kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η ΕΥΡΕΣΙΣ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΤΟΙΣ ΕΥΓΕΝΙΟΥ (22 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Φεβρουαρίου, 2014

«Στα χρόνια του βασιλιά Αρκαδίου, όταν ο αγιότατος Θωμάς πατριάρχευε στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, βρέθηκαν τα άγια λείψανα των μαρτύρων κάτω από τη γη, και αμέσως τα πήρε ο αρχιερέας με πολύ σεβασμό. Δόθηκε τότε και μεγάλη βοήθεια από τους αγίους, διότι θεραπεύτηκαν ακόμη και ανίατα νοσήματα. Μετά την  παρέλευση πολλών χρόνων, από θεία φανέρωση, αποκαλύφθηκε σε κάποιο καλλιγράφο κληρικό, που λεγόταν Νικόλαος, ότι μερικά από τα πολλά λείψανα είναι του Ανδρονίκου και της Ιουνίας, για τους οποίους κάνει λόγο ο θείος απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή».

Δεν παύει η Εκκλησία μας να κηρύσσει αδιάκοπα την πίστη της περί της δυνάμεως των λειψάνων των αγίων της, δεδομένου ότι αυτά φέρουν τη χάρη του Θεού που είχαν οι  άγιοι ενόσω ζούσαν. Διότι, όπως πολλές φορές έχουμε πει, ο άνθρωπος στέκεται ενιαία, ως ψυχοσωματική οντότητα, απέναντι στον Θεό, που σημαίνει ότι η δόξα του Θεού ζώντας στην αγιασμένη ψυχή του αγίου μεταγγίζεται και στο άγιο σώμα του. Γι’ αυτό και οι πιστοί θεωρούμε ότι τα άγια λείψανα αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους θησαυρούς της πίστεώς μας, που μας καθιστούν ζωντανό και παρόντα ανάμεσά μας τον άγιο, έστω κι αν έχει φύγει από τη ζωή αυτή. Την αλήθεια αυτή τονίζει και σήμερα η υμνολογία της Εκκλησίας μας, με την εύρεση των τιμίων λειψάνων των σήμερα εορταζομένων μαρτύρων. Σ’ ένα από τα στιχηρά για παράδειγμα του εσπερινού διαβάζουμε: «Οι για πολλούς χρόνους κρυμμένοι καλλίνικοι μάρτυρες τώρα φανερώθηκαν, σαν πολύτιμος θησαυρός, καταπλουτίζοντας τη βασιλίδα όλων των πόλεων» («Οι επί χρόνους μακρούς εγκεκρυμμένοι καλλίνικοι μάρτυρες νυν πεφανέρωνται, καθάπερ όλβος πολύτιμος, την Βασιλίδα καταπλουτίζοντες πασών πόλεων»). Στην τρίτη ωδή μάλιστα του κανόνα βλέπουμε όλο το σκεπτικό της Εκκλησίας μας για τα λείψανα: Οι άγιοι με πόθο για τον Χριστό ακολούθησαν το εκούσιο πάθος Του, ζώντας συσταυρωμένοι με Αυτόν. Έτσι άντλησαν τη χάρη από την πηγή Εκείνου, οπότε η χάρη αυτή ευρισκομένη και στα λείψανά τους απαστράπτει και προσφέρει το φως των ιαμάτων σε καθέναν που τα προσεγγίζει με πίστη. «Απαστράπτει Μαρτύρων τα φωταυγή λείψανα φέγγος ιαμάτων τοις πίστει τούτοις προστρέχουσι∙ χάριν γαρ ήντλησαν εκ των πηγών του Σωτήρος, τούτου το εκούσιον πάθος ζηλώσαντες». Τα θαύματα δηλαδή που επιτελούνται μέσω των αγίων λειψάνων αποτελούν την επιβεβαίωση περί της ενεργείας του Θεού σ’ αυτά. Ακόμη και το άγγιγμά τους ή λίγη από τη σκόνη τους εκλύει πηγές θαυμάτων για τους πιστούς. «Και λίγη σκόνη από το σώμα των αθλοφόρων, αναβρύει με τη χάρη του Θεού πηγές θαυμάτων» («κόνις βραχεία του σώματος των αθλοφόρων, πηγάς θαυμάτων βρύει εν χάριτι») (στιχηρό εσπερινού).

Στον οίκο του κοντακίου ο άγιος υμνογράφος προχωρεί ακόμη περισσότερο και μας προσφέρει μία εικόνα για τα τίμια λείψανα των αγίων, που παραπέμπει στη μεγαλοφυή εικόνα που συνέλαβε για την ελευθερία ο εθνικός ποιητής μας Διονύσιος Σολωμός και κατέγραψε στον Ύμνο εις την Ελευθερίαν, τμήμα του οποίου αποτέλεσε και τον εθνικό ύμνος της πατρίδας μας: «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη (η ελευθερία) των Ελλήνων τα ιερά».  Ο Διονύσιος Σολωμός μπορεί να επηρεάστηκε για να συλλάβει την πολύ όμορφη αυτή εικόνα και από τη γνωστή προφητεία περί της ζωογονήσεως των οστών του προφήτη Ιεζεκιήλ (κεφ. 37) – που τη διαβάζουμε στην Εκκλησία μας το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής μετά την επιστροφή του επιταφίου, ως προαναγγελία της πίστεως στην ανάσταση εκ νεκρών του Χριστού και των σωμάτων των ανθρώπων – όμως και ο υμνογράφος σήμερα κινείται στο ίδιο μήκος κύματος: βλέπει ότι η ορθοδοξία αναδύεται ως ρόδινη οσμή μέσα από τα λείψανα αυτά των αγίων. Με άλλα λόγια, όπως η ελευθερία για τον εθνικό μας ποιητή είναι καρπός θυσίας των Ελλήνων – έπεσαν στις μάχες οι Έλληνες και έμειναν μόνον τα κόκκαλά τους – κατά τον ίδιο τρόπο και η ορθόδοξη πίστη δεν είναι θέμα λόγων και μελετών, νοησιαρχιακών θεωριών, αλλά καρπός ολοκαυτωμάτων, εκεί δηλαδή που οι άγιοι δίνουν τη ζωή τους χάριν της πίστεως στον Χριστό. «Σαν ρόδα που ανθοφορούν ανάμεσα στ’ αγκάθια τα λείψανά σας, πηγάζετε στον κόσμο, ένδοξοι σεπτοί μάρτυρες, την οσμή της ορθοδοξίας» («Ως ρόδα μέσον ακανθών τα λείψανα ανθούντα, οσμήν ορθοδοξίας πηγάζετε εν κόσμω, μάρτυρες ένδοξοι σεπτοί»).

Σπάνια μία εικόνα έχει τόση δύναμη, που να φανερώνει διά μιας το τι είναι η ορθοδοξία. Σαν να μας λέει και πάλι ο υμνογράφος: η Ορθοδοξία, ως Ορθόδοξη Εκκλησία εννοείται, είναι ποτισμένη από το αίμα πρώτα του αρχηγού της Κυρίου Ιησού, έπειτα κι από το αίμα των ακολούθων Του αγίων μαρτύρων, είτε του φυσικού αίματός τους είτε του αίματος της συνειδήσεως. «Με τη λάμψη και την καθαρότητα των καλλονών των αρετών σας, στολίσατε το ένδυμά σας, που κοκκίνισε από τα μαρτυρικά αίματά σας» («Ταις καλλοναίς των αρετών φαιδρυνόμενοι, εξ αιμάτων χλαίναν εστολίσθητε, ηρυθρωμένην μαρτυρικών») (ωδή δ΄). Γι’ αυτό και πάντοτε παραμένει αήττητη, κατά τον αψευδή λόγο άλλωστε του Κυρίου μας, ότι «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής». Τη δύναμη της Εκκλησίας διά των αγίων μαρτύρων επισημαίνει μεταξύ πολλών άλλων ύμνων η ακολουθία και με τον εξής ύμνο: «Οι αθλητές της δόξας του Χριστού με τους οχετούς των αιμάτων τους αποξήραναν τους ποταμούς της ειδωλομανίας και αποτέφρωσαν τη φωτιά του αθέου προστάγματος. Από την άλλη, πότισαν πλούσια κάθε καρδιά που αναβοά με πίστη: Ιερείς ευλογείτε, λαός υπερυψούτε, εις  τους αιώνας» («Τοις οχετοίς του αίματος ποταμούς απεξήραναν ειδωλομανίας και πυράν ετέφρωσαν αθέου προστάγματος, οι αθληταί της δόξης Χριστού∙ πάσαν δε πιστώς αναβοώσαν καρδίαν κατήρδευσαν πλουσίως∙ ιερείς ευλογείτε, λαός υπερυψούτε, Χριστόν εις τους αιώνας») (ωδή η΄).

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο άγιος Ιουστίνος περί των αιρέσεων.

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Φεβρουαρίου, 2014

Σπουδαία είναι όλη η Χριστιανική Γραμματεία, όχι μόνο από θεολογικής απόψεως, αλλά και από ιστορικής. Το παρόν απόσπασμα, είναι από το διαλογικό έργο του αγίου Ιουστίνου του Μάρτυρα «Προς Τρύφωνα», το οποίο εντάσσεται χρονολογικά, γύρω στο 130-135 μ Χ. Στο απόσπασμα αυτό, μπορούμε να κατοχυρώσουμε ιστορικά τα κάτωθι: 
α. Για τον Ιουστίνο, όπως και για την Εκκλησία, δεν είναι Χριστιανός ο οποιοσδήποτε ισχυρίζεται (αυθαίρετα) Χριστιανικότητα- έστω και αν επικαλείται το όνομα του Χριστού αυτόνομα.  
β. Ο Ιουστίνος επικαλείται χωρία μέσα από τα ευαγγέλια, συνεπώς αυτά υπήρχαν ήδη στην εποχή του, και δεν είναι μεταγενέστερα προϊόντα, και συνεπώς μη προερχόμενα από τους αυτόπτες μάρτυρες του Χριστού. Σε άλλα μέρη των έργων του, αναφέρεται στα ευαγγέλια με ακόμη πιο άμεσο τρόπο, χαρακτηρίζοντάς τα «Απομνημονεύματα των Αποστόλων», τα οποία διαβάζονταν στην Εκκλησία (Ά Απολογία 66, Ά Απολογία 67). Αυτό αποτελεί μία από τις πολλές απαντήσεις που μπορεί να δοθεί σε εκείνους τους αρχαιολάτρες που επιχειρούν να προσβάλουν την αξιοπιστία των Ευαγγελίων, συνήθως με πλαστά στοιχεία. 
γ. Κάθε αιρετική ομάδα λαμβάνει το όνομα από τον εκάστοτε αρχηγό της, και όχι το όνομα «Χριστιανοί». Αυτή είναι μία πάγια θέση της Εκκλησίας, που διατυπώνεται από πολλούς εκκλησιαστικούς συγγραφείς, όπως τον άγιο Ιουστίνο, τον άγιο Ειρηναίο, τον άγιο Ιππόλυτο, τον Ηγήσιππο, τον Μ. Αθανάσιο, κτλ.
δ. Κατονομάζοντας Γνωστικές αιρετικές ομάδες που είχαν οικειοποιηθεί το όνομα «Χριστιανός» και διαχωρίζοντάς τις από το Σώμα της Εκκλησίας, δίδεται επίσης απάντηση σε όσους συγχέουν σκόπιμα τα πράγματα, προκειμένου να πουν ότι δήθεν η Εκκλησία δεν είχε συγκεκριμένη πίστη, αγνοώντας ότι έχουμε τους αρχαίους Απολογητές οι οποίοι είναι σε θέση να παρουσιάσουν στον εθνικό κόσμο ένα ολοκληρωμένο χριστιανικό «πιστεύω», όπως –για παράδειγμα- ο απολογητής Αριστείδης (140 μ Χ). 
Ως σημείωση, αναφέρουμε ότι με τους όρους «βλάσφημα» και «άθεα», χαρακτηρίζονται όλα εκείνα που υποβιβάζουν σε κτίσμα κάποια από τις υποστάσεις του Τριαδικού Θεού, και που συνέπεια έχουν να αλλοιώνουν την πίστη στην αποκάλυψη του αληθινού Θεού και να οδηγούν στην αθεΐα, με την στενή της έννοια.    

Και εγώ απεκρίθην. Από το γεγονός ότι υπάρχουν τοιούτοι άνδρες, ομολογούντες ότι είναι Χριστιανοί και ότι δέχονται ως Κύριον και Χριστόν τον σταυρωθέντα Ιησούν και μη διδάσκοντες τα διδάγματα Εκείνου αλλά από τα πνεύματα της πλάνης, ημείς οι μαθηταί της αληθινής και καθαράς διδασκαλίας του Ιησού Χριστού γινόμεθα πιστότεροι και βεβαιότεροι εις την ελπίδα την οποίαν εκήρυξεν Αυτός. Διότι όσα προείπεν ότι πρόκειται να γίνουν εις το όνομά Τού, ταύτα βλέπομε τελούμενα με την όψιν και την ενέργειαν.

Διότι είπεν: «Πολλοί θα έλθουν εν ονόματί Μου, από έξω  ενδεδυμένοι με δέρματα προβάτων, από μέσα είναι αρπακτικοί λύκοι», και «θα υπάρξουν σχίσματα και αιρέσεις», και «προσέχετε από τους ψευδοπροφήτες, οι οποίοι θα έλθουν προς εσάς, από έξω μεν ενδεδυμένοι δέρματα προβάτων, από μέσα είναι λύκοι άρπαγες», και «θα εγερθούν πολλοί ψευδόχριστοι καιψευδαπόστολοι, και θα παραπλανήσουν πολλούς των πιστών». 
Υπάρχουν λοιπόν και υπήρξαν, ω φίλοι άνδρες, πολλοί άνθρωποι οι οποίοι εδίδαξαν να λέγωμεν και να πράττωμεν άθεα και βλάσφημα, προσελθόντες εις το όνομα του Ιησού, και καλούνται από ημάς με την προσωνυμία των ανδρών από τους οποίους εκάστη διδαχή και δοξασία ήρχισεν. 
Διότι άλλοι διδάσκουν κατ’ άλλον τρόπον να βλασφημούμεν τον ποιητήν των όλων και τον προφητευόμενον υπ’ αυτού ότι θα έλθει Χριστόν και τον Θεόν του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ. Με κανένα από αυτούς δεν κοινωνούμεν ημείς, οι οποίοι θεωρούμεν ότι αυτοί είναιάθεοι και ασεβείς και άδικοι και άνομοι, και αντί να σέβωνται τον Ιησούν ομολογούν αυτόν κατ’ όνομα.
Και λέγουν εαυτούς Χριστιανούς, καθ’ ον τρόπον οι εις τα έθνη επιγράφουν το όνομα του Θεού εις τα χειροποίητα είδωλα και μετέχουν εις ανόμους και αθέους τελετάς. Και εξ αυτών μερικοί καλούνται Μαρκιανοί, άλλοι Ουαλεντινιανοί, άλλοι Βασιλειδιανοί, άλλοι Σατορνιλιανοί, και άλλοι με άλλο όνομα, καθώς κάθε ομάς ονομάζεται από το όνομα της αρχηγού δοξασίας, καθ’ ον τρόπον έκαστος των επιδιδομένων εις την φιλοσοφίαν, όπως είπα προηγουμένως, δέχεται να φέρει το όνομα της φιλοσοφίας την οποία ακολουθεί από του πατρός του συστήματος. 

(Απόσπασμα από τον «Διάλογο προς Τρύφωνα», του αγίου Ιουστίνου του Μάρτυρα, ΕΠΕ 1, σελ. 355- 359).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η πάλη του Ιακώβ (Γένεση 32:24-30).

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Φεβρουαρίου, 2014

Θα δούμε τα ενδιαφέροντα σχόλια του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, σχετικά με όσα γράφονται στο βιβλίο της Γενέσεως από τον Μωυσή, για την μυστηριώδη πάλη του Ιακώβ, τότε που μετονομάστηκε από «Ιακώβ», που σημαίνει «υποσκελιστής», σε «Ισραήλ», που σημαίνει «δύναμις Θεού». Θα παραθέσουμε απόσπασμα από το έργο του αγίου «Κατά των Νεστορίου Βλασφημιών, Βιβλίο Γ’».
Το απόσπασμα έχει ως εξής (το παραθέτω από την μετάφραση του αρχ. Ν. Βάμβα):
«Ο δε Ιακώβ έμεινε μόνος· και επάλαιε μετ’ αυτού άνθρωπος έως τα χαράγματα της αυγής· ιδών δε ότι δεν υπερίσχυσε κατ’ αυτού, ήγγισε την άρθρωσιν του μηρού αυτού· και μετετοπίσθη η άρθρωσις του μηρού του Ιακώβ, ενώ επάλαιε μετ’ αυτού. Ο δε είπεν, Άφες με να απέλθω, διότι εχάραξεν η αυγή. Και αυτός είπε, δεν θέλω σε αφήσει να απέλθης, εάν δεν με ευλογήσης. Και είπε προς αυτόν, Τι είναι το όνομά σου; Ο δε είπεν, Ιακώβ. Και εκείνος είπε, Δεν θέλει καλεσθή πλέον το όνομά σου Ιακώβ, αλλά Ισραήλ· διότι ενίσχυσας μετά Θεού, και μετά ανθρώπων θέλεις είσθαι δυνατός. Ηρώτησε δε ο Ιακώβ λέγων, Φανέρωσόν μοι, παρακαλώ, το όνομά σου. Ο δε είπε, Διά τι ερωτάς το όνομά μου; Και ευλόγησεν αυτόν εκεί. Και εκάλεσεν Ιακώβ το όνομα του τόπου εκείνον Φανουήλ, λέγων, Διότι είδον τον Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον, και εφυλάχθη η ζωή μου».
Ερεύνησε μαζί μας την θεόπνευστη Γραφή. Εμφανίστηκε κάποτε και στον πατριάρχη Ιακώβ, όταν έφυγε από την οικία του Λάβαν και έφτασε στα μέρη του Γιαμπώκ, όπως έχει γραφεί. Κατανόησε λοιπόν, ότι τότε ο Λόγος δεν ήθελε να εμφανιστεί στον πατριάρχη ως ασώματος και αψηλάφητος, εμφανίζοντάς του την προτύπωση του μυστηρίου, αλλά αυτός που πάλευε ήταν άνθρωπος, και αφού πάλεψε μαζί του, όταν άρχιζε να φέγγει η ημέρα και ξημέρωσε, του είπε, «άφησέ με να φύγω», που σήμαινε ότι σταματούσε την πάλη. Είναι όμως αναγκαίο να πω και τι σήμαινε το μυστήριο. Ότι εκείνοι που ζουν σαν σε νύχτα και σε σκοτάδι και έχουν νοητή ομίχλη στον νου και στην καρδιά τους, δεν μπορούν ακόμα να κατανοήσουν το μυστήριο που κρύβεται κάτω από αυτό, γιατί ήταν συνηθισμένος να παλεύει και να νικά, όμως εκείνοι που έφτασαν στο φως και σαν στον πνευματικό όρθρο και κατανόησαν καλά το μυστήριο, δεν ζητά να παλέψει με αυτούς άλλο, αλλά μάλλον μοιράζει πνευματικές ευλογίες. Λοιπόν, εάν αυτός έρθει και σε μας έστω και αργά, μέσα στο φως και όταν αρχίζει να ξημερώνει, θα σταματήσει να αγωνίζεται μαζί σου αυτός που πάντοτε νικά. Πρόσεχε όμως, ότι, ενώ πάλευε με άνθρωπο ο θεσπέσιος Ιακώβ, λέγει ότι είδε τον Θεό πρόσωπο με πρόσωπο. Και πρόσθεσε η αγία Γραφή, ότι «Ανέτειλε γι’ αυτόν ο ήλιος, όταν χάθηκε η μορφή του Θεού». Για ποιο λόγο λοιπόν κοκκινίζεις με τα μέτρα της ταπείνωσης, τη στιγμή που ο καθένας, που έχει σωστή πίστη και ερευνά με ακρίβεια τον σκοπό της θεόπνευστης Γραφής, λέγει ότι ο Λόγος του Θεού και Πατέρα έλαβε σάρκα και έγινε άνθρωπος; Αυτός λοιπόν που είναι ομοούσιος με εμάς, αφού έγινε άνθρωπος, και με τον ίδιο τον Πατέρα του, αφού παρέμεινε και με την ανθρώπινη φύση Θεός, στάλθηκε να κηρύξει στους αιχμαλώτους συγχώρηση, στους τυφλούς να δουν το φως τους, να θεραπεύσει εκείνους που έχουν συντριμμένη καρδιά, και να κηρύξει το έτος της εύνοιας του Κυρίου.
 (Έργα Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, ΕΠΕ 10, σελ. 321-323). 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Προς τους Χριστιανούς της Ταρσού

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Φεβρουαρίου, 2014

Η επιστολή «Προς τους εν Ταρσώ», χαρακτηρίζεται ως αμφιβαλλόμενη επιστολή, στο όνομα του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου. Ανήκει στην σειρά των αμφιβαλλόμενων επιστολών του. Για την γνησιότητα των επιστολών του, όπως έχει αποφανθεί η σύγχρονη επιστήμη της πατρολογίας. Η επιστολή αυτή αποτελείται από δέκα μικρά κεφάλαια. Εμείς παραθέτουμε τα πρώτα τέσσερα, για να πάρουμε μια μικρή γεύση. Η επιστολή είναι γεμάτη από δυναμισμό όπως και οι γνήσιες επιστολές του, και θίγει αρκετέςψευτοδιδασκαλίες οι οποίες «κυκλοφορούν» και σήμερα. Γενικά, σε όλη την επιστολή, θίγεται ο Γνωστικός δοκητισμός, οι ψευτοδιδασκαλίες που αρνούνται την θεία φύση του Χριστού, άλλες που ταυτίζουν τον Πατέρα και τον Υιό, διδασκαλίες που αρνούνται την σωματική ανάσταση των νεκρών, και άλλες που αρνούνται την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου. Ο συγγραφέας, συνοψίζει την διδασκαλία της Εκκλησίας πάνω σε αυτά, κάνοντας χρήση χωρίων από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης.
 «Από τη Συρία μέχρι τη Ρώμη δίνω μάχη με θηρία· και δεν κατατρώγομαι από άλογα θηρία, διότι αυτά, όπως γνωρίζετε, με τη θέληση του Θεού λυπήθηκαν τον Δανιήλ, αλλά από ανθρωπόμορφα θηρία, στα οποία, φωλιάζοντας το ανήμερο θηρίο, με τρυπάει καθημερινά και με πληγώνει· όμως δεν κάνω κανένα λόγο για τα δεινά ούτε θεωρώ τη ζωή μου πολύτιμη, σαν να αγαπώ τάχα αυτήν περισσότερο από τον Κύριο. Για αυτό είμαι έτοιμος για τη φωτιά, τα θηρία, το ξίφος, για τον σταυρό, αρκεί να δω τον Χριστό, τον Σωτήρα μου και Θεό, που πέθανε για μένα. Σας παρακαλώ λοιπόν εγώ ο δέσμιος του Χριστού, που οδηγούμαι μέσω ξηράς και θαλάσσης· να παραμένετε σταθεροί στην πίστη, μείνετε εδραιωμένοι, διότι ο δίκαιος θα ζήσει εκ πίστεως, γίνετε αμετάκλητοι, διότι ο Κύριος εκείνους που ακολουθούν τον ένα σωστό τρόπο ζωής τους εγκαθιστά σε οίκο.
Έμαθα ότι μερικοί από τους υπηρέτες του Σατανά θέλησαν να σας αναταράξουν, διδάσκοντες άλλοι ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε φαινομενικά, και φαινομενικά πέθανε, άλλοι ότι δεν είναι Υιός του Δημιουργού, άλλοι ότι αυτός είναι ο Θεός των όλων [1], άλλοι πάλι ότιείναι ένας απλός άνθρωπος και άλλοι ότι το σώμα αυτό δεν θα αναστηθεί, και ότι πρέπει να ζούμε και να επιδιώκουμε την απολαυστική ζωή, διότι αυτό είναι το τέλος των αγαθών, εκείνων που σε λίγο θα πεθάνουν. Τόσο μεγάλο πλήθος κακών εισόρμησε ξαφνικά. Αλλά εσείς ούτε για μία ώρα δεν υποχωρήσατε στην υποταγή αυτών. Διότι είσαστε πολίτες και μαθητές του Παύλου, ο οποίος διέδωσε το Ευαγγέλιο από τα Ιεροσόλυμα και γύρω από αυτά μέχρι το Ιλλυρικό, και ο οποίος περιέφερε τα σημάδια του Χριστού στο σώμα του.
Ενθυμούμενοι αυτόν οπωσδήποτε γνωρίζετε ότι ο Κύριος Ιησούς γεννήθηκε αληθινά από τη Μαρία, ερχόμενος από γυναίκα, και ότι αληθινά σταυρώθηκε. Διότι λέει, ‘’σε μένα είθε να μη συμβεί να καυχηθώ για τίποτε άλλο, παρά μόνο για τον σταυρό του Κυρίου Ιησού’’. Και αληθινά έπαθε και πέθανε και αναστήθηκε. Διότι λέει, ‘’ο Χριστός θα πάθει και θα αναστηθεί πρώτος από τους νεκρούς’’, και ‘’το θάνατο που υπέστη για την αμαρτία, τον υπέστη μια για πάντα· τη ζωή όμως που ζει, την ζει για τον Θεό’’. Διότι ποια θα ήταν η ανάγκη των δεσμών, εάν ο Χριστός δεν πέθανε; Ποια η ανάγκη της υπομονής; Ποια η ανάγκη των μαστιγώσεων; Και γιατί τότε ο Πέτρος σταυρώθηκε, ο Παύλος και ο Ιάκωβος σφάχτηκαν με μαχαίρι, ο Ιωάννης φυγαδεύτηκε στην Πάτμο, και ο Στέφανος φονεύτηκε με πέτρες από τους φονιάδες του Κυρίου Ιουδαίους; Όμως τίποτε από αυτά δεν ήταν μάταιο. Διότι ο Κύριος σταυρώθηκε αληθινά από τους ασεβείς.
Επίσης αυτός που γεννήθηκε από γυναίκα, είναι Υιός του Θεού, και αυτός που σταυρώθηκε, είναι πρωτότοκος όλης της κτίσεως και Θεός Λόγος και αυτός δημιούργησε τα πάντα. Διότι ο απόστολος λέει· ‘’ένας Θεός υπάρχει, ο Πατέρας, από τον οποίο προέρχονται όλα, και ένας Κύριος Ιησούς Χριστός, δια του οποίου έγιναν τα πάντα’’. Και πάλι, ‘’διότι ένας Θεός υπάρχει, και ένας μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός’’, και ‘’δι’ αυτού δημιουργήθηκαν τα πάντα, στον ουρανό και στη γη, τα ορατά και τα αόρατα, και αυτός υπάρχει πριν από όλα και όλα από αυτόν συγκρατούνται’’».
Σημείωση:
[1] Όπως φαίνεται από το 5ο κεφάλαιο, στο σημείο αυτό υποννοεί τους αιρετικούς που ταύτιζαν τον Πατέρα με τον Υιό. Που δεν διέκριναν τις υποστάσεις στην θεία Ουσία.
 (Αποστολικοί Πατέρες Άπαντα τα έργα, τόμος 4, σελ. 283- 287).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟ ΠΡΟΣΚΟΜΜΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Φεβρουαρίου, 2014


Στη ζωή πάντοτε υπάρχουν οι ισχυροί και οι αδύναμοι. Η ισχύς δεν έχει να κάνει μόνο με την σωματική δύναμη ή την εξουσία σε κοινωνικό, πολιτικό, παγκόσμιο ή και επαγγελματικό  και διαπροσωπικό επίπεδο. Υφίσταται και στη σχέση του ανθρώπου με την Εκκλησία και εκείνους που αυτή έχει ορίσει να είναι επικεφαλής των ανθρώπων, όχι μόνο λειτουργικά και πνευματικά, αλλά και χάρις στην προσωπικότητά τους. Υπάρχουν στην Εκκλησία οδοδείκτες, σημεία αναφοράς. Αυτοί είναι οι Επίσκοποι, οι πνευματικοί πατέρες, οι ιερείς στις Ενορίες, αλλά και εκείνοι οι πνευματικοί άνθρωποι, οι οποίοι χάρις στη γνώση, την πνευματική τους πρόοδο, την αφιέρωσή τους στο έργο του Θεού έχουν ξεχωρίσει, μολονότι, την ίδια στιγμή, δεν υπάρχει κάτι που να μην τους δόθηκε από τον Θεό για να διακονούν τους αδελφούς τους τούς ελαχίστους, να ποιμαίνουν το ποίμνιο του Κυρίου, να βόσκουν τα πρόβατά του (Ιωάν. 21, 15-17). Απέναντι στους ποιμένες οι πιστοί οφείλουν υπακοή, σεβασμό, αναγνώριση στο έργο του Θεού το οποίο επιτελούν. Όμως και οι ποιμένες οφείλουν να έχουν υπόψιν τους ότι επειδή είναι τύπος Χριστού στο ποίμνιό τους, δεν πρέπει να επιτρέπουν στον εαυτό τους να καθιστά την εξουσία που τους δόθηκε «πρόσκομμα τοις ασθενέσιν» (Α’ Κορ. 8, 9).
                Ο Απόστολος Παύλος κάνει αυτή την αναφορά προς τους Κορινθίους, καθότι βλέπει το πρόβλημα της τροφής από τα ειδωλόθυτα ποια αναστάτωση δημιουργεί στην κοινότητα της Κορίνθου. Δεν είναι οι τροφές βεβαίως που καθορίζουν τη θέση του ανθρώπου έναντι του Θεού. Το αν οι Κορίνθιοι φάνε το κρέας από τις θυσίες των ειδώλων δεν τους καθιστά ειδωλολάτρες. Από την άλλη, υπήρχε μία μερίδα, αδύναμη στην πίστη, η οποία υποστήριζε ότι αυτό συνέβαινε. Και ο Παύλος βλέπει τα επουσιώδη, τις λεπτομέρειες οι οποίες κρίνουν όχι την πίστη, αλλά την αγάπη των ποιμένων, και προτείνει σ’ αυτούς, ακόμη κι αν η πίστη τους είναι τόσο ισχυρή, ακόμη κι αν έχουν την εξουσία να μη φάνε από το κρέας των ειδώλων, να μην το κάνουν, για να θεραπεύσουν το λογισμό του σκανδαλισμού των αδελφών τους.
                Πόσο οι άλλοι μπορούν να ρυθμίζουν την συμπεριφορά μας; Να συνδέουν την πίστη στο Χριστό με ασήμαντα και επουσιώδη και να γίνεται η εξουσία μας πρόσκομμα στο να ακολουθήσουν τη ζωή της Εκκλησίας; Πόσο οι χριστιανοί έχουμε υποχρέωση απέναντι στους ανθρώπους που βρίσκονται εκτός της Εκκλησίας να συμμορφωνόμαστε με τον τρόπο που αυτοί θέλουν να βλέπουν τη ζωή της πίστης, για να μην σκανδαλίζονται και γινόμαστε αφορμή με την εξουσία που έχουμε εκείνοι να απορρίπτουν το όνομα του Θεού;
Ο Παύλος θέτει τρεις προϋποθέσεις. Πρώτα αναφέρεται στη ζωή της ίδιας της κοινότητας. Δεν ζητά προσαρμογή του τρόπου που οι ποιμένες ποιμαίνουν στα δεδομένα του κόσμου.  Ο χριστιανός δεν μπορεί να σκέφτεται και να δρα με βάση το πώς και το τι επιθυμούν όλοι εκείνοι οι οποίοι ισχυρίζονται ότι πιστεύουν, αλλά στην ουσία απέχουν από τη ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας, την Επισκοπή, την ενορία, την μονή. Οι άνθρωποι έχουν γνώμη επί παντός. Αυτό στην εποχή μας έχει επιταθεί με την παντοδυναμία των ΜΜΕ. Κριτήριο στις πράξεις των πολλών είναι το τι θα ειπωθεί, πώς θα σχολιασθεί και τι θα γραφτεί και θα αναρτηθεί για τα έργα τους. Όμως τον άνθρωπο έχει δικαίωμα να τον κρίνει μόνο ο Θεός. Επειδή όμως η ζωή μας συνδέεται με τον κόσμο και την κοινωνία, σε ό,τι αφορά τα της πίστεως δικαίωμα κρίσης και διάκρισης  του τι μπορεί να γίνει και τι όχι έχουν αυτοί που ανήκουν στην κοινότητα, αυτοί που παλεύουν μαζί του στο δρόμο και τον τρόπο του Θεού και προς εκείνους ο κάθε χριστιανός και ιδιαιτέρως εκείνος που έχει την εξουσία πρέπει να στρέφεται. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο λόγος του Θεού και η ζωή των χριστιανών έχει να κάνει μόνο με τους εντός της εκκλησιαστικής κοινότητας. Στους εκτός όμως τις περισσότερες φορές αρκεί η αγάπη και η τήρηση του μέτρου στη ζωή των χριστιανών. Δεν βλέπουν και δεν θέλουν να δούνε κάτι περισσότερο.
Η δεύτερη προϋπόθεση είναι η ίδια η φύση της εξουσίας που δίδεται στους εν υπεροχή όντας στη ζωή της Εκκλησίας. Η εξουσία δεν είναι μία δυναστική συμπεριφορά ή η αντανάκλαση της προσωπικής προόδου στην πίστη, η οποία γίνεται αφορμή τονισμού της υπεροχής στους πιστούς, χωρίς να λαμβάνει υπόψιν την πνευματική τους κατάσταση.Ο Παύλος ζητά από τους πιο προχωρημένους να συγκαταβαίνουν στην αδυναμία των ασθενούντων. Να μην τους προκαλούν, αλλά να εργάζονται, ώστε και αυτοί να διακρίνουν τι είναι ουσιώδες και τι όχι. Αυτή είναι η αγάπη. Λαμβάνει υπόψιν τις ανάγκες όλων σε μία κοινότητα και δεν λειτουργεί με υπεροψία. Η επίγνωση τι σημαίνει πίστη κάνει τον επιγνόντα να βάζει τον εαυτό του στη θέση του πιο αδύναμου, Αυτό δεν σημαίνει συμβιβασμό με την αδυναμία, αλλά αγώνα ώστε σταδιακά και εκείνοι να ζήσουν την ουσία της πίστης.
Τέλος, η εξουσία δεν έγκειται τόσο στην άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν, αλλά στην αναστολή τους, στην παραίτηση χάριν της αγάπης. Ο ποιμένας δεν παραιτείται από την πίστη ή τη θέση του στη ζωή της Εκκλησίας, αλλά από δικαιώματά του τα οποία δυσκολεύουν τους πιο αδύναμους.  Προτιμά να στερηθεί ο ίδιος παρά να γίνει εμπόδιο στο να χαθούν οι αδύναμοι από τη ζωή της Εκκλησίας. Και η στέρηση αυτή έχει να κάνει με το πώς βλέπει ο ποιμένας την παράδοση της Εκκλησίας, τη σχέση της πίστης με το παρελθόν, αλλά και το πώς μπορεί να κτίσει πρόοδο στη ζωή και τον τρόπο με τον οποίο όλοι βλέπουν την ίδια την πίστη. Συχνά οι ποιμένες αρκούνται στο να μεταφέρουν την παράδοση χωρίς να την επικαιροποιούν με βάση τις ανάγκες του σήμερα. Από την άλλη η όποια επικαιροποίηση χρειάζεται να έχει μέτρο, ώστε να μην υπερβαίνει τις δυνατότητες πρόσληψής της από τους λιγότερο δυνατούς. Ο ποιμένας κηρύττει, ρίπτει δηλαδή τον σπόρο της πίστης με τον τρόπο που αυτή μπορεί να απευθυνθεί στο σήμερα, αλλά και με βάση τι είναι ουσιώδες. Είναι όμως έτοιμος να αναστείλει το δικαίωμά του να εφαρμόσει αυτό που η πίστη δεν απαγορεύει, για να έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Το ζήτημα των ειδωλοθύτων λύθηκε οριστικά στην Εκκλησία με την κατάργηση της ειδωλολατρίας. Ο Θεός γνωρίζει το πότε η όποια επικαιροποίηση μπορεί να γίνει αποδεκτή από τους πιστούς.
Εξουσία στην Εκκλησία σημαίνει θυσία και ταπείνωση. Σημαίνει διάκριση και συγκατάβαση. Σημαίνει πρωτίστως συνάντηση προσώπων που πιστεύουν, στα πλαίσια μιας εκκλησιαστικής κοινότητας. Και τα τρία σημεία έχουν να κάνουν με την αγάπη. Αυτή που οδηγεί τον άνθρωπο στην οδό της Βασιλείας των Ουρανών, αυτή που πάντοτε θα είναι και θα πρεσβεύει η Εκκλησία.
Κέρκυρα, 23 Φεβρουαρίου 2014     
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΩΝ ΣΤΕΛΕΧΩΝ: ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΓΝΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Φεβρουαρίου, 2014

Τα τελευταία χρόνια είναι γεγονός ότι στο κατηχητικό έργο της Εκκλησίας έχει γίνει ένα άνοιγμα σε νέους ανθρώπους, οι οποίοι αναλαμβάνουν την κατηχητική διακονία με κριτήριο την διάθεσή τους να βοηθήσουν, το ότι λόγω της ηλικίας τους είναι πιο κοντά στα παιδιά, μπορούν να παίξουν και να χαρούνε μαζί τους και να καταστήσουν την κατήχηση πιο ελκυστική. Οι μεγαλύτεροι στην ηλικία κατηχητές, επειδή κομίζουν ένα πνεύμα περισσότερο «διδασκαλικό», διδακτικό, καθώς έχουν περισσότερες γνώσεις, συνήθως, από τους νεώτερους, περιορίζονται στο να κατηχούν μεγαλύτερες ηλικίες ή και αξιοποιούνται σε κύκλους μελέτης Αγίας Γραφής. Πολλοί ιερείς νεότητας, παρότι γνωρίζουν ότι τα νεώτερα στελέχη δεν είναι τόσο κατηρτισμένα σε ζητήματα πνευματικά, αλλά και πάνω στις λεπτομέρειες της πίστης, θεωρούν ότι το άνοιγμα προς τους νεώτερους επιβάλλεται. Αναπληρώνουν το κενό στην γνώση με την βοήθεια των όποιων κατηχητικών βοηθημάτων υπάρχουν, όπως επίσης και με το να δίνεται μεγαλύτερο βάρος στο παιχνίδι καθώς και στην αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογικών μέσων, τα οποία φέρνουν την κατήχηση πιο κοντά στις σύγχρονες παραστάσεις των παιδιών και των νέων. Υπάρχει βεβαίως και ένα ρεύμα πιο παραδοσιακό. Είναι όσοι ιερείς αντλούν στελέχη από χριστιανικές αδελφότητες, στις οποίες είναι γεγονός ότι υπάρχει μία πιο συνεπής κατάρτιση σε ζητήματα οργάνωσης και περιεχομένου του κατηχητικού έργου και μάλιστα στη λογική περισσότερο της εντός της Εκκλησίας πορείας και όχι στη λογική του ανοίγματος στον κόσμο, αλλά και ιερείς που έχουν οι ίδιοι πνευματικά παιδιά τα οποία καθοδηγούν με τέτοιο τρόπο ώστε να κρατούν μια πιο συντηρητική γραμμή τόσο στην κατήχηση όσο και στη ζωή τους.
Τα δύο αυτά κύρια ρεύματα μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν στην κατήχηση της Εκκλησίας, χωρίς να διεκδικούν το μονοπώλιο της αλήθειας και της αυθεντικότητας. Κι αυτό διότι η Εκκλησία πάντοτε απευθυνόταν τόσο προς εκείνους που ζώντας μέσα στον κόσμο παραμένουν ακατήχητοι και που ακόμη κι αν κατηχηθούν με τον τρόπο που η παράδοση ορίζει, δηλαδή μέσα από την μυσταγωγία της πνευματικής ζωής και την κατάρτιση στα δόγματα και τις αλήθειες της πίστης, δεν είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν την πραγματικότητα της εκκοσμίκευσης και του διαλόγου μ’  αυτήν, ενίοτε και της υποταγής σ’  αυτήν, όσο και προς εκείνους  οι οποίοι θεωρούν ότι ο Χριστός είναι η προτεραιότητα της ζωής τους ή τουλάχιστον οι παραδοσιακές αξίες, έστω κι αν πρυτανεύει περισσότερο μια ηθική θεώρηση της πίστης και λιγότερο το άνοιγμα της οντολογικής μεταμόρφωσης του ανθρώπου, ο οποίος καλείται να κομίσει στον κόσμο το μήνυμα του Ευαγγελίου που είναι «το σωτήριον του Θεού» (Εισοδικό εορτής της Υπαπαντής) και η πρόσκληση για σωτηρία δια της αγάπης. Αυτή η συνύπαρξη πρέπει να διαφαίνεται και στον τρόπο λειτουργίας του κατηχητικού έργου, ο οποίος ποικίλλει ανά ενοριακή κοινότητα, ανάλογα με τον αριθμό των στελεχών και τις δυνατότητές τους, όπως επίσης ανάλογα και με τον αριθμό των κατηχουμένων, παιδιών και νέων, ο οποίος συνήθως βαίνει μειούμενος συνολικά τα τελευταία χρόνια στις μεγαλύτερες ηλικίες, ενώ αυξάνει το ενδιαφέρον των γονέων για την οργάνωση τμημάτων προσχολικής κατήχησης ή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού.
Αν θέλουμε πάντως να είμαστε ειλικρινείς, ο χρόνος που απομένει σήμερα για την κατάρτιση των κατηχητών ολοένα και λιγοστεύει, τόσο για τους ίδιους όσο και για τους επιμορφωτές τους. Η κατήχηση δεν είναι επάγγελμα. Δεν εμπεριέχει αμοιβή. Είναι μία εθελοντική διακονία, στην οποία αυτός που προσφέρει δεν νιώθει επαγγελματίας αλλά ερασιτέχνης. Αυτό δεν είναι κατ’  ανάγκην κακό, εάν σκεφτούμε πόση βλάβη έχει προκαλέσει ο κακός επαγγελματισμός στην κοινωνία μας σε όλους τους θεσμούς και τομείς. Από την άλλη, συχνά ο ερασιτέχνης βάζει μία ιδιότητα πολύ σπουδαία στο έργο του:  το μεράκι και τη χαρά για ό,τι κάνει. Επειδή δεν περιμένει αμοιβή,«κάνει το κέφι του». Αυτό έχει θετική συνέπεια σε ό,τι αφορά στην ποιότητα της σχέσης που αναπτύσσει με όσους συναναστρέφεται, αλλά δεν προσδίδει πάντοτε ανάλογη σταθερότητα και διάρκεια στο καθαυτό έργο, καθώς είτε απογοητεύεται εύκολα, είτε δεν έχει τη αίσθηση του καθήκοντος, είτε δεν θεωρεί ότι πρέπει και να επιμορφωθεί ιδιαίτερα γι’ αυτό που κάνει. Του αρκούν τα βασικά. Δεν είναι κατ’ ανάγκην αμελής σε ό,τι κάνει. Δεν έχει όμως την αίσθηση ότι «χάλασε ο κόσμος» αν λείψει από την κατηχητική συνάντηση, αν δεν προετοιμαστεί και ιδιαίτερα, εάν δεν γνωρίζει τόσα όσα θα χρειαζόταν για το θέμα που καλείται να παρουσιάσει. Αρκείται σε ό,τι του δίδεται ή σε ό,τι βρίσκει ο ίδιος, από μία πρόχειρη έρευνα. Γι’ αυτό και το ζήτημα της καλλιέργειας των στελεχών, όταν αντιμετωπίζουμε το ερώτημα κατά πόσον χρειάζεται να περάσουμε από την εγκεφαλική γνώση στην εμπειρία, δεν είναι καθόλου εύκολο να απαντηθεί.
Σε πολλές ενορίες και μητροπόλεις δεν έχουμε στελέχη ικανώς κατηρτισμένα. Ζητούμε την εγκεφαλική γνώση και δεν την έχουμε, σε έναν επαρκή βαθμό. Πώς μπορούμε να ψάχνουμε για εμπειρίες πνευματικής ζωής, τις οποίες μάλιστα ένα στέλεχος θα μπορέσει να τις μοιραστεί με παιδιά και νέους; Γιατί η εμπειρία από μόνη της είναι σημείο αγιότητας. Ποιος όμως μπορεί να ισχυριστεί ότι καταλαβαίνει και βιώνει την αγιότητα ως δώρο Θεού και την ίδια στιγμή την αφήνει να επενεργεί στη ζωή του;  Η τόλμη και μόνο να περάσει από τη σκέψη μας ότι εάν θέλουμε «να διδάξουμε και ετέρους» (Β’ Τιμ.2,2), χρειάζεται να είμαστε ψυχές αγιασμένες, καθιστά την όποια διακονία μας ηττημένη εκ των προτέρων από τον ίδιο μας τον εαυτό. Περιοριζόμαστε λοιπόν στο έργο της παιδαγωγίας, κατά τον αποστολικό λόγο: «εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχετε, αλλ’ ου πολλούς πατέρας» (Α’  Κορ. 4,15). Είμαστε παιδαγωγοί. Κι ένας παιδαγωγός πρωτίστως οφείλει να έχει την ταπείνωση της επίγνωσης ότι επιτελεί ένα έργο εισαγωγικό στην πνευματική ζωή. Επιτελεί κατά κάποιον τρόπο την πρώτη γνωριμία μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Σπέρνει και αφήνει στον Θεό τα υπόλοιπα. Γιατί η σχέση του ανθρώπου με το Θεό είναι έρωτας. Και στον έρωτα δεν αρκεί η γνωριμία. Χρειάζεται η γνώση που θα ξεπερνά τις αισθήσεις, χωρίς να τις απορρίπτει. Χρειάζεται η γνώση που θα γίνεται οικείωση του Αγαπημένου στην καρδιά και την ψυχή και την ύπαρξή μας ολόκληρη. Χρειάζεται η αίσθηση ότι εμείς πρέπει να ελαττωνόμαστε (Ιωάν. 3,30), το θέλημά μας, το εγώ μας, η διανοητική μας προσέγγιση, και Εκείνος, ο Χριστός, η όντως Αλήθεια να αυξάνει εντός μας.
Ωστόσο, καθώς ζούμε σε μία δύσκολη πραγματικότητα, στην οποία ο θερισμός είναι πολύς και οι εργάτες ολίγοι (Ματθ. 10,34), κανείς δεν μας περισσεύει. Ο λόγος του Χριστού είναι ξεκάθαρος: εάν «ουδείς ημάς εμισθώσατο», Εκείνος ζητά την εργασία μας, ζητά να πάμε στον αμπελώνα Του (Ματθ. 20,7). Και γι’  αυτό ο καθένας μας καλείται να προσφέρει αυτό που μπορεί. Χωρίς να απορρίπτουμε κανέναν και τίποτε, καλούμαστε τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και στην ίδια την κατηχητική διακονία να αγωνιστούμε να μάθουμε, να γνωρίσουμε, να αποκτήσουμε εμπειρίες και να μοιραστούμε ό,τι μπορούμε. Την ίδια στιγμή έχουμε πολυτιμότατο βοηθό στο έργο μας την παράδοση της Εκκλησίας. Τους Αγίους μας. Τους Πατέρες. Τους ασκητές. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, που είτε ζώντας εν τω κόσμω είτε εκτός του κόσμου, αγάπησαν το Χριστό και μας έδειξαν ότι η σχέση μαζί Του είναι κατορθωτή, όχι γιατί ανεβαίνουμε εμείς προς Αυτόν, αλλά γιατί Εκείνος και κατέβηκε και ανεβαίνει, αιχμαλωτίζοντάς μας με την αγάπη Του (Εφεσ. 4, 8). Δεν έχουμε εμπειρίες. Μπορούμε όμως να γνωρίσουμε τις εμπειρίες των αγίων μας και να τις μοιραστούμε, τόσο με τον εαυτό μας όσο και με τα παιδιά και τους νέους που κατηχούμε.
Γνώση, πίστη και εμπειρία λοιπόν είναι ένα τρίπτυχο το οποίο και κρίνουμε και είναι απαραίτητο για κάποιον που θέλει να διδάξει «και ετέρους» τον Θεό. Γιατί αυτό είναι η κατήχηση. Η διδασκαλία και η παιδαγωγία των ανθρώπων στον νόμο, τον λόγο και τον τρόπο του Θεού, δηλαδή η απόπειρα να κατανοήσουμε Ποιος είναι ο Θεός στον Οποίο πιστεύουμε, πώς διαμορφώθηκε στην ιστορία και στην πράξη η πίστη αυτή μέσα από την πορεία και το έργο της Εκκλησίας, αλλά και τι σημαίνει ο Θεός για την ίδια τη ζωή μας, μέσα στις διάφορες προκλήσεις οι οποίες αναφύονται είτε στη σχέση μας με τους συνανθρώπους μας και τον κόσμο, είτε στη σχέση με τον εαυτό μας. Η κατήχηση, για να είναι ολοκληρωμένη, χρειάζεται να πηγάζει τόσο από την γνώση όσο και από την εμπειρία του κατηχητή. Μόνο γνώση καθιστά την κατήχηση μάθημα. Μόνο εμπειρία καθιστά την κατήχηση ασταθή, γιατί την οδηγεί στην υποκειμενική, προσωπική βίωση της σχέσης με το Θεό, η οποία εμπεριέχει τον κίνδυνο ο άνθρωπος να έχει ως κριτήριο της αλήθειας τον εαυτό του, να μην είναι σε θέση να εκτιμήσει τον εκκλησιοκεντρικό χαρακτήρα της πνευματικής ζωής, ενώ την ίδια στιγμή δεν θα μπορεί να διαλεχθεί με την κοινωνία, καθώς η εμπειρία  δεν είναι πάντοτε ή σχεδόν ποτέ κοινωνήσιμη στους άλλους, εφόσον είναι αποτέλεσμα προσωπικής σχέσης και ζωής. Γι’ αυτό και χρειάζεται ο στέρεος συνδυασμός γνώσης και εμπειρίας. Η γνώση μας κάνει να γνωρίζουμε τι και πώς πιστεύουμε. Η εμπειρία δείχνει στους άλλους, και ιδίως στα παιδιά και τους νέους, ότι η πίστη δεν είναι μόνο μία γνώση η οποία εμφυτεύεται στον άνθρωπο ως κάτι που πρέπει να ξέρει, αλλά η αφετηρία για την αληθινή συνάντηση με το Θεό, Τον Οποίο καλούμαστε να οικειωθούμε εντός της ύπαρξής μας έχοντας όμως τα κριτήρια για να Τον αναγνωρίσουμε.
Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του αγίου Συμεών του Θεοδόχου, το οποίο θυμόμαστε στην εορτή της Υπαπαντής. Ένας άνθρωπος βαθύς γνώστης του νόμου του Θεού και την ίδια στιγμή διάκονος του θυσιαστηρίου. Παιδαγωγήθηκε από την Παλαιά Διαθήκη, έλαβε ως ευλογία και προσδοκία την προφητεία ότι δεν θα πεθάνει πριν δει «τον χριστόν Κυρίου» και αξιώνεται στο τέλος της ζωής του να γευθεί τη χαρά αυτής της συνάντησης, κρατώντας στα χέρια του το «αντιλεγόμενον σημείον», περνώντας από την γνώση στην πληρωτική εμπειρία (Λουκ. 2, 22-40). Στο πρόσωπό του βλέπουμε ακριβώς αυτή την πορεία που επιθυμούμε για κάθε άνθρωπο: και να γνωρίζει για το Θεό, αλλά και να έχει την εμπειρία του Θεού.
Πώς όμως μπορούμε να περάσουμε από την εγκεφαλική γνώση στην εμπειρία;
Πρωτίστως καλούμαστε να ξεκινούμε από την μελέτη του λόγου και του νόμου του Θεού. Αυτή η μελέτη θέλουμε να είναι «λύχνος τοις ποσίν ημών και φως ταις τρίβοις ημών» (Ψαλμ. 118, 105). Με γνώμονα την Αγία Γραφή να πορευόμαστε, αλλά και η Αγία Γραφή να είναι το φως εκείνο που ξεδιαλύνει τα σκοτάδια τα οποία βλέπουμε να υπάρχουν στη ζωή μας. Δεν αρκεί όμως μόνο η μελέτη του γράμματος της Γραφής. Χρειάζεται η σταδιακή, αλλά και ουσιαστική μετοχή στο πνεύμα της. Αυτό θα έρθει όταν κατανοήσουμε ότι οι εντολές του Θεού δεν αποσκοπούν στην δέσμευσή μας σε μία στείρα προσκόλληση σε λόγους οι οποίοι δεν θα λαμβάνουν υπόψιν τις δυνατότητες και τα χαρίσματά μας, αλλά στην ελευθερία μας από τα πάθη, η οποία θα έρθει εφόσον συνειδητοποιήσουμε ότι η αμαρτία δεν είναι απλώς μία παραβίαση κανόνων, αλλά μία πνευματική κατάσταση απουσίας αγάπης προς τον Θεό και τους ανθρώπους. Εάν βλέπουμε την αμαρτία τυπολογικά, τότε κινδυνεύουμε να εμπέσουμε σε  έναν στείρο φαρισαϊσμό. Θα γνωρίζουμε τι δεν πρέπει να κάνουμε, αλλά αυτό θα καταπιέζει την ύπαρξή μας ή θα μας οδηγεί στην κατάκριση των άλλων, με φανερό ή άδηλο στόχο την αυτοδικαίωσή μας. Εάν μπορέσουμε να δούμε το πνεύμα που ελευθερώνει, θα διαπιστώσουμε ότι ο άνθρωπος δεν καλείται να εγκλωβιστεί σε μία αρνητική λογική αποφυγής της αμαρτίας, χωρίς να την απορρίπτουμε και αυτήν, αλλά να ασκηθεί στην πνευματική καλλιέργεια της αγάπης. Η αγάπη μάς κάνει αληθινούς και ειλικρινείς. Η αγάπη μάς κάνει ταπεινούς. Η αγάπη μάς δείχνει το πώς μπορούμε να μοιραστούμε τα χαρίσματά μας με τους άλλους. Να αποκτήσουμε συνείδηση σώματος Χριστού. Εκκλησίας, Ευχαριστίας, Κοινότητας, Ζωής με το Χριστό. Και είναι ο περιορισμός της αγάπης στην καρδιά μας και ο εγκλωβισμός της σε έγνοια για τήρηση εντολών μία από τις αιτίες που η πνευματική μας κατάσταση δεν έχει χαρά, αλλά στυφότητα. Και η κατήχηση χρειάζεται χαρά. Ειλικρίνεια και ζεστασιά. Ο λόγος του Θεού, όταν προσεγγίζεται υπό το πρίσμα της αγάπης για τον άνθρωπο και της ελευθερίας από το κακό μέσα από τις ποικίλες μορφές του, γίνεται εμπειρία. Γιατί δεν εφαρμόζεται απλώς στον εαυτό μας, αλλά γίνεται δρόμος και για τους άλλους, ιδίως τους νεώτερους, να σκεφτούν ότι ο Θεός είναι Πατέρας μας. Κάποτε και Αυστηρός, αλλά συνήθως Εύσπλαχνος, Επιεικής, Καταδεκτικός, Θυσιαστικός.
Αυτό είναι το βίωμα το οποίο χρειάζεται η κατήχηση να περάσει στα παιδιά και τους νέους. Ότι ο κατηχητής δεν είναι απλώς κάποιος που διδάσκει και προσφέρει γνώσεις, αλλά το πρόσωπο που αγαπά. Προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον μία διήγηση του μακαριστού Μητροπολίτη Σουρόζ Αντωνίου Μπλουμ, ο οποίος διηγείται μία εμπειρία από τα παιδικά του χρόνια ως μετανάστης στο Παρίσι. Συμμετείχε σε μία κατασκήνωση που λειτουργούσε στα πλαίσια μιας ρωσικής μαθητικής οργάνωσης. Η εμπειρία του από την Εκκλησία ήταν εντελώς αρνητική, εξαιτίας της προπαγάνδας των ρωμαιοκαθολικών που έθεταν ως προϋπόθεση αποδοχής των μεταναστών στα σχολεία τους την υιοθέτηση του ρωμαιοκαθολικού δόγματος. Ο μικρός τότε Αντώνιος αποφάσισε να μην ξανα- ασχοληθεί με τον χριστιανισμό, θυμωμένος γιατί, όπως χαρακτηριστικά γράφει, «δεν ήταν προς πώληση» (Αντωνίου Μπλούμ, Μικρό  Συναξάρι, Αθήνα 2010, σελ. 71). Τότε, στην κατασκήνωση αυτή, γνώρισε έναν ιερέα, το όνομα του οποίου δεν παραθέτει. Ίσως γιατί δεν το θυμόταν καν. Λέει λοιπόν χαρακτηριστικά: «ήταν ένας ιερέας που μας φαινόταν πολύ ηλικιωμένος- ήταν μάλλον καμιά τριανταριά χρονών, αλλά είχε μια μεγάλη γενειάδα, μακριά μαλλιά, έντονα χαρακτηριστικά και ένα στοιχείο που κανείς μας δεν μπορούσε  να εξηγήσει:  αγαπούσε τους πάντες. Δεν μας αγαπούσε ως ανταπόκριση της αγάπης ή της στοργής που του δείχναμε, ή ως ανταμοιβή του ότι ήμασταν ‘καλοί’  ή υπάκουοι. Απλώς η καρδιά του ξεχείλιζε από αγάπη. Καθένας μπορούσε να έχει μερίδιο σ’  αυτήν (και όχι απλά ένα ψήγμα ή μια σταγόνα) και ποτέ αυτή η αγάπη δεν μίκραινε. Αυτή η αγάπη για ένα συγκεκριμένο αγόρι ή κορίτσι, ήταν για τον ιερέα πηγή χαράς ή μεγάλης λύπης. Αυτές ήταν  δύο πλευρές της ίδιας αγάπης. Ποτέ δεν λιγόστευε και ποτέ δεν αμφιταλαντευόταν. Ήξερα πως η μητέρα μου με αγαπούσε, το ίδιο και ο πατέρας μου και η γιαγιά μου. Ωστόσο, αυτό ήταν το όριο του κύκλου στη ζωή μου μέχρι το οποίο έφταναν τα συναισθήματα στοργής. Το γιατί όμως ένα ξένο άτομο μπορούσε να με αγαπάει όπως και να αγαπάει άλλους, επίσης ξένους, αποτελούσε κάτι ανοίκειο προς εμένα. Πολλά χρόνια αργότερα κατάλαβα από πού ξεφύτρωναν όλα αυτά» (Μπλούμ, ό.π. , σελ. 72-74).
Ο λόγος αυτός περιγράφει το πώς η αγάπη γίνεται βίωμα  στα πλαίσια της διαδικασίας της κατήχησης από τα παιδιά που συμμετέχουν σ’ αυτήν. Όπως πάλι σημειώνει ο Μητροπολίτης Αντώνιος, «όσα έγραψε ο Απόστολος Παύλος για την αγάπη, ότι ‘η αγάπη πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει…ουδέποτε εκπίπτει’ –  Α’  Κορ. 13, 7 και 8 – βρίσκονταν σ’  αυτόν τον ιερέα, αν και εκείνη την εποχή δεν το συνειδητοποιούσα αυτό» (Μπλούμ, ό.π. , σελ. 72).  Ο μετέπειτα μητροπολίτης ένιωσε την ανάγκη να ρίξει γέφυρες προς την πίστη χάρις στην αγαπητική παρουσία εκείνου του ιερέα.  Ο κάθε κατηχητής λοιπόν ο οποίος αφήνει να αντανακλάται στο πρόσωπό του αυτή η κατά Θεόν αγάπη, την οποία προσπαθεί να βιώσει ως συνέπεια και της καλλιέργειάς του στο πνεύμα του λόγου του Θεού, προσφέρει ανυπολόγιστα στα παιδιά.
Εκτός όμως από την καλλιέργεια του πνεύματος με τον λόγο του Θεού υπάρχει και η προσευχή. Υπάρχουν δύο είδη προσευχής στην Εκκλησία. Η πρώτη είναι η προσωπική. Αυτή την οποία κάνει ο άνθρωπος στο ταμιείον του (Ματθ. 6,6), αλλά και αφήνει να καλλιεργείται μέσα στο νου του. Η προσευχή για τον κατηχητή είναι απαραίτητη. Όχι μόνο δείχνει την ταπείνωση την οποία καλείται να έχει, γιατί αξιώνεται από τον Θεό να μιλήσει για Εκείνον στους ανθρώπους και μάλιστα στους νέους και είναι βέβαιο πως όσο καλός κι αν είναι, όσο χαρισματικός, δεν μπορεί να μιλήσει στην καρδιά κανενός αν δεν μιλά δι’ αυτού ο Θεός. Ακόμη και ο πιο ικανός δάσκαλος δεν μπορεί να πετύχει την ανταπόκριση όλων των μαθητών του, όταν μάλιστα το σχολείο είναι υποχρεωτικό για τα παιδιά. Στην κατήχηση, η οποία είναι προαιρετική διαδικασία, ο κατηχητής, κι ας είναι χαρισματικός, θα διαπιστώσει ότι τα εμπόδια του πειρασμού είναι μεγαλύτερα από ό,τι είναι στο σχολείο: η ανία και η πλήξη είναι πάντοτε προ των πυλών. Η αίσθηση ότι τα όσα λέγονται ανήκουν στο παρελθόν. Η απουσία μέσων πειθάρχησης του νου και της προσοχής, όπως οι βαθμοί και τα διαγωνίσματα. Η ευκολία αποχώρησης των παιδιών από τις κατηχητικές ομάδες, αν θεωρήσουν ότι δεν ελκύονται από τα λεγόμενα ή τα γινόμενα ή αν η τηλεόραση ή οι παρέες έχουν κάτι πιο ενδιαφέρον να προσφέρουν. Η μη στήριξη των γονέων, οι οποίοι στο πρώτο παράπονο του παιδιού, ασχέτως αν είναι δικαιολογημένο ή όχι, σπεύδουν να ικανοποιήσουν την επιθυμία του να αποσυρθεί. Όλα αυτά και άλλα μοιάζουν ανυπέρβλητες δυσκολίες. Όμως, «τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ» (Λουκ. 18, 27). Η χάρις του Θεού και η ενίσχυση του κατηχητή με την προσευχή αποτελούν πολυτιμότατες εμπειρίες, που βοηθούν την κατηχητική διακονία και στην ουσία καθορίζουν την έκβασή της. Ο συνδυασμός, μάλιστα, της εκκλησιαστικής ακολουθίας που είναι το απόδειπνο ή η πρωινή προσευχή, με την μελέτη του λόγου του Θεού και την προσωπική προσευχή, αποτελεί τρόπο εισόδου στα μονοπάτια της εμπειρίας.
Υπάρχει όμως και η δεύτερη προσευχή: η λειτουργική. Αυτή γίνεται στην Εκκλησία, στην τέλεση των ιερών ακολουθιών. Ο κατηχητής αναβαπτίζεται όχι μόνο ακούγοντας και συμμετέχοντας και με το νου και την καρδιά στα τελούμενα των ακολουθιών, αλλά και προσευχόμενος σ’  αυτές, τόσο για τον εαυτό του και τη ζωή του, όσο και για τα παιδιά και τους νέους, που ο Θεός και η Εκκλησία του έχουν εμπιστευθεί. Η λειτουργική προσευχή σήμερα αποτελεί ίσως και την πιο σημαντική δυνατότητα προσευχής, την οποία όλοι έχουμε. Γιατί ο χρόνος μας κατατρώγεται από τις ενασχολήσεις μας, από την τηλεόραση, από το Διαδίκτυο, από την απουσία ησυχίας. Και μαζί με τον χρόνο νικιέται και η όποια απόπειρα πνευματικής ζωής. Γι’  αυτό και η λειτουργική ζωή αποτελεί «καιρό προσευχής». Αν μάλιστα σκεφτούμε ότι τα όσα λέγονται, ψάλλονται, τελούνται στη λειτουργική ζωή αποτελούν τροφή όχι μόνο του νου, αλλά και της καρδιάς, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε έτι περισσότερο την αξία της λειτουργικής προσευχής. Ιδίως κατά την Θεία Λειτουργία, οπότε έχουμε τον συνδυασμό και του λόγου και της αναφοράς, και της διδαχής και του μυστηρίου της ευχαριστίας, στο οποίο λαμβάνουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, η προσευχή γίνεται αφετηρία περάσματος από την γνώση στην εμπειρία. Και αν προσπαθήσουμε μαζί με μας να έρθουν στο ναό του Θεού και τα παιδιά που κατηχούμε, μικρότερα και μεγαλύτερα, τότε η ευλογία είναι μεγάλη.
Στο σημείο αυτό ας σταθούμε και στο γεγονός ότι η κατήχηση σήμερα έχει αποσυνδεθεί από την εκκλησιαστική ζωή εν γένει. Ακόμη και η φυσική παρουσία των παιδιών στο ναό δεν είναι αυτονόητη, όταν γίνεται κατηχητική συνάντηση. Ενώ τα Πνευματικά Κέντρα και οι αίθουσες είναι ευλογία, γιατί μας δίνουν την ευκαιρία να εργαστούμε κατηχητικά με την χρησιμοποίηση και σύγχρονων μέσων, αλλά και να μπορούμε να συνδυάσουμε την κατήχηση με το παιχνίδι, εντούτοις δεν μας επιτρέπουν να δώσουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα για την πίστη εάν δεν υπάρχει η σύνδεση με το ναό. Γι’ αυτό χρειάζεται, εάν η συνάντηση δεν γίνεται στο ναό, να πηγαίνουμε τα παιδιά, είτε πριν είτε μετά από αυτήν, στο ναό. Να ανάβουμε μαζί τους  κερί. Να χαιρετούμε τις εικόνες. Να τα οδηγούμε στο να συναντήσουν τον ιερέα και να πάρουν την ευχή του. Όλα αυτά είναι βιώματα εκκλησιαστικής και πνευματικής πορείας. Την ίδια στιγμή μία προσευχή στο ναό, την ώρα που τα παιδιά μπαίνουν μέσα και ανάβουν το κερί, όπως και η συμμετοχή στον εσπερινό, το απόδειπνο ή κάποια άλλη ακολουθία (όπως για παράδειγμα, εάν γίνεται κάποια βάπτιση την ώρα της κατηχητικής συνάντησης θα ήταν όμορφο να πηγαίναμε τα παιδιά εκεί και να εξηγήσουμε σ’  αυτά τι γίνεται στο μυστήριο), αποτελούν τρόπους με τους οποίους η κατήχηση γίνεται από γνώση εμπειρία, τόσο για εμάς όσο και για εκείνα.
Κορυφαίο γεγονός της πνευματικής ζωής, αυτό το οποίο καθιστά την σχέση του ανθρώπου με το Θεό συνάντηση και σχέση ζωής, είναι η μετοχή στη Θεία Ευχαριστία. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε τι γίνεται στο μυστήριο ή να εκκλησιαζόμαστε απλώς. Χρειάζεται να μετέχουμε και να κοινωνούμε συχνά. Τόσο για το ότι με την μετοχή στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού αγιαζόμαστε, λαμβάνουμε άφεση αμαρτιών και ξεκινούμε την πορεία μας προς την αιώνια ζωή, όσο και για το γεγονός ότι κατ’  αυτόν τον τρόπο επαναβεβαιώνουμε το ότι είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού που είναι η Εκκλησία. Δεν κοινωνούμε γιατί είμαστε άξιοι. Δεν κοινωνούμε γιατί πρέπει να επιβραβευθούμε για τους κόπους μας. Κοινωνούμε γιατί θέλουμε να δείξουμε στο Θεό ότι κάνουμε υπακοή στο θέλημά Του να μένουμε εν αυτώ και ζητούμε και Εκείνος να μένει εν ημίν (Ιωάν. 6, 56), αλλά και γιατί δεν γνωρίζουμε άλλο τρόπο πλήρους βίωσης της αγάπης τόσο προς τον Θεό όσο και προς τον πλησίον από την παρουσία και εμπειρία του Χριστού εντός μας.
Η Θεία Κοινωνία αγιάζει την σύνολη ύπαρξή μας, τόσο το σώμα όσο και την ψυχή μας. Αυτό σημαίνει ότι μας δίνει την δυνατότητα να αφήσουμε τα πνευματικά μας μάτια να ανοίξουν και την ίδια στιγμή να καταστήσουμε το Χριστό προτεραιότητα στην ζωή μας. Κι εδώ βρίσκεται ο απώτερος σκοπός της κατήχησης. Να συνδεθούμε και να συνδέσουμε με το Χριστό. Ο κατηχητής δεν δείχνει τελικά στα παιδιά και τους νέους τον εαυτό του ως πρότυπο, αλλά το Χριστό. Και ο Χριστός δεν είναι άσαρκο ιδεολόγημα ή σκέψη ή γνώση νοητική. Είναι εμπειρία. «Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος» (Ψαλμ.33,9), ψάλλουμε στην Εκκλησία. Γι’ αυτό και η μετοχή στην Ευχαριστία αποτελεί την ολοκλήρωση της κατηχητικής πορείας μας.
Την ίδια στιγμή ο κατηχητής καλείται να έχει πνευματικό πατέρα, όχι κατ’  ανάγκην με την έννοια του γέροντα, γιατί δεν είναι μοναχός, αλλά με την έννοια του σημείου αναφοράς στη ζωή του. Ο κατηχητής δεν περνά στην εμπειρία της πνευματικής ζωής εάν δεν συνειδητοποιεί τι σημαίνει πτώση και ανάσταση. Τι σημαίνει πάθη και μετάνοια. Εάν δεν βλέπει τα ριζώματα των λογισμών στην ύπαρξή του. Και του χρειάζεται ο πνευματικός πατέρας όχι απλώς για να μοιράζεται τα προβλήματά του, αλλά και για να βοηθιέται ώστε να πορεύεται κατά Θεόν. Ο πνευματικός πατέρας συνδέεται με το μυστήριο της μετανοίας. Κι αυτό με τον αγώνα του ανθρώπου για κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη και την ίδια στιγμή για καλλιέργεια του έρωτα προς το Χριστό που αγιάζει και νοηματοδοτεί προς την όντως Αλήθεια τη Ζωή μας.
Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούν και τον αγώνα για γνώσεις που μας βοηθούνε τόσο στην κατήχησης του εαυτού μας, όσο και στην κατήχηση των παιδιών και των νέων. Για την γνώση όμως είναι απαραίτητο ένα πνεύμα μαθητείας, το οποίο σε γενικές γραμμές δεν φαίνεται να υπάρχει στην εποχή μας. Γιατί ο άνθρωπος, καθώς βομβαρδίζεται από πλήθος πληροφοριών, στις οποίες έχει άμεση πρόσβαση σήμερα, χάρις στα ΜΜΕ και το Διαδίκτυο, δεν νιώθει την ανάγκη να εμπιστευθεί εύκολα ανθρώπους για να μάθει. Η μάθηση προϋποθέτει εμβάθυνση και την ίδια στιγμή έρευνα και αναζήτηση της αλήθειας, τόσο της Όντως που είναι ο Χριστός, όσο και των μερικών αληθειών της επιστήμης, της ιστορίας, της ίδιας της ζωής.  Η μάθηση όμως προϋποθέτει και κόπο. Προϋποθέτει και ταπείνωση και ακρόαση με συγκεντρωμένο νου και καρδιά. Προϋποθέτει και χρόνο και αφιέρωση. Όλα αυτά είναι ζητούμενα στην εποχή μας. Συνήθως είμαστε με ένα ρολόι ανά χείρας ή με το κινητό για να βλέπουμε την ώρα. Πώς να μάθουμε αν δεν είμαστε έτοιμοι να δώσουμε το χρόνο που χρειάζεται; Και την ίδια στιγμή, πώς να μάθουμε όταν δεν πιστεύουμε ότι τα κενά μας είναι τόσα που πρέπει και να διδαχθούμε και να παιδαγωγηθούμε για να γίνουμε περισσότερο ελεύθεροι; «Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώση υμάς» (Ιωάν. 8,32). Κάθε αλήθεια ελευθερώνει. Προσθέτει και αφαιρεί. Εάν είμαστε το παράδειγμα της μαθητείας, τότε θα διδάξουμε και άλλους πώς να γίνουν κι αυτοί μαθητές. Όχι δικοί μας, αλλά του Χριστού και της Εκκλησίας.
Η λειτουργία μας ως πνευματικών ανθρώπων  αποτελεί για τη ζωή της Εκκλησίας το ζητούμενο. Και εδώ η χάρις του Αγίου Πνεύματος «θεραπεύει τα ασθενή και αναπληροί τα ελλείποντα» (ακολουθίας της χειροτονίας). Χωρίς να περιφρονούμε την εγκεφαλική γνώση, γιατί η κατήχηση είναι σχολείο και για μας και για όσους κατηχούμε,  παράλληλα  ας μετέχουμε στην γενικότερη παιδεία που προσφέρει η εκκλησιαστική ζωή, με την θεία λειτουργία, τις γιορτές της πίστης, το κήρυγμα, το μυστήριο της μετανοίας και ας καλλιεργούμε με την  προσωπική μας δίψα για μάθηση, μέσα από την μελέτη της Αγίας Γραφής και άλλων πνευματικών βιβλίων, την επίγνωση της εμπειρίας των Αγίων και την ανάγκη για μίμησή τους, ώστε η διακονία όλων στο κατηχητικό έργο να γίνεται ευκαιρία βίωσης του Χριστού. «Ου γαρ εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών» (Ματθ. 18, 20) λέει ο Ίδιος. Αυτή η βεβαιότητα των λόγων Του ας μας παρηγορεί στον κατηχητικό μας αγώνα, ο οποίος αποτελεί τρόπο και παιδαγωγίας, αλλά και εμπειρίας Θεού. Τρόπος που μπορεί να μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε τον κρυμμένο μαργαρίτη (Ματθ. 13, 45-46) και να βοηθήσουμε και άλλους, ιδίως τους νεωτέρους, να Τον συνανακαλύψουν μαζί μας.
Εισήγηση σε ημερίδα στελεχών νεανικού έργου της Ι. Μ. Θεσσαλονίκης
Θεσσαλονίκη, 8 Φεβρουαρίου 2014
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΥΚ ΕΞΟΥΣΙΑΣΘΗΣΟΜΑΙ ΥΠΟ ΤΙΝΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Φεβρουαρίου, 2014

Οι άνθρωποι συχνά διαπιστώνουμε ότι φανερώς ή αφανώς εξουσιαζόμαστε. Άλλοι άνθρωποι, τα πάθη  και οι αδυναμίες μας, οι δυνάμεις της κοινωνίας που καθορίζουν τον τρόπο ζωής όλων, άρα αμέσως ή εμμέσως και τον δικό μας, διότι είναι αδύνατον να μην επηρεαστεί κάποιος, καθώς ζούμε στον κόσμο, βλέπουμε ότι δεν είμαστε τόσο ελεύθεροι ή καθόλου ελεύθεροι, μολονότι θα το θέλαμε.  Ποιος είναι όμως ο τρόπος αντίδρασής μας απέναντι στις μορφές εξουσίας που συναντούμε στη ζωή μας;
Αν επιχειρούσαμε να κάνουμε αυτοκριτική και να δούμε αληθινά τον εαυτό μας θα διαπιστώναμε ότι συνήθως τρεις είναι οι αντιδράσεις μας. Η συνήθεια και ο συμβιβασμός, ο θυμός και η οργή, η απόπειρα αυτοκαθορισμού. Ανάλογα με την αντίδραση διαμορφώνεται η πορεία της ζωής μας. Την ίδια στιγμή, κοντά μας διαμορφώνεται και η πορεία της ζωής των άλλων ανθρώπων του περιβάλλοντός μας, του άμεσου και του ευρύτερου, καθώς, όσο κι αν δεν το υποψιαζόμαστε, ένας άνθρωπος προβληματίζει, αλλάζει ή παθητικοποιεί σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τον κόσμο στον οποίο ζει. 
Η ευκολότερη αντίδραση έναντι της κάθε λογής εξουσίας είναι η συνήθεια. Είτε δεν αντιλαμβανόμαστε την επίδραση της εξουσίας επάνω μας, είτε νιώθουμε ότι δεν επαρκούν οι δυνάμεις μας να αντισταθούμε σ’ αυτήν, είτε απολαμβάνουμε τα κάποια λίγα προνόμια που χάρις στην εξουσία μας παραχωρούνται και τα οποία μας εξασφαλίζουν μία επαρκή για τα δεδομένα μας ζωή, όλα αυτά μας κάνουν να αφηνόμαστε στις επιδράσεις της. Για παράδειγμα, τα πάθη τα οποία επιδρούν επάνω μας είτε δεν αντιλαμβανόμαστε την πνευματική τους υφή, καθώς η πίστη μας δεν είναι τόσο ισχυρή, είτε τα θεωρούμε ανθρώπινες αδυναμίες, που δικαιολογούνται ακριβώς γιατί είμαστε άνθρωποι, είτε τα βαφτίζουμε στοιχεία του χαρακτήρα μας, για τα οποία δεν μπορούμε ή δεν χρειάζεται να κάνουμε κάτι, είτε αφηνόμαστε στη λογική της εποχής μας, η οποία τα θεωρεί δικαίωμα και τα αποθεώνει, μας καθιστούν ανθρώπους εμπαθείς, όμως συνηθίζουμε να ζούμε υπό την εξουσία τους και συμβιβαζόμαστε μ’ αυτά. Το ίδιο συμβαίνει και με τους άλλους ανθρώπους, είτε τους οικείους, είτε τους φίλους, είτε τους εργοδότες μας, είτε εκείνους που διαμορφώνουν την ιδεολογία της εποχής. Συνηθίζουμε να είμαστε άνθρωποι της εποχής μας. Άνθρωποι που δεν θέλουμε ρήξεις. Που μας αρκεί να έχουμε τον επιούσιο ή να αποφεύγουμε τα χειρότερα. Γιατί ίδιον της κάθε εξουσίας είναι ο φόβος για το τι μέλλει γενέσθαι  στην περίπτωση κατά την οποία δεν υπακούσουμε στον τρόπο της. Φόβος απώλειας της χαράς και της σταθερότητας. Απώλειας της κοινωνικής μας θέσης και της αποδοχής των άλλων. Φόβος μοναξιάς. Και έτσι ο φόβος συντηρεί τη συνήθεια.
Άλλοι οργιζόμαστε έναντι των όσων μας εξουσιάζουν.Διαπιστώνουμε ότι δεν είναι αυτό που θέλουμε για τη ζωή μας, ότι εμείς πλασθήκαμε να είμαστε ελεύθεροι και νιώθουμε ότι η εξουσία καταπιέζει ή πνίγει την προσωπικότητά μας. Της στερεί αληθινά τη χαρά και το νόημα. Κι ενώ οργιζόμαστε, όταν έρχεται η ώρα κατά την οποία καλούμαστε να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας, να δούμε ενώπιος ενωπίω τον εαυτό μας, να παλέψουμε να διορθώσουμε ό,τι μπορεί να διορθωθεί, ιδίως τον μέσα κόσμο μας, διαπιστώνουμε ότι ο κόπος είναι πολύς και το αποτέλεσμα αμφίβολο ή αδύνατο. Είτε δεν είμαστε έτοιμοι, είτε νιώθουμε μόνοι και αβοήθητοι είτε παγιδευόμαστε στα αδιέξοδα τα οποία η εξουσία συνεχώς φροντίζει να μας υπενθυμίζει, παραμένουμε οργισμένοι, αλλά και ανέτοιμοι να αντιδράσουμε για να αλλάξουμε. Έτσι θυμώνουμε και με τον εαυτό μας, κατακρίνουμε τους πάντες και τα πάντα, αλλά δεν τολμούμε. Ιδίως σε ό,τι αφορά στα πάθη μας, πολλές φορές διαπιστώνουμε ότι λειτουργούν καταστροφικά για τη ζωή μας, αλλά η μετάνοια και η ανάληψη του πνευματικού αγώνα δεν είναι στις προτεραιότητές μας. Ίσως γιατί έχουμε πεισθεί για την παντοδυναμία τους.
Υπάρχει και μία τρίτη αντίδραση. Είναι η απόπειρα αυτοκαθορισμού. Είναι εκείνη η υγιής απόφαση να «έρθουμε εις εαυτόν» (Λουκ. 15, 17) και να μην αφήνουμε τη ζωή μας έρμαιο της εκάστοτε εξουσίας. Να μην συνηθίσουμε, να μην συμβιβαστούμε, να μην παραιτηθούμε, ούτε να διοχετεύσουμε την αγωνία μας σε μία οργή ή έναν θυμό χωρίς αντίκρισμα, αλλά να αναλάβουμε βήμα-βήμα τον αγώνα να καθορίσουμε εμείς τι θέλουμε από τον εαυτό και τη ζωή μας. Και να ζητήσουμε βοήθεια. Πρωτίστως επιστρέφοντας εκεί που είναι βέβαιο ότι μας αγαπούνε, όχι γιατί έχουν να κερδίσουν κάτι από εμάς, αλλά γιατί μας νιώθουν παιδιά τους. Να αναγνωρίσουμε με ταπείνωση ότι υποταχτήκαμε σε εξουσίες αλλότριες της χαράς και της αγάπης. Όμως ότι δεν εγκαταλείψαμε την κριτική μας δυνατότητα, ούτε τη θέλησή μας να είμαστε ελεύθεροι. Και εν μετανοία να εργαστούμε. Με οποιοδήποτε κόστος. Όχι με μία τυφλή επαναστατικότητα και την αίσθηση ότι εμείς είμαστε το κέντρο του κόσμου. Αλλά με εμπιστοσύνη σ’ εκείνους που γνωρίζουμε ότι είναι οι οδοδείκτες της μεγάλης αλλαγής: αυτής της νίκης κατά των παθών, της νίκης κατά του κόσμου της ηττοπάθειας, του συμβιβασμού, της φιληδονίας, της φιλαυτίας.  
Μόνο στην Εκκλησία και στη ζωή της υπάρχει η δυνατότητα του αληθινού αυτοκαθορισμού. Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος αναφωνεί: «ουκ εξουσιασθήσομαι υπό τινός» (Α’ Κορ. 6, 12). Το παράδοξο είναι ότι ο αυτοκαθορισμός έρχεται όχι γιατί το εγώ μας το επιβάλλει με τις δυνάμεις του, αλλά γιατί εμπιστευόμαστε: τη σχέση με το Θεό ως Πατέρα μας στο πρόσωπο του Χριστού. Τη σχέση με εκείνους που πριν από εμάς έδειξαν και έζησαν την αλήθεια του να είμαστε ελεύθεροι από τα πάθη χάρις στον πνευματικό αγώνα και την μετάνοια. Δηλαδή τους Αγίους και τους πνευματικούς μας πατέρες. Τον τρόπο της αγάπης προς όλους, που μπορεί να φαίνεται αδύναμος και ανίσχυρος, αλλά στην ουσία μας λυτρώνει από την δύναμη του κακού, καθώς το καθιστά ανήμπορο να διαλύσει την πίστη μας. Την αγάπη που μας κάνει να βρίσκουμε τρόπους υπέρβασης της συνήθειας και μας βοηθά να ανανεώνουμε ποιοτικά τις ανθρώπινες σχέσεις. Την αγάπη που ελέγχει άμεσα και έμμεσα όλους εκείνους που αδικούν την κοινωνία και τον πλησίον. Την αγάπη που μας κάνει να υπερβαίνουμε συμφέροντα, φόβους, μάταιους θυμούς και να γινόμαστε αληθινοί επαναστάτες. Αυτοί που οριζόντια δίνουμε μαρτυρία ζωής, χωρίς να ματαιοπονούμε κάθετα έναντι των ισχυρών και κάθε εξουσίας. Γιατί αν δεν νικήσουμε τις εντός μας εξουσίες, καμία αλλαγή δεν μπορεί να έχει ουσία. Διότι δεν θα κρατήσει, καθώς θα καταπνιγεί από τα ανθρώπινα πάθη.
Αυτή την θριαμβευτική φωνή του αποστόλου «ουκ εξουσιασθήσομαι υπό τινος» ας την ξαναβάλουμε στη ζωή μας. Και ας την ακολουθήσουμε στην πορεία της Εκκλησίας και στην δική μας εντός της. Είναι η μοναδική γνήσια ελπίδα αλλαγής και αντίστασης. Γιατί στηρίζεται στη βοήθεια του Χριστού και στην εν Χριστώ πορεία.   Αυτή που λείπει από τη ζωή του κόσμου. Ας μην λείψει τουλάχιστον από τη δική μας.
Κέρκυρα, 16 Φεβρουαρίου 2014  
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Παράρτημα ν. Τρικάλων της ΠΕΘ: Να πάρει θέση η Ιεραρχία για το πρόγραμμα σπουδών των Θρησκευτικών

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Φεβρουαρίου, 2014

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΙΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ν. ΤΡΙΚΑΛΩΝ

Κονδύλη & Σολωμού

42100 Τρίκαλα –Τηλ.2431026549

email: theologoitrikkis@gmail.com

Τρίκαλα 18  Φεβρουαρίου  2014

Αριθ. Πρωτ. 2

Σεβασμιώτατοι άγιοι Αρχιερείς,

πλήρεις αγωνίας για τις εξελίξεις που αφορούν στο μέλλον της θρησκευτικής παιδείας των μαθητών της πατρίδας μας, απευθυνόμαστε προς Υμάς ενόψει της εντός ολίγων ημερών συνερχομένης Συνόδου της σεπτής Ιεραρχίας της Εκκλησίας μας. Όπως γνωρίζετε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά βρίσκεται σε πιλοτική εφαρμογή σε 150 σχολεία της χώρας τονέο Πρόγραμμα Σπουδών για τα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, το οποίο ριζικά αλλοιώνει τον χαρακτήρα του μαθήματος μετατρέποντάς το σε πολυθρησκευτικό. Το Αγιώνυμο Όρος, η συντριπτική πλειονότητα κληρικών και θεολόγων αλλά και πολλοί εξΥμών έχουν πολλές φορές δημοσίως ζητήσει την απόσυρση του εν λόγω Προγράμματος ως επικίνδυνου για τη διαπαιδαγώγηση των νέων μας.

Μέχρι στιγμής ωστόσο δεν υπήρξε επίσημη συνοδική καταδίκη του Προγράμματος αυτού, απόφαση που ασφαλώς θα επηρεάσει αποτελεσματικά την τελική κρίση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων για γενίκευση ή απόσυρση του προλεχθέντος Προγράμματος. Πρόσφατες μάλιστα εξελίξεις αποδεικνύουν ότι υπάρχουν πρόσωπα, δυστυχώς και εντός των κόλπων της σεπτής Ιεραρχίας, που επιδιώκουνπαντοιουτρόπως την αναβολή λήψης απόφασης για το θέμα. Έτσι, και τις δύο φορές που το θέμα ήρθε προς συζήτηση στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο, ορίστηκαν ως εισηγητές οι Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος και Μεσσηνίας Χρυσόστομος, οι οποίοι τοποθετήθηκαν μάλλον θετικά υπέρ του Προγράμματος αυτού εγείροντας αντιδράσεις άλλων Συνοδικών με σημαντικότερη ίσως την κατατεθείσα εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φιλίππων Προκοπίου ευθύς αμέσως μετά την εισήγηση του Σεβ. Μητροπολίτου Μεσσηνίας. Η παραπομπή εξάλλου του θέματος για περαιτέρω μελέτη στις Συνοδικές Επιτροπές επιβράδυνε για δύο και πλέον έτη τη λήψη σχετικής απόφασης.

Τέλος, σε πρόσφατη βιβλιοπαρουσίαση (18/01/2014) των  θεολόγων του «ΚΑΙΡΟΥ» στο βιβλιοπωλείο «ΑΡΜΟΣ» ο Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιγνάτιος σε παρέμβασή του μεταξύ άλλων ανέφερε: «Γιατί δυστυχώς αφήσατε ή αφήσαμε περιθώριο, σ΄ αυτούς τους οποίους περιγράφετε κάθε φορά με τον τρόπο που τους περιγράφετε, να επηρεάσουν τους Ιεράρχες, διότι αυτοί είναι οργανωμένοι, είναι συντονισμένοι, κατεβαίνουν με σάιτ, κάνουν συναντήσεις και επηρεάζουν· άρα αυτή τη στιγμή συζήτηση στην Ιεραρχία δεν θα πρέπει να γίνει γι΄ αυτό το θέμα». Οι δηλώσεις αυτές του Σεβ. Μητροπολίτου Ιγνατίου δεν αποτελούν απλώς πλήγμα στον αγώνα και την αγωνία μας για την ύπαρξη ενός χριστιανικού θεολογικού μαθήματος στα σχολεία, αλλά θέτουν σε ευθεία αμφισβήτηση τον συνοδικό τρόπο λειτουργίας και λήψης αποφάσεων της σεπτής Ιεραρχίας της Μητρός Εκκλησίας μας.

Σήμερα δυστυχώς ζούμε και υφιστάμεθα ένα ιδεολογικό ολοκληρωτισμό, όπου κάποιες έννοιες έχουν ισοπεδωθεί και η όποια διαφορετική φωνή θεωρείται απαράδεκτη και εξοστρακιστέα. Ἐπιπλέον αυτός ο ολοκληρωτικός χαρακτήρας της σύγχρονης κουλτούρας, των λεγόμενων δεξαμενών σκέψεως θεωρεί κάθε αντίθετη φωνή  περιφρονητέα. Γι΄ αυτό και -σύμφωνα με τα  λεγόμενα του υποστηρικτὴ  του Προγράμματος Σεβ. Μητροπολίτη Δημητριάδος Ιγνατίου- όσοι αγωνίζονται για ένα ορθόδοξο μάθημα χαρακτηρίζονται ώς «παλαιοὶ τῶν ἡμερῶν».

Δεν μπορεί όμως να κάνει πίσω η Εκκλησία σε θέματα πίστεως και διδασκαλίας και να αρνηθεί τον εαυτό της και την ιστορία της ούτε να αφήσει τα τέκνα της στο σκοτάδι της παραπληροφόρησης και της συγχύσεως. Είναι υποχρεωμένη να ορθοτομεί τον λόγο της αλήθειας προς κάθε κατεύθυνση.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων υιικώς απευθύνουμε δραματική έκκληση προς τη Σεβασμιότητα Υμών και παρακαλούμε να μην απεμπολήσετε ούτε την επισκοπική Υμών ευθύνη για τη διαπαιδαγώγηση των νέων μας ούτε το δικαίωμά Σας να παρεμβαίνετε ελέγχοντες το περιεχόμενο του θρησκευτικού μαθήματος που διδάσκεται στα σχολεία. Προσδοκούμε ανυπερθέτως να θέσετε στη συνερχόμενη εντός ολίγου Σύνοδο της Ιεραρχίας το θέμα, ξεπερνώντας τυχόν εμπόδια της ημερησίας διατάξεως, και να λάβετε συνοδική απόφαση στήριξης του ορθοδόξου χριστιανικού θεολογικού μαθήματος των Θρησκευτικών καταδικάζοντες απερίφραστα το νέο πιλοτικό Πρόγραμμα Σπουδών.

Για το ΔΣ

-Ο-                                                                          -Ο-

Πρόεδρος                                                                Γραμματέας

Πρωτοπρ. Απόστολος Μανώλης                              Κων/νος Αντωνόπουλος

 Κοιν:

1.      Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος

2.       Σεβ. Μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών

3.      Σεβ. Μητροπολίτη  Σταγών  και Μετεώρων

4.      Υπουργό Παιδείας  (Υ.Π.Θ.Π.Α)

5.       Γ. Γραμματέα Υπουργείου Παιδείας  (Υ.Π.Θ.Π.Α)

6.      Γ. Γραμματέα Θρησκευμάτων

7.      Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

8.      Σχολικό Σύμβουλο Θεολόγων  Νομού Τρικάλων

http://www.petheol.gr

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Φεβρουαρίου, 2014

῾῾Αμαρτάνοντες εἰς τούς ἀδελφούς…εἰς Χριστόν ἁμαρτάνετε
(Α´ Κορ. 8, 12)
α. Μέ τήν παραβολή τῆς κρίσεως πού προβάλλει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν ᾽Απόκρεω μᾶς ὑπενθυμίζει ἡ ᾽Εκκλησία μας ὅτι ἡ ζωή αὐτή ὄχι μόνο θά τελειώσει, ἀλλά καί θά ἐλεγχθεῖ. Θά᾽ ρθει ὁ Χριστός στήν Δευτέρα Του Παρουσία κι ἐκεῖ θά ἀποδώσει στόν καθένα ἀνάλογα μέ αὐτά πού πολιτεύτηκε, σέ σχέση μάλιστα μέ τόν συνάνθρωπό του. Στό ἴδιο μῆκος κύματος ὅμως βρίσκεται καί τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. ᾽Αναφέρεται σέ ἕνα συγκεκριμένο πρόβλημα τῆς ᾽Εκκλησίας τῆς Κορίνθου, δηλαδή στή στάση ὁρισμένων πιστῶν, οἱ ὁποῖοι μέσα στά πλαίσια τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας τους ἔτρωγαν ἀπό τά λεγόμενα εἰδωλόθυτα, δηλαδή τά κρέατα ἀπό τίς εἰδωλολατρικές θυσίες, καί ἐνῶ γι᾽ αὐτούς δέν ὑπῆρχε συνειδησιακό πρόβλημα, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κάποια ῾ἱερότητα᾽ στά εἰδωλόθυτα, προκαλοῦσαν τή συνείδηση τῶν ἁπλῶν καί ἀσθενῶν στή συνείδηση ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦσαν νά δοῦν τά εἰδωλόθυτα ὡς ἁπλά κρέατα. ῎Ετσι ὅμως ἡ ἐλευθερία τους αὐτή, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γινόταν ἁμαρτία μέ τήν πρόκλησή τους αὐτή, ἡ ὁποία τελικῶς ἀναφερόταν στόν ἴδιο τόν Κύριο. ῾῾Αμαρτάνοντες εἰς τούς ἀδελφούς καί τύπτοντες τήν συνείδησιν αὐτῶν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστόν ἁμαρτάνετε᾽. ῾Αμαρτάνοντας ἀπέναντι στούς ἀδελφούς καί πληγώνοντας τή συνείδησή τους πού εἶναι ἀδύνατη, ἁμαρτάνετε ἀπέναντι στόν ἴδιο τόν Χριστό.
β. 1. ῾Ο ἀπόστολος μᾶς πάει σέ βαθιά νερά: μᾶς ἀνοίγει τά μάτια καταρχάς νά δοῦμε τά πραγματικά ὅρια τῆς ἁμαρτίας. Διότι μᾶς λέει ὅτι ἁμαρτία δέν εἶναι μόνον ὅ,τι εὐθέως προκαλεῖ τόν ἄνθρωπο – τόν ἑαυτό μας ἤ τόν συνάνθρωπο – δηλαδή οἱ βαριές λεγόμενες ἁμαρτίες: φόνος, ὕβρεις, μοιχεῖες, πορνεῖες κλπ., ἀλλά καί αὐτό πού ἔστω ἐπ᾽ ἐλάχιστον προκαλεῖ τή συνείδηση τοῦ ἄλλου, ὅπως γιά παράδειγμα μία καλή θεωρούμενη δική μας ἐνέργεια, ἡ ὁποία ὅμως μπορεῖ νά σκανδαλίσει ἕναν ἀρχάριο ἐν Χριστῷ ἀδελφό. Καί πέραν τούτου: ἁμαρτία εἶναι, ὅπως διδάσκει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, καί ὅ,τι μπορεῖ νά τόν προκαλέσει καί σέ ἐπίπεδο λογισμῶν μέ τίς κατά διάνοιαν λεγόμενες ἁμαρτίες. Διότι δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ἡ ἁμαρτία ξεκινᾶ ὡς λογισμός στή διάνοια κι ἔπειτα προχωρεῖ καί γίνεται πράξη. ῎Ετσι μπορεῖ κανείς νά βλάπτει τόν συνάνθρωπό του – καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του βεβαίως: ὁ πρῶτος συνάνθρωπος εἶναι ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός – ἀπό τήν ὥρα πού θά δεχθεῖ καί τήν παραμικρή ὑποψία ἤ κακή σκέψη ἀπέναντί του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ ἅγιοί μας, παλαιότεροι καί νεώτεροι, ἐπανειλημμένως τόνιζαν τή σημασία τῶν λογισμῶν πού καλλιεργοῦμε μέσα μας ἀπέναντι στόν συνάνθρωπό μας: καλός λογισμός σημαίνει οὐσιαστική βοήθεια σ᾽ αὐτόν, κακός λογισμός σημαίνει ἀρνητική ἐνέργεια πού τόν ὠθεῖ σέ ἄσχημους ἀτραπούς. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή λοιπόν ἡ ἔννοια τῆς ἁμαρτίας βαθαίνει πάρα πολύ, διότι ἀνάγεται στό βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ἄνθρωπος ἁμαρτάνει εἴτε λόγῳ εἴτε ἔργῳ εἴτε διανοίᾳ.
2. Τά πράγματα ῾σκληραίνουν᾽ ἀκόμη περισσότερο ὅμως μέ τήν ἀναγωγή πού κάνει ὁ ἀπόστολος: ἡ ὅποια ἁμαρτία μας, ἀκόμη καί ἡ παραμικρότερη, δέν ἔχει τελικό ἀποδέκτη τόν συνάνθρωπο, ἀλλά τόν ἴδιο τόν Χριστό. ῾Εἰς Χριστόν ἁμαρτάνετε᾽. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία δέν κατανοεῖται σέ ἐπίπεδο μόνο ὁριζόντιο· ἁπλώνεται σέ χῶρο πέραν τῆς κτιστῆς πραγματικότητας, στήν ἴδια τή θεότητα. ῾Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα᾽ ἀκοῦμε ἤδη ἀπό τόν ψαλμωδό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. ῞Οταν ἁμαρτάνουμε λοιπόν δέν καταστρατηγοῦμε ἁπλῶς ἕναν κανόνα, δέν γίνεται μία παρέκκλιση πού εἶναι ἐπιφανειακή, ἀλλά χαλᾶμε τή σχέση μας μέ τόν ἴδιο τόν Θεό, πού θά πεῖ δέν παθαίνει βεβαίως κάτι ὁ Θεός ἀπό ἐμᾶς, ἀλλά ἀλλοιώνονται ὅλες οἱ δικές μας σχέσεις μαζί κι ὁ ἑαυτός μας. ῾Η παραβολή τοῦ ἀσώτου μάλιστα τῆς προηγουμένης Κυριακῆς μέ τρόπο ἀνάγλυφο καί συγκλονιστικό μᾶς περιέγραψε τίς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας ὡς ἀπομάκρυνσης ἀπό τόν Θεό Πατέρα: ἡ ἀπώλεια τοῦ ἑαυτοῦ καί ὁ ἴδιος ὁ θάνατος. ῾῾Ο υἱός μου οὗτος νεκρός ἦν…καί ἀπολωλός᾽.
3. ῾Η ἀναγωγή αὐτή, ἡ ταύτιση δηλαδή τῆς ἁμαρτίας πρός τόν συνάνθρωπο μέ τήν ἁμαρτία πρός τόν Χριστό δέν ἀποτελεῖ βεβαίως μία αὐθαίρετη ὑπόθεση τοῦ ἀποστόλου Παύλου. ῾Ο ἀπόστολος κινεῖται ἀπολύτως ἐκκλησιολογικά καί ἀναφέρεται σ᾽ αὐτό πού συνιστᾶ τή βάση τῆς ᾽Εκκλησίας: διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος ντυθήκαμε τόν Χριστό καί γίναμε ζωντανά μέλη τοῦ ἁγίου σώματός Του. ῾῞Οσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽.  Συνεπῶς ὅ,τι συμβαίνει στή σχέση μας μέ τόν συνάνθρωπο, ὅπως καί μέ ἐμᾶς τούς ἴδιους, ἀναφέρεται στόν ἴδιο τόν Κύριο. Πρόκειται γιά τήν ἴδια πραγματικότητα γιά τήν ὁποία κάνει λόγο καί ἡ παραβολή τῆς Κρίσεως τῆς σημερινῆς Κυριακῆς. Κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου:  ῾ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε᾽. Καί ῾ἐφ᾽ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων οὐδέ ἐμοί ἐποιήσατε᾽. ῾Ο Χριστός ταυτίζει τόν ἑαυτό Του μέ ἐμᾶς κι αὐτό τό βλέπουμε νά ἐνεργοποιεῖται μέ τό μυστήριο τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. ῾Η θετική ἤ ἡ ἀρνητική στάση μας λοιπόν ἔναντι τοῦ κάθε συνανθρώπου μας, καί μάλιστα τόν χριστιανό, ἀντανακλᾶ ἀκριβῶς στόν ῎Ιδιο. Κι αὐτό σημαίνει βεβαίως ὅτι τό μόνο πού μᾶς δικαιώνει ἀπέναντί Του εἶναι ἡ στάση τῆς ἀγάπης μας ἔναντι τοῦ συνανθρώπου μας, γιατί Αὐτός εἶναι ἀγάπη.
4. Καί πράγματι: ἡ ἁμαρτία στό ὁποιοδήποτε ἐπίπεδό της σημαίνει τήν ἔλλειψη τῆς πίστης καί τῆς ἀγάπης. ῾Πᾶν ὅ οὐκ ἐκ πίστεως ἁμαρτία ἐστί᾽ θά πεῖ ὁ ἀπόστολος, καί ῾πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽. Προκαλοῦμε τόν ἄλλον δηλαδή καί ἁμαρτάνουμε ἀπέναντί του διότι ἀκριβῶς δέν τόν ἀγαποῦμε. Καί δέν τόν ἀγαποῦμε γιατί δέν ἔχουμε Θεό μέσα μας πού μᾶς δίνει τά μάτια νά βλέπουμε τόν ἑαυτό μας καί τούς ἄλλους ὡς συνέχεια ᾽Εκείνου: ἡ ἁμαρτία ὡς ἄρνηση τῆς ἀγάπης φανερώνει τήν πνευματική μας τύφλωση. Κι αὐτό θά πεῖ: στόν βαθμό πού ἀρχίζουμε νά ἀγαπᾶμε σταματᾶμε καί νά ἁμαρτάνουμε. ῞Ο,τι  κάνουμε ἐν ἀγάπῃ ἔστω κι ἄν φαίνεται ἀρνητικό, τελικῶς λειτουργεῖ ὑπέρ τοῦ ἄλλου καί ὑπέρ ἡμῶν. Κι αὐτό γιατί, ὅπως εἴπαμε, μέ τόν τρόπο αὐτό ἐνεργοποιεῖται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μόνο στήν ἀγάπη βρίσκει τό πρόσφορο ἔδαφος παρουσίας καί ἀναπτύξεώς της.
Κριτήριο λοιπόν τῆς στάσης τοῦ χριστιανοῦ ἔναντι τοῦ συνανθρώπου του εἶναι ἡ ἀγάπη καί μόνον αὐτή. Μπορεῖ ὁ χριστιανός νά ζεῖ καί νά ἀναπνέει ἐλεύθερα, διότι ῾ἐπ᾽ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθη᾽, ἡ ἐλευθερία του ὅμως αὐτή περιορίζεται ἀπό τήν ἀγάπη του. Μία ἐλευθερία χωρίς ἀγάπη ἀποτελεῖ ἐπικάλυμμα κακίας, τήν ὁποία καταδικάζει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Α´ Πέτρ. 2, 16). ᾽Ελευθερία καί ἀγάπη λοιπόν συνυπάρχουν καί καμμία δέν ὑφίσταται χωρίς τήν ἄλλη, ἄν θεωρηθοῦν χριστιανικά. ᾽Εδῶ συνεπῶς κατανοοῦμε αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος στούς Κορινθίους: πῶς μπορεῖ ἡ ἐλευθερία σας νά μή λαμβάνει ὑπόψη τή συνείδηση τῶν ἀσθενῶν ἀδελφῶν σας; Εἶναι σά νά μή λειτουργεῖτε μέ ἀγάπη. ῾Βλέπετε μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν᾽. Προσέξτε μήπως τό ἐλεύθερο δικαίωμά σας γίνει αἰτία νά σκοντάψουν καί νά πέσουν ἐκεῖνοι πού ἡ πίστη τους εἶναι ἀδύνατη.
γ. Δέν μποροῦμε νά ἁμαρτάνουμε μέ ἐλαφριά τή συνείδηση. ῾Η ἁμαρτία ἔχει ἄμεση σχέση μέ τόν Θεό καί συνεπῶς ὅταν τή διαπράττουμε διακυβεύουμε τό αἰώνιο μέλλον μας. Δυστυχῶς ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἐλαφρότητα αὐτή, γι᾽ αὐτό καί ὑπάρχουν τόσες ἀνισορροπίες, τόσες μελαγχολίες, τόσες φοβίες, τόσες διαμάχες. ῾Η μόνη λύση εἶναι νά ἐνεργοποιοῦμε ὡς χριστιανοί καθημερινῶς τήν αὐτοσυνειδησίας μας, νά νιώθουμε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ὅτι εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, νά βλέπουμε τόν Χριστό στό πρόσωπο τοῦ ἄλλου. Αὐτό σημαίνει ὅμως διαρκή ἀγώνα μετανοίας, γεγονός πού ἀποκαλύπτει τό μεγαλεῖο τῆς Σαρακοστῆς πού ζοῦμε στήν ᾽Εκκλησία μας. Διότι Σαρακοστή σημαίνει κλήση γιά μετάνοια. 
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Φεβρουαρίου, 2014

«Απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25, 46)
 Το Ευαγγέλιο της κρίσεως που ακούγεται στην Εκκλησία μας την Κυριακή των Απόκρεω, αποτελεί την απάντηση στην ορμή μας για γνώση του αύριο: ο Θεός δεν μας άφησε αμάρτυρο το μέλλον∙ μας άνοιξε τα μάτια,  όχι όμως σε ό,τι συνιστά απλή περιέργεια ως προς την πορεία μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά σε ό,τι είναι καίριο και ουσιώδες, σε ό,τι δηλαδή είναι σωτηριώδες και αιώνιο. Ο Κύριος θα ξανάλθει, φωνάζει η Εκκλησία βασισμένη στα ίδια Του τα λόγια. Και θα ξανάλθει ένδοξα αυτή τη φορά «κρίναι ζώντας και νεκρούς», σε ώρα που κανείς δεν γνωρίζει. Θα έλθει «ως κλέπτης εν νυκτί» (Α΄Θεσ. 5, 2), «εν ημέρα η ου προσδοκά» ο άνθρωπος (Ματθ. 24. 50). Και θα σταθούμε όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών ενώπιόν Του για να γίνει η τελική αποτίμηση. Όσοι θα βρεθούν να έχουν τηρήσει το θέλημά Του, άρα να έχουν αγαπήσει τον συνάνθρωπό τους, θα βρεθούν στους ευλογημένους του Πατρός Του. Όσοι θα βρεθούν αμετανόητοι, ανάπηροι από τα φτερά της πίστεως και της αγάπης, θα βρεθούν στους καταραμένους. Και η οριστική κατάληξη: «Απελεύσονται ούτοι (οι χωρίς αγάπη) εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον».
 1. Ο τονισμός του αιώνιου χαρακτήρα της μιας και της άλλης καταστάσεως είναι το πρώτο στο οποίο κοντοστέκεται κανείς. Ο Κύριος δεν άφησε καμία αμφιβολία περί του οριστικού και αμετάκλητου της κρίσεώς Του. Η αιωνιότητα με την ατέρμονη πορεία της είναι η προοπτική που ανοίγεται μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά. «Της βασιλείας Αυτού ουκ έσται τέλος», όπως το ομολογούμε διαρκώς και στο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν υπάρχει πια ανακοπή και ανάκληση. Κι είναι η αιωνιότητα αυτή καταδίκη καταρχάς της παναίρεσης των Γιεχωβάδων, οι οποίοι μεταξύ των άλλων πλανών τους τονίζουν ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα σημάνει την απαρχή μιας χιλιετούς βασιλείας Του, για να ακολουθήσει έπειτα κάτι διαφορετικό. Από την άλλη ο αιώνιος χαρακτήρας της κρίσεως του Θεού καταδικάζει και όσους στο παρελθόν ή και πιο μετά πίστεψαν πλανεμένα ότι τελικώς όλοι θα αποκατασταθούν μέσα στην αγκαλιά της αγάπης του Θεού. «Η αποκατάσταση των πάντων», για την οποία μίλησε και ο μεγάλος αλλά καταδικασμένος για τις πλάνες του από την Εκκλησία θεολόγος Ωριγένης, αποτελεί μία πρόκληση και έναν πειρασμό για την Εκκλησία, η οποία όμως απέρριψε την πλάνη, διότι ακριβώς προϋποθέτει εσφαλμένη θεολογία ως προς την εικόνα που απεκάλυψε για τον Θεό ο ίδιος ο Χριστός. Δεν είναι ο Θεός το πρόβλημα για να αποκαταστήσει τους πάντες. Η αποκατάσταση αυτή είναι η διαρκής βούληση του Θεού για όλους, ακόμη και για τους δαίμονες. Διότι «ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμ. 2,4). Το πρόβλημα είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι οποίοι αρνούμαστε την αγάπη του Θεού και τις προκλήσεις και προσκλήσεις για μετάνοιά μας. Η «αποκατάσταση των πάντων» αλλοιώνει και την περί ανθρώπου εικόνα της Εκκλησίας, παρουσιάζοντας αυτόν  με κολοβωμένη ελευθερία.
2. Η αιωνιότητα που θα ανοιχτεί μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου – πέρα βεβαίως από την αιωνιότητα ως παρούσα κατάσταση του εδώ κόσμου που ζει ο Χριστιανός μέσα στην Εκκλησία: «αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (ευαγγελιστής Ιωάννης) – δεν θα φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που ζει ο άνθρωπος αμέσως μετά τον θάνατό του. Σε όποια κατάσταση δηλαδή  φεύγουμε από τη ζωή αυτή, είτε εν μετανοία είτε εν αμετανοησία, σε αυτήν την κατάσταση θα μας βρει και η Δευτέρα Παρουσία. Κι αυτό θα πει: το οριστικό και αμετάκλητο τέλος για τον καθένα μας, σε επίπεδο αιωνιότητας, έρχεται στην ουσία την ώρα του θανάτου μας. Η μόνη διαφορά μεταξύ της μερικής κρίσεως που υφίσταται ο άνθρωπος όταν πεθάνει, και της γενικής κρίσεως που θα υποστεί την ημέρα της Κρίσεως, θα είναι στον βαθμό της έντασης: στη μερική κρίση κρίνεται με μόνη την ψυχή∙ στη γενική κρίση θα κριθεί μαζί με το σώμα, που θα αναστήσει ο Χριστός. Υπό το πρίσμα αυτό ο προβληματισμός και η αγωνία ορισμένων για το πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία είναι χωρίς νόημα: η ώρα του θανάτου μας στην πραγματικότητα αποτελεί και την ώρα της τελικής κρίσεώς μας, αφού δεν υπάρχει προοπτική μετάνοιας μετά τον θάνατό μας. «Εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια» κατά τη γνωστή και κλασική διατύπωση.
3. Μιλώντας όμως για τον αιώνιο χαρακτήρα είτε της κόλασης είτε της ζωής, κατά τη διάκριση του Κυρίου, πρέπει να έχουμε την ορθή εικόνα των καταστάσεων αυτών. Να τις βλέπουμε δηλαδή με τις προϋποθέσεις του Ευαγγελίου, της Αποστολικής και της Πατερικής Παραδόσεως. Διότι δυστυχώς υπάρχει πολλή και μεγάλη διαστρέβλωση επ’ αυτών. Άλλοι απορρίπτουν τις καταστάσεις του Παραδείσου και της Κολάσεως, άλλοι τις θεωρούν ως καταστάσεις μόνον του κόσμου τούτου, άλλοι τις κατανοούν με μεσαιωνικές εικόνες: ως τόπους που είτε βράζουν και ψήνονται οι άνθρωποι (η κόλαση) είτε αναπαύονται σε κήπους και ανάκλιντρα (ο παράδεισος).
Η Εκκλησία μας λοιπόν διδάσκει πως ό,τι ονομάζουμε κόλαση και παράδεισος δεν υφίσταται από πλευράς του Θεού. Διότι «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄Ιωάν. 4, 16), και έτσι το μόνο που δύναται είναι να αγαπά. Κατά συνέπεια  όλοι οι άνθρωποι όλων των αποχρώσεων και όλων των καταστάσεων, είτε πιστοί είτε άπιστοι, ως παιδιά του Θεού δέχονται την ίδια αγάπη από Εκείνον. Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις. Διακρίσεις κάνουμε εμείς οι εμπαθείς άνθρωποι. Αν ένας γονιός φτάνει στο σημείο να αγαπά όλα τα παιδιά του το ίδιο, είτε είναι μέσα στο σπίτι είτε εκτός, πόσο περισσότερο ο ουράνιος Πατέρας, ο Οποίος είναι παντελώς απαλλαγμένος από οποιαδήποτε εμπάθεια και οποιαδήποτε κακία. Αν όμως δεν υφίσταται κόλαση και παράδεισος από πλευράς του Θεού, υφίσταται από πλευράς των ανθρώπων. Εμείς τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού δυστυχώς την ζούμε έτσι και αλλιώς: είτε δηλαδή θετικά είτε αρνητικά. Διότι οι δικές μας προϋποθέσεις ζωής μεταποιούν και αλλοιώνουν τη θεϊκή αγάπη. Έτσι ο μετανοημένος πιστός που αγωνίστηκε σε αυτήν τη ζωή να απαλλαγεί από τον εγωισμό και την αμαρτία: ό,τι καταργεί και σκοτώνει την αγάπη, δέχεται την ενέργεια της αγάπης του Θεού και την βιώνει ως φως και ευλογία. Ο αμετανόητος όμως, που παγίωσε τον εγωισμό μέσα του κι έκανε πέτρα την καρδιά του, αυτός την ίδια αγάπη του Θεού την δέχεται πια αρνητικά: ως φωτιά που τον κατακαίει και τον πονάει. Σαν τον ήλιο που οι ίδιες ακτίνες του το μεν πτώμα το αποσυνθέτουν, τον δε ζωντανό οργανισμό τον ζωοποιούν και τον αναζωογονούν.
 Έτσι για το αν βρεθούμε στην κόλαση ή στον παράδεισο, όπως λέμε, αποκλειστικά υπεύθυνοι είμαστε εμείς και όχι ο Θεός. Ο Θεός μας αγαπά. Εμείς δεν μπορούμε να γευτούμε την αγάπη Του, γιατί όσο μας δόθηκε ο χρόνος εργασίας και μετανοίας, αυτή η ζωή, εμείς φροντίσαμε να παραλύσουμε τις αισθήσεις μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας παραξενεύουν τα λόγια μερικών Πατέρων της Εκκλησίας που μιλώντας για τα θέματα αυτά είπαν: ακόμη και στην περίπτωση που ο Θεός διά της βίας μας έβαζε στον Παράδεισο, ακόμη και στην υποτιθέμενη αυτή περίπτωση τον παράδεισο εμείς θα τον ζούσαμε ως κόλαση. Διότι ο εγωιστής άνθρωπος και στον παράδεισο θα είναι εγωιστής, άρα κολασμένος.
4. Τι θα κρίνει βεβαίως την ένταξή μας στη μία ή στην άλλη κατάσταση είναι γνωστό και το αναφέραμε ακροθιγώς παραπάνω: η αγάπη που φροντίσαμε να κρατήσουμε στη ζωή αυτή και απέναντι στον Θεό και απέναντι στον συνάνθρωπο. Και κυρίως απέναντι στον συνάνθρωπο, διότι αυτή κρίνει την ποιότητα και της αγάπης μας προς τον Θεό. «Αν δεν αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας που βλέπουμε – επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης – πώς θα αγαπάμε τον Θεό που δεν βλέπουμε;» (Πρβλ. Α΄ Ιωάν. 4, 20). Η αγάπη μας λοιπόν προς τον συνάνθρωπο συνιστά και το έσχατο κριτήριο, πάνω στο οποίο θα κριθούμε.
Και πράγματι η παραβολή της Κρίσεως αυτό επισημαίνει: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Και «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε». Τα λόγια του Κυρίου είναι συγκλονιστικά. Ο άλλος, ο πλησίον, ο συνάνθρωπος, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν είναι απλώς ο άλλος. Πολύ περισσότερο δεν είναι ο ξένος και ο εχθρός, που μπορεί να φτάσει να θεωρηθεί και ως η κόλασή μου – μία θεώρηση που συνιστά την ίδια την αθεΐα. Διότι πράγματι χωρίς Θεό στη ζωή μου, ο συνάνθρωπος αποτελεί για μένα μόνο απειλή και ενόχληση. Ο άλλος όμως, κατά τον Κύριο, είναι ο αδελφός του Κυρίου, κι ακόμη πιο πολύ: ο ίδιος ο Κύριος.
5. Δεν αποτελούν συμβολικές εικόνες αυτά που λέγει ο Χριστός. Είναι οριστικές διατυπώσεις που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Ο Χριστός αίρει την τύφλωσή μας και μας δίνει τα μάτια για να δούμε την κρυμμένη πραγματικότητα. Το έσχατο βάθος της. Και μας λέει: μη με ψάχνετε εδώ κι εκεί. Δείτε με στα πρόσωπα των συνανθρώπων σας. Ακόμη και σε εσάς τους ίδιους. Ο καθένας λοιπόν από εμάς συνιστά μία κρυμμένη παρουσία Χριστού. Αποτελούμε μία πρόκληση διαλόγου με τον Χριστό και μία βίωση της Δευτέρας Παρουσίας του πριν ακόμη εκείνη έρθει. Έτσι η κόλαση και ο παράδεισος δεν ανήκουν ως καταστάσεις στο μακρινό και απώτατο μέλλον. Είναι πολύ κοντά μας, μπροστά κυριολεκτικά στα μάτια μας, όσο είμαστε εμείς οι ίδιοι μπροστά στον εαυτό μας και μπροστά στον κάθε συνάνθρωπό μας. Την κόλαση και τον παράδεισο τα κερδίζουμε την κάθε στιγμή της ζωής μας. Κι αυτό που τώρα ζούμε, το ίδιο με μεγαλύτερη ένταση θα ζήσουμε και μετά τον θάνατό μας, και με την απόλυτη δυνατή ένταση μετά τον ερχομό του Χριστού στη Δευτέρα Του Παρουσία. Πόσο οικεία και γνώριμα λοιπόν ακούει στα αυτιά του ο Χριστιανός τα λόγια των Πατέρων του: «Από τον πλησίον μας εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Γιατί αν κερδίσουμε τον αδελφό μας, τον Χριστό κερδίσαμε. Κι αν τον προσβάλουμε, Εκείνον χάσαμε».
Η παραβολή της κρίσεως ακούγεται μία φορά τον χρόνο στην Εκκλησία μας, την Κυριακή των Απόκρεω – σκαλοπάτι κι αυτή για την είσοδό μας στη Σαρακοστή. Περιττό να πούμε ότι λόγω της σπουδαιότητάς της θα πρέπει να την έχουμε μόνιμο και καθημερινό ανάγνωσμά μας και μελέτη του βίου μας διαπαντός. Διότι επικεντρώνει την προσοχή μας σε ό,τι πιο ουσιαστικό έχουμε να κάνουμε στη ζωή αυτή, από το οποίο εξαρτάται και το αιώνιο μέλλον μας: να αγαπάμε τους πάντες και τα πάντα. Για χάρη του Χριστού. Για χάρη δική μας.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Φεβρουαρίου, 2014

«Απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25, 46)
 Το Ευαγγέλιο της κρίσεως που ακούγεται στην Εκκλησία μας την Κυριακή των Απόκρεω, αποτελεί την απάντηση στην ορμή μας για γνώση του αύριο: ο Θεός δεν μας άφησε αμάρτυρο το μέλλον∙ μας άνοιξε τα μάτια,  όχι όμως σε ό,τι συνιστά απλή περιέργεια ως προς την πορεία μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά σε ό,τι είναι καίριο και ουσιώδες, σε ό,τι δηλαδή είναι σωτηριώδες και αιώνιο. Ο Κύριος θα ξανάλθει, φωνάζει η Εκκλησία βασισμένη στα ίδια Του τα λόγια. Και θα ξανάλθει ένδοξα αυτή τη φορά «κρίναι ζώντας και νεκρούς», σε ώρα που κανείς δεν γνωρίζει. Θα έλθει «ως κλέπτης εν νυκτί» (Α΄Θεσ. 5, 2), «εν ημέρα η ου προσδοκά» ο άνθρωπος (Ματθ. 24. 50). Και θα σταθούμε όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών ενώπιόν Του για να γίνει η τελική αποτίμηση. Όσοι θα βρεθούν να έχουν τηρήσει το θέλημά Του, άρα να έχουν αγαπήσει τον συνάνθρωπό τους, θα βρεθούν στους ευλογημένους του Πατρός Του. Όσοι θα βρεθούν αμετανόητοι, ανάπηροι από τα φτερά της πίστεως και της αγάπης, θα βρεθούν στους καταραμένους. Και η οριστική κατάληξη: «Απελεύσονται ούτοι (οι χωρίς αγάπη) εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον».
 1. Ο τονισμός του αιώνιου χαρακτήρα της μιας και της άλλης καταστάσεως είναι το πρώτο στο οποίο κοντοστέκεται κανείς. Ο Κύριος δεν άφησε καμία αμφιβολία περί του οριστικού και αμετάκλητου της κρίσεώς Του. Η αιωνιότητα με την ατέρμονη πορεία της είναι η προοπτική που ανοίγεται μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά. «Της βασιλείας Αυτού ουκ έσται τέλος», όπως το ομολογούμε διαρκώς και στο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν υπάρχει πια ανακοπή και ανάκληση. Κι είναι η αιωνιότητα αυτή καταδίκη καταρχάς της παναίρεσης των Γιεχωβάδων, οι οποίοι μεταξύ των άλλων πλανών τους τονίζουν ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα σημάνει την απαρχή μιας χιλιετούς βασιλείας Του, για να ακολουθήσει έπειτα κάτι διαφορετικό. Από την άλλη ο αιώνιος χαρακτήρας της κρίσεως του Θεού καταδικάζει και όσους στο παρελθόν ή και πιο μετά πίστεψαν πλανεμένα ότι τελικώς όλοι θα αποκατασταθούν μέσα στην αγκαλιά της αγάπης του Θεού. «Η αποκατάσταση των πάντων», για την οποία μίλησε και ο μεγάλος αλλά καταδικασμένος για τις πλάνες του από την Εκκλησία θεολόγος Ωριγένης, αποτελεί μία πρόκληση και έναν πειρασμό για την Εκκλησία, η οποία όμως απέρριψε την πλάνη, διότι ακριβώς προϋποθέτει εσφαλμένη θεολογία ως προς την εικόνα που απεκάλυψε για τον Θεό ο ίδιος ο Χριστός. Δεν είναι ο Θεός το πρόβλημα για να αποκαταστήσει τους πάντες. Η αποκατάσταση αυτή είναι η διαρκής βούληση του Θεού για όλους, ακόμη και για τους δαίμονες. Διότι «ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμ. 2,4). Το πρόβλημα είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι οποίοι αρνούμαστε την αγάπη του Θεού και τις προκλήσεις και προσκλήσεις για μετάνοιά μας. Η «αποκατάσταση των πάντων» αλλοιώνει και την περί ανθρώπου εικόνα της Εκκλησίας, παρουσιάζοντας αυτόν  με κολοβωμένη ελευθερία.
2. Η αιωνιότητα που θα ανοιχτεί μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου – πέρα βεβαίως από την αιωνιότητα ως παρούσα κατάσταση του εδώ κόσμου που ζει ο Χριστιανός μέσα στην Εκκλησία: «αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (ευαγγελιστής Ιωάννης) – δεν θα φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που ζει ο άνθρωπος αμέσως μετά τον θάνατό του. Σε όποια κατάσταση δηλαδή  φεύγουμε από τη ζωή αυτή, είτε εν μετανοία είτε εν αμετανοησία, σε αυτήν την κατάσταση θα μας βρει και η Δευτέρα Παρουσία. Κι αυτό θα πει: το οριστικό και αμετάκλητο τέλος για τον καθένα μας, σε επίπεδο αιωνιότητας, έρχεται στην ουσία την ώρα του θανάτου μας. Η μόνη διαφορά μεταξύ της μερικής κρίσεως που υφίσταται ο άνθρωπος όταν πεθάνει, και της γενικής κρίσεως που θα υποστεί την ημέρα της Κρίσεως, θα είναι στον βαθμό της έντασης: στη μερική κρίση κρίνεται με μόνη την ψυχή∙ στη γενική κρίση θα κριθεί μαζί με το σώμα, που θα αναστήσει ο Χριστός. Υπό το πρίσμα αυτό ο προβληματισμός και η αγωνία ορισμένων για το πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία είναι χωρίς νόημα: η ώρα του θανάτου μας στην πραγματικότητα αποτελεί και την ώρα της τελικής κρίσεώς μας, αφού δεν υπάρχει προοπτική μετάνοιας μετά τον θάνατό μας. «Εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια» κατά τη γνωστή και κλασική διατύπωση.
3. Μιλώντας όμως για τον αιώνιο χαρακτήρα είτε της κόλασης είτε της ζωής, κατά τη διάκριση του Κυρίου, πρέπει να έχουμε την ορθή εικόνα των καταστάσεων αυτών. Να τις βλέπουμε δηλαδή με τις προϋποθέσεις του Ευαγγελίου, της Αποστολικής και της Πατερικής Παραδόσεως. Διότι δυστυχώς υπάρχει πολλή και μεγάλη διαστρέβλωση επ’ αυτών. Άλλοι απορρίπτουν τις καταστάσεις του Παραδείσου και της Κολάσεως, άλλοι τις θεωρούν ως καταστάσεις μόνον του κόσμου τούτου, άλλοι τις κατανοούν με μεσαιωνικές εικόνες: ως τόπους που είτε βράζουν και ψήνονται οι άνθρωποι (η κόλαση) είτε αναπαύονται σε κήπους και ανάκλιντρα (ο παράδεισος).
Η Εκκλησία μας λοιπόν διδάσκει πως ό,τι ονομάζουμε κόλαση και παράδεισος δεν υφίσταται από πλευράς του Θεού. Διότι «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄Ιωάν. 4, 16), και έτσι το μόνο που δύναται είναι να αγαπά. Κατά συνέπεια  όλοι οι άνθρωποι όλων των αποχρώσεων και όλων των καταστάσεων, είτε πιστοί είτε άπιστοι, ως παιδιά του Θεού δέχονται την ίδια αγάπη από Εκείνον. Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις. Διακρίσεις κάνουμε εμείς οι εμπαθείς άνθρωποι. Αν ένας γονιός φτάνει στο σημείο να αγαπά όλα τα παιδιά του το ίδιο, είτε είναι μέσα στο σπίτι είτε εκτός, πόσο περισσότερο ο ουράνιος Πατέρας, ο Οποίος είναι παντελώς απαλλαγμένος από οποιαδήποτε εμπάθεια και οποιαδήποτε κακία. Αν όμως δεν υφίσταται κόλαση και παράδεισος από πλευράς του Θεού, υφίσταται από πλευράς των ανθρώπων. Εμείς τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού δυστυχώς την ζούμε έτσι και αλλιώς: είτε δηλαδή θετικά είτε αρνητικά. Διότι οι δικές μας προϋποθέσεις ζωής μεταποιούν και αλλοιώνουν τη θεϊκή αγάπη. Έτσι ο μετανοημένος πιστός που αγωνίστηκε σε αυτήν τη ζωή να απαλλαγεί από τον εγωισμό και την αμαρτία: ό,τι καταργεί και σκοτώνει την αγάπη, δέχεται την ενέργεια της αγάπης του Θεού και την βιώνει ως φως και ευλογία. Ο αμετανόητος όμως, που παγίωσε τον εγωισμό μέσα του κι έκανε πέτρα την καρδιά του, αυτός την ίδια αγάπη του Θεού την δέχεται πια αρνητικά: ως φωτιά που τον κατακαίει και τον πονάει. Σαν τον ήλιο που οι ίδιες ακτίνες του το μεν πτώμα το αποσυνθέτουν, τον δε ζωντανό οργανισμό τον ζωοποιούν και τον αναζωογονούν.
 Έτσι για το αν βρεθούμε στην κόλαση ή στον παράδεισο, όπως λέμε, αποκλειστικά υπεύθυνοι είμαστε εμείς και όχι ο Θεός. Ο Θεός μας αγαπά. Εμείς δεν μπορούμε να γευτούμε την αγάπη Του, γιατί όσο μας δόθηκε ο χρόνος εργασίας και μετανοίας, αυτή η ζωή, εμείς φροντίσαμε να παραλύσουμε τις αισθήσεις μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας παραξενεύουν τα λόγια μερικών Πατέρων της Εκκλησίας που μιλώντας για τα θέματα αυτά είπαν: ακόμη και στην περίπτωση που ο Θεός διά της βίας μας έβαζε στον Παράδεισο, ακόμη και στην υποτιθέμενη αυτή περίπτωση τον παράδεισο εμείς θα τον ζούσαμε ως κόλαση. Διότι ο εγωιστής άνθρωπος και στον παράδεισο θα είναι εγωιστής, άρα κολασμένος.
4. Τι θα κρίνει βεβαίως την ένταξή μας στη μία ή στην άλλη κατάσταση είναι γνωστό και το αναφέραμε ακροθιγώς παραπάνω: η αγάπη που φροντίσαμε να κρατήσουμε στη ζωή αυτή και απέναντι στον Θεό και απέναντι στον συνάνθρωπο. Και κυρίως απέναντι στον συνάνθρωπο, διότι αυτή κρίνει την ποιότητα και της αγάπης μας προς τον Θεό. «Αν δεν αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας που βλέπουμε – επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης – πώς θα αγαπάμε τον Θεό που δεν βλέπουμε;» (Πρβλ. Α΄ Ιωάν. 4, 20). Η αγάπη μας λοιπόν προς τον συνάνθρωπο συνιστά και το έσχατο κριτήριο, πάνω στο οποίο θα κριθούμε.
Και πράγματι η παραβολή της Κρίσεως αυτό επισημαίνει: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Και «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε». Τα λόγια του Κυρίου είναι συγκλονιστικά. Ο άλλος, ο πλησίον, ο συνάνθρωπος, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν είναι απλώς ο άλλος. Πολύ περισσότερο δεν είναι ο ξένος και ο εχθρός, που μπορεί να φτάσει να θεωρηθεί και ως η κόλασή μου – μία θεώρηση που συνιστά την ίδια την αθεΐα. Διότι πράγματι χωρίς Θεό στη ζωή μου, ο συνάνθρωπος αποτελεί για μένα μόνο απειλή και ενόχληση. Ο άλλος όμως, κατά τον Κύριο, είναι ο αδελφός του Κυρίου, κι ακόμη πιο πολύ: ο ίδιος ο Κύριος.
5. Δεν αποτελούν συμβολικές εικόνες αυτά που λέγει ο Χριστός. Είναι οριστικές διατυπώσεις που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Ο Χριστός αίρει την τύφλωσή μας και μας δίνει τα μάτια για να δούμε την κρυμμένη πραγματικότητα. Το έσχατο βάθος της. Και μας λέει: μη με ψάχνετε εδώ κι εκεί. Δείτε με στα πρόσωπα των συνανθρώπων σας. Ακόμη και σε εσάς τους ίδιους. Ο καθένας λοιπόν από εμάς συνιστά μία κρυμμένη παρουσία Χριστού. Αποτελούμε μία πρόκληση διαλόγου με τον Χριστό και μία βίωση της Δευτέρας Παρουσίας του πριν ακόμη εκείνη έρθει. Έτσι η κόλαση και ο παράδεισος δεν ανήκουν ως καταστάσεις στο μακρινό και απώτατο μέλλον. Είναι πολύ κοντά μας, μπροστά κυριολεκτικά στα μάτια μας, όσο είμαστε εμείς οι ίδιοι μπροστά στον εαυτό μας και μπροστά στον κάθε συνάνθρωπό μας. Την κόλαση και τον παράδεισο τα κερδίζουμε την κάθε στιγμή της ζωής μας. Κι αυτό που τώρα ζούμε, το ίδιο με μεγαλύτερη ένταση θα ζήσουμε και μετά τον θάνατό μας, και με την απόλυτη δυνατή ένταση μετά τον ερχομό του Χριστού στη Δευτέρα Του Παρουσία. Πόσο οικεία και γνώριμα λοιπόν ακούει στα αυτιά του ο Χριστιανός τα λόγια των Πατέρων του: «Από τον πλησίον μας εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Γιατί αν κερδίσουμε τον αδελφό μας, τον Χριστό κερδίσαμε. Κι αν τον προσβάλουμε, Εκείνον χάσαμε».
Η παραβολή της κρίσεως ακούγεται μία φορά τον χρόνο στην Εκκλησία μας, την Κυριακή των Απόκρεω – σκαλοπάτι κι αυτή για την είσοδό μας στη Σαρακοστή. Περιττό να πούμε ότι λόγω της σπουδαιότητάς της θα πρέπει να την έχουμε μόνιμο και καθημερινό ανάγνωσμά μας και μελέτη του βίου μας διαπαντός. Διότι επικεντρώνει την προσοχή μας σε ό,τι πιο ουσιαστικό έχουμε να κάνουμε στη ζωή αυτή, από το οποίο εξαρτάται και το αιώνιο μέλλον μας: να αγαπάμε τους πάντες και τα πάντα. Για χάρη του Χριστού. Για χάρη δική μας.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΟΣΙΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ Ο ΕΝ ΣΥΜΒΟΛΟΙΣ (21 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Φεβρουαρίου, 2014

«Αυτός ο μακάριος ακολούθησε τον μοναχικό βίο από νεαρή ηλικία και εξαφάνισε τα σκιρτήματα των παθών με την πολλή εγκράτεια και τη δυνατή προσευχή. Έφτασε σε επίπεδα απαθείας και φάνηκε δοχείο του Αγίου Πνεύματος, μένοντας παρθένος μέχρι το τέλος της ζωής του και στην ψυχή και στο σώμα. Ουδέποτε θέλησε να δει γυναίκα. Ζώντας στα όρη και τριγυρίζοντας στις ερήμους, άρδευε την ψυχή του με τη δροσιά των δακρύων. Γι’ αυτό και έλαβε χαρίσματα ιαμάτων. Έδιωχνε δηλαδή τους δαίμονες από τους ανθρώπους και θεράπευε κάθε άλλη νόσο. Αφού έζησε με τέτοιο τρόπο, έφτασε σε βαθιά γεράματα και εκδήμησε προς τον Κύριο».
Εντελώς παράδοξη η ζωή του αγίου Τιμοθέου με την ανθρώπινη λογική: ζούσε στα όρη, τριγύριζε στις ερήμους, δεν ήθελε να δει πρόσωπο γυναίκας, και όμως αναδείχτηκε, όπως σημειώνει ο υμνογράφος του άγιος Θεοφάνης, «πατέρας των ορφανών, προστάτης των χηρών, αμφίεση των γυμνών, τροφή των πεινασμένων». Να κυνηγάς διά παντός τον Θεό με απομάκρυνση από τους ανθρώπους και να γίνεσαι ο μεγαλύτερος κοινωνικός εργάτης, είναι πράγματι, το λιγότερο, παράδοξη κατάσταση. Αλλά ο άγιος Τιμόθεος βίωσε αυτό που έζησαν και οι περισσότεροι ασκητές άγιοι: όσο στρέφεσαι προς τον Θεό, τόσο ο Θεός σε στρέφει προς τους ανθρώπους. Γιατί; Διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Και Τον βρίσκουμε εκεί που κατεξοχήν φανερώνεται: στα πρόσωπα των κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργημάτων Του. Όπως το είπε στην παραβολή της κρίσεως ο ίδιος ο Κύριος: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Γι’ αυτό και ο βαθμός αγάπης μας προς τον Θεό φανερώνεται από τον βαθμό αγάπης μας προς τον συνάνθρωπό μας. Και με τον άγιο Αντώνιο το ίδιο δεν έγινε; Απομακρυνόταν για χάρη του Θεού από τον κόσμο, κι ο Θεός τελικώς τον οδηγούσε στον κόσμο. Κι ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ: την απομόνωση και τον εγκλεισμό του ζητούσε. Κι η Παναγία του παρουσιάστηκε για να του πει να βγει να βοηθήσει τον κόσμο. Είναι και το παράπονο του Γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου: ήλθα στο Όρος να βρω ησυχία, και μπήκα στο πρόγραμμα των ανθρώπων. Αλλά είπαμε: κριτήριο της πίστεώς μας και των αγίων είναι η αγάπη. Όπου αγάπη εκεί και ο Θεός. Φεύγει κανείς από την αγάπη, έστω και για λόγους «πίστεως»; Χάνει τον Θεό. «Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ».
Ο όσιος Τιμόθεος λοιπόν δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγει από τον κανόνα αυτό. «Γνώρισες, όσιε πατέρα, σημειώνει ο Θεοφάνης, ότι η αγάπη νικάει την κρίση, γι’ αυτό και δεν περιφρόνησες κανένα ξένο, αλλά διάνοιξες τα σπλάχνα της καρδιάς σου σε όλους με αγαθοσύνη, κι έγινες πατέρας των ορφανών, προστάτης των χηρών, αμφίεση των γυμνών και τροφή των πεινασμένων» («Κατακαυχάσθαι έλεον, Πάτερ, κρίσεως  ειδώς, ου παρείδες ξένον, αλλά πάσι χρηστώς τα σπλάγχνα διήνοιξας, όσιε, πατήρ χρηματίσας ορφανών, και των χηρών προστάτης, και γυμνών αμφίασις, και τροφή πεινώντων») (ωδή θ΄). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που επανειλημμένως ο άγιος Θεοφάνης συγκρίνει τον όσιο με τον πατριάρχη Αβραάμ, κύριο γνώρισμα του οποίου, πέραν από την πίστη του, ήταν η αγάπη του προς τους ανθρώπους και μάλιστα η φιλοξενία του. «Με την αγάπη και τη συμπάθειά σου προς όλους έγινες άλλος Αβραάμ, ω Τιμόθεε, υποδεχόμενος όσους προσέρχονταν σε εσένα από όλα τα μέρη, και μέσω αυτών λατρεύοντας τον Θεό όλων» («Οικτείρων πάντας τη συμπαθεία, άλλος Αβραάμ εχρημάτισας, δεξιούμενος τους πάντοθεν παραβάλλοντας, ω Τιμόθεε, και δι’ αυτών τον πάντων θεραπεύων Θεόν») (ωδή γ΄).
Η δίψα του και η αγάπη του προς τον Θεό, που έπαιρνε τη μορφή της έμπρακτης αγάπης προς τον συνάνθρωπο, ήταν αποτέλεσμα, κατά τους ύμνους της Εκκλησίας μας, της αδιάκοπης άσκησής του να ξεπεράσει την όποια αμέλεια δημιουργούν τα πάθη του ανθρώπου και να αποκτήσει την ευλογημένη ταπείνωση, τη βάση όλων των αρετών. Το άνθος της αγάπης δεν φύεται, ως γνωστόν, στους κοινούς δρόμους και στα απλά μονοπάτια. Αποτελεί βλάστημα των ψηλών κορυφών, δηλαδή απαιτεί αιματηρή κατάθεση της βούλησης του ανθρώπου στο άγιο θέλημα του Θεού. Διότι πώς θα ενεργήσει η χάρη της αγάπης του Θεού σε καρδιά γεμάτη από τα αγκάθια του εγωισμού; «Δος αίμα και λάβε πνεύμα» έλεγαν πάντοτε οι άγιοί μας, κάτι που το βλέπουμε βεβαίως και στη ζωή του οσίου Τιμοθέου. «Έχοντας εκτενώς στραμμένο το βλέμμα της διάνοιάς σου προς τον Θεό, απετίναξες, Πάτερ Τιμόθεε, τον ύπνο της αμέλειας από την ψυχή σου και έγινες ναός του θείου Πνεύματος και τόπος αγιάσματος» («Έχων προς Θεόν εκτενές της διανοίας όμμα, της αμελείας τον ύπνον εκ ψυχής απετινάξω, Πάτερ, και ναός εγένου θείου Πνεύματος, και αγιάσματος τόπος, Τιμόθεε») (ωδή α΄). «Θωρακισμένος με την ταπείνωση, Πάτερ, πέρασες χωρίς να βλαφτείς τις παγίδες του Πονηρού, και υψώθηκες προς τον Θεό και εντρυφάς στη δόξα Του για πάντα, μακάριε Τιμόθεε» («Τας του πονηρού μηχανάς τη ταπεινώσει, Πάτερ, συμπεφραγμένος, διήλθες αβλαβώς, και προς Θεόν υψώθης και αυτού τη δόξη διά παντός εντρυφάς, μάκαρ Τιμόθεε») (ωδή α΄). Είναι αλήθεια. Κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει τις παγίδες του διαβόλου, τις απλωμένες παντού στη γη, χωρίς να βρει το μονοπάτι που λέγεται ταπείνωση. Πρόκειται για ό,τι ο λόγος του Θεού αποκαλύπτει και η εμπειρία των αγίων βεβαιώνει: «Είδα τις παγίδες του διαβόλου απλωμένες στη γη και τρόμαξα και είπα: Ποιος άραγε μπορεί να τις περάσει αβλαβώς; Κι άκουσα φωνή που έλεγε: Μόνον ο ταπεινόφρων» (όσιος Αντώνιος).
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΟΣΙΟΣ ΛΕΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΤΑΝΗΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ (20 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Φεβρουαρίου, 2014

«Ο άγιος Λέων καταγόταν από τη Ραβέννα και ήταν υιός ευγενών γονέων. Λόγω της καθαρότητας του βίου του και της επιμέλειας των λογισμών του πέρασε όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης, κατά τους νόμους της Εκκλησίας, και με θεία ψήφο αναδείχτηκε Πρόεδρος της Μητροπόλεως της Κατάνης, η οποία βρίσκεται στην περιώνυμη Σικελία, όπου ακόμη και τώρα βγαίνει φωτιά και ρέει λάβα από το βουνό της Αίτνας. Αυτός λοιπόν, όπως λέει και το όνομά του, σαν λιοντάρι στην πίστη και σαν ήλιος στη λάμψη, καταφώτισε όλους, επιμελούμενος των ψυχών, γινόμενος προστάτης των χηρών και φροντίζοντας τους πτωχούς. Γι’ αυτόν τον λόγο με μόνη την προσευχή του έριξε κάτω στη γη αγαλματένιο είδωλο και φρόντισε να κτιστεί μεγάλος και ωραίος ναός στην καλλίνικο μάρτυρα Λουκία, ενώ αποτέφρωσε τον μάγο Ηλιόδωρο με τις μαγγανείες του. Διότι όταν αυτός φάνηκε σε όλους ανάμεσα στον όχλο, κάνοντας μαγείες και δημιουργώντας εντυπώσεις, ο μακάριος Λέων αφού τον έπιασε γρήγορα με τα χέρια του και τον έδεσε με το ιερό πετραχήλι του, έδωσε εντολή να ανάψουν μεγάλη φωτιά στο μέσο της πόλης. Κι αφού δημοσίευσε όλες τις μαγγανείες του, έχοντάς τον δεμένο από τον τράχηλο, μπήκε μαζί του στο μέσο της καμίνου, και δεν βγήκε από εκεί, μέχρις ότου αποτεφρώθηκε εντελώς ο δειλός. Αυτό κατέπληξε τους πάντες. Διότι όχι μόνον ο μέγας Λέων έμεινε άφλεκτος, αλλά η φλόγα δεν άγγιξε καθόλου ούτε κι ένα από τα ιερά ενδύματά του. Όταν το θαύμα αυτό έγινε γνωστό παντού και το άκουσαν με τα αυτιά τους και  οι αυτοκράτορες Λέων και Κωνσταντίνος, κάλεσαν τον άγιο να έλθει κοντά τους, και άγγιζαν τα πόδια του και τον παρακαλούσαν να προσεύχεται υπέρ αυτών. Αυτός όχι μόνον εν ζωή υπήρξε μέγας θαυματουργός, αλλά και μετά την ταφή του συνέχισε να επιτελεί θαύματα».  

Ο Ιωσήφ, ο υμνογράφος του αγίου Λέοντα, επιμένει ιδιαιτέρως στο θαυματουργικό χάρισμα του αγίου. Θαυματουργός άλλωστε επονομάζεται. Και πέραν των επεμβάσεών του σε όλα τα νοσήματα, και μάλιστα τα ανίατα, τονίζει το χάρισμά του για την εκδίωξη των πονηρών δαιμόνων. «Υπήρξες, ιεράρχα, αυτός που καθαρίζει τα νοσήματα, που φυγαδεύει τα πονηρά πνεύματα και αποτελεί το καταφύγιο των πιστών ανθρώπων» («Νοσημάτων καθάρσιον, πονηρών δαιμόνων φυγαδευτήριον, ιεράρχα, εχρημάτισας, και πιστών ανθρώπων καταφύγιον») (ωδή δ΄). Ο άγιος Λέων θεωρείται «ειδικός» στην εκδίωξη των ακαθάρτων πνευμάτων, διότι ακριβώς έγινε το όργανο του Θεού για την αποκάλυψη και την εξαφάνιση του πονηρού μάγου Ηλιοδώρου. Η προσευχή του, γι’ αυτό, συνιστά μάστιγα που τα απομακρύνει από τους ανθρώπους. «Έτυχες των θείων χαρισμάτων, ώστε να θεραπεύεις πάθη ανίατα και να εκδιώκεις ακάθαρτα πνεύματα με τη μάστιγα των προσευχών σου» («Χαρισμάτων θείων τετύχηκας, πάθη ανίατα θεραπεύειν πάντοτε, και προσευχών μάστιγι ακάθαρτα διώκειν πνεύματα») (στιχηρό εσπερινού). Από την άποψη αυτή, ιδιαιτέρως στην εποχή μας που μαστίζεται από ανίατα πολλές φορές νοσήματα: καρκίνους, άγνωστες ιώσεις κλπ., αλλά και από πολλούς δαιμονισμούς και επιρροές ακαθάρτων πνευμάτων, ο άγιος Λέων θα έπρεπε να είναι άγιος της «πρώτης γραμμής». Κι όταν μάλιστα υπάρχει η διαχρονική βεβαίωση ότι θαυματουργούσε όχι μόνο εν ζωή, αλλά και μετά θάνατον, σαν, κατά κάποιο τρόπο, πέλαγος απείρων θαυμάτων («των απείρων θαυμάτων το πέλαγος», όπως λέει ο οίκος του κοντακίου του). Διότι «οι άγιοι εις τον αιώνα ζώσι».

Ο άγιος υμνογράφος πολλές φορές βεβαίως προβαίνει και στην ερμηνεία της λήψεως από τον Θεό του θαυματουργικού του χαρίσματος. Όλη του τη ζωή την διάβηκε στη γη, σημειώνει, με φλογερή αγάπη προς τον Θεό, γι’ αυτό και πήρε τη χάρη αυτή της θαυματουργίας («τον βίον όλον, ον εν τη γη διαπύρω αγάπη ετέλεσε και είληφεν ουρανόθεν των απείρων θαυμάτων το πέλαγος») (οίκος κοντακίου). Και την αγάπη αυτή την απέκτησε όχι άκοπα, αλλά με έντονη ασκητική προσπάθεια, καθώς αγωνιζόταν να έχει προσηλωμένο πάντοτε τον νου του στον πρώτο Νου, τον ίδιο τον Θεό. «Καθρεπτίζοντας τον αίτιο όλων Νου, τον Θεό, στον δικό σου καθαρότατο νου, δέχτηκες από Αυτόν την αίγλη των χαρισμάτων, θεόπνευστε» («Νοΐ καθαρωτάτω νουν τον πάντων αίτιον ενοπτριζόμενος, παρ’ αυτού εδέξω χαρισμάτων την αίγλην, θεόπνευστε») (ωδή ε΄). Εκεί που δίνει μία εξαιρετική όμως χριστοκεντρική  εξήγηση, με πολλή ποιητικότητα, του θαυματουργικού του χαρίσματος είναι στην ωδή θ΄: Βλάστησε ο άγιος τα σταφύλια των αρετών, λέει, σαν κλήμα στο αμπέλι του Χριστού, κι αυτά έσταξαν το γλεύκος των θαυμάτων. Από αυτό το γλεύκος  πίνουν οι πιστοί και λαμβάνουν  και υγεία και ευχαρίστηση. «Ως κλήμα της αληθινής γεγονώς, πάτερ, αμπέλου, εβλάστησας αρετών βότρυας, θαυμάτων γλεύκος  εναποστάζοντας∙ εξ ου οι πίνοντες πιστώς, υγείαν κομίζονται και αγαλλίασιν».

Αξίζει όμως να δούμε και την ερμηνεία του αγίου υμνογράφου στο παράδοξο θαύμα της αποτέφρωσης του μάγου Ηλιοδώρου. Παραξενεύει η ενέργειά του: αποτέφρωσε έναν άνθρωπο. Αλλά ο άγιος δεν προέβη στη βίαιη αυτή κίνηση από μίσος και φανατισμό: το μίσος και ο φανατισμός στοχοποιούν κάποιον και παλεύουν να τον εξοντώσουν, ερήμην των ίδιων. Ο «αντίπαλος» στέκει ακριβώς απέναντι και πετροβολείται. Εδώ έχουμε τη συγκλονιστική συμπαράταξη του αγίου στην ίδια τιμωρία: εισέρχεται κι αυτός στη φωτιά, συμπαρασύροντας το όργανο του διαβόλου. Η κίνησή του βρίσκεται μέσα στην ενέργεια της χάρης του Θεού –  το αποτέλεσμα το αποδεικνύει.  Διότι λειτουργεί ως ποιμένας που πρέπει να σώσει τις ψυχές των πιστών του. Ο Ηλιόδωρος παρέσυρε πολλούς. Μπροστά στο φαινόμενο αυτό ο άγιος πρέπει να αντιδράσει. Προς χάρη ακριβώς του ποιμνίου του. «Αυτόν που μώραινε με τις απάτες των δαιμόνων όλους τους πιστούς στον Χριστό, τον παρέδωσες με δίκαιη ψήφο στη φωτιά, μακάριε, και έσωσες τις ψυχές από την ολέθρια αυτή βλάβη, σαν Ποιμένας αληθινός και σωτήριος» («Τον απάταις δαιμόνων πάντας τους πιστεύοντας Χριστώ μωραίνοντα, τω πυρί δικαία παραδέδωκας ψήφω, μακάριε, και ψυχάς ερρύσω της ολεθρίου τούτου βλάβης, ως ποιμήν αληθής και σωτήριος») (ωδή ε΄). Ο άγιος Λέων εν προκειμένω αποτελεί παράδειγμα και πρότυπο για όλους τους χριστιανούς, και μάλιστα τους κληρικούς, στο πώς αντιμετωπίζονται οι εχθροί της Εκκλησίας: μόνον όταν έχει κανείς τη διάθεση να θυσιαστεί και ο ίδιος. Όταν κίνητρό μας είναι η αγάπη μας στον λαό του Θεού, με απόφαση να πεθάνουμε κι εμείς γι’ αυτήν την αγάπη, τότε η στροφή μας κατά της πλάνης αποκτά αποτελεσματικότητα και γίνεται σωτήρια.

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Άγιος Χαράλαμπος και η έννοια της κατά χριστόν αγιωσύνης

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Φεβρουαρίου, 2014

Ομιλία στην εορτή του Αγίου Χαραλάμπους

π. Γεωργίου Κάμπρα, Θεολόγου , Εφημερίου Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Λανθίου Ι. Μ. Ηλείας

ΘέμαΟ Άγιος Χαράλαμπος και η έννοια της κατά χριστόν αγιωσύνης

Θεοφιλέστατε!

Σεβαστοί Πατέρες!

Αγαπητοί εν χριστώ αδελφοί!

Η Εκκλησία μας εορτάζει και τιμά σήμερα την ιερή μνήμη ενός από τους πιο γνωστούς και αγαπητούς στη συνείδηση του λαού αγίους της ιερείς, του αγίου και ενδόξου  ιερομάρτυρος Χαραλάμπους, ο οποίος γεννήθηκε, μεγάλωσε και εκοιμήθη με μαρτυρικό θάνατο, κατά την περίοδο των ετών 90 μ.χ έως 202 μ.χ, στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας.

Η σημερινή εορτή όμως αδελφοί μου, είναι ιδιαιτέρα εορτή τόσο της πόλεώς μας όσο και ολοκλήρου της Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας, η οποία βρίσκεται κάτω από τη θαυματουργική προστασία και σκέπη του αγίου Χαραλάμπους, ο οποίος έζησε, όχι μόνο κηρύττοντας  με ιδιαίτερο ζήλο, το λόγο του Θεού στο ποίμνιό του, αλλά και ακολουθώντας το Θείο θέλημα στην προσωπική του ζωή.

Δεν σταμάτησε μπροστά σε οποιοδήποτε εμπόδιο την προσπάθειά του να φωτίσει τα λογικά πρόβατα της ποίμνης του, έτσι ώστε να αποφύγουν την πλάνη της ειδωλολατρείας και ν’ ακολουθήσουν τον αληθινό Θεό. Τον Θεό της αγάπης, της ισονομίας, της δικαιοσύνης.

Προκειμένου να το επιτύχει αυτό δεν δίστασε να φτάσει μέχρι το μαρτύριο και τον θάνατο, κερδίζοντας έτσι τον στέφανον της δόξης και της αγιωσύνης του Χριστού.  

Τι εννοούμε όμως αγαπητοί μου με τον όρο αγιωσύνη; Τι είναι λοιπόν η αγιωσύνη;    

Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να ομιλεί κανείς για την αγιωσύνη. Γιατί ή αγιωσύνη δεν είναι λόγος, αλλά σιωπή και πράξη. Γι’ αυτό η Εκκλησία ποτέ δεν ομιλεί για την αγιωσύνη θεωρητικά, αλλά πάντα προβάλλει την αγιωσύνη στα πρόσωπα των Αγίων. Η αγιωσύνη στην Εκκλησία δεν είναι ιδεώδες, αλλά ζωντανή και παρούσα πραγματικότητα. Η Εκκλησία δεν πιστεύει σε ιδεώδη, αλλά σε πράγματα και γεγονότα, που τα διαπιστώνει στη ζωή των προσώπων. Κι όταν λέμε πρόσωπα, εννοούμε τον θεό και τον άνθρωπο. Τα ιδεώδη είναι πλάσματα της διάνοιας, κενή άπατη της φιλοσοφίας και άπιαστες χίμαιρες. Αλλά η πίστη της Εκκλησίας δεν είναι φιλοσοφία και δεν είναι λόγος άπραγος, αλλά πράξη έλλογη. Και η αγιωσύνη δεν είναι νόμος και κανόνας, αλλά είναι ελευθερία και χάρη× δεν είναι σχήμα και τύπος, αλλά ζωή και ήθος, δεν είναι τέρμα και στάση, αλλά εγρήγορση και πορεία.

Όταν ή Εκκλησία σήμερα εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του άγιου Χαραλάμπους, θα περιμένατε ίσως να ακούσετε το βίο και την πολιτεία του. Και ο ομιλών θα έπρεπε να απαριθμήσει και να διηγηθεί τα θαύματά του, όσα έκαμε και όσα με τη χάρη του Θεού εξακολουθεί να κάνει. Όμως δεν είναι καθόλου εύκολο, μάλλον δε είναι και αδύνατο. Γιατί ή αγιωσύνη είναι μυστική και δεν περιγράφεται και τα θαύματα είναι τόσα πολλά, πού δεν απαριθμούνται. Τα έργα των Αγίων φαίνονται και δοξάζεται μ’ αυτά  ο Θεός, μα η ρίζα και η πηγή των έργων είναι βαθιά μέσα στον άνθρωπο και στη χάρη του Θεού, αθέατη στο μάτι και απρόσιτη στο λογισμό. Ο ήλιος ανατέλλει, μα κανείς δεν βλέπει τα βάθη του ορίζοντα απ’ όπου αναδύεται, οι πηγές τρέχουν, μα οι δεξαμενές τους είναι αθέατες στα έγκατα της γης.

Το ίδιο κι ο βίος και η πολιτεία των Αγίων. Μπροστά στην αλήθεια των πραγμάτων ό άνθρωπος δεν ομιλεί ούτε συζητεί, αλλά θεάται και σιωπά. Όταν ομιλεί η αλήθεια των πραγμάτων δεν έχει σειρά να ομιλήσει ό άνθρωπος, αλλά μόνο για να ακούσει με ευγνωμοσύνη× γιατί η φωνή της αλήθειας των πραγμάτων είναι φωνή και αποκάλυψη Θεού. Όταν καπνιζότανε και τράνταζε το Σινά, ο λαός όχι μόνο δεν ομιλούσε μα ούτε πού άντεχε να ακούει τη φωνή του Θεού. Κι όταν ο Μωϋσής κατέβαινε από το βουνό με τις πλάκες του νόμου ο λαός θαμπωνότανε στη λάμψη του προσώπου του, κι αναγκαζότανε ο Προφήτης να καλύπτει το πρόσωπό του. Αυτή είναι η στάση του άνθρωπου μπροστά στο λόγο και την αποκάλυψη του Θεού, μπροστά στην αλήθεια των πραγμάτων.  Εμείς ομιλούμε για την αγιωσύνη ως ιδεώδες, κι αγνοούμε την αγιωσύνη ως πράξη που διαρκώς γίνεται.

Συνήθως ομιλούμε για έναν ιδεατό κόσμο της αγιωσύνης προς τον όποιο θέλουμε να οδηγήσουμε τους ανθρώπους, ενώ οι άγιοι άνθρωποι είναι ο ζων και παρών κόσμος της αγιωσύνης. Δεν υπάρχει άλλη αγιωσύνη παρά ο Θεός και οι άγιοι άνθρωποι× η αλήθεια των πραγμάτων στο ήθος των προσώπων. Όχι στην ηθική, αλλά στο ήθος. Γιατί η ηθική είναι κι αυτή μια άλλη κατασκευή της διάνοιας, πού δεν έχει καμιά σχέση με το ήθος και την αγιωσύνη των προσώπων. Αυτό που λέμε ηθική είναι ένα σύστημα ηθικών κανόνων και νομικών διατάξεων. Αλλά το ήθος ξεπερνάει τούς κανόνες και τις διατάξεις, δεν μπαίνει σε σχήματα και καλούπια×είναι ζωή και ελευθερία. Η αγιωσύνη δεν είναι ηθική. Και οι άγιοι δεν είναι οι λεγόμενοι ηθικοί άνθρωποι, αλλά άνθρωποι με ήθος, άνθρωποι του Θεού. Γιατί το ήθος είναι ο Θεός μέσα στον άνθρωπο× «ήθος άνθρώπω δαίμων»[1], έλεγαν και οι αρχαίοι Έλλήνες. Οι άγιοι είναι οι άνθρωποι, που άγονται «πνεύματι Θεού»[2]. Δηλαδή, οι άγιοι κατέχονται και οδηγούνται από το Άγιο Πνεύμα.

Οι άγιοι της Εκκλησίας δεν είναι οι λεγόμενοι ήρωες. Οι ήρωες εκδηλώνονται και καταπλήσσουν, ενώ οι άγιοι φοβούνται και κρύβονται, «επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού»[3]. Οι άγιοι δεν προβάλλουν τον εαυτό τους, αλλά δίνουν «την μαρτυρίαν Ιησού Χριστού»[4], «είτε δια ζωής είτε δια θανάτου». Το μαρτύριο των αγίων είναι η ζωή και η δόξα της Εκκλησίας, είτε το μαρτύριο του αίματος είτε το μαρτύριο της συνειδήσεως, που είναι «χρονιώτερον και επιπονώτερον».

Οι δρόμοι της αγιωσύνης μπορεί μεταξύ τους να διαφέρουν, μα όλοι τους οδηγούν στο ίδιο τέρμα× ο κάθε δρόμος είναι μια πορεία κι ένα αγώνισμα με σκοπό, όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος, το βραβείο «της άνω κλήσεως»[5].

Ας βάλουμε νοερά μπροστά στα μάτια μας την εικόνα της πορείας των Αγίων του Θεού στο δρόμο της σωτηρίας. Σηκώνοντας ο καθένας το Σταυρό του, πορεύονται ώσπου να φτάσουν στην τελείωσή τους. Επαναλαμβάνουν, ο καθένας για τον εαυτό του, τον λόγο του μεγάλου Αποστόλου Παύλου, «μεγαλυνθήτω Χριστός εν τω σώματί μου είτε δια ζωής είτε δια θανάτου»[6]. Και η Εκκλησία ύστερα τελεί τη μνήμη τους κι επαναλαμβάνει για τον καθένα «ξίφει τελειούται» ή «εν ειρήνη τελειούται». Αυτό δεν θα πει «τελευτά» ή «αποθνήσκει», αλλά ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ο κάθε άγιος φτάνει στο βαθμό της τελείωσής του. Η ημέρα της τελείωσης των αγίων δεν είναι ημέρα τελευτής ή θανάτου, αλλά γενέθλιος ημέρα× «τελευτήσαντος ανδρός δικαίου, ουκ όλλυται ελπίς× υιός γαρ δίκαιος γεννάται εις ζωήν…»[7] όπως μας λέγει η Αγία Γραφή. 

 Η Εκκλησία τιμά ως Αγίους τους Αποστόλους, τους Μάρτυρες, τους Προφήτες, τους Ιεράρχες, τους Οσίους και τους Δικαίους, δηλαδή τους «καλώς τον αγώνα τελέσαντας και την πίστιν τηρήσαντας». Εκείνους που έμειναν πιστοί μέχρι θανάτου κι έλαβαν από τα χέρια του αγωνοθέτη Θεού «τον στέφανον της ζωής»[8].

Ας προσευχηθούμε λοιπόν σήμερα να αξιώσει κι εμάς ο Πανάγαθος Θεός, ακολουθώντας το παράδειγμα του αγίου Χαραλάμπους, να ζήσουμε κατά Χριστόν και να δίνουμε καθημερινή μαρτυρία υπέρ Χριστού, και τότε να είμαστε βέβαιοι ότι θα λάβουμε κι εμείς «το βραβείο της άνω κλήσεως» και «τον στέφανον της ζωής».

Ο Θεός, δια πρεσβειών του αγίου Χαραλάμπους, να χαρίζει στον καθένα προκοπή υλική και πνευματική, υγεία, χαρά και ειρήνη, που τόσο λείπουν, από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε, ιδιαίτερα στις ημέρες μας.

Χρόνια πολλά και ευλογημένα σε όλους σας!

[1] Ηρακλ. Απόσπ. 119 D.K.

[2] Ρωμ. 8, 14.

[3] Β΄ Κορ. 7,1.

[4} Απ. 1,2.

[5] Φιλιπ. 3,14.

[6] Φιλιπ. 1,20.

[7] Παροιμ. 11,7.19

[8] Ιακ. 1,12.

petheol.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

H ΠΕΘ θέτει τον Αρχιεπίσκοπο και τους Ιεράρχες προ των ευθυνών τους για το Μάθημα των Θρησκευτικών

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Φεβρουαρίου, 2014

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΕΝΩΣΙΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

 Xαλκοκονδύλη 37 – 104 32 AΘHNA

Tηλ. 21052 24 180 FAX 21052 24 420

e-mail: 1. panenthe@otenet.gr. 2. petheol@gmail.com

Ἱστοχῶρος: www.petheol.gr

Ἀθήνα 14 Φεβρουαρίου 2014

Ἀριθμ. Πρώτ.: 34

Πρὸς

τὸν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος

κ.κ. Ἱερώνυμον, Πρόεδρον καὶ ἅπαντας τούς Ἱεράρχες τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

                  Μακαριώτατε,

                 Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

Ἡ Πανελλήνιος νωσις Θεολόγων, ἔχει ἐπανειλημμένως παρακαλέσει νὰ συμπεριληφθεῖ μεταξὺ τῶν θεμάτων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν. Γιὰ μία ἀκόμη φορά σᾶς ἐπαναλαμβάνουμε τὸ αἴτημά μας, διότι οἱ ἐξελίξεις γύρω ἀπὸ τὴ θρησκευτικὴ ἀγωγὴ τῶν νέων μας εἶναι  δυσμενέστατες καὶ ἡ εὐθύνη ὅλων μας εἶναι μεγάλη γιὰ ὅσα πράττουμε ἢ δὲν πράττουμε, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅσα ἐπιτρέπουμε νὰ συμβαίνουν σὲ θέματα τῆς δικῆς μας εὐθύνης.

Ὡς γνωστόν, ἐφέτος γιὰ τρίτη χρονιά, ἐφαρμόζεται πιλοτικὰ σὲ μικρὸ ἀριθμὸ σχολείων τὸ περίφημο νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν γιὰ τὰ Θρησκευτικὰ Δημοτικοῦ καὶ Γυμνασίου.  Τὸ Πρόγραμμα αὐτὸ ἀλλοιώνει ριζικὰ τὸν Ὀρθόδοξο θεολογικὸ χαρακτήρα τοῦ Μαθήματος, διότι τὸ μετατρέπει σὲ ἕνα Μάθημα ποὺ διδάσκει σὲ κάθε τάξη ἀπὸ τὴν Γ΄ Δημοτικοῦ ἕως τὴν Γ΄ Γυμνασίου καὶ σχεδὸν σὲ κάθε ἑνότητά του ἐννέα (9) θρησκεῖες, μία ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶναι καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Πίστη. Μεταβάλλει ἀκόμη, τοὺς θεολογικοὺς καὶ παιδαγωγικοὺς στόχους τοῦ Μαθήματός μας, σὲ στόχους πολιτικοὺς καὶ κοινωνικούς, μὲ τὴν ἐπιβολὴ μίας νέας ἐκκοσμικευμένης καὶ ἄγνωστης στὴν ὀρθόδοξη πίστη «πολυθρησκευτικὴς θεολογίας», τὴ θεολογία, τῆς πολυπολιτισμικότητας.

Ἐμεῖς οἱ θεολόγοι, δὲν ἀρνηθήκαμε ποτὲ νὰ διδάσκονται καὶ νὰ μαθαίνουν τὰ παιδιά μας, ὅπως ἄλλωστε συμβαίνει μέχρι σήμερα στὰ σχολεῖα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Πίστη μας καὶ βασικὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὶς μεγάλες θρησκεῖες.

Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἀνεπίτρεπτο νὰ συμβαίνει στὴ φάση τῆς πνευματικῆς ἀνάπτυξης τῶν παιδιῶν τοῦ Δημοτικοῦ καὶ τοῦ Γυμνασίου καὶ μάλιστα μὲ τὴν παροχὴ τῆς γνώσης, τοῦ πνεύματος καὶ τῶν ἀξιῶν ὅλων τῶν θρησκειῶν ταυτόχρονα, δηλαδὴ μέσα ἀπὸ ἕναν θρησκευτικὸ πλουραλισμό, τόν ὁποίον μάλιστα, σύμφωνα μέ τούς Συντάκτες τοῦ Προγράμματος, «ἕνας ἄθεος καθηγητής μπορεί να διδάξει καλύτερα ἀπό ἕνα ζηλωτή θεολόγο»!.

Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος βέβαια, νὰ ἐκθέσουμε τὴ θεολογικὴ ἢ παιδαγωγικὴ κριτικὴ τοῦ παραπάνω Προγράμματος, τὴν ὁποία ἄλλωστε ἔχουν ἀσκήσει πλῆθος ἐπιστημόνων τῆς Θεολογίας, τῆς Παιδαγωγικῆς, τῆς Ψυχολογίας καὶ τῆς Νομικῆς, μὲ τεκμηριωμένες μελέτες τους, καθὼς καὶ πολλὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ἄλλα πρόσωπα ἢ φορεῖς μὲ ὑπομνήματα, ἄρθρα καὶ ἐπιστολές.

Εἶναι ἐμφανὲς ὅτι τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας δὲν συμφωνεῖ μὲ αὐτὴν τὴν ἔκνομη καινοτομία, νὰ διδάσκονται δηλαδή, τὰ μικρὰ παιδιά μας, τὸ ἰδεολογήματα τῆς «πολυθρησκευτικῆς θεολογίας» ποὺ σχεδίασε μία μικρὴ ὁμάδα θεολόγων καὶ ἄλλων ἐκσυγχρονιστῶν καὶ ἡ ὁποία ἀντιτίθεται καὶ ἀνατρέπει τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως «εἰς Ἕναν Θεό».

Μακαριώτατε,

Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

Γιὰ ἐμᾶς ἡ Ποιμαίνουσα Ἐκκλησία δὲν εἶναι ὠφέλιμο νὰ σιωπᾶ, ἐνῶ, ὅπως ἄλλωστε ἀναφέρει καὶ σὲ σχετικὴ εἰσήγησή του(5/11/2012) πρὸς τὴ Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φιλίππων Νεαπόλεως καὶ Θάσου κ. Προκόπιος    [1], ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐναγωνίως ἀπορρίπτουν τίς σχετικές, γιά τό Πρόγραμμα τῶν «Ἐμπειρογνωμόνων», Εἰσηγήσεις (2) δύο Συνοδικῶν Μητροπολιτῶν.

Ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει, ἐκ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς(ἄρθρο 2 καὶ 9 πάρ. ἔ), νὰ ἐποπτεύει τόσο τοὺς σκοποὺς ὅσο καὶ τὴ δομὴ καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, προκειμένου νὰ ἐνισχύεται ἡ πίστη καὶ νὰ ἀναπτύσσεται ἡ θρησκευτικὴ συνείδηση τῶν νέων βαπτισμένων ἀπὸ τὴν ἴδια, μελῶν της [2].

Κατὰ συνέπεια εἶναι ἀνάγκη, νὰ πάρει ἐπίσημη θέση διὰ τῆς ἐκφράσεως τῆς Συνοδικῆς φωνῆς ὅλων τῶν σεπτῶν καὶ σεβασμίων Ἱεραρχῶν. Διαφωνοῦμε καὶ λυπούμεθα πολύ, μὲ ὅσα εἶπε πρόσφατα ὁ ὑποστηρικτὴς τοῦ Προγράμματος καὶ πρόεδρος τῆς Ἐιδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Πολιτιστικῆς Ταυτότητος Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιος, θεωρώντας τὰ μειωτικὰ γιὰ τὸ ρόλο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας καὶ ἀπαξιωτικὰ γιὰ τὸ ἔργο τῶν θεολόγων [3].

Τὸ θέμα τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν εἶναι «φλέγον, ὀξὺ καὶ ἐπεῖγον», καθὼς ὅπως πληροφορούμεθα, τ πουργεο Παιδείας προχωράει κάθεκτο σ νέους σχεδιασμος πο φορον τ Προγράμματα Σπουδν κα τ βιβλία το μαθήματος, χωρς τσύμφωνη γνώμη τς κκλησίας κα τν θεολόγων.

Γι΄ ατ ζητμε τν μεση  συζήτησή του στν ερ Σύνοδο τς εραρχίας, προκειμένου μ Συνοδικ πόφαση νπαιτηθε π τ πουργεο Παιδείας  πόσυρση τοῦ ν λόγ Προγράμματος γι σοβαρος θεολογικος καπαιδαγωγικος λόγους κα ταυτόχρονα  συγκρότηση νέας πιτροπς πο θ κφράζει λες τς τάσεις το θεολογικοκα κκλησιαστικο κόσμου,  ποία θ σχεδιάσει να κοιν ποδεκτ νέο Πρόγραμμα Σπουδν γι τ Μάθημα τν Θρησκευτικν.

Ὁποιαδήποτε λοιπὸν ἀναβολὴ στὴ λήψη τῆς σχετικῆς Συνοδικῆς ἀπόφασης θεωροῦμε ὅτι θὰ ἀποτελέσει  πλῆγμα γιὰ τὴν ποιότητα τῆς παρεχόμενης στοὺς νέους μας Παιδεία, σὲ σχέση καὶ μὲ τὰ προβλεπόμενα στὸν Καταστατικὸ Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας, στὸ Σύνταγμα καὶ τὸν ἰσχύοντα ἐκπαιδευτικὸ Νόμο.

Ἐὰν τελικὰ Μακαριώτατε, Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς  καὶ σὲ αὐτὴ τὴ Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας δὲν προγραμματισθεῖ, ἐκτάκτως, νὰ συζητηθεῖ τὸ θέμα τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν καὶ νὰ ληφθεῖ ἀπόφαση ἐπ΄ αὐτοῦ, ἡ Πανελλήνιος νωσις Θεολόγων, με λύπη της, ἔχει ἀποφασίσει τὴν κλιμάκωση τοῦ ἀγώνα γιὰ τὴ διαφύλαξη τοῦ Ὀρθόδοξου ἐκκλησιαστικοῦ περιεχομένου τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς, μὲ εὐρεία δημοσιοποίηση ὅλων τῶν πτυχῶν τοῦ θέματος.

Μὲ τὸν δέοντα σεβασμὸν

Ἀσπαζόμεθα τὴν δεξιάν Σας 

Γιὰ τὸ ΔΣ τῆς ΠΕΘ 

Ὁ Πρόεδρος

Ἠλίας Μπάκος

Δρ Θεολόγος – Φιλόλογος

Ὁ Γέν. Γραμματέας

Κωνσταντίνος Σπαλιώρας

Δρ Θεολόγος



[1] http://www.im-philippon.gr/math_thrisk.pdf ὅπου μεταξὺ ἄλλων ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φιλίπππων ἀναφέρει:

«Πολλοί Συνεπίσκοποι, Ἡγούμενοι καί Κληρικοί, Καθηγηταί Πανεπιστημίων, ὅλες σχεδόν οἱ κατά τόπους Ἑνώσεις – καί ἡ Πανελλήνιος – Θεολόγων, Ἀνώτατοι Δικαστικοί, Δημοσιογράφοι κ.ἄ., λειτουργοί καί διάκονοι τῶν Γραμμάτων καί τῆς Παιδείας ἐπιφυλάσσονται καί, ἐν τέλει, ἀπορρίπτουν τίς εἰσηγήσεις τῶν «ἐμπειρογνωμόνων τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου…».

«Εἰς τά ὅσα ἐπισημαίνονται συμβάντα, γύρω ἀπό τό θεμελιῶδες θέμα τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν εἰς τήν Πρωτοβάθμιον και Δευτεροβάθμιον Ἐκπαίδευσιν, τήν, ὅπως προβάλλεται, ἀγωνίαν ὅλων τῶν ἐκπαιδευτικῶν παραγόντων τῆς Πολιτείας μας, τήν πλήρη (ἴσως εἶναι και εὔχομαι νά εἶναι λανθασμένος αὐτός ὁ προσδιορισμός) σιωπήν και ἀπουσίαν τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Συνοδικῶν Ὀργάνων Αὐτῆς (ἐπαναλαμβάνω ἐξ ὅσων τοὐλάχιστον περιῆλθον εἰς γνῶσιν μου), εἴτε μέ τήν μορφήν κειμένων ἐπισήμων, εἴτε ὡς Δελτίων Τύπου ἤ Ἀνακοινωθέντων τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἦλθαν νά μεγιστοποιήσουν τόν προβληματισμόν μου ἐκ τῆς σιωπῆς ἤ ἀπουσίας ὑπευθύνου λόγου τοῦ Διαρκοῦς Διοικητικοῦ Ὀργάνου τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ ἀσκοῦντος, μάλιστα, συγκεκριμένας ἁρμοδιότητας, ὡς αὐταί περιγράφονται εἰς τόν Καταστατικόν Χάρτην: «Ἡ Δ.Ι.Σ. … ε) Παρακολουθεῖ τό δογματικόν περιεχόμενον τῶν διά τά Σχολεῖα Στοιχειώδους καί Μέσης Ἐκπαιδεύσεως προοριζομένων διδακτικῶν βιβλίων τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν» (ἐδαφ. ε´, παράγρ. 1, ἄρθρον 9 τοῦ νόμου 590/1977).»

Καὶ παρακάτω ὁ Σεβασμιώτατος προτείνει:

«…θά ἤθελα βαθυσεβάστως νά προτείνω… τό πελώριον τοῦτο ἐκπαιδευτικόν θέμα, τεθῇ ὑπό τήν τελικήν κρίσιν καί ἀπόφανσιν τῆς ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, συμμορφούμενοι ἅπαντες πρὸς αὐτήν».

[2] Σᾶς ἐπισυνάπτουμε συνοδευτικά, τὸ σχετικὸ μὲ τὸ θέμα καὶ πολὺ ἐμπεριστατωμένο κείμενο τοῦ κ. Γεωργίου Η. Κρίππα, Διδάκτορος Συνταγματικοῦ Δικαίου, μὲ τίτλο «Τό Ἀτομικόν δικαίωμα τῆς Θρησκευτικῆς ἐλευθερίας τῆς Ἐκκλησίας νά καθορίζει ἡ ἴδια τήν ὕλη τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν».

[3] http://www.youtube.com/watch?v=Tx2dZgQA4UM#t=15 ὅπου ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος Ἰγνάτιος ἀναφέρει μεταξὺ ἄλλων (ἀπομαγνητοφωνημένο κείμενο):

«Μιλᾶμε βέβαια γιὰ ἕνα κατηχητικὸ μάθημα, κύριε καθηγητά.  Ὄντως ἔτσι τὸ χαρακτήρισαν, δὲν ἔχει γραφτεῖ πουθενὰ ἐπίσημα ὅτι εἶναι κατηχητικό. Κανένα ἀποτέλεσμα. Ἐσεῖς εἴδατε πουθενὰ ἀποτέλεσμα ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια;  Λυπᾶμαι συνάδελφοι, θεολόγοι παλαιοὶ τῶν ἡμερῶν.

……………………………………………………………………………………………………….

Λοιπόν, βεβαίως, θὰ πῶ καὶ ἀκριβῶς, ὡς ἀπόρροια τοῦ γεγονότος, ὅτι ἔχουμε θέμα διδασκόντων, συγγνώμη, κύριε καθηγητά. Ἐμεῖς οἱ ποιμένες ποὺ μετέχουμε στὶς συναντήσεις τῶν θεολόγων τῆς περιοχῆς μας, ἔχουμε σφίξιμο, μεγάλο σφίξιμο, πολὺ μεγάλο σφίξιμο.  Λυπᾶμαι ποὺ τὸ λέω, αὐτὴ εἶναι ὅμως ἡ ἐμπειρία μας. Ἔχουμε θέμα διδασκόντων καὶ ὄχι περιεχομένου διδασκαλίας, γιὰ νὰ ‘μαστε εἰλικρινεῖς.

………………………………………………………………………………………………………

«Θέλω νὰ πῶ γιὰ τὴν Ἱεραρχία. Λυπᾶμαι ἀλλὰ πλέον ἡ Ἱεραρχία δυστυχῶς ἔχει ἐπηρεαστεῖ (ἔνν: ἀπὸ τοὺς ἀντίθετους στὰ πιλοτικὰ Προγράμματα), τρέμω νὰ μὴν ἔρθει ἡ στιγμὴ συζητήσεως μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἱεραρχίας (ἔνν.: γιὰ τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν)».

Ἀκροατής: «Γιατί ἔγινε αὐτό;»

Σέβ. Δημητριάδος: «Γιατί δυστυχῶς ἀφήσατε ἢ ἀφήσαμε περιθώριο, σ΄ αὐτοὺς τοὺς ὁποίους περιγράφετε κάθε φορὰ μὲ τὸν τρόπο ποὺ τοὺς περιγράφετε, νὰ ἐπηρεάσουν τοὺς Ἱεράρχες, διότι αὐτοὶ εἶναι ὀργανωμένοι, εἶναι συντονισμένοι, κατεβαίνουν μὲ σάιτ, κάνουν συναντήσεις καὶ ἐπηρεάζουν, ἄρα αὐτὴ τὴ στιγμὴ συζήτηση στὴν Ἱεραρχία δὲν θὰ πρέπει νὰ γίνει γι΄ αὐτὸ τὸ θέμα».

ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΠΕΘ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΙ ΕΔΩ.

http://www.petheol.gr

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΟΝΗΣΙΜΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Φεβρουαρίου, 2014

«Ο άγιος Ονήσιμος ήταν δούλος του Φιλήμονος, Ρωμαίου άνδρα, προς τον οποίον γράφει ο άγιος απόστολος Παύλος (την ομώνυμη επιστολή της Καινής Διαθήκης, την Προς Φιλήμονα). Έγινε μαθητής ο Ονήσιμος του Παύλου, (όταν είχε δραπετεύσει από τον κύριό του τον Φιλήμονα και κατέφυγε στη Ρώμη, όπου και γνώρισε τον απόστολο Παύλο που ήταν υπό περιορισμό μέχρι να δικαστεί από τον Καίσαρα), και τον διακόνησε. Μετά την τελείωση του αποστόλου, συνελήφθη και ο ίδιος και οδηγήθηκε στον Τέρτυλο, τον έπαρχο της χώρας, και από αυτόν εστάλη στα Ποτίολα. Όταν πήγε και ο Τέρτυλος εκεί, βρήκε τον Ονήσιμο να επιμένει στην πίστη του Χριστού, οπότε διέταξε πρώτον να τον κτυπήσουν σφοδρά με ράβδους κι έπειτα να του σπάσουν τα σκέλη. Με τον τρόπο αυτό μεταστάθηκε από την πρόσκαιρη αυτή ζωή».

Ο απόστολος Ονήσιμος είναι μία ακόμη περίπτωση ανθρώπου που δέχτηκε στη ζωή του την παντοδύναμη ενέργεια της θείας χάρης και μεταστράφηκε: από σκληρός και δύστροπος δούλος έγινε απόστολος του Χριστού. Από άνθρωπος δηλαδή που λόγω της καταπίεσης που αισθανόταν έτρεφε αρνητικά συναισθήματα για τον κόσμο, έγινε άνθρωπος που τέθηκε στην υπηρεσία εν αγάπη των συνανθρώπων του, δίνοντας και τη ζωή του στο τέλος προς χάρη του Χριστού. Κι αυτό σημαίνει βεβαίως ότι για να βρεθεί στο σημείο να δεχτεί τον λόγο του ευαγγελίου, διατηρούσε μέσα του καλά στοιχεία, υπήρχε δηλαδή στην ψυχή του κάποια αναζήτηση της αλήθειας. Και μοιάζει κατά τούτο με τον πνευματικό του πατέρα, τον άγιο απόστολο Παύλο, ο οποίος και αυτός από διώκτης της χριστιανικής πίστεως έγινε ο σπουδαιότερος κήρυκας και θεολόγος αυτής. Τα σχετικά με τον άγιο Ονήσιμο βλέπουμε και μέσα στην Καινή Διαθήκη, στη γνωστή επιστολή «Προς Φιλήμονα» του αποστόλου Παύλου. Μία πολύ μικρή επιστολή πράγματι, αλλά με σπουδαιότατες αλήθειες, ειδικά στο πώς πρέπει να βλέπει κανείς τον συνάνθρωπό του, και μάλιστα τον αναγεννημένο εν τη πίστει, σαν τον Ονήσιμο. Να θυμίσουμε ότι ο απόστολος, αφού είχε δεχτεί τον δραπέτη δούλο Ονήσιμο και με τη χάρη του Θεού τον μετέστρεψε στην πίστη, τον έστειλε και πάλι πίσω στον κύριό του Φιλήμονα, αλλά με την παρατήρηση: «στον στέλνω πίσω, όχι πια ως δούλο, αλλά ως αδελφό. Να τον δεχτείς λοιπόν και παραπάνω από αδελφό. Να τον δεχτείς σαν εμένα, σαν τον ίδιο τον Κύριο. Είναι τα σπλάχνα μου».
 Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος και πάλι του σημερινού αγίου, τονίζει πολύ την ιδιαίτερη σχέση του Ονησίμου με τον απόστολο Παύλο. Προβάλλει επανειλημμένως στους ύμνους του κανόνα του ότι ο Ονήσιμος φωτίστηκε από τον πνευματικό ήλιο Παύλο και έτσι ξέφυγε από το σκοτάδι της άγνοιας που βρισκόταν, όπως βεβαίως ότι το φως αυτό του ευαγγελίου του Παύλου τον απελευθέρωσε πραγματικά από τα δεσμά της δουλείας. «Καταφωτίστηκες από τις ακτινοβόλες λαμπηδόνες του Παύλου, ένδοξε, κι έτσι διέφυγες από το σκοτάδι της άγνοιας εύκολα» («Ακτινοβόλοις του Παύλου καταυγασθείς λαμπηδόσιν, ένδοξε, της αγνοίας την αχλύν ευχερώς διέφυγες») (ωδή α΄)∙ «Ο δέσμιος Παύλος σε έλυσε από τη δουλεία της πλάνης, κι αφού τιμήθηκες από την ελευθερία της χάρης κι έγινες Υιός του Θεού, αναδείχτηκες κληρονόμος του Θεού» («Ελύθης Παύλου τοις δεσμοίς εκ δουλείας της πλάνης, και τη ελευθερία της χάριτος τιμηθείς, Υιός Θεού γεγονώς, κληρονόμος θείος αναδέδειξαι») (ωδή γ΄).

Ο υμνογράφος βεβαίως, ναι μεν τονίζει την πνευματική σχέση του Ονησίμου με τον απόστολο Παύλο, αλλά δεν ξεχνά να μας πει ότι η σχέση αυτή στην πραγματικότητα είναι σχέση του Ονησίμου με τον Χριστό. Ο άγιος  Παύλος δηλαδή λειτουργούσε ως όργανο του Χριστού και προς τον Χριστό κατηύθυνε τους πάντες: ό,τι άλλωστε ήταν το διαρκές κήρυγμά του.  «Ο Κύριος που θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι  – θα πει ο Θεοφάνης στην δ΄ ωδή του κανόνα – σε έκανε από δούλο ιερουργό Του, μακάριε και θεοφάντορα Ονήσιμε, ώστε να ιερουργείς το σεπτό Ευαγγέλιο» («Ο θέλων άπαντας σωθήναι Κύριος, εκ ζυγού σε δουλείας ιερουργόν, μάκαρ, προχειρίζεται, ιερουργούντα το σεπτόν, θεοφάντορ, Ευαγγέλιον»). Η ανάδειξη αυτή του Ονησίμου σε ιερέα και ιερουργό του Ευαγγελίου σημαίνει στην πραγματικότητα, κατά τον υμνογράφο, ανάδειξή του σε ναό του Θεού, θεμελιωμένο στο άγιον Πνεύμα. Με άλλα λόγια, αυτός που θα γνωρίσει τον Χριστό, θα οδηγηθεί στο ανώτερο δυνατό σημείο που μπορεί να φτάσει ποτέ άνθρωπος: να γίνει και αυτός υιός Θεού, κατοικητήριο Εκείνου, έχοντας μέσα του το ίδιο το φως της θείας χάρης. «Δείχτηκες πανευπρεπής ναός, που είχες μέσα σου σα λυχνάρι το φως της θείας χάρης και που ήσουν θεμελιωμένος στο οικοδόμημα του Θείου Πνεύματος, μακάριε Ονήσιμε» («Ναός εδείχθης πανευπρεπής, ένδον κεκτημένος ως λυχνίαν το φέγγος της θείας χάριτος, τη οικοδομία του Θείου Πνεύματος τεθεμελιωμένος, μάκαρ Ονήσιμε») (ωδή ε΄).

Είναι περιττό και να σημειώσουμε ότι οι ύμνοι της Εκκλησίας μας, εξ αφορμής του αγίου Ονησίμου: του φυγάδα δούλου, όπως είπαμε, που απελευθερώθηκε όμως εν Χριστώ, γενόμενος δούλος πια Εκείνου, επισημαίνουν τη βασικότατη αυτή αλήθεια. Ότι δηλαδή τότε γίνεται κανείς αληθινά ελεύθερος, όταν όχι απλώς δραπετεύσει από κάποια επίγεια δεσμά, αλλά όταν μπορέσει να απελευθερωθεί από τα πραγματικά δεσμά των παθών της κακίας του και του αρχεκάκου διαβόλου. Κι αυτό σημαίνει ότι μπορεί κανείς να είναι εξωτερικά ελεύθερος και να είναι όντως μέσα του δούλος, όπως και να είναι κανείς δούλος εξωτερικά, και να είναι αληθινά μέσα του ελεύθερος. Κι αιτία γι’ αυτό είναι ασφαλώς το γεγονός ότι η αληθινή ελευθερία βρίσκεται εκεί που υπάρχει η πηγή της, το Πνεύμα του Θεού. Όπως το σημειώνει και ο απόστολος: «Ου το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία». Συνεπώς, για να γίνει κανείς ελεύθερος πρέπει να γίνει δούλος του Θεού. Μόνον όποιος υποτάσσεται και «δουλώνεται» στον Κύριο, απελευθερώνεται ουσιαστικά. Κι επειδή ο Κύριος δεν θέλει δούλους, αυτούς που δουλώνονται σ’ Αυτόν, Τον υπακούουν δηλαδή, τους εξυψώνει σε υιούς Του. Ο άγιος Θεοφάνης είναι σαφής. Πέραν των παραπάνω μνημονευθέντων ύμνων του και ο επόμενος κινείται στην ίδια βάση: «Απαλλάχτηκες από τη δουλεία της πλάνης και φάνηκες απελεύθερος του Θεού, γινόμενος με τη χάρη Του γνήσιος δούλος Αυτού» («Εκ δουλείας της πλάνης απαλλαγείς απελεύθερος ώφθης εν τω Θεώ, αυτού δούλος γνήσιος χρηματίσας εν χάριτι») (κάθισμα όρθρου).

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΠΕΘ προς τον Υπουργό Παιδείας για διορισμούς, μεταθέσεις και προσλήψεις αναπληρωτών Θεολόγων

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Φεβρουαρίου, 2014

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΕΝΩΣΙΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

Xαλκοκονδύλη 37 – 104 32 AΘHNA

Tηλ. 21052 24 180 FAX 21052 24 420

e-mail: 1. panenthe@otenet.gr. 2. petheol@gmail.com

Ἱστοχῶρος: www.petheol.gr

 

Ἀθήνα 14 Φεβρουαρίου 2014

Ἀριθμ. Πρώτ.: 32

Πρός

Τον αξιότιμο κύριον

Κωνσταντίνο Αρβανιτόπουλο

Υπουργόν Παιδείας και Θρησκευμάτων

Ανδρέα Παπανδρέου 37

15180 Μαρούσι

Αθήνα

         Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,

Απευθυνόμαστε σε Σας επειδή γνωρίζουμε το αμέριστο ενδιαφέρον Σας για την εύρυθμη λειτουργία των Σχολείων και την εκτίμησή Σας στο μάθημα των Θρησκευτικών για να σας εκθέσουμε τα παρακάτω.

Με αποφάσεις που ελήφθησαν τα τελευταία χρόνια πλήττεται καίρια ο κλάδος των Θεολόγων. Η πρόσληψη μικρού μόνον αριθμού αναπληρωτών Θεολόγων και οι μηδενικοί διορισμοί μονίμων Θεολόγων γιγαντώνουν όλο και περισσότερο το πρόβλημα της αδιοριστίας των συναδέλφων μας. Είναι κατανοητό ότι στην περίοδο της οικονομικής κρίσης που διανύουμε οι προσλήψεις και του εκπαιδευτικού προσωπικού  μειώθηκαν δραματικά. Δυστυχώς όμως φαίνεται πως ακολουθούνται δύο μέτρα και δύο σταθμά στην αντιμετώπιση των εκπαιδευτικών διαφορετικών κλάδων. Είναι πράγματι απορίας άξιον γιατί δεν συμπεριλήφθηκαν στην πρόσφατη προκήρυξη πρόσληψης μονίμων εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης οι ελάχιστοι εναπομείναντες διοριστέοι Θεολόγοι του διαγωνισμού ΑΣΕΠ του 2008 ενώ την ίδια στιγμή πραγματοποιήθηκε ο μόνιμος διορισμός εκπαιδευτικών κλάδων στους οποίους έχει γίνει πλήρης απορρόφηση των διοριστέων του ίδιου διαγωνισμού.

Την ίδια στιγμή στην Ένωσή μας καταφθάνουν στοιχεία για Σχολεία της νησιωτικής κυρίως Ελλάδας στα οποία δεν υπάρχει Θεολόγος κατά την τελευταία τουλάχιστον διετία και το μάθημα των Θρησκευτικών δεν διδάσκεται καθόλου. Επιπλέον πρόσφατα οι Θεολόγοι αποκλείστηκαν και από την επιλογή εκπαιδευτών για τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, τη Συμβουλευτική Σταδιοδρομία και πολλές άλλες γενικές προκηρύξεις του Δημοσίου που απαιτούν πτυχία ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών.

Τέλος, η μεγάλη καθυστέρηση της έκδοσης της φετινής εγκυκλίου των μεταθέσεων γεννά μεγάλη ανησυχία στους διορισμένους εκπαιδευτικούς όλων των κλάδων. Ο προβληματισμός των Θεολόγων όμως είναι ακόμη μεγαλύτερος καθώς πέρυσι δεν δόθηκε ούτε μία μετάθεση Θεολόγου, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που έχει μια τέτοια πολιτική απόφαση στην οργάνωση και αρμονική λειτουργία της οικογενειακής ζωής των συναδέλφων.

Παρακαλούμε να ενσκήψετε με τη δέουσα προσοχή στα προβλήματα του κλάδου μας και να προβείτε στις κατάλληλες ενέργειες ώστε:

Α) Να υπάρξει μεγαλύτερος αριθμός προσλήψεων αναπληρωτών Θεολόγων για την κάλυψη των κενών στα σχολεία και την διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος. Επιπλέον σε επικείμενο σχεδιασμό μονίμων διορισμών εκπαιδευτικών να δοθεί ικανός αριθμός θέσεων και στον κλάδο των Θεολόγων.

Ελάχιστη δε υποχρέωση της πολιτείας είναι η απορρόφηση του μικρού αριθμού των διοριστέων Θεολόγων του διαγωνισμού ΑΣΕΠ 2008.

Β) Να προχωρήσει άμεσα η έκδοση της εγκυκλίου των μεταθέσεων και μετά την υποβολή των σχετικών αιτήσεων να υπάρξει ο κατά το δυνατόν μεγαλύτερος αριθμός αιτήσεων που θα ικανοποιηθούν.

Η ακολουθούμενη πολιτική κατά την γνώμη μας, στα ανωτέρω ζητήματα θα πρέπει να διέπεται, όχι μόνο από μία ψυχρή αριθμητική προσέγγιση των δεδομένων, αλλά και από την απαραίτητη για τη σημερινή εκρηκτική κατάσταση που ζούμε κοινωνική ευαισθησία.

Με τιμή

Για το ΔΣ της ΠΕΘ

Ο Πρόεδρος

Ηλίας Μπάκος

Δρ Θεολόγος – Φιλόλογος

Ο Γεν. Γραμματέας

Κωνσταντίνος Σπαλιώρας

Δρ Θεολόγος

 

petheol.gr

 

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Anthony Bloom:Μην ζητάμε να δούμε τον Θεό, απροετοίμαστοι!

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Φεβρουαρίου, 2014

Ο Θεός είναι πολυεύσπλαχνος. Δεν έρχεται πρόωρα, παράκαιρα. Μας δίνει την ευκαιρία να κρίνουμε τον εαυτό μας, να καταλάβουμε ορισμένα πράγματα και να μη επιζητούμε να μας εμφανιστεί σε στιγμές που η παρουσία Του θα σήμαινε καταδίκη για μας.
Θα ήθελα να σας πω ένα παράδειγμα πάνω σ’ αυτό. Πριν πολλά χρονιά ήρθε κάποιος να με δει. Μου ζήτησε να του δείξω το Θεό. του είπα ότι δεν μπορούσα να το κάνω, αλλά πρόσθεσα ότι, ακόμα και να μπορούσα, αυτός δεν θα ήταν δυνατό να ατενίσει το Θεό. σκέφτηκα πως για να συναντήσει κανείς το Θεό πρέπει να έχει κάτι κοινό μαζί Του, κάτι που δίνει μάτια να δει και νου να κατανοήσει.
Ο άνθρωπος εκείνος με ρώτησε γιατί τα έλεγα αυτά. του πρότεινα λοιπόν να σκεφτεί λίγα λεπτά και να μου πει αν υπήρχε κάποιο χωρίο του Ευαγγελίου που να τον είχε συγκινήσει ιδιαίτερα, για να δει ποια σχέση υπάρχει μεταξύ του Θεού και του ιδίου.
Μου απάντησε λοιπόν «ναι, είναι στο όγδοο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του Ιωάννου, το χωρίο που μιλάει για το λιθοβολισμός της πόρνης». «Ά ναι!» είπα, «αυτό είναι ένα από τα πιο όμορφα και συγκινητικά κομμάτια στο Ευαγγέλιο». «Τώρα» του είπα, « κάθισε και σκέψου ειλικρινά: στη σκηνή που περιγράφεται, ποιος είσαι εσύ: ο Κύριος, ή τουλάχιστον είσαι με το μέρος Του, γεμάτος συγχώρηση, συγκατάβαση και πίστη γι’ αυτή τη γυναίκα που μπορεί να μετανοήσει και να γίνει ένας καινούργιος άνθρωπος; Είσαι η γυναίκα που τη συνέλαβαν να μοιχεύει; Είσαι ένας από κείνους που απομακρύνονται αμέσως γιατί έχουν επίγνωση των αμαρτημάτων του; Ή τέλος είσαι ένας από κείνους που στέκονται λίγο και περιμένουν;
Ο άνθρωπός μου σκέφτηκε λίγο και έπειτα είπε: «Όχι, νιώθω πως είμαι ο μόνος Εβραίος που δεν θα είχε απομακρυνθεί αλλά θα είχα λιθοβολήσει τη γυναίκα». Τον κοίταξα λοιπόν και του απάντησα: «Δόξαζε το Θεό που δεν σου επιτρέπει να Τον συναντήσεις πρόσωπο προς πρόσωπο!».
Αρχιεπισκόπου  Anthony Bloom
Μάθε να προσεύχεσαι
εκδ.: Η Έλαφος

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ζωή του χριστιανού μέσα από τους λειτουργικούς κύκλους της Εκκλησίας.

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Φεβρουαρίου, 2014

Η ζωή του χριστιανού είναι άμεσα συνδεδεμένη με την θεία λατρεία. Κατανοώντας αυτήν την κεφαλαιώδη αλήθεια η Αγία μας Εκκλησία καθιέρωσε τους λειτουργικούς κύκλους του εκκλησιαστικού έτους.

Α. Ενιαύσιος εορταστικός κύκλος ακινήτων εορτών με κέντρο τα Χριστούγεννα.
Β. Ενιαύσιος εορταστικός κύκλος κινητών εορτών με κέντρο το Πάσχα.
Γ. Εβδομαδιαίος λατρευτικός κύκλος με κέντρο την Κυριακή.
Δ. Ημερήσιος λατρευτικός κύκλος με κέντρο την Θεία Λειτουργία.
 Συμμετέχοντας ο χριστιανός στους παραπάνω λατρευτικούς κύκλους βιώνει σε κάθε στιγμή της ζωής του το μυστήριο της Εκκλησίας που δεν είναι άλλο από την κοινωνία Θεού και ανθρώπου.
Α. Ενιαύσιος εορταστικός κύκλος ακινήτων εορτών: Κάθε ημέρα του έτους εορτάζεται η μνήμη ενός αγίου ή κάποιου γεγονότος σύμφωνα με τα λειτουργικά βιβλία των Μηναίων.
Β. Ενιαύσιος εορταστικός κύκλος κινητών εορτών: Με βάση την καθορισμένη ημερομηνία της εορτής του Πάσχα – η οποία καθορίζεται από τις διατάξεις της 1ης Οικουμενικής Συνόδου- καθιερώνεται μία ομάδα εορτών πριν το Πάσχα (λειτουργικό βιβλίο Τριωδίου) και μία ομάδα μετά το Πάσχα (λειτουργικό βιβλίο Πεντηκοσταρίου). Αυτές οι εορτές δεν έχουν συγκεκριμένη ημερολογιακή ημερομηνία και γι’ αυτόν τον λόγο εορτάζονται κοινά από όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς ανεξάρτητα Νέου ή Παλαιού Ημερολογίου (Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, Ρωσίας κ.α.)
Γ. Εβδομαδιαίος λατρευτικός κύκλος: Κάθε ημέρα της εβδομάδος τιμώνται πρόσωπα και γεγονότα τα οποία μας υπενθυμίζει η Εκκλησία μας μέσα από το λειτουργικό βιβλίο της Παρακλητικής (Οκτάηχος).
Κυριακή: Ανάσταση του Χριστού.
Δευτέρα: Άγιοι Άγγελοι.
Τρίτη: Τίμιος Πρόδρομος..
Τετάρτη: Υπεραγία Θεοτόκος- Σταυρός του Κυρίου.
Πέμπτη: Άγιοι Απόστολοι-Άγιος Νικόλαος.
Παρασκευή: Σταυρός του Κυρίου-Υπεραγία Θεοτόκος.
Σάββατο: Άγιοι Πάντες-Προσευχές υπέρ των κεκοιμημένων.
Δ. Ημερήσιος λατρευτικός κύκλος: Με βάση το λειτουργικό βιβλίο του Μεγάλου Ωρολογίου τελούνται τακτές ακολουθίες καθ’ όλη την διάρκεια του εικοσιτετραώρου. Συμβατικά αυτές οι ακολουθίες αριθμούνται με τον αριθμό επτά, ακλουθώντας τον στίχο του ψαλμωδού: «επτάκις της ημέρας ήνεσά Σε».
1. Μεσονυκτικό-Όρθρος
2.Ακολουθία Α’ Ώρας
3. Ακολουθία Γ’ Ώρας
4. Ακολουθία ΣΤ’ Ώρας
5. Ακολουθία Θ’ Ώρας
6. Ακολουθία του Εσπερινού
7.Ακολουθία του  Αποδείπνου
*Κέντρο της λατρευτικής ημέρας θεωρείται η Θεία Λειτουργία, όταν τελείται.
Γίνεται κατανοητό ότι οι τέσσερις Λατρευτικοί-εορταστικοί κύκλοι συμπλέκονται μεταξύ τους. Π.χ. Σήμερα Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014 εορτάζουμε: α)Τον Άγιο Μαρτινιανό με βάση τον κύκλο των ακινήτων εορτών β) Βρισκόμαστε στην 1η εβδομάδα του Τριωδίου με βάση τον κύκλο των κινητών εορτών γ) Τιμούμε τους Αγίου Αποστόλους και τον Άγιο Νικόλαο με βάση τον εβδομαδιαίο κύκλο και δ) όλα τα παραπάνω μας τα υπενθυμίζει η Εκκλησία λειτουργικά μέσα από τις ακολουθίες του ημερησίου κύκλου (μεσονυκτικό, όρθρο κτλ).
Συνεπώς η ζωή του χριστιανού μέσα στην Εκκλησία χρωματίζεται από την αγιοπνευματική εμπειρία της τιμής των Αγίων και της από κοινού προσευχής της λατρευτικής κοινότητας.
Ο χριστιανός μπορεί να ανταπεξέλθει στις αντιξοότητες της καθημερινότητας όντας περιτειχισμένος από τα Σωτηριώδη γεγονότα της ζωής του Χριστού και των Αγίων.
αρχιμ. Αρσένιος Χαλδαιόπουλος

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εξεταστέα ύλη στο μάθημα των Θρησκευτικών της Α΄ Λυκείου Ημερησίου, της Α΄και Β΄ Εσπερινού και της Α΄Μουσικών και Καλλιτεχνικών Λυκείων

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Φεβρουαρίου, 2014

O Yπουργός Παιδείας Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος υπέγραψε Απόφαση που αφορά στον «Καθορισμό εξεταστέας ύλης των μαθημάτων της Α΄ τάξης Ημερησίου και των Α΄ και Β΄ τάξεων Εσπερινού Γενικού Λυκείου για το σχολικό έτος 2013-2014». Σύμφωνα με την Απόφαση (δείτε τη παρακάτω ολόκληρη) οι διδακτικές ενότητες που ορίζονται ως εξεταστέα ύλη για το μάθημα των Θρησκευτικών είναι οι ακόλουθες:

Θρησκευτικά

Η εξεταστέα ύλη στο μάθημα των Θρησκευτικών για την Α΄ τάξη Ημερησίου ΓΕΛ είναι η ακόλουθη: 

1. Η λατρεία στη ζωή των πιστών σήμερα

2. Το νόημα και η εξέλιξη της χριστιανικής λατρείας

3. Ο Χριστός εγκαινιάζει την αληθινή λατρεία

6. «Ποιήσωμεν άνθρωπον…»

7. Η παρουσία του Θεού στην ανθρώπινη ιστορία

8. Χριστούγεννα: η γιορτή της ενανθρώπησης του Θεού

9. Το κήρυγμα και τα θαύματα του Χριστού μέσα από τη λατρεία

10. «Προσκυνούμεν σου τα Πάθη Χριστέ..»

11. Η Ανάσταση του Χριστού

12. «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν…»

13. Τι μπορεί να μάθει ο άνθρωπος για το Θεό; Προσέγγιση της γιορτής της

Μεταμόρφωσης

14. Ο Τριαδικός Θεός: οι γιορτές της Πεντηκοστής και του Αγίου Πνεύματος

15. Συναγμένοι στη Θεία Ευχαριστία: η ουσία της Εκκλησίας

16. Παναγία, η μητέρα του Χριστού

18. Οι άγιες εικόνες: έκφραση της πίστης

19. Η μνήμη των αγίων, αφορμές για ένα σύγχρονο ανθρωπολογικό προβληματισμό

21. Η είσοδος και ένταξη στη Εκκλησία: τα μυστήρια του Βαπτίσματος και του

Χρίσματος

22. Ίδρυση και ιστορική εξέλιξη της Θείας Ευχαριστίας

23. Το βαθύτερο νόημα της Θείας Λειτουργίας

24. Το μυστήριο της Μετανοίας

25. Η ευλογία για μια ζωή συζυγίας: το βαθύτερο νόημα του μυστηρίου του Γάμου

26. Πνευματική διακονία: το μυστήριο της Ιεροσύνης

30. Ο πλούτος της εκκλησιαστικής ποίησης (Υμνογραφία)

31. Προβληματισμοί για τη λειτουργική γλώσσα και μουσική

32. Η θέση των λαϊκών στη σύγχρονη λατρεία, επισημάνσεις και προβληματισμοί

33. Η γυναίκα στη λατρεία

37. Πνευματισμός-εσωτερισμός-δεισιδαιμονία-Προλήψεις

38. Η Μασονία

40. Τέσσερα παραδείγματα-προκλήσεις

41. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά

Θρησκευτικά

Η εξεταστέα ύλη στο μάθημα των Θρησκευτικών για την Α΄ τάξη Εσπερινού ΓΕΛ είναι η ακόλουθη:

1. Η λατρεία στη ζωή των πιστών σήμερα

2. Το νόημα και η εξέλιξη της χριστιανικής λατρείας

3. Ο Χριστός εγκαινιάζει την αληθινή λατρεία

4. Με τη λατρεία εκφράζουμε την πίστη μας

6. «Ποιήσωμεν άνθρωπον…» 

7. Η παρουσία του Θεού στην ανθρώπινη ιστορία

8. Χριστούγεννα: η γιορτή της ενανθρώπησης του Θεού

9. Το κήρυγμα και τα θαύματα του Χριστού μέσα από τη λατρεία

10. «Προσκυνούμεν σου τα Πάθη Χριστέ..»

11. Η Ανάσταση του Χριστού

12. «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν…»

13. Τι μπορεί να μάθει ο άνθρωπος για το Θεό; Προσέγγιση της γιορτής της

Μεταμόρφωσης

14. Ο Τριαδικός Θεός: οι γιορτές της Πεντηκοστής και του Αγίου Πνεύματος

15. Συναγμένοι στη Θεία Ευχαριστία: η ουσία της Εκκλησίας

16. Παναγία, η μητέρα του Χριστού

 

Η εξεταστέα ύλη στο μάθημα των Θρησκευτικών για τη Β΄ τάξη Εσπερινού ΓΕΛ είναι η ακόλουθη:

20. Κλήρος και λαός στη λατρεία

21. Η είσοδος και ένταξη στη Εκκλησία: τα μυστήρια του Βαπτίσματος και του

Χρίσματος 

22. Ίδρυση και ιστορική εξέλιξη της Θείας Ευχαριστίας

23. Το βαθύτερο νόημα της Θείας Λειτουργίας

24. Το μυστήριο της Μετανοίας

25. Η ευλογία για μια ζωή συζυγίας: το βαθύτερο νόημα του μυστηρίου του Γάμου

26. Πνευματική διακονία: το μυστήριο της Ιεροσύνης

30. Ο πλούτος της εκκλησιαστικής ποίησης (Υμνογραφία)

31. Προβληματισμοί για τη λειτουργική γλώσσα και μουσική

32. Η θέση των λαϊκών στη σύγχρονη λατρεία, επισημάνσεις και προβληματισμοί

33. Η γυναίκα στη λατρεία

34. Εκκλησιασμός: Ανάγκη η συνήθεια;

37. Πνευματισμός-εσωτερισμός-δεισιδαιμονία-Προλήψεις

38. Η Μασονία

41. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά

 

Μουσικά και Καλλιτεχνικά Λύκεια

Η εξεταστέα ύλη στο μάθημα των Θρησκευτικών για την Α΄ τάξη των Μουσικών και Καλλιτεχνικών Λυκείων είναι η ακόλουθη:

1. Η λατρεία στη ζωή των πιστών σήμερα

2. Το νόημα και η εξέλιξη της χριστιανικής λατρείας

3. Ο Χριστός εγκαινιάζει την αληθινή λατρεία

6. «Ποιήσωμεν άνθρωπον…»

7. Η παρουσία του Θεού στην ανθρώπινη ιστορία

8. Χριστούγεννα: η γιορτή της ενανθρώπησης του Θεού

9. Το κήρυγμα και τα θαύματα του Χριστού μέσα από τη λατρεία

10. «Προσκυνούμεν σου τα Πάθη Χριστέ..»

11. Η Ανάσταση του Χριστού

12. «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν…»

13. Τι μπορεί να μάθει ο άνθρωπος για το Θεό; Προσέγγιση της γιορτής της

Μεταμόρφωσης

14. Ο Τριαδικός Θεός: οι γιορτές της Πεντηκοστής και του Αγίου Πνεύματος

15. Συναγμένοι στη Θεία Ευχαριστία: η ουσία της Εκκλησίας

16. Παναγία, η μητέρα του Χριστού

18. Οι άγιες εικόνες: έκφραση της πίστης

19. Η μνήμη των αγίων, αφορμές για ένα σύγχρονο ανθρωπολογικό προβληματισμό

21. Η είσοδος και ένταξη στη Εκκλησία: τα μυστήρια του Βαπτίσματος και του

Χρίσματος

22. Ίδρυση και ιστορική εξέλιξη της Θείας Ευχαριστίας 

23. Το βαθύτερο νόημα της Θείας Λειτουργίας

25. Η ευλογία για μια ζωή συζυγίας: το βαθύτερο νόημα του μυστηρίου του Γάμου

ΔΕΙΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΤΕΑ ΥΛΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ

petheol.gr

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γέροντας Ελισαίος Σιμωνοπετρίτης: Στη σημερινή νεολαία βρίσκω περισσότερα στοιχεία σοβαρότητος και παιδείας από τη δική μας αντίστοιχη περίοδο

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Φεβρουαρίου, 2014

Με αισθήματα βαθιάς ευγνωμοσύνης ολοκληρώνουμε τη συνομιλία μας εδώ στη Σιμωνόπετρα με τον Καθηγούμενό της Αρχιμανδρίτη κ. Ελισαίον, αγαπητές και αγαπητοί μου αναγνώστες της «δημοκρατίας». Λίγο πριν το… «Δι’ ευχών» -που λένε στο τέλος κάθε εκκλησιαστικής τελετουργίας- να πάρουμε ακόμη μερικές απαντήσεις.

– Μανώλης Μελινός: Γέροντα, με βάση τη συνεχή επικοινωνία και την πλουσίαν εμπειρία σας από τους νέους, αισιοδοξείτε γι’ αυτούς;

– Αρχιμ. Ελισαίος Σιμωνοπετρίτης: Είμ’ αισιόδοξος, αν και δεν συμφωνώ απολύτως με τον υπερτονισμό της νεολαίας· νεολαία είν’ ένας συμβατικός χρόνος.

– Μ.Μ.: Είναι το αύριο της Εκκλησίας, του έθνους, της κοινωνικής δομής…

– Αρχιμ. Ελ.Σιμ.: Καμίαν αντίρρηση για τις τελευταίες αναφορές, με την παρατήρησιν όμως ότι η Εκκλησία δεν έχει ηλικίες. Αντιλαμβάνεσθε..

Συνοψίζω, λέγοντας ότι αισιοδοξώ για τη νεολαία, που όμως έχει κάποιο έρεισμα. Ο εκσυγχρονισμός δεν είναι ο κανόνας. Οσα καλά στοιχεία έχει ο νέος από την παιδική ηλικία, βλασταίνουν όταν αργότερα αρχίζει να βρίσκει τον χώρο του και να εκμεταλλεύεται τον χρόνο του. Αυτό επιτυγχάνεται εδώ στο Αγιον Ορος. Αλλά και στον κόσμο συμβαίνει το ίδιο, όταν ο νέος βρει τον χώρο κι αρχίσει να υπολογίζει και να σέβεται τον χρόνο του…

Ποτέ δεν είναι αργά γι’ ανοικοδόμηση. Μάλιστα στη σημερινή νεολαία βρίσκω περισσότερα στοιχεία σοβαρότητος και παιδείας από τη δική μας αντίστοιχη περίοδο. Σήμερα οι νέοι είναι πιο έξυπνοι, πιο καλά πληροφορημένοι. Πάντως, δεν μπορεί κανείς να κρίνει με γενικότητες τους ανθρώπους. Συνήθως στα βάθη της ψυχής η θετική πραγματικότητα απέχει από την επιφάνεια. Αυτό είναι και μία ελπίδα που χαρίζει ο Θεός στον άνθρωπο. Εχει πολύ περισσότερες δυνατότητες ο άνθρωπος, απ’ ό,τι νομίζουμε. Επίσης έχει δυνάμεις αναστροφής και ανασυγκροτήσεως. Μπορεί να βρίσκεται στο χείλος του κρημνού και να επιστρέφει. Δεν μου αρέσουν αυτές οι μεσαιωνικές ιστορίες περί καταστροφών και αντιστοίχως οι υπεραισιοδοξίες περί άλλων αναγεννήσεων…

Ο άνθρωπος έχει μία προσωπική πορεία μέσα σ’ ένα Σώμα, που είναι η Εκκλησία και η κοινωνία.
– Μ.Μ.: Να παραμείνουμε, άγιε Καθηγούμενε, στην απτή πραγματικότητα της Μονής σας· θα τη συσχετίσω μ’ εκείνη της Ορμυλίας, του γυναικείου μοναστηριού που τελούσε πάντοτε υπό την πνευματική σκέπη του Γέροντός σας πατρός Αιμιλιανού. Απ’ όσο γνωρίζω, από τους περίπου εβδομήντα Σιμωνοπετρίτες πατέρες και τις εκατόν είκοσι Ορμυλιώτισσες μοναχές, εβδομήντα άτομα εκατέρωθεν είσθε στενοί συγγενείς, σύζυγοι, πατέρες, μητέρες, αδέλφια, ξαδέλφια, ανίψια! Μιλήστε μας για την ευλογίαν αυτήν, απαντώντας στους «χριστιανούς» γονείς οι οποίοι φοβούνται ότι, πηγαίνοντας στο μοναστήρι τα παιδιά τους, θα… ενταφιασθούν!

– Αρχιμ. Ελ.Σιμ.: Υπάρχει όντως διάλυση κάποιας οικογενείας, για να ενωθεί όμως εις το όνομα Κάποιου Αλλου! Με άλλα λόγια, σκορπίζει μίαν οικογένειαν ο Θεός και την επανενώνει σε άλλο επίπεδο και άλλη διάσταση· την ανοικοδομεί! Αυτές οι οικογένειες που διαλύθηκαν ζουν πιο ευτυχισμένες απ’ ό,τι ζούσαν με την καθημερινή τριβήν. Οντας τώρα «χωρισμένοι» αλλά ουσιαστικά ενωμένοι στα μοναστήρια, εν ονόματι του Χριστού, αυτό έχει συνέπεια και για την υπόλοιπη αδελφότητα. Αισθανόμαστε την οικογενειακή ζωή στο κοινόβιο. Πέριξ των δύο μονών υπάρχει ένας άλλος κόσμος εγγάμων, που αποτελεί την ευρύτερη οικογένεια. Το σύνολον αυτό είναι η απεικόνιση της Εκκλησίας σε μικρογραφία.

– Μ.Μ.: Γέροντα, ευχαριστώ πολύ για τις πολύτιμες σκέψεις και πληροφορίες σας.

– Παρακαλώ να εύχεσθε.

– Αρχιμ. Ελ.Σιμ.: Εγώ σας ευχαριστώ πολύ. Ο Χριστός να μας ευλογεί όλους· αμήν.

– Μ.Μ.: Ο Βρετανός περιηγητής Carlyle, αγαπητές και αγαπητοί μου αναγνώστες της «δημοκρατίας», περιγράφει με ζωντάνια κι έξαρση το τοπίο της Σιμωνόπετρας ως εξής:

«Ο ήλιος βασίλευε όταν φτάσαμε στο μοναστήρι. Ζύγωνε το σούρουπο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το θέαμα από το χαγιάτι που τριγυρίζει το μοναστήρι. Στέκεται κυριολεκτικά πάνω σε μια βραχοκολόνα. Από ’δώ και από ’κεί βαθιές λαγκαδιές κατάφυτες και χαραγμένες από χειμάρρους. Μπροστά η θάλασσα· θαρρεί κανείς πως, αν πετάξει μια πέτρα, θα φτάσει στο νερό. Πίσω ανεβαίνει ένας απότομος βράχος και από ψηλά κρυφοκοιτάζει ο Αθως. Οταν με το σούρουπο έγινε το τοπίο πιο απαλό κι άρχισε να χρυσώνει από τη λάμψη της σελήνης, όταν πια κανένας ήχος δεν έφτανε στο αυτί -έξω από τα τραγούδια των αηδονιών, το μούρμουρο των νερών που κατέβαιναν από το βουνό και τον μακρινό ορυμαγδό των κυμάτων-, ένιωθες μέσα σου κάτι ανεπανάληπτο. Οταν θα φύγω από τον κόσμο, πρέπει να πάω στη Σιμωνόπετρα»!

Χαγιάτια ξέχειλα… ίλιγγο, εδώ στην Πέτρα του Σίμωνος· καρδιές ξέχειλες αγάπη για τον συνάνθρωπο! Εδώ πείθεσαι ότι η μοναχική ζωή δεσπόζεται από ένα σκοπόν ο οποίος και τη νοηματοδοτεί: την αναζήτηση του Θεού. Ο Μοναχός έχει αποχωρισθεί απ’ όλα, για να μην έχει εμπόδια στον δρόμο του προς τον Θεόν· γι’ αυτό αποχωρίζεται και από τα πλέον πολύτιμα. Στο πλαίσιο της ασκήσεως δεν αποχωρίζεται από τα κτίσματα απλώς, αλλά και απογυμνώνεται από τον εαυτό του. Ο Μοναχός οφείλει να χωρισθεί απ’ όλ’ αυτά, σαν να είναι νεκρός. Ο απόστολος Παύλος το λέγει: «Απεθάνετε συν τω Χριστώ από των στοιχείων του κόσμου τούτου». «Τα άνω φρονείτε, μη τα επί της Γης. Απεθάνετε γαρ και η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ» (Κολ. β 20, γ 2-3). Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιον αντιλαμβανόμαστε την οικειότητα τόσο των παλαιών όσο και των συγχρόνων μοναχών με τον θάνατον. Ο άγιος Αντώνιος δεν πήγε να εγκατασταθεί σε σπήλαιον, αλλά σε τάφο!

Πολλοί Μοναχοί της Αιγύπτου και της Παλαιστίνης θα τον μιμηθούν. Αλλά κι εδώ στο Αγιονόρος σήμερα υπάρχουν οι έγκλειστοι, πρότυπα της αθωνικής ασκήσεως. «Σαρξ και αίμα δεν μπορούν να κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού». Εάν υποφέρουμε, εάν πεθάνουμε μετά του Χριστού, θα βασιλεύσουμε μαζί Του. «Οστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» μας λέγει. Εάν ο Μοναχός δεν ζει μία «νεκρή ζωή», δεν είναι Μοναχός. Εδώ εφαρμόζεται το παύλειον: «Καθ’ ημέραν αποθνήσκω» (Α Κορ. ιε 31) και «Νεκρώσατε τα μέλη υμών τα επί της γης» (Κολ. γ 5). Δεν πρόκειται περί απλής μνήμης θανάτου· Το ζήτημα δεν είναι να θυμόμαστε ότι θα πεθάνουμε, αλλά όντως να «πεθάνουμε». «Απεθάνετε και η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ». Αυτό απορρέει από τις μοναχικές υποσχέσεις που θεωρούνται νέο βάπτισμα.

Ο Μοναχισμός είναι βίος αγγελικός. Η μοναστική ζωή θεωρείται ως το όγδοο Μυστήριο! Το Μυστήριο του Χριστού είναι μυστήριο θανάτου και αναστάσεως. Ο Μοναχός αποθνήσκει ως προς τον εαυτό του και ως προς τον κόσμο και ανίσταται εν Χριστώ τω Θεώ και εν τω κόσμω του Θεού. Ο μοναχικός βίος είναι το μυστήριο της πλήρους αφιερώσεως στον Θεό του ανθρώπου και της υπάρξεώς του. Οι Μοναχοί φυλάσσουν μέσα στην ερημία την εικόνα του Χριστού ακτινοβολούσα και άθικτη, σε όλη την καθαρότητα της θείας Αληθείας που μας εκληροδότησαν οι Απόστολοι, οι Μάρτυρες, οι Αγιοι Πατέρες. Οταν έλθει η ώρα, θα την αποκαλύψουν στον κλονισμένο κόσμο. Γι’ αυτό λέμε ότι ο Μοναχισμός είναι μυστήριο και προσθέτουμε: Τύπος του μέλλοντος αιώνος, ο οποίος τηλαυγώς σηματοδοτεί την πορεία της Εκκλησίας μας…

 Μανώλης Μελινός

Δημοκρατία,15/02/2014

dimokratianews.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ηλίας Μπάκος: Μακαριώτατε, Σας έτυχε σκληρός ο κλήρος…

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Φεβρουαρίου, 2014

Η καίρια παρέμβαση του Προέδρου της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων, η οποία έγινε στην ετήσια κοινή Σύσκεψη της Ιεράς Συνόδου και των Καθηγητών των Θεολογικών Σχολών προς τιμήν της ιεράς μνήμης του Μεγάλου και Ιερού Φωτίου, στο Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος, στις 6 Φεβρουαρίου 2014.
Ηλίας Μπάκος : «Μακαριώτατε, είστε ο τέταρτος Αρχιεπίσκοπος που συνεργάζομαι από το 1966 μέχρι σήμερα σε θέματα Παιδείας και Κατηχήσεως.
Δύο πράγματα : Πρώτον να ευχαριστήσουμε και να συγχαρούμε τον κύριο ομιλητή τον κ. Νικολαΐδη διότι ανέπτυξε θαυμάσια το θέμα του και παρέπεμψε με δύο σημεία στο σήμερα. Πρώτον, μας είπε όταν η δικαιοσύνη παρακμάζει, ακμάζει η παρανομία και ημείς λέμε : όταν η Εκκλησία σιωπά ανθίζουν οι αιρέσεις. Παλιό αξίωμα.

Το δεύτερον, αυτό παραπέμπει στο δόγμα. Προσοχή στη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Το κύριο όπλο της Εκκλησίας και όλων ημών είναι η ορθόδοξος διδασκαλία, η οποία σήμερα δοκιμάζεται. Πρέπει να γίνει αντιληπτό, Άγιοι Αρχιερείς, κύριοι καθηγητές, είμαι ο τελευταίος που θα τα πει αυτά αλλά τα ζω για περισσότερο από σαράντα χρόνια. Σήμερα έχουμε, Μακαριώτατε, αποδόμηση Πίστεως και Έθνους. Πρώτα – πρώτα ζούμε την εποχή, το έχω τονίσει και άλλοτε, την μετα-παπαρηγοπούλειο εποχή : στρέβλωση ιστορίας και διάζευξη, όχι σύζευξη ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, εξοβελισμό και των πατέρων της Εκκλησίας και του ελληνικού πολιτισμού. Δεύτερον, από τους ίδιους χώρους της αθεΐας, έχουμε μετα-χριστιανική εποχή, λένε. Μετα-χριστιανική εποχή, το μετά χρονικόν εδώ, το τονίζουν εκείνοι οι οποίοι θέλουν άθεον κράτος, κι αυτή είναι η κυρίαρχη ιδεολογία από το 1967 μέχρι σήμερα. Και ένα τρίτο λυπηρότερον, πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε όλοι μας, Μακαριώτατε, ότι από μας τους ιδίους υποσκάπτονται τα θεμέλια της Πίστεώς μας. Θεολόγοι, κληρικοί και λαϊκοί όλων των βαθμίδων, ομιλούν για μετα-πατερική Θεολογία.

Μετα-πατερική Θεολογία, που οδηγούμαστε; Οι φωνές αυτές προέρχονται κυρίως από το χώρο της Βιβλικής Εταιρείας και δεν ξέρω και από πού αλλού. Είναι γνωστά σε όλους μας αυτά. Συμπέρασμα, η παιδεία αποδομήθηκε και στα φιλολογικά μαθήματα και στα θεολογικά. Έχουμε σήμερα Προγράμματα στο σχολείο που λένε ότι «ένας άθεος καθηγητής μπορεί να διδάξει καλύτερα το μάθημα από ένα ζηλωτή θεολόγο». Κρατήστε το. Κάτι πρέπει να γίνει. Εμείς ως Θεολόγοι, εκπροσωπώ τέσσερις χιλιάδες Θεολόγους, ως Πρόεδρος της Πανελληνίου Ένωσεως Θεολόγων, είμαστε αποφασισμένοι να ζητήσουμε ευθέως και ευθαρσώς, ανά την Ελλάδα που περιερχόμεθα, η Εκκλησία να«ορθοτομήσει τον λόγον της του Χριστού Αληθείας». Θέλουμε Ορθόδοξο Μάθημα και η Πολιτεία, είμαστε Έλληνες, – πρώτα Ορθόδοξοι και μετά Έλληνες και πολίτες -, η Πολιτεία ας κάνει το δικό της χρέος, αυτό που νομίζει, ας αποδομήσει την ιστορία της, ας αποδομήσει την γλώσσα της, ας κάνει ό,τι θέλει. Εμείς πρέπει να τηρήσουμε, αυτό που πρέπει να τηρήσουμε. Η Πολιτεία είναι Πολιτεία και άθεη θα γίνει και ο,τιδήποτε άλλο. Δεν έχουμε το δικαίωμα εμείς να μην κρατήσουμε την Πίστη μας. Γιατί σήμερα η Ελλάδα, η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι Οικουμενική. Οι Θεολογικές Σχολές μας, ήταν μέχρι τώρα και πιστεύω να είναι ακόμη, με τον οικουμενικό χαρακτήρα της Ορθοδοξίας. Εκπροσωπούν την Ορθοδοξία σ΄ όλο τον κόσμο. Σήμερα όμως, εμφανίζονται και εκεί, τηρουμένων των αναλογιών και περιπτώσεις που αποδομούν εγγενώς τη Θεολογία μας. Προυσιάζουν μια κόπωση στο έργό τους και κάπου – κάπου και σκάνδαλα πίστεως. Δεν θα πω περισσότερα, όλοι είμαστε στο αυτό στράτευμα της του Χριστού Εκκλησίας. Στρατευμένοι και αποφασισμένοι να δώσουμε ομολογία πίστεως, αν χρειαστεί.

Μακαριώτατε, Σας έτυχε σκληρός ο κλήρος και θα σηκώσετε μεγάλο σταυρό. Προβλέπεται ότι πολύ σύντομα, η αποδόμηση αυτή θα γίνει κυρίαρχη ιδεολογία του κράτους και η Εκκλησία δεν θα έχει λόγο πια για τίποτε.

Ευχαριστώ.»

http://www.petheol.gr

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »