kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Ο ΗΡΩΔΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιανουαρίου, 2015

   Στη ζωή μας συναντούμε σκληρούς και άδικους ανθρώπους. Αναρωτιόμαστε πολλές φορές για τα κίνητρα της συμπεριφοράς τους, όχι μόνο έναντί μας, αλλά και έναντι των άλλων ανθρώπων. Πώς μπορούν να κάνουν κακό; Πώς μπορούν να αισθάνονται ήρεμοι με τον εαυτό τους και την συνείδησή τους, όταν δεν δείχνουν ανθρωπιά, αγάπη, συμπαράσταση στους υπολοίπους, αλλά είναι έτοιμοι να βλάψουν, να στενοχωρήσουν, να προχωρήσουν με γνώμονα το συμφέρον τους, αδιαφορώντας για τα δάκρυα, τον πόνο, τον θυμό που προκαλούν; 
Συνήθως είναι η εξουσία αυτή που οδηγεί τον άνθρωπο σε μία υπερήφανη και σκληρή και ιδιοτελή στάση. Ακόμη κι αν έχει αρχές και αξίες οι οποίες τον εμπνέουν μέχρις ενός σημείου, όταν καταλάβει την εξουσία ή στην προοπτική αυτής είναι διατεθειμένος να βάλει στο περιθώριο κάθε τι το καλό για τους πολλούς, να γίνει ψεύτικος και να μιλά με ψέματα, μόνο και μόνο για να επικρατήσει ή για να διακρατήσει την εξουσία του, αλλά και δεν ενδιαφέρεται για το αληθινό καλό των άλλων, παρά μόνο για το δικό του. Δεν ενδιαφέρεται για την γνώμη των άλλων για το πρόσωπό του. Τον ενδιαφέρει μόνο η κυριαρχία του. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα γι’  αυτόν. Άλλοτε, βέβαια, είναι και θέμα χαρακτήρα. Ο άνθρωπος μεγαλώνει εκδικητικός, σκληρός, απαιτητικός και κάνει ό,τι μπορεί προκειμένου να αποδείξει την δύναμή του στους άλλους.  Έτσι, δεν ορρωδεί προ ουδενός. Είναι έτοιμος και για το πιο απεχθές έγκλημα. Την πιο απεχθή πράξη. Και βεβαίως πιστεύει ότι δικαιολογείται να πράξει το κακό. Ακόμη κι αν γνωρίζει ότι όντως είναι κακό.
Η Εκκλησία μας, εορτάζοντας τη Γέννηση του Χριστού, μας υπενθυμίζει ένα τέτοιο πρόσωπο, παραδομένο στο κακό. Πρόκειται για τον Ηρώδη, τον βασιλιά των Ιουδαίων. Μας περιγράφει το πώς συμπεριφέρθηκε τόσο έναντι των Μάγων, όσο και έναντι των νηπίων της Βηθλεέμ, στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο για την εξουσία του, τον οποίο πίστευε ότι αντιπροσώπευε ο Χριστός. «Ηρώδης εθυμώθη λίαν»  (Ματθ.2,16).  Ο Ηρώδης θύμωσε πολύ όταν διαπίστωσε ότι το τέχνασμά του να παγιδεύσει τους Μάγους και να τον ενημερώσουν πού βρίσκεται ο Χριστός δεν πέτυχε. Και τότε, προκειμένου να διασφαλίσει τον θρόνο του, διέταξε να γίνει ένα από τα απεχθέστερα εγκλήματα στην ανθρώπινη ιστορία:  αυτό της σφαγής των νηπίων της Βηθλεέμ. Ο στόχος του βέβαια δεν επετεύχθη. Όμως, εκτός από τη θανάτωση των αθώων βρεφών, οδήγησε τον Χριστό στον πρώτο μεγάλο διωγμό:   αυτόν της προσφυγιάς. Έδειξε έτσι ότι ο Κύριος δεν είχε να περιμένει από τους ισχυρούς της γης αποδοχή, αλλά απόρριψη. Το ίδιο και όσοι  Τον ακολουθούνε. Μπορεί ο Ηρώδης να απέτυχε, ωστόσο μας έδειξε τι σημαίνει ο άνθρωπος να είναι νεκρός κατά Θεόν, να βιώνει τον πνευματικό θάνατο της εξουσιομανίας, της κακίας, της απουσίας σύνεσης. Και, όπως αναφέρει η παράδοση, ο Ηρώδης βρήκε φρικτό θάνατο μέσα από επονείδιστη ασθένεια. Την σκληρότητα του  πνευματικού θανάτου επεκύρωσε η σκληρότητα του σωματικού. Η εξουσία του κράτησε για λίγο. Όμως μας δίδει την δυνατότητα να σκεφτούμε τις προεκτάσεις που ο τρόπος του αφήνει στον χρόνο, ιδιαιτέρως στο σήμερα, για να προβληματιστούμε. Διότι τελικά δεν είναι ένας ο Ηρώδης, αλλά πολλοί.
Σήμερα υπάρχει ο Ηρώδης του πολιτισμού και του τρόπου ζωής της κοινωνίας μας. Ο σύγχρονος πολιτισμός εξορίζει τον Χριστό από τις καρδιές των ανθρώπων αντικαθιστώντας  Τον με τα υλικά αγαθά, το δικαίωμα στην ικανοποίηση κάθε αμαρτωλής επιθυμίας, τον θρίαμβο των παθών και την απενοχοποίησή τους, την αποθέωση της βίας και του ψέματος και την ελπίδα στην εξουσία, οικονομική, πολιτική και τηλεοπτική.  Και οι άνθρωποι δεν κατανοούμε ότι ο χρόνος μας κατατρώγεται από τον τρόπο αυτό, με αποτέλεσμα τα περιθώρια για αγάπη, για ταπείνωση, για ελευθερία να μειώνονται. Οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν ως γνώμονα το «εγώ» και ο θάνατος βασιλεύει στις καρδιές μας. Άλλωστε απουσιάζει η ελπίδα στην Ανάσταση και την αιωνιότητα.
Σήμερα υπάρχει ο Ηρώδης του πειρασμού, του διαβόλου, του κοσμοκράτορος του αιώνος τούτου. Μας κυβερνούν οι λογισμοί μας. Δεν θέλουμε να τους αποκρούσουμε, αλλά νομίζουμε ότι το δίκαιο βρίσκεται στο να τους εκπληρώσουμε. Έτσι κυριαρχεί ο θυμός όταν δεν γίνεται το θέλημά μας. Η απόρριψη των άλλων. Η αίσθηση ότι υπάρχουν για να τους χρησιμοποιούμε και όχι για να μας προσφέρουν αγάπη και να τους προσφέρουμε αγάπη. Οι ανθρώπινες σχέσεις, δια των λογισμών, γίνονται πεδία διαμάχης, επικράτησης, εξουσίας. Το όνομα του Θεού δεν συγκινεί. Και ο πειρασμός έχει πετύχει να μας πείσει ότι δεν υφίσταται, ενώ καραδοκεί στις επιδιώξεις και τις φιλοδοξίες μας, στις επιθυμίες που δεν έχουν να κάνουν με την αγάπη.
Σήμερα υπάρχει ο Ηρώδης της σχηματοποιημένης μοναξιάς. Ο άνθρωπος, έχοντας ως γνώμονα και κέντρο της ζωής του τον εαυτό του, πιστεύει ότι είναι μόνος του στον κόσμο, καθώς έχει χτίσει τείχη γύρω του, τα οποία δεν του επιτρέπουν να έχει αληθινή κοινωνία με τους άλλους. Θέλει τους άλλους τέλειους έναντί του. Να προλαβαίνουν τις επιθυμίες του. Να τον καταλαβαίνουν. Να του αναγνωρίζουν το δίκαιό του. Να είναι παρόντες στη ζωή του, χωρίς να χρειάζεται ο ίδιος να είναι παρών στη δική τους. Και έτσι απουσιάζει και ο Χριστός από τη ζωή του, διότι ο Χριστός ζητά καρδιές που ανοίγονται, που προσφέρονται, που δίνουν, ακόμη κι αν δεν πάρουν.  Η σχηματοποιημένη μοναξιά κάνει τον άνθρωπο θυμωμένο και την ίδια στιγμή μελαγχολικό και απογοητευμένο.  Κατατρώγει την καρδιά του και τον κάνει εχθρό με τους άλλους. Έτσι, τον ρίχνει στον καιάδα της ιδιοτέλειας, της κακίας, της ουσιαστικής ακοινωνησίας.
Ρίζα των πάντων η παράδοσή μας στον πνευματικό θάνατο, στην απουσία της κοινωνίας με το Θεό. Ελπίδα μας η μετάνοια. Η ανάνηψη. Η εκζήτηση της πίστης. Η ανταπόκρισή μας στην κλήση του Θεού να τον δεχτούμε στις καρδιές μας, η οποία κάθε στιγμή μας προσφέρεται δια της Εκκλησίας. Και τρόπος υπέρβασης του θυμού η ταπεινή καρδιά και η αγάπη που μπορεί να νικήσει.
Ο Χριστός έφυγε από την Βηθλεέμ για να αποφύγει τον δικό Του Ηρώδη. Απέναντι στους ανθρώπους με σκληρότητα και κακία η φυγή είναι μία λύση. Αν όμως δεν μπορούμε να τους αποφύγουμε, η υπομονή και η ταπείνωση είναι ο άλλος δρόμος. Και βεβαίως η δυνατότητα να μην επιβραβεύεται η συμπεριφορά τους και η στάση ζωής τους. Ο λόγος και ο έλεγχος. Η αλήθεια. Η αγάπη που ξέρει να γιατρεύει πληγές ρίχνοντας κρασί, για να καυτηριαστούν, αλλά και την ίδια στιγμή, λάδι για να γλυκάνει ο πόνος.Εμείς μπορούμε να χτίσουμε στην καθημερινότητά μας έναν διαφορετικό πολιτισμό. Αφήνοντας στην άκρη τον διάβολο και το κακό και ανοίγοντας την καρδιά μας. Και ο γεννηθείς Κύριος θα συνδράμει ώστε ο χρόνος μας να γίνεται ζωή και όχι παραμονή και προσδοκία θανάτου.
Κέρκυρα, 28 Δεκεμβρίου 2014
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Βίος της αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2014

1. Καταγωγή καί δράση της Αγίας Αναστασίας
Γεννήθηκε καί μεγάλωσε στή Ρώμη στό τέλος του 3ου μ.Χ αιώνος. Ήταν κόρη αρχοντικής καί πλούσιας οικογένειας. Παρά τήν σκληρή επαγρύπνηση του ειδωλολάτρη πατέρα της Πραιτεξτάτου, η Χριστιανή μητέρα της Φαύστα τήν οδήγησε στόν Χριστιανό διδάσκαλο Χρυσόγονο πού της δίδαξε τό Χριστιανισμό καί άναψε τόν έρωτα καί τήν αγάπη της πρός τόν Χριστό. Αποφασισμένη νά ζήσει μοναχική ζωή διά βίου, εν αγνεία καί παρθενία, υποχρεώθηκε εν τούτοις πιεζόμενη από τόν πατέρα της, νά παντρευτεί τόν ειδωλολάτρη αξιωματούχο του αυτοκράτορος Διοκλητιανού Πούπλιο, τήν πρός τόν οποίο όμως σαρκική συνάφεια απέφευγε, όπως λέγει τό συναξάριο, διά τήν απιστίαν αυτού, προφασιζόμενη ότι ήταν ασθενής· «νοσείν αεί προφασιζομένη». Ο αιφνίδιος καί θεόσταλτος θάνατος του συζύγου της ελευθέρωσε όλες τίς δυνατότητες της Αναστασίας, πού διέθεσε στό εξής, η περικαλλέστατη αυτή καί αρχοντική νεαρή γυναίκα, όλα της τά πλούτη, τό χρόνο, τή δράση καί τήν αγάπη της στό νά επισκέπτεται στίς φυλακές τούς φυλακισμένους Χριστιανούς, νά τούς ενισχύει καί νά τούς ενθαρρύνει, ώστε νά μήν δειλιάσουν μπροστά στό μαρτύριο. Έγινε «αλείπτρια», προπονήτρια πολλών μαρτύρων πού οφείλουν τό ένδοξο μαρτυρικό τους τέλος στήν ενθάρρυνση της Αναστασίας.
2. Ενισχύει στή Θεσσαλονίκη τίς αδελφές οσιομάρτυρες, Αγάπη, Χιονία καί Ειρήνη
Γιά τό έργο της αυτό δέν περιορίστηκε στή Ρώμη, αλλά άπλωσε τήν αγάπη της μέχρι τήν Ανατολή, μέχρι τή Νικομήδεια, αφού διέτρεξε τό Ιλλυρικό καί τή Μακεδονία, όπου έδρασε ιδιαίτερα στήν πόλη της Θεσσαλονίκης. Οι τρεις γνωστές αδελφές Αγάπη, Χιονία καί Ειρήνη πού μαρτύρησαν επί Διοκλητιανού στή Θεσσαλονίκη, πρίν από τό μαρτυρικό τους θάνατο γνώρισαν τήν φροντίδα καί τήν αγάπη της Αγίας Αναστασίας, η οποία γιά τό λόγο αυτό φυλακίσθηκε καί βασανίσθηκε σέ φυλακή της Θεσσαλονίκης. Είναι μάλιστα πολύ πιθανό ότι τό όρος στό οποίο τοξεύθηκε από στρατιώτη η τρίτη από τίς αδελφές, η αγία Ειρήνη, είναι τό όρος όπου σήμερα είναι η Μονή της Αγίας Αναστασίας, η οποία φρόντισε καί ενεταφίασε τά τίμια σώματα των τριών αδελφών παρθενομαρτύρων, των οποίων τή μνήμη η Εκκλησία γιορτάζει στίς 16 Απριλίου.
3. Χρυσόγονος καί Ζωΐλος
Δέν είναι όμως μόνον οι τρεις παρθενομάρτυρες της Θεσσαλονίκης μέ τίς οποίες συνδέθηκε η Αγία Αναστασία. Αναφερθήκαμε προηγουμένως στόν διδάσκαλό της Χρυσόγονο, ο οποίος υπέστη μαρτυρικό θάνατο στήν Νικομήδεια της Μικράς Ασίας κατά τόν συναξαριστή, κατ’ άλλους δέ στήν Ακυϊλία της Ιλλυρίας. Σώζεται αλληλογραφία μεταξύ της Αγίας Αναστασίας, τόν καιρό πού τήν είχε φυλακίσει ο άνδρας της, γιά νά εμποδίσει τήν φιλάνθρωπη δράση της, καί του Χρυσογόνου, πού τόν είχαν φυλακίσει, γιατί δίδασκε μέ παρρησία καί πολλή επιτυχία τό Χριστιανισμό. Τόν Χρυσόγονο ακολούθησε η Αναστασία στήν μαρτυρική του πορεία από τή Ρώμη στή Νικομήδεια, αφού εν τώ μεταξύ αποφυλακίσθηκε μετά τό θάνατο του συζύγου της. Του συμπαρεστάθη καί τον ενεδυνάμωσε, η τολμηρή αυτή μαθήτρια τόν πρεσβύτη δάσκαλο. Μετά τόν δι’ αποκεφαλισμού μαρτυρικό του θάνατο, ο Χρυσόγονος εμφανίσθηκε σέ όραμα στόν ιερέα Ζωΐλο, του υπέδειξε τόν τόπο πού βρισκόταν τό άγιό του λείψανο καί του απεκάλυψε ότι ο αυτοκράτωρ Διοκλητιανός έδωσε εντολή νά βασανιστούν οι τρεις αδελφές Αγάπη, Χιονία καί Ειρήνη, τίς οποίες όμως θά ερχόταν νά ενθαρρύνει η Αναστασία, όπως καί έγινε. Τό ίδιο όραμα είδε συγχρόνως καί η Αναστασία, πού ανέλαβε πράγματι νά συμπαρασταθεί στίς τρεις μέλλουσες μάρτυρες. Ο ιερεύς Ζωΐλος, πλησίον του οποίου έμεναν οι τρεις αδελφές, δέχτηκε σέ λίγες μέρες τήν προαναγγελθείσα επίσκεψη της Αναστασίας, η οποία προσκύνησε τό άγιο λείψανο του διδασκάλου της καί ανέλαβε τίς τρεις αδελφές, οι οποίες όπως είπαμε, μαρτύρησαν στή Θεσσαλονίκη. Ο Ζωΐλος εντός ολίγου απέθανεν εν Κυρίω, όπως του είχε προαναγγείλει ο Χρυσόγονος, μαζί μέ τόν οποίο εορτάζεται στίς 22 Δεκεμβρίου, ημέρα του μαρτυρίου καί της μνήμης της Αγίας Αναστασίας. Στόν συναξαριστή ο Ζωΐλος παρουσιάζεται ως μάρτυς. Χρυσόγονος, Ζωΐλος, Αγάπη, Χιονία, Ειρήνη αποτελούν τήν πρώτη ομάδα αγίων, μέ τήν οποία συνδέθηκε η Αγία μας, ακολουθούν όμως καί άλλες.
4. Η Θεοδότη καί τά παιδιά της
Κατά τήν παραμονή της στή Νικομήδεια, όπου είχε φθάσει συνοδεύοντας τόν διδάσκαλό της Χρυσόγονο, η Αναστασία έγινε γνωστή γιά τίς αγαθοεργίες καί τήν χριστιανική της δράση. Στήν πόλη αυτή ζούσε εν χηρεία, μετά τό θάνατο του συζύγου της, η Θεοδότη μέ τά τρία παιδιά της. Προσκολλήθηκε στήν Αναστασία, ως συνεργάτης καί βοηθός στίς ατέλειωτες επισκέψεις των φυλακισμένων καί διωκομένων Χριστιανών. Επειδή αρνήθηκε νά υπανδρευθεί τόν άρχοντα Λευκάδιο, πού τήν θαύμαζε γιά τήν ομορφιά της, η Θεοδότη οδηγήθηκε σέ δίκη, κατά τήν οποία προτίμησε νά μαρτυρήσουν αυτή καί τά τρία παιδιά της μέσα σέ καμίνι φωτιάς, παρά νά αρνηθούν τόν Χριστό· η μητρότητα στίς ωραιότερες στιγμές της, αφού θέτει σέ δεύτερη μοίρα τή ζωή τή σαρκική των παιδιών της, προκειμένου νά κερδίσουν τήν αιώνια καί αγέραστη ζωή της βασιλείας του Θεού. Αλλη μία ομάδα μαρτύρων από τόν κύκλο της Αγίας Αναστασίας, πού γιορτάζουν επίσης μαζί της στίς 22 Δεκεμβρίου.
5. Οι εκατόν είκοσι κατάδικοι
Εφθασε όμως καί ο καιρός καί του δικού της μαρτυρίου, πρίν από τό οποίο έγινε αιτία νά πλουτίσει η Εκκλησία μας μέ εκατόν είκοσι ακόμη μάρτυρες. Μετά από επίμονες προσπάθειες οι άρχοντες, άλλοτε μέ υποσχέσεις καί γλυκόλογα καί άλλοτε μέ φρικτά βασανιστήρια, δέν κατόρθωσαν νά πείσουν τήν Αναστασία νά αρνηθεί τή χριστιανική της πίστη. Η Θεοδότη εμφανιζόταν στόν ύπνο της, μήνυμα από τόν ουρανό, γιά νά τήν ενισχύσει, ανταποδίδοντας έτσι όσα είχε κάνει η Αναστασία γι αυτήν. Κατά θαυματουργικό τρόπο η Αναστασία, αντί νά βγαίνει ταλαιπωρημένη καί εξουθενωμένη από τίς φυλακές καί τά βασανιστήρια, εμφανιζόταν ακμαία καί χαρούμενη. Στήν απόγνωσή του ο ειδωλολάτρης άρχοντας διατάσσει νά βάλουν τήν Αναστασία μαζί μέ άλλους εκατόν είκοσι ειδωλολάτρες καταδίκους καί ένα Χριστιανό, τόν Ευτυχιανό, μέσα σέ μεγάλη βάρκα, νά ανοιχθούν στή θάλασσα καί, αφού ανοίξουν οπές στή βάρκα, νά τούς αφήσουν νά πνιγούν, όπως καί έγινε. Ο Θεός όμως δέν επέτρεψε νά ευοδωθούν τά σχέδια του άρχοντα, γιατί τό δικό του σχέδιο προέβλεπε τή σωτηρία καί άλλων ανθρώπων. Ξαφνικά εμφανίζεται στό τιμόνι της βάρκας η Θεοδότη καί τήν οδηγεί μέ ασφάλεια στή στεριά. Εκθαμβοι οι εκατόν είκοσι κατάδικοι από τό θαύμα πού έζησαν, πίστεψαν στόν Χριστό, ομολόγησαν καί αυτοί μέ παρρησία τήν πίστη τους ενώπιον του άρχοντος, μέ συνέπεια νά αποκεφαλισθούν καί νά κερδίσουν τόσο γρήγορα τήν αιωνιότητα.
6. Τό μαρτύριο της Αγίας
Η άκαμπτη καί ανυποχώρητη Αναστασία τελικά δέθηκε σέ πασσάλους καί, δεμένη όπως ήταν, παραδόθηκε στή φωτιά, στίς 22 Δεκεμβρίου, πού η Εκκλησία γιορτάζει τή μνήμη της. Τό λείψανο της Αγίας τό πήρε μία γυναίκα αρχόντισσα, πού λεγόταν Απολλωνία, αφού χρησιμοποίησε τή γνωριμία της μέ τή σύζυγο του επάρχου. Ενεταφίασε τό σώμα στόν κήπο της, όπου αργότερα έκτισε καί νάο πρός τιμήν της. Ποιός ακριβώς ήταν ο τόπος αυτός του μαρτυρίου καί του ενταφιασμού της δέν γνωρίζουμε. Τό μαρτύριό της έγινε τό 303 ή 304 κατά τό Διωγμό του Διοκλητιανού, κατά πολλούς στή Θεσσαλονίκη, κατά άλλους στό Σίρμιο, ενώ υπάρχουν καί μερικοί πού πιστεύουν ότι εμαρτύρησε στή Ρώμη.
7. Τά λείψανα της Αγίας
Είναι πάντως ιστορικά εξακριβωμένο ότι τό λείψανό της βρέθηκε στό Σίρμιο, απ όπου μεταφέρηθκε στήν Κωνσταντινούπολη επί πατριάρχου Γενναδίου (457-471) καί αυτοκράτορος Λέοντος Α´ (457-474). Τοποθετήθηκε κατ αρχήν στόν επ ονόματί της ναό πού βρισκόταν στόν Ιππόδρομο, τόν μοναδικό πού είχε απομείνει στούς Ορθοδόξους κατά τήν εποχή του Αρειανισμού. Στόν μικρό αυτό ναό έδωσε τή μεγάλη μάχη του εναντίον αυτής της αιρέσεως ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος καί επανέφερε τήν Ορθοδοξία στήν Κωνσταντινούπολη μέ τούς περίφημους Θεολογικούς Λόγους πού εξεφώνησε εκεί.
Σήμερα, μέρη των ιερών λειψάνων της Αγίας, η αγία κάρα της καί μέρος από τό δεξιό της πόδι βρίσκονται στήν Ιερά Πατριαρχική καί Σταυροπηγιακή Μονή της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας στήν Μακεδονία.
8. Γιατί ονομάζεται «Φαρμακολύτρια»
α) Δίδει φάρμακα καί θεραπεύει σωματικές καί ψυχικές ασθένειες
Τό επίθετο «Φαρμακολύτρια» της Αγίας έχει δύο έννοιες, μία γενική καί μία ειδική. Κατά τήν ευρύτερη, τήν γενική έννοια, η Αγία ονομάζεται έτσι, διότι όπως λέει ο Τρύφων Ευαγγελίδης στό βιβλίο του Βίοι Αγίων (σελ. 994) «είχεν άνωθεν παρά Θεού τήν δύναμιν νά λύη καί καταστρέφη των φαρμάκων καί των δηλητηρίων τά κακά αποτελέσματα καί τάς ενεργείας» ή διότι παρέχει η ίδια αφθόνως φάρμακα, «εκλύει» φάρμακα γιά τήν θεραπεία των σωματικών καί ψυχικών ασθενειών, όπως λέγει τό Μεγαλυνάριο μιάς ακολουθίας της: «Φάρμακα προχέουσα μυστικά ψυχών καί σωμάτων θεραπεύεις πάθη δεινά, ω Αναστασία, τη θεία ενεργεία· διό τάς χάριτάς σου πάντες κηρύττομεν».
β) Διότι λύνει τίς φαρμακείες, δηλαδή τά μάγια
Κατά τήν ειδική έννοια η Αγία ονομάζεται «Φαρμακολύτρια», διότι ανάμεσα στίς πολλές άλλες ιάσεις καί θεραπείες πού επιτελεί έλαβε από τόν Θεό τή Χάρη καί τή δύναμη νά γλυτώνει όσους έπεσαν στά δίχτυα των φαρμακών καί των φαρμακευτριών, δηλαδή των μάγων καί των μαγισσών. Λύνει τίς φαρμακείες, δηλαδή τά μάγια, καί γι αυτό ονομάζεται φαρμακολύτρια.
Παραθέτουμε ένα από τά παλαιά θαύματα της Αγίας πού αναφέρεται σέ θεραπεία μαγεμένης κοπέλλας καί έχει σχέση μέ τό μοναστήρι πού ήταν τότε ηγουμένη η Αγία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου, όπως τό διηγείται ο πατήρ Χαράλαμπος Βασιλόπουλος (Βίοι Αγίων 89, Η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια, σελ. 34 ε.):
Μιά κοπέλλα ευγενής καί ωραία, πού καταγόταν από τήν Καππαδοκία, ήταν αρραβωνιασμένη. Επειτα μετάνοιωσε η νέα καί δέν τόν ήθελε τόν μνηστήρα. Αλλά γιά νά μήν τήν ενοχλεί εκείνος, έφυγε καί πήγε στό Μοναστήρι, πού ήταν Ηγουμένη η Αγία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου, κοντά στήν Κωνσταντινούπολη καί εκεί εμόνασεν.
Ο μνηστήρας της δέν μπορούσε μέ κανέναν τρόπο νά τήν βγάλη από τό Μοναστήρι. Ηταν μεθυσμένος από τόν έρωτα. Γι αυτό βρήκε ένα μεγάλο μάγο καί του έταξε πολλά χρήματα, αν θά μπορούσε νά καταφέρη τήν νέα μέ τά μάγια του, νά εγκαταλείψη τό Μοναστήρι καί νά γίνη γυναίκα του.
Ο μάγος εκεί στήν Καππαδοκία έκανε τά μάγια του καί η γυναίκα βγήκε από τίς φρένες της. Γύριζε όλο τό Μοναστήρι καί φώναζε τόν μνηστήρα μέ τό όνομά του. Ωρκιζόταν δέ, ότι εάν δέν της ανοίξουν τήν πόρτα νά πάη νά τόν βρή θά πνιγόταν. Η Οσία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου, η Ηγουμένη, τήν έβλεπε σ αυτήν τήν κατάσταση, έκλαιγε καί έλεγε:·
– Αλλοίμονο σέ μένα τήν αθλία, διότι διά τήν αμέλειαν των βοσκών αρπάζουν οι λύκοι τά πρόβατα. Αλλά, πονηρέ διάβολε, άδικα κοπιάζεις. Ο Χριστός δέν θά σέ αφήση νά καταπιής τήν αμνάδα μου.
Τότε συγκέντρωσε όλη τήν αδελφότητα καί τίς δίδαξε νά φυλάγωνται από τίς πανουργίες του δαίμονος. Διέταξε κατόπιν νά νηστέψουν όλες όλη τήν εβδομάδα καί νά προσεύχωνται. Νά κάμνουν δέ διά τήν πάσχουσαν αδελφήν, κάθε μέρα χίλιες μετάνοιες. Ετσι προσευχόταν η κάθε μία στό κελλί της.
Τήν τρίτη νύχτα βλέπει η Αγία Ειρήνη εκεί πού προσευχόταν, τά μεσάνυχτα, μπροστά της τόν Μέγαν Βασίλειον, πού της είπε:
-Γιατί μάς ονειδίζεις Ειρήνη, ότι αφήνομε καί γίνονται στήν πατρίδα μας τά φοβερά καί ανόσια μάγια; ῞Οταν ξημερώση, πάρε τήν άρρωστη μαθήτριά σου καί νά τήν πάς εις τάς Βλαχέρνας. Εκεί θά έλθη νά τήν θεραπεύση η Μήτηρ του Δεσπότου Χριστού, πού έχει τή δύναμη.
Ο ῞Αγιος αμέσως έγινε άφαντος. Η Αγία πήρε τήν πάσχουσα καί δύο αδελφές, τίς εναρετώτερες, καί πήγε στόν Ναό των Βλαχερνών. Εκεί προσευχόταν όλη τήν ημέρα μέ δάκρυα. Τό μεσονύκτιον όμως από τόν κόπον αποκοιμήθηκαν.
Τότε βλέπει στόν ύπνο της η Αγία πολύ λαό, πού ετοίμαζαν τούς δρόμους. Ηταν χρυσοφορεμένοι, ολόφωτοι καί ραντίζανε μέ ευωδέστατα άνθη καί εθυμίαζαν. Η Αγία τούς ρώτησε, γιατί έκαμναν τόση ετοιμασία. Εκείνοι αποκρίθηκαν:
– Η Μήτηρ του Θεού έρχεται. Ετοιμάσου καί σύ ν αξιωθής νά τήν προσκυνήσης.
Τότε έφτασε η Παντάνασσα. Τήν ακολουθούσε πλήθος αμέτρητο αστραπηφόρων, τό δέ θείο καί σεβάσμιο πρόσωπό της έχυνε τόση λάμψη, πού δέν μπορούσε νά τό βλέπη άνθρωπος. ῞Οταν είδε όλους τούς εκεί αρρώστους η Παναγία, ήλθε καί στήν άρρωστη μαθήτρια της Ειρήνης. Η Ηγουμένη πέφτει στά πόδια της Παναγίας φοβισμένη καί έντρομη. Ακουσε όμως ότι η Θετόκος φώναξε τό Μέγαν Βασίλειον καί τόν ερώτησεν γιά τήν Ειρήνη, τί χρειαζόταν. Εκείνος της εξέθεσεν όλη τήν υπόθεση της νέας.
– Καλέστε τήν Αναστασία, είπεν η Παναγία.
Η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια έφθασε αμέσως. Τότε η Θεοτόκος της είπε:
– Πηγαίνετε στήν Καισάρεια μέ τόν Βασίλειο, εξετάστε μέ επιμέλεια καί νά θεραπεύσετε αυτήν τήν κόρη της, διότι σέ σένα ο Υιός καί Θεός μου χάρισε αυτήν τήν χάριν.
Κατόπιν προσκύνησαν τήν Παναγία η Αγ. Αναστασία καί ο Μέγας Βασίλειος καί ανεχώρησαν εσπευμένως νά εκτελέσουν τήν εντολή. Ακουσε δέ καί η Οσία Ηγουμένη μιά φωνή, πού της έλεγε·:
– Πήγαινε στό Μοναστήρι σου, εκεί θά θεραπευθή.
Όταν η Χρυσοβαλάντου ξύπνησε, φανέρωσε καί στίς άλλες μοναχές τό όραμα καί ανεχώρησαν χαρούμενες. Ηταν Παρασκευή καί τήν ώρα του Εσπερινού μαζεύτηκαν όλες στό Ναό. Η οσία τούς διηγήθηκε τήν οπτασία καί τίς διέταξε νά σηκώσουν μάτια καί χέρια στόν Ουρανό καί νά λέγουν από τήν καρδιά τους τό «Κύριε ελέησον».
Επειτα από πολλή ώρα προσευχής μέ δάκρυα, φάνηκαν στόν αέρα πετώντας η Αναστασία η Φαρμακολύτρια καί ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος της είπε:
– ῞Απλωσε, Ειρήνη, τά χέρια σου. Δέξου αυτά καί μή μάς ονειδίζεις άδικα.
Αυτό της τό είπε, διότι η Οσία Χρυσοβαλάντου προσευχόταν στήν εικόνα του καί του έλεγε νά διώξη τούς Μάγους από τήν Καισάρεια. Άπλωσε τότε τά χέρια της καί πήρε ένα δέμα, πού ερχόταν από τόν αέρα καί τό οποίον εζύγιζε τρεις λίτρες.
῞Οταν όμως τό έλυσε, βρήκαν μέσα διάφορα μαγικά· σπάγγους, τρίχες, μολύβια, δεσίματα καί γραμμένα ονόματα δαιμόνων, ιδιαιτέρως όμως είχαν δύο μικρά αγαλματάκια από μολύβι. Τό ένα ήτο του ανδρός τό ομοίωμα καί τό άλλο της μοναχής. Οι μοναχές εθαύμασαν καί όλη τήν νύχτα ευχαριστούσαν τήν Θεοτόκον.
Τό πρωί έστειλε η Ηγουμένη στίς Βλαχέρνες δύο μοναχές καί τήν πάσχουσαν. Εδωσε συγχρόνως εις αυτές καί τά προαναφερθέντα μαγικά, καθώς καί λάδι μέ πρόσφορον, γιά νά λειτουργήση ο Προσμονάριος.
Αυτός μετά τήν θείαν Λειτουργίαν έχρισε τήν άρρωστη από τό λάδι της κανδήλας. Επειτα έβαλε τά μαγικά επάνω στά αναμμένα κάρβουνα. Τήν ώρα δέ πού καιγόταν εκείνα, λύνονταν καί τά αόρατα δεσμά της μοναχής. Ηλθε τότε στό μυαλό της καί δόξαζε τόν Θεόν, πού τήν απάλλαξε.
῞Οταν όμως διαλύθηκαν τελείως τά μολυβένια αγάλματα, έβγαιναν φωνές μεγάλες από τά κάρβουνα, όπως κάνουν οι χοίροι, όταν τούς σφάζουν.
῞Οσοι ήσαν παρόντες καί έβλεπαν καί άκουγαν αυτά, φύγανε έντρομοι, δοξάζοντες τόν Θεόν, πού κάμνει τέτοια θαυμάσια. Κατόπιν επέστρεψαν οι μοναχές στό Μοναστήρι καί διηγόνταν στίς άλλες τά συμβάντα.
Αποσπάσματα από τό βιβλίο
«ΙΕΡΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑΣ ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΒΑΔΙΣΤΟΣ ΤΟΠΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» τού ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΙΛΗΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όταν αστράφτει ο ουρανός!

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2014

Εντυπωσιακές φωτογραφίες από αστραπές. Η κατάλληλη λήψη την κατάλληλη στιγμή παγιδεύει το μεγαλέιο της φύσης σε μια φωτογραφία.

Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
Perierga.gr - Η στιγμή της αστραπής!
πηγή

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Στο κατώφλι του νέου χρόνου

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2014

Στο κατώφλι του νέου χρόνου

Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ (Anthony Bloom)

Καθώς ο ένας χρόνος διαδέχεται τον άλλον σας μιλούσα για την νέα χρονιά που ερχόταν παρομοιάζοντάς την με μια πεδιάδα που, ακηλίδωτη, αγνή, είναι σκεπασμένη από χιόνι, και ζητούσα να δώσετε προσοχή στο γεγονός ότι πρέπει να βαδίζουμε με υπευθυνότητα εκεί που απλώνεται το λευκό τοπίο που είναι ακόμα παρθένο, επειδή σύμφωνα με τον τρόπο που βαδίζουμε,
θα υπάρχει μια οδός που θα το διασχίζει, όταν ακολουθούμε το θέλημα του Θεού, η βήματα πλανεμένα που μοναχά θα λερώνουν την λευκότητα του χιονιού. 

Αλλά ένα πράγμα δεν μπορούμε, ούτε πρέπει να ξεχάσουμε τούτη τη χρονιά περισσότερο από τις προηγούμενες φορές, είναι ότι υπάρχει σκοτάδι που περιβάλλει, καλύπτει τούτη τη λευκότητα και αυτό το άγνωστο τοπίο, όπως ένας τρούλος, ένα σκοτάδι με λίγα η πολλά αστέρια, πλην όμως ένα σκοτάδι θολό, επικίνδυνο και τρομακτικό. Βγαίνουμε από μία χρονιά, όπου όλοι μας έχουμε αντιληφθεί το σκοτάδι όπου είναι ακόμαδιαδεδομένη η βία και η σκληρότητα.

Πως θα συναντήσουμε τη νέα χρονιά; Θα ήταν αφελές και πολύ αντιχριστιανικό, να ζητήσουμε από τον Θεό να μας προστατέψει, να κάνει τη γη έναν παράδεισο ειρήνης, ενώ γύρω μας δεν υπάρχει ειρήνη. Υπάρχει διαμάχη, ένταση, αποθάρρυνση, φόβοι, βία, φονικό. Δεν μπορούμε να ζητάμε για μας ειρήνη, όταν αυτή η ειρήνη δεν μπορεί να απλωθεί πέρα από την Εκκλησία, όταν δεν έρχεται σαν ακτίνες φωτός να διαλύσουν το σκοτάδι. Ένας πνευματικός συγγραφέας της Δύσης είχε γράψει ότι ο Χριστιανός είναι αυτός στον οποίο ο Θεός έχει εμπιστευθεί την ευθύνη όλων των άλλων ανθρώπων και αυτήν την ευθύνη πρέπει να προετοιμαστούμε να φέρουμε εις πέρας. Σε λίγα λεπτά, θα ικετεύσουμε τον Θεό για την άγνωστη νέα χρονιά και το σκοτάδι που την καλύπτει, με την μεγαλύτερη ευχή που προφέρεται στις λειτουργικές ακολουθίες, «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» ας είναι ευλογημένη η βασιλεία του Θεού. 

Τούτα τα λόγια προφέρονται σπάνια: στην αρχή της λειτουργίας, σαν ευχή για τον νέο χρόνο και σε στιγμές όπου ενώνεται χρόνος και αιωνιότητα, όταν με τα μάτια της πίστης μπορούμε να δούμε την αιωνιότητα συνυφασμένη με τον χρόνο. Ο χριστιανός είναι ο μόνος που πρέπει να είναι ικανός να βλέπει την ιστορία, όπως την βλέπει ο Θεός, σαν ένα μυστήριο της σωτηρίας, αλλά επίσης σαν μια τραγωδία της ανθρώπινης αμαρτίας και πτώσης. Καί σε σχέση με αυτά τα τελευταία, πρέπει να πάρουμε θέση. Ο Χριστός λέει στο Ευαγγέλιο: «Όταν ακούσετε ότι γίνονται πόλεμοι η φήμες που μιλούν για πολέμους, μην πανικοβληθήτε»· σηκώστε ψηλά τα κεφάλια, δεν υπάρχει χώρος στην καρδιά και την ζωή του Χριστιανού για διστακτικότητα, δειλία και φόβο, που είναι όλα γεννήματα του εγωισμού, της μέριμνας για τον εαυτό μας, ακόμα και αν αυτή η μέριμνα αγγίζει αυτούς που αγαπάμε. Ο Θεός είναι Θεός της ιστορίας, αλλά πρέπει να γίνουμε συνεργάτες Του και μας στέλνει σ’ αυτόν τον κόσμο που είναι δικός Του για να μεταβάλλει την παράφωνη Πολιτεία των ανθρώπων σε αρμονία που θα ονομάζεται Πολιτεία του Θεού.

Καί πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια του Αποστόλου που λέει, ότι όποιος επιθυμήσει να εργασθεί για τον Κύριο, θα οδηγηθεί σε δίκη, και τα λόγια ενός άλλου Αποστόλου που μας λέει να μην φοβόμαστε τη δοκιμασία της φωτιάς. Στον σημερινό κόσμο, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δικαστούμε και έτοιμοι να υπομείνουμε, ίσως με το φόβο στην καρδιά μήπως χάσουμε την πίστη μας, αλλά θα πρέπει να μείνουμε ακλόνητοι στην υπηρεσία του Θεού και των ανθρώπων. Καί όταν κοιτάξουμε πίσω την προηγούμενη χρονιά, τα λόγια της λιτανείας μας χτυπούν και μας κατηγορούν. Ζητάμε από τον Θεό να μας συγχωρέσει όσα έχουμε κάνει η όσα έμειναν ατέλειωτα την χρονιά που πέρασε. Ισχυριζόμαστε ότι είμαστε Ορθόδοξοι· είμαστε Ορθόδοξοι δεν σημαίνει μόνο να ομολογούμε το Ευαγγέλιο στην ολότητά του και να το διακηρύττουμε στην αγνότητά του, αλλά συνίσταται, ακόμα περισσότερο από αυτό, στο να ζούμε σύμφωνα με αυτό. Καί γνωρίζουμε ότι ο Χριστός εν συμβιβάζεται με τίποτα παρά με το μεγαλείο του ανθρώπου και το μήνυμα της αγάπης και της λατρείας.

Μπορούμε πράγματι να μετανοήσουμε επειδή ποιός θα έλεγε, βλέποντάς μας, καθώς έλεγαν οι άνθρωποι για τους πρώτους Χριστιανούς, «Δείτε πως αγαπούν ο ένας τον άλλον!». Ποιός, βλέποντάς μας, θα έλεγε ότι κατέχουμε το νόημα της ζωής, της αγάπης που μας πηγαίνει πέρα από κάθε σύγκριση, που προκαλεί τον καθένα να αναρωτηθεί από που προέρχεται αυτό; Ποιός τους το έδωσε; Πως μπορούν να υπομείνουν την δοκιμασία; Καί αν θέλουμε τούτη τη χρονιά να γίνουμε άξιοι του Θεού, της Χριστιανικής μας κλήσης, του αγίου ονόματος της Ορθοδοξίας, πρέπει χωριστά και σαν ένα σώμα να γίνουμε για όλους, για το κάθε πρόσωπο που ίσως να μας χρειάζεται, ένα όραμα για το τι μπορεί να είναι ο άνθρωπος και για το τι μια κοινότητα ανθρώπων μπορεί να είναι κάτω από τον Χάρη του Θεού.

Ας προσευχηθούμε για συγχώρεση, εμείς που είμαστε μέχρι τώρα μακρυά από την κλήση μας, ας προσευχηθούμε να μας δίνει ο Κύριος γενναιότητα, κουράγιο, θέληση να δικαιώσουμε τον εαυτό μας, να σηκώσουμε τον σταυρό μας, να ακολουθήσουμε τα βήματα του Χριστού εκεί όπου μας καλεί.

Στο ξεκίνημα του πολέμου ειπώθηκε κάτι που μπορούμε να λέμε ξανά κάθε νέο χρόνο. Στο μήνυμά του προς το Έθνος διαβάζει ένα απόσπασμα: « Είπα στον άνθρωπο που στάθηκε στο κατώφλι του νέου χρόνου: δώσε μου ένα φως για να πορευτώ με ασφάλεια προς το άγνωστο, και απάντησε: πήγαινε έξω στο φως και βάλε το χέρι σου στο χέρι του Θεού, πρέπει να είναι καλύτερο για σένα από ο,τι το φως και ασφαλέστερο από έναν συνηθισμένο δρόμο.»

Αυτό καλούμαστε να κάνουμε, και ίσως σήμερα να πάρουμε μιάν απόφαση, μια απόφαση να είμαστε πιστοί στην κλήση μας και να ξεκινήσουμε την Νέα Χρονιά με κουράγιο. Αμήν.

orthognosia.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πόνος: Το πικρό ποτήρι του ανθρώπου – Χριστός η αδιάψευστη ελπίδα των πονεμένων

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2014

Πόνος: Το πικρό ποτήρι του ανθρώπου - Χριστός η αδιάψευστη ελπίδα των πονεμένων

ΠΟΝΟΣ, σωματικός ή ψυχικός, από τις δοκιμασίες και τα βάσανα τούτης της ζωής είναι το αναπόφευκτο πικρό ποτήρι του ανθρώπου.
Ο πόνος είναι η ίδια η ζωή του. Θάνατοι, αρρώστιες, κατατρεγμοί, διαμάχες, φτώχεια, αποτυχίες, μοναξιά, φοβίες, αγωνίες, πειρασμοί… Πολύς και ποικίλος πόνος, που ορθώνει αμείλικτα ερωτήματα στις ψυχές και προσδίδει απύθμενη τραγικότητα στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Δεν τον δημιούργησε ο Θεός τον πόνο, αλλά μπήκε στη ζωή των ανθρώπων μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων, εξαιτίας της αμαρτίας. Ο νέος Αδάμ όμως, ο Θεάνθρωπος Ιησούς, σήκωσε στους ώμους Του μαζί με την αμαρτία και τον πανανθρώπινο πόνο. Έτσι μεταμόρφωσε τον εξουθενωτικό χαρακτήρα του πόνου σε σωτήριο φάρμακο και ανέδειξε τις θλίψεις ως κατ’ εξο­χήν οδό θεραπείας, εξαγιασμού και τελειώσεως του ανθρώπου.

Από τότε ο Χριστός παραμένει η μοναδική αδιάψευστη ελπίδα των πονεμένων. Τα λόγια Του αντηχούν παρήγορα μέσα στους αιώνες: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11:28). «Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε. αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιω. 16:33). Δίχως τον Χριστό τα ανθρώπινα δεινά είναι φορτίο βαρύ και ασήκωτο. Με τον Χριστό ο πόνος μετατρέπεται σε γλυκασμό, η οδύνη σε παράκληση, η αγωνία σε ελπίδα, το άγχος σε υπομονή, ο Γολγοθάς σε Ανάσταση. Οι άγιοι της Εκκλησίας, βλέποντας κάθε δοκιμασία ως επίσκεψη Θεού και αφορμή πνευματικού κέρδους,χαίρονταν στα παθήματά τους, ενώ αντίθετα ανησυχούσαν στις μακρές περιόδους αναψυχής.

askitikon.eu

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

O Φθόνος!

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2014

O Φθόνος!

Φθόνος: Με την προσπάθειά του για υπεροχή και εξουσία φτάνει συχνά ο άνθρωπος στα χαρακτηριστικά του φθόνου.

Η απόσταση που χωρίζει έναν άνθρωπο από τον υπεράνθρωπο σκοπό του γίνεται αισθητή απ’ αυτόν, όπως είναι γνωστό, με τη μορφή του αισθήματος κατωτερότητας.

Τον καταθλίβει και τον γεμίζει τόσο πολύ, ώστε από τη συμπεριφορά του και τον τρόπο της ζωή του αποχτούμε την εντύπωση ότι αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται ακόμη πολύ μακριά από την πραγματοποίηση των επιδιώξεών του. Εξαιτίας της χαμηλής αυτοεκτίμησης και της δυσαρέσκειάς του καταλήγει συχνά σε μια διαρκή αναμέτρηση του τι έχουν πετύχει οι άλλοι, πώς φέρονται απέναντί του και γενικά αισθάνεται ταπεινωμένος. Αυτό μπορεί να συμβαίνει κι όταν ακόμη έχει πιο πολλά από τους άλλους.

Όλες αυτές οι μορφές του αισθήματος αναπηρίας είναι σημάδια μιας σκεπασμένης ανικανοποίητης ματαιοδοξίας, μιας θέλησης να έχει όλο και περισσότερα, μιας διάθεσης να τα έχει όλα. Βέβαια αυτοί οι άνθρωποι δε λένε ότι τα θέλουν όλα, γιατί εμποδίζονται από το κοινωνικό αίσθημα να εκδηλώνονται έτσι, όμως συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο, σα να τα ήθελαν όλα. Είναι ευνόητο ότι τα αισθήματα του φθόνου που προκαλούνται απ’ αυτή τη διαρκή αναμέτρηση, δε μπορεί να επιδρούν ευεργετικά στις δυνατότητες για ευτυχία. Ωστόσο όσο και αν μας είναι αντιπαθείς εξαιτίας της δύναμης του κοινωνικού αισθήματος οι διεγέρσεις του φθόνου, όσο και αν γενικά ο φθόνος δεν προκαλεί τη συμπάθειά μας, πολύ λίγοι άνθρωποι πρέπει να υπάρχουν, οι οποίοι είναι ανίκανοι να εκδηλώσουν οποιαδήποτε μορφή φθόνου.

Πρέπει να ομολογήσουμε ότι κανένας μας δεν είναι απαλλαγμένος από τον φθόνο. Φυσικά δεν προβάλλεται αυτό πάντα καθαρά μέσα στο κανονικό ρεύμα της ζωής. Όταν όμως ένας άνθρωπος υποφέρει και αισθάνεται καταπιεζόμενος, όταν νοιώθει την έλλειψη σε χρήματα, ρούχα, τρόφιμα και θέρμανση, όταν περιορίζονται οι ελπίδες του για το μέλλον και δε βλέπει καμία διέξοδο απ’ αυτή τη δύσκολη κατάστασή του, τότε θα κατανοήσουμε ότι ένα ανθρώπινο γένος, όπως το σημερινό που τώρα μόλις βρίσκεται στην αρχή του πολιτισμού, θα αισθανθεί τον φθόνο, έστω και αν του τον απαγορεύουν η θρησκεία και η ηθική. Έτσι θα κατανοήσουμε επίσης και τον φθόνο αυτών που δεν έχουν τίποτε.

Ο φθόνος αυτός θα μάς είναι ακατανόητος, μόνο αν βρισκόταν κάποιος να μας φέρει την απόδειξη ότι άλλοι άνθρωποι μέσα στην ίδια κατάσταση δε θα προσβάλλονταν από το αίσθημα του φθόνου. Μ’ αυτό θέλουμε μόνο να διαπιστωθεί ότι με τη σημερινή ψυχική συγκρότηση του ανθρώπου αυτός ο παράγοντας πρέπει πάντα να λογαριάζεται. Δεν μπορεί επίσης να αποφευχθεί το φούντωμα του φθόνου στα άτομα ή στις μάζες, όταν οι περιορισμοί τραβούν πολύ μακριά. Αν και δεν επιδοκιμάζουμε τις αποκρουστικές μορφές που μ’ αυτές πολλές φορές παρουσιάζεται ο φθόνος, πάλι πρέπει να πούμε πως δεν ξέρουμε πραγματικά κανένα μέσο σ’ αυτές τις περιπτώσεις να εξουδετερώσουμε τον φθόνο και το μίσος που συχνά συνδέεται μαζί του. Ένα πράγμα είναι φανερό εκ των προτέρων για τον καθένα που ζει στην κοινωνία μας, πως δεν πρέπει να πειραματιζόμαστε μ’ αυτού του είδους τις διεγέρσεις, να μην τις προκαλούμε, πως πρέπει να έχουμε το αίσθημα της διακριτικότητας και να μη δημιουργούμε ή μεγαλώνουμε τέτοια φαινόμενα. Μολονότι μ’ αυτό δε διορθώνεται τίποτε, είναι το ελάχιστο που μπορούμε να απαιτήσουμε από έναν άνθρωπο: να μην κομπάζει για την υπεροχή της στιγμής που έχει επιτύχει, γιατί μ’ αυτό τον τρόπο κάποιον θα πληγώσει.

Μέσα σ’ αυτό το χαρακτηριστικό στοιχείο βλέπουμε την αδιάσπαστη σχέση του ενός προς το σύνολο. Κανένας δεν μπορεί να υψωθεί πάνω από την κοινότητα και να διευρύνει την εξουσία του πάνω στους άλλους, χωρίς ταυτόχρονα να ξεσηκώσει στην αντίθετη πλευρά δυνάμεις που θα αποβλέπουν να εμποδίσουν την προσπάθειά του. Ο φθόνος προκαλεί πάντοτε ενέργειες και μέτρα που αποβλέπουν στην αποκατάσταση της ισονομίας και της ισοτιμίας των ανθρώπων. Έτσι εγγίζουμε με τη σκέψη και με το συναίσθημά μας μια βασική αρχή της ανθρώπινης κοινωνίας που δεν μπορεί να τραυματιστεί σε κανένα σημείο της χωρίς να ξεσηκώσει κάπου αλλού αντίθετες δυνάμεις, δηλαδή τον νόμο της ισότητας όλων των ανθρώπων.

Η μορφή έκφρασης του φθόνου είναι μιμική, αναγνωρίζεται εύκολα στο βλέμμα. Ο φθόνος εκφράζεται επίσης και φυσιογνωμικά και εξωτερικεύεται με ορισμένες φράσεις. Γίνεται λόγος για κίτρινο και ωχρό φθόνο και μ’ αυτό υπονοείται πως το αίσθημα του φθόνου επηρεάζει την κυκλοφορία του αίματος. Οργανικά ο φθόνος δεν εκδηλώνεται αλλιώτικα παρά με τη συστολή των εξωτερικών αιμοφόρων αγγείων.

Όσο αφορά την παιδαγωγική γνώση, πρέπει να καταβάλουμε προσπάθεια ώστε τις διεγέρσεις του φθόνου, αφού δεν μπορούμε να τις εξαφανίσουμε από τον κόσμο, τουλάχιστο να τις κάνουμε χρήσιμες για το γενικό καλό και να προσπαθήσουμε να τις στρώσουμε σ’ ένα δρόμο, που πάνω του, χωρίς μεγάλες αναστατώσεις, θα μπορέσουν να γίνουν γόνιμες για την ψυχική ζωή. Αυτό ισχύει τόσο για το άτομο, όσο και για τη μάζα. Στη ζωή του ξεχωριστού ατόμου πρέπει να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε για τέτοια παιδιά δραστηριότητες που ανυψώνουν την αυτοσυνείδηση. Στη ζωή των λαών δε μένει σχεδόν τίποτε άλλο, παρά σ’ εκείνους, οι οποίοι αισθάνονται παραμερισμένοι και ίσως παρακολουθούν με άγονο φθόνο πώς αυξάνεται η ευημερία άλλων λαών, να αποδείξουμε και να διευκολύνουμε τον δρόμο για την ανάπτυξη αδρανών δυνάμεων.

Ένας άνθρωπος που σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του είναι γεμάτος φθόνο, είναι άγονος για τη συμβίωση. Πάντοτε θα δείχνει τη διάθεση κάτι ν’ αρπάξει από τον άλλο, να τον ζημιώσει κι οπωσδήποτε να τον ενοχλήσει, θα έχει την τάση να εφευρίσκει δικαιολογίες και να ρίχνει την ευθύνη στους άλλους για ό,τι δεν κατάφερε να επιτύχει. Θα γίνει ο τύπος του εριστικού, του οχληρού ανθρώπου που δε δίνει πολλή σημασία στις καλές σχέσεις με τους άλλους, που δεν κάνει καμιά προετοιμασία να γίνει ικανός για μια συμβίωση μαζί τους. Επειδή δε θα κάνει ποτέ τον κόπο να νοιώσει την ψυχή του άλλου, θα μείνει για πάντα κακός ανθρωπογνώστης και θα πληγώνει τους άλλους με τις κρίσεις του. Δεν πρόκειται να συγκινηθεί αν κάποιος άλλος υποφέρει εξαιτίας της συμπεριφοράς του. Ο φθόνος μπορεί ακόμη να παρασύρει τόσο μακριά τον άνθρωπο, που να αισθάνεται ένα είδος ικανοποίησης για τα βάσανα του πλησίον του.

Πηγή: Alfred Adler – Ανθρωπογνωσία, Μετάφραση: Σταύρος Καμπουρίδης, Εκδόσεις Ηλία Μανιατέα, Αθήνα

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιάννης ο Ευλογημένος! (ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2014

Γιάννης ο Ευλογημένος!

 ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

O Άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ όλα τα χωριά, να δει ποιός θα τόνε γιορτάσει με καθαρή καρδιά.
Πέρασε από λογιών-λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν τ’ ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.
Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, κι είδε τα κιβούρια πως ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα ήτανε σκαλισμένα από τα τσακάλια.
 
Σαν άγιος που ήτανε άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά κ εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν».
 
Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κι είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένον », και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια..
Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφτασε σε κάτι χωριά που ήτανε τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της ήτανε μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε: «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!». Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακαλεστικά και χαρούμενα.
Απάνω σ αυτά, άνοιξε η πόρτα και βγήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλληκάρι, με μαύρα στριφτά γένια, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιός χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!».
Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μία κούνια, που ήτανε δεμένη σε δυο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι ήτανε τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη. Αυτός, σαν μπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, κι είδε πως ήτανε γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και το ανεσπάσθηκε κι είπε: «Να χω την ευχή σου, γέροντα», και το ’λεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να ’τανε πατέρας του.
Και κείνος του είπε: «Βλογημένος να σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατά σου η ειρήνη του Θεού να ναι απάνω σας!». Σηκώθηκε κ η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και κείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε. Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, κι είχε κι ένα παλιοτάγαρο αδειανό. Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι. Και φανήκανε τα δοκάρια, σα να ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πητιές που ήτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, κι οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ’ άλλα, τα φτωχά τα πράγματα που χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος.
Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδιά πάντερπνη.
Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά κι η γυναίκα του ’θεσε μαξιλάρια να ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό του και το βαλε κοντά του, κι έβγαλε και το παλιόρασό του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγυιό του, κι έβαλε μέσα στην κοφινέδα τα νιογέννητα τ’ αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγυιός τα ’βγαλε τ’ άλλα στη βοσκή. Λιγοστά ήτανε τα ζωντανά του, φτωχός ήτανε ο Γιάννης, μα ήτανε Βλογημένος.
Κι είχε μία χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί ήτανε καλός άνθρωπος κι είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να ’τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε. Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθησε μέσα, σα να ’τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλιά του. Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες κι οι επίσημοι ανθρώποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου.
* * *
Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ’ Άη-Βασίλη.
Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μία φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία».
 
Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάθηκε κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του, ύστερα έσκυψε και πήρε μία φυλλάδα από το ταγάρι του, κι είπε: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».
Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάθηκε από πίσω του, και η γυναίκα βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη και στάθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χέρια.
Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός Κύριος» και το απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο που λέγει «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου».
Η φωνή του ήτανε γλυκιά και ταπεινή, κι ο Γιάννης κι η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα. Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ, χωρίς να πει το δικό του τον Κανόνα, που λέγει «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε».
Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση και τους βλόγησε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε κι αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά.
Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, κι είπε: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος κ έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε «του Χριστού» κι ύστερα είπε «της Παναγίας», κι ύστερα είπε «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου».
Του λέγει ο Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τον άη- Βασίλη!».
Του λέγει ο άγιος: «Ναι, καλά! κι ύστερα λέγει: «Του δούλου του Θεού Βασιλείου». Κι ύστερα λέγει πάλι: «Του νοικοκύρη, «της νοικοκυράς», «του παιδιού», «του παραγυιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».
Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;
Του λέγει ο άγιος: «Έκοψα, Βλογημένε!» μα, ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο μακάριος. Κι ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος κι είπε την ευχή του «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθεις του οίκου της ψυχής μου».
Κι είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποιά παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τι αμαρτίες να χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε».
Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε κι είπε πάλι την ευχή, αλλοιώτικα: «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισέλθεις. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται».
Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος…

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ, Η ΙΕΡΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕΛΙΣΣΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2014

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ, Η ΙΕΡΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕΛΙΣΣΑ

Του θεολόγου κ. Ανδρέα Κυριακού
=====
Μπαίνουμε με το δεξί στο νέο έτος 2015, κατά το οποίο, η αγαθότητα του Θεού μας επέτρεψε να εισέλθουμε, διότι μπροστά μας ξεπροβάλλει μια μορφή ανυπέρβλητη ο μύστης Χριστού Βασίλειος. 
Ο μεγάλος αυτός Αγιος δεν σχετίζεται ποσώς με το ροδαλό, χοντρό σαν βαρέλι, χοντράνθρωπο που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1930 να διαφημίζει την Κόκα-Κόλα κι εξελίχθηκε (μαζί με τα ξωτικά και τα ζωντανά της παγανιστικής Σκανδιναβίας) σε σήμα κατατεθέν του υλόφρονος πολιτισμού της Εσπερίας. 
Ο Αγιος γεννήθηκε τον 4ο αιώνα (330) σε μια αγιασμένη οικογένεια στη Νεοκαισάρεια του Πόντου. Σπούδασε στην Αθήνα, πλείστες όσες επιστήμες με πολύ υψηλές επιδόσεις, όπως μας αναφέρει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, και μετά από σύντομη παραμονή στην έρημο τον βρίσκουμε να μάχεται στην πρώτη γραμμή σαν επίσκοπος, πλέον της Εκκλησίας του Χριστού. 
Σαν επίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας έλαμψε σε όλους τους τομείς του εκκλησιαστικού βίου. 
Μια φορά στην πόλη καποια χήρα δεχόταν από κάποιο δικαστή αφόρητες πιέσεις για να τον παντρευτεί. Ομως αυτή δεν τον ήθελε και στην απελπισία της κατέφυγε στον Αγιο για βοήθεια. Ο δικαστής λύσσαξε από το κακό του και πήγε και βρήκε τον Αγιο και τον απείλησε ότι θα τον μαστιγώσει. Τότε αυτός έσκυψε και τους είπε ότι μπορεί να εκτελέσει την απειλή του άμεσα. Εν τω μεταξύ, κόσμος πολύς μαζεύτηκε έξω από την επισκοπή για να προστατέψει τον Επίσκοπο και ο αγέρωχος δικαστής μαζεύτηκε και χλώμιασε, καταλαβαίνοντας πόσο δύσκολη είναι η θέση του. Ομως οι Αγιοι ξέρουν να προστατεύουν τους φίλους τους αλλά και τους εχθρούς τους. Λίγα λόγια του ουρανοφάντορος επισκόπου ήταν αρκετά να ηρεμήσουν το πλήθος, που πρόθυμα διαλύθηκε, ενώ ο δικαστής δεν μπορούσε να πιστέψει ότι φτηνά τη γλύτωσε… 
Ποιός ξεχνά το θάρρος του Αγίου ενώπιον του υπεροπτικού επάρχου Μόδεστου, ο οποίος τον απείλησε με πολλά και διάφορα αν δεν σταματούσε να πολεμά την αίρεση του Αρείου του υποστήριζε ο Αυτοκράτορας; Ούτε η δήμευση περιουσίας, ούτε η εξορία, τα βασανιστήρια κι ο θάνατος έκαναν τον Αγιο να φοβηθεί, με αποτέλεσμα να φύγει άπρακτος ο Επαρχος.
Τι να πούμε για τη Βασιλειάδα, που έκτισε έξω από την Καισάρεια για να ανακουφίσει τον άνθρώπινο πόνο, για τα πολλά και σπουδαία βιβλία που έγραψε, τη θεία λειτουργία του, που τελεί μέχρι σήμερα η Εκκλησία 10 φορές το χρόνο αρχίζοντας από την μέρα της μνήμης του;  
Πράγματι αποτελεί φωτεινό μετέωρο η σύντομη ζωή του, αφού έφυγε για τη βασιλεία του Θεού στα 49 του μόλις χρόνια, πλήρης χάριτος και αληθείας. Είναι συν τοις άλλοις η ζωή του παράδειγμα και για τους επισκόπους της εποχής μας, που αγωνίζονται εναντίον του οικουμενισμού και των άλλων αιρέσεων.
panayiotistelevantos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Την παρέμβαση του Πρωθυπουργού ζητά η ΠΕΘ

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2014

Αθήνα 23 Δεκεμβρίου 2014

    Αριθμ. Πρωτ.: 180

Προς

Τον Εξοχώτατον Κύριον

Αντώνιον Σαμαρά,

Πρωθυπουργόν της Ελλάδος

Μέγαρον Μαξίμου

Αθήνα     

ΘΕΜΑ: Αίτημα αποκατάστασης αδικιών σε βάρος των Θεολόγων  

                   Εξοχώτατε Κύριε Πρωθυπουργέ,

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων, το συνδικαλιστικό και επιστημονικό σωματείο που εκπροσωπεί τους Θεολόγους της πατρίδας μας, απευθύνεται σε Σας για να Σας καταστήσουμε κοινωνό της αγωνίας μας για όσα παράδοξα συμβαίνουν σχετικά με τη σχολική θρησκευτική αγωγή και να διαμαρτυρηθούμε για τις ολιγωρίες που παρατηρούνται στο κυβερνητικό έργο, στον προαναφερόμενο τομέα, αιτούμενοι την προσωπική Σας παρέμβαση και στήριξη.

Σας ενημερώνουμε λοιπόν, ότι ο αξιότιμος κ. Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων της Κυβέρνησης, δεν απαντάει επί μήνες, στο επίμονο αίτημά μας, να συναντηθεί με το Δ.Σ. της Ενώσεώς μας, όταν καθώς πληροφορούμαστε, συναντά πρόθυμα εκπροσώπους διαφόρων θρησκευτικών κοινοτήτων και ομολογιών και παντός είδους συνδικαλιστές και εκπροσώπους φορέων.

Το πρώτο και βασικό αίτημά μας είναι η απόσυρση του νέου Πιλοτικού Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά που έχει εισαχθεί στα σχολεία από το 2011, επί υπουργικής θητείας της κ. Διαμαντοπούλου, το οποίο αποτελεί έργο μίας μικρής ομάδας εκσυγχρονιστών εκπαιδευτικών και έχει αναστατώσει ολόκληρο τον ορθόδοξο λαό και το σύνολο των Θεολόγων και των κληρικών, διότι μετατρέπει το ορθόδοξο μάθημα των Θρησκευτικών στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο σε πολυθρησκειακό, επιβάλλοντας έτσι μία νέα μη ορθόδοξη πνευματικότητα στους νέους μας. 

Το δεύτερο αίτημά μας αφορά  στην αδικαιολόγητη καθυστέρηση της έκδοσης διευκρινιστικής εγκυκλίου από το Υ.ΠΑΙ.Θ, που θα λύνει οριστικά το ζήτημα των παράνομων απαλλαγών των ορθοδόξων μαθητών από το μάθημα των Θρησκευτικών, με τις  οποίες αναιρείται η συνταγματικά κατοχυρωμένη θρησκευτική εκπαίδευση των μαθητών της πατρίδας μας, ταλαιπωρούνται, μαθητές, γονείς και καθηγητές και πλήττεται ο κλάδος των Θεολόγων.

Τέλος, πληροφορίες που καταφθάνουν στην Ένωσή μας, αναφέρουν ότι ετοιμάζεται με την ίδια πολυθρησκειακή δομή που έγινε το Πρόγραμμα του Δημοτικού και του Γυμνασίου και το Πρόγραμμα των Θρησκευτικών του Λυκείου,  σε αντίθεση με το Νόμο υπ’ αριθ. 4186, άρθρο 1γ που προβλέπει την καλλιέργεια της εθνικής, θρησκευτικής και πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Επιπλέον,φαίνεται ότι μεθοδεύεται η εσπευσμένη δημοσίευσή του σε ΦΕΚ, δηλαδή η άμεση εφαρμογή του στο Λύκεια, χωρίς να γίνει η πιλοτική του εφαρμογή. Τέτοιου είδους αιφνιδιαστικές κινήσεις, ερήμην των Θεολόγων εκπαιδευτικών που μετατρέπουν τον ορθόδοξο χαρακτήρα και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών, δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν αποδεκτές από την Ένωσή μας. 

Ως εκ τούτων, παρακαλούμε για την άμεση παρέμβασή Σας προς αποκατάσταση των παρατηρούμενων αδικιών.

         Ευχαριστούμε εκ των προτέρων θερμά για τη στήριξή Σας και Σας ευχόμαστε Καλά Χριστούγεννα και ευλογημένο το Νέο Έτος.

Με τιμή

Για το ΔΣ της ΠΕΘ

                          Ο Πρόεδρος                                                    Ο Γενικός Γραμματέας                  

                 Κωνσταντίνος Σπαλιώρας                               Παναγιώτης Τσαγκάρης

                    Δρ Θεολογίας                                                           Mr Θεολογίας

petheol.gr

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οσία Ματρώνα η αόμματη της Ρωσίας και προστάτιδα Μόσχας

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2014

Η Οσία Ματρώνα γεννήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1881, στο χωριό Σέμπινο της Ρωσίας. Οι γονείς της Δημήτριος και Ναταλία ήταν φτωχοί χωρικοί αλλά πολύ ευλαβείς. Η Αγία ήταν το μικρότερο παιδί από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας. Η μητέρα της λόγω της φτώχειας σκεφτόταν να αφήσει την Οσία σε ένα ορφανοτροφείο μια διπλανής πόλης αλλά μετά από θαυματουργική επέμβαση,- είδε στο όνειρο της ότι ήλθε και κάθησε στο χέρι της ένα άσπρο πουλί με ανθρώπινη φωνή αλλά χωρίς μάτια , την κράτησαν άν και γεννήθηκε αόμματη (δηλαδή χωρίς οφθαλμούς, με κενές τις κόγχες). Βαπτίστηκε Ματρώνα προς τιμήν της Οσίας Ματρώνας της εν Κωνσταντινουπόλει.

Η θεία της εκλογή φάνηκε φάνηκε πολύ νωρίς. Κατά το βάπτισμα της είδαν οι παρευρισκόμενοι να υπάρχει πάνω της ένα σύννεφο που ευωδίαζε. Στη ηλικία των έξι χρόνων σχηματίστηκε στο στήθος της ένα εξόγκωμα σε σχήμα σταυρού. Όπως αφηγείτο η μητέρα της Τετάρτη και Παρασκευή η Οσία δεν θήλαζε αλλά κοιμόταν συνεχώς χωρίς να μπορεί κανείς να την ξυπνήσει.
Σε κάποια πνευματική κόρη της, που της είπε με λύπη ότι δεν μπορεί να δεί τη φυσική ομορφιά του κόσμου αποκάλυψε τα εξής: « Ο Θεός μια φορά μου άνοιξε τα μάτια και μου έδειξε τον κόσμο και όλα τα δημιουργήματα του. Εἰδα τον ήλιο, τα άστρα στον ουρανό και όλα όσα υπάρχουν πάνω στη γη, την ομορφιά της, τα βουνά, τους ποταμούς, το πράσινο χορτάρι, τα λουλούδια τα πουλιά».

Όταν ήταν μικρή λόγω της κοροϊδίας των άλλων παιδιών σταμάτησε να παίζει και έμενε στο σπίτι. Αγωνιζόταν στην προσευχή και γρήγορα φάνηκε το διορατικό, προορατικό αλλά και το θεραπευτικό της χάρισμα. Αν και ήταν αόμματη της δόθηκε, στην ηλικία των έξι ετών, από τον Θεό το χάρισμα της διόρασης αλλά και της προόρασης. Μπορούσε να βλέπει γεγονότα από εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, και σε άγνωστους γι αυτήν τόπους. Γνώριζε αμαρτίες, σκέψεις, προβλήματα και πράξεις των ανθρώπων. Ένιωθε και προγνώριζε συμφορές και καταστροφές, με τις ευχές της δέ, θεράπευε πλήθος αρρώστων πού συνέρεαν όχι μόνο από το χωριό της αλλά και από την ευρύτερη περιοχή. Δεκάδες ασθενείς περνούσαν καθημερινά από το σπίτι της και οι περισσότεροι, έχοντας πίστη, γίνονταν καλά… Όλοι οι επισκέπτες για να την ευχαριστήσουν έφερναν μαζί τους πολλά αγαθά. Έτσι η Οσία έγινε βοηθός της φτωχής οικογένειας της.
Η Οσία έζησε και μεγάλωσε μέσα στις λατρευτικές ακολουθίες της Εκκλησίας. Στεκόταν όρθια συνήθως αριστερά της εισόδου.
Στην εφηβική της ηλικία πήγε σε αρκετά προσκυνήματα συχνά συνοδευόμενη από την κόρη ενός πλούσιου ευγενούς της περιοχής. Λέγεται ότι σε μία επίσκεψή της στην Κρονστάνδη, στον ναό όπου λειτουργούσε ο Άγιος Ιωάννης, εκείνος μετά από την Θεία Λειτουργία μέσα στον κατάμεστο από κόσμο ναό του Αγίου Ανδρέα παρεκάλεσε τον κόσμο να παραμερίσει για να περάσει η δεκατετράχρονη τότε Ματρώνα, την οποίαν δεν γνώριζε, λέγοντας: «Έλα Ματρώνουσκα, έλα σε μένα. Ιδού έρχεται η αντικαταστάτριά μου, ο όγδοος στύλος της Ρωσίας!», προμηνύοντας την αποστολή της Αγίας για την εκκλησία και τον πολυπαθή Ρωσικό λαό, στα μετέπειτα χρόνια των διωγμών πού έβλεπε να έρχονται. Λίγα χρόνια αργότερα, όταν ήταν δεκαεπτά ετών, η Αγία καθηλώθηκε εξαιτίας μόνιμης παράλυσης στα πόδια. Αυτό το γνώριζε γιατί της δόθηκε σημείο με το πότε θα της συμβεί. Έζησε παράλυτη πενήντα χρόνια χωρίς ποτέ να παραπονεθεί, βαστάζοντας το βαρύ σταυρό της. Παρέμεινε καθιστή σε ένα κρεβάτι πενήντα χρόνια, ως το τέλος της οσιακής ζωής της, ευχαριστώντας και δοξολογώντας τον Θεό . Έλεγε ότι την πνευματική αιτία για όσα της συνέβαιναν την γνώριζε μόνο Αυτός.
Σε μικρή ακόμη ηλικία προείπε την Ρωσική επανάσταση του 1917 πού έγινε χρόνια αργότερα, λέγοντας: «Θα ληστεύουν και θα αφανίζουν τις Εκκλησίες, θα αρπάζουν τα εδάφη και θα τα μοιράζουν άπληστα μεταξύ τους, καταδιώκοντας όλους, χωρίς εξαίρεση». Προέβλεψε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την ήττα των Γερμανών από τους Ρώσους.

Προβλέποντας τη δολοφονία του Τσάρου, ζήτησε μια φορά από την μητέρα της ένα φτερό μεγάλο. Το μάδησε, και δείχνοντας το στην μητέρα της, της είπε:
– Βλέπεις μαμά, αυτό το φτεράκι;
– Και τι να δω παιδάκι μου, αφού το χεις μαδήσει;
– Έτσι μητέρα, θα μαδήσουν σε λίγο, και τον πατερούλη μας τον Τσάρο…
Η μητέρα της φοβήθηκε, όμως σε λίγο καιρό η προφητεία βγήκε σωστή.
Μετά την κομμουνιστική επανάσταση, όταν και τα αδέλφια της έγιναν μέλη του κομμουνιστικού κόμματος η κατάσταση γι’ αυτήν έγινε αφόρητη γι’ αυτό και μετακόμισε στη Μόσχα το 1925, χωρίς μάλιστα διαβατήριο και άδεια παραμονής, στην οποίαν έζησε μέχρι τέλους της ζωής της βοήθώντας πλήθη δυστυχισμένων και πονεμένων ανθρώπων χωρίς πίστη στο Θεό. Στη Μόσχα δεν είχε μόνιμη στέγη διαμονής αλλά πήγαινε από το ένα σπίτι στο άλλο. Το Σοβιετικό καθεστώς επανειλημμένως προσπάθησε να την συλλάβει. Παρ’ όλο που ήταν τυφλή, τους ξέφευγε την τελευταία στιγμή ειδοποιημένη από τον Θεό με διάφορους περίεργους τρόπους.
Όπου και αν πήγαινε, σε όποιο σπίτι και αν φιλοξενούνταν έφερνε την ειρήνη και την ηρεμία στις ψυχές, Άλλοτε χαριτολογούσε με τους ανθρώπους και άλλοτε τους έλεγχε με δριμύτητα, και τους νουθετούσε. Ήταν επιεικής, θερμή και ευσπλαχνική, δεν έκανε κηρύγματα και διδασκαλίες μα ήταν ολιγόλογη, λακωνική. Δίδασκε τον κόσμο να αποφεύγει την κατάκριση και να εμπιστεύεται το θέλημα του Θεού. Να κάνουν θερμή προσευχή και συχνά τον σταυρό τους θωρακίζοντας έτσι τον εαυτό τους. Συνιστούσε συχνή μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων και αγάπη στους ασθενείς και ηλικιωμένους.
Η Αννα Βιμπορνόβα θυμάται το παρακάτω περιστατικό.
«Ήρθε μια φορά ένας αστυνομικός να συλλάβει την Ματρώνα και εκείνη του λέει,
«Φύγε, φύγε γρήγορα, έχεις συμφορά στο σπίτι σου. Η τυφλή δεν φεύγει από σένα, εδώ στο κρεβάτι κάθομαι, δεν πάω πουθενά…»
Την άκουσε ο αστυνομικός, πήγε σπίτι του και βρήκε την γυναίκα του καμένη από την γκαζιέρα. Πρόλαβε και την μετέφερε στο Νοσοκομείο. Όταν την άλλη μέρα ήρθε στην υπηρεσία, τον ρώτησαν,
– Την συνέλαβες την τυφλή.
– Την τυφλή, τους είπε, δεν θα την συλλάβω ποτέ. Χάρη στην τυφλή πρόλαβα να πάω την γυναίκα μου στο Νοσοκομείο. Άμα δεν μου το λεγε θα την έχανα…
Όπου και αν πήγαινε, σε όποιο σπίτι και αν φιλοξενούνταν έφερνε την ειρήνη και την ηρεμία στις ψυχές. Αλλοτε χαριτολογούσε με τους ανθρώπους και άλλοτε τους έλεγχε με δριμύτητα, και τους νουθετούσε. Ήταν επιεικής, θερμή και ευσπλαχνική, δεν έκανε κηρύγματα και διδασκαλίες μα ήταν ολιγόλογη, λακωνική. Δίδασκε τον κόσμο να αποφεύγει την κατάκριση και να εμπιστεύεται το θέλημα του Θεού. Να κάνουν θερμή προσευχή και συχνά το σταυρό τους θωρακίζοντας έτσι τον εαυτό τους. Να αγάπούν τους ασθενείς και ηλικιωμένους. Έλεγε: « άμα άνθρωποι γέροι, άρρωστοι ή εκείνοι που έχασαν τα μυαλά τους σας λένε κάτι δυσάρεστο ή προσβλητικό, μην τους ακούτε, αλλά απλά να τους βοηθάτε. Με όλη την επιμέλεια πρέπει να βοηθά κανείς τους αρρώστους και να τους συγχωρεί ό,τι και να πουν, ό,τι και να κάνουν» .
Η ίδια έκανε συνεχώς πολλούς σταυρούς ώστε στο μέτωπο της σχηματίστηκε μιά μικρή ουλή από τα δάκτυλα της. Μισοκοιμόταν ακουμπώντας πάνω στη γρονθιά του χεριού της. Συμβούλευε όσους την πλησίαζαν να έχουν πίστη στον Θεό, να αφήσουν την αμαρτωλή ζωή τους, να εξομολογούνται, και να ζουν την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Τόνιζε σε όλους ότι η βοήθεια που δίνει δεν είναι δική της, ούτε έχει από μόνη της τέτοια δύναμη. Όλα προέρχονται από τον Θεό.
Σε όλους έλεγε να φορούν πάντοτε το σταυρό τους και να κάνουν προσευχή. « Αδικοχαμένος γίνεται κανείς, όταν ζεί χωρίς προσευχή» έλεγε.
Φοιτητές αποκλεισμένοι πολιτικά από το τότε καθεστώς διηγούνται πώς με τις προσευχές αυτής της τυφλής γυναίκας ξεπέρναγαν τα εμπόδια για την απόκτηση ενός πτυχίου. Ακόμη και αξιωματούχοι του καθεστώτος, κατά παράδοξο τρόπο, βοηθούσαν αυτούς για τους οποίους η Αγία Ματρώνα προσηύχετο.
Την ρώτησε κάποτε η Ζηναΐδα Ζδάνοβα:
– Γιατί επέτρεψε ο Θεός να κλείσουν και να γκρεμίσουν τόσες Εκκλησίες; και απάντησε με τα παρακάτω λόγια,

– Αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Ο λαός είναι σαν υπνωτισμένος και μια φοβερή δαιμονική δύναμη έχει μπεί σε δράση. Βρίσκεται στον αέρα, και διεισδύει παντού. Παλιά, η δαιμονική αυτή δύναμη κατοικούσε στα έλη και στα πυκνά δάση, επειδή οι άνθρωποι πήγαιναν τακτικά στην εκκλησία, φορούσαν και τιμούσαν τον σταυρό. Τα σπίτια τους ήταν προστατευμένα από τις εικόνες, τα κανδήλια πού έκαιγαν, τον αγιασμό πού έκαναν… Τα δαιμόνια πετούσαν μακριά και φοβόντουσαν να πλησιάσουν… Σήμερα όμως, τα σπίτια αυτά αλλά και οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουνε γίνει κατοικητήριο δαιμόνων για την απιστία τους, και την απομάκρυνσή τους από τον Χριστό…
Από τα απομνημονεύματα της Άννας Βύμπορνοβα και της Ξένιας Σιφάροβα: “Η Ματρώνα βαπτίστηκε στην εκκλησία μας. Όταν την βύθισαν στην κολυμβήθρα, ευωδίασε όλη η εκκλησία. Όλοι απόρησαν και ο παπάς είπε: “Αυτό το κορίτσι είναι σταλμένη απ’ τον Θεό. Θα γίνει Δίκαια”.Μια μέρα η Ματρώνουσκα λέει: “Μαμά, βλέπω στο όνειρό μου συνέχεια την εικόνα της Παναγίας “Γλυκοφιλούσας”. Η Θεομήτηρ ζητάει να μπει στην εκκλησία μας”. Συγκεντρώθηκαν όλες οι γυναίκες του χωριού. Η Ματρώνουσκα τις ευλόγησε για να πάνε σ’ όλα τα διπλανά χωριά να μαζέψουν λεφτά για την εικόνα. Μάζεψαν πολλά: λεφτά, ψωμί, βούτυρο, αυγά. Επίσης βρήκαν στην πόλη έναν ζωγράφο. Η Ματρώνουσκα τον ρώτησε: “Θα μπορέσεις να ζωγραφίσεις την εικόνα;” Ο ζωγράφος απάντησε, ότι θα μπορέσει. Η Ματρώνουσκα τον έστειλε πρώτα στην εκκλησία να εξομολογήσει τις αμαρτίες του και να κοινωνήσει προτού να ξεκινήσει τη δουλειά. Πέρασε αρκετός καιρός.Μια μέρα ο ζωγράφος ήρθε στη Ματρώνα και της είπε ότι δεν μπορεί να ζωγραφίσει τίποτα. Η Ματρώνουσκα του λέει τότε: “Πήγαινε ξανά να εξομολογήσεις τις αμαρτίες σου, σκότωσες έναν”. Ξαναπήγε στον παπά, εξομολόγηθηκε και μετέλαβε. Ύστερα γύρισε στη Ματρώνουσκα να ζητήσει συγγνώμη που έκρυψε την αλήθεια στην αρχή. Η Ματρώνουσκα του λέει: “Τώρα θα μπορέσεις να ζωγραφίσεις την θαυματουργή εικόνα της Βασίλισσας του Ουρανού “Γλυκοφιλούσας”.

Σ’ αυτήν την θαυματουργή εικόνα έρχονται οι άνθρωποι με όλες τις θλίψεις τους και με βαριές αρρώστιες.
Αν δεν βρέχει αρκετό καιρό και γίνεται ξηρασία, την βγάζουν την εικόνα στο λιβάδι και προσεύχονται όλοι μαζί και δεν προλαβαίνουν να γυρίσουν σπίτι, αρχίζει να βρέχει.
Από τα απομνημονεύματα της Πάσας, της ιδιοκτήτριας του σπιτιού στο Τσαρίτσινο που έμενε κάποιο διάστημα η Αγία:
Από επτά χρονών η Ματρώνουσκα άρχισε να προβλέπει πολλά γεγονότα και έγινε η υποστηρίκτρια όχι μόνο της οικογένειάς της, αλλά και πολλών άλλων. Η Αγία έλεγε: «δεν υπάρχουν ψυχικές αρρώστιες, υπάρχουν πνευματικές: αδύναμοι, εξαντλημένοι, παθιασμένοι από τα πονηρά πνεύματα… Υπάρχουν «κατά φαντασίαν» αρρώστιες, τις οποίες στέλνει κάποιος. Ποτέ δεν πρέπει να σηκώνετε λεφτά ή άλλα πράγματα από το δρόμο».
Μας δίδασκε να μην ξεχνάμε να σταυρώνουμε φαγητό και όταν πάμε για ύπνο, να μην το αφήνουμε πάνω στο τραπέζι.
– Με τη δύναμη του Σταυρού να σώζεστε και να αμυνόσαστε. Ο εχθρός έρχεται – πρέπει συνέχεια να προσευχόμαστε. Αιφνίδιος θάνατος υπάρχει μόνο χωρίς προσευχή. Ο εχθρός είναι στον αριστερό ώμο, και στο δεξιό – ο Άγγελος. Να κάνετε το σταυρό σας πιο συχνά, είναι η κλειδαριά σας όπως η κλειδαριά της πόρτας.
Αν οι άρρωστοι ή ηλικιωμένοι σας λένε κάτι προσβλητικό, να μην τους ακούτε, αλλά να τους βοηθάτε.
Η Άγια Ματρώνα έλεγε:
– Μη στεναχωριέστε. Σύντομα θα καταργήσουν το άρθρο 58 και θα αλλάξουν οι εποχές. Μετά τον πόλεμο πρώτα θα βγάλουν τον Στάλιν. Μετά απ’ αυτόν όλοι οι κυβερνήτες θα είναι ο ένας χειρότερος από τον άλλον. Θα κατακλέψουν την Ρωσία. Μετά τον πόλεμο οι συνέταιροι θα κάνουν ταξίδια στο εξωτερικό, θα αποσυντιθούν και θα σπάσουν τα δόντια τους. Μερικοί θα δουν, τι είναι καλό και τι είναι κακό. Θα καταλάβουν, ότι αν θα προχωρήσουν τη ζωή τους όπως πριν θα τους οδηγήσει στην καταστροφή. Εκείνο τον καιρό θα εμφανιστεί ο Μιχαήλ. Θα θελήσει να βοηθήσει, να τα αλλάξει όλα, να τα ανατρέψει. Αν θα ήξερε όμως που δεν θα μπορέσει να αλλάξει τίποτα… Μόνο θα πληρώσει ακριβά… Θα ξεκινήσουν διχόνοιες, διαμάχες, ένα κόμμα θα είναι κατά του άλλου. Μετά θα γίνει κάποια καλυτέρευση, αλλά για λίγο καιρό μόνο… 
Επίσης έλεγε:Μην τρέχετε γυρεύοντας προορατικούς και διορατικούς.Εαν είναι κάτι ο Θεός θα στο δείξει μόνος Του.Έλεγε στον κόσμο να πηγαίνει συχνά στην εκκλησία,αλλά από τη στιγμή που θα μπεις στην εκκλησία να μην βλέπεις τίποτα και κανέναν,να κάμεις την προσευχή σου με κλειστά μάτια ή να βλέπεις τις εικόνες ή να κατεβάσεις τα μάτια σου χαμηλά.Προέτρεπε τις γυναίκες να μην βάφουν το πρόσωπό τους αλλάζοντας την μόρφη τους επειδή ο Θεός μας έδωσε αυτήν την μορφή και πρέπει να την αγαπάμε όπως είναι.
Όλα θα γίνουν: και η δοξολογία στην Κόκκινη Πλατεία, και το μνημόσυνο για τον Τσάρο και την οικογένειά του, που σκότωσαν. Μετά θα γυρίσουν οι παλαιοί, και θα γίνει η κατάσταση χειρότερη από ότι ήταν πριν! Η ζωή θα είναι χειρότερη και χειρότερη. Θα ‘ρθει καιρός που θα βάλουν μπροστά σας τον Σταυρό και το ψωμί και θα σας πουν:
– Διαλέξτε. Θα διαλέξουμε τον Σταυρό.
Εβρισκόμενη στο στρατόπεδο τα λόγια της Αγίας εμπνέανε ελπίδα σε μένα. Με συνέλαβαν στις 6 Ιανουαρίου 1950. Με κατηγόρησαν με βάση το άρθρο 58 – «Εκκλησιαστική μοναρχική ομάδα». Πολλά θαύματα γινόταν στην ανάκριση, η Ματρώνουσκα βοηθούσε απαρατήρητα. Σε μένα κάλεσαν έναν υπνωτιστή, ο οποίος ζητούσε συνέχεια να κοιτάζω στα μάτια του και επαναλάμβανε: «Εσείς είστε ένοχη». Με πίεζαν να υπογράψω την ψεύτικη καταγγελία κατά του αδερφού μου που μόλις γύρισε από τον πόλεμο. Προσευχόμουν, ζητούσα βοήθεια και κάποια στιγμή ξαφνικά θυμήθηκα τα λόγια της Αγίας, ότι κατά του υπνωτιστή πρέπει να διαβάζω «Ο κατοικών εν βοήθεια του Υψίστου…» (τον Ψαλμό 90). Προσευχόμουν και κοίταζα στα μάτια του υπνωτιστή χωρίς φόβο. Αυτός όμως έγινε έξω φρενών, άρχισε να φωνάζει, οι φλέβες του φούσκωσαν από την ένταση. Μετά ξαφνικά έπεσε στο δερμάτινο καναπέ και είπε: «Δεν μπορώ να της κάνω τίποτα».
Η αρετή της συνίστατο στην μεγάλη της υπομονή και καρτερία, και την απόλυτη αγάπη της και εμπιστοσύνη στο Θεό. Τρεις ημέρες πριν την κοίμησή της ο Κύριος της απεκάλυψε την τελείωσή της ώστε εκείνη να προετοιμαστεί. Προείπε και τα εξής: «όταν πεθάνω, στον τάφο μου θα έρχονται λίγοι, μόνο οι οικείοι μου, και όταν θα πεθάνουν και εκείνοι θα ερημώσει ο τάφος μου, σπάνια θα έρχεται κανείς. Μα μετά από χρόνια ο κόσμος θα με γνωρίσει και θα έρχονται σαν κοπάδια για να βοηθηθούν. Και εγώ θα τους ακούω και όλους θα τους βοηθώ. Είπε ακόμη: «όλους πού ζητάνε βοήθεια από μένα θα τους συναντώ μετά τον θάνατό τους».Πλήθος είναι τα θαύματα της Οσίας Ματρώνας. Και όταν ζούσε θαυματουργούσε αλλά και μετά την κοίμηση της μέχρι σήμερα.
Κοιμήθηκε στις 2 Μαΐου 1952, ημέρα Παρασκευή. Από τότε χιλιάδες πιστοι ορθοδόξοι από όλο τον κόσμο έχουν βοηθήθει από την Αγία και πολλοί είναι εκείνοι πού επικαλούνται την παρρησία της στον Κύριο. Την Κυριακή έγινε η νεκρώσιμη ακολουθία στο ιερό Ναό του Ιερού Χιτώνος του Κυρίου. Ενταφιάσθηκε στο νεκροταφείο της Μονής του Αγ. Δανιήλ. Στις 8 Μαρτίου 1998 έγινε η ανακομιδή των ιερών λειψάνων της πού μεταφέρθηκαν στην Ιερά Μονή της Αγίας Σκέπης στη Μόσχα, όπου ο τάφος σήμερα έχει γίνει ένα από τα δύο μεγαλύτερα προσκυνήματα της Ρωσίας· χιλιάδες προσκυνητές περιμένουν υπομονετικά καθημερινά για να τα προσκυνήσουν. Με πράξη του ο μακαριστός Πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος αναγνώρισε την Αγία Ματρώνα «ως τοπική Αγία της Μόσχας και όλης της Επαρχίας». Η μνήμη της τιμάται στις 2 Μαΐου(19 Απριλίου), ημέρα της κοιμήσεως της.

Πηγές για τη σύνταξη του βίου:
«Η Αγία Ματρώνα της Μόσχας» Εκδ. «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», Θεσ/κη 2002.
«Η Αγία Γερόντισσα Ματρώνα η Αόμματη, ο όγδοος στύλος της Ρωσίας», Εκδ. Ιεράς Καλύβης Αγίου Χαραλάμπους, Νέα Σκήτη, Αγιον Όρος 2002. (Υπάρχει καταγραφή των θαυμάτων της Αγίας).
Η Οσία Ματρώνα η Ρωσίδα η Αόμματος ( Επιμέλεια: Αρχ. Φιλοθέου Νικολάκη) Περιέχονται: ο Παρακλητικός Κανών και οι Χαιρετισμοί στην Οσία. Εκδ. Σαΐτης.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ξωτικά στη μπλογκόσφαιρα!

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2014

277_1024.jpg

Συγχωρέστε με, αν σας πικράνω. Καμιά φορά πικραίνεις, για να γλυκάνεις…

Από την εποχή της κινηματογραφικής μεταφοράς του εξαίρετου μυθιστορήματος επικής φαντασίας Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιώναυξήθηκε κατακόρυφα η ενασχόληση των ανθρώπων με τις νεράιδες και τα ξωτικά.
Η ενασχόληση αυτή είναι όντως ενδιαφέρουσα και αποτελεί και για μένα γοητευτική ψυχαγωγία. Παρατηρούμε όμως σε αρκετούς συνανθρώπους μας μια εμμονή στην ενασχόληση με τα «μικρά πράσινα ανθρωπάκια» των αγρών (ή όπως αλλιώς τα περιγράφει κάθε λαϊκή μυθολογία), καθώς και πίστη στην πραγματική ύπαρξή τους.
Η πίστη αυτή, που τείνει να λάβει (ή έχει ήδη λάβει) χαρακτηριστικά ιδιαίτερης θρησκείας (μια μορφή «λατρείας της Γης», πνεύματα της οποίας θεωρούνται τα «αερικά»), είναι μια από τις πολλές εκφάνσεις του κινήματος της «νέας πνευματικότητας», της «νέας εποχής», που υπόσχεται στον άνθρωπο «εδώ και τώρα» πνευματικές εμπειρίες και «φώτιση» ή «αυτοπραγμάτωση» χωρίς τη συμμετοχή του σε κάποια θρησκεία. Το κίνημα ανακατεύει ιδέες όλων των θρησκειών προσφέροντας στους ανθρώπους νέες μορφές δεισιδαιμονίας, συχνά με το προσωπείο της «επιστήμης». Η χιονοστιβάδα του ενδιαφέροντος για τη γιόγκα και το διαλογισμό, το φενγκ σούι, τους «θεραπευτικούς κρυστάλλους», τον πνευματισμό, τη μαγεία κ.π.ά. λαμβάνει και τη μορφή του ενδιαφέροντος για τα «όντα του αλλόκοσμου», που πολλοί πιστεύουν ότι υπάρχουν, ότι επιδρούν στη ζωή μας, μας προστατεύουν και μπορούμε να επικοινωνήσουμε με αυτά.
 Η Ελλάδα δεν διαθέτει μόνο τη λαϊκή παράδοση, ούτε μόνο την αρχαία ελληνική παράδοση. Έχει και δύο χιλιετίες ορθόδοξης παράδοσης, η οποία περιέχει το «δρόμο το λιγότερο ταξιδεμένο» προς το Φως. Χιλιάδες άνθρωποι – ακόμη και στην εποχή μας – σεπολλούς λαούς έχουν ενωθεί με το Θεό και έχουν φτάσει σε κατάσταση θέωσης (ενώ ακόμη ζουν στη Γη, όχι μετά θάνατον) ακολουθώντας το δρόμο που δίδαξε ο Χριστός, τον ορθόδοξο δρόμο. Ο δρόμος αυτός δεν έχει διαμορφωθεί από κάποιες «ομάδες ρασοφόρων» αμφίβολης εγκυρότητας, αλλά από αγίους κάθε κοινωνικής τάξης, φύλου, ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου.
Επειδή λοιπόν είμαι Έλληνας, δηλ. μετέχω σ’ αυτή την πανανθρώπινη παράδοση της Ορθοδοξίας, δε μπορώ να αγνοήσω τους σοβαρούς αγίους διδασκάλους μου και διδασκάλους των προγόνων μου, να εκλάβω ως απλά έθιμα την ορθόδοξη χριστιανική ζωή και να θεωρήσω έγκυρους και αληθινούς τους μύθους.
Με βάση λοιπόν τη μεγάλη αυτή πνευματική κληρονομιά, βλέπουμε τα εξής:
Η πίστη στις νεράιδες και τα ξωτικά οδηγεί τον άνθρωπο σε προβληματικούς δρόμους και σε πνευματική σύγχυση. Κατ’ αρχάς, προκαλούν την ψευδαίσθηση ότι ο άνθρωπος ικανοποιεί τις πνευματικές του ανάγκες και αναζητήσεις ασχολούμενος με αυτά και εκτοπίζει από τη ζωή του κάθε σοβαρή ενασχόληση με το Χριστό, τους αγίους και τα άγια μυστήρια, δηλ. με τον πραγματικό δρόμο προς το Φως και τη Φώτιση. Ή υποβιβάζει το Χριστό και τη διδασκαλία των αγίων στο ίδιο επίπεδο με τα (μυθικά) διδάγματα που νομίζει ότι αντλεί από τα «πνεύματα της Γης».
Εκτός αυτού, εκτίθεται στον κίνδυνο ν’ αρχίσουν πράγματι να επικοινωνούν μαζί του «πνευματικές οντότητες», που θα εμφανίζονται ως νεράιδες και ξωτικά (κατά κανόνα, καλά), αλλά στην πραγματικότητα θα είναι δαίμονες. Θα συμβεί δηλαδή κάτι παρόμοιο με την εκτός ορίων ενασχόληση μερίδας των ανθρώπων με τους εξωγήινους, αλλά ακόμη και με τους αγγέλους – παρότι οι άγγελοι εξ ορισμού είναι καλοί, αλλά αυτοί που εμφανίζονται σαν άγγελοι δεν είναι πάντα άγγελοι.
Ακόμη κι από τον εορτασμό των Χριστουγέννων τείνουν να εξοβελιστούν οι άγγελοι (κι ας εμφανίστηκε ολόκληρη «ουράνια στρατιά» στους ταπεινούς βοσκούς ψάλλοντας «Δόξα εν υψίστοις…») και να αντικατασταθούν από τα «ξωτικά του άη Βασίλη». Όλα τα παιδάκια ξέρουν πλέον τα ξωτικά του άη Βασίλη. Τους αγγέλους και τους αγίους; Μπα… (Για τον αληθινό Μέγα Βασίλειο, ούτε λόγος να γίνεται αν τον ξέρουν – «δεν υπάρχει» λέει «άη Βασίλης». Μωρ’ τι μας λέτε; Τότε ποιος έχτισε τη Βασιλειάδα; Ποιος τάισε τόσους φτωχούς; Ποιος τα ’βαλε με αυτοκράτορες; Ποιος καθοδήγησε το λαό; Ποιος σύνδεσε την επιστήμη της εποχής του και τη θρησκεία με αξεπέραστο τρόπο; Ο άγιος υπάρχει, τον γιορτάζουμε και μας ακούει, αλλά φέρνει την ευλογία του Χριστού στις ψυχές μας κι όχι φθαρτά δώρα, που αύριο θα πάνε στον κάλαθο).
Ότι αμέσως πριν αρχίσει η λειτουργία στις ορθόδοξες εκκλησίες κάθε Κυριακή οι ψάλτες ψέλνουν τον ύμνο των αγγέλων («Δόξα σοι τω δείξαντι το Φως. Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία») και αμέσως μετά ευλογούμε το Θεό και αρχίζουμε τη θεία λειτουργία, που είναι η αληθινή επανάληψη του μυστικού δείπνου, με πρόσκληση να συμμετέχουμε όλοι, ποιος το ξέρει;
Και γιατί να το ξέρει; Δεν αποφέρει χρήμα στις εταιρίες, ούτε οπαδούς στις νεοεποχίτικες παραθρησκευτικές ομάδες και σέχτες – με το συμπάθιο…
Εδώ βλέπουμε ένα άρθρο που προσπαθεί να δώσει κάποιο σοβαρό νόημα για τη ζωή μας μέσα από τους μύθους για νεράιδες και ξωτικά, στηριζόμενο στη διδασκαλία του «εσωτερισμού». Μεταξύ άλλων γράφει:
Στην Εσωτερική Παράδοση ο κόσμος των ξωτικών περιγράφεται ως «στοιχειακό βασίλειο». Πρόκειται για οντότητες που υπάρχουν επάνω στη Γη από την αυγή της δημιουργίας της και είναι πιο αρχαίες και από τον άνθρωπο. Ουσιαστικά είναι εγγενείς δυνάμεις της φύσης, που ζουν και εργάζονται επάνω στη Γη. Η ύπαρξή τους αποτελεί μορφή έκφρασης και δράσης εκείνων των θεμελιωδών αρχών της Εκδήλωσης που αναφέρονται ως Τέσσερα Στοιχεία (Αέρας, Φωτιά, Νερό, Γη), παρόλο που δεν ταυτίζονται με τα τελευταία, αλλά αποτελούν μια κατώτερη αντανάκλασή τους. Τα στοιχειακά στο έργο τους, το οποίο αφορά στην ανοικοδόμηση, την υλοποίηση, τη διαμόρφωση και τη συντήρηση ολόκληρου του «φυσικού πεδίου» ύπαρξης, καθοδηγούνται από τους Αρχαγγέλους και τους Αγγέλους. 
Πρόκειται για μορφές ύπαρξης οι οποίες χαρακτηρίζονται ως «δημιούργημα του δημιουργήματος», καθώς συνιστούν ενεργειακά εργαλεία, τα οποία δομήθηκαν από το αγγελικό βασίλειο. Ως «τεχνητές» οντότητες, συνεπώς, στερούνται εκείνης της πνευματικής αρχής που ενυπάρχει, για παράδειγμα, στον άνθρωπο και την οποία οι εσωτερικές παραδόσεις αναφέρουν ως «πνευματικό σπινθήρα». Ωστόσο, τους έχει δοθεί η δυνατότητα να αποκτήσουν αυτόν τον πνευματικό σπινθήρα, μοχθώντας και μαθητεύοντας δίπλα στον άνθρωπο, ο οποίος έχει, για αυτόν το λόγο, τεράστιες ευθύνες. Παραδοσιακά, τα στοιχειακά όντα τα οποία έχουν αποκτήσει αυτόν τον πνευματικό σπινθήρα αναφέρονται ως «στοιχειακοί βασιλιάδες» και αποτελούν ένα είδος γέφυρας με τον κόσμο των ανθρώπων, αλλά και καθοδηγητές των υπόλοιπων στοιχειακών. Τα στοιχειακά είναι άφθαρτα και η ζωή τους δεν διέπεται από τους κύκλους γέννησης και θανάτου που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά διαρκεί όσο και η ίδια η Εξέλιξη. Όταν, για παράδειγμα, ένα άνθος, ένα δέντρο ή οτιδήποτε άλλο με το οποίο συσχετίζονται πεθαίνει, εκείνα εξακολουθούν να ζουν, έστω και αν δεν φαίνονται πουθενά, συνεχίζοντας αλλού το έργο της δημιουργίας. 
Συνδέονται με κάθε μορφή ύπαρξης επάνω στη Γη, συμπεριλαμβανομένων των βουνών, των ποταμών, των δέντρων, των θάμνων, των λουλουδιών, της χλόης, των γκρεμών και των βραχωδών σχηματισμών. Είναι παρόντα στη δημιουργία των κλιματολογικών φαινόμενων, όπως βροχές, άνεμοι, καταιγίδες, ανεμοστρόβιλοι, αλλά και ουράνια τόξα. 
Η δική τους εξελικτική πορεία είναι διαφορετική, αλλά παράλληλη με την ανθρώπινη. Βρίσκονται σε μια άλλη διάσταση, από όπου όμως υπάρχει η δυνατότητα να επικοινωνούν μαζί μας. Οι πύλες που οδηγούν σε αυτούς τους κόσμους είναι αόρατες, χωρίς συγκεκριμένες γεωγραφικές διαστάσεις και ανοίγουν σε διαφορετικές επικράτειες συνείδησης, πέραν αυτής του φυσικού επιπέδου ύπαρξης. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα στοιχειακά μπορούν να γίνουν ορατά από ψυχικά ευαίσθητους ανθρώπους και υπάρχουν πλήθος τέτοιων αναφορών σε όλο τον κόσμο. 
Και προς το τέλος γράφει:
 
 

Εκείνο που χρειάζονται αυτά τα όντα από τον άνθρωπο είναι αγάπη, σεβασμός και συνεργασία. Ξαναβρίσκοντας τη χαμένη μας επαφή μαζί τους, βοηθάμε τη διαδικασία θεραπείας τόσο των εαυτών μας όσο και της Γης πάνω στην οποία ζούμε. Και μια τέτοια ουσιαστική σύνδεση με αυτά τα βασίλεια αναπτύσσεται όταν προσεγγίζουμε το περιβάλλον μας με λεπτότερο και βαθύτερο τρόπο. Πραγματοποιείται όταν, μέσα σε κλίμα αγάπης και γαλήνης, ανοίγουμε την καρδιά μας και αφήνουμε ελεύθερη και δεκτική την ύπαρξή μας στις ενέργειες της ζωής, πέρα από κάθε λογική και σκέψη. Μέσα σε νοητική σιγή, βιώνουμε τότε την παρουσία των λεπτότερων κόσμων, άμεσα και πέρα από κάθε ερμηνεία. 
Για το σκοπό αυτό, πολλοί άνθρωποι ανέκαθεν αναζητούσαν να φέρουν τον εαυτό τους πιο κοντά στη σοφία της φύσης, σε μια βαθύτερη εσωτερική αντίληψη των ενεργειών και των μηνυμάτων της. Αυτή η προσπάθεια ανοίγει τα κανάλια επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων και των στοιχειακών πνευμάτων της φύσης, με αποτέλεσμα, μέσα στο ταξίδι της ζωής, να νιώθουμε όλοι μας τα αδιόρατα νήματα που μας συνδέουν με αυτούς τους μαγευτικούς και παράξενους λεπτούς κόσμους ύπαρξης. Τελικά, εκείνο που φαινόταν μύθος, λαϊκή παράδοση, όνειρο και φανταστικό διαπιστώνεται ότι αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της Μίας Ζώης, στην οποία όλοι συμμετέχουμε ως ζωντανά και δημιουργικά κύτταρα.

Ορίστε και ένα σχόλιο (ανάμεσα σε πολλά άλλα) σε ιστοσελίδα παρόμοιου ενδιαφέροντος:

Είναι απίστευτο αυτό το site για τις Νεράϊδες! Εγώ πιστεύω οτι υπάρχουν. Και υπάρχουν σε ένα κόσμο με άλλα, μυθικά πλάσματα, ξωτικά, περίεργους, μυστηριώδεις κόσμους, αόρατους στο ανθρώπινο -απασχολημένο από την επίπεδη καθημερινότητα- μάτι.
Ευτυχώς είμαι Σαββατογεννημένη, κι έτσι πιστεύω οτι κάποια μέρα θα δώ αυτά τα φανταστικά πλάσματα. Το λέω με σιγουριά, γιατί όταν ήμουν μικρή, “έβλεπα” και ζούσα περίεργα, παραφυσικά φαινόμενα, που μεγαλώνωντας, τα παρέβλεψα, χάρην της επίπεδης πραγματικότητας. Και ξαφνικά, συνάντησα κατα τύχη αυτό το υπέροχο site, που με ξύπνησε απ’το λήθαργο, και θυμήθηκα να ονειρεύομαι ξανά! 

Όλα τα παραπάνω πρέπει να επισημάνουμε ότι είναι πλήρως αβάσιμα και παραπλανητικά, με βάση τη σοφία των αγίων διδασκάλων μας, που γνωρίζουν από την εμπειρία τους όλες τις πνευματικές καταστάσεις, θείες, δαιμονικές και ψυχικές, αλλά και την πλάνη, δηλ. την ψευδή εμφάνιση κακών πνευμάτων ως δήθεν «αγαθών».
Τώρα ας θέσουμε το ερώτημα: υπάρχουν πράγματι νεράιδες και ξωτικά;
Άγγελοι και δαίμονες ξέρουμε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι υπάρχουν, όχι μόνο λόγω των αναφορών τους στην Αγία Γραφή, αλλά και λόγω των αναρίθμητων συναντήσεών τους με ανθρώπους κάθε εποχής.
Αν υπάρχουν οι νεράιδες και τα ξωτικά, τι είδους όντα είναι; Αγαθά ή κακοποιά;
Στις Ελληνικές Παραδόσεις του Νικολάου Πολίτη συναντάμε ένα σωρό διηγήσεις για νεράιδες, που συμφωνούν σε ένα: ότι οι νεράιδες είναι κακοποιά όντα.
Παραθέτουμε μια κλασική διήγηση, αλιευμένη από το διαδίκτυο (από εδώ):
littlel.jpg

Οι αρκαδιανές νεράιδες υμνήθηκαν από το λαό μας περίσσια. Σύμφωνα με μαρτυρία μιας γερόντισσας στο Νεραϊδοβούνι Αρκαδίας έχουνε το λημέρι τους και γυρίζουν αναγύρω και μαζεύονται ύστερα εκεί πάνου κάθε μεσημέρι και κάθε βράδυ. Οι νεράιδες μπορεί να γίνουνε ό,τι θες. Γυναίκες είναι, μα μεταμορφώνονται και σε άλλα αερικά. Φορούνε όμορφα σκουτιά χρυσά κι ουλοένα γλεντάνε, τραγουδάνε και χορεύουνε. Έχουνε λογιώνε όργανα, νταούλια, σιουρίχτρες, χίλια δυο. Δεν κοτάει να ζυγώσει κανείς κατά το Νεραϊδοβούνι.
Όγιος τις γλέπει, λαβώνει. Ή γίνεται ζουρλός ή αρρωσταίνει καμπόσο καιρό κι αν δεν τουδιαβάσουνε ευκέλαιο, δε γιατρεύεται. Όσοι περνάνε από μακριά, ακούνε ναι βουή. Έχω κι εγώ ακουσμένα μια αντάρα που σειέται ούλος ο τόπος. Αν κάνει και μιλήσει κανείς κοντά τους, πάει δουλειά του. Θα του πάρουνε τη φωνή και θα μείνει άλαλος και μουγγός.
Έχουνε την Κυρά τους, τάχατες να πούμε, που τις διευθύνει, εδώ να πάτε, εκεί να πάτε, τους λέει [“Ν”: παρόμοιες παραδόσεις υπάρχουν και για τους δαίμονες]. Όγιος περάσει νύχτα ή ντάλα μεσημέρι από το Νεραϊδοβούνι δίχως να ξέρει πως βγαίνουνε νεράιδες και τον ιδούνε, πάει! Του πέφτουνε κοντά και τον παίρνουνε μαζί τους. Από τότενες πλια χάνεται ο άνθρωπος. Τόνε κρατούνε δυο τρεις ημέρες και λένε τάχατες, ξέρω κι εγώ; Πως κάνουν αμαρτία και γεννάνε και παιδιά. Τόνε ταΐζουνε κει μέσα κάτι δικά τους φαγιά και τόνε ξελογιάζουνε με δικά τους κρασιά. Και κοιμώνται λέει αντάμα κι ο άνθρωπος τελεύεται από τις αγκαλιές τους. Υστερινά τον απολάνε και κείνος τότενες γυρίζει τα όρη και τα βουνά σαν τρελλαμένος. Γίνεται κατακίτρινος, ισχνός και ξεραγκιανός σαν τσίρος. Αρχινάει πλια και σώνεται και θα πεθάνει, αν δεν τον ξορκίσουνε οι μαγίστρες. Ετούτα τά ‘παθε ένας από τη Βυτίνα, μα εγίνηκε καλά, γιατί τον ξορκίσανε οι μαΐστρες. Τον παίρνουνε τον άρρωστο στο σπίτι τους και τον ξαπλώνουνε κατάχαμα, απάνου σ’ ένα κόκκινο σκουτί. Ύστερα παίρνουνε μέλι κι αλείβουνε γύρω γύρω το πάτωμα, γιατί μιλάνε των νεράιδωνε κι εκείνες έρχονται κι αν δεν τις γλυκάνεις, δεν ξαμποδένουνε τον άρρωστο, φεύγουνε. Εκεί καθόνται μοναχές οι μαΐστρες και κλειούνε τα παραθύρια και κάτι λένε μέσα τους κι ερχόνται οι νεράιδες με την Κυρά τους εκεί, ξέρω κι εγώ τι κουβεντιάζανε και σε λιγούλι βγαίνει όξω μια μαΐστρα και λέει στους συγγενείς του άρρωστου:
Μας είπε η Κυρά να μας φέρουτε το τάδε, ένα τουλούμι τυρί να ειπούμε, πέντε τουλούπες μαλλιά, έν’ αρνί, πενήντα δραχμές. Ό,τι θέλουν εκείνες, λένε τάχατες πως τα παίρνουνε οι νεράιδες για πλερωμή, μα δε με συχωράς, τα τρώνε οι μαΐστρες οι άτιμες. Άμα πλια πάρουνε ό,τι τις βαστάξει η ψυχή τους, κάνουν τα γητέματα και ποτίζουνε τον άρρωστο ένα γιατρικό από κάτι ρίζες, που λένε πως λάμπουνε σαν κωλοφωτιά τη νύχτα και γίνεται πλια ο άρρωστος καλά.
Ξόρκια και φυλαχτά
Οι Νεράιδες δίνουνε και πάθος στον άνθρωπο, που γιατρεύεται με ξόρκια και μαγικά. Με τους καλούς είναι καλές, τους δίνουν φυλαχτά και τους μαθαίνουν πολλά μαγικά γιατροσόφια. Για να προστατευτούν απ’ την κακή ώρα των νεράιδων οι άνθρωποι φοράνε φυλαχτά με ψωμί, μπαρούτι, σκόρδο, κόκκαλα χελώνας ή φιδιού τυλιγμένα σε άσπρο πανάκι. Στην Αρκαδία αν θέλει κανείς να δει τη νεράιδα της ανεμοξουριάς, να φανερωθεί μπροστά του μ’ όλη της την ομορφιά, πρέπει το καλοκαίρι να σούρνει πάντα κοντά του αλάτι κι όταν δει ανεμοξουριά να ρίξει τ’ αλάτι και η νεράιδα θα ξεφυτρώσει και θα τη δει. Μπορεί κανείς, αν κάνει όσα πρέπει, κι από μέσα απ’ την ανεμοξουριά να της αρπάξει το κόκκινο φεσάκι ή το μεταξωτό μαντήλι που φορεί στο κεφάλι της και να της γυρέψει ό,τι θέλει, ό,τι χάρη της ζητήσει του την κάνει και μετά τον αφήνει και γυρίζει στο σπίτι του. Το καλύτερο απ’ ούλα είναι να της γυρέψει το αθάνατο νερό ή κανένα ρούχο της νεράιδας, γιατί αυτό γιατρεύει κάθε λογής αρρώστια. 
Λαβώματα 
Οι νεράιδες γνέθουν και υφαίνουν κατάλευκα υφάσματα λεπτότατα σαν τον ιστό της αράχνης. Πλένουν στα ποτάμια και απλώνουν τα άσπρα αραχνοΰφαντα ρούχα τους στους γύρω θάμνους να στεγνώσουν. Αν κάποιος περάσει από κει τον πειράζουν, τον λαβώνουν και μόνο με μαγικά ξόρκια θεραπεύεται. 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
Δρ. Λαογραφίας Πανεπιστημίου Αθηνών
Η διήγηση αυτή συνοψίζει πράγματι τα πιο βασικά στοιχεία που δίνει η λαϊκή μας παράδοση για τη νεράιδα, εκτός από το παραμύθι για το «μαντήλι της νεράιδας», που αν της το κλέψεις γίνεται γυναίκα και σε παντρεύεται (εδώ δίνεται με άλλη εκδοχή). Παρόμοιες παραδόσεις υπάρχουν πάρα πολλές, όπως και πολλές που μπλέκουν νεράιδες και αρσενικά, βάρβαρα δαιμόνια, αλλά και άλλες που, με την ίδια διήγηση, σε μια περιοχή της Ελλάδας αναφέρουν νεράιδες και σε άλλη δαίμονες.
Αν λοιπόν τα παίρνεις στα σοβαρά όλ’ αυτά, καλύτερα να προσέχεις (περί των “αρχαίων παραδόσεων” της Αρκαδίας δες, αν θέλεις, και εδώ – έχει όμως και αγίους η Αρκαδία και σπουδαία μοναστήρια κ.τ.λ., που είναι η αληθινή πνευματική όψη της).
Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε το θρύλο ότι οι νεράιδες κλέβουν ή πνίγουν μωρά ή μαγεύουν τα ρούχα των νεογέννητων κ.λ.π. Επίσης υπάρχουν και μύθοι για τερατόμορφες νεράιδες, μαύρες, με πόδια γαϊδάρου κ.τ.λ.
 
 
Εικ. από εδώ
Αλλά και για παραδόσεις άλλων λαών διαβάζουμε παρόμοια στοιχεία. Είναι χαρακτηριστική η κέλτικη ιστορία με τα ξωτικά που το ‘βαλαν στα πόδια – ενώ αρχικά εμφανίζονταν ως αγαθά – όταν τους είπε ο παπάς ενός χωριού ότι θέλει να τα συναντήσει (στο Θαν. Παπαθανασίου – Ελένης Ταμαρέση, Δρόμοι Κελτών – Δρόμοι Σαξόνων).
Και μια σύνοψη (από εδώ):
Ανάμεσα στις δραστηριότητες των ξωτικών αναφέρονται οι γιορτές, οι μάχες, ο έρωτας, η θεραπεία, ο χορός και η μουσική, που τόσο όμορφα ξέρουν να παίζουν. Στις περισσότερες χώρες η μουσική έχει συνδεθεί με τα ξωτικά και πολλοί άνθρωποι την έχουν διδαχτεί από αυτά τα όντα. Αναφέρεται, μάλιστα, πως η μουσική τους ασκεί μαγική επίδραση στους θνητούς, ρίχνοντάς τους συχνά σε μια κατάσταση έκστασης, μεταφέροντάς τους σε άλλους κόσμους. Πιθανά κάποιο ξόρκι να επαναφέρει τους μαγεμένους πίσω στον κόσμο, παρόλα αυτά θα είναι για πάντα αλλαγμένοι. Όσο για το χορό τους, είναι τόσο απαλός και αέρινος ώστε αφήνει άθικτα, αν και όχι πάντα, τα ξερά φύλλα του φθινοπώρου κάτω από τα πόδια τους.
Ορίστε και ο φόβος των ζώων για τις νεράιδες, στοιχείο που υπάρχει και για τους δαίμονες (εδώ):
Ουλούθε όπου βγαίνει νερό, εκεί μένει και νεράιδα. Για τούτο, ο άνθρωπος, τη νύχτα που ήθελε να περάσει κοντά από τρεχούμενο νερό, δε μίλαγε, για να μην του πάρει η νεράιδα τη φωνή. Αλλά κάποσες βολές, και τούτο ακόμα το λένε μερικές γυναίκες ότι το είδανε, το νερό τη νύχτα κοιμάται, όπου λέμε, μένει χωρίς να κουνηθεί ολότελα, και τότε πλια η νεράιδα έναι κει στο νερό. Αλλά για να φύγει η νεράιδα και να τρέξει πάλε το νερό, είναι ετούτο: ο άνθρωπος πετάει μια πέτρα μες το νερό, και τότες αμέσως η νεράιδα φεύγει και το νερό τρέχει.
Τη νεράιδα τότε ούλοι δεν τη γλέπουνε. Μομ’ τα άλογα τη γλέπουνε και φρουμάζουνε και ξαφνιάζονται, και δε θέλουνε να περάσουνε από κει, καθώς και τα σκυλιά – όσα όμως είναι τεσσερομάτικα, δηλαδή έχουν σημάδι απού πάνω από τα φρύδια, τα μαύρα άσπρο, τα άσπρα μαύρο. Τα άλλα δεν τη γλέπουνε
πηγή : Aπό τις Παραδόσεις του Νικολάου Πολίτη (Εκδόσεις γράμματα) 
(Λάστα του Δήμου Μυλάνοτος της Γορτυνίας)
Ας σταματήσω εδώ. Αγαπώ τα παραμύθια και τη σχετική λογοτεχνία, τις ταινίες κ.τ.λ. Αγαπώ κι εκείνους που ασχολούνται μαζί τους και, στα διαλείμματα του χρόνου μου, συχνά ασχολούμαι κι εγώ. Αλλά, συγχωρέστε με, δεν είναι αληθινά. Οι άνθρωποι που τα πιστεύουν είναι αληθινοί και αγαπητοί μου αδελφοί, όποιοι κι αν είναι, ακόμη κι αν δεν τους ξέρω. Όμως οι νεράιδες και τα ξωτικά, τα «όντα του αλλόκοσμου», τα «πνεύματα των αγρών», δεν είναι αληθινά.
Όμως ο Χριστός και οι άγιοι είναι αληθινοί. Τα δάση μας (όπως & οι πόλεις μας) είναι αγιασμένα, επειδή είναι γεμάτα ξωκλήσια και μοναστήρια, επειδή έχουν ασκητέψει και σε πολλά σημεία ακόμη ασκητεύουνάγιοι άνθρωποι. Δεν είναι «μαγικά» επειδή, δήθεν, κατοικούνται από νεράιδες και ξωτικά.
Ο Χριστός και οι άγιοί μας είναι αληθινοί. Η Παναγία μας είναι αληθινή. Τα άγια μυστήρια της Εκκλησίας μας είναι αληθινά. Οι άγγελοι και οι δαίμονες είναι αληθινοί. Αλλά δεν είναι δουλειά μας να ψάχνουμε για «επικοινωνία» μαζί τους. Μας είναι αρκετή η θεία κοινωνία του σώματος και αίματος του Ιησού Χριστού, για να μας μεταμορφώσει σε μικρούς Χριστούς. Μας είναι αρκετός ο πνευματικός και ηθικός αγώνας που μας δίδαξαν και μας διδάσκουν οι άγιοί μας για να ενωθούμε με το Θεό εν Χριστώ.

Κατηγορία ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ, ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Μπροστά στο Σπήλαιο»

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2014

Ο Χριστιανισμός, θα μπορούσε να πούμε, είναι δυνατόν να συμβολιστεί και να εκφραστεί με ένα σπήλαιο. Μοιάζει με ένα σπήλαιο. Τι θέλουμε να πούμε μ’ αυτό; Ότι είναι ένα πράγμα μυστικό, δεν είναι ένα πράγμα που εντυπωσιάζει εκ πρώτης όψεως. Δεν είναι επιφανειακά σπουδαίο, όπως ένα μεγάλο εργοστάσιο, όπως ένα τεχνικό κατόρθωμα.

Ο Χριστιανισμός, όπως πρωτοπαρουσιάστηκε και στις πραγματικές του ρίζες, είναι ένα πράγμα ταπεινό, αφανές, ήρεμο, που πρέπει να ψάξεις να το βρεις. Όπως ένα σπήλαιο, που είναι στην πλαγιά κάποιου βουνού, θέλει ανίχνευση, ειδικό ανιχνευτή να προσπελάσει τον δρομίσκο, που οδηγεί προς αυτό. Δεν κάνει θόρυβο από μακριά ένα σπήλαιο. Είναι ένα αφανές πράγμα. Θέλει κόπο και μόχθο για να πλησιάσεις και άμα φτάσεις κοντά, πρέπει να σκύψεις να μπεις μέσα.
Είναι κάτι που δεν ελκύει, τουλάχιστον εξωτερικά, ο γνήσιος Χριστιανισμός, όπως μας τον αποκαλύπτει το Ιερό Ευαγγέλιο. Μη κοιτάτε μεταγενεστέρως που έγιναν και λαμπρά οικοδομήματα του Χριστιανισμού, που έχουν και πολυτέλεια και τέχνη: αλλά η ουσία του είναι ή απλότητα των Ποιμένων. Είναι η απλότητα ενός κλαυθμυρίζοντος βρέφους. Είναι η πτώχεια μέσα στο αχούρι ενός στάβλου, μια απίστευτη και συγκλονιστική πτώχεια και αφάνεια, η οποία λες και είναι επίτηδες για να μην ελκύει, να μην εντυπωσιάζει.
Θέλει ειδική προσέγγιση, ειδική προσπέλαση, δεν σου επιβάλλεται με σπουδαίες ρεκλάμες, με θριαμβολογίες, αλλά εάν το θέλεις, εάν το λέει η καρδιά σου, θα μπεις μέσα. Γι’ αυτό ο Γρηγόριος ο Θεολόγος στον πέμπτο θεολογικό λόγο του γράφει για κείνους που αποφασιστικά θέλησαν να εμβαθύνουν, ότι«είσω παρακύψαντες, το απόθετον κάλλος ιδείν ηξιώθησαν και τω φωτισμώ τής γνώσεως κατηυγάσθησαν».
Με άλλα λόγια πρέπει να σκύψω, να ταπεινωθώ, να απεκδυθώ τον πολύ μου ορθολογισμό, τις πολλές μου εσωτερικές σκουριές, όχι μόνον των αμαρτιών, αλλά εν γένει τον ορθολογιστικό τρόπο της σκέψεως, τον τρόπο ζωής που συνήθως θέλει την καλοζωία, την καλοπέραση, τον εγωισμό, όλα αυτά θα πρέπει να τα βγάλω, να τα αποκολλήσω από τον εαυτό μου σ’ αυτό το μονοπάτι, που λέγεται πραγματικός Χριστιανισμός, Ευαγγέλιο, Ιησούς. Και για να μπει κανείς μέσα σ’ αυτό το Σπήλαιο, απεκδυόμενος κάθε τι το δευτερεύον και ανάξιο λόγου, πρέπει να δει την ουσία. Ποια είναι η ουσία;
Ο Θεός σαρκούται. Αυτό είναι η βάση του Χριστιανισμού, το κεντρικό νόημα, «ο Θεός έγινεν άνθρωπος, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν». Μέσα λοιπόν εκεί, όταν κανείς αποφασίσει και κατορθώσει να προσπελάσει αυτή τη μυστική και αφανή οδό, που την κρύβουν πολλοί θάμνοι, θα δει το μυστήριο το κρυμμένο, όπως λέει ο θείος Παύλος «από των αιώνων και από των γενεών» (Προς Κολασσαείς, α΄ 26). Αυτή είναι η κρυμμένη αλήθεια, ότι όντως ο Θεός ταπεινώθηκε πάρα πολύ από μία υπερβάλλουσα αγάπη. Έσκυψε και ήλθε πολύ κοντά μας.
Έγινε πολύ δικός μας, πάρα πολύ μικρός, πάρα πολύ πτωχός, για να φέρει τη νέα κατάσταση της απλότητας, γνησιότητας, ειλικρινείας ενότητας των ψυχών των ανθρώπων. Και τότε μόνο φανερώνεται στους εκζητούντας και κρούοντας και ποθούντας και κλαίοντας για να βρουν την αλήθεια, να βρουν τον Θεό, με πόθο, με ζέση, με ικεσία. Σ’ αυτούς φανερούται το μυστήριο το αποκεκρυμμένο. Αυτοί μπορούν να μπουν στο σπήλαιο, οι άλλοι πολλές φορές οι πολλοί, μπορεί να είμαι κι εγώ μεταξύ αυτών, μένουμε μακριά.
Κάνουμε τον Χριστιανό, φοράμε μια φόρμα Χριστιανική, παίρνουμε Χριστιανική, παίρνουμε μια εμφάνιση θρησκευτική και νομίζουμε ότι είμαστε οι εκπρόσωποι του Ευαγγελίου. Μπορεί εγώ να μην είμαι, μπορεί να είναι ο πιο απλός, ο πιο αφανής, που δεν έχει κανένα σήμα κατατεθέν θρησκευτικότητας. Αυτός είναι ο αληθινός Χριστιανός και εγώ που φορώ τα διάσημα του Χριστιανού να είμαι μηδέν. Επομένως, όπως ο ίδιος ο Κύριος τα είπε αυτά τα πράγματα και τα είπε ενίοτε με το μαστίγιο της καυστικής του γλώσσας, δεν είναι τα εξωτερικά στολίδια, τα διακοσμητικά στοιχεία που κάνουν τον Χριστιανό ή τον Χριστιανισμό.
Είναι η εγκάρδια αποδοχή του Σπηλαίου. Είναι η προσπέλαση του και η διείσδυση στο βάθος, όπου αποκαλύπτεται το μεγάλο μυστήριο του Θεού. Επομένως η προσέγγιση στο σπήλαιο απαιτεί κυρίως γνησιότητα, απλότητα, ειλικρίνεια, εν αντιθέσει προς την αυτάρκεια του ανθρώπου, ο οποίος νομίζει ότι χωρίζει τα πράγματα και ότι απλώς του χρειάζεται και λίγος Χριστιανισμός, για συμπλήρωμά του. Αυτούς ο Ιησούς δεν τους θέλει κοντά του, διότι οδηγούνται προς μία νοοτροπία που λέγεται φαρισαϊκή, η οποία ως γνωστόν δεν είναι μόνο γνώρισμα των Φαρισαίων των πρώτων αιώνων, αλλά είναι γνώρισμα πολλών ανθρώπων διαφόρων εποχών.
Είναι ένα μικρόβιο δυσδιάκριτο, το οποίο όμως ενδημεί στα θρησκευτικά περιβάλλοντα. Δεν μπορείς να εισέλθεις στο Σπήλαιο, στην ουσία δηλαδή του Χριστιανισμού, εάν έχεις μια αυτάρκεια, εάν δεν συγκλονίζεσαι, όπως εκείνα τα αμαρτωλά υποκείμενα συγκινήθηκαν μπροστά στον Ιησού και πήγαν πιο κοντά του από τους αυτάρκεις τηρητάς του νόμου. Σ’ αυτούς ο Ιησούς λέγει: «εσάς τι να σας κάνω, εσείς τα ξέρετε όλα, ετηρήσατε όλας τας εντολάς, δεν έχω τίποτα να σας προσφέρω!». Ενώ γι’ αυτούς που νοιώθουν πώς κάτι τους λείπει και κλαίνε και γονατίζουν ζητώντας την αλήθεια, τους λέει ο Ιησούς, για σας ήλθα εγώ στη γη.
Λοιπόν δεν μπορεί κανείς να μένει στην αυτάρκεια της τυποποιημένης θρησκευτικότητας.
Δεν μπορεί κανείς να πλησιάσει με την ξηρότητα ενός ψυχρού συντηρητισμού.
Δεν μπορεί να πλησιάσει με το σύστημα ενός κατά συνθήκη Χριστιανισμού, με μια συμβατικότητα τυποποιημένη και ψυχρή.
Δεν μπορεί να πλησιάσει, όταν τον Χριστιανισμό τον κάνει ένα διοικητικό σύστημα ή ένα θεωρητικό κατασκεύασμα, χωρίς τον πόθο και το άναμμα της καρδιάς, τη φλόγα και τον σπινθήρα της αλήθειας.
Η προσέγγιση άρα στο Σπήλαιο γίνεται με μια γνησιότητα, αλλά και με μια αναζήτηση, με ένα άνοιγμα της ψυχής, που το Ευαγγέλιο το ονομάζει πίστη, εμπιστοσύνη και αφοσίωση βαθιά και συνεχή. Δεν αρκεί απλώς ότι έγινα Χριστιανός –ποτέ δεν έγινα Χριστιανός– γίνομαι συνεχώς, αδιαλείπτως, μέχρι την τελευταία στιγμή είμαι εν πορεία, εν ορειβασία. Όποιος έκλεισε το βιβλίο των λογαριασμών με την ψυχή του και με τον Ιησού, δεν, μπορεί να μπει στο Σπήλαιο. Λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης: «Η εύρεσις (του Θεού) εστίν αυτό το αεί ζητείν, ου γάρ άλλο εστί το ζητείν και άλλο το ευρίσκειν… Και τούτο εστίν όντως ιδείν τον Θεόν, το μηδέποτε της επιθυμίας κόρον ευρείν, αλλά χρή πάντοτε βλέποντα, δι’ ών εστί δυνατόν οράν, προς την του πλέον ιδείν επιθυμίαν εκκαίεσθαι» (7΄ ομιλία εις τον Εκκλησιαστήν).
Έτσι λοιπόν ακολουθεί κανείς στα σοβαρά τον Χριστιανισμό. Δεν εννοώ την τυπική θρησκευτικότητα που έχουμε όλοι μας, αλλά τη σοβαρή αντιμετώπιση για μια προσέγγιση της ουσίας της πίστεως. Αυτή είναι πράξη ελευθερίας. Όχι μόνο ειλικρίνειας και γνησιότητας, αλλά και πράξη ελευθέριας. Αυτό το πράγμα δεν είναι κάτι που είναι απλώς γραμμένο στο Ευαγγέλιο, όπως το εξηγούν οι μεγάλοι Απόστολοι Παύλος, Ιωάννης κλπ. Είναι ένα γεγονός, που το βλέπουμε βιούμενο στην ιστορία.
Δεν είναι μία θεωρία σπουδαία, αν θέλετε. Αλλά είναι μία ζωή που ξεχύνεται. Είναι ένα ιστορικό γεγονός, το ότι το Σπήλαιο δια μέσου των αιώνων εβιώθη. Αν και αυτή βίωση στο βάθος είναι κρυμμένη. Μπορεί η ιστορία να μας αναφέρει μερικά εξωτερικά πράγματα σχετικά με τον Χριστιανισμό, αλλά, στην ουσία, η βίωση αυτού του μυστηρίου της πίστεως δεν φαίνεται και δεν μετριέται. Είναι το μεγάλο μυστικό των αιώνων.
Πανοσ. Αρχιμανδρίτης
Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος
απόσπασμα από το βιβλίο της Χ.Φ.Ε. «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΖΩΗ»
Αθήνα 1995
πηγή : «ΑΜΠΕΛΟΣ» ΑΜΠΕΛΙΚΟΥ
Τρίμηνο περιοδικό Ενορίας Αγίου Νικολάου
Ἐκδίδεται μέ τήν εὐλογία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μυτιλήνης κ.κ. Ἰακώβου

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Έχει ευθύνη η Εκκλησία για το κατάντημα της κοινωνίας;

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2014

Μας ρωτήσατε το εξής: Είμαστε μια χώρα όπου το 90% είναι ορθόδοξοι, δεν είναι μια αποτυχία της εκκλησίας το γεγονός ότι έχει ευθύνες για μια τόσο εγωιστική κοινωνία όπως είναι η ελληνική;
1)Η ερώτησή σας από την αρχή είναι διατυπωμένη λάθος. Λέτε «εκκλησία».
Τι είναι εκκλησία για εσάς; Δεν είναι κλήρος και λαός μαζί; Μάλλον με τον όρο «εκκλησία» εννοείται μόνο την διοικούσα εκκλησία, δηλαδή τους αρχιερείς και τους ιερείς και όχι τον λαό. Αυτό είναι λάθος.
Ας πάρουμε όμως ως εκκλησία –σύμφωνα με το σκεπτικό σας- μόνο τον κλήρο. Τότε θα λέγαμε ότι σίγουρα υπάρχει κάποιο μέρος ευθύνης και σ’αυτούς. Δεν πρέπει όμως να ξεχνούμε ότι ο κλήρος δεν ήρθε ουρανοκατέβατος, αλλά πηγάζει μέσα από τον πιστό λαό. Ως άνθρωποι λοιπόν οι κληρικοί ίσως κάνουν λάθη. Όμως σίγουρα δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις ότι ευθύνονται για το κατάντημα της κοινωνίας.
Δεν μπορούμε να μιλούμε με γενικότητες, δεν μπορούμε να κατηγορούμε το σύνολο του κλήρου για κάποια λάθη που έχουν γίνει από ένα μέρος του κλήρου. Όπως έλεγε ένας γέροντας, θέλετε καλούς ιερείς, κάντε τα παιδιά σας. Κατηγορούμε τους ιερείς ότι δεν είναι καλοί, ότι τα χωριά μας σε λίγα χρόνια δεν θα έχουν ιερέα. Ποιος ευθύνεται γι’αυτό; Η διοικούσα εκκλησία; Φυσικά όχι. Την ευθύνη έχει ο λαός, την ευθύνη έχουν οι γονείς που θέλουν τα παιδιά τους να γίνουν οτιδήποτε άλλο, αλλά όχι ιερείς.
Τί υποκρισία; Να κατηγορείς τον εκάστοτε αρχιερέα ότι δεν έστειλε ιερέα στο χωριό τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα (λες και το κάνει επίτηδες) και από τη άλλη ολόκληρο το χωριό εδώ και δεκαετίες να μην έχει ούτε έναν άνθρωπο που να θέλει να διακονήσει ως ιερέας στο χωριό του. Να περνούν οι γενιές των ανθρώπων και ούτε ένας!…ούτε ένας να μην θέλει να γίνει ιερέας. Ενώ από την άλλη όλοι να κατηγορούν την διοικούσα εκκλησία για αδιαφορία. Ποιος είναι τελικά ο αδιάφορος;
2)Έχει μέρος ευθύνης ο κλήρος για την τόσο εγωιστική κοινωνία; Έχει. Όπως έχει ευθύνη ένας δάσκαλος για την αποτυχία του μαθητή του. Όμως τελικά, ποιος ευθύνεται πιο πολύ; Ο δάσκαλος ή ο μαθητής; Μάλλον ο μαθητής για την αδιαφορία του. Μπορεί ο δάσκαλος να έκανε κάποια λάθη, όμως δεν ευθύνεται για την αποτυχία του μαθητή. Εάν υπήρχε ενδιαφέρον από το μαθητή θα άλλαζε διδάσκαλο, θα πήγαινε σε κάποιον άλλο που θα του μετέδιδε καλύτερα τις γνώσεις που επιζητούσε.
3) Όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση μιλούμε για μια πνευματική αποτυχία. Ειδικά σε πνευματικά θέματα την ευθύνη τη φέρει κυρίως -αν όχι εξολοκλήρου- ο ίδιος ο άνθρωπος. Σίγουρα παίζουν ρόλο και οι δίπλα του αλλά την ευθύνη των πράξεων, των λόγων, της στάσης ζωής του την επιλέγει ελεύθερα ο ίδιος ο άνθρωπος.
Με το σκεπτικό σας θα έπρεπε να κατηγορήσουμε και τον Θεό ότι απέτυχε για την παρακοή των πρωτοπλάστων, το Θείο Βρέφος για την σφαγή των νηπίων από τον μανιώδη Ηρώδη. Θα έπρεπε να κατηγορήσουμε τον Χριστό για τον Ιούδα και τους σταυρωτάς Του, τους Αποστόλους για τους διώκτες τους, τους Μάρτυρες για τους δημίους τους, τους Θεοφόρους Πατέρες για τους αιρεσιάρχες που πλάνεψαν και πλανούν εκατομμύρια ανθρώπων. Όμως κάτι τέτοιο θα είναι αναληθές.
4)Η πνευματική αναγέννηση και πρόοδος στηρίζεται στην ελευθερία, στηρίζεται στο αυτεξούσιο. 
Είναι πολύ βολικό να βρίσκουμε κουσούρια στους άλλους ώστε να δικαιολογούμε την δική μας ανεπάρκεια. 
Είναι εύκολο να λέμε «με έκοψε ο καθηγητής» από το να λέμε «κόπηκα γιατί δεν διάβασα». Από την άλλη μεριά λέμε «πέρασα το μάθημα» και όχι «με πέρασε ο καθηγητής». Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι το πρόβλημά μας είναι πολύ μεγάλο. Για όλα τα κακά κατηγορούμε τον Θεό, την Εκκλησία Του, τους ιερείς, τους πολιτικούς, τους άλλους…βάζουμε ταμπέλες σε όλους και όλα, και το κυριότερο βγάζουμε την ουρά μας απ’έξω.
5) Η πραγματική αποτυχία είναι να αντιμετωπίζεις την αποτυχία του συνόλου ως ευκαιρία για κατάκριση των άλλων και όχι ως αφορμή για αυτοκριτική. Αποτυχία είναι να σηκώνεις τα χέρια σου και να μουτζώνεις, να βρίζεις, να γιουχάρεις τους άλλους χωρίς να σκέφτεσαι τα δικά σου λάθη και σφάλματα.
Αποτυχία είναι να θέλουμε να βρούμε παντού και πάντοτε κάποιον Ηρώδη για να κατηγορήσουμε αφήνοντας τον Ηρώδη που κρύβουμε μέσα μας να μεγαλουργεί…
Αποτυχία είναι να θεωρούμε Εκκλησία μόνο τους ιερείς και όχι τον εαυτό μου, τον δίπλα μου, την οικογένειά μου…
Όταν η μετάνοια και η ταπείνωση έρθει στην ζωή μας, τότε και μόνο τότε θα αντιληφθούμε το κακό που έχουμε προκαλέσει εμείς οι ίδιοι στην κοινωνία παύοντας να κατηγορούμε τους άλλους. Διότι τελικά οι άλλοι είμαστε εμείς κι ας μην θέλουμε να το παραδεχτούμε…
αρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος 
http://theomitoros.blogspot.gr/

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο χρόνος στη ζωή του ανθρώπου

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2014

Ο χρόνος στη ζωή του ανθρώπου

            Ένα πολύ δύσκολο έτος για τους περισσότερους Έλληνες τελειώνει και ένα νέο έρχεται, που δεν έχει τίποτε το αισιόδοξο να μας πει. Το 2015 είναι τα συμβατικά χρόνια μετά τη Γέννηση του Χριστού και στον καθένα μας προστίθεται ένα έτος στην ηλικία του. Αυτά τα κοινότυπα με οδήγησαν  να αναζητήσω στη βιβλιοθήκη μου στοιχεία για την έννοια του χρόνου. Ο Πλάτωνας τον θεωρεί  “μια κινούμενη εικόνα της αιωνιότητας” και ο πραγματιστής Αριστοτέλης ως ” τον αριθμό των κινήσεων του παρόντος σε σχέση με το πριν και το μετά”. Ο Ιερός Αυγουστίνος τον ορίζει ως ” το παρόν των περασμένων πραγμάτων, που είναι η μνήμη, το παρόν των σημερινών πραγμάτων, που είναι τα όσα αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας και το παρόν του μέλλοντος που είναι η προσδοκία”. Η διδασκαλία του Αυγουστίνου έχει ως κέντρο της τη Γνωσιολογία, που έως και σήμερα επικρατεί στη Δυτική Σκέψη, με διάφορες μορφές. Είναι ο πρώτος και πολύ πριν από τον Ντεκάρτ, που τονίζει ότι ο άνθρωπος πρέπει να αμφιβάλλει για όλα και προσθέτει: “Αμφιβάλλω, άρα υπάρχω”, που ταυτόχρονα σημαίνει ζω, σκέπτομαι, θέλω, άρα υπάρχω.
            Σε ένα συμφωνούν φιλόσοφοι και επιστήμονες, ότι ο χρόνος είναι παράγοντας της ύλης και επομένως δεν υπάρχει έξω από αυτήν. Αυτός είναι και ο λόγος που η ψυχή, ως άϋλη, είναι αθάνατη, αιώνια. Ο άνθρωπος ζει και τις δύο καταστάσεις. Ως ύλη γεννιέται, μεγαλώνει, ακμάζει και μετά γερνά και πεθαίνει. Ως ψυχή μέσα του έχει τη σπίθα της αιωνιότητας και γι’ αυτό δεν πιστεύει ότι θα πεθάνει. Αυτή η εσωτερική πληροφορία από ορισμένους πνίγεται, ή περιθωριοποιείται και κάνουν μια ζωή ανεύθυνη και χωρίς κανόνες, σαν να τελειώνει στη Γη η ζωή. Αλλά η χωρίς την επίγνωση της αιωνιότητας ζωή οδηγεί στο παράλογο, ότι ζούμε χωρίς σκοπό, χωρίς να ξέρουμε και χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε στον εαυτό μας γιατί γεννηθήκαμε και γιατί κοπιάζουμε, γιατί τα βάσανα και οι πίκρες, γιατί οι επιτυχίες και οι αποτυχίες, γιατί τα γερατειά και οι αρρώστιες.
Ο χρόνος, χωρίς την αιωνιότητα, είναι για τον άνθρωπο ένα φυσικό μέγεθος, όπως ο χώρος. Και με αυτόν έχουν ασχοληθεί σημαντικοί επιστήμονες,  όπως οι Νεύτωνας, Λάϊμπνιτς και Αϊνστάϊν. Προϋπόθεση της αιωνιότητας είναι η ύπαρξη του Θεού και οι τρεις τους επιδίωξαν να μιλήσουν για τον Θεό μέσα από την επιστήμη τους και κατέληξαν σε σημαντικά συμπεράσματα, που αξίζει κανείς να τα μελετήσει. Με το χρόνο έχει ασχοληθεί  και ο Χόκινγκ, που κινείται στο αδύνατο,  επιχειρώντας  να συνδέσει τη φυσική, με τη μεταφυσική και το υπερβατό. Επίσης οι άθεοι  Ντόκινς και Χίτσενς   με τα βιβλία τους περισσότερο φασαρία κάνουν για να βγάλουν χρήματα παρά λένε κάτι το ουσιαστικό, ούτε βεβαίως  μπορούν να το πουν. Είναι επιστήμονες, μόνο που δεν κάνουν επιστήμη, αλλά επιχειρούν να επιστημοποιήσουν την αθεϊα τους.
Στους άθεους επιστήμονες απαντά ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ (1799-1850), που δεν ήταν πιστός, αλλά δεν μπορούσε να ακούει ή να διαβάζει ανοησίες. Στο έργο του “Το μαγικό δέρμα” σημειώνει: ” Το κλειδί κάθε επιστήμης είναι ασυζητητί το σημείο της αναζήτησης και της έρευνας. Το μεγαλύτερο μέρος των μεγάλων ανακαλύψεων το οφείλουμε στο ΠΩΣ. Αλλά η σοφία στη ζωή συνίσταται στο να τίθεται το ερώτημα ΓΙΑΤΙ”. Και ο Χάϊντεγκερ, ο κατά τον σύγχρονο Γάλλο φιλόσοφο και ιστορικό Μαρσέλ Γκοσέ  μεγαλύτερος “άθρησκος θεολόγος” του 20ού αιώνα, παραδέχεται  ότι η επιστήμη αγνοεί το μόνο αληθινό ερώτημα, για το Είναι, και “γνωρίζει” το πάν, εκτός από το βασικό, χωρίς το οποίο δεν εννοούνται τα υπόλοιπα!
Στην Ανατολή γνωρίζουμε ότι η Πίστη στον Θεό είναι δώρο, δεν είναι προϊόν μιας λογικής μαθησιακής διεργασίας. Ως διδασκαλία είναι υπέρλογη, ελεύθερη και προαιρετική στην αποδοχή της. Ο ίδιος ο Χριστός δεν μακάρισε τους διανοητές, τους πλούσιους και τους ισχυρούς, αλλά τους ταπεινόφρονες, τους αδύναμους και τα παιδιά. Το Ευαγγέλιο Του διαδόθηκε από τα “ασθενή του κόσμου” σε πείσμα των εξουσιαστών. Αυτά τα “ασθενή” είναι το όπλο του “Αρνίου” και όσοι ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν το Χριστό στη Γη και συμπεριφέρονται με κοσμικό τρόπο, με ιδιοτέλεια, φαρισαϊκά και έχουν φτιάξει στα μέτρα τους τη διδασκαλία Του δεν έχουν καμία σχέση μαζί Του, είναι ουσιαστικά αρνητές Του και Τον δυσφημούν.
            Πίστη και Επιστήμη έχουν ως αντικείμενο το χρόνο, αλλά σε δύο επίπεδα παράλληλα, που πουθενά δεν τέμνονται. Ο επιστήμων μπορεί να πιστεύει και ο πιστός να είναι επιστήμων, αλλά η Επιστήμη δεν έχει σχέση με την Πίστη. Όταν η Επιστήμη γίνεται εργαλείο της ιδεολογίας και μπαίνει στο χώρο της Πίστης γίνεται υλιστική θρησκεία. Τέτοια ήταν η τρομοκρατία στη Γαλλική Επανάσταση και η αθεϊα στο ολοκληρωτικό καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης, όπως την περιγράφει γλαφυρά ο Μπερντιάγεφ. Και όταν  η θρησκεία, δια των εκπροσώπων της, επιβάλλει στην επιστήμη το δόγμα (;) της για τους φυσικούς νόμους γίνεται τυραννία, τύπου Ιεράς Εξέτασης. Και οι δύο περιπτώσεις οδήγησαν σε εκατόμβες αθώων θυμάτων.
             Χρόνος και αιωνιότητα. Ο άνθρωπος πρέπει να χρησιμοποιεί το χρόνο ως προστάδιο της αιωνιότητας, αλλιώς υποβιβάζεται σε ένα μηχανισμό ορισμένων υλικών που λειτουργεί για κάποια χρόνια. Πράγματι, αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να σηκώσει ψηλά το βλέμμα του για να δει το μεγαλείο του ορατού σύμπαντος, αν δεν μπορεί να αντικρίσει την ωραιότητα της φύσης, αν δεν διακρίνει τη διαφορά του από τα άλλα  έμβια όντα, αν δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι είναι ” ο Μικρός και Μέγας”, κατά τον ποιητή, αν δεν έχει επίγνωση του προσωρινού της ζωής του, τότε επιλέγει τη χοϊκή ζωή, στην οποία “τα πάντα επιτρέπονται”, όπως έγραψε ο Ντοστογιέφσκι. Όμως δεν είναι φτιαγμένος για μια τέτοια ζωή.-
ΚΑΛΗ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟ 2015 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Tα όργανα της βυζαντινής κοσμικής μουσικής

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Δεκεμβρίου, 2014

  

  
Η βυζαντινή περίοδος που σηματοδοτείται από την απουσία της πόλης κράτους οδήγησε την μουσική δραστηριότητα να αναπτυχθεί στα περιβάλλοντα της συγκεντρωτικής εξουσίας.[1] Το κράτος ασκούσε απόλυτο υλικό και πνευματικό έλεγχο σε όλες τις εκδηλώσεις της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής.[2]
             Η μουσική δημιουργία της εποχής εκφράστηκε  μέσα από το δίπολο που ήθελε την λαϊκή μουσική να ακολουθεί ανεξάρτητη πορεία και την λόγια να ακολουθεί την θρησκευτική λατρεία.[3] Η εκκλησία έθεσε την μουσική στην υπηρεσία των αναγκών της, καλύπτοντας το μωσαϊκό πολλών λαών με κοινή ενιαία λειτουργική μουσική, [4]υιοθετώντας το a capella άσμα, το οποίο ήταν είδος ανυποληψίας στην κλασική περίοδο. [5]
           Με τον όρο βυζαντινή μουσική εννοούμε την επίσημη έκφραση της Αυτοκρατορίας με έδρα την Κωνσταντινούπολη που δημιουργήθηκε για λειτουργικούς-δογματικούς λόγους και στηρίχθηκε στην ψαλτική τέχνη και υμνογραφία.  Χαρακτηριστικά της εκτός τη μονοφωνική εκτέλεση, είναι  η πλούσια εκφραστικότητα, το άριστο δέσιμο με τον λόγο, την χειρονομία και κυρίως ο αποκλεισμός των οργάνων. [6] Συχνά συγχέεται με την μουσική δραστηριότητα της βυζαντινής περιόδου γνωστή ως μουσική του Βυζαντίου που καλύπτει όλα τα είδη μουσικών που εμφανίστηκαν στα όρια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[7] Στο πέρασμα των χρόνων η σύγχυση και ταύτιση αυτή είχε ως θετική επίπτωση την διάσωση της λόγιας εκκλησιαστικής μουσικής αλλά την ταυτόχρονη διατήρησή της στα αυστηρά πλαίσια της Εκκλησίας.[8]
            Αναντίρρητα, η έρευνα για την κοσμική λαϊκή μουσική που μεταδίδονταν με την παράδοση δυσκολεύεται από την θρησκευτική φύση του βυζαντινού πολιτισμού.[9] Από τις λιγοστές πηγές αντιλαμβανόμαστε ότι πολλά από τα όργανα της αρχαίας εποχής πέρασαν στην βυζαντινή έως και την σύγχρονη εποχή αρκετά παραλλαγμένα.[10] Έχουμε λοιπόν :
Α) Τα τοξωτά έγχορδα στα οποία ανήκουν
1. η αχλαδόσχημη λύρα με δοξάρι,
2. τα όργανα της οικογένειας της άρπας και του ψαλτηρίου( σαντούρι, κανονάκι, άρπα) και
3. της οικογένειας του λαούτου (πανδούρα, θαμπούρα, ταμπούριν).
Β) Τα Αερόφωνα στα οποία περιλαμβάνονται οι αυλοί (σουραύλια πλαγίαυλοι), εκκλησιαστικό όργανο, τούμπα, σάλπιγγα, βούκινο, σύριγγα Πανός και
Γ) Τα κρουστά ή μεμβρανόφωνα.
          Τα όργανα στο Βυζάντιο ήταν κυρίως φορητά. Θα τα παραθέσουμε ανάλογα με την χρήση τους που ήταν η λαϊκή διασκέδαση, ο ιδιωτικός βίος (γάμοι, ονομαστικές εορτές και πανηγύρεις) το στράτευμα και οι τελετές του Παλατιού.
          Ειδικότερα, τα όργανα λαϊκών διασκεδάσεων τα συναντούμε μέσα από τα άσεμνα θυμελικά παίγνια, διασκεδάσεις με αφορμή γιορτές πανηγύρεις με σκοπό τον χορό, τραγούδι και το θέαμα στα οποία κατέφευγαν κυρίως οι λαϊκές μάζες του Βυζαντίου που ζούσαν στην φτώχεια.[11] Σε αυτές λάμβαναν μέρος ακροβάτες, χορευτές, ηθοποιοί και ο λαός και διαδραματίζονταν από το παλάτι έως και τις γειτονιές των φτωχικών συνοικιών, με την συνοδεία αυλού και κιθάρας.[12]  Με τον όρο κιθάρα προσδιορίζεται μια πλειάδα οργάνων που παραπέμπουν στην αρχαία κιθάρα, την πανδούρα, η οποία  μοιάζει με το σημερινό μπουζούκι και τα συναντάμε με ονομασίες όπως λαβούτον, πανδούριν, θαμπούριν, ταμπούριν κ.ά.
           Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα χορδόφωνα με δοξάρι -επίδραση των Αράβων- τα οποία ονομάζονται λύρα – σαν την Κρητική αχλαδόσχημη- αλλά ουσιαστικά πρόκειται για τελείως διαφορετικό όργανο από το αρχαίο. Στα πολύχορδα περιλαμβάνονται όργανα διαφόρων σχημάτων και λειτουργιών με αντιπροσωπευτικά τις άρπες και δύο είδη ψαλτηρίων : το κρουστό σαντούρι και το κανονάκι. Στα αερόφωνα πρωταγωνιστεί ο αυλός με ονόματα όπως δόναξ και κάλαμος και στα υστεροβυζαντινά χρόνια ως σουραύλια και πλαγίαυλοι ή και δίαυλοι. Φυσικά συνεχίζουν να είναι όργανα επιλογής των ποιμένων, κυρίως δε η σύριγγα του Πανός. Επίσης χρησιμοποιούνταν στις διασκεδάσεις και τους χορούς και ο μουσικός που τους έπαιζε ονομάζονταν σουρουλιστής ή χοραύλης.[13] Τέλος στα κρουστά ανήκουν τύμπανα, κρόταλα, κύμβαλα, σείστρα, πληθία και οι ανακαράδες.
            Στην στρατιωτικοποιημένη αυτοκρατορία του Βυζαντίου ήταν επιβεβλημένη η χρήση οργάνων αν και συχνά συγχέεται με τη ρωμαϊκή περίοδο. Κυριαρχούν το βούκινο ή βουκάνη που κατασκευάζονταν από κέρατο ζώου και αργότερα από μέταλλο.[14] Χρησιμοποιούνταν ως σύνθημα επίθεσης στο πεδίο μάχης, πορείες ασκήσεις,[15]ή σε συνθήματα έναρξης εργασιών μέσα στο στρατόπεδο.[16]Ακολουθεί η σάλπιγγα ή με την παλιά ονομασία tubaμ σωλήνας που παρήγαγε οξύ ήχο. Σήμαινε την λήξη ή οπισθοχώρηση αλλά χρησιμοποιήθηκε και στις αυλικές ανάγκες για επευφημίες ώσπου έγινε απαραίτητη στις επίσημες τελετές.[17]
         Υπάρχει μια σύγχυση για το αν η λέξη όργανον που απαντάται συχνά  αναφέρεται στο αρμόνιο ή χαρακτηρίζει γενικά τα μουσικά όργανα.[18] Μάλλον αναφέρεται στο βυζαντινό πολύαυλον, εξέλιξη της αρχαίας υδραύλεως που ο παλιός του μηχανισμός αντικαταστάθηκε με σύστημα φυσερών. Το όργανο συνδέθηκε με το τυπικό των τελετών στο Παλάτι και διατηρούσε σημασία αυτοκρατορικού συμβόλου.[19]Το χρησιμοποιούσε η Αυλή για να δείξει την ισχύ της κατά την υποδοχή πρεσβειών.[20]
          Δεν πρέπει να παραλείψουμε τις καμπάνες και τα σήμαντρα  που χρησιμοποιούνταν στις εκκλησίες και στις Μονές. Εισάγονται στην λατρεία τον 7ο αιώνα αρχικά με  υλικό κατασκευής το ξύλο και αργότερα το μέταλλο. Συνδεδεμένες με το τυπικό της Εκκλησίας σηματοδοτούν τον εσπερινό, τις λιτανείες, τις γιορτές, τον θάνατο, την χαρά ακόμα και τον κίνδυνο.[21]
Πηγή    << Πεμτουσία>>
[1] Λέκκας Δ., 2003, τόμος Β, σ.178.
[2] Πλωρίτης Μ., 1999, σ.30.
[3] Λέκκας Δ., 2003, τόμος Α, σ.313-314
[4] Νef K., 1960, σ.60.
[5] Άσμα χωρίς συνοδεία οργάνου Reinach T., 1999, σ.151.
[6] Κινήσεις του κορυφαίου με το χέρι Πλακογιαννάκης Ε.Κ.,2006, σ.211-213.
[7] Λέκκας Δ., 2003, τόμος Β, σ.178-179.
[8] Λέκκας Δ., 2003, τόμος Α, σ.226-227.
[9] Μαλιάρας Ν., 2003, τόμος Β, σ. 275-276.
[10] Καρακάσης Στ., 1970, σ.23.
[11] Καθημερινή 1998, Μαλιάρας Ν., σ.8.
[12] Μαλιάρας Ν., 2003, τόμος Β, σ. 276.
 [13] Πλακογιαννάκης Κ.Ε., 2006, σ.269.
[14] Καθημερινή, 1998, Μαλιάρας Ν., σ.9.
[15] Πλακογιαννάκης Κ.Ε., 2006, σ.290.
[16] Μαλιάρας Ν., 2003, τόμος Β, σ. 279.
[17] Πλακογιαννάκης Κ.Ε., 2006, σ.291.
[18] Wellesz E, 2010, σ.719.
[19] Πολλές φορές ήταν φτιαγμένο από χρυσό.
[20] Μαλιάρας Ν., 2003, τόμος Β, σ.279-280.
[21] Πλακογιαννάκης Κ.Ε., 2006, σ.298-302.   Βιβλιογραφία.
●Νef  Κ, Ιστορία της Μουσικής, μεταφρ Φ.Ανωγειανάκης, εκδ Απόλλων, Αθήνα 1960.
●Μιχαηλίδης Σ., Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ, Αθήνα, 1982.
●Λέκκας Δ, Παπαοικονόμου- Κηπουργού ., κ.ά., Τέχνες ΙΙ: Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού, τ. Α΄, τ. Β΄ , ΕΑΠ, Πάτρα 2003.
●West.M.L., Αρχαία Ελληνική Μουσική, μεταφρ Στ Κομνηνός, εκδ.Παπαδήμα Αθήνα 1999.
●Βυλερμόζ Ε, Ιστορία της μουσικής, μεταφρ. Λεωτσάκος Γ, εκδ Υποδομή, Αθήνα 1980
●Εφημερίδα Καθημερινή, ένθετο 7 ημέρες, 18-1-1998. Τα μουσικά όργανα των Αρχαίων Ελλήνων, επιμ. Αφιερώματος Σέλλα Όλγα.
●Νeubecker A.J., Η μουσική στην Αρχαία Ελλάδα, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1986.
 ●Wellesz E., Η βυζαντινή μουσική και λειτουργία στο Η Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (β΄)Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ, μτφ Ντουντού Σαούλ εκδ Μέλισσα , σ.718-722. στο Παράλληλα Κείμενα για την Θεματική Ενότητα ΕΛΠ 40, Πάτρα 2010.
●Τυροβολά Β., Τα μουσικά όργανα του Βυζαντινού χορού και η στάση των εκκλησιαστικών ανδρών απέναντί τους, Συνοδευτικά Κείμενα για την ΕΛΠ40, Πάτρα 2010.
●Καρακάσης Στ, Ελληνικά Μουσικά όργανα, εκδ Δίρφος, Αθήνα 1970.
●Reinach Theodore, Η Ελληνική Μουσική, μεταφρ Καραστάθη Αναστασία – Μαρία, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1999.
● Πλακογιαννάκης Κίμωνος  Εμμανουήλ, Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος και πολιτισμός των Βυζαντινών, Θεσσαλονίκη 2006.
●Ηλιάδης Κ., Μελετήματα Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής, τόμος α, Αθήνα 2002.

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ἡ περί καρδίας ἀντίληψη στήν Βυζαντινή πνευματικότητα

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Δεκεμβρίου, 2014

τοῦ Ἀντωνίου-Αἰμιλίου Ταχιάου, Ὁμ. καθηγητοῦ Α.Π.Θ. – ἀντεπιστέλλοντος μέλους Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν

Ὅταν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος της Kαρδιολογικῆς Ἑταιρείας Βορείου Ἑλλάδος μοῦ ἔκανε τήν τιμή νά μοῦ ζητήση νά μιλήσω ἐνώπιον τοῦ ἐκλεκτοῦ αὐτοῦ ἀκροατηρίου, προβληματίσθηκα πολύ γιά τό τί θά μποροῦσα ἐγώ, ἕνας ἱστορικός, νά πῶ σέ καρδιολόγους. Tότε θυμήθηκα τί ἀκριβῶς μέ συνδέει μέ τούς καρδιολόγους καί τήν καρδιολογία: ἡ περίπτωσή μου τοῦ βαρέως καρδιοπαθοῦς, τοῦ τακτικοῦ θαμώνα τοῦ ἰατρείου καρδιολόγων, καρδιολογικῶν διαγνωστικῶν κέντρων καί χειρουργείων. Σκέφθηκα, λοιπόν, ὅτι σ’ αὐτούς ὅλους τούς ἀνθρώπους πρέπει νά ἀνταποδώσω κάτι, σάν προσωπική ὀφειλή. Mέχρι τώρα τούς ἀκούω ἐγώ νά μοῦ μιλοῦν γιά τήν καρδιά, σήμερα εἶναι ἡ σειρά μου νά τούς μιλήσω γιά τό ὄργανο αὐτό τῆς ζωῆς μας, ἀλλά ἀπό ἕνα ἄλλο πρίσμα, μία ἄλλη ὀπτική γωνία, αὐτή πού βρίσκεται πέρα ἀπό τήν ἰατρική, ἀλλά στήν διάσταση πού ἐκτείνεται στόν χῶρο τοῦ ὑπερφυσικοῦ, διότι ὑπάρχει καί μιά τέτοια ὄψη τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ ὀργάνου, ἡ ὁποία εἶναι πολύ λίγο γνωστή.
Φαίνεται ὅτι πολύ νωρίς ὁ πρωτόγονος homo erectus συνειδητοποίησε μέσα του τήν λειτουργία τῆς καρδιᾶς καί τήν ταύτισε μέ τήν ἴδια τήν παρουσία τοῦ φαινομένου τῆς ζωῆς, ἐκτιμώντας ἔτσι στή σωστή της διάσταση τήν ὑπαρξιακή ἀξία της. Ἐπειδή ὅμως στούς πρωτογόνους τοῦ Mεξικοῦ ὁ ἥλιος θεωρεῖτο ἡ πηγή τῆς ζωῆς, προσφέρονταν σ’ αὐτόν ὡς θυσία, ὄχι θρησκευτικῆς ἀλλά μαγικῆς σκοπιμότητας, αἱμάσσουσες καρδιές ἀνθρώπων καί ζώων. M’ αὐτόν τόν τρόπο ἤθελαν νά προκαλέσουν τή συνέχεια τῆς παρεχόμενης ἀπό τόν ἥλιο ζωῆς. Ἐπειδή ἡ καρδιά θεωρεῖτο ἡ ἕδρα τῆς ζωῆς, τῶν συναισθημάτων καί τῆς σκέψης ἀκόμη, κάποιοι πρωτόγονοι τῆς Δυτικῆς Ἀφρικῆς, ὡς τίς ἀρχές τοῦ αἰώνα μας ἀκόμη, ὅταν πέθαινε ὁ βασιλιάς τους, συνήθιζαν νά προσφέρουν τήν καρδιά του ὡς βρώση στόν διάδοχό του, ὥστε μέ τόν τρόπο αὐτόν νά περάση σ’ αὐτόν ἡ βασιλική ἐξουσία, καί νά κατασταθῆ γνήσιος συνεχιστής τῆς βασιλείας.
Ἐπίσης σέ ἄλλους πρωτογόνους ἐπικρατοῦσε ἡ ἀντίληψη ὅτι ἔπρεπε νά ἀποφεύγουν νά δίνουν στά παιδιά τους νά τρῶνε τήν καρδιά τοῦ τσακαλιοῦ γιά νά μή γίνουν δειλά σάν κι αὐτό, ἐνῶ ἀντίθετα τούς ἔδιναν τήν καρδιά τῆς λεοπάρδαλης γιά νά γίνουν γενναῖα ὅπως αὐτή. Στούς Ἀζντέκους τοῦ Mεξικοῦ συναντοῦμε τήν θυσία ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ξεριζώνεται ἡ καρδιά καί προσφέρεται στή θεότητα. Ἡ σημασία τῆς καρδιᾶς, σάν ὄργανο μεταβίβασης δύναμης καί ἐξουσίας ἐπιβίωσε καί στίς πιό προηγμένες θρησκεῖες, ὅπως αὐτή τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἀλλά ὅσο περισσότερο ἐξελιγμένη ἐμφανίζεται ἡ θρησκεία, τόσο περισσότερο ἡ καρδιά ἀποκτᾶ μέσα σ’ αὐτήν ἕνα ἄλλο νόημα καί συνδέεται κυρίως μέ τά συναισθήματα καί τίς διαθέσεις τοῦ ἀνθρώπου· Στήν καρδιά ὁ ἄνθρωπος βιώνει τή χαρά καί τή θλίψη, ἐδῶ εἶναι ἡ ἕδρα καί τό ὄργανο ἔκφρασης τῶν εὐαισθησιῶν του, τελικά ἐδῶ ἐντοπίζεται τό σημεῖο συνάντησής του μέ τόν Θεό.
Ἀρχικά θά βρῆ ἐδῶ σκότος παχύ, ἄν ὅμως ἐπειμείνη, θά νιώση χαρά ἀνείπωτη. Ὁταν ὁ νοῦς βρῆ τόν τόπο τῆς καρδιᾶς, βλέπει ἀμέσως πράγματα πού δέν γνώριζε.
Mιά τέτοια θεώρηση τῆς καρδιᾶς εἶναι διάχυτη τόσο στήν Παλαιά ὅσο καί στήν Kαινή Διαθήκη. Ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ φαίνεται καί ἀπό τήν ἱκανότητά του νά διεισδύη στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί νά τήν ἐρευνᾶ («ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς»), ἀφοῦ αὐτή θεωρεῖται τό φυλακτήριο τῶν ἀπορρήτων τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι καλός ἤ κακός ἀνάλογα μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς του, γι’ αὐτό καί ὁ ψαλμωδός ζητάει στήν προσευχή του: «καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός». Σήμερα ἀκόμη λέμε «ἄνθρωπος μέ καλή καρδιά», «καλόκαρδος» ἤ «κακόκαρδος». Ἐδῶ, βεβαίως, λησμονιέται ἐντελῶς ἡ φυσιολογική λειτουργία καί ὁ ρόλος τῆς καρδιᾶς ὡς τό βασικότερο ὄργανο τοῦ ἀνθρώπινου ὀργανισμοῦ, καί ἐξαίρεται μόνο τό συναισθηματικό καί ἠθικό στοιχεῖο πού αὐτή συμβολίζει καί ἀντιπροσωπεύει μέσα στήν ψυχική ἰδιοσυστασία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Xριστός ἔχει πῆ ὅτι εἶναι μακάριοι αὐτοί πού ἔχουν καθαρή καρδιά, γιατί αὐτοί θά δοῦν τόν Θεό. Αὐτή ἡ ρήση τοῦ Ἰησοῦ θά ἀποκτήση στή συνέχεια ἕνα ἰδιαίτερο νόημα μέσα στόν ὀρθόδοξο μυστικισμό.
Σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη ἀντίληψη γιά τήν ἀνθρώπινη ὀντότητα, ἡ καρδιά ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία ἀπό τή στιγμή πού τό νοητικόν, ὁ λόγος, δέν ἀποτελεῖ τό θεμελιῶδες κεφάλαιο στίς βαθύτερες καί ὑπαρξιακές ἐμπειρίες τῆς ζωῆς. Ἡ ἴδια ἡ πίστη, ὡς ἀποδοχή πραγμάτων μή βλεπομένων καί ἐλεγχόμενων μέ τόν λόγο καί τή νόηση, ἐκφεύγει ἀπό τόν χῶρο αὐτῶν τῶν λειτουργιῶν, καί συνδέεται περισσότερο μέ τή βιωματική λειτουργία τοῦ συναισθήματος, δηλαδή τῆς ψυχικῆς εὐαισθησίας καί δεκτικότητας. Οἱ αἰσθήσεις καί τό νοητικόν καθοδηγοῦν καί ἐλέγχουν τή γνώση, ἐνῶ τό συναίσθημα εἶναι αὐτό πού ἀγγίζει ἄμεσα τήν ψυχή, δηλαδή τή συγκίνηση, καί συνδέεται μ’ αὐτό πού ἁπλοϊκότερα ὀνομάζουμε «καρδιά». Αὐτή ἡ «καρδιά» ὑπαγορεύει καί τήν ἀγάπη, πού εἶναι ἡ βασικότερη χριστιανική ἀρετή. Ἔτσι δημιουργοῦνται δύο διαφορετικοί κόσμοι, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ νά ἔχουν διαύλους ἐπικοινωνίας μεταξύ τους, ἀλλά ποτέ δέν ταυτίζονται.
Tό μέσο μέ τό ὁποῖο ὁ ὀρθόδοξος μυστικισμός ἐπιδιώκει τόν τελικό του σκοπό, δηλαδή τήν ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, εἶναι ἡ προσευχή. Ἡ προσευχή ὑπάρχει βέβαια στήν κοινή λατρεία τῶν πιστῶν μέσα στήν Ἐκκλησία, ὑπάρχει ὅμως καί ἡ προσωπική προσευχή, καί ἐδῶ ἔχουμε ἐπίσης στάδια ἐξέλιξής της μέσα στούς αἰῶνες, ὅπως συνέβη καί μέ τή συλλογική προσευχή. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἰδιωτική προσευχή εἶναι ἐκείνη πού ὁδηγεῖ σέ μυστικιστικές ἐμπειρίες, καί αὐτή ἔχει ἀπασχολήσει τούς μυστικούς διδασκάλους καί συγγραφεῖς τοῦ Βυζαντίου. Tό πρῶτο πού πρέπει νά σημειώσουμε εἶναι ἡ διαμόρφωση τοῦ τύπου αὐτῆς τῆς προσευχῆς, καί τό δεύτερο, πῶς αὐτή συνδέεται μέ τό ἀνθρώπινο ὄργανο τῆς καρδιᾶς. Οἱ μεγάλοι ἀσκητές Πατέρες τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων ἔκριναν ὅτι ἡ ἰδιωτική προσευχή δέν θά πρέπει νά ἐπεκτείνεται σέ μία προσωπική φλυαρία, ἀλλά νά εἶναι σύντομη καί οὐσιώδης. Γι’ αὐτό, λοιπόν, τήν περιόρισαν ὅσο τό δυνατόν περισσότερο, διατηρώντας μέσα σ’ αὐτήν δύο βασικά πράγματα. Tό πρῶτο εἶναι ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. Tό ὄνομα αὐτό περικλείει μέσα του μία τεράστια δύναμη, γιατί εἶναι τό ὄνομα τοῦ ἐνσαρκωθέντος Θεοῦ. Ἀντίθετα μέ τούς Ἑβραίους, πού μέχρι σήμερα ἀκόμη δέν προφέρουν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τό ὑποκαθιστοῦν μέ κάποιο ἄλλο κλητικό, οἱ Χριστιανοί ἐξονομάζουν εὐθέως τό θεῖο ὄνομα, ἐπικαλούμενοι τή βοήθειά του. Tό δεύτερο στοιχεῖο τῆς προσευχῆς εἶναι ὅτι αὐτή εἶναι «μονολόγιστος», δηλαδή σύντομη καί περιεκτική, πού συνοψίζεται στό: «Kύριε Ἰησοῦ Xριστέ, Yἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Ὁ ἡσυχαστής μοναχός, καί κάθε ἕνας πού ἀκολουθεῖ τήν πνευματικότητά του, ἐπαναλαμβάνει ἀδιακόπως αὐτή τήν εὐχή, προσπαθώντας νά βιώση ὅσο τό δυνατόν πληρέστερα καί βαθύτερα τό νόημά της.
Tά ἄδυτα τῆς καρδιᾶς δέν ἀποκαλύπτονται εὔκολα, καί πολύ περισσότερο δέν μποροῦν νά περιγραφοῦν καί νά γίνουν κατανοητά ἀπό ἐκεῖνον πού εἶναι ἀμέτοχος παρόμοιων ἐμπειριῶν.
Ἡ προσευχή αὐτή καλλιεργήθηκε κατεξοχήν ἀνάμεσα στούς μοναχούς τῆς Mονῆς τοῦ Σινᾶ. Στά μέσα τοῦ 5ου αἰώνα, ὁ Διάδοχος, ἐπίσκοπος Φωτικῆς τῆς Ἠπείρου, στόν «Ἀσκητικό του Λόγο» λέει ὅτι αὐτός πού θέλει νά καθαρίση τήν καρδιά του πρέπει παντοτινά νά τήν πυρώνη μέ τή μνήμη τοῦ Kυρίου Ἰησοῦ, ἔχοντας αὐτό καί μόνο γιά μελέτη καί ἔργο. Kαί ἕνας ἄλλος σημαντικός πνευματικός συγγραφέας τοῦ ἴδιου αἰώνα, ὁ Ἡσύχιος, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τή σιναϊτική παράδοση, διδάσκει ἀνάλογα πράγματα. Αὐτός λέει ὅτι ἡ συνεχής νήψη, δηλαδή ἡ πνευματική ἐνάργεια καί ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ἀποδιώχνουν ἀπό τήν καρδιά τή λήθη, δηλαδή τή φυγή ἀπό τήν αἴσθηση τῆς ὕπαρξης. Ἡ μνήμη δέ τοῦ Ἰησοῦ πρέπει νά γίνη τόσο συχνή, ὥστε νά κολληθῆ στήν ἀναπνοή. Ἐδῶ πιά βλέπουμε τή σύνδεση τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ μέ μιά ὀργανική λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἀναπνοή. Ὅσο συχνά ἀναπνέει ὁ ἄνθρωπος, τόσο συχνά πρέπει νά μνημονεύη τόν Ἰησοῦ· καί βέβαια ἐδῶ δέν πρόκειται γιά μεταφορική ἔννοια, ἀλλά γιά κυριολεξία. Οἱ ὁδηγίες καί ὑποδείξεις γιά τήν προσευχή αὐτή παρέμεναν περιστατικές καί διάσπαρτες ὡς τή στιγμή πού ἐμφανίστηκε ἕνα συστηματικότερο ἐγχειρίδιο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ὁ συγγραφέας τοῦ ὁποίου παραμένει ἄγνωστος, ἀλλά εἶναι βέβαιο ὅτι ἐκπροσωπεῖ τή σιναϊτική παράδοση καί ἐκφράζει ἀπόλυτα τίς ἀρχές τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ.
Tό ἐγχειρίδιο αὐτό ἔχει τόν τίτλο «Mέθοδος τῆς ἱερᾶς προσευχῆς καί προσοχῆς». Ὁ συγγραφέας του διακρίνει τρεῖς τρόπους προσευχῆς. Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι, ὁ προσευχόμενος νά ὑψώνη τά χέρια, τά μάτια καί τόν νοῦ του πρός τόν οὐρανό, καί νά γεμίζη ἡ φαντασία του μέ εἰκόνες ἱερές, καί ἡ ψυχή του ἀπό ἕναν θεῖο πόθο, καί σιγά σιγά μέσα στήν καρδιά του νά ἐκστασιάζεται καί νά ἐπαίρεται. Ὁ τρόπος αὐτός ὁδηγεῖ στήν πλάνη καί στήν τρέλα, διότι δημιουργεῖ αὐτό πού σήμερα θά λέγαμε παραισθήσεις καί παρανοϊκά σύνδρομα. Ἐδῶ ἐντοπίζεται ἕνα σημεῖο σαφοῦς διαφορᾶς ἀνάμεσα στίς ὀρθόδοξες καί τίς δυτικές μυστικές ἐμπειρίες, γιατί οἱ δεύτερες ἀποδέχονται τά ὁράματα ἀγγέλων καί τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ, ἐνῶ ἀπό τούς βυζαντινούς ἡσυχαστές αὐτά θεωροῦνται δαιμονικές πλάνες καί ἀπορρίπτονται. Στόν δεύτερο τρόπο προσευχῆς, ὁ προσευχόμενος φυλάγει τόν νοῦ του ἀπό τίς ἐξωτερικές αἰσθήσεις, καί συνάγει τούς λογισμούς του, καί ἐνῶ μέ τό στόμα λέει τήν προσευχή του, συγχρόνως ὅμως ἐκτρέπεται στήν ἐσωτερική βία, τήν ὁποία ἀσκεῖ προκειμένου νά συμμαζέψη τούς λογισμούς, κλυδωνίζεται ἀνάμεσα στήν προσήλωση στήν προσευχή καί στήν συναγωγή τῶν λογισμῶν του, οἱ ὁποῖοι τελικά τοῦ στεροῦν τήν ἐσωτερική ἡσυχία.
Ὁ τρίτος τρόπος τῆς προσευχῆς, μᾶς λέει ὁ συγγραφέας τοῦ ἐγχειριδίου, εἶναι πράγμα παράξενο καί δυσερμήνευτο, καί γι’ αὐτούς πού τό ἀγνοοῦν ὄχι μόνο δυσδιάγνωστο, ἀλλά καί ἀπίστευτο. Ἡ οὐσία τῆς προσευχῆς αὐτῆς ἔγκειται στό νά κρατᾶ ὁ νοῦς τήν καρδιά, στό νά προσεύχεται καί νά περιστρέφεται διαρκῶς μέσα σ’ αὐτήν, καί ἀπό τό βάθος αὐτῆς νά ἀναπέμπη τίς προσευχές στόν Θεό. Αὐτό ἐπιτυγχάνεται ὡς ἑξῆς: κάθεται ὁ μοναχός στό κελλί του καί σηκώνει τόν νοῦν του ἀπό κάθετι τό πρόσκαιρο. Στή συνέχεια ἀκουμπώντας τό σαγόνι του στό στῆθος, φέρνει τά μάτια του πρός τό μέσο τῆς κοιλιᾶς, στόν ὀμφαλό, καί προσπαθεῖ νά ἐλέχγη καί τήν ἀναπνοή τῆς μύτης, ὥστε νά μήν εἶναι ἄτακτη. Tώρα πρέπει νά ἐρευνήση μέ τόν νοῦ στά ἔγκατά του, ὥστε νά ἐντοπίση τόν τόπο τῆς καρδιᾶς, ὅπου ἐμφιλοχωροῦν ὅλες οἱ ψυχικές δυνάμεις. Ἀρχικά θά βρῆ ἐδῶ σκότος παχύ, ἄν ὅμως ἐπιμείνη, θά νιώση χαρά ἀνείπωτη. Ὁταν ὁ νοῦς βρῆ τόν τόπο τῆς καρδιᾶς, βλέπει ἀμέσως πράγματα πού δέν γνώριζε. Tότε βλεπει τόν ἀέρα πού παρεμβάλλεται μεταξύ καρδιᾶς καί τοῦ ἑαυτοῦ του ὅλον φωτεινό, καί ἐάν τότε ἀνακύψη κάποιος λογισμός στόν νοῦ, προτοῦ αὐτός ἀποκτήση στή φαντασία εἴδωλο καί μορφή, ἀποδιώχνεται μέ τήν ἐπίκληση τοῦ Ἰησοῦ Xριστοῦ.
Mέ τή ρύθμιση τῆς ἀναπνοῆς καί τήν διαρκῆ ἐπανάληψη τῆς νοερᾶς προσευχῆς τελικά ὁ προσευχόμενος κατορθώνει νά ἐπαναλαμβάνη νοερῶς τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ στό ρυθμό τῶν κτύπων τῆς καρδιᾶς, ἄσχετα ἄν ἐργάζεται, κάθεται ἤ κοιμᾶται.
Εἶναι φανερό ὅτι μέ τή μέθοδο αὐτή εἰσάγεται μία ψυχοφυσιολογική διαδικασία προσευχῆς, ἡ ὁποία ἔχει πολλές ἐξωτερικές ὁμοιότητες μέ ἐκείνη τῆς ἰνδουϊστικῆς γιόγκα, διαφέρει ὅμως ἀπό αὐτήν ἀπόλυτα στήν οὐσία, γιατί ἐνῶ ἡ γιόγκα ἀποσκοπεῖ μέσῳ τῆς ἀπάθειας στήν ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό σύμπαν ἤ τήν τελείωση γιά τίς μελλοντικές μετενσαρκώσεις του, στόν βυζαντινό μυστικισμό ὁ τελικός σκοπός τῆς νοερᾶς ἤ καρδιακῆς προσευχῆς εἶναι ἡ ἕνωση μέ τόν προσωπικό Θεό, τόν Ἰησοῦ Xριστό. Ἐπίσης ἡ ὀμφαλοσκοπία στούς Βυζαντινούς ἡσυχαστές δέν εἶναι αὐτοσκοπός, ὅπως ἔχει νομισθῆ, ἀλλ’ ἐνδεικτική κίνηση τῶν ὀφθαλμῶν γιά τόν ἐντοπισμό τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό κεντρικό θέμα. Mέ τή ρύθμιση τῆς ἀναπνοῆς καί τήν διαρκῆ ἐπανάληψη τῆς νοερᾶς προσευχῆς τελικά ὁ προσευχόμενος κατορθώνει νά ἐπαναλαμβάνη νοερῶς τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ στό ρυθμό τῶν κτύπων τῆς καρδιᾶς, ἄσχετα ἄν ἐργάζεται, κάθεται ἤ κοιμᾶται.
Ἡ ψυχοφυσιολογική μέθοδος τῆς νοερᾶς προσευχῆς συστηματοποιήθηκε περισσότερο στή διάρκεια τοῦ 14ου αἰώνα στό Ἅγιον Ὄρος, ὅταν ἦρθε ἐδῶ ὁ μεγάλος ἡσυχαστής διδάσκαλος, Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης. Πιθανότατα τότε εἰσήχθη καί ἡ χρήση τοῦ κομποσκοινιοῦ, τό ὁποῖο βοηθᾶ τούς ἀρχαρίους κυρίως στό νά ἐξασκοῦνται χωρίς περισπασμούς σ’ αὐτήν τήν προσευχή. Οἱ ἡσυχαστές κωδικοποίησαν κατά κάποιον τρόπο τή σχετική μέ τή θέα τοῦ θείου φωτός διδασκαλία τῶν παλαιοτέρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Δοθέντος ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀθέατος, ἡ μόνη δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά γίνη μέτοχος τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, καί αὐτό τό κατορθώνει μέ τή νοερά προσευχή καί τήν ἐπιστροφή τοῦ νοῦ στήν καρδιά. Ἔτσι ἡ θεολογία γίνεται ὄχι νοητική, ἀλλά ἐμπειρική ἐπιστήμη, καί ἡ ἐμπειρική γνώση τῶν θείων ἀληθειῶν πού ἀποκαλύπτονται, ὅπως εἶναι π. χ. τό δόγμα τῆς Ἁγίας Tριάδος, πηγάζει ἀπό τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.
Στή διάρκεια τοῦ 18ου αἰώνα πραγματοποιήθηκε μία ἔκδοση πού ἔδωσε μεγάλη ὤθηση στήν ἡσυχαστική πνευματικότητα καί τήν προσευχή τῆς καρδιᾶς. Στά 1782 ἐκδόθηκε στή Βενετία ἕνα ὀγκωδέστατο Ἑλληνικό βιβλίο πού ὀνομαζόταν Φιλοκαλία, καί περιεῖχε τά συγγράμματα τῶν νηπτικῶν καί μυστικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Tό ἴδιο βιβλίο ἕνδεκα χρόνια ἀργότερα ἐκδόθηκε σέ σλαβονική μετάφραση στή Mόσχα. Mέ τίς ἐκδόσεις αὐτές ἐγκαινιάστηκε ἡ λεγόμενη Φιλοκαλική Ἐποχή, πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἀναζωογόνηση τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ ὄχι μόνο μεταξύ τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά καί τῶν Σλάβων καί τῶν Pουμάνων. Tό 1801, καί πάλι στή Βενετία, ἐκδόθηκε ἀπό τόν μεγάλο θρησκευτικό συγγραφέα, τόν Ἅγιο Nικόδημο τόν Ἁγιορείτη, ἕνα πνευματικό ἐγχειρίδιο, τό ὁποῖο ἔφερε τόν τίτλο «Συμβουλευτικόν ἐγχειρίδιον περί φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων τῆς τε φαντασίας, τοῦ νοός καί τῆς καρδίας», τό ὁποῖο μάλιστα μεταφράστηκε ἀμέσως καί στά ρουμανικά. Tό ἀξιοσημείωτο στό βιβλίο αὐτό δέν εἶναι μόνο τό ἐκτενές κεφάλαιο, στό ὁποῖο γίνεται λόγος γιά τήν καρδιά, ὡς κέντρο φυσικό, παραφυσικό καί ὑπερφυσικό, ἀλλά γιά νά γίνουν ὅλα αὐτά πιό κατανοητά, ὑπάρχει στό τέλος τοῦ βιβλίου κεφάλαιο μέ τίτλο: «Ποῖον σχῆμα ἔχει ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου κατά τούς ἀνατόμους τῶν νεωτέρων». Tό κεφάλαιο αὐτό εἶχε γραφῆ εἰδικῶς γιά τό βιβλίο τοῦ Nικοδήμου ἀπό τόν περίφημο λόγιο Ἄνθιμο Γαζῆ, ὁ ὁποῖος καί μετέφερε ἐδῶ τίς ἀνατομικές γνώσεις γιά τήν καρδιά πού καθιέρωσε τό 1628 ὁ Ἄγγλος γιατρός William Harvey μέ τό βιβλίο του Exercitatio anatomica de motu cordis et sanguinis circulatione. Tό κεφάλαιο αὐτό τοῦ Γαζῆ περιλαμβάνει μάλιστα καί σχήματα μέ τίς κοιλίες τῆς καρδιᾶς καί τίς ἀρτηρίες. Ἀνατομία τῆς καρδιᾶς, λοιπόν, σέ ἕνα βιβλίο βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ!
 
Ὁ 19ος αἰώνας ὑπῆρξε ἐποχή ἀναβίωσης τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ ὄχι μόνο στόν Ἑλληνικό, ἀλλά καί στόν σλαβικό καί ρουμανικό κόσμο. Ἡ νοερά ἤ καρδιακή προσευχή ἀπέκτησε νέους ὀπαδούς ἀνάμεσα σέ μοναχούς καί κοσμικούς, καί γνώρισε μεγάλη διάδοση, ἰδιαίτερα μάλιστα στήν ἀχανῆ Pωσία. Στά μέσα αὐτοῦ τοῦ αἰώνα ἔκανε στή Pωσία τήν ἐμφάνισή του ἕνα βιβλίο ἀνώνυμου συγγραφέα, πού εἶχε τόν τίτλο «Εἰλικρινεῖς διηγήσεις προσκυνητῆ πρός τόν πνευματικό του πατέρα», καί γνώρισε πολλές ἐκδόσεις. Στό βιβλίο αὐτό ἐξιστορεῖται πῶς ἕνας «ἄστεγος προσκυνητής» ἱερῶν τόπων διηγεῖται τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο διδάχθηκε τήν προσευχή τῆς καρδιᾶς καί τίς μυστικές ἐμπειρίες πού εἶχε μέσα ἀπό αὐτήν. Ἔτσι ἡ προσευχή αὐτή ἐκλαϊκεύθηκε, μέ ὅλες τίς συνέπειες πού μπορεῖ νά ἔχη μιά τέτοια ἐκδοχή, ἀφοῦ οἱ Βυζαντινοί Πατέρες μιλοῦν γιά σαφεῖς πνευματικούς, ψυχικούς καί σωματικούς κινδύνους στήν χωρίς ὑπεύθυνο πνευματικό ὁδηγό ἄσκηση αὐτῆς τῆς προσευχῆς. Γιατί αὐτή ἡ κατάβαση τοῦ νοῦ στήν καρδιά, ὅπως λένε, καί ἡ ἕνωσή του μέ αὐτήν, εἶναι τό τέλος μιᾶς μακρᾶς διαδικασίας ἀσκητικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία ἀρχίζει μέ τήν ἄσκηση στήν ὑπακοή καί προϋποθέτει ἀπαραιτήτως τήν χειραγώγηση ἀπό πολύ ἔμπειρο καί ὅσιο πνευματικό ὁδηγό.
Οἱ μυστικές ἐμπειρίες πού δοκιμάζει ὁ ἐργάτης τῆς νοερᾶς αὐτῆς προσευχῆς δέν μποροῦν νά περιγραφοῦν, ἀκόμη καί ἀπό τούς ἴδιους τούς μύστες αὐτῆς τῆς πρακτικῆς. Tά ἄδυτα τῆς καρδιᾶς δέν ἀποκαλύπτονται εὔκολα, καί πολύ περισσότερο δέν μποροῦν νά περιγραφοῦν καί νά γίνουν κατανοητά ἀπό ἐκεῖνον πού εἶναι ἀμέτοχος παρόμοιων ἐμπειριῶν. Ὅ, τι λέμε ἐμεῖς εἶναι ἁπλῶς ἐξωτερική καί ἐπιφανειακή περιγραφή, τό πραγματικό βάθος τῆς μεταφυσικῆς καρδιᾶς παραμένει κλειστό στούς ἀμύητους.–

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θεολογική θεώρηση τῆς ἐννοίας τῶν Χριστουγέννων.

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Δεκεμβρίου, 2014

Ὅταν ἐπιθυμεῖς κάτι νά γνωρίσεις, αὐτό προϋποθέττειὅτι δέν τό ξέρεις
Ὁ ἄνθρωπος φύσει ὀρέγεται τοῦ εἰδέναι.
Ὅταν ἐπιθυμεῖς κάτι νά γνωρίσεις, αὐτό προϋποθέττει ὅτι δέν τό ξέρεις.
Ἀφοῦ δέν τό ξέρεις, πῶς τό ἀναζητᾶς;
Ἄρα:
Ὑπάρχει τό ἀρχέτυπο αὐτοῦ τοῦ ἀγνώστου ἐντυπωμένο στήν ὑπόστασή σου καί ἐσύ τό ἀγνοεῖς.
Στήν Ἑλληνική γλῶσσα:
ἀ-λήθεια = ἀ-λήθη = ὄχι λησμονιά. Δηλαδή δέν ξεχνῶ αὐτό πού ἐνυπάρχει μέσα μου καί ἐπιθυμῶ νά τό ἀνακαλέσω στήν μνήμη μου.
Χριστούγεννα λοιπόν εἶναι:
Ἡ ἐπαναφορά στήν μνήμη μου τῆς ἀρχέτυπης ἀνάμνησης τῆς σχέσης μου μέ τήν Ἀρχήν τῶν ὄντων.
Ἡ ἐπανασύνδεσή μου μέ τό θεῖον μέσα ἀπό τήν βιωματική ἀνάκληση τῆς μνήμης.
Ἡ ἐπαναγέννηση τοῦ Θεοῦ ἐντός μου.

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Δεκεμβρίου, 2014

Η εξ αποκαλύψεως γνώση

Γαλ. 1.11-19

Γνωρίζω ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ᾿ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι᾿ ἀποκαλύψεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ᾿Ηκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ ᾿Ιουδαῑσμῷ, ὅτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, καὶ προέκοπτον ἐν τῷ ᾿Ιουδαῑσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων. ῞Οτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι, οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς ᾿Αραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν. ῎Επειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε. Ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου.

Κατά την σημερινή Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν, και η αγία μας Εκκλησία μάς υπενθυμίζει τα λόγια του αποστόλου Παύλου σχετικά με την φύση του Ευαγγελίου και την μεταστροφή του στον Χριστό. Γνωρίζω, μάς λέει, ότι το Ευαγγέλιο το οποίο κηρύττω δεν προέρχεται από διδασκαλία ανθρώπων, αλλά από αποκάλυψη του Ιησού Χριστού. Διότι έχετε ακούσει την προσκόλληση που είχα στον Ιουδαϊσμό, και ότι εδίωκα υπερβολικά την Εκκλησία του Θεού και ήμουν πιο άξιος Ιουδαίος από πολλούς συνομήλικούς μου, όντας περισσότερο από όλους ζηλωτής των πατρικών μου παραδόσεων. Όταν όμως ευδόκησε ο Θεός, ο οποίος με έβγαλε από την κοιλιά της μάνας μου και με κάλεσε με την χάρη του για να αποκαλύψει μέσα μου τον Υιό του, ούτως ώστε να γίνω κήρυκας του Ευαγγελίου στα έθνη, αμέσως δεν μαθήτευσα κοντά σε άνθρωπο ούτε ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα για να μάθω κάτι από τους πριν από εμένα αποστόλους, αλλά πήγα και εκήρυξα στην Αραβία και πάλι επέστρεψα στην Δαμασκό. Αργότερα, μετά τρία έτη ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα για να συναντήσω τον Πέτρο, και έμεινα στο σπίτι του δεκαπέντε ημέρες. Και άλλον από τους αποστόλους δεν είδα, παρά μόνο τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο.

Ο λόγος για τον οποίο διαβάζουμε τούτη την περικοπή σήμερα είναι πολλαπλός. Πρώτον, για να έχουμε κατά νου ότι το Ευαγγέλιο του Χριστού δεν είναι ανθρώπινη διδασκαλία, αλλά λόγος αποκαλυπτικός από τον ίδιο τον Θεό, ο οποίος έγινε άνθρωπος δι ημάς. Ο απόστολος Παύλος αναφέρει ότι διδάχθηκε το Ευαγγέλιο από τον ίδιο τον Χριστό όχι για να καυχηθεί, αλλά για να τονίσει την βαρύτητα των όσων θα πει στη συνέχεια στους Γαλάτες, τα οποία δεν είναι δικά του λόγια αλλά διδασκαλία του Χριστού. Και για του λόγου το αληθές, φέρνει τις αποδείξεις από την προσωπική του ζωή, ότι δηλαδή ήταν διώκτης των χριστιανών και με θεϊκή παρέμβαση και αποκάλυψη διδάχθηκε την αλήθεια και γιαυτό δεν χρειάστηκε να μαθητεύσει κοντά σε κάποιον από τους αποστόλους αλλά ευθύς αμέσως άρχισε να κηρύσσει και να ευαγγελίζεται τον Χριστό στα έθνη, δηλαδή έξω από την Ιουδαία.

Όντως, το Ευαγγέλιο είναι στο σύνολό του η αποκάλυψη του Θεού στον κόσμο, διά του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ο οποίος, αφού εδίδαξε προσωπικά τον λαό και τους αποστόλους και τελείωσε το έργο του επί της γης, μετά την Ανάληψή του έστειλε σε αυτούς το Άγιο Πνεύμα, το οποίο τούς οδήγησε «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ιω. 16.13). Τότε έλαβαν το πλήρωμα της κατά Θεόν γνώσεως, τότε κατανόησαν σε βάθος την αλήθεια, τότε πλημμύρισε η καρδιά τους από πίστη ακράδαντη στον Χριστό και μεταστράφηκαν από φοβισμένοι μαθητές σε διαπρύσιους κήρυκες και διδασκάλους φωστήρες της οικουμένης.

Αυτό είναι το δεύτερο σημαντικό μήνυμα της σημερινής περικοπής, ότι δηλαδή ο Χριστός και το Ευαγγέλιο αλλάζει τον άνθρωπο, τον μεταποιεί προς το καλύτερο, γιατί τον φέρνει σε επίγνωση της αληθείας, που είναι ο ίδιος ο Χριστός. Αυτή η μεταμορφωτική δύναμη του Αγίου Πνεύματος ενήργησε σε όλους ανεξαιρέτως τους αποστόλους, αυτή μετέστρεψε τους διώκτες σε υπέρμαχους του Χριστού, τους αμαρτωλούς σε αγίους, αυτή ενίσχυσε τους μάρτυρες, τους ομολογητές, τους ασκητές, τους γνωστούς και τους αφανείς εραστές της Βασιλείας του Θεού. Αυτή είναι η δύναμη της Εκκλησίας, μέσα στην οποία μεταμορφώνεται η ζωή μας και από αμαρτωλοί γινόμαστε άμωμοι, από κατάκριτοι γινόμαστε τέκνα και κληρονόμοι του Θεού, μπαίνουμε λύκοι, όπως λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, και γινόμαστε πρόβατα, μπαίνουμε φίδια και γινόμαστε περιστέρια.

Το τρίτο σημείο είναι ο ζήλος του Θεού, δηλαδή η επιθυμία να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του και να επιζητούμε διαρκώς την αγάπη του Θεού. Στο σημείο αυτό ο Απόστολος κάνει διάκριση του ζήλου των πατρικών παραδόσεων και του ζήλου εν επιγνώσει. Ζήλο Θεού και αγαθή προαίρεση είχε ο πριν διώκτης Σαύλος, ζήλο και προσκόλληση στις πατροπαράδοτες παραδόσεις του Ιουδαϊσμού. Γι αυτό εδίωκε με πάθος την Εκκλησία, επειδή θεωρούσε ότι υπερασπιζόταν την αλήθεια που είχε διδαχθεί. Όταν όμως έλαβε επίγνωση της Αληθείας, όταν ο Χριστός τον φώτισε με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, τότε μετέστρεψε την αγαθή προαίρεσή του και τον ζήλο του σε κατά Θεόν και έγινε ο Παύλος, ο θεοδίδακτος απόστολος και ίσος με τους υπόλοιπους αποστόλους. Γι αυτό και δεν χρειάστηκε να μαθητεύσει κάπου, ούτε να διδαχθεί ο ίδιος, αλλά αμέσως επιδόθηκε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου.

Εμείς πάλι, και όλοι όσοι στο διάβα των αιώνων απέχουμε χρονικά από τον Χριστό, γινόμαστε γνώστες της αποκεκαλυμμένης αλήθειας μέσα από την διδασκαλία των αποστόλων. Γι αυτό και η Εκκλησία, τόσο στα γραπτά των αγίων Πατέρων όσο και στις διατυπώσεις των Οικουμενικών Συνόδων, τονίζει διαρκώς ότι ακολουθούμε την αποστολική Παράδοση, δηλαδή την διδασκαλία του Χριστού και των αγίων αποστόλων. Ο Μέγας Βασίλειος εξηγεί ότι η αποστολική Παράδοση, αυτό δηλαδή που αποκαλούμε και ως εκκλησιαστική ή Ιερά Παράδοση – δηλαδή διδασκαλία – διακρίνεται σε γραπτή και άγραφη, είναι ενιαία και έχει ένα και το αυτό κύρος.

«Παιδίον ἐγενήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν» (Ησ. 9.6). Χριστός ετέχθη για εμάς, για να μάς λυτρώσει από την φθορά και από τα δεσμά του θανάτου, διδάσκοντάς μας την αλήθεια, την αγάπη και την δικαιοσύνη, δηλαδή τις ιδιότητες και τις ενέργειες του Θεού, και την επαγγελία της επουράνιας κληρονομιάς. Δεν μάς δίδαξε άνθρωπο, ούτε άγγελος, αλλά ο ίδιος ο Κύριος και Θεός μας. Αυτού την διδασκαλία ακολουθούμε, την χάρη του και την αλήθειά του γνωρίζουμε και κοινωνούμε, και μαζί με τους αποστόλους και τους αγίους είθε να έχουμε τον καλόν ζήλο, τον κατά Χριστόν και κατ’ επίγνωσιν, και να ζούμε την καλήν αλλοίωσιν της δεξιάς του Υψίστου. Αμήν.

π. Χερουβείμ Βελέτζας 

http://xerouveim.blogspot.gr/2014/12/28-12-2014.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι αρχαιολόγοι βρήκαν προσευχή στην Παναγία σε πάπυρο του 3ου αιώνα

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Δεκεμβρίου, 2014

Αιγύπτιοι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν έναν πάπυρο σε κοπτική και ελληνική γραφή του 3ου αιώνα στην περιοχή της Αλεξάνδρειας.

Ο πάπυρος περιέχει την αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία μιας προσευχής των Χριστιανών προς την Παναγία.

Το κείμενο  του αρχαίου χειρογράφου έχει πλήρως αναγνωσθεί και  η επίκληση γίνεται με  την παράκληση της συγχώρεσης  και της προστασίας των πιστών από την Παναγία, όπως σημειώνει το δημοσίευμα του Πατριαρχείου Αντιοχείας.
Οι αρχαιολόγοι τονίζουν ότι το εύρημα αποτελεί διάψευση των σκεπτικιστών που θέτουν σε αμφισβήτηση την πρακτική της προσευχής προς τους Αγίους και την Παναγία κατά τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Δεκεμβρίου, 2014

«Ὅτε δέ εὐδόκησεν ὁ Θεός, ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου» (Γαλ. 1, 15)
α. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα κάνει μία ἀναδρομή στή ζωή του, προκειμένου νά ἀποδείξει τή γνησιότητα τοῦ ἀποστολικοῦ ἀξιώματός του. Εἶναι γνωστή ἡ συγκλονιστική πορεία του, πῶς δηλαδή ἀπό διώκτης τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας ἔγινε μέγας καί οἰκουμενικός ἀπόστολος. Ἡ ἐκτίμησή του μάλιστα εἶναι ὅτι ὁ Θεός τον εἶχε ξεχωρίσει γιά τό ἀποστολικό ἔργο του καί πρίν ἀκόμη γεννηθεῖ. «Ὅτε δέ εὐδόκησεν ὁ Θεός, ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου»!
β. 1. Εἶναι πράγματι συγκλονιστική ἡ διαπίστωση αὐτή τοῦ ἀποστόλου. Διότι δείχνει ὅτι δεν εἴμαστε τυχαῖα ὄντα μέσα στόν κόσμο, ἀλλά μᾶς παρακολουθεῖ πάντοτε ἡ πρόνοια καί ἡ φροντίδα τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιά μία ἀπό τίς βασικότερες ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας, ὅπως ἰδιαιτέρως τήν τόνισε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: Κοιτάξτε τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ ἤ τά πτηνά τοῦ οὐρανοῦ κι αὐτό ἀκόμη τό ἀγριόχορτο. Ὁ Θεός τά φροντίζει καί τά περιποιεῖται. «Εἰ δέ τόν χόρτον τοῦ ἀγροῦ σήμερον ὄντα καί αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον ὁ Θεός οὕτως ἀμφιέννυσιν, πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;» Κι ἀλλοῦ: «Καί αἱ τρίχες ὑμῶν τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί». Ὁ Θεός λοιπόν φροντίζει τά πάντα τῆς δημιουργίας, κατεξοχήν ὅμως τόν  «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ» ἄνθρωπο.
2. Ὑπάρχει βεβαίως ἡ ἔνσταση τῆς λογικῆς: εἶναι δυνατόν ὁ Θεός νά φροντίζει τά πάντα καί νά ἐνδιαφέρεται γιά τό κάθε τι; Ἀσχολεῖται με τέτοια μικροπράγματα ὁ Θεός; Δέν συνιστᾶ τοῦτο ὑποβάθμιση τῆς «μεγαλειότητάς» Του; Ἡ ἔνσταση ἀσφαλῶς προϋποθέτει πλανεμένη ἀντίληψη γιά τόν ἀποκεκαλυμμένο Θεό τῆς πίστεώς μας. Ἔχει ὑπόψη της ἄλλον Θεό ἀπό τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Διότι ἀντιμετωπίζει τόν «Θεό» αὐτόν κατ’ εἰκόνα τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου, συνεπῶς Τόν βλέπει μέ τά δεδομένα τῆς δικῆς του ἀνθρώπινης ἀδυναμίας. Ὅπως ἐμεῖς μπορεῖ νά ἀναδιαφοροῦμε γιά τά θεωρούμενα μικρά καί εὐτελῆ, ἔτσι κι Ἐκεῖνος. Ἀλλά ἡ ἀλήθεια τήν ὁποία ἔφερε ὁ Κύριος εἶναι διαφορετική: ὁ Θεός ἀγαπᾶ καί γι’ αὐτό ἐνδιαφέρεται γιά ὅλη τή Δημιουργία Του, κατεξοχήν μάλιστα  γιά τόν ἄνθρωπο, τόν «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» Ἐκείνου δημιουργημένο. Πίσω λοιπόν ἀπό τήν παραπάνω ἔνσταση ὑπάρχει ἡ ἀπιστία τοῦ ἀνθρώπου γιά τόν ἀληθινό Θεό καί τήν ἀγάπη Του.
3. Μία δεύτερη ἔνσταση εἶναι ἡ ἑξῆς: ἄν ὑπάρχει ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, πῶς ἀφήνει νά ὑφίσταται στόν κόσμο ἡ ἀδικία, ἡ πεῖνα, τό κακό, ὁ πόλεμος; Πρόκειται γιά σοβαρό ἐρώτημα, μά ἐξίσου εἶναι σοβαρή ἡ ἀπάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως: ἀφενός ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ δέν καταργεῖ τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία αὐτή βεβαίως εἶναι τό ποιητικό αἴτιο τῆς ὅποιας κακοδαιμονίας καί κακίας στόν κόσμο – ὁ Θεός δέν δημιούργησε τίποτε κακό, ἀλλά τά πάντα «καλά λίαν» -, ἀφετέρου παρ’ ὅλη τήν ὑπό τοῦ ἀνθρώπου ἀλλοίωση τῆς λίαν καλῆς δημιουργίας ἐπεμβαίνει πολλές φορές στό ἀποτέλεσμα τῶν ἐλευθέρων ἀποφάσεων τοῦ ἀνθρώπου, ἀξιοποιώντας το μέ τρόπο ὥστε νά δίνει νέες εὐκαιρίες καί πάλι σ’ αὐτόν. Ὁ Θεός δηλαδή μία ἀρνητική ἐπιλογή τοῦ ἀνθρώπου τήν μεταστρέφει τελικῶς λόγω τῆς ἀγάπης Του σέ κάτι θετικό γι’ αὐτόν ἤ γιά τούς ἄλλους. Πόσες φορές γιά παράδειγμα μία ἀρρώστια δέν ἔφερε σέ μετάνοια τόν ἄνθρωπο καί σέ ἁγιότητά του; Πόσες φορές ἕνα ἀτύχημα δέν ἔγινε ἡ ἀφορμή νά βρεῖ ὁ παθών μία ἄλλη διέξοδο, ἀπείρως καλύτερη ἀπό ὅ,τι ἦταν πρίν; Καί νά, πού καί οἱ ἡμέρες πού διερχόμαστε δίνουν ἕνα τέτοιο παράδειγμα. Στίς 29 Δεκεμβρίου ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας τά νήπια πού σφαγιάστηκαν ἀπό τόν Ἡρώδη. Ἡ ἀδικία εἶναι πρωτοφανής καί ἀσύλληπτη στή λογική. Κι ὅμως ἡ ἀδικία μεταποιεῖται σέ εὐλογία: τά νήπια γίνονται οἱ πρῶτοι μάρτυρες γιά τόν Κύριο. Τά πρῶτα εὐώδη ἄνθη τοῦ Παραδείσου.
4. Ἡ πίστη στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἀπαλλάσσει τόν ἄνθρωπο ἀπό πολλές δεισιδαιμονίες, ὅπως καί ἀπό τήν ἀφελή πεποίθηση γιά τήν ὕπαρξη τῆς τύχης. Κυρίως ὅμως μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό ὅλους τούς φόβους καί τίς φοβίες. Γιατί βρισκόμαστε ὄχι ἕρμαια τυφλῶν καί ἀπροσώπων δυνάμεων, ἀλλά στά χέρια τοῦ Πατέρα μας Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μᾶς φροντίζει μέ ἀγάπη, μάλιστα ἐμᾶς πού εἴμαστε λόγω τοῦ ἁγίου βαπτίσματός μας μέλη τοῦ σώματός Του. Κι ἀπό τήν ἄλλη μᾶς γεμίζει μέ θάρρος, μέ δύναμη, μέ παρηγοριά, γεγονός πού μᾶς κάνει νά βλέπουμε νόημα στή ζωή μας καί νά σεβόμαστε τήν ἴδια τή ζωή.
γ. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος φωτισμένος ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἔβλεπε τή ζωή του μέσα στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Τίποτε δέν ἦταν τυχαῖο τελικῶς στήν ὕπαρξή του. Τό ἴδιο ὅμως ἰσχύει γιά ὅλους μας. Ὅσο στρεφόμαστε μέ πίστη στόν Χριστό καί ζοῦμε στήν Ἐκκλησία Του, τόσο καί τά δικά μας μάτια θά διανοίγονται γιά νά βλέπουμε τό σχέδιό Του καί γιά ἐμᾶς. Τά Χριστούγεννα μάλιστα ἀποτελοῦν μοναδική πρόκληση γιά νά βλέπουμε τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο δρᾶ ὁ Θεός, ὥστε νά «διαβάζουμε» τά σημάδια του στίς διαστάσεις καί τῆς προσωπικῆς μας ζωῆς.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ναυπάκτου Ιερόθεος: Η θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» και το «μποζόνιο του Χίγκς»

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Δεκεμβρίου, 2014

Του Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου 

Αυτές τις ημέρες ανακοινώθηκε ότι ανακαλύφθηκε το «μποζόνιο του Χίγκς», δηλαδή το έως τώρα αόρατο σωματίδιο, που αντιστοιχεί στο πεδίο του Χίγκς, και προσδίδει μάζα στην ύλη.

Είναι στοιχειώδες σωματίδιο, δηλαδή δεν έχει εσωτερική δομή και δεν αποτελείται από άλλα, συστατικά σωματίδια.

Είναι εξαιρετικά ασταθές και όταν σχηματισθή, καταρρέει σχεδόν ακαριαία και δίνει άλλα υποατομικά σωματίδια.

Άν και λέγεται και γράφεται ευρέως ότι το «μποζόνιο του Χίγκς» δίνει στα στοιχειώδη σωματίδια την μάζα τους, αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό.

Την μάζα την δίνει το πεδίο του Χίγκς, το οποίο δεν την δημιουργεί εκ του μηδενός, αλλά την εμπεριέχει από πριν ως ενέργεια.

Λέγεται «μποζόνιο του Χίγκς», γιατί ο βρεττανός επιστήμων Χίγκς, που ζή ακόμη, πριν πολλά χρόνια είχε ομιλήσει για την ύπαρξή του.

Οι επιστήμονες εδώ και μερικά χρόνια προσπαθούσαν να βρούν τον τρόπο της δημιουργίας του κόσμου, με την θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» και με τα ανάλογα πειράματα αναζητούσαν να βρούν τα υποατομικά σωματίδια που δίνουν μάζα στην ύλη.

1. Η «Μεγάλη Έκρηξη»

Η θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» (Big Bang) που κυριαρχεί σήμερα στην επιστήμη προσπαθεί να ερμηνεύση τον τρόπο της δημιουργίας του Σύμπαντος και του κόσμου.

Οι φυσικοί επιστήμονες ύστερα από διάφορες παρατηρήσεις «συμφωνούν ότι το σύμπαν ξεκίνησε σaν ένα άπειρα πυκνό, μηδενικών διαστάσεων σημείο καθαράς ενέργειας» (Francis Collins).

Σε γενικές γραμμές η θεωρία αυτή είναι η ακόλουθη:

«Σύμφωνα με την θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης το Σύμπαν άρχισε από μία αρχέγονη κατάσταση πολύ υψηλής πυκνότητος να διαστέλλεται ταχύτατα, γεγονός που οδήγησε σε μείωση της αρχικής πυκνότητας και πτώση της θερμοκρασίας.

Σύντομα η ύλη κυριάρχησε πάνω στην αντιύλη, ίσως σε μια σειρά από διαδικασίες που προβλέπουν και την διάσπαση των πρωτονίων. Στο στάδιο αυτό πιθανόν να ήταν παρόντες πολλοί τύποι στοιχειωδών σωματιδίων.

Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, η θερμοκρασία του Σύμπαντος μειώθηκε αρκετά και επέτρεψε τον σχηματισμό ορισμένων πυρήνων. Σύμφωνα με την θεωρία, δημιουρ­γήθηκαν συγκεκριμένες ποσότητες υδρογόνου, ηλίου και λιθίου, οι οποίες επιβεβαιώνονται και από τις σύγχρονες παρατηρήσεις.

Ύστερα από 1.000.000 χρόνια το Σύμπαν είχε ψυχθή σε ικανοποιητικό βαθμό, ώστε να σχηματισθούν άτομα, οπότε κατέστη δυνατόν η ακτινοβολία να αρχίση να ταξιδεύει στον χώρο.

Κατάλοιπο του πρώϊμου Σύμπαντος είναι η ακτινοβολία μικροκυμμάτων του υποβάθρου (περίπου 3 βαθμών Κέλβιν) που ανακαλύφθηκε το 1965 από τους Άρνο Άλαν Πενζίας και Ρόμπερτ Γούντροου Γουίλσον.

Σύμφωνα με την θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης, το σημερινό Σύμπαν, εκτός από την συνηθισμένη ύλη και ακτινοβολία πρέπει να είναι επίσης πλήρες με νετρίνα, στοιχειώδη σωματίδια χωρίς μάζα ή ηλεκτρικό φορτίο. Υπάρ­χει πάντα η πιθανότητα να ανακαλυφθούν τελικά και άλλα κατάλοιπα του πρώϊμου Σύμπαντος» (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρους Larousse Britanica).

Σχετικά με την θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης», κατά τον μεγάλο επιστήμονα Φράνσις Κόλλινς, υπάρχει ένα αναπάντητο ερώτημα: «άν το Big Bang κατέληξε σ’ ένα σύμπαν που θα συνεχίσει να διαστέλλεται για πάντα, ή αν κάποια στιγμή θα νικήση η βαρύτητα και οι γαλαξίες θα αρχίσουν να συγκλίνουν πάλι μαζί καταλή­γοντας σε μια “Μεγάλη Σύνθλιψη”!

Πρόσφατες ανακαλύψεις αδιευκρί­νιστων πο­σο­τήτων γνωστών σaν σκοτεινή ύλη και σκοτεινή ενέργεια, που φαίνεται να απο­τελούν ένα πολύ σημαντικό μέρος του υλικού του σύμπαντος, κάνουν την απά­ντηση σ’ αυτό το ερώτημα να εκκρεμεί, αλλά οι περισσότερες ενδείξεις προς το παρόν προβλέπουν μάλλον έναν αργό μαρασμό, παρά μια δραματική κατάρ­ρευ­ση».

Ακόμη, η θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» θέτει σαφώς το ερώτημα: «τί έγινε πριν από αυτό και ποιός ή τί ήταν υπεύθυνος;». Αυτό το ερώτημα «ασφα­λώς δείχνει τα όρια της επιστήμης όσο κανένα άλλο φαινόμενο».

Είναι φυσικό ότι η θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» αρχίζει έναν διάλογο μεταξύ επιστήμης και θεολογίας ή στην πραγματικότητα μεταξύ επιστημόνων και θεολόγων.

Μερικοί επιστήμονες φθάνουν στο σημείο να αρνηθούν την ύπαρξη του Θεού και αποδίδουν την δημιουργία του Σύμπαντος στην ύλη, αλλά άλλοι αγνωστικιστές επιστήμονες μπροστά στο θέμα αυτό εκφράζονται ως θεολόγοι, όπως ο αστροφυσικός Robert Jastrow που λέγει: «Τώρα βλέπουμε πώς η αστρονομία οδηγεί σε μια βιβλική άποψη της προέλευσης του κόσμου.

Οι λεπτομέρειες διαφέρουν, αλλά τα ουσιώδη στοιχεία της αστρονομικής και βιβλικής περιγραφής της Γενέσεως είναι τα ίδια.

Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στον άνθρωπο, άρχισαν ξαφνικά και απότομα σε μια ορισμένη στιγμή στον χρόνο με μια λάμψη φωτός και ενέργειας».

Ο Φράνσις Κόλλινς παρατηρεί: «Οφείλω να συμφωνήσω (μέ τον Jastrow). Το Big Bang κραυγάζει για μια θεία εξήγηση.

Επιβάλλει το συμπέρασμα ότι η φύση είχε μια ορισμένη αρχή. Δεν μπορώ να δώ πώς η φύση θα μπορούσε να δημιουργήση τον εαυτό της. Μόνο μια υπερφυσική δύναμη που είναι έξω από τον χώρο και τον χρόνο μπορεί να το έχει κάνει αυτό».

2. «Το μποζόνιο του Χίγκς»

Όπως ελέχθη πιο πάνω οι επιστήμονες προσπαθούν να βρούν το υλικό εκείνο που υπήρχε μετά την «Μεγάλη Έκρηξη» και μορφοποίησε το Σύμπαν.

Ο Πίτερ Χίγκς είναι βρεττανός καθηγητής σε διάφορα Πανεπιστήμια της Αγγλίας και στην συνέχεια κατέληξε στο Εδιμβούργο όπου και ζή σήμερα.

Το έτος 1964 διατύπωσε την θεωρία του πεδίου Χίγκς, που έλαβε το όνομά του, σύμφωνα με την οποία θεωρία το πεδίο αυτό διαπερνά το Σύμπαν δίνοντας μάζα στα στοιχειώδη σωματίδια, δηλαδή με την θεωρία αυτή εξηγεί πώς η ύλη αποκτά μάζα.

Η θεωρία αυτή του Χίγκς ταλαιπώρησε τους ερευνητές και όπως γράφει ο καθηγητής Γεώργιος Μπαμπινιώτης, όταν ο Αμερικανός φρυσικός Dick Teresi το 1993 έγραψε ένα βιβλίο για το θέμα αυτό, έκανε λόγο για το «αναθεματισμένο σωματίδιο» («Goddamn particle»).

Όμως, ο εκδότης του έργου θεώρησε την λέξη «αναθεματισμένο» υβριστική και απέδωσε ευφημιστικώς το σωματίδιο ως «σωματίδιο του Θεού» («The God particle») (Εφημερίδα TA NEA). Έτσι, επικράτησε αυτή η ονομασία.

Το 2008 λειτούργησε ο Μεγάλος Επιταχυντής Ανδρονίων του CERN (Οργανισμός για την Πυρηνική Ενέργεια), όπου εργάσθηκαν πολλοί επιστήμονες, ο οποίος προκάλεσε συγκρούσεις δεσμών πρωτονίων με ταχύτητα λίγο μικρότερη από την ταχύτητα του φωτός, με σκοπό να ανακαλυφθούν τα μυστήρια της σωματιδιακής φυσικής και της προέλευσης του Σύμπαντος.

Έτσι, πρόσφατα, έγινε η ανακάλυψη «ενός σωματιδίου αόρατου και θνησιγενούς».

Από τις πληροφορίες που έχουν δημοσιευθή μάθαμε ότι από την διάσπαση των πρωτονίων «προέκυψαν άλλα σωματίδια που παγιδεύονταν στους ογκώδεις ανιχνευτές του CERN και από την μελέτη τους προέκυπταν ίχνη του άφαντου σωματιδίου.

Οπτικά, δεν θα μπορούσε κανείς να το αντικρύσει. Ζεί μόνο για ένα εκατομμυριοστό του δισεκατομμυριοστού του δισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου» (Εφημερίδα TA NEA). Το σωματίδιο αυτό άφησε μερικά ίχνη πίσω του και φάνηκε ότι υπάρχει.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες είναι ένα σωματίδιο «σήμα κατατεθέν ενός πεδίου, που απλώνεται σε ολόκληρο το Σύμπαν, και προσδίδει στα σωματίδια την μάζα που έχουν».

Όταν έγινε η «Μεγάλη Έκρηξη» όλα τα σωματίδια δεν είχαν μάζα, αλλά την «απέκτησαν όταν ενεργοποιήθηκε το πεδίο μετά την Μεγάλη Έκρηξη».

Το σωματίδιο του Χίγκς «αιχμαλωτίζει» τα στοιχειώδη σωματίδια και τα καθιστά βαρύτερα προσδίδοντάς τους μάζα. Έτσι, τα σωματίδια αποκτούν μάζα και ξεχύνονται στο Σύμπαν για να δημιουργήσουν τον κόσμο.

Το ερώτημα που τίθεται είναι πώς αυτό το «αόρατο» και «θνησιγενές» σωματίδιο μπόρεσε να δημιουργήση όλο το Σύμπαν, αλλά και τόσα όντα –έλλογα και άλογα– που κατοικούν στην γή και όλες τις ομορφιές; Και πώς σε αυτό το σωματίδιο οφείλεται όλη η λογικότητα του ανθρώπου και οι πνευματικές αναζητήσεις του Θεού από τον άνθρωπο;

Πάντως, οι επιστήμονες, παρά την ανακάλυψη αυτή, ισχυρίζονται ότι μένουν πολλά ακόμη σημεία να διευκρινισθούν που δεν μπορούμε τώρα να εξηγήσουμε στο Σύμπαν, όπως η λεγόμενη «σκοτεινή ύλη», που αποτελεί το 25% του Σύμπαντος, οι μαύρες τρύπες και οι «περίφημες έξτρα διαστάσεις».

Ο γνωστός ακαδημαϊκός Δημήτριος Νανόπουλος ισχυρίζεται ότι «τό μποζόνιο του Χίγκς» «ανοίγει τον δρόμο για την ερμηνεία πολύπλοκων καταστάσεων στο Σύμπαν», «μάς βοηθά να κατανοήσουμε περίπου το 4% του Σύμπαντος», ενώ «τό 25% του Σύμπαντος που αποτελείται από την λεγόμενη σκοτεινή ύλη παραμένει ακατανόητο και το Καθιερωμένο Μοντέλο μας είναι άχρηστο» (Εφημερίδα TA NEA).

Το υπόλοιπο του Σύμπαντος φαίνεται ότι αποτελείται από μια τελείως μυστηριώδη οντότητα, την σκοτεινή ενέργεια.

3. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης για την δημιουργία του κόσμου

Είναι ανάγκη να δούμε με συντομία την εκπληκτική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Νύσσης για την δημιουργία του κόσμου, που ομοιάζει κατά κάποιον τρόπο με την θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» με την διαφορά ότι την ερμηνεύει μέσα από την ενέργεια του Θεού, ότι, δηλαδή, ο Θεός με την άκτιστη ενέργειά Του δημιούργησε τον κόσμο.

Ο ά­γιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης α­πορ­ρί­πτει, ό­πως το κά­νουν ό­λοι οι ά­γιοι Πα­τέ­ρες, την αυ­τό­μα­τη δη­μιουρ­γί­α του κό­σμου, για­τί ό­λα έ­γι­ναν με την δη­μιουρ­γι­κή ε­νέρ­γεια του Θε­ού και προ­ήλ­θαν «εκ του μη ό­ντος». Τα πά­ντα δη­μιουρ­γή­θη­καν «ουκ αυ­το­μά­τω τι­νί συ­ντυ­χί­α, κα­τά τι­να ά­τα­κτον και τυ­χαί­αν φο­ράν».

Ε­κτός α­πό την αρ­χή της μη «αυ­το­μά­του συ­ντυ­χί­ας» για την δη­μιουρ­γί­α του κό­σμου, ο ά­γιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης κά­νει λό­γο για την «α­θρό­αν κα­τα­βο­λήν». Έ­τσι ε­ξη­γεί τον λό­γο του Μω­ϋ­σέ­ως «εν αρ­χή ε­ποί­η­σεν ο Θε­ός τον ου­ρα­νόν και την γήν».

Γρά­φει: «Η ούν α­θρό­α των ό­ντων πα­ρά της α­φρά­στου δυ­νά­με­ως του Θε­ού κα­τα­βο­λή αρ­χή πα­ρά του Μω­ϋ­σέ­ως, ή­γουν “κε­φά­λαιον” κα­τε­νο­μά­σθη». Η σύ­στα­ση των ό­ντων έ­γι­νεν α­θρό­ως: «Ό­τι α­θρό­ον της των ό­ντων συ­στά­σε­ως…».

Μιά άλ­λη βα­σι­κή αρ­χή που συν­δέ­ε­ται με το προ­η­γού­με­νο εί­ναι ό­τι στην κτί­ση υ­πάρ­χει ο λε­γό­με­νος «ε­γκεί­με­νος της κτί­σε­ως λό­γος». Α­κό­μη και ό­ταν δη­μιουρ­γή­θη­κε το Σύ­μπαν, πριν εμ­φα­νι­σθή κά­θε μέ­ρος, ό­λο το Σύ­μπαν βρι­σκό­ταν στο σκο­τά­δι, για­τί «ού­πω γάρ ε­ξε­φά­νη του πυ­ρός η αυ­γή υ­πο­κε­κρυμ­μέ­νη τοίς μο­ρί­οις της ύ­λης» και έ­τσι ό­λα ή­ταν α­ό­ρα­τα, α­φα­νή και α­να­κα­τεμ­μέ­να. Ό­ταν ο Θε­ός έ­δω­σε ε­ντο­λή για την γέ­νε­ση του κό­σμου, τό­τε αυ­τό το πύρ που ε­πι­σκια­ζό­ταν α­πό τα μό­ρια της ύ­λης ε­πρό­βα­λε και α­μέ­σως «τώ φω­τί τα πά­ντα πε­ρι­ηυ­γά­ζε­το».

Έπειτα, μέ­σα σε ό­λη την κτί­ση υ­πάρ­χει ο λό­γος του Θε­ού. Ο ά­γιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης κά­νει λό­γο για τον «ε­γκεί­με­νον της κτί­σε­ως λό­γον».

Σε κά­θε όν ε­νυ­πάρ­χει κά­ποιος σο­φός και τε­χνι­κός λό­γος, έ­στω κι αν ε­μείς δεν τον βλέ­που­με έτσι, «πάν το γι­νό­με­νον, λό­γω γί­νε­ται» και τί­πο­τα α­πό ε­κεί­να που δη­μιουρ­γή­θη­καν α­πό τον Θε­όν δεν νο­εί­ται «ά­λο­γον τι και συ­ντυ­χι­κόν και αυ­τό­μα­τον». Ό­ταν ο Θε­ός εί­πε «γεν­νη­θή­τω φώς», ερ­μη­νεύ­ε­ται ό­τι αυ­τό α­να­φέ­ρε­ται «εις τον ε­γκεί­με­νον της κτί­σε­ως λό­γον».

Αυ­τός ο λό­γος-ενέργεια που ε­νυ­πάρ­χει σε ό­λα τα ό­ντα χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό τον ά­γιο Γρη­γό­ριο Νύσ­σης «οι­ω­νεί σπερ­μα­τι­κή δύ­να­μις».

Πρό­κει­ται για την πρώ­τη ορ­μή του Θε­ού προς δη­μιουρ­γί­α, που υ­πήρ­χε «δυ­νά­μει» στην κτί­ση, ό­χι ό­μως και ε­νερ­γεί­α, διό­τι η γή ή­ταν α­κό­μη α­ό­ρα­τη και α­κα­τα­σκεύ­α­στη.

Η α­ρι­στο­τε­λι­κή αρ­χή του δυ­νά­μει και ε­νερ­γεί­α χρη­σι­μο­ποι­εί­ται α­πό τον ά­γιο Γρη­γό­ριο Νύσ­σης για να ερ­μη­νεύ­ση το πώς δη­μιουρ­γή­θη­κε η κτί­ση.

Αυ­τή η σπερ­μα­τι­κή δύ­να­μη στα ό­ντα, την ο­ποί­α έ­βα­λε ο Θε­ός, ε­νερ­γο­ποι­ή­θη­κε με την δύ­να­μη του λό­γου Του. Γρά­φει: «τή μεν δυ­νά­μει τα πά­ντα ήν εν πρώ­τη του Θε­ού πε­ρί την κτί­σιν ορ­μή, οι­ο­νεί σπερ­μα­τι­κής τι­νος δυ­νά­με­ως προς την του πα­ντός γέ­νε­σιν κα­τα­βλη­θεί­σης, ε­νερ­γεί­α δε τα κα­θ’ έ­κα­στον ού­πω ήν».

Έτσι, τα διά­φο­ρα εί­δη των ό­ντων ή­ταν α­πο­τέ­λε­σμα της σπερ­μα­τι­κής δυ­νά­με­ως και της δη­μιουρ­γι­κής ε­νέρ­γειας του Θε­ού. Στην αρ­χή ο Θε­ός δη­μιούρ­γη­σε την ά­μορ­φη ύ­λη που δεν ή­ταν ά­κτι­στη, και στην συ­νέ­χεια με τον δη­μιουρ­γι­κό Του λό­γο δη­μιούρ­γη­σε τις ποιό­τη­τες και έ­τσι δη­μιουρ­γή­θη­καν τα ε­πί μέ­ρους εί­δη.

Μέ αυ­τήν την δύ­να­μη και σο­φί­α που κα­τα­βλή­θη­καν στην κτί­ση για την τε­λεί­ω­ση κά­θε μο­ρί­ου του κό­σμου, «ειρ­μός τις α­να­γκαί­ος κα­τά τι­να τά­ξιν ε­πη­κο­λού­θη­σεν».

Γρά­φει ο ά­γιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης ό­τι ό­λα έ­χουν προ­κα­τα­νο­η­θή α­πό την σο­φί­α του Θε­ού «τά δια τι­νος α­να­γκαί­ας τά­ξε­ως κα­τά το α­κό­λου­θον εκ­βη­σό­με­να».

Γί­νε­ται φα­νε­ρό ό­τι η δη­μιουρ­γί­α του κό­σμου «εν αρ­χή» και η ε­πί μέ­ρους δη­μιουρ­γί­α των ό­ντων, ή­τοι το δυ­νά­μει και ε­νερ­γεί­α, η ά­μορ­φος ύ­λη, τα μό­ρια και η ε­ξέ­λι­ξή τους, οι ποιό­τη­τες έ­γι­ναν με την προ­σω­πι­κή ε­νέρ­γεια του Θε­ού, με τον δη­μιουρ­γι­κό Του λό­γο, που ει­σήλ­θε ευ­θύς εξ αρ­χής «α­θρό­ως» στην ου­σί­α των ό­ντων.

Α­πό ε­κεί με την δη­μιουρ­γι­κή ε­νέρ­γεια του Θε­ού προ­ήλ­θε αυ­τή η ορ­μή και το φώς που πε­ρι­έ­λου­σε την κτί­ση και δη­μιούρ­γη­σε τις ποιό­τη­τες των ει­δών.

Επομένως, ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό, με την άκτιστη δημιουρ­γική ενέργειά Του και μέσα σε όλη την κτίση υπάρχει η άκτιστη ενέργεια του Θεού που ουσιοποιεί και ζωοποιεί την κτίση.

4. Επιστήμονες και Πατέρες της Εκκλησίας

Επανερχόμενος στην σύγχρονη ανακάλυψη του «μποζονίου του Χίγκς» θέλω να υπενθυμίσω ότι μερικοί αποκάλεσαν αυτό το σωματίδιο ως «σωματίδιο του Θεού».

Άλλοι όμως διετύπωσαν την άποψη ότι κακώς αποδόθηκε ως «σωματίδιο του Θεού», αλλά ο καλύτερος ορισμός είναι «σωματίδιο θεός».

Υφίσταται μεγάλη διαφορά. Άλλο να υποστηρίζη κανείς ότι πρόκειται για έναν τρόπο με τον οποίο ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, και άλλο ότι αυτή η ενέργεια και η ύλη είναι θεός.

Στην δεύτερη αυτή περίπτωση όχι μόνον οδηγείται ο άνθρωπος στον αγνωστικισμό και τον αθεϊσμό, αλλά αποδέχεται τον ματεριαλισμό-υλισμό, ότι δηλαδή αρχή του κόσμου είναι η ύλη.

Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι προσπαθούσαν να απαντήσουν στο ερώτημα πώς δημιουργήθηκε και υπάρχει ο κόσμος καί, όπως λέγει ο Χάϊντε­γκερ, ερωτούσαν «γιατί υπάρχει ο κόσμος και όχι το τίποτα».

Μπορούμε να δούμε δύο γενικές απαντήσεις που δόθηκαν για το θέμα αυτό.

Μερικοί προσωκρατικοί φιλόσοφοι, όπως οι λεγόμενοι Ίωνες φυσικοί (Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης), που είναι «εισηγητές της λογικής, αμυθολόγητης κοσμοερμηνείας», μιλούσαν για την ύπαρξη της ύλης από την οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος, η οποία ύλη έχει μέσα της δύναμη, οπότε «ύλη και δύναμη είναι ένα» και «η ενέργειά της μηχανική».

Οπότε, ο κόσμος, κατά την ιωνική αντίληψη «είναι υλικός και μηχανικός». Αυτή η «ιωνική φυσική», «η φυσιολογία», όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, «έχει βάση τον ντετερμινισμό» (Χαράλαμπος Θεοδωρίδης).

Άλλοι, οι μεταφυσικοί φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων, ανέπτυξε την θεωρία των ιδεών, ότι όλα τα όντα είναι αντίγραφα των ιδεών που υπήρχαν στον νού του ανώτατου όντος, του Θεού, ο δε Αριστοτέλης έκανε λόγο για το «πρώτον ακίνητον κινούν».

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως είδαμε προηγουμένως και στον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, μελέτησαν τα σχετικά με την δημιουργία του κόσμου με θεολογικό λόγο.

Αρνήθηκαν και τον υλισμό και την μεταφυσική. Έτσι, στις δύο αυτές φιλοσοφικές κατευθύνσεις «εν αρχή ήν η ύλη» και «εν αρχή ήν η ιδέα», αντιπαρέθεσαν το «εν αρχή ήν ο Λόγος».

Ο Θεός είναι πρόσωπο, είναι αγάπη, αφού η αγάπη είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού. Επομένως ο Θεός δεν είναι ούτε ιδέα ούτε ύλη.

Έπειτα, λέγουν ότι ο Θεός εδημιούργησε τον κόσμο «εξ ούκ όντων», «εκ μη υπαρχούσης ύλης» με τον λόγο Του που είναι η άκτιστη ενέργειά Του, η οποία δημιουργεί κτιστά όντα.

Σύγχρονοι επιστήμονες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, ερμη­νεύ­οντας τις νέες ανακαλύψεις.

Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνοι που αποδέχονται κάποια δύναμη που βρίσκεται έξω από τον χώρο και τον χρόνο, η οποία δημιούργησε τον κόσμο.

Στην δεύτερη κατηγορία είναι οι αγνωστικιστές και οι άθεοι που ερ­μη­νεύουν την δημιουργία του κόσμου χωρίς να πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού. Πρό­σφατα διάβασα τις απόψεις ενός επιστήμονος που έλεγε: «Είμαστε μια ανα­κα­τανομή του τίποτα».

Επίσης έλεγε ότι η «Μεγάλη εικόνα» «πού έχουμε σήμερα για την εμφάνιση κι εξέλιξη του σύμπαντος» σε συνδυασμό με την δαρβινική εξέλιξη των ειδών «ελευθερώνει τον άνθρωπο από πολ­λά θεμελιώδη και υπαρξιακά ερωτήματα που τον απασχολούν από τότε που υπάρχει» (Δ. Νανόπουλος).

Πάντως, κατά τους Πατέρας, οι επιστήμονες μπορούν να ερευνούν τον κόσμο, να εξετάζουν από τί αποτελείται, πώς έγινε, αλλά δεν μπορούν να εισέρχωνται σε άλλα πεδία, δηλαδή της ύπαρξης ή μη του Θεού.

Άλλωστε, άλλο είναι το έργο της επιστήμης και άλλο το έργο της ορθόδοξης θεολογίας και δεν πρέπει να υπάρχη σύγκρουση ή σύγχυση μεταξύ τους.

Η επιστήμη ερευνά τον κτιστό κόσμο, την ύλη, τα άτομα, τα μόρια, τα πρωτόνια, τα σωματίδια, το κύτταρο, τα γονίδια κλπ. ενώ η θεολογία, που είναι εμπειρία, ασχολείται με το πώς ο άνθρωπος θα γνωρίση τον Θεό-πρόσωπο με τις άκτιστες ενέργειές Του.

Η επιστήμη προχωρεί σε διάφορες ανακαλύψεις οι οποίες πρέπει να ωφελούν και να μη βλάπτουν τους ανθρώπους, και η ορθόδοξη θεολογία δίνει απαντήσεις στις πνευματικές αναζητήσεις του ανθρώπου και στο πώς θα αποκτήση ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τους συνανθρώπους του, σε μια εποχή μάλιστα που όχι μόνον κηρύσσεται «ο θάνατος του Θεού», αλλά και «ο θάνατος του πλησίον».

Τελικά, όσες ανακαλύψεις και αν κάνη η επιστήμη, ο άνθρωπος πεινά και διψά για προσωπικό Θεό, για ανιδιοτελή αγάπη, εσωτερική ειρήνη και ελευθερία, για πληρότητα πνευματική, θέλει να μάθη τί υπάρχει πέρα από την κτίση, τί γίνεται μετά τον θάνατο, τί είναι η αιώνια ζωή κ.ά.

Ο άνθρωπος δεν είναι άλογο όν, αλλά αναπτύσσει πολιτισμό, καλλιεργεί τις πνευματικές αρχές, αναζητά τον Θεό και επιδιώκει να βιώση την αγάπη Του.

Ο άνθρωπος μπορεί να ζήση χωρίς επιστήμη, αλλά δεν μπορεί να ζήση χωρίς Θεό.

Επομένως, η επιστήμη προσπαθεί να δώση μια ερμηνεία για την δημιουργία και την σύσταση του κόσμου, αλλά εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι ποιός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο.

Ο Θεός δεν είναι μια άλογη δύναμη, ούτε ένα ευδαίμον όν, αλλά πρόσωπο, είναι ο Λόγος που δημιούργησε τον κόσμο και μέσα σε όλη την κτίση υπάρχουν οι «λόγοι των όντων», η ενέργεια του Θεού.

Ακόμη ο Θεός προσέλαβε σώμα για να θεώση τον άνθρωπο. Έτσι, ο άνθρωπος πού, κατά τον σημαντικό ορισμό του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, είναι «ζώον ενταύθα οικονομούμενον και αλλαχού μεθιστάμενον και πέρας του μυστηρίου τη προς Θεόν νεύσει θεούμενον», δεν αναπαύεται σε μερικές ανακαλύψεις, όσο ωφέλιμες κι αν είναι, αλλά αναζητά τον προσωπικό Θεό.

http://romfea.gr/arthra-apopseis/13101-2012-07-06-22-20-42

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο αιρετικός απολλιναρισμός.

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Δεκεμβρίου, 2014

Η αίρεση του Απολλιναρίου και η Β' Οικουμενική Σύνοδος

Τα στοιχεία ελήφθησαν από τον δεύτερο τόμο της Πατρολογίας του καθηγητή Στυλιανού Παπαδόπουλου, σελ. 530-541.

Ο απολλιναρισμός αναπτύχθηκε στα πλαίσια απόπειρας απάντησης του Απολλινάριου κυρίως στους οπαδούς του Αρείου και των Ανομοίων, στο «πως» έγινε η ενανθρώπιση του Θεού Λόγου. Προσπάθησε δηλαδή, θεολογικά, να ερμηνεύσει το«μυστήριο της ευσεβείας» κατά τον απόστολο Παύλο (Ά Τιμοθέου, 3:16). Όμως, η απάντησή του όχι μόνο θεολογική δεν ήταν, αλλά αντίθετη από αυτά που περιγράφονται τόσο στην Παλαιά Διαθήκη όσο και στην Καινή, σχετικά με την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου. Και τούτο, διότι δεν θεολόγησε βάση της εμπειρίας του δοξασμού, αλλά στοχάστηκε ανθρωπίνως βάση της φιλοσοφίας, που άκριτα δέχονταν. Αυτά που δίδασκε δεν συμφωνούσαν με την εν Αγίω Πνεύματι εμπειρία των θεούμενων, τόσο στην εποχή της Παλαιάς Οικονομίας όσο και της Νέας. Αποτέλεσμα ήταν να νοθεύσει την Πίστη που «άπαξ παραδόθηκε», ξεφεύγοντας από τα ορθόδοξα οροθέσια. Έτσι, έπεσε σε χριστολογικές κακοδοξίες, οι οποίες ακύρωναν το σωτήριο έργο του Χριστού, και οι οποίες καταδικάστηκαν επίσημα από την μεριά της Εκκλησίας, στην τοπική σύνοδο της Ρώμης το 377, στην τοπική σύνοδο της Αλεξάνδρειας το 378, στην τοπική σύνοδο της Αντιόχειας το 379, στην Β’ Οικουμενική το 381/382, και ξανά στην τοπική σύνοδο της Ρώμης το 382. Όπως αναφέρει ο Σωζομενός στην Εκκλησιαστική του Ιστορία, «[..] ετάραξε την Εκκλησίαν, και δογμάτων καινότητι την ειρημένην αίρεσιν εισήγαγεν [..](6:25:13). 
Πνευματικός κόσμος του Απολλινάριου.
 Ο Απολλινάριος, ήταν προσκολλημένος στην ελληνική κλασσική παιδεία και φιλοσοφία. Για αυτό, τα ποιητικά του κείμενα τα έγραφε σε αρχαιοελληνικά μέτρα, παρότι το γλωσσικό αισθητήριο της εποχής του ήταν ξένο ως προς την αρχαία προσωδία. Αυτό, δεν είναι απαραίτητα κακό. Το κακό είναι ότι προσπάθησε με φιλοσοφικό τρόπο και χωρίς διάκριση, να ερμηνεύσει τα μυστήρια της πίστεως. Όμως, οι Άγιοι Πατέρες, ποτέ δεν ασχολήθηκαν με την λογική ερμηνεία των μυστηρίων της πίστεως. Διότι και αυτά, δεν παραδόθηκαν στην Εκκλησία ως σωτήρια και ιερή παρακαταθήκη μέσω λογικής επεξεργασίας, αλλά μέσω θείας Αποκάλυψης και θεοφανειών. Ότι και αν είπαν, το είπαν στα πλαίσια της απάντησής τους στα μέλη εκείνα που μπήκαν στον πειρασμό να εξηγήσουν λογικά κάποια πράγματα, που όμως σε τελική ανάλυση, αυτά στα οποία κατέληγαν έρχονταν σε αντίθεση με την Αποκάλυψη, όπως αυτή εκφράζεται από το Ορθόδοξο βίωμα. Ο καθηγητής Ν. Ματσούκας, γράφει: «[..] η Εκκλησία εν μέσω ωδίνων και οδυνών θεσπίζει τον περιώνυμο δογματικό όρο, όπου η λύση του προβλήματος απλώς συνίσταται στην περιγραφή και προστασία του δόγματος της ενανθρώπησης, και όχι βέβαια στην ουσιαστική του ανάλυση και εξήγηση» (Γ’ τόμος, «Δογματική και Συμβολική Θεολογία», σελ. 248). Αυτή, είναι γενική θέση της Εκκλησίας. Οι θεούμενοι, οι Πατέρες και οι Διδάσκαλοι, εξετάζουν πάντα στο που οδηγεί κάποια θέση που ακούγεται για πρώτη φορά. Και αναλόγως, παίρνουν θέση επισήμως συνοδικά, απαντώντας στο γιατί δεν αποδέχονται την θέση αυτή. Ποτέ όμως δεν μπαίνουν στην διαδικασία να εξηγήσουν λογικά αυτά τα θέματα.
Ο ιστορικός Σωκράτης ο Σχολαστικός, διηγείται την προσκόλληση του Απολλινάριου και του πατέρα του σε έναν σοφιστή και εθνικό ιερέα, τον Επιφάνιο. Όταν ο επίσκοπος Λαοδίκειας, ο Θεόδοτος, διέκρινε ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά (ο πατέρας ήταν πρεσβύτερος και ο γιός ήταν αναγνώστης τότε), τους εμπόδιζε να φοιτούν σε αυτόν. Ωστόσο, δεν τον άκουσαν.
«Άμφω δε όμως τότε συνήκμαζον Επιφανίω τω σοφιστή, και γνήσιοι όντες φίλοι συνεκρότουν αυτόν. Δείσας δε Θεόδοτος ο της Λαοδικείας επίσκοπος μη τη συνεχεί τανδρός ομιλία προς τον Ελληνισμόν αποκλίνωσι, διεκώλυε φοιτάν παρ’ αυτόν· οι δε, μικρά του επισκόπου φροντίσαντες, την του Επιφανίου φιλίαν ησπάζοντο» (Εκκλ. Ιστορία Σωκράτους, 2:46).
Το αμβλύ εκκλησιαστικό αισθητήριο του Απολλινάριου, πιστοποιείται και από το περιστατικό κατά το οποίο ο Απολλινάριος και ο πατέρας του, παρέστησαν σε τελετουργία εθνικών, όπου όταν ζητήθηκε από τον εθνικό ιερέα Επιφάνιο, οι αμύητοι να εξέλθουν, εκείνοι παρέμειναν.
Αφηγείται ο ιστορικός Σωζομενός:
«[..] έτι γαρ Θεοδότου του προ αυτού την Λαοδικέων εκκλησίαν ιθύνοντος, κατ’ εκείνο καιρού διαπρεπών Επιφάνιος ο σοφιστής ύμνον εις τον Διόνυσον παρήει· διδασκάλω δε αυτώ χρώμενος Απολινάριος (έτι γαρ νέος ην) παρεγένετο τη ακροάσει συν τω πατρί· ομώνυμος δε ην αυτώ, γραμματικός ουκ άσημος. Επει δε του λόγου αρχόμενος Επιφάνιος, ως έθος τοις τα τοιάδε επιδεικνυμένοις λέγειν, τους αμυήτους και βεβήλους εξιέναι θύραζε εκέλευεν, ούτε δε Απολλινάριος ο νέος ούτε ο πρεσβύτης ούτε έτερος τις των παρόντων Χριστιανών της ακροάσεως απεχώρησε [..]» (Εκκλ. Ιστορία Σωζομενού, 6:25).
Η διδασκαλία του Απολλινάριου και τα τρωτά σημεία της.
Ο Απολλινάριος επιχείρησε να απαντήσει στο «πως» της ενανθρώπησης του Θεού Λόγου. Ποια ήταν δηλαδή η σχέση της θεότητας και της ανθρωπότητας στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Απολλινάριος προβάλλει μεν ένα και μοναδικό Υιό που είναι φύσει Θεός, όμως είχε αρνηθεί συνειδητά ότι ο Θεός Λόγος προσέλαβε συγχρόνως την σάρκα και την ψυχή του ανθρώπου. Εκείνος έλεγε ότι ο Θεός Λόγος προσέλαβε σάρκα και άλογη ψυχή. Η δε λογική ψυχή ( ο νους) ήταν ο Λόγος. Διέκρινε δηλαδή την ψυχή σε λογική και σε άλογη, κατά τα Πλατωνικά πρότυπα. Δηλαδή, ο Χριστός δεν είχε ολοκληρωμένη ανθρώπινη φύση, εφόσον έλειπε από αυτήν η λογική ψυχή. Συνεπώς, η σωτηρία δεν ήταν ολοκληρωμένη. Βάση της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη και του Δημόκριτου, θεώρησε ότι δύο τέλεια δεν γίνονται ένα. Διότι, για τον Απολλινάριο, δύο τέλειες φύσεις σημαίνει δύο υποστάσεις. Θέλοντας λοιπόν να αποδώσει μία υπόσταση στον Χριστό, και θεωρώντας την θεία φύση τέλεια, «κουτσούρεψε» την ανθρώπινη, προκειμένου να «ταιριάξει» στην σκέψη του την ένωση. Ο Υιός και Λόγος του Θεού κατά την ενανθρώπηση προσέλαβε μόνο το σώμα και την άλογη ψυχή του ανθρώπου, ενώ την θέση της λογικής ψυχής (ή του νου) κατέλαβε ο Λόγος. Επίσης, ταύτισε την φύση με το πρόσωπο. Ο τέλειος θείος Νους δεν θα μπορούσε ποτέ, κατ’ αυτόν, να συνυπάρξει με έναν ατελή και τρεπτό νου όπως τον ανθρώπινο. Το λάθος του εδώ, είναι ότι δεν κατάλαβε ότι ο Χριστός ως προς την ανθρωπότητα είχε την ανθρώπινη φύση πριν αυτή πέσει. Για αυτό και ο απόστολος Παύλος κάνει σαφώς λόγο για«ομοίωμα σαρκός αμαρτίας» (Ρωμαίους 8:3), κάτι που δείχνει ότι η ανθρώπινη φύση του Κυρίου δεν είχε ροπή στην αμαρτία. Για αυτό εξάλλου, το πρωτευαγγέλιο κάνει λόγο για «σπέρμα γυναικός» που θα συνέτριβε την κεφαλή του «όφεως» (Γένεση 3:15). Ως γνωστόν, η γυναίκα δεν έχει σπέρμα. Εδώ εννοείται η εκ παρθένου γέννηση. Η άσπορη γέννηση.  Εφόσον ο Χριστός γεννάται από την Παρθένο άνευ μεσολάβησης ανδρός, αυτό σημαίνει ότι δεν κληρονομείται η φθορά και ο σκοτισμός του νου του Αδάμ. Με άλλα λόγια, η ανθρώπινη φύση του Χριστού δεν κληρονομεί την φθορά του Προπατορικού.
Ο νους ταυτίζεται με την υπόσταση στην φιλοσοφική σκέψη του Απολλινάριου. Η σάρκα, άνευ του νου, δεν έχει υπόσταση δική της, συνεπώς ο Λόγος ως Νους παίρνει την θέση της λογικής ψυχής. Έτσι, η σάρκα δεν έχει υπόσταση και θέλημα άνευ του νου, συνεπώς μπορεί να προσληφθεί από τον Θεό Λόγο. Όπως έλεγε, έχουμε «σύνθεσιν Θεού προς σώμα ανθρώπινον». Μετά την ένωση Λόγου και σάρκας, ο Απολλινάριος είδε μία φύση στον Χριστό. Παρόλα αυτά, ενώ οδηγεί η σκέψη του στον Μονοφυσιτισμό, διαφέρει από αυτόν στο σημείο ότι ο Απολλινάριος αφήνει απρόσληπτη την φύση του ανθρώπου, ενώ ο Μονοφυσιτισμός την θεωρεί απορροφημένη από την θεία φύση.
Είναι προφανές, ότι ο Απολλινάριος δεν είχε καταλάβει την φύση της σωτηρίας του Χριστού. Κατά βάθος, δεν είχε κατανοήσει γιατί ο Θεός Λόγος ενανθρώπησε. Οι άγιοι Πατέρες, σε αυτό ακριβώς στηρίχθηκαν προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις φλυαρίες του. Εξάλλου, σε κανένα σημείο της Αγίας Γραφής, δεν παρουσιάζεται ο Χριστός, με λειψή την ανθρώπινη φύση του. Απεναντίας, παρουσιάζεται ως πλήρης άνθρωπος (κατά την ανθρωπότητά του), ο οποίος προκόβει σε σοφία και σε ηλικία. Αν είχε δίκιο ο Απολλινάριος, η σοφία του Ιησού δεν θα αυξάνονταν, εφόσον η Σοφία του Θεού είναι άπειρη και δεν έχει ανάγκη αυξήσεως. Αναφέρει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «και Ιησούς προέκοπτεν εν σοφία και ηλικίακαι χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις» (Λουκάς, 2:52). Δεν πρόκοβε μόνο στην ηλικία (που αφορά την σάρκα), αλλά και στην σοφία (που αφορά την λογική ψυχή). Αν η λογική ψυχή είναι ο Λόγος, θα αναγκαστούμε να δώσουμε τροπή στον Λόγο και αλλοίωση, τα οποία είναι άτοπα. Πέρα από αυτά, όταν αναφέρεται η ανθρώπινη φύση του, πάντα «άνθρωπος» αναφέρεται. Άνθρωπος κανονικός.
 Οι προσποιήσεις και οι παραχαράξεις του Απολλινάριου.
Ο Απολλινάριος, αντιλαμβανόμενος ότι οι θέσεις του δεν θα γίνονταν δεκτές, αντί να αναθεωρήσει, προχώρησε με αντιχριστιανικά μέσα. Κύρια πηγή για την μελέτη της πορείας του Απολλινάριου, είναι τρία έργα του: α) «Ομολογία προς τον αυτοκράτορα Ιοβιανό», β) «Επιστολές προς τους εν Διοκαισαρεία επισκόπους», και γ) «Προς Σεραπίωνα».
Η «Προς τον αυτοκράτορα Ιοβιανό», είναι επιστολή του Απολλινάριου στον αυτοκράτορα, που συντάχθηκε το 363, αναλύει τα χριστολογικά άρθρα του Συμβόλου της Νικαίας, αντικαθιστά τον όρο «ενανθρωπήσαντα» με κακόδοξες φράσεις, όπως το «γεγεννήσθαι κατά σάρκα». Αυτό σαφώς το έκανε εν γνώσει του, διότι ένα χρόνο πριν, το 362, αυτές οι απόψεις είχαν καταδικαστεί. Ο Απολλινάριος όμως επιμένει στις κακοδοξίες του.  Το «ενανθρωπήσαντα» που αναφέρει το Σύμβολο και που αποτελεί την ομολογία των Ορθοδόξων, σημαίνει ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού προσέλαβε τον όλο άνθρωπο (ψυχή και σώμα), και όχι μέρος του ανθρώπου (μόνο το σώμα) όπως πίστευε ο Απολλινάριος. Εκείνος λοιπόν, το αντικατέστησε με το «γεγεννήσθαι κατά σάρκα», όπου στην σκέψη του «σάρκα» σημαίνει μόνο το σώμα άνευ της ψυχής. Αλλά και στις άλλες δύο, κάνει παρόμοιες παραχαράξεις. Ενώ δηλώνει αφοσίωση στον Αθανάσιο και στην σύνοδο του 362, εντούτοις αλλοιώνει την απόφαση της συνόδου. Ενώ η σύνοδος αναφέρεται σε σάρκωση και ενανθρώπηση και ότι ο Λόγος γίνεται άνθρωπος για μας, προσλαμβάνοντας όλη την ανθρώπινη φύση για να την θεραπεύσει, εκείνος παρουσιάζει το κείμενο ως δήθεν να λέει ότι ο Λόγος έγινε σάρκα χωρίς  να αναλάβει ανθρώπινο νου, δηλαδή χωρίς να αναλάβει ψυχή λογική. Πρόκειται περί προσπάθειας εξαπάτησης του απατεώνα Απολλινάριου.
Μερικές από τις απαντήσεις των Αγίων Πατέρων.
Ας δούμε όμως μερικές από τις απαντήσεις των Αγίων Πατέρων, στο ζήτημα που έθεσε ο Απολλινάριος με την προβληματική «θεολογία»του.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στην επιστολή του προς τον Κληδόνιο, γράφει: «Να μην σε ξεγελούν οι άνθρωποι μήτε να τους ξεγελάς, όταν δέχονται τον Κυριακό, όπως αυτοί λένε, αλλά μάλλον τον Κύριό μας και Θεό, δίχως νου ανθρώπου. Γιατί βέβαια δεν χωρίζομε τον άνθρωπο από την θεότητα, αλλά μιλούμε για έναν και τον αυτόν, που δεν ήταν άνθρωπος πρώτα αλλά μονάχα Θεός και Υιός προαιώνιος, καθαρός από σώμα και ότι το σωματικό και τελικά και άνθρωπος που έγινε για την σωτηρία μας με παθητή σάρκα και απαθή θεότητα, περιορισμένος στο σώμα, απεριόριστος στο πνεύμα, ο ίδιος επίγειος συνάμα και ουράνιος, ορατός και νοητός, χωρητός και αχώρητος, ώστε με το αυτό θείο και ανθρώπινο όλο να αναπλαστεί όλος ο άνθρωπος που έπεσε στην αμαρτία» (ΕΠΕ 7, σελ. 179).
Σε άλλο σημείο στην ίδια επιστολή, γράφει:
«Όποιος στηρίζει τις ελπίδες του σε δίχως νου άνθρωπο, είναι ανόητος στα αλήθεια και ολότελα ανάξιος να σωθεί. Γιατί ότι δεν προσλαμβάνεται είναι αθεράπευτο· ενώ όποιο έχει ενωθεί με τον Θεό αυτό είναι που σώζεται. Αν ο Αδάμ αμάρτησε κατά το μισό του, το μισό είναι και εκείνο που έχει προσληφθεί και έχει σωθεί. Αν αμάρτησε ολόκληρος, τότε έχει ενωθεί ολόκληρος, έτσι όπως σαν σύνολο έχει γεννηθεί και σώζεται στο σύνολό του» (σελ. 183).
Ο Μ. Βασίλειος, στην επιστολή του «Προς τους Δυτικούς», γράφει: «Δεύτερος μετά από αυτόν είναι ο Απολλινάριος που προκαλεί στενοχωρίαν όχι μικράς εκτάσεως εις τας Εκκλησίας. Διότι με την άνεσιν που έχει εις την συγγραφήν και διαθέτων γλώσσαν ικανήν δια κάθε θέμα εγέμισε την οικουμένην με τα συγγράμματά του, παρακούσας εις την παραίνεσιν του λέγοντος ‘’να αποφύγεις να συγγράψεις βιβλία πολλά’’. Πράγματι είναι φανερόν ότι με το πλήθος αυτών έχει υποπέσει εις πολλάς πλάνας. [..] τα περί σαρκώσεως του Υιού διδάγματά του τόσην ταραχήν προεκάλεσαν εις τους αδελφούς, ώστε ολίγοι από εκείνους που τα ανέγνωσαν διατηρούν τον αρχαίον χαρακτήρα της ευσεβείας· οι δε πολλοί, δίδοντες προσοχήν εις τας καινοτομίας, έχουν εκτραπεί εις αναζητήσεις και ισχυρογνώμονας διερευνήσεις των ανωφελών τούτων λόγων» (ΕΠΕ 2, σελ.  49-51).
 Ο καθηγητής Β. Φειδάς, αναφέρει στην «Εκκλησιαστική Ιστορία», Α’ τόμος σελ. 587, τα εξής, όσον αφορά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης: «Ο Γρηγόριος Νύσσης αναίρεσε τη διδασκαλία του Απολλιναρίου, υποστηρίζοντας ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού προσέλαβε κατά τη σάρκωσή του ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, η οποία κατά την ‘’ανάκρασίν’’ της με την θεία φύση του Λόγου ‘’μεταστοιχειώθηκε’’ και ‘’θεώθηκε’’, χωρίς βέβαια να απορροφηθεί ή και να εξαφανισθεί στην απειρότητα της θείας φύσεως με οποιαδήποτε μορφή ‘’συγχύσεως’’ ή ‘’τροπής’’».
Ο άγιος Αμφιλόχιος Ικονίου, με ακρίβεια στις εκφράσεις του, διατυπώνει ως εξής τις χριστολογικές διατυπώσεις του, στην επιστολή προς τον Σέλευκο:
«Ούτω Θεόν και άνθρωπον τον Χριστόν ομολογούμεν, τον Υιόν του Θεού, ένα Υιόν, δύο φύσεων, παθητής τε και απαθούς, θνητής τε και αθανάτου [..]. Ένα Υιόν, δύο φύσεων φημί, ασυχγύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως. Πάσχειν τοίνυν ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ου θεότητι, αλλ’ ανθρωπότητι [..] αλλ’ επειδή εις εν πρόσωπον συντελούσιν αι φύσεις, η απαθής τα της παθητής οικειούται [..] Αναθεματισθήναι χρη τους την εκ μήτρας ένωσιν φύσεων λύοντας, έτι μην και κατά σύγχυσιν ή τροπήν νοούντας την άρρητον ένωσιν. Ώσπερ γαρ το την ένωσιν χωρίζειν της ορθοδοξίας αλλότριον και έξω της αληθείας και της ζωής, ούτω και το συγχέειν τας φύσεις της θεότητος και της ανθρωπότητος, αλλότριον Χριστιανισμού» (PG 39, 113).
Ο Θεοδώρητος Κύρου, μας πληροφορεί ότι στην Β’ Οικουμενική: «Ωσαύτως δε και την Απολλιναρίου καινοτομίαν προφανώς απεκήρυξαν ειρηκότες· ‘’και τον ‘’της ενανθρωπήσεως δε του Κυρίου λόγον αδιάστροφον σώζομεν, ούτε ‘’άψυχον ούτε άνουν ή ατελή την της σαρκός οικονομίαν παραδεχόμενοι’’(Εκκλησιαστική Ιστορία, 294)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »