kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Όμορφες στιγμές της παιδικής ηλικίας!

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Δεκεμβρίου, 2014

perierga.gr - Όμορφες στιγμές της παιδικής ηλικίας!

Προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τη φοβία του για την υγεία του γιου του, ο Adrian Murray ανέλαβε μια παράδοξη αποστολή: Να συλλαμβάνει στο φακό του όμορφες στιγμές της παιδικής ηλικίας του παιδιού του. Ο Adrian και η σύζυγός του Michelle ξύπνησαν ένα πρωί και βρήκαν τον μόλις 10 μηνών γιο τους να μην ανταποκρίνεται στην κούνια του – ένας εφιάλτης που μόλις άρχιζε. Πολλές ώρες αγωνίας στο νοσοκομείο, χιλιάδες εξετάσεις στο μωρό χωρίς σαφείς απαντήσεις για το πρόβλημά του, που συνέβη ξανά και ξανά σε διάστημα ενός μήνα.
Ο μικρός πήρε αγωγή και επέστρεψε στο σπίτι αλλά η φοβία του πατέρα είχε εγκατασταθεί για τα καλά μέσα του. Ο Adrian θέλησε μέσα από τις εικόνες του γιου του να κάνει σαφές σε όλους πόσο τρωτοί είμαστε… Σήμερα ο μικρούλης Emerson είναι μια χαρά και έχει και έναν μικρότερο αδερφό που γίνεται αυτός μέρος της παιδικής ηλικίας, ενώ το φωτογραφικό του άλμπουμ μέχει στην οικογένεια ως πολύτιμο έργο μιας δύσκολη περιόδου αλλά και ως δείγμα αισιοδοξίας για τη ζωή.
perierga.gr - Όμορφες στιγμές της παιδικής ηλικίας!perierga.gr - Όμορφες στιγμές της παιδικής ηλικίας!perierga.gr - Όμορφες στιγμές της παιδικής ηλικίας!perierga.gr - Όμορφες στιγμές της παιδικής ηλικίας!perierga.gr - Όμορφες στιγμές της παιδικής ηλικίας!perierga.gr - Όμορφες στιγμές της παιδικής ηλικίας!perierga.gr - Όμορφες στιγμές της παιδικής ηλικίας!πηγή

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η κατά σάρκα του Χριστού Οικονομία (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Δεκεμβρίου, 2014

Σχετικά με τη συγκαταβατική ενσάρκωση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τα όσα προσφέρθηκαν εξαιτίας της σ’ αυτούς που τον εμπιστεύτηκαν αληθινά και σχετικά με την αιτία που ο Θεός, αν και μπορούσε να ελευθερώσει με ποικίλους άλλους τρόπους το ανθρώπινο γένος από την υποταγή στο διάβολο, προτίμησε να χρησιμοποιήσει αυτή τη συγκαταβατική τακτική.

Μπορούσε, οπωσδήποτε, ο προαιώνιος και απεριόριστος και παντοκράτορας Λόγος και παντοδύναμος Υιός του Θεού, και χωρίς ο ίδιος να περιβληθεί την ανθρώπινη φύση, να απαλλάξει τους ανθρώπους από την υποτέλεια στο θάνατο και την υποδούλωση στο διάβολο, γιατί όλα υπακούουν στις εντολές του και το καθετί εξαρτιέται από τη θεϊκή εξουσία του, όλα έχει τη δύναμη να τα ενεργεί και, σύμφωνα με τον Ιώβ, τίποτε δε βρίσκεται έξω από τις δυνατότητές του, άλλωστε, απέναντι στην απόλυτη υπεροχή του δημιουργού, η δύναμη αντίστασης των δημιουργημάτων χρεοκοπά, κανένα δεν είναι ισχυρότερο από τον Παντοκράτορα.
Όμως, αυτή η τακτική σωτηρίας, δηλαδή με την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, ήταν η πιο προσαρμοσμένη στη δική μας φύση, την ανθρώπινη αδυναμία μας κι ακόμα ήταν η πιο αντάξια του Θεού που την εφάρμοζε μια και χαρακτηριζόταν από το στοιχείο της δικαιοσύνης, χωρίς το οποίο καμιά ενέργεια του Θεού δεν πραγματοποιείται. «Δίκαιος γαρ ο Θεός, και δικαιοσύνας ηγάπησε, και ουκ έστιν αδικία εν αυτω», όπως λέει κι ο ψαλμωδός Προφήτης.
Ο άνθρωπος εγκατέλειψε το Θεό πρώτος και, κατά συνέπεια, δίκαια εγκαταλείφθηκε από το Θεό, τότε κατέφυγε, με τη θέλησή του, στον αρχηγό της κακίας, που τον είχε παρασύρει με τις δόλιες αντίθεες συμβουλές του, δίκαια, πάλι, κατά συνέπεια, παραδόθηκε σ’ αυτόν, έτσι εισχώρησε στον κόσμο ο θάνατος, ως αποτέλεσμα του φθόνου του πονηρού και με την άδεια, τη δίκαιη, του αγαθού Θεού. Και ο θάνατος, εξαιτίας της υπερβάλλουσας κακότητας του αρχηγού της κακίας διπλασιάστηκε, κοντά σε κείνον που προσκολλήθηκε στην ανθρώπινη φύση, προστέθηκε κι ο άλλος που αυτός ο ίδιος ο διάβολος βίαια τον προξενεί.
Επειδή, λοιπόν, η υποταγή στο διάβολο και η παράδοση στο θάνατο επήλθε ως δίκαιη συνέπεια, έπρεπε και η επάνοδος του ανθρώπινου γένους στην ελευθερία και τη ζωή να συντελεστεί από το Θεό πάλι ως δίκαιη συνέπεια. Και δεν ήταν μόνο η παράδοση του ανθρώπου στο φθονερό εχθρό του, που πρόκυψε ως συνέπεια της θείας δικαιοσύνης, ήταν και το γεγονός ότι ο ίδιος ο διάβολος, που αποξενώθηκε από τη δικαιοσύνη του Θεού και επεδίωξε άδικα να εξουσιάζει και να μην υπακούει πουθενά και να καταπιέζει, βρισκόμενος σε διάσταση με τη δικαιοσύνη, χρησιμοποίησε τη δύναμή του ενάντια στον άνθρωπο.
Ο Θεός, λοιπόν, θεώρησε ότι προείχε να νικηθεί πρώτα ο διάβολος με τη δικαιοσύνη, με την οποία έχει ανοιχτή διαμάχη, και κατόπιν να νικηθεί με τη θεϊκή υπεροχή, δηλαδή με την ανάσταση και τη μέλλουσα κρίση. Γιατί αυτή είναι η σωστή σειρά, να προηγείται η δικαιοσύνη από τη δύναμη, αυτό αρμόζει αληθινά στη θεϊκή αγαθή διακυβέρνηση του κόσμου, όχι στην καταπιεστική επιβολή: να ακολουθεί η δύναμη, αφού πρώτα επιβληθεί η δικαιοσύνη.
Και, όπως ο διάβολος, ο παμπάλαιος φονιάς του ανθρώπου, ξεσηκώθηκε εναντίον μας από φθόνο και μίσος, έτσι κι ο ζωοδότης μπήκε στη μάχη με το μέρος μιας από άπειρη αγαθότητα κι αγάπη για τον άνθρωπο. Και όπως εκείνος, χωρίς να του έχει παρασχεθεί το δικαίωμα, έβαλε σκοπό του να καταστρέψει το πλάσμα του Θεού, έτσι κι ο πλάστης, έχοντας αντίθετα, κάθε δικαίωμα, αποφάσισε να σώσει το δημιούργημά του. Και όπως εκείνος πέτυχε με την αδικία και τη δολιότητα να καταγάγει νίκη και να γκρεμίσει τον άνθρωπο από το θεοδώρητο αξίωμά του, έτσι κι ο ελευθερωτής με δικαιοσύνη και σοφό σχέδιο επέφερε την πανωλεθρία του αρχηγού της κακίας και την ανακαίνιση του ανθρώπου.
Λοιπόν, ο Θεός απέφευγε να χρησιμοποιήσει, πράγμα που μπορούσε, τη δύναμη, ώσπου να προχωρήσει στην απόδοση της δικαιοσύνης, πράγμα που ήταν αναγκαίο. Έτσι άλλωστε φάνηκε ξεκάθαρα η δύναμη της δικαιοσύνης, αφού προτιμήθηκε ως τακτική από τον παντοδύναμο που κανένας δεν μπορεί να τον νικήσει. Απ’ αυτό μάλιστα θα ‘πρεπε και οι άνθρωποι να παραδειγματιστούν, ώστε να ζουν με δικαιοσύνη την επίγεια ζωή τους, ώστε στην αιώνια ζωή της αθανασίας ν’ αναλάβουν τη δύναμη και να μη τη χάσουν ποτέ.
Κι ακόμα έπρεπε ο διάβολος που τότε νίκησε τον άνθρωπο, να νικηθεί από τη νικημένη ανθρώπινη φύση και να κατατροπωθεί αυτός που με τόση πανουργία παγίδευσε τον άνθρωπο. Γι’ αυτό το σκοπό χρειαζόταν απαραίτητα να υπάρξει ένας άνθρωπος αναμάρτητος. Όμως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. «Ουδείς γαρ, λέει η Γραφή, αναμάρτητος, ουδ’ αν μία ημέρα η ζωή αυτού» και «τις καυχήσεται αγνήν έχειν την καρδίαν;»
Μονάχα ο Θεός, κανένας άλλος, δεν μπορεί να είναι αναμάρτητος. Γι’ αυτό ακριβώς ο Θεός Λόγος, ο γεννημένος από το Θεό ευθύς απ’ την αρχή της ύπαρξής του, και πάντοτε ενωμένος μ’ Αυτόν (δεν είναι δυνατό να υπάρξει η να εννοηθεί ποτέ Θεός στερημένος λόγου) και ουδέποτε διαχωρισμένος απ’ Αυτόν, ο ένας υπαρκτός Θεός (το αντιφέγγισμα του ήλιου δεν είναι άλλον φως διαφορετικό απ’ τον ήλιο και οι ηλιακές ακτίνες δεν είναι άλλοι ήλιοι), γι αυτό, λοιπόν, ο μόνος αναμάρτητος Υιός και Λόγος του Θεού καθίσταται γιος ανθρώπου, χωρίς βέβαια, να αλλάζει τίποτε ως προς τη θεότητά του, μένοντας, όμως, ακηλίδωτος ως προς την ανθρώπινή του ιδιότητα.
«Ος, όπως προφήτευσε ο Ησαϊας, αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματί αυτού». Και όχι μόνο αυτό, αλλά και κείνος που δε «συνελήφθη εν ανομίαις» και δεν «εκυήθη εν αμαρτίαις» καθώς διαπιστώνει, μιλώντας για τον εαυτό του, ή μάλλον για ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, ο Δαβίδ στους Ψαλμούς. Γιατί η επανάσταση της σάρκας έχει ως αυτόματη συνέπεια την καταδίκη που είναι και λέγεται φθορά.
Αυτή η επανάσταση αν και δε γίνεται με τη θέληση του ανθρώπου, αν και φανερά βρίσκεται σε αντίθεση με τους νόμους της νόησης και παρά το γεγονός ότι τιθασεύεται από τους ενάρετους και προσανατολίζεται μόνο προς τον τομέα δημιουργίας παιδιών, έτσι ή αλλιώς σπρώχνει τον άνθρωπο προς τη φθορά και δεν είναι παρά έφεση για ικανοποίηση των παθών αυτού που δε συνειδητοποίησε την τιμή που αξιώθηκε η φύση μας από το Θεό, αλλά εξομοιώθηκε με τα κτήνη.
Γι αυτό και δε γεννήθηκε, απλώς Θεός ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά και από Παρθένο επίλεκτη και απαλλαγμένη από βρώμικους σαρκικούς λογισμούς, σύμφωνα με τους προφήτες, γεννήθηκε από Παρθένο στη μήτρα της οποίας επέφερε τη σύλληψη όχι κάποια σαρκική όρεξη, αλλ’ ο ερχομός του Αγίου Πνεύματος. Αυτό που συνέβηκε ήταν η υποδοχή και η αποδοχή του ουράνιου χαρμόσυνου μηνύματος, όχι υπόκυψη και δοκιμή στη γεμάτη πάθος σαρκική επιθυμία.
Μακριά από κάθε τέτοια εμπειρία, η σύλληψη έγινε μέσα στην πνευματική ευφροσύνη και την επικοινωνία με το Θεό. «Ιδού γαρ η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», απάντησε η άσπιλη Παρθένος στον άγγελο που της έφερε το μήνυμα της χαράς, συνέλαβε και γέννησε. Προκειμένου έτσι ο νικητής του διαβόλου, όντας άνθρωπος – θεάνθρωπος να κατάγεται, βέβαια, από το ανθρώπινο γένος, να μη μετέχει όμως στην κληρονομούμενη αμαρτία. Αυτός μόνος απ’ όλους τους ανθρώπους να συλληφθεί χωρίς να συντρέχει το γεγονός της παρακοής, μόνος αυτός να μπει στη μήτρα της μητέρας του χωρίς να μεσολαβήσει η εμπαθής ηδονή της σάρκας και οι βρώμικες επιθυμίες που χαρακτηρίζουν τη μιασμένη από την παρακοή ανθρώπινη φύση.
Προκειμένου έτσι ο Χριστός να υπάρξει τέλεια απαλλαγμένος από κάθε μόλυνση που μεταδίδεται στους απογόνους, με αποτέλεσμα να μην έχει καμιά ανάγκη κάθαρσης ο ίδιος, και να δέχεται τα πάντα με σοφία για χάρη μας. Και έτσι να γίνει ο ολοκληρωτικά νέος Άνθρωπος και να παραμείνει νέος πραγματικά κι αταλάντευτα, χωρίς καθόλου να παλιώνει πάλι, και να ανοικοδομήσει, προσφερόμενος ο ίδιος ως θεμέλιο και ως όργανο, τον παλιό Άνθρωπο και να τον διατηρήσει πάντα νέο, μια και μπορεί να διώξει μακριά κάθε στοιχείο παλιό και φθαρμένο.
Γιατί και κείνος, ο πρώτος Άνθρωπος δημιουργήθηκε καταρχήν πεντακάθαρος και ήταν νέος ωσότου με τη θέλησή του ακολούθησε το διάβολο και εκτράπηκε στις σαρκικές ηδονές και ξέπεσε μες το βούρκο της αμαρτίας με αποτέλεσμα να παλιωθεί και να κατρακυλήσει στην παραφθορά της φυσικής του κατάστασης.
Γι’ αυτό ο Κυβερνήτης του κόσμου δεν ανακαινίζει τον άνθρωπο, παράδοξα, μόνο με κάποια εξωτερική ενέργεια του, αλλά τον προσλαμβάνει και τον αγκαλιάζει. Και δεν ανορθώνει μόνο και ξαναστεριώνει την ανθρώπινη φύση, αλλά και την περιβάλλεται με τρόπο απερίγραπτο και ενώνεται και ταυτίζεται μαζί της, και γεννιέται συγχρόνως Θεός και άνθρωπος από γυναίκα βέβαια, ώστε να πάρει πίσω της φύση του που ο ίδιος έπλασε κι ο πονηρός με τη συμβουλή του τού έκλεψε, παρθένο όμως, για να καταστήσει τον άνθρωπο νέο, γιατί αν γεννιόταν με σπέρμα ανδρός, θα έφερνε την κληρονομιά της αμαρτίας και δε θα ήταν καινούριος άνθρωπος, δε θα ήταν ο αρχηγός και χορηγός της ζωής εκείνης που ποτέ δεν παλιώνει, δε θα κατάφερνε, αν άνηκε στην παλιά ξεπεσμένη κατάσταση, να προσλάβει ολόκληρη τη διαφανή θεότητα και να καταστήσει τη σάρκα ανεξάντλητη πηγή αγιασμού τόσο, ώστε να ξεπλύνει και να καθαρίσει πλέρια το μολυσμό των προπατόρων και να επαρκέσει για τον εξαγιασμό και όλων των επιγόνων. Γι’ αυτό ακριβώς, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, αλλά αυτός ο ίδιος ο Κύριος, νικημένος από την αγάπη του για μας, θέλησε να μας σώσει και να μας αναπλάσει, με το να γεννηθεί τέλειος άνθρωπος όπως και μεις, μένοντας όμως συγχρόνως αναλλοίωτα Θεός.
(Πηγή: Χ.Φ.Ε.)  : alopsis

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΙΑ Η περίδοξος γόνος της Ρώμης και ασκητικώς διαλάμψασα πάνσεμνος νύμφη του Χριστού

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Δεκεμβρίου, 2014

Μέσα στην πολυάριθμη χορεία των καλλιπαρθένων γυναικών μαρτύρων που αγάπησαν με όλη τους την ψυχή τον Νυμφίο Χριστό και έλαβαν τον αμάραντο στέφανο της αγιότητος και της θεϊκής δόξας, συναριθμείται και η ένδοξος οσιοπαρθενομάρτυς του Χριστού Αγία Ευγενία, η χαριέστατη αυτή αμνάς του Κυρίου και πανάμωμος νύμφη του Υψίστου, η οποία αξιώθηκε να μαρτυρήσει για την αγάπη Του κατά την ημέρα της ευφροσύνου εορτής της Ενανθρωπήσεως του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Η τιμωμένη υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας στις 24 Δεκεμβρίου καλλιπάρθενος και πάνσεμνος νύμφη του Χριστού Αγία Ευγενία, η οποία αναδείχθηκε «κρηπίς παρθενίας καί συνέσεως», «ἐνδιαίτημα θείας ἀρετῆς», «φωτόλαμπρος λαμπάς χρηστοηθείας καί ἀνδρικῆς φρονήσεως», καταγόταν από τη Ρώμη και έζησε το δεύτερο μισό του 3ου μ.Χ. αιώνα κατά τους χρόνους του βασιλιά Κομμόδου.
Οι γονείς της ονομάζονταν Φίλιππος και Κλαυδία, είχε δε και δύο αδελφούς, τον Αβίτα και τον Σέργιο. Όταν όμως ο επιφανής και πλούσιος πατέρας της, ο Φίλιππος, διορίσθηκε έπαρχος στην Αλεξάνδρεια, έχοντας μάλιστα υπό την εξουσία του ολόκληρη την Αίγυπτο, εγκαταστάθηκε εκεί και η ευγενέστατη στην ψυχή, η ενάρετη στη βιοτή και η όμορφη στην εξωτερική εμφάνιση κόρη του, η Ευγενία. Στην περιώνυμη πόλη της Αλεξάνδρειας, η οποία την εποχή εκείνη ήταν κέντρο παιδείας, γραμμάτων και τεχνών με μεγάλη πνευματική ακτινοβολία, μορφώθηκε η ευφυής Ευγενία και απόκτησε ελληνική και ρωμαϊκή παιδεία και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε όλοι τη θαύμαζαν για τη σοφία της, όταν έγινε δεκαπέντε ετών. Για τον Ιησού Χριστό όμως δεν της είχε μιλήσει κανείς, αφού ο πατέρας της ήταν ειδωλολάτρης. Παρόλα αυτά ο ειδωλολάτρης αυτός έπαρχος κυβερνούσε τον λαό με δικαιοσύνη και αγαπούσε τους καλούς και ενάρετους ανθρώπους. Γι’ αυτό και συμπαθούσε τους χριστιανούς, οι οποίοι διακρίνονταν για την ενάρετη βιοτή και τη σωφροσύνη τους. Ακολουθώντας όμως πιστά τις προσταγές του βασιλιά δεν τους επέτρεπε να κατοικούν μέσα στην πόλη, αλλά έξω από τα τείχη αυτής. Απεναντίας εξεδίωκε και συχνά φόνευε τους κακούς ανθρώπους και ιδιαίτερα τους Ιουδαίους και τους μάντεις. 
Στο μεταξύ η φήμη της ενάρετης και σοφής Ευγενίας προσέλκυσε το ενδιαφέρον του άρχοντα Ακυλίνου που είχε μάλιστα το αξίωμα του υπάτου στη Ρώμη και ζήτησε από τον πατέρα της, τον Φίλιππο, να την παντρευτεί. Η σεμνή και ενάρετη όμως Ευγενία αρνήθηκε μία τέτοια πρόταση, αφού δήλωσε στον πατέρα της ότι επιθυμεί να μείνει σε όλη της τη ζωή παρθένος. Άλλωστε η φιλομάθειά της την οδήγησε στο να αρχίσει να μελετά χριστιανικά βιβλία, μέσα από τα οποία γνώρισε την αλήθεια περί του αληθινού Θεού. Όταν μάλιστα κάποια ημέρα έπεσαν στα χέρια της οι επιστολές του θεηγόρου Αποστόλου των Εθνών Παύλου και τις διάβασε με επιμέλεια, κατενόησε πλήρως το μεγαλείο του ενός και αληθινού Θεού, του και Δημιουργού όλου του κόσμου. Το γεγονός αυτό τη σαγήνευσε σε τέτοιο βαθμό, ώστε έχοντας μέσα στην ψυχή της τον θείο έρωτα, εγκατέλειψε τους γονείς και το σπίτι της, όπου διέμενε, και αποφάσισε να αφιερωθεί στον Νυμφίο Χριστό για όλη της τη ζωή. Για να μπορέσει όμως να φύγει από το σπίτι, ζήτησε μία ημέρα από τους γονείς της να μεταβεί έξω από την πόλη για να γνωρίσει τα μέρη που υπάρχουν. 
Έτσι αφού πήρε δύο υπηρέτες, τον Πρωτά και τον Υάκινθο, βγήκε από την πόλη και με την άμαξα έφτασε σε τόπο, όπου οι χριστιανοί είχαν οικοδομήσει εκκλησία. Τη στιγμή μάλιστα εκείνη έλεγαν το γνωστό ρητό: «Πάντες οἱ θεοί τῶν ἐθνῶν δαιμόνια. Ὁ δέ Κύριος τούς οὐρανούς ἐποίησεν». Μόλις η Ευγενία άκουσε αυτούς τους λόγους, μίλησε στους δύο υπηρέτες για την πλάνη των ειδωλολατρικών θεών, ενώ τους τόνισε το μεγαλείο των χριστιανών, οι οποίοι πιστεύουν στον αληθινό Θεό και είναι ενάρετοι, σώφρονες και ταπεινοί. Γι’ αυτό τον λόγο τους δήλωσε ότι θέλει να γίνει χριστιανή, τους πρότεινε δε να ασπασθούν και εκείνοι τη χριστιανική πίστη, ώστε να κερδίσουν τη σωτηρία της ψυχής τους και να ζουν και οι τρεις ως πνευματικά αδέλφια κάτω από την προστασία και την αγάπη του ενός και αληθινού Θεού. Οι δύο υπηρέτες συμφώνησαν να ακολουθήσουν τη σωτήρια πρόταση της Ευγενίας και αφού προχώρησαν μέσα στη νύχτα, έφτασαν σε τόπο, όπου η σεμνή και ενάρετη κόρη είχε ακούσει ότι υπάρχει μοναστήρι, το οποίο βρίσκεται υπό την πνευματική καθοδήγηση του εναρέτου επισκόπου Έλενου, ο οποίος είχε ενθρονίσει στη μονή τον ηγούμενο Θεόδωρο. Στη μονή αυτή δεν επιτρεπόταν όμως να εισέλθει γυναίκα. Γι’ αυτό και έδωσε την εντολή στους δύο υπηρέτες να την κουρέψουν και αφού βάλει στη συνέχεια ανδρικά ενδύματα, να εισέλθουν και οι τρεις στη μονή, ώστε να συναριθμηθούν στην αδελφότητά της. Τότε ο Πρωτάς και ο Υάκινθος εκτέλεσαν την εντολή της Ευγενίας και κατόπιν και οι τρεις κατευθύνθηκαν προς το μοναστήρι. 
Στη διαδρομή συνάντησαν έναν επίσκοπο, τον οποίο ακολουθούσε πλήθος χριστιανών. Μάλιστα η Ευγενία ρώτησε κάποιον, ονόματι Ευτρόπιο, ποιος είναι ο γέροντας που προηγείται μπροστά από όλους. Τότε πληροφορήθηκε ότι είναι ο επίσκοπος Έλενος, ο οποίος με θαυματουργικό τρόπο απέδειξε ότι είναι απεσταλμένος του Ιησού Χριστού σε αντίθεση με κάποιον μάντη, ονόματι Ζαρέα, ο οποίος διακήρυττε ότι τον έστειλε ο Θεός για να διδάξει και να ευεργετήσει τους ανθρώπους. Αλλά για να λάμψει η αλήθεια και το μεγαλείο του αληθινού Θεού, διέταξε ο επίσκοπος Έλενος να ανάψουν μία μεγάλη φωτιά και να μπουν και οι δύο μέσα. Όποιος από τους δύο θα έμενε άθικτος από τη φωτιά, θα ήταν και ο απεσταλμένος του Κυρίου. Ο Ζαρέας πρότεινε να μπει πρώτος ο Έλενος, ο οποίος έμεινε σώος και αβλαβής για πολλή ώρα μέσα στη φωτιά. Βλέποντας όμως ο πλανεμένος μάντης το παράδοξο αυτό γεγονός, τρομοκρατήθηκε και προσπάθησε να φύγει. Τότε ο κόσμος τον άρπαξε και τον έριξε μέσα στη φωτιά. Όταν όμως άρχισε να καίγεται, φώναζε κλαίγοντας τόσο πολύ, ώστε τον λυπήθηκε ο Έλενος και αφού τον έβγαλε μέσα από τη φωτιά μισοπεθαμένο, τον έδιωξε έξω από την πόλη. 
 
Ακούγοντας η Ευγενία από τον Ευτρόπιο αυτή τη διήγηση, εντυπωσιάσθηκε τόσο πολύ, ώστε τον παρακάλεσε να μιλήσει στον ενάρετο επίσκοπο ότι επιθυμεί τόσο εκείνη όσο και οι δύο συνακόλουθοί της να γίνουν μοναχοί. Τότε ο Ευτρόπιος υποσχέθηκε να μιλήσει στον Έλενο, αλλά αργότερα, διότι είναι κουρασμένος και θέλει να αναπαυθεί. Ο επίσκοπος όμως είδε στον ύπνο του γλυπτό είδωλο γυναίκας, το οποίο ήταν αντικείμενο λατρείας από τους ανθρώπους. Τότε ο Έλενος απευθυνόμενος με θλίψη στο είδωλο, το ρώτησε γιατί δέχεται να το λατρεύουν οι άνθρωποι, αφού είναι δημιούργημα του Θεού. Στο άκουσμα αυτών των λόγων η γυναίκα που λατρευόταν ως θεά, πλησίασε τον επίσκοπο και του δήλωσε ότι δεν πρόκειται να αποχωρισθεί από κοντά του, μέχρι να την οδηγήσει στον Δημιουργό της. Μόλις ξύπνησε ο Έλενος, έμεινε εκστατικός από το όνειρο. Κατενόησε όμως πλήρως τη σημασία του, όταν ο Ευτρόπιος του είπε ότι τρεις άνδρες που είναι αδέλφια, αρνήθηκαν την ειδωλολατρική πίστη και επιθυμούν να βαπτισθούν και να γίνουν μοναχοί σ’ αυτό το μοναστήρι, με την παράκληση όμως να μείνουν και οι τρεις μαζί. 
Μόλις εμφανίσθηκαν ενώπιον του επισκόπου, η Ευγενία του είπε ότι είναι τρία αδέλφια κατά σάρκα από τη Ρώμη και τα ονόματά τους είναι Ευγένιος, Πρωτάς και Υάκινθος. Τότε ο Έλενος απευθυνόμενος στην Ευγενία της είπε ότι ορθά ονομάσθηκε Ευγένιος, διότι έχει ανδρικό φρόνημα, παρόλο που έχει γυναικεία φύση. Μάλιστα για την αγάπη Του άλλαξε σχήμα και όνομα και φαίνεται άνδρας, ενώ στην πραγματικότητα είναι γυναίκα. Αυτό βεβαίως το γνωρίζει, διότι του το αποκάλυψε ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος βλέπει την καθαρότητα και αγνότητα της ψυχής της, γι’ αυτό και η ενάρετη κόρη επιθυμεί να ζήσει μέσα στην πνευματική αγαλλίαση του Παραδείσου. Όμως ο επίσκοπος απευθύνθηκε και στους δύο συνακολούθους της Ευγενίας, τον Πρωτά και τον Υάκινθο, και τους είπε ότι ο Κύριος του αποκάλυψε ότι παρόλο που έτυχε να είναι υπηρέτες, είναι ελεύθεροι στη σκέψη και την ψυχή. Γι’ αυτό και ο Ιησούς Χριστός δεν τους θεωρεί δούλους, αλλά φίλους, αφού δεν εμπόδισαν την Ευγενία στην πραγματοποίηση της αφιερώσεώς της στον Θεό και μάλιστα τη συνόδευσαν με προθυμία. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει και τους τρεις μέσα στην άφθαστη χαρά της Βασιλείας των Ουρανών. Κατόπιν ο Έλενος βάπτισε και τους τρεις και αφού τους έκειρε μοναχούς, τους συναρίθμησε στην αδελφότητα της μονής. 
 
Στο μεταξύ μόλις επέστρεψε η άμαξα στο σπίτι της Ευγενίας, βγήκαν όλοι οι υπηρέτες και οι συγγενείς να την προϋπαντήσουν. Όταν όμως ανέβηκαν στην άμαξα, είδαν ότι η σεμνή και ενάρετη κόρη του Φιλίππου και της Κλαυδίας δεν υπήρχε. Τότε οι γονείς και τα αδέλφια της, αλλά και όλοι οι δούλοι άρχισαν να κλαίνε γοερώς, να χτυπούν τα στήθη τους και να φωνάζουν δυνατά, επειδή είχαν χάσει την πολυαγαπημένη τους Ευγενία. Μάλιστα επιστρατεύτηκαν άνθρωποι για να ψάξουν να τη βρουν και ρώτησαν ακόμη και γεωργούς, μάντεις και εμπόρους, αλλά όλες οι προσπάθειες απέβησαν άκαρπες. Τότε ο Φίλιππος ζήτησε από τους ιερείς των ειδώλων να παρακαλέσουν τους πατρώους θεούς, ώστε να βρεθεί η χαμένη κόρη του, υποσχόμενος να τους δώσει πλούσια δώρα. Σε περίπτωση όμως που δεν του αποκαλύψουν τον τόπο, όπου βρίσκεται η Ευγενία, θα θανατωθούν ανηλεώς. Εκείνοι όμως για να σώσουν τη ζωή τους, συμφώνησαν μεταξύ τους και του είπαν ότι οι θεοί ορεγόμενοι την ομορφιά της, την άρπαξαν στους ουρανούς και την έκαναν θεά. Μόλις άκουσε αυτά ο πατέρας της, έδωσε τη διαταγή να της κατασκευάσουν χρυσό άγαλμα και να τη λατρεύουν ως θεά. 
Στο μοναστήρι όμως, όπου μόναζε η Ευγενία, η πανεύφημος αυτή νύμφη του Χριστού, αναδείχθηκε με τους σκληρούς ασκητικούς της αγώνες, την αξιομνημόνευτη υπακοή, την άκρα ταπείνωση και την καθημερινή συμμετοχή της στις ακολουθίες της μονής «καλλονή ἀσκητριῶν», κατέστη δε ολόλαμπρο παράδειγμα προς μίμηση των συμμοναστών της. Για τις πολλές της αρετές αξιώθηκε από τον Θεό να θαυματουργεί αδιαλείπτως στους ασθενείς που προσέρχονταν στη μονή για την ίαση της ψυχής και του σώματός τους. Μετά όμως από τρία έτη παραμονής της στη μονή, εκοιμήθη ο ηγούμενος Θεόδωρος και τότε όλοι οι μοναχοί εκτιμώντας την ενάρετη βιοτή και τις πάμπολλες αρετές της και μη γνωρίζοντας βέβαια ότι πρόκειται για γυναίκα που κρύβεται πίσω από το όνομα Ευγένιος, άρχισαν να την παρακαλούν να αναλάβει την ηγουμενία της μονής. Εκείνη όμως φοβόταν να αναλάβει τέτοιο υψηλό αξίωμα, δεδομένου ότι ήταν γυναίκα. Τη λύση τη βρήκε όμως μέσα από το Ευαγγέλιο, από τη γνωστή ρήση του Κυρίου στους Αποστόλους : «εἴ τις θέλει νά εἶναι πρῶτος εἰς σᾶς, ἄς γίνῃ μικρότερος καί πάντων διάκονος». Έτσι δέχθηκε να αναλάβει την ηγουμενία της μονής, εκτελώντας τα ευτελέστερα διακονήματα μαζί με τους ασκητικούς της αγώνες και τα διάφορα ανδραγαθήματα.  
Στην Αλεξάνδρεια ζούσε όμως και μία πλούσια γυναίκα, ονόματι Μελανθία, η οποία ήταν πονηρή και άσεμνη. Κάποια στιγμή αρρώστησε βαριά και πήγε στο μοναστήρι για να τη θεραπεύσει ο ενάρετος ηγούμενος Ευγένιος. Μόλις έφτασε εκεί και αφού άλειψε τη Μελανθία με λάδι, θεραπεύτηκε αμέσως. Για την ευεργεσία αυτή η θεραπευθείσα γυναίκα απέστειλε στη μονή χρυσά νομίσματα, τα οποία όμως η πανάμωμος Ευγενία της τα επέστρεψε, υποδεικνύοντάς της να τα διανείμει στους φτωχούς. Αλλά η Μελανθία την παρακάλεσε να δεχθεί τα δώρα της, έκτοτε δε άρχισε να συχνάζει στο μοναστήρι και να συναντά τον αγαπημένο της ηγούμενο. Όμως η πολλή της αγάπη και εκτίμηση προς το πρόσωπο της Ευγενίας, την οποία θεωρούσε ότι είναι άνδρας, μεταβλήθηκε σε σαρκικό έρωτα λόγω της ομορφιάς και της νεότητος της παναμώμου νύμφης του Υψίστου. Έτσι προσποιήθηκε ότι είναι και πάλι ασθενής και έστειλε άνθρωπο να ειδοποιήσει τον ηγούμενο να πάει να την επισκεφθεί στο σπίτι της. Όταν η Ευγενία μπήκε στο δωμάτιο της δήθεν ασθενούς, η Μελανθία έδιωξε όλους τους υπηρέτες. Κατόπιν αποκάλυψε στον ηγούμενο ότι είναι πολύ ερωτευμένη μαζί του και επιθυμεί να τον παντρευτεί, του υποσχέθηκε δε να τον καταστήσει κυρίαρχο ολόκληρης της περιουσίας της. Τότε η Ευγενία της απάντησε εξοργισμένη ότι δεν επιθυμεί να μολύνει την παρθενία της και ο πλούτος της είναι τα ουράνια αγαθά, αφού είναι νυμφευμένη με τον Ουράνιο Νυμφίο, τον Ιησού Χριστό. Στο άκουσμα αυτών των λόγων η μιαρή Μελανθία θύμωσε, αλλά και φοβήθηκε μήπως και διασυρθεί το όνομά της. Γι’ αυτό και πήγε στην Αλεξάνδρεια και συκοφάντησε στον έπαρχο Φίλιππο τον ηγούμενο Ευγένιο ως ασελγή. Συγκεκριμένα του είπε ότι ένας όμορφος, αλλά άσεμνος νεαρός, προσποιούμενος μάλιστα ότι είναι και ευλαβής χριστιανός, την πλησίασε και αφού της είπε αρχικά μιαρά λόγια, προσπάθησε να τη βιάσει, ευτυχώς όμως που φώναξε μία υπηρέτρια και έτσι σώθηκε. Ο έπαρχος Φίλιππος εξαγριώθηκε, ακούγοντας αυτό το ανοσιούργημα, και διέταξε να φέρουν δεμένους τόσο τον ηγούμενο όσο και τους υπόλοιπους αδελφούς της μονής που ανέρχονταν σε τριακόσιους. Κατόπιν τους οδήγησε όλους στη φυλακή μέχρι να αποφασίσει τη θανάτωσή τους. 
Το γεγονός αυτό διαδόθηκε ταχύτατα στην πόλη και τη γύρω περιοχή και πλήθος ανδρών και γυναικών συγκεντρώθηκε στην αγορά την ημέρα της θανατικής καταδίκης, φωνάζοντας ότι ο αλυσοδεμένος ηγούμενος Ευγένιος πρέπει να θανατωθεί και μάλιστα με φρικτά βασανιστήρια. Απευθυνόμενος ο έπαρχος στην Ευγενία την επέπληξε αυστηρότατα για την πονηρή και αναίσχυντη συμπεριφορά της απέναντι σε μία ευγενική και συνετή άρρωστη γυναίκα, όπως ήταν η Μελανθία. Τότε η Ευγενία του απάντησε εξοργισμένη ότι ο Θεός την πρόσταξε να κάνει υψηλά πράγματα, μεταξύ δε άλλων να διατηρήσει άσπιλη την παρθενία της. Του τόνισε επίσης ότι εάν θέλει να είναι δίκαιος, θα πρέπει να ακούσει και τις δύο πλευρές για να μην καταλήγει σε λανθασμένα συμπεράσματα και πέφτει σε κατάκριση. Στην περίπτωση δε που αποδειχθεί ότι ο ηγούμενος έφταιξε, να υποστεί και την πρέπουσα τιμωρία, εάν όμως το φταίξιμο είναι στη Μελανθία, τότε να μην τιμωρηθεί, διότι ο Χριστός διδάσκει να μην ανταποδίδουμε το κακό στους άλλους, αλλά να τους ευεργετούμε. Τότε ο έπαρχος συμφώνησε να ακούσει και τις δύο πλευρές. Κατόπιν η Ευγενία απευθύνθηκε στη Μελανθία, επιπλήττοντάς την για το ότι τολμά και λέει ψέματα ενώπιον του Θεού και για την παντελή έλλειψη συνείδησης, αφού επιθυμεί και επιδιώκει να τιμωρούνται οι αθώοι. Η μιαρή και άσεμνη όμως γυναίκα δεν έδειξε καμία μεταμέλεια και μάλιστα έφερε και μία υπηρέτρια ως αυτόπτη μάρτυρα για να επιβεβαιώσει τις ανυπόστατες κατηγορίες. Τότε ο έπαρχος εξοργισμένος ρώτησε την Ευγενία τι έχει να απαντήσει σε όλες αυτές τις κατηγορίες. Σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή που τίθετο πλέον σε κίνδυνο η ζωή όλων των αδελφών της μονής, αφού έβλεπε η Ευγενία ότι όλοι έτειναν να πιστέψουν τις συκοφαντίες της Μελανθίας, αποφάσισε να αποκαλύψει επιτέλους την αλήθεια. Έτσι αφού δήλωσε ότι παρόλο που η αρχική της πρόθεση ήταν να υπομείνει μέχρι τέλους αυτόν τον φοβερό πειρασμό, θα αποκαλύψει αυτό που γνωρίζει μόνο ο Κύριος, προκειμένου να μην ντροπιάσει το μοναχικό σχήμα. Έτσι αποκάλυψε ότι είναι γυναίκα, αλλά ενδύθηκε με ανδρική αμφίεση, μιμούμενη τις γυναίκες που υπερέβησαν τη γυναικεία φύση για να καταπολεμήσουν τους δαιμονικούς πειρασμούς. Μάλιστα για να γίνει απόλυτα πιστευτή, έσχισε το ανδρικό ένδυμα μέχρι τη μέση για να δουν όλοι ολοφάνερα τη γυναικεία της φύση. Στη συνέχεια απευθυνόμενη στον Φίλιππο του είπε ότι είναι η κόρη του, η Ευγενία, η δε σύζυγός του, η Κλαυδία, είναι η μητέρα της. 
Στο άκουσμα αυτής της φοβερής και απρόσμενης αποκάλυψης όλοι σκίρτησαν από απερίγραπτη χαρά και αγαλλίαση και ανεφώνησαν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο ένας και αληθινός Θεός σε αντίθεση με τους ιερείς των ψεύτικων ειδωλολατρικών θεών που διακήρυτταν ότι η Ευγενία αρπάχθηκε από τους πατρώους θεούς. Μάλιστα ο έπαρχος Φίλιππος έντυσε την κόρη του με λαμπρά στολή και την ανέβασε σε υψηλό θρόνο για να τη δουν και να τη χαρούν όλοι. Κατόπιν βαπτίσθηκε χριστιανός ο ίδιος και έδωσε τη διαταγή οι χριστιανοί να κατοικούν μέσα στην πόλη και να λατρεύουν ελεύθερα τον ένα και αληθινό Θεό. Μάλιστα η διαταγή αυτή του επάρχου επικυρώθηκε επισήμως και από τους βασιλείς Σεβήρο και Αντωνίνο. 
Κάποιοι όμως ειδωλολάτρες ενημέρωσαν τους βασιλείς ότι στην Αλεξάνδρεια κινδυνεύει να εξαφανισθεί η λατρεία των προγονικών θεών, διότι ο έπαρχος Φίλιππος εγκατέλειψε την πατρώα πίστη και λατρεύει έναν άνθρωπο που σταυρώθηκε από τους Ιουδαίους. Επιπλέον αποδίδει περισσότερη τιμή στους χριστιανούς σε σύγκριση με εκείνους που λατρεύουν τους προγονικούς θεούς. Γι’ αυτό τον λόγο εστάλη από τους βασιλείς επιστολή στον Φίλιππο, στην οποία τον προειδοποίησαν ότι εάν δεν συνεχίσει να λατρεύει τους θεούς, θα χάσει το αξίωμα και την περιουσία του. Τότε ο χριστιανός πλέον έπαρχος προσποιήθηκε ότι είναι άρρωστος και αφού πούλησε όλη του την περιουσία, μοίρασε τα μισά χρήματα σε εκκλησίες και μοναστήρια, ενώ τα άλλα μισά τα διένειμε στους φτωχούς. Κατόπιν χειροτονήθηκε επίσκοπος σύμφωνα με την επιθυμία όλου του λαού της Αλεξάνδρειας, αφού είχε καταστεί ένθερμος υπερασπιστής της χριστιανικής πίστεως και διέθετε επιμελημένη ελληνική παιδεία. Ως επίσκοπος διέλαμψε για ένα έτος και τρεις μήνες, διότι πληροφορούμενοι οι βασιλείς τα γενόμενα, έστειλαν στη θέση του τον έπαρχο Τερέντιο και τον διέταξαν να φονεύσει τον Φίλιππο με μυστικό και δόλιο τρόπο. Έτσι ο νέος ειδωλολάτρης έπαρχος δωροδόκησε κάποιους ανθρώπους για να προσποιηθούν ότι είναι χριστιανοί και να φονεύσουν τον Φίλιππο, τον οποίο και κατέσφαξαν την ώρα που προσευχόταν. Παρόλα αυτά έζησε τρεις ημέρες, παρακαλώντας τον Θεό να στερεώσει την πίστη στους νεοφώτιστους χριστιανούς, κατόπιν δε παρέδωσε την αγία του ψυχή στον δικαιοκρίτη Ύψιστο. Ενταφιάσθηκε σε μία εκκλησία εντός της πόλεως, την οποία είχε οικοδομήσει ο ίδιος, ενώ η σύζυγός του, η Κλαυδία, ανήγειρε εκεί κοντά πανδοχείο για την ανάρρωση των ασθενών και τη φιλοξενία των ξένων. Μετά τον θάνατο του Φιλίππου η Κλαυδία μαζί με την Ευγενία και τα δύο αδέλφια της, αλλά και τους δύο πιστούς υπηρέτες, τον Πρωτά και τον Υάκινθο, επέστρεψαν στη Ρώμη, όπου οι Ρωμαίοι εξέλεξαν τον μεν Αβίτα ανθύπατο Καρθαγένης, τον δε Σέργιο βικάριο της Αφρικής. Η Ευγενία μαζί με τη μητέρα της, την Κλαυδία, και τους δύο υπηρέτες παρέμειναν στο σπίτι τους, διάγοντας τον βίο με προσευχή και νηστεία. Μάλιστα η πανάμωμος και πάνσεμνος Ευγενία νουθετούσε τις κόρες των αρχόντων της πόλεως, ώστε να αποκτήσουν θεοσέβεια και να διατηρήσουν την παρθενία τους. 
Την εποχή όμως αυτή ζούσε στη Ρώμη μία νεαρή και όμορφη κοπέλα με βασιλική καταγωγή, η οποία ονομαζόταν Βασίλα και είχε μνηστευτεί με τον εξέχοντα άρχοντα Πομπήιο. Η Βασίλα επιθυμούσε όμως διακαώς να γνωρίζει από κοντά την Ευγενία για να γίνει χριστιανή, αλλά οι συγγενείς της δεν της επέτρεπαν να βγει έξω από το σπίτι, μέχρι να παντρευτεί. Τότε εκείνη έστειλε με τον υπηρέτη Πορθμέα ένα γράμμα στην Ευγενία, μέσα από το οποίο την παρακαλούσε θερμά να της αποστείλει τις αρχές της χριστιανικής πίστεως. Η Ευγενία απέστειλε τότε στη Βασίλα για να καθοδηγηθεί πνευματικά και να διδαχθεί την αμώμητο χριστιανική πίστη τον Πρωτά και τον Υάκινθο, τους οποίους υποδέχθηκε με ιδιαίτερη χαρά, ενώ τους τίμησε ως αποστόλους του Χριστού. Το ευφρόσυνο αυτό γεγονός πληροφορήθηκε ο επίσκοπος της Ρώμης Κορνήλιος, ο οποίος κατόρθωσε μία νύχτα να τη βαπτίσει κρυφά χριστιανή. Έκτοτε η Ευγενία και η Βασίλα συνδέθηκαν μεταξύ τους πνευματικά με μοναδικό πρόσωπο αναφοράς τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, παρόλο που δεν μπορούσαν να συναντηθούν και να συνομιλήσουν από κοντά. 
Την εποχή όμως εκείνη (253-260μ.Χ.) βασίλευαν στη Ρώμη οι αυτοκράτορες Βαλλεριανός και Γαλλιηνός και με την ανάρρησή τους στην εξουσία ξεκίνησαν έναν αδυσώπητο διωγμό εναντίον των χριστιανών, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο επίσκοπος Κορνήλιος δεν τολμούσε να παρουσιασθεί πουθενά. Έβγαινε μόνο κρυφά για να κοινωνήσει τη Βασίλα και την Ευγενία, οι οποίες κατόρθωσαν κάτω από αυτές τις επικίνδυνες συνθήκες για τη ζωή τους να συναντηθούν επιτέλους και να συνομιλήσουν. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι στην ένδοξο καλλιπάρθενο Ευγενία αποκάλυψε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός ότι της έχει ετοιμάσει δύο στεφάνια, το ένα για τους σκληρούς αγώνες και τους ποικίλους πειρασμούς στην Αίγυπτο και το άλλο για τον θάνατο που θα λάβει χώρα στη Ρώμη για την αγάπη Του. 
Στο μεταξύ μία υπηρέτρια της Βασίλας ενημέρωσε τον αρραβωνιαστικό της, τον Πομπήιο, ότι η μνηστή του έγινε χριστιανή και δεν πρόκειται να ξαναέρθει στο σπίτι του. Τότε ο Πομπήιος θύμωσε πολύ και πήγε στον θείο της Βασίλας για να του πει να επισπευθεί ο γάμος του. Ο θείος της όμως του απάντησε ότι η ανιψιά του είναι πλέον ενήλικη και για τη ζωή της αποφασίζει η ίδια. Κατόπιν ο εξαγριωμένος αρραβωνιαστικός πήγε στο σπίτι της Βασίλας, αλλά εκείνη τον ενημέρωσε μέσω της υπηρέτριάς της ότι πρέπει να φύγει, διότι δεν επιθυμεί να παντρευτεί, αλλά θέλει να μείνει παρθένος σε όλη της τη ζωή. Στο άκουσμα αυτών των λόγων εξαγριώθηκε τόσο πολύ ο ειδωλολάτρης άρχοντας, ώστε μαζί με τους συμβούλους του πήγε στους βασιλείς και τους επεσήμανε τον μεγάλο κίνδυνο που διατρέχει αυτή τη στιγμή η Ρώμη από τους χριστιανούς, αφού περιφρονούν όχι μόνο την πίστη των πατρώων θεών, αλλά και τους βασιλικούς νόμους, φτάνουν δε ακόμη και στο σημείο να διαλύουν και τους γάμους. Τότε δόθηκε η διαταγή και μάλιστα γραπτώς που διαμήνυε ότι ή η Βασίλα θα παντρευόταν τον Πομπήιο ή θα οδηγείτο στον θάνατο, η δε Ευγενία ή θα θυσίαζε στους προγονικούς θεούς ή θα θανατωθεί, όπως και όλοι οι χριστιανοί με φρικτά βασανιστήρια. Όταν όμως άκουσε η Βασίλα αυτή τη διαταγή, δήλωσε με παρρησία ότι νυμφεύτηκε τον ίδιο τον Ιησού Χριστό και δεν επιθυμεί σχέση με φθαρτούς ανθρώπους. Η θαρραλέα αυτή ομολογία πίστεως την οδήγησε στη δι’ αποκεφαλισμού μαρτυρική της τελείωση.
Κατόπιν οι δήμιοι οδήγησαν με βιαιότητα τον Πρωτά και τον Υάκινθο στο ναό του θεού Δία για να προσφέρουν θυσία. Εκεί όμως οι πιστοί δούλοι του Θεού άρχισαν να προσεύχονται στον Κύριο, ο Οποίος συνέτριψε το ειδωλολατρικό είδωλο που βρισκόταν μπροστά τους. Το γεγονός αυτό εξόργισε τόσο πολύ τον έπαρχο της Ρώμης Νικίτιο, ώστε τους αποκεφάλισε. Στη συνέχεια ο ειδωλολάτρης έπαρχος απευθυνόμενος στην Ευγενία, τη ρώτησε πού έμαθε την τέχνη της μαγείας, με την οποία εξουσιάζει τους μεγάλους θεούς. Αλλά η πάνσεμνος νύμφη του Χριστού του απάντησε ότι τα πάντα γίνονται με την παντοδυναμία και τη χάρη του ενός και αληθινού Θεού. Τότε κατ’ εντολήν του επάρχου οδηγήθηκε με τη συνοδεία ενός δημίου στον ναό της θεάς Αρτέμιδος για να προσκυνήσει τα ψεύτικα είδωλα. Όταν όμως μπήκε η Ευγενία στον ναό, προσευχήθηκε στον αιώνιο και παντοδύναμο Θεό με αποτέλεσμα να επακολουθήσει ισχυρός σεισμός, να πέσει όλος ο ναός και να συντριβεί το άγαλμα της Αρτέμιδος. Το παράδοξο αυτό γεγονός προκάλεσε θαυμασμό και πολλοί πίστεψαν ότι ήταν θαυματουργική επέμβαση του Θεού, ενώ δεν έλειψαν και εκείνοι που ισχυρίστηκαν ότι πρόκειται για μαγεία. 
Όταν πληροφορήθηκε ο αυτοκράτορας τα γενόμενα, διέταξε να δέσουν μία μεγάλη πέτρα στον τράχηλο της Ευγενίας και να τη ρίξουν στον βυθό του ποταμού Τίβερη. Η πέτρα όμως λύθηκε και η πανάμωμος κόρη περπατούσε με ασφάλεια πάνω στο νερό. Κατόπιν την έριξαν σε αναμμένο καμίνι, μέσα από το οποίο βγήκε σώα και αβλαβής. Αλλά και στη σκοτεινή φυλακή που την έκλεισαν, πιστεύοντας ότι θα αποβιώσει από την πείνα, επέζησε, αφού οι Άγγελοι της έδιναν καθημερινά ουράνια τροφή, ενώ είχε την ξεχωριστή ευλογία να την επισκεφθεί και ο ίδιος ο Βασιλεύς των Αγγέλων. Αξιοσημείωτο είναι μάλιστα το γεγονός ότι κατά την ευλογημένη και πανευφρόσυνη ημέρα της εορτής της Γεννήσεως του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού η ένδοξος οσιοπαρθενομάρτυς Αγία Ευγενία, η οποία αναδείχθηκε «τῶν σεπτῶν καί ὁσίων ἀθληφόρων τό ἀγλάισμα» και «τῶν στερροψύχων ἀθλητριῶν τό σέμνωμα», κατεσφάγη από τον δήμιο και έτσι έλαβε τον αμάραντο στέφανο της αγιότητος και της αιωνίου ζωής. Το ιερό της λείψανο ενταφίασαν η μητέρα της, η Κλαυδία, και τα δύο αδέλφιά της σ’ έναν αγρό έξω από τη Ρώμη. Η Ευγενία όμως για να παρηγορήσει τη μητέρα της που έκλαιγε διαρκώς πάνω από τον τάφο της, της παρουσιάσθηκε στον ύπνο και τη διαβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε μεγάλη πνευματική αγαλλίαση μαζί με τον πατέρα της και τους άλλους χριστιανούς. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να κλαίει και να στεναχωριέται. 
 
Οι ασκητικοί αγώνες, το ανδρείο φρόνημα, οι πάμπολλες αρετές και το ένδοξο μαρτύριο της Αγίας Ευγενίας υμνούνται και γεραίρονται και μέσα από την πλούσια υμνογραφία που συντάχθηκε προς τιμήν της, τόσο από τον Υμνογράφο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, Γεράσιμο Μοναχό τον Μικραγιαννανίτη, ο οποίος εποίησε Ακολουθία, Παρακλητικό Κανόνα και Χαιρετιστηρίους Οίκους στην Αγία όσο και από τον Μέγα Υμνογράφο της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας, Δρ. Χαραλάμπη Μ. Μπούσια, ο οποίος συνέταξε Ακολουθία και Παρακλητικό Κανόνα προς τιμήν της. Αλλά και η ευσέβεια του ορθόδοξου ελληνικού λαού ανήγειρε ιερούς ναούς επ’ ονόματί της. Έτσι στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο ναοί (εξωκκλήσια-παρεκκλήσια) αφιερωμένοι στην Αγία Ευγενία έχουν καταγραφεί στις περιοχές Επισκοπή της Ύδρας και Λαγκάδες της Τήνου, στα χωριά Άνω Μερά της Μυκόνου και Καμπιά της Χίου, καθώς και στην Ιερά Μονή Αγίου Ραφαήλ Θερμής Λέσβου. Αξιομνημόνευτη είναι και η ιστορηθείσα από τον αείμνηστο Φώτη Κόντογλου εικόνα της Αγίας, η οποία κοσμεί το τέμπλο του μεγαλοπρεπούς Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Εισοδίων Θεοτόκου (Παναγίας Οδηγήτριας) Κιμώλου.
Στη σημερινή αλλοπρόσαλλη κοινωνία του 21ου αιώνα, όπου επικρατεί η ελευθερία των ηθών και η έλλειψη εγκράτειας και σωφροσύνης, προβάλλει η Αγία Ευγενία, η καλλιπάρθενος και πάνσεμνος αυτή νύμφη του Χριστού, η «ἀνδροπρεπῶς ἀσκήσασα καί πλάνου τεχνάσματα φυγοῦσα τῇ θεία συνεργείᾳ» ως ολόλαμπρο παράδειγμα εναρέτου βιοτής, άκρας ταπεινώσεως και απολύτου αφοσιώσεως στον Νυμφίο Χριστό. Ας επικαλεστούμε λοιπόν τις πρεσβείες της και ας μιμηθούμε την αγάπη και την πίστη της στον Κύριο, ώστε να αξιωθούμε και εμείς της πνευματικής εκείνης χαράς που βίωσε και βιώνει μέχρι σήμερα η «τῆς χαρᾶς οὐρανῶν ἀεί κατατρυφῶσα» Αγία Ευγενία.
Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Εκπαιδευτικός
Βιβλιογραφία
· Ο κατά πλάτος βίος της Αγίας ενδόξου οσιοπαρθενομάρτυρος Ευγενίας, Ιωακείμ Μοναχού «Δέκα Μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου», Άγιον Όρος 1980.
Εικόνες
[01] Η Αγία οσιοπαρθενομάρτυς Ευγενία αναδείχθηκε το «σέμνωμα τῶν ὁσιομαρτύρων παρθένων» και το «περιφανές σεμνολόγημα τῶν ὁσιάθλων γυναικῶν». 
[02] Η Αγία Ευγενία υπερέβη τη γυναικεία φύση και διακρίθηκε για την τόλμη και τη γενναιότητά της. http://xristianos.gr
[03] Η Αγία Ευγενία αντλούσε δύναμη από την αγάπη της στον Ιησού Χριστό. http://xristianos.gr
[04] Η καλλιπάρθενος του Χριστού Αγία Ευγενία διέθετε αξιομνημόνευτο ασκητικό φρόνημα, σωφροσύνη, ταπείνωση και εγκράτεια. http://www.paterikoslogos.com
[05] Ο Ιερός Ναός της Αγίας Ευγενίας στα Καμπιά της βόρειας Χίου. http://www.naoschios.blogspot.gr
[06] Ο Ιερός Ναός της Αγίας Ευγενίας στην περιοχή Επισκοπή της νήσου Ύδρας. Ανεγέρθηκε το 1899 από την αρχόντισσα Ευγενία Φωκά και ανακαινίσθηκε το 1965.
[07] Ο Ιερός Ναός της Αγίας Ευγενίας στην περιοχή Λαγκάδες της Τήνου.
[08] Εικόνα της Αγίας οσιοπαρθενομάρτυρος Ευγενίας στο εξωκκλήσιο της Κοιμήσεως Θεοτόκου στην περιοχή Γύρλα της Τήνου.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης για τη Γέννηση του Ιησού Χριστού.

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Δεκεμβρίου, 2014

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΡΟΝΤΑΔΟΥ 
Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014 Ακολουθία του Εσπερινού 
Θεολόγος – Καθηγητής: κ. Καρατζάς Κων/νος
Οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης για τη Γέννηση του Ιησού Χριστού.
Αδελφοί μου, εδώ και ένα περίπου μήνα έχουμε εισέλθει σε μια σημαντική και ιδιαίτερα πνευματική περίοδο της λειτουργικής μας ζωής. Πρόκειται, όπως όλοι γνωρίζουμε, για την περίοδο εκείνη, η οποία διαρκεί συνολικά 40 ημέρες και που ως στόχο έχει την πνευματική μας προετοιμασία για ένα πολύ σημαντικό γεγονός από την ζωή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του Σωτήρα όλης της ανθρωπότητας.
Και ποιο είναι τώρα το σημαντικό εκείνο γεγονός από τη ζωή του Κυρίου ημών Χριστού για το οποίο προετοιμαζόμαστε; Πρόκειται, αδερφοί μου, για την Γέννηση του Χριστού, την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει κάθε χρόνο στις 25 Δεκεμβρίου. Η Δεσποτική αυτή εορτή κατέχει ιδιαίτερη θέση μέσα τόσο στο Εκκλησιαστικό ημερολόγιο, όσο και στην ζωή των πιστών. Θεωρείται μάλιστα, μετά από εκείνην του Πάσχα, ως η δεύτερη σημαντικότερη εορτή της Ορθοδοξίας.
Έτσι, λοιπόν, το αποψινό μας κήρυγμα έχει ως θέμα του τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης για τη Γέννηση του Ιησού Χριστού. Ποιοι ήταν, όμως, οι προφήτες και ποιος ήταν ο ρόλος τους στην κοινωνία της Παλαιάς Διαθήκης, στην κοινωνία του αρχαίου Ισραήλ;
Για τη διδασκαλία και το έργο των Προφητών μαθαίνουμε από τα 19 βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης που φέρουν το όνομά τους. Οι προφήτες πάντα κήρυτταν προφορικά μπροστά στους ανθρώπους που τους άκουγαν. Αργότερα, είτε οι ίδιοι είτε οι μαθητές τους κατέγραψαν πολλά απ’ αυτά τα κηρύγματα. Οι πιο γνωστοί σε μας Προφήτες είναι ο Ηλίας, στον οποίο είναι αφιερωμένες πάμπολλες βουνοκορφές της πατρίδας μας, καθώς και ο Ησαΐας, ο λεγόμενος Προφήτης του μυστηρίου του Γάμου.
Συχνά, ωστόσο, ακούμε σε συνεντεύξεις (στην τηλεόραση, το ραδιόφωνο κ.ά.) να ζητούν από ανθρώπους να κάνουν προβλέψεις, π.χ. για τα αποτελέσματα των εκλογών ή ενός αθλητικού αγώνα. Μερικοί, όταν απαντούν, αρχίζουν με την έκφραση αν και δεν είμαι προφήτης…. Όπως φαίνεται, δηλαδή, για πολλούς σύγχρονους ανθρώπους προφήτης είναι ένας άνθρωπος που διαβάζει το μέλλον και προλέγει τι θα συμβεί. Όμως, η Αγία Γραφή, το ιερότερο βιβλίο της Εκκλησίας, μάς περιγράφει τελείως διαφορετικά το ρόλο και το έργο των Προφητών.
Πιο συγκεκριμένα, οι Προφήτες έδρασαν από τον 9ο μέχρι και τον 6ο π. Χ. αιώνα. Πρόκειται για κάποιες μοναδικές προσωπικότητες, οι οποίες έζησαν σε μια εποχή κρίσης και παρακμής για τους Ισραηλίτες. Μια εποχή που ξεκίνησε από τη διάσπαση του βασιλείου του Σολόμωντα μέχρι την πτώση της Ιερουσαλήμ στα χέρια των Βαβυλωνίων. Στα χρόνια λοιπόν αυτά της κρίσης ο Θεός δεν εγκατέλειψε το λαό του και το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου. Γι’ αυτό κάλεσε τους Προφήτες, τους χάρισε τη βαθιά γνώση του θελήματός του και τους όρισε μια μεγάλη αποστολή: να κάνουν γνωστό το θέλημά του στους ανθρώπους. 
Οι Προφήτες, λοιπόν, αποστέλλονταν να μεσολαβήσουν ανάμεσα στον αληθινό Θεό και τους ανθρώπους. Όμως, ένα τέτοιο έργο δεν ήταν εύκολο! Γι’ αυτό και κάποιοι στην αρχή δίσταζαν. Τελικά, ωστόσο, όλοι εμπιστεύονταν απόλυτα το Θεό, ξεπερνούσαν τους φόβους τους και βροντοφώναζαν με τόλμη το θέλημά του. Πάντοτε άρχιζαν το κήρυγμά τους με τα λόγια: Τάδε λέγει Κύριος… ή Λόγος Κυρίου… .
Βέβαια, οι προφήτες δεν αρκούνταν στο να ελέγχουν αυστηρά και να προειδοποιούν το λαό. Ταυτόχρονα, με κάθε λόγο τους υπενθύμιζαν ότι ο Θεός ως στοργικός πατέρας νοιάζεται για όλους τους ανθρώπους, όσο κι αν αυτοί τον ξεχνούν. Γέμιζαν παρηγοριά τις ψυχές των Ισραηλιτών. Τους διαβεβαίωναν ότι ο Θεός συνεχίζει το σχέδιό του για τη σωτηρία του κόσμου. Έστρεφαν το βλέμμα των ανθρώπων και προς ένα μέλλον μακρινό. Άνοιγαν μπροστά τους ένα παράθυρο ελπίδας, μιλώντας για την εποχή του Μεσσία. Τότε που ο Θεός θα θεραπεύσει, θα παρηγορήσει και θα φωτίσει τα πάντα. Αυτό το μήνυμα της σωτηρίας μάλιστα το απηύθυναν όχι μόνο στους συμπατριώτες τους, αλλά και στις μεταγενέστερες γενιές και σ’ όλη την ανθρωπότητα.
Ενδεικτικά θα αναφέρουμε την προφητεία του Ησαΐα, ο οποίος εξαιτίας της σαφήνειας των μεσσιανικών του προφητειών έχει χαρακτηριστεί Ευαγγελιστής προφήτης ή πέμπτος Ευαγγελιστής. Ο Ησαΐας λοιπόν τον 8ο π. Χ. αιώνα προφήτεψε την εκ Παρθένου Γέννηση του Χριστού με τα εξής λόγια: Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ (Ησ. 7,14), δηλαδή Να, η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει Υιό και θα τον ονομάσεις Εμμανουήλ (που σημαίνει ο Θεός είναι μαζί μας).
Τον ίδιο αιώνα ο Προφήτης Μιχαίας είπε για τη Γέννηση του Χριστού στη Βηθλεέμ της Παλαιστίνης: Αλλά από σένα Βηθλεέμ … αν και είσαι από τις πιο μικρές πόλεις του Ιούδα, εγώ θα κάνω να προέλθει εκείνος που θα γίνει άρχοντας του Ισραήλ… Όταν έρθει εκείνος, θα τους οδηγήσει και θα τους προστατέψει με τη δύναμή μου… Θα ζήσουν με ασφάλεια, γιατί όλοι οι λαοί της γης θ’ αναγνωρίσουν τη μεγαλοσύνη του. Αυτός θα φέρει την ειρήνη (Μιχ. 5,1- 4).
Λίγο αργότερα, στις αρχές του 6ου π. Χ. αιώνα ο Προφήτης Δανιήλ προσδιόρισε επακριβώς το χρόνο του ερχομού του Χριστού στη γη λέγοντας: Εβδομήντα εβδομάδες διορίστηκαν για το λαό σου, και για την άγια πόλη σου, ώστε να συντελεστεί η παράβαση, και να τελειώσουν οι αμαρτίες, και να γίνει εξιλέωση για την ανομία, και να εισαχθεί αιώνια δικαιοσύνη, και να σφραγιστεί η όραση και η προφητεία και να χριστεί ο Άγιος των αγίων. Γνώρισε, λοιπόν, και κατάλαβε, ότι, από την έκδοση του προστάγματος για να ανοικοδομηθεί η Ιερουσαλήμ, μέχρι του Χριστού τού Ηγήτορα, θα είναι επτά εβδομάδες, και 62 εβδομάδες … (Δαν. 9, 24 – 25). 
Καλά Χριστούγεννα να περάσετε, αδερφοί μου, και με χαρά να υποδεχθούμε όλοι μαζί και με ελπίδα το νέο έτος, το 2015.
Γένοιτο!

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Διαφορές Νεοπλατωνισμού και Ορθόδοξης Θεολογίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Δεκεμβρίου, 2014

Νεοπλατωνισμός

Ο Νεοπλατωνισμός είναι η μετεξέλιξη του Πλατωνισμού. Λέγοντας «πλατωνισμό», δεν εννοούμε μόνο όσα φιλοσοφικά δέχονταν ο μεγάλος φιλόσοφος Πλάτων, αλλά εννοούμε το σύνολο της πλατωνικής παράδοσης όπως διαμορφώθηκε. Σε γενικές γραμμές, ο Πλατωνισμός εξελίχθηκε στον «μέσο πλατωνισμό», με κύριο εκπρόσωπο τον Φίλωνα τον Ιουδαίο, και από τον 3ο αιώνα μ. Χ, στον Νεοπλατωνισμό, όπου εδώ έχουμε πρόσληψη πολλών επιπλέον στοιχείων, με αποτέλεσμα ο Νεοπλατωνισμός να θεωρείται από ορισμένους όχι απλά φιλοσοφικό σύστημα, αλλά επίσης και θρησκεία. Κορυφαίοι εκπρόσωποι είναι ο Πλωτίνος και μετέπειτα ο Πρόκλος. Ο καθηγητής Σ. Παπαδόπουλος, γράφει στον Α’ Τόμο της Πατρολογίας του, σελ. 155: «Το φιλοσοφικό τούτο κίνημα είναι βέβαια είδος αναβιώσεως κι ερμηνείας της πλατωνικής (όσο και αριστοτελικής) φιλοσοφίας, αλλά είναι συγχρόνως και κυρίως νέο πνευματικό μέγεθος, δημιούργημα με νέες προϋποθέσεις πολλές φορές, άγνωστες και αντίθετες προς την πλατωνική φιλοσοφία». Χωρίς να επιδιώκεται συστηματική ανάλυση των θέσεων του Νεοπλατωνισμού (ο σκοπός της ανάρτησης είναι να δειχτεί η διαφοροποίηση από την Ορθόδοξη θεολογία σε τρία κύρια σημεία που αποτελούν τις βάσεις της διαφοροποίησης), αναφέρουμε ότι ο Νεοπλατωνισμός δέχεται μία αρχή (την οποία καλεί «Εν»), δέχεται την κυκλική πορεία (ο κόσμος προέρχεται δια απορροής από το  Εν και πηγαίνει πάλι εκεί) που είναι σαφής επηρεασμός από την Ανατολική σκέψη. Ως εκ τούτου, το Εν δεν είναι προσωπικός θεός, και ο άνθρωπος δεν έχει πρόσωπο (με την θεολογική έννοια βέβαια), εφόσον συνεχώς μετενσαρκώνεται. Η ιεραρχία που έχει προκύψει από την απορροή είναι κλιμακωτή, και έχει ως εξής: Νους, Ψυχή του παντός, Ψυχές ανθρώπων, ύλη. Η ανθρώπινη ψυχή έχει μέσα της παρουσία «της Ψυχής του παντός», ενώ το σώμα τείνει προς το κακό, χωρίς απαραίτητα να θεωρείται «κακό». Ο σκοπός, που είναι συνάμα και η λύτρωση του ανθρώπου, είναι η ένωση της ψυχής με το Εν (επαγωγή). Αυτή η ένωση επιτυγχάνεται μέσω της εκστάσεως, της άσκησης που καθαρίζει την ψυχή, και των μυστηρίων. Έτσι, παρατηρούμε ότι το σύστημα του Νεοπλατωνισμού έχει χαρακτηριστικά θρησκείας. Έχει τον απρόσωπο θεό, έχει τον άνθρωπο, και την ένωση με το Εν.
Οι διαφορές του Νεοπλατωνισμού με την Ορθόδοξη Θεολογία.
Πέρα από όσα γράφτηκαν παραπάνω, που δείχνουν κάποιες από τις διαφορές Νεοπλατωνισμού- Ορθόδοξης Θεολογίας, υπάρχουν τρία πολύ βασικά σημεία όπου διαφοροποιούνται ριζικά αυτά τα δύο μεγέθη. Διότι, οι Πατέρες, προσπαθώντας να εκφράσουν την εμπειρία της Θείας Αποκάλυψης με λόγο, ή αλλιώς την Χαρισματική Θεολογία με την Επιστημονική, όπως θα έλεγε και ο καθηγητής Ν. Ματσούκας, προκειμένου να γίνουν κατανοητοί στο περιβάλλον τους (διαφορετικά δεν θα είχε νόημα), χρησιμοποίησαν όρους τους οποίους δανείστηκαν από την φιλοσοφία, στους οποίους έδωσαν χριστιανικό περιεχόμενο. Η όποια ομοιότητα στην ορολογία, καμία σχέση με έχει και με την ουσία. Ο άγιοςΓρηγόριος ο Παλαμάς, στο έργο του «Υπέρ Ιερώς Ησυχαζόντων», έκδοσης στην σειρά ΕΠΕ, τόμος 2, σελ. 71, γράφει: «Και αν κάποιος από τους Πατέρες λέγει τα ίδια με τους έξω σοφούς, αυτό γίνεται μόνο ως προς τις λέξεις, ενώ ως προς τα νοήματα υπάρχει απόσταση». Οι διαφορές λοιπόν, είναι οι εξής: α) διάκριση κτιστού- ακτίστου, β) έκσταση, γ) περί Θείου έρωτος.
α) Διάκριση κτιστού- ακτίστου.
Σε αυτήν την διάκριση, που για τους θεούμενους είναι καθαρά εμπειρική και όχι στοχαστική, βασίζονται πολλά Ορθόδοξα δόγματα που αφορούν τον άνθρωπο (και την ψυχή και το σώμα), την δημιουργία εκ του μηδενός, την φύση του θανάτου, το νόημα της ανάστασης, την ανυπαρξία των θείων αρχετύπων στην ουσία του Θείου Είναι, την μη ταύτιση Θεού και κόσμου κλπ.
Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, στην «Πατερική Θεολογία», κεφάλαιο 18, εξηγεί: « [..] στην Νεοπλατωνική αρχή, στην μεταφυσική τους αρχή, δεν υπάρχουν τέτοιες έννοιες, όπως δημιουργία εκ του μηδενός και άκτιστος ύπαρξις· δεν υπάρχει διάκρισις δηλαδή μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Ενώ το βασικό κατηγόρημα, το βασικό δόγμα, της Χριστιανικής θεολογίας είναι η σαφής διάκρισις μεταξύ κτιστού και ακτίστου, καθώς και το ότι μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει καμία ομοιότης».
Ως εκ τούτου, υπάρχει στους Νεοπλατωνικούς η θεωρία των αρχετύπων (την οποία πήραν από τον κόσμο των Ιδεών του Πλάτωνα), «Ότι δηλαδή όλα τα εν τω κόσμω είναι αντιγραφές κάποιων αρχετύπων. Βέβαια αυτό είναι κάτι, που οι Πατέρες όχι μόνο απορρίπτουν, αλλά επί πλέον υπάρχει και αφορισμός από το σώμα της Εκκλησίας εκείνων που αποδέχονται τα αρχέτυπα του Πλάτωνος, διότι η αποδοχή τους είναι μια μορφή ειδωλολατρίας» (ίδιο έργο , κεφάλαιο 21).
Στην «Δογματική και Συμβολική Θεολογία» του Ν. Ματσούκα, σελίδα 105, διαβάζουμε: «Το πιο βασικό χαρακτηριστικό της πλατωνικής φιλοσοφίας είναι η αυθυπαρξία των δύο κόσμων: του αισθητού και του νοητού [..]».
 
Στην σελίδα 107, αναφέρεται: «Το αυθύπαρκτο ζευγάρι γενητό- αγένητο, που είναι πρωτεύον στην διαρχική φιλοσοφία, αντικαθίσταται από το ζευγάρι κτιστό- άκτιστο [..]. Μολονότι ριζικά διαφορετικό κατ’ ουσία από το άκτιστο, δεν είναι ασυμβίβαστο και αντίθετο  προς αυτό, αλλά εξαρτώμενο από το άκτιστο κατά το είναι, τη ζωή και την προαγωγή μέσω ενεργειακής σχέσης Θεού και κτισμάτων».
 
Άνευ της διακρίσεως λοιπόν κτιστού- ακτίστου, πέφτουμε πολύ εύκολα στην ειδωλολατρία, είτε θεωρώντας την ύλη αυθύπαρκτη και συνεπώς τον Θεό ως απλά διαμορφωτή της και όχι δημιουργό της, είτε ταυτίζοντας την φύση του Θεού με την φύση του κόσμου (όπου εδώ έχουμε επιπλέον και πανθεϊσμό). Επίσης, διαφοροποιείται η Ορθόδοξη Πατερική θεολογία και από την φιλοσοφική διαρχία. Δεν υπάρχει αντιδιαστολή ανάμεσα σε κτιστό και άκτιστο κόσμο, αφού μόνο ο Θεός είναι άκτιστος και όλα τα άλλα είναι κτιστά, είτε υλικά είναι αυτά είτε άυλα.
β) Η έκσταση στην Πατερική Θεολογία και στον Νεοπλατωνισμό.
 
Έκσταση θα πει «εκτοπισμός», «απομάκρυνση». Η έκσταση υπάρχει και στα δύο. Αλλά υπάρχουν δύο σημαντικές διαφορές· στην Πατερική Θεολογία συμμετέχει όλος ο άνθρωπος, ψυχή και σώμα, ενώ στον Νεοπλατωνισμό, μόνο η ψυχή επειδή μόνο αυτή θεωρείται «θεϊκή». Και η δεύτερη, ότι στην χριστιανική έκσταση, ο άνθρωπος έχει πλήρη συναίσθηση του τι κάνει, ενώ στον Νεοπλατωνισμό, η ψυχή φεύγει και κάνει ταξίδια στο διάστημα (περιοδείες ή ουρανοδρομίες).
Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, αναφέρει στην «Πατερική Θεολογία», κεφάλαιο 18: «Χαρακτηριστικό του Νεοπλατωνισμού είναι η έκστασις, η οποία είναι μία εμπειρία, που για τους Πατέρες της Εκκλησίας είναι δαιμονική. Κατά την έκσταση εξέρχεται το λογιστικό του ανθρώπου από το χώρο και τον χρόνο, καθώς και από την διαδοχική σκέψη και ενώνεται (υποτίθεται) με το αμετάβλητο. Λένε δηλαδή οι Νεοπλατωνικοί ότι υπερβαίνει τον χρόνο και τα μεταβλητά. Μέσα σ’ αυτή την διαδικασία το σώμα γι’ αυτούς είναι κάτι το κακό ή το αρνητικό. Πάντως το σώμα δεν συμμετέχει στην εμπειρία της εκστάσεως των Νεοπλατωνικών».
Και στο κεφάλαιο 19, διευκρινίζει την έννοια της έκστασης στην Ορθοδοξία: «Η εμπειρία της θεώσεως στην Χριστιανική παράδοση δεν έχει καμία σχέση με κανενός είδους έκσταση. Δεν είναι έκστασις ούτε έχει να κάνη με το λογιστικό του ανθρώπου μόνο, διότι κατά την εμπειρία της θεώσεως μετέχει όλος ο άνθρωπος και το σώμα του δηλαδή, με όλες τις αισθήσεις του εν πλήρει λειτουργία. Ο άνθρωπος, όταν βλέπει τον Χριστό εν δόξη, βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους εγρηγόρσεως. Οπότε δεν βλέπει μόνο η διάνοια του ανθρώπου, αλλά βλέπει και το σώμα του ανθρώπου. Αν διαβάσετε το βιβλίο του Ιώβ, θα δείτε εκεί να αναφέρεται ότι «η σαρξ του Ιώβ είδε τον Θεόν» (Ιώβ 42:5). Δηλαδή μετείχε και το σώμα του Ιώβ στην όραση της δόξης του Θεού. Αυτή είναι μία πάρα πολύ καλή Εβραϊκή παράδοσις. Κατά τη διάρκεια του δοξασμού του ανθρώπου, δηλαδή κατά την εμπειρία αυτής της θεώσεως ο άνθρωπος, το σώμα του ανθρώπου δεν χάνει την επαφή με το περιβάλλον του. Αυτό όμως υπό την προϋπόθεση ότι ο άνθρωπος από προηγούμενες παρόμοιες εμπειρίες είχε συνηθίσει στο να βλέπει την δόξα του Θεού».
 
Στο σημείο αυτό, αξίζει να παραθέσω ένα χωρίο από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, που αναφέρεται σε αυτό ακριβώς. Βρίσκεται στον Α’ Λόγο «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων», στην σειρά ΕΠΕ 2, στην δεύτερη απόκριση σελ. 107: «Το να οδηγούμε όμως το νου έξω, όχι από το σωματικό φρόνημα, αλλά από αυτό το σώμα, για να επιτύχει τάχα νοερά θεάματα, αυτό είναι το άριστο εύρημα και παίδευμα των δαιμόνων είναι ρίζα και πηγή της ελληνικής πλάνης και κάθε κακοδοξίας, γεννητικό μωρίας και γέννημα μανίας. Γι’ αυτό και εκείνοι που ομιλούν κατ’ έμπνευση δαιμόνων βρίσκονται εκτός εαυτού, μη αντιλαμβανόμενοι ούτε καν τι λέγουν».
Επομένως, δεν ανεβαίνουμε οι ίδιοι, αλλά ο Θεός «κατέρχεται» σε μας δια των Θείων ενεργειών του. Για αυτό, στον Χριστιανισμό υπάρχει η προσευχή, όχι ο διαλογισμός.
γ) Περί θείου έρωτα.
Και εδώ υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ο Θεός δεν είναι μόνο «ακίνητο κινούν», αλλά και «κινούμενο κινούν».
Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, στην «Πατερική Θεολογία», εξηγεί στο κεφάλαιο 20: «Κατά τους Νεοπλατωνικούς δεν έχει ο Θεός έρωτα για τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος για τον Θεό. [..] Αυτόν τον έρωτα τον έχει εκείνος ο οποίος δεν είναι τέλειος. Οπότε ο έρως είναι για τον ατελή[..]. Ο Θεός δεν μπορεί να έχει έρωτα, διότι είναι τέλειος, είναι αυτάρκης και για τον λόγον αυτόν είναι κατ’ αυτούς, το ακίνητον κινούν».
Και συνεχίζει με την Ορθόδοξη θέση: «Δείτε όμως τώρα τι ισχύει στην Ορθόδοξο παράδοση. Εκεί που ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης λέγει ότι ο Θεός είναι και κινούμενον, λέγει και κάτι άλλο. Λέγει επίσης ότι υπάρχουν μερικοί, οι οποίοι συζητούν το θέμα αν ο έρως και η αγάπη είναι το ίδιο πράγμα. Και αυτοί λένε ότι δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλο έρως και άλλο αγάπη. Έτσι λένε, ο Θεός έχει αγάπη, αλλά δεν έχει έρωτα για τον άνθρωπο, ενώ ο άνθρωπος έχει έρωτα, πρέπει όμως να έχει μόνο αγάπη. Επικαλούμενος όμως ο άγιος Διονύσιος την δική του εμπειρία της θεώσεως καταλήγει στο ότι ο Θεός, δεν έχει μόνο αγάπη, αλλά και έρωτα για τον άνθρωπο».
Αξίζει να παραθέσω ορισμένα σχετικά από τα αρεοπαγιτικά συγγράμματα, που βρίσκεται στην σειρά ΕΠΕ της Φιλοκαλίας, τόμος 3, σελ.  115: «Για όσους καταλαβαίνουν τα θεία σωστά, το όνομα της αγάπης και του έρωτος από τους ιερούς θεολόγους φέρεται ισοδύναμο σύμφωνα με τις θείες αποκαλύψεις. Και είναι αυτό το όνομα δηλωτικό της ενοποιού και συνδετικής και εξόχως συναπτικής δυνάμεως στο καλό και αγαθό [..]. Είναι και εκστατικός ο θείος έρως, διότι δεν αφήνει τους εραστάς ν’ ανήκουν στον εαυτό τους, αλλά στους ερωμένους. [..] Για αυτό και ο μέγας Παύλος, όταν κατέκτησε τον θείο έρωτα και μετάλαβε από την εκστατική του δύναμη, λέγει με ένθεο στόμα, ‘’δεν ζω πλέον εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός’’, ως αληθινός εραστής που είναι σε έκσταση προς τον Θεό, όπως λέγει ο ίδιος, και ζει όχι τη δική του ζωή, αλλά τη ζωή του εραστού, ως πολύ αγαπητή». 

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η γενεαλογία τού Ιησού Χριστού

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Δεκεμβρίου, 2014

Τοῦ ὁμοτίμου καθηγητοῦ κ. Στεργίου Ν. Σάκκου)
Τήν Κυριακή πού προηγεῖται τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα περιλαμβάνει τό πρῶτο κεφάλαιο τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου (1,1-25). Σ᾿ αὐτό καταγράφεται ἡ γενεαλογία τοῦ ᾿Ιησοῦ καί ἐξιστορεῖται ἡ γέννησή του. Βέβαια ὡς Θεός ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός ἔχει ἀίδιο ὕπαρξη καί γι᾿ αὐτό εἶναι ἀγενεαλόγητος. ῾Ως ἄνθρωπος ὅμως γεννήθηκε σέ συγκεκριμένο χρόνο γι᾿ αὐτό ἔχει γενεαλογία, ἱστορία καί καταγωγή. Μέ τήν ἐνανθρώπηση ὁ ἀγενεαλόγητος γενεαλογεῖται, ὁ αἰώνιος καί ἀπερίγραπτος Θεός εἰσέρχεται στήν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων.

α) ῾Η γενεαλογία τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ (1,1-17)

῾Η γενεαλογία, ὁ ἰδιότυπος αὐτός πρόλογος τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, ἀποτελεῖ τήν εἰσαγωγή ὁλόκληρης τῆς Καινῆς Διαθήκης καί ἑνώνει τήν Π. Διαθήκη μέ τήν Καινή. Εἶναι ἐντυπωσιακό πῶς γνωρίζει ὁ Ματθαῖος τόσους πολλούς προγόνους τοῦ ᾿Ιησοῦ, ἐνῶ κανένας σημερινός ἄνθρωπος δέν ξέρει περισσότερους ἀπό 3-4 προγόνους του· ἴσως ὅσοι ἀνήκουν σέ ἱστορικές οἰκογένειες νά γνωρίζουν μέχρι καί 10. Στήν ἀρχαιότητα σέ πολλούς λαούς διατηροῦνταν προσεκτικά τά γενεαλογικά δένδρα. ᾿Ιδιαίτερη προσοχή ἔδιναν στίς γενεαλογίες οἱ ῾Εβραῖοι, διότι προσδοκοῦσαν τόν ἐρχομό τοῦ Μεσσία, ὁ ὁποῖος θά προερχόταν ἀπό συγκεκριμένη φυλή καί γενιά. ῾Η κάθε οἰκογένεια κρατοῦσε κατάλογο τῶν προγόνων της. ῎Ετσι ὑπῆρχε καί κατάλογος πολλῶν προγόνων τῆς οἰκογένειας τοῦ ᾿Ιωσήφ. Στή διαφύλαξη αὐτοῦ τοῦ καταλόγου φαίνεται ἡ ἐπέμβαση καί ἡ φροντίδα τοῦ Θεοῦ.
῾Ο εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἐξιστορεῖ τή γενιά τοῦ Χριστοῦ μέχρι τόν ᾿Αβραάμ, ἐνῶ ὁ Λουκᾶς μέχρι τόν ᾿Αδάμ. ῾Ο Χριστός ἀνῆκε στή φυλή τοῦ ᾿Ιούδα καί ἰδιαίτερα στήν οἰκογένεια τοῦ Δαυΐδ. ῾Η γενιά του ἔχει κάθε εἴδους ἀνθρώπους· Εὐσεβεῖς, ἀσεβεῖς, ἁγνούς, πόρνους, μοιχούς, ἀγρότες, ποιμένες, βασιλιάδες, γνήσιους ᾿Ισραηλίτες, ἀλλόφυλες γυναῖκες.
῾Ο Θεός κατέστρωσε καί κατεύθυνε τό σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας μέ θαυμαστό τρόπο. Γιά νά πραγματοποιήσει αὐτό τό σχέδιο ἐπενέβη στήν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων καί χρησιμοποίησε διάφορα πρόσωπα χωρίς νά κρίνει μέ τά ἀνθρώπινα κριτήρια τήν καταγωγή ἤ τήν ἠθικότητα τῆς ζωῆς τους. Τό μόνο κριτήριο σύμφωνα μέ τό ὁποῖο τούς ἐπέλεξε ἦταν ἡ διάθεση ὑποταγῆς στό θέλημά του.
Στόν Ματθαῖο ἡ γενεαλογία βρίσκεται ἀμέσως πρίν ἀπό τή διήγηση τῆς γεννήσεως τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ στό Λουκᾶ στήν ἀρχή τῆς δημόσιας δράσεως τοῦ ᾿Ιησοῦ (3,23-38). Καί οἱ δύο γενεαλογικοί κατάλογοι εἶναι ἱστορικά μνημεῖα. Συγκρίνοντας τίς δύο γενεαλογίες διαπιστώνουμε ἀρκετές διαφορές τόσο στόν ἀριθμό τῶν ὀνομάτων ὅσο καί στά ἴδια τά ὀνόματα. Μελετώντας τό θέμα πρέπει νά λάβουμε ὑπ᾿ ὄψη μας ὅτι, ὅταν ἔγραφε τή γενεαλογία στό Εὐαγγέλιό του ὁ Λουκᾶς, γνώριζε τή γενεαλογία τοῦ Ματθαίου, ἀφοῦ ἤδη κυκλοφοροῦσε τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο. ῾Ωστόσο ὁ Λουκᾶς δέν φοβᾶται μήπως δημιουργήσει σύγχυση μέ τή διαφορετική γενεαλογία, διότι οἱ σύγχρονοί του γνώριζαν ἀπό τήν παράδοση καί τίς δύο.
Καί στίς δύο γενεαλογίες θά ἔπρεπε νά ὑπάρχουν κι ἄλλα ὀνόματα, τά ὁποῖα ὅμως παραλείπονται. Οἱ παραλείψεις αὐτές ὀφείλονται ἤ στό ὅτι ὑπῆρχαν ἐλλείψεις στούς γενεαλογικούς καταλόγους, στούς ὁποίους στηρίχθηκαν οἱ εὐαγγελιστές, ἤ στό ὅτι ἡ λέξη «υἱός» σημαίνει ἁπλῶς ἀπόγονος καί ὄχι ἄμεσος υἱός. Οἱ διαφορές πού ὑπάρχουν εἶναι οἱ ἑξῆς·
1) ῾Ο Ματθαῖος ἀρχίζει ἀπό τόν ᾿Αβραάμ καί καταλήγει στόν ᾿Ιωσήφ, τόν ἄνδρα Μαρίας. ῾Ο Λουκᾶς ἀντίστροφα ἀρχίζει ἀπό τόν ᾿Ιωσήφ καί προσπερνώντας τόν ᾿Αβραάμ καταλήγει στόν ᾿Αδάμ, στόν κοινό προπάτορα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. ῾Η διαφορά αὐτή εὔκολα κατανοεῖται, ὅταν γνωρίζουμε τό σκοπό τῆς συγγραφῆς τῶν δύο Εὐαγγελίων. ῾Ο Ματθαῖος ἀπευθύνεται στούς ἐξ ῾Εβραίων χριστιανούς, στούς ὁποίους θέλει νά καταδείξει ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς σύμφωνα μέ τίς ἐπαγγελίες εἶναι τό σπέρμα τοῦ ᾿Αβραάμ (βλ. Γα 3,16· ῾Εβ 2,16) καί ὅτι κατάγεται ἀπό τό βασιλικό γένος τοῦ Δαυΐδ (βλ. Λκ 1,32· Πρξ 2,30· Ρω 1,3· Β´ Τι 2,8). ῾Ο Λουκᾶς, ὁ μαθητής τοῦ ἀπ. Παύλου, πού γράφει στόν κράτιστο Θεόφιλο καί ἀπευθύνεται σέ ὅλα τά ἔθνη, ἐπιδιώκει νά παρουσιάσει τήν παγκοσμιότητα τοῦ εὐαγγελίου, πού τούς ἀγκαλιάζει ὅλους. Γι αὐτό στή γενεαλογία του ἀνάγεται ὥς τόν ᾿Αδάμ.
2) ᾿Από τόν ᾿Αβραάμ μέχρι τόν Δαυΐδ ταυτίζονται οἱ γενεαλογίες τῶν δύο εὐαγγελιστῶν καί συμπίπτουν μέ ὅσα μᾶς παραδίδει ἡ Παλαιά Διαθήκη. Οἱ σοβαρές διαφορές μεταξύ τῶν δύο γενεαλογιῶν ἐντοπίζονται στό διάστημα ἀπό Δαυΐδ μέχρι ᾿Ιωσήφ. Συνεπῶς ἀπό τόν ᾿Ιωσήφ μέχρι τόν Δαυΐδ ἔχουμε δύο διαφορετικούς πίνακες. ῾Ο Λουκᾶς παραθέτει συνολικά 42 ὀνόματα, ἐνῶ ὁ Ματθαῖος 28. Τό ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι καί οἱ δύο γενεαλογίες συναντιοῦνται στόν βασιλιά Δαυΐδ, ἀπό τή γενιά τοῦ ὁποίου ἀναμενόταν ὁ Μεσσίας.
Γιά ποιό λόγο ἡ Παρθένος δέν ἀναφέρεται στή γενεαλογία ἐνῶ ἀντιθέτως μνημονεύεται ὁ ᾿Ιωσήφ, πού δέν συντελεῖ καθόλου στή γέννηση; ῾Ο ἅγιος Χρυσόστομος καί οἱ ἄλλοι πατέρες ἀπαντοῦν·
Στήν εὐαγγελική ἐξιστόρηση λέγεται σαφέστατα ὅτι ἡ Παρθένος ἦταν ἀπό τόν οἶκο καί τήν πατριά τοῦ Δαυΐδ, ἀφοῦ ὁ Θεός λέγει στόν Γαβριήλ νά μεταβεῖ «πρός παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα ᾿Ιωσήφ, ἐξ οἴκου καί πατριᾶς Δαυΐδ» (βλ. Λκ 1,27). ᾿Αλλά καί ὁ ᾿Ιωσήφ προερχόταν ἀπό τήν ἴδια φυλή, διότι ὑπῆρχε νόμος καί ἔθιμο νά μήν ἐπιτρέπεται ὁ γάμος μεταξύ προσώπων διαφορετικῆς φυλῆς, καί ὁ ᾿Ιωσήφ ὡς τηρητής τοῦ νόμου, θά κράτησε αὐτό τό ἔθιμο. ῎Αρα γενεαλογώντας τόν ᾿Ιωσήφ, τόν νομιζόμενο πατέρα (βλ. Λκ 3,23), γενεαλογεῖται ἔμμεσα καί ἡ Μαρία πού ἦταν ἀπό τήν ἴδια γενιά.

1,1. Βίβλος γενέσεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυΐδ υἱοῦ ᾿Αβραάμ.
Βίβλος γενέσεως (βλ. Γέ 5,1) σημαίνει ἱστορία. Βίβλος γενέσεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Πρῶτο θέμα τῆς ἱστορίας αὐτῆς εἶναι ἡ γενεαλογία, ἡ καταγωγή τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.
Χριστός σημαίνει χρισμένος. ῾Ο ᾿Ιησοῦς εἶναι ὁ κατεξοχήν Χριστός, διότι ὡς ἄνθρωπος δέν χρίσθηκε μέ ἔλαιο, καθώς χρίονταν οἱ ἱερεῖς καί οἱ βασιλεῖς, ἀλλά ἦταν πεπληρωμένος μέ τό ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως προφήτευσε ὁ ᾿Ησαΐας· «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με» (᾿Ησ. 61,1· Λκ 4,18). ῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστός, ὁ υἱός τῆς Παρθένου εἶναι ταυτόχρονα υἱός Δαυΐδ καί υἱός ᾿Αβραάμ. Αὐτοί εἶναι οἱ δύο σπουδαιότεροι ἀπό τούς προγόνους τοῦ Χριστοῦ ἀλλά καί δύο ἐπίσημα πρόσωπα τοῦ ἰουδαϊκοῦ ἔθνους. ῾Ο ᾿Αβραάμ (2000 π.Χ.) εἶναι ὁ πατέρας καί γενάρχης τοῦ ᾿Ισραηλιτικοῦ λαοῦ (βλ. Μθ 3,9· Λκ 1,73· ᾿Ιω 8,33· ᾿Ια 2,5), ἀπό αὐτόν κατάγονται ὅλοι οἱ ῾Εβραῖοι. Σ᾿ αὐτόν ἔδωσε πρῶτα ὁ Θεός τίς ὑποσχέσεις, ὅτι διά τοῦ σπέρματος αὐτοῦ, εὐλογηθήσονται «πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς» (Γέ 12,3· 22,18) ἐπειδή «ἡ πίστις (τοῦ ᾿Αβραάμ) ἐλογίσθη εἰς δικαιοσύνην» (Γέ 15,6· Ρω 4,3). ᾿Αλλά καί στόν βασιλιά Δαυΐδ (1000 π.Χ.) ὁ Θεός ὑποσχέθηκε· «ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπί τοῦ θρόνου σου» (Ψα 131,11 πρβλ. Ψα 88,4. 29. 39). ῾Ο εὐαγγελιστής τοποθέτησε μάλιστα τόν Δαυΐδ πρίν ἀπό τόν ᾿Αβραάμ, ἐπειδή ὁ Δαυΐδ ἦταν πλησιέστερος στόν ᾿Ιησοῦ Χριστό, ἐνδοξότερος τοῦ ᾿Αβραάμ καί ἐπειδή ἀπό τό σπέρμα τοῦ Δαυΐδ προεῖπαν οἱ προφῆτες ὅτι πρόκειται νά σαρκωθεῖ. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ἦταν ἀπόγονος τοῦ Δαυΐδ. Αὐτό τονίζεται ἰδιαίτερα ἀπό τούς εὐαγγελιστές, διότι ἀποτελεῖ βασικό στοιχεῖο τῆς ταυτότητος τοῦ Μεσσία (βλ. Μθ 9,27. 15,22. 21,9. 15· ᾿Ιω 7,42).
῾Ο ἅγιος Χρυσόστομος τονίζει· «῎Ακουσέ τα αὐτά χωρίς καμία ταπεινή ὑποψία, ἀλλά αὐτό ἀκριβῶς νά θαυμάσεις, ὅτι ἐνῶ εἶναι Υἱός τοῦ ἀνάρχου Θεοῦ καί μάλιστα Υἱός γνήσιος, κατεδέχθηκε νά ὀνομασθεῖ καί υἱός Δαυΐδ, γιά νά κάνει ἐσένα υἱό τοῦ Θεοῦ· κατεδέχθηκε νά κάνει αὐτός πατέρα του δοῦλο, γιά νά καταστήσει τόν Κύριο πατέρα σέ σένα τόν δοῦλο. Γιά τόν ἀνθρώπινο λογισμό εἶναι πολύ δυσκολότερο νά γίνει ὁ Θεός ἄνθρωπος, παρά ὁ ἄνθρωπος υἱός τοῦ Θεοῦ. ῞Οταν ἀκούσεις, λοιπόν, ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι υἱός τοῦ Δαυΐδ καί τοῦ ᾿Αβραάμ, νά μήν ἀμφιβάλλεις, ὅτι καί σύ, ὁ υἱός τοῦ ᾿Αδάμ, θά γίνεις υἱός τοῦ Θεοῦ. Γεννήθηκε κατά σάρκα, γιά νά γεννηθεῖς ἐσύ πνευματικά· γεννήθηκε ἀπό γυναίκα, γιά νά παύσεις ἐσύ νά εἶσαι υἱός γυναίκας. Γι᾿ αὐτό ἡ γέννηση εἶναι καί ὅμοια μέ τή δική μας ἀλλά καί ὑπερέβη τή δική μας».

1,2. ᾿Αβραάμ ἐγέννησε τόν ᾿Ισαάκ, ᾿Ισαάκ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Ιακώβ, ᾿Ιακώβ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Ιούδαν καί τούς ἀδελφούς αὐτοῦ.
᾿Εγέννησε· ῾Ο ἄνδρας, ἡ κεφαλή τῆς γυναίκας, εἶναι καί ἡ ἀρχή καί ἡ ρίζα τοῦ τέκνου, ἐπειδή αὐτός σπείρει, γεννᾶ. ῾Ωστόσο ἡ γυναίκα πού δόθηκε ὡς βοηθός στόν ἄνδρα, ἐκτρέφει καί θάλπει καί συναυξάνει τό σπέρμα καί τέλος τίκτει.
῾Ο εὐαγγελιστής ἀναφέρει ὀνομαστικά ὡς υἱό τοῦ ᾿Ιακώβ μόνο τόν ᾿Ιούδα, ἐνῶ γιά τούς ὑπόλοιπους λέει ἁπλῶς τούς ἀδελφούς αὐτοῦ, ἐπειδή ἀπό τή δική του φυλή γεννήθηκε ὁ Χριστός, ὅπως τό προφήτευσε ὁ πατριάρχης ᾿Ιακώβ ὅταν πέθαινε, ξεχωρίζοντας ἀπό ὅλα τά παιδιά του τόν ᾿Ιούδα (βλ. Γέ 49,10· ῾Εβ 7,14· ᾿Απ 5,5).

1,3. ᾿Ιούδας δέ ἐγέννησε τόν Φαρές καί τόν Ζαρά ἐκ τῆς Θάμαρ, Φαρές δέ ἐγέννησε τόν ᾿Εσρώμ, ᾿Εσρώμ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Αράμ.
῾Ο ᾿Ιούδας, ὁ γιός τοῦ ᾿Ιακώβ, ἔκανε τή Θάμαρ νύφη στόν πρῶτο γιό του καί ἔπειτα στόν δεύτερο, σύμφωνα μέ τή συνήθεια τῶν ᾿Ιουδαίων τῆς ἐπιγαμβρεύσεως (λεβιρατικός γάμος). ᾿Επειδή καί οἱ δυό πέθαναν ξαφνικά χωρίς ν᾿ ἀφήσουν παιδιά, ὁ ᾿Ιούδας θέλησε νά ἀπομακρύνει τήν Θάμαρ ἀπό τήν οἰκογένειά του. ᾿Εκείνη ὅμως μέ τέχνασμα ξεγέλασε τόν πεθερό της ᾿Ιούδα, τόν ἔκανε ἄνδρα της, χωρίς ἐκεῖνος νά τήν ἀναγνωρίσει καί γέννησε δίδυμα. ῾Η Θάμαρ ἐνήργησε ἔτσι ὄχι ἀπό διαφθορά, ἀλλά ἀπό πίστη ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ ᾿Ιακώβ εἶναι εὐλογημένη, ἐπειδή αὐτή μόνο λατρεύει τόν ἀληθινό Θεό. Γι᾿ αὐτό θέλησε μέ κάθε τρόπο νά μπεῖ καί νά παραμείνει σ᾿ αὐτή. Στήν πραγματικότητα ἅγνευσε περισσότερο ἀπό ἄλλες γυναῖκες, διότι μέ τόν ᾿Ιούδα δέν ξαναεῖχε σαρκικές σχέσεις. ῾Ο Θεός γιά νά βραβεύσει τήν πίστη της, τήν ἔκανε πρόγονο τοῦ Χριστοῦ.
῾Ο ἅγιος Χρυσόστομος παρατηρεῖ ὅτι «ἐνῶ ἀπαριθμεῖ ἄνδρες ἡ γενεαλογία, ἀναφέρει καί ὁρισμένες γυναῖκες. Δέν ἀνέφερε βέβαια ὅλες τίς γυναῖκες, ἀλλά παρέλειψε τίς τιμημένες, ὅπως ἦταν ἡ Σάρρα, ἡ Ρεβέκκα καί ἄλλες, ἐνῶ παρουσίασε τίς διαβόητες γιά τήν κακία τους, ὅποια π.χ. ἦταν πόρνη καί μοιχαλίδα, ὅποια προερχόταν ἀπό παράνομους γάμους, ὅποια ἦταν ἀλλόφυλη καί βάρβαρη. Μνημόνευσε τή γυναίκα τοῦ Οὐρία, τή Θάμαρ, τή Ραάβ καί τή Ρούθ, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ μία ἦταν ἀλλόφυλη, ἄλλη πόρνη καί ἄλλη πλάγιασε μέ τόν πεθερό της καί ὄχι ἔπειτα ἀπό νόμιμο τουλάχιστον γάμο, ἀλλά ἀφοῦ πέτυχε μέ δόλο τή συνεύρεση καί καλύφθηκε μέ τό προσωπεῖο τῆς πόρνης. Κανείς ἐπίσης δέν ἀγνοεῖ τή γυναίκα τοῦ Οὐρία μέ τήν ὁποία μοίχευσε ὁ Δαυΐδ, ἐπειδή τό τόλμημα ἦταν πρωτοφανές. ῾Ο εὐαγγελιστής ὅμως ἄφησε ὅλες τίς ἄλλες καί περιέλαβε μόνο αὐτές στή γενεαλογία του. ῎Αν ἔπρεπε νά ἀναφερθοῦν γυναῖκες, ἔπρεπε νά μποῦν ὅλες καί ἄν ὄχι ὅλες ἔπρεπε νά ἀναφερθοῦν οἱ φημισμένες γιά τήν ἀρετή καί ὄχι γιά τά ἁμαρτήματα… ῾Ο πατριάρχης τους, ἀπό τόν ὁποῖο πῆραν καί τό ἐθνικό τους ὄνομα, εἶναι γνωστό ὅτι ὑπέπεσε σέ μεγάλη ἁμαρτία, διότι παρουσιάζεται ἡ Θάμαρ καί τόν κατηγορεῖ γιά τήν πορνεία του. Καί ὁ Δαυΐδ ἐπίσης ἀπέκτησε τόν Σολομώντα ἀπό παράνομη γυναίκα. Καί ἀφοῦ οἱ σπουδαῖοι δέν κατόρθωσαν νά τηρήσουν τόν Μωσαϊκό νόμο, πολύ περισσότερο δέν τό πέτυχαν οἱ ἀσήμαντοι. Καί ἀφοῦ ὅλοι τόν παρέβαιναν, ὅλοι ἦταν ἁμαρτωλοί, γι᾿ αὐτό ἦταν ἀναγκαία ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ».
῾Ο εὐαγγελιστής προβάλλει ὄχι μόνο τόν Φαρές τόν πατέρα τοῦ ᾿Εσρώμ, ἀλλά καί τόν ἀδελφό του Ζαρά, διότι ἦταν δίδυμοι. Εἶναι μάλιστα πολύ χαρακτηριστικό αὐτό πού συνέβη τήν ὥρα τῆς γέννησής τους. Πρῶτος ἔβγαλε τό χέρι του ὁ Ζαρά, τότε ἡ μαία πού ἦταν ἐκεῖ τό ἔδεσε ἀμέσως μέ κόκκινη κλωστή. ᾿Εκεῖνος ὅμως τράβηξε πίσω τό χέρι καί ἔτσι βγῆκε πρῶτος ὁ Φαρές κι ἔπειτα ὁ Ζαρά μέ τό κόκκινο νήμα. ῾Ο ᾿Εσρώμ γεννήθηκε στή Χαναάν πρίν ἀκόμη ὁ ᾿Ιακώβ μετοικήσει στήν Αἴγυπτο (Γέ 46,12).

1,4-5. ᾿Αράμ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Αμιναδάβ, ᾿Αμιναδάβ δέ ἐγέννησε τόν Ναασών, Ναασών δέ ἐγέννησε τόν Σαλμών, Σαλμών δέ ἐγέννησε τόν Βοόζ ἐκ τῆς ῾Ραχάβ, Βοόζ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Ωβήδ ἐκ τῆς ῾Ρούθ, ᾿Ωβήδ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Ιεσσαί.
῾Ο Ναασών ἀναφέρεται ὡς ἀρχηγός τῆς φυλῆς ᾿Ιούδα στήν ἔξοδο τῶν ᾿Ισραηλιτῶν ἀπό τήν Αἴγυπτο (βλ. ᾿Αρ 1,7· Α´ Πα 2,10). Σύμφωνα μέ τόν κατάλογο τοῦ Ματθαίου ὁ Ναασών ἀπέχει μόλις τρεῖς γενιές ἀπό τόν ᾿Εσρώμ. ᾿Αλλά τρεῖς γενιές εἶναι πολύ λίγες γιά τά 400 καί πλέον χρόνια πού ἔκαναν οἱ ᾿Ισραηλίτες στήν Αἴγυπτο. Μᾶλλον πρέπει ὁ εὐαγγελιστής νά παραλείπει μερικά πρόσωπα.
῾Ο Σαλμών ἔζησε στά χρόνια τοῦ Μωυσῆ. ῾Η ῾Ραχάβ ἤ Ραάβ ἦταν πόρνη σ᾿ ἕνα εἰδωλολατρικό ἔθνος στά χρόνια πού οἱ ῾Εβραῖοι μπῆκαν στήν Παλαιστίνη. ῞Οταν γνώρισε τούς πρώτους ᾿Ισραηλίτες, πίστεψε ὅτι αὐτοί λατρεύουν τόν ἀληθινό Θεό, μετανόησε καί ἐγκατέλειψε τό ἀτιμωτικό ἐπάγγελμά της. Συνεργάστηκε μέ τούς ἰσραηλινούς κατασκόπους καί ζήτησε νά γίνει μέλος τοῦ ᾿Ισραήλ (᾿Ιη 2, 7-24), γιά νά λατρεύει τόν Θεό αὐτοῦ τοῦ λαοῦ. ῾Ο Θεός βράβευσε τήν πίστη, τή μετάνοια καί τήν ἀφοσίωσή της καί τήν ἔκανε πρόγονο τοῦ Χριστοῦ.
῾Η Ρούθ ἦταν ἀλλοεθνής, ἀλλόθρησκη. ᾿Εγκατέλειψε τό ἔθνος της καί τό θρήσκευμά της, ἄν καί ἦταν χήρα καί ἄτεκνη, γιά νά ἀκολουθήσει τήν πρώτη πεθερά της Νωεμίν, ὄχι μόνο ἐπειδή τήν ἀγαποῦσε ἀλλά ἐπειδή πίστεψε ὅτι αὐτή λατρεύει τόν ἀληθινό Θεό. ῾Ο Θεός γιά νά τή βραβεύσει τήν ἀποκατέστησε μέ τόν Βοόζ καί τήν ἔκανε γιαγιά τοῦ βασιλιά Δαυΐδ καί πρόγονο τοῦ Χριστοῦ.
῾Ο ἅγιος Χρυσόστομος λέει ὅτι ὁ Ματθαῖος ἀναφέρει τή Ρούθ καί τή Ραάβ, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ πρώτη ἦταν ἀπό ἄλλο ἔθνος καί ἡ δεύτερη ὄχι μόνο ἀπό ἄλλο ἔθνος ἀλλά καί πόρνη, γιά νά βεβαιωθοῦμε ὅτι ὁ Κύριος ἦρθε γιά νά ἐξαλείψει ὅλες τίς κακίες μας, γιά νά διαδραματίσει ρόλο γιατροῦ καί ὄχι δικαστῆ. ῞Οπως οἱ πρόγονοι τοῦ ᾿Ιησοῦ πῆραν πόρνες γιά γυναῖκες τους, ἔτσι καί ὁ Θεός μέ τήν ἐνανθρώπησή του πῆρε καί προστάτευσε τήν ἀνθρωπότητα, πού εἶχε γίνει πόρνη καί ἀνήθικη. Τήν ἀπάλλαξε ἀπό τίς προγονικές ἁμαρτίες καί τήν κατέστησε πιστή νύμφη του, ἔφτιαξε τήν ᾿Εκκλησία του.

1,6. ᾿Ιεσσαί ἐγέννησε τόν Δαυΐδ τόν βασιλέα. Δαυΐδ δέ ὁ βασιλεύς ἐγέννησε τόν Σολομῶντα ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου.
Γιά τόν Δαυΐδ σημειώνεται καί ὁ τίτλος του, βασιλέας, ὄχι μόνο ἐπειδή εἶναι ὁ πρῶτος βασιλιάς πού μνημονεύεται στή γενεαλογία αὐτή, ἀλλά ἐπειδή αὐτό τό βασιλικό του ἀξίωμα θά κληρονομοῦσε ὁ Μεσσίας (βλ. Λκ 1,32). ῾Ο Οὐρίας ἦταν ἕνας σπουδαῖος στρατηγός τοῦ Δαυΐδ. ῾Ο βασιλιάς γιά νά πάρει τή γυναίκα του, τή Βηρσαβεέ μέ τήν ὁποία προηγουμένως εἶχε διαπράξει μοιχεία ἔστειλε τόν Οὐρία σέ πολύ ἐπικίνδυνες μάχες, ὅπου καί σκοτώθηκε. Μέ αὐτή τή γυναίκα τοῦ Οὐρίου, τῆς ὁποίας τό ὄνομα δέν ἀναφέρεται, διότι ἁμάρτησε σέ ἀντίθεση μέ τίς ἄλλες τρεῖς πού μετανόησαν, ὁ Δαυΐδ ἐγέννησε τόν Σολομῶντα.

1,7-9. Σολομών δέ ἐγέννησε τόν ῾Ροβοάμ, ῾Ροβοάμ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Αβιά, ᾿Αβιά δέ ἐγέννησε τόν ᾿Ασά, ᾿Ασά δέ ἐγέννησε τόν ᾿Ιωσαφάτ, ᾿Ιωσαφάτ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Ιωράμ, ᾿Ιωράμ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Οζίαν, ᾿Οζίας δέ ἐγέννησε τόν ᾿Ιωάθαμ, ᾿Ιωάθαμ δέ ἐγέννησε τόν ῎Αχαζ, ῎Αχαζ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Εζεκίαν, ᾿Εζεκίας δέ ἐγέννησε τόν Μανασσῆ.
῾Ο ᾿Οζίας ἤ ᾿Αζαρίας εἶναι ὁ βασιλιάς πού τόλμησε νά θυμιατίσει στό ναό καί γι᾿ αὐτό προσβλήθηκε ἀπό λέπρα (βλ. Β´ Πα 26,19). ᾿Από τά βιβλία τῶν Βασιλειῶν πληροφορούμαστε ὅτι γιός τοῦ ᾿Ιωράμ εἶναι ὁ ᾿Οχοζίας, γιός τοῦ ᾿Οχοζία ὁ ᾿Ιωάς, γιός τοῦ ᾿Ιωάς ὁ ᾿Αμασίας ὁ ὁποῖος γέννησε τόν ᾿Οζία ἤ ᾿Αζαρία (Δ´ Βα 8,25·11,1-2· 14,1·15,1). ᾿Από αὐτό φαίνεται ὅτι ὁ Ματθαῖος ἀποσιώπησε τρία ὀνόματα, τοῦ ᾿Οχοζία, τοῦ ᾿Ιωάς καί τοῦ ᾿Αμασία. Δέν τά ἀνέφερε, εἴτε ἐπειδή αὐτοί ἦσαν ἀσεβεῖς (βλ. Δ´ Βα 8,27· Β´ Πα 24,18 καί 25,14), εἴτε ἐπειδή τά ὀνόματά τους ἦταν σβησμένα ἀπό τούς ἑβραϊκούς καταλόγους.

1,10-11. ᾿Εζεκίας δὲ ἐγέννησε τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Αμών, ᾿Αμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ιωσίαν, ᾿Ιωσίας δέ ἐγέννησε τόν ᾿Ιεχονίαν καί τούς ἀδελφούς αὐτοῦ ἐπί τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος.
Στήν ἱστορία τοῦ ᾿Ισραήλ ὁ Μανασσῆς ἦταν ἀπό τούς πλέον ἀσεβεῖς καί ἁμαρτωλούς βασιλεῖς. ῾Υποχρέωσε τούς πιό πολλούς ᾿Ισραηλίτες νά ἀρνηθοῦν τόν Θεό, νά γίνουν εἰδωλολάτρες καί νά πέσουν σέ σαρκικά ἁμαρτήματα.
᾿Επί τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος· Μετοικεσία σημαίνει τήν ἀλλαγή τῆς κατοικίας. Τόν 6ο π.Χ. αἰώνα οἱ Βαβυλώνιοι κυρίευσαν τήν Παλαιστίνη, κατέστρεψαν τήν ᾿Ιερουσαλήμ καί ὁδήγησαν τούς μισούς ῾Εβραίους αἰχμαλώτους στή Βαβυλώνα γιά 70 χρόνια. ᾿Από τότε ποτέ πιά ὁ ᾿Ισραήλ δέν εἶδε δόξες. ῾Η πρώτη μετοικεσία τῶν ῾Εβραίων στή Βαβυλώνα ἔγινε ἐπί ᾿Ιωακείμ καί ἡ δεύτερη μετά ἀπό λίγο χρονικό διάστημα ἐπί ᾿Ιεχονίου (βλ. Δ´ Βα 24,1-16). Τότε ὁ Ναβουχοδονόσορ μετέφερε ἀπό τήν ᾿Ιερουσαλήμ στή Βαβυλώνα πολλές χιλιάδες ῾Εβραίους μαζί μέ τόν βασιλιά τους (βλ. Δ´ Βα 24,14-16. Β´ Πα 36,6-10). Σβήνει πλέον ὁ θεσμός τοῦ βασιλιᾶ. Μέ τήν αἰχμαλωσία κλείνει τό τμῆμα αὐτό τοῦ καταλόγου.

1,12-15. Μετά δέ τήν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος ᾿Ιεχονίας ἐγέννησε τόν Σαλαθιήλ, Σαλαθιήλ δέ ἐγέννησε τόν Ζοροβάβελ, Ζοροβάβελ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Αβιούδ, ᾿Αβιούδ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Ελιακείμ, ᾿Ελιακείμ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Αζώρ, ᾿Αζώρ δέ ἐγέννησε τόν Σαδώκ, Σαδώκ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Αχείμ, ᾿Αχείμ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Ελιούδ, ᾿Ελιούδ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Ελεάζαρ, ᾿Ελεάζαρ δέ ἐγέννησε τόν Ματθάν, Ματθάν δέ ἐγέννησε τόν ᾿Ιακώβ.
῾Ο ᾿Ιεχονίας ἀνέβηκε στό βασιλικό θρόνο ὀχτώ χρονῶν καί βασίλευσε μόνο γιά ἕνα τρίμηνο, ἔπειτα μεταφέρθηκε ἀπό τόν Ναβουχοδονόσορα στή Βαβυλώνα, ὅπου καί πέθανε. Στή Βαβυλώνα ἐγέννησε τόν Σαλαθιήλ, καί ὁ Σαλαθιήλ τόν Ζοροβάβελ (βλ. Α´ Πα 3,17), ὁ ὁποῖος ἐπέστρεψε στήν ᾿Ιερουσαλήμ καί οἰκοδόμησε τό θυσιαστήριο τοῦ Θεοῦ (βλ. Β´ ῎Εσ 3,2. 8· 5,2).

1,16. ᾿Ιακώβ δέ ἐγέννησε τόν ᾿Ιωσήφ τόν ἄνδρα Μαρίας, ἐξ ἧς ἐγεννήθη ᾿Ιησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός.
῾Ο εὐαγγελιστής φθάνει στόν ᾿Ιωσήφ καί τόν χαρακτηρίζει ὡς τόν ἄνδρα Μαρίας, δηλαδή σύζυγο, ἀφοῦ ἔτσι φαινόταν στά μάτια τοῦ κόσμου. ῾Ο ἅγιος Χρυσόστομος ἐπισημαίνει· «᾿Αφοῦ ἀνέφερε λοιπόν ὅλους τούς προγόνους καί τελείωσε στόν ᾿Ιωσήφ, δέν ἀρκέσθηκε στό ὄνομά του, ἀλλά πρόσθεσε· ᾿Ιωσήφ τόν ἄνδρα Μαρίας, διότι ἤθελε νά δείξει ὅτι τόν περιέλαβε στή γενεαλογία ἐξαιτίας τῆς Μαρίας. ῎Επειτα γιά νά μή νομίσεις, ὅταν ἀκούσεις τό ἄνδρα Μαρίας, ὅτι ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀκολούθησε τό φυσικό δρόμο, συμπλήρωσε τόν τρόπο τῆς γεννήσεως». Μέ τή φράση ἐξ ἧς ἐγεννήθη, ὁ εὐαγγελιστής ἀπέκλεισε τή συμμετοχή τοῦ ᾿Ιωσήφ στή σύλληψη καί στή γέννηση τοῦ ᾿Ιησοῦ τήν ὁποία ἀποδίδει στήν Παρθένο Μαρία.
῾Ο ᾿Ιησοῦς διακρίνεται ἀπό ὅλους τούς ἄλλους πού ἔφεραν αὐτό τό ὄνομα. Εἶναι ὁ λεγόμενος Χριστός. ῾Η φράση αὐτή ἀποτελεῖ τό ἐπώνυμό του.

1,17. Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαί ἀπό ᾿Αβραάμ ἕως Δαυΐδ γενεαί δεκατέσσαρες, καί ἀπό Δαυΐδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαί δεκατέσσαρες, καί ἀπό τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαί δεκατέσσαρες.
῾Ο Ματθαῖος πού ἀπευθύνει τό Εὐαγγέλιό του στούς ἐξ ᾿Ιουδαίων χριστιανούς ἐνδιαφέρεται νά παρουσιάσει τή γενεαλογία Χριστολογικά, σέ ἄμεση σχέση μέ τό πρόσωπο τοῦ Μεσσία. Κατατάσσει τά ὀνόματα σέ τρεῖς δεκατετράδες. Τόν ἐνδιαφέρει πρῶτα ὁ ἱερός ἀριθμός ἑπτά πού μέ τόν διπλασιασμό (14) ἐπιβεβαιώνεται. ῎Επειτα οἱ τρεῖς ὁμάδες περιλαμβάνουν ἀντίστοιχα· πατριάρχες, βασιλεῖς καί διδασκάλους. ᾿Αντιστοιχοῦν δέ οἱ τρεῖς αὐτές ὁμάδες στό τριπλό ἀξίωμα τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἀρχιερατικό, βασιλικό, προφητικό. Οἱ πρόγονοι τῆς μεσαίας δεκατετράδος, ἀπό Δαυΐδ μέχρι ᾿Ιεχονία, τότε πού ἔγινε ἡ μετοικεσία Βαβυλῶνος, ἦταν ὅλοι βασιλιάδες. ῾Ο ἅγιος Χρυσόστομος παρατηρεῖ· «Δέν βελτιώθηκαν μέ τίς ἀλλαγές τῆς πολιτικῆς τους κατάστασης, ἀλλά διατήρησαν τά ἴδια ἐλαττώματα καί μέ τό ἀριστοκρατικό πολίτευμα καί μέ τή βασιλεία καί μέ τήν ὀλιγαρχία. Δέν ἔγιναν περισσότερο ἐνάρετοι οὔτε ἀπό τήν ἡγεσία μεγάλων ἀρχηγῶν οὔτε ἱερέων οὔτε βασιλέων…Πολύ σωστά ὑπενθυμίζει καί τήν αἰχμαλωσία, ὑποδηλώνοντας ἔτσι ὅτι δέν συνετίσθηκαν ἀκόμη καί τότε πού ξέπεσαν σ᾿ ἐκείνη τήν κατάσταση. ῾Επομένως ὅλα δείχνουν ὅτι ἦταν ἀνάγκη νά ἔρθει στόν κόσμο ὁ Χριστός».
῎Αν μετρήσουμε τίς γενιές ἀπό τή μετοικεσία Βαβυλῶνος ὥς τόν ᾿Ιωσήφ εἶναι δώδεκα καί ὄχι δεκατέσσαρες. ῾Ο ἅγιος πατέρας ἀπαντᾶ καί σ᾿ αὐτή τήν ἀπορία· «Στό σημεῖο αὐτό ὁ εὐαγγελιστής ὑπολογίζει ὡς μία γενιά τό χρόνο τῆς αἰχμαλωσίας καί ὡς ἄλλη τόν ἴδιο τόν Χριστό. ῎Ετσι τόν συνδέει στενότατα μέ μᾶς τούς ἀνθρώπους».
῾Η συνεχής ἀναφορά ὅλων αὐτῶν τῶν προσώπων πού συνδέονται μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μᾶς διδάσκει ὅτι πάνω στή γῆ ὅλες οἱ γενιές τῶν ἀνθρώπων ἔρχονται καί παρέρχονται. Μόνο ὁ Χριστός καί ὅ,τι σχετίζεται μέ τό ὄνομά του μένουν αἰώνια. ῾Η πίστη στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου δίνει αἰώνια ἀξία στή μικρή καί ἀσήμαντη ζωή μας.

Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Δεκεμβρίου, 2014

      Οι άνθρωποι στη ζωή μας αντιμετωπίζουμε διλήμματα και προκλήσεις. Καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα σε δρόμους οι οποίοι δεν φαίνεται να οδηγούν κάπου όπου θα θέλαμε ή καλούμαστε αναγκαστικά να κάνουμε κάποιες επιλογές, μολονότι δεν είναι σύμφωνες με τις επιθυμίες μας. Συνήθως αγόμαστε και φερόμαστε από τα γεγονότα. Συνήθως βλέπουμε μία από τις όψεις, την πιο προφανή, και δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να δούμε και άλλες προοπτικές, οι οποίες διανοίγονται αναλόγως της επιλογής μας.  Αν πρόκειται για μία δοκιμασία που έχει να κάνει με την υγεία ή με τους νόμους, οι επιλογές είναι ουσιαστικά συγκεκριμένες. Υπάρχουν όμως και διλήμματα που έχουν να κάνουν με τις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους, με αυτούς που αγαπούμε, με αυτούς που χρειάζονται την βοήθεια και την προστασία μας, για όσους οι αποφάσεις μας θα διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο στη ζωή μας. Τέτοια διλήμματα βεβαίως αντιμετωπίζουν κυρίως οι άνθρωποι που έχουν ταυτότητα, που έχουν αρχές και αξίες στη ζωή τους, που πορεύονται με γνώμονα όχι μόνο το προσωπικό τους συμφέρον, αλλά και το συλλογικό, το τι είναι καλό για τους συνανθρώπους τους και για ολόκληρη την κοινωνία. Διότι οι προσωπικές αποφάσεις, οι οποίες μπορεί να είναι δίκαιες ή άδικες, μπορεί να είναι ωφέλιμες ή βλαπτικές, συντηρούν το καθεστώς των κοινωνικών και πνευματικών αξιών  από τις οποίες μία κοινότητα εμφορείται ή ανοίγουν νέους δρόμους ή γκρεμίζουν τα στηρίγματα, γεννώντας ένα καθεστώς ανομίας, σπάνια αλλαγής.
 
                Σήμερα τέτοια διλήμματα αντιμετωπίζουν ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι. Τόσο σε παγκόσμιο, όσο και σε συλλογικό επίπεδο, αλλά και στην καθημερινή ζωή, οι περισσότεροι άνθρωποι αποφασίζουν για τα διλήμματά τους με βάση το συμφέρον τους και αποκλειστικά με αυτό. Θεωρείται οπισθοδρόμηση να εισέρχονται άλλα κριτήρια σ’ αυτές τις αποφάσεις. Γνώμονας το «εγώ να ζήσω και να περάσω καλά» και όχι οι συνέπειες των επιλογών μου στους πολλούς. Έχει για παράδειγμα περιθωριοποιηθεί το ηθικό κριτήριο, τόσο στην πολιτική όσο και στα ΜΜΕ, στον αθλητισμό, αλλά, κυρίως, στις ανθρώπινες σχέσεις. Προάγεται ένας αμοραλισμός και μία ιδιοτέλεια, χωρίς να ενδιαφέρονται οι πρωταγωνιστές των διλημμάτων εάν βλάπτεται η αντίληψη των πολλών περί δικαίου, ήθους, αλήθειας. Κι αυτό διότι έχει περιθωριοποιηθεί ακριβώς η αίσθηση του τι είναι αληθινό. Τέθηκαν στην άκρη τα κριτήρια της αγάπης, της ανιδιοτέλειας, της ειλικρίνειας, της προσφοράς και πρυτανεύει η λογική της εξουσίας, της αυτάρκειας, της με κάθε τρόπο ικανοποίησης των επιθυμιών μας. Γι’ αυτό και τα διλήμματα σήμερα στην ουσία αποκαλύπτουν την αδυναμία των ανθρώπων να σκεφτούν το συλλογικό καλό, να αισθανθούν συνεχιστές ήθους, να έχουν την αίσθηση ότι δεν ζούνε μόνοι τους, αλλά η στάση τους αποτελεί υπόδειγμα για τον κόσμο, ακόμη κι αν αυτός δεν την αναγνωρίσει.Είναι διότι τελικά απουσιάζει η προτεραιότητα του Θεού.
                Ένα μεγάλο τέτοιο δίλημμα έζησε ο Ιωσήφ ο μνήστωρ, «ανήρ δίκαιος ών» (Ματθ. 1, 19), όταν διαπίστωσε ότι η Μαριάμ, η μνηστή του, ήταν έγκυος κατά ανεξήγητο τρόπο. Τα δεδομένα που είχε μπροστά του ήταν ξεκάθαρα. Ο ίδιος δεν ήταν ο πατέρας του παιδιού. Κάποιος άλλος έπρεπε να ήταν. Κατανοούμε την απογοήτευση, τον θυμό, το πόσο κατάπληκτος θα ένιωσε μετά από αυτή την διαπίστωση. Είχε μπροστά του ένα δίλημμα: να την διώξει, τιμωρώντας την πραγματικά, όπως προέβλεπε ο μωσαϊκός νόμος, με την διαπόμπευση, η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί και σε θάνατο δια λιθοβολισμού ή στην κοινωνική περιφρόνηση, ή να επικρατήσει στην καρδιά του η αγάπη και η συγχωρητικότητα, εφόσον λάμβανε υπόψιν το νεαρό της ηλικίας της Παναγίας. Ακόμη όμως κι έτσι να γινόταν, η προσβολή κατά της τιμής του ήταν έτσι κι αλλιώς ανεπανόρθωτη. Η αγάπη πρυτανεύει, χωρίς όμως να αφήσει κατά μέρος τον νόμο. Έτσι αποφασίζει να διαλύσει τον αρραβώνα, χωρίς όμως δημόσια διαδικασία. Να προστατέψει την Μαριάμ, όχι όμως και να αμνηστεύσει την εγκυμοσύνη και να θεωρήσει ασήμαντη την προσβολή την οποία υπέστη. Η απόφαση που πήρε για να αντιμετωπίσει το δίλημμα αφορμήθηκε από τις ηθικές και θρησκευτικές αξίες, οι οποίες ήταν και κοινωνικές, αλλά και από την αγάπη, την στοργή και την ανθρωπιά που ήταν προσωπικές αξίες. «Δίκαιος ων» δείχνει την φιλανθρωπία, αλλά δεν παραβιάζει  τις αξίες του. Η αγάπη φαίνεται στην επιείκεια, δεν γίνεται όμως αμνήστευση της αμαρτίας. 
                Ο Θεός βλέπει την απάντηση του Ιωσήφ, την δίκαιη στάση του και δίνει την δική Του απάντηση στον σπουδαίο αυτό, απλό μεν, αλλά αρχοντικό και στο νου και στην καρδιά άνθρωπο. Είναι το όνειρο το οποίο βλέπει ο Ιωσήφ και στο οποίο ο άγγελος του Θεού του λέει: «Μη φοβηθείς παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου . το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος Αγίου εστίν» (Ματθ. 1, 20). Μη φοβηθείς να κρατήσεις στο σπίτι σου την Μαριάμ ως νόμιμη σύζυγό σου. Αναγνώρισε το παιδί σα να ήταν δικό σου, διότι Αυτό προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα. Διακόνησε το μυστήριο της σωτηρίας του κόσμου χωρίς να εξετάζεις τι είναι δίκαιο για το Θεό. Κάνε την υπέρβαση του νόμου, διότι ο Θεός ανοίγει μία νέα και μοναδική οδό για όλους τους ανθρώπους, στην οποία ο νόμος δεν επαρκεί. Είναι η οδός του μυστηρίου και του θαύματος, της υπέρβασης, όχι της κατάργησης των κοινωνικών, θρησκευτικών και προσωπικών αξιών, αλλά της ένταξής τους στον τρόπο της αγάπης του Θεού για τον σύνολο άνθρωπο. Καταξιώνονται οι αξίες του Ιωσήφ. Καταξιώνεται και ο ίδιος ως άνθρωπος «δίκαιος ων». Όμως όλα θεώνται στην προοπτική της άλλης βιοτής, η οποία ξεκινά με την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού.
                Στα διλήμματά μας λοιπόν ας βάζουμε ως βάση για να απαντήσουμε τι θα ωφελήσει όχι μόνο τον εαυτό μας, αλλά το σύνολο, ως παρελθόν, δηλαδή ως ιστορία και παράδοση και αξιακό υπόβαθρο, ως παρόν, δηλαδή ως πορεία με βάση την αλήθεια και την δικαιοσύνη, αλλά και ως μέλλον, διότι φέρουμε ευθύνη να έχουμε και να προσφέρουμε   ήθος στους μετά από εμάς. Και ο Θεός, αν είμαστε δίκαιοι, θα προσθέτει υπερβάσεις αγάπης και ενίσχυση στις απαντήσεις μας. Και σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε τέτοιες απαντήσεις. Με συναίσθηση όλοι μας ότι δεν μπορούμε να παραμείνουμε στο βούρκο της κακίας, της διαφθοράς, της εξουσιομανίας και, κυρίως, του ψέματος από το οποίο, αν δεν έχουμε πίστη στην Αλήθεια που είναι ο Χριστός, δύσκολα θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε. Διότι τελικά ο Χριστός ήρθε στον κόσμο για να μας λυτρώσει από τα ψεύτικα: ότι είμαστε αθάνατοι, ότι μπορούμε να κυριαρχούμε με κάθε μέσο έναντι των άλλων, ότι μπορούμε να χρησιμοποιούμε τα πάντα προς ίδιον όφελος, ότι τελικά η ικανοποίηση των επιθυμιών μας και μόνο αυτό μπορεί να μας δώσει ευτυχία. Αν ακολουθήσουμε το Χριστό και την οδό της Εκκλησίας τότε και τα ψέματα θα διαλυθούν, αλλά και στα κάθε λογής διλήμματα θα δίνουμε απαντήσεις αλήθειας και υπέρβασης, απαντήσεις σωτηρίας.
Κέρκυρα, 21 Δεκεμβρίου 2014      
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σε ποιους φανερώνεται ο Θεός (αγίου Συμεών).

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Δεκεμβρίου, 2014

Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, μέσω (και) της ποίησης, μας χαρίζει ως πνευματική κληρονομιά την δική του θεία εμπειρία. Ακολουθεί απόσπασμα από ύμνο του αγίου, με θέμα «σε ποιους φανερώνεται ο Θεός και ποιοι κάνουν συνήθειά τους το καλό με την εκτέλεση των εντολών» . 

«Πως βλέπεις ενώ είσαι κρυμμένος, πως εποπτεύεις τα πάντα,
πως ενώ εμείς δεν σε βλέπουμε, Εσύ μας βλέπεις όλους;
Δεν αναγνωρίζεις όμως, Θεέ μου, όλους όσους βλέπεις
αλλά μόνο όσους σε αγαπούν αγαπάς κι αναγνωρίζεις
και κάνοντας εξαίρεση φανερώνεσαι σ’ αυτούς.
 
Είσαι ήλιος κρυμμένος για όλη την ανθρώπινη φύση
κι ανατέλλεις στους δικούς σου κι αυτοί σε βλέπουν
κι ανατέλλουν σ’ εσένα όσοι ήταν πρώτα στο σκοτάδι,
πόρνοι, μοιχοί και άσωτοι, αμαρτωλοί, τελώνες.
Όταν μετανιώσουν γίνονται γιοί του θείου σου φωτός.
 
Το φως γεννά φως, είναι λοιπόν και αυτοί ζωή,
όπως έχει γραφεί, τέκνα Θεού και θεοί κατά χάρη.
Όσοι φυλάξουν καλά τις θεϊκές εντολές σου,
όσοι αρνηθούν τον μάταιο κόσμο και πλάνο,
όσοι μισήσουν, χωρίς μίσος όμως, γονείς και αδέλφια,
 
θεωρώντας τους σαν ξένους και παροδίτες της ζωής,
όσοι μείνουν γυμνοί από πλούτο και χρήματα
και το δεσμό τους με τα πάθη αρνηθούν τέλεια,
όσοι την κούφια δόξα και τους επαίνους των ανθρώπων
διώξουν με βδελυγμία απ’ την ψυχή για χάρη της άνω δόξας,
 
όσοι έκοψαν ολότελα το δικό τους θέλημα
και συμπεριφέρονται όπως άκακα πρόβατα στους ποιμένες,
όσοι νέκρωσαν το σώμα τους για κάθε κακή πράξη
χύνοντας ιδρώτες στους μόχθους των αρετών
και ζουν μόνο στο θέλημα του κυβερνήτη,
 
νεκρωμένοι με την υπακοή και πάλι ξαναζώντας,
όσοι από φόβο Θεού και μνήμη του θανάτου
χύνουν δάκρυα κάθε νύχτα και κάθε μέρα
και πέφτουν νοερά στα πόδια του Δεσπότη
ζητώντας έλεος και συγχώρηση των σφαλμάτων,
 
αυτοί αποχτούνε το καλό θρηνώντας σε όλη
την εργασία των καλών την κάθε μέρα
κι επίμονα χτυπώντας αποσπούν το έλεος.
Αυτοί με αδιάκοπες δεήσεις και φωνές ανεκλάλητες
Και με τη ροή των δακρύων καθαίρουν την ψυχή.
 
Και βλέποντάς την να καθαίρεται
ο πόθος τους παίρνει φωτιά κι ανάβει η επιθυμία τους
για να τη δούνε τέλεια καθαρμένη.
Επειδή όμως είναι ανίσχυροι να βρουν το τέλος
του φωτός, η κάθαρσή τους μένει ανολοκλήρωτη.
 
Γιατί όσο και αν καθαρθώ και λάμψω ο δύστυχος,
όσο κι αν δω το Πνεύμα που με καθαίρει,
πάντα νομίζω είναι η αρχή του καθαρμού και της θέας.
Σε βυθό απεριόριστο και σε ύψος αμέτρητο
ποιος μπορεί να βρει τη μέση ή το τέλος;
 
Ξέρω πως είναι πολύ, πόσο ακριβώς δεν γνωρίζω·
επιθυμώ το περισσότερο και στενάζω συνέχεια
και αν και το θεωρώ πολύ, είναι λίγο ότι μου δόθηκε,
όσο φαντάζομαι αυτό που υπάρχει μακριά από μένα,
που το ποθώ βλέποντάς το και νομίζω ότι δεν έχω τίποτε,
αφού δεν έχω συνείδηση για τον πλούτο που μου δόθηκε».
(Απόσπασμα από τον Ύμνο Η’, του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Φ. ΕΠΕ 19 Ε, σελ. 94). 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Δεκεμβρίου, 2014

Η πίστη και το πλήρωμα της Επαγγελίας

Εβρ. 11.9-10, 32-40

Ἀδελφοί, πίστει παρῴκησεν Ἀβραὰμ εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς· ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός. Καὶ τί ἔτι λέγω; Ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ ᾿Ιεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.

Κυριακή προ των Χριστουγέννων σήμερα, η οποία είναι αφιερωμένη στην τιμή όλων των δικαίων και των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, από τον Αδάμ μέχρι και τον Ιωσήφ τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου, οι οποίοι ευηρέστησαν τον Θεό και έζησαν σύμφωνα με το θέλημά του. Και ο απόστολος Παύλος στο σημερινό ανάγνωσμα αναφέρεται σε όλους αυτούς, για να υπογραμμίσει το κοινό χαρακτηριστικό το οποίο είχαν όλοι, δηλαδή την πίστη στον Θεό. Έχοντας πίστη στον Θεό και στην υπόσχεση που τού έδωσε, ο Αβραάμ εγκατέλειψε την γη που κατοικούσε και ήλθε στην γη Χαναάν. Ομοίως και οι άλλοι πατριάρχες, ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, επειδή είχαν πίστη στον Θεό, κατοίκησαν μέσα σε σκηνές, ως ξένοι, την Γη της Επαγγελίας, γιατί αποδέχτηκαν ως πατρίδα και πόλη τους εκείνη την οποία έχει γερά θεμέλια και τεχνίτη και δημιουργό της τον Θεό. Η πόλη αυτή δεν είναι άλλη από την άνω Ιερουσαλήμ, την Βασιλεία του Θεού, η οποία ήλθε με την ενανθρώπηση του Χριστού και με την Ανάστασή του. Και παρόλο που δεν είχε νικηθεί ακόμη το κράτος του θανάτου και όλοι οι κεκοιμημένοι κατέληγαν στον Άδη, ο Θεός τούς αντάμειψε για την πίστη τους με σημεία και τέρατα θαυμαστά, και τήρησε τις υποσχέσεις του. Έτσι, στους μεν πατριάρχες έδωσε την γη που τούς υποσχέθηκε, στον Ενώχ το να μη γευτεί θάνατο, τον Νώε τον έσωσε από την πλημμύρα, τον Λωτ από την καταστροφή, τους τρεις παίδες από την φωτιά και ούτω καθεξής.

Επομένως, εφάρμοσε προ Χριστού εκείνο που μάς είπε ο Χριστός, «ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. 6.33). Δεν θα με πάρει ο χρόνος, συνεχίζει ο Απόστολος, να διηγούμαι για τον Γεδεών, τον Σαμψών, τον Δαβίδ, τον Σαμουήλ και όλους τους προφήτες, οι οποίοι διά της πίστεως κατέρριψαν βασίλεια, εργάστηκαν την δικαιοσύνη, γεύτηκαν όσα υποσχέθηκε ο Θεός σε αυτούς, έφραξαν στόματα λεόντων, διέφυγαν κάθε κίνδυνο, είτε από φωτιά, είτε από μαχαίρι, είτε από ασθένεια. Άλλοι από αυτούς ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου και δεν δέχτηκαν να γλιτώσουν τη ζωή τους, προκειμένου να πετύχουν μια καλύτερη ανάσταση. Άλλοι πάλι υπέμειναν μύριες όσες κακουχίες, εμπαιγμούς, μαστιγώσεις και φυλακίσεις· λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, θανατώθηκαν με μαχαίρι, έζησαν φορώντας προβιές με στερήσεις, με θλίψεις και κακουχίες σαν να μη τούς άξιζε ο κόσμος, περιπλανώμενοι σε σπηλιές και βουνά και στις τρύπες της γης. Και όμως όλοι αυτοί, αν και έδωσαν την καλή μαρτυρία της πίστεως, δεν απέκτησαν την υπόσχεση, επειδή ο Θεός προέβλεψε για μάς κάτι καλύτερο, για να μη τελειωθούν χωρίς εμάς. Αυτό το καλύτερο, όπως είπαμε, είναι η Απολύτρωση, η σωτηρία δηλαδή μέσω της ενανθρωπήσεως του Θεού – την οποία σε λίγες ημέρες θα εορτάσουμε – του πάθους και της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Όλα αυτά, δηλαδή η υπακοή στο θέλημα του Θεού, οι ευεργεσίες και η απαντοχή στις θλίψεις και τις κακουχίες, έχουν ως κύριο παρονομαστή την πίστη και την αναζήτηση της αγάπης και της δικαιοσύνης του Θεού. Αυτό τότε. Τώρα, «λύτρωσιν ἀπέστειλεν ὁ Θεός τῷ λαῷ αὐτοῦ», «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας … Καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος» (Ιω. 1.14, 16).

Και πάλι, το ζητούμενο από μέρους μας προκειμένου να γευτούμε την λύτρωση και την σωτήριο χάρη του Χριστού, δεν είναι άλλο από την πίστη στον αληθινό Θεό και στον Υιό του τον οποίο απέστειλε στον κόσμο. Η πίστη και η αναζήτηση της αγάπης του Θεού δικαίωσε την πόρνη, τον ληστή και τον τελώνη, η πίστη στο πρόσωπο του Χριστού έφερε τα θαύματα και ανέδειξε τους αποστόλους, τους αγίους, τους μάρτυρες, τους ομολογητές, τους μεγάλους ασκητές. Η πίστη είναι αυτή η οποία έχει την δύναμη να ελκύσει την χάρη του Θεού, η οποία θερμαίνει και φωτίζει και καθαρίζει την καρδιά μας και μάς διδάσκει την εν Χριστώ αγάπη και φιλανθρωπία. Η πίστη των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης στηρίχτηκε στην ελπίδα της χάριτος του Θεού. Εμείς έχουμε το πλήρωμα της χάριτος, την βεβαιότητα της Αναστάσεως και της απολυτρώσεως, και την διαρκή παρουσία του Αγίου Πνεύματος, το οποίο φωτίζει και αγιάζει «πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον». Επομένως, έχουμε τον ακρογωνιαίο λίθο, τον Κύριο Ιησού Χριστό, για να εδράσουμε την δική μας πίστη, και να ζήσουμε ουσιαστικά την Γέννηση του Κυρίου, η οποία συνδέεται άρρηκτα με το Πάθος και την Ανάσταση, με την κατάργηση του Άδη και με την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας· κατά την οποία είθε να μάς αξιώσει να είμαστε μεταξύ εκείνων που θα καλέσει στα δεξιά του, ως γνήσιους φίλους του και ως αδελφούς εξ υιοθεσίας. Αμήν. 

π. Χερουβείμ Βελέτζας 

http://xerouveim.blogspot.gr/2014/12/21-12-2014.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Δεκεμβρίου, 2014

Καί οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διά τῆς πίστεως...᾽ (῾Εβρ. 11, 39)
α. ᾽Εποποιΐα τῆς πίστεως ἔχει χαρακτηρισθεῖ τό συγκεκριμένο ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, πού ἀκούγεται κάθε φορά τήν Κυριακή πρό τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως. ᾽Εποποιΐα γιατί φανερώνει μέσα ἀπό τήν ἱστορία τῆς Θείας Οἰκονομίας ὅτι ἡ πίστη ἀποτελεῖ τό ἀκαταμάχητο ὅπλο μέ τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ὑπερβαίνει ὅλες τίς δυσκολίες  καί ὅλα τά ἐμπόδια τῆς ζωῆς αὐτῆς καί ἐξέρχεται νικητής. ῾Μεγάλα τά τῆς πίστεως κατορθώματα᾽. Θά μποροῦσε κανείς νά ἔβαζε ὡς τίτλο τοῦ ἀποσπάσματος τή φράση τῆς ᾽Αποκάλυψης τοῦ ᾽Ιωάννου ῾αὕτη ἡ πίστις ἡ νικήσασα τόν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν᾽. ῾Ο ἀπόστολος εἶναι σαφής: ἄν ὁ ᾽Αβραάμ καί οἱ μετά ἀπό αὐτόν Πατριάρχες τοῦ ᾽Ισραήλ μεγαλούργησαν, ἄν οἱ Κριτές καί οἱ Βασιλεῖς τοῦ ᾽Ισραήλ ἐξῆλθαν νικητές στούς διαφόρους πολέμους, ἄν τελικῶς οἱ Προφῆτες ἔστω καί μέ τόν θάνατό τους παρέμειναν ζωντανοί στή μνήμη καί τή ζωή τοῦ λαοῦ, ἦταν ἀκριβῶς γιατί κινητήρια δύναμή τους εἶχαν τήν πίστη τους στόν Θεό, ἡ ὁποία τούς ἔκανε νά ζοῦν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί νά εἶναι ἔτσι τά διαχρονικά πρότυπα γιά ὅλους τούς πιστούς. ῾Καί οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διά τῆς πίστεως...᾽. ῞Ολοι αὐτοί ἔδωσαν καλή μαρτυρία γιά τήν πίστη τους.
β. 1. Δέν μιλᾶμε λοιπόν γιά τήν πίστη ἡ ὁποία χαρακτηρίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο καί τόν παρακολουθεῖ σέ ὅλες τίς φάσεις τῆς ζωῆς του, τόσο πού νά ὁρίζεται αὐτός ὡς τό κατεξοχήν πιστεῦον ὄν. Γιά τήν πίστη-ἐμπιστοσύνη δηλαδή  πού φανερώνει ἤδη ἀπό μικρό παιδάκι μέχρι τά γηρατειά του σέ κάθε ἐπίπεδο ζωῆς προκειμένου νά διακρατηθεῖ στή ζωή, ὅπως ὅτι οἱ γονεῖς του εἶναι πράγματι γονεῖς του, ὅτι γιά νά σταθεῖ ὄρθιος στά πόδια του πρέπει ἀκριβῶς νά τό πιστέψει, ὅτι γιά νά κυκλοφορήσει ἔξω στόν κόσμο – καί σ᾽ ἕνα λεωφορεῖο νά ἀνέβει – μέ τήν προϋπόθεση τῆς πίστεως θά τό κατορθώσει.
Κι οὔτε μιλᾶμε βεβαίως γιά τήν πίστη γενικά καί ἀόριστα σέ θεό ἤ θεούς, διότι τέτοια πίστη ὑπάρχει καί ἀπαντᾶται σέ ὅλες τίς θρησκεῖες καί σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους – ἔστω καί τούς θεωρουμένους ἀθέους – ἡ ὁποία ὅμως δέν ὁδηγεῖ σέ σωτηρία τόν ἄνθρωπο μέ τήν ἔννοια τῆς εὑρέσεως τοῦ ζωντανοῦ καί ἀληθινοῦ Θεοῦ καί συνεπῶς τῆς πραγματώσεως τοῦ ἀληθινοῦ του προσώπου. Χωρίς δηλαδή νά ἀμφισβητεῖται ἡ πραγματικότητα τῆς πίστεως σέ Θεό, ἐκεῖνο πού ἀμφισβητεῖται εἶναι τό ῾ἀντικείμενο᾽ τῆς πίστεως: ποιός Θεός λατρεύεται. Διότι κατά τή χριστιανική μας πίστη οἱ ἐκτός Χριστοῦ λατρευόμενοι ῾θεοί᾽ εἶναι ἤ τό τίποτε: τά εἴδωλα τοῦ σκοτισμένου λόγω τῆς ἁμαρτίας νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἤ τά πονηρά πνεύματα. ῾Μή παντί πνεύματι πιστεύετε᾽ φωνάζει ἐν προκειμένῳ ὅ ἄγιος ᾽Ιωάννης ὁ Θεολόγος.
2. ῾Η πίστη γιά τήν ὁποία κάνει λόγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία στηρίζεται στήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ τόσο στήν πρώτη φάση της τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅσο καί στή δεύτερη τῆς Καινῆς. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἔδειξαν πίστη οἱ δίκαιοι καταρχάς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, διότι ἀκριβῶς στόν ὑπό τό σκότος τῆς ἄγνοιας καί τῆς ἁμαρτίας εὑρισκόμενο ἄνθρωπο φανερώθηκε ὁ ἴδιος ὁ Θεός. ᾽Επειδή δηλαδή ἡ ἁμαρτία διάβρωσε τόν ἄνθρωπο καί ἔχασε τήν ἐπαφή του μέ τόν Δημιουργό του Θεό – καμία ῾σκάλα᾽ δέν μποροῦσε νά στηθεῖ ἀπό πλευρᾶς τοῦ ἀνθρώπου γιά νά βρεῖ τόν Θεό – γι᾽ αὐτό καί ᾽Εκεῖνος κινούμενος ἀπό τήν ἄπειρη ἀγάπη Του πρός τά πλάσματά Του ἀποκαλύπτεται, μέ ἀποκορύφωση τόν ἐρχομό Του στόν κόσμο ὡς ἀνθρώπου. ῎Ετσι ὁ ᾽Αβραάμ, οἱ Πατριάρχες τοῦ ᾽Ισραήλ, οἱ Κριτές, οἱ Προφῆτες ἀνταποκρίνονται σέ συγκεκριμένη κλήση τοῦ Θεοῦ. ῾Η πίστη τους ἦταν τό ῾ναί᾽ πού ψέλλισε ἡ καρδιά τους, ὅταν ἐκείνη ἐνύγη ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ μεγάλου Πατέρα.
Κι ἐκεῖ πού ἡ πίστη βρῆκε τή μεγαλύτερη καθαρότητά της ἦταν ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Θεός στό πρόσωπο τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ἔγινε ἄνθρωπος σάν κι ἐμᾶς, προκειμένου νά μᾶς φανερώσει στό ἀπόλυτο δυνατό τό ἀληθινό Του πρόσωπο καί νά μᾶς ὁδηγήσει σέ ὅ,τι ἀδυνατοῦσε καί ἀδυνατεῖ νά συλλάβει τό ἀνθρώπινο μυαλό: τήν συσσωμάτωση στόν ἑαυτό Του, δηλαδή  νά εἴμαστε ἕνα μέ ᾽Εκεῖνον. ῾Η πίστη στόν Χριστό πιά λόγω τῆς ἐξαίρετης χαρισματικῆς καταστάσεώς της προϋπέθετε καί προϋποθέτει τήν πιό οὐσιαστική βοήθεια τοῦ ῎Ιδιου: νά μᾶς τήν προσφέρει ᾽Εκεῖνος, ἀρκεῖ νά δεῖ τήν καλή δική μας διάθεση. Μέ ἄλλα λόγια, ἀπαιτεῖται ἡ καλή προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος νιώθει νά στρέφεται πρός τόν Χριστό καθώς ὁ Θεός ἀσκεῖ ἑλκτική δύναμη σ᾽ αὐτόν – ἕνα εἶδος πρώτης πίστεως – κι ἔπειτα ὅταν ὁ ἄνθρωπος μέ τήν πρώτη αὐτήν πίστη ζητήσει τόν Χριστό, τήν ἀποκτᾶ στήν ὁλοκληρία της καθώς βαπτίζεται στό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί γίνεται μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας ὡς τοῦ ζωντανοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Κατά τόν λόγο τῆς Γραφῆς: ῾οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ Πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽. Καί: ῾ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται᾽.
3. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ πίστη στόν ἀποκαλυμμένο Θεό δέν εἶναι ἀδράνεια καί ἐπανάπαυση. Θέτει τόν ἄνθρωπο σέ ἐνέργεια τέτοια πού φθάνει στό βαθμό τῆς θυσίας: ὁ Θεός ὁδηγεῖ πιά τόν ἄνθρωπο σ᾽ ὅ,τι συνιστᾶ τό ἅγιο θέλημά Του, πού σημαίνει ὅτι κύριο γνώρισμα τῆς πίστης αὐτῆς εἶναι ἡ ὑπακοή σ᾽ ᾽Εκεῖνον. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία μας θέτει ὡς διαχρονικό πρότυπο ἀληθινῆς πίστεως τόν ᾽Αβραάμ. Τόν γίγαντα αὐτόν πού ὑπακούει στήν κλήση τοῦ Θεοῦ νά ἐγκαταλείψει τή χώρα καί τήν οἰκογένειά του, πού καλεῖται νά πιστέψει – ὅπως καί πίστεψε –  ὅτι ἡ γερόντισσα γυναίκα του Σάρρα θά γεννήσει τόν γιό του, πού δέχεται ἐν πίστει νά θυσιάσει ἔπειτα τόν μονάκριβο ἀπό τήν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ υἱό του, ἄσχετα ὅτι τελικῶς μέ τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ δέν πραγματοποιεῖ τή θυσία αὐτή. ῾Η πίστη ὡς ὑπακοή στόν Θεό μέ ἄλλα λόγια δέν ἀφήνει τόν ἄνθρωπο σέ ἡσυχία. ῾Ο ἄνθρωπος τῆς πίστης στόν ἀληθινό Θεό βρίσκεται ἀδιάκοπα σέ κατάσταση ἐγρήγορσης: νά βρίσκεται ἐκεῖ πού κάθε φορά, ὅπως εἴπαμε, τόν καλεῖ ὁ Θεός.
4. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή κατανοοῦμε ἀφενός αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί πάλι γιά τήν πίστη, ὅτι δηλαδή πρόκειται γιά μία ὅραση τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ: ὁ ἄνθρωπος περπατᾶ στή ζωή αὐτή ὄχι ἁπλῶς μέ τά σωματικά του μάτια, ἀλλά μέ τά μετασκευασμένα ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ – ῾διά πίστεως περιπατοῦμεν, οὐ δι᾽ εἴδους᾽ καί: ῾πίστις ἐστίν ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων᾽ – ἀφετέρου αὐτό πού ἐπισημαίνει ἀλλοῦ ὁ ἴδιος, ὅτι δηλαδή ἡ παραπάνω πίστη βιώνεται στό ἑκάστοτε παρόν ὡς ἀγάπη: ῾πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽. Κι εἶναι πολύ σημαντική ἡ τελευταία ἐπισήμανση τοῦ ἀποστόλου, διότι μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ πίστη εἶναι ζωντανή καί ἀληθινή ὅταν μᾶς συνδέει διαρκῶς μέ τόν Θεό, ὁ ῾Οποῖος ῾ἀγάπη ἐστί᾽. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι τό ζητούμενο στήν πίστη μας εἶναι νά εἴμαστε ἐν Θεῷ, νά κρατᾶμε στήν ὕπαρξή μας αὐτό πού ᾽Εκεῖνος μᾶς ἔδωσε, δηλαδή τόν ἴδιο τόν ῾Εαυτό Του, κι ἀφοῦ ᾽Εκεῖνος εἶναι ἀγάπη, ἄλλος δρόμος ἀνταπόκρισης τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντί Του, ἄλλος δρόμος πίστης δηλαδή, πέραν τῆς ἀγάπης δέν ὑπάρχει. Πιστεύω θά πεῖ τελικῶς ἀγαπῶ.
Γι᾽ αὐτό καί οἱ ἅγιοί μας διδάσκουν μέσα ἀπό τήν ἐμπειρική βίωση τῆς πίστης τους ὅτι ἄν κανείς θέλει νά στέκεται στήν πίστη καί νά τήν αὐξάνει, πρέπει νά εἶναι ἀνοικτός ἐν ἀγάπῃ πρός τόν συνάνθρωπό του, νά μή τοῦ κρατάει κακία, νά τοῦ δίνει πλούσια τή συγγνώμη του, ὅπως καί τό νά ἔχει κανείς πίστη στόν Θεό, ἔστω καί στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, δέν σημαίνει τίποτε χωρίς αὐτήν τήν ἀγάπη. Κι ἀκόμη περισσότερο, ὅτι τήν ὅποια νομιζόμενη πίστη του θά τή χάσει σύντομα, γιά νά μή ποῦμε ὅτι στήν περίπτωση αὐτή τῆς χωρίς ἀγάπη πίστης κινεῖται στό ἴδιο μῆκος κύματος μέ τόν Πονηρό διάβολο. Διότι καί ῾τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι᾽.
γ. Μία ἀνάσα πρίν τά Χριστούγεννα ἡ ᾽Εκκλησία μας ἔρχεται φιλάνθρωπα νά μᾶς ὑπενθυμίσει: ἄν δέν ἐνεργοποιήσουμε τήν πίστη μας μέ τόν τρόπο τῆς ἀγάπης πού φανέρωσε ὁ Χριστός, δυστυχῶς τά Χριστούγεννα θά παραμείνουν γιά μία ἀκόμη φορά ἄπιαστο ὄνειρο. Τά Χριστούγεννα δέν εἶναι δῶρα καί ξενύχτια καί λαμπιόνια στά δέντρα. Βιώνονται στό μυστικό βάθος τῆς καρδιᾶς μας, ἐκεῖ πού μπορεῖ νά ἀνατείλει καί ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. ῎Αν ἡ καρδιά μας εἶναι γεμάτη ἀπό τά ῾μπάζα᾽ τῶν παθῶν καί τῶν κακιῶν μας, ἡ καλύτερη ὥρα γιά νά τά ἀποτινάξουμε εἶναι τώρα, ἐνόψει τῆς ῾Μητροπόλεως τῶν ἑορτῶν᾽. Τώρα μποροῦμε ἐν μετανοίᾳ νά στραφοῦμε πρός τόν Κύριο καί νά Τόν παρακαλέσουμε νά καθαρίσει τόν στάβλο τῆς καρδιᾶς μας αὐτῆς. ῎Ας θυμηθοῦμε τόν ἅγιο ῾Ιερώνυμο πού ἤθελε νά ζήσει ἀληθινά τή Γέννηση τοῦ Κυρίου καί Τόν παρακαλοῦσε νά τοῦ πεῖ τί δῶρο νά Τοῦ προσφέρει γιά τόν ἐρχομό Του στόν κόσμο! Κι ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ἦταν αὐτή πού λέει καί σέ ἐμᾶς σήμερα καί πάντα: ῾δῶσε μου, ῾Ιερώνυμε, τίς ἁμαρτίες σου γιά νά τίς καθαρίσω᾽! ῾Η μετάνοιά μας πού φανερώνει τήν πίστη μας, συνιστᾶ τή χαρά τοῦ Κυρίου μας, γιατί Τοῦ ἀφήνει χῶρο μέσα μας νά γεννηθεῖ κι ἐκεῖ.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΠΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Δεκεμβρίου, 2014

Πίστει παρώκησεν (ὁ ᾽Αβραάμ) εἰς τήν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν…ἐξεδέχετο γάρ τήν τούς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καί δημιουργός ὁ Θεός᾽ (῾Εβρ. 11, 9.10)
(Μέ πίστη (ὁ ᾽Αβραάμ) ἐγκαταστάθηκε τή γῆ πού τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, ξένος σέ ἄγνωστη χώρα…κι αὐτό γιατί περίμενε τήν πόλη πού θά εἶχε στέρεα θεμέλια καί πού ἀρχιτέκτονας καί δημιουργός της θά ἦταν ὁ Θεός).
α. Γιά δεύτερη φορά ἡ ᾽Εκκλησία μᾶς θυμίζει τούς ἁγίους Προπάτορες: καί ἡ προηγούμενη καί ἡ σημερινή Κυριακή εἶναι ἀφιερωμένη σ᾽ αὐτούς. ᾽Ιδιαιτέρως σήμερα ἑορτάζουμε ὄλους ἐκείνους ἀπό ᾽Αδάμ μέχρι τοῦ μνήστορος ᾽Ιωσήφ, τούς προφῆτες καί τίς προφήτιδες, ἐξαιρέτως τόν προφήτη Δανιήλ καί τούς ἁγίους τρεῖς παῖδες, οἱ ὁποῖοι ἐγκωμιάστηκαν γιά τήν πίστη τους στόν Θεό καί τίς ὑποσχέσεις Του. Κι εἶναι σάν νά μᾶς τονίζει ἡ ᾽Εκκλησία ὅτι γιά νά κατανοήσουμε σωστά τό γεγονός τῶν Χριστουγέννων δέν πρέπει καί δέν μποροῦμε νά τό δοῦμε ὡς κάτι ἀπομονωμένο καί ξεκομμένο ἀπό ὅ,τι προηγήθηκε στήν ἱστορία, ἀλλ᾽ ὡς τό τέλος μίας πορείας γεγονότων καί ὡς τήν ἐκπλήρωση πολλῶν προφητειῶν.
β. 1. Ἡ προηγουμένη Κυριακή τῶν Προπατόρων τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ τόνισε ὅτι ὁ ἐρχομός ἀκριβῶς Αὐτοῦ φανέρωσε τούς Προπάτορες ὡς ὄργανά Του γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου: μέ ᾽Εκεῖνον ἀπεκαλύφθη ὅτι ἡ ζωή τους προετοίμαζε τόν δρόμο τοῦ Μεσσία. Στή σημερινή Κυριακή τονίζεται μέ ἰδιαίτερα ἔντονο τρόπο τό βασικό γνώρισμα πού εἶχαν γιά νά μποροῦν νά λειτουργοῦν ὡς ὄργανά Του: τήν πίστη στόν Θεό μέ τήν ἔννοια τῆς ἐμπιστοσύνης τους σ᾽ ᾽Εκεῖνον καί τούς λόγους Του.
2. Κι ἄν ὁ ἀπόστολος Παῦλος μνημονεύει ὅλους τούς Προπάτορες λέγοντας ὅτι ῾ἐμαρτυρήθησαν διά τῆς πίστεως᾽, ἐγκωμιάστηκαν δηλαδή γιά τήν πίστη τους, πιό πολύ μνημονεύει τόν Γενάρχη τῶν ῾Εβραίων καί Γενάρχη ὅλων τῶν πιστῶν, τόν ᾽Αβραάμ. Διότι στό πρόσωπο αὐτοῦ φαίνεται ἡ ἔκταση τῆς ἀληθινῆς πίστεως, τό ὕψος καί τό βάθος της. Γιά παράδειγμα: ὅταν κλήθηκε ἀπό τόν Θεό νά ἐγκαταλείψει τήν πατρίδα του γιά μία ξένη χώρα, ὅταν πίστεψε ὅτι ἡ γυναίκα του παρ᾽ ὅλη τήν ἡλικία καί τή στειρότητά της θά γεννήσει υἱό, ὅταν κλήθηκε – πάνω ἀπό ὅλα – νά θυσιάσει τό μονάκριβο παιδί του. ῾Η πίστη του στόν Θεό δηλαδή ἦταν τέτοια πού τόν ἔκανε νά ξεπερνᾶ τίς ὅποιες ἀνασφάλειές του, τήν ἴδια τή λογική του, τά πιό ἰσχυρά συναισθήματά του.
3. Κι ἀκριβῶς οἱ στίχοι μέ τούς ὁποίους ξεκινήσαμε μᾶς ἐξηγοῦν τόν παράδοξο αὐτόν καί ὑπερφυσικό τρόπο ζωῆς, ὁ ὁποῖος βασιζόταν στήν πίστη στόν Θεό: τήν ὕπαρξή του δέν τήν ἐξαρτοῦσε ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά ἀπό τόν ἴδιο τον Θεό. Κι αὐτό γιατί εἶχε ἀποδεχθεῖ ὅτι ἡ ὅποια χώρα καί ἡ ὅποια γῆ, στό βάθος εἶναι ξένη, ἀφοῦ εἶναι προσωρινή. ῾Η μόνη ἀληθινή καί μόνιμη, ἡ μόνη πού ἔχει θεμέλια εἶναι αὐτή πού ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεός, ἀφοῦ ποτέ σ᾽ αὐτήν δέν θά ὑπάρξει τέλος.
4. ῎Ετσι μέ τόν ᾽Αβραάμ παρατηρεῖται μία ἀντίστροφη κατάσταση ἀπό αὐτή πού συνήθως βλέπουμε στόν κόσμο: ὁ πιστός ριζώνει στόν Οὐρανό – ἐκεῖ ἔχει τά θεμέλιά του -, ὁπότε ὅ,τι κοσμικό καί ἐπίγειο θεωρεῖται δευτερεῦον ὡς παρερχόμενο, ἐνῶ ὁ ἄπιστος ἤ ὀλιγόπιστος ριζώνει στόν κόσμο τοῦτο καί παραθεωρεῖ τόν Οὐρανό. Μέ ἀποτέλεσμα βεβαίως ὁ ἄπιστος νά παλεύει καί νά ἀγωνίζεται καί νά ἄγχεται γιά ὅ,τι φιλήδονο ἤ φιλόδοξο ἤ φιλάργυρο, κάτι πού προκαλεῖ πάντοτε στενοχώριες καί πολέμους μέ τό συνωδό σ᾽ αὐτά στοιχεῖο τοῦ τρόμου τοῦ θανάτου, ἐνῶ ὁ πιστός νά ἔχει ὡς κύριο μέλημά του τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, κάτι πού φέρνει πάντοτε εἰρήνη στήν ψυχή καί γαλήνη στή συνείδηση.
γ. ῾Η πίστη αὐτή τοῦ ᾽Αβραάμ καί τῶν Προπατόρων δέν ἦταν ἀσφαλῶς μία παραξενιά ἤ μία  ἰδιορρυθμία τους. ῾Η πίστη τους θεωρεῖται πρότυπο καί ὅριο γιά ἐμᾶς. ῎Ηδη ὁ ἀπόστολος Παῦλος θά μᾶς προτρέψει μέ βάση αὐτήν ὅτι ῾οὐκ ἔχομεν μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν᾽. Διότι ῾παράγει τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου᾽. ῎Αλλωστε μόνο μέ αὐτήν μποροῦμε νά κατανοήσουμε τά Χριστούγεννα, διότι αὐτήν τήν πίστη ἔφερε ὁ Χριστός. Οἱ ἅγιοι Προπάτορες μᾶς τήν ὑποδεικνύουν καί μᾶς προσανατολίζουν πρός αὐτήν, ἀποκαλύπτοντας ταυτοχρόνως τόν σωτηριώδη χαρακτήρα της. 
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ποια αμαρτήματα δεν μας εμποδίζουν από την Θεία Κοινωνία

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Δεκεμβρίου, 2014

Περί της Συνεχούς Μεταλήψεως των Αχράντων του Χριστού Μυστηρίων – Αγίου Αναστασίου Αντιοχείας
«Δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν, και ούτως εκ του Άρτου εσθιέτω και εκ του Ποτηρίου πινέτω» (Αʹ Κορινθ. ιαʹ 28)
Οι άγιοι Μακάριος Κορίνθου και Νικόδημος Αγιορείτης, οι γνωστοί αυτοί υπέρμαχοι της Συνεχούς Μεταλήψεως των Αχράντων του Χριστού Μυστηρίων, στο περίφημο σχετικό βιβλίο τους αντιμετωπίζουν την ένστασι και απορία των καλοπροαιρέτων κατά τα άλλα εκείνων Χριστιανών, οι οποίοι διαμαρτύρονται και λέγουν για όσους μεταλαμβάνουν συχνά:
«Τάχα και αυτοί ως άνθρωποι δεν ενοχλούνται από τα πάθη γαστριμαργίαν, κενοδοξίαν, γέλωτα, αργολογίαν και όσα όμοια; Πώς λοιπόν θέλουν να κοινωνούν συχνά;» (Ενστασις Ηʹ).
Οι Άγιοι απαντούν στην ένστασι αυτή, επικαλούμενοι ένα θαυμάσιο κείμενο του Αγίου Αναστασίου Αντιοχείας, το οποίο παραθέτουν πρώτα αυτούσιο και κατόπιν απλοποιημένο γλωσσικώς.
Ας προσέξουμε ιδιαιτέρως την γνώμη αυτή του Αγίου Αναστασίου, η οποία εκφράζει με συντομία μία βαθειά πτυχή της Ορθοδόξου Πνευματικότητος:
Διάκρισις τών αμαρτημάτων σε «ευσυγχώρητα» και «βαρέα», ύπαρξις «διαφόρων θυσιών», που μάς «προκαθαίρουν» για να προσέλθουμε στα Ιερά Μυστήρια…

Και βίωσις της Συνεχούς Μετανοίας, ως απαραιτήτου προϋποθέσεως της Συνεχούς Μεταλήψεως.
Ας εντρυφήσουμε όμως στο ευλογημένο κείμενο του Αγίου Αναστασίου:
“Είναι πολλοί, οι οποίοι επειδή κοινωνούσιν αργά, κρημνίζονται εις αμαρτίας, άλλοι δε πάλιν, μεταλαμβάνοντες συχνότερα, φυλάττουσιν εαυτούς πολλάκις από πολλά κακά, επειδή φοβούνται από την Αγίαν Μετάδοσιν («το κρίμα της Μεταλήψεως»).
Λοιπόν, ανίσως σφάλλωμεν με κάποια παραμικρά και συγγνωστά αμαρτήματα καθό άνθρωποι («μικρά τινα και ευσυγχώρητα»), λόγου χάριν κλεπτόμεθα ή με την γλώσσαν ή με την ακοήν ή με τούς οφθαλμούς ή απατώμενοι πίπτομεν εις κενοδοξίαν ή λύπην ή θυμόν ή άλλο τοιούτον, ας κατακρίνωμεν τον εαυτόν μας και ας ομολογώμεν ενώπιον τού Θεού την αμαρτωλότητά μας («καταμεμφόμενοι εαυτούς και εξομολογούμενοι τω Θεώ») και ούτως ας μεταλαμβάνωμεν, πιστεύοντες ότι η Θεία Κοινωνία μάς γίνεται εις άφεσιν αμαρτιών και αποκάθαρσιν.
Ει δε και κάμνομεν αμαρτήματα βαρέα τινά πονηρά σαρκικά και ακάθαρτα και έχομεν με τον αδελφόν μας μνησικακίαν, μέχρις ου μετανοήσωμεν από τα τοιαύτα αμαρτήματα, ας μη τολμήσωμεν να πλησιάσωμεν εις τα θεία Μυστήρια («έως αξίως μετανοήσωμεν, μηδαμώς εφαψώμεθα»).
Αλλ’ επειδή και είμεθα άνθρωποι σαρκικοί και ασθενείς και μολυνόμεθα με πολλά αμαρτήματα, έδωκεν εις ημάς ο Θεός διαφόρους θυσίας εις άφεσιν των αμαρτιών μας, τας οποίας ανίσως και τας προσφέρωμεν εις Αυτόν, μάς καθαρίζουσι και μάς κάμνουσιν επιτηδείους δια να μεταλάβωμεν («προκαθαίρουσιν ημάς εις το προσελθείν τοις Μυστηρίοις»).
Δια τούτο η ελεημοσύνη είναι «θυσία», ήτις καθαρίζει τον άνθρωπον από αμαρτίας. Είναι και άλλη «θυσία» σωτηριώδης εις άφεσιν αμαρτιών, δια την οποίαν λέγει ο Προφήτης Δαβίδ:
«Θυσία εις τον Θεόν ευάρεστος είναι η ταπεινή του ανθρώπου προαίρεσις και διάθεσις· την καρδίαν την ταπεινήν και συντετριμμένην με την κατάνυξιν ο Θεός ποτέ δεν την παραβλέπει».
Ανίσως αυτάς τας «θυσίας» προσφέρωμεν εις τον Θεόν, έστω και αν έχωμεν μικρά τινα ελαττώματα ως άνθρωποι, θέλομεν δυνηθή να πλησιάσωμεν εις την Αγίαν Κοινωνίαν με φόβον και τρόμον, κατάνυξιν και ομολογίαν της αμαρτωλότητός μας, καθώς η αιμορροούσα επλησίασεν εις τον Χριστόν κλαίουσα και τρέμουσα.
Διότι υπάρχει αμαρτία προς θάνατον («θανάσιμος»).
Και υπάρχει αμαρτία προς μετάνοιαν («συγγνωστή»).
Και υπάρχει αμαρτία προς έμπλαστρον.
Η αληθινή όμως μετάνοια όλα δύναται να τα ιατρεύση.
Διότι, άλλην συγχώρησιν έχει εκείνος, όστις με φόβον και τρόμον και ομολογίαν της αμαρτωλότητός του και κατάνυξιν πλησιάζει εις τα Μυστήρια και μεταλαμβάνει· και άλλην τιμωρίαν έχει, όστις μεταλαμβάνει χωρίς φόβον και με καταφρόνησιν.
Εις εκείνους, όσοι καταφρονητικώς και αναξίως μεταλαμβάνουσιν, όχι μόνον δεν δίδεται άφεσις αμαρτιών, αλλά και ο διάβολος περισσότερον πηδά εναντίον των («αλλά και επί πλείον ο διάβολος αυτοίς επεισπηδά»).
Οσοι δε με φόβον μεταλαμβάνουσιν, όχι μόνον αγιάζονται και λαμβάνουσιν άφεσιν αμαρτιών, αλλά και τον διάβολον διώκουσιν από λόγου των («αλλά και τον διάβολον εξ εαυτών διώκουσιν»).”
[Π.κοινωνία] Συμπληρωματικά σχόλια: Απάντηση στο θέμα αυτό έχουν δώσει, και οι άγιοι Κολλυβάδες (αγ. Αθανάσιος ο Πάριος). Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να την αναζητήση στο ομώνυμο του αγίου (Αθανασίου) βιβλίο “Δήλωσις της εν τω Αγείω Όρει ταραχών Αληθείας”, το οποίο επιμελήθηκε ο μακαριστός Ιερομόναχος π. Θεοδώρητος.
Ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ.” (1Κρ. ια΄)
Όπως σημειώνει ο αγ. Αθανάσιος ο Πάριος “δεν χρειάζεται πάρα πολύ δια να καταλάβωμεν, πώς το οσάκις, δεν θέλει να ειπή τοσάκις … το οσάκις ομολογουμένως αδιώριστον καρόν δηλοί ” ( βλέπε σελ. 117 του αναφερθέντο βιβλίου “Δήλωσις της εν τω Αγείω Όρει … “). Βεβαίως και οσάκις (όσες φορές) δεν σημαίνει τοσάκις (τόσες φορές, συγκεκριμένο αριθμό δηλαδή). Κριτήριο της προσέλευσης στη Θεία Ευχαριστία είναι η καθαρή συνείδηση κατά τους Πατέρες. Ακριβώς για αυτό έγραψε και ο Ιερός Χρυσόστομος πως “κύριον εποίησε τον προσιόντα, πάσης ημερών παρατηρήσεως απαλλάξας αυτόν”.
Πηγή: Περιοδικό «Αγιος Κυπριανός», Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1994, σελ. 202-203 oodegr
http://paterikos.blogspot.gr/2014/12/blog-post_1.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πριν εξομολογηθείς ψάξε…

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Δεκεμβρίου, 2014

Λέει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. Όταν θέλεις να κοινωνήσεις, βρες μια εκκλησία που να τελεί την Θεία Ευχαριστία και είσελθε να κοινωνήσεις. Όταν όμως θες να μιλήσεις για την καρδιά σου, πρόσεχε, που και σε ποιόν θα πας.
Να ιδρώσεις πριν επιλέξεις το πρόσωπο που θα δει και θα ακούσει τις πιο εσώτερες παρθενικές φωνές σου.
Εγώ δεν είμαι άγιος, μα θα πω κάτι επιπλέον.
Εαν από μικρό παιδί κουβαλάς την πληγή της ενοχής, εάν βαστάς το μαρτύριο της ευαισθησίας, εαν τα μάτια σου δακρύζουν στην ομορφιά και την αγάπη, εαν ζητάς μια αγκαλιά να ξαποστάσεις τους εφιάλτες της ύπαρξης σου, πρόσεξε σε ποιον παπά θα εξομολογηθείς ή θα ζητήσεις συμβουλές.
Προσευχήσου, αναζήτησε, οχι τον σπουδαίο, το όνομα, τον “αγιορείτη”, τον διορατικό, προορατικό και θαυματοποιό. Τίποτε απο αυτά. Έναν παπά που να ζεί τον Χριστό στην καρδιά και την ζωή του. Που σημαίνει, αγαπητικό και ταπεινό, αυτό που λεει το γεροντικό, να έχει καρδιά!!! Καρδιά ανθρώπου!!
Άκου τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, “μην αναζητάτε προγνώστας, μα ταπεινούς ανθρώπους της καρδιάς”.
Πρόσεχε μη σε γεμίσουν ενοχές και μόνο για το οτι ζείς και αναπνέεις.
Μην προβάλουν πάνω σου τις δικές τους σκιές.
Εγώ έκανα πολλά λάθη στις επιλογές μου και τα πλήρωσα ακριβά. Μια φορά, ένας παππούλης, απο αυτούς που γνωρίζουν εμπειρικά και βιωματικά τον Θεό, για αυτό και έχουν αγάπη, ταπείνωση και απίστευτη ελευθερία, μου, είπε σχεδόν με δάκρυα στα μάτια “το ύφασμα σου, ήταν απο μετάξι. Στο τράβηξαν άτσαλα και βίαια και το έσκισαν. Τώρα θα προσπαθήσουμε να το ράψουμε. Μα η πληγή θα φαίνεται…”
π. Χαράλαμπος(Λίβυος)Παπαδόπουλος 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θυμός και οργή

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Δεκεμβρίου, 2014

Ο θυμός διαφέρει από την οργή. Θυμός μεν είναι η οργή σε κατάσταση εκρηκτική, ενώ η οργή είναι η διάθεση να προκαλέσεις λύπη σε εκείνον που σε λύπησε.

Μέγας Αθανάσιος
**************

Ο θυμός (όταν σωστά τον χειρίζεται ο άνθρωπος) είναι το νεύρο της ψυχής, διότι τονώνει στην προσπάθεια των καλών έργων.

Ο θυμός που εκδηλώνεται όταν πρέπει και όπως πρέπει, ισχυροποιεί την υπομονή και την εγκράτεια. Όταν όμως ενεργεί αντίθετα προς τον ορθό λόγο, γίνεται τρέλα.
Θυμός είναι έξαψη και απότομο ξέσπασμα του πάθους, ενώ οργή είναι μόνιμη λύπη και διαρκή ορμή για την ανταπόδοση αυτών που προκάλεσαν τη λύπη (δηλαδή εν θερμώ εκδίκηση).
Κανείς να μην επιτιμά με εμπάθεια τους αμαρτάνοντες. Διότι το να ελέγχει κανείς με θυμό και οργή τον συνάνθρωπό του δεν σημαίνει ότι τον ελευθερώνει από την αμαρτία, αλλ’ ότι πέφτει ο ίδιος σε σφάλματα.
Μπορεί να κατορθώσει κάποιος να μην οργίζεται, όταν πιστεύει ότι βλέπει πάντοτε με τη σκέψη του τον Θεό και τον πάντοτε παρόντα Κύριο. Διότι ποιος υπήκοος μπροστά στον άρχοντα τολμά ποτέ να κάνει κάτι που τον δυσαρεστεί.

Μέγας Βασίλειος

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΡΧΕΣΘΕ ΟΤΙ ΗΔΗ ΕΤΟΙΜΑ ΕΣΤΙ ΠΑΝΤΑ – ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΛΟΥΚΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Δεκεμβρίου, 2014

Οι άνθρωποι στην εποχή μας νιώθουμε έντονη την ανάγκη να έχουμε τη ζωή στα χέρια μας. Να κάνουμε πράξη το θέλημά μας. Να ελέγχουμε τόσο τον εαυτό μας όσο και τους άλλους με τους οποίους σχετιζόμαστε και να μην χάνουμε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Το βλέπουμε αυτό στην καθημερινότητα των σχέσεών μας, στην αμεσότητα με την οποία κινούνται οι περισσότεροι, κυρίως για την ικανοποίηση των επιθυμιών τους, για την απουσία πολλές φορές ακόμη και της ευγένειας που επιβάλλει να είμαστε διακριτικοί και να σεβόμαστε και τις επιθυμίες των άλλων. Όταν βάζουμε στόχους και δεν μπορούμε να τους εκπληρώσουμε, τότε θυμώνουμε με τον εαυτό μας και τους άλλους, διότι πιστεύουμε ότι αξίζουμε να πετύχουμε, ενίοτε κι αν οι στόχοι μας δεν ανταποκρίνονται ούτε στις πραγματικές μας ανάγκες ούτε στις πραγματικές δυνατότητές μας. Εν τω μεταξύ και η επιστήμη έχει συμβάλει στο να θεωρούμε ότι τα πάντα εξαρτώνται από εμάς, από τον άνθρωπο και το τι αυτός επιδιώκει.

Γι’ αυτό και η σχέση των ανθρώπων με το Θεό και την Εκκλησία δεν είναι ελκυστική. Οι άνθρωποι αφήνουμε την πίστη στην άκρη. Διαλέγουμε να ασχολούμαστε με τις εργασίες μας, με τις επιθυμίες των αισθήσεων, με τις βιοτικές μέριμνες και τις μέριμνες των σχέσεών μας και αν μείνει χρόνος ασχολούμαστε με το Θεό. Και ενώ για όλα τα ζητήματα θέλουμε εμείς να έχουμε τον έλεγχο της ζωής, όταν έρχεται η ώρα της θέασης του τρόπου με τον οποίο καλούμαστε να δείξουμε ότι επιλέγουμε να έχουμε σχέση με το Θεό, τότε περιμένουμε τα πάντα από το Θεό να είναι έτοιμα, ενώ, συνήθως,  δεν είμαστε εμείς έτοιμοι να ανταποκριθούμε στην δική Του αγάπη, ακόμη κι αν «ήδη έτοιμα εστί πάντα» (Λουκ. 14, 17). Δεν θεωρούμε την σχέση μας με το Θεό ελκυστική. Δεν είμαστε έτοιμοι να κοπιάσουμε γι’  αυτήν. Την περιορίζουμε σε ελάχιστο χρόνο την ημέρα ή την εβδομάδα, ενίοτε και μόνο σε περιόδους εορτών ή δοκιμασιών. Αλλά και όταν διαπιστώνουμε ότι ο Θεός τα έχει όλα έτοιμα για εμάς, κι εκεί δεν είμαστε έτοιμοι να πούμε ΝΑΙ στην πρόσκλησή Του.
«Ήδη έτοιμα εστί πάντα». Ετοιμάστηκε η σωτηρία μας με την ενανθρώπηση του Κυρίου μας. Με το απολυτρωτικό Του έργο. Την διδασκαλία Του. Τον Σταυρικό Του θάνατο, την ταφή και την Ανάστασή Του. Με την παρουσία της Εκκλησίας στη ζωή του κόσμου. Με την δωρεά της αγιότητας και με την ελπίδα της αιώνιας ζωής, αλλά και της προσωπικής μας ανάστασης. Δεν χρειάζεται να κοπιάσουμε εμείς για να βρούμε δρόμους προς το Θεό και την Αλήθεια. Δεν μας ζητείται ούτε να φιλοσοφήσουμε, ούτε να προβληματιστούμε για τον σκοπό της ύπαρξής μας. Ο Θεός μας τα έχει δώσει όλα, χωρίς καν να τα ζητήσουμε. Διότι μας αγάπησε και μας αγαπά τόσο, ώστε να στείλει τον Υιό Του για να γίνουμε ένα μαζί Του.
«Ήδη έτοιμα εστί πάντα». Είναι στρωμένο το Δείπνο της Βασιλείας των ουρανών. Τροφή το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Τροφή η αγάπη. Τροφή η συνάντηση με τον Θεό και μεταξύ μας σε έναν κόσμο χαράς και αιωνιότητας. Η απάντησή μας είναι όμως συνήθως το «έχε με παρητημένον». Μας κατατρώγουν οι μέριμνες, οι επιθυμίες, οι προτάσεις του πολιτισμού που μας κάνουν να αισθανόμαστε ότι αυτό το δείπνο είναι για το καλό του χρόνου, ότι είναι ένα έθιμο το οποίο δεν χρειάζεται να το βιώνουμε συχνά για  να μην χάσει δήθεν την αξία του, ότι έχουμε και άλλες ανάγκες όπως η ξεκούραση, όπως η διασκέδαση, ότι ο λόγος και ο τρόπος της Εκκλησίας είναι κουραστικά, διότι ακολουθούν την γλώσσα και τον τύπο μιας άλλης εποχής και ο κόσμος μας σήμερα έχει αλλάξει. Το μόνο όμως που δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ είναι η ανάγκη του ανθρώπου για αγάπη και κοινωνία. Έχοντας όμως βάλει ως κέντρο της ζωής μας τον εαυτό μας, το άτομό μας, η θρησκευτικότητα γίνεται γεγονός που περιορίζεται στην ατομικότητα και τις ανάγκες της και δεν προεκτείνεται στην κοινωνία των προσώπων. Έτσι για τους περισσότερους η Εκκλησία δεν είναι πρωτίστως συνάντηση προσώπων, είναι μία βιαστική εκπλήρωση θρησκευτικών καθηκόντων και δεν υπάρχει η επιθυμία της μετοχής στο ποτήριο της ζωής που δίνει στην πράξη την ενότητα που καλούμαστε να βιώνουμε στην κοινωνία με το Θεό και μεταξύ μας.
«Ήδη έτοιμα εστί πάντα». Υπάρχει ακόμη και ο τρόπος να απαλλαγούμε από το κακό στη ζωή μας. Να βρούμε τον δρόμο εκείνο ο οποίος μας κάνει να αισθανόμαστε ότι δεν αξίζει να ανταποδίδουμε την αρνητικότητα, την εμπάθεια, την απόρριψη από τους ανθρώπους, δεν αξίζει να νικιόμαστε από τους κακούς λογισμούς που τυραννούν τις καρδιές μας, διότι το ένδυμα του δείπνου είναι πιο σπουδαίο από κάθε εξωτερικό ρύπο, ο οποίος γίνεται εσωτερικός. Γιατί το κακό που έρχεται εκτός μας, αλλοτριώνει και ρυπαίνει το έσωθέν μας. Και ο Θεός μας ετοίμασε δια του Χριστού και της Αγάπης τον τρόπο και τον δρόμο να νικήσουμε το κακό. Κι όμως εμείς ερωτοτροπούμε μαζί του, γιατί το θεωρούμε δικαίωμά μας και ταυτόχρονα δίκιο μας. Έτσι, αρνούμαστε να ακούσουμε το χτύπημα της πόρτας της καρδιάς μας και να επιτρέψουμε σ’ Αυτόν που μας αγαπά να εισέλθει εντός της και να μας οδηγήσει στο Δείπνο που ο Ίδιος έχει ετοιμάσει.
«Ήδη έτοιμα εστί πάντα». Παρότι ο Θεός τα έχει ετοιμάσει, πλέον δεν αναγκάζει κανέναν να εισέλθει στο δείπνο της Βασιλείας του. Άφησε τότε έξω όλους εκείνους που θεωρούσαν προνόμιο την πρόσκληση, τους Ισραηλίτες αλλά και τους κάθε λογής υπερήφανους και έχοντες την αίσθηση ότι ανήκουν στον περιούσιο λαό Του, χωρίς όμως η καρδιά τους να το λέει. Ανάγκασε να εισέλθουν όλοι εκείνοι οι οποίοι γίνονταν αντικείμενο περιφρόνησης από τους καθαρούς, που αποδείχτηκαν ανέτοιμοι. Σήμερα μας καλεί να ετοιμαστούμε και να κάνουμε το βήμα της ευγνωμοσύνης και της χαράς, για να συμμετάσχουμε στο δείπνο της Εκκλησίας. Την λειτουργική της ζωή. Την αγάπη. Την κοινωνία με Θεό και ανθρώπους. Έτοιμα μπορεί να είναι όλα. Μένει το δικό μας βήμα και την ίδια στιγμή η ετοιμασία της καρδιάς μας δια της μετανοίας, της συγχωρήσεως, της ταπεινοφροσύνης και της αγάπης. Όλα αυτά δεν προϋποθέτουν την άρνηση των βιοτικών μας, αλλά την σωστή ιεράρχησή τους. Για να γίνουμε οι εκλεκτοί.
Κέρκυρα, 14 Δεκεμβρίου 2014  
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Δεκεμβρίου, 2014

…Ἡ ἀπομάκρυνση τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν Δημιουργό του εἶχε δυσάρεστες συνέπειες στὴ ζωή του. Ὅμως ὁ Θεὸς δὲν ἐγκατέλειψε τὸ πλάσμα του. Στὸν κατάλληλο χρόνο στέλνει στὴ γῆ τὸν μονογενῆ του Υἱὸ, γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο. «Ὁ Θεὸς ἐπὶ γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» (Βαρούχ, γ´ 38). Ὁ ἀόρατος γίνεται ὁρατός, ὁ ἀπρόσιτος προσιτός, ὁ Θεὸς μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Μέγα καὶ παράδοξον τὸ μυστήριον. Ἦλθε στὴ γῆ ὄχι ὅπως αὐτὸς μποροῦσε, ἀλλὰ ὅπως ἐμεῖς μπορούσαμε νὰ τὸν δοῦμε καὶ νὰ τὸν καταλάβουμε. 
Γι᾿ αὐτὸ ἔγινε ἄνθρωπος μὲ σάρκα γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσει καλύτερα μὲ μᾶς. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει χαρακτηριστικὰ : «Πῶς ἔγινε τοῦτο τὸ ἐκπληκτικὸ καὶ ἀξιοθαύμαστο; Ἕνεκα τῆς δικῆς Του ἀγαθότητος καὶ ὅπως ἕνας βασιλέας βγάζει τὴν βασιλικὴ στολὴ καὶ σὰν ἁπλὸς στρατιώτης ρίχνεται στὴ μάχη, γιὰ νὰ μὴ ἀναγνωρισθεῖ ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ καὶ ἔτσι πετύχει τὴ νίκη, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς ἦρθε μὲ ἀνθρώπινη μορφή, γιὰ νὰ μὴν ἀναγνωρισθεῖ καὶ ἀποφύγει ὁ ἐχθρός τη σύγκρουση μαζί του, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴ φοβίσει τοὺς ἀνθρώπους, γιατὶ ἦρθε γιὰ νὰ τοὺς σώσει καὶ λυτρώσει».
Τελικὰ μία εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ ἐξήγηση τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διατυπώνει πολὺ καθαρὰ αὐτὴ τὴν ἐξήγηση. «Διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην, ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς», «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη». Μαζὶ μὲ τὸν μεγάλο Ἀπόστολο κάθε πιστὸς βλέπει πίσω ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ καὶ κοσμοσωτήριο γεγονὸς τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου τὴν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο. Ἀγάπη ποὺ ἔφθασε μέχρι τὸ Σταυρό.
Περιμένουμε τὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς γεννήσεως. Καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἀναμένει τὴν ἀνταπόκριση τῆς δικῆς μας ἀγάπης. Μᾶς ἀγάπησε, νὰ τὸν ἀγαπήσουμε καὶ μεῖς. Νὰ τοῦ ἀνοίξουμε τὴν καρδιὰ καὶ τὴ ζωή μας. Νὰ συνδεθοῦμε μαζί του. Εἶναι ἀσφαλῶς ἡ μεγαλύτερη δωρεὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Τὰ φετεινὰ Χριστούγεννα ἂς εἶναι ἡ ἀπαρχὴ μιᾶς νέας ζωῆς γεμάτη ἀπὸ τὴ Χάρη καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ…
ΑΡΧΙΜ.ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ

theomitoros.blogspot.com

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα θαύματα του αγίου Σπυρίδωνος που αναφέρονται στο απολυτίκιο του αγίου.

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Δεκεμβρίου, 2014

Picture 093

Το απολυτίκιο του αγίου Σπυρίδωνος του θαυματουργού μας παρουσιάζει μέσα σε λίγες λέξεις σχεδόν ολόκληρη την ζωή και πολλά από τα θαύματα του Μεγάλου αυτού Αγίου.
Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῆς Συνόδου τῆς πρώτης ἀνεδείχθης ὑπέρμαχος, καὶ θαυματουργὸς θεοφόρε, Σπυρίδων Πατὴρ ἡμῶν· διὸ νεκρᾷ σὺ ἐν τάφῳ προσφωνεῖς, καὶ ὄφιν εἰς χρυσοῦν μετέβαλες· καὶ ἐν τῷ μέλπειν τὰς ἁγίας σου εὐχάς, Ἀγγέλους ἔσχες συλλειτουργούντάς σοι Ἱερώτατε.

Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ· δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι· δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Α. «Της Συνόδου της πρώτης ανεδείχθης υπέρμαχος»

Σαν επίσκοπος, όπως είναι γνωστόν, είχε λάβει μέρος στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο που είχε συνέλθει στην Νίκαια της Μικράς Ασίας το 325 μ.Χ. Ήτο η μεγάλη εκείνη Σύνοδος που κατεδίκασε τον Άρειον ως αιρετικόν, γιατί διαλαλούσε ότι ο Χριστός μας ήταν κτίσμα και όχι Θεός. Έλεγε ότι ήτο ομοιούσιος τω Πατρί και όχι ομοούσιος. Μπήκε ένα γιώτα στη μέση, αλλά εκείνο το γιώτα έκαμε τον Θεόν κτίσμα. Οι θεοφόροι Πατέρες με πρώτον τον Μέγαν Αθανάσιο, απέδειξαν με επιχειρήματα παρμένα μέσα από την Αγίαν Γραφήν και τον ορθόν λόγον, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ήτο και τέλειος Θεός. Ο Άγιος όμως Σπυρίδων έκανε και θαύμα μέσα στη μεγάλη πρώτη Οικουμενική Σύνοδο. Πήρε ένα κεραμίδι και το έσφιξε δυνατά, στην παλάμη του, στο χέρι του. Και ευθύς αμέσως από κάτω έτρεξε νερό, από πάνω ξεπήδησαν φλόγες, και στη χούφτα του παρέμεινε το χώμα. Μετά από αυτό το θαύμα, με αυτό το θαύμα μάλλον, δεν απέδειξε μόνον την ενότητα των δύο φύσεων στο πρόσωπον του Χριστού, αλλά και την ενότητα των τριών προσώπων, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, στον Ένα Τριαδικόν Θεόν. Άρα ο Υιός και Λόγος του Θεού, που εγένετο σάρξ, δηλαδή άνθρωπος, και εσκήνωσεν εν ημίν, ήταν ομούσιος τω Πατρί. Της αυτής ουσίας με τον Πατέρα. Όχι όμοιος. Ομοούσιος. Έτσι ο βοσκός επίσκοπος της Κύπρου, αποστόμωσε τον περίφημο Άρειο που νόμιζε πως με τις φιλοσοφικές του θεωρίες θα μπορούσε να γκρεμίσει τον Χριστόν, από τον θρόνον της θεότητος.

Β. «Διό νεκρά συ εν τάφω προσφωνείς».

Αυτό αναφέρεται στο διάλογο που είχε με τη νεκρή θυγατέρα του.

Κάποτε ήρθε μία γυναίκα, και τον παρακαλούσε να της επιστρέψει πίσω κάτι πολύτιμο που το είχε δώσει στην κόρη του για να το φυλάξει. Όμως η μονάκριβη θυγατέρα του, η Ειρήνη είχε πεθάνει κι έτσι ο Άγιος δεν ήξερε που το είχε βάλλει η κόρη του. Πήγε λοιπόν ο Άγιος Σπυρίδων στον τάφο της κόρης του, και την ρώτησε που είχε κρυμμένο το ξένο αυτό πολύτιμο πράγμα; Και μέσα από τον τάφο μίλησε η Ειρηνούλα και είπε που το είχε κρύψει. Ο Άγιος πήγε, έψαξε, το βρήκε, και το επέστρεψε στη γυναίκα που το ζητούσε και το είχε ανάγκη. Ο Άγιος ξαναγύρισε στον τάφο της θυγατέρας του και αφού την ευχαρίστησε της είπε: «Κοιμήσου τώρα παιδί μου μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου».

Γ «Καί ὄφιν εἰς χρυσοῦν μετέβαλες.

Γνωρίζουμε από τον βίο του, ότι ήταν πολύ ελεήμων και φιλάνθρωπος. Μία φτωχή γυναίκα πήγε σ᾿ ένα πλούσιο και ζήτησε κάποια βοήθεια, μία εξυπηρέτηση. Να της δώσει λίγα χρήματα, για να ξεπεράσει το πρόβλημα, που αντιμετώπιζε και κατόπιν, όταν μπορούσε, θα του επέστρεφε το ποσόν. Με άλλα λόγια δεν ζήτησε ελεημοσύνη, αλλά δανικά.

Ο πλούσιος όμως αρνήθηκε να προσφέρει την βοήθειά του και η γυναίκα απευθύνθηκε στον άγιο Σπυρίδωνα.

Εκείνος πάντοτε φτωχός και πάντοτε με άδειες τις τσέπες, λόγω της συνεχούς ελεημοσύνης που έδινε, δεν είχε τίποτε να της δώσει. Δεν την απογοήτευσε όμως. Είναι πολύ κακό να ελπίζει κάποιος σε σένα, να στηρίζει τις ελπίδες του πάνω σου κι᾿ εσύ να αδιαφορείς, να μη καταλαβαίνεις, να μη θέλεις να βοηθήσεις.

Βγήκε έξω στα χωράφια και είδε ένα φίδι. Το σταύρωσε κι᾿ εκείνο κοκκάλωσε. Έγινε ολόκληρο χρυσό. Το πήρε και το έδωσε στη γυναίκα, για να κάνει την δουλειά της. Όταν εκείνη τακτοποίησε τις υποθέσεις της, έφερε το φίδι πίσω στον Άγιο. Το πήρε ο άγιος, το πήγε πίσω πάλι στα χωράφια, από εκεί που το πήρε.  Το άφησε κάτω κι᾿ εκείνο ζωντάνεψε. Άντε τώρα να πας στο σπιτάκι σου και στα παιδιά σου.

Μας κάνει εντύπωση, γιατί πήρε φίδι και όχι κάτι άλλο, ένα κομμάτι ξύλο π.χ. που ήταν και πιο εύκολο να βρεί. Θέλησε με την κίνηση αυτή να μας δείξει, ότι η φιλαργυρία είναι φίδι, που πρέπει πολύ να προσέχουμε. Καί όπως απομακρυνόμαστε από ένα φίδι, έτσι να αποφεύγουμε και την πλεοναξία

Δ. ««Και εν τω μέλπειν τας αγίας σου ευχάς, αγγέλους έσχες συλλειτουργούντας σοι, ιερότατε» Αγγέλους έσχες συλλειτουργούντας σε ιερότατε».

Μια Κυριακή ο Άγιος λειτουργούσε μόνος του. Όλο το εκκλησίασμα έψαλλε. Μετά το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αμέτρητες αγγελικές φωνές άρχισαν να ψάλλουν. Οι πάντες βουβάθηκαν. Και από την έκπληξη, και από το θαυμασμό, και από το δέος, και από τον φόβο. Και όταν ο Άγιος Σπυρίδων είπε προς τον λαόν «Ειρήνη πάσι», άγγελοι και αρχάγγελοι, Σεραφείμ και Χερουβείμ, Θρόνοι, Κυριότητες, Εξουσίες, Δυνάμεις, όλες οι ουράνιες δυνάμεις, με μια φωνή απάντησαν: «Και τω Πνεύματί Σου».

Έτσι οι πιστοί εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί, εκείνη την αξέχαστη Κυριακή, έζησαν την ουράνια λατρεία της θριαμβεύουσας Εκκλησίας να ενώνεται με την επί γης Στρατευομένη Εκκλησία. Τη μια Εκκλησία, με τον Έναν ποιμένα, τον Χριστό.

Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αυτός είναι ο δρόμος.

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Δεκεμβρίου, 2014

«Αυτός είναι ο δρόμος, αγαπητοί, στον οποίο βρήκαμε τη σωτηρία μας, δηλαδή τον Ιησού Χριστό, τον Αρχιερέα των λειτουργικών προσφορών μας, τον προστάτη και βοηθό της αδυναμίας μας. 

Με Αυτόν μπορούμε να ατενίσομε στα ύψη των ουρανών, με Αυτόν μπορούμε να βλέπομε την αγία και υπερτάτη όψη Αυτού, με Αυτόν μπορούμε να ανοίξομε τα μάτια της ψυχής μας, με Αυτόν η ανόητη διάνοιά μας (κείμενο: ‘’η ασύνετος και εσκοτωμένη διάνοια ημών’’) ξαναζωντανεύει στο να βλέπει το φως, με Αυτόν θέλησε ο Δεσπότης να γευθούμε την αθάνατη γνώση, ότι δηλαδή Αυτός ‘’ο οποίος είναι απαύγασμα της μεγαλοσύνης Αυτού, είναι τόσο ανώτερος από τους αγγέλους Αυτού, όσο διαφορότερο όνομα έχει κληρονομήσει’’
Γιατί έτσι έχει γραφεί· ‘’αυτός είναι που κάνει τους αγγέλους Αυτού πνεύματα και τους λειτουργούς Αυτού, πυρός φλόγα’’. Για τον Υιό Του είπε αυτά ο Δεσπότης· ‘’Υιός μου είσαι Συ, εγώ σήμερα σε γέννησα· ζήτησε από εμένα και θα σου δώσω ως κληρονομία Σου όλα τα έθνη και υπό την κυριαρχία Σου όλη τη γη μέχρι τα πέρατά της’’. Και πάλι λέγει προς Αυτόν· ‘’Κάθισε στα δεξιά Μου, μέχρι να βάλω τους εχθρούς Σου υποπόδιο των ποδιών σου’’. Ποιοι είναι λοιπόν οι εχθροί Του; Όλοι οι φαύλοι που αντιτίθενται στο θέλημα Αυτού. 
Ας επιστρατεύσουμε λοιπόν, άνδρες αδελφοί, τον εαυτό μας με κάθε ζήλο εκτελώντας τα άγια προστάγματά Του
Ας κατανοήσουμε καλά, πως οι στρατευόμενοι από τους ηγουμένους μας, με πόση ευταξία, με πόση προθυμία, με πόση υποταγή και πειθαρχία εκτελούν όλα τα διατασσόμενα. Δεν είναι όλοι έπαρχοι, ούτε χιλίαρχοι, ούτε εκατόνταρχοι, ούτε πεντηκόνταρχοι, ούτε και ούτω καθεξής, αλλά ‘’ο καθένας στο δικό του τάγμα που ανήκει’’ εκτελεί τα όσα διατάσσονται από το βασιλέα και τους αρχηγούς του στρατού. 
Οι μεγάλοι χωρίς τους μικρούς δεν μπορούν να υπάρχουν, ούτε οι μικροί χωρίς τους μεγάλους· κάποια σύνθεση υπάρχει σε όλα, και με όλα αυτά επιτυγχάνεται η καλή και αποδοτική χρήση. 
Σαν παραδείγματα του παραπάνω, ας πάρομε το σώμα μας· το κεφάλι χωρίς τα πόδια δεν είναι τίποτε, έτσι ούτε τα πόδια χωρίς το κεφάλι· τα δε ελάχιστα μέλη του σώματός μας είναι αναγκαία και ωφέλιμα για όλο το σώμα· αλλ’ όλα ομονοούν και πειθαρχούν σε μια υποταγή για να σώζεται όλο το σώμα. Είθε λοιπόν να σώζεται όλο το σώμα με το όνομα του Ιησού Χριστού και είθε να υποτάσσεται ο καθένας στον πλησίον του, σύμφωνα με το χάρισμα που του δόθηκε. 
Είθε ο δυνατός να φροντίζει τον ασθενή, ο ασθενής είθε να ντρέπεται (σέβεται) το δυνατό· ο πλούσιος είθε να βοηθεί τον πτωχό, ο πτωχός είθε να ευχαριστεί τον Θεό, γιατί έδωκε σε αυτόν τα αγαθά Του, για να αναπληρώνεται με αυτά το υστέρημά του· ο σοφός είθε να αποδεικνύει τη σοφία του όχι με λόγια, αλλά με έργα αγαθά· ο αληθινός ταπεινόφρων είθε να μη μαρτυρεί ο ίδιος για τον εαυτό του, αλλά να αφήνει άλλον να μαρτυρεί την ταπεινοφροσύνη του· εκείνος που είναι αγνός κατά τη σάρκα του, να μην αλαζονεύεται, γνωρίζοντας ότι άλλος είναι Εκείνος που του χαρίζει την εγκράτεια».
(Άγιος Κλήμης Ρώμης, «Προς Κορινθίους», Αποστολικοί Πατέρες, Α’ τόμος, σελ. 79-81, Χ. Κρικώνης). 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα 10 πιο εντυπωσιακά θρησκευτικά αγάλματα του κόσμου

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Δεκεμβρίου, 2014

Το CNN μας παρουσιάζει τα δέκα ινδουιστικά, βουδιστικά και χριστιανικά αγάλματα, που δεσπόζουν σε πόλεις όλου του κόσμου, προσελκύοντας κάθε χρόνο πλήθος ταξιδιωτών. 
Ο Χριστός της Αβύσσου, Key Largo, Φλόριντα

Αυτό το 2.6 μέτρων χάλκινο άγαλμα του Ιησού Χριστού, βρίσκεται στον βυθό του Key Largo στη Φλόριντα και αποτελεί ένα από τα τρία, που δημιουργήθηκαν από τον Ιταλό καλλιτέχνη Guido Galletti. Το ένα από αυτά βρίσκεται στα ύδατα ανοιχτά της Γρενάδα στην Καραϊβική και το άλλο στη Μεσόγειο κοντά στην Ιταλία. 
Το άγαλμα ζυγίζει 260 κιλά και συγκρατείται στη θέση του από μια τσιμεντένια βάση 9 τόνων. Τοποθετήθηκε εκεί το 1965 και η θέση του, μόλις επτά μέτρα κάτω από την επιφάνεια του νερού, το καθιστά ορατό και στους κολυμβητές, εκτός από τους δύτες. 
Tian Tan Buddha, Χονγκ Κονγκ


Αυτό το τεράστιο άγαλμα, το μεγαλύτερο στον κόσμο χάλκινο άγαλμα του Βούδα σε εξωτερικό χώρο, χρειάστηκε 12 χρόνια για να ολοκληρωθεί.
Βρίσκεται δίπλα στη Μονή Po Lin του Χονγκ Κονγκ και θεωρείται το κέντρο της επικράτειας του Βουδισμού.
Ο Βούδας Tian Tan έχει ύψος 34 μέτρα, ζυγίζει 250 τόνους και μπορεί να φανεί από τόσο μακριά όσο το Μακάο.
Διαθέτει, επίσης, μια τεράστια σκαλιστή καμπάνα, που χτυπάει κάθε επτά λεπτά, συμβολίζοντας την απελευθέρωση των 108 ειδών της ανθρώπινης ταλαιπωρίας.
Leshan Giant Buddha, Sichuan, Κίνα

Με ύψος 71 μέτρων, αυτό το πέτρινο άγαλμα κατασκευάστηκε κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Τανγκ και βρίσκεται στη συμβολή των ποταμών Minjiang, Dadu και Qingyi. 
Η κατασκευή του Βούδα, ο οποίος αποτελεί μέρος μιας προστατευόμενη από την UNESCO τοποθεσίας, ξεκίνησε το 713 μ.Χ., αν και δεν είχε τελειώσει μέχρι το 803.
Ένας ντόπιος Κινέζος μοναχός, ο Haitong, πίστευε ότι η παρουσία ενός πέτρινου Βούδα θα ηρεμούσε τα ποτάμια της περιοχής. 
Κατά τη διάρκεια της κατασκευής, απομακρύνθηκε τόσο μεγάλη ποσότητα βράχου από το χείλος του γκρεμού και ταυτόχρονα τοποθετήθηκε στο ποτάμι, που το νερό έγινε πιο ρηχό και το ποτάμι πιο ήρεμο. 
Laykyun Setkyar, Monywa, Μιανμάρ

Το άγαλμα Laykyun Setkyar είναι ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, με ύψος 116 μέτρα.
Η κατασκευή του αγάλματος, το οποίο απεικονίζει τον Γκαουτάμα Βούδα, ξεκίνησε το 1996 και ολοκληρώθηκε το 2008.
Δώδεκα από τους συνολικά 32 ορόφους του Βούδα είναι αφιερωμένοι σε λεπτομερείς περιγραφές της κόλασης.
Χριστός ο Λυτρωτής, Ρίο ντε Τζανέιρο, Βραζιλία

Ένα από τα πιο διάσημα αξιοθέατα της Βραζιλίας, ο Χριστός Λυτρωτής, που ατενίζει το Ρίο ντε Τζανέιρο, έχει ύψος 30 μέτρα, ζυγίζει 635 τόνους και κατασκευάστηκε μεταξύ 1922 και 1931, αν και η ιδέα για ένα τέτοιο άγαλμα τέθηκε για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1850.
Το 1920 ο Καθολικός Κύκλος του Ρίο άρχισε να συλλέγει δωρεές από τους Καθολικούς της Βραζιλίας, για τη χρηματοδότηση της κατασκευής του αγάλματος, σε σχέδια του μηχανικού Heitor da Silva Costa. 
Cristo de la Concordia, Κοτσαμπάμπα, Βολιβία

Το άγαλμα Cristo de la Concordia είναι το δεύτερο μεγαλύτερο άγαλμα του Ιησού στον κόσμο και το τρίτο μεγαλύτερο άγαλμα στο νότιο ημισφαίριο.
Με ύψος 33 μέτρα, ένα για κάθε έτος της ζωής του Χριστού, είναι ψηλότερο από το άγαλμα του Χριστού Λυτρωτή στο Ρίο ντε Τζανέιρο.
Τις Κυριακές, οι επισκέπτες μπορούν να αναρριχηθούν στο ανώτερο τμήμα του για να απολαύσουν τη μαγευτική θέα από τα καταστρώματα παρατήρησης, που βρίσκονται στο εσωτερικό των χεριών του. 
Sendai Daikannon, Σεντάι, Ιαπωνία


Αυτό το κατάλευκο άγαλμα, που βρίσκεται στην πόλη Σεντάι της Ιαπωνίας. είναι το έκτο ψηλότερο άγαλμα του κόσμου και απεικονίζει ένα ιαπωνικό Μποντισάτβα, δηλαδή ένα φωτισμένο ον.
Με ύψος 100 μέτρα, η γυναικεία μορφή κρατά μια πέτρα ευχών στο δεξί της χέρι και μια κανάτα νερό στο αριστερό.
Ένα εσωτερικό ασανσέρ επιτρέπει στους επισκέπτες να έχουν πρόσβαση στα υψηλότερα τμήματα.
Ξαπλωμένος Βούδας στο Wat Pho, Μπανγκόκ

Αυτό το ξεχωριστό άγαλμα, που απεικονίζει τον Βούδα ξαπλωμένο, βρίσκεται λίγα μόλις μέτρα από το Μεγάλο Παλάτι της Μπανγκόκ στο συγκρότημα ναών Wat Pho, ενώ έχει 15 μέτρα ύψος και 43 μέτρα μήκος. 
Τα πιο περίτεχνα μέρη είναι τα πόδια, τα οποία είναι φτιαγμένα από πάνελ μαργαριταριών, που αντιπροσωπεύουν τον Βούδα. 
Πάνω από το άγαλμα υπάρχει μια επτά επιπέδων ομπρέλα, που εκπροσωπεί το κράτος της Ταϊλάνδης και 108 χάλκινα κύπελλα έχουν τοποθετηθεί σε όλο το μήκος του.
Οι επισκέπτες καλούνται να κάνουν μια ευχή καθώς τοποθετούν ένα νόμισμα σε κάθε ένα από τα κύπελλα. Όλες οι δωρεές πηγαίνουν προς τη συντήρηση του ναού Wat Pho.
Βούδας Dordenma, Τιμπού, Μπουτάν

Όταν ολοκληρωθεί, αυτό το χρυσό και χάλκινο γλυπτό θα είναι ένα από τα ψηλότερα αγάλματα του Βούδα στον κόσμο, με ύψος 51 μέτρα. 
Το εσωτερικό θα στεγάσει 125.000 μικρότερους Βούδες και μια αίθουσα διαλογισμού.
Lord Murugan Statue, Selangor, Μαλαισία

Αυτό το άγαλμα, με ύψος 42 μέτρων, λέγεται ότι είναι η ψηλότερη απεικόνιση ινδουιστικής θεότητας στον κόσμο. 
Δεκαπέντε έμπειροι γλύπτες από την Ινδία ένωσαν τις δυνάμεις τους για να φτιάξουν αυτό το άγαλμα, που βρίσκεται έξω από το φημισμένο Batu Caves στην Μαλαισία. 
Χρειάστηκαν τρία χρόνια για να ολοκληρωθεί και στην τελική του μορφή αποτελείται από 250 τόνους χάλυβα, 1.550 κυβικά μέτρα τσιμέντου και 300 λίτρα χρυσού χρώματος.

newsbeast.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Καιρός πολέμου και καιρός ειρήνης (Εκκλησιαστής).

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου, 2014

Του αγίου Γρηγορίου Νύσσης

«Γιατί, λέγει, ότι· Υπάρχει κατάλληλος χρόνος για τον πόλεμο και υπάρχει η ευκαιρία για την ειρήνη. Λάβε υπόψη σου τον πόλεμο των αντίθετων παθών, δηλαδή τον νόμο της σάρκας[1], που αντιμάχεται τον νόμο του νου σου και σε αιχμαλωτίζει με τον νόμο της αμαρτίας. Πρόσεξε την ποικιλόμορφη προπαρασκευή της μάχης, πως έχει καταστρώσει ο εχθρός με αμέτρητους τρόπους τα στρατηγικά του σχέδια εναντίον της πόλης σου. Στέλνει κατασκόπους, προσεταιρίζεται προδότες, παραμονεύει στους δρόμους, συγκροτεί λόχους, στήνει ενέδρες, προσκαλεί συμμάχους, κατασκευάζει μηχανές, χρησιμοποιεί σφενδονητές και τοξότες και αυτούς, που πολεμούν από κοντά και με τη δύναμη του ιππικού. Με όλα τα παρόμοια εξοπλίζεται εναντίον σου.
Και βέβαια δεν αγνοείς το νόημα αυτών που αναφέραμε. Ποιος είναι ο προδότης, ποιος ο κατάσκοπος, ποιοι είναι αυτοί, που στήνονται στις ενέδρες, ποιοι είναι οι σφενδονητές και οι ακοντιστές και οι τοξότες και ποιοι είναι αυτοί που πολεμούν από κοντά και ο λόχος των ιππέων και ποιες είναι οι μηχανές, με τις οποίες γκρεμίζεται το κάστρο της ψυχής. Όταν βλέπουμε, λοιπόν, όλα αυτά, επιβάλλεται και τους εαυτούς μας να εξοπλίζουμε και τους συμμάχους να παρακαλούμε, και να διακρίνουμε μεταξύ των υπηρετών [2] μήπως έχει κανείς από αυτούς τα φρονήματα των εχθρών. Να προσέχουμε και τις πλάγιες ενέδρες και να προφυλασσόμαστε με ασπίδες από τις βολές και να αντιστεκόμαστε σ’ αυτούς, που έρχονται να συμπλακούν μαζί μας από κοντά και να κλείνουμε με τάφρο το πέρασμα των ιππέων εναντίον μας και να ασφαλίζουμε καλά τα τείχη με κάποια φρούρια και με προπύργια, ώστε να μη γκρεμιστούν από τις πολεμικές μηχανές.
Αλλά οπωσδήποτε δεν έχουμε ανάγκη για κανένα λόγο, να ερμηνεύσουμε το καθένα απ’ αυτά. Πως δηλαδή ο εχθρός της πόλης [3]του καθενός από εμάς, η οποία έχει κτισθεί μέσα στην ψυχή μας από τον Θεό, αποπειράται να καταβάλει τη δύναμη με κατασκόπους. Και ποια από τα συστατικά του ίδιου του εαυτού μας χρησιμοποιεί, τα οποία γίνονται προδότες της δύναμής μας. Προκειμένου όμως να φανερωθεί ακόμη καλύτερα το νόημα αυτών των λόγων, λέγω ότι πρώτη έρχεται η προσβολή του πειρασμούαπό την οποία αρχίζουν τα πάθη. Αυτή η προσβολή γίνεται κατάσκοπος της δύναμής μας, όταν για παράδειγμα πέφτει στο μάτι κάποια εικόνα, που μπορεί να υποκινήσει την επιθυμία. Με αυτήν, λοιπόν, κατασκοπεύει ο εχθρός τη δύναμη, που υπάρχει μέσα σου, είτε είσαι κάποιος ισχυρός και εξοπλισμένος, είτε αδύναμος και ευάλωτος. Γιατί αν δεν λυγίσεις με την εικόνα, και αν δεν παραλύσει η δύναμη του νου σου μπροστά σε αυτό που είδες, αλλά με απάθεια προσπερνάς αυτό που συναντάς, αμέσως πανικοβάλεις τον κατάσκοπο, δείχνοντας στον εχθρό μια άλλη φάλαγγα στρατιωτών, που κινείται με δόρατα, και εννοώ την προετοιμασία των λογισμών [4]. Αν όμως γλυκαθεί η αίσθηση και το είδωλο της εικόνας [5] δια των οφθαλμών εισχωρήσει στην διάνοια, τότε βάλλεται ο στρατηγός του εσωτερικού μετώπου, δηλαδή ο νους. Επειδή δεν έχει τίποτε το ανδρικό και αρρενωπό, και εφόσον έχει γίνει νωθρός και ακόλαστος, επιτρέπει να συγκεντρωθεί γύρω από τον κατάσκοπο ένα πλήθος προδότες από το σύνολο των λογισμών. Και αυτοί είναι οι προδότες εκείνοι, για τους οποίους ο Κύριος λέει ότι Εχθροί του ανθρώπου είναι οι οικείοι του, που ξεφυτρώνουν από την καρδιά του και μολύνουν τον άνθρωπο. Τα ονόματά τους μπορείς να τα μάθεις με σαφήνεια από το Ευαγγέλιο.
Μετά από αυτό δεν θα σου ήταν δύσκολο να καταλάβεις στη συνέχεια τις επί μέρους λεπτομέρειες εκείνης της πολεμικής παρασκευής. Ποιοι είναι εκείνοι, που στήνουν κρυφά τις ενέδρες, στις οποίες πέφτουν όσοι βαδίζουν απρόσεκτα στο δρόμο της ζωής. Γιατί παραμονεύουν στους δρόμους και με το πρόσχημα της αγάπης και της συμπάθειας παρασύρουν στον όλεθρο της αμαρτίας, εκείνον που θα τους πιστέψει. Αυτοί είναι που περιφέρονται στους δρόμους και επαινούν την ηδονή και οδηγούν στα θέατρα, και υποδεικνύουν την ευκολία για το κακό. Αυτοί και με όσα πράττουν προσκαλούν και άλλους, για να τους μιμηθούν στα ίδια, αποκαλώντας τους εαυτούς τους αδελφούς και φίλους, επί ζημία όμως αυτών που χάνονται. Για αυτούς έχει γραφτεί· Κάθε αδελφός ανατρέπει την πτέρνα, και κάθε φίλος πορεύεται με δόλο (Ιερεμίας 9:4).
Αν καταλάβαμε ποιες είναι οι ενέδρες, φαίνεται καθαρά ποιο είναι και το πυκνό πλήθος των σφενδονητών και των τοξοτών και των ακοντιστών. Γιατί πληγώνουν κατάκαρδα αυτούς, που βαδίζουν χωρίς θωράκιση και χωρίς προφύλαξη οι υβριστές και οι θυμώδεις και οι λοίδοροι, αρχίζοντας πρώτοι τις ύβρεις, με το να εκτοξεύουν και να εκσφενδονίζουν και να εξακοντίζουν αντί για βέλη ή πέτρες λόγια ερεθιστικά. Αν παρομοιάσει κανείς το πάθος της έπαρσης και της υπερηφάνειας με την αλαζονεία των ίππων, δεν θα κάνει λάθος. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι μοιάζουν με μερικούς ίππους, που σηκώνουν αδέξια τον αυχένα ψηλά και κατακόρυφα και με τα παραφουσκωμένα λόγια της αλαζονείας, σαν με άλλα γαμψά νύχια, καταπληγώνουν τους ταπεινούς. Αυτοί είναι εκείνοι για τους οποίους η Γραφή λέει· Ας μη με πλησιάσει πόδι υπερηφάνου (Ψαλμός 35:12). Και τα μηχανήματα, με τα οποία διαλύεται η συνοχή του τείχους, θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι η φιλοχρηματία. Γιατί τίποτε δεν φαίνεται τόσο σκληρό και δύσκολο να κατανικηθεί στη σύγκρουση με τους αντιπάλους, όσο η παγίδα της φιλαργυρίας. Γιατί ακόμη και αν περικλείσουμε με τείχος γεροδεμένο τις άλλες αρετές μέσα στις ψυχές, αυτό το μηχάνημα διεισδύει πολλές φορές όχι λιγότερο και μέσα απ’ αυτό. Γιατί είναι δυνατόν να δεις τη φιλαργυρία να εισβάλλει και μέσα από τη σωφροσύνη και την πίστη και την προσεκτική εκτέλεση των μυστηρίων, και μέσα από την εγκράτεια και την ταπεινοφροσύνη. Και μέσα από όλα αυτά να γίνεται στο εσωτερικό της ψυχής αυτή η σκληρή και ακαταμάχητη επίθεση του κακού. Και για αυτό αδυνατούν να αντισταθούν σε αυτό το πάθος μερικοί εγκρατείς και σώφρονες και φλογεροί στην πίστη και πράοι στην συμπεριφορά και μετριόφρονες στο χαρακτήρα».
(Απόσπασμα από τον 8ο λόγο του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, «Εις τον Εκκλησιαστήν», μετάφραση αρχ. Π. Μπρούσαλη, σελ. 263-269).
 Σημειώσεις:
[1] «Σάρκα» στην Πατερική γραμματεία, είναι το μεταπτωτικό φρόνημα που είναι ενάντιο στο θέλημα του Θεού και όχι το σώμα. Άλλωστε το κακό δεν έχει ουσία αλλά βρίσκεται στην προαίρεση του ανθρώπου.
[2] «Υπηρέτες», εννοεί το θυμοειδές και το επιθυμητικό, που είναι υπηρέτες του λογιστικού. Και τα τρία, αποτελούν μέρη της ψυχής.   
[3] «Πόλη» είναι ο νους, δηλαδή το λογιστικό μέρος της ψυχής. Οι αισθήσεις λειτουργούν ως θυρίδες που μεταφέρουν στον νου γνώσεις. Ο νους τις τοποθετεί στην σωστή τους θέση, αλλά συχνά το θυμοειδές και το επιθυμητικό, τον προδίδουν. Ο στόχος του εχθρού, είναι η προσβολή και η εξουδετέρωση του νου.
[4] Προετοιμασία, είναι το πρόγραμμα της πνευματικής ζωής, το οποίο συνίσταται κυρίως στην προσευχή, στην άσκηση και στην μελέτη. Αυτά είναι τα μέσα που δίδονται κατά την λειτουργική ζωή.
[5] Η εικόνα λειτουργεί ως ο πρώτος «κατάσκοπος». Είναι η αρχή της «προσβολής- πειρασμού», χωρίς να είναι αμαρτία, αλλά μπορεί να εξελιχθεί σε τέτοια με βάση την προαίρεση του ανθρώπου, και αν δεν αντιμετωπιστεί σωστά (με την περιφρόνηση συνήθως και την απάθεια).   

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΣΥΓΚΥΠΤΟΥΣΑ (ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ΛΟΥΚΑ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου, 2014

      Στα περισσότερα θαύματα που έκανε  ο Χριστός βλέπουμε αυτοί που τα υφίστανται, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, αυτοί που λυτρώνονται από αυτά να μένουν σιωπηλοί. Ούτε παρακαλούν, ούτε εκφράζονται. Και δεν είναι παθητικότητα αυτή η στάση, αλλά ένδειξη σιωπηλής αγάπης, εμπιστοσύνης, εναπόθεσης της ελπίδας τους στο πρόσωπο του Χριστού. Αντιθέτως, βλέπουμε κάποιοι οι οποίοι δεν υφίστανται άμεσα κάποια συνέπεια από την τέλεση του θαύματος, να μιλούν, συνήθως για να επικρίνουν το Χριστό ή να εκφράσουν την απορία τους, σπανιότερα για να δοξάσουν το Θεό.

Έτσι και στην περίπτωση της θεραπείας μιας συγκύπτουσας γυναίκας (Λουκ. 13, 10-17), η οποία επί δεκαοκτώ χρόνια ήταν άρρωστη από δαιμονικό πνεύμα και δεν μπορούσε καθόλου να ισιώσει το σώμα της. Ο Χριστός την θεραπεύει χωρίς να το ζητήσει εκείνη. Βρίσκεται μόνο στη συναγωγή την οποία επισκέπτεται ο Κύριος. Η μόνη της αντίδραση είναι η δοξολογία του Θεού, αφού δέχεται το θαύμα, η ευχαριστία και η έκφραση της ευγνωμοσύνης. Στη συναγωγή πήγε διότι ήταν ευσεβής. Πήγε μολονότι μέσα της φαίνεται ότι είχε συμβιβαστεί με την ιδέα ότι θα παραμείνει συγκύπτουσα σε όλη της τη ζωή. Παρόλα αυτά δεν έπαψε να πιστεύει στο Θεό, όχι με γνώμονα το συμφέρον της, αλλά γιατί δεν μπορούσε να σκεφτεί τη ζωή της διαφορετικά, εκτός της πίστης και της αγάπης προς το Θεό κι ας ήταν Εκείνος σκληρός, εμείς μπορεί να λέγαμε και άδικος, μαζί της. Και χωρίς να ζητά κάτι, λαμβάνει αυτό που επί δεκαοκτώ χρόνια ποθούσε και πιθανότατα είχε διαγράψει από τη ζωή της ότι θα το λάβει: την ίαση.
Συνήθως έτσι συμβαίνει στη ζωή με τους ανθρώπους που είναι ευσεβείς, υπομονετικοί, αποδέχονται το θέλημα του Θεού και δεν Τον εγκαταλείπουν επειδή δεν εκπληρώνει τα συμφέροντα και τις επιθυμίες τους. Μετά από κάποιο διάστημα υπομονής, άγνωστο πόσο, ο Θεός βλέπει την υπομονή αυτή και την ανταμείβει, δίνοντας αυτό που θα ήθελε ο υπομένων, εφόσον φυσικά είναι για το καλό του. Η ευσέβεια, η εμπιστοσύνη, η σιωπηλή παράδοση του εαυτού στο Θεό και την ίδια στιγμή  η αίσθηση ότι το δαιμονικό πνεύμα μπορεί να βλάψει το σώμα, αλλά η βλάβη είναι επιφανειακή, αποτελεί στάση ζωής η οποία αποτυπώνεται στην σιωπή της συγκύπτουσας.
Εντελώς αντίθεση είναι η στάση του αρχισυνάγωγου. Δεν σιωπά, αλλά αγανακτεί και διαμαρτύρεται. Δεν αποδίδει την θεραπεία της γυναίκας στο Θεό, αλλά ελέγχει Τον Θεό διότι παραβίασε τον νόμο που ο Ίδιος έδωσε στους ανθρώπους. Θεός γι’ αυτόν είναι ο νόμος και δεν μπορεί να διανοηθεί το πώς ο Χριστός θα μπορούσε να είναι ο Υιός του Θεού και να παραβαίνει τον νόμο που δόθηκε από το Θεό στους ανθρώπους. Ο λόγος του είναι επιθετικός, αγανακτισμένος. Γι’ αυτόν δεν υπάρχει η αγάπη, η οποία είναι πιο πάνω από τον νόμο. Και ο νόμος είναι παιδαγωγός στην αγάπη. Κι ενώ ο Χριστός έναντι της συγκύπτουσας φανερώνει την δύναμη της αγάπης, η οποία θεραπεύει τα ασθενή, έναντί του φανερώνει την δύναμη της πειθούς, της λογικής, των επιχειρημάτων, του λόγου που ξεσκεπάζει την υποκρισία.  Και ο λόγος είναι αγάπη. Μόνο που τώρα είναι ελεγκτικός, όχι τρυφερός, αποκαλυπτικός της αλήθειας και την ίδια στιγμή της παντοδυναμίας του Θεού.  
Στον καθένα μας απομένει να επιλέξουμε. Θέλουμε από το Θεό την αγάπη που διορθώνει τα πάθη και τα λάθη μας, πατρικά και ζεστά, ή θέλουμε την αγάπη που ξεγυμνώνει την υποκρισία μας, διαλύει τον εγωισμό μας και μας καταντροπιάζει μπροστά στους άλλους, διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να καταλάβουμε. Δεκαοκτώ χρόνια η συγκύπτουσα έμαθε την ταπείνωση, την σιωπή, την αποδοχή του θελήματος του Θεού.  Σε μία στιγμή ο αρχισυνάγωγος έμαθε τα ίδια. Διότι και ταπεινώθηκε και σιώπησε μπροστά στη δύναμη του λόγου του Χριστού και δεν μπορούσε να ανατρέψει το θέλημα του Θεού.  Μόνο που για την συγκύπτουσα η όλη πορεία αποδείχθηκε λυτρωτική. Για τον αρχισυνάγωγο δεν γνωρίζουμε αν θεραπεύθηκε από την δαιμονική κατάσταση της οίησης, της σκληρότητας, της απουσίας της αγάπης. Διότι τελικά φαίνεται πως εκείνος ήταν πιο άρρωστος από την συγκύπτουσα. Αυτή έσκυψε το κεφάλι στο Θεό και αποδέχθηκε το θέλημά Του.  Εκείνος απολυτοποίησε  το θέλημα του Θεού, αλλά αρνήθηκε τον  Ίδιο το Θεό, όταν Τον συνάντησε, διότι δεν κατάλαβε ότι το θέλημα δεν αποσκοπούσε στην εξωτερική τήρηση του Νόμου, αλλά είχε να κάνει με την αγάπη για την ανθρώπινη ύπαρξη, η οποία καλείται να μάθει τα όριά της, τι την ωφελεί πραγματικά.  
Αυτή είναι η οδός της Εκκλησίας, η οποία διασώζει το βαθύτερο νόημα του θελήματος του Θεού, αλλά κυρίως την παρουσία Του αυτοπροσώπως στις ζωές μας. Μία παρουσία αγάπης και όπου χρειάζεται δύναμης, όχι όμως για να μας τιμωρήσει, αλλά για να μας διδάξει στην υπομονή, την ταπείνωση, να μας βάλει στην θέση και στα όριά μας. Μία τέτοια στάση ζωής μας χρειάζεται στους καιρούς μας, οπότε και δεν φαίνεται να αποδεχόμαστε τα όριά μας, ούτε να λειτουργούμε με γνώμονα την αγάπη, σίγουρα πάντως δεν μπορούμε να αποδεχτούμε οποιαδήποτε δοκιμασία. Ας κύψουμε το κεφάλι  και το σώμα μας εν ταπεινώσει, όπως η συγκύπτουσα, για να αξιωθούμε να απαλλαγούμε από κάθε ασθένεια, σώματος, ψυχής και πνεύματος.
 Κέρκυρα, 7 Δεκεμβρίου 2014
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα «ευαγγέλια» της Νέα εποχής

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου, 2014

υπό του Αρχ. Γρηγορίου Κωνσταντίνου Διδάκτορος Θεολογίας
Γενικά περί «ευαγγελίων της Νέας Εποχής»
Σήμερα η «Νέα Εποχή» ως θρησκευτικό Κίνημα[1] έχει καθιερωθεί στο λεξιλόγιο. Από την δεκαετία του 1970 τα κινήματα που ξεπήδησαν άρχισαν ν’ αποκτούν μια δημόσια αναγνώριση και πολλοί άνθρωποι αναζήτησαν σε αυτά μια πνευματική ολοκλήρωση. Η αναβίωση του πνευματισμού και η είσοδος των ανατολικών πνευματικών αναζητήσεων δεν είναι βέβαια νέο. Η «Νέα Εποχή» μέσα στην δεκαετία του 1960 στην απόρριψη των παραδοσιακών ηθικών αξιών, την  υλιστική κοινωνία, την επανεξέταση των δυτικών μοντέλων σκέψης και ορισμένα πολεμικά γεγονότα, όπως του Βιετνάμ, αποτελούσαν τις βασικές αιτίες που συνέβαλαν στην έναρξη μιας αλλαγής και ενός άλλου ευαγγελίου. Αυτό το «ευαγγέλιο», η καλή είδηση υποστηρίζει ότι η απόλυτη και αιώνια ευτυχία εξαρτάται από την μυστικιστική σχέση με το θείο που βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο. Η σωστή εμπειρία της σχέσεως αυτής και δυνατότητας, οδηγεί τον άνθρωπο να βρει την ταυτότητα ή την θεία αρχή που διέπει το σύμπαν. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να είναι ο ίδιος ο άνθρωπος μέρος της παγκόσμιας κοσμικής τάξης…
Η γνώση του «Ευαγγελίου» της «Νέας Εποχής» είναι ότι ο Θεός παραμερίστηκε, ο Χριστός είναι στο περιθώριο με έμφαση στην επιθυμία του ανθρώπου να είναι το κέντρο της συμπαντικής πραγματικότητας. Τα Κινήματα της «Νέας Εποχής» γενικά είναι θρησκευτικά, και δεν επικεντρώνονται στο Θεό αλλά στον άνθρωπο, μέσα από τις επιθυμίες και τα συναισθήματα. Το «ευαγγέλιο» λοιπόν αναφέρεται στην ειδωλολατρική θεώρηση του ανθρώπου. Αναφέρεται στην δημιουργία της αυτοεκτίμησης, ή κάποιας αυτοεκτίμησης, αυτό-αγάπης, αυτοπραγμάτωσης κ. ά.
Το «ευαγγέλιο» της «Νέας Εποχής» είναι ένα  νέο μέτωπο για τους χριστιανούς και την Εκκλησία του Χριστού που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Η Νέα Εποχή ως νέο θρησκευτικό Κίνημα ξεπερνά όλα τα θρησκευτικά, πολιτικά, κοινωνικά σύνορα και δεν έχει κανένα κύριο ηγέτη που να την εκπροσωπεί, όπως επίσης και καμιά συγκεκριμένη πόλη ως έδρα. Αυτή η κατάσταση είναι χαοτική στο διαδίκτυο με την ύπαρξη χιλιάδων οργανώσεων, ομάδων και συλλόγων που κηρύσσουν και έχουν ως λάβαρο την «Νέα Εποχή». Στην αναζήτηση αυτή πολλοί φιλόσοφοι που ανήκουν σε αυτή συμπεριλαμβάνουν και την Αγία Γραφή καθώς και τις διδασκαλίες του Χριστού. Αυτό βέβαια αποτελεί ένα λεπτό -παραπλανητικό στοιχείο της αλήθειας και της χριστιανικής πίστης. Από ορισμένους χριστιανούς θεολόγους  αυτή η παρερμηνεία και η προσπάθεια χρήσης στοιχείων του Χριστού έχει αποκληθεί ως μια «πνευματική αναφορά του Έιτζ»[2], δηλαδή νόσος θανατική. Έτσι χρειάστηκε να αποτυπωθεί το νέο μήνυμα το συγκρητιστικό και διαθρησκειακό με την μορφή των ευαγγελίων, καθότι αυτά είναι πιο προσιτά στον άνθρωπο. Κατά την αντιπαραβολή λοιπόν των κανονικών ευαγγελίων υπάρχουν και ευαγγέλια που είναι σύγχρονα, αυτά της «Νέας Εποχής». Στόχος των ευαγγελίων αυτών είναι η έξαρση της μυστικιστικής αναζήτησης και η παρερμηνεία κυρίως της ζωής του Χριστού. Τα διάφορα θέματα που ο αναγνώστης διαβάζει σε αυτά, είναι ιστορίες παρμένες από την Παλαιά Διαθήκη, καθώς και από την Καινή, αναφερόμενες ενίοτε στα χρόνια του Χριστού που δεν αναφέρονται ρητά στην Αγία Γραφή. Επίσης η χρήση της λέξεως «Ευαγγέλιο» έχει καθαρά ανατολική αναφορά, όπως είναι το «ευαγγέλιο του Αβραάμ». Επίσης άλλα ευαγγέλια που χρησιμοποιεί η Νέα Εποχή, έχουν προέλευση και ανάλυση από τα αρχαία γνωστικά ευαγγέλια και από αυτά που προέρχονται κατά μίμηση των ευαγγελιστών από ινδουιστές και βουδιστές διδασκάλους. Τέλος άλλα «ευαγγέλια» έχουν να  κάνουν και με τους αστερισμούς, όπως το  κατεξοχήν «ευαγγέλιο του Υδροχόου» ή το «Άλλο ευαγγέλιο»[3].
Μεθοδολογία του «ευαγγελίου»
Δύο  βασικά χαρακτηριστικά αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο προσφέρονται στον κόσμο τα ευαγγέλια των νεοεποχιτών. Το πρώτο, αναφέρονται στο πως, κάθε διδασκαλία έχει την δική της προσέγγιση. Οι άνθρωποι όμως δεν είναι ίδιοι, μπορούν όμως να εφαρμόσουν το «ευαγγέλιο» με τον ίδιο τρόπο. Έτσι τα βασικά χαρακτηριστικά κάθε ομάδας, πολιτικής, κοινωνικής, θρησκευτικής, οικονομικής, χρειάζονται την μια και ειδική μέθοδο εφαρμογής. Βασική σημασία είναι η σύνθεση των ψυχοκοινωνικών χαρακτηριστικών που εισέρχονται στην Νέα Εποχή. Το κίνητρο είναι η αναλογία στο τι επιζητά ο κάθε άνθρωπος να  ικανοποιηθεί. Οι ανάγκες, ο φόβος, οι επιθυμίες και οι ελπίδες είναι ίδιες σε όλες τις εποχές. Με βάση την αναφορά του Αποστόλου Παύλου προσπαθούν να προσφέρουν το μήνυμα τους[4]. Για τους συγγραφείς όμως των ευαγγελίων της «Νέας Εποχής», ο Παύλος χρησιμοποίησε ένα κοινό στοιχείο επάνω στην διάκριση εβραίων και ειδωλολατρών για την υπεροχή του Ευαγγελίου και την οικουμενικότητα του χριστιανικού μηνύματος. Στον τρόπο με τον οποίο χαρακτηρίζει τους Εβραίους και τους Έλληνες ο Απόστολος, προσπαθούν ακριβώς και οι οπαδοί της Νέας Εποχής να προσφέρουν τα ψευδό-ευαγγέλια. Στην  κοινωνία του σήμερα η διάκριση του Αποστόλου παρουσιάζεται από την «Νέα Εποχή» σε δύο διαφορετικούς τύπους προσωπικοτήτων. Ο πρώτος τρόπος είναι η εβραϊκή συνήθεια που οι άνθρωποι είναι δυσαρεστημένοι από το είδος της καθημερινότητας. Έχουν πρόσθεση να ξεφύγουν από την κοινή νοοτροπία των γύρο ανθρώπων. Θέλουν να ανακαλύψουν ένα νέο κόσμο και να δοκιμάσουν κάτι το μεταφυσικό. Αυτοί οι άνθρωποι για την Νέα Εποχή είναι διατεθειμένοι να συμμετάσχουν σε τέτοιες είδους εμπειρίες. Η δεύτερη ομάδα είναι οι δυσαρεστημένοι με την παραδοσιακή θρησκεία της Δύσης, δηλαδή του Χριστιανισμού. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν έναν φιλοσοφικό προσανατολισμό. Βρίσκονται στην αναζήτηση μιας φιλοσοφίας που θα απαντήσει στις ερωτήσεις και θα δώσει εξηγήσεις για την μοίρα της ανθρωπότητας. Αυτή η αναζήτηση της «σοφίας», όπως και των αρχαίων Ελλήνων, στην «Νέα Εποχή» βρίσκεται σε μια συγκρητιστική σύνθεση όλων των θρησκευτικών δοξασιών και επιστημονικών δεδομένων, την σύγχρονη φυσική κ. ά. Από αυτούς τους ανθρώπους πολλοί είναι πολιτικοί, άλλοι έχουν οικολογική συνείδηση και άλλοι υπερασπιστές του ρατσισμού.
Τρεις γενικές αρχές των Ψευδό-Ευαγγελίων
1.                 Προσπαθούν να αποκαλύψουν τον χαρακτήρα της ζωής του Χριστού στην ζωή των ανθρώπων. Οι Νεοεποχίτες έχουν μια έντονη ανησυχία για την αποκάλυψη του Θεού στον κόσμο. Γι’ αυτό ψυχρότητα, σκληρά λόγια, παγωμένα βλέμματα ή μια επίδειξης ακαδημαϊκής μόρφωσης θα κλείσει τις πόρτες στους ανθρώπους. Για να είναι αποτελεσματική η ιεραποστολή τους στην επίτευξη των στόχων μέσα από την παρουσίαση του προσώπου του Χριστού, δείχνουν μια στοργή και αγάπη σε κάθε χριστιανό. Οι Νεοεποχίτες έχουν σύμμαχο την προσπάθεια  να ζουν με συνέπεια, χωρίς να δείξουν επιρροή.
2.                 Σεβασμός και αποφυγή της αντιπαράθεσης, είτε ιδιωτική είναι είτε δημόσια. Δημόσιες διαλέξεις σκληραίνουν τις καρδιές των χριστιανών. Ο μόνος τρόπος που οι άνθρωποι θα συνειδητοποιήσουν τις ανάγκες τους είναι μόνο όταν είναι ο ένας μαζί με τον άλλον, μια συνάντηση του Χριστού στον Γολγοθά.
3.                 Αποφυγή ιδεολογικών συζητήσεων. Απειλές, κατηγορίες και κριτική πρέπει να αποφεύγονται, γιατί οι χριστιανοί θα ενισχυθούν στην πίστη τους και δεν θα είναι δεκτικοί.
Α. Το Ευαγγέλιο του Υδροχόου
Η θεματολογία του νεοεποχίτικου ψευδό-ευαγγελίου
1.                 Ο συγγραφέας του Ευαγγελίου του Υδροχόου
Η διακήρυξη της Νέας Εποχής για μια πνευματική αναζήτηση δεν φαίνεται να είναι και τόσο νέα. Μια πρόσφατη επανέκδοση του Ευαγγελίου του Υδροχόου, μας αποκαλύπτει την μεγάλη παραχάραξη των διαφόρων θρησκευτικών παραδόσεων, την έμφαση στη γνώση ή περισσότερο στην πνευματική γνώση ως την καλύτερη μέθοδο για την απελευθέρωση του ανθρώπου και την εναρμόνιση του σε μια νέα ζωή. Οι διάφορες παγανιστικές θεωρίες αν και αποτελούν τρόπους που μιμείται η τεχνική αναζήτηση της Νέας Εποχής, θα αποτελούσε μια προσπάθεια αποδείξεως της συνέχειας αυτών.
Το Ευαγγέλιο του Υδροχόου του Ιησού Χριστού: η φιλοσοφική και πρακτική βάση της θρησκείας της νέας εποχής του κόσμου του Υδροχόου και της Παγκόσμιας Εκκλησίας[5], όπως είναι ο πλήρες τίτλος του είναι ένα βιβλίο του Levi H. Dowling[6], που   δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1908. Στην έκδοση του Ευαγγελίου του Υδροχόου όμως αναφέρεται κατά περίεργο και απόκρυφο τρόπο το όνομα ‘’Levi’’.  Στον πρόλογο αναφέρεται ότι ο “Levi’’ είναι αυτός που αποκάλυψε αυτό το ευαγγέλιο. Για την προσωπικότητα του όμως δεν επιτρέπεται να γραφτούν πολλά, όπως αναφέρει  ο συγγραφέας[7]. Η αποκάλυψη όμως του Υδροχόου  στο Ευαγγέλιο είχε προφητευθεί πριν από 2.000 χρόνια πριν από Ελιού, ο οποίος ίδρυσε ένα σχολείο προφητών Zoan στην Αίγυπτο[8].
Ο Levi H. Dowling θεωρείται μαθητής του Χριστού, που από την ηλικία των δεκαέξι ετών διακονεί ως εφημέριος στον στρατό, είναι Ιατρός της ομοιοπαθητικής, απόφοιτος δύο ιατρικών σχολών, μια μυστικιστής και της άλλης θεοσοφιστής, ένας ηγέτης του Κινήματος της «Νέας Εποχής», της Εποχής του Υδροχόου. Ο Levi H. Dowling, δημοσίευσε το Ευαγγέλιο αυτό με το ψευδές όνομα ‘’Levi’’ και ισχυρίστηκε ότι αποκαλύφθηκε σε αυτόν μόνο σε κατάσταση έκστασης ως έργο, σε μια δια βίου πνευματική αναζήτηση. Ο ‘’Levi’’ είχε καθιερωθεί ως ο «εθνικός ιεροφάντης» της «Κοινοπολιτείας του υδροχόου», μια νεοσύστατη σοσιαλιστική απόκρυφη αδελφότητα.
Σε αυτό το Ευαγγέλιο και με τις ανακαλύψεις κατά την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου των Χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας και της Βιβλιοθήκης Nag Hammadi η πνευματική εμπειρία είναι μια σύνθεση ως προσωπικό του Ευαγγέλιο, προκειμένου να παρουσιάσει στο κοινό τη δική του κατανόηση, το αληθινό και πραγματικό μήνυμα του Χριστού. Το μήνυμα αυτό όπως ο ίδιος ισχυρίζεται είναι πέρα από την διαστρέβλωση που έγινε από την Εκκλησία. Η συγγραφή ψευδεπίγραφων ευαγγελίων δεν είναι ένα καινούριο φαινόμενο στην ιστορία της Εκκλησίας. Υπήρχε από πολύ παλιά. Αυτή είναι μια πτυχή της Νέας Εποχής αλλά όχι καινούρια. Παλιά τακτική με νέο περιεχόμενο που συνθέτει τις νέες επιστημονικές γνώσεις της αστρολογίας με την αρχαία θρησκευτική σοφία. Αυτός είναι ο λόγος που θεωρείται από τους οπαδούς ως νέο ευαγγέλιο. Η γυναίκα του Levi εξηγεί στην εισαγωγή ότι η νέα αστρονομία προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κεντρικού ηλίου, γύρω από τον οποίο περιστρέφονται όλοι οι πλανήτες. Εδώ βρίσκεται και η παράξενη ανάμειξη της νέας επιστήμης με την αρχαία θρησκεία. Ο Αδάμ γεννήθηκε στην Εποχή του Ταύρου, ο Αβραάμ την Εποχή του Κριού και ο Ιησούς την Εποχή των Ιχθύων. Αν και η γυναίκα του τονίζει την Εποχή των Ιχθύων, τονίζει την είσοδο πλέων στην Εποχή του υδροχόου. Ο ίδιος ο ‘’Levi’’ ανέφερε ότι το κείμενο προέρχεται από τα Ακασικά κείμενα, μια ψευδής επιτομή της μυστικής γνώσης. Ο τίτλος του προέρχεται από την πρακτική της αστρολογίας, με τις διαιρέσεις σε εποχές από την θέση των αστερισμών. Με βάση αυτή την πρακτική πλησιάζει η Εποχή του Υδροχόου. Είναι ένα ψευδό-ευαγγέλιο με ειδωλολατρική και συγκριτική σύνθεση.  Θεωρείται ως πνευματικό ευαγγέλιο και ασχολείται με τις  λεπτομέρειες της ζωής του Χριστού που δεν περιλαμβάνονται στα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Επίσης εμφανίζει τον Ιησού ως ένα  «πολυταξιδεμένο» άτομο  σε διάφορες χώρες, όπως η Αίγυπτος, το Θιβέτ, η Ινδία, η Περσία και η Ελλάδα.
Απ’ αυτό το ψευδό-ευαγγέλιο  πήρε και την ονομασία η λεγόμενη «Χριστιανική Παγκόσμια Εκκλησία του Υδροχόου». Τα μέλη της ονομάζονται απλά υδροχόοι. Το όνομα «χριστιανική» χρησιμοποιείται στον τίτλο της εκκλησίας αυτής για να δηλώσει ότι η Εκκλησία είναι Νύφη  του Χριστού. Αυτή η εκκλησία ιδρύθηκε το 2006 και δεν έχει συγκεκριμένο ιερατείο. Η διδασκαλία του ευαγγελίου του «Υδροχόου» είναι ένα κράμα θεοσοφίας, «Νέας Εποχής», ανατολικών θρησκευμάτων και γνωστικισμού. Το ψευδό-Ευαγγέλιο τιτλοφορείται ως «Άγιο Ευαγγέλιο του Υδροχόου» που δημοσιεύεται από την ίδια την εκκλησία τους και περιλαμβάνει εισαγωγικά τα θέματα, όπως, «Το ευαγγέλιο της γέννησης της Μαρίας, σύμφωνα με τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Ματθαίο» και «Η ζωή του Αγίου Ίσσα» ένα μυστηριώδες πρόσωπο της απόκρυφης βουδιστικής πνευματικότητας. Κάποιοι  θεωρούν επίσης ότι το «Ευαγγέλιο του Υδροχόου» προέρχεται από το Ευαγγέλιο του Ιακώβου.


[1]Peter B.Clarke, ‘’new age movement (NAM)’’, στηEncyclopedia of New Religious  Movements, Edited by Peter B.Clark, First published 2006 by Routledge 2 Park Square, Milton Park, Abingdon, Oxon OX14 4RN, σ. 442-446.
[2]Philip H Lochhaas, How to Respond to … The New Age Movement, St. Louis: Concordia Publishing House, 1988, σ. 5.
[3]Τucker, Ruth A.,  Another Gospel: Alternative Religions and the New Age Movement. Grand Rapids: Zondervan, Academie, 1989.
[4]« επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας. επειδή και Ιουδαῖοι σημείον αιτούσι και  Ελληνες σοφίαν ζητούσιν,  ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον,  Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον,  Ελλησι δε μωρίαν, αυτοίς δε τοις κλητοίς, Ιουδαίοις τε και  Ελλησι, Χριστόν Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν· ότι το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί, και το ασθενές του Θεού ισχυρότερον των ανθρώπων εστί.  Βλέπετε γαρ την κλήσιν υμών, αδελφοί, ότι ου πολλοί σοφοί κατά σάρκα, ου πολλοί δυνατοί, ου πολλοί ευγενείς», Α’Κορ. 1, 22-23.
[5]The Aquarian Gospel of Jesus, the Christ Transcribed from The Book of God’s Remembrance (Akashic Records) By Levi H. Dowling (1844-1911). J.L. Watson, III (2009),Initiations of the Aquarian Masters: The Theosophy of the Aquarian Gospel.
[6]Eva S. Dowling, “Who Was Levi?” in Dowling, The Aquarian Gospel (1964), 7., “In Memoriam: Dr. Levi H. Dowling; LevitheAkashic Seer,” The Aquarian New Age Magazine (Los Angeles) (September 1911): 305 -314.
[7]The Aquarian Gospel of Jesus, ο.π., σ. 11.
[8] «This age will comprehend but little of the works of Purity and Love; but  not a word is lost, for in the Book of God’s Remembrance a registry  is made of every thought, and word, and deed; And when the world is ready to receive, lo, God will send a messenger to open up the book, and copy from its sacred pages all the messages of Purity and Love’», στοThe Aquarian Gospel of Jesus, ο.π. σ. 10,  κεφάλαιο 7, 25-26.

Κατηγορία ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ, ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »