kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΩΝ ΣΤΕΛΕΧΩΝ: ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΓΝΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουάριος 24, 2014

Τα τελευταία χρόνια είναι γεγονός ότι στο κατηχητικό έργο της Εκκλησίας έχει γίνει ένα άνοιγμα σε νέους ανθρώπους, οι οποίοι αναλαμβάνουν την κατηχητική διακονία με κριτήριο την διάθεσή τους να βοηθήσουν, το ότι λόγω της ηλικίας τους είναι πιο κοντά στα παιδιά, μπορούν να παίξουν και να χαρούνε μαζί τους και να καταστήσουν την κατήχηση πιο ελκυστική. Οι μεγαλύτεροι στην ηλικία κατηχητές, επειδή κομίζουν ένα πνεύμα περισσότερο «διδασκαλικό», διδακτικό, καθώς έχουν περισσότερες γνώσεις, συνήθως, από τους νεώτερους, περιορίζονται στο να κατηχούν μεγαλύτερες ηλικίες ή και αξιοποιούνται σε κύκλους μελέτης Αγίας Γραφής. Πολλοί ιερείς νεότητας, παρότι γνωρίζουν ότι τα νεώτερα στελέχη δεν είναι τόσο κατηρτισμένα σε ζητήματα πνευματικά, αλλά και πάνω στις λεπτομέρειες της πίστης, θεωρούν ότι το άνοιγμα προς τους νεώτερους επιβάλλεται. Αναπληρώνουν το κενό στην γνώση με την βοήθεια των όποιων κατηχητικών βοηθημάτων υπάρχουν, όπως επίσης και με το να δίνεται μεγαλύτερο βάρος στο παιχνίδι καθώς και στην αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογικών μέσων, τα οποία φέρνουν την κατήχηση πιο κοντά στις σύγχρονες παραστάσεις των παιδιών και των νέων. Υπάρχει βεβαίως και ένα ρεύμα πιο παραδοσιακό. Είναι όσοι ιερείς αντλούν στελέχη από χριστιανικές αδελφότητες, στις οποίες είναι γεγονός ότι υπάρχει μία πιο συνεπής κατάρτιση σε ζητήματα οργάνωσης και περιεχομένου του κατηχητικού έργου και μάλιστα στη λογική περισσότερο της εντός της Εκκλησίας πορείας και όχι στη λογική του ανοίγματος στον κόσμο, αλλά και ιερείς που έχουν οι ίδιοι πνευματικά παιδιά τα οποία καθοδηγούν με τέτοιο τρόπο ώστε να κρατούν μια πιο συντηρητική γραμμή τόσο στην κατήχηση όσο και στη ζωή τους.
Τα δύο αυτά κύρια ρεύματα μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν στην κατήχηση της Εκκλησίας, χωρίς να διεκδικούν το μονοπώλιο της αλήθειας και της αυθεντικότητας. Κι αυτό διότι η Εκκλησία πάντοτε απευθυνόταν τόσο προς εκείνους που ζώντας μέσα στον κόσμο παραμένουν ακατήχητοι και που ακόμη κι αν κατηχηθούν με τον τρόπο που η παράδοση ορίζει, δηλαδή μέσα από την μυσταγωγία της πνευματικής ζωής και την κατάρτιση στα δόγματα και τις αλήθειες της πίστης, δεν είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν την πραγματικότητα της εκκοσμίκευσης και του διαλόγου μ’  αυτήν, ενίοτε και της υποταγής σ’  αυτήν, όσο και προς εκείνους  οι οποίοι θεωρούν ότι ο Χριστός είναι η προτεραιότητα της ζωής τους ή τουλάχιστον οι παραδοσιακές αξίες, έστω κι αν πρυτανεύει περισσότερο μια ηθική θεώρηση της πίστης και λιγότερο το άνοιγμα της οντολογικής μεταμόρφωσης του ανθρώπου, ο οποίος καλείται να κομίσει στον κόσμο το μήνυμα του Ευαγγελίου που είναι «το σωτήριον του Θεού» (Εισοδικό εορτής της Υπαπαντής) και η πρόσκληση για σωτηρία δια της αγάπης. Αυτή η συνύπαρξη πρέπει να διαφαίνεται και στον τρόπο λειτουργίας του κατηχητικού έργου, ο οποίος ποικίλλει ανά ενοριακή κοινότητα, ανάλογα με τον αριθμό των στελεχών και τις δυνατότητές τους, όπως επίσης ανάλογα και με τον αριθμό των κατηχουμένων, παιδιών και νέων, ο οποίος συνήθως βαίνει μειούμενος συνολικά τα τελευταία χρόνια στις μεγαλύτερες ηλικίες, ενώ αυξάνει το ενδιαφέρον των γονέων για την οργάνωση τμημάτων προσχολικής κατήχησης ή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού.
Αν θέλουμε πάντως να είμαστε ειλικρινείς, ο χρόνος που απομένει σήμερα για την κατάρτιση των κατηχητών ολοένα και λιγοστεύει, τόσο για τους ίδιους όσο και για τους επιμορφωτές τους. Η κατήχηση δεν είναι επάγγελμα. Δεν εμπεριέχει αμοιβή. Είναι μία εθελοντική διακονία, στην οποία αυτός που προσφέρει δεν νιώθει επαγγελματίας αλλά ερασιτέχνης. Αυτό δεν είναι κατ’  ανάγκην κακό, εάν σκεφτούμε πόση βλάβη έχει προκαλέσει ο κακός επαγγελματισμός στην κοινωνία μας σε όλους τους θεσμούς και τομείς. Από την άλλη, συχνά ο ερασιτέχνης βάζει μία ιδιότητα πολύ σπουδαία στο έργο του:  το μεράκι και τη χαρά για ό,τι κάνει. Επειδή δεν περιμένει αμοιβή,«κάνει το κέφι του». Αυτό έχει θετική συνέπεια σε ό,τι αφορά στην ποιότητα της σχέσης που αναπτύσσει με όσους συναναστρέφεται, αλλά δεν προσδίδει πάντοτε ανάλογη σταθερότητα και διάρκεια στο καθαυτό έργο, καθώς είτε απογοητεύεται εύκολα, είτε δεν έχει τη αίσθηση του καθήκοντος, είτε δεν θεωρεί ότι πρέπει και να επιμορφωθεί ιδιαίτερα γι’ αυτό που κάνει. Του αρκούν τα βασικά. Δεν είναι κατ’ ανάγκην αμελής σε ό,τι κάνει. Δεν έχει όμως την αίσθηση ότι «χάλασε ο κόσμος» αν λείψει από την κατηχητική συνάντηση, αν δεν προετοιμαστεί και ιδιαίτερα, εάν δεν γνωρίζει τόσα όσα θα χρειαζόταν για το θέμα που καλείται να παρουσιάσει. Αρκείται σε ό,τι του δίδεται ή σε ό,τι βρίσκει ο ίδιος, από μία πρόχειρη έρευνα. Γι’ αυτό και το ζήτημα της καλλιέργειας των στελεχών, όταν αντιμετωπίζουμε το ερώτημα κατά πόσον χρειάζεται να περάσουμε από την εγκεφαλική γνώση στην εμπειρία, δεν είναι καθόλου εύκολο να απαντηθεί.
Σε πολλές ενορίες και μητροπόλεις δεν έχουμε στελέχη ικανώς κατηρτισμένα. Ζητούμε την εγκεφαλική γνώση και δεν την έχουμε, σε έναν επαρκή βαθμό. Πώς μπορούμε να ψάχνουμε για εμπειρίες πνευματικής ζωής, τις οποίες μάλιστα ένα στέλεχος θα μπορέσει να τις μοιραστεί με παιδιά και νέους; Γιατί η εμπειρία από μόνη της είναι σημείο αγιότητας. Ποιος όμως μπορεί να ισχυριστεί ότι καταλαβαίνει και βιώνει την αγιότητα ως δώρο Θεού και την ίδια στιγμή την αφήνει να επενεργεί στη ζωή του;  Η τόλμη και μόνο να περάσει από τη σκέψη μας ότι εάν θέλουμε «να διδάξουμε και ετέρους» (Β’ Τιμ.2,2), χρειάζεται να είμαστε ψυχές αγιασμένες, καθιστά την όποια διακονία μας ηττημένη εκ των προτέρων από τον ίδιο μας τον εαυτό. Περιοριζόμαστε λοιπόν στο έργο της παιδαγωγίας, κατά τον αποστολικό λόγο: «εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχετε, αλλ’ ου πολλούς πατέρας» (Α’  Κορ. 4,15). Είμαστε παιδαγωγοί. Κι ένας παιδαγωγός πρωτίστως οφείλει να έχει την ταπείνωση της επίγνωσης ότι επιτελεί ένα έργο εισαγωγικό στην πνευματική ζωή. Επιτελεί κατά κάποιον τρόπο την πρώτη γνωριμία μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Σπέρνει και αφήνει στον Θεό τα υπόλοιπα. Γιατί η σχέση του ανθρώπου με το Θεό είναι έρωτας. Και στον έρωτα δεν αρκεί η γνωριμία. Χρειάζεται η γνώση που θα ξεπερνά τις αισθήσεις, χωρίς να τις απορρίπτει. Χρειάζεται η γνώση που θα γίνεται οικείωση του Αγαπημένου στην καρδιά και την ψυχή και την ύπαρξή μας ολόκληρη. Χρειάζεται η αίσθηση ότι εμείς πρέπει να ελαττωνόμαστε (Ιωάν. 3,30), το θέλημά μας, το εγώ μας, η διανοητική μας προσέγγιση, και Εκείνος, ο Χριστός, η όντως Αλήθεια να αυξάνει εντός μας.
Ωστόσο, καθώς ζούμε σε μία δύσκολη πραγματικότητα, στην οποία ο θερισμός είναι πολύς και οι εργάτες ολίγοι (Ματθ. 10,34), κανείς δεν μας περισσεύει. Ο λόγος του Χριστού είναι ξεκάθαρος: εάν «ουδείς ημάς εμισθώσατο», Εκείνος ζητά την εργασία μας, ζητά να πάμε στον αμπελώνα Του (Ματθ. 20,7). Και γι’  αυτό ο καθένας μας καλείται να προσφέρει αυτό που μπορεί. Χωρίς να απορρίπτουμε κανέναν και τίποτε, καλούμαστε τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και στην ίδια την κατηχητική διακονία να αγωνιστούμε να μάθουμε, να γνωρίσουμε, να αποκτήσουμε εμπειρίες και να μοιραστούμε ό,τι μπορούμε. Την ίδια στιγμή έχουμε πολυτιμότατο βοηθό στο έργο μας την παράδοση της Εκκλησίας. Τους Αγίους μας. Τους Πατέρες. Τους ασκητές. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, που είτε ζώντας εν τω κόσμω είτε εκτός του κόσμου, αγάπησαν το Χριστό και μας έδειξαν ότι η σχέση μαζί Του είναι κατορθωτή, όχι γιατί ανεβαίνουμε εμείς προς Αυτόν, αλλά γιατί Εκείνος και κατέβηκε και ανεβαίνει, αιχμαλωτίζοντάς μας με την αγάπη Του (Εφεσ. 4, 8). Δεν έχουμε εμπειρίες. Μπορούμε όμως να γνωρίσουμε τις εμπειρίες των αγίων μας και να τις μοιραστούμε, τόσο με τον εαυτό μας όσο και με τα παιδιά και τους νέους που κατηχούμε.
Γνώση, πίστη και εμπειρία λοιπόν είναι ένα τρίπτυχο το οποίο και κρίνουμε και είναι απαραίτητο για κάποιον που θέλει να διδάξει «και ετέρους» τον Θεό. Γιατί αυτό είναι η κατήχηση. Η διδασκαλία και η παιδαγωγία των ανθρώπων στον νόμο, τον λόγο και τον τρόπο του Θεού, δηλαδή η απόπειρα να κατανοήσουμε Ποιος είναι ο Θεός στον Οποίο πιστεύουμε, πώς διαμορφώθηκε στην ιστορία και στην πράξη η πίστη αυτή μέσα από την πορεία και το έργο της Εκκλησίας, αλλά και τι σημαίνει ο Θεός για την ίδια τη ζωή μας, μέσα στις διάφορες προκλήσεις οι οποίες αναφύονται είτε στη σχέση μας με τους συνανθρώπους μας και τον κόσμο, είτε στη σχέση με τον εαυτό μας. Η κατήχηση, για να είναι ολοκληρωμένη, χρειάζεται να πηγάζει τόσο από την γνώση όσο και από την εμπειρία του κατηχητή. Μόνο γνώση καθιστά την κατήχηση μάθημα. Μόνο εμπειρία καθιστά την κατήχηση ασταθή, γιατί την οδηγεί στην υποκειμενική, προσωπική βίωση της σχέσης με το Θεό, η οποία εμπεριέχει τον κίνδυνο ο άνθρωπος να έχει ως κριτήριο της αλήθειας τον εαυτό του, να μην είναι σε θέση να εκτιμήσει τον εκκλησιοκεντρικό χαρακτήρα της πνευματικής ζωής, ενώ την ίδια στιγμή δεν θα μπορεί να διαλεχθεί με την κοινωνία, καθώς η εμπειρία  δεν είναι πάντοτε ή σχεδόν ποτέ κοινωνήσιμη στους άλλους, εφόσον είναι αποτέλεσμα προσωπικής σχέσης και ζωής. Γι’ αυτό και χρειάζεται ο στέρεος συνδυασμός γνώσης και εμπειρίας. Η γνώση μας κάνει να γνωρίζουμε τι και πώς πιστεύουμε. Η εμπειρία δείχνει στους άλλους, και ιδίως στα παιδιά και τους νέους, ότι η πίστη δεν είναι μόνο μία γνώση η οποία εμφυτεύεται στον άνθρωπο ως κάτι που πρέπει να ξέρει, αλλά η αφετηρία για την αληθινή συνάντηση με το Θεό, Τον Οποίο καλούμαστε να οικειωθούμε εντός της ύπαρξής μας έχοντας όμως τα κριτήρια για να Τον αναγνωρίσουμε.
Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του αγίου Συμεών του Θεοδόχου, το οποίο θυμόμαστε στην εορτή της Υπαπαντής. Ένας άνθρωπος βαθύς γνώστης του νόμου του Θεού και την ίδια στιγμή διάκονος του θυσιαστηρίου. Παιδαγωγήθηκε από την Παλαιά Διαθήκη, έλαβε ως ευλογία και προσδοκία την προφητεία ότι δεν θα πεθάνει πριν δει «τον χριστόν Κυρίου» και αξιώνεται στο τέλος της ζωής του να γευθεί τη χαρά αυτής της συνάντησης, κρατώντας στα χέρια του το «αντιλεγόμενον σημείον», περνώντας από την γνώση στην πληρωτική εμπειρία (Λουκ. 2, 22-40). Στο πρόσωπό του βλέπουμε ακριβώς αυτή την πορεία που επιθυμούμε για κάθε άνθρωπο: και να γνωρίζει για το Θεό, αλλά και να έχει την εμπειρία του Θεού.
Πώς όμως μπορούμε να περάσουμε από την εγκεφαλική γνώση στην εμπειρία;
Πρωτίστως καλούμαστε να ξεκινούμε από την μελέτη του λόγου και του νόμου του Θεού. Αυτή η μελέτη θέλουμε να είναι «λύχνος τοις ποσίν ημών και φως ταις τρίβοις ημών» (Ψαλμ. 118, 105). Με γνώμονα την Αγία Γραφή να πορευόμαστε, αλλά και η Αγία Γραφή να είναι το φως εκείνο που ξεδιαλύνει τα σκοτάδια τα οποία βλέπουμε να υπάρχουν στη ζωή μας. Δεν αρκεί όμως μόνο η μελέτη του γράμματος της Γραφής. Χρειάζεται η σταδιακή, αλλά και ουσιαστική μετοχή στο πνεύμα της. Αυτό θα έρθει όταν κατανοήσουμε ότι οι εντολές του Θεού δεν αποσκοπούν στην δέσμευσή μας σε μία στείρα προσκόλληση σε λόγους οι οποίοι δεν θα λαμβάνουν υπόψιν τις δυνατότητες και τα χαρίσματά μας, αλλά στην ελευθερία μας από τα πάθη, η οποία θα έρθει εφόσον συνειδητοποιήσουμε ότι η αμαρτία δεν είναι απλώς μία παραβίαση κανόνων, αλλά μία πνευματική κατάσταση απουσίας αγάπης προς τον Θεό και τους ανθρώπους. Εάν βλέπουμε την αμαρτία τυπολογικά, τότε κινδυνεύουμε να εμπέσουμε σε  έναν στείρο φαρισαϊσμό. Θα γνωρίζουμε τι δεν πρέπει να κάνουμε, αλλά αυτό θα καταπιέζει την ύπαρξή μας ή θα μας οδηγεί στην κατάκριση των άλλων, με φανερό ή άδηλο στόχο την αυτοδικαίωσή μας. Εάν μπορέσουμε να δούμε το πνεύμα που ελευθερώνει, θα διαπιστώσουμε ότι ο άνθρωπος δεν καλείται να εγκλωβιστεί σε μία αρνητική λογική αποφυγής της αμαρτίας, χωρίς να την απορρίπτουμε και αυτήν, αλλά να ασκηθεί στην πνευματική καλλιέργεια της αγάπης. Η αγάπη μάς κάνει αληθινούς και ειλικρινείς. Η αγάπη μάς κάνει ταπεινούς. Η αγάπη μάς δείχνει το πώς μπορούμε να μοιραστούμε τα χαρίσματά μας με τους άλλους. Να αποκτήσουμε συνείδηση σώματος Χριστού. Εκκλησίας, Ευχαριστίας, Κοινότητας, Ζωής με το Χριστό. Και είναι ο περιορισμός της αγάπης στην καρδιά μας και ο εγκλωβισμός της σε έγνοια για τήρηση εντολών μία από τις αιτίες που η πνευματική μας κατάσταση δεν έχει χαρά, αλλά στυφότητα. Και η κατήχηση χρειάζεται χαρά. Ειλικρίνεια και ζεστασιά. Ο λόγος του Θεού, όταν προσεγγίζεται υπό το πρίσμα της αγάπης για τον άνθρωπο και της ελευθερίας από το κακό μέσα από τις ποικίλες μορφές του, γίνεται εμπειρία. Γιατί δεν εφαρμόζεται απλώς στον εαυτό μας, αλλά γίνεται δρόμος και για τους άλλους, ιδίως τους νεώτερους, να σκεφτούν ότι ο Θεός είναι Πατέρας μας. Κάποτε και Αυστηρός, αλλά συνήθως Εύσπλαχνος, Επιεικής, Καταδεκτικός, Θυσιαστικός.
Αυτό είναι το βίωμα το οποίο χρειάζεται η κατήχηση να περάσει στα παιδιά και τους νέους. Ότι ο κατηχητής δεν είναι απλώς κάποιος που διδάσκει και προσφέρει γνώσεις, αλλά το πρόσωπο που αγαπά. Προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον μία διήγηση του μακαριστού Μητροπολίτη Σουρόζ Αντωνίου Μπλουμ, ο οποίος διηγείται μία εμπειρία από τα παιδικά του χρόνια ως μετανάστης στο Παρίσι. Συμμετείχε σε μία κατασκήνωση που λειτουργούσε στα πλαίσια μιας ρωσικής μαθητικής οργάνωσης. Η εμπειρία του από την Εκκλησία ήταν εντελώς αρνητική, εξαιτίας της προπαγάνδας των ρωμαιοκαθολικών που έθεταν ως προϋπόθεση αποδοχής των μεταναστών στα σχολεία τους την υιοθέτηση του ρωμαιοκαθολικού δόγματος. Ο μικρός τότε Αντώνιος αποφάσισε να μην ξανα- ασχοληθεί με τον χριστιανισμό, θυμωμένος γιατί, όπως χαρακτηριστικά γράφει, «δεν ήταν προς πώληση» (Αντωνίου Μπλούμ, Μικρό  Συναξάρι, Αθήνα 2010, σελ. 71). Τότε, στην κατασκήνωση αυτή, γνώρισε έναν ιερέα, το όνομα του οποίου δεν παραθέτει. Ίσως γιατί δεν το θυμόταν καν. Λέει λοιπόν χαρακτηριστικά: «ήταν ένας ιερέας που μας φαινόταν πολύ ηλικιωμένος- ήταν μάλλον καμιά τριανταριά χρονών, αλλά είχε μια μεγάλη γενειάδα, μακριά μαλλιά, έντονα χαρακτηριστικά και ένα στοιχείο που κανείς μας δεν μπορούσε  να εξηγήσει:  αγαπούσε τους πάντες. Δεν μας αγαπούσε ως ανταπόκριση της αγάπης ή της στοργής που του δείχναμε, ή ως ανταμοιβή του ότι ήμασταν ‘καλοί’  ή υπάκουοι. Απλώς η καρδιά του ξεχείλιζε από αγάπη. Καθένας μπορούσε να έχει μερίδιο σ’  αυτήν (και όχι απλά ένα ψήγμα ή μια σταγόνα) και ποτέ αυτή η αγάπη δεν μίκραινε. Αυτή η αγάπη για ένα συγκεκριμένο αγόρι ή κορίτσι, ήταν για τον ιερέα πηγή χαράς ή μεγάλης λύπης. Αυτές ήταν  δύο πλευρές της ίδιας αγάπης. Ποτέ δεν λιγόστευε και ποτέ δεν αμφιταλαντευόταν. Ήξερα πως η μητέρα μου με αγαπούσε, το ίδιο και ο πατέρας μου και η γιαγιά μου. Ωστόσο, αυτό ήταν το όριο του κύκλου στη ζωή μου μέχρι το οποίο έφταναν τα συναισθήματα στοργής. Το γιατί όμως ένα ξένο άτομο μπορούσε να με αγαπάει όπως και να αγαπάει άλλους, επίσης ξένους, αποτελούσε κάτι ανοίκειο προς εμένα. Πολλά χρόνια αργότερα κατάλαβα από πού ξεφύτρωναν όλα αυτά» (Μπλούμ, ό.π. , σελ. 72-74).
Ο λόγος αυτός περιγράφει το πώς η αγάπη γίνεται βίωμα  στα πλαίσια της διαδικασίας της κατήχησης από τα παιδιά που συμμετέχουν σ’ αυτήν. Όπως πάλι σημειώνει ο Μητροπολίτης Αντώνιος, «όσα έγραψε ο Απόστολος Παύλος για την αγάπη, ότι ‘η αγάπη πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει…ουδέποτε εκπίπτει’ –  Α’  Κορ. 13, 7 και 8 – βρίσκονταν σ’  αυτόν τον ιερέα, αν και εκείνη την εποχή δεν το συνειδητοποιούσα αυτό» (Μπλούμ, ό.π. , σελ. 72).  Ο μετέπειτα μητροπολίτης ένιωσε την ανάγκη να ρίξει γέφυρες προς την πίστη χάρις στην αγαπητική παρουσία εκείνου του ιερέα.  Ο κάθε κατηχητής λοιπόν ο οποίος αφήνει να αντανακλάται στο πρόσωπό του αυτή η κατά Θεόν αγάπη, την οποία προσπαθεί να βιώσει ως συνέπεια και της καλλιέργειάς του στο πνεύμα του λόγου του Θεού, προσφέρει ανυπολόγιστα στα παιδιά.
Εκτός όμως από την καλλιέργεια του πνεύματος με τον λόγο του Θεού υπάρχει και η προσευχή. Υπάρχουν δύο είδη προσευχής στην Εκκλησία. Η πρώτη είναι η προσωπική. Αυτή την οποία κάνει ο άνθρωπος στο ταμιείον του (Ματθ. 6,6), αλλά και αφήνει να καλλιεργείται μέσα στο νου του. Η προσευχή για τον κατηχητή είναι απαραίτητη. Όχι μόνο δείχνει την ταπείνωση την οποία καλείται να έχει, γιατί αξιώνεται από τον Θεό να μιλήσει για Εκείνον στους ανθρώπους και μάλιστα στους νέους και είναι βέβαιο πως όσο καλός κι αν είναι, όσο χαρισματικός, δεν μπορεί να μιλήσει στην καρδιά κανενός αν δεν μιλά δι’ αυτού ο Θεός. Ακόμη και ο πιο ικανός δάσκαλος δεν μπορεί να πετύχει την ανταπόκριση όλων των μαθητών του, όταν μάλιστα το σχολείο είναι υποχρεωτικό για τα παιδιά. Στην κατήχηση, η οποία είναι προαιρετική διαδικασία, ο κατηχητής, κι ας είναι χαρισματικός, θα διαπιστώσει ότι τα εμπόδια του πειρασμού είναι μεγαλύτερα από ό,τι είναι στο σχολείο: η ανία και η πλήξη είναι πάντοτε προ των πυλών. Η αίσθηση ότι τα όσα λέγονται ανήκουν στο παρελθόν. Η απουσία μέσων πειθάρχησης του νου και της προσοχής, όπως οι βαθμοί και τα διαγωνίσματα. Η ευκολία αποχώρησης των παιδιών από τις κατηχητικές ομάδες, αν θεωρήσουν ότι δεν ελκύονται από τα λεγόμενα ή τα γινόμενα ή αν η τηλεόραση ή οι παρέες έχουν κάτι πιο ενδιαφέρον να προσφέρουν. Η μη στήριξη των γονέων, οι οποίοι στο πρώτο παράπονο του παιδιού, ασχέτως αν είναι δικαιολογημένο ή όχι, σπεύδουν να ικανοποιήσουν την επιθυμία του να αποσυρθεί. Όλα αυτά και άλλα μοιάζουν ανυπέρβλητες δυσκολίες. Όμως, «τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ» (Λουκ. 18, 27). Η χάρις του Θεού και η ενίσχυση του κατηχητή με την προσευχή αποτελούν πολυτιμότατες εμπειρίες, που βοηθούν την κατηχητική διακονία και στην ουσία καθορίζουν την έκβασή της. Ο συνδυασμός, μάλιστα, της εκκλησιαστικής ακολουθίας που είναι το απόδειπνο ή η πρωινή προσευχή, με την μελέτη του λόγου του Θεού και την προσωπική προσευχή, αποτελεί τρόπο εισόδου στα μονοπάτια της εμπειρίας.
Υπάρχει όμως και η δεύτερη προσευχή: η λειτουργική. Αυτή γίνεται στην Εκκλησία, στην τέλεση των ιερών ακολουθιών. Ο κατηχητής αναβαπτίζεται όχι μόνο ακούγοντας και συμμετέχοντας και με το νου και την καρδιά στα τελούμενα των ακολουθιών, αλλά και προσευχόμενος σ’  αυτές, τόσο για τον εαυτό του και τη ζωή του, όσο και για τα παιδιά και τους νέους, που ο Θεός και η Εκκλησία του έχουν εμπιστευθεί. Η λειτουργική προσευχή σήμερα αποτελεί ίσως και την πιο σημαντική δυνατότητα προσευχής, την οποία όλοι έχουμε. Γιατί ο χρόνος μας κατατρώγεται από τις ενασχολήσεις μας, από την τηλεόραση, από το Διαδίκτυο, από την απουσία ησυχίας. Και μαζί με τον χρόνο νικιέται και η όποια απόπειρα πνευματικής ζωής. Γι’  αυτό και η λειτουργική ζωή αποτελεί «καιρό προσευχής». Αν μάλιστα σκεφτούμε ότι τα όσα λέγονται, ψάλλονται, τελούνται στη λειτουργική ζωή αποτελούν τροφή όχι μόνο του νου, αλλά και της καρδιάς, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε έτι περισσότερο την αξία της λειτουργικής προσευχής. Ιδίως κατά την Θεία Λειτουργία, οπότε έχουμε τον συνδυασμό και του λόγου και της αναφοράς, και της διδαχής και του μυστηρίου της ευχαριστίας, στο οποίο λαμβάνουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, η προσευχή γίνεται αφετηρία περάσματος από την γνώση στην εμπειρία. Και αν προσπαθήσουμε μαζί με μας να έρθουν στο ναό του Θεού και τα παιδιά που κατηχούμε, μικρότερα και μεγαλύτερα, τότε η ευλογία είναι μεγάλη.
Στο σημείο αυτό ας σταθούμε και στο γεγονός ότι η κατήχηση σήμερα έχει αποσυνδεθεί από την εκκλησιαστική ζωή εν γένει. Ακόμη και η φυσική παρουσία των παιδιών στο ναό δεν είναι αυτονόητη, όταν γίνεται κατηχητική συνάντηση. Ενώ τα Πνευματικά Κέντρα και οι αίθουσες είναι ευλογία, γιατί μας δίνουν την ευκαιρία να εργαστούμε κατηχητικά με την χρησιμοποίηση και σύγχρονων μέσων, αλλά και να μπορούμε να συνδυάσουμε την κατήχηση με το παιχνίδι, εντούτοις δεν μας επιτρέπουν να δώσουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα για την πίστη εάν δεν υπάρχει η σύνδεση με το ναό. Γι’ αυτό χρειάζεται, εάν η συνάντηση δεν γίνεται στο ναό, να πηγαίνουμε τα παιδιά, είτε πριν είτε μετά από αυτήν, στο ναό. Να ανάβουμε μαζί τους  κερί. Να χαιρετούμε τις εικόνες. Να τα οδηγούμε στο να συναντήσουν τον ιερέα και να πάρουν την ευχή του. Όλα αυτά είναι βιώματα εκκλησιαστικής και πνευματικής πορείας. Την ίδια στιγμή μία προσευχή στο ναό, την ώρα που τα παιδιά μπαίνουν μέσα και ανάβουν το κερί, όπως και η συμμετοχή στον εσπερινό, το απόδειπνο ή κάποια άλλη ακολουθία (όπως για παράδειγμα, εάν γίνεται κάποια βάπτιση την ώρα της κατηχητικής συνάντησης θα ήταν όμορφο να πηγαίναμε τα παιδιά εκεί και να εξηγήσουμε σ’  αυτά τι γίνεται στο μυστήριο), αποτελούν τρόπους με τους οποίους η κατήχηση γίνεται από γνώση εμπειρία, τόσο για εμάς όσο και για εκείνα.
Κορυφαίο γεγονός της πνευματικής ζωής, αυτό το οποίο καθιστά την σχέση του ανθρώπου με το Θεό συνάντηση και σχέση ζωής, είναι η μετοχή στη Θεία Ευχαριστία. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε τι γίνεται στο μυστήριο ή να εκκλησιαζόμαστε απλώς. Χρειάζεται να μετέχουμε και να κοινωνούμε συχνά. Τόσο για το ότι με την μετοχή στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού αγιαζόμαστε, λαμβάνουμε άφεση αμαρτιών και ξεκινούμε την πορεία μας προς την αιώνια ζωή, όσο και για το γεγονός ότι κατ’  αυτόν τον τρόπο επαναβεβαιώνουμε το ότι είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού που είναι η Εκκλησία. Δεν κοινωνούμε γιατί είμαστε άξιοι. Δεν κοινωνούμε γιατί πρέπει να επιβραβευθούμε για τους κόπους μας. Κοινωνούμε γιατί θέλουμε να δείξουμε στο Θεό ότι κάνουμε υπακοή στο θέλημά Του να μένουμε εν αυτώ και ζητούμε και Εκείνος να μένει εν ημίν (Ιωάν. 6, 56), αλλά και γιατί δεν γνωρίζουμε άλλο τρόπο πλήρους βίωσης της αγάπης τόσο προς τον Θεό όσο και προς τον πλησίον από την παρουσία και εμπειρία του Χριστού εντός μας.
Η Θεία Κοινωνία αγιάζει την σύνολη ύπαρξή μας, τόσο το σώμα όσο και την ψυχή μας. Αυτό σημαίνει ότι μας δίνει την δυνατότητα να αφήσουμε τα πνευματικά μας μάτια να ανοίξουν και την ίδια στιγμή να καταστήσουμε το Χριστό προτεραιότητα στην ζωή μας. Κι εδώ βρίσκεται ο απώτερος σκοπός της κατήχησης. Να συνδεθούμε και να συνδέσουμε με το Χριστό. Ο κατηχητής δεν δείχνει τελικά στα παιδιά και τους νέους τον εαυτό του ως πρότυπο, αλλά το Χριστό. Και ο Χριστός δεν είναι άσαρκο ιδεολόγημα ή σκέψη ή γνώση νοητική. Είναι εμπειρία. «Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος» (Ψαλμ.33,9), ψάλλουμε στην Εκκλησία. Γι’ αυτό και η μετοχή στην Ευχαριστία αποτελεί την ολοκλήρωση της κατηχητικής πορείας μας.
Την ίδια στιγμή ο κατηχητής καλείται να έχει πνευματικό πατέρα, όχι κατ’  ανάγκην με την έννοια του γέροντα, γιατί δεν είναι μοναχός, αλλά με την έννοια του σημείου αναφοράς στη ζωή του. Ο κατηχητής δεν περνά στην εμπειρία της πνευματικής ζωής εάν δεν συνειδητοποιεί τι σημαίνει πτώση και ανάσταση. Τι σημαίνει πάθη και μετάνοια. Εάν δεν βλέπει τα ριζώματα των λογισμών στην ύπαρξή του. Και του χρειάζεται ο πνευματικός πατέρας όχι απλώς για να μοιράζεται τα προβλήματά του, αλλά και για να βοηθιέται ώστε να πορεύεται κατά Θεόν. Ο πνευματικός πατέρας συνδέεται με το μυστήριο της μετανοίας. Κι αυτό με τον αγώνα του ανθρώπου για κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη και την ίδια στιγμή για καλλιέργεια του έρωτα προς το Χριστό που αγιάζει και νοηματοδοτεί προς την όντως Αλήθεια τη Ζωή μας.
Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούν και τον αγώνα για γνώσεις που μας βοηθούνε τόσο στην κατήχησης του εαυτού μας, όσο και στην κατήχηση των παιδιών και των νέων. Για την γνώση όμως είναι απαραίτητο ένα πνεύμα μαθητείας, το οποίο σε γενικές γραμμές δεν φαίνεται να υπάρχει στην εποχή μας. Γιατί ο άνθρωπος, καθώς βομβαρδίζεται από πλήθος πληροφοριών, στις οποίες έχει άμεση πρόσβαση σήμερα, χάρις στα ΜΜΕ και το Διαδίκτυο, δεν νιώθει την ανάγκη να εμπιστευθεί εύκολα ανθρώπους για να μάθει. Η μάθηση προϋποθέτει εμβάθυνση και την ίδια στιγμή έρευνα και αναζήτηση της αλήθειας, τόσο της Όντως που είναι ο Χριστός, όσο και των μερικών αληθειών της επιστήμης, της ιστορίας, της ίδιας της ζωής.  Η μάθηση όμως προϋποθέτει και κόπο. Προϋποθέτει και ταπείνωση και ακρόαση με συγκεντρωμένο νου και καρδιά. Προϋποθέτει και χρόνο και αφιέρωση. Όλα αυτά είναι ζητούμενα στην εποχή μας. Συνήθως είμαστε με ένα ρολόι ανά χείρας ή με το κινητό για να βλέπουμε την ώρα. Πώς να μάθουμε αν δεν είμαστε έτοιμοι να δώσουμε το χρόνο που χρειάζεται; Και την ίδια στιγμή, πώς να μάθουμε όταν δεν πιστεύουμε ότι τα κενά μας είναι τόσα που πρέπει και να διδαχθούμε και να παιδαγωγηθούμε για να γίνουμε περισσότερο ελεύθεροι; «Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώση υμάς» (Ιωάν. 8,32). Κάθε αλήθεια ελευθερώνει. Προσθέτει και αφαιρεί. Εάν είμαστε το παράδειγμα της μαθητείας, τότε θα διδάξουμε και άλλους πώς να γίνουν κι αυτοί μαθητές. Όχι δικοί μας, αλλά του Χριστού και της Εκκλησίας.
Η λειτουργία μας ως πνευματικών ανθρώπων  αποτελεί για τη ζωή της Εκκλησίας το ζητούμενο. Και εδώ η χάρις του Αγίου Πνεύματος «θεραπεύει τα ασθενή και αναπληροί τα ελλείποντα» (ακολουθίας της χειροτονίας). Χωρίς να περιφρονούμε την εγκεφαλική γνώση, γιατί η κατήχηση είναι σχολείο και για μας και για όσους κατηχούμε,  παράλληλα  ας μετέχουμε στην γενικότερη παιδεία που προσφέρει η εκκλησιαστική ζωή, με την θεία λειτουργία, τις γιορτές της πίστης, το κήρυγμα, το μυστήριο της μετανοίας και ας καλλιεργούμε με την  προσωπική μας δίψα για μάθηση, μέσα από την μελέτη της Αγίας Γραφής και άλλων πνευματικών βιβλίων, την επίγνωση της εμπειρίας των Αγίων και την ανάγκη για μίμησή τους, ώστε η διακονία όλων στο κατηχητικό έργο να γίνεται ευκαιρία βίωσης του Χριστού. «Ου γαρ εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών» (Ματθ. 18, 20) λέει ο Ίδιος. Αυτή η βεβαιότητα των λόγων Του ας μας παρηγορεί στον κατηχητικό μας αγώνα, ο οποίος αποτελεί τρόπο και παιδαγωγίας, αλλά και εμπειρίας Θεού. Τρόπος που μπορεί να μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε τον κρυμμένο μαργαρίτη (Ματθ. 13, 45-46) και να βοηθήσουμε και άλλους, ιδίως τους νεωτέρους, να Τον συνανακαλύψουν μαζί μας.
Εισήγηση σε ημερίδα στελεχών νεανικού έργου της Ι. Μ. Θεσσαλονίκης
Θεσσαλονίκη, 8 Φεβρουαρίου 2014
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Αφήστε μια απάντηση