17ου αιώνος. Εφόσον σταμάτησε αυτή η συνήθεια, θεσπίστηκε να γίνονται σε μεγάλες εορτές του χρόνου. Οι εορτές που μπορεί να τελεστούν αγρυπνίες είναι:

Σεπτέμβριος
Γεννέσιον της Υπεραγίας Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου)
Ύψωση του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου)
Μετάσταση του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (26 Σεπτεμβρίου)

Νοέμβριος
Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου)
Δεκέμβριος
Η κατά σάρκα Γέννησης του Κυρίου Ιησού Χριστού (25 Δεκεμβρίου)
Ιανουάριος
Άγια Θεοφάνια (6 Ιανουαρίου)
Αγίου Αντωνίου (17 Ιανουαρίου)
Φεβρουάριος
Η Υπαπαντή του Κυρίου (2 Φεβρουαρίου)
Μάρτιος
Ευαγγελισμός της Υπεραγίας Θεοτόκου (25 Μαρτίου)
Μάιος
Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (8 Μαΐου)
Ιούνιος
Γεννέσιον του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου (24 Ιουνίου)
Αγίων Πέτρου και Παύλου (29 Ιουνίου)
Αύγουστος
Μεταμόρφωση του Σωτήρος (6 Αυγούστου)
Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου (15 Αυγούστου)
Αποτομή του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου (29 Αυγούστου)
Επίσης, γίνεται αγρυπνία στην εορτή της Αναλήψεως του Κυρίου Ιησού Χριστού. Πέραν από τις ανωτέρω εορτές που μπορούν να τελεστούν αγρυπνίες, υπάρχουν εορτές που ο προεστός επιλέγει να κάνει αγρυπνία όπως:
Νοέμβριος
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (13 Νοεμβρίου)
Δεκέμβριος
Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου (5 Δεκεμβρίου)
Ιανουάριος
Αγίου Ευθυμίου (20 Ιανουαρίου)
Επίσης, αγρυπνία πρέπει να τελείται σε μονές όταν εορτάζουν ή έχουνε παρεκκλήσια που εορτάζουν. Αγρυπνίες μπορούν επίσης να γίνονται σε μνήμες τοπικών αγίων ή μεγάλων αγίων (Αγίου Νικολάου Μύρων, Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, κ.α.). Αγρυπνία μπορεί να γίνει σε μνήμες αγίων στις οποίες κατέχονται τα λείψανα στον Ναό ή και για έκτακτα γεγονότα όπως φυσικές καταστροφές κ.α. Η νεώτερη συνήθεια να γίνονται αγρυπνίες κατά το δοκούν είναι νεωτερική και δεν είναι βασισμένο στην Παράδοση της Εκκλησίας μας.
Ένα θέμα το οποίο πολλοί αμελούμε είτε από άγνοια ή για λόγους «συντομίας», είναι η διάρκεια της αγρυπνίας. Πολλές φορές, όταν τελούνται αγρυπνίες, η διάρκεια τους είναι λίγη. Υπάρχει η νεώτερη συνήθεια, οι αγρυπνίες να γίνονται π.χ. 8 – 12 ή χειρότερα, 8 – 11 το βράδυ. Η αγρυπνία, όπως ευκόλως νοείται, σημαίνει ότι αγρυπνεί ο πιστός κάτι που εννοεί ότι η αγρυπνία περνά τα μεσάνυχτα και τελειώνει έστω και 12:30 το βράδυ.
http://xristianos.gr/
Κλίμαξ του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου / Περί αγρυπνίας
ΛΟΓΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ ΕΝΑΤΟΣ
Περί αγρυπνίας
(Διά την σωματικήν αγρυπνίαν, και διά το πώς πρέπει να επιτελώμεν αυτήν)
orthodoxy
1. Στους επίγειους βασιλείς, άλλοι παρίστανται άοπλοι και γυμνοί, άλλοι με ράβδους, άλλοι με ασπίδες και άλλοι με ξίφη. Είναι δε μεγάλη και ασύγκριτη η διαφορά ανάμεσα στους πρώτους και στους τελευταίους. Διότι οι πρώτοι είναι συνήθως συγγενείς και οικειακοί του βασιλέως. Και αυτά μέν συμβαίνουν σ΄αυτούς.
Εμπρός λοιπόν και εμείς να εξετάσωμε πώς παριστάμεθα ενώπιον του Θεού και Βασιλέως μας στις εσπερινές, τις νυκτερινές και τις λοιπές παραστάσεις και προσευχές.
Στην βραδυνή αγρυπνία μερικοί υψώνουν τα χέρια τους σε προσευχή, άϋλοι και απηλλαγμένοι από κάθε φροντίδα. Άλλοι την επιτελούν με ψαλμωδία. Άλλοι επιμένουν ιδιαιτέρως στην ανάγνωσι. Άλλοι από αδυναμία πολεμούν ανδρείως τον ύπνο με το εργόχειρο. Και άλλοι απασχολούνται με την σκέψι του θανάτου, θέλοντας έτσι να αισθανθούν κατάνυξι. Εξ όλων αυτών οι πρώτοι και οι τελευταίοι κάνουν θεάρεστη αγρυπνία. Οι δεύτεροι μοναχική. Οι τρίτοι βαδίζουν σε κατώτερη οδό. Πάντως αναλόγως προς την προαίρεσι και την δύναμι του καθενός, δέχεται και αξιολογεί τα δώρα ο Θεός.
2. Ο άγρυπνος οφθαλμός εξήγνισε τον νου, ενώ ο πολύς ύπνος επώρωσε την ψυχή. Ο άγρυπνος μοναχός είναι εχθρός της πορνείας, ενώ ο υπνώδης είναι σύζυγός της.
3. Η αγρυπνία είναι θραύσις της σαρκικής πυρώσεως, λύτρωσις από τους μολυσμούς των ενυπνιασμών, δακρύβρεκτος οφθαλμός, απαλή καρδία, προφύλαξις από τους λογισμούς, χωνευτήριο των φαγητών, δαμαστήριο των παθών, κολαστήριο της γλώσσης, φυγαδευτήριο των αισχρών φαντασιών.
4. Ο άγρυπνος μοναχός είναι αλιεύς των λογισμών, ικανός να τους αντιλαμβάνεται και να τους συλλαμβάνη με ευχέρεια μέσα στην νυκτερινή γαλήνη. Ο φιλόθεος μοναχός, όταν σημαίνη η σάλπιγγα της προσευχής, αναφωνεί: Εύγε! Εύγε! (πρβλ. Ιώβ λα΄ 29), ενώ ο ράθυμος οδύρεται: Αλλοίμονο! Αλλοίμονο!
5. Η προετοιμασία της τραπέζης εδοκίμασε τους γαστριμάργους και η εργασία της προσευχής εδοκίμασε τους φιλοθέους. Ο πρώτος μόλις αντικρύση την τράπεζα σκιρτά, ενώ ο δεύτερος σκυθρωπάζει.
6. Ο πολύς ύπνος είναι πρόξενος της λήθης, ενώ η αγρυπνία καθαρίζει την μνήμη.
7. Ο πλούτος των γεωργών συναθροίζεται στο αλώνι και στο πατητήρι, ενώ ο πλούτος και η γνώσις των μοναχών, στις εσπερινές και νυκτερινές προσευχές και στην νοερά εργασία.
8. Ο πολύς ύπνος είναι σύζυγος άδικος, πού αφαρπάζει το ήμισυ ή και περισσότερο ακόμη από την ζωή του ραθύμου.
9. Ο αδόκιμος μοναχός είναι άγρυπνος στις συζητήσεις. Όταν όμως ήλθε η ώρα της προσευχής, εβάρυναν τα μάτια του. Ο αποχαυνωμένος μοναχός είναι ικανός για πολυλογίες. Όταν όμως αρχίση η ανάγνωσις, δεν μπορεί ούτε να κοιτάξη από την νύστα.
Όταν θα ηχήση η εσχάτη σάλπιγγα, θα συμβή η ανάστασις των νεκρών. Κατά παρόμοιο τρόπο μολίς αρχίση η αργολογία, θα συμβή η ανάνηψις των κοιμωμένων. Είναι ύπουλος φίλος ο τύραννος πού λέγεται ύπνος. Πολλές φορές, όταν είμαστε χορτασμένοι από φαγητά υποχωρεί, ενώ όταν πεινούμε και διψούμε μας πολεμεί δυνατά. Στην προσευχή προτρέπει να κρατούμε εργόχειρο, διότι με άλλον τρόπο δεν μπορή να χαλάση την προσευχή αυτών, οι οποίοι ασκούν αγρυπνία.
Στους αρχαρίους αυτός είναι ο πρώτος πόλεμος πού αντιμετωπίζουν∙ με τον σκοπό να τους κάνη εξ αρχής ραθύμους ή να προετοιμάση τον δρόμο για τον δαίμονα της πορνείας. Έως ότου ελευθερωθούμε από αυτόν, ας μην αφίνουμε την κοινή ψαλμωδία με το πλήθος των αδελφών∙ διότι έτσι πολλές φορές αισθανόμεθα εντροπή και δεν νυστάζομε.
10. Ο σκύλος είναι εχθρός των λαγών∙ ομοίως και ο δαίμων της κενοδοξίας είναι εχθρός του ύπνου.
11. Ο έμπορος μετρά το κέρδος, όταν τελειώση η ημέρα, και ο αγωνιστής μοναχός, όταν τελειώση η ψαλμωδία.
12. Περίμενε και πρόσεχε και θα ιδής μετά από την προσευχή στίφη δαιμόνων, οι οποίοι επειδή πολεμήθηκαν εκ μέρους μας προσπαθούν να μας τραυματίσουν με τις απρεπείς φαντασίες. Κάθησε και παρατήρει, και θα ιδής αυτούς που συνηθίζουν να αφαρπάζουν τους πρώτους καρπούς της ψυχής.
13. Συμβαίνει μερικές φορές ενώ κοιμόμαστε, να μελετούμε τους στίχους των Ψαλμών. Τούτο συμβαίνει, διότι προηγήθηκε αυτή η μελέτη. Μερικές όμως φορές μας τα προκαλούν αυτά οι δαίμονες, για να μας δημιουργήσουν έπαρσι υπερηφανείας. Υπάρχει και τρίτη περίπτωσις πού δεν ήθελα να αναφέρω, αλλά κάποιος με εξηνάγκασε: Η ψυχή που μελετά ακατάπαυστα κάθε ημέρα τον λόγο του Κυρίου, συνηθίζει και στον ύπνο να προσκολλάται σ΄αυτά τα νοήματα. Το δεύτερο αυτό είναι κυρίως η ανταμοιβή του πρώτου, για να απομακρύνωνται από την ψυχή αμαρτίες και νυκτερινές φαντασίες!
Δεκάτη ενάτη βαθμίδα! Όποιος την ανέβηκε, εδέχθηκε φως στην καρδιά του.
http://orthodoxfathers.com/On-wakefulness

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πώς να μιλήσουμε για την κρίση στα παιδιά μας;

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Ιανουαρίου, 2014

Είναι αδιαμφισβήτητη η επίδραση της κρίσης, την οποία διερχόμαστε, στην οικογένεια. Η ανατροπή του οικονομικού προγραμματισμού από την μία και η ανασφάλεια για το μέλλον από την άλλη οδηγούν, εκτός από την κοινωνία, και την οικογένεια σε κλίμα μελαγχολίας και κατάθλιψης. Το ερώτημα «τι μέλλει γενέσθαι;» δεν μπορεί παρά να απασχολεί τους περισσότερους από τους ανθρώπους, ιδίως αυτούς που αισθάνονται ότι τα παιδιά τους θα βρεθούν σε δυσκολότερη θέση από τους ιδίους, αλλά και δεν θα είναι ως γονείς σε θέση να ικανοποιήσουν τα όνειρα που πιθανόν να είχαν για εκείνα.
Αυτό το γενικευμένο κλίμα ανασφάλειας , το οποίο προκαλείται και επιτείνεται όχι μόνο από όσα γνωρίζουμε και βιώνουμε εξαιτίας της κρίσης, αλλά και από την αβεβαιότητα των όσων δεν γνωρίζουμε και όσων φανταζόμαστε ότι μπορεί να μας συμβούν, αποτελούν αφορμές ενός ευρύτερου προβληματισμού και ανατοποθέτησης όλων μας απέναντι στο νόημα της ζωής. Έως τώρα είχαμε την αίσθηση ότι ο ρους των αγαθών που ο πολιτισμός μας αφειδώλευτα μας προσέφερε, είχε χαράξει ορισμένους καλούς δρόμους  για την ζωή μας και για την ζωή των παιδιών μας. Έννοια-κλειδί για την προ-κρίσεως πορεία μας ήταν αυτή της αυτάρκειας. Ο καθένας είχε το πρόγραμμά του, την άνεσή του, την δυνατότητα να ανταποκριθεί, είτε χάρις στην εργασία του και τον κόπο του είτε χάρις στην ευκολία με την οποία μπορούσε να δανειστεί χρήματα , στις απαιτήσεις της εποχής, να εξασφαλίσει για τα παιδιά του ένα άνετο μέλλον, να έχει την πολυτέλεια των επιλογών τόσο για τον εαυτό του όσο και για εκείνα.
Ακόμη και καταστάσεις κρίσεων , όπως είναι κάποιο πρόβλημα υγείας ή οι συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια , μπορούσαν να βρουν τρόπους υπέρβασης και θεραπείας, χάρις στην άνεση που τα χρήματα έφερναν. Μάλιστα οι μεγαλύτεροι συνήθως είχαν καταφέρει να δώσουν στην γενιά μας σπίτια, ευκαιρίες για άνετη ζωή, την δυνατότητα υπέρβασης του κατοχικού συνδρόμου, που δεν έγκειτο μόνο στον φόβο της πείνας , αλλά και στον φόβο για την ελευθερία στην ζωή. Το ίδιο και η δική μας γενιά πορευόταν με την αίσθηση ότι όλα θα πήγαιναν ως είχαν και ότι θα μπορούσαμε να απολαμβάνουμε μία ζωή με άνεση, ταξίδια, αγαθά, διασκέδαση, δυνατότητες ικανοποίησης των επιθυμιών μας, χωρίς ιδιαίτερους υπαρξιακούς προβληματισμούς, καθώς διαθέταμε τον ελεύθερο χρόνο μας στην τηλεόραση, στο Διαδίκτυο  , στην βόλτα, στην απουσία ουσιαστικής επικοινωνίας και στον εγκλωβισμό στον εαυτό μας. Μάλιστα, έχοντας την δυνατότητα των αγαθών, θωρούσαμε ότι μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε στα παιδιά μας υποκατάστατα της δικής μας παρουσίας, μη αφιερώνοντας χρόνο σ’ αυτά και αφήνοντας ως παιδαγωγό την τηλεόραση ή τον υπολογιστή και, ταυτόχρονα προσφέροντάς τους, αντί της αγάπης, αγαθά που τα ξεγελούσαν.
Η κρίση όμως διέλυσε τις ψευδαισθήσεις . Αποκάλυψε τρία χαρακτηριστικά του κόσμου και του πολιτισμού, τα οποία δεν τα είχαμε συνειδητοποιήσει.
Το πρώτο είναι η ρευστότητα των αξιών, των θεσμών, του τρόπου λειτουργίας της ίδιας της κοινωνίας. Έχοντας αφεθεί σε έναν ατομοκεντρισμό, δηλαδή σε μία ζωή στη οποία κυριαρχούσε το «εγώ» μας, δεν είχαμε δει ότι όταν «μέτρο πάντων χρημάτων άνθρωπος» και μάλιστα, όχι ο συνάνθρωπος –πλησίον , αλλά ο εαυτός μας και μόνο, τότε δεν υπάρχουν στηρίγματα, δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στο υγιές και το άρρωστο, δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στα χαρίσματα των ανθρώπων. Στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα αυτό εκφράζεται με τους όρους «απαξίωση των θεσμών» και «αναξιοκρατία». Η ρευστότητα φανέρωσε ότι την ώρα της κρίσης δεν υπήρχαν τα στηρίγματα εκείνα, τα οποία θα μπορούσαν να κάνουν τους ανθρώπους να μην αποκαρδιωθούν, να βρούνε εναλλακτικές λύσεις όχι μόνο για την επιβίωσή τους , αλλά, κυρίως για το νόημα της ζωής τους. Όταν δεν υπάρχουν σταθερά σημεία αναφοράς δεν μπορεί να υπάρξει πίστη. Και η πίστη δεν έχει να κάνει μόνο με την θρησκευτικότητα του ανθρώπου. Έχει να κάνει με την αυτοεκτίμησή του, με την δυνατότητά του να πατήσει στα πόδια του, να μην αποκάμει στις δυσκολίες, να μπορεί να εφεύρει, να γεννήσει λύσεις, να παράγει  νέα δεδομένα, τα οποία θα τον διευκόλυναν να αντέξει. Η πίστη έρχεται μέσα από αξίες και τον τρόπο που κανείς έχει μεγαλώσει . Πρωτίστως όμως έρχεται όταν κάποιος έχει νόημα, φιλοσοφία ζωής και μπορεί να προσαρμόσει τις όποιες αλλαγές των καταστάσεων σ’ αυτό το νόημα, αντλώντας δύναμη, για να μπορέσει τελικά να μην  συντριβεί από την όποια δυσκολία.
Το δεύτερο είναι η βαθύτερη κρίση-έλλειψη παιδείας στη ζωή μας . Επαναπαυτήκαμε στην αίσθηση ότι την παιδεία την βρίσκει ο άνθρωπος στο σχολείο. Ότι παιδεία σημαίνει γνώσεις. Ότι παιδεία είναι τα προσόντα που μπορούν να εξασφαλίσουν στον καθέναν μας θέση στην αγορά εργασίας . Και αυτό θελήσαμε και ακόμη θέλουμε για τα παιδιά μας. Παιδεία όμως είναι κυρίως η δυνατότητα του καθενός μας να μπορεί να αναζητεί την ποιότητα στη ζωή του. Να μπορεί να την εκτιμήσει όταν τη βρει. Να μπορεί να την δημιουργήσει ο ίδιος, έχοντας έμπνευση και μεράκι. Έχοντας, αυτό που ονομάζουμε «έρωτα», όχι μόνο με την σχεσιακή του λογική με το άλλο φύλλο, αλλά κυρίως, μέσα από την δημιουργικότητα και την αγάπη για κάθε τί που μας δίνει γνήσια χαρά , γιατί μας κάνει να προσφέρουμε τον εαυτό μας ή, έστω , κάτι από αυτόν. Και για να έχουμε παιδεία δεν αρκούν οι γνώσεις. Χρειάζεται το κτίσιμο μιας ευαισθησίας απέναντι στην ασχήμια, χρειάζεται η άρνηση του κακού και της αμαρτίας γύρω μας, αλλά και εντός μας, και η ανάπτυξη του εαυτού μας σύμφωνα με τις δυνατότητές του. Η ποιότητα εξαρτάται από την αγάπη που έχουμε μέσα μας. Εξαρτάται από την αγάπη που μπορούμε να δείξουμε στους γύρω μας . Από το πόσο μπορούμε να μοιραστούμε αυτά που μας δόθηκαν ή αυτά που αποκτήσαμε. Και για να γίνει αυτό χρειάζεται παιδεία, και θύραθεν και εκκλησιαστική, ασκητική, πνευματική. Η παιδεία δεν αποκτιέται μόνο στο σχολείο. Αποκτιέται χάρις στον κόπο του καθενός, ο οποίος δεν σταματά με την απόκτηση ενός τίτλου σπουδών, οποιαδήποτε βαθμίδας. Αποτελεί συγκερασμό εμπειριών, μόρφωσης, καλλιέργειας, ένταξης της ευαισθησίας στην υπηρεσία και τον τρόπο της αγάπης. Είναι αυτονόητο ότι η παιδεία δεν γνωρίζει ηλικίες, θέσεις, ιδιότητες, αλλά είναι πνευματική και δια βίου….
( συνεχίζεται)
Πηγή: « η αγάπη είναι απλή
μα θέλει κόπο»
Δρόμοι για την σύγχρονη οικογένεια…
Πρωτοπρεσβυτέρου Θεμιστοκλή Μουρτζανού
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Υλικό για την εορτή των Τριών Ιεραρχών

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Ιανουαρίου, 2014

Δείτε πλούσιο υλικό για τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών (ομιλίες, θεατρικά, παρουσιάσεις, ύμνους, τραγούδια κ.α.):
 
 
 
 
petheol.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Καθηγούμενος της Μονής Σίμωνος Πέτρας Αρχιμανδρίτης Ελισαίος μάς εισάγει στις λεπτομέρειες της λατρευτικής ζωής των μοναχών

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Ιανουαρίου, 2014

Σημαντικές -άγνωστες εν πολλοίς- λεπτομέρειες από την καθημερινή ζωή των Αγιορειτών, τους χώρους όπου ασκούνται, καθώς και το πώς κατανέμουν το 24ωρό τους μας δίδει ο Καθηγούμενος της Μονής Σίμωνος Πέτρας Αρχιμανδρίτης Ελισαίος στο πλαίσιο της σημερινής επικοινωνίας μας.

– Μανώλης Μελινός: Αγιε Καθηγούμενε, παρακαλώ να μπούμε στο καθολικό σας, όπως λέγεται ο κεντρικός ναός κάθε μοναστηριού. Εκεί συναντούμε πολλούς διακονητές, πολλά διακονήματα άγνωστα στο ευρύτερο κοινό αλλά και σε πολλούς από ημάς, που έχουμε κάποια στοιχειώδη εκκλησιαστική παιδεία. Μιλήστε μας γι’ αυτά, διότι εν πολλοίς μας ξενίζουν διάφορα πράγματα όπως λ.χ. η συνεχής κίνηση κατά τη διάρκεια των ακολουθιών. Μας κάνει εντύπωση το ότι ένας μοναχός ειδοποιεί έναν άλλο να αναγνώσει ή να ψάλει κάτι. Αμέσως μετά ειδοποιεί κάποιον άλλον ή κάποιος μοναχός ανάβει συγκεκριμένα καντήλια ή λαμπάδες την τάδε στιγμή, σβήνει κάποιο ή κάποια άλλα την άλλη στιγμή κ.ο.κ.
– Αρχιμ. Ελισαίος Σιμωνοπετρίτης: Η τελετουργία των ακολουθιών είναι σε κάθε περίπτωση κάτι το ξεχωριστό. Επειδή οι περισσότερες ώρες των μοναχών είναι αφιερωμένες στη θεία λατρεία, αντιλαμβάνεσθε ότι έχει αναπτυχθεί η λεγομένη τυπική διάταξη μέσα στον ναόν. Η λατρευτική ζωή του μοναχού είν’ ένας ολόκληρος κύκλος. Αυτός που κυριαρχεί -από πλευράς διακονίας πρακτικής μέσα εις τον ναό- είναι ο εκκλησιάρχης. Ας πούμε ότι διευθύνει την όλη υπόθεση της εκκλησιαστικής διακονίας. Ο εκκλησιαστικός είναι αυτός που εκτελεί. Διακονεί πάντοτε με μανδύα. Αυτό είναι το ένδυμα του μοναχού που διακονεί στον ναό

– Μ. Μ.: Τι ακριβώς συμβολίζει ο μοναχικός μανδύας;
– Αρχιμ. Ελ. Σιμ.: Στην κουρά του μοναχού λέμε: «Ελαβε το μέγα…». Εννοούμε ότι με αυτό το ένδυμα θα διακονήσει σε ολόκληρη τη μοναχική ζωή. Είναι το ένδυμα το οποίον ενδύεται ο μοναχός απ’ αρχής και φέρει μέχρι τέλους. Δηλαδή όπως ένας μοναχός ενδύεται τον θάνατο που είναι ζωή, ακριβώς τον παίρνει και μαζί του. Από τη στιγμή που νεκρώνεται για τον κόσμο, σημαίνει ότι ενδύεται τον θάνατον. Ενδεδυμένος τον θάνατο φέρει τον μανδύα μέσα στον οποίο ραμμένος θάπτεται κατά γης. Εμείς οι μοναχοί περιτυλιγμένοι με τον μανδύα μπαίνουμε στο χώμα, δίχως φέρετρο. Σαν έμβρυο μέσα στον πλακούντα, βρισκόμαστε στα σπλάγχνα της μητέρας γης περιμένοντας την ανάσταση των νεκρών, για ν’ αναγεννηθούμε και να κατευθυνθούμε «εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα…». Ενα άλλο κεντρικό διακόνημα μέσα στον ναό είναι του τυπικάρη, που μνημονεύσατε. Εκείνος διευθύνει την ακολουθία. Γι’ αυτό βλέπετε ότι τα πάντα εξαρτώνται από τον τυπικάρη. Ειδικώς εδώ στο Αγιον Ορος -χωρίς αυτό να σημαίνει μείωση του Γέροντος- είχε και έχει μεγάλη επιβολή ο τυπικάρης. Διηύθυνε και διευθύνει τα πάντα στη εκκλησίαν. Επομένως, ακόμη και ο Γέροντας να πει κάτι, ουσιαστικώς ο τυπικάρης θα του υποδείξει το πότε και το πώς. Αυτός, λοιπόν, διευθύνοντας τη λατρεία, προσπαθεί να κρατήσει μία συμμετοχή καθολική των μοναχών σε όλα, κατά τη διάρκεια της ακολουθίας. Αρα σημαίνει ότι μπορεί να αλλάξει τους ψάλτες, να πει τι θα κάνουν, μπορεί να ορίζει τον κανονάρχη κ.λπ.

– Μ. Μ.: Εκείνη την ώρα τα κάνει αυτά ή πρέπει να τους έχει ενημερώσει από πριν;
– Αρχιμ. Ελ. Σιμ.: Εξαρτάται·περισσότερο εκείνη την ώρα. Δεν μπορεί από πριν, διότι την κατάλληλη ώρα θα τους πει. Π.χ., όταν θέλουμε να τιμήσουμε κάποιον, θα του προσφέρουμε να ψάλει «Την τιμιωτέραν…». Είναι μία ένδειξη τιμής και προς την Παναγία, βεβαίως, και προς το πρόσωπο που θα την ψάλει. Επιλέγει, λοιπόν, ο τυπικάρης, γνωρίζοντας για παράδειγμα ποιος έχει δυνατότητα καλής αναγνώσεως, ποιος ψέλνει όμορφα, ποιος πρέπει να αναγνώσει (γιατί το έχει ανάγκη…). Είναι μία ισορροπία που διατηρείται από τον τυπικάρη. Ακόμη, μπορεί να επέμβει λ.χ. και στο πότε θα ανάψουν ή θα σβήσουν συγκεκριμένα καντήλια και λαμπάδες. Βέβαια, υπάρχει το τυπικόν, αλλά ο τυπικάρης μπορεί για κάποιους λόγους να το τροποποιήσει. Η έκφρασις «όπως δόξη τω προεστώτι» κατ’ ουσίαν σημαίνει «όπως δόξη τω τυπικάρη»! Σε άλλες εποχές και άλλες περιπτώσεις, ο τυπικάρης έφερνε απλά μέλη της Εκκλησίας στον χώρο της ενεργού συμμετοχής στη λατρεία, όπως π.χ. ανάγνωση προφητειών, ψάλσιμο εύκολων τροπαρίων κ.λπ.

– Μ. Μ.: Γέροντα, κάτι που με έχει εντυπωσιάσει μέσα στο καθολικό των αγιορειτικών μονών είναι το ότι κατά τη διάρκεια του εσπερινού ο εφημέριος παραμένει την περισσότερη ώρα έξω του Αγίου Βήματος, έχοντας κρεμάσει το πετραχήλι του στην ωραία πύλη. Το φορά μόνον όταν πρόκειται να κάνει αίτηση, να εκφωνήσει κ.λπ. 
– Αρχιμ. Ελ. Σιμ.: Κατ’ αρχάς, γνωρίζετε ότι κάθε ακολουθία έχει τον χώρο όπου τελείται. Για παράδειγμα, η ενάτη τελείται στη λιτή, ο εσπερινός στο καθολικό, η λιτή στον ομώνυμο χώρο, το απόδειπνο στη λιτή, ο όρθρος και η θεία Λειτουργία στο καθολικό. Μάλιστα, σε πολλά μοναστήρια που η άνεση των χώρων το επιτρέπει, μπορεί σε άλλον ναό να γίνει ο όρθρος και σε άλλον η θεία Λειτουργία. Ο ιερεύς είναι ένας συνδιακονητής στον χώρο της θείας λατρείας. Δεν είναι κάτι «ξένο», κάτι έξω από την αδελφότητα. Απολαμβάνει, βεβαίως, σεβασμού εκ της ιεροσύνης του. Στις αδελφότητες ο διάκονος και ο ιερεύς δεν ποιμαίνουν -εκ του υπουργήματός των- αλλά συνδιακονούν. Επιτρέψτε μου, σ’ αυτό το σημείο, να επανέλθω στα διακονήματα που λέγαμε πριν και να συμπληρώσω ότι μέσα στον ναό έχουμε και το διακόνημα του ταξιάρχη, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τις θέσεις που θα καταλάβουν οι προσκυνηταί. Επίσης ο κανονάρχης, ο κανδηλάριος. Εκτός ναού -να πούμε για να συμπληρώσουμε την προηγουμένη αναφορά μας- ο επιτηρητής, ο αφυπνιστής που έχει την ευθύνη να ειδοποιήσει τους πατέρες για τη νυκτερινή ακολουθίαν, ο νοσοκόμος, ο γηροκόμος, ο σκυτεύς (υποδηματοποιός), ο αμπελουργός, ο κηπουρός, ο αροτριών, ο ξυλουργός, ο ναυπηγός, ο βιβλιοφύλαξ, ο καλλιγράφος (τα παλαιότερα χρόνια), ο ακεστής (διορθωτής σχισμένων ενδυμάτων), ο κοσμήτης, ο υφάντης (παλαιότερα, επίσης), ο αλιεύς και διάφορα άλλα…

– Μ. Μ.: Μιλήστε μας για τη διοικητική διάρθρωση μιας αγιορειτικής μονής. Επικεφαλής ο ηγούμενος, ο Γέροντας. Δεν είναι όμως μόνος. Πλαισιώνεται από τη Γεροντία, τους επιτρόπους κ.ά. Πείτε μας σχετικά.
– Αρχιμ. Ελ. Σιμ.: Πάντοτε, ως προς τη διοίκηση του μοναστηριού, ο Γέροντας ενεργούσε «μετά βουλής». Είχε κάποιους πρεσβύτερους συμβούλους που τους συμβουλευόταν, ατύπως μεν το έπραττε όμως. Πολλά ξεκίνησαν κάπως έτσι, αλλά στην πορεία προσέλαβαν συγκροτημένη μορφή. Κάτι ανάλογο έγινε και στο Αγιον Ορος. Εδώ, προ του 1924, δεν υπήρχε κωδικοποιημένη κατάστασις, αλλά όλα εδράζονταν στην ιερή συνήθεια, στις παραδόσεις δηλαδή. Τώρα έχουμε μία γενική λογική διοικήσεως του Αγίου Ορους, αλλά και, ειδικότερα, διοικητική πρακτική διέπει την ζωή κάθε μοναστηριού. Οσον αφορά τα διοικητικά, τα οικονομικά κ.λπ., το μοναστήρι συνδιοικείται από τη Γεροντική Σύναξη, η οποία αποτελείται από έξι, οκτώ, 10 πατέρες οι οποίοι ονομάζονται προϊστάμενοι. Αυτοί αποτελούν το σώμα που αποφασίζει. Προεδρεύει ο Γέροντας. Η Γεροντική Σύναξη, τα μέλη της οποίας είναι αιρετά και ισόβια, είναι, ας πούμε, το διοικητικό συμβούλιον. Η εκτελεστική επιτροπή αποτελείται από τους επιτρόπους, οι οποίοι συνήθως είναι δύο ή τρεις, αναλόγως με τα θέματα που έχει ένα μοναστήρι. Βέβαια, ο Γέροντας μπορεί να αναθέσει και κάποιους άλλους τομείς σε προϊσταμένους, όπως λ.χ. ο δασάρχης για το μοναστηριακό δάσος. Το αρχονταρίκι πρέπει επίσης να το αναλαμβάνει προϊστάμενος, γιατί πρόκειται περί σοβαρού διακονήματος.
Μανώλης Μελινός
Θεολόγος συγγραφέας,
διευθυντής Βιβλιοθήκης της Ι. Συνόδου

dimokratianews.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Λαϊκοί ασκητές στο Άγιον Όρος

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Ιανουαρίου, 2014

Ο γέρο-Ιωακείμ, από την Βατοπεδινή Καλύβη της Αναλήψεως πλησίον των Καρυών, ήταν από τους παλαιότερους Αγιορείτες. Πλησίασε τα 100 και έζησε πάνω από 70 χρόνια στο Άγιον Όρος. Διηγήθηκε ότι όταν ήταν νέος μοναχός, εγνώρισε ένα λαϊκό ασκητή, που ασκήτευε απέναντι από την αρχαία Μονή του Αλυπίου, σε μία σπηλιά, κοντά στο λεγόμενο Κελλί του Πατριάρχου.

Η σπηλιά ήταν σχηματισμένη από μια πέτρα που προεξείχε σαν οροφή και στην άκρη της προεξοχής είχε κτισμένο ένα τοιχάκι από ξηρολιθιά. Όσες φορές τον επεσκέπτετο, μόνον η θέα του προξενούσε μεγάλη κατάνυξη.  Ο λαϊκός αυτός ασκητής ήταν σπουδαίος αγωνιστής. Έτρωγε κάθε δέκα μέρες και αγωνιζόταν να μιμηθή τον όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη, τον όποιο είχε σε μεγάλη ευλάβεια. Μέσα στο σπήλαιο είχε μόνο ένα Σταυρό, δυό μικρές εικόνες και δυό δίποδα, πάνω στα όποια είχε βάλει ο ασκητής δυό σανίδες∙ έτσι είχε κάνει το ασκητικό του κρεββάτι.
Παλαιά στην Ι. Μονή Φιλόθεου έζησε ένας λαϊκός εργάτης που το όνομα του δεν διασώθηκε. Αφού εκοιμήθη και τον έθαψαν, μετά από χρόνια του έκαναν ανακομιδή και τα οστά του ευωδίαζαν.
Εξεπλάγησαν, απορούσαν και προσπαθούσαν να εξηγήσουν για ποιό λόγο ο Θεός τίμησε με ευωδία τα οστά του λαϊκού. Εκείνο που διαπίστωσαν ήταν ότι κανείς δεν είχε το παραμικρό παράπονο απ’ αυτόν. Ποτέ κανέναν δεν είχε κατακρίνει και στενοχωρήσει. Ήταν ευλαβής, φιλήσυχος και είχε κρυφή εσωτερική εργασία. Στο διάλειμμα που έκαναν οι άλλοι εργάτες για να ξεκουρασθούν, αυτός πήγαινε λίγο απόμερα και καθόταν κάτω από μια ελιά, διάβαζε το Ευαγγέλιο και έκλαιγε.
(Από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», και την ενότητα: «Θαυμαστά και διδακτικά περιστατικά». Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής, 2008)

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΗΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΛΑΡΙΣΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Ιανουαρίου, 2014

 

Ενδιαφέρουσα ημερίδα διοργάνωσαν στην Λάρισα και στην αίθουσα της Χριστιανικής Εστίας Λάρισας «ο Απόστολος Παύλος » η Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου, η Πανελλήνια ένωση Θεολόγων, η Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. και το τμήμα Χριστιανικής Παιδαγωγικής, το Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014 με θέμα: «Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ – ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ»

Το πρωί τελέσθηκε Πανηγυρική Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου Λαρίσης, με την ευκαιρία της εορτίου μνήμης του Αγίου Γρηγορίου, του Θεολόγου και την συμμετοχή των Θεολόγων Εκπαιδευτικών της Ιεράς Μητροπόλεως, κατά την οποία ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου κ.Ιγνάτιος, καλοσώρισε τους παρισταμένους στην λατρευτική αυτή σύναξη, προς τιμήν του μεγάλου Θεολόγου και Νανζιαζηνού Πατρός της Εκκλησίας, ενώ αμέσως μετά ευλόγησε την πίττα των Θεολόγων και ευχήθηκε ευλογημένη χρονιά και καλή δύναμη στο έργο τους.

Η συζήτηση των συνέδρων επικεντρώθηκε κυρίως  στο πιλοτικό αυτό πρόγραμμα του μαθήματος των θρησκευτικών, που περιλαμβάνει τη διδασκαλία εννέα θρησκειών και απευθύνεται σε μαθητές από την τρίτη Δημοτικού μέχρι και την τρίτη Γυμνασίου και πάνω στο θέμα αυτό εκφράστηκε η αντίθεση των Θεολόγων σχετικά με το ότι πλέον το μάθημα των θρησκευτικών μετατρέπεται από ορθόδοξο χριστιανικό σε πολυθρησκευτικό, απευθυνόμενο σε μια ηλικία παιδιών που δεν είναι ώριμα να κατανοήσουν εννέα θρησκείες μαζί, με αποτέλεσμα να τους προκαλείται σύγχυση.

Τονίστηκε δε ότι: «Πρέπει τα παιδιά να μάθουν πρώτα την πίστη τους και δεν είναι σωστό να διδάσκονται ένα πλήθος θρησκειών, που το μόνο που μπορεί να τους προσφέρει είναι η ελλιπής κατανόηση της δική τους θρησκείας. Ηθικά και κοινωνικά δεν είναι σωστό…

Ορθότερο θα ήταν αυτό να γίνει σε μια πιο ώριμη ηλικία των παιδιών όταν θα έχουν καλύτερη αντίληψη, και συγκεκριμένα στις τάξεις του Λυκείου».

Ειδικότερα τα θέματα των σπουδαίων ομιλητών της ημερίδος ήταν τα εξής: «Η μαρτυρία του Θεολόγου στο σύγχρονο ελληνικό σχολείο», το οποίο ανέπτυξε ο κ. Μιχαήλ Τρίτος, Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, «Το Ορθόδοξο Θεολογικό μάθημα, ο διδάσκων και το πιλοτικό πρόγραμμα», που αναπτύχθηκε από τον Αιδεσιμολογιώτατο π.Γεώργιο Ευθυμίου, Επίκουρο Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του  Πανεπιστημίου Αθηνών και Αντιπρόεδρο της Π.Ε.Θ. και «Θρησκευτικά: Μάθημα πνευματικής προόδου ή οπισθοδρόμηση;», που εκφωνήθηκε από τον κ. Ηρακλή Ρεράκη, Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Διευθυντού του  Εργαστηρίου Χριστιανικής Παιδαγωγικής.

Χαιρετισμούς  στην σημαντική αυτή ημερίδα  απηύθυναν εκτός από τον  Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη κ. Ιγνάτιο, ο Ελλογιμώτατος Πρόεδρος της Π.Ε.Θ. κ.Ηλίας Μπάκος, ο Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων κ. Παναγιώτης Τσιακούμης, ο Γενικός γραμματέας της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων κ.Κων. Σπαλιώρας και η Διευθύντρια της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης Θεσσαλίας κ. Βασιλική Ζιάκα. Τον συντονισμό της είχε ο Πρόεδρος της Ένωσης Θεολόγων Λάρισας κ. Ιωάννης Καραμήτρος, ο οποίος στην αρχή της ημερίδος καλοσώρισε τους Διακόνους της Ιεράς Επιστήμης και τους εκλεκτούς ομιλητές, ενώ εξέφρασε συγχρόνως και την αγωνία του για το μέλλον του πιο ωραίου διδακτικού μαθήματος των θρησκευτικών.

imlarisis.gr

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΟΣΙΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝ (26 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Ιανουαρίου, 2014

 Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΙΑ ΑΥΤΟΥ (26 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)

«Ο όσιος Ξενοφών ζούσε στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας μεγάλη υλική περιουσία, αλλά και μεγάλη κατά Θεόν ευσέβεια. Απέστειλε λοιπόν τους δύο υιούς του στην πόλη της Βηρυτού, μία από τις πόλεις της Φοινίκης, για να μελετήσουν και να μάθουν νομικά. Επειδή όμως το πλοίο που τους μετέφερε ναυάγησε, βγήκε αυτός μαζί με τη γυναίκα του σε αναζήτησή τους. Πράγματι βρήκε τα παιδιά του στα Ιεροσόλυμα, αλλά τα βρήκε ντυμένα το μοναχικό σχήμα, οπότε παρακινήθηκε και ο ίδιος με τη γυναίκα του να ακολουθήσουν και αυτοί τον μοναχικό βίο. Και τόσο πολύ πρόκοψαν στην αρετή, ο Ξενοφών, η γυναίκα του και τα παιδιά του, ώστε να αξιωθούν να κάνουν και θαύματα. Ευαρέστησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους τον Θεό και εξεδήμησαν προς Αυτόν».
Μόλις χθες, εξ αφορμής της μνήμης του Μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας, αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, αναφερθήκαμε στη φράση του, που συνιστά αξίωμα της χριστιανικής ζωής: «πράξίς εστιν θεωρίας επίβασις», η πράξη, η άσκηση δηλαδή πάνω στις εντολές του Χριστού, οδηγεί στη θεωρία ως θέα του Θεού και μετοχή σ’ Αυτόν. Αυτό ακριβώς βλέπουμε να εφαρμόζεται κατά απόλυτο τρόπο, θα λέγαμε, στους σημερινούς αγίους, τον όσιο Ξενοφώντα, τη γυναίκα του Μαρία και τα παιδιά τους Αρκάδιο και Ιωάννη. Αγωνίστηκαν να τηρήσουν τις εντολές του Κυρίου, γι’ αυτό και κέρδισαν τη Βασιλεία του Θεού – μία αλήθεια που τονίζει πολλές φορές η Εκκλησία μας σήμερα, διά γραφίδος του αγίου υμνογράφου Θεοφάνη. «Εν τη οδώ των εντολών σου βαδίζων θερμώς ο σος ικέτης, Δέσποτα, μονάς κατέλαβε καταλλήλους πόθω ζωής της αιωνίου επιλαβόμενος» (Βαδίζοντας με ζήλο την οδό των εντολών σου ο δούλος σου, Δέσποτα, κατάκτησε τις μονές εκείνες που υποσχέθηκες, επειδή αγωνίστηκε με πόθο για την αιώνια ζωή). «Εντολαίς του Δεσπότου επαγρυπνών, μακάριε Ξενοφών» (Αγρυπνούσες στις εντολές του Κυρίου, μακάριε Ξενοφών). Κι αυτός ο αγώνας του ήταν εκείνος που τον έκανε (όπως βεβαίως και την οικογένειά του) να τιμηθεί με τις πιο λαμπρές αξίες που οδηγούν από την πράξη στη θεωρία. «Φανοτάταις αξίαις τετιμημένος, φωτοφόρω διέπρεψας πολιτεία∙ την πράξιν γαρ επίβασιν θεωρίας ανέδειξας» (Τιμημένος με τις πιο λαμπρές αξίες, διέπρεψες στον γεμάτο φως τρόπο ζωής σου. Διότι την πράξη την ανέδειξες σε σκαλοπάτι για τη θεωρία).

Πρέπει βεβαίως να σημειώσουμε με έμφαση ότι η όδευση, η πορεία του πιστού πάνω στις εντολές του Χριστού, συνιστά, όπως αναφέραμε,  αξίωμα της χριστιανικής ζωής, διότι ακριβώς πρόκειται περί εντολών του Χριστού, του ίδιου του Θεού δηλαδή. Δεν ανήκει στην επιλογή ενός χριστιανού να τηρήσει ή όχι τις εντολές Εκείνου επομένως, εφόσον θέλει να είναι χριστιανός. Είναι ο μονόδρομος της ζωής του, που τον κάνει πράγματι να είναι αληθινά μαζί με τον Χριστό. Ο Ίδιος ήταν απολύτως σαφής: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε». «Ο μη αγαπών με του λόγους μου ου τηρεί». Και οι εντολές Του, όλοι γνωρίζουμε, συγκεφαλαιώνονται σ’ αυτό που διασώζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Αύτη εστίν η εντολή Αυτού, ίνα πιστεύσωμεν τω ονόματι του Υιού Αυτού και αγαπώμεν αλλήλους». Πίστη και αγάπη: ο δρόμος του χριστιανού, ο δρόμος της αγιότητας. Ο άγιος υμνογράφος  αυτό μας θυμίζει για τον όσιο Ξενοφώντα και τη συνοδεία του: πορεύτηκαν πάνω στην πίστη και την αγάπη, που φανερωνόταν κυρίως με την ελεημοσύνη τους. «Λάμπων αξιώμασι ψυχής, ελεημοσύνη και πίστει σαυτόν ελάμπρυνας» (Λάμποντας, λάμπρυνες τον εαυτό σου από τα αξιώματα της ψυχής, την ελεημοσύνη και την πίστη). Η φράση «αξιώμασι ψυχής» δεν πρέπει να παρέλθει ασχολίαστη. Ο υμνογράφος εδώ μας αποκαλύπτει ότι τηρώντας κανείς την πίστη και την ελεημοσύνη, δηλαδή την αγάπη, αποκτά αξιώματα, γίνεται αξιωματούχος. Η πίστη και η ελεημοσύνη είναι, μας λέει, τα πραγματικά αξιώματα του ανθρώπου. Όχι αυτά που θαυμάζουν οι πολλοί, τα επίγεια και κοσμικά αξιώματα, αλλά τα ψυχικά και πνευματικά, συνεπώς αυτά που μπορεί να αποκτήσει ο οποιοσδήποτε, αρκεί να θελήσει και να προσπαθήσει.

Ο άγιος Θεοφάνης όμως διατυπώνει και κάτι σ’ αυτό που γράφει για την τήρηση των εντολών του Χριστού από τον όσιο Ξενοφώντα, το οποίο είναι εξόχως ενδιαφέρον και επίκαιρο για κάθε εποχή, κυρίως όμως την δική μας. «Εντολαίς του Δεσπότου επαγρυπνών, εφ’ ομοίοις τε τρόποις παίδας τους σους ρυθμίζων, μακάριε Ξενοφών» (Ξαγρυπνούσες στις εντολές του Κυρίου, όπως και ρύθμιζες στους όμοιους με σένα τρόπους τα παιδιά σου, μακάριε Ξενοφών). Ο άγιος δηλαδή ένιωθε την ευθύνη του και ως γονιός. Δεν έλεγε ότι  αγωνίζεται μόνον για τον εαυτό του ή, ακόμη χειρότερα, δεν πίστευε ότι η ευθύνη του εξαντλείται στο να καλύψει τις σωματικές, βιοτικές και μορφωτικές  ανάγκες των παιδιών του. Χωρίς να υποβαθμίζει και αυτήν την προσφορά του – είδαμε και στο συναξάρι ότι έστειλε τα παιδιά του στη Βηρυτό για να σπουδάσουν νομικά – η έγνοια και η πρώτιστη φροντίδα του ήταν η ρύθμιση των παιδιών του στις εντολές του Κυρίου: να πιστεύουν σωστά στον Θεό και να αγαπούν τον συνάνθρωπό τους. Πώς όμως; Όχι τόσο με τα λόγια, όσο με το προσωπικό του παράδειγμα. «Επαγρυπνών ο ίδιος στις εντολές». Είναι άλλωστε γνωστό: λόγια χωρίς παράδειγμα είναι λόγια κενά, άσαρκα και ανούσια.  Είναι μία υποκρισία, που το μόνο που καρποφορούν είναι η αντίδραση και η ανυπακοή.
Και κάτι τελευταίο. Φαίνεται το ορθόδοξο φρόνημα του οσίου Ξενοφώντα απαρχής της ζωής του, από τη διάθεσή του να υπηρετεί τους πάντες και να καλύπτει τις ανάγκες τους, εφόσον είχε τα μέσα για κάτι τέτοιο, κυρίως όμως τους μοναχούς, οι οποίοι αποδεικνύονταν φτωχοί. Το σημειώνει ο υμνογράφος: «Ως πάντων οικονόμος προβεβλημένος, την πάντων επιμέλειαν ανεδείξω, τοις χρήζουσι τον πλούτον σου διανέμων, υποδεχόμενος, φιλοφρονούμενος  Μοναζόντων τάγματα, πάτερ όσιε» (Ως γνωστός σε όλους οικονόμος των πάντων, ανέλαβες τη φροντίδα όλων, μοιράζοντας τον πλούτο σου σ’ αυτούς που είχαν ανάγκη, υποδεχόμενος και περιποιούμενος τα τάγματα των μοναχών, πάτε όσιε). Και λέμε ότι στη στάση του απέναντι στους μοναχούς φαινόταν το ορθόδοξο φρόνημά του, διότι στην Εκκλησία μας ένα από τα κριτήρια ορθοδοξίας που έχουμε είναι και το πώς στέκεται κανείς απέναντι  στον μοναχισμό. Αν κανείς δεν δει τον μοναχισμό, την πλήρη δηλαδή αφιέρωση στον Θεό με τις αρετές της υπακοής, της παρθενίας και της ακτημοσύνης, ως τον δρόμο που έχει ευλογηθεί κατεξοχήν από τον Θεό, αφού εκεί δίνονται πολλές προκλήσεις αγιασμού των ανθρώπων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σωστός ορθόδοξος. Η Εκκλησία μας πάντοτε δύο δρόμους πρόβαλε – υπάρχουν πάντοτε και οι εξαιρέσεις – για την πορεία του πιστού: τον τίμιο γάμο και την ευλογημένη αφιέρωση στον Θεό διά της μοναχικής ζωής. Κι εννοείται βεβαίως ότι μιλάμε για τον αληθινό μοναχισμό, όπως όταν μιλάμε για τον γάμο, εννοούμε τον τίμιο γάμο που και αυτός ορθά βιούμενος εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »