kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Ἡ αἰτία τῆς σημερινῆς οἰκονομικῆς κρίσης (Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιανουαρίου, 2015

Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ ἐγράφη, ἀπό τόν τότε Ἐπίσκοπό της Ὀρθόδοξης Σερβικῆς Ἐκκλησίας καί σήμερα Ἅγιο Αὐτῆς, Νικόλαο Βελιμίροβιτς (1881- 1956), σχεδόν πρίν ἀπό ὀκτώ δεκαετίες, ὅταν ἡ Ἀμερική καί ὁ ὑπόλοιπος κόσμος δοκιμάζονταν ἀπό τό οἰκονομικό κράχ τοῦ 1929 καί προέρχεται ἀπό τό βιβλίο «Δρόμος δίχως Θεό δέν ἀντέχεται…»,

Ἱεραποστολικές ἐπιστολές Ἅ΄, ἔκδ. «Ἐν πλῶ», Ἀθήνα 2008, σσ. 33-36.   (Ὁ τίτλος τοῦ πρωτοτύπου εἶναι: «Στόν πάπα-Κάραν γιά τήν κρίση τοῦ κόσμου»). Ὁ λόγος τοῦ μεστός καί ἐπίκαιρος ξεδιπλώνεται εὔγλωττα, δίνοντας ἀπαντήσεις στό σύγχρονο ἄνθρωπο τόσο γιά τά αἴτια, ὅσο καί γιά τή διάρκεια τῆς σημερινῆς οἰκονομικῆς καί ὄχι μόνο “κρίσης”. Τό παραθέτουμε:

«Μέ ρωτᾶς, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ἀπό πού προέρχεται ἡ σημερινή κρίση, καί τί σημαίνει αὐτή. Ποιός εἶμαι ἐγώ γιά νά μέ ρωτᾶς γιά ἕνα τόσο μεγάλο μυστικό; «Μίλα, ὅταν ἔχεις κάτι καλύτερο ἀπό τή σιωπή», λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ὅμως παρόλο πού θεωρῶ, ὅτι ἡ σιωπή εἶναι τώρα καλύτερη ἀπό κάθε ὁμιλία, καί ὅμως λόγω ἀγάπης πρός ἐσένα, θά σού ἐκθέσω ἐκεῖνα πού σκέπτομαι περί αὐτοῦ πού ρώτησες.
Ἡ κρίση εἶναι ἑλληνική λέξη, καί σημαίνει δίκη. Στήν Ἁγία Γραφή αὐτή ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται πολλές φορές. Ἔτσι ὁ ψαλμωδός λέει: «διά τοῦτο οὐκ ἀναστήσονται ἀσεβεῖς ἐν κρίσει» (Ψάλμ. 1, 5). Σέ ἄλλο μέρος πάλι λέει: «ἔλεος καί κρίσιν ἄσομαι σοί, Κύριε» (Ψάλμ. 100, 1). Ὁ σοφός Σολομώντας γράφει, ὅτι «παρά δέ Κυρίου πάντα τά δίκαια». (Πάρ. Σόλ. 16, 33). Ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρας εἶπε, «ἀλλά τήν κρίσιν πάσαν δέδωκε τῷ υἱῶ» (Ἰωάν. 5, 22), ἐνῶ λίγο πιό κάτω λέγει πάλι «νῦν κρίσις ἐστί τοῦ κόσμου τούτου» (Ἰωάν. 12, 31). Ὁ ἀπόστολος Πέτρος γράφει «ὅτι ὁ καιρός τοῦ ἄρξασθαι τό κρίμα ἀπό τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ» (Α΄ . Πετρ. 4, 17).
Ἀντικατάστησε τή λέξη «κρίση» μέ τή λέξη «δίκη» καί διάβασε: «Διά τοῦτο οὐκ ἀναστήσονται ἀσεβεῖς ἐν δίκη» ἤ «ἀλλά τήν δίκην πάσαν δέδωκε τῷ υἱῶ» ἤ «νῦν δίκη ἐστί τοῦ κόσμου τούτου» ἤ ὅτι «ἀποδώσουσι λόγον τῷ ἐτοίμως ἔχοντι δικᾶσαι ζώντας καί νεκρούς».
Ἕως τώρα οἱ Εὐρωπαϊκοί λαοί χρησιμοποιοῦσαν τήν λέξη «δίκη», ἀντί γιά τή λέξη «κρίση», ὅποτε καί νά τούς ἔβρισκε κάποια συμφορά. Τώρα ἡ καινούργια λέξη ἀντικατέστησε τήν παλιά, καί τό κατανοητό ἔγινε ἀκατανόητο. Ὅταν γινόταν ξηρασία, πλημμύρα, πόλεμος ἤ ἔπεφτε ἐπιδημία, ὅταν ἔρριχνε χαλάζι, γίνονταν σεισμοί, πνιγμοί καί ἄλλες συμφορές, λέγανε «Θεία δίκη!».
Καί αὐτό σημαίνει: κρίση μέσα ἀπό ξηρασίες, κρίση μέσα ἀπό πλημμύρες, μέσα ἀπό πολέμους, μέσα ἀπό ἐπιδημίες κ.λ.π. Καί τή σημερινή χρηματικό-οἰκονομική δυσκολία ὁ λαός τήν θεωρεῖ ὡς Θεία δίκη, ὅμως δέν λέει ἡ δίκη ἀλλά ἡ κρίση. Ἔτσι ὥστε ἡ δυσκολία νά πολλαπλασιάζεται μέ τό νά γίνεται ἀκατανόητη! Ἐφόσον ὅσο ὀνομαζόταν μέ τήν κατανοητή λέξη «δίκη», ἦταν γνωστή καί ἡ αἰτία, λόγω τῆς ὁποίας ἦρθε ἡ δυσκολία, ἦταν γνωστός καί ὁ Δικαστής, ὁ Ὁποῖος ἐπέτρεψε τήν δυσκολία, ἦταν γνωστός καί ὁ σκοπός τῆς ἐπιτρεπόμενης δυσκολίας. Μόλις ὅμως χρησιμοποιήθηκε ἡ λέξη «κρίση», λέξη ἀκαταλαβίστικη σέ ὅλους, κανείς δέν ξέρει πιά νά ἐξηγήσει οὔτε γιά ποιό λόγο, οὔτε ἀπό Ποιόν, οὔτε ὡς πρός τί. Μόνο σ’ αὐτό διαφέρει ἡ τωρινή κρίση ἀπό τίς κρίσεις πού προέρχονται ἀπό τήν ξηρασία ἤ τήν πλημμύρα ἤ τόν πόλεμο ἤ τήν ἐπιδημία ἤ τούς πνιγμούς ἤ κάποιους ἄλλους πειρασμούς.
Μέ ρωτᾶς γιά τήν αἰτία τῆς τωρινῆς κρίσης, ἤ τῆς τωρινῆς Θείας δίκης! Ἡ αἰτία εἶναι πάντα ἡ ἴδια. Ἡ αἰτία γιά τίς ξηρασίες, τίς πλημμύρες, τίς ἐπιδημίες καί ἄλλα μαστιγώματα τῆς γενιᾶς τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ αἰτία καί γιά τήν τωρινή κρίση. Ἡ ἀποστασία τῶν ἀνθρώπων ἀπό τόν Θεό. Μέ τήν ἁμαρτία τῆς Θεό-ἀποστασίας οἱ ἄνθρωποι προκάλεσαν αὐτή τήν κρίση, καί ὁ Θεός τήν ἐπέτρεψε, ὥστε νά ξυπνήσει τούς ἀνθρώπους, νά τούς κάνει ἐνσυνείδητους, πνευματικούς καί νά τούς γυρίσει πρός Ἐκεῖνον. Στίς μοντέρνες ἁμαρτίες—μοντέρνα καί ἡ κρίση. Καί ὄντως ὁ Θεός χρησιμοποίησε μοντέρνα μέσα ὥστε νά τό συνειδητοποιήσουν οἱ μοντέρνοι ἄνθρωποι: χτύπησε τίς τράπεζες, τά χρηματιστήρια, τίς οἰκονομίες, τίς συναλλαγές τῶν χρημάτων. Ἀνακάτωσε τά τραπέζια στίς συναλλαγές σ’ ὅλο τόν κόσμο, ὅπως κάποτε στό ναό τῶν Ἱεροσολύμων. Προξένησε πρωτόγνωρο πανικό μεταξύ ἐμπόρων καί αὐτῶν πού ἀνταλλάσσουν τό χρῆμα. Προκάλεσε σύγχυση καί φόβο. Ὅλα αὐτά τά ἔκανε γιά νά ξυπνήσουν τά ὑπερήφανα κεφαλάκια τῶν σοφῶν της Εὐρώπης καί τῆς Ἀμερικῆς, γιά νά ἔλθουν εἰς ἑαυτούς καί νά πνευματικοποιηθοῦν. Καί ἀπό τήν ἄνεση καί τό ἀγκυροβόλημα στά λιμάνια τῆς ὑλικῆς σιγουριᾶς νά θυμηθοῦμε τίς ψυχές μας, νά ἀναγνωρίσουμε τίς ἀνομίες μας καί νά προσκυνήσουμε τόν ὕψιστο Θεό, τόν ζωντανό Θεό.
Μέχρι πότε θά διαρκέσει ἡ κρίση; Ὅσο τό πνεῦμα τῶν ἀνθρώπων παραμείνει δίχως ἀλλαγή. Ὥσπου οἱ ὑπερήφανοι ὑπαίτιοι αὐτῆς τῆς κρίσης νά παραιτηθοῦν μπροστά στόν Παντοδύναμο. Ὥσπου οἱ ἄνθρωποι καί οἱ λαοί νά θυμηθοῦν, τήν ἀκαταλαβίστικη λέξη «κρίση», νά τή μεταφράσουν στή γλώσσα τους, ὥστε μέ ἀναστεναγμό καί μετάνοια νά φωνάξουν: «ἡ Θεία δίκη»!
Πές καί ἐσύ, τίμιε πατέρα, ἡ Θεία δίκη, ἀντί ἡ κρίση, καί ὅλα θά σού γίνουν ξεκάθαρα» Χαιρετισμούς καί εἰρήνη !

Γιά τήν ἀντιγραφή
Ἰωάννης Χαραλάμπης & Αἰκατερίνη Παπαδάκη
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Μάϊος 2011

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ὁ Γέροντας Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης γιά τόν Γέροντά του, τόν Ἰωσήφ Ἡσυχαστή

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιανουαρίου, 2015


Μας έλεγε ότι: «όταν θέλει κανείς να πληροφορηθεί το θέλημα του Θεού (στην περίπτωση που δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον Πνευματικό του), να αφήσει τελείως τις δικές του σκέψεις και να προσευχηθεί τρεις φορές, και όπου κλείνει η καρδιά του, εκείνο να κάνει και θα είναι κατά Θεόν.
Αλλά εκείνοι, που έχουν περισσότερη πρόοδο και παρρησία στην προσευχή τους, ακούουν ευκρινέστερα την πληροφορία και ενίοτε η πληροφορία σχηματίζεται με φωνή ή οπτασία». Συνήθως έτσι πληροφορείται ο Γέροντας.

ΠΗΓΗ : ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ,
Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ (1897-1959)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ἡ ἁμαρτία δυσαρεστεῖ τό Θεό (Ἁγ. Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης)

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιανουαρίου, 2015

Όταν ο πειρασμός σε παρακινεί για ν’ αμαρτήσεις, να θυμάσαι πως η αμαρτία δυσαρεστεί πάρα πολύ το Θεό. Ο Θεός αποστρέφεται και μισεί την ανομία. «Εμίσησας πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν», λέει ο ψαλμωδός (Ψαλμ. ε” 6).

Και για να το καταλάβεις καλύτερα αυτό, φέρε στο νου σου έναν πατέρα δίκαιο και αυστηρό, ο οποίος αγαπάει την οικογένειά του και προσπαθεί με κάθε μέσο να αναθρέψει τα παιδιά του με αρχές, να τα κάνει τίμια, ώστε να τα επιβραβεύσει αργότερα για την καλή τους συμπεριφορά και να τους χαρίσει τα πλούσια αγαθά που με πολλούς κόπους απόκτησε. Με λύπη του όμως διαπιστώνει πως τα παιδιά του δεν ανταποκρίνονται στην αγάπη του πατέρα τους, δεν τον αγαπούν, δε φροντίζουν για την κληρονομιά που με τόση αγάπη ετοίμασε γι’ αυτά αλλά ζουν απρόσεκτα, τρέχουν ακάθεκτα προς την καταστροφή.
Και «αμαρτία αποτελεσθείσα αποκύει θάνατον» (Ιακ. α” 15), σκοτώνει την ψυχή, μας κάνει δούλους του διαβόλου, του ανθρωποκτόνου. Κι όσο περισσότερο μείνουμε στην αμαρτία, τόσο πιο δύσκολη θα ’ναι η επιστροφή μας και τόσο πιο σίγουρη η απώλειά μας. Γι’ αυτό και τ’ αποτελέσματα κάθε αμαρτίας είναι οδυνηρά…
Όταν η καρδιά σου ρέπει προς την αμαρτία κι ο διάβολος αρχίζει να υποδαυλίζει την ψυχή σου, ώστε να την απομακρύνει ολότελα από την πέτρα της πίστης, να λες μέσα σου: «Γνωρίζω πως πνευματικά είμαι φτωχός, πως χωρίς πίστη είμαι ένα τίποτα. Το πνεύμα μου είναι τόσο αδύναμο, ώστε μόνο με το όνομα του Χριστού ζω και ειρηνεύω, ευφραίνομαι και χαίρεται η καρδιά μου. Χωρίς το Χριστό βασανίζομαι, η καρδιά μου θλίβεται, είμαι πνευματικά νεκρός. Χωρίς το σταυρό του Χριστού θα είχα γίνει από καιρό θύμα της πιο άγριας κατάθλιψης κι απόγνωσης. Μόνο ο Χριστός με κρατεί ζωντανό. Κι ο σταυρός είναι η ειρήνη μου, η παρηγοριά μου».

(Αγίου Ιωάννου Κρονστάνδης, «Η εν Χριστώ ζωή μου», )

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Επιστολή 10 (Αρεοπαγιτικά συγγράμματα).

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιανουαρίου, 2015

Χαιρετίζω εσέ την ιερή ψυχή, αγαπημένε· κι αυτή η πράξις μου είναι οικειότερη προς σε παρά προς όλους τους άλλους. Χαίρε, αληθινά αγαπημένε, στον όντως εραστόν και εφετόν και αγαπητόν πολυαγαπημένε.

Τι θαυμαστό είναι που ο Χριστός βγαίνει αληθινός, αφού οι άδικοι εκδιώκουν τους μαθητάς από τις πόλεις, επιβάλλοντας οι ίδιοι στους εαυτούς των την άξια τιμωρία, αποχωριζόμενοι και απομακρυνόμενοι από τους αγίους οι εγκληματίες; Πράγματι τα ορατά είναι φανερές εικόνες των αοράτων. Διότι στους αιώνες του μέλλοντος δεν θα είναι αίτιος ο Θεός του δικαίου αποχωρισμού των πονηρών από αυτόν, αλλ’ εκείνοι που διαχωρίζουν εντελώς εαυτούς από τον Θεό· όπως αντιστρόφως βλέπομε άλλους να συνδέονται ήδη από εδώ κάτω με τον Θεό, επειδή σαν ερασταί της αλήθειας παραιτούνται της συμπαθείας προς τα υλικά πράγματα, απαλλαγμένοι από όλα τα κακά και γεμάτοι έρωτα προς όλα τα θεία, αγαπούν την ειρήνη και την αγιότητα, κι αρχίζουν από την παρούσα ζωή την μέλλουσα, ζώντας αγγελοπρεπώς ανάμεσα στους ανθρώπους, μέσα σε μια κατάσταση απάθειας, χριστονυμίας, αγαθότητος και των άλλων αγαθών.
Δεν θα ήμουν βέβαια ποτέ τόσο ανόητος να νομίζω ότι πάσχετε κάτι εσείς από τις διώξεις, αλλά πιστεύω ότι και του σώματος τα πάθη τα διαισθάνεσθε τόσο όσο χρειάζεται για να τα δοκιμάζετε. Για εκείνους που σας αδικούν και νομίζουν εσφαλμένως ότι μπορούν να περιορίσουν τον ευαγγελικό ήλιο, αν και τους κατηγορώ δικαίως, εύχομαι ν’ αφήσουν όσα ενεργούν σε βάρος αυτών των ιδίων και να στραφούν προς το αγαθό, να τραβήξουν εσάς κοντά τους και να μεταλάβουν από το φως. Εμάς πάντως δεν πρόκειται ούτε το αντίθετο να μας αποστερήσει την ολόλαμπρη ακτίνα του Ιωάννη, καθώς τώρα μεν θα επιδιδόμαστε στη μνήμη και στην ανανέωση της αληθινής σου θεολογίας, κι ύστερα από λίγο (διότι, αν και τολμηρό, θα το πω) θα ενωθούμε με σας τους ίδιους. Είμαι πάντως αξιόπιστος όταν δηλώνω ότι έμαθα τα προεγνωσμένα για σε από τον Θεό και σου τα γνωστοποιώ, ότι και από τη φυλακή στην Πάτμο θα ελευθερωθείς και στην ασκητική γη θα επανέλθεις και θα ενεργήσεις εκεί μιμήματα του αγαθού Θεού και θα τα παραδώσεις στους έπειτα από σε.
(Φιλοκαλία, ΕΠΕ 3, σελ. 555-557).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή μετά τα Φώτα – Ενί εκάστω εδόθη η χάρις

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιανουαρίου, 2015

Ενί εκάστω εδόθη η χάρις

Ἐφεσ. 4.7-13

Ἀδελφοί, ἑνὶ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. Διὸ λέγει· ἀναβὰς εἰς ὕψος ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν καὶ ἔδωκε δόματα τοῖς ἀνθρώποις. Τὸ δὲ ἀνέβη τί ἐστιν εἰ μὴ ὅτι καὶ κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς; Ὁ καταβὰς αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα. Καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ. 

Κυριακή μετά τα Φώτα σήμερα, και ο απόστολος Παύλος μάς ομιλεί για τα χαρίσματα του θεού στους ανθρώπους. Αδελφοί, μάς λέει, στον καθένα ξεχωριστά δόθηκε η χάρις, σύμφωνα με το μέτρο της δωρεάς του Χριστού. Γι αυτό λέει· αφού ανέβηκε ψηλά αιχμαλώτισε αιχμαλώτους και έδωσε δώρα στους ανθρώπους. Και το ανέβηκε τι άλλο σημαίνει, παρά ότι πρώτα κατέβηκε στα καταχθόνια της γης;

Εκείνος που κατέβηκε, ο ίδιος είναι που ανέβηκε πιο ψηλά από τους ουρανούς, για να γεμίσει τα πάντα. Και αυτός έδωσε τους αποστόλους, τους προφήτες, τους ευαγγελιστές, τους ποιμένες και διδασκάλους, ώστε να διακονούν έμπρακτα τον καταρτισμό των πιστών και να οικοδομείται το σώμα του Χριστού, μέχρι να καταλήξουμε όλοι στην ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του Υιού του Θεού, σε άνδρα τέλειο, στο μέτρο του πλήρους αναστήματος του Χριστού.

Κατά την προχθεσινή εορτή των Θεοφανίων, μάς μίλησε για την χάρη του Θεού την σωτήριο, και είδαμε τι σημαίνει χάρις και έλεος και φιλανθρωπία του Θεού. Σήμερα αναφέρεται στα επιμέρους χαρίσματα, τα οποία δίνει ο Χριστός στον κάθε άνθρωπο διαφορετικά. Αυτός είναι ο δωρεοδότης πάντων, ο Κύριος ο οποίος ανατέλλει μεν τον ήλι επί δικαίους και αδίκους και δίνει σε άλλον πέντε τάλαντα, σε άλλον δύο και σε άλλον ένα. Αυτός είναι που Θεός ών εταπείνωσε εαυτόν, συνέστειλε την θεία φύση του και ενώθηκε με την ανθρώπινη στο πρόσωπο του Χριστού, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος με ψυχή και σώμα, εκτός αμαρτίας. Και όπως κατέβηκε στα ύδατα του Ιορδάνη και ευθύς ανέβη από του ύδατος καθότι ήταν ξένος προς την αμαρτία, έτσι με το πάθος και τον σταυρικό του θάνατο κατέβηκε στον Άδη και Αναστήθηκε, όντας ξένος προς τον θάνατο και καταλύοντας τα δεσμά του θανάτου, και συνανέστησε τους απ` αιώνος νεκρούς και τέλος ανέβηκε πάλι στους ουρανούς.

Και μετά την Ανάληψη έστειλε στους μαθητές του το Άγιο Πνεύμα, το οποίο εδίδαξε σε αυτούς πάσαν την αλήθειαν και τούς πλούτισε με χαρίσματα πνευματικά, και μαζί με αυτούς πλουτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο, άλλον με λιγότερα και άλλον με περισσότερα, ανάλογα με την δύναμη του καθενός και αποσκοπώντας στην οικοδομή όλου του σώματος της Εκκλησίας.  Είναι περιττό νομίζω να τονίσουμε ότι τα δώρα του Θεού δεν είναι εφήμερα και επίγεια, αλλά πνευματικά και αιώνια. Ούτε πάλι αποσκοπούν στην ατομική μας ευημερία ή πρόοδο, αλλά στην καλλιέργεια και στην οικοδομή όλης της Εκκλησίας. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Θεός δεν δίνει τα ίδια χαρίσματα σε όλους, αλλά άλλον τον κάνει προφήτη, άλλον διδάσκαλο, άλλον ποιμένα, άλλον ευαγγελιστή, ούτως ώστε πρώτα να εργαζόμαστε πνευματικά για την καλλιέργεια και την αύξηση των ταλάντων, έπειτα να μιμούμαστε την αγαθότητα του Θεού και να μοιραζόμαστε τα δώρα του Αγίου Πνεύματος, και τέλος με τον τρόπο αυτό να κατορθώσουμε να γνωρίσουμε τον Θεό και να ενωθούμε όλοι, να γίνουμε ένας άνθρωπος, στο μέτρο της τελειότητας του Χριστού.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο Θεός δίνει χαρίσματα σε όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους μη χριστιανούς, για να γνωρίσουμε δηλαδή τον αληθινό Θεό. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλοι οι μεγάλοι σοφοί της ανθρωπότητας σε ανύποπτο χρόνο μίλησαν ο καθένας με τα δικά του μέσα για τον άπειρο και ασχημάτιστο Θεό, ο οποίος βρίσκεται πάνω από τα σχήματα και τις σκιές των αρχαίων θρησκειών (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες οι θρησκείες πιστεύουν στον ίδιο Θεό· αξίζει να θυμηθούμε τον απόστολο Παύλο, ο οποίος δεν αναφέρθηκε καθόλου στο δωδεκάθεο, αλλά στον άγνωστο θεό, ο οποίος ήλθε επί της γης και φανέρωσε την θεότητά του στους ανθρώπους). Ούτε πάλι είναι τυχαίο που άνθρωποι απλοί, ακατήχητοι και αμύητοι στα της πίστεως, συχνά διαθέτουν υγιή πνευματικά κριτήρια και αγάπη προς τον Θεό και απλότητα σε μεγαλύτερο βαθμό από πολλούς από εμάς. Γιατυί ο Θεός δεν είναι πρωσοπολήπτης, αλλά «θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». 

Γι αυτό και δεν ωφελεί να καυχώμαστε για τα χαρίσματα που διαθέτουμε, επειδή δεν είναι δικά μας επιτεύγματα αλλά δώρα του Θεού και μάλιστα όχι για να τα κρατάμε για τον εαυτό μας – μιμούμενοι τον δούλο που έθαψε στην γη το τάλαντο – αλλά για να τα μοιραζόμαστε με όλους και για να πλουτίζουμε όλοι από κοινού. Ούτε πάλι να θεωρούμε ότι το ένα χάρισμα είναι σημαντικότερο από το άλλο ή ακόμα χειρότερα, να νομίζουμε ότι ο δείνα είναι ανώτερος και ο άλλος κατώτερος, επειδή διαθέτουν διαφορετικά χαρίσματα. Γιατί, όπως για την οικοδομή ενός σπιτιού είναι εξίσου σημαντική η λάσπη, οι πέτρες, τα περιθυρώματα, τα παράθυρα, τα κεραμίδια κλπ, έτσι και για την πνευματική οικοδομή του σώματος της Εκκλησίας το κάθε χάρισμα είναι σημαντικό και απαραίτητο και συνεργάζεται με τα υπόλοιπα και όλα μαζί αλληλοσυμπληρώνονται.  Ευρισκόμενοι στον απόηχο της θείας Επιφανείας, της γεννήσεως δηλαδή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της Βαπτίσεώς του στον Ιορδάνη ποταμό, ας δοξάζουμε τον Θεό και ας είμαστε ευγνώμονες για τις πλούσιες δωρεές του στον κόσμο και στον καθένα μας ξεχωριστά, και ας εργαζόμαστε κατά Θεόν, ώστε η ευχή του Αποστόλου να γίνει πράξη, να φτάσουμε δηλαδή όλοι στα μέτρα της αγάπης και της πληρότητας του Χριστού. Αμήν. 

π. Χερουβείμ Βελέτζας

http://xerouveim.blogspot.gr/2015/01/11-1-2015.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιανουαρίου, 2015

«Ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα» (Ματθ. 4, 16)
α. Στην αρχή της δημόσιας δράσης του Κυρίου στην πόλη της Καπερναούμ αναφέρεται το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής μετά τα Φώτα. Συνελήφθη ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος,που σημαίνει ολοκληρώθηκε σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού η προετοιμασία για τον ερχομό του Κυρίου, ξεκίνησε Εκείνος τη δράση Του: σ’  έναν κόσμο ευρισκόμενο στο σκοτάδι φάνηκε το φως το μέγα.Η σωτηρία είχε ανατείλει για τον κόσμο. «Ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα».
β. 1. Δύο κόσμοι αντιπαραβάλλονται εν προκειμένω: ο κόσμος πριν από την έλευση του Χριστού και ο κόσμος μετά την έλευσή Του.Ο πρώτος ήταν κόσμος σκότους, δηλαδή άγνοιας του Θεού, αμαρτίας και παθών, γι’  αυτό και χαρακτηριζόταν από το σκότος του θανάτου.Διότι ήταν ο κόσμος όχι ασφαλώς όπως εξήλθε από τα δημιουργικά χέρια του Θεού, αλλά όπως ξέπεσε από την επανάσταση και την ανταρσία του δημιουργήματος έναντι του Δημιουργού του. Ο δεύτερος μετά τον ερχομό του Χριστού είναι ο κόσμος που γεμίζει φως από την παρουσία Εκείνου, που σημαίνει ότι του δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσει και πάλι τον Θεό, κι ακόμη περισσότερο, να ζήσει την παρουσία Του στην ύπαρξή του. Διότι ο Χριστός είναι ακριβώς ο ενσαρκωθείς Θεός, το φως και η ζωή των ανθρώπων και του κόσμου. «Εγώ ειμι το φως του κόσμου». «Εγώ ειμι η οδός, η αλήθεια και η ζωή», κατά την αψευδή μαρτυρία Του.
2. Προϋπόθεση όμως για την αποδοχή του καινού αυτού κόσμου που έφερε ο Χριστός είναι η μετάνοια. Τίποτε άλλο δεν ζητεί ο Κύριος πέραν της μετανοίας. Και η μετάνοια αυτή, την οποία κήρυσσε ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, αλλά και ο ίδιος ο Κύριος, σημαίνει ακριβώς την επιστροφή στον Θεό, την αλλαγή συνεπώς του ανθρώπου από τη ζωή της αμαρτίας και του εγωισμού. Αν θέλαμε με μία εικόνα να δώσουμε την πραγματικότητα αυτή, θα λέγαμε ότι ανέτειλε το φως της ημέρας, αλλά κάποιος έχει κλειστά τα παράθυρα της οικίας του. Χρειάζεται να τα ανοίξει για να εισέλθει το φως, που θα πει ότι πρέπει κανείς να μετανοήσει – να ανοίξει τα παράθυρα της ψυχής του – για να γευθεί την παρουσία του φωτός στην ύπαρξή του.΄Ετσι η μετάνοια προϋποθέτει ασφαλώς την κίνηση του Θεού – Εκείνος έχει πάντοτε την πρωτοβουλία – αλλά και την ανταπόκριση του ανθρώπου.
3. Η ένσταση είναι προφανής: αυτό ήταν για τότε. Εμείς είμαστε ήδη χριστιανοί, συνεπώς έχουμε φύγει από το σκοτάδι και βρισκόμαστε στο φως. Ορθή η επισήμανση, αρκεί να ζούμε οι χριστιανοί σε διαρκή μετάνοια. Διότι δυστυχώς η πραγματικότητα και η εμπειρία όλων βεβαιώνει ότι η αμαρτία υφίσταται αδιάκοπα κι έρχεται κι επικαλύπτει καθημερινά την ψυχή και το σώμα μας. «Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν μεθ’  ημών». Η μετάνοια λοιπόν (πρέπει να) συνιστά διαρκές βίωμα για τον χριστιανό, διότι ακριβώς υφίσταται διαρκώς και η αμαρτία. Κι όταν λέμε αμαρτία εννοούμε όχι μόνο την πράξη της, αλλά και ό,τι ανάγεται και στις διαθέσεις του ανθρώπου, τους λογισμούς και τις σκέψεις του.
4. Μήπως όμως έτσι με την καθημερινή μας αμαρτία κοροϊδεύουμε τον Θεό; Αν η αμαρτία μας αποτελεί την ενσυνείδητη επιλογή μας, τότε ναι! Φαίνεται να κοροϊδεύουμε τον Θεό. Κι επειδή ο Θεός δεν κοροϊδεύεται, γι’  αυτό και η επιλογή αυτή αποτελεί τον δρόμο του θανάτου μας. «Θεός ου μυκτηρίζεται». Και «φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος»! Διαφορετικά, αν η αμαρτία μάς υποτάσσει μέσα στα πλαίσια όμως ενός πνευματικού αγώνα που κάνουμε, τότε η χάρη του Θεού δεν μας εγκαταλείπει, δημιουργώντας μέσα μας συνθήκες μετανοίας. Το «εις εαυτόν ελθών» του ασώτου της ομωνύμου παραβολής του Κυρίου και το «αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου» θα συναντά πάντοτε την ανοικτή αγκαλιά του Θεού Πατέρα μας, ο Οποίος θα σπεύδει μάλιστα εν απείρω αγάπη προς συνάντησή μας. Ουδέποτε πρέπει να λησμονούμε ότι η αγάπη του Θεού υπέρκειται οποιασδήποτε αμαρτίας μας μεγάλης και πολλής, την οποία κατήργησε άλλωστε με τον ερχομό Του, κυρίως δε με τη Σταυρική Του θυσία. «΄Οπου επλεόνασεν η αμαρτία,υπερεπερίσσευσεν η χάρις» κατά τον θεόπνευστο λόγο του αποστόλου Παύλου.
5. ΄Ετσι η απαισιοδοξία που γεννάται από τη διαπίστωση της καθημερινής αδυναμίας μας και της αμαρτωλότητάς μας υπερβαίνεται με την αισιοδοξία της πίστης στην αγάπη του Θεού. Αρκεί να θέλουμε την επέμβασή Του στη ζωή μας. Δεν προσβλέπουμε στον εαυτό μας:τι να δούμε από τα μαύρα χάλια μας; Προσβλέπουμε αδιάκοπα στου Θεού την αγάπη και τη δύναμη, γι’  αυτό ουδέποτε μελαγχολούμε ούτε και καταβαλλόμαστε παρ’ όλες τις πτώσεις μας. «Οσάκις αν πέσης,έγειραι και σωθήση». ΄Ετσι η διαλεκτική σκότους-φωτός προσδιορίζει τη ζωή του χριστιανού. Αμαρτάνει ως αδύναμος άνθρωπος; Το σκότος τον καταλαμβάνει. Μετανοεί; Το φως του Χριστού πλημμυρίζει και πάλι την ύπαρξή του. Ούτε αγγελισμός λοιπόν ούτε δαιμονισμός.Η ανθρωπότητα μετά Χριστόν θα πορεύεται με το σχήμα: πτώση και ανάσταση. «΄Ιδιο των αγγέλων είναι να μην αμαρτάνουν καθόλου.΄Ιδιο των δαιμόνων είναι να αμαρτάνουν πάντοτε. ΄Ιδιο των ανθρώπων είναι πότε να αμαρτάνουν και πότε να μετανοούν» (όσιος Ιωάννης της Κλίμακος). ΄Ετσι ο χριστιανός βιώνει εν σμικρώ την εικόνα του προ Χριστού και του μετά Χριστόν κόσμου: ζει και το δράμα του σκότους της αμαρτίας, ζει και την ανάσταση και το φως που έφερε ο Χριστός,έχοντας όμως τη βεβαιότητα της τελικής κατίσχυσης του ελέους Του και για την εδώ ζωή του, πολλώ δε μάλλον για την αιωνιότητα.
γ. ΄Εχουμε το μεγαλύτερο προνόμιο στον κόσμο: να είμαστε χριστιανοί, δηλαδή τέκνα φωτός. Το μονοπάτι που μας διατηρεί στην κατάσταση αυτή είναι η διαρκής μετάνοιά μας, αφού η μετάνοια δεν είναι μόνο για να γίνουμε χριστιανοί, αλλά και να διατηρούμαστε ως χριστιανοί. Το γνωρίζουμε: δεν θα σωθούν οι έτσι κι αλλιώς μη υπάρχοντες αναμάρτητοι, αλλά οι μετανοημένοι. Να ευχόμαστε η τελευταία μας στιγμή να μας εύρει στη μετάνοια. Γιατί θα κριθούμε εκεί που θα βρεθούμε. 
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Παραγκωνισμός της Ανάστασης στον δυτικό χριστιανισμό

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιανουαρίου, 2015

Αν η εγκεφαλική προσέγγιση των ζητημάτων και το αντίστοιχο «στέγνωμα» της καρδιάς χαρακτηρίζει τον δυτικό άνθρωπο και εξηγεί εν πολλοίς την παραγνώριση της Ανάστασης, υπάρχει στον δυτικό χριστιανισμό, όπως και προσωπικά διέγνωσα, ένα εσωτερικό σύμπτωμα που συμπληρώνει και επιτείνει αυτήν την παραγνώριση. Πρόκειται για το ότι η βίωση της πίστης επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στη σταύρωση του Χριστού, με αποτέλεσμα σχεδόν αποκλειστικά η εξιλέωση να αναζητείται και να θεωρείται ότι πραγματοποιείται μέσω της συμμετοχής στο Πάθος Του. Αυτή η συμμετοχή συνεπάγεται αναζήτηση ποικίλων τρόπων να συμπάσχουν οι πιστοί με το Χριστό, από την επίπονη οδοιπορία κατά τα προσκυνήματα μέχρι τη συνειδητή και συστηματική επιδίωξη πρόκλησης πόνου, κυρίως σωματικού. Το στοιχείο αυτό σημάδεψε τον ρωμαιοκαθολικισμό όχι μόνο στον Μεσαίωνα, κυρίως με τις αυτομαστιγώσεις, αλλά και στους νεώτερους χρόνους. Ακόμη στον 19ο αιώνα οι λεγόμενοι ντολορίστες  (από τη λέξη douleur= πόνος) επιδίωκαν σκόπιμα τον πόνο ως μέσο εξιλέωσής τους. Η στάση και πράξη αυτή προσομοιάζει προς μία παθολογική, μαζοχιστικού τύπου, εκτροπή της χριστιανικής πίστης και ζωής, η οποία όχι μόνο δεν έχει απορριφθεί ως τέτοια αλλά ως βίωμα και νοοτροπία είναι μέχρι σήμερα αποδεκτή. Έχω την πεποίθηση ότι αυτό δεν χαρακτηρίζει απλώς ένα άλλο τρόπο βίωσης της πίστης στη Δύση, που μπορεί να γίνει αποδεκτός ως τοπική ιδιαιτερότητά της, αλλά αποτελεί παραφθορά του περιεχομένου της. Εν πάση περιπτώσει αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι ότι η Ανάσταση του Χριστού ως το καίριο γεγονός της απελευθέρωσης του ανθρώπου μοιραία παραμερίζεται, αφού η εξιλέωση επικεντρώνεται στη συμμετοχή στη σταύρωση και το Πάθος του Χριστού. Απτά δείγματα αυτού του παραμερισμού καταφαίνονται στη λατρευτική ζωή και ειδικά στην υμνολογία των δυτικών εκκλησιών (σε αντίθεση με αυτή των ορθοδόξων εκκλησιών που διαπερνάται απ’ άκρου εις άκρον από την αναστάσιμη δοξολογία).

Πέραν αυτού, υπάρχει στη ρωμαιοκαθολική θεολογία ένα γενικότερο γνώρισμα που την εμποδίζει να συνειδητοποιεί το νόημα της Ανάστασης. Κι αυτό οφείλεται στο ότι αντιλαμβάνεται τη σωτηρία που έφερε ο Χριστός ως ικανοποίηση του Θεού που είχε προσβληθεί από την αμαρτία του ανθρώπου, δηλαδή κατά τρόπο ανθρωποπαθή, στατικό και νομικό. Μ’ αυτήν την αφετηρία αδυνατεί να κατανοήσει την ορθόδοξη αντίληψη της σωτηρίας που συνδέεται με την Ανάσταση του Χριστού ως υπερνίκηση του θανάτου, της τραγικότητας και της αμαρτίας. Έτσι φθάνει στο σημείο να αρνείται ότι ο θάνατος και η αμαρτία νικήθηκε από τον Χριστό, με την πρωτοφανή σκέψη ότι η πραγματικότητα της ζωής το διαψεύδει! Για τους ορθόδοξους ο κόσμος δεν λυτρώθηκε μια για πάντα, απλώς ο Χριστός ένωσε «τα πριν διεστώτα» και η σωτηρία, που έφερε, έγκειται στο ότι άνοιξε τον δρόμο τής αληθινής κοινωνίας του ανθρώπου με τον αληθινό Θεό, έχει δηλαδή δυναμικό χαρακτήρα.

Αν στη Δύση η σχέση του ανθρώπου με την Ανάσταση του Χριστού έχει περιθωριοποιηθεί και η βίωση του νοήματός της και μέσα στην εκκλησία έχει παραμερισθεί, στην ορθόδοξη Ανατολή, παρά ορισμένες εξ αντανακλάσεως δυτικές επιδράσεις, η υπαρξιακή σημασία της Ανάστασης παραμένει εν πολλοίς αυθεντική και ζωντανή. Ένα καίριο εν τούτοις ερώτημα που άφορα όλη την ορθόδοξη Εκκλησία είναι: θα δείξει τη δύναμη της και θα έχει το φωτισμό να συμβάλει στο να ξεπερασθεί η άγνοια και η αδιαφορία, η άρνηση και ο παραμερισμός της Ανάστασης και στο να βιωθεί αυτή και πάλι, κυρίως στη Δύση αλλά και στην Ανατολή, ως το υπαρξιακό θεμέλιο της χριστιανικής πίστης;

(Νικήτας Αλιπράντης, «Παραγνωρισμένη Ανάσταση του Χριστού;» – «Πάσχα το τερπόν», εκδ. Ακρίτας)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο άνθρωπος σαν Ναός του Θεού.(Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς)

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιανουαρίου, 2015

Εδώ βρίσκεται το θειο γνώρισμα της ανθρώπινης ύπαρξης: ότι ο Θεός την γεμίζει, ότι ο Θεός γίνεται το περιεχόμενο της, ότι ο Θεός ζει σ’ αυτήν σαν σε δικό του ναό, οίκο του, σώμα του. Η ανθρώπινη φύση έχει εκπληρώσει αυτό το γνώρισμα στην τελειότητά του στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού. Στο πρόσωπα του Χριστού ο άνθρωπος είναι εξολοκλήρου πλήρης Θεού και είναι στ’ αλήθεια ναός Θεού, στον οποίο «κατοικεί παν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς» (Κολ. β’ 9).

Αυτός είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Και οι χριστιανοί είναι χριστιανοί διότι είναι όπως είναι αυτός: είναι δηλαδή κι αυτοί ναός του Θεού όπου ζει το Πνεύμα του Θεού, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα

Με ποιό τρόπο ζει κάποιος μέσα στο ναό του Θεού; Με τη θεία λατρεία με την προσευχή. Αυτή είναι η πιό φυσική σχέση του ανθρώπου με το Θεό, του πλάσματος με τον Πλάστη, Σωτήρα και Προπονητή, από τον οποίο, στον οποίο και διά του οποίου υπάρχουν τα πάντα.

Αυτός που βρίσκεται στο ναό ζει με την προσευχή. Και η προσευχή φέρνει πάντα μαζί της κι όλες τις ευαγγελικές αρετές και ζει μέσω αυτών. Η προσευχή ζει μέσω της πίστης και της αγάπης, της ελπίδας και της υπομονής, της ταπεινότητας και της πραότητας, της καλοσύνης και του ελέους, της αγρυπνίας και της νηστείας και μέσω των άλλων αρετών που υπάρχουν. Διότι κάθε αρετή τελειοποιείται μέσω της προσευχής και μόνο διά της προσευχής η κάθε αρετή φτάνει στην τελειότητά της και την διατηρεί. Ουσιαστικά η αγάπη, η ελπίδα, η νηστεία, η ταπείνωση, το έλεος και κάθε αρετή που κάνει το χριστιανό πραγματικό χριστιανό προέρχεται από την προσευχή.

Επειδή ο χριστιανός είναι ναός του Θεού στον οποίο κατοικεί το Πνεύμα του Θεού (Α’ Κορ. ς’ 19), η ζωή του δεν είναι τίποτε άλλο από μια συνεχής θεία λατρεία. Κάθε σκέψη του χριστιανού, κάθε του αίσθηση, κάθε του πράξη μετέχει στη θεία λατρεία που αδιάκοπα επιτελείται στο θρόνο της καρδιάς του.

Ο  ναός του Θεού είναι πλήρης από αγγέλους του Θεού, από Αγίους του Θεού, από τις άγιες εικόνες τους. Μπορεί κανείς πραγματικά να ζει με όλα αυτά με κάποιο άλλο τρόπο ζωής, παρά με ένα τρόπο άγιο, ευαγγελικό, που έχει σαν επίκεντρο την προσευχή;

Ο χριστιανός είναι ναός του Θεού αν η ψυχή του είναι ζωντανό εικονοστάσι, με Άγιο δίπλα στον Άγιο, με υπηρέτη του Θεού πλάι στον υπηρέτη του Θεού, με δίκαιο πλάι στο δίκαιο. Κι αν οι σκέψεις, οι αισθήσεις, οι πράξεις του είναι αναρίθμητα καντήλια που καίνε μπροστά τους. Κι αν οι ευαγγελικές του αρετές είναι χρυσά θυμιατήρια από τα οποία η ευωδία της μυρωμένης ευώδους ευαγγελικής διάθεσης αναδίνει ειρηνικά και ασταμάτητα

Ο ναός του Θεού παραμένει ναός όσο καιρό παραμένει «οίκος προσευχής»όσο η λατρεία του Θεού, η θεία λατρεία, λαμβάνει χώρα σ’ αυτόν. Μόλις αυτή σταματήσει μετατρέπεται σε «σπήλαιον ληστών». Τότε πονηροί λογισμοί, απωθητικά αισθήματα και πράξεις διαβολικές κατοικούν σαν ληστές μέσα του. Και λεηλατούν και σκοτώνουν ό,τι ιερό και όσιο υπάρχει μέσα στον άνθρωπο. Και τελικά ο άνθρωπος μετατρέπεται ολοκληρωτικά σε «σπήλαιον ληστών». Ο ναός του Θεού καταστρέφεται, τα καντήλια θρυμματίζονται, τα θυμιατήρια σπάζουν!

Κι όμως, ο άνθρωπος πρωταρχικά πλάστηκε από το Θεό σαν ναός του Θεού· μια θεόμορφη ψυχή τοποθετήθηκε στο σώμα του ώστε ολόκληρη η ζωή του να υπηρετεί το Θεό, με μια λαχτάρα να προσεύχεται στο Θεό. Κοντά σ’ αυτά σαν τόπος κατοικίας του δόθηκε ο παράδεισος, ένας κόσμος που ο ίδιος από μόνος του αποτελούσε ένα μεγαλειώδη ναό του Θεού.

Αλλά μόλις ο άνθρωπος αγκάλιασε την αμαρτία και την έβαλε μέσα του και μέσα στον κόσμο που ήταν γύρω του, η λατρεία του Θεού σταμάτησε κι άρχισε η λατρεία του διαβόλου. Κι ο άνθρωπος, αυτός ο θαυμαστός ναός του Θεού, μεταβλήθηκε σε «σπήλαιον ληστών». Έτσι ήταν ο κόσμος γύρω του. Και σαν τον ληστή ο διάβολος άρχισε να ξεθυμαίνει και να λυσσομανά πάνω στους ανθρώπους με τις αμαρτίες, τα εγωιστικά πάθη και το θάνατο.

Όμως ο Κύριος που αγαπά την ανθρωπότητα έγινε άνθρωπος με στόχο να μεταμορφώσει τον άνθρωπο και να τον κάνει ναό του Θεού για μια ακόμη φορά. Και όντως στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, ο άνθρωπος εμφανίστηκε σαν ο τέλειος και πανάγιος ναός του Θεού. Το σώμα του Θεανθρώπου ήταν στ’ αλήθεια ναός του Θεού στον οποίο ο Θεός κατοικούσε και συνεχώς υπηρετείτο και λατρευόταν. Και μόνο στον Θεάνθρωπο Χριστό εμείς οι άνθρωποι για πρώτη φορά είδαμε καθαρά ποιός είναι ο αληθινός  άνθρωπος -σαν ναός του Θεού και ποιά είναι η αληθινή ζωή του ανθρώπου- η ζωή σαν μια αδιάκοπη λατρεία του Θεού.

Από τότε η Εκκλησία του Χριστού δεν είναι τίποτε άλλο παρά το Θεανθρώπινο σώμα του, ο ζωντανός ναός του Θεού, όπου κάθε τι το ανθρώπινο έχει ζωή επειδή υπηρετεί και λατρεύει αδιάκοπα το Θεό. Και το Πνεύμα του Θεού, το Πνεύμα το Άγιο. ζει σαν ψυχή στο θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας από την ημέρα της αγίας Πεντηκοστής. Από τότε κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα, με τη χάρη του Θεού, να γίνει «ναός Θεού», αν γίνει μέλος του θεανθρώπινου σώματος της Εκκλησίας του Χριστού. Αν γίνει μέλος, τότε το Πνεύμα το Άγιο κατοικεί σ’ αυτόν. Και μαζί με το Άγιο Πνεύμα ο Πατέρας και ο Υιός, η Αγία και αδιαίρετη Τριάδα!

Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο χριστιανός γίνεται ναός της Παναγίας Τριάδας, στον οποίο η θεία λατρεία του τριλαμπούς Θεού και Κυρίου επιτελείται αδιάκοπα. Αυτό αρχίζει με το άγιο Βάπτισμα. Το Άγιο Πνεύμα εγκαθίσταται στο βαπτισμένο χριστιανό και κατοικεί σ’ αυτόν μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ζωή του αληθινού χριστιανού είναι αιώνια θεία λατρεία, υπηρεσία του ενός εν Τριάδι Θεού διά του Αγίου Πνεύματος.

Ο πνευματοφόρος Απόστολος (ο Παύλος) γράφει στους Κορινθίους: «ουκ οϊδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστίν, ου έχετε από Θεού: …υμείς γαρ ναός Θεού έστε ζώντος».

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Υπόδειγμα Ορθόδοξης Ναοδομίας, κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης»

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιανουαρίου, 2015

Με αφορμή το ομότιτλο βιβλίο του αρχιτέκτονα Βασίλη Αν. Χαρίση

του Βασιλείου Βούκλιζα, Τοπογράφου-Μηχανικού

Ένα  πολύ ενδιαφέρον βιβλίο είναι  του αρχιτέκτονα Βασίλη Αν. Χαρίση με τίτλο «Υπόδειγμα Ορθόδοξης Ναοδομίας, κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης» (εκδ. Αρχείο Παραλειπομένων Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Ιστορίας, Αθήναι 2003). Ο κ. Χαρίσης μες στις σελίδες του βιβλίου του «ξανακτίζει» με τις επιστημονικές γνώσεις του και με την θεολογική βοήθεια του Αρχιμ. π. Παγκρατίου Μπρούσαλη, τον περικαλλή Ναό όπως τον είχε συλλάβει με τον θεολογικό του νου ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης και τον είχε περιγράψει σε επιστολή του προς τον επίσκοπο Ικονίου Αμφιλόχιο. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό.

*……………………………………………………………………………………………………………

Οι επιστολές των αγίων της Εκκλησίας είχαν πάντα μεγάλο θεολογικό ενδιαφέρον. Και αυτό γιατί είτε απευθυνόντουσαν σε επισκόπους, κληρικούς η μοναχούς, είτε σε πνευματικά τους παιδιά η σε οποιονδήποτε ζητούσε την συμβουλή και την γνώμη τους πάντα ο λόγος τους ήταν (και είναι) καθοδηγητικός, νουθετικός, ελεγκτικός με «απαλότητα» και διάκριση, παρακλητικός κλπ. Ένας λόγος που πολλές φορές αρκείται σε ένα και μόνο ρήμα της Αγίας Γραφής για να δημιουργήση αναλύοντάς το και ολόκληρα βιβλία. Άλλωστε, αν η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη αποτελούν τον νόμο, τα κείμενα των αγίων Πατέρων είναι κατά τρόπο τινά οι ερμηνευτικές του εγκύκλιοι.

Περί τα τέλη του 4ου μ.Χ. αιώνα ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης έστειλε προς τον επίσκοπο Αμφιλόχιο μια επιστολή στην οποία εκθέτει τις απόψεις του για έναν τύπο ναού που θα κατασκευαζόταν στο Ικόνιο –περιοχή επισκοπής του Αμφιλοχίου.

Πρόκειται για μια μικρή σε έκταση επιστολή που εντυπωσιάζει για το λεπτομερές αρχιτεκτονικό της περιεχόμενο που στηρίζεται σε θεολογικό υπόβαθρο. Εδώ παραθέτουμε το «αρχιτεκτονικό» τμήμα της επιστολής. Ολόκληρη η επιστολή βρίσκεται σε μετάφραση του αρχιμανδρίτη Παγκρατίου Μπρούσαλη στις σελ. 22-29 του βιβλίου. Αποσπάσματα δε αυτής σχολιάζονται παρακάτω.

«Το σχήμα του ναού είναι σταυρός που σχηματίζεται, όπως είναι φυσικό, από τέσσερις ξεχωριστούς οίκους. Και όπως βλέπουμε σε όλους τους σταυροειδείς ναούς οι συμβολές των χώρων αυτών ενώνονται μεταξύ τους. Στη μέση του σταυρού υπάρχει κύκλος, μετασχηματισμένος σε οκτώ γωνίες. Ονομάζω κύκλο το οκτάγωνο σχήμα, επειδή διαγράφει νοητή περιφέρεια, ώστε οι τέσσερις πλευρές του οκταγώνου, οι οποίες βρίσκονται διαμετρικά απέναντι η μία από την άλλη, να συνδέουν με αψίδες τους παρακείμενους τέσσερις οίκους με τον κεντρικό κύκλο. Οι άλλες τέσσερις πλευρές του οκταγώνου, οι οποίες εκτείνονται μεταξύ των τετραγώνων οίκων, δεν συνεχίζουν να προεκτείνονται και αυτές, ώστε να σχηματίζουν ιδιαίτερους χώρους, αλλά κάθε μία από αυτές θα είναι ημικύκλιο που αναπτύσσεται προς τα άνω κοχλιοειδώς και θα στηρίζεται πάνω σε αψίδα. Και εδώ θα είναι οκτώ όλες οι αψίδες, με τις οποίες εκ παραλλήλου τα τετράγωνα και τα ημικύκλια θα συνδέονται με τον μεσαίο χώρο. Μεταξύ δε των διαγωνίων πεσσών θα στηθούν ισάριθμοι κίονες για λόγους αισθητικής αλλά και αντοχής. Και αυτοί οι κίονες θα έχουν από πάνω τους αψίδες, που θα κατασκευαστούν συγχρόνως με τις εξωτερικές.

Πάνω από αυτές τις οκτώ αψίδες, για λόγους συμμετρίας με τα υπερκείμενα παράθυρα, θα ανυψωθή ο οκταγωνικός χώρος σε τέσσερις πήχεις επί πλέον, ώστε το σχήμα ανάπτυξης της οροφής του να είναι τρούλος κωνοειδούς μορφής με πλατιά βάση η οποία θα καταλήγη σε οξεία σφήνα. Οι διαστάσεις κάθε ορθογωνικού οίκου θα είναι οκτώ πήχεις κατά το πλάτος και μιάμιση φορά μεγαλύτερες κατά το μήκος, και το ύψος θα είναι όσο η αναλογία ως προς το πλάτος απαιτεί. Οι ίδιες διαστάσεις θα διατηρηθούν και για τα ημικύκλια. Επίσης το συνολικό διάστημα μεταξύ των πεσσών θα εκτείνεται σε οκτώ πήχεις και το πλάτος θα καθορισθή από την περιφέρεια που θα διαγράψη ο διαβήτης με κέντρο το μέσο της πλευράς και φθάνοντας στο άκρο της. Και αυτών το ύψος θα είναι όσο η αναλογία ως προς το πλάτος απαιτεί. Το πάχος του τοίχου εξωτερικά των διαστάσεων που μετρήθηκαν στο εσωτερικό θα είναι τρία πόδια και θα περιβάλλη όλο το έργο».

Στο δεύτερο μέρος της επιστολής ο άγιος Γρηγόριος φαίνεται ότι έχει διερευνήσει λεπτομερώς –και σύμφωνα με την ιδέα που έχει για το ναό– τις παραμέτρους της κατασκευής ως προς τα υλικά, την δαπάνη, τον χρονικό προγραμματισμό και εκθέτοντάς τες προς τον Αμφιλόχιο του ζητά να συνεκτιμήση τον αριθμό των εργατών που θα στείλη, ώστε να μην είναι λιγότεροι ούτε περισσότεροι από τους απαιτούμενους και σε συνεργασία με τους ντόπιους να τελειώσουν την κατασκευή στο συντομότερο χρόνο και με το μικρότερο κόστος.

Στο πρώτο μέρος της επιστολής ο άγιος δίνει με τόση ακρίβεια τα κατασκευαστικά στοιχεία του ναού, σαν να τον είχε μπροστά του η να έβλεπε σχεδιαγράμματα. Όμως σχέδιο του ναού δεν υπήρχε. Γιατί αν υπήρχε, θα το έστελνε συνημμένο με την επιστολή η θα το ανέφερε. Βέβαια είχε υπ’ όψιν του κάποιους ναούς – προσκυνήματα που είχε επισκεφθή, ο τύπος όμως που πρότεινε διέφερε από αυτούς• ήταν μια πρωτότυπη σύλληψη.

Όταν λοιπόν η ακρίβεια της περιγραφής είναι τέτοια ώστε να λέη «οι διαστάσεις κάθε ορθογωνικού οίκου θα είναι οκτώ πήχεις κατά το πλάτος και μιάμιση φορά μεγαλύτερες κατά το μήκος και το ύψος θα είναι όσο η αναλογία ως προς το πλάτος απαιτεί. Επίσης το συνολικό διάστημα μεταξύ των πεσσών θα εκτείνεται σε οκτώ πήχεις και το πλάτος θα καθορισθή από την περιφέρεια που θα διαγράψη ο διαβήτης με κέντρο το μέσο της πλευράς και φθάνοντας στο άκρο της», και αναλογιζόμενοι ότι έχουμε να κάνουμε με έναν από τους μεγίστους Πατέρες της Εκκλησίας μας, μάλλον οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η ιδέα του ναού ήταν για τον άγιο προϊόν φώτισης.

Συνδέεται όμως και με την θεολογία του αγίου σύμφωνα με την οποία ο ναός είναι σύμβολο θεοφανείας. Ένας κτιστός χώρος που θα είχε την ικανότητα να «χωρέση τον Αχώρητον».

Η εποχή που γράφτηκε η επιστολή (τέλος 4ου μ.Χ αιώνα) ήταν έντονη για την Εκκλησία. Από την μία είχε να αντιμετωπίση την ειδωλολατρική θρησκεία, που δεν είχε ακόμα εκλείψει, και από την άλλη τις αιρέσεις που αναφύονταν στο εσωτερικό της. Ήταν επίσης εποχή Οικουμενικών Συνόδων στις οποίες διατυπώθηκε το Σύμβολο της Πίστεως. Σε όλα τα παραπάνω συμμετείχε ενεργά ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που η Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδος να τον αποκαλέση «Πατέρα Πατέρων».

Επομένως, σύμφωνα με την ανάλυση του συγγραφέα, στην νοητική σύλληψη του Αγίου για τον ναό ο όρος «Πατέρα παντοκράτορα» σημαίνει την ανάγκη να υπάρχη ένα κυρίαρχο σημείο αναφοράς, επιβλητικό, που θα δηλώνη κάλυψη προστασίας και αγάπης. Σχεδιαστικά λοιπόν αυτό το στοιχείο πρέπει να κυριαρχή, άρα να βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο, να αποτελή σκέπη – «αγκάλισμα» και γι’ αυτό σκέπτεται την κάλυψη του χώρου με μια δεσπόζουσα κοίλη οροφή.

Οι όροι «Έναν Κύριον Ιησού Χριστόν» ως «Φως εκ Φωτός, κατελθόντα, αναστάντα και πάλιν ερχόμενον» σημαίνουν την ανάγκη να υπάρχη μια κυρίαρχη πηγή φωτός σε θέση όπου το φως θα έρχεται από ψηλά και θα επανέρχεται. Και εφ’ όσον το φως συμβολίζει τον αναστάντα Χριστό η φωτεινή αυτή πηγή θα στέλνη το φως στα κάτω, ώστε αυτά να έλκονται άνω εις ανά-στασιν.

Ο όρος «Πνεύμα, ζωοποιόν εκ του Πατρός εκπορευόμενον» δηλώνει πως το φως θα έρχεται από το κυρίαρχο σημείο της οροφής, όπου βρίσκεται η θέση του «Πατέρα» και μάλιστα ως φως ήπιο, θερμό, «Ιλαρόν».

Ο όρος «ανάστασιν νεκρών» σχεδιαστικά σημαίνει να λειτουργή μια αισθητική έλξις από την κάτω στάση των «νεκρών», που είναι θέση ενός ψυχρού και σκοτεινού χώρου, προς την άνω στάση την ανά-σταση, στην θέση ενός χώρου ζωής, άρα χώρου θερμού και φωτεινού.

Επίσης ο όρος «Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών», που σημαίνει πράξη άπειρης αγάπης, υπαγορεύει την σχεδιαστική υποχρέωση ο κτιστός χώρος ως «θυσιαστήριο» του «Σταυρωθέντος» να διαθέτη τέτοιο ύφος που θα εκφαίνη την αίσθηση αυτής της άπειρης αγάπης.

Όλα τα παραπάνω όριζαν τις θεολογικές «προδιαγραφές» μιας ορθόδοξης άποψης που κάνει τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης να υποστηρίζη ότι ο ναός έπρεπε να αποτελή χώρο που να λειτουργή συγκινησιακά, με τρόπο ώστε να υπηρετή έναν συγκεκριμένο λόγο.

Η πρόκληση για τον συγγραφέα του βιβλίου ήταν ότι οι τεχνικές πληροφορίες που αναφέρονται στην επιστολή με συγκεκριμένες διαστάσεις και στοιχεία και γενικότερα η σαφήνεια της περιγραφής μπορούσε να αποδώση σε σχέδια την αρχιτεκτονική μορφή του ναού με ικανοποιητική ακρίβεια.

Έτσι στις πάνω από διακόσιες σελίδες του βιβλίου ξεκινώντας από κατόψεις και τομές, και τα γενικότερα αρχιτεκτονικά σχέδια, αναλύει τα τεχνικά στοιχεία, τα υλικά και τον τρόπο κατασκευής, την στατική επάρκεια του προκύπτοντος ναού, συνεχίζει με τον προϋπολογισμό, τον χρονικό προγραμματισμό και την συμφωνία ανάθεσης του έργου για να καταλήξη σε αισθητικές παραμέτρους που αφορούν μορφές, κλίμακες, φως, ήχο, σύμβολα. Όλα αυτά τα τεκμηριώνει και τα παρουσιάζει και με σχέδια μερικά εκ των οποίων παραθέτουμε και εδώ.

Δεν γνωρίζουμε αν τελικά ο συγκεκριμένος ναός κατασκευάσθηκε και αν έμοιαζε αρκετά με αυτόν που παρουσιάζει ο κ. Β. Χαρίσης. Δεν γνωρίζουμε αν τέλος πάντων πήγαν οι τεχνίτες και αν έφτασαν και τα χρήματα για την πληρωμή τους, αφού, όπως λέγει με χιούμορ ο άγιος, «το χρήμα και ο πλούτος, ενάντια του οποίου τόσες φορές έχω καταφερθεί, τελικά απομακρύνθηκε από εμέ όσο γινόταν πιο μακριά, επειδή πιστεύω ότι μίσησε τη συνεχή εναντίον του καταφορά μου και διαχώρισε με ένα χάσμα αγεφύρωτο, δηλαδή τη φτώχεια, τον εαυτόν του από εμέ, ώστε ούτε αυτός να φθάνη σ’ εμάς, ούτε εμείς να διαβαίνουμε προς εκείνον».

Ας μείνουμε στο γεγονός ότι η θεολογία που αναπτύχθηκε στον 4ο μ.Χ. αιώνα ενέπνευσε στον άγιο Γρηγόριο την ιδέα ενός τύπου ναού να την εκφράζη και στις ημέρες μας ένα σύγχρονο αρχιτέκτονα να απεικονίση την ιδέα αυτή.–

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο θάνατος τών νηπίων και η σωτηρία τους-Γιατί ο Θεός το επιτρέπει;-Του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης.

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιανουαρίου, 2015

Gregory_of_Nyssa

Πολλοί αναρωτιούνται για το λόγο που ο Θεός επιτρέπει το θάνατο νηπίων, καθώς είναι τόσο αθώα για να υποστούν κάτι τέτοιο τόσο πρόωρα! Και τέτοιες απορίες είναι λογικές όταν έχουμε προσηλωμένο το βλέμμα μας στον παρόντα αιώνα ΜΟΝΟ. Αν όμως πάψουμε να βλέπουμε τα πράγματα τόσο υλιστικά, και αναλογιστούμε ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά ένα μόνο στάδιο στην αιώνια πορεία τών αθανάτων ψυχών μας, όλες σχεδόν οι απορίες λύνονται…

Πηγήhttp://www.oodegr.com/oode/swthria/nipia2.htm

Τα παρακάτω, αποτελούν απόσπασμα από το βιβλίο: «Η Ζωή μετά τον Θάνατο» του Σεβ. Ι. Βλάχου, σελ. 101 – 116.

Το θέμα αυτό, όπως το ανέπτυξε o Άγιος Γρηγόριος Νύσσης και όπως θα το παρουσιάσουμε στην συνέχεια, έχει σχέση με τον θάνατο και τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα, γιατί, αφ’ ενός μεν θα συγκεφαλαίωση τις βασικές θέσεις της διδασκαλίας των Πατέρων για τον χωρισμό τής ψυχής από το σώμα, αφετέρου δε, θα τονιστούν μερικές άλλες ενδιαφέρουσες πλευρές που μας απασχολούν.

Η μικρή πραγματεία του  αγίου Γρηγορίου Νύσσης με τίτλο «περί των νηπίων προ ώρας αφαρπαζομένων», δηλαδή για  τα  νήπια τα όποια αρπάζονται πρόωρα από την ζωή, πριν γευθούν την ζωή, για την οποία γεννήθηκαν, προοριζόταν για  τον Κυβερνήτη τής Καππαδοκίας Ιέριο, o όποιος έθεσε το ερώτημα «τι χρη γινώσκειν περί των προ ώρας αφαρπαζομένων, εφ’ ων μικρού δειν η γένεσις τω θανάτω συναπτεται». Ο Ιέριος ρωτούσε τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης τι πρέπει  να  γνωρίζουμε για  όσους φεύγουν πολύ νωρίς από την ζωή, στους οποίους συνάπτεται o θάνατος με την γέννηση τους [Βλ. Γρηγορίου Νύσσης έργα, 8 ΕΠΕ, σελ. 438 και έξης].

Αρχίζοντας o Άγιος Γρηγόριος Νύσσης την διαπραγμάτευση  αυτού  του θέματος, βρίσκει την ευκαιρία  να  επαινέσει με ωραίους λόγους τον άρχοντα, που τον αποκαλεί «άριστο» και «τιμία κεφαλή». Πέραν  από  του  να  είναι εκφράσεις ευγενείας και προσηγορίας, φαίνεται  από  την εισαγωγή του έργου ότι o Κυβερνήτης της Καππαδοκίας είχε πολλά προσόντα και χαρίσματα, αφού διακρινόταν για  την αδιαφορία του προς την υλική περιουσία, αλλά και για  το ενδιαφέρον του για  τις ψυχές των ανθρώπων, που τις είχε στο θησαυροφυλάκιο της αγάπης. Δηλαδή, και αγαπούσε τον λαό, αλλά και δεν διακρινόταν για  ιδιοτέλεια.

Επίσης,  από  την εισαγωγή του  κειμένου φαίνεται ότι τον καιρό εκείνο που συνέγραψε την πραγματεία αυτή o Άγιος Γρηγόριος Νύσσης βρισκόταν σε προχωρημένη ηλικία. Παρομοιάζει τον εαυτό του σαν το γέρικο άλογο, πού μένει έξω  από  το στάδιο των αγωνισμάτων. Όμως δηλώνει ότι θα εντείνει την προσοχή του για να  ανταποκριθεί στην παράκληση του Κυβερνήτη.

Ο Ιέριος μαζί με όλα τα  άλλα χαρίσματα του είχε και το χάρισμα  να ζητά  να  πληροφορηθεί για  τα έργα της θείας οικονομίας και ρωτούσε, γιατί του ενός παρατείνεται η ζωή μέχρι τα  γηρατειά και του άλλου τελειώνει μόλις εισέρχεται στην ζωή.

Το πρόβλημα στην πραγματικότητα είναι υπαρξιακό. o Άγιος Γρηγόριος το θέτει πάρα πολύ ωραία. O άνθρωπος με την γέννηση του ήλθε στην ζωή, ανάπνευσε τον αέρα, συνδέθηκε με το κλάμα, οι θρήνοι αποτέλεσαν την αρχή της ζωής του, και πριν ακόμη στερεωθούν οι αρθρώσεις, τρυφερός καθώς είναι, πεθαίνει είτε γιατί τον άφησαν έκθετο ως βρέφος, είτε γιατί πνίγεται, είτε γιατί έπαυσε απότομα  να  ζει από κάποια ασθένεια. Μαζί με αυτό το γεγονός τίθεται και το ερώτημα αν η «ψυχή του νηπίου θα κριθεί  από  τον Κριτή όπως οι άλλοι άνθρωποι, αν θα λάβει ανταμοιβή, δροσιζομένη με την δρόσο της ευλογίας ή αν θα κατακαεί με το καθάρσιο πυρ. Και αυτός o προβληματισμός προκύπτει επειδή το νήπιο δεν έκανε τίποτε στην ζωή του, ούτε κακό ούτε καλό. Γιατί όπου δεν υπάρχει δόση, δεν υπάρχει και αντίδοση. Επομένως, επειδή στα νήπια δεν υπάρχει πράξη και προαίρεση, γι’ αυτό δεν υπάρχει λόγος  να  κερδίσουν αυτό που ελπίζουμε. Αν παρά ταύτα το νήπιο εισέλθει στην Βασιλεία του  Θεού, τότε βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από εκείνους πού έζησαν και πόνεσαν στην ζωή τους. Με ένα τέτοιο σκεπτικό είναι καλύτερα κανείς  να  μη ζει πολύ.

Μετά την τοποθέτηση των ερωτημάτων και του  προβληματισμού προχωρεί διεξοδικά στην απάντηση. Βέβαια, από  την αρχή ομολογεί ότι αυτά τα  μεγάλα θέματα ανήκουν στις ανεξερεύνητες σκέψεις του Θεού, γι’ αυτό αναφωνεί με τον Απόστολο: «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού!  Ως ανεξερεύνητα τα  κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού.  Τις γαρ έγνω νουν Κυρίου;» (Α’ Κορ. 2/β΄ 1, 15). Ωστόσο όμως προχωρεί στην διαπραγμάτευση, γιατί πιστεύει στην θεία Χάρη που φωτίζει όσους την έχουν. Χωρίς να παρουσιάζει τις σκέψεις του ρητορικά, χρησιμοποιώντας αντιθετικούς λόγους, προχωρεί στην διαπραγμάτευση του  θέματος με μία λογική σειρά.

Το πρώτο που λέγει είναι ότι η ανθρώπινη φύση προέρχεται  από  τον Θεό. Άλλωστε, όλα τα  όντα έχουν την αιτία της προελεύσεως τους στον Θεό και όχι στον εαυτό τους. Η άκτιστη φύση, που ανήκει στον Θεό, υπερβαίνει κάθε έννοια διάστασης, δεν αυξάνεται ούτε μειώνεται και, βέβαια, υπερβαίνει κάθε ορισμό. Αντίθετα, η κτιστή φύση έχει την τρεπτότητα, δηλαδή, αυξάνεται και μειώνεται. Η ανθρώπινη φύση είναι σύνθετη, αφού αποτελείται  από  ετερογενή στοιχεία, το νοερό και αισθητό, και είναι έμψυχο ομοίωμα της θείας και υπερκείμενης δυνάμεως. Η νοερά φύση ανήκει στις αγγελικές και ασώματες δυνάμεις, οι οποίες κατοικούν στον υπερκόσμιο χώρο, γιατί αυτός o χώρος είναι o πιο κατάλληλος γι’; αυτήν την ασώματη φύση. Εδώ o Άγιος Γρηγόριος κάνει λόγο για  το σώμα των αγγέλων, που το ονομάζει «ουράνιο σώμα λεπτόν τε και κούφον και αεικίνητον», γιατί η νοερά φύση είναι λεπτή, καθαρά, αβαρής και ευκίνητη. «Αντίθετα, η αισθητή φύση δεν είναι ανάλογη με την νοερά. Γι’ αυτό o Θεός, για να μην είναι η γη άμοιρη και αποκληρωμένη  από  την νοερά φύση, δημιούργησε τον άνθρωπο, ώστε  να  ενωθούν στην φύση του το νοερό και αισθητό. Με άλλα λόγια, o άνθρωπος είναι περίληψη όλης της δημιουργίας, αφού αποτελείται  από  νοερό και αισθητό.

Το δεύτερο είναι ότι η δημιουργία του  ανθρώπου αποβλέπει στο να  δοξάζεται o Θεός μέσα σε όλη την κτίση, διά της νοεράς φύσεως. Όπως το σώμα συντηρείται στην ζωή με τις γήινες τροφές, ακριβώς γιατί είναι γήινο, έτσι υπάρχει και μία νοητή ζωή διά της οποίας συντηρείται η φύση μας. Όπως η είσοδος και η έξοδος της τροφής  από  το σώμα αφήνει μία δύναμη σε αυτό, έτσι και στο  νοερό δίνει ζωή η μετουσία του  όντως όντος.

Επομένως, η κατάλληλη ζωή στην νοερά φύση είναι η μετοχή του  Θεού. Για  κάθε πράγμα υπάρχει το κατάλληλο όργανο. Το κατάλληλο όργανο για την απόλαυση του φωτός είναι o οφθαλμός του  ανθρώπου και όχι το δάκτυλο ή κάποιο άλλο μέλος του  ανθρωπίνου σώματος. Έτσι, η όραση του Θεού γίνεται με το νοερό του  ανθρώπου. Η ζωή, λοιπόν, είναι μετουσία και μέθεξη του Θεού. Και, φυσικά, αυτή η μετουσία είναι η γνώση του Θεού,στον βαθμό που την χωρεί η ψυχή. Η άγνοια, βέβαια, του Θεού συνιστά την μη μετουσία του Θεού.

Η απομάκρυνση  από  την ζωή αυτή είναι πτώση και άγνοια. Μετά την πτώση του  ανθρώπου o Θεός κατεργάζεται μέσα μας την θεραπεία του  κακού. Κακό είναι  να  απομακρυνθεί κανείς από τον Θεό και να  μην έχει κοινωνία μαζί Του, ενώ αντίθετα η θεραπεία αυτού του κακού είναι να  επανέλθει πάλι στην ζωή και να απόκτηση κοινωνία με τον Θεό. Αγαθό, λοιπόν, είναι η θεραπεία του  νοερού της ψυχής, και, φυσικά, όποιος δεν αποβλέπει στο μυστήριο τού ευαγγελικού λόγου, αυτός αγνοεί τον τρόπο της θεραπείας.

Εκείνο που σημειώνει εδώ o Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, και νομίζω έχει μεγάλη σημασία, είναι ότι το κατάλληλο όργανο για να κοινωνήσει κανείς με τον Θεό είναι το νοερό της ψυχής. Δι’ αυτού μετέχει του Θεού και αποκτά την γνώση Του, πού είναι ζωή για  τον άνθρωπο. Επειδή, όμως, η πτώση είναι αλλοτρίωση από την ζωή και ασθένεια του ανθρώπου, πού συνιστά και την νέκρωση, γι’ αυτό απαιτείται θεραπεία του  νοερού τής ψυχής, ώστε να δει το Φως και να αποκτήσει μέθεξη Θεού.

Η ανθρώπινη φύση πλάσθηκε από τον Θεό για να ελπίζει σε αυτήν την ζωή και προς αυτήν φέρεται. Αυτός είναι, άλλωστε, o σκοπός τής δημιουργίας του  ανθρώπου,  να  ενωθεί με τον Θεό. Έτσι, η απόλαυση αυτής τής ζωής και η εκπλήρωση του  σκοπού του  ανθρώπου, που είναι η θέωση, δεν είναι αντίδοση και ανταμοιβή, αλλά φυσική κατάσταση. Καθώς επίσης η μη μετουσία του  Θεού δεν είναι τιμωρία, αλλά ασθένεια τής ψυχής του ανθρώπου και όλης του τής υπάρξεως.

Χρησιμοποιεί το παράδειγμα των οφθαλμών. Η δυνατότητα των οφθαλμών να  βλέπουν δεν είναι έπαθλο και βραβείο, αλλά φυσική κατάσταση του υγιούς οφθαλμού. Καθώς επίσης η αδυναμία μετοχής στην όραση δεν είναι καταδίκη και καρπός τιμωρίας, αλλά ασθένεια του ανθρώπου. Γι’ αυτόν τον λόγο η μακαρία ζωή είναι συμφυής και οικεία «τοις κεκαθαρμένοις τα  τής ψυχής αισθητήρια». Όσοι, όμως, έχουν ακάθαρτους πνευματικά οφθαλμούς, έχουν άγνοια του  Θεού, δεν μετέχουν του  Θεού και αυτό δεν είναι τιμωρία, αλλά φυσική κατάσταση τής ασθενείας του νοερού τής ψυχής.

Το τρίτο σημείο πού συνδέεται με τα  προηγούμενα είναι ότι το προσδοκώμενο αγαθό είναι οικείο κατά φύσιν στο ανθρώπινο γένος. Και, φυσικά, αυτή η απόλαυση, κατά έναν τρόπο, λέγεται ανταπόδοση. Η απόλαυση αυτής τής ζωής δεν είναι θέμα δικαιοσύνης, αλλά φυσική κατάσταση τής υγείας τής ψυχής. Αυτό λέγεται από την τοποθέτηση του ερωτήματος πώς θα κριθεί ή σε ποιους χώρους θα τοποθετηθεί το νήπιο, αφού δεν έκανε ούτε κακό ούτε καλό στην ζωή του. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης λέγει ότι το πρόβλημα δεν τίθεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, αφού δεν είναι υπόθεση δικαιοσύνης, αλλά φυσικής καταστάσεως τής υγείας ή τής ασθενείας τής ανθρώπινης φύσεως.

Αυτό μπορεί  να  κατανοηθεί με την χρήση ενός παραδείγματος. Αν υποτεθεί ότι δύο άνθρωποι υπέστησαν μία ασθένεια των οφθαλμών, και o ένας υπομένει την θεραπεία και όσα συνιστά η ιατρική επιστήμη, έστω κι αν είναι ενοχλητικά, ενώ o άλλος, όχι μόνον δεν δέχεται καμιά συμβουλή από τον γιατρό, αλλά και ζει ακρατώς, τότε o πρώτος, κατά φυσικό λόγο, θα απολαύσει το φως του, ενώ o δεύτερος, κατά φυσικό λόγο, θα στερηθεί το φως του.

Με αυτό το παράδειγμα φαίνεται καθαρά ότι ή απόλαυση της ζωής εκείνης είναι οικεία στην ανθρώπινη φύση, ενώ η νόσος της αγνοίας επικρατεί σε όσους ζουν κατά σάρκα. Ο ένας, θεραπεύοντας και καθαρίζοντας τους πνευματικούς του οφθαλμούς και ξεπλένοντας την άγνοια, που είναι ή ακαθαρσία του  διορατικού της ψυχής, επιτυγχάνει αυτήν την φυσική ζωή. Ο άλλος, αφού αποφεύγει την κάθαρση και ζει με τις απατηλές ηδονές, κάνει δυσθεράπευτη την νόσο, αποξενώνεται  από  το κατά φύσιν, βιώνει το παρά φύσιν και γίνεται αμέτοχος της φυσικής αυτής ζωής που είναι η κοινωνία με τον Θεό.

Εάν αυτή είναι η φυσική πορεία και η φυσική κατάληξη του  ανθρώπου, o οποίος ανάλογα με τον τρόπο τής ζωής του ή θεραπεύεται ή ασθενεί κατά τον οφθαλμό τής ψυχής, και βιώνει την ανάλογη ζωή, στο  νήπιο γίνεται κάπως διαφορετικά. Αφού δεν δέ­χθηκε  από  την αρχή την νόσο και δεν χρειάζεται να καθαρθεί και να θεραπευθεί, ζει στο κατά φύσιν και γι’ αυτό, καθώς είναι άπειρο στο  κακό, δεν εμποδίζεται  από  καμιά ψυχική ασθένεια  να  απολαύσει την μετουσία του Φωτός.

Ή διδασκαλία αυτή του αγίου Γρηγορίου Νύσσης μάς δίνει την ευκαιρία  να  υπογραμμίσουμε εδώ ότι η ψυχή του  ανθρώπου με την γέννηση του δεν είναι ακάθαρτη, αλλά καθαρή. Ο άνθρωπος  από  την γέννησή του βιώνει τον φωτισμό τού νοός. Γι’ αυτό βλέπουμε ότι και τα  νήπια ακόμη μπορούν να  έχουν νοερά προσευχή, ανάλογα, βέβαια, με τις εικόνες και παραστάσεις της ηλικίας τους. Ο άνθρωπος, όταν δημιουργείται, βρίσκεται στον φωτισμό του νοός. Έχουμε παρατηρήσει πολλές φορές ότι υπάρχουν νήπια τα  όποια προσεύχονται, ακόμη και στον ύπνο τους. Ένας αγιορείτης λέγει ότι, όταν μικρά παιδιά, έχοντας εστραμμένη την προσοχή τους κάπου, γελάνε χωρίς λόγο, σημαίνει ότι βλέπουν τον άγγελό τους. Αυτό πού γίνεται στην ζωή των αγίων, στους οποίους είναι κατά πάντα φυσικό να συνυπάρχουν με τους αγγέλους, γίνεται στα μικρά παιδιά.

Γι’ αυτό, η ορθόδοξη θεολογία δεν διδάσκει αυτό πού λέγει ή δυτική θεολογία, ότι o άνθρωπος κληρονομεί την ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος. Γιατί πιστεύουμε ότι o άνθρωπος με την γέννηση του έχει καθαρό νου, o νους του βρίσκεται στον φωτισμό, πού συνιστά το κατά φύσιν. Η κληρονόμηση του  προπατορικού αμαρτήματος, όπως λέγαμε σε άλλη ενότητα, έγκειται στο ότι το σώμα κληρονομεί την φθαρτότητα και την θνητότητα, η οποία με την πάροδο του  χρόνου, και καθώς μεγαλώνει το παιδί και αναπτύσσονται τα  πάθη, σκοτίζει το νοερό της ψυχής. Πραγματικά, τα  αναπτυσσόμενα πάθη, πού συνδέονται με την φθαρτοτητα και την θνητότητα, και o σκοτασμός του  περιβάλλοντος σκοτίζουν το νοερό της ψυχής των παιδιών.

Βέβαια, υπάρχει το πρόβλημα τι γίνεται με το άγιο Βάπτισμα. Δηλαδή, αφού τα  νήπια έχουν καθαρό νου, o οποίος βρίσκεται στον φωτισμό, και το νήπιο κάνει νοερά προσευχή, τότε γιατί τα βαπτίζουμε; Ή απάντηση, όπως φαίνεται σε όλη την πατερική παράδοση, είναι ότι διά τού αγίου Βαπτίσματος δεν απαλλασσόμαστε  από  την ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά εκκεντριζόμαστε στο Σώμα του  Χριστού, την Εκκλησία, και αποκτούμε την δυνατότητα  να  νικήσουμε τον θάνατο. Έτσι νοιώθουμε την βάπτιση των νηπίων. Τα βαπτίζουμε για να γίνουν μέλη της Εκκλησίας, μέλη του  Σώματος του Χριστού, ώστε  να  υπερβούν τον θάνατο, να  νικήσουν τους δερμάτινους χιτώνες, την φθορά και την θνητότητα. Καθώς, δηλαδή, μεγαλώνουν, οπότε θα σκοτίζεται o νους τους  από  τα  πάθη και τον σκοτασμό του  περιβάλλοντος,  να έχουν την δυνατότητα να νικήσουν τον θάνατο εν Χριστώ, να  υπερβούν τα  πάθη και  να  καθαρίσουν εκ νέου το νοερό της ψυχής.

Αν έτσι ενεργεί το βάπτισμα στα νήπια, σε αυτούς πού βαπτίζονται σε μεγάλη ηλικία, με την προετοιμασία για το Βάπτισμα, καθαρίζεται η καρδιά  από  τα  πάθη και στην συνέχεια λαμβάνει με το άγιο Χρίσμα τον φωτισμό του νοός. Πέρα  από  αυτά, με το άγιο Βάπτισμα εντάσσονται στην Εκκλησία και αποκτούν την δυνατότητα, ενωμένοι με τον Χριστό και κοινωνούντες των αχράντων μυστηρίων,  να  νικήσουν τον θάνατο και  να  φθάσουν στην θέωση. Ο βαθύτερος σκοπός του  βαπτίσματος τόσο στα νήπια όσο και στους ενήλικες, είναι  να  φθάσουν στην θέωση, που επιτυγχάνεται μόνον εν Χριστώ και εν τη Εκκλησία.

Επειδή αυτό το σημείο είναι αρκετά κρίσιμο, γι’ αυτό θα μού επιτραπεί να  αναφέρω τον λόγο του  αγίου Γρηγορίου Νύσσης, σχετικά με την καθαρότητα της ψυχής των νηπίων: «Το δε απειρόκακον νήπιον μηδεμιάς νόσου των τής ψυχής ομμάτων προς την του  φωτός μετουσίαν επιπροσθούσης, εν τω κατά φύσιν γίνεται, μη δεόμενον τής εκ του  καθαρθήναι υγιείας, ότι μηδέ την αρχήν την νόσον τη ψυχή παρεδέξατο». Ο νους του  νηπίου είναι καθαρός, δεν έχει ασθενήσει, διακρίνεται για  την υγεία και την φυσική κατάσταση, και γι’ αυτό δεν εμποδίζεται καθόλου προς την μετουσία του  Θείου Φωτός.

Πάντοτε o Άγιος Γρηγόριος Νύσσης χρησιμοποιεί παραδείγματα  από  την παρούσα ζωή για   να  εξηγήσει την ζωή πού αναμένουμε. Έτσι, λοιπόν, ισχυρίζεται ότι υπάρχει  μια αναλογία μεταξύ τού  τρόπου τής παρούσης ζωής και του  τρόπου τής μελλούσης. Όπως τα νήπια καταρχάς θηλάζουν και τρέφονται με το γάλα, στην συνέχεια όμως τρέφονται με άλλες τροφές, αφού η μια  τροφή διαδέχεται την άλλη, στον κατάλληλο καιρό, το ίδιο γίνεται και με την ψυχή. Μετέχει τής ζωής με την ανάλογη κάθε φορά τάξη και ακολουθία. Αυτό το λέγει o Απόστολος Παύλος, o οποίος στην αρχή πότιζε τους Κορινθίους με γάλα, έπειτα  σε  όσους συμπλήρωσαν το μέτρο τής νοητής ηλικίας, έδινε στερεά τροφή.

Υπάρχει μια διαφορά μεταξύ του νηπίου και του ωρίμου ανδρός στο τι ευχαριστεί τον καθένα. Ο άνδρας ευχαριστείται  από τις επιχειρήσεις που κάνει, από την κοινή αναγνώριση, από τα  δώρα και τις τιμές των άλλων, από  την οικογενειακή ζωή,  από  τις διασκεδάσεις, τα θεάματα, το κυνήγι, κ.λ.π. ενώ το νήπιο ευχαριστείται από το γάλα, την αγκαλιά τής παραμάνας, το ήρεμο λίκνισμα, πού φέρει τον γλυκό ύπνο.

Το ίδιο συμβαίνει και στην πνευματική ηλικία, εν σχέσει με τα  πνευματικά αγαθά. Όσοι ανάθρεψαν τις ψυχές τους από αυτήν την ζωή με τις αρετές, κατά την μέλλουσα ζωή θα απολαύσουν την θεία τρυφή, ανάλογα με την έξη πού απέκτησαν  από  αυτήν την ζωή. Η ψυχή, όμως, πού δεν έχει γευθεί την αρετή, αλλά ούτε νοσεί και κατά την κακία, μπορεί και αυτή να μετέχει του αγαθού, σε βαθμό πού μπορεί να χωρέσει τα αιώνια αγαθά, δυναμουμένη  από την θεωρία του όντος.

Έτσι τα νήπια, καίτοι είναι άπειρα στην κακία, εν τούτοις θα μετέχουν της θείας γνώσεως, του Θείου Φωτός, δυναμούμενα από την θεωρία τού Θεού, από την Θεία Του Χάρη, Και, φυσικά, με την θεωρία τού Θεού θα προχωρούν προς την τελειότερη γνώση. Άλλωστε, o Θεός εμφανίζεται  σε  όλους «τοσούτον εαυτόν διδούς, όσον το υποκείμενον δέχεται».

Η σκέψη του αγίου Γρηγορίου Νύσσης είναι ότι η ψυχή από την φύση της φέρεται προς το αγαθό, προς την μετουσία του Θείου Φωτός. Ο άνθρωπος, ανάλογα με την δεκτικότητα του, δέχεται την Θεία Χάρη και τον θείο πλουτισμό. Αυτό είναι ανεξάρτητο  από την σωματική ηλικία που βρίσκεται o άνθρωπος και από την πληθώρα ή την ανυπαρξία των αρετών. Μέσα  σε  αυτήν την προοπτική πρέπει κανείς  να  βλέπει την μελλοντική κατάσταση του  ανθρώπου και όχι να συγκρίνει τον βίο της αρετής ενός ωρίμου ανθρώπου με τον βίο του  νηπίου και αώρου ανθρώπου. Εκείνος πού επιχειρεί  μια τέτοια σύγκριση «άωρος o τοιούτος έστι», δηλαδή είναι o ίδιος ανώριμος, γιατί δείχνει ότι δεν έχει θεολογικά επιχειρήματα.

Το τέταρτο σημείο πού αναλύει o Άγιος Γρηγόριος είναι το, γιατί o Θεός επιτρέπει  να  πεθάνει το νήπιο  σε  τέτοια ηλικία. Αφού προηγουμένως ανέλυσε ότι για  την μετουσία του  Θείου Φωτός δεν παίζουν μεγάλο ρόλο τα  χρόνια πού θα ζήσουμε στην ζωή, στην συνέχεια αναπτύσσει γιατί o Θεός επιτρέπει την σύντομη έξοδο  από  την ζωή αυτή. Απαντώντας αυτό ερώτημα αυτό λέγει ότι δεν μπορεί κανείς  να  ενοχοποίηση τον Θεό στις περιπτώσεις πού γυναίκες φονεύουν τα  παιδιά πού γεννούν, λόγω παράνομης κυήσεως. Τις περιπτώσεις όμως πού τα  νήπια φεύγουν  από  τον κόσμο αυτό  από κάποια ασθένεια, καίτοι εκδηλώθηκε η φροντίδα και οι προσευχές των γονέων, πρέπει να τις δούμε μέσα στην Πρόνοια του Θεού. Γιατί τέλεια πρόνοια είναι εκείνη που δεν θεραπεύει απλώς τα  πάθη πού έχουν συμβεί, αλλά προστατεύει τον άνθρωπο  να  μη γευθεί και εκείνα που πρόκειται  να  γίνουν στο μέλλον. Όποιος γνωρίζει το μέλλον, όπως συμβαίνει με τον Θεό, είναι φυσικό  να  εμποδίζει το νήπιο να αυξηθεί σε ηλικία, ώστε να  μην ολοκληρωθεί στο κακό.

Έτσι στις τελευταίες περιπτώσεις o Θεός δεν επιτρέπει να ζήση το νήπιο, ακριβώς γιατί βλέπει το κακό μέλλον του. Και αυτό το κάνει o Θεός  από  αγάπη και φιλανθρωπία, χωρίς ουσιαστικά να του στερεί τίποτε  από  τα  μελλοντικά αγαθά, όπως είδαμε προηγουμένως.

Για  να  κάνη o Άγιος Γρηγόριος κατανοητή αυτήν την οικονομία τού Θεού χρησιμοποιεί ένα ωραίο και παραστατικό παράδειγμα. Ας υποτεθεί ότι υπάρχει ένα πλούσιο τραπέζι με πολλά ορεκτικά φαγητά. Και ακόμη ας υποτεθεί ότι υπάρχει ένας επιστάτης, o όποιος γνωρίζει αφενός μεν τις ιδιότητες κάθε φαγητού, ποιο είναι βλαβερό και ακατάλληλο και ποιο είναι κατάλληλο για βρώση, αφετέρου δε γνωρίζει πολύ καλά την ιδιοσυγκρασία του κάθε συνδαιτυμώνος. Ας υποτεθεί ακόμη ότι αυτός o επιστάτης έχει απόλυτη εξουσία να αφήνει κάποιον να τρώγει από τα φαγητά και άλλον να  εμποδίζει, ώστε o καθένας να τρώγει αυτό πού είναι κατάλληλο για την κράση του, και, επομένως, ούτε o άρρωστος να ταλαιπωρηθεί ούτε o υγιής να περιπέσει στην αηδία, λόγω της πληθώρας των φαγητών. Αν o επιστάτης διαπίστωση ότι κάποιος μέθυσε από το πολύ φαγητό και ποτό ή άλλος αρχίζει να μεθά, τον βγάζει έξω από τον συγκεκριμένο χώρο. Υπάρχει περίπτωση o άνθρωπος πού εξάγεται από τον χώρο εκείνο να στρέφεται εναντίον του επιστάτου, να τον κατηγορεί, ότι του στερεί τα αγαθά από φθόνο. Αν όμως δει προσεκτικά αυτούς που μένουν και υποφέρουν από εμετούς και πονοκεφάλους, λόγω της μέθης και εκφράζονται με άσχημα λόγια, τότε θα ευχαρίστηση τον επιστάτη, γιατί τον απομακρύνει  από  το πάθος της αμέτρου πλησμονής.

Το παράδειγμα αυτό προσαρμόζεται στην ανθρώπινη ζωή. Τραπέζι είναι o ανθρώπινος βίος, όπου υπάρχουν άφθονα φαγητά. Η ζωή, όμως, δεν είναι γλυκεία σαν το μέλι, αλλά έχει και διάφορες δυσάρεστες τροφές, όπως το αλάτι, το ξύδι, πού δυσκολεύουν τον ανθρώπινο βίο.

Άλλα φαγητά προκαλούν την έπαρση, άλλα κάνουν τους μετέχοντας  να  φθάσουν  σε  παραφορά,  να  χάσουν, δηλαδή, τα  μυαλά τους, και σε άλλους προκαλούν εμετό. Ο επιστάτης του  τραπεζιού αυτού, που είναι o Θεός, βγάζει γρήγορα έξω από το τραπέζι εκείνον πού συμπεριφέρθηκε σωστά, ώστε  να  μη γίνει όμοιος με εκείνους πού υποφέρουν  από  την αμετρία της απολαύσεως, λόγω της λαιμαργίας τους.

Έτσι, η Θεία Πρόνοια θεραπεύει τις ασθένειες πριν ακόμη εκδηλωθούν. Επειδή o Θεός με την προγνωστική του δύναμη γνωρίζει ότι το αρτιγέννητο θα κάνη κακή χρήση του  κόσμου όταν μεγαλώσει, γι’ αυτό το αποσπά  από  το συμπόσιο της ζωής. Το αρτιγέννητο νήπιο αποσπάται από την ζωή, ώστε να μην εξάσκηση την λαιμαργία του στο τραπέζι της ζωής αυτής. Και στο σημείο αυτό βλέπουμε την μεγάλη αγάπη και φι­λανθρωπία του  Θεού.

Το έκτο σημείο, πού είναι συνέχεια του  προηγουμένου, είναι το ερώτημα γιατί o Θεός κάνει διάκριση στην επιλογή, γιατί, δηλαδή, τον έναν τον αποσύρει προνοητικά, ενώ τον άλλον τον αφήνει  να  γίνει κακός, ώστε να ευχόμαστε να μην είχε γεννηθεί αυτός o άνθρωπος. Γιατί το μεν νήπιο παίρνεται προνοητικά από την ζωή αυτή, ενώ αφήνεται o πατέρας του, o όποιος πίνει στο συμπόσιο μέχρι τα γηρατειά του, σκορπίζοντας τόσο στον εαυτό του όσο και στους συμπότες του το πονηρό κατακάθι του; Απαντώντας στο ερώτημα αυτό λέγει ότι όσα θα πει είναι λόγος «τοις ευγνωμονεστέροις»,  σε  αυτούς, δηλαδή, που είναι ευγνώμονες στον Θεό. Και, φυσικά, είναι καλοδιάθετοι. Άλλωστε, αυτά συνιστούν μυστήρια τα όποια δεν μπορεί  να  κατανόηση η λογική του ανθρώπου, ακριβώς γιατί η «λογική» τού Θεού είναι διαφορετική από την λογική του  ανθρώπου.

Ισχυρίζεται o Άγιος Γρηγόριος ότι όσα οικονομεί o Θεός δεν είναι τυχαία και χωρίς λόγο. Ο Θεός είναι λόγος, σοφία, αρετή και αλήθεια και δεν θα δεχόταν τον άσχετο  από  την αρετή και την αλήθεια. Έτσι, άλλοτε, για τους λόγους πού αναφέραμε, αρπάζονται τα  νήπια νωρίς από την ζωή, και άλλοτε o Θεός επιτρέπει κάτι διαφορετικό, γιατί αποβλέπει  σε ένα καλύτερο σκοπό.

Επιτρέπεται και παραχωρείται από τον Θεό να παραμένουν και οι κακοί στην ζωή, ώστε να προέλθει κάποια ωφέλεια. Αναφερόμενος στην περίπτωση του Ισραηλιτικού λαού, λέγει ότι επέτρεψε o Θεός  να  παρουσιασθεί o Αιγύπτιος τύραννος για   να  παιδευθεί o Ισραηλιτικός λαός, καθώς επίσης απομάκρυνε από  την Αίγυπτο τον Ισραηλιτικό λαό, ώστε  να  μην ομοιάσει με τον αιγυπτιακό λαό και απόκτηση τις συνήθειες του. Επάνω στο αμόνι με τα  κτυπήματα και o σκληρότερος σίδηρος, πού δεν μαλακώνει στην φωτιά, μπορεί να λάβει την μορφή κάποιου χρήσιμου εργαλείου.

Επίσης αντιμετωπίζεται και ένα άλλο επιχείρημα. Υποστηρίζουν μερικοί ότι δεν απόλαυσαν όλοι στην ζωή αυτή τους καρπούς της μοχθηρίας, ούτε οι ενάρετοι ωφελήθηκαν  από  τους ίδρωτες της αρετής.  Σε  αυτό o Άγιος Γρηγόριος Νύσσης απαντά ότι και οι ενάρετοι στην άλλη ζωή θα χαρούν, αντιπαραβάλλοντας τα  δικά τους αγαθά με την απώλεια των καταδικασθέντων. Αυτό λέγεται από την άποψη ότι η αντιπαράθεση των αντιθέτων γίνεται «προσθήκη της ευφροσύνης και επίτασις τοις εναρέτοις». Βέβαια, δεν σημαίνει ότι χαίρονται για  την καταδίκη άλλων ανθρώπων, αλλά ευγνωμονούν τον Θεό για  την σωτηρία τους, αφού βιώνουν την μακαριότητα της αρετής, αντιπαρατιθέμενη στα δυσάρεστα τής αμαρτίας και των παθών.

Επομένως, τα  νήπια αφαρπάζονται πρόωρα  από  την ζωή με την οικονομία του Θεού, για   να  μην περιπέσουν σε  δεινότερα κακά. Αν, βέβαια, μερικά ζουν και γίνονται κακά, αυτό εξηγείται από άλλους λόγους, που βρίσκονται μέσα στην Πρόνοια και την σοφία του  Θεού*.

Οπωσδήποτε, κάποια ωφέλεια θα προέλθει, αφού o Θεός δεν κάνει τίποτε άνευ λόγου και σκοπού.

Το γεγονός είναι ότι τα  νήπια πού φεύγουν πρόωρα  από  την ζωή ούτε βρίσκονται σε αλγεινή κατάσταση ούτε εξισώνονται με αυτούς που αγωνίσθηκαν  να καθαρθούν με κάθε αρετή. Βρίσκονται μέσα στην Πρόνοια του  Θεού. Άλλωστε, η πορεία προς τον Θεό και η μετουσία του  άκτιστου Φωτός είναι φυσική κατά­σταση της ψυχής, και αυτήν δεν είναι δυνατόν  να  στερηθούν τα  νήπια, αφού με την δύναμη της θείας Χάριτος μπορούν  να  φθάσουν στην θέωση.

Μεταγραφή: Θωμάς Δρίτσας.

* Για παράδειγμα, θα μπορούσε κάποιος να διαφυλαχθεί στη ζωή, χάριν τών απογόνων του, που κατά την πρόβλεψη τού Θεού θα σώζονταν, ή θα έσωζαν άλλους. Ίσως κάποιου, χάριν τού κακού του παραδείγματος, που σε καλής προαίρεσης ανθρώπους, θα αποτελούσε αιτία και μέτρο αποφυγής τής κακίας. Ή άλλος θα μπορούσε κατά το τέλος τής ζωής του να έρθει σε μετάνοια και σωτηρία.

Πολλά ακόμα πιθανολογήματα θα μπορούσαμε να πούμε, τα οποία μόνο ο Θεός γνωρίζει πώς ακριβώς εφαρμόζονται στον κάθε άνθρωπο, σε συνάρτηση με τη δική του σωτηρία, ή τών συνανθρώπων του, πάντα προς το καλύτερο συμφέρον τού ιδίου ή τών πολλών

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ὁ ἱδρώτας… (Διδακτική ἱστορία)

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιανουαρίου, 2015

 Ένας υποτακτικός, νέος στην ηλικία και καταγόμενος από πλούσια οικογένεια, ανέβαζε από την θάλασσα μέχρι την καλύβα τους το φορτίο στην πλάτη.
Από τον πολύ κόπο σαν να δυσανασχέτησε. Παρακάλεσε λοιπόν τον γέροντά του να του επιτρέψει να χρησιμοποιεί υποζύγιο, για να ανεβοκατεβαίνει ο ίδιος και να μεταφέρει τα απαραίτητα. Ο γέροντας, γνωρίζοντας την αδυναμία του, του επέτρεψε να πάρει ένα για τον σκοπό αυτό.
Μία μέρα, καθώς ανέβαζε με το γαϊδουράκι το φορτίο του, σε μία στροφή, εκεί που είναι το δυσκολότερο σημείο του δρόμου (στο μονοπάτι προς μικρή Αγία Άννα στο Άγιο Όρος), εκεί ακριβώς βλέπει ένα λαμπροφορεμένο νέο να βαστάει στα χέρια του ένα σφουγγάρι, με το οποίο σκούπιζε τον ιδρώτα από το μέτωπο των διερχομένων πατέρων, και του θυμίαζε.
Πλησίασε κι αυτός και πρότεινε το μέτωπό του περιμένοντας να τον σκουπίσει. Αλλά ο νέος, αντί να σκουπίσει αυτόν, σκούπισε το μέτωπο του γαϊδάρου. Κι όταν ο μοναχός παραπονέθηκε, ο φαινόμενος νέος του είπε:
-Εγώ, αδελφέ, σκουπίζω, αρωματίζω και πληρώνω μόνο αυτούς που κοπιάζουν και ιδρώνουν, και όχι αυτούς που ζητούν ανέσεις εδώ.
Και όταν είπε αυτά έγινε άφαντος. Ύστερα από το μάθημα αυτό ο νέος μοναχός δεν μεταχειρίστηκε άλλη φορά το υποζύγιο, αλλά μετά χαράς μεγάλης μετέφερε κι αυτός το φορτίο του στην πλάτη, όπως και οι άλλοι πατέρες.
http://proskynitis.blogspot.gr/2015/01/blog-post_0.html

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ὁ σκύλος κοιμᾶται. Τώρα ἀγρυπνοῦν τά λάπτοπς.

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιανουαρίου, 2015

Ὁ σκύλος κοιμᾶται. Τώρα ἀγρυπνοῦν τά λάπτοπς.

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Βάπτιση στις προφητείες.

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2015

Απόσπασμα από τον λόγο του αγίου Γρηγορίου Νύσσης«Λόγος εις τα Φώτα», που βρίσκεται στην σειρά ΕΠΕ, τόμος 10, σελ. 387-391

Ας δούμε όμως τώρα τι είπαν και φώναξαν οι προφητείες. Ο Ησαίας φώναξε λέγοντας·«Λούσασθε, καθαροί γένεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών»Ο Δαβίδπάλι· «Προσέλθετε προς αυτόν και φωτίσθητε και τα πρόσωπα υμών ου μη κατισχυνθή». Ενώ ο Ιεζεκιήλ, γράφοντας σαφέστερα από τους δύο και πιο καθαρά, δίνει την καλή υπόσχεση· «Και ράνω εφ’ υμάς καθαρόν ύδωρ και καθαρισθήσεσθε από πασών των ακαθαρσιών υμών και από πάντων των ειδώλων υμών καθαριώ υμάς και δώσω υμίν καρδίαν καινήν και Πνεύμα καινόν δώσω υμίν και αφελώ την καρδίαν την λιθήνην εκ της σαρκός υμών και δώσω υμίν καρδίαν σαρκίνην και το Πνεύμα μου δώσω εν υμίν». Αλλά και ο Ζαχαρίας πολύ παραστατικά προφητεύει και για τον Ιησού ντυμένο με το ρυπαρό ιμάτιο της δουλικής δική μας σάρκας· ξεντύνοντάς τον όμως από το θλιβερό ρούχο του φορά την καθαρή και λαμπρή στολή, διδάσκοντάς μας με την εικόνα αυτήν, ότι όλοι εμείς με το βάπτισμα του Ιησού, αποθέτοντας τις αμαρτίες μας σαν φόρεμα φτωχικό και πολυμπαλλωμένο, φορούμε το ιερό και πανέμορφο φόρεμα της παλιγγενεσίας. Που έχει καταλληλότερη θέση κι εκείνος ο λόγος του Ησαία που απευθύνει στην έρημο,«ευφράνθητι έρημος διψώσα, αγαλλιάσθω έρημος και ανθείτω ως κρίνον, και εξανθήσει και αγαλλιάσεται τα έρημα του Ιορδάνου»; Είναι φανερό ότι δεν ευαγγελίζεται την ευφροσύνη σε τόπους άψυχους και αναίσθητους, αλλά με την έρημο κάνει μεταφορά στην ξηραμένη κι αμελημένη ψυχή, όπως ακριβώς κι ο Δαδίβ, όταν λέει, «Η ψυχή μου ως γη ανυδρός σοι». Και πάλι· «Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν τον ισχυρόν τον ζώντα». Και ο Κύριοςπάλι στο Ευαγγέλιο λέγει· «Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω», και προς την Σαμαρείτιδα· «Πας ο πίνων εκ του ύδατος τούτου διψήσει πάλιν, ος δ’ αν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήσει εις τον αιώνα». Και η τιμή του Καρμήλου, δηλαδή η χάρη του Πνεύματος, αποδίδεται στην ψυχή που μοιάζει με την έρημο. Επειδή δηλαδή ο Ηλίας ζούσε στον Κάρμηλο (και το βουνό έγινε ονομαστό και φημίστηκε χάρη στην αρετή εκείνου που κατοικούσε σ’ αυτό), ενώ ο Ιωάννης ο Βαπτιστής που ακτινοβολούσε το πνεύμα του Ηλία αγίαζε τον Ιορδάνη, γι’ αυτό ο προφήτης νομοθετούσε ότι η τιμή του Καρμήλου θα δοθεί στο ποτάμι. Ακόμη μετέφερε στο ποτάμι και τη δόξα του Λιβάνου από τη σύγκριση με τα ψηλά του δέντρα. Όπως δηλαδή εκείνος ο Λίβανος έχει σπουδαία αφορμή θαυμασμού αυτά τα δέντρα, που βλασταίνει και τρέφει, έτσι και ο Ιορδάνης δοξάζεται αναγεννώντας και βλασταίνοντας ανθρώπους στον Παράδεισο του Θεού. Τα δέντρα αυτά, κατά το λόγο των Ψαλμών, ανθούν πάντοτε και φουντώνουν από αρετές, τα φύλλα τους δεν πέφτουν και όταν ο Θεός δεχτεί στην ώρα του τον καρπό τους θα χαρεί σαν αγαθός φυτοκόμος που ευφραίνεται με τα ίδια του τα έργα. Ο θεσπέσιος πάλι Δαβίδπροφητεύοντας και για τη φωνή, που άφησε ο Πατέρας από τον ουρανό για τον Υιό που βαπτιζόταν, για να οδηγήσει όσους άκουαν στο φυσικό αξίωμα της θεότητας, ενώ ως τότε ήταν στραμμένοι στην αισθητή ευτέλεια του ανθρώπου, έγραψε στο γνωστό βιβλίο του·«Φωνή Κυρίου επί των υδάτων, φωνή Κυρίου εν μεγαλοπρέπεια». Αλλά στο σημείο αυτό πρέπει να σταματήσω τις μαρτυρίες από τις θείες Γραφές. Γιατί ο λόγος μπορεί να συνεχιστεί στο άπειρο, αν θέλει κανένας εκλέγοντας το καθένα να τα παραθέσει σ’ ένα βιβλίο.

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σπαράγματα αληθείας από τις επιστολές του Ιουλιανού.

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2015

Ο Ιουλιανός ο Αποστάτης, αν και καταφέρθηκε εναντίον της Εκκλησίας και της Χριστιανικής πίστεως, μιλώντας μάλιστα πολύ υποτιμητικά για αυτήν χαρακτηρίζοντάς την «αθεΐα», «ασέβεια», και τους Χριστιανούς «Γαλιλαίους», εντούτοις έγραψε και πράγματα που μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως απολογητικά στοιχεία υπέρ της. Τέτοια σπαράγματα αληθείας παρουσιάζονται παρακάτω, από τις επιστολές του. Έχουν αξία διότι προέρχονται από έναν αρνητή της πίστεως. Τα στοιχεία ελήφθησαν από τον τρίτο τόμο των «Απάντων του Ιουλιανού», από τις εκδόσεις Ζήτρος.

Η κλασσική αρχαία γραμματεία διδάσκονταν στην εποχή του Χριστιανικού Βυζαντινού Κράτους, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονται ψευδώς οι σημερινοί αρχαιολάτρες. Μάλιστα, ο Ιουλιανός θεωρούσε ότι δεν ήταν σωστό να διδάσκεται από χριστιανούς καθηγητές. Αυτό που ενδιαφέρει στο προκειμένω, είναι ότι έχουμε την σαφέστατη αναφορά από τον Ιουλιανό.
Στην επιστολή 61 [ep. 42] γράφει: «Κατά τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Δημοσθένη, τον Ηρόδοτο, τον Θουκιδίδη, τον Ισοκράτη και τον Λυσία οι θεοί είναι προστάτες κάθε μορφωτικής προσπάθειας. Δεν πίστευαν τον εαυτό τους αφιερωμένο άλλοι στον Ερμή και άλλοι στις Μούσες; Νομίζω ότι είναι άτοπο όσοι εξηγούν τα έργα τους να περιφρονούν τους θεούς που εκείνοι τιμούσαν. Ωστόσο, αν και θεωρώ ότι αυτό είναι άτοπο, δεν υποστηρίζω ότι πρέπει αυτοί να αλλάξουν γνώμη και να διδάσκουν τους νέους· τους αφήνω στην δυνατότητα επιλογής να μην διδάσκουν όσα θεωρούν ότι δεν είναι σημαντικά, αλλ’ αν θέλουν να διδάξουν, να διδάσκουν πρώτα και να προσπαθούν να πείσουν τους μαθητές τους ότι ούτε ο Όμηρος ούτε ο Ησίοδος ούτε κανείς απ’ όσους ερμηνεύουν, αφού τους κατηγόρησαν για ασέβεια, για αστοχασιά και για πλάνη στη γνώμη τους για τους θεούς» (σελ. 411).
Κατά την περιοδεία του στην Μ. Ασία επισκέφτηκε την Τροία, και ο Επίσκοπος Πήγασος (ο οποίος ήταν αρειανόφρονας) του έδειχνε τους αρχαιολογικούς χώρους, ο Ιουλιανός παρατήρησε ότι δεν έκανε το σημείο του σταυρού. Από τα λόγια του φαίνεται καθαρά ότι τόσο το σημείο του σταυρού όσο και η χρήση του ως συμβόλου ήταν κοινός τόπος μεταξύ των Χριστιανών.
Στην επιστολή 79 [ep. 78] γράφει: «Εκείνος με μεγάλη προθυμία με οδήγησε εκεί, μου άνοιξε τον ναό και, σαν να με χρησιμοποιούσε ως μάρτυρά, μου έδειξε με ακρίβεια όλα τα αγάλματα που ήταν σώα· και δεν έκανε τίποτε απ’ όσα συνηθίζουν να κάνουν εκείνοι οι ασεβείς, δηλαδή να σχεδιάζουν πάνω στο μέτωπό τους το σημείο της ασέβειας και δεν σφύριζε, όπως εκείνοι, σιγά- σιγά· διότι το πιο σημαντικό της θεολογίας τους είναι αυτά τα δύο, το σφύριγμα για τους δαίμονες και το να σχεδιάζουν στο μέτωπό τους τον σταυρό» (σελ. 455).
Πολύ σημαντική είναι η επιστολή του Ιουλιανού προς τον εθνικό αρχιερέα Αρσάκιο, όπου αναγνωρίζει τηνφιλανθρωπική δράση των Χριστιανών και την πτωτική πορεία της εθνικής θρησκείας. Μάλιστα, η πίστη είχε εισχωρήσει ακόμα και σε  οικογένειες εθνικών ιερέων.
«Νομίζουμε ότι αυτά αρκούν και δε βλέπουμε ότι εκείνα που αύξησαν προπαντών την αθεΐα είναι η φιλανθρωπία που δείχνουν προς τους ξένους, η μέριμνά τους για την ταφή των νεκρών και η προσωπική σοβαρότητα της ζωής τους;» (σελ. 497).
«Αυτούς ή φιλοτίμησέ τους ή πείσε τους να σοβαρευτούν ή καθαίρεσέ τους από το ιερατικό αξίωμά τους, αν δεν πηγαίνουν να προσεύχονται στους θεούς με τις γυναίκες, με τα παιδιά και με τους δούλους τους, αλλά ανέχονται να δείχνουν ασέβεια προς τους θεούς οι δούλοι τους ή οι γιοί τους ή οι Γαλιλαίες γυναίκες τους και να προτιμούν την αθεΐα από τη θεοσέβεια» (σελ. 497).
«Διότι είναι ντροπή, ενώ από τους Ιουδαίους  δεν επαιτεί κανείς και ενώ οι ασεβείς Γαλιλαίοι εκτός από τους δικούς τους τρέφουν και τους δικούς μας, οι δικοί μας φτωχοί να μην έχουν τη δική μας βοήθεια .[..] Λοιπόν ας μην αφήνουμε σε άλλους να κάνουν σαν ζηλωτές τα καλά μας έργα κι ας μην τα ντροπιάζουμε οι ίδιοι με τη ραθυμία μας, ή καλύτερα, ας μην εγκαταλείπουμε την ευλάβειά μας προς τους θεούς» (σελ. 499).
Σε άλλη επιστολή του (89b), αναφέρει: «Επειδή, κατά την γνώμη μου, έτυχε να παραβλέπονται και να παραμελούνται από τους ιερείς οι θεόφτωχοι, το παρατήρησαν οι ασεβείς Γαλιλαίοι και ανέλαβαν αυτή τη φιλανθρωπία και δυνάμωσαν τη χειρότερη επιχείρηση με την εντύπωση των σωστών ενεργειών τους [..] με τον ίδιο τρόπο άρχισαν και αυτοί με τη λεγόμενη από αυτούς αγάπη, φιλοξενία και διακονία της κοινής τράπεζας (όπως η πράξη, έτσι και η λέξη διακονία έχει διαφορετική σημασία) παρέσυραν πάρα πολλούς στην αθεΐα» (σελ. 557).
Η αδιαφορία των ανθρώπων για την εθνική θρησκεία (όσων δεν είχαν γίνει ακόμα χριστιανοί), εκφράζεται από τον Ιουλιανό και σε άλλη μια επιστολή του, προς τον εθνικό αρχιερέα Θεόδωρο: «[..] ενώ εμείς είμαστε τόσο αδιάφοροι απέναντι στους θεούς, ώστε έχουμε λησμονήσει τα πατροπαράδοτα [..]». (σελ. 519).
Όχι μόνο οι Χριστιανοί δεν κατέστρεψαν κλασσικά έργα τέχνης, αλλά τα διέσωσαν στα μοναστήρια. Σε αντίθεση με τον Ιουλιανό που σε επιστολή του προς τον έπαρχο της Αιγύπτου Εκδίκιο, εκφράζει την επιθυμία του να καταστρέψει την χριστιανική γραμματεία της εποχής του από την βιβλιοθήκη του αρειανόφρονα Γεωργίου του Καππαδόκη, μετά την δολοφονία του. «Εγώ από μικρό παιδί είχα σφοδρό πόθο να αποκτήσω βιβλία. Λοιπόν θα είναι άτοπο να βλέπω με αδιαφορία να τα σφετερίζονται άνθρωποι που δεν τους αρκεί το χρυσάφι, για να κορέσουν τη μεγάλη επιθυμία τους να πλουτίσουν, αλλ’ επιπλέον σκέφτονται να υπεξαιρέσουν εύκολα και αυτά. Κάνε μου λοιπόν μια προσωπική χάρη να βρεθούν όλα τα βιβλία του Γεωργίου. Πολλά από τα βιβλία του ήταν φιλοσοφικά, πολλά ρητορικά, πολλά ήταν  και της διδασκαλίας των ασεβών Γαλιλαίων· αυτά τα τελευταία θα ήθελα να τα εξαφανίσω εντελώς, αλλά για να μην  εξαφανισθούν μαζί τους τα πιο χρήσιμα, ας αναζητηθούν και αυτά με προσοχή» (σελ. 581).
Ο Ιουλιανός ομολογεί τους διωγμούς κατά των Χριστιανών που διέπραξε ο αρειανόφρονας Κωνστάντιος (ξάδελφος του Ιουλιανού): «Φανταζόμουν ότι οι αρχηγοί των Γαλιλαίων θα χρωστούσαν μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη σ’ εμένα παρά σ’ εκείνον που πήρε την εξουσία πριν από εμένα· διότι κατά την διάρκεια της βασιλείας εκείνου πολλοί από αυτούς εξορίστηκαν, καταδιώχτηκαν και φυλακίστηκαν [..]» (σελ. 599).
Επίσης, στην ίδια επιστολή, παραινεί τους εναπομείναντες οπαδούς της εθνικής θρησκείας να μην επιτίθενται κατά των Χριστιανών. «Και πάλι και πολλές φορές συμβουλεύω όσους είναι προσανατολισμένοι στην πραγματική θεοσέβεια να μη ζημιώνουν τα πλήθη των Γαλιλαίων, να μην κάνουν επιθέσεις εναντίον τους και να μην τους βρίζουν».

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΒΥΖΑΝΤΙΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΠΑΛΑΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΟΙΚΕΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2015

Οι άνθρωποι στη ζωή μας έχουμε ανάγκη να δώσουμε την καρδιά μας σε κάποιον ή κάποιους τους οποίους εμπιστευόμαστε και αγαπούμε. Είναι εκείνοι οι οποίοι έχουν αποδείξει το ενδιαφέρον τους για εμάς, έχουν μοιραστεί μαζί μας όχι μόνο τα συναισθήματα, αλλά και τις χαρές και τις λύπες μας, είναι εκείνοι τους οποίους αισθανόμαστε ότι είναι οι οικείοι μας, οι δικοί μας άνθρωποι. Πρωτίστως όμως αισθανόμαστε ως δικούς μας εκείνους με τους οποίους έχουμε φυσική συγγένεια. Προς τους γονείς μας και προς τα παιδιά μας αισθανόμαστε απέραντη οικειότητα, εμπιστοσύνη, αγάπη.Με όσους και να συνδεθούμε στη ζωή μας, δύσκολα η οικειότητα προς αυτούς μπορεί να αντιπαραβληθεί με την οικειότητα προς τους φυσικούς συγγενείς μας. Μόνο η αγάπη μπορεί να δημιουργήσει νέους δεσμούς, χωρίς να καταλύσει όμως ουσιαστικά τους παλαιότερους.
                Η επιθυμία και η βίωση της οικειότητας υπάρχει  διότι οι άνθρωποι έχουμε δημιουργηθεί κατ’ εικόνα Θεού και ομοίωσίν Του. Η σχέση αγάπης που υπάρχει ανάμεσα στα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και η οποία περιγράφεται με την φράση  «ο Θεός αγάπη εστί» (Α’ Ιωάν. 4,8), δωρίζεται σε εμάς τους ανθρώπους. Βεβαίως η αγάπη των Προσώπων της Αγίας Τριάδος είναι πλήρης, ανεξάντλητη, τελεία και δεν πηγάζει από  ανάγκη. Είναι δηλαδή συμπεπλεγμένη με την ελευθερία, η οποία και αυτή μας δωρήθηκε από τον Τριαδικό Θεό ως εξίσου πολύτιμο δώρο.  Εκ της φύσεως μας, εκ της θεϊκής μας καταγωγής,  οι άνθρωποι ελάβαμε και κληθήκαμε να πορευόμαστε στη ζωή μας ζώντας αυτό το μυστήριο της αγάπης και της ελευθερίας. Να είμαστε τέκνα Θεού και την ίδια στιγμή να στρεφόμαστε προς τους άλλους για να βιώνουμε την υιότητα και την αδελφοσύνη ως ευλογημένες δωρεές της αγάπης του Θεού. Γι’ αυτό και ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας διδάσκει:  «Ίδετε ποταπήν αγάπην δέδωκεν  ημίν ο Πατήρ ίνα τέκνα Θεού κληθώμεν. Δια τούτο ο κόσμος ου γινώσκει ημάς, ότι ουκ έγνω Αυτόν. Νυν τέκνα Θεού εσμέν, και ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα. Οίδαμεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα Αυτόν καθώς εστί. Και πας ο έχων ελπίδα ταύτην επ’ Αυτώ αγνίζει εαυτόν, καθώς Εκείνος αγνός εστί» (Α’ Ιωάν. 3, 1-3). Κοιτάξτε με πόση αγάπη μας αγάπησε ο Πατέρας! Η αγάπη Του είναι τόσο μεγάλη, ώστε να ονομαστούμε παιδιά του Θεού. Γι’ αυτό ο κόσμος δεν μας καταλαβαίνει, γιατί δε γνωρίζει το Θεό Πατέρα. Τώρα είμαστε παιδιά του Θεού. Τι πρόκειται να γίνουμε στο μέλλον  δεν έχει ακόμη φανερωθεί. Ξέρουμε όμως πως όταν ο Χριστός φανερωθεί στη δευτέρα Παρουσία Του, θα γίνουμε όμοιοι με Εκείνον, γιατί θα Τον δούμε όπως πραγματικά είναι. Όποιος λοιπόν με εμπιστοσύνη στο Χριστό έχει αυτή την ελπίδα, προετοιμάζεται. Καθαρίζει τον εαυτό του από την αμαρτία, έχοντας ως πρότυπό την καθαρότητα Εκείνου.
                Την πληρότητα της θεϊκής δόξας θα την βιώσουμε κατά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας. Όμως σε εορτές όπως τα Θεοφάνεια, βλέπουμε κατά τον πενιχρό τρόπο των αισθήσεών μας, και των σωματικών και των πνευματικών, τον τρόπο αυτής της δόξας. Διαπιστώνουμε ότι ο Θεός είναι Τριαδικός. Ο Χριστός βαπτίζεται στον Ιορδάνη έχοντας προσλάβει την ανθρώπινη φύση. Μολονότι Θεάνθρωπος δεν αρνείται τίποτε από τα ανθρώπινα, δίχα αμαρτίας. Το Άγιο Πνεύμα, εν είδει περιστεράς, έρχεται προς Αυτόν. Και ακούγεται η φωνή του Θεού Πατρός να λέει τόσο προς τον Πρόδρομο, όσο και προς τους παρευρισκομένους, αλλά και προς όλη την ανθρωπότητα: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ηυδόκησα» (Ματθ. 3,17). Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, Αυτός είναι ο εκλεκτός μου, σ’ Αυτόν ευαρεστούμαι.
 Με την φανέρωση αυτή αποκαλύπτεται το Μυστήριο της Αγάπης και της Ελευθερίας του τριαδικού Θεού. Η ελευθερία αποκαλύπτεται στην ύπαρξη τριών Προσώπων  με κοινές και διαφορετικές ιδιότητες, τα οποία συμπορεύονται και συνεμφανίζονται. Ο Πατήρ έχει Υιό. Υπάρχει μεταξύ τους η σχέση Πατρότητος και Υιότητος. Το Άγιο Πνεύμα είναι έτερο πρόσωπο σε σχέση με τον Πατέρα και τον Υιό. Ανακαινίζει και φωτίζει την κτίση, εκπληρώνοντας το θέλημα του Πατρός και δείχνει τον Υιό στους ανθρώπους. Ο Υιός γίνεται άνθρωπος, για να δώσει στους ανθρώπους την αγάπη του Θεού στην πληρότητά της, που είναι η ανακαίνιση της ανθρώπινης ύπαρξης από τη φθορά και το θάνατο. Και τα τρία Πρόσωπα φανερώνονται στον κόσμο, δείχνοντας την ενότητα, που πηγάζει από την ελευθερία και την αγάπη μεταξύ Τους. Και την ίδια στιγμή στη νέα ανθρωπότητα, στη νέα οικουμένη μετέχει σύμπασα η κτίση. Γι’ αυτό και ο Υιός εισέρχεται στον Ιορδάνη ποταμό. Τον αγγίζει ο έσχατος και κορυφαίος των προφητών, ένας άνθρωπος, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, στο πρόσωπο του οποίου φανερώνεται η ευλογία την οποία λαμβάνει όλη η ανθρωπότητα, να μπορεί να ψαύει τον Λυτρωτή Θεό. Να αγιάζεται μέσω της κοινωνίας μαζί του, γιατί εμείς, στο μυστήριο της Ευχαριστίας δεν αγγίζουμε απλώς τον Χριστό, αλλά καθιστάμεθα οικείοι Του, καθώς Εκείνος κατοικεί εντός της υπάρξεώς μας. Και την ίδια στιγμή να λαμβάνει την αγάπη Του ως μέγιστη δωρεά. Και τα νερά, ο ουρανός, τα πάντα λαμπαδοφεγγούν μετέχοντας στη χαρά του νέου ξεκινήματος.
Δεν υπάρχουν πλέον μυστικά ανάμεσα στο Θεό και τους ανθρώπους. Για το Θεό όλοι είμαστε παιδιά Του. Και την ίδια στιγμή καλούμαστε να ανταποκριθούμε στην κίνηση αυτή της οικειότητας που ο Θεός μας προσφέρει. Νικώντας την φθορά και τον θάνατο. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Ιορδάνης ποταμός πηγάζει από δύο πηγές, την Ιόρ και την Δαν, εξ ου και το όνομα «Ιορδάνης» και χύνεται στη Νεκρά θάλασσα. Αυτός ο ποταμός είναι τύπος του θνητού ανθρώπινου γένους, το οποίο, όπως ο Ιορδάνης, έχει δύο πηγές προέλευσης: τον Αδάμ και την Εύα, που με την επιλογή τους να χρησιμοποιήσουν την ελευθερία τους αρνούμενοι την αγάπη προς το Θεό και ακολουθώντας την οδό της θεοποίησης του εαυτού τους, κατέληξαν στο θάνατο, στην άβυσσο του Άδη, στη νεκρότητα. Σ’ αυτόν τον Ιορδάνη εισέρχεται ο Χριστός για να αναστρέψει την πορεία προς τη νέκρωση, την πορεία προς τη Νεκρά θάλασσα. Γι’ αυτό και ο Ιορδάνης «εστράφη εις τα οπίσω». Έτσι και το ανθρώπινο γένος, αν βαπτιστεί στο ύδωρ εν Πνεύματι Αγίω και εισέλθει στην Εκκλησία, επανερχόμενο ελεύθερα στην αγάπη και την κοινωνία με το Θεό, αναστρέφει την πορεία προς το θάνατο.  Οδηγείται στην ανάσταση και τη νέα ζωή που δίνει ο Χριστός.
Αν πιστεύουμε στον Τριαδικό Θεό, ξεκινά για μας μία οικειότητα, παλαιά και νέα. Η παλαιά έχει να κάνει με την αποδοχή εντός μας ότι είμαστε παιδιά του Θεού, όπως πλαστήκαμε εξ αρχής. Η νέα έχει να κάνει με τη νίκη κατά του θανάτου, στην οποία τα πάντα συμμετέχουν, στο Φως της Εκκλησίας στον παρόντα χρόνο και στο Φως της αιώνιας κοινωνίας με το Πρόσωπο του Χριστού, Τον Οποίο θα δούμε όπως ακριβώς είναι στην Δευτέρα Παρουσία.  Η παλαιά οικειότητα έχει να κάνει με την αγάπη προς εκείνους με τους οποίους συνδεόμαστε εξ φύσεως είτε επειδή έχουμε επιλέξει να τους αγαπούμε. Η νέα οικειότητα έχει να κάνει με το άνοιγμα της καρδιάς μας και της ζωής μας προς όλους τους ανθρώπους, εχθρούς και φίλους. Αυτό που ο κόσμος δεν μπόρεσε και ίσως δεν θα μπορέσει ποτέ να καταλάβει, διότι παραμένει στην κατάσταση του παλαιού Ιορδάνη. Πορεύεται χωρίς Θεό στη ζωή του. Μπορεί και εμείς να μην θέλουμε να εμπιστευθούμε, να οικειωθούμε, να αγαπήσουμε όλους τους ανθρώπους, παραμένοντας δέσμιοι του παλαιού ανθρώπου. Σύμπασα όμως η ζωή της Εκκλησίας, η οποία ξεκινά από το άγιο Βάπτισμα και τελειούται στην μετοχή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είναι ένας συνεχής αγώνας να ζήσουμε το μυστήριο της αγάπης και της ελευθερίας, το οποίο μας δωρήθηκε.
Αυτή ας είναι και η ευχή μας και ο αγώνας μας στην μεγάλη εορτή της του Κυρίου Θεοφανίας.
Κέρκυρα, 6 Ιανουαρίου 2014
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΤΟΙΜΑΣΑΤΕ ΤΗΝ ΟΔΟΝ ΚΥΡΙΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2015

 
     Οι άνθρωποι δεν έχουμε μάθει από καρδίας να αποδεχόμαστε προσταγές. Συνήθως θέλουμε εμείς να ελέγχουμε τον εαυτό μας και τη ζωή μας και θα προτιμούσαμε εμείς να είμαστε εκείνοι που προστάζουμε τους άλλους.  Η προσταγή άλλωστε έχει την έννοια ότι ο προστάζων είναι ο κύριος και ο προσταζόμενος ο διακονών, ο δούλος, ο υπηρέτης, ο υφιστάμενος. Οι περισσότεροι άνθρωποι εργάζονται στη ζωή τους για να έρθει εκείνη η ώρα στην οποία να μπορούν να είναι όχι απλώς κύριοι του εαυτού τους, αλλά να αποδεικνύουν την εξουσία τους δίδοντας προστάγματα και σε άλλους. Η εξουσία δεν συνδέεται συνήθως με την διακονία, αλλά με την κυριαρχία εις βάρος των άλλων. Και μετέρχονται ενίοτε οι άνθρωποι κάθε μέσο, προκειμένου να εξουσιάσουν. Ακόμη και το ψέμα.
Υπάρχει κι ένα άλλο είδος προσταγής, η οποία έχει να κάνει με την πνευματική πορεία του ανθρώπου. Είναι τα προστάγματα του Θεού, τα οποία έχουν την μορφή της προτροπής, της ελεύθερης πρόσκλησης στον άνθρωπο να ακολουθήσει έναν δρόμο αγάπης, αλήθειας και κοινωνίας. Γιατί αυτή ήταν, είναι και θα είναι η οδός του Κυρίου (Μάρκ. 1, 3). Όχι η οδός της εξουσίας, της τυφλής κυριαρχίας, η οποία αποσκοπεί στο να καθυποτάξει τον άνθρωπο σε έναν τρόπο που δεν λαμβάνει υπόψιν την ανθρώπινη προσωπικότητα και αποστραγγίζει την ανθρώπινη ελευθερία, αλλά μία οδός καλοσύνης, η οποία αποσκοπεί στο να δώσει στον άνθρωπο νόημα και σκοπό και, την ίδια στιγμή, αιωνιότητα. Μόνο που η αιωνιότητα δεν μένει στις προσταγές- προσκλήσεις καθ’  αυτές, αλλά γίνεται σύνδεση και κοινωνία με ένα πρόσωπο, αυτό του Χριστού.
Ο Χριστός δεν μας εξουσιάζει, αλλά μας αγιάζει. Δεν περιφρονεί την ελευθερία μας, αλλά την αναδεικνύει.  Δεν μας καλεί σε έναν δρόμο υποταγής και σκοταδισμού, αλλά σε έναν δρόμο φωτός και αγάπης. Και είναι η κοινωνία μαζί Του εν τη Εκκλησία, διότι αυτή διασώζει τον δρόμο Του, η εγγύηση και η ασφάλεια για όλους μας, εφόσον θελήσουμε να Τον ακολουθήσουμε. Γι’  αυτό και οι όποιες προσταγές Του, είναι παροτρύνσεις αγάπης. Μας δείχνουν ότι υπάρχει το Φως, αρκεί να το αναζητούμε και να ελπίζουμε σ’ Αυτό. Και γνωρίζει να μας περιμένει. Ακόμη κι αν Τον αρνούμαστε στη ζωή μας, Εκείνος μας δίδει όλες τις ευκαιρίες, μέχρι το τέλος, να επιστρέψουμε σε Εκείνον. Αρκεί η καρδιά μας να είναι καλοπροαίρετη.
Ας σταθούμε λίγο στην έννοια της οδού του Κυρίου. Είναι μία οδός καλοσύνης, σε έναν κόσμο γεμάτο σκληρότητα, αντιπαραθέσεις, κακία, αμαρτία. Είναι μία οδός φαινομενικά αδύναμη και απορριπτέα για τους πολλούς που θέλουν άμεσα αποτελέσματα στη ζωή τους. Είναι μία οδός  που ζητά έξοδο από τον εαυτό μας, συγχωρητικότητα και, την ίδια στιγμή, αλήθεια και στις σκέψεις και στους λόγους και στα έργα μας.  Είναι μία οδός αγάπης, η οποία στρέφεται προς τον πλησίον και ζητά είτε δια της προσευχής, είτε δια της προσφοράς αγαθών, είτε δια της νομής των χαρισμάτων και εκείνος να ζήσει την χαρά και το φως.  Είναι μία οδός κοινωνίας, τόσο με το Θεό όσο και με το συνάνθρωπο, όχι οδός ατομοκεντρισμού και εγωλατρίας ή αδιαφορίας για το σύνολο, αλλά μία οδός η οποία, ακόμη κι αν ο εαυτός μας δεν βρίσκει αυτό που θέλει, αισθάνεται την ανάγκη για υπευθυνότητα έναντι των πολλών. Μέσα στο σύνολο σώζεται ο άνθρωπος. Μέσα στο σύνολο έχει αξία το πρόσωπο. Και η Εκκλησία αποτελεί την αυθεντική έκφραση της συλλογικότητας, η οποία καταξιώνει τα χαρίσματα και την προσωπικότητα του καθενός.
Ζούμε σε μία εποχή από την οποία απουσιάζει η αίσθηση της αποστολής να ετοιμάσουμε την οδό του Κυρίου. Αυτή την είχαν οι προφήτες στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης, με κορυφαίο εκφραστή τους τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Μόνο που για να ετοιμάσουν την οδό του Κυρίου δεν αρκούνταν στους λόγους, στον ζήλο, στην έμπνευση, στην διδαχή της αλήθειας. Έκαναν αυτά πράξη και με τα έργα τους. Την ασκητικότητα και την λιτότητα στην διατροφή τους. Την απόσυρσή τους στην έρημο, δηλαδή στην προσευχή και στην αναζήτηση του Θεού. Το θάρρος τους και την αποφασιστικότητά τους να διακηρύξουν την αλήθεια, ακόμη και με τίμημα το μαρτύριό τους. Αυτή την αποστολή την κληροδότησαν σε όλους εμάς τους χριστιανούς, οι οποίοι μετέχουμε στο προφητικό αξίωμα του Κυρίου μας, δηλαδή στην ευθύνη για διδαχή του θελήματος του Θεού σε όλους. Και αυτό το θέλημα βαπτίζει στο φως τον άνθρωπο, αγιάζει το πρόσωπο και το σύνολο και γίνεται αφετηρία ενός άλλου ήθους:  αυτού της καλοσύνης, της αγάπης και της αλήθειας, της κοινωνίας με Θεό και πλησίον.
 Η προσταγή «ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου» είναι μία παρότρυνση ελπίδας.Υπάρχει αυτή η οδός. Και είμαστε κεκλημένοι όλοι να αγωνιστούμε να την ετοιμάσουμε. Πρώτα στις καρδιές μας και στη συνέχεια στη ζωή όλων. Όχι με πνεύμα εξουσιαστικό, αλλά με τρόπο καλοσύνης. Και την ίδια στιγμή αυτό να ζητούμε από την κοινωνία. Από τους άρχοντες της ζωής μας. Από όσους είμαστε υποχρεωμένοι να συναναστραφούμε μαζί τους. Να ενδιαφέρονται να επικρατήσει η καλοσύνη, η αγάπη, η αλήθεια, η γνήσια κοινωνία, με πνεύμα διακονίας και όχι με αλαζονεία και υποταγή στο κακό. Αν ετοιμαστεί η οδός του Κυρίου, τότε και η κοινωνία μας θα πορεύεται προς αυτήν, ενώ τα πολλά προβλήματά μας θα βρούνε απαντήσεις. Ο καθένας μας ας λειτουργήσει λιγότερο με προσταγές και περισσότερο με εργασία γι’  αυτήν την οδό. Και ο Ισχυρότερος όλων μας (Μάρκ. 1, 7) θα δώσει το φως και τον αγιασμό Του και σε μας και στον κόσμο μας.  
 Κέρκυρα, 4 Ιανουαρίου 2015     
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γρηγορίου Νύσσης.Ομιλία στην ημέρα των Φώτων.

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2015

        Τώρα αναγνωρίζω το κοπάδι μου, σήμερα βλέπω τη συνηθισμένη εκκλησία, σήμερα που, μισώντας και την απασχόλησή με τις σαρκικές φροντίδες, τρέξατε όλο το πλήρωμα για να λατρεύσετε το Θεό. Και γεμίζει ο λαός ασφυκτικά μέσα το ναό φτάνοντας ως τα ιερά άδυτα, αλλά γεμίζει και τον εξωτερικό χώρο στα προαύλια, όσος δεν μπορεί να χωρέσει μέσα σύμφωνα με την εικόνα των μελισσών, που άλλες δουλεύουν μέσα κι άλλες βομβούν απ’ έξω απ’ την κυψέλη. Έτσι λοιπόν, παιδιά μου, να κάνετε και μη χάνετε ποτέ το ζήλο σας αυτόν. Συγκινούμαι, ομολογώ, ως ποιμένας και θέλω καθισμένος σ’ αυτή την υψηλή σκοπιά να βλέπω γύρω μου στους πρόποδες συναγμένο το ποίμνιό μου. Κι αν μου συμβαίνει αυτό, γεμίζω από προθυμία θαυμαστή και επεξεργάζομαι μ’ ευχαρίστηση το λόγο μου, όπως οι βοσκοί τα ποιμενικά τους τραγούδια. Όταν όμως συμβαίνει διαφορετικά και σας παρασύρει η εξωτερική πλάνη, όπως πρόσφατα κάνατε την περασμένη Κυριακή, δυσαρεστούμαι πολύ και προτιμώ τη σιωπή. Σκέφτομαι να φύγω από δω κι αναζητώ το όρος Κάρμηλο του προφήτη Ηλία ή ένα ακατοίκητο βράχο. Γιατί όσοι είναι κυριευμένοι από λύπη αγαπούν τη μοναξιά και την ερημία. Τώρα όμως, βλέποντάς σας με όλη την οικογένειά σας να είστε όλοι συγκεντρωμένοι στην πανήγυρη, θυμάμαι το λόγο του προφήτη, που από παλιά ο Ησαΐας αναφώνησε, υμνώντας την καλλίτεκνη και πολύτεκνη Εκκλησία του Χριστού. «Ποιοί είναι αυτοί;», λέει˙ «έρχονται καταπάνω μου σαν σύννεφα και σαν περιστέρια με τα μικρά τους».1   Μαζί μ’ αυτό και εκείνο: «είναι στενός ο τόπος για μένα, κάνε μου τόπο για να κατοικήσω».2   Αυτά όρισε η δύναμη του Πνεύματος για την πολυάνθρωπη Εκκλησία του Θεού, που έμελλε πολλά χρόνια αργότερα «να γεμίσει όλη την οικουμένη απ’ άκρη σε άκρη».3

Έφτασε λοιπόν ο καιρός κι έφερε μαζί του τη μνήμη αγίων μυστηρίων που καθαίρουν τον άνθρωπο, που καθαρίζουν και τη δύσκολη αμαρτία της ψυχής και του σώματος και επαναφέρουν στο αρχικό κάλλος, που διαμόρφωσε σ’ εμάς ο αριστοτέχνης Θεός. Και γι’ αυτό ο μυημένος λαός που έχετε δοκιμάσει τα αγαθά της ημέρας μαζευτήκατε και φέρατε μαζί σας κι αυτόν που δεν τα έχει δοκιμάσει, σαν πατέρες φρόνιμοι που οδηγούν μ’ επιμέλεια και προσοχή τους αμύητους στην τέλεια κατανόηση της ευσέβειας. Εγώ χαίρομαι και με τους δύο μαζί˙ με όσους έχετε βαπτισθεί, γιατί λάβατε τον πλούτο της μεγάλης δωρεάς˙ με όσους δε βαπτιστήκατε ακόμα, γιατί ελπίζετε μια καλή προσδοκία, άφεση των ευθυνών σας, ελευθέρωση από τα δεινά, οικείωση με το Θεό, παρρησία ελεύθερη, αντί δουλική ταπείνωση ισοτιμία με τους αγγέλους. Γιατί αυτά και ό,τι επακολουθεί σ’ αυτά σας εγγυάται και σας δίνει η χάρη του βαπτίσματος. Γι’ αυτό αφήνοντας τα άλλα θέματα των Γραφών για άλλες ευκαιρίες, ας παραμείνομε στο σκοπό μας, αφιερώνοντας ανάλογα με τη δύναμή μας στην εορτή όσα της ταιριάζουν και προσφέρονται. Η κάθε μια πανήγυρη απαιτεί το δικό της. Έτσι το γάμο τον τραγουδάμε με επιθαλάμια, στο πένθος λέμε τους επικήδειους θρήνους που συνηθίζονται, σε υποθέσεις συζητούμε σοβαρά, στις διασκεδάσεις διώχνομε το πνίξιμο και την ένταση της ψυχής, και κάθε περίπτωση την τηρούμε καθαρή από τα άσχετα πράγματα.

Γεννήθηκε λοιπόν ο Χριστός πριν από λίγες ημέρες, αυτός που έχει γεννηθεί πριν από κάθε αισθητή και νοητή ουσία. Βαπτίζεται σήμερα από τον Ιωάννη, για να αποκαθάρει τον γεμάτο ρύπους άνθρωπο, να φέρει το Πνεύμα από τον ουρανό και ν’ ανυψώσει τον άνθρωπο στους ουρανούς, για να σηκωθεί αυτός που έχει πέσει και να ντροπιαστεί εκείνος που τον έριξε (και μη θαυμάσεις αν ο Θεός έδειξε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για μας), για να πραγματοποιήσει ο ίδιος τη σωτηρία του ανθρώπου. Γιατί με πολλές προσπάθειες μας επιβουλεύτηκε ο κακούργος, μας σώζει όμως ο δημιουργός μας με τη φροντίδα του. Και ο κακούργος και φθονερός, που άνοιξε κατά του γένους των ανθρώπων το δρόμο της αμαρτίας, βρήκε άξιο όργανο και προκάλυμμα της γνώμης του το φίδι, ο ακάθαρτος μπήκε στο όμοιό του, αυτός που προτιμούσε τα γήινα και χθόνια κατοίκησε στο ερπετό. Ο Χριστός όμως που επανορθώνει την κακία εκείνου, αναλαμβάνει τέλειο τον άνθρωπο και σώζει τον άνθρωπο και γίνεται για όλους τύπος και χαρακτήρας, για να αγιάσει την απαρχή κάθε πράξης και να κληρονομήσει στους δούλους του το ζήλο του παραδομένου μυστηρίου βέβαιο και αναμφίβολο. Το βάπτισμα λοιπόν είναι κάθαρση αμαρτιών, άφεση των σφαλμάτων μας, αιτία ανακαινισμού και αναγέννησης, την αναγέννηση όμως να τη θεωρήσεις νοητή, όχι ότι τη βλέπομε με τα μάτια. Γιατί βέβαια δε θα μεταβάλομε, όπως θέλει ο Εβραίος Νικόδημος με τη μη πνευματική σκέψη του, το γέροντα σε παιδί ούτε το ρυτιδιασμένο ασπρομάλλη σε απαλό νέο ούτε θα επαναφέρομε τον άνθρωπο στην κοιλιά της μητέρας του, αλλά εκείνον που έχει σημαδευτεί από τις αμαρτίες κι έχει παλιώσει από τις κακές πράξεις, τον επαναφέρομε με την βασιλική χάρη στην αθωότητα του βρέφους. Όπως δηλαδή το παιδί μόλις γεννηθεί είναι ελεύθερο από εγκλήματα και τιμωρίες, έτσι και το παιδί της αναγέννησης δεν έχει για ποιο κακό ν’ απολογηθεί, αφού με βασιλική χάρη έχει απαλλαγεί από τις ευθύνες του. Αυτή βέβαια την ευεργεσία δεν τη χαρίζει το νερό (γιατί το νερό θα ήταν το ανώτερο στοιχείο της φύσης), αλλά η προσταγή του Θεού και η επιφοίτηση του Πνεύματος που φτάνει μυστικά στη δική μας ελευθερία, ενώ το νερό συντελεί στο να φανεί η κάθαρση. Επειδή δηλαδή συνηθίσαμε το σώμα μας που λερώθηκε  από λεκέδες και λάσπες να το πλύνομε με νερό και να το κάνομε καθαρό, γι’ αυτό χρησιμοποιούμε το νερό και στη μυστική αυτή πράξη, για να δηλώσομε την άυλη λαμπρότητα με το αισθητό στοιχείο. Ή καλύτερα ας επιμείνομε και σε λεπτότερη ανάλυση σχετικά με το βάπτισμα, σα να έχομε αρχίσει από κάποια πηγή που είναι το παράγγελμα της Γραφής.

«Αν κάποιος δε γεννηθεί», λέει, «από νερό και Πνεύμα, δεν μπορεί να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών».4  Γιατί απαιτούνται και τα δύο και δε θεωρήθηκε ότι είναι αρκετό μόνο το Πνεύμα για να ολοκληρωθεί το βάπτισμα; Ο άνθρωπος είναι σύνθετος και όχι απλός, όπως ακριβώς γνωρίζομε, και γι’ αυτό στο διπλό αυτό σύζευγμα ορίστηκαν για τη θεραπεία του τα συγγενή και όμοια φάρμακα, για το ορατό σώμα το αισθητό νερό, και την  αόρατη ψυχή το αφανές Πνεύμα, που το καλούμε με πίστη και έρχεται με τρόπο άρρητο. Γιατί «το Πνεύμα πνέει όπου θέλει κι ακούς τη φωνή του, αλλά δεν ξέρεις από πού έρχεται και που πηγαίνει».5 Ευλογεί και το σώμα που βαπτίζεται και το νερό που βαπτίζει. Γι’ αυτό να μην περιφρονήσεις το θείο λουτρό ούτε να το εξευτελίσεις σαν κάτι κοινό επειδή χρησιμοποιεί το νερό. Γιατί αυτό που ενεργεί είναι μεγάλο κι από εκείνο γίνονται τα τελούμενα θαυμαστά. Εξάλλου και το άγιο αυτό θυσιαστήριο που στεκόμαστε γύρω του είναι μια κοινή στη σύστασή του πέτρα που δε διαφέρει σε τίποτε από τις άλλες πλάκες που διακοσμούν τους τοίχους και ομορφαίνουν τα δάπεδα˙ επειδή όμως αγιάστηκε για την λατρεία του Θείου και δέχτηκε και την ευλογία, έγινε τράπεζα αγία, θυσιαστήριο άχραντο, που δεν το αγγίζει πια ο καθένας, παρά οι ιερείς μόνο κι αυτοί με φόβο και ευλάβεια. Ο άρτος πάλι είναι ψωμί, αλλά όταν τον εξαγιάζει το μυστήριο, λέγεται και είναι σώμα Χριστού. Έτσι και το μυστικό λάδι, έτσι και το κρασί˙ ενώ έχουν μικρή αξία πριν από την ευλογία, αποχτά καθένα από αυτά μετά τον αγιασμό τους ιδιαίτερη ενέργεια.

Η ίδια δύναμη του Λόγου κάνει και τον ιερέα σεβαστό και τιμημένο, που αποχωρίζεται από την κοινή σχέση του με τους πολλούς με την καινή ευλογία που έλαβε. Χτες δηλαδή και προχτές ήταν ένας από τους πολλούς και ξαφνικά παρουσιάζεται οδηγός των λαών, προκαθήμενος, διδάσκαλος της πίστης, μυσταγωγός αοράτων μυστηρίων. Κι αυτά τα κάνει χωρίς να μεταβληθεί καθόλου το σώμα του ή η μορφή του, αλλά κατά το φαινόμενο είναι εκείνος που ήταν, έχει όμως μεταμορφωθεί η αόρατη ψυχή του με μια αόρατη δύναμη και χάρη προς το καλύτερο. Κατά τον ίδιο τρόπο όταν σκεφτείς πολλά πράγματα θα τα δεις ευκαταφρόνητα κατά το φαινόμενο, αλλά οι ενέργειές τους είναι μεγάλες, όταν μάλιστα αναλογιστείς τα συγγενή και όμοια με το ζητούμενο από την Παλαιά Διαθήκη. Το ραβδί του Μωυσή ήταν από ξύλο καρυδιάς, τί άλλο από ένα ξύλο κοινό, που το  κόβει ο καθένας και το κρατά και το δουλεύει ανάλογα με το σκοπό που το θέλει και το ρίχνει κατά το κέφι του στη φωτιά; Όταν όμως ο Θεός θέλησε να επιτελέσει με το ραβδί αυτό τα υψηλά και ανώτερα από λόγο θαύματα, το ξύλο μεταβαλλόταν σε φίδι˙ κι αλλού πάλι χτυπώντας τα νερά άλλοτε έκανε το νερό αίμα6  κι άλλοτε ανάβρυζε γόνο βατραχιών7˙ κι αλλού έκοβε τη θάλασσα και τη χώριζε ως το βυθό χωρίς τα νερά να συρρέουν από τη μια και την άλλη.8   Όμοια κι ενός από τους προφήτες η προβιά, ενώ ήταν δέρμα, έκανε τον Ελισσαίο αφήγημα της οικουμένης.9  Το ξύλο πάλι του σταυρού είναι η σωτηρία των ανθρώπων, ενώ όπως ακούω είναι σανίδα μουριάς, ενός δέντρου περιφρονημένου και κατώτερου από τα πιο πολλά. Επίσης ο θάμνος  του βάτου έδειξε στο Μωυσή το Θεό,10  το λείψανο πάλι του Ελισσαίου ανάστησε κάποιο νεκρό11  και ο πηλός έδωσε το φως στον τυφλό από την κοιλιά της μάνας του.12   Όλα αυτά είναι υλικά άψυχα και αναίσθητα, έγιναν όμως μέσα για τα μεγάλα θαύματα, όταν δέχτηκαν τη δύναμη του Θεού. Με την ίδια σειρά των συλλογισμών αν και το νερό είναι νερό και τίποτε άλλο, ανανεώνει τον άνθρωπο στη νοητή αναγέννηση, ενώ η χάρη από τον ουρανό το ευλογεί.

Αν πάλι κάποιος που διστάζει κι αμφιβάλλει κι ενοχλεί υποβάλλοντας συνέχεια ερωτήσεις και ζητώντας εξηγήσεις, πώς το νερό και η μυσταγωγία που γίνεται μ’ αυτό αναγεννά, θ’ απαντήσω σ’ αυτόν με όλο μου το δίκιο. Παράστησέ μου τον τρόπο της σωματικής γέννησης και θα σου εκθέσω κι εγώ τη δύναμη της αναγέννησης της ψυχής. Θα μιλήσεις ίσως με τον τρόπο απόδοσης αιτίας˙ το σπέρμα ως αιτία κάνει τον άνθρωπο. Άκουσε τώρα κι εμένα, ότι το νερό που ευλογείται καθαίρει και φωτίζει τον άνθρωπο. Αν πάλι μου αντιπροβάλεις το πώς, θα σου φωνάξω κι εγώ δυνατότερα˙ Πώς γίνεται άνθρωπος η υδαρής και άμορφη ουσία; Και προχωρώντας ο λόγος μ’ αυτόν τον τρόπο σ’ όλη την κτίση θα δοκιμαστεί σε κάθε πράγμα. Πώς έγινε ο ουρανός, πώς η γη, πώς η θάλασσα, πώς το κάθε πράγμα; Γιατί ο λογισμός των ανθρώπων σταματώντας μπροστά στην απορία να βρει, καταφεύγει στη φράση αυτή σα να ήταν κάθισμα για τους αδύνατους στη πεζοπορία. Και για να συντομεύσω, παντού η δύναμη και η ενέργεια του Θεού είναι ακατάληπτη και ανεξήγητη˙ δίνει εύκολα την ύπαρξη σε όσα θέλει, μας κρύβει όμως τη λεπτομερή γνώση της λειτουργίας της. Γι’ αυτό και ο  μακάριος Δαβίδ, όταν στάθηκε κάποτε κι έστρεψε το νου του στη μεγαλοπρέπεια της κτίσης και γέμισε η ψυχή του από  άπειρο θαυμασμό, διατύπωσε εκείνο που επαναλαμβάνουν όλοι˙ «πόση μεγαλοσύνη, Κύριε, δείχνουν τα έργα σου˙ όλα τα δημιούργησες με σοφία».13  Τη σοφία δηλαδή την κατανόησε, δε βρήκε όμως τον τρόπο λειτουργίας της σοφίας.

Αφού εγκαταλείψομε λοιπόν την πάνω από την ανθρώπινη δύναμη πολυπραγμοσύνη, ας επιζητήσομε μάλλον εκείνο, που δείχνει έστω και μερική κατανόηση. Για ποιό λόγο γίνεται με το νερό  η κάθαρση και ποιά η ανάγκη να γίνονται οι τρεις καταδύσεις; Αυτό λοιπόν που και οι πατέρες δίδαξαν και ο δικός μας νους σκέφτηκε και παραδέχτηκε είναι τούτο. Γνωρίζομε ότι ο κόσμος αποτελείται από τέσσερα στοιχεία, σ’ όλους γνωστά ακόμα κι αν αποσιωπηθούν τα ονόματά τους. Κι αν πρέπει να πω τα ονόματά τους για τους απλούστερους, αυτά είναι η φωτιά και ο αέρας, η γη και το νερό. Ο Θεός λοιπόν και σωτήρας μας ολοκληρώνοντας τη για χάρη μας οικονομία, κατέβηκε στο τέταρτο από αυτά, τη γη, για να κάνει τη ζωή ν’ ανατείλει από εκεί. Εμείς, παραλαμβάνοντας το βάπτισμα για να μιμηθούμε τον Κύριο και διδάσκαλο και οδηγό μας, δε θαπτόμαστε βέβαια στη γη (γιατί αυτή γίνεται κάλυμμα του φυσικώς νεκρωμένου σώματος καλύπτοντας την ασθένεια και τη φθορά της φύσης μας), αλλά ερχόμαστε στο συγγενικό με τη γη στοιχείο, το νερό και σ’ εκείνο κρυβόμαστε, όπως ο Σωτήρας στη γη, και αυτό κάνοντάς το τρεις φορές, εξεικονίζομε με τον εαυτό μας την τριήμερη χάρη της ανάστασης. Και δεν τα κάνομε αυτά παίρνοντας το μυστήριο σιωπηλά, αλλά επικαλούμαστε κατ’ αυτό τις τρεις άγιες υποστάσεις, στις οποίες πιστέψαμε και στις οποίες ελπίζομε, από τις οποίες έχομε και το ότι υπάρχομε και το ότι θα ξαναζήσομε.

Ίσως δυσανασχετείς εσύ που μάχεσαι με θράσος τη δόξα του Πνεύματος και ζηλεύεις για το σεβασμό του Παρακλήτου εκ μέρους των ευσεβών. Πάψε να συμπλέκεσαι μαζί μου κι αντιστάσου στους λόγους του Κυρίου, αν μπορείς, που νομοθέτησαν την επίκληση αυτή κατά το βάπτισμα. Τί λέει λοιπόν το παράγγελμα του Κυρίου; «Βαπτίζοντάς σους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος».14   Γιατί «στο όνομα του Πατέρα»; Επειδή είναι αρχή των πάντων. Γιατί «στο όνομα του Υιού»; Επειδή είναι αρχή των πάντων. Γιατί «στο Πνεύμα το άγιο»; Επειδή τελειοποιεί τα πάντα. Σκύβομε λοιπόν το κεφάλι στον Πατέρα, για να μας αγιάσει. Σκύβομε στον Υιό, για να επιτύχομε το ίδιο. Σκύβομε και στο άγια Πνεύμα, για να γίνομε ότι είναι και λέγεται. Δεν υπάρχει διαφορά αγιασμού, ότι τάχα ο Πατέρας αγιάζει περισσότερο, λιγότερο ο Υιός και λιγότερο από τους δύο το άγιο Πνεύμα. Γιατί λοιπόν κομματιάζεις τις τρεις υποστάσεις σε διαφορετικές φύσεις και δημιουργείς τρεις θεούς ανόμοιους μεταξύ τους, ενώ από όλους δέχεσαι μια και την αυτή χάρη;

Επειδή όμως τα παραδείγματα κάνουν πάντα πιο παραστατικό το λόγο σ’ αυτούς που ακούνε, θέλω να ελέγξω τη γνώμη όσων βλασφημούν, διασαφηνίζοντας με τα γήινα και τα ταπεινά τα μεγάλα και όσα δεν συλλαμβάνει η αίσθηση. Αν σου τύχαινε να υποστείς τη συμφορά της αιχμαλωσίας και να ζήσεις κοντά στους εχθρούς και να είσαι δούλος και να ταλαιπωρείσαι και να στενάζεις για την παλιά ελευθερία που είχες και ξαφνικά κάποιοι που έγιναν γνώριμοί σου, πολίτες της χώρας των κυρίων σου και των τυράννων, σε ελευθέρωναν από τη σκλαβιά που σε πίεζε δίνοντας ίσο μερίδιο λύτρων ο καθένας και μοιράζοντας εξίσου τη δαπάνη μεταξύ τους, άραγε, τυχαίνοντας αυτή τη χάρη, δε θα έβλεπες όμοια και τους τρεις ως ευεργέτες και θα απέδιδες τα λύτρα σε τρία ίσα μέρη, αφού το ενδιαφέρον τους για χάρη σου και η δαπάνη ήταν κοινή, αν βέβαια είσαι δίκαιος κριτής της ευεργεσίας;

Αυτά όσα μπορεί να πει ένα παράδειγμα. Γιατί δεν είναι τώρα σκοπός μου να σας απευθύνω τη διδασκαλία της πίστης μας. Ας επιστρέψουμε όμως στην παρούσα περίπτωση και το θέμα που μας απασχολεί. Βρίσκω ότι τη δωρεά του βαπτίσματος δεν την κήρυξαν τα ευαγγέλια που γράφτηκαν μετά το σταυρό, αλλά και πριν από την ενανθρώπηση του Κυρίου σε όλα τα μέρη της η Παλαιά Διαθήκη προτύπωσε την εικόνα της αναγέννησής μας, χωρίς βέβαια να την παρουσιάζει με ολοκάθαρη μορφή, αλλά προσημαίνοντας τη φιλανθρωπία του Θεού με αινίγματα. Κι όπως υπήρχαν προαγγελίες για τον αμνό και προφητείες για το σταυρό, έτσι υπήρχε και πρακτικό και λογικό μήνυμα για το βάπτισμα. Ας υπενθυμίσομε στους φίλους του καλού τις προτυπώσεις. Γιατί ο καιρός της εορτής απαιτεί τη μνήμη τους ως απαραίτητη.

Η Άγαρ,15   η δούλη του Αβραάμ, που και ο Παύλος αναφέρει μιλώντας αλληγορικά στους Γαλάτες, όταν διώχτηκε από το σπίτι του κυρίου της εξαιτίας της οργής της Σάρρας (είναι φοβερό για τις νόμιμες γυναίκες να υποπτεύονται σχέση της δούλης τους με τον κύριο του σπιτιού), η Άγαρ πλανιόταν έρημη μέσα στην ερημιά έχοντας στην αγκαλιά της μικρό που θήλαζε, τον Ισμαήλ. Της έλειψαν κάποτε τα εφόδιά της κι έφτασε κι αυτή στα πρόθυρα του θανάτου και το παιδί πριν από αυτή (γιατί το νερό που είχε στον ασκό τελείωσε επειδή ούτε ήταν δυνατό η συναγωγή να έχει αυτάρκεια ζωής, αυτή που ως τότε ζούσε στους τύπους της αέναης πηγής). Τότε κατά παράδοξο τρόπο παρουσιάζεται άγγελος και της δείχνει ένα πηγάδι με ζωντανό φρέσκο νερό και παίρνοντας από κει νερό σώζει τον Ισμαήλ. Πρόσεξε λοιπόν τύπο μυστικό, πώς ευθύς από την αρχή η σωτηρία γι’ αυτόν που χάνεται πραγματοποιείται με ζωντανό νερό που δεν υπήρχε πρώτα, αλλά παραχωρήθηκε κατά χάρη από άγγελο.16

Και πάλι ύστερα από χρόνια έπρεπε να γίνει ο γάμος του Ισαάκ, που για χάρη του διώχτηκε και ο Ισμαήλ με τη μητέρα του από την πατρική εστία. Στάλθηκε λοιπόν ο υπάλληλος του Αβραάμ ως προξενητής για να βρει σύζυγο στον Ισαάκ και βρίσκει τη Ρεβέκα στο πηγάδι. Και ο γάμος που ήταν να δώσει τη γενιά του Χριστού έλαβε και την αρχή του και την πρώτη συμφωνία κοντά στο νερό. Αλλά και ο ίδιος ο Ισαάκ, όταν επιστατούσε στα κοπάδια του πατέρα του, σε όλα τα σημεία της ερήμου άνοιγε πηγάδια, που τα έφραζαν οι αλλόφυλοι και τα παράχωναν ως προτύπωση των μεταγενέστερων ασεβών, όσοι εμπόδιζαν τη δωρεά του βαπτίσματος και άνοιγαν στόμα κατά της αλήθειας πολεμώντας την. Οι μάρτυρες όμως και οι ιερείς νίκησαν στο άνοιγμα πηγαδιών και η δωρεά του βαπτίσματος κατάκλυσε όλη την οικουμένη.17

Σύμφωνα με αυτό το νόημα του λόγου και ο Ιακώβ πηγαίνοντας προς τη μνηστεία του συναντά απροσδόκητα τη Ραχήλ στο πηγάδι. Μεγάλη πέτρα έκλεινε το πηγάδι, που πολλοί βοσκοί μαζί μαζεύονταν και την έβγαζαν κι έτσι έπαιρναν νερό αυτοί και τα κοπάδια τους. Ο Ιακώβ όμως κύλησε μόνος του την πέτρα και ποτίζει τα πρόβατα της μελλούσης μνηστής του. Το πράγμα αποτελεί υπαινιγμό και σκιά του μέλλοντος. Ποιός ήταν ο λίθος που έκλεινε το πηγάδι, παρά ο ίδιος ο Χριστός, για τον οποίο λέει ο Ησαΐας «και θα βάλω τα θεμέλια της Σιών λίθο ακριβό, πολύτιμο, εκλεκτό»;18   Επίσης κι ο Δανιήλ˙ «λατομήθηκε πέτρα χωρίς ανθρώπου χέρι»,19  δηλαδή ο Χριστός γεννήθηκε χωρίς σύμπραξη ανδρός. Όπως δηλαδή είναι πρωτάκουστο και παράδοξο ν’ αποκοπεί μια πέτρα δίχως λατόμο και λιθουργικά εργαλεία, έτσι είναι πέρα από κάθε θαύμα να δούμε παιδί από παρθένα που δεν έχει νυμφευτεί. Ήταν λοιπόν πάνω στο πηγάδι ο νοητός λίθος, ο Χριστός που σκέπαζε στα βάθη και στο μυστήριο το λουτρό της αναγέννησης, που ήθελε πολύν καιρό ακόμα όπως σκοινί πολύ μακρύ για να βγει στην επιφάνεια. Και κανένας δεν αποκύλισε την πέτρα παρά μονάχα ο Ισραήλ, που σημαίνει, «νους που βλέπει το Θεό». Αλλά και αντλεί το νερό και ποτίζει τα πρόβατα της Ραχήλ, δηλαδή αποκάλυψε κρυμμένο μυστήριο και δίνει ζωτικό νερό στο κοπάδι της Εκκλησίας. Πρόσθεσε ακόμα και τα τρία ραβδιά του Ιακώβ.20   Όταν έφερε τα τρία ραβδιά κοντά στην πηγή, από τότε ο ειδωλολάτρης Λάβαν έγινε φτωχός, ενώ πλούσιος με πολλά κοπάδια έγινε ο Ιακώβ. αλληγορικά μπορούμε να ερμηνεύσομε το Λάβαν με το διάβολο και τον Ιακώβ με το Χριστό. Γιατί μετά το βάπτισμα ο Χριστός σήκωσε όλο το κοπάδι του Σατανά και το έκανε δικό του πλούτο.

Ο μέγας πάλι Μωυσής όταν ήταν βρέφος χαριτωμένο και ακόμα θήλαζε έπεσε στην κοινή και σκληρή απόφαση,21   που πήρε ο απάνθρωπος Φαραώ κατά των αρσενικών παιδιών. Τον άφησαν λοιπόν στις όχθες του ποταμού όχι γυμνό, αλλά σε κιβώτιο (γιατί έπρεπε να ήταν ο τόπος του νόμου που ήταν σε κιβωτό) κοντά στο νερό. Γιατί ο νόμος γειτονεύει με τη χάρη και τα παροδικά ραντίσματα των Εβραίων που επρόκειτο λίγο αργότερα να πάρει τη θέση τους το τέλειο και θαυμαστό βάπτισμα.22   Και όπως νομίζει ο θεσπέσιος Παύλος κι ο ίδιος ο λαός που πέρασε την Ερυθρά θάλασσα ευαγγελιζόταν τη σωτηρία με το βάπτισμα. Πέρασε ο λαός και ο Αιγύπτιος βασιλιάς βούλιαξε μαζί με το στρατό του23   και δίνονταν για το μυστήριο έμπρακτη προφητεία. Γιατί και τώρα, όποτε ο λαός έρθει στο λουτρό της παλιγγενεσίας, φεύγοντας από την κακοποιό αμαρτία Αίγυπτο, ο ίδιος ελευθερώνεται και σώζεται, ενώ ο διάβολος μαζί με τους υπηρέτες του, εννοώ τα πονηρά πνεύματα, σκάζει από τη λύπη του κι αφανίζεται, γιατί θεωρεί συμφορά τη σωτηρία των ανθρώπων.

Είναι αυτά αρκετά βέβαια για να στηρίξουν την ανάπτυξή μου αυτή, αλλά ο φίλος του καλού δεν πρέπει ν’ αμελήσει και τα εξής. Αφού έπαθε πολλά, όπως μάθαμε, ο λαός των Εβραίων και πέρασε τη βασανιστική περίοδο της ερήμου, δε χάρηκε τη γη της επαγγελίας, μέχρι που με οδηγό του τον Ιησού και της ζωής του κυβερνήτη και με την κατεύθυνση εκείνου έφθασε στον Ιορδάνη.24   Και ο Ιησούς, που έριξε τις δώδεκα πέτρες στο ποτάμι,25   είναι φανερό ότι προεικόνιζε τους δώδεκα μαθητές τους υπηρέτες του βαπτίσματος. Και η θαυμαστή ιερουργία του θεσβίτη γέροντα26,  που υπερβαίνει κάθε ανθρώπινο νου, τι άλλο μπορεί να προμηνά στην πράξη, παρά την πίστη στον Πατέρα, τον Υιό και το άγιο Πνεύμα και την απολύτρωσή μας; Επειδή δηλαδή όλος ο λαός των Εβραίων, καταπατώντας την προγονική του ευσέβεια, ξέπεσε στην πλάνη της πολυθεΐας και ο βασιλιάς Αχαάβ ήταν παίγνιο της ειδωλολατρίας, έχοντας κακή σύντροφο της ζωής του και παμμίαρη δασκάλισσα της ασέβειας την διαβόητη Ιεζάβελ, ο προφήτης, αφού εμφορήθηκε από τη χάρη του Πνεύματος, πήγε να συναντήσει τον Αχαάβ, και μπροστά στα μάτια του βασιλιά και όλου του λαού αντιπαρατέθηκε στους ιερείς του Βάαλ σε αγώνα θαυμαστό και καταπληκτικό. Τους πρότεινε να θυσιάσουν το βόδι χωρίς φωτιά και τους παρουσίασε καταγέλαστους και αξιολύπητους, καθώς προσεύχονταν και φώναζαν χωρίς αποτέλεσμα στους ανύπαρκτους θεούς. Τέλος, αφού επικαλέστηκε κι εκείνος το δικό του αληθινό Θεό, πραγματοποίησε με τρόπο θαυμαστό με πολλά και καταπληκτικά σημεία τον αγώνα που είχε προτείνει. Διότι έφερε δηλαδή απλώς τη φωτιά από τον ουρανό στα ξερά ξύλα με την προσευχή, αλλά έδωσε εντολή στους υπηρέτες και πρόσταζε να φέρουν πολύ νερό. Κι αφού άδειασε τρεις φορές τους κουβάδες επάνω στις σχίζες, άναψε με την προσευχή του τη φωτιά μέσα από το νερό κι έτσι με τη φυσική εναντιότητα των στοιχείων, που κατά παράδοξο τρόπο ενώθηκαν σε φιλία και συνεργασία, φανέρωσε με το παραπάνω τη δύναμη του ίδιου του Θεού.

Αυτά βέβαια μας προανήγγειλε ο Ηλίας με σαφήνεια με την θαυμαστή εκείνη θυσία του για τη μυσταγωγία του βαπτίσματος που θα τελούσαμε αργότερα. Γιατί η φωτιά άναψε όταν χύθηκε το νερό για τρίτη φορά, για να δηλωθεί ότι, όπου υπάρχει το «μυστικόν ύδωρ», εκεί υπάρχει και το Πνεύμα που αναφλέγει το θερμό, το όμοιο με φωτιά, που καίει τους ασεβείς και φωτίζει τους πιστούς. Αλλά βέβαια και ο μαθητής του Ελισσαίος, όταν ήρθε σ’ αυτόν ικέτης ο Ναιμάν ο Σύρος, που είχε νοσήσει από λέπρα, έλουσε μέσα στον Ιορδάνη και καθαίρει τον άρρωστο με τη γενική χρήση του νερού, αλλά και με το ιδιαίτερο βάπτισμα μέσα στο ποτάμι προϋποδήλωνε το μελλοντικό.27  Γιατί από τα ποτάμια μόνο ο Ιορδάνης δέχτηκε την αρχή του αγιασμού και της ευλογίας και σαν από κάποια πηγή με τη δική του προτύπωση σκορπούσε σ’ όλον τον κόσμο τη χάρη του βαπτίσματος. Αυτά είναι τα ενεργά και πρακτικά μηνύματα της παλιγγενεσίας μας με το βάπτισμα.

Ας δούμε όμως τώρα τι είπαν και φώναξαν οι προφητείες.

Ο Ησαΐας φώναζε λέγοντας˙ «λουσθείτε, γίνετε καθαροί, αφαιρέσετε τις πονηρίες από τις ψυχές σας».28   Ο Δαβίδ πάλι˙ «πλησιάστε σ’ αυτόν και φωτιστείτε και τα πρόσωπά σας δε θα καταντροπιαστούν».29   Ενώ ο Ιεζεκιήλ, γράφοντας σαφέστερα από τους δύο και πιο καθαρά, δίνει την καλή υπόσχεση˙ «θα σας ραντίσω με νερό καθαρό και θα καθαριστείτε από κάθε ακαθαρσία και από όλα τα είδωλά σας θα σας καθαρίσω και θα σας δώσω νέα καρδιά και πνεύμα νέο˙ θα αφαιρέσω την πέτρινη καρδιά από τη σάρκα σας, θα σας δώσω καρδιά σάρκινη και θα δώσω για να έχετε μέσα σας το πνεύμα μου».30 Αλλά και ο Ζαχαρίας πολύ παραστατικά προφητεύει και για τον Ιησού ντυμένο με το ρυπαρό ιμάτιο της δουλικής δικής μας σάρκας˙ ξεντύνοντάς τον όμως από το θλιβερό ρούχο του φορά την καθαρή και λαμπρή στολή,31   διδάσκοντάς μας με την εικόνα αυτήν, ότι όλοι εμείς με το βάπτισμα του Ιησού, αποθέτοντας τις αμαρτίες μας σαν φόρεμα φτωχικό και πολυμπαλλωμένο, φορούμε το ιερό και πανόμορφο φόρεμα της παλιγγενεσίας.

Πού έχει καταλληλότερη θέση κι εκείνος ο λόγος του Ησαΐα που απευθύνει στην έρημο, «γέμισε από ευφροσύνη έρημος διψασμένη, ας αναγαλλιάσει η έρημος κι ας ανθήσει όπως το κρίνο˙ θα γεμίσουν λουλούδια και θα αναγαλλιάσουν οι ερημιές του Ιορδάνη»;32   Είναι φανερό ότι δεν ευαγγελίζεται την ευφροσύνη σε τόπους άψυχους κι αναίσθητους, αλλά με την έρημο κάνει μεταφορά στην ξεραμένη κι αμελημένη ψυχή, όπως ακριβώς κι ο Δαβίδ, όταν λέει, «η ψυχή μου σε παρακαλεί σαν γη δίχως νερό».33  Και πάλι˙ «η ψυχή μου ένιωσε τη δίψα του Θεού του ισχυρού, που ζει».34   Και ο Κύριος πάλι στο Ευαγγέλιο λέγει˙ «αν κάποιος διψά, ας έρχεται σ’ εμένα κι ας πίνει».35  Και στη Σαμαρείτιδα˙ «όποιος πίνει από αυτό το νερό θα διψάσει πάλι, όποιος όμως πιεί από το νερό που θα του δώσω εγώ, δε θα διψάσει στον αιώνα».36  Και η τιμή του Καρμήλου, δηλαδή η χάρη του Πνεύματος, αποδίδεται στην ψυχή που μοιάζει με την έρημο.37  Επειδή δηλαδή ο Ηλίας ζούσε στον Κάρμηλο (και το βουνό έγινε ονομαστό και φημίστηκε χάρη στην αρετή εκείνου που κατοικούσε σ’ αυτό), ενώ ο Ιωάννης ο βαπτιστής που ακτινοβολούσε το πνεύμα του Ηλία38   αγίαζε τον Ιορδάνη, γι’ αυτό ο προφήτης νομοθετούσε ότι η τιμή του Καρμήλου θα δοθεί στο ποτάμι.

Ακόμη μετέφερε στο ποτάμι και τη δόξα του Λιβάνου από τη σύγκριση με τα ψηλά του δέντρα. Όπως δηλαδή εκείνος ο Λίβανος έχει σπουδαία αφορμή θαυμασμού αυτά τα δέντρα, που βλασταίνει και τρέφει, έτσι και ο Ιορδάνης δοξάζεται αναγεννώντας και βλασταίνοντας ανθρώπους στον Παράδεισο του Θεού. Τα δέντρα αυτά, κατά το λόγο των Ψαλμών,39   ανθούν πάντοτε και φουντώνουν από αρετές, τα φύλλα τους δεν πέφτουν και όταν ο Θεός δεχτεί στην ώρα του τον καρπό τους θα χαρεί σαν αγαθός φυτοκόμος που ευφραίνεται με τα ίδια του τα έργα. Ο θεσπέσιος πάλι Δαβίδ προφητεύοντας και για τη φωνή, που άφησε ο Πατέρας από τον ουρανό για τον Υιό που βαπτιζόταν, για να οδηγήσει όσους άκουαν στο φυσικό αξίωμα της θεότητας, ενώ ως τότε ήταν στραμμένοι στην αισθητή ευτέλεια του ανθρώπου, έγραψε στο γνωστό βιβλίο του˙ «η φωνή του Κυρίου αντιλαλεί πάνω στα κύματα, η φωνή του Κυρίου η μεγαλόβροντη».40  Αλλά στο σημείο αυτό πρέπει να σταματήσω τις μαρτυρίες από τις θείες Γραφές. Γιατί ο λόγος μπορεί να συνεχιστεί στο άπειρο, αν θέλει κανένας εκλέγοντας το καθένα να τα παραθέσει σ’ ένα βιβλίο.

Εσείς όμως όλοι, όσοι σας στολίζει το κόσμημα της παλιγγενεσίας κι έχετε καύχημά σας το σωτήριο ανακαινισμό σας, δείξτε μου μετά τη μυστική χάρη την αλλαγή των τρόπων σας και τη διαφορά του στολισμού σας προς το καλύτερο να μου τη γνωρίσετε με την καθαρότητα της ζωής σας. Από όσα βέβαια βλέπουν τα μάτια δεν αλλάζει τίποτε και τα σωματικά χαρακτηριστικά παραμένουν αμετάβλητα˙ ούτε μεταλλάζει η διαμόρφωση της ορατής φύσης, χρειάζεται όμως οπωσδήποτε μια απόδειξη σαφής, με την οποία θ’ αντιληφθούμε τον νεογέννητο άνθρωπο, διακρίνοντας με κάποια φανερά σημάδια το νέο από τον παλαιό. Αυτά νομίζω είναι οι εκούσιες κινήσεις της ψυχής, με τις οποίες χωρίζοντας τον εαυτό της από τις παλιές συνήθειες και βαδίζοντας νεότερο δρόμο ζωής θα διδάξει με σαφήνεια τους γνωστούς της ότι έγινε τελείως διαφορετική από ό,τι ήταν, χωρίς να σέρνει κανένα γνώρισμα της παλιάς κακίας της. Και είναι ο τρόπος της μεταμόρφωσης αυτός, αν πεισθείτε σ’ εμένα και φυλάξετε το λόγο μου σαν νόμο. Ο πριν από το βάπτισμα άνθρωπος ήταν ακόλαστος, πλεονέκτης, άρπαγας των ξένων πραγμάτων, υβριστής, συκοφάντης κι ό,τι άλλο όμοιο και σύμφωνο μ΄ αυτά. Ας γίνει τώρα κόσμιος, φρόνιμος, αρκούμενος στα δικά του και μεταδίδοντας από αυτά και στους φτωχούς, φίλος της αλήθειας, που ξέρει να τιμά, να είναι ευπροσήγορος, να κάνει γενικά κάθε αξιέπαινη πράξη. Όπως το σκότος με το φως διαλύεται και αφανίζεται το σκοτάδι με την επικράτηση του λευκτού χρώματος, έτσι και ο παλαιός άνθρωπος αφανίζεται όταν τον στολίσουν τα έργα της δικαιοσύνης. Βλέπεις με ποιό  τρόπο και ο Ζακχαίος41   με τη μεταβολή της ζωής του σκότωσε τον τελώνη ανταποδίδοντας σε όσους είχε αδικήσει διπλά εκείνα που τους είχε πάρει και μοίρασε τα υπόλοιπα στους φτωχούς, που προηγουμένως τα είχε αποθησαυρίσει από τους φτωχούς που είχε καταπιέσει. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος, άλλος τελώνης, ασκώντας την ίδια τέχνη με το Ζακχαίο, ευθύς μετά την κλήση του άλλαξε τη ζωή του όπως μια προσωπίδα.42   Ο Παύλος ήταν διώκτης,43  αλλά μετά τη χάρη έγινε απόστολος, σηκώνοντας για χάρη του Χριστού βαριές αλυσίδες ως απολογία του και δείγμα μετάνοιας για τα άδικα δεσμά που έλαβε από το νόμο και τα εφάρμοζε κατά των ευαγγελίων.

Τέτοια έπρεπε να είναι η αναγέννηση, έτσι να κόβεται η συνήθεια στην αμαρτία, έτσι να πολιτεύονται οι υιοί του Θεού. Γιατί ονομαζόμαστε μετά το βάπτισμα παιδιά εκείνου. Και γι’ αυτό έπρεπε να εξετάσουμε μ’ ακρίβεια τα ιδιώματα του Πατέρα μας, ώστε, πλάθοντας και διαμορφώνοντας τον εαυτό μας προς την ομοιότητα του Πατέρα μας, να φαινόμαστε γνήσια παιδιά εκείνου που μας κάλεσε στην κατά χάρη υιοθεσία. Είναι εξευτελιστική κατηγορία ο νόθος και πλαστός που διαψεύδει με τα έργα του την πατρική ευγένεια. Γι’ αυτό νομίζω και ο ίδιος ο Κύριος στα Ευαγγέλια, ορίζοντάς μας τους κανόνες του βίου, χρησιμοποιεί προς τους μαθητές του τα γνωστά λόγια˙ «κάνετε καλό σε όσους σας μισούν, προσεύχεστε για όσους σας κάνουν κακό και σας καταδιώκουν, για να γίνετε παιδιά του ουράνιου Πατέρα σας˙ γιατί ανατέλλει τον ήλιο σε πονηρούς και αγαθούς και βρέχει για τους δικαίους και τους άδικους».44  Τότε γίνονται, λέει, παιδιά του, όταν αποτυπώσουν την ομοιότητα της πατρικής αγαθότητας με τους λογισμούς τους στη φιλανθρωπία προς τους συνανθρώπους τους.

Γι’ αυτό και μετά το αξίωμα της υιοθεσίας μας επιβουλεύεται και ο διάβολος εντονότερα με ακονισμένο φθονερό μάτι, όταν βλέπει την ομορφιά του νεογέννητου ανθρώπου να σπεύδει στην ουράνια πολιτεία, από την οποία ξέπεσε εκείνος. Ξεσηκώνει εναντίον μας πύρινους τους πειρασμούς, επιδιώκοντας να λαφυραγωγήσει και το δεύτερο στολισμό, όπως την προηγούμενη στολή. Όταν όμως αντιληφθούμε τις προσβολές του πρέπει να λέμε στον εαυτό μας τον αποστολικό λόγο˙ «όσοι βαπτιστήκαμε στ’ όνομα του Χριστού, βαπτιστήκαμε στο θάνατό του».45   Κι αν γίναμε σύμμορφοι του θανάτου του, είναι νεκρή οπωσδήποτε η αμαρτία, αφού τη διαπέρασε η λόγχη του βαπτίσματος, όπως εκείνο τον πόρνο ο ζηλωτής Φινεές.46  Φεύγε λοιπόν από μας, ανονόμαστε. Γιατί θέλεις και νεκρό να ταράζεις αυτόν που είχε συνταχθεί μαζί σου παλαιά, αυτόν που από παλαιά είχε χάσει τις αισθήσεις του για τις ηδονές. Ο νεκρός δεν αγαπά τα σώματα, ο νεκρός δεν γίνεται αιχμάλωτος του πλούτου, ο νεκρός δε συκοφαντεί, ο νεκρός δεν ψεύδεται, δεν αρπάζει όσα δεν του ανήκουν, δε βρίζει όσους συναντά. Ο βίος του ρυθμίστηκε για την άλλη ζωή˙ διδάχτηκε να περιφρονεί τα εγκόσμια, να προσπερνά τα γήινα και να σπεύδει προς τα ουράνια όπως ο Παύλος τονίζει ρητά, ότι «γι’ αυτόν έχει σταυρωθεί ο κόσμος κι αυτός για τον κόσμο».47   Αυτοί είναι πραγματικά οι λόγοι της αναγεννημένης ψυχής, αυτές είναι οι διαβεβαιώσεις του νεοφώτιστου ανθρώπου, που θυμάται την ομολογία του που έκανε προς το Θεό, όταν δεχόταν το μυστήριο, υποσχόμενος ότι θα περιφρονεί κάθε τιμωρία και κάθε ηδονή για χάρη της αγάπης του.

Φτάνουν αυτά που αφιέρωσα στην σημερινή ιερή εορτή, που  κάνοντας τον κύκλο του ο χρόνος μας την έφερε με τις τακτές περιόδους. Είναι καλό όμως τώρα ν’ αποθέσω στο φιλάνθρωπο χορηγό της πελώριας αυτής δωρεάς το λόγο μου, αντεισφέροντας γι’ ανταπόδοση τόσο μεγάλων πραγμάτων λίγα λόγια μονάχα. Εσύ  είσαι, Κύριε, αληθινά η καθαρή και αιώνια πηγή της αγαθοσύνης, που δίκαια μας αποστράφηκες, αλλά φιλάνθρωπα μας ελέησες˙ μας μίσησες και συμφιλιώθηκες μαζί μας, μας καταράστηκες και μας ευλόγησες, μας εξόρισες από τον παράδεισο και μας ξανακάλεσες πάλι σ’ αυτόν, μας εξέντυσες από τα φύλλα της συκιάς την αταίριατη κάλυψη και μας φόρεσες φόρεμα πολύτιμο˙ άνοιξες το δεσμωτήριο κι άφησες τους καταδικασμένους, μας ράντισες με καθαρό νερό και μας καθάρισες από κάθε ρύπο. Δε θα ντραπεί πια ο Αδάμ στην πρόσκλησή σου,48  ούτε θα κρυφτεί στους θάμνους του παραδείσου από τους ελέγχους της συνείδησής του, ούτε θα γυροφέρνει τον παράδεισο η φλογίνη ρομφαία κάνοντας αδιάβατη την είσοδο σ’ αυτούς που πλησιάζουν, αλλά όλα για χάρη μας, εμάς που είμαστε κληρονόμοι της αμαρτίας, μετατράπηκαν σε χαρά. Έγινε βατός ο παράδεισος και ο ίδιος ο ουρανός για τον άνθρωπο, ενώθηκε συμφιλιώθηκε η εγκόσμια κτίση με την υπερκόσμια κατά της οποίας από παλιά η πρώτη στασίαζε, και οι άνθρωποι ομονοήσαμε με τους αγγέλους, αποδίδοντας με ευλάβεια την ίδια μ’ εκείνους προσκύνηση στο Θείο.

Γι’ αυτά όλα ας ψάλομε στο Θεό τον ύμνο της χαράς, που ένα στόμα κατευθυνόμενο από το Πνεύμα διατύπωσε προφητικά στο παρελθόν˙ «ας νιώσει αγαλλίαση η ψυχή μου για τον Κύριό μου˙ μου φόρεσε φόρεμα σωτηρίας και μου έβαλε χιτώνα ευφροσύνης˙ μου έβαλε στεφάνι όπως σε γαμπρό και στολίδια όπως σε νύφη».49  Και οπωσδήποτε αυτός που στόλισε τη νύφη είναι ο Χριστός, που είναι, ήταν και θα είναι ευλογημένος τώρα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Ησ. 60, 8. Ψαλμ. 41, 3.
  2. Ησ. 49, 20. Ιω. 7, 37.
  3. Δευτ. 28, 64 Ιω. 4, 13.
  4. Ιω. 3, 5 Ησ. 35, 2.
  5. Ιω. 3, 8.                                                Λουκά 1, 17.
  6. Εξ. 4, 3˙ 7, 17                                                 Ψαλμ. 1, 3.
  7. Εξ. 8, 6 Ψαλμ. 28, 3.
  8. Εξ. 14, 21.                                          Λουκά 19, 18.
  9. Δ΄ Βασ. 2, 14-15.                                             Ματθ. 9, 9.
  10. Εξ. 3, 2 Πράξ. 9, 1.
  11. Δ’. Βασ. 13, 21 Ματθ. 5, 44 -45.
  12. Ιω. 9, 1-7 Ρωμ. 6, 3.
  13. Ψαλμ. 103, 24 Αρ. 25, 8 ε.
  14. Ματθ. 28, 19. Γαλ. 6, 14.
  15. Γαλ. 4, 22. Γεν. 21, 9 ε. Γεν. 3, 8 – 24.
  16. Γεν. 24, 15 ε. Ησ. 61, 10.
  17. Γεσ. 29, 9 ε.
  18. Ησ. 28, 16
  19. Δαν. 2, 45.
  20. Γεν. 30, 37 ε.
  21. Εξ. 1, 22 ε.
  22. Α’. Κορ. 10, 1-2
  23. Εξ. 14, 21 ε.
  24. Ιησ. Ναυή 3, 1
  25. Ιησ. Ναυή 4, 3.
  26. Γ’. Βασ. 18, 22 ε.
  27. Δ’. Βασ. 5, 1 ε
  28. Ησ. 1, 16.
  29. Ψαλμ. 33, 6
  30. Ιεζ. 36, 25-27
  31. Ζαχ. 3, 3 ε.
  32. Ησ. 35, 1-2
  33. Ψαλμ. 142, 6.

Η/Υ επιμέλεια: Σοφίας Μερκούρη, Ελένης Χρήστου.

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σχέση Μικρού και Μεγάλου Αγιασμού κατά τους Κολλυβάδες και δει κατά τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2015

Με τη ευκαιρία της μεγάλης δεσποτικής εορτής των Θεοφανείων και της κατ’ αυτήν τελέσεως του Μεγάλου Αγιασμού, επιθυμούμε ν’ αναφερθούμε στη σχέση αυτή του Μεγάλου, ως λέγεται, Αγιασμού, προς τον αποκαλούμενο Μικρό Αγιασμό, ο οποίος τελείται σε κάθε άλλη περίπτωση π.χ. Πρωτομηνιά, εγκαινισμούς οίκων, καταστημάτων κ. ά., με σκοπό να συμβάλλουμε στη αποφυγή των πολλών παρανοήσεων, αλλά και στην εξάλειψη των λανθασμένων απόψεων και εθιμικών διατάξεων σχετικά με τη σύγκριση των δύο Αγιασμών και την χρήση τους.
Οδηγό σ’ αυτήν την προσπάθεια θα έχομε έναν από τους κυριώτερους εκπροσώπους της Φιλοκαλικής αναγέννησης του 18ου αιώνος, του κινήματος δηλ. των Κολλυβάδων, των Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο, ο οποίος είχε ασχοληθεί με το θέμα εκτενώς.
Στην “Έκθεσή” του ο Άγιος Αθανάσιος, τονίζει ότι ο Μεγάλος Αγιασμός έχει α) Δύναμη λουτρού παλιγγενεσίας και β) τελείται μία φορά το χρόνο, κατά την εορτή των Θεοφανείων, ως συμβολική ανάμνηση της δωρεάς της Θείας αναγεννήσεως από τον Χριστό. (Εδώ πρέπει να σημειώσουμε, ότι και την παραμονή των Θεοφανείων επεκράτησε από πολύ νωρίς να τελείται ο Μεγάλος Αγιασμός για πρακτικούς κυρίως λόγους, αλλά και αυτή η τέλεση εντάσσεται στην εορτή των Θεοφανείων και κατά συνέπεια δεν θεωρείται ως δεύτερη και ανεξάρτητη).
Από την άλλη πλευρά ο λεγόμενος Μικρός Αγιασμός: α) τελείται στις νουμηνίες (αρχή του μήνα), αλλά και κάθε φορά που κρίνεται απαραίτητο, χωρίς ιδιαίτερα αυστηρές ρυθμίσεις, β) παρέχει πλούτο ιαματικής δύναμης για κάθε ασθένεια, σωματική ή ψυχική και γ) φαίνεται ότι αρχίζει να εξαπλώνεται, ως αγιασματική ακολουθία, από το θαύμα το οποίον συνέβη στο Ναό της Θεοτόκου Ζωοδόχου Πηγής, όπως ο Άγιος Αθανάσιος αναφέρει.
Επομένως, όπως γίνεται αντιληπτό, η διάκριση η οποία παρατηρείται, έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και δεν υπονοεί, αλλ’ ούτε σε καμιά περίπτωση συνιστά ουσιαστική διάκριση η διαφοροποίησή τους. Αν επιχειρήσουμε μάλιστα μια ερευνητική μελέτη στις ακολουθίες του Μικρού και του Μεγάλου Αγιασμού, θα διαπιστώσουμε, ότι όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, επιβεβαιώνονται πλήρως. Κατ’ αρχήν πρέπει να σημειώσουμε, ότι υπάρχει εμφανής ομοιότητα στις δύο Ακολουθίες αφού και στις δύο τελείται Αγιασμός ύδατος.
Στον Μεγάλο Αγιασμό παρατηρούμε, πως τόσο τα τροπάρια, που τον συνοδεύουν (“Φωνή Κυρίου επί των υδάτων…” ), όσο και τα αναγνώσματα από τις Προφητείες του Ησαΐου, έχουν έντονο συμβολικό χαρακτήρα της τέλεσής του σε ανάμνηση του Βαπτίσματος του Χριστού και εξ’ αυτού παρουσιάζουν έντονο τον χαρακτήρα της Δεσποτικής εορτής. Σε αντίθεση ο Μικρός Αγιασμός διαφέρει σ’ αυτό το σημείο, αφού η συνοδευτική υμνογραφία, περιέχει τροπάρια αφιερωμένα στη Θεομήτορα.
Στην μεγάλη εκτενή Δέηση και των δύο ακολουθιών δίδεται η πνευματική έννοια του λουτρού της παλιγγενεσίας (“υπέρ του αγιασθήναι το ύδωρ τούτο τη επιφοιτήσει και δυνάμει και ενεργεία του Αγίου Πνεύματος …, του καταφοιτήσαι εν τοις ύδασι τούτοις την καθαρτικήν της υπερουσίου Τριάδος ενέργεια, …, του δωρηθήναι αυτοίς την χάριν της απολυτρώσεως, την ευλογίαν του Ιορδάνου, …., του γενηθήναι το ύδωρ τούτο αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, εις ίασιν ψυχής τε και σώματος και προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον…” κ. α.), αλλά από τη Ιστορία της λατρείας μας είναι γνωστό ότι ο Αγιασμός των Θεοφανείων επηρέασε μορφολογικά, την ακολουθία του Μικρού Αγιασμού και κατά συνέπειαν θεωρούμε αυτές τις ομοιότητες αυθεντικά στοιχεία της ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού, τα οποία συμπλήρωσαν, αργότερα την ακολουθία που επιβλήθηκε από την ανάγκη τελέσεως Αγιασμού εκτός της εορτής των Θεοφανείων.
Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούμαστε και από το περιεχόμενο των ευχών του καθαγιασμού του ύδατος, που ακολουθούν.
Στο μεγάλο Αγιασμό έχομε μια νοηματική συνέχεια με την εκτενή Δέηση, που προηγείται, αφού ο Ιερεύς αιτείται επευχόμενος τον καθαγιασμόν του ύδατος, ώστε αυτό να γίνει: “Αφθαρσίας πηγή, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσητον, αγγελικής ισχύος πεπληρωμένον. ΄Ινα απάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό προς καθαρισμόν ψυχών και σωμάτων, προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον”. Και μετά τη δεύτερη επίκληση το αγιασμένο ύδωρ, θα παρέχει “τοις τε απτομένοις, τοις τε χριομένοις, τοις τε μεταλαμβάνουσιν τον αγιασμόν, την ευλογίαν, την κάθαρσιν, την υγείαν”.
Στις καθαγιαστικές ευχές του Μικρού Αγιασμού, η Θεία Χάρη δια της μεταλήψεως και του ραντισμού του αγιασμένου ύδατος χορηγεί την ευλογία που αποσμήχει τους ρύπους των παθών και θεραπεύει τις ασθένειες της ψυχής και του σώματος και καταπέμπεται σ’ αυτό η ευλογία και η χάρη των ιαμάτων, ώστε να καταξιωνόμαστε να δεχόμαστε την απολύτρωση των ψυχικών και σωματικών πόνων.
Κατά συνέπειαν, αντιλαμβανόμαστε ότι ενώ στο Μικρό Αγιασμό δίδεται έμφαση στην ίαση των ψυχικών και σωματικών ασθενειών, στον Μεγάλο Αγιασμό, καίτοι υπάρχει και αυτό το αίτημα με παρόμοια άλλα, κυριαρχεί πλήρως η ευλογία της φύσεως των υδάτων με το βάπτισμα του Κυρίου, με όλο το βάρος και τις συνέπειες που έχει αυτή η αναμνηστική λειτουργική παρουσία ενός τέτοιου πραγματικού και σωτηριώδους γεγονότος για τη ζωή του όλου σώματος της Εκκλησίας, αλλά και του κάθε πιστού χωριστά. Αποτελεί την αναδημιουργία της ύλης και δι’ αυτής του κόσμου εν Χριστώ. Γι’ αυτό και επαξίως ονομάζεται λουτρόν παλιγγενεσίας. Γιατί το αγιασμένο ύδωρ των Θεοφανίων δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το αγιασμένο νερό του βαπτίσματος, στο οποίο βαπτίζεται ο Τίμιος Σταυρός σε αναπαράσταση του βαπτίσματος του Χριστού και το οποίο αντλούσαν οι πιστοί πριν το βάπτισμα των κατηχουμένων, ως ευλογία, λόγος για τον οποίον θεσπίστηκε η τέλεση του Μεγάλου Αγιασμού. Μάλιστα ο Μεγάλος Αγιασμός διατήρησε την τέλεσή του μέσα στη Θεία λειτουργία, όπως τελούνταν τόσο το Βάπτισμα, όσο και τα άλλα μυστήρια στους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες, ενώ ο Μικρός Αγιασμός τελείται καθ’ οιανδήποτε στιγμή και περίσταση, χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς.
Η σύντομη αυτή αναδρομή στο περιεχόμενο των δύο Ακολουθιών, κάνει εμφανή μια τιμητική και καθαρά και μόνον συμβολικήν υπεροχή του Μεγάλου Αγιασμού έναντι του Μικρού, αφού υπερέχει η συμβολική ανάμνηση του αγιασμού της υλικής κτίσεως από τον Κύριο και θεωρείται ως αφετηρία αγιασμού των πάντων σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δικαιολογείται ο παραδοσιακός χαρακτηρισμός του μεν ως Μεγάλου του δε ως Μικρού Αγιασμού. Εξ άλλου, όπως παρατηρήσαμε, η ακολουθία του Μικρού Αγιασμού είναι φανερά επηρεασμένη από την ακολουθία του Μεγάλου και ως μεταγενέστερη αυτής, χωρίς να υπονοείται σε καμία περίπτωση διαφοροποίηση της αγιαστικής χάριτος των δύο Αγιασμών ή της μετοχής τους από τους πιστούς.
Αρχιμανδρίτης
ΣΩΤΗΡΙΟΣ Ν. ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ, ιεροκήρυξ
—————————————————–
Βλ. Ι Μ. Φουντούλη,, Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας Δ΄, Αθήναι 1994, σ.200
Του ιδίου Κείμενα Λειτουργικής, τ. Β΄Θέματα Ευχολογίου, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 92, 105-106.
Του ιδίου, Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας Δ΄, Αθήναι 1994, σ. 203
apfilipposgrammatikous

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γίνε Σαμουήλ δια τας Εκκλησίας (Μ. Βασίλειος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιανουαρίου, 2015

Γίνε Σαμουήλ δια τας Εκκλησίας (Μ. Βασίλειος)

Σημαντική επιστολή του Μ. Βασιλείου προς τον Μ. Αθανάσιο. Δύο μεγάλοι Πατέρες. Η θεολογία του ενός σφράγισε την Β’ Οικουμενική Σύνοδο, του άλλου την Α’. Δύο μεγάλοι λειτουργοί και διάκονοι του Ευαγγελίου, πρότυπα για όλους τους σημερινούς ηγουμένους του λαού του Θεού. 
Η Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, η Εκκλησία του Παρακλήτου, από την αρχή είχε να αντιμετωπίσει τις μεθοδείες και τις επιθέσεις του διαβόλου, του οποίου ο σκοπός ήταν (και είναι) να επιβραδύνει το έργο της. Και το έργο της Εκκλησίας είναι να ζει και να ευαγγελίζεται το Ευαγγέλιο της Σωτηρίας. Το Ευαγγέλιο ήταν ο εξ αρχής στόχος των αντίθεων δυνάμεων, μία με την προσπάθεια νοθεύσεώς του (μέσω των αιρετικών), μία με την αμφισβήτησή του (εξ αιτίας των διωγμών από εθνικούς και Ιουδαίους), μια με τα σχίσματα και τους χωρισμούς που θέλησε να βάλει μέσα στο πνευματικό περιβάλλον της Εκκλησίας (δια των «ζηλωτών ου κατ’ επίγνωση» ή δια των κούφιων φιλοδοξιών). 
Στην επιστολή αυτή, σκιαγραφούνται ορισμένα προσόντα του ποιμένα, όπως η γνήσια αγάπη του υπέρ του λαού του Θεού που τον κινεί στο να λυπάται και να αγωνιά για την κατάσταση της Εκκλησίας, όταν εκείνη στραβοπατάει. Αποστολή του είναι σαν άλλος Σαμουήλ, να κρίνει δικαίως, να ζει πρώτος την πνευματική ζωή, και να δέεται στον Θεό. Να συμβάλει υπέρ της ειρήνης και της πνευματικής ενότητας, ορθοτομώντας και ορθοποδώντας στο θέλημα του Θεού, μεριμνώντας για τα λογικά πρόβατα του Κυρίου. Στην προσπάθεια αυτή μετέχει και ο λαός. Και έτσι όλοι μαζί, με μια καρδιά και ένα πνεύμα, εργάζονται το έργο του Θεού. Το Άγιο Πνεύμα διαφυλάττει την Εκκλησία κατά τις υποσχέσεις του Ιησού Χριστού, αλλά αυτό δεν γίνεται «μαγικά», αλλά μέσα από πρόσωπα.
Επιστολή του Μ. Βασιλείου προς τον Μ. Αθανάσιο (επιστολή 66).
«Δεν πιστεύω ότι η σημερινή κατάσταση, ή μάλλον για ν’ ακριβολογήσουμε περισσότερο, η σύγχυση των Εκκλησιών, λυπεί κανένα άλλο τόσο πολύ όσο την τιμιότητά σου· διότι εσύ, συγκρίνοντας τα σημερινά με τα παλαιά και συλλογιζόμενος την έκταση της αλλαγής τούτων από εκείνα, μπορείς να φθάσεις στο συμπέρασμα ότι, αν τα πράγματα συνεχίσουν να χειροτερεύουν με την ίδια ορμή, τίποτε δεν θα εμποδίσει τις Εκκλησίες να μετασχηματισθούν εντός ολίγου χρόνου σε άλλο εντελώς θεσμό. Πολλάκις διαλογίστηκα μόνος μου το εξής· εάν σε μας η περιπέτεια των Εκκλησιών φαίνεται τόσο ελεεινή, ποια συναισθήματα θα έχει ευλόγως εκείνος που γνωρίζει εκ πείρας την αρχαία ευστάθεια και ομόνοια των Εκκλησιώνεις τα ζητήματα της πίστεως; Αλλ’ ακριβώς όπως το μεγαλύτερο μερίδιο της λύπης έχει πέσει στην τελειότητά σου, ούτω νομίζουμε ότι και το μεγαλύτερο μερίδιο της μερίμνης υπέρ των Εκκλησιών αρμόζει στην φρόνησή σου.
Και εγώ επίσης, από την μέτρια κατάληψη των πραγμάτων την οποία κατέχω, έφθασα από πολύ καιρό εις το συμπέρασμα να αναγνωρίζω μόνο μια οδό βοήθειας προς τας Εκκλησίας μας, την επίδειξη συμπαθείας εκ μέρους των δυτικών επισκόπων. Διότι, εάν θελήσουν να επιδείξουν υπέρ της Εκκλησίας των δικών μας μερών τον ίδιο ζήλο που είχαν στην περίπτωση ενός ή δύο προσώπων εις την Δύση, τα οποία απεκαλύφθησαν να ακολουθούν την κακοδοξία, ίσως κάποιο κέρδος θα προέλθει στα κοινά, διότι και οι άρχοντες επηρεάζονται ενώπιον της νομιμοφροσύνης του πλήθους και οι εκεί λαοί ακολουθούν πάντοτε τους επισκόπους χωρίς αντίρρηση.
Ποιος λοιπόν είναι ικανότερος από την σύνεσή σου να πραγματοποιήσει τούτο; Ποιος είναιοξυνούστερος δια ν’ αντιληφθεί τι χρειάζεται; Ποιος είναι πρακτικότερος δια να ενεργήσει τα χρήσιμα; Ποιος έχει περισσότερη συμπάθεια προς τις θλίψεις των αδελφών; Ποιος είναι σε όλη την Δύση σεβαστότερος από την λευκή κόμη σου; Τιμιότατε πάτερ, άφησε ένα μνημόσυνο του βίου σου αξίου της πολιτείας σου. Καταστόλισε εκείνους τους μύριους άθλους σου υπέρ της ευσεβείας με ένα παρόμοιο έργο. Στείλε μερικούς άνδρες της υπό την φροντίδα σου Εκκλησίας, δυνατούς εις την γνήσια διδασκαλία, προς τους επισκόπους της Δύσεως.
Διηγήσου εις αυτούς τις συμφορές που μας έπληξαν, υπέδειξε τρόπο ενισχύσεως, γίνε Σαμουήλ δια τας Εκκλησίας. Μοιράσου τις κακουχίες των πολεμουμένων λαών, πρόσφερε προσευχές υπέρ της ειρήνης, ζήτησε χάριν από τον Κύριο να θεμελιώσει εις τας Εκκλησίας ένα μνημείο ειρήνης. Γνωρίζω ότι οι επιστολές είναι ασθενείς για να δώσουν συμβουλές για τόσο σπουδαίο ζήτημα. Αλλ΄ ούτε εσύ χρειάζεσαι από άλλους παράκληση περισσότερο από όσο χρειάζονται οι γενναιότατοι των αθλητών τις ενθαρρύνσεις των παιδιών, ούτε εμείς διδάσκουμε άνθρωπο αγνοούντα, αλλ’ απλώς επιτείνουμε τον ζήλο ανθρώπου που έβαλε ήδη σε κίνηση το έργο.
Σχετικά με τις άλλες υποθέσεις της Ανατολής ίσως σου χρειάζεται η συνεργασία πολλών ανθρώπων και εξ άλλου πρέπει να περιμένεις τους εκ της Δύσεως. Αλλά βεβαίως η ευταξία της Εκκλησίας της Αντιόχειας προφανώς εξαρτάται από την θεοσέβειά σου, ώστε να δύνασαι μερικούς μεν εκεί να συγκρατείς, άλλους δε να καθησυχάζεις και τέλος να ξαναδώσεις την ισχύν εις την Εκκλησία δια της ομονοίας.
Διότι, το ότι οφείλεις, κατά το πρότυπο των σοφότατων ιατρών, ν’ αρχίσεις την φροντίδα από τα ζωτικότερα σημεία, εσύ γνωρίζεις ακριβέστερα από κάθε άλλο. Τι μπορεί να θεωρηθεί ζωτικότερο δια τας Εκκλησίας της οικουμένης από την της Αντιοχείας; Αν συμβεί να επανέλθει αυτή εις την ομόνοια, τίποτα δεν θα εμποδίζει να χορηγεί αυτή, σαν υγιής κεφαλή, την υγεία εις ολάκερο το σώμα.
Πράγματι τα αρρωστήματα της πόλεως εκείνης χρειάζονται την δική σου σοφία καιευαγγελική συμπάθεια, διότι αυτή δεν έχει μόνο υπό των αιρετικών κομματιαστεί, αλλά διασπάται και από εκείνους που βεβαιώνουν ότι είναι ομόφρονες. Το να ενώσει αυτά τα μέρη και να συναγάγει πάλι σε αρμονία ενός σώματος ανήκει σε εκείνον μόνο που με την ανεκφράστου δύναμή του χαρίζει πάλι και στα ξερά οστά ακόμη νεύρα και σάρκα. Βεβαίωςτα μεγάλα έργα του ο Κύριος ενεργεί δια των αξίων οργάνων του. Πάλι λοιπόν και εδώ ελπίζουμε ότι η διευθέτηση τόσο σπουδαίων ζητημάτων απόκειται εις την μεγαλοφυΐα σου, ώστε να καθησυχάσεις μεν του λαού την ταραχή, να καταργήσεις δε τις κομματικές ηγεσίες, να υποτάξεις όλους εις αλλήλους εν αγάπη, και ν’ αποδώσεις εις την Εκκλησία την αρχαία δύναμή της».
(Έργα Μ. Βασιλείου, ΕΠΕ 1, σελ. 363-369) 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το εσφαλμένο του Filioque (π. Ι. Ρωμανίδης).

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιανουαρίου, 2015

Κατά τα πρώτα  βήματα της επιστροφής μου (σημείωση π. Γ. Μεταλληνού: «Ασφαλώς εννοεί την στροφή του στην μελέτη της ορθοδόξου παραδόσεως») εις την Ορθοδοξίαν έμαθα ότι το εσφαλμένον του Filioque βασίζεται εις την δυτικήν σύγχυσιν θείας ουσίας και ενεργείας. Ούτω οι Δυτικοί ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι, αφού το Πνεύμα πέμπεται και δίδεται όχι μόνον υπό του Πατρός, αλλά και υπό ή δια του Υιού, έπεται ότι εκπορεύεται και εκ του Υιού ή δια του Υιού. Η σύγχυσις αύτη της ενεργείας του πέμπειν μετά της εκπορεύσεως, ο της ουσίας εστίν, δικαιολογεί εις τα όμματα των Δυτικών το Filioque.

«Ει μηδέν διαφέρει της θείας ενεργείας η θεία ουσία, και το γεννάν και εκπορεύειν, ουδέν δοίσει του ποιείν· ποιεί δε ο Θεός και Πατήρ δι’ Υιού εν Αγίω Πνεύματι. Ώστε και γεννά και εκπορεύει, κατά την των εναντίων δόξαν και των κατ’ αυτούς, δι’ Υιού εν Αγίω Πνεύματι» (Παλαμάς, PG150, 1189).
Αφού εφθάσαμεν εις το Filioque, επανερχόμεθα εις την κατηγορίαν του κου Καθηγητού ότι δεν παραδέχομαι τον Θεόν ως νουν κατά την ουσίαν με αρχέτυπα (εν τη θεία ουσία). Βεβαιότατα δεν παραδέχομαι τοιούτον τι, όχι μόνον διότι οδηγεί εις τον ανθρωπομορφισμόν και ουδείς Πατήρ διδάσκει αυτό, αλλά και διότι οι Έλληνες Πατέρες συστηματικώς κατεπολέμησαν τα τοιαύτα, ως ανέκυψαν εις το ζήτημα του Filioque.
 
Ταυτίζοντες οι Δυτικοί ουσίαν και ενέργειαν, ανάγουν τας νοητικάς ενεργείας του Θεού εις αυτήν ταύτην την θείαν ουσίαν. Δι’ αυτούς «μόνον εν Θεώ η ενέργεια της νοήσεως είναι αυτή αύτη η ύπαρξις αυτού. Λοιπόν μόνον εν τω Θεώ νους και ουσία είναι ταυτόν, ενώ εν τοις λοιποίς νοητοίς ποιήμασιν ο νους είναι δύναμις» (Παπικό σύγγραμμα Summa Theologica, μερ. Α’, κεφ. 79, άρθ. 1).
Λοιπόν , δια μιας αναλύσεως των νοητικών ενεργειών της θείας ουσίας περιγράφουν μιαν θεϊκήν ψυχολογίαν και ευρίσκουν πως τα Τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δύνανται να υπάρχουν εντός της μίας και κατά πάντα απλής θείας ουσίας. Ούτω οι ακολουθούντες τον Αυγουστίνον Δυτικοί ισχυρίζονται ότι τα τρία πρόσωπα δύνανται να παρομοιασθούν με τρείς λειτουργίας της διανοίας. Ούτω εκλαμβάνουν την θείαν ουσίαν ως memoria, intelligentia, καιvoluntas ή mens, notitia, και amor. Κατά την τελευταίαν εκδοχήν η θεία ουσία είναι «νους», «αυτογνωσία», και «αυτοαγάπη». Ο Πατήρ είναι νους, ο Υιός είναι η αυτογνωσία του νοός και το Πνεύμα είναι υπό του Υιού προκληθείσα αγάπη του νοός προς εαυτόν. Κατά ταύτα το Πνεύμα έχει την ύπαρξίν του εν τω Πατρί και εν τω Υιώ και ως εκ τούτου εκπορεύεται εκ του Πατρός και εκ του Υιού. Ενώ κατά τους Έλληνας Πατέρας γνώσις και αγάπη είναι θείαι ενέργειαι, δια τους Δυτικούς είναι της θείας ουσίας.
Αι δε σχέσεις ή ενέργειαι της θείας ουσίας προς εαυτήν λέγονται πρόσωπα. Κατά τους Δυτικούς αι σχέσεις αύται της θείας ουσίας προς εαυτήν υπάρχουν δια της νοήσεως και δια της βουλήσεως. Δικαίως, λοιπόν, καταδίκασαν την διδασκαλίαν ταύτην οι Έλληνες Πατέρες ως Σαβελλιανισμόν. Και οι Σαβελλιανοί επρέσβευον ότι τα τρία πρόσωπα είναι ενέργειαι της μιας ουσίας.
(Απόσπασμα από το «Εγχειρίδιον», π. Ι. Σ. Ρωμανίδης, σελ. 156-158).

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιανουαρίου, 2015

ἑτοιμάσατε τήν ὁδόν Κυρίου᾽ (Μάρκ. 1, )
α. Γιά τό λιοντάρι τῆς ἐρήμου, ὅπως ἔχει χαρακτηρισθῆ, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν Πρόδρομο, κάνει λόγο σήμερα τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. ᾽Αποτελεῖ αὐτός τήν ἀρχή τοῦ εὐαγγελίου τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. Διότι ὁ ᾽Ιωάννης ἐστάλη ἀπό τόν Θεό νά προετοιμάσει τόν δρόμο τοῦ Μεσσία: ῾ἰδού ἐγώ ἀποστέλλω τόν ἄγγελόν μου πρό προσώπου σου᾽. Καί τόν προετοίμασε καί μέ τό κήρυγμα τῆς μετανοίας καί μέ τό βάπτισμα τῆς μετανοίας. Κι ἦταν ὅλη ἡ ζωή του ἀντίστοιχη πρός τήν ἀποστολή του: ντυμένος μέ τρίχες καμήλου καί τρεφόμενος μέ ἀκρίδες καί μέλι ἄγριο. ῾Η κραυγή λοιπόν τοῦ ἀγίου ᾽Ιωάννη ἦταν ῾ἑτοιμάσατε τήν ὁδόν Κυρίου᾽.
β. 1. Ποιά ἡ ὁδός Κυρίου; Δέν εἶναι ἀσφαλῶς κάποια ἐπίγεια ὁδός οὔτε ὅμως καί οἱ δρόμοι ὡς τρόποι ζωῆς πού καθορίζουν οἱ διάφορες θρησκεῖες ἤ τά διάφορα φιλοσοφικά καί κοινωνικά ρεύματα. ῞Ολα αὐτά εἶναι ἀνθρώπινα κατασκευάσματα, πού σημαίνει ὅτι ἐμπεριέχουν τό στοιχεῖο τῆς πλάνης ὅπως κάθε τι ἀνθρώπινο. ῾Οδός Κυρίου εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς πού ὑποδεικνύει ὁ ἴδιος ὁ Τριαδικός Θεός στόν ἄνθρωπο προκειμένου νά τόν ἀκολουθήσει καί νά ζήσει. Εἶναι ἀκριβῶς ὁ δρόμος ζωῆς πού ἐξήγγελλαν οἱ προφῆτες καί ἔφερε ὁ ἐνσαρκωθείς Θεός, ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός. Κι ἀκόμη πιό καθαρά: ὁδός Κυρίου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὅπως τό βεβαίωσε τό ἀψευδές στόμα Του: ῾᾽Εγώ εἰμι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή᾽. ῎Ετσι ὄ,τι εἶπε καί ἔζησε ὁ Κύριος συνιστᾶ τόν δρόμο πού μᾶς φέρνει ἄμεσα σέ σχέση μέ τόν Θεό.
2. ῾Ο Κύριος ὅμως ἦλθε ὄχι ἁπλῶς νά μᾶς ὑποδείξει τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά μᾶς ἐνσωματώσει στόν ἑαυτό Του καί ἑπομένως γενόμενοι ἕνα μ᾽ ᾽Εκεῖνον νά εἴμαστε κι ἐμεῖς ὁδός Κυρίου. Μέ ἄλλα λόγια ὁ κάθε χριστιανός (πρέπει νά) εἶναι  μία φανέρωση τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε στό πρόσωπό του πρέπει νά βλέπει ὁ κόσμος Αὐτόν τόν ῎Ιδιο. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁμολογοῦσε τή χάρη αὐτή: ῾Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽, ἐνῶ ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη εἶχε προφητευθῆ ἡ ὑπερφυής αὐτή πραγματικότητα: ῾᾽Ενοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω…᾽.
3. Αὐτή ὅμως ἡ ἀσύλληπτη γιά τόν ἀνθρώπινο νοῦ πραγματικότητα, τήν ὁποία φέρνει στόν πιστό ὁ Χριστός, ἀπαιτεῖ καί τήν ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἀρκεῖ μόνον ἡ προσφορά τοῦ Θεοῦ. Χρειάζεται καί ἡ ἑτοιμότητα τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή ἡ διάθεσή του νά δεῖ καί νά ἀποδεχθεῖ τήν προσφορά αὐτή. ῾῾Ετοιμάσατε…᾽. Μία ἑτοιμότητα πού δέν ἔχει διακοπές ἤ διαλείμματα, δεδομένου ὅτι ἡ ὁδός Κυρίου εἶναι μονίμως ἀνοικτή πρός τόν ἄνθρωπο καί ἡ προσφορά Του σ᾽ αὐτόν ἀδιάκοπη. Χριστιανός ἔτσι σημαίνει νήφων καί ἐγρηγορώς ἄνθρωπος, πού ἔχει τά μάτια του ἀνοικτά γιά νά βλέπει τήν παρουσία τοῦ Κυρίου στόν ἑαυτό του, στό πρόσωπο τοῦ κάθε συνανθρώπου του, στήν κάθε εὐκαιρία τοῦ χρόνου, εὐχάριστη ἤ πολλῷ μᾶλλον θεωρούμενη δυσάρεστη. ῾Γίνεσθε ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε, ὁ Κύριος ἔρχεται᾽.
4. ῾Ο προφήτης βεβαίως δέν τρέφει αὐταπάτες. ῾Η κλήση τοῦ ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ ᾽Ιωάννου γιά ἑτοιμασία τοῦ ἀνθρώπου πρός ἀποδοχή τοῦ Μεσσία θά βρίσκει συνήθως κλειστά ὦτα. ῾Φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ᾽, σημειώνει.  Κι αὐτό γιατί οἱ πολλοί δέν θέλουν νά ἀκούσουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Φορτωμένες οἱ καρδιές τους ἀπό τά ψεκτά πάθη καί ἀπό ὅ,τι γοητευτικό προσφέρει ὁ κόσμος μέσω τῶν αἰσθήσεων, φανερώνουν τήν ἐρημία πού κυριαρχεῖ μέσα τους γιά δίψα τῆς ἀλήθειας καί τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ. Η ξηρασία τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ καί ἡ λιμοκτονία τοῦ σωτήριου λόγου Του εἶναι τά γνωρίσματα τῆς ζωῆς τους.  Παρ᾽ ὅλα αὐτά ὅμως ὁ προφήτης, συνεπῶς καί ἡ ᾽Εκκλησία πού συνεχίζει τήν προφητική παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἐξακολουθοῦν καί κηρύσσουν: ῾῾Ετοιμάσατε τήν ὁδόν Κυρίου᾽. Γιατί ναί μέν ὑφίσταται ἡ ἐρημία, ἀλλ᾽ὡς νησίδες ὑπάρχουν καί κάποιες ὀάσεις, ἄνθρωποι δηλαδή καλοπροαίρετοι πού ἀναζητοῦν τόν Θεό στή ζωή τους.
γ. ῎Ας φοβηθοῦμε τήν ἐρημία καί τήν ξηρασία τῆς καρδιᾶς. ῎Ας συνειδητοποιήσουμε τό μεγαλεῖο τῆς κλήσεώς μας καί ἄς θελήσουμε τή σωτηρία μας. Δηλαδή ἄς ἀφήσουμε τόν Χριστό νά περιπατήσει μέσα μας, ἐπιλέγοντας τόν μόνο δρόμο πού Τοῦ ταιριάζει: τή μετάνοια.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή προ των Φώτων – Ο καλός αγώνας της πίστεως

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιανουαρίου, 2015

Ο καλός αγώνας της πίστεως

Β’ Τιμοθ. 4.5-8

Τέκνον Τιμόθεε, νῆφε ἐν πᾶσι, κακοπάθησον, ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ, τὴν διακονίαν σου πληροφόρησον. Ἐγὼ γὰρ ἤδη σπένδομαι, καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἐμῆς ἀναλύσεως ἐφέστηκε. Τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτής, οὐ μόνον δὲ ἐμοί, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ. 

Κυριακή προ των Φώτων σήμερα, και ο απόστολος Παύλος με το απόσπασμα από την δεύτερη προς Τιμόθεον επιστολή το οποίο ακούσαμε, μάς προτρέπει να αγωνιζόμαστε τον καλό αγώνα της πίστεως. Παιδί μου Τιμόθεε, λέει, να έχεις νήψη σε όλα, να κακοπαθείς, να ποιείς έργο ευαγγελιστού, να εκπληρώνεις την διακονία σου. Γιατί εγώ ήδη γίνομαι σπονδή, και ο καιρός της αναχωρήσεώς μου έφτασε. Αγωνίστηκα τον καλό αγώνα, τελείωσα τον δρόμο, τήρησα την πίστη· λοιπόν, μού απομένει ο στέφανος της δικαιοσύνης, τον οποίο θα μού αποδώσει εκείνη την ημέρα ο Κύριος, ο δίκαιος κριτής, όχι μόνο σε εμένα αλλά και σε όλους όσους αγάπησαν την επιφάνεια αυτού.

Επιφάνεια σημαίνει φανέρωση· Επιφάνεια ή Θεοφάνεια ονομάζεται και η μεθαυριανή εορτή, καθότι αποτελεί την φανέρωση του Θεού στον κόσμο: ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού δέχεται το βάπτισμα του Ιωάννη στον Ιορδάνη ποταμό, ο Θεός Πατέρας μαρτυρεί ότι «ούτος εστί ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ηυδόκησα» και το Άγιο Πνεύμα, εν είδει περιστεράς, κατεβαίνει από τον ουρανό. Και πώς δύναται κανείς να αγαπήσει την επιφάνεια του Χριστού; Εάν αναγνωρίζει και πιστεύει ότι είναι ο Υιός του θεού, και χαίρεται για την παρουσία του. Και όποιος χαίρεται για την παρουσία του Χριστού, κάνει πράξεις άξιες αυτής της χαράς και δεν λογαριάζει πράγματα και κτήματα αλλά ακόμα και την ζωή του δίνει για την αγάπη του Χριστού. Γιατί, όπως είπε ο Κύριος, «ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ιω. 14.23). Αυτός είναι ο σκοπός της φανέρωσης του Θεού στον κόσμο, αυτός είναι ο σκοπός της ζωής μας, αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο σήμερα ακούσαμε τούτη την περικοπή.

Τον τρόπο με τον οποίο θα τηρήσουμε τον λόγο του Χριστού, τον εξηγεί ο απόστολος Παύλος: να έχεις, λέει πρώτα, νήψη σε όλα. Νήψη σημαίνει εγρήγορση και καθαρότητα του νου, ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε το αγαθό από το πονηρό, το κοσμικό πνεύμα από το θέλημα του Θεού. Νήψη είναι η διαρκής επιφυλακή του νου, η ανάκριση των λογισμών και των επιθυμιών μας, η διάκριση ανάμεσα στον λόγο του Κυρίου και στα λόγια των ψευδοπροφητών και ψευδοδιδασκάλων, που σε κάθε εποχή παρουσιάζονται. Κι έπειτα, να κακοπαθείς για τον Χριστό, να υπομένεις τις θλίψεις και τις στενοχώριες, τους πειρασμούς, τους διωγμούς, την απαξία του κόσμου, να μη λογαριάζεις κόπους για την αγάπη του Χριστού, να μη υπολογίζεις θυσίες, να κηρύττεις με την ζωή σου πρώτα και έπειτα με τα λόγια το θέλημα του Θεού και το Ευαγγέλιο. Αυτό είναι έργο ευαγγελιστού, αυτό αποτελεί και την εκπλήρωση της διακονίας σου, αυτό είναι και ο ρόλος του κάθε χριστιανού στον κόσμο, να φωτίζεται δηλαδή από το φως του Χριστού και να διάγει βίο χριστιανικό και αφού φωτιστεί ο ίδιος, να φωτίζει με την ζωή του τον κόσμο.

Απόδειξη των όσων λέει φέρνει ο απόστολος Παύλος τον ίδιο τον εαυτό του. Εγώ, μάς λέει, έχω γίνει σπονδή, δεν θυσίασα απλά κάτι από την ζωή μου αλλά την προσέφερα όλη, κήρυξα στα πέρατα της οικουμένης, υπέμεινα κακουχίες και διωγμούς, τον καλό αγώνα τον έφερα εις πέρας και επομένως μού απομένει να με στεφανώσει ο Κύριος. Δεν τα λέει αυτά με διάθεση αυτοπροβολής αλλά για να δείξει ότι οι δωρεές του Θεού αφορούν σε όλους τους ανθρώπους οι οποίοι αγαπούν την φανέρωση του Θεού στον κόσμο, και τηρούν τις εντολές του Χριστού. Ο ίδιος πολλές φορές μιλώντας για τον εαυτό του έχει χρησιμοποιήσει τις πλέον ευτελείς και απαξιωτικές εκφράσεις. Στην σημερινή περίσταση, επειδή όλη η επιστολή αποτελεί μια παρακαταθήκη προς τον μαθητή του Τιμόθεο και κατ` επέκταση προς όλους εμάς, είναι σαν να μάς λέει ότι εάν θεωρείτε ότι είμαι μέγας, ότι έκανα το καθήκον μου σαν χριστιανός και σαν απόστολος και κατά συνέπεια ο Κύριος θα με στεφανώσει, να γνωρίζετε ότι το ίδιο βραβείο θα δώσει και σε κάθε άνθρωπο, ο οποίος θα πιστέψει στον Θεό και θα τηρήσει τις εντολές του.

Διανύοντας το Άγιο Δωδεκαήμερο, το οποίο οριοθετείται από τις δύο μεγάλες εορτές της θείας Επιφανείας, την Γέννηση δηλαδή και την Βάπτιση του Χριστού, ας κρατήσουμε τούτη την παρακαταθήκη του αποστόλου Παύλου· ας έχουμε εγρήγορση πνευματική, ας θυσιάσουμε τις ανέσεις, ας γίνουμε κήρυκες του Ευαγγελίου εφαρμόζοντας τις εντολές του Χριστού. Και όλα αυτά, χαίροντες για την φανέρωση του Θεού στον κόσμο και συμμετέχοντας με χριστιανικό και πνευματικό τρόπο στο μέγα μυστήριο της θείας οικονομίας, ώστε να αξιωθούμε της τιμής και της χαράς να λάβουμε και εμείς μαζί με όλους τους αγίους, κατά την ημέρα της Κρίσεως, τον στέφανο της δικαιοσύνης. Αμήν.

 π. Χερουβείμ Βελέτζας 

http://xerouveim.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »